Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βάρναλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2016

Νόμπελ Ειρήνης

Στα καθ' ημάς, είναι αρκετά εύκολο να αποδείξει κανείς πόσο μεροληπτικά αποδίδονται τα βραβεία Νόμπελ της νορβηγικής Ακαδημίας και ποιες σκοπιμότητες υπηρετούν, με ένα παράδειγμα από την ποίηση. Ο Σεφέρης και ο Ελύτης, που είχαν πολιτική έγκριση ή το άτυπο πιστοποιητικό φρονημάτων και δε θεωρούνταν τόσο επικίνδυνοι για την αστική εξουσία, τιμήθηκαν αμφότεροι με το βραβείο. Αντίθετα, ο Βάρναλης κι ο Ρίτσος που ήταν κομμουνιστές, έμειναν με το βραβείο Λένιν και δε νομίζω να στενοχωρήθηκαν ιδιαίτερα για αυτό.

Εκεί που γίνονται ακόμα πιο ξεκάθαρα τα πράγματα, χωρίς εξαιρέσεις και περιθώρια αμφιβολιών, είναι στην επιλογή των προσώπων ή οργανισμών που τιμώνται με το Νόμπελ Ειρήνης. Και δεν είναι μόνο -ή όχι κυρίως- η βράβευση του Λεό Μπουρζουά το 1920 (προέδρου της Κοινωνίας των Εθνών) κι η σημειολογία του ονόματός του που δίνουν το γενικό τόνο. Αλλά μια σειρά καθάρματα που "κοσμούν" τη σχετική λίστα, δίνοντας το πολιτικό στίγμα και το κριτήριο των επιλογών -στις οποίες δυσκολεύεται να βρει κανείς μερικές διαφοροποιήσεις, όπως ο Μαντέλα (από κοινού με τον Ντε Κλερκ βεβαίως, βεβαίως) κι ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ.

Καταρχάς βρίσκουμε πολλούς προέδρους των ΗΠΑ, από το Θίοντορ Ρούζβελτ (ούτε καν τον Φρανκλίνο της αντιφασιστικής συμμαχίας) και τον Ουίλσον (ως πρωτεργάτης της Κοινωνίας των Εθνών) μέχρι τον Ομπάμα, νομίζω όλοι τους όσο ήταν εν ενεργεία πρόεδροι και πολιτικοί, με εξαίρεση τον Κάρτερ.

Συναντάμε επίσης τον Τζ. Μάρσαλ για το σχέδιο Μάρσαλ (!) με τους τόσο αγαθούς, ειρηνευτικούς σκοπούς της ανοικοδόμησης, τον Αλ Γκορ για τις οικολογικές του ανησυχίες-μπίζνες και τον Χένρι Κίσινγκερ για την ειρήνη που έκλεισε στο Βιετνάμ, αφού πρώτα το ματοκύλισαν (ο Βιετναμέζος Θο το αρνήθηκε).

Θα ήταν άδικο και αναληθές όμως να πιστέψουμε πως οι πολιτικές σκοπιμότητες της Ακαδημίας δεν της επέτρεψαν να απονείμει το βραβείο σε προσωπικότητες με καταγωγή από σοσιαλιστικές χώρες. Η αρχή έγινε με τον (ελληνικής καταγωγής) αντιφρονούντα επιστήμονα Αντρέι Ζαχάροφ και την πάλη του για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Για να ακολουθήσει το 83' ο Πολωνός Λεχ Βαλέσα (ηγέτης της Αλληλεγγύης) ένα μόλις χρόνο μετά την επιβολή στρατιωτικού νόμου από το Γιαρουζέλσκι και το 90' ο σοβιετικός πρόεδρος Μιχαήλ Γκορμπατσόφ. Είτε γιατί θα ενέκρινε ή είχε ήδη εγκρίνει την αμερικάνικη επέμβαση στον Περσικό κόλπο, με την αιγίδα του ΟΗΕ, είτε γιατί πρωτοστατούσε στο "τιτάνιο έργο" της διάλυσης της ΕΣΣΔ και του σοσιαλιστικού μπλοκ, που έφτανε προς το τέλος του.

Φέτος το βραβείο Νόμπελ απονεμήθηκε στον πρόεδρο της Κολομβίας Χ.Μ. Σάντος, για τις ειρηνευτικές του προσπάθειες, τον τερματισμό του εμφυλίου και τη συμφωνία οριστικής κατάπαυσης του πυρός, που δεν εγκρίθηκε πάντως στο πρόσφατο συμβουλευτικό δημοψήφισμα. Πέρα από την όποια κριτική μπορεί να κάνουμε εμείς (από τη ζεστασιά και την ασφάλεια του πληκτρολογίου μας ασφαλώς) στο αντάρτικο των FARC για την παράδοση των όπλων, είναι εντυπωσιακό ότι το βραβείο δεν απονέμεται και σε αυτούς (από κοινού με την άλλη πλευρά της διαπραγμάτευσης). Κάτι που αποδεικνύει για πολλοστή φορά το αλάνθαστο ταξικό ένστικτο της νορβηγικής Ακαδημίας.

Υποψήφια για το φετινό βραβείο ήταν κι η συγκλονιστική γιαγιά από τη Λέσβο που έγινε άθελά της διάσημη με το φωτογραφικό στιγμιότυπο, όπου τάιζε με μπιμπερό ένα μωρό προσφύγων. Σήμερα δηλώνει σχεδόν ανακουφισμένη που δεν πήρε τελικά το βραβείο, γιατί δε θα άντεχε τη ζηλοφθονία από το περιβάλλον του χωριού, όπου (θα) έμπαινε το ερώτημα: γιατί αυτοί κι όχι εγώ/εμείς; Κι αυτό από μόνο του θα αρκούσε για να την καταστήσει άξια νικήτρια, γιατί όχι μόνο δεν επιδίωξε κάποια δημοσιότητα για την πράξη της, αλλά (σε αντίθεση με πολλούς συνυποψήφιούς της) τη θεωρεί περίπου ανεπιθύμητη.

Έτσι αυτό που μένει πίσω είναι η ημιανεπίσημη καμπάνια από χρήστες του διαδικτύου (αλλά κάπου εμπλέκονταν και τα κανάλια, αν δεν κάνω λάθος) για την υποστήριξη της ελληνικής υποψηφιότητας, που συγκέντρωνε τα πιο αντιφατικά (αλλά όχι πάντα αντιφασιστικά) χαρακτηριστικά. Φαντάσου πχ σφε αναγνώστη, το μέσο Ελληνάρα που ναι μεν θέλει να κερδίσει η χώρα του -έτσι γενικά κι αόριστα- ένα Νόμπελ, αλλά την ίδια στιγμή έκλεινε το σχολείο του, για να μην πάνε τα παιδιά των προσφύγων στις ίδιες τάξεις με τα δικά του και τα μολύνουν, χαλάσουν τον "πολιτισμό" μας και την "πανανθρώπινη" κουλτούρα μας που αποδεικνύει πως "πας Ελληνάρας" βάρβαρος.

Σκέψου επίσης πόσες αφορμές για Νόμπελ απανθρωπιάς δώσαμε τελευταία: Ωραιόκαστρο, Φιλιππιάδα, ακόμα και στην ίδια τη Λέσβο, που γενικά ξεφεύγει από τον κανόνα των τουριστοθρεμμένων νησιωτών, που δεν ανέχονται να τους χαλάνε τη βιτρίνα.
Καθάρματα, θα μου πεις. Γιατί όχι; Στην τελική αυτοί που παίρνουν τα Νόμπελ Ειρήνης, καλύτεροι είναι; Κι αν δεν είσαι καθίκι του κερατά, πού πας ξιπόλητος στα αγκάθια, να σε τιμήσουν;

Υπάρχει προφανώς κι η Ελλάδα που αντιστέκεται. Η γιαγιά από τη Λέσβο, οι μαθητές που χειροκρότησαν τα προσφυγάκια, καθώς προσέρχονταν στο σχολείο τους. Κι υπάρχουν κι αυτοί που επιχειρούν να κρύψουν πίσω από αυτά, ή πίσω από τη σκατοψυχιά της άλλης πλευράς, τις δικές τους εγκληματικές ευθύνες στο προσφυγικό. Γιατί είναι εύκολο πχ να προβάλλεις και να χειροκροτάς τους πρόσφυγες μαθητές που πήγαν χτες στα σχολεία, για να μη συζητηθεί ποτέ σοβαρά τι γίνεται με τις τάξεις ένταξης, την ενισχυτική διδασκαλία για την εκμάθηση της ελληνικής και φυσικά το επιπλέον προσωπικό που θα απαιτούσαν αυτές οι διαδικασίες.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία...

Δευτέρα 22 Δεκεμβρίου 2014

Ηθικοποίησις των πάντων δια της εργασίας

Την περασμένη βδομάδα συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από το θάνατο του κομμουνιστή ποιητή κώστα βάρναλη. Τιμώντας αναδρομικά την επέτειο, η κε του μπλοκ αντιγράφει το περιεχόμενο ενός από τα άρθρα που είχε γράψει ο βάρναλης για την εφημερίδα ελεύθερος άνθρωπος, στα οποία περιγράφει τις εντυπώσεις του απ' τη σοβιετία, όπου βρέθηκε ως παρατηρητής στο συνέδριο των συγγραφέων της εσσδ. Η επιλογή του έγινε με βάση το θέμα που πραγματεύεται, το σοβιετικό σωφρονιστικό σύστημα, και μπορεί να διαβαστεί συνδυαστικά με μια παλιότερη ανάρτηση και τις εντυπώσεις του καζαντζάκη από μια αντίστοιχη επίσκεψή του σε κάποια σοβιετική φυλακή. Κάθε σύγκριση και συνειρμός με τη σημερινή εποχή και τα δικαιώματα των κρατούμενων (που είχαν έρθει στο προσκήνιο της επικαιρότητας, με αφορμή την απεργία πείνας του ρωμανού), αλλά και με την εικόνα που διαμορφώνει σχετικά η κυρίαρχη αστική προπαγάνδα (ανελεύθερα καθεστώτα, γκουλάγκ, κτλ) επιβάλλεται.

Για τη συγκεκριμένη σειρά άρθρων, αξίζει να διαβάσει κανείς την εισήγηση της βαγγελιώς πλατανιά, στην έκδοση "φως που πάντα καίει" με τα πρακτικά του επιστημονικού συμποσίου του κόμματος για τον ποιητή. Μπορείτε επίσης να τα βρείτε συγκεντρωμένα και να τα διαβάσετε στο βιβλίο "τι είδα εις την ρωσσίαν των σοβιέτ" από τις εκδόσεις αρχείο. Καλή ανάγνωση



Η ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΝΟΙΚΟΔΟΜΗΣΙΣ

Οι θεολόγοι κι οι ιδεαλιστές φιλόσοφοι, καθώς και οι παλιοί κριτικοί της τέχνης και της φιλολογίας, ετραγουδήσανε σε πολύ ψηλόν τόνο την… ηθικοπλαστική δύναμη της Πείνας και της Δυστυχίας. Ο δρόμος της αιώνιας μακαριότητας ανοίγεται ανθόσπαρτος κυρίως στους «πεινώντας» και όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες και ποιητές (Δάντης, Μπετόβεν, Δοστογιέφσκης κλπ) δε θα είχανε τόσο ψυχικό και πνευματικό βάθος, αν δεν ήτανε οι κατατρεμένοι, οι αδικημένοι της ζωής.

Η θεωρία αυτή δείχνει ολοφάνερα πόσο η Διανόηση στα ταξικά καθεστώτα είναι δούλη των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, που δίνει «ηθική» δικαίωση στην εκμετάλλευση των μαζών από τους λίγους.

Αν τώρα κανένας πολιτικός, οικονομικός ή εκκλησιαστικός «πρίγκιπας» δε δέχεται για τον εαυτό του να στερηθεί τα υλικά αγαθά και να κερδίσει τα… πνευματικά κι αν η ιστορία «διαψεύδει» τη θεωρία της ηθικότητας και πνευματικότητας της Πείνας, αυτό δεν εμποδίζει τη θεωρία και να υπάρχει και να κάνει τη δουλειά της περίφημα. Αν ο Αισχύλος, ο Βιργίλιος, Ο Ραφαήλος, ο Γκαίτε, ο Βάγνερ ή ο Τολστόης είναι κορυφές της πνευματικής δημιουργίας σ’ όλο τον κόσμο, σ’ αυτό δε φταίει η θεωρία, μα η… «Τύχη».

Η ΚΑΤΑΡΓΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΔΙΚΙΑΣ

Οι μπολσεβίκοι όμως στηρίξανε την ηικοποίηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπως έλεγα χτες, στην κατάργηση της κοινωνικής Αδικίας, δηλ της προνομιούχας τάξης των φεουδαρχών και των μεγαλοαστών. Κι είδαμε πόσο εξημέρωσε τον προλεταριακόν άνθρωπο η συνείδηση πως δεν εργάζεται για τον «αφέντη» η συνείδηση, πως όσο βαστάει το καθεστώς του δεν έχει ν’ ανησυχήσει ούτε για το ψωμί του, ούτε για την αρρώστια του, ούτε για τη μόρφωση των παιδιών του, ούτε για τα γερατειά του· η συνείδηση, πως όλες οι στερήσεις που δοκίμασε ως τώρα με τη φλόγα του επαναστατικού ηρωισμού του δε γίνανε για όφελος ολίγων κηφήνων, μα για όφελος δικό του, για όφελος της γενιάς που θα το διαδεχτεί στον αγώνα της σοσιαλιστικής ανοικοδόμησης, για όφελος όλης της ανθρωπότητας.

Και το γεγονός ότι ο Μπολσεβικισμός είναι ένα καθεστώς ειρήνης και σεβασμού των άλλων εθνοτήτων κι όχι πολέμου και αρπαγής, εξημερώνει περισσότερο τον άνθρωπο, γιατί στρέφει όλη του την ενέργεια στο να καλυτερέψει με τις δικές του ικανότητες τη ζωή του κι όχι να βοηθάει με το αίμα του τους αφέντες του να υποδουλώνουν και να εκμεταλλεύονται και τα προλεταριάτα των «αλλοφύλων», των «εχθρών».

Αυτό δεν είναι λόγος «κενός». Είναι σύνθημα του μπολσεβικισμού. Να τι μας είπε μια μεσόκοπη «ουντάρνικα», κοντή και κοκκινομαντηλούσα, με πρόσωπο γεμάτο πίστη και θέληση και μάτια αστραφτερά, σ’ ένα εργοστάσιο σφαιρικών τριβέων στη Μόσχα:
-Οι μπολσεβίκοι εργάτες δε θέλουμε να περνάμε μονάχα εμείς καλά. Θέλουμε να περνάνε καλά όλοι οι εργάτες του κόσμου

Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΓΑΣΙΑ

Με την εργασία λοιπόν, την ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΕΡΓΑΣΙΑ κι όχι μονάχα με νομοθετικά μέτρα, η δογματική διδασκαλία και προ παντός όχι με τη θεωρία της… Πείνας, ζήτησε το Σοβιετικό καθεστώς να ηθικοποιήσει και εκείνους από τους πολίτες του, που για τη μιαν ή την άλλην αιτία βγήκαν έξω από το περιθώριο της νέας ζωής: τις «κοινές» γυναίκες, όπως είδαμε χτες, τους εγκληματίες και τους κλέφτες, όπως θα ιδούμε σήμερα.

Ο ΣΩΦΡΟΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΕΓΚΛΗΜΑΤΙΩΝ

Οι φυλακές της Ρωσίας δεν είναι τόποι τιμωρίας όπου το καθεστώς εκδικείται τους οχτρούς του. Δεν έχουνε καμιάν αναλογία με τις αστικές φυλακές ή με τα φασιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεων. Είναι τόποι ηθικού καθαρμού, όπου οι εγκληματίες μεταμορφώνονται σε «καλούς», ήτοι χρησίμους για το κοινωνικό σύνολο ανθρώπους. Κι αυτό με τη δουλειά και με την ελευθερία. Δηλαδή:

Σε κάθε φυλακή λειτουργεί ένα εργοστάσιο, όπου οι φυλακισμένοι μαθαίνουνε να δουλεύουν. Οι ώρες της δουλειάς τους είναι όπως σε όλα τα εργοστάσια της Ένωσης, ανάλογες με το είδος της δουλειάς και με την ηλικία του εργάτη (7 ώρες για τους μεγάλους, 6-4 για τους μικρούς). Οι μισθοί είναι όπως και οι μισθοί των άλλων εργατών.

Αυτοί οι φυλακισμένοι αυτοδιοικούνται, δηλ κυβερνούνε μονάχοι τους την κοινότητά τους και δικαστήριο από τους ίδιους δικάζει τις περισσότερες παραβάσεις της πειθαρχίας.

Αυτό το σύστημα της αυτοδιοίκησης, μεταθέτει στους ίδιους τους εγκληματίες την ευθύνη και την πρωτοβουλία στο να γίνουν χρήσιμοι άνθρωποι. Κι απόδειξη πως 200 χιλ. απ’ αυτούς δουλέψανε θεληματικά στο άνοιγμα του καναλιού της Λευκής Θάλασσας με τέτοια ηρωική ένταση, που τελειώσανε το τεράστιο έργο σε χρόνο λιγότερο απ’ ό,τι είχε υπολογιστεί. Είναι φυσικό, πως στους περισσότερους απ’ αυτούς ελαττώθηκαν ή χαρίστηκαν οι «ποινές» και πως σε πολλούς δοθήκανε και τα παράσημα των «εργατών εφόδου».

Η «ΚΟΜΜΟΥΝΑ» ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ ΚΤΙΣΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΓΚΕΠΕΟΥ

Ότι όμως και μετά τη λήξη της ποινής τους οι αναγεννημένοι ηθικοί εγκληματίες προτιμούν να μένουνε στο σωστό δρόμο, που συνηθίσανε, παρά να ξαναπαίρνουν το ν κακό, που αφήσανε, αποδείχνεται από την «κομμούνα» του Μπόλσεβο.

Η «κομμούνα» αυτή είναι μια ιδιόρρυθμη κοινότητα παλαιών ληστών, που κυβερνιέται μοναχή της, δηλ από τη συνέλευση των μελών της, που αυτή εκλέγει και τα διοικητικά της όργανα. Είναι καμιά 40ριά χιλιόμετρα έξω από τη Μόσχα.

Ήτανε λιόλουστη μέρα του Αυγούστου, όταν μας πήρανε από το ξενοδοχείο «Μετροπόλ» όλους τους καλεσμένους του Συνεδρίου ξένους συγγραφείς και μας πήγανε να μας δείξουν το μοναδικό τούτο κατόρθωμα του σοσιαλιστικού πολιτισμού.

Το χωριό είναι ολοκαίνουργο. Άρχισε να χτίζεται στο 1924 από την… τρομερή Γκεπεού. Πολυκατοικίες τετράπατες, δρόμοι φαρδιοί, δεντροφυτεμένοι, πάρκα με πανύψηλα κατάσκια δέντρα. Μια λιμνούλα με αναβρυτήρια. Κιόσκια και πάγκοι παντού. Όταν μπαίναμε στο χωριό, οι γυναίκες με τα ποδήματα σκουπίζανε τους δρόμους.

Βιβλιοθήκη, νοσοκομείο, κομπινάτ σχολείων, θέατρο, κινηματογράφος, λέσχη, μόνιμη έκθεση ζωγραφικής, μεγάλο κοινό εστιατόριο, τερέν για τένις, κτλ, κτλ. Θα έλεγες πως βρίσκεσαι σε μια πανεπιστημιακή πόλη, παρά σε μια κομμούνα παλαιών κλεφτών.

ΟΙ «ΚΟΜΜΟΥΝΑΡΟΙ»

Μας υποδέχεται ο πρόεδρος της κομμούνας, ένας μικροκαμωμένος άνθρωπος με μούσι και κασκέτο. Είναι ο μόνος αντιπρόσωπος της Κυβέρνησης εδώ. Καθόμαστε γύρω-γύρω στους πάγκους ενός πάρκου κ αρχίζει να μας εξηγεί:

-Οι πρώτοι κάτοικοι της κομμούνας ήσαν 18. Τώρα είναι πάνου-κάτου 3.100. Δεχόμαστε μονάχα παλιούς κλέφτες, όχι άλλου είδους εγκληματίες. Και ή έρχονται μοναχοί τους εδώ και ζητάνε να μπούνε στην Κομμούνα ή πάει μια δική μας επιτροπή στις φυλακές και τους διαλέγει. Ηλικία όχι μεγαλύτερη των 24 και μικρότερη των 17 χρονώ.
Τα νέα όμως μέλη που δέχεται η διοικητική επιτροπή της κομμούνας πρέπει να εγκριθούν και από τη συνέλευσή της.
Όλοι οι κομμουνάροι είναι λεύτεροι. Κανένας δεν τους φυλάγει. Είναι στο χέρι τους να μείνουν ή να φύγουν, αν εύρουν αλλού καλύτερη δουλειά.
Όσοι πηγαίνουν στη Μόσχα για υποθέσεις, είναι υποχρεωμένοι να γυρίσουν στο χωριό πριν τις 11 μμ. Αλλιώς δεν τους αφήνουν να ξαναπάνε. Το πιοτό απαγορεύεται απόλυτα. Όποιος πίνει, έχει πρόστιμο κι όποιος κλέβει φυλακή. Άμα κανείς παραβαίνει συστηματικά τους νόμους, διώχνεται οριστικά από την κομμούνα.
Όσοι μείνουν επί τρία χρόνια και δείξουν καλή διαγωγή, αυτοί προτείνονται από τη διοικητική επιτροπή στο κράτος για να τους δώσει τ’ αστικά τους δικαιώματα.

-Και δεν παντρεύονται οι κομμουνάροι;
-Πώς; Μα οι γυναίκες εδώ είναι πολύ λίγες. Έτσι δεν έχουμε περισσότερες από 100 οικογένειες. Για να παντρευτεί κανείς πρέπει να ζητήσει την άδεια της κομμούνας. Αυτή θα εξετάσει αν έχει τα «προσόντα» για παντρειά: αν είναι εργατικός, ηθικός και έχει και οικονομίες. Μπορεί όμως να παντρευτεί και χωρίς την άδεια της κομμούνας. Μα δε θα του δώσουν ούτε σπίτι, ούτε χρηματικό βοήθημα.

ΤΑ ΣΧΟΛΕΙΑ ΤΟΥ ΜΠΟΛΣΕΒΟ

Όλος αυτός ο πληθυσμός δουλεύει σ’ ένα εργοστάσιο κατασκευής ειδών για σπορ: παπούτσια πάνινα, πατίνια, τρικό, ρακέτες για τένις, κτλ. Η όλη παραγωγή φτάνει τα 26 εκατομμύρια ρούβλια το χρόνο.

Οι ληστές αυτοί έχουνε δύο ορχήστρες με 140 όργανα, μια χορωδία από 100 άτομα, 140 εφημερίδες του τοίχου, μια τυπωμένη («Ο κομμουνάρος»), λέσχη με φιλολογικό και δραματικό τμήμα, και όλοι πρόσωπα φωτεινά, αγαθά και ημερωμένα. Στο θέατρό τους έρχονται συχνά θίασοι από τη Μόσχα και δίνουνε παραστάσεις.

Αληθινό θαύμα είναι το κομπινάτ των σχολείων του Μπόλσεβο. Τόσο τέλειο και άνετο και πλουσιότατα εφοδιασμένο ούτε ονειρευτήκαμδε εμείς στη νΑθήνα.

Αποτελείται από ένα εφτατάξιο σχολείο και ένα τέχνικουμ (σχολείο μέσης τεχνικής εκπαίδευσης). Εδώ φοιτούν μετά την εργασία τους και οι μεγάλοι επί τρεις ώρες για να μάθουν γράμματα. Πολλοί από το σχολειό του Μπόλσεβο εξακολουθούνε τις σπουδές τους στα ινστιτούτα ή στα πανεπιστήμια της Μόσχας.

Μπροστά στο σχολειό είναι στημένη από σκούρα πέτρα η προτομή του Ντερζίνσκι, που αυτός το ίδρυσε.

Και τώρα θέλετε συμπέρασμα; Ιδού αυτό:

«Οι μπολσεβίκοι καταστρέψανε την ηθική και την οικογένεια…»

Σκεφθείτε ακόμα και τούτο: οι εφημερίδες τους δεν αναγράφουνε σκάνδαλα. Τα λογοτεχνικά τους βιβλία λογοκρίνονται πριν τυπωθούν μην είναι ανήθικα στο περιεχόμενο και πολύ λευτερόστομα στο ύφος· ούτε ληστρικά, ούτε πορνογραφικά μυθιστορήματα. Σ’ όλα τους τα μουσεία ζωγραφικής δε θα βρεις ένα «γυμνό».

