Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαγενάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαγενάς. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2024

Αιχμάλωτοι του ιμπεριαλισμού

Μια εκδήλωση με τον Ελισαίο Βαγενά (από το Τμήμα Διεθνών Σχέσεων της κετουκε) έχει πάντα ενδιαφέρον. Είτε γιατί μαθαίνεις στοιχεία που δε γνώριζες για τη διεθνή κατάσταση -και μπορεί να ξεχάσεις σύντομα, όπως είπε κι η σφισσα της ΕΕΔΔΑ- είτε γιατί ο πλούτος των στοιχείων σε οδηγεί σε κάποια συμπεράσματα, αντί να τα βρίσκεις έτοιμα και να τα κοπανάς ξεροσφύρι, χωρίς τεκμηρίωση. Αλλά ακόμα και αν διαφωνείς με την ανάλυση του ΚΚΕ -για να πάρουμε το «χειρότερο σενάριο»-, στον λόγο του Βαγενά θα βρεις κάποιες ιδέες στην πιο επεξεργασμένη, καθαρή μορφή τους και κατά συνέπεια αφορμές για μια πιο ουσιαστική αντιπαράθεση.


Το θέμα της εκδήλωσης της ΕΕΔΔΑ, τις προάλλες στην αίθουσα των Λογιστών στην Κάνιγγος, ήταν «Οι εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο, τον Περσικό Κόλπο και την Ερυθρά Θάλασσα», δηλαδή σε μια «γειτονιά» που ορίζεται από τρεις θαλάσσιους δρόμους -και την «Πύλη των Δακρύων», που ελέγχει την είσοδο στην Ερυθρά. Και δεν είναι μόνο η σημειολογία του ονόματος, αλλά η συνολική κατάσταση και οι πολυάριθμες εστίες πολέμου στην περιοχή, που έφεραν συνειρμικά στο νου, σαν μουσική υπόκρουση της εισήγησης, το τραγούδι του Μίκη.
Θάλασσες μας ζώνουν, κύματα μας κλειουν...

Δεν είμαστε όμως αιχμάλωτοι της θάλασσας ή της γεωγραφίας γενικά και αόριστα, όπως ισχυρίζεται ένα βιβλίο του συρμού του Τιμ Μάρσαλ -αστός δημοσιολόγος. Οι λαοί της Εγγύς και Μέσης Ανατολής -κι όχι μόνο- είναι, προς το παρόν τουλάχιστον, αιχμάλωτοι του ιμπεριαλισμού. Κι η λέξη-κλειδί για να ερμηνεύσουμε σωστά τις εξελίξεις, όπως είπε ο Ελισαίος, είναι ο ανταγωνισμός των διεθνών συμφερόντων που συγκρούονται στην περιοχή.

Όσα ακολουθούν βασίζονται σε δικές μου (πολύ) πρόχειρες σημειώσεις κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης. Δεν τα έβγαλα από το μυαλό μου, αλλά δεν είναι στενογραφημένα πρακτικά κι ακριβής απόδοση όσων ειπώθηκαν. Είναι μια δημιουργική μεταφορά κάποιων βασικών σημείων, μαζί με δικά μου μικρά σχόλια και συνειρμούς, σε ορισμένα σημεία. Οι αβαρίες κατά τη μεταφορά είναι αναπόφευκτες και βαραίνουν αποκλειστικά την κε του μπλοκ -θα επανέλθω στο ζήτημα στον επίλογο.

Μες σε έναν χρόνο από τον Οκτώβρη του ’23, το κράτος-δολοφόνος του Ισραήλ έχει σκοτώσει τουλάχιστον 42 χιλιάδες Παλαιστίνιους, από τους περίπου 2,3 εκ. που επιβιώνουν σε μόνιμο καθεστώς πολιορκίας κι αλλεπάλληλων διωγμών. Ανάμεσα στα θύματα είναι χιλιάδες μικρά παιδιά, που κρίθηκαν επικίνδυνα για την «αυτοάμυνα» του κράτους-δολοφόνου. Αυτό το ψυχρό στατιστικό αφορά τον πρώτο χρόνο από το αρχικό χτύπημα της Χαμάς, στις 7 Οκτώβρη, που σημαίνει ότι η μακάβρια λίστα συνεχίζει να αυξάνεται στο ενδιάμεσο, με αμείωτους ρυθμούς.

Το Ισραήλ δρα ως δύναμη κατοχής στα εδάφη των Παλαιστίνιων, αλλά επικαλείται το «δικαίωμα στην αυτοάμυνα». Τηρουμένων των ιστορικών αναλογιών είναι σα να μιλούσαν για αυτοάμυνα οι ναζιστικές δυνάμεις Κατοχής στην Ελλάδα από τα χτυπήματα του ΕΛΑΣ και της Αντίστασης.

Τουλάχιστον μια ηλεκτρική συσκευή του νοικοκυριού μας έχει περάσει από τη διώρυγα του Σουέζ -που δείχνει τη στρατηγική θέση του περάσματος. Εκτός από τις θαλάσσιες εμπορικές διόδους, η ευρύτερη περιοχή έχει πλούσιους ενεργειακούς πόρους -σχεδόν τα μισά παγκόσμια αποθέματα σε κοιτάσματα πετρελαίου, υδρογονάνθρακες, φυσικό αέριο κτλ. Ακόμα και τα μονοπώλια της «πράσινης ενέργειας» που δραστηριοποιούνται σε άλλους τομείς, έχουν επενδύσεις σε τεράστια ηλιακά πάρκα. Όλα αυτά εξηγούν γιατί η περιοχή βρίσκεται στο επίκεντρο της προσοχής ομίλων και αστικών κρατών, που καίγονται να αυξήσουν το μερίδιό τους στην παγκόσμια πίτα -κάτι που αποτελεί την εύφλεκτη πρώτη ύλη για τις πολεμικές εστίες.

Τα τελευταία χρόνια προωθούνταν οι οικονομικές «συμφωνίες του Αβραάμ», ανάμεσα στο Ισραήλ και χώρες του αραβικού κόσμου, όπως η Αίγυπτος. Αν το Ισραήλ αφήνει κατά μέρος την τακτική του καρότου και προκρίνει την ένοπλη επίθεση, είναι γιατί εκτιμά ότι έχει υπέρ του τον συσχετισμό δύναμης, για να αναβαθμίσει τη θέση του και να αποδυναμώσει τους ανταγωνιστές του, με τη μέθοδο του μαστίγιου.

Μεταξύ άλλων, το ισραηλινό κράτος μελετά φαραωνικά σχέδια, όπως τη δημιουργία μιας νέας διώρυγας, παράλληλης σε αυτήν του Σουέζ και μεγαλύτερης σε μήκος, που θα κατέληγε στη Μεσόγειο, σε απόσταση βολής από τη λωρίδα της Γάζας. Κι ίσως αυτό εξηγεί εν μέρει την ασφυκτική πίεση που δέχονται οι Παλαιστίνιοι για να ξεριζωθούν από τις εστίες τους και να μετοικήσουν ουσιαστικά στην έρημο.

Σε ευρύτερη κλίμακα, ο ευρωνατοϊκός πόλος προωθεί τη δημιουργία ενός νέου εμπορικού «ειδικού δρόμου» που θα ενώνει την αραβική χερσόνησο και το Ισραήλ με τα λιμάνια του Πειραιά και της Γαλλίας, παρακάμπτοντας και απαξιώνοντας τον αντίστοιχο «κινέζικο δρόμο». Η επιθετικότητα του Ισραήλ -που επιχειρεί διαρκώς να διευρύνει τον... ζωτικό του χώρο- και των συμμάχων του στρέφεται ενάντια και στις στρατιωτικές βάσεις που διατηρούν Κίνα και Ρωσία στην περιοχή.

Στο ίδιο ερμηνευτικό πλαίσιο εντάσσονται και μια σειρά άλλα πολεμικά επεισόδια - αντιθέσεις, όπως η επίθεση της Σαουδικής Αραβίας στην Υεμένη και ο εμφύλιος πόλεμος στο Σουδάν, που μαίνεται αμείωτος -ακόμα και μετά την απόσχιση-ανεξαρτησία του Νότιου Σουδάν- με επίκεντρο την περιοχή του Νταρφούρ και με καταστροφικές συνέπειες για τους λαούς. Ποιες είναι αυτές; 13 εκατομμύρια πρόσφυγες, ο μισός πληθυσμός καταδικασμένος σε ακραία πείνα, και ραγδαία αύξηση κρουσμάτων χολέρας, ελονοσίας, ιλαράς, μηνιγγίτιδας κτλ.

Την ίδια στιγμή, σε πολιτικό επίπεδο, έχουν γίνει 35 στρατιωτικά πραξικοπήματα από το 1956 -τη χρονιά που το Σουδάν έγινε ανεξάρτητο κράτος. Παράγοντας σχετικής σταθερότητας ήταν η διεθνιστική βοήθεια που παρείχε η Σοβιετική Ένωση, παραμένοντας ωστόσο εγκλωβισμένη σε προβληματικά σχήματα και επεξεργασίες, όπως ο «μη καπιταλιστικός δρόμος ανάπτυξης» για τις παλιές αποικίες στην Αφρική, που κέρδιζαν την ανεξαρτησία τους.

Σε ένα μικρό βάθος χρόνου, η σουδανική ηγεσία έσπασε τους δεσμούς της με τους Σοβιετικούς, διατηρώντας όμως ως τις μέρες μας σχέσεις με την Κίνα. Σήμερα, οι «μεγάλοι παίκτες» παίζουν ενίοτε διπλό γεωστρατηγικό παιχνίδι, διατηρώντας σχέσεις και με τις δύο εμπόλεμες πλευρές -ενδεικτικό παράδειγμα η παραστρατιωτική οργάνωση Βάγκνερ του Πριγκόζιν που στήριζε τις αποσχιστικές δυνάμεις.

Λίγο πιο πέρα στον χάρτη, η Ινδία είναι σημαντική ανερχόμενη δύναμη (1η παγκοσμίως σε πληθυσμό, 4η σε στρατιωτική ισχύ και 3η σε οικονομική ανάπτυξη), που συμμετέχει στη συμμαχία των BRICs, αλλά παραμένει μήλο της έριδος για τις διακρατικές ενώσεις. Έχει στρατιωτικές σχέσεις με το Ισραήλ, ενώ οι ΗΠΑ επιχειρούν με οικονομικές συμφωνίες να την αποσπάσουν από την επιρροή της Κίνας.

Και η Ελλάδα, σύντροφοι;

Οι Έλληνες εφοπλιστές ελέγχουν πάνω από το 1/5 του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου, διευρύνοντας τον στόλο τους κατά 50%, στα 5,5 χιλιάδες πλοία. Δεν είναι όμως το μόνο κομμάτι της αστικής τάξης με φιλόδοξες βλέψεις. Σε αυτή την ενότητα, βλέπω στις σημειώσεις μου μια αναφορά στην «ελληνική επιθετικότητα», που τεκμηριώνεται από τη συμμετοχή σε μια σειρά στρατιωτικές αποστολές -σε Κόσοβο, Βοσνία, Σομαλία, Ερυθρά Θάλασσα κ.α., με φρεγάτες, εναέριες περιπολίες στα Βαλκάνια, στις γειτονικές μας χώρες προς βορρά -για να τις προστατέψουμε από τη Ρωσία- κτλ.

