Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύγχρονη εποχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σύγχρονη εποχή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Βιβλική ανάρτηση

Εν όψει της εκατοστής επετείου της Οκτωβριανής, κάθε χώρος/οργάνωση/εκδοτικός οίκος (πολλές φορές αυτά ταυτίζονται, αλλά όχι απαραίτητα) ετοιμάζουν ή βγάζουν ήδη διάφορες εκδόσεις για να τιμήσουν την επέτειο. Εδώ ισχύει το "ο καθένας ανάλογα με το μέγεθος και τις δυνατότητές του", αλλά απέχουμε πολύ ακόμα από το να φτάσουμε στο "σύμφωνα με τις ανάγκες" και τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου καθήκοντος.

Το οποίο σημαίνει δύο πράγματα: αφενός πως πρέπει να μεγαλώσουμε, για να μπορούμε περισσότερα. Αφετέρου πως δεν πρέπει να σταματήσουμε μετά την εκατοστή επέτειο, που πρέπει να είναι απλώς έναυσμα για να βγουν ακόμα περισσότερες σχετικές εκδόσεις.

Ξεκινάμε από τα δικά μας χωράφια. Εκτός από το πολύ σημαντικό και μεστό κείμενο της διακήρυξης της κετουκε, το τμήμα για τη δουλειά στο συνδικαλισμό επιμελήθηκε μια έκδοση για τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, με επίκεντρο τη Σοβιετική Ένωση.

Στα θετικά της έκδοσης συμπεριλαμβάνονται τα εξής:
-είναι επίκαιρη, αποδεικνύοντας πως ο σοσιαλισμός του εικοστού αιώνα είχε λύσει προβλήματα, όπως την ανεργία, που στον καπιταλισμό παραμένουν ακόμα και σήμερα ανεπίλυτα και οξύνονται, γιατί είναι σύμφυτα με την ύπαρξή του.
-είναι εκλαϊκευτική και προσιτή στον καθένα, θυμίζοντας αρκετά στη μορφή μια σειρά μπροσούρες που είχε επιμεληθεί το ΚΣ της ΚΝΕ με τίτλο "αλήθειες και ψέματα για το σοσιαλισμό".
-είναι πολύτιμο εργαλείο για να ανοίξουν συζητήσεις για το σήμερα και τις δυνατότητες που μένουν αναξιοποίητες.
-είναι φτηνή, συνεπώς προσιτή από κάθε άποψη.
Και ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως πως τις προάλλες παρουσιάστηκε στο κατάμεστο δημοτικό θέατρο του Αιγάλεω, δείγμα για το ενδιαφέρον που δείχνει ο κόσμος για αυτό το θέμα και την υπεράσπιση της προσφοράς του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Το αρνητικό κατά τη γνώμη μου είναι πως στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε εκδόσεις και στοιχεία της μπρεζνιεφικής εποχής -όπως το συλλεκτικό βιβλιαράκι "εκατό ερωτήσεις-απαντήσεις για την ΕΣΣΔ- και τα περισσότερα στοιχεία αναφέρονται στην περίοδο μέχρι το 75', ενώ ίσως να 'ταν πιο χρήσιμο να γίνει κάτι διαφορετικό και πιο γόνιμο.

Στο πλαίσιο της επετείου, εντάσσεται η κυκλοφορία της συλλογής κειμένων του Λένιν "απ' τη μαχητική πείρα των μπολσεβίκων", που εστιάζει αρκετά και στο οργανωτικό σκέλος της εξέγερσης ή της προετοιμασίας για επαναστατική δράση, ενώ έρχεται σαν συνέχεια άλλων εκδόσεων, όπως πχ το βιβλίο "η πορεία των μπολσεβίκων προς τη νίκη".

Μια άλλη πρόσφατη έκδοση είναι το βιβλίο για την ελληνικής καταγωγής ουντάρνικα, Πάσα (ή Πάσια) Αγγελίνα (άξιο τέκνο ενός καταξιωμένου λαού), η οποία έγινε οδηγός τρακτέρ κι εκπαίδευε άλλες γυναίκες για αυτή τη θέση, σπάζοντας το φράγμα της προκατάληψης, μαζί με αυτό των παραγωγικών δεικτών. Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα ζουμερό πρόλογο του Αναστάση Γκίκα, ενώ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Πάσα συμπληρώνει το βιογραφικό ερωτηματολόγιο ενός αμερικάνικου περιοδικού (που θέλει να καταγράψει την πορεία της) και διαπιστώνει πως παρά την πληθώρα ερωτήσεων και τις λεπτομέρειες που καλείται να συμπληρώσει, λείπει το πιο σημαντικό. Κι αυτό δεν είναι τα δικά της ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες που τα ανέδειξαν στην ίδια και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, σαν τη δική της.

Δεν τις παρουσιάζω αναλυτικά, γιατί θα έβγαινα εκτός θέματος, αλλά σημειώνω παρεμπιπτόντως και μερικές άλλες εκδόσεις:
-το βιβλίο για τα ηρωικά στελέχη του ΚΚΕ και της κεντρικής του επιτροπής που δεν προσκύνησαν το αστικό κράτος και βρήκαν το θάνατο αγωνιζόμενοι κι αλύγιστοι, είτε στο μέτωπο του αγώνα, είτε στις φυλακές, είτε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και μόνο ο τίτλος (παρμένος από την απολογία ενός μέλους της κετουκε) είναι ενδεικτικός για το (πολύ ενδιαφέρον) περιεχόμενο: δεν αναγνωρίζω κανένα νόμο, ούτε το κράτος σας...
-την επανέκδοση του έργου του Θέμου Κορνάρου για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου (είχε προηγηθεί η αντίστοιχη επανέκδοση του βιβλίου του-χρονικού για το Μάη του 36' στη Θεσσαλονίκη).
-την έκδοση του ΣΠ Ηπείρου-Κέρκυρας-Λευκάδας της ΚΝΕ για τους ηρωικούς φαντάρους του Καλπακίου, όπου έγινε φέτος, προς τιμήν τους, και το διήμερο της οργάνωσης.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, ως προς μερικές, ενδεικτικές εκδόσεις του κόμματος σχετικές με την Οχτωβριανή Επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, σημειώνω μια βασική παράμετρο, που είναι κι η πιο σημαντική δυσκολία κατά τη γνώμη μου. Το κόμμα φαίνεται να δίνει -και δικαιολογημένα- βάρος στην επέτειο των δικών του εκατό χρόνων, στην ανάδειξη της ιστορίας του και της ηρωικής του διαδρομής. Συνεπώς υπάρχει μια "διάσπαση δυνάμεων" και κάποιες προτεραιότητες (γιατί προφανώς κι αποτελεί προτεραιότητα) δεν προχωρούν το ίδιο γρήγορα με τις υπόλοιπες.

Αυτή είναι καθαρά προσωπική εκτίμηση-εικασία, αλλά μπορεί να πέφτω τελείως έξω. Όπως δική μου εκτίμηση (που δε βασίζεται προφανώς σε κάποια πληροφόρηση) είναι πως ως το τέλος του 17', θα υπάρξουν και άλλες εκδόσεις, πχ ένα αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ ή κάποια συλλογική έκδοση, όπως αυτές που επιμελήθηκε το τμήμα ιστορίας της κετουκε για τα Δεκεμβριανά ή για τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Πρόσχωμεν...

Στο επόμενο μέρος, θα δούμε αντίστοιχες εκδόσεις και ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες από τον (πολιτικό-εκδοτικό χώρο) του ευρύτερου αριστεροχωρίου -και όχι μόνο...

Παρασκευή 6 Ιανουαρίου 2017

Κόκκινος τράγος

Ο κόκκινος τράγος είναι ένα μυθιστόρημα του Κώστα Παρορίτη, που θεωρείται από τους εισηγητές του σοσιαλιστικού ρεαλισμού στα ελληνικά γράμματα. Επηρεασμένος από τη μεγάλη Οχτωβριανή Επανάσταση και τις ιδέες της, ο Παρορίτης αφιερώνει το βιβλίο "σε όσους πιστεύουνε σε μια απολύτρωση" και τοποθετεί την υπόθεση λίγο πριν την εμπλοκή της Ελλάδας στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον αποκλεισμό του λιμανιού του Πειραιά από τις δυνάμεις της Αντάντ, στο απόγειο του "εθνικού διχασμού".

Σύμφωνα με τη μικρή περιγραφή του biblionet:
Ο "Κόκκινος τράγος" είναι ένα συνοικιακό καφενείο της Αθήνας, όπου συναντιούνται, σχεδόν καθημερινά, μια ομάδα ανθρώπων διαφορετικών μεταξύ τους· απόκληροι, άνεργοι και άρρωστοι (μία απολυμένη δασκάλα, ένας επίσης απολυμένος καθηγητής, ένας φοιτητής, δυο τρεις εργάτες). Τους ενώνει, ωστόσο, ένα όραμα (για άλλους ξεκάθαρο, για άλλους θαμπό αλλά πάντως ισχυρό, καθοριστικό της συμπεριφοράς τους) για μια ζωή δικαιότερη. Οι θαμώνες του "Κόκκινου τράγου" αποτελούν τον έναν πόλο της ιστορίας· ο άλλος συντίθεται από ανθρώπους που, παρά τις αγαθές τους προθέσεις, χωρίς ιδεολογικό έρεισμα, παρασύρονται από τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, δελεάζονται από υποσχέσεις επιτήδειων καιροσκόπων και χάνουν την ηθική τους υπόσταση, για να βρεθούν, κάποια στιγμή συνειδησιακής κρίσης, αντιμέτωποι με τον ίδιο τον εαυτό τους.

Το βιβλίο αυτό κυκλοφόρησε ξανά φέτος απ' τη Σύγχρονη Εποχή. Παρακάτω ακολουθούν ένα μικρό, χαρακτηριστικό απόσπασμα, καθώς και το προλογικό σημείωμα του ίδιου του συγγραφέα, που συμπυκνώνουν τις ιδέες του Παρορίτη για την τέχνη, τη λειτουργία της και το σκοπό που καλείται να υπηρετήσει.


Μα σήμερα δεν μπορούσε να μαζέψει το νου του. Αυτή η καμπάνα του τριβέλιζε το μυαλό.
Πέταξε την πένα πάνω στο τραπέζι.
-Τι πάθανε, μωρέ, σήμερα, μ' αυτή την καμπάνα; Βαλθήκανε να μας τρελάνουνε; φώναξε νευριασμένος.
Ο μπαρμπα-Σταύρος ζύγωσε:
-Δεν το ξέρεις;
-Τι να ξέρω;
-Έχουμε λιτανεία.
-Λιτανεία; Τι διάολο; Πώς του ήρθε πάλε αυτή η ιδέα; Μην ξαναρρώστησε ο βασιλιάς;
-Όχι, είναι για το πουλί.
-Ποιο πουλί πάλε;
-Το πουλί που παρουσιάστηκε στου "Παπά το σπίτι".
-Ε, και τι μ' αυτό; Ένα πουλί.
-Ναι, μα ο παπάς τούς έπεισε όλους πως δεν είναι πουλί.
-Μα τότε τι διάλο μπορεί να 'ναι;
-Αυτό που είπες. Ο Οξαποδός, λέει, μεταμορφωμένος σε πουλί.
Ο Στέφανος δεν μπόρεσε να κρατήσει τα γέλια του.
-Βρε τον αλιτήριο, βρε το θεομπαίχτη.
Ο μπαρμπα-Σταύρος κούνησε το κεφάλι του με τρόπο δισταχτικό:
-Ξέρεις καμιά φορά...
-Α, μπαρμπα-Σταύρο, δε σε νόμιζα για τόσο κουτό. Το ίδιο και την άλλη φορά με την αρρώστια του βασιλιά. Μα είναι πράματα αυτά; Στέκουνται πια αυτά σήμερα;

Ο μπαρμπα-Σταύρος, που είχε μεγάλη εχτίμηση στο μυαλό του Στέφανου, προτίμησε να σωπάσει. Όχι τόσο γιατί είχε πειστεί πως δεν υπάρχει Οξαποδός. Ούτε να το βεβαιώσει μπορούσε αυτό, μα ούτε και να το αρνηθεί τολμούσε. Γι' αυτό το καλύτερο ήτανε να μη γίνεται κουβέντα γι' αυτά τα πράματα. Ας μένουνε αυτά όπως τα βρήκαμε.



Ο Στέφανος ξανάσκυψε πάνω στα δοκίμια που είχε να διορθώσει. Ήτανε κάτι ποιήματα που επρόκειτο να δημοσιευτούνε σ' ένα επαρχιώτικο περιοδικό που τυπωνότανε στην Αθήνα...

Πέταξε χάμω την πένα. "Ουφ. Τι πλήξη. Τα ίδια και τα ίδια. μα δε βαρεθήκανε πια, δεν έχουνε να πούνε και τίποτις νεότερο; Όλο για την ερωμένη τους θα μας μιλούνε; Όλο για τα πουλάκια, για τα δεντράκια, για τα συννεφάκια, για τ' αστεράκια; Καλά, δε λέει κανείς. Μα χορτάσαμε πια. Χρειαζόμαστε κάτι καινούργιο, χριστιανοί μου. Κοιτάξτε και γύρω σας. Όλος ο κόσμος δεν είναι ο εαυτούλης σας. Η ζωή είναι πολύ πλατιά. Απλώστε τη ματιά σας, βυθίστε τη σκέψη σας, μεστώστε το αίστημά σας, δέστε το σφιχτά με το νου σα διαμάντι, πυρώστε το νου σας με τη φλόγα της καρδιάς..."

Η καμπάνα ξακολουθούσε να σημαίνει, σαν ένα άλογο που το σπηρουνίζουνε να τρέχει αδιάκοπα και κείνο τρέχει, τρέχει, τρέχει, ιδροκοπώντας, αφρίζοντας, λαχανιάζοντας...

Τώρα πήρε να διορθώσει κάτι άλλα δοκίμια. Ήτανε ένα κριτικό άρθρο πάνω σε κάποιο σοσιαλιστικό ρομάντζο. Ο κριτικός, που ήτανε ένα όνομα φημισμένο στους δημοσιογραφικούς κύκλους, του τα 'ψελνε γερά. Αυτό δεν είναι ρομάντζο, αυτό είναι μπροσούρα. Η τέχνη είναι συγκίνηση και τίποτις παραπάνω. Αυτό δα έλειπε τώρα να καθίσει ο τεχνίτης να μιλήσει για φουγάρα, γι' απεργίες και για μεροκάματα. Η τέχνη δεν ξέρει σκοπούς. Η τέχνη ξέρει μόνο τον εαυτό της.

Ο Στέφανος χαμογελούσε. Ο κριτικός μεταχειριζότανε έναν αψηλό διδαχτικό τόνο, που 'δειχνε καθαρά την προσπάθειά του να διδάξει το σοσιαλιστή συγγραφέα το χρέος του. Τονέ μεταχειριζότανε σα μαθητή που δεν ξέρει το μάθημά του ή σαν άνθρωπο παραστρατισμένο, που τονέ λυπότανε και ζητούσε να ξαναγυρίσει στην ίσια στράτα.