Ανήθικη λοιπόν είναι αυτή η κοινωνία ή μέχρι σχολαστικισμού πουριτανική;


2. 10. 1934 Ελεύθερος Άνθρωπος

Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Περί εθελοδουλίας

Η σημερινή ανάρτηση έρχεται κατά κάποιον τρόπο ως συνέχεια της χτεσινής, για να πιάσει, χωρίς πολύ αυστηρό ειρμό κι ιδιαίτερο νόημα, κάποιες ουρές (όπως τις λέμε στη δημοσιογραφική γλώσσα) που έχουν μείνει. Ένα από τα πανό του σωματείου λοιπόν (που δεν έχει προχωρήσει ακόμα στην ενοποίηση των σωματείων του καρφουρ και του αρβανιτίδη, γιατί είναι ολόκληρη γραφειοκρατική διαδικασία, χρονοβόρα και δύσκολη) έγραφε το σύνθημα.

Όταν το άδικο γίνεται νόμος, καθήκον η αντίσταση κι η ανυπακοή.

Το οποίο θυμίζει κατά μία έννοια το αντίστοιχο πανό των δεκεμβριανών (ένας είναι ο δεκέμβρης): όταν ο λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με την τυραννία, διαλέγει τις αλυσίδες ή τα όπλα. Αλλά δε σου υπαγορεύει τη λύση, σου αφήνει περιθώριο επιλογής. Μπορείς κάλλιστα να επιλέξεις τις αλυσίδες και να παλεύεις πχ να τις κάνεις επίχρυσες σε αυτό το πλαίσιο, μες στη φυλακή της εε και του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Όπου ο στόχος για μεταρρυθμίσεις και μικρές αλλαγές που θα βελτιώσουν ουσιαστικά την καθημερινή ζωή, μοιάζει κάπως με εκείνο που έλεγε ένας κρατούμενος στον ισοβίτη του αρκά, για τα λογικά αιτήματα που είχαν στην απομόνωση, όπου τους βαρούσαν τρεις φορές τη μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ, αλλά πέτυχαν με αγώνα να αυξηθεί λίγο το μεσημεριανό ξύλο και να γλιτώσουν το βραδινό.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το σημερινό σύνθημα, που καλεί να βάλουμε «τέρμα πια στις αυταπάτες. Ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες». Δε βάζει όμως μαχαίρι στο λαιμό, με ποιους να πας και ποιους να αφήσεις, εσύ διατηρείς πάντα το ελεύθερο της επιλογής σου. Απλώς τίθεται επί τάπητος η βασική αντίθεση της εποχής μας, κεφάλαιο-εργατική τάξη, για όσους επιμένουν να πατάνε σε δυο βάρκες και δύο διαφορετικά στρατόπεδα, μέχρι να σπάσει ο πάγος, να χαραχτεί ο δρόμος και να πέσουνε στο κενό της αβύσσου ανάμεσα στους δύο κόσμους, που χωρίζει η ταξική πάλη.

Τα παραπάνω μας εισάγουν στην έννοια της εθελοδουλίας, της συναινετικής κι εκούσιας υποταγής στους κυρίαρχους μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου, η στάση του οποίου συνοψίζεται άριστα στο γνωστό ρητό: σφάξε με αγά μου να αγιάσω. Ένα θέμα που απασχολεί και το ρούση στο τελευταίο του βιβλίο για τη μετάβαση, τη δύναμη της συνήθειας και τη μαρξική ουτοπία, όπως την αποκαλεί. Όπου αναζητεί τα αίτια αυτής της στάσης (πέρα από την αλλοτρίωση, που εξετάζεται ως φαινόμενο σε άλλα βιβλία του) στην προσκόλληση στο υπάρχον, την πρόσληψή του δοσμένου περιβάλλοντος ως φυσικού και αιώνιου, τη δύναμη της συνήθειας που συσσωρεύεται από γενιά σε γενιά.

Το βιβλίο έχει κάποιες εύστοχες επισημάνσεις, ανεξάρτητα από το πολιτικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στο τελευταίο κεφάλαιο για το μεταβατικό πρόγραμμα (με ρήξη έως και (sic) αποδέσμευση από εε και νάτο, το αλ(α)βανικό μέτωπο αριστερής συμπόρευσης και τον ενδιάμεσο κυβερνητικό στόχο, ή άλλες αδυναμίες που παρουσιάζει. Όσο για το δικό μου μακροπερίοδο λόγο σε αυτήν την περιγραφή των περιεχομένων, είναι άμεσα συναρτώμενος με την αντίστοιχη πρόζα του ρούση, ένα δείγμα της οποίας μπορείτε να απολαύσετε παρακάτω.

Κι είναι αυτό το όραμα το οποίο από τη στιγμή που εντοπίστηκε από τους κλασικούς ως δυνατότητα που προσφέρεται στην ανθρωπότητα, αντιμετωπίστηκε από αυτούς ως ο στρατηγικός σκοπός προς κατάκτηση στον οποίο υπόκεινται όλα τα μέσα και οι μεσολαβήσεις που προέβαλλαν για να μπορέσει να επιτευχθεί, και τα οποία δυστυχώς μετατράπηκαν σε αυτοσκοπούς.

Δεν είναι (ούτε κατά προσέγγιση) η πιο μακροσκελής περίοδος, που μπορεί να συναντήσει κανείς στο βιβλίο αυτό, έχει όμως ήδη πέντε (ζωή να ‘χουν) δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις (με τις αντωνυμίες που τις εισάγουν υπογραμμισμένες) ως ένα δείγμα του απλού και ανεπιτήδευτου λόγου που το διέπει.

Σε ένα άλλο σημείο ο ρούσης αναφέρει τα εξής:

Στα πλαίσια του ουτοπικού στοχασμού, ο περιορισμός αυτός του χρόνου εργασίας στις πλέον ακραίες του εκφάνσεις παίρνει τη μορφή μιας τεμπέλικης ευτυχίας, μιας διονυσιακού τύπου κοινωνίας στην οποία προσφέρονται τα πάντα δίχως εργασία, ή μιας γης της επαγγελίας με αναφορές στις «Carmina Burana», εκείνα τα τραγούδια των ρέμπελων κληρικών που υμνούσαν τις κοινωνίες όπου όσο περισσότερο κοιμάται κανείς, τόσο περισσότερο κερδίζει.

Ομολογώ πως αγνοούσα την αρχική σημασία του κάρμινα μπουράνα και την τρομερή σημειολογία που το συνοδεύει, αν συνδεθεί με το μουσικό κομμάτι που συνόδευε το πασόκ της αλλαγής και τις δημόσιες ομιλίες του ανδρέα παπανδρέου κατά τη δεκαετία με τις βάτες. Τότε δηλ, που κατά τη σημερινή κρατούσα εκδοχή, το στρώμα των μη προνομιούχων θράφηκε και γαλουχήθηκε με το διονυσιακό όραμα μιας κοινωνίας εύκολου κέρδους και απολαβών, όπου θα της προσφέρονται τα πάντα χωρίς εργασία και όπου όσο περισσότερο κοιμάται κανείς, τόσο περισσότερα θα κέρδιζε. Κι αυτή σφε αναγνώστη (σε περίπτωση που το αγνοείς ή προσπαθείς να το κρύψεις πίσω από άλλες επιστημονικοφανείς θέσεις) είναι η βασική αιτία της κρίσης, τα σπασμένα της οποίας πληρώνουμε όλοι σήμερα (άλλο αν μερικές δεκάδες επιχειρήσεις αυγατίζουν τα κέρδη τους στο ενδιάμεσο). Αλλά ευτυχώς οι σημερινές κυβερνήσεις βάζουν τους ρέμπελους στη θέση τους και καταργούνε την αργία της κυριακής –γιατί ως γνωστόν, αργία μήτηρ πάσης κακίας και οικονομικής κρίσης.

Κι είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό πως τα όσα περιγράφει ο ρούσης στο τέλος, ενώ αντλούν θεωρητικά έμπνευση απ’ την ποίηση του μέλλοντος, παραπέμπουν συνειρμικά ακριβώς στο πρόσφατο παρελθόν της κυβέρνησης της αλλαγής, που θα άνοιγε θεωρητικά δρόμους για βαθύτερους μετασχηματισμούς σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Κι είναι εξίσου εντυπωσιακό πως ενώ ο ρούσης θεωρεί ότι η μετάβαση στον ώριμο κομμουνισμό στην εποχή μας είναι άμεσα εφικτή από τεχνολογική άποψη και συνεπώς το αναγκαίο στάδιο του σοσιαλισμού, που προετοιμάζει τις υλικές κι υποκειμενικές συνθήκες γι’ αυτό το πέρασμα, δε θα είναι ιδιαίτερα μακροχρόνιο, εφευρίσκει ουσιαστικά ένα ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο μετάβασης στη σοσιαλιστική μετάβαση, με βάση το επίπεδο συνειδητοποίησης των μαζών και την ανάγκη να αλλάξει η συνείδησή τους και να παλέψουν για μια διαφορετική προοπτική. Αλλά αυτό ξεφεύγει από το αρχικό θέμα της ανάρτησης.

Το οποίο ήταν κατά βάση η εθελοδουλία, που περιγράφεται με πολύ εύστοχο τρόπο και στους μοιραίους του βάρναλη –που τους τσιτάρει κι ο ρούσης σε κάποιο σημείο του βιβλίου του. Χτες συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από το θάνατο του μεγάλου κομμουνιστή ποιητή, αν κι η επέτειος πέρασε μάλλον απαρατήρητη, χωρίς το πλήθος εκδηλώσεων που θα απαιτούνταν για να τιμήσουν το πρόσωπο και το έργο του. Υποθέτω πως έχουν προγραμματιστεί κάποιες να γίνουν μες στο επόμενο διάστημα και θέλω να πιστεύω πως δε θα τις καταπιεί η προεκλογική μαρμάγκα (καθώς βαδίζουμε ολοταχώς προς εκλογές). Μια κριτική που αφορά και την ίδια την κε του μπλοκ, που επιφυλάσσεται να επανορθώσει στο άμεσο μέλλον. Αλλά αυτό θα είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης..

Κυριακή 19 Οκτωβρίου 2014

Άι Στράτης και σοσιαλιστικός ρεαλισμός

Στο σημερινό κυριακάτικο ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το πεζό κείμενο του βάρναλη που φέρει τον τίτλο της ανάρτησης, και αναδεικνύει με πολύ γλαφυρό τρόπο τη διαφορά του ‘στεγνού’ ρεαλισμού, που αποτυπώνει στατικά την πραγματικότητα, με τη λογική και τους στόχους του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Διαβάζοντας τις παρατηρήσεις του βάρναλη, μπορεί να καταλάβει κανείς καλύτερα (μολονότι δεν αναφέρεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα) και την ειδοποιό διαφορά του διαλεκτικού υλισμού από τον στείρο και αφηρημένο προμαρξικό φιλοσοφικό υλισμό, καθώς και την ουσιώδη σχέση μεταξύ αυτών των δίπολων.
Με άλλα λόγια, η διαφορά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού από τον απλό ρεαλισμό, είναι βασικά η διαφορά που έχει σε φιλοσοφικό επίπεδο ο διαλεκτικός υλισμός του μαρξ από τον αφηρημένο υλισμό, που αντικρίζει στατικά την πραγματικότητα. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση-προσθήκη, ευπρόσδεκτη στα σχόλια.

-.-.-

Ψηλά από το μετερίζι μας χαιρόμαστε κατάντικρά μας τ’ ολόφωτο εξαϋλωμένο όραμα του χωριού, κρεμασμένο από το λόφο του, απάνου στη θάλασσα. Αφού έχουμε κόψει το τσιγάρο για λόγους… υγείας, φλυαρούμε περί ανέμων και υδάτων. Και περί Τέχνης. Δύο αναστημένοι νεκροί.