Η ελληνική αστική τάξη ρίχνει όλα τα αυγά της στο νατοϊκό καλάθι, προωθεί τη συνεκμετάλλευση στο Αιγαίο και τις στρατηγικές σχέσεις -συμφωνίες, κοινά γυμνάσια κτλ- με το Ισραήλ, τάχα ως αντίβαρο στο ρόλο της Τουρκίας, ενώ μετατρέπει τη χώρα σε νατοϊκό συνδετήρα ανάμεσα σε δύο μέτωπα (Μέση Ανατολή και Ουκρανία), πάντα στο όνομα του «εθνικού συμφέροντος».

Εν τω μεταξύ, μια ώρα πτήσης ενός F16 κοστίζει 25 χιλιάδες ευρώ, ενώ το λειτουργικό κόστος για τις φρεγάτες στην Αφρική ανέρχεται στο μισό εκατομμύριο ευρώ ημερησίως! Δεν είναι όμως μόνο οικονομικό το θέμα. Αλήθεια, ποιο εθνικό συμφέρον επιτάσσει την αποστολή οπλικών συστημάτων στον Ζελένσκι ή τη δολοφονία 17 χιλιάδων παιδιών στην Παλαιστίνη;

Ζωηρό ενδιαφέρον είχε και το δεύτερο μέρος, με τις ερωτοαπαντήσεις, όπου μεταξύ άλλων τέθηκε το ζήτημα του ρόλου της συμμαχίας των BRICs. Εκεί συμμετέχουν χώρες-μέλη, που έχουν ενίοτε αντικρουόμενα συμφέροντα -πχ εισαγωγείς αλλά κι εξαγωγείς πετρελαίου, σε μια σχετικά χαλαρή διακρατική ένωση, που δεν μπορεί (ακόμα) να συγκριθεί με το ΝΑΤΟ (κι ας έχει το τελευταίο τις δικές του εσωτερικές αντιθέσεις). Γι’ αυτό και το ΚΚΕ κάνει λόγο για έναν υπό διαμόρφωση πόλο, όπου κάποιες χώρες έχουν ανοιχτό μέτωπο με τις ΗΠΑ (Ρωσία, Ιράν), ενώ άλλες διατηρούν μια ενδιάμεση στάση. Η Κίνα πχ, παρά τη σαφή υποχώρηση, έχει ακόμα την τρίτη θέση στην αγορά των ΗΠΑ.

Κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει κατηγορηματικά το ενδεχόμενο ενός πυρηνικού πολέμου. Κι αν το ανέκδοτο με δυο τύπους που στοιχηματίζουν επ’ αυτού («κι αν όντως γίνει, πού θα με βρεις να σε πληρώσω;») μοιάζει σαν μακρινός απόηχος από την εποχή της ειρηνικής συνύπαρξης και της Περεστρόικα -που έβλεπε τον πλανήτη ως το κοινό μας σπίτι με τους ιμπεριαλιστές, τον καιρό που ο Ελισαίος σπούδαζε ακόμα στη Σοβιετία-, η διφορούμενη στάση επίσημων αρχών όπως του Ισραήλ -δεν έχουμε πυρηνικά όπλα, αλλά σκοπεύουμε να τα χρησιμοποιήσουμε, εφόσον χρειαστεί- ούτε για πικρά χαμόγελα δεν προσφέρεται.

Όσο για το πιθανό ενδεχόμενο μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης, ας έχουμε κατά νου ότι κανείς από τους δύο παγκόσμιους πολέμους δεν ξεκίνησε ως τέτοιος, με παγκόσμιο χαρακτήρα, αλλά από τοπικές, περιφερειακές συγκρούσεις, που εξαπλώθηκαν γρήγορα σε παγκόσμια κλίμακα.

Φτάνοντας προς το τέλος, βλέπω ότι έχουν μείνει αρκετές ενδιαφέρουσες ψηφίδες απέξω -πχ για το φυσικό αέριο στη Γάζα ή τους Κούρδους της Συρίας που κατέχουν το 1/3 του εδάφους της και τη σύσταση να είμαστε επιφυλακτικοί ακόμα και με τους Κούρδους εξόριστους αγωνιστές, που έρχονται συχνά σε κάποιες κινητοποιήσεις μας, ως προς το πολιτικό τους πλαίσιο.

Προφανώς η περίληψη αδικεί κάποια σημεία και οι πρόχειρες σημειώσεις μπορεί να τα στρεβλώνουν -άθελά μου- ως έναν βαθμό, σε κρίσιμες διατυπώσεις, αποχρώσεις ή και ως προς την ουσία -ή επιμέρους πτυχές της. Συνεπώς, το καλύτερο που έχει να κάνει ο σφος αναγνώστης και η βάση του μπλοκ είναι να προμηθευτεί το επόμενο τεύχος του περιοδικού της ΕΕΔΔΑ, που θα έχει το πλήρες κείμενο της εισηγητικής ομιλίας του Βαγενά -για να μην ξεχάσουμε τα έπεα πτερόεντα, όπως είπε η σφισσα εκ των διοργανωτών. Ακόμα καλύτερα, θα μπορούσε να δώσει το «παρών» στις επόμενες παρεμφερείς εκδηλώσεις -η πρώτη για την Παλαιστίνη, όπου γίνεται προσπάθεια να παραβρεθεί και κάποιος ισραηλινός εκπρόσωπος του κινήματος ειρήνης. Κι άλλη μια, πιθανότατα για τον χαρακτήρα της συμμαχίας των BRICs, που έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον ως ζήτημα.

Ως τότε, οι λαοί δε χρειάζεται να νιώθουν αιχμάλωτοι της γεωγραφίας ή του ιμπεριαλισμού. Αρκεί να σπάσουν την άτιμη την (ιμπεριαλιστική) αλυσίδα, να γίνουν ο αδύναμος κρίκος της και να συνειδητοποιήσουν την (υπερ)δύναμή τους. Η μόνη υπερδύναμη είναι οι λαοί κι αυτό δεν είναι κούφιο σύνθημα, αλλά μας περιμένει να το κάνουμε πράξη.

Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2018

Χαμένοι στη μετάφραση - Δυο ξένοι

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Πριν από μερικές βδομάδες έλαβε χώρα στην Καλλιθέα μια εκδήλωση για τα 80 χρόνια από τη Συμφωνία του Μονάχου. Πέρα από το ενδιαφέρον θέμα, περισσότερο ενδιαφέρον προσέδιδε η σύνθεση στο πάνελ των ομιλητών και η παρουσία του Ελισαίου Βαγενά -του οποίου την ομιλία αναδημοσιεύσαμε εδώ– σε μια ομιλία που διοργάνωνε η Ρωσική πρεσβεία.

Ένας σύντροφος έλεγε πως κάποια σημεία της εκδήλωσης του θύμιζαν σκηνές από τους “Δυο Ξένους”, όπου η Ντένη Μαρκορά και η Μαρούσκα (“ντα γκασπαζά”) λένε τα δικά τους, η καθεμιά στη γλώσσα της και καταφέρνουν τελικά με έναν περίεργο τρόπο να βγάζουν μια χαρά συνεννόηση μεταξύ τους. Έτσι έγινε και στην εκδήλωση, με εξαίρεση όσους περιμέναμε να βγάλουμε άκρη από τη μεταφράστρια στα ακουστικά μας, που έτρεχε ασθμαίνοντας πίσω από τους ομιλητές να τους προλάβει, σα χαμένος συνασπισμός στην κούρσα των εξοπλισμών. Κι εμείς μαζί της, χαμένοι στη μετάφραση, να νιώθουμε “δυο ξένοι” στην ίδια εκδήλωση.

Και δεν ήταν απαραίτητα η γλώσσα το βασικό εμπόδιο στην πολιτική συνεννόηση -έτσι κι αλλιώς ο Βαγενάς και κάποιοι ακόμα δε χρειάζονταν ακουστικά και διερμηνεία. Ούτε και τα επίσημα κοστούμια των ανθρώπων της πρεσβείας, σε αντίθεση με το φοιτητικό ντύσιμο κάποιων συντρόφων της Σπουδάζουσας (και κάποιων άλλων που δεν είναι πια, εδώ και χρόνια φοιτητές ή στην ΚΝΕ).

Δυο διαφορετικοί κόσμοι, σα να λέμε καπιταλιστικός και σοσιαλιστικός. Ή μάλλον, η αντίθεση μεταξύ των κομμουνιστών και όσων βλέπουν τη Ρωσία όπως 30 χρόνια πριν -ή και 80 χρόνια πριν, για να το συνδέσουμε με το θέμα της εκδήλωσης, για τη Συμφωνία του Μονάχου και το ιστορικό της πλαίσιο. Σα να είναι η Ρωσία υποψήφιος σύμμαχος, για να συμπήξουμε μαζί της “δημοκρατικό, αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο”. Και να σκεφτείς πως τριάντα χρόνια πριν όλοι αυτοί ήταν Σοβιετικοί και πιθανότατα σύντροφοι, οργανωμένοι στο ΚΚΣΕ. Για το οποίο ίσχυε αυτό που είχε πει ο Ραφαηλίδης πως σε ένα ΚΚ μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές… Σημεία των καιρών.

Η πρώτη εντύπωση από το χωρό της εκδήλωσης ήταν εντυπωσιακή -κι ας μοιάζει ταυτολογία αυτό. Ανιχνευτής μετάλλων στην είσοδο, έδρανα με υποδοχή για ακουστικά, φορητά ακουσικά με μπαταρία που την καθιστούσαν περιττή. Και η βεβαιότητα πως οι Ρώσοι μπορεί να άργησαν αλλά έπιασαν τελικά το τρένο της ΕΤΕ (επιστημονικοτεχνική επανάσταση), αν ήταν δηλαδή δικός τους ο εξοπλισμός και όχι της αίθουσας του Υπουργείου. Μέχρι που άρχισε να χάνεται κατά διαστήματα η επαφή με τα ακουστικά, μαζί με τις φράσεις που έχανε η μετάφραση, και διαλύθηκε η ψευδαίσθηση, μαζί με κάθε ειρμό. Ακούγαμε πχ τον κύριο ομιλητή (Α. Μπορίσοφ) να κάνει χαριτωμένες παρεμβάσεις για τους vegan και τα γαϊδουράκια στη Σαντορίνη, που προφανώς σε κάποια συμφραζόμενα εντάσσονταν για να βγει νόημα, αλλά άντε να βγάλεις άκρη χωρίς αυτά… Κατά συνέπεια, είναι πρακτικά αδύνατο να γίνει ουσιαστική αποτίμηση σε όσα είπε, πέρα από σκόρπιες σκέψεις και σημεία που ξεχώρισαν.