Ο Στέφανος ένιωσε μια σιχασιά μέσα του. "Δεν ντρέπουνται, δεν ντρέπουνται". Τι αξία μπορεί να 'χει μια τέχνη τόσο εγωιστική, τόσο κοντόθωρη, που δε βλέπει παραπέρα από τη μύτη της; Σίγουρα, αυτός ο αιστητικός, με το μεγάλο όνομα, δεν ξέρει τι λέει. Περίεργο. Εκατομμύρια εργάτες, που παλεύουνε να υψωθούνε προς το φως, να μην μπορούνε να γεννήσουνε μια καινούργια τέχνη; Γιατί; Αν δε βγει μέσα από το λαό, που δυστυχάει, η καινούργια τέχνη, τότε από πού θα βγει; Από τους σάπιους στην ψυχή και στο σώμα; Όχι από τους γερούς που δημιουργούνε τη ζωή με τα χέρια τους, μα από τους τεμπέληδες και τους μοιρολάτρες, που όλα τα βλέπουνε όμορφα ή αδιάφορα με το κουρασμένο τους μάτι;

* * *

Ξέρω πως και το βιβλίο μου αυτό θα δώσει πάλε το σύνθημα σε μια νέα σταυροφορία εναντίον μου. Όλοι οι συντηρητικοί, όλοι οι καθυστερημένοι, όλοι οι δούλοι του κοινού και του χιλιοειπωμένου θα δώσουνε τα χέρια σε μια κοινή επίθεση. Οι κατηγόριες τους, που τις αναμασούνε τώρα χρόνια, θ' αντηχήσουνε πάλε βραχνές, όσο και ύποπτες με όλους τους τόνους. Μου είναι τόσο γνωστές. Υποδουλώνω την Τέχνη στην Ιδέα! Ω, οι μεγάλοι ιεροφάντες της Τέχνης, που δεν κρύβουνε καμιά ιδέα στο κεφάλι τους! Μα, εμείς, που πιστεύουμε πως Ιδέα και Τέχνη δεν είναι πράματα χωριστά, τους ρίχνουμε μια σπλαχνική ματιά και τραβάμε το δρόμο μας αδιάφοροι. Η Τέχνη μας, το ξέρουμε, ταράζει τα νεύρα των ευαίσθητων, των ωραιόπαθων, όλων εκείνων όσοι, συνηθισμένοι στα βαλτονέρια της καθημερινής ζωής, δεν ανέχουνται και δεν επιτρέπουνε με την ψευτοαριστοκρατική τους αντίληψη καμία νέα, αντρίκεια προσπάθεια. Μα, εμείς, που πιστεύουμε πως ο άνθρωπος ζει σε μια φριχτή σκλαβιά, τόσο οικονομική, όσο και ψυχική και πνευματική, εννοούμε να κρατήσουμε τα μάτια μας γυρισμένα προς το φως της Καινούργιας Ημέρας. Πατώντας πάντα στο ρωμαίικο το χώμα, δεν ξεχνούμε ποτέ τον αιώνιο Άνθρωπο. Ο Άνθρωπος αυτός μας ενδιαφέρει. Ο Άνθρωπος που, σπάζοντας τα σύνορα, παλεύει σήμερα ηρωικά να συντρίψει τις υλικές και τις ψυχικές αλυσίδες του, που δεν τον αφήνουνε να βαδίσει προς έναν κόσμο ανώτερο. Αυτόν τον άνθρωπο, που και στην Ελλάδα, άρχισε να παλεύει για τον ίδιο σκοπό, εμείς τονέ βλέπουμε και τονέ πονούμε.

Σ' αυτόν αφιερώνουμε και την Τέχνη μας, μικρή, μεγάλη, όποια κι αν είναι, μα πάντοτε τίμια και αγνή. Γιατί πιστεύουμε πως η Τέχνη, σαν ένα καθαρό κι αυτή της ομαδικής ζωής φαινόμενο, δεν έχει σκοπό να ικανοποιήσει ορισμένες προσωπικές και αυθαίρετες ιδέες η αρρώστιες μας, που καμιά ανάγκη της ζωής δεν τις δικαιολογεί, παρά σαν ένας κοινωνικός κι αυτή παράγοντας να κάνει το χρέος της κάθε φορά που η Ζωή νιώθει την ανάγκη ν' αναπλαστεί.

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2017

Βιβλιότσαρκα

Παίρνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις της βάσης, η κε του μπλοκ προχωρά στην εξειδίκευση κάποιων σημείων της προηγούμενης "βιβλικής" ανάρτησης.

-Ήξερες, σφε αναγνώστη, πως στην Πολιτεία μπορείς να βρεις την ΚΟΜΕΠ με 20% έκπτωση, δηλ με 4,80 ευρώ, την ίδια στιγμή, που τριακόσια μέτρα παρακεί, στο βιβλιοπωλείο της Σύγχρονης Εποχής, κάνει έξι ευρώ, που είναι η κανονική της τιμή; Κι ότι ο μόνος τρόπος να σου βγει φτηνότερα είναι να γραφτείς συνδρομητής στην ΚΟΜΕΠ, με 25 ευρώ το χρόνο;

Πώς γκένεν αυτό; Αν καταλαβαίνω καλά, η Πολιτεία προπληρώνει τα κομμάτια (τιράζ) που παίρνει, είτε τα πουλάει είτε όχι -όπως κάνουν δηλαδή κάποιοι σφοι με τους Οδηγητές που χρεώνονται- κι εξασφαλίζει ως αντάλλαγμα προνομιακές τιμές για το δικό της κοινό. Κι αυτό ενώ οι περισσότεροι παίκτες πασχίζουν να φανούν συνεπείς στις συμβατικές τους υποχρεώσεις, για να μη βγάλουν κακό όνομα στην πιάτσα.

Αν πάλι είσαι από την επαρχία, η Πολιτεία σου εξασφαλίζει δωρεάν μεταφορικά για διαδικτυακές παραγγελίες, άνω των 30 ευρώ. Που σημαίνει πρακτικά πως μπορεί να διαλύσει τον ανταγωνισμό, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας. Κι ο μόνος λόγος να προτιμήσεις για τις αγορές σου ένα μικρό βιβλιοπωλείο, είναι για να επιβραβεύσεις τον εναλλακτικό του χαρακτήρα (όπως το "Καράβι" στα Χανιά), τις πρωτοβουλίες-εκδηλώσεις που κάνει (όπως οι "Ακυβέρνητες Πολιτείες" στη Θεσσαλονίκη) ή το απόθεμά τους σε παλιά, εξαντλημένα βιβλία (όπως το "Στίγμα" στην Πάτρα).
Όταν κλείνουν εξάλλου βιβλιοπωλεία σαν τον Ελευθερουδάκη και τον Παπασωτηρίου, καταλαβαίνει κανείς πόσο ασφυκτικά είναι τα πράγματα για τους μικρομεσαίους.

Παράλληλα, η Πολιτεία χτίζει το μύθο του καλού, εναλλακτικού εργοδότη. Είναι μαγαζί γωνία, έχει εδώ και χρόνια τους ίδιους υπαλλήλους (που ξέρουν σχεδόν απέξω κάθε ράφι στο οργανωμένο χάος των χιλιάδων βιβλίων και της μικρής πολιτείας που φτιάχνουν) ενώ προβάλλει σε πρώτο πλάνο αρκετά εναλλακτικά βιβλία με αριστερό πρόσημο κι αναφορές (για άλλες περιπτώσεις χρειάζονται εισαγωγικά και για άλλες όχι).

Το ερώτημα λοιπόν είναι από τη δική μας πλευρά αξιολογούμε θετικά αυτή τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση στο χώρο του βιβλίου (όταν μάλιστα προσφέρεται με εναλλακτική συσκευασία και φτηνές, προσιτές τιμές) που από την άλλη περιορίζει την ποικιλομορφία, το εύρος της βιβλιότσαρκας, τη χαρά της αναζήτησης ή μάλλον τη μεταθέτει στα παλαιοβιβλιοπωλεία -τα μόνα που μπορούν να έχουν κάτι διαφορετικό.
Ή αν τέλος πάντων η εναντίωση σε αυτό το προτσές έχει ένα συναισθηματικό, ρομαντικό (με την έννοια του αντιδραστικού, του αναχρονιστικού) χαρακτήρα.

-Το μόνο βιβλιοπωλείο που μπορεί να ανταγωνιστεί εν μέρει την Πολιτεία είναι η Πρωτοπορία, που έχει τον Αρκά, τα Ελληνικά Γράμματα, μεταχειρισμένα βιβλία και πολλούς, επιλεγμένους τίτλους με 40% έκπτωση (για να "γιορτάσει" τα 40 χρόνια λειτουργίας του).

Έτσι λοιπόν στην Πρωτοπορία μπορεί να βρει κανείς το Κεφάλαιο (στον 21ο αιώνα) του Πικετί, με ένα 20ευρω (40% κάτω απ' την αρχική του τιμή). Αν κι ο Sniper που το ξεφύλλισε λέει ότι το βασικό του πλεονέκτημα είναι η μυρωδιά του, ενώ κατά τα άλλα είναι γεμάτο γλυκανάλατες κοινοτοπίες της σοσιαλδημοκρατίας, ενάντια στην ασυδοσία του κεφαλαίου, αλλά όχι απαραίτητα κι ενάντια στο κεφάλαιο (εκτός και αν το γράψουμε με κεφαλαίο, υπονοώντας το Κεφάλαιο του Μαρξ). Αλλά αυτό είναι το πιθανό "τίμημα" για τις δικές μας ελλείψεις στο κομμάτι της επικαιροποίησης -όπως τις σημείωνε κι ο Σεχτάρ σε ένα σχόλιό του.

Στην ίδια βιβλιότσαρκα, πετύχαμε και τις θρυλικές -λόγω ονόματος- εκδόσεις Οπορτούνα κι ένα βιβλίο για τους πρώτους αναρχικούς της Πάτρας και της Ηλείας, που επηρεάστηκαν τον 19ο αιώνα από Ιταλούς ομοϊδεάτες τους. Δεν ξέρω αν θα ήταν βάσιμος ο ισχυρισμός πως ο αναρχισμός βρήκε πρόσφορο έδαφος στη νότια Ευρώπη, σε λιγότερο αναπτυγμένες οικονομίες με έντονο μικροαστικό στοιχείο (και πολλά μικρά βιβλιοπωλεία). Αλλά ο ταξικός αναγωγισμός δεν είναι ασφαλές κριτήριο για απόλυτα συμπεράσματα, αν σκεφτούμε ότι στις ίδιες χώρες συγκροτήθηκαν στη συνέχεια ισχυρά κομμουνιστικά κόμματα -που ακολούθησαν βέβαια πολύ διαφορετικές πορείες ως τις μέρες μας.

-Αντί επιλόγου, στο σημερινό σημείωμα, καταγράφω μερικές ιδέες για διάφορες (επαν)εκδόσεις, που σε μένα τουλάχιστον φαίνονται πολύ ενδιαφέρουσες, αν κάποιος αναλάμβανε το ρίσκο τους.

-τα ενθυμήματα του Μπόση από τον Αϊ-Στράτη, συμπληρωματικά σε όσα αφηγείται ο Καζάκος.
-η μελέτη της Αλέκας για το γυναικείο ζήτημα -αν είναι κι επικαιροποιημένη, συμπληρωμένη, τόσο το καλύτερο.
-οι εντυπώσεις του Δελαστίκ* από το δημοσιογραφικό του ταξίδι στη ΛΔ του Αφγανιστάν, πριν από τρεις περίπου δεκαετίες.
(*ο οποίος παραιτήθηκε από τη θέση του διευθυντή του ΠΡΙΝ, φροντίζοντας ακόμα και στο τελευταίο του σημείωμα από αυτό το πόστο, να δείξει πως έφτασε τα 64, αλλά μυαλό δεν έβαλε, και συνεχίζει να τρέφει/καλλιεργεί αυταπάτες για την κυβερνώσα αριστερά και τις προθέσεις της)
-το βιβλίο του Θέμου Κορνάρου, του κουμπάρου της εργατικής τάξης, για το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου.
-μια μπροσούρα (σοβιετική αν θυμάμαι καλά) σχετική με προβλήματα της σύγχρονης εποχής, από την οποία, λέει, πήρε το όνομά του και το εκδοτικό της Σύγχρονης Εποχής (αυτό τουλάχιστον έλεγε μια ετικέτα στο παλαιοπωλείο του Γκεζερλή, όπου είχα βρει το βιλίο).

-Το μέρος της διδακτορικής διατριβής του Σκολαρίκου για τον ευρωκομμουνισμό, που δε χώρεσε για λόγους οικονομίας στο αντίστοιχο βιβλίο, αλλά παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον (αναφορά στους φιλοσόφους που κινήθηκαν σε αντίστοιχα μήκη κύματος: Πουλαντζάς, Αλτουσέρ, κτλ).
-Η Λογική του Κεφαλαίου του Βαζιούλιν, κι άλλα έργα σοβιετικών φιλοσόφων.
-Το Crossing the River, του Victor Grossman που παρουσιάστηκε κι εδώ σε μια πρόσφατη ανάρτηση.
-Ντοκουμέντα από εσωτερικές, κομματικές διαδικασίες του διαστήματος που εξετάζει ο τρίτος τόμος του δοκιμίου Ιστορίας του Κόμματος.

Επίσης, υπάρχει έλλειμμα αξιόλογων, στρατευμένων λογοτεχνών (χωρίς να λείπουν τα ερεθίσματα κι οι ενδιαφέροντες καιροί) και επιστημονικών μελετών για μια σειρά ζητήματα (νομίζω πως τα βήματα που γίνονται δεν μπορούν να καλύψουν το κενό που αφήνει η απουσία του ΚΜΕ).

Αρκετές από τις παραπάνω ιδέες (πχ τα εσωτερικά κομματικά ντοκουμέντα) θα μπορούσε να τις υλοποιήσει, αντικειμενικά, μόνο η Σύγχρονη  Εποχή. Δεν παίζουν όμως, σε καμία περίπτωση, ρόλο κάποιας έμμεσης πρότασης ή υπόδειξης για το τι πρέπει να γίνει.

Δεν ξέρω και δεν μπορώ να έχω γνώμη για τα κριτήρια με τα οποία παίρνονται οι αντίστοιχες αποφάσεις. Δεν μπορώ, όμως, να μη σημειώσω το "αδιέξοδο" κάποιων συντρόφων (οργανωμένων και μη) που "έχουν κάτι να πουν (ή να εκδώσουν)" αλλά αναγκαστικά είτε προχωρούν στη δαπανηρή λύση της "αυτοέκδοσης", είτε καταφεύγουν στην αγορά, όπου οι εναλλακτικές του είναι μετρημένα κουκιά (Τόπος, Καψιμί, Εντός και καμία ακόμα).

Κι επειδή δεν έχω (και δεν ψάχνω ακριβώς) την απάντηση στα παραπάνω, κλείνω βάζοντας απλώς τον προβληματισμό.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Δεν είναι αυτό που νομίζεις

Την εισαγωγή την έκανε η Ρένα Δουρου-τι με τις ένοχες απολαύσεις της (που απενοχοποίησαν εμάς τους υπόλοιπους) ως προς τα καλοκαιρινά της αναγνώσματα, όπου όλοι είμαστε κάπως πιο χαλαροί, απελευθερωμένοι και πρόθυμοι να δοκιμάσουμε καινούρια πράγματα (όπως ο Μίμης Ανδρουλάκης και ο Τατσόπουλος) για να ικανοποιήσουμε την περιέργειά μας -και πιθανότατα τίποτα άλλο πέραν αυτού.

Φαντάσου όμως μια από αυτές τις απολαύσεις να έχει κομματική έγκριση! Και δεν υπάρχει πιο εμφατική κι επίσημη έγκριση από το εκδοτικό του κόμματος και την κυκλοφορία του βιβλίου από τη Σύγχρονη Εποχή. Και δεν εννοώ παλιά βιβλία του Ανδρουλάκη -που κάποια τα λες κι ενδιαφέροντα- αλλά κάτι ακόμα πιο τρελό κι ιντριγκαδόρικο.
Σώτη Τριανταφύλλου! Ω ναι...

Φαντάσου τώρα να είσαι στην παραλία ή σε ένα τρένο -σε κοινή, δημόσια θέα τέλος πάντων- και να πέσει η ματιά ενός περαστικού στο εξώφυλλο, τον τίτλο κι αμέσως μετά στη ματιά σου, καθώς διαβάζεις στο βλέμμα του την περιφρόνηση και ψάχνεις μια δικαιολογία να πιαστείς. Δεν είναι αυτό που νομίζεις... να σου εξηγήσω...
Μόνο που είναι αυτό ακριβώς που νομίζει. Ένα βιβλίο της Σώτης από τη Σύγχρονη Εποχή.