-Όλο αυτό το χωριό, τι εξαίσιο όραμα φαίνεται, άμα το κοιτάς σαν ένας εστέτ. Όταν όμως θυμηθείς τα στενά, τα σκοτεινά, τα φονικά στενοσόκακα τα γεμάτα από όλες τις ακαθαρσίες· όταν θυμηθείς τη φτώχεια και την αθλιότητα της ζωής των ανθρώπων, το πνευματικό τους σκοτάδι, την εγκατάλειψή τους στη μοίρα τους· όταν θυμηθείς πως είναι τα θύματα μιας κοινωνικής βίας κι εκμετάλλευσης, που αφού τους πιει το αίμα, τους βουλιάζει όσο βαθύτερα μπορεί στην άγνοια, τότες η ομορφιά του οράματος χάνεται και αναδύεται το πραγματικό «νόημα» του τοπίου. Η ψυχή του. Ένας καλλιτέχνης που δε βλέπει αυτή την ψυχή θα αποδώσει μια ομορφιά όσο θέλει εντυπωσιακή, μα πάντα επιφανειακή, στατική, ψεύτικη. Το έργο του μπορεί να αρέσει, μα ποτές δε θα κινήσει τη σκέψη μας. Τη ναρκώνει. Κι αν το έργο του είναι ρεαλιστικό, ο ρεαλισμός του θα είναι αφαιρεμένος, άδειος, χωρίς περιεχόμενο. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο ρεαλισμό, που έχει για σκοπό του την πιστότητα της αντιγραφής (ή αναδημιουργίας) των φυσικών και ανθρώπινων «αντικειμένων» και στο ρεαλισμό που ζητάει να συνειδητοποιήσει την κοινωνική σημασία τους, είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό «σκήνωμα» και στο «πνεύμα» (οι όροι συμβατικοί). Αυτή η διαφορά καθορίζει από τη μια μεριά τη ματαιότητα του κριτικού κι αισθητικού ρεαλισμού και από την άλλη την επαναστατικότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

-Αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουν οι εικαστικές τέχνες ως ένα βαθμό. Ο Βελάσκεθ, ο Κουρμπέ, η γοτθική τέχνη, η ολαντέζικη σχολή, μας δώσανε υπέροχα ρεαλιστικά κομμάτια από τη ζωή. Αυτοί μας γνωρίσανε την εποχή τους· όλοι οι άλλοι μας δώσανε το… άπειρο! Για κείνους τους καιρούς, που δεν υπήρχε συνείδηση κοινωνικού αγώνα, μα Θεός πατήρ των πάντων, ο αισθητικός αυτός ρεαλισμός ήτανε μεγάλο κατόρθωμα. Σήμερα όμως ο κοινωνικός αγώνας είναι στην πρώτη γραμμή όλων των αξιών. Αυτό πήρε τη θέση του Υπέρτατου Όντος. Ο άνθρωπος έγινε κύριος της Τέχνης του. Η αστική τέχνη, είτε ρομαντική, είτε ρεαλιστική, είτε κλασική, απομονώνει το άτομο (το άτομο που δε δουλεύει) και το βάζει αντιμέτωπο σ’ όλη την κοινωνία. Και όταν ο ρεαλισμός είναι κριτικός, περιορίζεται στο να δείξει τα κακά, την αδικία, την απανθρωπιά του καθεστώτος, μα δε δίνει καμία λύση στο πρόβλημα. Ζητάει να διορθώσει όλα τούτα τα στραβά μέσα στα πλαίσια του συστήματος και με την καλή θέληση ή τη μόρφωση των ατόμων, χωρίς να θίξει τη βάση του συστήματος. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός κάμνει ήρωά του τον άνθρωπο της δουλειάς, αυτόν, που αγωνίζεται με πίστη και αισιοδοξία μαζί με όλη την κοινωνία για τη δημιουργία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Έτσι ο καλλιτέχνης μεταβάλλεται από ναρκωτής των ψυχών σε «αρχιτέκτονα των ψυχών». Νομίζω πως αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουνε πλατύτερα οι τέχνες του λόγου· γιατί διαθέτουν περισσότερο από τις εικαστικές τέχνες το μεγάλο μέσο της δράσης και της περιγραφής.

-Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό όμως δε θα πει πως οι εικαστικές τέχνες απαλλάσσονται από το χρέος να δημιουργούνε πάνου σ’ αυτή τη γραμμή. Και το παραμικρότερο πραματάκι από τις βιομηχανικές τέχνες παίρνει την κοινωνική του σημασία, άμα ο δημιουργός του τη νιώθει και ξέρει να τη δώσει. Αυτή η μουσική, που εκφράζεται με το πιο πνευματικό μέσο, μπορεί μια χαρά να κάνει αυτό το χρέος. Μην ξεχνάμε πως και το ρομαντικό ακόμα στοιχείο δεν είναι ασυμβίβαστο με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως είπε ο Ζντάνωφ. Γίνεται κι αυτό επαναστατικό εργαλείο, γιατί «όλη η ζωή του κόμματός μας, όλη η ζωή της εργατικής τάξης είναι ένας συνδυασμός της πιο σκληρής, της πιο νηφάλιας δουλειάς με το μεγαλύτερο ανθρώπινο ηρωισμό και με τις πιο μεγαλειώδικες προοπτικές».

-Για μας όμως, που κάνουμε τέχνη επαναστατική μέσα στα καπιταλιστικά καθεστώτα, αυτό το χρέος είναι κάπως διαφορετικό. Εμείς δεν αγωνιζόμαστε να οικοδομήσουμε το σοσιαλιστικό πολιτισμό, μα να ρίξουμε το αστικό κοινωνικό σύστημα. Συναντιόμαστε όμως με τους Ρώσους σε ένα σημείο. Ότι, όπως κι αυτοί, έτσι και μεις προσπαθούμε να αισθητοποιήσουμε το «αύριο» του κόσμου. Κι αυτό το «αύριο», με το να μην είναι ουτοπία, μα ιστορική αναγκαιότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή της έμπνευσής μας και τη μεγαλύτερη ζωντάνια και δύναμη της τέχνης μας –εννοώ εκείνων που έχουνε ταλέντο. 




Το παραπάνω απόσπασμα το βρήκα στο βιβλίο με τα «θυμήματα εξορίας» του κώστα βάρναλη από τον άι-στράτη, με επιμέλεια του ηρακλή κακαβάνη, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις καστανιώτη και το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους φίλους του ποιητή (και όχι μόνο). Περισσότερες λεπτομέρειες για το βιβλίο, μπορείτε να βρείτε ακολουθώντας αυτόν τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο.

Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Αυτός που έκανε τον κομμουνισμό ποίηση

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης για να παρακολουθήσει την παρουσίαση του «άγνωστου βάρναλη» -που δε μας είναι πλέον και τόσο άγνωστος μετά από την ανάγνωση του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη και από τόσες παρουσιάσεις του. Εδώ θα επιχειρήσω μια επιλεκτική παρουσίαση βασικών σημείων και στιγμιότυπων της εκδήλωσης, προσπαθώντας στο μέτρο του δυνατού να μη διαστρεβλώσω το περιεχόμενο των εισηγήσεων –είτε λόγω κακής δικής μου πρόσληψης, είτε λόγω βιαστικών σημειώσεων που αλλοιώνουν το νόημα.


Την εκδήλωση άνοιξε μια ζωντανή θεατρική αναπαράσταση της κατάθεσης του βάρναλη στη δίκη του λουντέμη, με την αίθουσα εκδηλώσεων να μετατρέπεται προσωρινά σε αίθουσα δικαστηρίου και το κοινό να απολαμβάνει την περήφανη στάση του ποιητή απέναντι στους δικαστές. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης υπήρχε επίσης καλλιτεχνικό πρόγραμμα με απαγγελίες και μελοποιημένα ποιήματα του βάρναλη, καθώς κι ένα τετράλεπτο βιντεάκι από την κηδεία του ποιητή, το δεκέμβρη του 74’, που τα αναφέρω εκτός χρονικής σειράς, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, για να δώσω βάρος στις εισηγήσεις.

Η θεατρικη αναπαρασταση της καταθεσης του Βαρναλη στη δικη του Λουντεμη
Στο άνοιγμά του ο δημοσιογράφος απόστολος λυκεσάς, που εκτελούσε χρέη συντονιστή, είπε πως ο βάρναλης έλεγε θαρρετά τη γνώμη του και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για δημόσιες σχέσεις –πού και να ζούσε σήμερα… συμπλήρωσε με νόημα. Μας διάβασε το καθόλα επίκαιρο ποίημα «η προσευχή του ταπεινού», όπου μέσα από την παρωδία του ζαχαρία παπαντωνίου (ή καρχαρία παπαφαταούλα, όπως αναφέρεται στο ποίημα), ασκείται καυστική κριτική σε όσους έχουν βάλει σκοπό της ζωής τους να σιτίζονται από το δημόσιο ταμείο. Και είπε ότι στο βιβλίο του κακαβάνη μας μιλάει περισσότερο ο ίδιος ο ποιητής, παρά ο μελετητής του, κάτι που μας βοηθά να «ανασύρουμε» τον άγνωστο βάρναλη στην επιφάνεια.

Ακολούθησε η εισήγηση της τεμεκενίδου, που έκανε μια εξαντλητική επισκόπηση των περιεχομένων του βιβλίου και κάποιων βιογραφικών στοιχείων του ποιητή. Κι αμέσως μετά ο ηθοποιός καλατζόπουλος, που αν δεν κάνω λάθος είναι και ιδρυτικό μέλος του κκυ, της κίνησης για την κριτική υποστήριξη του κουκουέ. Ο καλατζόπουλος έκανε αρχικά μια βιωματική τοποθέτηση για την πρώτη του επαφή με το έργο του βάρναλη μέσα από το βιβλία του καζάντζα, ενός εκδότη-πλασιέ, που είχε αντιληφθεί πολύ καλά πως αυτοί που κατεξοχήν διάβαζαν ήταν αριστεροί και τους έπειθε να αγοράζουν με δόσεις με το ακαταμάχητο επιχείρημα: πεθαίνεις-χάνω, πεθαίνω-κερδίζεις.

Ο καλατζόπουλος διάβαζε από τα μικράτα του στο θέατρο –όπου η παρουσία ενός ανθρώπου της εδα ήτανε κάτι σαν θεσμός- μαρξιστικά και λογοτεχνικά βιβλία, και συναντούσε αρκετές άγνωστες λέξεις (η σημερινή γενιά ίσως να είχε πολύ περισσότερες) που τον παίδευαν αλλά του άνοιγαν τους ορίζοντες. Θεωρούσε λοιπόν ότι γνώριζε πολύ καλά το βάρναλη, μέχρι που διάβασε το βιβλίο του ηρακλή και κατάλαβε πόσο άγνωστος του ήταν στην πραγματικότητα.

Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του «άγνωστου βάρναλη», που μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα: για να περάσει ευχάριστα η ώρα, να βγάλουμε συμπεράσματα για το σήμερα, ή να μάθουμε απλώς περισσότερα για έναν ποιητή που αγαπούσε πολύ τη ζωή και γι’ αυτό μπορούσε να θυσιάσει τη δική του –όπως όλοι οι κομμουνιστές- για την ίδια τη Ζωή, συνολικά.

Ο βάρναλης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση που –όπως κι ο καζαντζάκης ή ο σικελιανός- δε βρήκε τον κομμουνισμό ως έτοιμη ιδεολογία, αλλά ζυμώθηκε με τις ιδέες του και τις ασπάστηκε 40άρης σχεδόν, για να παραμείνει έκτοτε συνεπής και να ζήσει το κόμμα σε όλες τις ιστορικές περιόδους και τις διακυμάνσεις του. Κι αυτό αποδεικνύει πως δεν πρέπει να είμαστε ισοπεδωτικοί και να βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα. Και σε ένα γενικότερο επίπεδο πως το κκε έχει «δράκου ρίζα», συνεχίζοντας μέχρι σήμερα τη δράση του.

Κλείνοντας ο καλατζόπουλος αναρωτήθηκε γιατί δεν έχουμε σήμερα ένα βάρναλη –παρά τους πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς· φταίει μήπως το κακό το ριζικό μας; Και ανέτρεξε για την απάντηση στον οδηγητή, το πασίγνωστο βαρναλικό ποίημα, που είχε απαγγείλει κι ο ίδιος κάποτε σαν παιδί σε μια γιορτή των τυπογράφων –κάτι που ήταν αρκετό για να βαρύνει τον αστυνομικό του φάκελο.
Ο βάρναλης λοιπόν δεν ήταν σπορά της τύχης, αλλά τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής. Σήμερα η ανάγκη υπάρχει, αλλά δεν έχει ωριμάσει ακόμα η οργή μας.

Εν συνεχεία διαβάστηκε το μήνυμα του χουρμουζιάδη, που δυστυχώς δε μπόρεσε να παραβρεθεί στην εκδηλωση. Σε αυτό ο καθηγητής έλεγε ότι τα βιβλία δεν παρουσιάζονται, αλλά διαβάζονται. Το βιβλίο του ηρακλή όμως, αξίζει και τα δύο. Γιατί δε μελετά το βάρναλη μόνο ως ποιητή, αλλά κι ως άνθρωπο, με συγκεκριμένη άποψη. Και τον καθιστά δικό μας, ποιητή της ζωής μας, χωρίς δυσνόητες αναλύσεις ειδικών, που τελικά μας απομακρύνουν αντί να μας εξοικειώνουν με το αντικείμενό τους.