Ότι ο Λόιντ Τζορτζ είχε χαρακτηρίσει το Χίτλερ ως τον Τζορτζ Ουάσιγκτον της Γερμανίας. Ότι στη Σοβιετική Ένωση αναφέρονταν στη “Συνωμοσία” -και όχι στη συμφωνία- του Μονάχου. Ότι σε κάποιες χώρες που βρέθηκαν υπό ναζιστική κατοχή, υπήρχαν δυνάμεις που ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία τον πόλεμο, πχ για να μην καταστραφεί η μεσαιωνική Πράγα, να μη βουλιάξει η Ολλανδία κοκ -καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται, ακόμα κι αν είναι για να προστατευτείς απέναντι στους φασίστες…

Για το όχι και τόσο υψηλό επίπεδο πολιτικής ετοιμότητας της χιτλερικής μηχανής σε εκείνο το σημείο, καθώς τα μισά χιτλερικά τανκς δεν έφτασαν καν στην Πράγα. Για τη διαμάχη Στάλιν-Τρότσκι και το χαμηλό διανοητικό επίπεδο του πρώτου (;!). Για την αίσθηση που είχε ο Τσάμπερλεϊν πως με αυτή τη συμφωνία, το ζήτημα της ειρήνης είχε λυθεί θετικά για τα επόμενα εκατό χρόνια (!), που θυμίζουν συνειρμικά τις αντίστοιχες “εκτιμήσεις” για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος μετά από κάθε “μεταρρύθμιση”. Για τα υπόλοιπα, πιθανόν να έχουμε διαφορετική προσέγγιση σε αρκετά ζητήματα, αλλά δεν μπορούμε να πούμε σε τι έγκειται αυτή η διαφοροποίηση, αν δε γνωρίζουμε ουσιαστικά τι είπε -κάτι ανέφερε πάντως ο Βαγενάς στη συνέχεια.

Από τα παραπάνω πάντως προκύπτει η πιθανότητα να αναλύθηκαν και πιο ζουμερά σημεία, χωρίς να μας βρίσκουν απαραίτητα σύμφωνους, καθώς και η ώριμη πια ανάγκη για ανασύσταση ενός ελληνοσοβιετικόυ συνδέσμου φιλίας, που έκανεε κάποτε δωρέαν μαθήματα ρωσικών. Εξίσου φανερή ήταν και η βαριά ρώσικη προφορά που παρεισέφρυε σε κάποιες φράσεις του συντονιστή και κάποιων από τους θεατές, όπως το “διαργκανωτές” και τα “πλούτα” (που παράγουμε). Ενώ, παρεμπιπτόντως, δύο άλλα σχεδόν καλτ σημεία από τη μετάφραση, ήταν ότι “αν δεν μπορείς να αποφύγεις τη βία, ξάπλωσε κι απόλαυσέ την” και η απόδοση “συμμετείχε στην απόπειρα [κατά του Τρότσκι] που τελικά δεν έγινε (τι μας κρύβουν;)…

Υπήρχαν όμως πολύ πιο σοβαρά σημεία, για να σταθεί κανείς. Ο πρώτος ομιλητής έκανε μια εισαγωγική ομιλία για τους βασικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας, σημειώνοντας εύστοχα πως δεν αποτελούσε προσωπική επιλογή του Τσάμπερλεϊν η τακτική του κατευνασμού, καθώς και ότι η Τσεχοσλοβακία, που πρακτικά δόθηκε δώρο στο Χίτλερ με τη Συμφωνία του Μονάχου, κάθε άλλο παρά στρατιωτικά αμελητέα δύναμη ήταν.

Από τις παρεμβάσεις του Βαγενά, πιο πολύ ζουμί είχαν δύο σημεία στη συζήτηση που ακολούθησε, όπου στην ερώτηση στα ελληνικά, γιατί δεν αντιδρά το ΚΚΕ ενάντια στη φασιστική κυβέρνηση της Ουκρανίας και την υποτέλεια του Τσίπρα, θυμίζοντας τις πρόσφατες, μαζικές αντι-ιμπεριαλιστικές, αντι-ΝΑΤΟϊκές κινητοποιήσεις σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου υπάρχει ή σχεδιάζεται να γίνει βάση. Και σημείωσε τη βασική διαφορά με τον προηγούμενο ομιλητή για το αν μπορούν να ασκήσουν ανεξάρτητη πολιτική οι ενδιάμεσες-μικρότερες χώρες και αν “προδίδουν” οι κυβερνήσεις-αστικές τάξεις τα “εθνικά συμφέροντα”, συμμετέχοντας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ή αν θεωρούν πως έτσι μπορούν να επωφεληθούν και να τα υπηρετήσουν καλύτερα.

Ενδιαφέρον είχε επίσης το σημείο όπου αναφέρθηκε στις 17 Νατοϊκές επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία του πλανήτη, στις οποίες συμμετέχει ο ελληνικός στρατός, για να τον διακόψει ένα καραβανάς με κεραμιδί μαλλιά και να πει ότι είναι μόλις πέντε, γιατί οι άλλες έχουν την αιγίδα του ΟΗΕ. Ε, τότε αυτό τα αλλάζει όλα…

Το κομμάτι της συζήτησης έκλεισε σχετικά γρήγορα, γιατί όπως είπε κι ο συντονιστής, ακολουθεί δεξίωση με μπουφέ. Εκεί όπου χαλαρώνουν λίγο τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις, και μπορεί να θυμηθείς τα παλιά, τους υπαρκτούς -σαν τον υπαρκτό- δεσμούς, που δεν ήταν όμως ακατάλυτοι (ούτε και ο υπαρκτός σοσιαλισμός, άλλωστε), γιατί είναι πρωτίστως πολιτικοί, όσα κοινά βιώματα κι αν υπάρχουν με το (σοσιαλιστικό) παρελθόν της Ρωσίας. Το αίμα νερό δε γίνεται ίσως πει κανείς. Αλλά αυτό ακριβώς δεν έκαναν όσοι κοιμήθηκαν μια ημέρα κομμουνιστές-κόκκινοι και ξύπνησαν αντισοβιετικοί σε μια νύχτα; Κι αν δε βρίσκουμε πια κοινό σημείο επαφής, δεν είναι η γλώσσα το πρόβλημα.

Τετάρτη 20 Ιανουαρίου 2016

Η Ρωσία κι οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις

Πιάνουμε το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει χτες, με μια δεύτερη και τελευταία συνέχεια με αποσπάσματα από το άρθρο του Βαγενά στην Κομεπ για τη στρατιωτικο-πολιτική εξίσωση στη Συρία και το κεφάλαιο, που απαντά σε διάφορα ιδεολογήματα για τη δικαιολόγηση του πολέμου. Το άρθρο προφανώς πρέπει να κριθεί συνολικά, αλλά τα αποσπάσματα επιλέχθηκαν κι αντιγράφονται, γιατί αφορούν επίμαχα ζητήματα της διαπάλης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα (και γενικότερα).

Η στάση στήριξης της λιγότερο ισχυρής δύναμης

Ορισμένοι σύντροφοι άλλων ΚΚ εκτιμούν πως η Ρωσία είναι μεν ένα καπιταλιστικό κράτος, αλλά «περιφερειακή δύναμη» στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα που, όπως και άλλα κράτη των BRICS (Βραζιλία, Ινδία, Κίνα, Νότια Αφρική), τηρούν τους «κανόνες του Διεθνούς Δικαίου», και μάλιστα δεν εντάσσονται στον «παγκόσμιο ιμπεριαλισμό», ο οποίος θεωρείται ως «ο πυρήνας του χρηματιστικού κεφαλαίου».

Κάτι τέτοιο όμως, συνιστά απόσπαση της οικονομίας από την πολιτική, αφού σήμερα σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες κυριαρχεί το χρηματιστικό κεφάλαιο που αποτελεί σύμφυση του βιομηχανικού και του τραπεζικού κεφαλαίου. Τόσο στις πιο «πλούσιες» όσο και στις πιο «φτωχές» καπιταλιστικές χώρες, κυριαρχούν οι μονοπωλιακοί όμιλοι που συγκεντρώνουν μετοχικές εταιρίες, βασικό γνώρισμα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, δηλαδή του ιμπεριαλισμού.

Η διαίρεση των καπιταλιστικών χωρών σε «μητρόπολη», που σε μια από τις εκδοχές της περιγράφεται ως «χρυσό δισεκατομμύριο» (σ.σ.: του παγκόσμιου πληθυσμού) και σε «περιφέρεια» στενεύει την έννοια του ιμπεριαλισμού, περιορίζοντάς την σε ζητήματα εξάρτησης κι εκμετάλλευσης από τις καπιταλιστικές «μητροπόλεις». Η λενινιστική θεωρία του ιμπεριαλισμού, στη βάση της ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού την εποχή της διατύπωσής της, έθεσε σωστά το ζήτημα της ύπαρξης μιας «χούφτας» μεγάλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων που εκμεταλλεύονται όλο τον υπόλοιπο πλανήτη. Η σχηματική μεταφορά στο σήμερα μιας ταυτόσημης διάκρισης των χωρών στην παγκόσμια καπιταλιστική πυραμίδα, παραγνωρίζοντας τα σημερινά επίπεδα ανάπτυξης του μονοπωλιακού καπιταλισμού σε πολύ περισσότερες χώρες, συνιστά μια καρικατούρα λενινισμού. Οδηγεί τελικά στη συνεργασία με την αστική τάξη των λιγότερο αναπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών, ή με ένα τμήμα τους που θεωρείται «πατριωτικό», «μη μονοπωλιακό», «εθνικά σκεπτόμενο». Πρόκειται, ειδικά όταν μιλάμε για ζητήματα του ιμπεριαλιστικού πολέμου, για μια καταστροφική για το λαϊκό κίνημα αντίληψη.

Επιπλέον, πρέπει να τονιστεί πως η Ρωσία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «περιφέρεια», επειδή εξάγει πρώτες ύλες, όπως άλλωστε δεν μπορούν να χαρακτηριστούν «περιφέρεια» οι ΗΠΑ, κι ας είναι σήμερα η πιο υπερχρεωμένη χώρα του κόσμου. Επίσης, είναι γνωστό πως ΕΕ και Κίνα παρουσιάζουν σημαντική ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, η οποία, εκτός των αστείρευτων πρώτων υλών, έχει πυρηνικό οπλοστάσιο ικανό να απαντήσεις στις ΗΠΑ, έχει τεχνογνωσία, υψηλά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, εξάγει κεφάλαια. Από την άποψη αυτή, βρίσκεται μεταξύ εκείνης της «χούφτας» των κρατών που ξεχωρίζουν στην «ατμομηχανή» για όλες τις ενώσεις των καπιταλιστικών κρατών στην Ευρασία, όπως και για το ρόλο που παίζει στις παγκόσμιες εξελίξεις.