Το βιβλίο "κινηματογραφημένες πόλεις" κυκλοφόρησε το 1990, σαν εισαγωγή σε όσα κοσμογονικά (ή κοσμοκτονικά, εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις) θα ακολουθούσαν τα επόμενα χρόνια. Και είναι ένα ταξίδι στον κόσμο του Βέλτσου και του ακατανόητου, όπου τίποτα δεν έχει νόημα αν δεν το πούμε έτσι, ώστε να μη βγάζει νόημα, για να φαίνεται ότι έχει βαθιά νοήματα.
Πω-πω νόημα, που έλεγε κι ο θεατής του χαρυκλυννικού Αρτέμη. Πολύ νόημα! Άμα δεν προσέξεις, το έχασες...

Προσωπικά πάντως κυνήγησα με το ντουφέκι και το μικροσκόπιο πιθανά πολιτικά νοήματα ή έστω υπονοούμενα, πίσω από τις γραμμές, αλλά δεν έπιασα και μεγάλα ψάρια. Μια ελαφριά, όσο πατάει η Σώτη, (που τρέφεται με σκόνες και ζυγίζει ελάχιστα) αντισταλινική αιχμή: "είναι τα τρελά χρόνια της τζαζ για τις Ηνωμένες Πολιτείες, χρόνια όπου εκκολάπτεται το αυγό του φιδιού στην Ευρώπη, με την άνοδο των δικτατοριών και το τέλος της επαναστατικής κοσμογονίας στη Σοβιετική Ένωση" που δεν ήταν ακριβώς εκτός γραμμής εκείνα τα χρόνια.

Και μια αμήχανη στιγμή για τη Σώτη, όπως κοιτάζει το παρελθόν της (κι εμείς το δικό μας άλλωστε) και πέφτει σε μια αναφορά της για τη νύχτα της Νέας Υόρκης του μεσοπολέμου, όπου καραδοκεί η οικονομική κρίση, η "ενοχλητική" δράση των συνδικάτων (...), με τα εντελώς περιττά (από τη σκοπιά της σημερινής πολιτικής της στάσης) εισαγωγικά.

Και δεν είναι μόνο αυτή που άλλαξε, σε τελική ανάλυση.
Πόσο άλλαξε, πόσο αλλάξαμε... που θα 'λεγαν ο Μηλιώκας και η Μάνου. Αλλά ευτυχώς δεν ξεπλυθήκαμε μαζί της πολιτικά και δε γίναμε ποτέ ροζ. Ούτε κι αυτή άλλωστε, αφού προτίμησε το καθαρό μαύρο της παρδαλής αντίδρασης. Κι από μια άποψη, δεν άλλαξε κανείς μας κατά βάθος. Το λάθος ήταν που βρεθήκαμε εξ αρχής, νομίζοντας πως είμαστε στο ίδιο στρατόπεδο.

Κι αυτή η πλάνη ταλαιπώρησε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα κάποιους σφους, που μάλλον θυμόντουσαν το παλιό της πέρασμα από τις δικές μας εκδοτικές προσπάθειες και την περνούσαν για δική μας. Έτσι ήρθε και η δική μου γνωριμία με το μαγικό κόσμο της Σώτης και με το "εργοστάσιο μολυβιών", που μου το δάνεισε μια αρχάρια σφισσα, συστημένο από τους γονείς της.
-Είναι δικιά μας αυτή που το 'γραψε.
Και να το τρως στη μάπα ως το τέλος, περιμένοντας μάταια την ανατροπή ή τέλος πάντων κάτι που να δικαιώνει τις συστάσεις.

Αντί επιλόγου, ένα μικρό δείγμα τέχνης από τη γραφή της Σώτης. Δώστε βάση στο νόημα, αν δεν το προσέξεις, το 'χασες, σφε αναγνώστη...

Το Λονδίνο του Μπλόου απ (1966) είναι μια πόλη σιωπής, που διασχίζεται από το θόρυβο μιας εξάτμισης και το τραγούδι των Γιάρντμπερντς. Το "γλεντζέδικο" Λονδίνο της δεκαετίας του 60' είναι μια γαλάζια έρημος, ένα επιτραπέζιο παιχνίδι τύχης για τον Άνθρωπο της Εικόνας. Ο Τόμας (Ντέιβιντ Χίγκινς) αντιπροσωπεύει τον εαυτό του σε ένα πλαίσιο, όπου ο καθένας αποτελεί μια μονάδα: στην πόλη του Αντονιόνι, απουσιάζει το πλήθος, μαζί με τις συλλογικές αξίες και τις συλλογικές αγωνίες. Σε μια εποχή μπλητλμανίας, όπου η Ντάρλινγκ (Τζον Σλέσινγκερ, 1965) οδηγεί χωρίς δίπλωμα μέσα στη λονδρέζικη νύχτα, ο Τόμας απολαμβάνει τη μοναχική του εμπειρία, μια εμπειρία χρωματική. Το Λονδίνο είναι ένα καλειδοσκόπιο, η γονιμότερη πόλη της δεκαετίας, ένα χωράφι με φράουλες, φωτογραφημένο ψυχρά από τον Κάρλο Ντι Πάλμα. Όπως η Κίνα, το Μπλόου απ μοιάζει με ένα μάτι που παρακολουθεί χωρίς να επεμβαίνει την κατάδυση του Τόμας στην αλήθεια, την αλήθεια που μεγενθύνεται (sic) χωρίς νόημα, χωρίς οικουμενική αξία και γι' αυτό ανατρεπτική, πρόσκαιρη κι επικίνδυνη. Ούτε το Λονδίνο του Τόμι Στηλ, ούτε το Λονδίνο του Ρίτσαρντ Χάμιλτον ("τρομακτικό Λονδίνο 67'" (1968-69), λάδι σε μουσαμά και μεταξοτυπία, Γκαλερί Τέιτ), ούτε το Λονδίνο των ευτυχισμένων μονάδων που ξετυλίγουν την ανυτάρκειά τους σε ένα χώρο που ξεχειλίζει από κρυμμένους θησαυρούς: κι ο Τόμας ερωτεύεται μια παλιά προπέλα. Ο έρωτας λείπει απ' αυτή την πόλη, όπως κι η συνείδηση του παρόντος, ο φόβος του μέλλοντος, η ανάμνηση του παρελθόντος: ο Τόμας κατασκοπεύει τις ζωές των άλλων, όχι σαν τον Peeping Tom  (ήρωας της ομώνυμης ταινίας του Μάικλ Πάουελ, 1959) αλλά σαν τον ζαβολιάρη στο πόκερ, παίκτης ο ίδιος πάνω στο πράσινο τραπέζι της πόλης. Όπως στην Περιπέτεια (1959) τη Νύχτα (1960) και την Έκλειψη (1962), ο χώρος είναι αφηρημένος, γραμμικός, συμμετρικός, διαφανής: ένας κυβιστικός πίνακας, που πάλλεται, αλλάζοντας ρυθμούς, φιλοξενώντας -αφιλόξενα- ανθρώπους χαμένους σε ένα μακρυνό διάστημα. Τίποτα δε φέρει τη σφραγίδα της γραφικότητας, τη χαρούμενη κραυγή των γίπις και τα κομμάτια του ψυχεδελικού ονείρου των ημερών: ο Αντονιόνι διαλέγει το φως της αυγής, το φως του πάρκου, το φως του νάιτ κλαμπ. Το φως μιας πόλης διψασμένης για φως. Όταν ο ήλιος βγαίνει, οι Λονδρέζοι ξεχύνονται με τους χαρταετούς στο Χάιντ Παρκ: όχι στο Μπλόου απ. Στο Μπλόου απ, η ζωή δεν ταυτίζεται με τη στέρηση και την ικανοποίηση της στέρησης, αλλά με το περιττό, με αυτό που δεν αλλάζει σε τίποτα τα πράγματα. Το Λονδίνο, όπως και το Λος Άντζελες στο Ζαμπρίσκι Πόιντ (1968) είναι χώρος για άτομα -που δεν τέμνονται και δεν ματώνουν: φιγούρες γεωμετρικές, διαλυμένες στο φάσμα του φωτός, εκούσια τοποθετημένες σε ένα μωσαϊκό από σχέδια, απαλλαγμένο από το φορτίο της ποπ κουλτούρας. Ο Αντονιόνι κινηματογραφεί την απλοποιημένη ψυχολογία των αστών κι όχι τη γραφικότητα του ντεκόρ: στο Λονδίνο της έξαψης υπάρχει αμηχανία, απουσία συναισθημάτων και τεμπελιά -υπάρχει το περίγραμμα της γυναίκας του Μάρσαλ Ράις ("πέρυσι το καλοκαίρι", 1963) αλλά δεν υπάρχει ούτε γυναίκα, ούτε καλοκαίρι. Επιτέλους μια πόλης χωρίς οικολογικούς προβληματισμούς, χωρίς τη σημειολογία του βαθμού μηδέν, χωρίς τις μάχες των φύλων και των φυλών: μια πόλη όπου όλα λείπουν σαν σε διακοπές. Αν η ποπ αρτ του Ράουσενμπεργκ πίστευε πως θα βρει στο Μπλόου απ τη φιλμική της έκφραση, έχασε το στοίχημα:τα σύμβολα της σύγχρονης ζωής βρίσκονται βαθειά μέσα στους ήρωες. Το σεξ, τα ναρκωτικά και το ροκ' ν' ρολ είναι χόμπι και δημοσιογραφικές επινοήσεις: ο Τόμας δεν καταναλώνει εικόνα, δημιουργεί εικόνα -όλα τα άλλα είναι ατυχήματα. Το Μπλόου Απ είναι μια άσκηση στιλ, όπως και το Λονδίνο της στιγμής, μια ταινία και μια πόλη, που, χωρίς οπαδούς, δημιουργούν οι ίδιες ένα νέο κύμα, μια μικροφιλοσοφία, που πρεσβεύει ό,τι μπορούμε να ζήσουμε στο σύγχρονο κόσμο, αρκεί να συλλάβουμε το πνεύμα των καιρών, εκλεκτικά κι όχι σαν μια μπουκιά, ένα πακέτο σαν εκείνο που πούλησαν οι Αμερικανοί κινηματογραφιστές του '60. Το Λονδίνο του Αντονιόνι δεν είναι μια πολεδομική μελέτη, ούτε μια κοινωνιολογική΄απεικόνιση: είναι μια ταινία που αρχίζει με το πάτωμα της πόλης, ένα γρασίδι την επιφάνεια του βιομηχανικού κόσμου, κάτω απ' όπου κρύβονται άχρηστα μυστικά. Ποια είναι λοιπόν η αλήθεια, αναρωτιέται ο Τόμας και σηκώνει αδιάφορα τους ώμους, μέσα σε ένα καταρράκτη από διφορούμενα: μια πόλη δεν είναι φορέας ενός ερωτήματος, που μας κρατάει στη ζωή, ενός βλέμματος που εμπλουτίζεται καθώς στρέφεται περισκοπικά.

Η σκηνοθεσία της πόλης ενισχύει το θεματικό επιχείρημα γύρω από την αντίληψη της αλήθειας, γύρω από τη βεβαιότητα του τι είναι πραγματικό: το Λονδίνο είναι ένας χώρος ονειρικός, όπου ο Αντονιόνι ξεχωρίζει σιλουέτες κι επεισόδια, χωρίς ντοκυμενταρίστικο ισχυρισμό -τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Η πρόσοψη του στούντιο του Τόμας μοιάζει να μη σχετίζεται με τον περιβάλλοντα οικιστικό χώρο και το εστιατόριο όπου τρώει δεν διακρίνεται από ένα ιδιωτικό σπίτι. Τα αντικείμενα αποχωρίζονται από τις λειτουργίες τους, ή, καταλαμβάνουν ανορθόδοξες θέσεις μέσα στο πλαίσιο όπου κινείται ο Τόμας: οι κάτοικοι της πόλης φαίνονται άσχετοι προς το άψυχο υλικό της και για αυτό φαντασματικοί, καθώς παίρνουν μέρος σε πάρτι με ευώδεις καπνούς, ανάμεσα σε βικτωριανά έπιπλα, ή, κάνουν έρωτα (τρόπος του λέγειν) κάτω από το βλέμμα ενός αλαβάστρινου μπούστου. Η πόλη δεν μοντάρει το παρελθόν με το παρόν: απλώς, ο χρόνος δεν υπάρχει. Το Μπλόου απ, σαν δείγμα αφηρημένης τέχνης, δεν εμπεριέχει το χρόνο και το μοναδικό στοιχείο που περικλείει τη χρονική διάσπαση είναι ο λονδρέζικος κοσμοπολιτισμός, η κατ' εξοχήν ιστορία του παρόντος. Η πόλη φωτογραφίζεται σαν ένα ανομοιογενές άθροισμα από έγχρωμες καλόγριες, πολιτοφρουρούς, φοιτητές μεταμφιεσμένους σε κλόουν, ομοφυλόφιλους με σκυλάκια κανίς και ρακοσυλλέκτες, όλα μαζί και ταυτοχρόνως, σε ένα σουρεαλιστικό (ή υπερεαλιστικό) πορτρέτο. Όμως, το Λονδίνο του Αντονιόνι δεν είναι το καρτούν του Ρίτσαρντ Λέστερ, ούτε το φόντο της ποπ-αρτ: μοιάζει πιο πολύ με το Παρίσι του Ντάνιελ Μπιούρεν (του 1968), παρά με το τρελό Λονδίνο της εφήμερης τέχνης της δεκαετίας, στον αστερισμό του σεξ, των ναρκωτικών και του ροκ' ν' ρολ. Για μια ακόμα φορά, ο Αντονιόνι μιλάει μια γλώσσα του μέλλοντος: το Μπλόου απ είναι μια ταινία για παράσταση σεξ (όπως στις σκηνές που ο Τόμας φωτογραφίζει τη Βερούσκα), για παράσταση ναρκωτικών (στο "όργιο", όπου όλα μοιάζουν ακίνητα, ή, στη σκηνή με τον Εον που προετοιμάζει με επιμέλεια τη βραδυνή του δόση) και για παράσταση ροκ' ν' ρολ, αφού η σπασμένη κιθάρα των Γιάρντμπερντς φαίνεται τη μια  στιγμή σαν ένα τρόπαιο και την άλλη σαν ένα σκουπίδι.




Να πέσει αυτό σε πανελλήνιες για ανάλυση, περίληψη, κτλ, και να μην περάσει ούτε ο εξεταστής.
Ευτυχώς πάντως, έχει και παραγράφους, για να καταλαβαίνει ο αναγνώστης πότε αλλάζει το θέμα.
Κι ύστερα λες πως σου φάνηκαν δύσκολα τα "φιλοσοφικά χειρόγραφα" του Μαρξ. Σε παρακαλώ τώρα...

Τετάρτη 3 Αυγούστου 2016

Το κινηματογραφικό-φωτογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ

Για να προβάλει την πολύ αξιόλογη έκδοση της Σύγχρονης Εποχής "Φωτογραφίζοντας το Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας", που πρωτοκυκλοφόρησε στο διήμερο της ΚΝΕ στο Βίτσι, με το σπουδαίο φωτογραφικό αρχείο του Απόστολου Μουσούρη (που παραδόθηκε στο Κόμμα πριν από δύο χρόνια, από τους συγγενείς του), η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει σήμερα τη μαρτυρία του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία, που ήταν χρεωμένος στο φωτογραφικό-κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ και δίνει πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες στην εξιστόρησή του. Αν και στη συγκεκριμένη περίπτωση, ισχύει απόλυτα το κινέζικο ρητό "μία εικόνα, χίλιες λέξεις" και ο αναγνώστης πρέπει να προετοιμάσει τον εαυτό του για ένα ποτάμι από εκατοντάδες εικόνες (συγκλονιστικά φωτογραφικά ντοκουμέντα) και εκατοντάδες χιλιάδες λέξεις.