Από την τοποθέτηση του γιώργου σαρρή, ξεχώρισα την ιστορία με μια ορεσίβια γυναίκα που είχε ζήσει όλα τα χρόνια στο βουνό και είδε σε μεγάλη ηλικία τη θάλασσα, αναφωνώντας με θαυμασμό: πω-πω μπλιε νερό. Και τον παραλληλισμό με την ποίηση του βάρναλη, που είναι μια θάλασσα στην οποία πρέπει να κολυμπήσεις για να καταλάβεις το βάθος της.

Η πιο ενδιαφέρουσα εισήγηση πάντως ήταν αυτή του περικλή –κι αυτό πιστεύω είναι αντικειμενικό, ανεξάρτητα από την προσωπική μου γνωριμία με το σοβιετικό κυριούλη. Με κίνδυνο λοιπόν να την αδικήσω, θα προσπαθήσω να αναπαράγω επιλεκτικά κάποια βασικά της σημεία.

Ο περικλής ξεκίνησε με κάποια εισαγωγικά στοιχεία για την επαναστατική τέχνη και τη συνείδηση. Όρισε την τέχνη ως διαγενεακή επικοινωνία μέσω αισθητικών μορφών και τα κλασικά έργα ως αυτά που έχουν διαχρονική σημασία κι αναδεικνύουν τα θεμελιώδη στοιχεία της εποχής τους –γιατί ο ρόλος του καλλιτέχνη δεν περιορίζεται απλώς στην καταγραφή του υπαρκτού. Και ο βάρναλης το κάνει με έναν αισθητικά άρτιο τρόπο, σαν τεχνίτης του λόγου, που πολεμά με όσα μέσα διαθέτει, το λυρισμό, τη διεισδυτική ματιά, ενίοτε και την ειρωνεία.

Ο βάρναλης είναι ο πρωτόκλητος ποιητής της επανάστασης και τα έργα του αποτελούν μανιφέστα του ιστορικού υλισμού. Η περίπτωσή του είναι μοναδική, γιατί το άστρο του γεννιέται ενώ ο αστικός κόσμος εξαντλεί τον προοδευτικό του ρόλο και πολλοί καλλιτέχνες διαισθάνονται την παρακμή του, χωρίς να μπορούν να βρουν τη διέξοδο. Αλλά και για έναν ακόμη λόγο: επειδή ανατέλλει στην πιο σφριγηλή στιγμή του κομμουνιστικού κινήματος, σε αντίθεση με κάποιους μεταγενέστερους ποιητές της ήττας ή άλλους που συνδέθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με κάποιες προβληματικές πτυχές της ιστορικής διαδρομής του κινήματος.
Γι’ αυτό καταφέρνει να μας πάει πολύ μακριά, όσο δε μας πήγε κανείς άλλος, και να μιλήσει για αυτά που οι άλλοι κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν.

Αναδεικνύει τις πτυχές που δε μπορούσε να δει ο λαός και τον συμπονά, χωρίς να τον κολακεύει. Αντιμάχεται τα «ιδεολογικά φαντάσματα» που τον κατατρύχουν και την ψευδή συνείδηση που αναπτύσσει. Κρατά οξυδερκή στάση απέναντι στη θρησκεία, κατανοώντας ότι είναι προϊόν της αδυναμίας και της απελπισίας του λαού κι ότι η ηλικία της αντιστοιχεί στην ηλικία όλων των ταξικών κοινωνιών. Φέρεται με τρυφερότητα στα χριστιανικά σύμβολα, γιατί ως μαρξιστής καταλαβαίνει ότι είναι ανθρώπινα σύμβολα (το θείο δράμα πχ δεν είναι άλλο παρά το δράμα του ανθρώπου και η βαθιά του επιθυμία να λυτρωθεί) και σέβεται το λαό που τα γέννησε. Αντιστοίχως διατηρεί μοναδική συνέπεια και στο ζήτημα του έθνους.

Στέκεται απέναντι στον κομφορμισμό των διανοούμενων, που καταφεύγουν σε ωραία αφηρημένα ιδανικά και φανταστικούς κόσμους, με λέξεις κούφιες χωρίς σημασία. Καταπολεμά τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας του καλλιτέχνη, που μπορεί να αρθεί τάχα πάνω από τις πραγματικές αντιθέσεις. Παραμένει ιστορικά αισιόδοξος ως προς την κοινωνική προοπτική και την αναδεικνύει στο έργο του. Την περιγράφει ως ένα καθολικό, πανανθρώπινο ιδανικό και την υψώνει στο επίπεδο της συνειδητής ανάγκης. Σε τελική ανάλυση κρατά ζωντανούς με την ποίησή του τους λογαριασμούς που άνοιξε ο εικοστός αιώνας, και γι’ αυτό το έργο του ανήκει στο μέλλον.

Προς το τέλος έλαβε χώρα ίσως η πιο συγκινητική στιγμή της εκδήλωσης, με τον χαράκτη γιώργο φαρσακίδη να μη μας διαβάζει δυστυχώς, λόγω της συστολής του, αυτό που είχε ετοιμάσει για την περίσταση, αλλά να διηγείται από μνήμης ένα περιστατικό από τη μακρόνησο –που έδενε με την εξορία του βάρναλη- με τις προετοιμασίες των κρατούμενων για τις γιορτές των χριστουγέννων και έναν ανθρωποφύλακα με το προσωνύμιο βαν φλιτ να συλλαμβάνει τελικά τη φάτνη των αλόγων, χωρίς κανένα λόγον, για να ματαιώσει τον εορτασμό.

Το κλείσιμο έγινε από τον ηρακλή, που μεταξύ άλλων στάθηκε στην προσφώνηση του βάρναλη από το λαό ως δασκάλου ή μπαρμπα-κώστα, που σημαίνει πως τον θεωρούσε δικό του άνθρωπο και οικείο όσο κανέναν άλλο. Ενώ σημείωσε πως ο βάρναλης έψαξε απαντήσεις στην εποχή του και τις βρήκε, κάνοντας τον κομμουνισμό ποίηση.
Κι αυτή ήταν μάλλον η φράση που συμπύκνωσε καλύτερα όσα είδαμε και κρατήσαμε φεύγοντας από τον χώρο της εκδήλωσης.

Αποψη απο την καταμεστη αιθουσα εκδηλωσεων της Δημοτικης Βιβλιοθηκης

Κυριακή 7 Απριλίου 2013

Ο «άγνωστος Βάρναλης» στη Θεσσαλονίκη

Σε δύο εβδομάδες από σήμερα, το βιβλίο του ηρακλή κακαβάνη ο άγνωστος βάρναλης και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του ταξιδεύει στη θεσσαλονίκη και παρουσιάζεται στην αίθουσα εκδηλώσεων της δημοτικής βιβλιοθήκης. Η παρουσίαση θα γίνει στο δεύτερο όροφο του κτιρίου στην εθνικής αμύνης, το απόγευμα της κυριακής 21 απριλίου, στις 7μμ.
Μπορεί η σημαδιακή επέτειος του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών, να μοιάζει κάπως άκαιρη ως μέρα διεξαγωγής της, αλλά έχει κι αυτή τη σημειολογία της. Ας μην ξεχνάμε ότι ο βάρναλης έφυγε από κοντά μας, το δεκέμβρη του 74’, πλήρης ημερών, αφού πρώτα αξιώθηκε να δει το οριστικό τέλος τόσο της χούντας, όσο και της λαομίσητης βασιλείας.

Η κε του μπλοκ πιστεύει ακράδαντα πως όσοι βρεθούν στη λδ του βορρά εκείνη τη μέρα, αξίζει να δώσουν το «παρών» στην εκδήλωση, ακόμα κι αν έχουν διαβάσει το βιβλίο ή έχουν παρακολουθήσει τις προηγούμενες παρουσιάσεις του στην αθήνα· όχι μόνο για την αξία αυτή καθαυτή του βιβλίου, αλλά και για την εκλεκτή σύνθεση του πάνελ των ομιλητών, καθώς θα έχουν την ευκαιρία να ακούσουν ταυτόχρονα τις εξής παρεμβάσεις:

-του γιώργου χουρμουζιάδη, που έχει αποτραβηχτεί από το προσκήνιο τα τελευταία χρόνια –τελευταία φορά που τον θυμάμαι να παρευρίσκεται σε κάτι αντίστοιχο, ήταν προ διετίας, στο επιστημονικό συνέδριο στην έδρα της κετουκε για το γιάννη ρίτσο. Κι είναι ευτυχής συγκυρία που «θα σπάσει τη σιωπή του» σε μια εκδήλωση για τον άλλο μεγάλο ποιητή του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος. Εξάλλου το βιβλίο του ηρακλή είναι ένα είδος άτυπου παραρτήματος στα υλικά του δεύτερου επιστημονικού συνεδρίου, που είχε διοργανώσει η κετουκε, για να τιμήσει τον κώστα βάρναλη.

-του αειθαλή μακρονησιώτη χαράκτη-εικαστικού, γιώργου φαρσακίδη, που είχε βρεθεί και στην πρώτη παρουσίαση του βιβλίου, σε ένα ταβερνάκι στην καισαριανή. Και ο οποίος είχε τοποθετηθεί πρόσφατα και στον προσυνεδριακό διάλογο με μια αρκετά συγκινητική επιστολή.

-του σοβιετικού κυριούλη –και κατά κόσμον περικλή παυλίδη- που τρέφει μεγάλη εκτίμηση για το έργο του βάρναλη κι ετοιμάζει μια εισήγηση για το γενικό ρόλο της τέχνης από μαρξιστική σκοπιά.

-τον (πάλαι ποτέ) ζιγκ-ζαγκ μουσικό γιώργο σαρρή, που έχει βρεθεί (μαζί με την κιθάρα του) σε όλες τις μέχρι τώρα παρουσιάσεις του βιβλίου (και ίσως να είμαστε οι μόνοι που μοιραζόμαστε αυτό το απόλυτο) και μετά από τόσες φορές έχει αποκτήσει σχεδόν φιλική σχέση με το συγγραφέα.

-τον ηθοποιό γιάννη καλατζόπουλο
-και τη φιλόλογο σοφία τεμεκενίδου, που είναι τρόπον τινά η «φυσική κληρονόμος» της σκέψης του μακαρίτη γιώργου τεμεκενίδη, που ήταν γνωστός στην τοπική κοινωνία κι έχαιρε ευρύτερης εκτίμησης στους φιλολογικούς κύκλους της πόλης.

Συνεπώς, όσοι πιστοί προσέλθετε. Στη συνέχεια μπορείτε να διαβάσετε και την επίσημη ανακοίνωση-προαναγγελία της εκδήλωσης.



Οι εκδόσεις ΕΝΤΟΣ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου του δημοσιογράφου – συγγραφέα Ηρακλή Κακαβάνη

Ο άγνωστος ΒΑΡΝΑΛΗΣ
ΚΑΙ 19 ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΤΟΥ

 Την Κυριακή 21 Απριλίου 2013 και ώρα 7 μ.μ.
 στην Αίθουσα Εκδηλώσεων της Δημοτικής Βιβλιοθήκης Θεσσαλονίκης (Εθνικής Αμύνης 27, 2ος όροφος - τηλ. 2310 374807-8)

Για τον Κώστα Βάρναλη και το βιβλίο θα μιλήσουν οι:

Γιώργος Χουρμουζιάδης, Αρχαιολόγος, Καθηγητής του Αριστοτέλειου Πανεπιστήμιου,
Γιώργος Φαρσακίδης, Εικαστικός – Ζωγράφος,
Περικλής Παυλίδης, Επίκουρος Καθηγητής ΑΠΘ - Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης,
Σοφία Τεμεκενίδου, Φιλόλογος,
Γιώργος Σαρρής Τραγουδοποιός,
Γιάννης Καλατζόπουλος, ηθοποιός.

 Την εκδήλωση θα συντονίσει ο Δημοσιογράφος – Ποιητής Απόστολος Λυκεσάς.

 Μελοποιημένα τραγούδια του Βάρναλη θα ερμηνεύσει ο Μάκης Σεβίλογλου με το συγκρότημά του.