Βεβαίως, η οικονομική ισχύς της αστικής τάξης της Ρωσίας είναι σαφώς μικρότερη από αυτή των ΗΠΑ, αλλά αυτός δεν είναι λόγος επιλογής της ως συμμάχου του εργατικού κινήματος. Αξίζει να διδαχτούμε από τη μεθοδολογία του Λένιν, πώς τοποθετούσε το συγκεκριμένο ζήτημα:

«Η πρώτη από τις κυρίαρχες χώρες κατέχει, ας υποθέσουμε, τα ¾ της Αφρικής, ενώ η δεύτερη το ¼. Το αντικειμενικό περιεχόμενο του πολέμου τους είναι το ξαναμοίρασμα της Αφρικής. Ποιας πλευράς την επιτυχία πρέπει να ευχόμαστε; Το πρόβλημα, όπως έμπαινε προηγούμενα, αποτελεί παραλογισμό, γιατί δεν ισχύουν σήμερα τα παλιά κριτήρια εκτίμησης: Δεν έχουμε ούτε μια πολύχρονη ανάπτυξη ενός αστικού απελευθερωτικού κινήματος, ούτε το πολύχρονο προτσές της κατάρρευσης της φεουδαρχίας. Δεν είναι δουλειά της σύγχρονης δημοκρατίας ούτε να βοηθήσει την πρώτη χώρα να κατοχυρώσει το «δικαίωμά» της στα ¾ της Αφρικής, ούτε να βοηθήσει τη δεύτερη (έστω κι αν αυτή έχει αναπτυχθεί οικονομικά πιο γρήγορα από την πρώτη) να αποσπάσει αυτά τα ¾.

Η σύγχρονη δημοκρατία θα παραμείνει πιστή στον εαυτό της μόνο στην περίπτωση που δε θα προσχωρήσει σε καμία ιμπεριαλιστική αστική τάξη, στην περίπτωση που θα πει ότι «και οι δυο τους είναι η μία χειρότερη από την άλλη», στην περίπτωση που σε κάθε χώρα θα εύχεται την αποτυχία της ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης. Κάθε άλλη λύση θα είναι στην πράξη εθνικοφιλελεύθερη και δε θα έχει τίποτε το κοινό με τον αληθινό διεθνισμό [...] Στην πραγματικότητα, όμως, σήμερα είναι αναμφισβήτητο ότι η σύγχρονη δημοκρατία δεν μπορεί να σέρνεται στην ουρά της αντιδραστικής, ιμπεριαλιστικής αστικής τάξης –αδιάφορο τι «χρώμα» θα έχει αυτή η αστική τάξη...» (Λένιν, Κάτω από ξένη σημαία, Άπαντα τ. 26, ΣΕ, σελ 140, 141, 146)

Η στάση της Ρωσίας έχει υστεροβουλία, στόχους εξυπηρέτησης συμφερόντων των μονοπωλίων, αλλά στηρίζει ένα «πατριωτικό» καθεστώς, που διεξάγει από μέρους του «δίκαιο πόλεμο», για αυτό είναι θετική και αξιοποιήσιμη από το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα

Εδώ, συχνά, ως ενισχυτικό στοιχείο, αναφέρονται οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με τη Συρία, παρακάμπτοντας τον ταξικό χαρακτήρα της Συρίας, το γεγονός ότι τα μέσα παραγωγής είναι στα χέρια της αστικής τάξης. Το καθεστώς του Μπάαθ, που κυβερνά τη χώρα από το 1963, κυριάρχησε μετά από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν χάρη στην επιρροή της ΕΣΣΔ, στη συνεισφορά της στην Αντιφασιστική Νίκη, της δημιουργίας σοσιαλιστικών καθεστώτων στην Ανατολική Ευρώπη, την κατάρρευση της αποικιοκρατίας, συντελέστηκαν θετικές διεργασίες στον παγκόσμιο συσχετισμό δυνάμεων. Τότε στη Συρία, αλλά και στη γενική γραμμή του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, κυριάρχησε το ζήτημα της κατάκτησης της εθνικής ανεξαρτησίας ως πρώτης προϋπόθεσης για το ξεπέρασμα της καθυστέρησης που επικρατούσε σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής. Η ΕΣΣΔ και τα άλλα σοσιαλιστικά κράτη διαμόρφωσαν μια πολιτική οικονομική και άλλη συνεργασίας και στήριξης των νέων καθεστώτων, μεταξύ άλλων και της Συρίας, με στόχο να μην ενσωματωθούν στη διεθνή καπιταλιστική αγορά, στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, αλλά να ενισχυθούν οι δυνάμεις που στο εσωτερικό του κυβερνητικού μετώπου τοποθετούνταν υπέρ του σοσιαλιστικού προσανατολισμού.

Η προσπάθεια αυτή της Σοβιετικής Ένωσης να αναπτύξει οικονομικές σχέσεις, ακόμη και συμμαχίες, με κάποια καπιταλιστικά κράτη, ενάντια σε ισχυρότερες αντιιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ήταν θεμιτή, κατανοητή, αφού στόχευε στην αποδυνάμωση του ενιαίου μετώπου των ισχυρών καπιταλιστικών κρατών, αποσπούσε από αυτό δυνάμεις, έστω προσωρινά, χρησιμοποιούσε αντιθέσεις στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Το πρόβλημα ήταν ότι αυτή η συγκυριακή (κρατική) επιλογή της ΕΣΣΔ, που εκδηλωνόταν σε οικονομικό, διπλωματικό ή άλλο επίπεδο, με ορισμένες χώρες, αναγόταν σε αρχή, θεωρητικοποιήθηκε και γινόταν λόγος για το λεγόμενο «μη καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης» σε αυτές τις χώρες, που συνδεόταν με την αντίληψη περί «ειρηνικού περάσματος» στο σοσιαλισμό και τελικά οδήγησε κομμουνιστικές δυνάμεις, και το εργατικό κίνημα, να επιδείξουν ανοχή ή ακόμα και να συμμετέχουν σε κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης.

Μάλιστα, μέχρι σήμερα κατανοείται λαθεμένα από κομμουνιστικές δυνάμεις η λενινιστική θέση ότι «ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός είναι η πληρέστερη υλική προετοιμασία του σοσιαλισμού, είναι τα πρόθυρά του, το σκαλοπατάκι εκείνο της ιστορικής κλίμακας που ανάμεσα σε αυτό και στο σκαλοπατάκι που λέγεται σοσιαλισμός δεν υπάρχουν άλλα ενδιάμεσα σκαλοπάτια» (Λένιν, η επερχόμενη καταστροφή και πώς πρέπει να την καταπολεμήσουμε, Άπαντα, τ. 34, ΣΕ, σελ 193). Σε αυτή τη βάση, δηλαδή στο δήθεν στόχο ωρίμανσης των υλικών προϋποθέσεων, δικαιολογείται η ενεργή στήριξη και συμμετοχή των κομμουνιστών στην αστική διαχείριση και στη Συρία. Πέρα από το ότι ο κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός κατανοείται απλώς ως η ύπαρξη ισχυρού κρατικού τομέα στην οικονομία, και όχι ως ιμπεριαλισμός, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού, όπως τον περιέγραφε ο Λένιν, πρέπει να υπογραμμίσουμε και κάτι ακόμη: Ποτέ ο Λένιν δεν κάλεσε τους κομμουνιστές να συμβάλουν από κυβερνητικές ή άλλες θέσεις στη διεύθυνση κι ενίσχυση του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού. Συνεπώς, πρόκειται για λαθεμένη ερμηνεία λενινιστικών θέσεων, για να δικαιολογηθεί η συμμετοχή κομμουνιστών σε αστικές κυβερνήσεις, «αριστερές», «πατριωτικές», κοκ. Λίγο παραπάνω από το συγκεκριμένο σημείο ο Λένιν γράφει πως ο «ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι η παραμονή της σοσιαλιστικής επανάστασης», ωστόσο αυτό καθόλου δε σημαίνει πως οι κομμουνιστές πρέπει να χαιρετίζουμε τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, να συμμετέχουμε στο πλευρό της αστικής τάξης της χώρας μας σε αυτόν. Όπως γνωρίζουμε από τη ζωή, ο Λένιν ήταν αυτός που ύψωσε τη σημαία του προλεταριακού διεθνισμού ενάντια στη συμμετοχή στον ιμπεριαλιστικό Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σημαία που είχε εγκαταλείψει η Β’ Διεθνής.

Έτσι, και ο λαθεμένος διαχωρισμός της αστικής τάξης σε «πατριωτική» και σε «ξενόδουλη», η συμμετοχή σε αστικές κυβερνήσεις, μπορεί να οδηγήσει το ΚΚ και τους εργαζόμενους να παλεύουν κάτω από «ξένη σημαία», κίνδυνο για τον οποίο προειδοποίησε ο Λένιν. Πολύ περισσότερο, που αποδείχτηκε και στην πράξη πως «τρίτος δρόμος για το σοσιαλισμό» δεν υπάρχει, όπως δεν υπάρχουν κι ενδιάμεσες εξουσίες μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, κάτι που φαίνεται και στην περίπτωση της Συρίας.

Μετά από την αντεπανάσταση και την ανατροπή του σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση, το συριακό κράτος ευνόησε τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου, ανέπτυξε παραπέρα τις σχέσεις με μονοπωλιακά συμφέροντα, εφάρμοσε πολιτική αναδιαρθρώσεων, πήρε αντιλαϊκά μέτρα.