Μαρτυρία του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία για το κινηματογραφικό και φωτογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ

Για την κατανόηση του φωτογραφικού έργου του Απόστολου Μουσούρη στο ΔΣΕ, είναι χρήσιμη η παρακολούθηση της δράσης του κινηματογραφικού συνεργείου του ΔΣΕ, μέλος του οποίου ήταν και ο Απόστολος Μουσούρης. Το κινηματογραφικό συνεργείο του ΔΣΕ, σύμφωνα με τις καταγραφές και τις μαρτυρίες του σκηνοθέτη Μάνου Ζαχαρία, υπαγόταν στο Τμήμα Διαφώτισης του Γενικού Αρχηγείου του ΔΣΕ. Τράβηξε χιλιάδες μέτρα φιλμ, που αφορούσαν τη ζωή και τη δράση του ΔΣΕ, καθώς και των κατοίκων των περιοχών σε Γράμμο και Βίτσι.

Ο σκηνοθέτης Μάνος Ζαχαρίας, την άνοιξη του 1948, φορτωμένος με 2 κουρδιστές κινηματογραφικές μηχανές λήψης, μια 35 mm και μια δεκαεξάρα "Παγιάρ", καθώς και κουτιά με φιλμ, πέρασε τα γιουγκοσλαβικά σύνορα και μπήκε παράνομα στην Ελλάδα στην περιοχή της Αλεβίτσας. Όπως μας διηγείται: "... Είχα εντολή να βρω το Γιώργο Σεβαστίκογλου για να οργανώσουμε το κινηματογραφικό συνεργείο. Συναντηθήκαμε στα έμπεδα. Ο Γιώργος Σεβαστίκογλου, που θα ήταν ο επικεφαλής του συνεργείου, ο Απόστολος Μουσούρης, φωτογράφος και οπερατέρ, που είχε γυρίσει ήδη ταινίες στην Ελλάδα, και εγώ, επίδοξος σκηνοθέτης, που κουβάλησα τις μηχανές και το φιλμ από το Παρίσι. Ο καθένας είχε ακολουθήσει το δικό του δρόμο. Είναι γνωστή η οδύσσεια του Γιώργου που, για να αποφύγει το στρατό και τελικά τη Μακρόνησο, μπαρκάρει παράνομα με ένα καΐκι και θαλασσοδαρμένος βρίσκεται λαθρομετανάστης στην Ιταλία, γνωρίζει όλες τις ιταλικές φυλακές και στο τέλος, με τη βοήθεια Ιταλών και ξένων διανοουμένων, ελευθερώνεται και βρίσκεται στην Ελλάδα.

Οργανώθηκε ολόκληρη εκστρατεία. Η Εντίτα Μόρις, γνωστή Σουηδή συγγραφέας, που μεταξύ άλλων είχε γράψει και Τα λουλούδια της Χιροσίμα, δραστηριοποιήθηκε και με τη βοήθεια του Μοράβια, του Κάρλο Λέβι και άλλων κατάφεραν να ανακαλύψουν σε μια από τις φυλακές και να βγάλουν πρώτο το Γιώργο Σεβαστίκογλου. Μετά, με τη βοήθεια και του Γιώργου, ελευθερώθηκαν και οι άλλοι.

Τους συνάντησα λοιπόν στα έμπεδα. Έπρεπε να μάθουμε πέντε πράγματα για το Δημοκρατικό Στρατό και για την τακτική του. Δεν κράτησε και πολύ. Σε μια εβδομάδα αρχίσαμε τις αποστολές. Πηγαίναμε στις διάφορες μονάδες, βγάζαμε φωτογραφίες, γυρίζαμε κομμάτια από τη ζωή των μαχητών. Ήταν ένας άλλος στρατός. Γυναίκες και άνδρες μαζί στις μονάδες και στην πρώτη γραμμή και στα μετόπισθεν, παντού. Κάτι που θύμιζε το αντάρτικο της Κατοχής, αλλά που είχε και τα χαρακτηριστικά ενός τακτικού στρατού, με σχετικά σταθερή γραμμή μετώπου, με οργανωμένη επιμελητεία και κάποια ζωή στα μετόπισθεν.

Εμείς παίρναμε εντολές από τη στρατιωτική διοίκηση να πάμε στην τάδε μονάδα, γιατί "κάτι θα γίνει", στην άλλη να γυρίσουμε τους βομβαρδισμούς των αεροπλάνων, να επισκεφθούμε το νοσοκομείο που λειτουργούσε μέσα σε σπηλιές, κάπου θα γινόταν μια σύσκεψη, και έτσι τριγυρνάγαμε τις βουνοκορφές του Γράμμου καταγράφοντας το ιστορικό του παράξενου αυτού πολέμου.

Μετακινούμαστε τις περισσότερες φορές με σύνδεσμο, γιατί δε γνωρίζαμε τα μέρη και μπορούσαμε να χαθούμε. Συχνά περπατάγαμε νύχτες. Άλλες φορές διανυκτερεύαμε στο δάσος, σε καλύβες φτιαγμένες από φτέρη. Μάθαμε την τεχνική, αργότερα τις φτιάχναμε και μόνοι μας. Στην αρχή, τα μόνα μας εφόδια ήταν οι μηχανές μας και το φιλμ, μετά όμως από ένα επεισόδιο αποκτήσαμε και οπλισμό.

Πηγαίναμε στα βομβαρδισμένα χωριά, που τα περισσότερα ήταν άδεια και ψάχναμε να βρούμε τους κατοίκους στα δάση, δηλαδή τις γυναίκες με τους γέρους και τα μωρά που, αποφεύγοντας τα αεροπλάνα, προσπαθούσαν να επιβιώσουν στις καλύβες με τα λιγοστά τρόφιμα που του προμήθευε η τοπική αυτοδιοίκηση.

Στο Γράμμο δε μείναμε πολύ. Είχε αρχίσει η μεγάλη επίθεση του μοναρχοφασιστικού στρατού, που μας ανάγκασε να υποχωρήσουμε προς το Βίτσι, στην περιοχή των Πρεσπών.

Εκεί η κατάσταση ήταν εντελώς αλλιώτικη. Ο χώρος που κατείχε ο Δημοκρατικός Στρατός ήταν μεγαλύτερος, υπήρχε οργανωμένη ζωή, αγροτικός συνεταιρισμός, καλλιεργημένη γη. Εγκατασταθήκαμε σε ένα χωριό κοντά στη Μικρή Πρέσπα -στον Πυξό. Είχαμε στέγη, μια ψάθα για να κοιμόμαστε, ζεστό φαΐ από τη μονάδα στην οποία ανήκαμε. Τα μηχανήματα (είχε βρεθεί ήδη και μια δεύτερη Παγιάρ 16 mm), τα φιλμ, οι φωτογραφικές μηχανές και τα εξαρτήματα εξασφαλίστηκαν στο αρχηγείο, που ήταν εγκατεστημένο στο μικρό κομμάτι ελληνικής γης ανάμεσα στις δύο Πρέσπες.

Πάνω από το χωριό Ψαράδες. Ο Απόστολος πηγαινοερχόταν, κουβάλαγε τα απαραίτητα για τη δουλειά μας, φρόντιζε τα μηχανήματα, έστελνε τα γυρισμένα φιλμ για εμφάνιση. Είχαμε αποκτήσει και δύο βοηθούς, τον Γιάννη και το Φαέθονα. Βοηθούσαν κυρίως τον Απόστολο.


Αρχίσαμε πάλι τις περιοδείες. Στο Βίτσι υπήρχε σχολή αξιωματικών, οργανωμένα νοσοκομεία, στρατόπεδο αιχμαλώτων, ο συνεταιρισμός και μια εκτεταμένη γραμμή μετώπου που έπιανε από την Μπέλα Βόντα στα ανατολικά ως τις παρυφές του Γράμμου στα δυτικά. Όλα αυτά έπρεπε να τα καταγράψουμε. Ορμητήριο ο Πυξός και ατέλειωτες ώρες πεζοπορίας. Πολλέ φορές κάναμε και μια βδομάδα να γυρίσουμε πίσω, αλλά πάντα στα κουτιά μας υπήρχαν καταχωρισμένα ανεπανάληπτα γεγονότα, μοναδικά πρόσωπα, καθημερινές σκηνές πολέμου -κομμάτια Ιστορίας και μνήμης.

Ένα πρωί μας φώναξαν στο αρχηγείο και μας ανακοίνωσαν ότι τη νύχτα θα έρθει μια γαλλική αντιπροσωπία (Ιούνης 1949), με επικεφαλής το διάσημο ποιητή Πολ Ελιάρ. Εμείς θα έπρεπε να είμαστε μαζί τους, σε όλη τη διάρκεια της εδώ παραμονής τους, φωτογραφίζοντας και κινηματογραφώντας τα πάντα. Εγώ θα ήμουνα ο επίσημος μεταφραστής τους και θα έπρεπε το βράδυ να πάω με ένα άγημα του Δημοκρατικού Στρατού να τους υποδεχτώ στα σύνορα.

Έτσι κι έγινε. Έφτασα στα σύνορα με μια ομάδα της σχολής αξιωματικών, οπλισμένη και ντυμένη στην τρίχα, ανάψαμε φωτιές και περιμέναμε. Αργούσαν και αρχίσαμε να ανησυχούμε, γιατί γυρίζοντας θα περνούσαμε από ένα δρόμο που εβάλλετο από το πυροβολικό. Ήρθαν λίγο πριν τα ξημερώματα. Τους αποδόθηκαν στρατιωτικές τιμές κι εγώ τους καλωσόρισα στην Ελεύθερη Ελλάδα. Δε θα ξεχάσω το ξάφνιασμά τους. Ποιος ξέρει τι περιμένανε να δούνε! Τους βάλαμε στα αυτοκίνητα, περάσαμε σφαίρα τον επικίνδυνο δρόμο και φτάσαμε στο χωριό που θα μένανε. Ήταν τέσσερις -ο Πολ Ελιάρ, ο Ιβ Φαρζ, ο Μορίς Ερμάν και ο Μπασίς.

Συναντήθηκαν με την πολιτική και στρατιωτική ηγεσία, επισκέφτηκαν νοσοκομεία και γνώρισαν τον υπεύθυνο τότε χειρουργό Πέτρο Κόκκαλη, άκουσαν ένορκες καταθέσεις μαχητών για τις αγριότητες του μοναρχικού στρατού, πήγαν στην πρώτη γραμμή και τη νύχτα μίλησαν με τον τηλεβόα, γίνανε συγκεντρώσεις στα χωριά και λαϊκά γλέντια. Τους συνόδευε συχνά ο στρατηγός Καραγιώργης. Πριν φύγουν, ο Πολ Ελιάρ έγραψε και αφιέρωσε στο Δημοκρατικό Στρατό ένα ποίημα. Έφυγαν αποφασισμένοι να γνωρίσουν στη διεθνή κοινή γνώμη αυτά που είδαν κι αυτά που πίστεψαν στην Ελεύθερη Ελλάδα. Ήταν ένα καλοκαίρι αισιοδοξίας!

Εμείς τα καταγράψαμε όλα αυτά και συνεχίσαμε τη δουλειά μας. Εδώ και αρκετό καιρό οι οργανώσεις είχαν αρχίσει να στέλνουν τα μικρά παιδιά από τα χωριά που βρίσκονταν κοντά στη γραμμή του μετώπου στις Λαϊκές Δημοκρατίες, που προσφέρθηκαν να τα φιλοξενήσουν για να γλιτώσουν από τους βομβαρδισμούς, την πείνα και το θάνατο. Στην Αθήνα οργίαζε η προπαγάνδα για το "παιδομάζωμα", για βίαιες αρπαγές παιδιών από την αγκαλιά της μάνας τους, για μελλοντικούς γενίτσαρους και άλλα πολλά.

Έτσι αποφασίσαμε με τον Γιώργο να κάνουμε την πρώτη μας ταινία: Η αλήθεια για τα παιδιά της Ελλάδας, μια ταινία ντοκουμέντο, απάντηση στην προπαγάνδα για το παιδομάζωμα.

Αρχίσαμε να συγκεντρώνουμε υλικό γυρνώντας στα ρημαγμένα χωριά του Βίτσι και του Γράμμου. Κινηματογραφήσαμε τη ζωή των κατοίκων τους στις σπηλιές και στα δάση, τα εγκαταλελειμμένα και πεινασμένα παιδιά, όλη αυτή τη δυστυχία και τον παραλογισμό αυτού του πολέμου. Περπατήσαμε ώρες ατέλειωτες στα βουνά ψάχνοντας να βρούμε αυτό που θέλαμε. Θυμάμαι πως έτσι βρεθήκαμε σε ένα χωριό, Σφήκα το λέγανε, κοντά στη γραμμή του μετώπου, που βομβαρδιζόταν συχνά και που από εκεί κοντά, όπως μας είπαν, θα μπορούσαμε να κινηματογραφήσουμε αεροπορική επιδρομή στις θέσεις μας, φαινόμενο καθημερινό. Ο πρόεδρος του χωριού θα μας ενημέρωνε. Πήραμε λοιπόν ξηρά τροφή για δύο μέρες και μετά από δεκάωρη πορεία βρεθήκαμε στη Σφήκα. Όμως ούτε πρόεδρος, ούτε κανένας δεν ήταν στο χωριό. Κυριολεκτικά ρημαγμένο, χωρίς στέγες τα περισσότερα σπίτια, άδεια. Μόνο σε ένα στάβλο βρήκαμε μια ξεχασμένη γελάδα. Αποφασίσαμε να εγκατασταθούμε δίπλα στο σπίτι για να έχουμε συντροφιά. Και πράγματι τα βράδια που καθόμαστε να δουλέψουμε με ένα κερί στο τραπέζι, ξαφνικά μουγκάνιζε η γελάδα, μουγκρίζαμε κι εμείς, μας απαντούσε πάλι η γελάδα. Έτσι πέρναγε ο καιρός. Μείναμε αρκετές μέρες. Κινηματογραφήσαμε το χωριό, βγήκαμε απάνω στο ξέφωτο και περιμέναμε να γυρίσουμε την αεροπορική επιδρομή στο απέναντι βουνό. Αλλά παραδόξως ούτε την πρώτη, ούτε τη δεύτερη, ούτε την τρίτη ημέρα έγινε τίποτα.

Τα τρόφιμα είχαν τελειώσει και είχε αρχίσει η πείνα, γιατί στο χωριό δε βρήκαμε τίποτα φαγώσιμο, μόνο κάτι ρίζες που τις βράσαμε, αλλά δεν τρώγονταν γιατί ήτανε πικρές.

Είχαμε κάνει όμως τόσο κόπο και μας χρειαζότανε πολύ ένας βομβαρδισμός, για αυτό αποφασίσαμε να περιμένουμε. Τελικά την πέμπτη μέρα, εκεί που είμαστε αραγμένοι, με το Γιώργο, τα μηχανήματα έτοιμα κι ο Απόστολος να βγάζει γύρω φωτογραφίες, βλέπουμε ένα μαχητή να ανηφορίζει τρέχοντας την πλαγιά και να έρχεται προς το μέρος μας. Σταμάτησε, χαιρετιστήκαμε και μας ρώτησε απορώντας τι γυρεύουμε εκεί πάνω. Του είπαμε πως περιμένουμε να βομβαρδιστεί το απέναντι βουνό για να το κινηματογραφήσουμε. Έβαλε τα γέλια και ξεκινώντας να φύγει μας πέταξε: Είσαστε τυχεροί, γιατί εδώ και τρεις-τέσσερις μέρες μας έχουνε ξεχάσει. Κι ο λόφος που βομβαρδίζεται είναι αυτός και όχι το απέναντι βουνό. Τα μαζέψαμε τρέχοντας και τον ακολουθήσαμε στο χωριό. Πάντως το βομβαρδισμό τον πετύχαμε αλλού, πάνω στα κεφάλια μας. Μερικές σκηνές υπάρχουν στην ταινία.

Μόλις μαζέψαμε το υλικό που θέλαμε στην Ελλάδα, περάσαμε τα σύνορα και βρεθήκαμε στην Ουγγαρία και μετά στην Τσεχοσλοβακία για να γυρίσουμε τη ζωή των παιδιών του "παιδομαζώματος" στις χώρες αυτές που προσπαθούσαν να τους εξασφαλίσουν υγιεινούς όρους διαβίωσης, καλό φαΐ και να τους κάνουν να ξεχάσουν το απειλητικό βουητό των αεροπλάνων. Εμφανίσαμε το υλικό και κάναμε το μοντάζ στο στούντιο "Μπάραντοβ" της Πράγας.