 Ομάδα ηθοποιών της Θεσσαλονίκης θα αποδώσει υπό τη μορφή θεατρικού αναλογίου την κατάθεση του Κώστα Βάρναλη στη δίκη Λουντέμη το 1956.


 Θα προβληθεί ντοκιμαντέρ για τη ζωή του ποιητή και ρεποτάζ από την πάνδημη κηδεία του.

Είπαν για το βιβλίο:

Γεωργία Λαδογιάννη (επίκουρος καθηγήτρια): Εχει πολλές αρετές αυτό το βιβλίο. Από την πρώτη του αράδα μέχρι την τελευταία περιέχει μικρούς και μεγάλους θησαυρούς. Με το υλικό που περιέχει θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά βιβλία (...) φέρνει στη συζήτηση καίρια θέματα άλλα γνωστά και άλλα άγνωστα, μα και στα γνωστά όμως ο κύριος Κακαβάνης έχει διεξέλθει όλη τη συζήτηση που έχει κάνει η φιλολογία.

Διονύσης Τσακνής (συνθέτης): Το βιβλίο αυτό είναι πάρα πολύ χρήσιμο (...): Γιατί δικαιώνει τον τίτλο του αρχικά και τον δικαιώνει διότι εμάς τους μη μελετητές αλλά τους απλούς εραστές της ποίησής του και της στάσης ζωής του μας φέρνει σε επαφή με άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του ποιητή και του έργου του. (...) Επίσης, η ημερολογιακή παράθεση που υπάρχει στο βιβλίο το καθιστά το βιβλίο αυτό και ιδιαίτερα χρηστικό.

Νίκος Μπογιόπουλος (δημοσιογράφος): Το βιβλίο του Ηρακλή είναι έτσι κι αλλιώς σπουδαίο και (...) νομίζω για εμάς τους μη ειδικούς η αξία του βιβλίου κρίνεται από την αντοχή του στο χρόνο, όπως και για τους ειδικούς, και όταν λέω για την αξία του στο χρόνο έχει να κάνει με το πόσες φορές εμείς οι μη ειδικοί θα το αναζητήσουμε στη βιβλιοθήκη μας. Από αυτή την άποψη, είναι σίγουρο ότι το βιβλίο του Ηρακλή πολλές φορές θα διαπιστώσουμε πόσο αξίζει γιατί πολλές φορές θα το αναζητήσουμε.

Σοφία Κολοτούρου (ποιήτρια): Οφείλουμε πολλά στον Ηρακλή Κακαβάνη για την συγκέντρωση αυτού του υλικού σε ένα βιβλίο, το οποίο και ελπίζω να αποτελέσει το πρώτο βιβλίο μιας μεγάλης σειράς κατά την οποία θα επανεκδοθούν τα άπαντα του Βάρναλη, με τον σχολιασμό που τους πρέπει από τους μελετητές τους και θα μπορέσουμε να τα έχουμε κι εμείς στη σύγχρονη βιβλιοθήκη μας. Γιατί ο Βάρναλης παραμένει πεισματικά σύγχρονος όσο οι καιροί αγριεύουν, παραμένει, όπως το είπε και μόνος του στους Σκλάβους Πολιορκημένους «η Ακοή του Κόσμου».

Οικοδόμος (bloger αλλά και κατ’ επάγγελμα οικοδόμος): Το βιβλίο τού Ηρακλή Κακαβάνη ερευνά άγνωστες ή λιγότερο γνωστές πλευρές του Βάρναλη και φέρνει στο φως της δημοσιότητας 19 ποιήματα. Όμως εκτός από αυτά -και άλλα- πολύ σημαντικά, η σπουδαιότητά του έγκειται στο γεγονός ότι φέρνει τον ποιητή πιο κοντά στους «ανίδεους» σαν και του λόγου μου, που επιπλέαμε στην επιφάνεια του έργου του με τη σιγουριά ότι ταξιδεύαμε σε γνωστά νερά. Το βιβλίο τού Κακαβάνη μας δίνει τη δυνατότητα να βουτήξουμε σ’ αυτά τα βαθιά νερά και να θαυμάσουμε την ομορφιά και τον πλούτο τους.

Νίκος Σαραντάκος (μεταφραστής συγγραφέας): Πρόκειται για ένα πολύ χρήσιμο βιβλίο, που καλύπτει πολλά κενά της βαρναλικής βιβλιογραφίας και που (ελπίζω τουλάχιστον ότι) θα βοηθήσει όσους θελήσουν να ασχοληθούν στο μέλλον με το έργο του Βάρναλη

Υγ: για άλλα τινά ανθρωποφαγικής φύσης, θα μιλήσουμε εντός των επόμενων ημερών..

Τρίτη 18 Δεκεμβρίου 2012

Ο άγνωστος Βάρναλης

Χτες το βράδυ η κε του μπλοκ βρέθηκε στην αίθουσα των εκδηλώσεων του εδοεαπ, (του ταμείου των δημοσιογράφων), για την ανοιχτή παρουσίαση του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη για τον άγνωστο βάρναλη (και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του) από τις εκδόσεις εντός. Είχε προηγηθεί πριν μερικές μέρες μια «κλειστή» παρουσίαση του βιβλίου σε δημοσιογράφους και blogger και η ανταπόκριση της κε του μπλοκ, που μπορείτε να θυμηθείτε εδώ.
Η απόφασή μου να ξαναγράψω για το ίδιο θέμα μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, δεν είναι γιατί ξεμείναμε από θέματα. Αλλά αφενός για να τιμήσει τη μνήμη του ποιητή και τη συμπλήρωση 38 χρόνων από το θάνατό του, αφετέρου γιατί αυτή η εκδήλωση δεν επανέλαβε όσα ειπώθηκαν στην προηγούμενη, αλλά ήρθε να προσθέσει πολλά και ουσιαστικά πράγματα.

Ρόλο συντονιστή είχε η συνάδελφος του ηρακλή στο ριζοσπάστη, σοφία αδαμίδου, που είπε στο άνοιγμα ότι το βιβλίο που θα παρουσιαστεί είναι από αυτά που ζηλεύει κανείς και θα ήθελε να τα έχει γράψει ο ίδιος. Ακολούθησε ο χαιρετισμός εκ μέρους του δσ του εδοεαπ, από ένα μέλος του και προσωπικό φίλο του ηρακλή, που ανέφερε και «το τρίτο μέλος της παρέας», τον δημοσιογράφο γιώργο πετρόπουλο, με την καθοριστική συμβολή στη συγγραφή του βιβλίου. Κι η δραματοποίηση του σατιρικού διαλόγου του βάρναλη «λόγια και πράξις», από τους ηθοποιούς στέλιο γεράνη κι εύα βάρσου.

Πρώτος μίλησε ο χρήστος αλεξίου, ακαδημαϊκός κι υπεύθυνος του περιοδικού θέματα λογοτεχνίας. Ο οποίος διηγήθηκε την πρώτη του επαφή με την ποίηση του βάρναλη –στην περιοχή της θεσσαλίας με μια ανταρτοεπονίτικη ομάδα, που ήταν χρεωμένη και με την πολιτιστική δουλειά, με τον 13χρονο τότε αλεξίου να ερωτεύεται κεραυνοβόλα τα ποιήματα που άκουσε και να ακολουθεί στο βουνό την ομάδα, που γυρνούσε από χωριό σε χωριό. Καθώς και τη γνωριμία του με τον ίδιο τον ποιητή –όταν κατέφυγε στην αθήνα κυνηγημένος από τους σούρληδες, το 47’, και μέσω του κορδάτου και του συλλόγου «οι φίλοι του βιβλίου» συνάντησε το βάρναλη σε ένα βιβλιοπωλείο, γωνία ακαδημίας και ιπποκράτους, κρατώντας ένα ρίζο της δευτέρας για να τον αναγνωρίσει ο ποιητής. Αλλά έμεινε αποσβολωμένος, γιατί είχε πλάσει στη φαντασία του το βάρναλη ψηλό και μαυριδερό. Κι αυτός βάζοντας το χέρι του πίσω απ’ το αυτί του, το ρώτησε: τι, δε σου γεμίζω το μάτι;

Μας διηγήθηκε επίσης ένα ακόμα περιστατικό από τις διαλέξεις του τόμσον στην αθήνα, το 61’, όπου ένας συντηρητικός ακαδημαϊκός αντέδρασε και ξέσπασε, «αυτά είναι μαρξιστικές ανοησίες, όχι επιστήμη», για να εισπράξει την πληρωμένη απάντηση του βάρναλη: άι να χαθείς γάιδαρε, είσαι και καθηγητής πανεπιστημίου!

Ως καθηγητής πανεπιστημίου στο μπέρμιγχαμ, ο αλεξίου ήταν εποπτεύων στην πρώτη διδακτορική διατριβή σχετικά με τον ποιητή (από τη θεανώ μιχαηλίδη που ανέλαβε αργότερα την ευθύνη του αρχείου βάρναλη) κι είναι σε θέση να (ανα)γνωρίζει τη σημασία και το κενό στη βιβλιογραφία που έρχεται να καλύψει το έργο του ηρακλή, καθώς και τη σπουδαιότητα του επιστημονικού συνεδρίου που έγινε πέρσι στην έδρα της κε, στον περισσό. Όπως επίσης και την άγνοια (εξ ου και άγνωστος βάρναλης, όπως αναφέρεται στον τίτλο) για τα σύμβολα στο έργο του ποιητή –τι είναι ο χριστός; Τι είναι ο προμηθέας; Η μάνα γη, κτλ. Ο οδηγητής πάντως είναι ο λένιν, όπως μάθαμε προς το τέλος, κατά την απαγγελία του ομώνυμου ποιήματος.

Ενδιάμεσα ο αλεξίου μας έδωσε μερικά παραδείγματα, ενδεικτικά για τον ασυμβίβαστο χαρακτήρα του στοχαστή βάρναλη. Ο οποίος θαύμαζε κι αγαπούσε τον παλαμά, αλλά όταν ο τελευταίος έγραψε σε ένα ποιήμά του για τους «λύκους-μπολσεβίκους», δε δίστασε να του δώσει μια σκληρή απάντηση «σπαράζουν τους μωρούς ποιητές οι λύκοι», για να την αφαιρέσει αργότερα από τις επόμενες εκδόσεις του ποιήματος. Ενώ αντίστοιχες κριτικές είχε ασκήσει και σε προσωπικότητες όπως ο δελμούζος κι ο τριανταφυλλίδης, που επίσης εκτιμούσε βαθύτατα.

Εάν ο αλεξίου δεν πρόλαβε να γράψει κάτι εισηγητικά για την περίσταση, και ζήτησε την κατανόησή μας για αυτό (!), ο νίκος σαραντάκος φάνηκε αντιθέτως να μην προλαβαίνει να μας διαβάσει ολόκληρη την εκτενή εισήγηση που ‘χε γράψει για το βιβλίο, το οποίο είχε διαβάσει σε διάφορες μορφές, κατά τη συγγραφή του ακόμα, συμβάλλοντας σημαντικά στην ολοκλήρωσή του. Ελπίζω η περιληπτική απόδοση όσων είπε βάση σημειώσεων που μπόρεσα να κρατήσω, να μην αδικήσει το λόγο του, που ήταν πυκνός και χειμμαρώδης ως προς τη ροή του.

Αρχικά καταπιάστηκε με το ερώτημα που βάζει ο ηρακλής στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του: γιατί κάποια από τα ποιήματά του ο βάρναλης, ενώ τα δημοσίευσε στον καιρό τους, δεν τα συμπεριέλαβε στις συλλογές ποιημάτων που εξέδωσε; Αναφέρθηκε σε ένα χρονογράφημα του βάρναλη στην πρωία (οι καταλοιποθήραι), όπου καταφέρεται ενάντια στους τυμβωρύχους (αν όχι εμπόρους) του πνεύματος που σκαλίζουν τα οστεοφυλάκια των νεκρών ποιητών, για να βρουν ό,τι να ‘ναι και να το δημοσιέψουν (ατελή κι ανέκδοτα ή πρωτόλεια ποιήματα που δε συμπεριλήφθηκαν στις οριστικές συλλογές τους). Αλλά [αναφέρθηκε] και στον αντίλογο που λέει ότι ο ίδιος ο βάρναλης είχε εμπνευστεί μια απάντηση σε ένα καβαφικό ποίημα, το οποίο δημοσιεύτηκε μόλις το 63’ (30 χρόνια μετά το θάνατό του). Κι ότι με αυτό το σκεπτικό δεν θα είχαμε σήμερα σημαντικά έργα του κάφκα –όπως τη δίκη, και τον πύργο- ο οποίος είχε ζητήσει στη διαθήκη του να καούν τα χειρόγραφά του –αλλά ευτυχώς δεν εισακούστηκε από το φίλο του, που είχε αναλάβει να την εκτελέσει.