Στόχος της αστικής τάξης κάθε καπιταλιστικού κράτους, ανάλογα με την οικονομική, πολιτική και στρατιωτική του δύναμη, είναι η διεκδίκηση καλύτερης θέσης στον ανταγωνισμό για τον έλεγχο και την εκμετάλλευση των πλουτοπαραγωγικών πηγών, του πετρελαίου, του φυσικού αερίου, του νερού, των ενεργειακών αγωγών και μεταφορικών «αρτηριών», για να αποκτήσουν περισσότερα κέρδη τα μονοπώλια  κακακτώντας μεγαλύτερα μερίδια στις αγορές, ενισχύοντας την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Από το γενικό αυτό «κανόνα» δεν ξέφυγε η Συρία. Το 2010 είχε αναδείξει τον Ερντογάν και την Τουρκία ως «στρατηγικό σύμμαχο», ανατρέποντας μεταξύ άλλων, μια στάση «φιλοξενίας» προς το ΡΚΚ και τον Οτσαλάν. (Δεν πρέπει να ξεχνάμε από πού ξεκίνησε η «Οδύσσεια» του Οτσαλάν, για να καταλήξει τελικά αυτός στο νησί-φυλακή του Ιμραλί). Ψήφιζε νόμους, παρά την αντίδραση των κομμουνιστών, υπέρ της λεγόμενης «απελευθέρωσης της αγοράς», με σοβαρότατες αρνητικές αλλαγές για τους εργαζόμενους (πχ χειροτέρευση εργασιακών σχέσεων, μεταξύ άλλων και την απελευθέρωση των απολύσεων, αυξήσεις στις τιμές προϊόντων λαϊκής κατανάλωσης, κ.ά) Έτσι, πριν και πολύ περισσότερο στις αρχές του 2011, εκδηλώθηκαν κινητοποιήσεις που εξέφρασαν τη λαϊκή δυσαρέσκεια ενάντια στην πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων και της λιτότητας που ακολουθούσε η κυβέρνηση Άσαντ. Αναπτύχθηκε κίνημα που διεκδικούσε αυξήσεις στους μισθούς, διεύρυνση δημοκρατικών δικαιωμάτων, μεταρρυθμίσεις στο Σύνταγμα. Στον ένα ή τον άλλο βαθμό αρκετά αιτήματα ικανοποιήθηκαν, αλλά ήδη ήταν σε εξέλιξη σχέδιο εξωτερικής επέμβασης, στο πλαίσιο του γενικότερου σχεδίου για τη «Νέα Μέση Ανατολή». Το σχέδιο αυτό προωθήθηκε για τη δρομολόγση αλλαγών που αποσκοπούν στην αναχαίτιση και ακύρωση τάσεων που εκδηλώθηκαν σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων των ΗΠΑ και άλλων ισχυρών ιμπεριαλιστικών δυνάμεων, όπως της Γαλλίας, αφού κράτη της περιοχής έκαναν άλλες επιλογές, κοιτώντας προς την πλευρά της Κίνας, της Ρωσίας και της Ινδίας, που βελτίωσαν τη θέση τους στον ενδοϊμπεριαλιστικό ανταγωνισμό και απειλούν την αμερικάνικη πρωτοκαθεδρίας στην ιμπεριαλιστική «πυραμίδα».

Έτσι, συνοπτικά για το ζήτημα αυτό μπορούμε να πούμε πως ο χαρακτήρας μιας εξουσίας δεν ορίζεται από τα κοσμητικά επίθετα «ξενόδουλη» ή «πατριωτική» που μπορεί κάποιος ή η ίδια να χρησιμοποιεί, αλλά από το ποια τάξη έχει στα χέρια της την εξουσία, σε ποιον ανήκουν τα μέσα παραγωγής. Εξαίρεση δεν αποτελεί ούτε η Συρία, που είναι ένα καπιταλιστικό κράτος όπου η εξουσία βρίσκεται στα χέρια της αστικής τάξης, η συμπεριφορά της οποίας, ιδιαίτερα μετά από την ανατροπή του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, προετοίμασε εκτός των άλλων και το «έδαφος» για τις σημερινές εξελίξεις· με την έννοια ότι η Συρία συμμετείχε στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, προχώρησε διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις με στόχο τη βαθύτερη συγχώνευσή της στη διεθνή καπιταλιστική οικονομία, χωρίς μάλιστα να διστάσει να χτυπήσει κατακτήσεις των εργατικών, λαϊκών στρωμάτων, και τέλος μπλέχτηκε στο κουβάρι των μονοπωλιακών αντιθέσεων για το μοίρασμα των καπιταλιστικών αγορών.

Βεβαίως αυτή μας η εκτίμηση καθόλου δεν παραγνωρίζει και το γεγονός πως το συριακό καθεστώς, για τους δικούς του λόγους, αντιτάχτηκε κατά καιρούς σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς των ΗΠΑ και του Ισραήλ στην περιοχή, υποστήριξε το δίκαιο του Παλαιστινιακού λαού, ήρθε σε σύγκρουση με το Ισραήλ, το οποίο κατέχει ακόμα συριακά εδάφη από τον πόλεμο των 6 ημερών του 1967. Η ανατροπή του συγκεκριμένου καθεστώτος ή η αναμόρφωσή του μπορεί να διευκολύνει ιμπεριαλιστικά σχέδια των ΗΠΑ και του Ισραήλ, όπως μια επίθεση κατά του Ιράν, ή ακόμη να οδηγήσει σε νέους διαμελισμούς κρατών της περιοχής και σε ντόμινο αποσταθεροποίησης κι αιματοχυσιών.

Έτσι και δε μας διαφεύγει πως το συριακό καθεστώς, αναπτύσσοντας τις προηγούμενες δεκαετίες τις οικονομικο-πολιτικές σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, χωρίς να αποκόβεται από τη συνεργασία με καπιταλιστικές χώρες, αντιτάχτηκε κατά καιρούς σε ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς στην περιοχή, υποστήριξε το δίκιο του Παλαιστινιακού λαού, ήρθε σε σύγκρουση με το Ισταήλ, το οποίο κατέχει ακόμα συριακά εδάφη από τον πόλεμο των 6 ημερών του 1967. Κατανοούμε πολύ καλά πως σήμερα η αποδυνάμωση αυτών των πολιτικών δυνάμεων στις οποίες ηγήθηκε ο Πρόεδρος Άσαντ, ή ακόμη κι η ανατροπή του, μπορεί να οδηγήσει σε νέους ιμπεριαλιστικούς πολέμους κι επεμβάσεις.

Είμαστε αντίθετοι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, καλούμε σε οργάνωση της πάλης του λαού ενάντια στην εμπλοκή της χώρας σε αυτόν, ενάντια στη χρησιμοποίηση των εδαφών, των θαλασσών και του εναέριου χώρου της χώρας ως «ορμητήριου» για την επίθεση σε ξένα εδάφη, καθώς κι ενάντια στη συμμετοχή ελληνικών ένοπλων δυνάμεων. Για το λόγο αυτό εναντιωνόμαστε στις επιλογές και στους σχεδιασμούς της αστικής τάξης της χώρας μας, τους οποίους εξυπηρετεί και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που δηλώνει την ετοιμότητά της να σπρώξει την Ελλάδα στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με το πρόσχημα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».


Εκφράζουμε την αλληλεγγύη μας στο κομμουνιστικό κίνημα στη Συρία, που σαφώς και δεν μπορεί να είναι αδιάφορο απέναντι στην ξένη ιμπεριαλιστική επέμβαση που σημειώνεται τώρα στη χώρα του, και ούτε στα σχέδια κατοχής και διαμελισμού της. Αναλύοντας την ιστορική εμπειρία του ελληνικού και Διεθνούς Εργατικού και Κομμουνιστικού Κινήματος, πιστεύουμε επιπλέον πως η πάλη του κάθε λαού μπορεί να έχει ουσιαστικό αποτέλεσμα στο βαθμό που συνδέεται με την πάλη για μια πατρίδα απαλλαγμένη από τους κεφαλαιοκράτες, έξω απ’ όλους τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, μια πατρίδα όπου η εργατική τάξη θα είναι στην εξουσία, ιδιοκτήτης των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής και του πλούτου που παράγει. Μόνο έτσι μπορεί να μπει τέλος σε εκείνες τις κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές αιτίες που δημιουργούν και τις πιο αποκρουστικές μορφές της καπιταλιστικής διαχείρισης, όπως είναι ο φασισμός και οι δολοφόνοι του Ισλαμικού Κράτους.

Τρίτη 19 Ιανουαρίου 2016

Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος και η Ρωσία

Η κε του μπλοκ επιστρέφει στο τρέχον τεύχος της Κομεπ για να αντιγράψει αυτή τη φορά σε δύο συνέχειες εκτεταμένα αποσπάσματα από το πολύ αξιόλογο άρθρο και ενδιαφέρον του Ελισαίου Βαγενά για την στρατιωτικο-πολιτική εξίσωση στη Συρία. Τα παρακάτω αποσπάσματα απαντούν σε διάφορες απόψεις, που αφορούν τη δικαιολόγηση του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή το χαρακτήρα και το ρόλο της Ρωσίας. Και ουσιαστικά εντάσσονται και στο πλαίσιο της διαπάλης στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και τη σχετική διαφωνία με το ΚΕΚΡ του Τιούλκιν. Από αυτήν την άποψη είναι άκρως επίκαιρο και πολύ εύστοχο, κατά τη γνώμη μου, στις απαντήσεις που δίνει.
Σε κάθε περίπτωση και αυτή η δημοσίευση (όπως και η επόμενη συνέχεια) λειτουργεί κι ως προτροπή στο σφο αναγνώστη για να πάρει και να μελετήσει το τεύχος της Κομεπ.

Παραπλανητικά ιδεολογήματα δικαιολόγησης του ιμπεριαλιστικού πολέμου

Η φανερή ρωσική εμπλοκή στη συριακή κρίση, όπως και η βομβιστική επίθεση στο Παρίσι, έχουν δημιουργήσει μια «ανακύκλωση» ιδεολογικών συγχύσεων, παλιών και νέων, που έχει σημασία να εξετάσουμε. Έτσι πχ ενώ συνήθως δεν αμφισβητείται η ταξική φύση της σημερινής καπιταλιστικής Ρωσίας, οι στοχεύσεις του ρωσικού κεφαλαίου και αναγνωρίζεται πως άλλο η σημερινή Ρωσία κι άλλο η Σοβιετική Ένωση, στην πορεία προβάλλονται διάφορα παραπλανητικά ιδεολογήματα. Επιπλέον, επανέρχονται σφοδρότερες αταξικές θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων κι εξελίξεων. Πρόκειται για ζητήματα που αξίζει να απαντηθούν, αφού οδηγούν τους εργαζόμενους να «στοιχηθούν» και να διαλέξουν ιμπεριαλιστική δύναμη, σε έναν πόλεμο που διεξάγεται για ξένα προς αυτούς συμφέροντα και συγκεκριμένα για τα συμφέροντα του κεφαλαίου.

Ο «πολυπολικός κόσμος» σε αντιπαράθεση με την «αυτοκρατορία των ΗΠΑ»

Ορισμένες δυνάμεις, που βλέπουν τον ιμπεριαλισμό μόνο στην «αυτοκρατορία» των ΗΠΑ, χαιρετίζουν την ανάδειξη νέων, ανερχόμενων καπιταλιστικών δυνάμεων στις παγκόσμιες υποθέσεις, όπως και την εμφάνιση νέων διακρατικών ενώσεων (BRICS, Οργάνωση Συνεργασίας της Σαγκάης, Οργάνωση Συμφώνου Συλλογικής Ασφάλειας, ALBA κοκ), που συγκροτούν καπιταλιστικά κράτη, με οικονομικό-πολιτικό και στρατιωτικό περιεχόμενο. Οι εξελίξεις αυτές χαιρετίζονται ως η αρχή της εμφάνισης ενός «πολυπολικού κόσμου», που θα «αναμορφώσει» και θα δώσει «νέα πνοή» στον ΟΗΕ και στους άλλους διεθνείς οργανισμούς, που θα ξεφύγουν από την αμερικανική «ηγεμονία». Αυτές οι υποθέσεις καταλήγουν πως με αυτόν τον τρόπο θα διασφαλιστεί και η ειρήνη. Μέσα από αυτό το πρίσμα, κι ως ένα «βήμα» σε αυτήν την κατεύθυνση, χαιρετίζεται η ρωσική στρατιωτική εμπλοκή στη Συρία.