Μετά το Γράμμο περάσαμε και πάλι στο Βίτσι. Εκεί συναντήσαμε και το θεατρικό συγκρότημα του Δημοκρατικού Στρατού με επικεφαλής τον Αντώνη Γιαννίδη. Μείναμε αρκετό καιρό μαζί και κάναμε και κάποιες κοινές εκδηλώσεις. Εν τω μεταξύ ο Απόστολος είχε εκπαιδεύσει ένα νέο ικανό παιδί σε εικονολήπτη, το Φώτη Ματσάκα, και έτσι μπορέσαμε να χωριστούμε σε δύο συνεργεία. Ο Απόστολος με το Γιώργο και ο Φώτης με εμένα, για να βρισκόμαστε συγχρόνως σε δύο διαφορετικά μέρη..."

Ιούνιος 2016

Σάββατο 8 Αυγούστου 2015

Αναμνήσεις ενός κουρέα

Οι «αναμνήσεις ενός κουρέα», του ιταλού κομμανιστή Τζιοβάνι Τζερμανέτο, είναι ένα βιβλίο που αναβλύζει λαϊκές μυρωδιές και κυλάει ευχάριστα, όπως οι ιστορίες ενός κουρέα την ώρα που σε έχει στην καρέκλα του και περιποιείται τα μαλλιά –ενίοτε και τα μυαλά σου. Παράλληλα αποτυπώνει τη δυσωδία ενός αστικού κόσμου που παρακμάζει και από την κρεατομηχανή του πολέμου φτάνει στην ανάδειξη του Μουσολίνι και τη σταδιακή επικράτηση του φασισμού.
Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε μερικά χαρακτηριστικά αποσπάσματα του βιβλίου, που ισορροπεί με δεξιοτεχνία ανάμεσα στη σοβαρή ανάλυση και την αφήγηση ευτράπελων περιστατικών, πάντα με ρέουσα κι ευχάριστη γραφή.


Για ορεκτικό ένα απόσπασμα που δείχνει τη σύνδεση του Μουσολίνι με τους δεξιούς σοσιαλιστές (αν κι αυτό ίσως ξενίσει όσους βγάζουν ιλαρά με οτιδήποτε θυμίζει το σχήμα του σοσιαλφασισμού).

Παρουσιάζει ενδιαφέρον η στάση του Μουσολίνι σε αυτήν την περίοδο. Στη διάρκεια των ταραχών στη Γένοβα και των διαμαρτυριών ενάντια στους μαυραγορίτες έγραφε στην εφημερίδα του Πόπολο ντ’ Ιτάλια: «Πρέπει να τουφεκιστούν τα σκυλόψαρα που πλούτισαν!» Στο Νταλμέν οι φασίστες κατέλαβαν τις επιχειρήσεις Γκρεγκορίνι και ο Μουσολίνι καταφέρθηκε και πάλι ενάντια σ’ εκείνους που πλούτισαν στη διάρκεια του πολέμου. «Δημοκρατία, οικονομία! Να το σύνθημά μας! Ζητούμε τη σύγκληση συνταγματικής συνέλευσης και στην ερώτηση μοναρχία ή δημοκρατία απαντάμε: Δημοκρατία!» Ο Μουσολίνι έγραφε: «Το ιταλικό κοινοβούλιο πολύ σπάνια είχε την τύχη να ακούσει ένα τόσο σοβαρό και τόσο καλά συγκροτημένο πρόγραμμα διακυβέρνησης όπως αυτό που παρουσίασε ο Φιλίπο Τουράτι!» Εκείνη την περίοδο προσπαθούσε να ενωθεί με τους «λογικότερους» σοσιαλιστές. Ύστερα από τη διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος στο Λιβόρνο το 1921, ο Μουσολίνι έγραφε: «Το Ιταλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα απαλλάχτηκε το 1892, στη Γένοβα, από τους αναρχικούς. Σήμερα απαλλάχτηκε από τους κομμουνιστές!» Ο Μουσολίνι ερωτοτροπούσε και με τους σοσιαλρεφορμιστές.

 Η κατάντια του Τουράτι δε θα σταματούσε σε αυτό.

Πιο φουρκισμένος απ’ όλους ήταν ο διευθυντής της αστυνομίας, που έβλεπε ότι θιγόταν καθημερινά το κύρος του. Είχε αγριέψει για τα καλά, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτε. Κάποτε του παρουσίασαν μια ειδοποίηση για ένα συλλαλητήριο και μια διαδήλωση. Ο διοικητής, ιππότης Ντ’ Αβάντσο, που δε διακρινόταν για την εξυπνάδα του, μου έδωσε ένα έγγραφο και μου είπε:
-Διαβάστε το και κατόπιν υπογράψτε το.
Κάθισα και διάβασα:

«(…) προειδοποιεί τον ως άνω (ακολουθούσε το όνομα και το επώνυμό μου) ότι, εάν κατά τη διάρκεια της διαδηλώσεως και του συλλαλητηρίου οι συμμετέχοντες ψάλωσι τον Ύμνον των εργατών, η επωδός του ως άνω ύμνου θα ψάλλεται ως έχει γραφεί υπό του Φίλιπο Τουράτι, ήτοι:
Είτε με τη δουλειά μας θα ζήσουμε
είτε παλεύοντας θα πεθάνουμε
και ουχί
Εμείς θα ζήσουμε με τη δουλειά μας
δίχως Πάπα, δίχως βασιλιά!

Χαμογέλασα και υπέγραψα. Ο Ντ’ Αβάντσο, που χρησιμοποιούσε πάντα μια περίπλοκη και περισπούδαστη φρασεολογία, μου είπε:
-Τι σημαίνει αυτό το σαρδόνιο γέλιο που προβάλλει μέσα από το δίχτυ των γενιών που περιβάλλουν το πρόσωπό σας; Δεν πρέπει να ξεχνάτε ότι εγώ εκπροσωπώ το νόμο…
-Δεν πρόκειται γι’ αυτό κύριε διευθυντά. Εγώ δεν ξεχνώ το νόμο. Συλλογιέμαι όμως το φουκαρά τον Τουράτι.
Ζήτησα ένα αντίγραφο. Είχε πολύ γούστο εκείνο το έγγραφο και άξιζε να κρατήσει κανείς ένα αντίγραφο. Ο φουκαράς ο Τουράτι! Σε τι χάλι είχε φτάσει… να του φυλάγει ένας διευθυντής της Ασφάλειας την ακεραιότητα του ύμνου.

Ανακοίνωσα σε όλους του συντρόφους την προειδοποίηση και ο Ντ’ Αβάντσο αναγκάστηκε να ακούει όλη τη μέρα να τραγουδούν αμέτρητες φορές τον Ύμνο… σωστά και διάβασε κατόπιν και το έγγραφό του στον Τύπο μας. 

Ας δούμε όμως λίγα περισσότερο για τον Ντ' Αβάντσο και τη στάση αυτού του τύπου ανθρώπου, εκείνη την εποχή.

Ήταν ο τέλειος τύπος του μπασκίνα. Ανήκε στην κατηγορία εκείνων που είναι έτοιμοι για κάθε βρομιά προκειμένου να πάρουν ένα γαλόνι παραπάνω ή μια εύφημο μνεία. Ακατάδεχτος με τους αδύνατους, γλείφτης προς τους ανωτέρους του. Στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο φάνηκε καθαρά πόσο μεγάλη ήταν η δειλία όλων αυτών, μαζί και του αφεντικού τους, του Υπουργού Εσωτερικών. Είδα πολλούς από αυτούς, κατάχλομους, να τρέμουν μπροστά σε μια επιτροπή εργατών.

Κάποτε ο Ντ’ Αβάντσο μου είπε:
-Νομίζω ότι ακόμη και μια σοσιαλιστική κυβέρνηση χρειάζεται αστυνομία. Τι λες;
Ήταν η εποχή των κινημάτων κατά της αύξησης των τιμών. Οι εργάτες άνοιγαν και άδειαζαν τα καταστήματα και ο Ντ’ Αβάντσο είχε αρχίσει να σκέφτεται το… μέλλον.
-Οπωσδήποτε –του απάντησα- θα έχουμε ανάγκη από αστυνομία, αλλά από μια αστυνομία πιο έξυπνη από αυτή του Νίτι (σ.σ.: του πρωθυπουργού).
-Μα νομίζετε ότι δεν υπάρχει ούτε ένα έξυπνος αστυνομικός στην Ιταλία; Νομίζετε πως όλοι είναι αφοσιωμένοι ψυχή και σώματι στον Νίτι και τον Τζιολίτι; Δουλεύουμε μόνο για να τα βγάλουμε πέρα σε αυτήν τη ζωή.

Πόσες φορές δεν άκουσα τέτοια λόγια σε εκείνες τις πλούσιες σε επαναστατικά γεγονότα μέρες! Και πόσοι άνθρωποι δε με χαιρετούσαν τότε! Ο ενωμοτάρχης της χωροφυλακής ήρθε μια μέρα στο μαγαζί και μου είπε:
-Εδώ που τα λέμε, δεν μπορεί να ζούμε συνέχεια έτσι! Από ποιον θα πρέπει να πάρω εγώ διαταγές; Από τη νομαρχία δε μου δίνουν καμιά διαταγή πια. Χαμπάρι δεν έχω τι πρέπει να κάνω. Και πόσες παρανομίες δε γίνονται! Ο καθένας κάνει ό,τι του κατεβαίνει… Άμποτε να γινόταν επιτέλους κι αυτή η επανάσταση… γιατί δεν είναι ζωή αυτή!
Κι έφυγε.

 Το πόσο έξυπνοι ή όχι ήταν οι αστυνομικοί του καθεστώτος, φαίνεται κι από ένα σπαρταριστό περιστατικό που μας μεταφέρει ο Τζερμανέτο.

Ήταν η περίοδος που το Κομμουνιστικό Κόμμα ανέπτυσσε έντονη δράση για την οργάνωση πυρήνων στις επιχειρήσεις. Η αστυνομία κάτι είχε μάθει σχετικά και προσπαθούσε να ανακαλύψει τι γινόταν. Αλλά δεν ήξερε συγκεκριμένα τι ήταν αυτοί οι πυρήνες. Η αστυνομία πήρε τη διαταγή: «Να ανακαλυφθούν οι πυρήνες!» Αλλά τι ήταν αυτοί οι «πυρήνες»; Στην Ιταλία οι χαφιέδες της Ασφάλειας επιστρατεύονταν συνήθως από ανέργους που προέρχονταν από τα πάμφτωχα χωριά του Νότου και οι οποίοι τα έχαναν κυριολεκτικά στο «μακρινό Βορρά». Τι μπορούσαν να ξέρουν αυτοί για τον κομμουνισμό και τους «πυρήνες» του στις μεγάλες πόλεις; Στην αρχή, όταν πρωτοέρχονταν, φυλάγονταν από τα αυτοκίνητα και τους περαστικούς, ύστερα θαμπώνονταν από τις βιτρίνες και θέλανε να δουν τα ντεκολτέ των γυναικών του δρόμου, να μπουν στα καφενεία και στους κινηματογράφους. Τους παράσερνε η δυνατότητα να χαρούν, χωρίς να ξοδέψουν δεκάρα, όλα αυτά τα «επίγεια αγαθά» και να παινευτούν ύστερα στους συγχωριανούς τους όταν θα γυρίζουν στα σπίτια τους.

Ο διοικητής της αστυνομίας του Μιλάνο, παίρνοντας υπόψη το διανοητικό επίπεδο των υφιστάμενών του, τους κάλεσε για να τους δώσει μερικές οδηγίες και να τους κατατοπίσει γύρω από το πρόβλημα των πυρήνων. Αλλά όταν τελείωσε το λόγο του με το συνηθισμένο «Ζήτω ο Ντούτσε!», οι φουκαράδες εκείνοι ήταν ακόμα πιο ζαλισμένοι από πρώτα. Ο διοικητής αναμφίβολα ήταν ένας καλός ρήτορας, το κακό όμως προερχόταν από το γεγονός ότι και ο ίδιος δεν καταλάβαινε και πολύ καλά τι είναι αυτοί οι «πυρήνες».

Εμπνευσμένοι από το λόγο του διοικητή τους, οι αστυνομικοί άρχισαν με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο να ψάχνουν για τους μυστηριώδεις πυρήνες. Και έτσι, χάρη στο ζήλο και στην καθιερωμένη πια συνήθειά τους, όρμησαν μια μέρα στα γραφεία μας.
Εκεί που δουλεύαμε ήσυχοι με τον Τερατσίνι, επέδραμε μια ομάδα αστυνομικών.
-Πάνω τα χέρια!

Σωματική έρευνα και ύστερα έρευνα σε όλα τα γραφεία. Τα έκαναν όλα άνω-κάτω. Για μια στιγμή ένας τους ανακαλύπτει μέσα σε κάποιο ντουλάπι δύο βαλίτσες. Μας ζήτησαν να τις ανοίξουμε. Δεν είχαμε τα κλειδιά, ούτε και ξέραμε τίνος ήταν. Γι’ αυτό αρνηθήκαμε.
-Ακολουθήστε μας! διέταξε ο επικεφαλής τους εμένα και τον Τερατσίνι.
Και κινήσαμε με τις βαλίτσες κυκλωμένοι από τους αστυνομικούς που έλαμπαν από τη χαρά τους. Ο διοικητής γύρισε προς τον Τερατσίνι και του είπε:
-Κύριε δικηγόρε, αυτή τη φορά το χάσατε το παιχνίδι. Τους ανακαλύψαμε…

Ο Τερατσίνι που σκούπιζε ήσυχα τα γυαλιά του ρώτησε:
-Τι ανακαλύψατε;
Ο αστυνομικός έδειξε τις δυο βαλίτσες.
-Ξέρω, ξέρω –είπε ο αστυνομικός, τώρα κάνεις την πάπια… -αλλά θα δούμε στο Σαν Φεντέλε…
-Είμαι κι εγώ περίεργος να δω τι έχουν μέσα αυτές οι βαλίτσες, είπε ο Τερατσίνι, γυρίζοντας προς εμένα.
-Μπορώ να σας το πω εγώ, κύριε δικηγόρε- φώναξε ο αστυνομικός με τόνο ενός ανθρώπου που δεν ξεγελιέται εύκολα- στις βαλίτσες αυτές βρίσκονται οι πυρήνες!
Και ύστερα σώπασε θριαμβευτής!

Θυμάμαι ακόμα το βλέμμα του Τερατσίνι και τα μούτρα του διοικητή της Ασφάλειας όταν άνοιξαν οι βαλίτσες.
Ύστερα από λίγες ώρες γυρίσαμε στη Σύνταξη. Δυο σύντροφοι γύρευαν τις βαλίτσες τους, που τις χρησιμοποιούσαν σα ντουλάπες για να αφήνουν τα παπούτσια, τα ρούχα, τα μαντήλια και τα πουκάμισά τους όταν έφευγαν στα συχνά ταξίδια τους για προπαγανδιστική δουλειά.

 Για επιδόρπιο ένα ακόμα ευτράπελο περιστατικό από μια προεκλογική καμπάνια και την περιοδεία του Τζερμανέτο σε κάποια ορεινά χωριά.

Μόλις φτάσαμε στο χωριό, μας προϋπάντησαν όλοι σχεδόν οι κάτοικοι ντυμένοι στα γιορτινά και με τις σημαίες μπροστά. Ζητωκραυγές, χειροκροτήματα, καπέλα στον αέρα. Κοίταξα τις σημαίες. Άλλες λιγότερο, άλλες περισσότερο, πάντως όλες κόκκινες. Διάβασα την επιγραφή της πρώτης σημαίας «Ενορία Αγίας Άννης». Στη δεύτερη σημαία έγραφε «Πρώτον βραβείο δρόμου. Δεύτερον βραβείο χιονοδρομίων». Έμεινα με ανοιχτό το στόμα. Πού στην ευχή βρισκόμουν;

-Α μην κοιτάς τι γράφουν οι σημαίες! μου είπε ένας αγρότης. Εσύ δες το χρώμα! Μαζέψαμε κι εμείς όσες κόκκινες βρήκαμε. Μια τόσο μεγάλη γιορτή χωρίς κόκκινες σημαίες δε θα ήταν γιορτή της προκοπής.