Ο σαραντάκος είπε επίσης ότι πολλές ενότητες του βιβλίου θα μπορούσαν να σταθούν ξεχωριστά ως αυτοτελείς μονογραφίες, όπως πχ το κεφάλαιο για την εξορία, για την οποία ο βάρναλης είχε γράψει τις αναμνήσεις του σε μια μαρτυρία, που προοριζόταν να δημοσιευτεί στο ριζοσπάστη, αλλά το χειρόγραφο κάηκε με τη δικτατορία του μεταξά και χάθηκε. Μίλησε για την υποδειγματική ανάλυση των μαρασλειακών από το συγγραφέα, σε αντίθεση πχ με την προσέγγιση της ρεπούση που επικεντρώνει την ανάλυση των αιτιών αποκλειστικά στη ρόζα ιμβριώτη και το χτύπημα του φεμινισμού, αποσιωπώντας τη δίωξη του κώστα βάρναλη, που προηγήθηκε χρονικά.

Μίλησε ακόμα για την ιδιαίτερη γλώσσα και τον ψυχαρικό λόγο του βάρναλη, που δεν έχει τοπικούς αλλά πανελλήνιους ιδιωματισμούς, και για τις διάφορες κατηγορίες ποιημάτων του –πρωτόλεια, καταγραμμένα εκτός απάντων, αθησαύριστα κι ατελή, όπως το όχι του λαού, όπου ο ποιητής είχε σημειώσει στο χειρόγραφο ένα «ΟΧΙ», που κανείς δεν γνώριζε με σιγουριά αν αναφερόταν στον τίτλο του ποιήματος ή απέρριπτε έτσι τη δημοσίευσή του.

Επισήμανε επίσης το παράδοξο να έχουν εκδοθεί τα άπαντα ωραιότατων αλλά λιγότερο σημαντικών ποιητών από το βάρναλη, για το οποίο ευθύνεται εν μέρει κι ο ίδιος ο ποιητής, εξαιτίας της τελειομανίας του, καθώς τα αναδημοσίευε με το σταγονόμετρο, ή τα ξαναδούλευε όσο σήκωναν –γι’ αυτό κι ο ίδιος έλεγε ότι δε θυμόταν απέξω κανένα ποιήμά του. Και κατά μία άλλη εκδοχή –που δε βρίσκει σύμφωνο τον ηρακλή-εξαιτίας του φόβου του για τυχόν διώξεις, ή μη τυχόν δημοσιευτούν πρωτόλεια ποιήματά του, πχ αυτά που έστειλε κάποτε στον παλαμά.

Στο τέλος ο σαραντάκος χαρακτήρισε τον μ. παπαϊωάννου ως τον κορυφαίο σύγχρονο βαρναλιστή, αυτολογοκρίθηκε στα σημεία που δεν είχε προλάβει να αναπτύξει (ιδεολογική αντιπαράθεση με ιδεαλισμό, αθεϊκά, δίκη λουντέμη) και έκλεισε με ένα σχόλιο αναγνώστη από το ιστολόγιό του, που άφησε ο σφος οικοδόμος.

Στη συνέχεια ακολούθησε μια πολύ ιδιαίτερη και συγκινητική εισηγητική τοποθέτηση από την ποιήτρια σοφία κολοτούρου, που έχει υποστεί πλήρη απώλεια της ακοής της –κάτι που έχει επηρεάσει αναπόφευκτα και την εκφορά του λόγου της. Παράλληλα όμως είχε ένα ιδιαίτερο κοινό γνώρισμα με το βάρναλη, που ήταν βαρήκοος, και ανέπτυξε αυτό ακριβώς το θέμα των ήχων στο έργο του ποιητή, μιλώντας μεταξύ άλλων για τη δύναμη που έχουν οι ποιητές να αφουγκράζονται τον κόσμο γύρω τους, ακόμα κι όταν δεν ακούνε.

Η σκυτάλη πέρασε στον καζάκο, που αναρωτήθηκε φωναχτά «εμένα τώρα γιατί με φώναξαν;», αλλά όπως είπε στο κλείσιμο κι ο ηρακλής δεν υπήρχε κάποιος που θα μπορούσε να μεταδώσει καλύτερα, με τέτοια αμεσότητα τα μηνύματα της ποίησης του βάρναλη.
Στην αρχή διηγήθηκε την πρώτη του συνάντηση με τον ποιητή, σε ένα κουτούκι στην πλάκα, μαζί με άλλους συμφοιτητές του από τη θεατρική σχολή, όπου ο βάρναλης τους ζήτησε να του πουν απέξω κάποιο ποίημά του, κι αυτοί του απήγγειλαν τους μοιραίους. Καθώς και μια άλλη συνάντηση, στο πατάρι του λουμίδη, όπου τον χαιρετούσαν με σεβασμό κι αυτός τους έλεγε: μην προσκυνάτε βρε, και σας μείνει κουσούρι.

Μας διηγήθηκε επίσης ένα επεισόδιο από τη συμμετοχή του σε μια επιτροπή του υπουργείου πολιτισμού,στα μέσα της δεκαετίας του 80’, όπου έκοψαν σύσσωμη μια τάξη τελειόφοιτων, γιατί δεν ήξερε κανείς τους τίποτα για το βάρναλη. Κι έτσι δημιουργήθηκε πολιτικό θέμα, με τη μελίνα να πιέζει την επιτροπή να ανακαλέσει και να την εξαναγκάζει ουσιαστικά σε παρίατηση.

Ενώ στη συνέχεια –χωρίς να νιώθει ότι ξεφεύγει από την ουσία του θέματος- μίλησε: για την απέχθειά του προς τη φιλολογία της ήττας, των αγώνων και της αριστεράς, και κατά συνέπεια τους «ποιητές και τους καλλιτέχνες της ήττας». Για τους νόμους της κοινωνικής εξέλιξης, την ενότητα και πάλη των αντιθέτων. Και για το κίνημα, που αναπτύσσεται ασταμάτητα από αυτή την αντίθεση και μπορεί να γονατίζει, αλλά δε σταματά, ούτε πισωγυρίζει. Μίλησε επίσης για το δσε, που είναι πηγή περηφάνιας, κι όχι ήττα, επειδή έχασε από έναν πάνοπλο στρατό, που ενισχύθηκε από άγγλους, αμερικανούς και τα κέρατά τους... Αλλά και για την ελπίδα που είναι μόνο για τους πεθαμένους, που ελπίζουν στην κρίση της δευτέρας παρουσίας και όχι για τους ζωντανούς [–τι είναι ελπίδα; Τρώγεται αυτό το πράγμα;] που δεν πρέπει να ελπίζουν, αλλά να δρουν. Τώρα αντιθέτως έχουμε ένα εμπόριο ελπίδας, που συν τοις άλλοις είναι και κάλπικες.
Άλλο όμως να στα περιγράφει κανείς όλα αυτά κι άλλο να τα βλέπεις ζωντανά, με το ύφος και την παραστατικότητα του καζάκου.

Ο γιώργος σαρρής τέλος στάθηκε στην «τρομερή σύνθεση του πάνελ», όπου ένιωσε να κυλάει πηχτή δίπλα του η ιστορία, και είπε ότι σήμερα δεν έχουμε ανάγκη από περισσότερο βάρναλη, αλλά από περισσότερη βαρναλική ουσία, με το βιβλίο του ηρακλή να βάζει ένα μικρό τουβλάκι σε αυτήν την κατεύθυνση. Στο τέλος της εκδήλωσης τραγούδησε με την κιθάρα του δυο μελοποιημένα τραγούδια του βάρναλη, ενώ αργότερα έδωσε το «παρών» και στη συνεστίαση της αχτίδας καλλιτεχνών του κκε, ολοκληρώνοντας ένα γεμάτο πρόγραμμα.

Ενδιάμεσα είχαμε την απαγγελία ποιημάτων από τον χρήστο αλεξίου κι από το μακρονησιώτη συγγραφέα σωτήρη κράνια, που «πέτυχαν» αρκετά καλά και τη φωνή του μπαρμπα-βάρναλη. Καθώς και το κλείσιμο του συγγραφέα, στο οποίο ο ηρακλής στάθηκε στις ελάχιστες αναφορές που υπήρχαν στον τύπο και το διαδίκτυο για την επέτειο θανάτου του κώστα βάρναλη –μεταξύ των οποίων και η χυδαία δημόσια τοποθέτηση της χρυσής αυγής για το «κτήνος της βουλγαροφροσύνης». Μίλησε επίσης για τις επίσης ελάχιστες αναφορές των σχολικών βιβλίων στο έργο του ποιητή και έκανε ειδική μνεία στα δυο ντοκιμαντέρ της κρατικής τηλεόρασης –εκ των οποίων το ένα προβλήθηκε προχθές βράδυ στην ετ1- που είναι αξιόλογα και με πολύ καλή προσέγγιση στο έργο του βάρναλη, αλλά του ασκούσαν παράλληλα άδικη κριτική, γιατί τάχα ήταν υπερβολικά αισιόδοξος, με μια σχηματική ιδεολογική γραμμή της πάλης του καλού με το κακό, ενώ το έργο του είχε υπερβολικό ιδεολογικό φορτίο...

Επί τη ευκαιρία αναφέρθηκε και στο σχετικό ντοκιμαντέρ που επιμελήθηκε η σοφία αδαμίδου –που προβλήθηκε πρόσφατα από την τηλεόραση του 902- αλλά δυστυχώς δε μπορέσαμε να το παρακολουθήσουμε εξαιτίας ενός τεχνικού προβλήματος, όπως εξάλλου και ένα άλλο σύντομο βιντεάκι με στιγμιότυπα από την κηδεία του ποιητή.


Σε κάθε περίπτωση όμως φεύγοντας από την εκδήλωση για τον άγνωστο βάρναλη, νιώθαμε ότι γνωρίζαμε πολύ καλύτερα το έργο του και πως δε μας ήταν πλέον τόσο άγνωστος. Κι αυτή είναι η πραγματική αξία του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη.

Πέμπτη 22 Νοεμβρίου 2012

Μες στην ισόγεια την ταβέρνα

Προχτές η κε του μπλοκ βρέθηκε σε ένα ταβερνάκι της καισαριανής για την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη για τον άγνωστο βάρναλη και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του, που είτε δεν είχαν συμπεριληφθεί στις συλλογές που έχουν εκδοθεί, είτε βρίσκονταν στο προσωπικό αρχείο του ποιητή, που φυλάσσεται στη γεννάδειο βιβλιοθήκη κι αξιοποιήθηκε για τους σκοπούς της μελέτης, με την άδεια της ευγενίας βάρναλη.


Μια μελέτη που έγινε βιβλίο από τις (πολύ ενδιαφέρουσες και με πολιτικό στίγμα) εκδόσεις εντός, και κατάφερε να μαζέψει πολλούς εκλεκτούς και σημαντικούς ανθρώπους, όπως σημείωσε ένας από τους εισηγητές. Και δεν εννοούσε εμάς, όπως είπε χαριτολογώντας ο σύντροφος οικοδόμος απ’ το τραπέζι μας. Αλλά πρωτίστως τον αειθαλή καλλιτέχνη γιώργο φαρσακίδη που έδωσε το παρών. Κι από κοντά τον καλαμούκη της ελληνοφρένειας, τη μηλιαρονικολάκη από το τμήμα πολιτισμού της κετουκε -που μας μοίρασε και μια πρόσκληση για τη σατιρική θεατρική παράσταση φως που πάντα καίει, τον νίκο μπογιόπουλο, το διονύση τσακνή, τον σκαμνάκη από το ναρ και πολλούς άλλους.

Μες στην… ισόγεια την ταβέρνα λοιπόν, όπως είπε ο μπογιόπουλος στο άνοιγμα, κι όπως μάλλον θα προτιμούσε και ο μπαρμπα-βάρναλης, παρακολουθήσαμε μια ωραία εκδήλωση, που ξεκίνησε με την ανάγνωση από ηθοποιούς (εν είδει θεατρικού) ενός σατιρικού διαλόγου του ποιητή με τίτλο «λόγια και πράξις» με τον οποίο παίρνει θέση στη διαμάχη της εποχής του μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού.