Υποστηρίζεται πως οι νέες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και η διαφαινόμενη ανακατάταξη στο παγκόσμιο σύστημα μπορεί να οδηγήσουν στον «εκδημοκρατισμό» των διεθνών σχέσεων, αφού εμφανίζεται ένας κόσμος με πολλούς «πόλους» με την ενίσχυση της Γερμανίας, Ρωσίας, Κίνας, Βραζιλίας και άλλων κρατών και την ανάλογη υποχώρηση των ΗΠΑ.

Ακούγονται και σχετικές προτάσεις, όπως πχ η διεύρυνση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με άλλες χώρες.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Μπορεί η αύξηση του παγκόσμιου ρόλου της ΕΕ, όπως υποστηρίζει, πχ ο Σύριζα και το λεγόμενο «Κόμμα της Ευρωπαϊκής Αριστεράς», ή ακόμη ο αυξημένος ρόλος της Ρωσίας και της Κίνας να βάλουν σε άλλες, σε «φιλειρηνικές ράγες» τις παγκόσμιες εξελίξεις;

Κατά την εκτίμησή μας, σε καμία περίπτωση! Και αυτό γιατί τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο δεν τον προκαλεί ο εκάστοτε συγκεκριμένος συσχετισμός μεταξύ των καπιταλιστικών κρατών, αλλά οι καπιταλιστικές νομοτέλειες: Ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη, ο ανταγωνισμός, η τάση απόκτησης πρόσθετου κέρδους. Σε αυτήν τη βάση παράγονται και αναπαράγονται, τροποποιούνται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, πρώτα απ’ όλα για τις πρώτες ύλες, την ενέργεια και τα δίκτυα μεταφοράς τους, η μάχη για τα μερίδια των αγορών. Ο μονοπωλιακός ανταγωνισμός είναι αυτός που οδηγεί σε τοπικές ή και γενικευμένες στρατιωτικές επεμβάσεις και πολέμους. Αυτός ο ανταγωνισμός διεξάγεται με όλα τα μέσα που διαθέτουν τα μονοπώλια και τα καπιταλιστικά κράτη που εκφράζουν τα συμφέροντά τους, αποτυπώνεται στις διακρατικές συμφωνίες που συνεχώς αμφισβητούνται λόγω της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού. Αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός, πηγή και πολεμικών επιθέσεων μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας.

Να γιατί τα περί «νέας δημοκρατικής παγκόσμιας διακυβέρνησης», που σπέρνουν οι παλιότερα αστικοποιημένες σοσιαλδημοκρατικές και σύγχρονες οπορτουνιστικές δυνάμεις, έχουν στόχο να εξωραΐσουν ιδεολογικά τους νέους συσχετισμούς στην καπιταλιστική, στην ιμπεριαλιστική βαρβαρότητα, με σκοπό να παραπλανήσουν τους εργαζόμενους.

Και παλιότερα πόλεμοι, όπως ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, εξαπολύθηκαν εν ονόματι της αποκατάστασης άδικων Συμφωνιών ή πρόληψης νέων πολέμων. Είναι επείγουσα ανάγκη οι εργαζόμενοι να χειραφετηθούν από τέτοιες πλάνες, παγίδες περί «εκδημοκρατισμού» του καπιταλισμού και των διεθνών σχέσεων, που τους στοιχίζει πίσω από ξένα συμφέροντα.

Ο «πολυπολικός κόσμος» ως μέσο εξασφάλισης της ειρήνης και των λαϊκών συμφερόντων είναι πλάνη. Επί της ουσίας αυτή η προσέγγιση αντιμετωπίζει ως σύμμαχο τον αντίπαλο, εγκλωβίζει λαϊκές δυνάμεις στην επιλογή ιμπεριαλιστή ή ιμπεριαλιστικής ένωσης, παραλύει το εργατικό κίνημα.

«Η στάση της Ρωσίας, αν και περικλείει κινδύνους γενικότερης ανάφλεξης, διευκολύνει την αντιιμπεριαλιστική πάλη»

Η άποψη αυτή συχνά διασταυρώνεται λαο με την εκτίμηση πως η Ρωσία είναι «αντιιμπεριαλιστική δύναμη». Στη Ρωσία είχε τα τελευταία χρόνια εμφανιστεί κι ένα ολόκληρο πολιτικό «ρεύμα», με την επονομασία «κόκκινοι πουτινιστές», που από τα «αριστερά» παρείχε πολιτική υποστήριξη στο σημερινό Πρόεδρο της χώρας Β. Πούτιν. Πρόκειται για παραλλαγμένη μορφή του ιδεολογήματος περί «πολυπολικού κόσμου». Είναι εξίσου παραπλανητική και παραλυτική για το εργατικό κίνημα, αφού παρακάμπτει τον κοινωνικό-ταξικό χαρακτήρα της σημερινής εξουσίας στη Ρωσία. Ποιος έχει σήμερα στα χέρια του τα μέσα παραγωγής και την εξουσία στη Ρωσία; Η απάντηση –ότι δηλαδή η αστική τάξη είναι η κυρίαρχη τάξη στη Ρωσία, όπου κι εκεί «λύνουν και δένουν» τα μονοπώλια, ενώ η μεγάλη πλειοψηφία του λαού έρχεται αντιμέτωπη με όλη την γκάμα των οικονομικών και κοινωνικών αδιεξόδων του καπιταλισμού- παρακάμπτεται από τους εκπροσώπους των παραπάνω θέσεων. Η προσοχή των συγκεκριμένων δυνάμεων εστιάζεται βασικά στη διαπάλη της Ρωσίας με τις ΗΠΑ και τις άλλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Όμως, αυτή η διαπάλη δε διεξάγεται για τα συμφέροντα του ρωσικού λαού, αλλά για τα συμφέροντα των ρωσικών μονοπωλίων.

Επιπλέον, εδώ έχει σημασία να ξεκαθαρίσουμε τι σημαίνει η έννοια «ιμπεριαλισμός». Αν αυτήν την έννοια την καταλαβαίνουμε με τα επιστημονικά κριτήρια που έθεσε ο Λένιν στο έργο του, με βάση τα οποία καταλήγει πως πρόκειται για τον καπιταλισμό στο ανώτατο, το μονοπωλιακό του επίπεδο, τότε γίνεται φανερό πως μια καπιταλιστική δύναμη, όπως είναι η Ρωσία, στην οποία κυριαρχούν τα μονοπώλια, δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται «αντιιμπεριαλιστική δύναμη».

Δυνάμεις, ακόμη και κομμουνιστικές, που παραιτούνται από τη λενινιστική θεώρηση του ιμπεριαλισμού κι αντιμετωπίζουν τον ιμπεριαλισμό ως «επιθετική εξωτερική πολιτικήΑ» ή τον ταυτίζουν με τις ΗΠΑ και την αντίληψη περί «αυτοκρατορίας» των ΗΠΑ, μπορούν να οδηγηθούν σε τεράστια πολιτικά σφάλματα. Είναι χαρακτηριστικό πως τέτοιες δυνάμεις πριν μερικά χρόνια, όταν ο Ερντογάν όξυνε την αντιπαράθεση της Τουρκίας με το Ισραήλ  και λάμβανε θέσεις υπέρ του Ιράν, χαρακτήριζαν την Τουρκία ως «αντιιμπεριαλιστική δύναμη»· ενώ ήταν στην ιμπεριαλιστική στρατιωτική συμμαχία του ΝΑΤΟ, είχε υπό τη στρατιωτική κατοχή της το 40% της Κύπρου και απειλεί την Ελλάδα με Casus belli (αιτία πολέμου), σε περίπτωση που εφαρμόσει το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας στο Αιγαίο.

Βέβαια, και η όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος από μόνος του, δεν οδηγεί σε αλλαγή του συσχετισμού προς όφελος των εργατικών, λαϊκών δυνάμεων, όπως δείχνουν και οι σημερινές εξελίξεις στη Συρία, αλλά και στην Ουκρανία και άλλες χώρες. Προϋπόθεση είναι η ύπαρξη ισχυρών ΚΚ με επεξεργασμένη επαναστατική στρατηγική και ρίζες στο εργατικό, λαϊκό κίνημα, για να κατευθύνουν εξεγερμένες μάζες στο στόχο της ανατροπής της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Αταξικές ερμηνείες για το Διεθνές Δίκαιο

Στην περίπτωση που εξετάζουμε, μια σειρά δυνάμεις (και κομμουνιστικές) ισχυρίζονται πως η Ρωσία δρα στο «πλαίσιο του Διεθνούς Δικαίου», σε αντίθεση με τις ΗΠΑ και τις άλλες δυνάμεις. Σε αυτή τη βάση δικαιολογούν διαφορετικά τη στρατιωτική επέμβαση της Ρωσίας, κατόπιν πρόσκλησης από την κυβέρνηση της Συρίας, σε σχέση με τις επεμβάσεις των άλλων καπιταλιστικών κρατών.

Ωστόσο, το σημερινό «Διεθνές Δίκαιο» προβλέπει τρεις περιπτώσεις στρατιωτικών επιχειρήσεων στο έδαφος άλλου κράτους: 1) με απόφαση του ΣΑ του ΟΗΕ, όπως έγινε στην περίπτωση της Λιβύης 2) με πρόσκληση της νόμιμης κυβέρνησης του συγκεκριμένου κράτους, όπως, δηλαδή, στην περίπτωση της Ρωσίας από τη Συρία και 3) για λόγους «αυτοάμυνας».

Τους λόγους «αυτοάμυνας» επικαλούνται από την πρώτη στιγμή οι ΗΠΑ, για τις αεροπορικές επιδρομές στη Συρία. Αλλά και η τουρκική κυβέρνηση, με επιστολή της προς το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, Μπαν Γκι Μουν, και το Συμβούλιο Ασφαλείας, επικαλείται ακριβώς το περιβόητο «άρθρο 51» του Καταστατικού Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.

Ωστόσο, πρέπει εδώ να διευκρινίσουμε τα εξής: Το Διεθνές Δίκαιο είναι κι αυτό κομμάτι του αστκού δικαίου. Όσο υπήρχε η ΕΣΣΔ και οι άλλες σοσιαλιστικές χώρες, αυτό διαμορφωνόταν ως αποτέλεσμα του συσχετισμού ανάμεσα στις δυνάμεις του καπιταλισμού και του σοσιαλισμού, που ωστόσο εξακολουθούσε να είναι αρνητικός, ενώ και τότε πραγματοποιούνταν ιμπεριαλιστικά εγκλήματα. Μετά από την ανατροπή του σοσιαλισμού, το Διεθνές Δίκαιο καθορίζεται αποκλειστικά ως αποτέλεσμα του συσχετισμού ανάμεσα σε καπιταλιστικά κράτη, αντιδραστικοποιείται παραπέρα και χρησιμοποιείται από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις κατά το δοκούν, στο πλαίσιο των ανταγωνισμών τους και σε βάρος των λαών.