Η ορχήστρα με τη χορωδία άρχισε έναν Ύμνο των Εργατών, που μήτε ο ίδιος ο Τουράτι, μήτε ο διοικητής της ασφάλειας της πόλης μου δε θα τον αναγνώριζαν.

Εδώ μπορείτε να διαβάσετε και μια πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου από το Ατέχνως.

Σάββατο 9 Μαΐου 2015

Σημειώσεις για την αντιφασιστική νίκη

-Η πρόσφατη έκδοση της σύγχρονης εποχής και του τμήματος ιστορίας της κετουκε προσδιορίζει, σύμφωνα με τις τελευταίες επεξεργασίες του κόμματος, τον χαρακτήρα του β’ παγκοσμίου πολέμου ως ιμπεριαλιστικό. Τι χαρακτήρα είχε όμως ο αγώνα της σοβιετικής ένωσης και των λαϊκών ένοπλων κινημάτων αντίστασης στις κατεχόμενες χώρες;

Στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο μόνον η ΕΣΣΔ αγωνιζόταν από δίκαιες θέσεις. Έκανε πρώτα απ’ όλα πόλεμο υπεράσπισης της εργατικής εξουσίας, άρα της σοσιαλιστικής πατρίδας, πόλεμο αντικαπιταλιστικό. Δίκαιο πόλεμο έκαναν και τα ΚΚ όπου Γης, καθώς και τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, στα οποία ηγούνταν τα ΚΚ.

Ας δούμε και τα σχετικά αποσπάσματα για τον χαρακτήρα του β΄ παγκόσμιου πολέμου.
Ακριβώς 20 χρόνια μετά τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Όπως και ο πρώτος ήταν και αυτός ιμπεριαλιστικός. Αιτία της έκρηξής του υπήρξαν οι οξυμένες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις για το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής, των αγορών και των πηγών πρώτων υλών. (…) Τις ανακατατάξεις, οι οποίες είχαν συντελεστεί στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων στη διάρκεια του Μεσοπολέμου, επιτάχυνε και τροφοδότησε η μεγάλη παγκόσμια κρίση του καπιταλισμού 1929-1933, αλλά και η νέα που εκδηλώθηκε το 1938.
Όταν προετοιμαζόταν και όταν ξεκίνησε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, η διεθνής κατάσταση δεν ήταν ίδια με αυτήν του πρώτου. Είχε συντελεστεί μια κοσμοϊστορική αλλαγή με παγκόσμια επίδραση, η νικηφόρα Οκτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και υπήρχε το βασικό δημιούργημά της, η Σοβιετική Ένωση, στην οποία είχε καταργηθεί η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο(…). Ταυτόχρονα είχε αναπτυχθεί το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, συγκροτημένο και διαρθρωμένο από το 1919 στις γραμμές της ΚΔ.
Αυτά τα γεγονότα υπεισέρχονταν από την αρχή στο συσχετισμό μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, τον επηρέαζαν χωρίς να αλλάζουν και φυσικά δεν άλλαξαν τον χαρακτήρα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας του έμεινε αναλλοίωτος και ύστερα από τις 22 Ιούνη 1941, που η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης (ΕΣΣΔ). Η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ, επιδιώκοντας να ισχυροποιηθεί η ίδια, για να αντιμετωπίσει από πολύ καλύτερες θέσεις τις ΗΠΑ – Μ. Βρετανία, έχοντας ταυτόχρονα εξολοθρεύσει τον κοινό εχθρό τους.

-Η αντιφασιστική νίκη των λαών δεν κατόρθωσε να μετεξελιχθεί σε αντικαπιταλιστική και πιθανότατα δεν έθεσε ποτέ συνειδητά τέτοιο στόχο. Αν για μας όμως ο πραγματικός αντιφασιστικός αγώνας έχει ή αποκτά γνήσια, αντικαπιταλιστικά χαρακτηριστικά, για να μην είναι προσωρινή και επισφαλής η νίκη που θα πετύχει, για τον αστικό κόσμο και τα σοσιαλδημοκρατικά δεκανίκια του, ο αντιφασισμός είναι μία αντίφα μόδα, με στενά αντιχρυσαυγίτικο ορίζοντα, ενώ ο αντικαπιταλισμός είναι μια αντίκα, ένας επικίνδυνος αναχρονισμός, που πρέπει να μπει με τον ένα ή με τον άλλο τρόπο, ακόμα και στο όνομα της σωστής επαναστατικής τακτικής, στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, για να μην τους απειλήσει ποτέ ξανά.

-Η αντιφασιστική συμμαχία ήταν κατ’ ουσία η σύναψη ενός ιδιότυπου λαϊκού μετώπου, σε παγκόσμια κλίμακα. Ένας τακτικός ελιγμός, για να σπάσει τη διεθνή απομόνωση της σοβιετίας, η ύπαρξη της οποίας καθόριζε τη συγκυρία και τα πρακτικά καθήκοντα που απέρρεαν από αυτήν. Τα λαϊκά μέτωπα πέτυχαν το σκοπό αυτό που είχαν θέσει, παρά τις αντιφατικές συνθήκες, τις δυσκολίες και τα τακτικά λάθη κατά την εφαρμογή τους, θέτοντας τις βάσεις για τη συγκρότηση αντιστασιακών μετώπων σε πολλές κατεχόμενες χώρες. Δεν κατάφεραν ωστόσο να συνδέσουν τον εθνικοαπελευθερωτικό κρίκο με το στρατηγικό στόχο της κατάκτησης της εξουσίας.

Δύο είναι τα βασικά λάθη που συναντάμε συνήθως στην ιστορική εξέταση των λαϊκών μετώπων. Αμφότερα συγκλίνουν στην εξω-ιστορική αποτίμηση της πείρας τους, βάσει της σημερινής συγκυρίας κι όχι των δοσμένων συνθηκών εκείνης της εποχής. Από αυτή την άποψη, η συλλήβδην απόρριψη της πείρας των λαϊκών μετώπων (αντί της χρήσιμης κι απαραίτητης κριτικής θεώρησης) λειτουργεί συμπληρωματικά στην απολυτοποίηση της συγκεκριμένης τακτικής επιλογής και τη μηχανική αντιγραφή της στο σήμερα –που δεν υπάρχει καν σοβιετική ένωση.

-Το σκοπευτήριο της καισαριανής ήταν χρήσιμο στην κυβέρνηση μόνο για επικοινωνιακή λεζάντα, αμέσως μετά τις εκλογές. Η 9η μάη και η επέτειος της νίκης των λαών βρίσκουν την κυβερνητική νεολαία στο σύνταγμα να διαφημίζει το όπιό τους και τη νομιμοποίηση της χρήσης του. Όσο για το τσάκισμα της ναζιστικής μηχανής απ’ τους σοβιετικούς, ήταν κυρίως μια νίκη κατά του ολοκληρωτισμού, όπως δήλωσε στη ρωσία ο έλληνας πρωθυπουργός, σε άπταιστη ευρωενωσιακή διάλεκτο-ορολογία. Κρίμα δηλ, που δεν επισκέφτηκε το πάλαι ποτέ στάλινγκραντ, για να πει πως η μάχη του δεν ήταν παρά ένα στιγμιαίο επεισόδιο όξυνσης των ενδοολοκληρωτικών αντιθέσεων και να το τερματίσει. Ποτέ δεν είναι αργά όμως…


Διάβαζε επίσης: Η Λερναία Ύδρα του Φασισμού (από την ιστοσελίδα «Ατέχνως») καθώς και όλα τα υπόλοιπα πολύ ενδιαφέροντα κείμενα του αφιερώματος με την ετικέτα «αντιφασιστική νίκη».

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Ποιος βοήθησε τον Χίτλερ;

Η σημερινή ανάρτηση της κε του μπλοκ έρχεται να συνεχίσει κατά μία έννοια κάποια σημεία που μπήκαν στην χτεσινή ανάρτηση και άνοιξαν και στη συζήτηση που ακολουθεί στα σχόλια. Πρόκειται για χαρακτηριστικά αποσπάσματα από μια πρόσφατη (επαν)έκδοση της σύγχρονης εποχής και πιο συγκεκριμένα: ένα καίριο απόσπασμα από τον πρόλογο του μάκη παπαδόπουλου στην έκδοση (και μια δική μου υπογράμμιση) κι ένα απόσπασμα από το κυρίως μέρος του βιβλίου του σοβιετικού ιβάν μάισκι.



Συνολικά το βιβλίο εστιάζει στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες όπου η Σοβιετική Ένωση προσπαθούσε να καθυστερήσει όσο γίνεται την ιμπεριαλιστική επίθεση εναντίον της και να αξιοποιήσει τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις σε αυτή την κατεύθυνση.

Ωστόσο, αυτή η σύνθετη και δύσκολη προσπάθεια της ΕΣΣΔ σχετίζεται με σημαντικές εναλλαγές στη γραμμή της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), που έπαιξαν αρνητικό ρόλο στην πορεία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος έως και τις επόμενες δεκαετίες.

Εναλλαγές που αφορούν την αντιμετώπιση του φασιστικού ρεύματος, τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, αλλά και στην ίδια την αστική δημοκρατία. Αλλαγές που οδήγησαν στο λαθεμένο πολιτικό διαχωρισμό των ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε επιθετικές, φιλοπόλεμες και μη επιθετικές, φιλειρηνικές.

Έτσι στο 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, ο φασισμός αποδίδεται στις επιδιώξεις του πιο αντιδραστικού τμήματος του χρηματιστικού κεφαλαίου, ενώ σε προηγούμενες επεξεργασίες προσεγγίζεται ως μορφή της αστικής αντιδραστικής επίθεσης, ως μεθοδολογική τακτική του χρηματιστικού κεφαλαίου στο σύνολό του, χωρίς τον προαναφερόμενο διαχωρισμό.

Αυτές οι αλλαγές αντικειμενικά οδηγούσαν την πάλη του εργατικού κινήματος να στοιχηθεί κάτω από τη σημαία της αστικής δημοκρατίας. Αντίστοιχα, ο διαχωρισμός των τμημάτων του χρηματιστικού κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστικών κέντρων σε φιλειρηνικά και φιλοπόλεμα, η απόσπαση της εσωτερικής από την εξωτερική πολιτική των αστικών κρατών, συσκότιζε τον πραγματικό ένοχο για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την άνοδο του φασισμού, το μονοπωλιακό καπιταλισμό. Δε φώτιζε, δηλαδή, το επιτακτικό στρατηγικό καθήκον για επαναστατική ανατροπή της αστικής τάξης σε κάθε χώρα.

Οι αρνητικές συνέπειες αυτών των αλλαγών αποτυπώθηκαν στην πορεία του κινήματος σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, με εμβληματικά παραδείγματα την ενδοτική στάση της κυβέρνησης του λαϊκού μετώπου της Γαλλίας απέναντι στις αξιώσεις του Φράνκο την περίοδο του ισπανικού εμφύλιου πολέμου, καθώς και την έλλειψη πολιτικής και στρατιωτικής ετοιμότητας των δυνάμεων του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στην αποφασιστική αναμέτρηση με την αστική τάξη και τις βρετανικές δυνάμεις το 1944 στην Ελλάδα, για την κατάκτηση της εξουσίας.

Το συγκεκριμένο προβληματικό μεθοδολογικό σχήμα της διάκρισης τμημάτων του χρηματιστικού κεφαλαίου και των πολιτικών εκπροσώπων τους, καθώς και της διάκρισης των ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων σε φιλοπόλεμες, φιλοφασιστικές και μη, ακολουθεί ως ένα βαθμό και ο Ιβάν Μάισκι στο έργο του. Γράφει χαρακτηριστικά: «Το 1939, η Σοβιετική Ένωση απειλείτο πάλι σοβαρά. Κινδύνευε να της επιτεθούν όλες οι φασιστικές δυνάμεις και ιδιαίτερα η Γερμανία και η Ιαπωνία. Επιπλέον, διέτρεχε τον κίνδυνο ενός ενωμένου καπιταλιστικού μετώπου εναντίον της, γιατί, όπως απέδειξε η ιστορία των τριμερών συνομιλιών, ο Τσάμπερλεν κι ο Νταλαντιέ ήταν έτοιμοι σε κάθε στιγμή να συμμαχήσουν με τους φασίστες και να τους υποστηρίξουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στην επίθεσή τους εναντίον της ΕΣΣΔ. Έπρεπε πάση θυσία να αποφευχθεί αυτός ο κίνδυνος. Με τι τρόπο όμως;

Η καλύτερη λύση, για την οποία η σοβιετική κυβέρνηση έκανε κάθε δυνατή προσπάθεια, ήταν η δημιουργία μιας ισχυρής αμυντικής συμμαχίας όλων των κρατών που δεν ήθελαν να ξεσπάσει ένας δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος. Αυτό σήμαινε πρακτικά τη σύναψη κατά πρώτο λόγο ενός τριμερούς συμφώνου αμοιβαίας βοήθειας μεταξύ Αγγλίας, Γαλλίας και ΕΣΣΔ».

Η ιστορική πορεία ανέδειξε τον προβληματικό χαρακτήρα του συγκεκριμένου διαχωρισμού των καπιταλιστικών κρατών, ο οποίος οδηγούσε σε αντιφατικές εκτιμήσεις. Στην εισήγηση του 18ου συνεδρίου του ΠΚΚ των μπολσεβίκων της ΕΣΣΔ τις παραμονές του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, αφού γινόταν και πάλι η διάκριση σε επιθετικά και μη επιθετικά αστικά κράτη, τονιζόταν: «Στην πράξη, ωστόσο, η πολιτική της μη ανάμειξης σημαίνει ανοχή της επίθεσης, εξαπόλυση πολέμου, άρα, μετατροπή του σε παγκόσμιο πόλεμο. Στην πολιτική της μη ανάμειξης διαφαίνεται η επιδίωξη, η επιθυμία να μην εμποδιστούν οι εισβολείς να πραγματοποιήσουν το σκοτεινό τους έργο, να μην εμποδιστεί, ας πούμε, η Ιαπωνία να εμπλακεί σε πόλεμο με την Κίνα, και, ακόμα καλύτερα, με τη Σοβιετική Ένωση, να μην εμποδιστεί, ας πούμε η Γερμανία να μπερδεύεται στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, να εμπλακεί σε πόλεμο με τη Σοβιετική Ένωση, να αφεθούν όλοι όσοι συμμετέχουν στον πόλεμο να χωθούν βαθιά στο βούρκο του πολέμου, να ενθαρρύνονται στα κρυφά, να αφεθούν να εξασθενήσουν και να αλληλοεξαντληθούν και μετά, όταν εξασθενήσουν αρκετά, να εμφανιστούν στη σκηνή με φρέσκες δυνάμεις, να εμφανιστούν, φυσικά, “για το συμφέρον της ειρήνης” και να υπαγορεύσουν στους εξασθενημένους εμπόλεμους τους όρους τους».

Αντίστοιχα, μετά το ξέσπασμα του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου, ο ΙΒ Στάλιν σε ομιλία του το Νοέμβρη του 1941 τόνιζε: «Μία από τις αιτίες για τις αποτυχίες του Κόκκινου Στρατού είναι η έλλειψη δεύτερου μετώπου στην Ευρώπη ενάντια στα γερμανοφασιστικά στρατεύματα. Πραγματικά, τούτη τη στιγμή στην ευρωπαϊκή ήπειρο δεν υπάρχουν καθόλου στρατεύματα της Μεγάλης Βρετανίας ή των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, που να κάνουν πόλεμο με τα γερμανοφασιστικά στρατεύματα κι έτσι οι Γερμανοί δεν είναι υποχρεωμένοι να κομματιάσουν τις δυνάμεις τους και να διεξάγουν πόλεμο σε δύο μέτωπα, στη Δύση και στην Ανατολή».