Στο διάλογο συμμετέχουν ο… μεταφυσικός γιάννης κολοκυθάκης –που είναι ο ιδεαλιστής λόγιος της τέχνης αποστολάκης- και μια απλοϊκή νεαρή γυναίκα, η μαριγούλα –που ο κολοκυθάκης θα προτιμούσε να ‘ταν βεατρίκη-θεολογία. Η μαριγούλα θεωρεί τον κολοκυθάκη ασυνάρτητο, μα αυτός περνιέται για βαθύς και της εξηγεί φλυαρώντας με αμπελοφιλοσοφίες την υπεροχή της ιδέας απ’ την ύλη. Όταν όμως η μαριγούλα του λέει ότι θα τον απατήσει με τον ανδρέα και θα του δοθεί με το κορμί, «ήγουν φαινομενικά», γιατί η ψυχή κι η ιδέα θα μείνει απείραχτη, ο κολοκυθάκης ορμάει μανιασμένος να την πνίξει, αποδεικνύοντας έμπρακτα τη διαφορά των λόγων από τα έργα.

Ο μπογιόπουλος έκανε μια σύντομη εισαγωγική τοποθέτηση μιλώντας για «τον παππού των λαϊκών αγώνων», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο ρίτσος, τον ιδρυτή της επαναστατικής τέχνης στην ελλάδα, που αναποδογύρισε μια έτοιμη ζωή, κι άρχισε να γράφει για αυτούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν (λειβαδίτης), χωρίς όμως να τους χαϊδεύει, ώστε να πάψουν να είναι θύμα, ψώνιο, σύμβολο αιώνιο.

Στη συνέχεια περιορίστηκε στο ρόλο του συντονιστή, κάνοντας μικρές γέφυρες μεταξύ των άλλων ομιλητών, τις οποίες διάνθιζε με δηλώσεις από συνεντεύξεις του βάρναλη...
-όλες οι τέχνες πολιτεύονται, είτε το ξέρουν είτε όχι. Η διαφορά της επαναστατικής τέχνης είναι ότι το γνωρίζει. Γιατί αν κάποιος είναι αντιδραστικός από συνήθεια, μόνο με τη γνώση και τη συνείδηση μπορεί να το αλλάξει.
…ή με σπαρταριστά περιστατικά από τη ζωή του –όπως τη γνωριμία του με μια νεαρή ποιήτρια, που συστήθηκε στο δάσκαλο ως αθανασία κι αυτός άρχισε να την πιάνει και να την πασπατεύει λέγοντας: αθανασία, αθανασία, εσένα γύρευα σε όλη μου τη ζωή…


Η σκυτάλη πέρασε στο γιώργο σαρρή που μίλησε –όχι ως ειδικός, αλλά ως καλλιτέχνης- για τον ποιητή που έκανε το λόγο μουσική κι ακόνιζε το ποιητικό του μαχαίρι όσο κανείς, κλείνοντας με ένα κείμενο του βάρναλη για τον ταξικό χαρακτήρα της τέχνης.

Αμέσως μετά μίλησε η καθηγήτρια του πανεπιστημίου ιωαννίνων λαδογιάννη, που έχει αφιερώσει πολύ χρόνο στη μελέτη του βαρναλικού έργου. Μπορεί να άργησε κάπως να βρει ρυθμό –εξαιτίας και της αγωνίας της να τα χωρέσει όλα- αλλά συνολικά είπε αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα: Για την επιμέλεια ενός λεξικού για τη γλώσσα του βάρναλη, στα πρότυπα μιας αντίστοιχης δουλειάς που είχε γίνει παλιότερα για το σολωμό, της οποίας όμως το υλικό απωλέστηκε –κι αυτό είναι ένα παράδειγμα για το πώς προωθείται η έρευνα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Για τις περιπτώσεις όπου ο βάρναλης ανακαλύπτει την αποστασιοποίηση πριν κι από τον ίδιο το μπρεχτ. Για τα φαντάσματα του βάρναλη, το σολωμό χωρίς μεταφυσική, και τους στοιχειωμένους πόθους του λαού για την ελευθερία, η οποία πάει με τους ισχυρούς της γης. Για το σκαρίμπα, το ρεμπέτικο, το λαϊκό εξπρεσιονισμό κι ένα σχετικό άρθρο που είχε γράψει η ίδια στην ουτοπία. Για τους φοιτητές της που ξέρουν όλοι τους απέξω, τους μοιραίους του βάρναλη, ενώ μπορεί να μη γνωρίζουν τον εθνικό ύμνο –υποθέτω πως εννοεί ότι δεν ξέρουν και τις 150τόσες στροφές, αλλιώς είναι ίσως λίγο τραβηγμένος ισχυρισμός. Και για το ιστορικό πλαίσιο της ποίησης του βάρναλη, τις περιπέτειες και τις διασπάσεις (με πολιτικές προεκτάσεις) του εκπαιδευτικού ομίλου του δελμούζου και διαφόρων επιθεωρήσεων τέχνης.

Ο κύκλος των ομιλητών έκλεισε με τον τσακνή που ήταν και ο καλύτερος όλων κατά τη γνώμη μου, βάζοντας πολύ εύστοχα δυο-τρία σημεία, «όπως κάναμε παλιά στις κόβες».
Ο τσακνής είπε ότι το βιβλίο του ηρακλή είναι πολύ χρήσιμο –και χρηστικό συν τοις άλλοις- κατά πρώτον γιατί δικαιώνει τον τίτλο του και φέρνει σε επαφή τον αναγνώστη (ερασιτέχνη ή μελετητή) με άγνωστες πτυχές της ζωής και του έργου του βάρναλη. Και κατά δεύτερον και κυριότερο, επειδή προβάλλει τον πολιτισμό της αριστεράς, το βαρύ πυροβολικό από το οπλοστάσιό μας, που είμαστε υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να το μεταχειριστούμε, εφόσον δεχόμαστε επίθεση με ατομικές βόμβες λάιφ-στάιλ.

Ο βάρναλης ήταν παράδειγμα για τη στάση ζωής της μαχόμενης αριστερής ελληνικής διανόησης, που δεν ήταν διανόηση για τη διανόηση, αλλά στάθηκε δίπλα στο εργατικό κίνημα. Και ήταν τόσο ισχυρή, που είχε κερδίσει αυτό που ο γκράμσι ονόμαζε πόλεμο θέσεων, δηλ τον πόλεμο της ιδεολογίας. Κι ενώ τότε ο λαός επευφημούσε τους διανοούμενους στις παρελάσεις της απελευθέρωσης και τους έλεγε με ενθουσιασμό «είστε η φωνή μας!», σήμερα η διανόηση αυτή κρύβεται ή απλώς δεν υπάρχει. Εκείνο το διάστημα ο δελμούζος ήταν διευθυντής στη μαράσλειο, όπου δίδασκε η ρόζα ιμβριώτη, ενώ ο γληνός ήταν διευθυντής της παιδαγωγικής ακαδημίας. Και αυτά τα αξιώματα δεν τους τα χάρισαν, αλλά τα κατέκτησαν.

Και όταν κυρώθηκε η εξάμηνη παύση στο βάρναλη για το φως που καίει, η διανόηση της εποχής του συμπαραστάθηκε σύσσωμη κι ανάμεσα στις υπογραφές ήταν αυτές του παλαμά και του καβάφη. Ενώ τώρα αν καταγγείλει κανείς εμένα πχ, είναι ζήτημα αν θα μαζευτούν μια ντουζίνα υπογραφές, είπε ο τσακνής. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνο αν είμαστε ισχυροί, θα ‘χουμε τέτοιες συμμαχίες.
Το οποίο είναι άκρως διδακτικό και με πολιτικές προεκτάσεις –λέω εγώ. Αρκεί να μην το βάλει κανείς ανάποδα –με τα πόδια πάνω σαν τη διαλεκτική του χέγκελ- για να (μπορεί να) καταλήξει στο σύριζα, με ήσυχη τη συνείδησή του. Κι αυτό προφανώς δεν αναφέρεται στον τσακνή.

Μίλησε επίσης για την ταξική υφή του γλωσσικού ζητήματος και τη διαμάχη του δημοτικισμού με την καθαρεύουσα, που την χρησιμοποιούσε το κράτος για να κρατήσει το λαό μακριά από τη γνώση. Κι έκανε μια ξώφαλτση αναφορά στη φωνητική γραφή που φαίνεται να υποστηρίζει σε μια συνέντευξή του ο βάρναλης και την οποία σήμερα προωθούν –εν είδει πραγματικού «μαλλιαρισμού»- οι ευρωπαϊστές, αποδεικνύοντας ότι τίποτα δεν είναι δοσμένο για πάντα ως προοδευτικό και μπορεί σε διαφορετικές συνθήκες να εξελιχθεί σε αντιδραστική θέση. Κάτι που προκάλεσε τη ζωηρή αντίδραση και παρέμβαση της φιλολόγου που είναι υπεύθυνη του περιοδικού «θέματα παιδείας», κι η οποία είπε πως ο βάρναλης δεν έπεσε ποτέ θύμα μαλλιαρισμού, αλλά ο λόγος του είχε επίτηδες ακραίες φράσεις, τις οποίες δεν θα χρησιμοποιούσαν ποτέ οι αστοί, ώστε ο συμβιβασμός που θα επερχόταν να ήταν πιο κοντά στη δική μας γλώσσα.

Ο τσακνής έκλεισε την παρέμβασή του διηγούμενος μια στιχομυθία του βάρναλη με το δικαστήριο, στη δίκη του λουντέμη. Όταν ο δικαστής ρώτησε το δάσκαλο –που ήταν και λίγο περήφανος στα αυτιά- να πει αν ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος, ο βάρναλης απάντησε ότι η ενοχή του καθενός κρίνεται από τις απαντήσεις του σε τρία ερωτήματα. Ζώντας σε μια άδικη κοινωνία με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή τους αδικημένους; Όταν την χώρα του τη δένουν τα δεσμά της τυραννίας, με ποιους θα είναι; Με τους τυράννους ή τους τυραννισμένους; Κι όταν η πατρίδα του υποστεί την εθνική σκλαβιά, αυτός τι θέση θα πάρει; Με τους καταχτητές ή τους καταχτημένους; Σε αυτά τα ερωτήματα ο λουντέμης έχει δώσει τις σωστές απαντήσεις.

Κι όταν ο δικαστής τον ρώτησε αν ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με αυτό το είδος υπεράσπισης που του έκανε, ο βάρναλης του είπε: ρωτήστε τον εσείς. Αν συμφωνεί μαζί σας, τότε εγώ φεύγω.
Ο λουντέμης φυσικά πήρε το μέρος του βάρναλη. Κι όταν αργότερα, ο δικαστής του έλεγε να κάνει μια δηλωσούλα, για να καθαρίσει, ο λουντέμης απάντησε περήφανα: ο άνθρωπος έκανε εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί στα δυο του πόδια, δε θα τον γυρίσω εγώ πίσω στα τέσσερα.

Από το κλείσιμο που έκανε ο συγγραφέας, προσωπικά ξεχώρισα δύο στοιχεία. Αφενός ότι ο βάρναλης ήταν η πραγματική αιτία των μαρασλειακών –ενώ η περίπτωση της ρόζας ιμβριώτη ήταν απλώς το «άλλοθι» κι η αφορμή για να ξεσπάσουν. Κι αφετέρου μια σημείωση σχετικά με τη γραμματική του τριανταφυλλίδη, όπου η μοναδική κριτική στην οποία απάντησε ο συγγραφέας της ήταν αυτή του βάρναλη…!
Η εκδήλωση συνεχίστηκε με μεζέδες, την κιθάρα του γιώργου σαρρή και τα μελοποιημένα ποιήματα του βάρναλη –τουλάχιστον ως το σημείο που παρέμεινα εγώ.

Στον επίλογο αυτής της ανταπόκρισης η κε του μπλοκ αισθάνεται την υποχρέωση να ευχαριστήσει δημόσια το συγγραφέα του βιβλίου που μου εξασφάλισε πρόσκληση εξαντλώντας τις δυνατότητες και την ελαστικότητα των χρονικών προθεσμιών. Καθώς επίσης και τους υπόλοιπους ιστογράφους που βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι για την καλή παρέα και την «ειρηνική συνύπαρξη», κρατώντας μια ιδιαίτερη μνεία στο συναγωνιστή από τη σεισάχθεια (όχι την «ιμιτασιόν» του καζάκη), ο οποίος μου παραχώρησε ευγενικά το δικό του αντίτυπο.

Υγ: Εδώ μπορείτε να διαβάσετε και το ρεπορτάζ του ρίζου για την εκδήλωση.