(...ακολουθεί ένα κομμάτι που εξηγεί τη μετατροπή της ερμηνείας του άρθρου 51 και της έννοιας της αυτοάμυνας, ώστε να περιλαμβάνει κι άλλες περιπτώσεις πέρα από την εισβολή ξένου στρατού)

Στις 18 Νοέμβρη 2015 και η Ρωσία δήλωσε πως στο εξής θα δρα στη βάση του άρθρου 51, θεωρώντας πως και η ίδια ασκεί τα δικαιώματά της στην "αυτοάμυνα". Η θέση αυτή, από τα πράγματα, έβαλε τέλος στη συζήτηση που διεξαγόταν και στους κόλπους του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος, για το "αν θα πρέπει να στηρίξουμε αυτόν που τηρεί το Διεθνές Δίκαιο, έναντι των άλλων που δεν το τηρούν".

Από τη στιγμή που έχει ξεσπάσει η μια ή άλλη ιμπεριαλιστική σύγκρουση, είναι αποπροσανατολιστική η συζήτηση για το ποιος ξεκίνησε πρώτος ή ποιος τηρεί το «Διεθνές Δίκαιο», το οποίο έχει γίνει και πιο αντιδραστικό, αλλά και «λάστιχο», ώστε να το επικαλούνται όλες οι ιμπεριαλιστικές δυνάμεις. Η ουσία, την οποία πρέπει να ξεκαθαρίζουμε εμείς οι κομμουνιστές, είναι το «έδαφος» πάνω στο οποίο διεξάγεται αυτός ο πόλεμος, που δεν είναι άλλο από τα συμφέροντα των μονοπωλίων. Η ουσία βρίσκεται στο ποιες δυνάμεις συγκρούονται –και αυτές οι δυνάμεις έχουν συγκεκριμένο ταξικό περιεχόμενο.

Ο χαρακτηρισμός των ΗΠΑ ως «φασιστικής» και της Ρωσίας ως «δημοκρατικής» διεθνούς δύναμης

Και αυτό το ιδεολόγημα εδράζεται στην αταξική θεώρηση του Διεθνούς Δικαίου. Βάση του είναι η αντίληψη πως γενικά η αστική της Ρωσίας, προωθώντας τα συμφέροντά της, δρα στη βάση του υφιστάμενου Διεθνούς Δικαίου, ενώ οι ΗΠΑ, προωθώντας τα συμφέροντα τους στηρίζεται πως οι ΗΠΑ μπορεί στο εσωτερικό τους να διατηρούν κάποιες δημοκρατικές νόρμες, αλλά στην εξωτερική πολιτική τους «δρουν φασιστικά» και προκαλούν το λεγόμενο «εξαγώγιμο φασισμό». Από εδώ προκύπτουν και διάφορες εκκλήσεις για νέα «αντιφασιστικά μέτωπα».

Αυτή η εκτίμηση, συνειδητά ή ασυνείδητα, παρακάμπτει τον ενιαίο ταξικό χαρακτήρα της εσωτερικής κι εξωτερικής πολιτικής σε κάθε κράτος, προσανατολίζει το εργατικό κίνημα. Παρακάμπτεται η ταξική φύση του συστήματος ως βασικό κριτήριο. Τα συμφέροντα των μονοπωλίων υπηρετούνται στο εσωτερικό των καπιταλιστικών κρατών με την αντιλαϊκή πολιτική, όπως επίσης τα συμφέροντα των μονοπωλίων υπηρετούνται με τις επεμβάσεις και τους ιμπεριαλιστικούς πολέμους για τον έλεγχο των αγορών. Για το ζήτημα αυτό ο Β. Λένιν υπογράμμιζε: «Δεν υπάρχει πιο λαθεμένη και πιο επιζήμια ιδέα από την απόσπαση της εξωτερικής πολιτικής από την εσωτερική. Και τον καιρό ακριβώς του πολέμου, το τερατώδες λάθος παρόμοιας απόσπασης γίνεται πιο τερατώδες». Ο Λένιν σε πάρα πολλά έργα του υπογράμμιζε πως «η εργατική τάξη, εάν είναι συνειδητή, δεν μπορεί να στηρίξει καμιά ομάδα ιμπεριαλιστικών αρπακτικών».

Ο τραγικά λαθεμένος διαχωρισμός σε «φασιστικά» και «δημοκρατικά» κράτη οδηγεί το κομμουνιστικό, το εργατικό κίνημα στην επιλογή του ιμπεριαλιστή, σε μια περιφερειακή ή γενικευμένη πολεμική σύγκρουση.

Σε ό,τι δε αφορά την επίκληση της Ιστορίας της Αντιφασιστικής Πάλης, πρέπει να θυμίσουμε πως πλέον υπάρχουν ακράδαντες αποδείξεις που μαρτυρούν ότι η μεγάλη οικονομική και στρατιωτική δύναμη της φασιστικής Γερμανίας αποκτήθηκε χάρη και στην άμεση στήριξη που της έδωσαν τα «δημοκρατικά» αστικά κράτη: ΗΠΑ, Γαλλία και Βρετανία και με την ανοχή τους στις πρώτες πολεμικές επιθέσεις της. Ενώ, μετά από το τέλος του πολέμου, Γερμανοί εγκληματίες πολέμου επάνδρωσαν το ΝΑΤΟ και μυστικές υπηρεσίες των «δημοκρατικών» καπιταλιστικών κρατών. Ακόμη δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας δε διέπραξαν μόνο οι δυνάμεις των Ναζί και του «Άξονα», αλλά και οι κυβερνήσεις των «δημοκρατικών» καπιταλιστικών κρατών. Μεγάλο, μαζικό και ανατριχιαστικό έγκλημα διέπραξαν οι ΗΠΑ, όταν, δίχως να υπάρχει στρατιωτική ανάγκη, έριξαν τις ατομικές βόμβες στη Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι.

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Το παιδαγωγικό ποίημα

Τις προάλλες η κε του μπλοκ παρακολούθησε στο παιδαγωγικό μια πολύ ωραία κι ενδιαφέρουσα βιβλιοπαρουσίαση του κλασικού έργου του μακάρενκο «παιδαγωγικό ποίημα». Λέω ωραία κι ενδιαφέρουσα, όχι μόνο για το περιεχόμενο ενός πραγματικά ξεχωριστού βιβλίου, αλλά και για τη μεστή παρουσίασή του από τον ελισαίο βαγενά, μέλος της κετουκε και υπεύθυνο του τμήματος διεθνών σχέσεων.
Ο ελισαίος είναι (κι αυτός) γνήσιος σοβιετικός κυριούλης, με σαφείς επιρροές από τα φοιτητικά του χρόνια στο λομονόσοφ της μόσχας, όπου τον είχε στείλει το κόμμα με υποτροφία να σπουδάσει. Έχει καλό λέγειν, χαμογελαστή έκφραση, μια απαράτσικη κοιλίτσα και το κλασικό σοβιετικό μουστάκι παλιάς κοπής, που φέρνει λίγο στου μακάρενκο. Και αυτή η σοβιετική ανατροφή τον καθιστούσε ιδανικό εισηγητή για το θέμα της εκδήλωσης.

Ο βαγενάς είπε ότι το παιδαγωγικό ποίημα δεν είναι απλώς ένα ωραίο λογοτεχνικό βιβλίο, αλλά ένα σπάνιο έργο· όχι μόνο γιατί τη συγγραφή του διήρκεσε δέκα χρόνια, από το 25’ μέχρι το 35’, αλλά γιατί αποτύπωνε την τιτάνια μάχη του σοβιετικού λαού να κάνει ένα ιστορικό άλμα και να διαβεί τη νοητή γραμμή της ανθρώπινης προϊστορίας και των εκμεταλλευτικών συστημάτων. Ένα άλμα που παρουσιάζεται με βιωματικό, γλαφυρό κι ενίοτε χιουμοριστικό τρόπο, μέσα από τη ζωή «συνηθισμένων ανθρώπων»· των παιδιών μιας αποικίας (όπως είναι η πιστή μετάφραση του τίτλου από τα ρώσικα) ή ενός παιδικού σταθμού (όπως επέλεξε να το αποδώσει στην πρώτη μετάφραση του έργο, ο ζήνων ζορζοβίλης –αν συγκράτησα καλά το επίθετο), όπου ο βασικός σκοπός είναι η διάπλαση κι η δημιουργία του νέου ανθρώπου. Οι γενικές κατευθύνσεις υπάρχουν, αλλά οι δρόμοι και τα μέσα για την υλοποίησή τους δεν είναι δεδομένα και πρέπει να εφευρεθούν.

Ο βαγενάς αναφέρθηκε παρενθετικά και στην αντικομμουνιστική εκστρατεία της εε: είκοσι χρόνια μετά τις ανατροπές, γιατί γίνεται τέτοια επίθεση ενάντια σε μια «ιδέα που πέθανε», όπως λένε. Και προχώρησε στις απαραίτητες συγκρίσεις: αν στον καπιταλισμό εκατό εκατομμύρια παιδιά υποφέρουν από πείνα και φτώχια στις σύγχρονες μεγαλουπόλεις και τον τρίτο κόσμο, η επαναστατική ρωσία, ρημαγμένη από συνεχείς πολέμους, είχε να αντιμετωπίσει το εκρηκτικό πρόβλημα 7,5 εκατομμυρίων ορφανών που είχαν μείνει στο δρόμο και κατέληγαν στην επαιτεία, τα ναρκωτικά και τις συμμορίες. Κατόρθωσε όμως με πενιχρά μέσα να εντάξει τα περισσότερα σε ειδικές εργασιακές κολεκτίβες, ακόμα και να σπουδάσει κάποια από αυτά.

Το παιδαγωγικό ποίημα είναι η ιστορία μιας τέτοια κολεκτίβας παιδιών, υπό τη διεύθυνση του αντόν μακάρενκο, και χωρίζεται σε τρία χρονικά μέρη, με βάση την εξέλιξη των παιδιών: από την αλητεία στην αγωνιστική διάπλαση του χαρακτήρα και τη θεωρητική τους διαπαιδαγώγηση με το στοιχείο της αλληλεγγύης και τα χαρακτηριστικά της νέας ζωής: συμμετοχή, λογοδοσία, υπευθυνότητα. Κι απ’ την επιτυχία της κολεκτίβας γκόρκι –η οποία πήρε το όνομά της από το γνωστό ρώσο συγγραφέα*- στην «εξαγωγή» του παραδείγματος και των τροφίμων της, σε μια μεγαλύτερη κολεκτίβα (το σταθμό του κουριάζ), όπου υπήρχε ως ενδεχόμενο κι ο κίνδυνος της οπισθοδρόμησης για τα παιδιά του γκόρκι, αλλά τελικά τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά.
(*Υπ’ όψιν ότι ο γκόρκι είχε αναγκαστεί να απομακρυνθεί σε μικρή ηλικία απ’ το σπίτι του και γνώριζε από πρώτο χέρι τα προβλήματα και τις δυσκολίες που είχαν να αντιμετωπίσουν. Και η εξέλιξή του αποτελούσε πρότυπο για τα παιδιά της κολεκτίβας, που διατηρούσαν αλληλογραφία με το συγγραφέα και είχαν την τύχη να τους επισκεφτεί προσωπικά στο σταθμό τους).