Φυσικά, η μελέτη της εσωτερικής διαπάλης στην ιστορική πορεία της ΚΔ όπως και η μελέτη των σύνθετων καθηκόντων της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής καθώς και του προβληματισμού σχετικά με την πολιτική διασφάλισης της επιβίωσης της ΕΣΣΔ, υπερβαίνουν κατά πολύ τα περιορισμένα όρια μιας σύντομης εισαγωγής.

Το ΚΚΕ συνεχίζει τη δύσκολη, βασανιστική προσπάθεια επιστημονικής, μαρξιστικής διερεύνησης της πολιτικής πείρας της ταξικής πάλης κατά τον 20ό αιώνα. Η όποια κριτική προσέγγιση της μεθοδολογίας και ορισμένων πολιτικών επιλογών του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και της ΕΣΣΔ τη συγκεκριμένη περίοδο, δε μειώνει σε τίποτα τον ηρωικό αγώνα, την ανεκτίμητη συνεισφορά τους για το συμφέρον της εργατικής τάξης και του λαού. Απλά συμβάλλει να αξιολογηθεί η αρνητική πείρα και να αναδειχτούν οι αιτίες προβληματικών επιλογών, ώστε να αποφύγουμε ορισμένα λάθη του παρελθόντος.

Σε κάθε περίπτωση, το παρόν βιβλίο συμπληρώνει μια σειρά εκδόσεων της Σύγχρονης Εποχής που φωτίζουν τις εγκληματικές ευθύνες του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος σε βάρος των λαών και αναδεικνύουν τους ενόχους των μεγάλων ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Σε μια περίοδο που η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και η συντόμευση του χρόνου εκδήλωσης συγχρονισμένων κρίσεων στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία αυξάνει τον κίνδυνο ξεσπάσματος μιας νέας μεγάλης ιμπεριαλιστικής αναμέτρησης, ιδιαίτερα στην περιοχή της Ευρώπης, η έκδοση του έργου του Μάισκι αποκτά ξεχωριστή σημασία που αξίζει να διαβαστεί και να διαδοθεί.


Οι ΄Άγγλοι και οι Γάλλοι όμως δεν περιορίζονταν μόνο στο να τραβάνε σε μάκρος τις συνομιλίες, αλλά απαιτούσαν από την ΕΣΣΔ «ανταλλάγματα» για καθεμιά «παραχώρησή» τους. Στις 23 Ιούνη είχα πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, μια σοβαρότατη αψιμαχία με τον Χάλιφαξ. Με κάλεσε στο Foreign Office κι άρχισε να μου κάνει παράπονα για την «ισχυρογνωμοσύνη» και την «αδιαλλαξία» των Σοβιετικών. Ύστερα πήρε ένα ύφος σοβαρό κι αινιγματικό συνάμα και με ρώτησε αν η σοβιετική κυβέρνηση επιθυμούσε πραγματικά τη σύναψη του συμφώνου.

-Γιατί μου θέτετε αυτή την ερώτηση; απάντησα. Ξέρετε πολύ καλά πως η σοβιετική κυβέρνηση είναι υπέρμαχος του τριμερούς συμφώνου.
-Δεν το βλέπω, δήλωσε ο Χάλιφαξ. Κατά τη διάρκεια των συνομιλιών και τα δύο μέρη πρέπει να κάνουν αμοιβαίες παραχωρήσεις και να καταλήξουν σε ένα συμβιβασμό. Εμείς έχουμε ήδη κάνει αρκετές παραχωρήσεις, ενώ εσείς δεν έχετε σαλέψει ούτε χιλιοστό από τις αρχικές θέσεις σας… Είναι φανερό λοιπόν πως η σοβιετική κυβέρνηση δε δείχνει ενδιαφέρον για το σύμφωνο αυτό.

-Με συγχωρείτε, λόρδε Χάλιφαξ –έκανα- αλλά έχω την εντύπωση πως η σοβιετική πλευρά δε βλέπει με τον τρόπο που βλέπει η αγγλική τις διπλωματικές συνομιλίες. Η αγγλική πλευρά τις φαντάζεται, όπως φαίνεται, σαν ένα είδος αγοραπωλησίας όπου δύο έμποροι παζαρεύουν την τιμή του εμπορεύματος. Στην αρχή ανεβάζουν την τιμή σε δυσθεώρητα ύψη κι αρχίζουν σιγά-σιγά να τη μειώνουν ώσπου να καταλήξουν σε μια συμφωνία. Για κάθε υποχώρηση, που κάνει ο ένας από τους δύο, απαιτεί αντίστοιχη κι από τον άλλον… Εμείς, η σοβιετική πλευρά, έχουμε διαφορετική αντίληψη για τις διπλωματικές συνομιλίες. Δεν αρχίζουμε «με τα πάνω» για να έχουμε ύστερα τη δυνατότητα να «ξεπέφτουμε» λίγο-λίγο. Ξεκαθαρίζουμε από την αρχή τι πιστεύουμε εμείς ως αναγκαίο για την επίτευξη του καθορισμένου σκοπού. Το ίδιο κάναμε και σ’ αυτές τις συνομιλίες. Οι όροι που εκτίθενται στο σοβιετικό προσχέδιο της 2ας Ιούνης αποτελούν το «αυστηρώς μίνιμουμ» που μπορεί να εγγυηθεί την ειρήνη της Ευρώπης. Ενώ εσείς αρχίσατε κάνοντας διάφορες προτάσεις οι οποίες με κανέναν τρόπο δεν εξασφάλιζαν την ειρήνη, και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο έπρεπε σιγά-σιγά να πλησιάσετε προς τις δικές μας θέσεις. Γιατί φυσικά είναι συμφέρον σας να διασωθεί η ειρήνη στην Ευρώπη. Εμείς δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε από το «αυστηρώς μίνιμουμ» που θέσαμε χωρίς να προδώσουμε την υπόθεση της ειρήνης. Πρέπει να καταλάβετε μια για πάντα πως εμείς δεν ενδιαφερόμαστε ούτε για τις νομικές διατυπώσεις, ούτε για τα κέρδη από τις αμοιβαίες παραχωρήσεις, αλλά μόνο για την ουσία του ζητήματος, δηλαδή για τη ριζική πρόληψη των εισβολών και τη διάσωση της ειρήνης στην Ευρώπη.

Κυριακή 22 Δεκεμβρίου 2013

Ο βασιλιάς άνθρακας

Πολλές φορές, όταν θες να παρουσιάσεις ένα βιβλίο, είναι καλύτερο να αφήσεις αυτό να μιλήσει για τον εαυτό του, μέσα από κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα. Κι αυτό ισχύει στην περίπτωση του βιβλίου του άπτον σίνκλερ ‘ο βασιλιάς άνθρακας’ που κυκλοφορεί από τη σύγχρονη εποχή, σε μετάφραση της βασιλείας παπαρήγα. Κάποια απ’ τα σημεία που παραθέτω είναι ελαφρώς αλλαγμένα, κυρίως για να μην μπερδευτεί με πολλά ονόματα ο αναγνώστης, που δεν ξέρει τους χαρακτήρες του βιβλίου. Ο βασικός ήρωας του έργου πάντως είναι ένας γόνος πλούσιας οικογένειας, που προχωρά σ’ ένα κοινωνιολογικό πείραμα και γίνεται εργάτης, για να δει από πρώτο χέρι πώς ζουν και πορεύονται αυτοί οι άνθρωποι.



-Έλα τώρα! Δούλεψε για λίγο και θα μάθεις ότι νόμος στα ανθρακωρυχεία είναι αυτό που λέει το αφεντικό.
Ο ρέμπελος συνέχισε να απαριθμεί τα πιστεύω του, ότι όταν ένας δίνει δουλειά κι ένας άλλος πρέπει να παλέψει για να την πάρει, τότε ο νόμος δεν έχει να πει πολλά σε αυτό το αλισβερίσι. Ο Χ. θεώρησε αυτή την άποψη πολύ εμβριθή παρατήρηση και ευχόταν να μπορούσε να τη μεταφέρει στον καθηγητή πολιτικής οικονομίας, στο πανεπιστήμιο.

(…)

-Δηλ πρέπει να ψωνίζεις μόνο από αυτό το μαγαζί!
-Νόμιζα ότι είπες πως δούλευες σε ορυχεία, είπε ο γέρος που μέχρι εκείνη τη στιγμή άκουγε σιωπηλός.
-Έτσι είναι, αλλά τα πράγματα δεν ήταν τόσο χάλια.
-Ναι σιγά, είπε η κυρία Ρ. Θα ‘θελα να ‘ξερα πού τα βρήκες αυτά. Ο γέρος μου κι εγώ ξεπατωθήκαμε όλα τούτα τα χρόνια ψάχνοντας.
Μέχρι εκείνη τη στιγμή, η συζήτηση είχε κυλήσει ομαλά. Αλλά ξαφνικά, λες κι έπεσε μια σκιά, σκιά φόβου. Είδε το γέρο να κοιτάζει τη γυναίκα του, να συνοφρυώνεται και να της κάνει νοήματα. Άλλωστε τι ήξεραν για το νεαρό ξένο;
-Δεν έχουμε παράπονο, είπε ο γέρος.
Η γυναίκα του βιάστηκε να προσθέσει:
-Εδώ μας φέρονται το ίδιο καλά μ’ αλλού.
-Δεν είναι αστείο η ζωή των εργατών, όπου κι αν πας, συμπλήρωσε ο άλλος.
Όταν ο νεαρός άρχισε να εκφράζει τη γνώμη του, το άγχος τους να του κλείσουν το στόμα ήταν τόσο φοβερό, ώστε φοβήθηκε μην τους συμβεί τίποτα κι άλλαξε γρήγορα θέμα συζήτησης.

(…)

Πριν λίγο καιρό είχε διαβάσει σε μια εφημερίδα τη συνέντευξη του Προέδρου της Γενικής Εταιρίας Καυσίμων στην οποία υποστήριζε πως όσο πιο έμπειρος είναι ένας ανθρακωρύχος τόσο πιο επικίνδυνος γίνεται στη δουλειά του, γιατί, καθώς νομίζει πως τα ξέρει όλα, δε δίνει καμιά σημασία στους σοφούς κανονισμούς που ορίζει η εταιρία για τη δική του ασφάλεια!

(…)

Πέρασε μια ολόκληρη βδομάδα ώσπου να έρθει η στιγμή να μην αισθάνεται πόνο. Πότε δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί πλήρως σε αυτή τη δουλειά. Ήταν αδύνατο για οποιονδήποτε δούλευε τόσο σκληρά να διατηρήσει την πνευματική του εγρήγορση, το ζήλο, την ευαισθησία του. Ήταν αδύνατο να δουλεύει κανείς τόσο σκληρά και ταυτόχρονα να παραμένει λάτρης της περιπέτειας. Στην ουσία δεν μπορούσε να είναι τίποτα περισσότερο από μια μηχανή. Είχε ακούσει τη γεμάτη περιφρόνηση φράση «αδράνεια των μαζών» και είχε αναρωτηθεί σχετικά με αυτήν. Τώρα πλέον δεν είχε απορίες, γιατί γνώριζε. Πώς μπορούσε ένας άνθρωπος να διαμαρτυρηθεί με γενναιότητα στον εργοδηγό του ορυχείου, με το σώμα του παράλυτο από την κούραση; Πώς μπορούσε να αποτιμήσει με καθαρότητα τα σωστά και τα λάθη του, ώστε να δράσει αποτελεσματικά, να στηρίξει τα συμπεράσματά του, όταν οι πνευματικές ικανότητές του παρέλυαν εξαιτίας της σωματικής κούρασης;

(…)

Όσο απίστευτο και αν φαινόταν, όταν μιλούσε για τις απάνθρωπες εμπειρίες του, δεν υπήρχε ίχνος πικρίας στη φωνή του, προφανώς ούτε και στην καρδιά του. Εδώ, μέσα στη φτώχια και την απόγνωση, με την οικογένειά του διαλυμένη, σκορπισμένη, με τον εφιάλτη της πείνας να του χτυπά την πόρτα, κοίταζε το παρελθόν του χωρίς μίσος για όσους τον είχαν καταστρέψει. Αυτό δε συνέβαινε γιατί ήταν γέρος, αδύναμος ή γιατί είχε χάσει το επαναστατικό πνεύμα του· αλλά γιατί είχε μελετήσει τα οικονομικά και είχε πειστεί πως υπήρχε ένα κακό σύστημα το οποίο τύφλωνε τους ανθρώπους, τους δηλητηρίαζε την ψυχή. Θα έρχονταν καλύτερες μέρες, έλεγε, όταν το κακό σύστημα θα άλλαζε και οι άνθρωποι θα κατάφερναν να δείξουν έλεος στο συνάνθρωπό τους.

(…)

-Έχεις διαβάσει ποτέ για τα μυρμήγκια της Αφρικής;
-Όχι, του απάντησε.
-Ταξιδεύουν σε μεγάλες φάλαγγες, εκατομμύρια μυρμήγκια. Όταν φτάνουν σε κάποιο χαντάκι, οι πρώτες σειρές πέφτουν μέσα, μέχρι να το γεμίσουν ως πάνω, και οι υπόλοιποι περνούν απέναντι. Μυρμήγκια είμαστε.
-Όσοι και να πέσουν μέσα, κανείς δε θα περάσει απέναντι, γιατί το χαντάκι δεν έχει πάτο!
-Αυτό δεν το ξέρει κανένα μυρμήγκι, απάντησε εκείνος. Το μόνο που ξέρουν είναι ότι πρέπει να συνεχίσουν. Αρπάζεται το ένα απ’ το σώμα του άλλου, ακόμα και με κίνδυνο της ζωής του· κάνουν γέφυρα και περνούν απέναντι οι υπόλοιποι.
-Θα μείνω στη μια πλευρά. Δε θα με χαραμίσω.
-Ακόμα κι αν μείνεις στη μια πλευρά, θα μπεις πάλι στη γραμμή. Σε ξέρω καλύτερα απ’ όσο γνωρίζεις τον εαυτό σου.

(…)

-Ίσως οι εργοδηγοί στα ορυχεία να μην έχουν δικαίωμα ν’ ανακατεύονται με τα πολιτικά, αλλά σ’ ένα πράγμα έχουν λόγο κι αυτό είναι ποιος δουλεύει στο ορυχείο τους.
Όσο συνέχιζε η φωνή του δεν είχε πλέον το συνήθη καλοσυνάτο τόνο.
-Όσοι δε θέλουν να ψηφίσουν ό,τι κι εγώ μπορούν να πάνε αλλού να ρίξουν την ψήφο τους. Αυτό έχω μόνο να πω για τα πολιτικά!

(…)

-‘Μέρα δικαστή.
-Μμ! Ήταν η απάντηση του ειρηνοδίκη.
-Δικαστή, τι νομίζεις ότι θα γίνει στις εκλογές;
-Δε νομίζω τίποτα, είπε ο άλλος. Ζάχαρη ζυγίζω,
-Θα ψηφίσει κανείς εδώ τον Μακ Ντούγκαλ;
-Αν το κάνουν, καλύτερα να μη μου το πουν!
-Τι; Στην ελεύθερη δημοκρατία της Αμερικής; είπε χαμογελώντας.
-Σ’ αυτό το μέρος, την ελεύθερη δημοκρατία της Αμερικής, ο άνθρωπος είναι ελεύθερος να βγάζει τον άνθρακα, αλλά όχι να ψηφίζει ένα λεχρίτη σαν το Μακ Ντούγκαλ.
{σσ: και να φανταστεί κανείς ότι δε μιλάμε για κάποιο σοσιαλιστή πολιτικό, αλλά για τον υποψήφιο των δημοκρατικών}

(…)

-Όλο τον προηγούμενο χρόνο αφήσαμε τους καθηγητές της πολιτικής οικονομίας να μας λένε τις θεωρίες τους. Αλλά κατά κάποιο τρόπο οι θεωρίες αυτές δεν έμοιαζαν να ανταποκρίνονται στα γεγονότα. Έτσι είπα στον εαυτό μου: «πρέπει να τους τσεκάρω». Ίσως γνωρίζεις τις λέξεις ατομισμός, laissez faire, ελεύθερη διαπραγμάτευση, το δικαίωμα του ανθρώπου να δουλεύει για όποιον θέλει. Εδώ βλέπεις πώς δουλεύουν αυτές οι θεωρίες· ο αστυνόμος ενός καταυλισμού, με μοχθηρό χαμόγελο και όπλο στο μηρό, σπάει το νόμο πριν ακόμα στεγνώσει η υπογραφή που έχει βάλει ο κυβερνήτης για την έγκρισή του.

(…)

{Από τη συζήτηση του βασικού ήρωα με τον αστυνόμο του καταυλισμού, που τον συλλαμβάνει και αρχίζει να του λέει}.
Κάποιοι της Εκκλησίας φτιάχνουν ένα νόμο ότι δεν μπορεί να δουλεύει ο κόσμος την Κυριακή. Τι βγαίνει μ’ αυτό; Έχουν τριάντα έξι ώρες για να σουρώσουν και να μην μπορούν να πάνε για δουλειά τη Δευτέρα!
-Αν η εταιρία αρνιόταν να νοικιάζει κτήρια στους ιδιοκτήτες σαλούν;
-Νομίζεις ότι δεν έχουμε προσπαθήσει; Πηγαίνουν στην πόλη για πιόμα και κουβαλούν πάνω τους –όπου μπορείς να φανταστείς- όσο περισσότερο μπορούν. Αν τους σταματήσουμε, τότε χάνουμε χέρια γιατί πάνε σ’ άλλους καταυλισμούς που μπορούν να ξοδέψουν τα λεφτά τους όπως θέλουν. Όχι νεαρέ, όταν έχεις τέτοια ζωντανά, πρέπει εσύ να τα οδηγείς! Και χρειάζεται ένα δυνατό χέρι να το κάνει, όπως αυτό του αφεντικού. Για να υπάρχει άνθρακας, για να συνεχίσει η βιομηχανία, για να υπάρχει πρόοδος…
Είναι εύκολο για σας τους νέους εξυπνάκηδες να κάνετε στιχάκια, ενώ ζείτε άνετα με το πορτοφόλι του μπαμπά σας. Αλλά αυτό δεν απαντά σε κανένα επιχείρημα. Είστε έτοιμοι, εσείς του κολεγίου, να πιάσετε δουλειά; Ή αυτοί οι Δημοκράτες πολιτικοί που έρχονται εδώ, λέγοντας χαζομάρες για την ελευθερία και φτιάχνοντας νόμους για τους βρομο-ξένους…
-Αρχίζω να καταλαβαίνω, είπε στον αστυνόμο. Έρχεσαι σε αντιπαράθεση με τους πολιτικούς που ψηφίζουν νόμους, αμφισβητείς τα κίνητρά τους, γι’ αυτό αρνείσαι να τους υπακούσεις. Γιατί δε μου είπες νωρίτερα ότι είσαι αναρχικός;
-Αναρχικός; Ούρλιαξε ο αστυνόμος. Εγώ, αναρχικός;
-Αυτό σημαίνει να είσαι αναρχικός, έτσι δεν είναι;

-Ξέρεις πως το πρώτο πράγμα που έρχεται στο μυαλό αυτών των ανθρώπων, αν τους αφήσεις ελεύθερους, είναι να βάλουν δυναμίτη στα φρεάτια, φωτιά στα κτήρια!
-Εδώ ζω κι εγώ, μπορώ να καταλάβω απολύτως τη θέση τους. Όταν έβαζαν φωτιά στα κτήρια, το έκαναν γιατί νόμιζαν ότι μπορεί εσύ να βρισκόσουν μέσα.
Θέλουν να καταστρέψουν τις περιουσίες, γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος που μπορούν να σκεφτούν για να τιμωρήσουν την τυραννία και την απληστία των ιδιοκτητών τους. Όμως, ας υποθέσουμε ότι κάποιος ήθελε να τους βάλει μια καινούρια ιδέα στο μυαλό. Ας υποθέσουμε ότι κάποιος τους έλεγε: μην καταστρέφετε τις περιουσίες, πάρτε τις!
Ο άλλος έμεινε εμβρόντητος.
-Πάρτε τις! Ωραία ιδέα έχεις για την ηθική!
-Πολύ πιο ηθική από τη μέθοδο που χρησιμοποίησε το αφεντικό για να κάνει περιουσίες στο ξεκίνημά του.
-Για ποια μέθοδο μιλάς; Πλήρωσε την αξία αγοράς τους, αυτό δεν έκανε;
-Πλήρωσε την αξία αγοράς των πολιτικών.
-Ναι αλλά αν δεν αγοράσεις τους πολιτικούς, ξυπνάς ένα πρωί και βρίσκεις πως κάποιος άλλος το έχει κάνει. Όταν έχεις περιουσία, πρέπει και να την προστατεύσεις.

(…)

{Από τις συζητήσεις μεταξύ των εργατών, μετά από ένα εργατικό ατύχημα}

-Είχαν σφραγίσει το ορυχείο, ενώ οι γυναίκες λιποθυμούσαν, οι άνδρες έσκιζαν τα ρούχα τους σε κατάσταση παραληρήματος –μερικοί από αυτούς τρελάθηκαν. Το ορυχείο έμεινε σφραγισμένο για δύο βδομάδες, όταν το άνοιξαν μόνο είκοσι ένα άτομα ήταν ζωντανά!
-Το ίδιο έκαναν κι αλλού. Έφτιαξαν ένα φράγμα και όταν το άνοιξαν, βρήκαν μια στοίβα από ανθρώπινα πτώματα που είχαν μπουσουλήσει και είχαν σπάσει τα κόκαλα των δαχτύλων τους στην προσπάθειά τους να το γκρεμίσουν.
-Χριστέ μου! κι αυτός ο άνθρωπος, πώς το ανέχεται;
-Θα σου έλεγε πως έκαναν το καλύτερο. Ίσως έτσι να νομίζει. Αλλά θα δεις, όλο και κάτι κάνουν συνέχεια. Θα τραβήξουν την κατάσταση από μέρα σε μέρα και δε θα βάλουν μπροστά τον ανεμιστήρα, μέχρι να είναι οι ίδιοι έτοιμοι.
-Μα αυτό είναι έγκλημα!
-Μπίζνες είναι, είπε ήρεμα ο άλλος.

(…)

Όλο τον προηγούμενο χρόνο, στο κολέγιο, άκουγε διαλέξεις σχετικά με την πολιτική οικονομία, οι οποίες υμνούσαν αυτό που ονόμαζαν «ατομική ιδιοκτησία». Η ατομική ιδιοκτησία ανέπτυσσε την πρωτοβουλία, την οικονομία· διατηρούσε τους τροχούς της βιομηχανίας σε κίνηση, συντηρούσε τους παχυλούς μισθούς των πανεπιστημιακών του κολεγίου· εναρμονιζόταν με τους ιερούς νόμους της προσφοράς και της ζήτησης, αποτελούσε τη βάση της προόδου και της ευημερίας με την οποία είχε ευλογηθεί η Αμερική. Και να που ξαφνικά βρέθηκε αντιμέτωπος με το αληθινό της πρόσωπο· είδε τα άγρια αδηφάγα μάτια της να αγριοκοιτάζουν τα δικά του, αισθάνθηκε τη ζεστή καπνισμένη ανάσα της στο πρόσωπό του, είδε τα λαμπυρίζοντα σαρκοφάγα δόντια της, τα γατίσια νύχια των δαχτύλων της να στάζουν αίμα ανδρών, γυναικών και παιδιών. Η ατομική ιδιοκτησία των ανθρακωρυχείων! Η ατομική ιδιοκτησία των σφραγισμένων εισόδων και των ανύπαρκτων εξόδων διαφυγής! Η ατομική ιδιοκτησία των ανεμιστήρων που δεν ξεκινούσαν τη λειτουργία τους, των καταβρεχτήρων που δεν κατάβρεχαν. Η ατομική ιδιοκτησία των υποκόπανων και των ρεβόλβερ, των μπράβων και των πρώην καταδίκων που τους έχει στο χέρι για να διώχνουν τους διασώστες, να κλειδαμπαρώνουν στα σπίτια τους τις χήρες και τα ορφανά που αγωνιούν! Α, οι μειλίχιοι, οι καλοταϊσμένοι κήρυκες της ατομικής ιδιοκτησίας υμνούν τον αιμοσταγή αυτό δαίμονα στους ακαδημαϊκούς διαδρόμους!

(…)

Η κυρία Ράφερτι δόξαζε το θεό των Ράφερτι που της τον είχε φέρει πίσω σώο σε τόσους κινδύνους. Ήταν φανερό πως Αυτός ήταν πιο αποτελεσματικός από τον προτεστάντη θεό των Γιόχανσον, του σουηδού γίγαντα, που παρέδωσε το πνεύμα ξαπλωμένος δίπλα στο Ράφερτι.
Όμως ο γιατρός είπε πως ο γερο-Ιρλανδός δε θα μπορούσε να δουλέψει ξανά. Είδε μια σκιά τρόμου να περνάει από την χαρούμενη λιακάδα που έλουζε την ψυχή της κυρίας Ράφερτι. Πώς μπορούσε να λέει τέτοιο πράγμα ο γιατρός; Σίγουρα ο Ράφερτι ήταν γέρος. Αλλά ήταν σκληροτράχηλος –μπορούσε να φανταστεί άραγε ο γιατρός πόσο σκληρά πρέπει να προσπαθήσει ένας άνθρωπος για να φροντίσει την οικογένειά του; Εκτός από τον ίδιο, μόνο ο γιος του έβγαζε μεροκάματο. Παρόλο που ήταν καλό παιδί και είχε σταθερή δουλειά, οι γιατροί έπρεπε να γνωρίζουν πως μια μεγάλη φαμίλια δεν μπορούσε να στηρίζεται στο μισθό ενός δεκαοχτάχρονου ανθρακωρύχου. Όσο για τους υπόλοιπους νεαρούς της οικογένειας, ο νόμος έλεγε πως ήταν πολύ νέοι για να δουλέψουν. Η κυρία Ράφερτι σκέφτηκε πως κάποιος θα έπρεπε να βάλει λίγο μυαλό σε αυτούς που έφτιαχναν τους νόμος. Γιατί, αν ήθελαν να απαγορεύουν στα παιδιά να δουλεύουν στα ορυχεία, έπρεπε σίγουρα να βρουν άλλο τρόπο για να τα ταΐσουν.

(…)

Η αμφισβήτηση μπήκε από πολύ νωρίς στη ζωή του. Υπήρχε κάτι στην ίδια του τη φύση που τον ανάγκαζε να ανατρέχει στη ρίζα των πραγμάτων. Ο αδελφός τους ουδέποτε είχε τέτοια ερωτήματα. Πήγαινε στην εκκλησία γιατί η νεαρή που ήθελε να παντρευτεί τον έβαζε να φοράει το επίσημο κουστούμι του και να τη συνοδεύει σε ένα όμορφο μέρος με μουσική, λουλούδια και αρώματα, όπου μπορούσε να συναντήσει τις φίλες της, ομοίως ντυμένες με τα καλά τους. Πόσο αφύσικο φαινόταν ένας νεαρός να περιφρονεί αυτή την ευχάριστη συνήθεια, μόνο και μόνο επειδή δεν ήταν βέβαιος αν ο Ιωνάθαν είχε καταπιεί τη φάλαινα!

(…)

 Ο Ρ. για παράδειγμα θα βρισκόταν στο δρόμο, με ένα εισιτήριο στην τσέπη αγορασμένο από το σωματείο. Ίσως να έβρισκε δουλειά, ίσως πάλι όχι. Σε κάθε περίπτωση αυτό που μπορούσε να ελπίζει στη ζωή του ήταν να δουλεύει για κάποιο άλλο αφεντικό και να τον πιστώνει ένα άλλο εταιρικό κατάστημα. Τα ίδια ίσχυαν και για τους άλλους δύο, μόνο που ο ένας είχε τέσσερα παιδιά και ο άλλος έξι. Ο Μ.Γ. είχε μόνο τη γυναίκα του –δόξα το θεό, έλεγε, τα μωρά τους είχαν πεθάνει. Ήταν άνεργος και απένταρος. Θα έπαιρνε το δρόμο για τα ανατολικά και από εκεί πίσω στην Αγλλία. Αυτό είναι που λένε η χώρα της ελευθερίας! Μα το θεό, αν επρόκειτο να διηγηθεί τι είχε περάσει, δε θα υπήρχε ούτε ένας Άγγλος ανθρακωρύχος να τον πιστέψει!

(…)

Καθώς άκουγε το γέροντα να του ψιθυρίζει την ιστορία του, η ικανοποίηση έσβησε. Συνειδητοποιούσε, ακόμα μια φορά, τη σκληρή αλήθεια αυτής της καλοκαιρινής εμπειρίας: στην ουσία είχε ηττηθεί. Τέλεια, ολοσχερής ήττα! Είχε προκαλέσει στα αφεντικά πρόσκαιρη απογοήτευση. Δε θα τους έπαιρνε πολλή ώρα να αντιληφθούν ότι στην πραγματικότητα τους είχε προσφέρει υπηρεσία ανακαλώντας την απεργία. Θα έβαζαν πάλι σε λειτουργία τους τροχούς της βιομηχανίας και οι εργάτες θα βρίσκονταν στο σημείο ακριβώς που ήταν πριν από την άφιξή του. Καμία αξία δεν είχαν όλες αυτές οι κουβέντες για αλληλεγγύη και ελπίδα για το μέλλον. Τι παραπάνω θα πρόσθεταν στο καθημερινό γύρισμα των τροχών της βιομηχανίας; Οι εργάτες θα είχαν τα ίδια ακριβώς δικαιώματα με πριν: το δικαίωμα να είναι σκλάβοι και, αν αυτό δεν τους άρεσε, το δικαίωμα να γίνουν μάρτυρες!



Το μυθιστόρημα του σίνκλερ βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα μιας απεργίας στα ορυχεία του κολοράντο, όπως εξηγεί στο υστερόγραφο του βιβλίου. Μπορεί σε κάποιους να φαίνεται τραβηγμένο από τα μαλλιά το αρχικό εύρημα της μυθοπλασίας (ένας πλούσιος που πηγαίνει στο ορυχείο, για να δει από κοντά τη ζωή των εργατών), μπαίνει όμως για να δείξει ακριβώς τα όρια αυτής της τάξης και την αντικειμενική θέση που έχει, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προθέσεις του καθενός. Εξάλλου ο σίνκλερ δεν περιγράφει μια χαρούμενη ιστορία με εύκολα, απλοϊκά σχήματα και αίσιο τέλος, αλλά ένα τραγικό συμβάν κι έναν αγώνα που αναγκάζεται τελικά σε τακτική αναδίπλωση, αφήνοντας όμως παρακαταθήκη για το μέλλον. Και γίνεται πολύ διεισδυτικός αναλύοντας όχι μόνο την εξέγερση των εργατών, τη δημιουργία σωματείου και τη σταδιακή τους συνειδητοποίηση, αλλά και τις αντιφάσεις αυτής της συνείδησης, τις δυσκολίες του αγώνα και τους απαραίτητους επώδυνους συμβιβασμούς, ως που να οργανωθεί το σύνολο της εργατικής τάξης και να ωριμάσει για να φτάσει στην τελική νίκη. Κι από αυτή την άποψη είναι ένα πολύ χρήσιμο ανάγνωσμα για όλους, είτε βρίσκονται στο ξεκίνημα της διαδρομής τους στον αγώνα και την ταξική πάλη, είτε σε πιο.. προχωρημένο επίπεδο.