Παρόλα αυτά οι τότε σοβιετικοί ιθύνοντες, που ανήκαν στη σχολή της λεγόμενης ελεύθερης αντι-αυταρχικής παιδαγωγικής, αντιμετώπιζαν με καχυποψία τις παιδαγωγικές μεθόδους του μακάρενκο. Τον κατηγορούν για στενό πρακτικισμό και ροπή προς τη στρατιωτικοποίηση (ξεχνώντας σε ποια περίοδο και σε τι περιβάλλον λειτουργεί), ενώ θεωρούν την εργασιακή άμιλλα μεταξύ των ομάδων της κολεκτίβας κατάλοιπο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού! Ο μακάρενκο θεωρεί τους επικριτές του «παιδαγωγούς του ολύμπου», που ζουν στον ουρανό κι ενδιαφέρονται μόνο για τις ιδέες, μακριά από την ζωντανή πραγματικότητα. Απορρίπτει τη λογική του ανθρώπου που «αυτοαναπτύσσεται» σαν αέριο και κατακτά αυθόρμητα την κομμουνιστική διαπαιδαγώγηση, τονίζοντας τη σημασία της καλλιέργειας –για να μην ξεπηδήσουν αυθόρμητα αγριόχορτα.

Ο μακάρενκο αρνείται να βάλει νερό στο κρασί του και εξωθείται στην παραίτηση από τη θέση του, όχι όμως και από την υπόθεση που υπερασπίζεται. Μερικά χρόνια αργότερα αναλαμβάνει την ευθύνη της παιδικής κομμούνας τζερζίνσκι, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες δε βασίζεται στην αγροτική οικονομία, αλλά είναι βιομηχανική επιχείρηση· κι εξιστορεί την εξέλιξη αυτού του σταθμού στο βιβλίο «σημαίες στους πύργους», που δυστυχώς δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά. Στο παιδαγωγικό ποίημα πάντως –το οποίο έχει μεταφερθεί και στη μεγάλη οθόνη- έχει δώσει ήδη τα βασικά σημεία που καθόρισαν την παιδαγωγική του μέθοδο και πρακτική.

Παράλληλα στο άρθρο του «ο σκοπός της διαπαιδαγώγησης» τονίζει τη διαλεκτική αλληλεπίδραση της ομάδας (κολεκτίβας) και της προσωπικότητας του ατόμου. Ωστόσο δε διατύπωσε ποτέ κάποιο ολοκληρωμένο θεωρητικό σύστημα ή κάποιο συνολικό εκπαιδευτικό σχέδιο, γιατί είχε επίγνωση του μέτρου της δουλειάς του (που εξειδίκευε σε κολεκτίβες με ορφανά παιδιά) καθώς και της πολυπλοκότητας της εκπαιδευτικής διαδικασίας, που θα καθιστούσε μια λεπτομερή περιγραφή - πέρα από τις βασικές αρχές- άχρηστη και πιθανόν επιζήμια. Εξάλλου ο μακάρενκο πέθανε σχετικά νέος, την πρωταπριλιά του 39’, λίγο καιρό αφού είχε κάνει αίτηση για να γίνει μέλος του κόμματος.

Πολλοί επιχειρούν να ερμηνεύσουν αυτή τη μεγαλειώδη προσπάθεια και τους παράγοντες που την καθόρισαν αποστειρωμένα, μακριά από το κίνητρο της σοσιαλιστικής αλλαγής μιας χώρας που από «αγράμματη» έγινε πρωτοπόρα στις επιστήμες. Όπως είχε πει κι ένας μεγάλος έλληνας παιδαγωγός, ο δ. γληνός, η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση είναι μια βαθιά πολιτική πράξη κι απαιτεί συνολικές κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές. Οι ιδέες του μακάρενκο λοιπόν δε θα μπορούσαν να εμφανιστούν, πόσο μάλλον να λειτουργήσουν εκτός της σοβιετικής ένωσης. Δεν ήταν δηλ απλώς κάποιες ιδέες που έπεσαν σε εύφορο έδαφος, αλλά καρπός αυτών ακριβώς των αλλαγών που συντελούνταν στη σοβιετική κοινωνία.

Οι σοβιετικοί έφτιαξαν πολυτεχνικά σχολεία βασισμένοι και στις σημειώσεις των κλασικών για τη σημασία της εργασίας στην εξέλιξη της ανθρώπινης προσωπικότητας –η οποία αποτέλεσε τον πυρήνα της θεωρίας της δραστηριότητας και της πρωτοπόρας σοβιετικής ψυχολογίας, σε αντίθεση με το φροϋδικό ρεύμα και την αστική παιδαγωγική. Η τελευταία αντιλαμβάνεται την ανάπτυξη του παιδιού ως ανάπτυξη των ενστίκτων του είτε ως απόρριψή τους και προσαρμογή του ενήλικα στο καταπιεστικό κοινωνικό περιβάλλον.
Οι σοβιετικοί αντιθέτως αντιλαμβάνονταν την διαπαιδαγώγηση ως μια εξελικτική διαδικασία στην οποία παρεμβάλλεται το σύνολο της κοινωνίας, όπου όλοι ανεξαιρέτως μπορούν να διαπαιδαγωγηθούν, να αφομοιώσουν, να δράσουν και να αλλάξουν. Κατέρριψαν δηλ τους ταξικούς φραγμούς, αλλά και τις αντιλήψεις του βιολογικού αναγωγισμού –κάποιοι παίρνουν τα γράμματα, άλλοι όχι- καθιερώνοντας ως βάση την υποχρεωτική μόρφωση για όλους. Και αυτή η διαδικασία δεν ερχόταν σε αντίθεση με την ανθρώπινη φύση και τα ένστικτα, αλλά βασιζόταν ακριβώς στην κοινωνική φύση του ανθρώπου.

Όλα τα παραπάνω είχαν κι αντίστοιχη πρακτική σημασία, καθώς απαντούσαν στο ερώτημα αν «προηγείται η μάθηση ή η διαπαιδαγώγηση» και στις προτεραιότητες που έθετε κάθε κοινωνικό σύστημα. Ο καπιταλισμός στερεί τη μόρφωση από το λαό, γιατί χρειάζεται φτηνό εργατικό δυναμικό, καταρτισμένο με κουτσουρεμένη μάθηση και συγκεκριμένες δεξιότητες· που να είναι ευέλικτο κι υπάκουο, σκύβοντας το κεφάλι σε ό,τι του επιβάλουν. Ενώ το σοσιαλιστικό σύστημα καλλιεργεί τη δίψα για μάθηση, προχωρά όμως πέρα από αυτό, στην ολόπλευρη διαπαιδαγώγηση του ατόμου. Γιατί όπως είπε ένας ρώσος παιδαγωγός: αν ο άνθρωπος μείνει μόνο μαθητής, τότε παύει να είναι άνθρωπος.

Αυτό δε σημαίνει ότι το σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είχε αδυναμίες και προβλήματα –ειδικά μετά την απομάκρυνση από τις σοσιαλιστικές νομοτέλειες στη σφαίρα της οικονομίας και το αρνητικό αντίκτυπό τους στο εποικοδόμημα. Αλλά αυτά τα προβλήματα δεν είχαν καμία σχέση με όσα βιώνουμε σήμερα, καθώς ο σοσιαλισμός είχε λυμένα βασικά ζητήματα που ο καπιταλισμός ούτε μπορεί ούτε θέλει να λύσει.

Ο βαγενάς έκλεισε την εισηγητική του τοποθέτηση σημειώνοντας πως το παιδαγωγικό ποίημα αποτελεί φάρο για το σημερινό κομμουνιστή παιδαγωγό και το ρόλο του στο σχολείο, που πρέπει να δίνει το προσωπικό παράδειγμα της θυσίας, της ανιδιοτέλειας και της μάχης ενάντια στο βόλεμα και τη μοιρολατρία. Και κάλεσε τους μελλοντικούς δασκάλους και παιδαγωγούς να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων και να αποτιμήσουν-υπερασπίσουν με μετρημένο και κριτικό τρόπο την πλούσια σοβιετική πείρα.

Επειδή πάντως αυτή η παρουσίαση βασίζεται στο δικό μου τρόπο πρόσληψης και κάποιες βιαστικές σημειώσεις, που αναμφίβολα φτωχαίνουν την εισήγηση του ε.β, θα ήταν ευχής έργο να δημοσιευτεί στον κυριακάτικο ρίζο –ή και τον 902- για να είναι προσβάσιμη από τον καθένα.

Ακολούθησε ο δεύτερος ομιλητής κι η εισήγησή του για τα φαινόμενα σχολικού εκφοβισμού (bulling), αλλά για να είμαι ειλικρινής δεν την παρακολούθησα με το ίδιο ενδιαφέρον, αν και έθετε ένα καίριο θέμα που παρουσιάζεται συχνά με στρεβλό ή υπερβολικό τρόπο (ανεξέλεγκτη παιδική-εφηβική παραβατικότητα) τσουβαλιάζοντας διάφορες μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς στο γενικό όρο βία, προκειμένου να δικαιολογήσει την επιβολή αυταρχικών σχολικών κανονισμών, που θα διαμορφώνουν πειθήνια στρατιωτάκια, κυρίως κριτικό πνεύμα και δυνατότητα αμφισβήτησης.

Στο κλείσιμο ο βαγενάς έκανε μια μικρή αναφορά και στο κορυφαίο πολιτικό γεγονός του 19ου συνεδρίου, από την οποία ξεχώρισα την κατακλείδα: όχι άλλους αγανακτισμένους, χρειαζόμαστε αποφασισμένους.

Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο ήταν κι η παρουσία του άλλου σοβιετικού κυριούλη, του περικλή παυλίδη, που γνωρίζει καλά τόσο τον ελισαίο, από τα χρόνια του λομονόσοφ, όσο και το αντικείμενο της εκδήλωσης: το παιδαγωγικό ποίημα και τις μεθόδους του μακάρενκο. Μπορεί να μη μίλησε τελικά σχετικά με το δεύτερο –και είναι κρίμα, γιατί θα άνοιγε μια ωραία συζήτηση- αλλά μίλησε με τον πρώτο στο τέλος της εκδήλωσης, μετά από πολλά χρόνια, και πέτυχαν μια ιστορική συμφιλίωση, αντί του καθιερωμένου αίσιου τέλους –χάπι εντ.

Όπως στις παλιές καλές σοβιετικές ταινίες..