Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπερνστάιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα μπερνστάιν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Βαρβαρότητες

Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;
Ιδου η απορία. Η οποία λύθηκε εις βάρος μας το 89 για να μας γεμίσει με άλλες τόσες, για το πώς και το γιατί της ήττας.
Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς τον υπαρκτό; Ήταν κι αυτός μια κάποια λύσις..

. Αρρώστια..

Το διπολο σοσιαλισμός-βαρβαρότητα αποτελεί μια διαλεκτική αντίθεση όπου οι δύο πόλοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και μετατρέπονται ο ένας στον άλλον.
Οι αστοί μας πλάσαραν το σοσιαλισμό για βαρβαρότητα και τον τρίτο δρόμο του καπιταλισμού για σοσιαλισμό.

Ο σύντροφος με το μουστάκι απάντησε διαλεκτικά συγκεράζοντας τους δύο πόλους.
Ενα δύο, εν-δυο κάτω, έχουμε αρχηγό βαρβάτο. Που τον κατηγόρησαν για βαρβαρότητες και εγκλήματα, αλλά αυτά μοιάζουν κάπως με τις διαμαρτυρίες για το γόρδιο δεσμό και τις σταλινικές πρακτικές του αλέξανδρου που τον έλυσε με το σπαθί του. Το στυλ δουλειάς το επιβάλλουν τα καθήκοντα που καλούμαστε να λύσουμε. Από την άλλη όμως οι συνθήκες ερμηνεύουν αλλά δε δικαιολογούν πάντα τις ιστορικές πράξεις.

Ο γιωργάκης επανέφερε το δίλημμα στις μάζες των εκλογέων και είχε δίκιο, αλλά δε διευκρίνισε ποιο από τα δύο σκέλη εκπροσωπεί. Όπως σε εκείνο το σκίτσο ενός γελοιογράφου της «Ε», όπου οι έλληνες παίζουν τον παπά με το γιωργάκη, διαλέγουν ένα φύλλο κι αυτός τους λέει: λυπάμαι, χάσατε. Βαρβαρότητα.
Ευθεία παραπομπή στο ειδοποιό χαρακτηριστικό της οικογένειας. Παπανδρέου- παπατζή, παπανδρέου είσαι κι εσύ.

Οι δύο πόλοι είναι διαλεκτικά δεμένοι. Ο σοσιαλισμός έγινε βάρβαρος, για να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική βαρβαρότητα με τα ίδια μέσα. Φυλακές, καταστολή, μυστική αστυνομία. Αλλά και τειλορισμός, δουλειά με το κομμάτι, νόρμες, υλικά κίνητρα. Ενώ ο καπιταλισμός ενσωμάτωσε στοιχεία «σοσιαλιστικά» για να ανακόψει την ορμή και την εξάπλωση του αντίπαλου δέους. Κοινωνικό κράτος, κευνσιανισμός, δημόσιος τομέας. Μικρές παραχωρήσεις για να μην τα χάσει όλα.

Το θέμα είναι ότι ο σοσιαλισμός κινδυνεύει να γίνει ένα με τα πίτουρα και να τον φάνε οι κότες και τα μαύρα κοράκια -με νύχια γαμψά. Ενώ ο καπιταλισμός δε μπορεί να απαρνηθεί τη φύση του και να μεταλλαχθεί σταδιακά σε σοσιαλισμό, όπως ονειρεύονται παλιοί και σύγχρονοι μπερνστάιν.

Οι οποίοι συμφωνούν από διάφορες κατευθύνσεις ότι ο υπαρκτός ήταν μια βαρβαρότητα με τραγική εξέλιξη -οι μεν όταν ξεκίνησε κι οι δε τώρα που μας τέλειωσε. Κι όλως τυχαίως ευδοκίμησαν ως είδος πριν και μετά την ιστορική ύπαρξη του υπαρκτού. Ο οποίος τους έβαλε στο περιθώριο για να τους ξαναφέρει λαθραία στο προσκήνιο στα χρόνια της παρακμής του, μετά το εικοστό συνέδριο.

Αλλά οι σύγχρονοι επίγονοι ξεπερνάν τον εδουάρδο. Γιατί αυτός εξέφραζε τουλάχιστον τις αυταπάτες της μπελ εποκ του. Ενώ αυτοί εκπροσωπούν το ρεαλισμό της ήττας και της υποταγής στη βαρβαρότητα. Και λένε ότι ο στόχος του σοσιαλισμού δεν είναι άμεσος-πολιτικός, αλλά αφηρημένος σαν τη δευτέρα παρουσία.

Αυτό δε σημαίνει ως προς τις συμμαχίες μας ότι πας μη κουκουές βάρβαρος. Αλλά πολλοί πρώην λακεδαιμόνιοι που μήδισαν κι έδωσαν γη και νερό στους βαρβάρους της νέας τάξης πραγμάτων γίνονται χειρότεροι απ’ αυτούς. Το κύμα της αλλαγής σβήνει το παρελθόν τους πάνω στην άμμο όπου έχτιζαν κάποτε παλάτια. Κι ύστερα αυτοί το εξαργυρώνουν στην τρέχουσα ισοτιμία: τριάντα (αργύρια) προς ένα.

Ο σοσιαλισμός μπαίνει εξ ανάγκης στο λούκι της βαρβαρότητας όσο υπάρχει ο καπιταλισμός κι η πίεση των ιμπεριαλιστών. Χτίζει τείχη για να προστατευτεί κι εξοπλίζεται σαν αστακός, ενάντια στην ίδια τη φύση του, που είναι ειρηνική και διεθνιστική, μακριά από σύνορα και πολέμους. Δε μπορεί να συνυπάρξει ειρηνικά με τον ταξικό του αντίπαλο -παρά μόνο ως προσωρινή τακτική, υπό ειδικές συνθήκες. Μπορεί όμως να βάλει ανάχωμα στη βαρβαρότητά του και να λειτουργήσει ως το αντίπαλο δέος. Όπως το έκανε κατά τον –σύντομο- εικοστό αιώνα.

Στην εποχή της η ρόζα επαναλάμβανε τα λόγια του ένγκελς για τα αδιέξοδα και το δίλημμα της αστικής κοινωνίας –πέρασμα στο σοσιαλισμό ή ξανακατρακύλισμα της ανθρωπότητας στη βαρβαρότητα- και πρόσθετε: μέχρι τώρα τα διαβάζαμε χωρίς να εμβαθύνουμε στο νόημα που κρύβουν και να αισθανόμαστε τη βαρύτητά τους. Σήμερα όμως αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας για να καταλάβουμε τι σημαίνει κατρακύλισμα της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα.

Κάποιοι λεν ότι οι προβλέψεις της ρόζας διαψεύστηκαν. Ο καπιταλισμός συνδέθηκε με την πρόοδο και τα επιτεύγματα του δυτικού κόσμου στον εικοστό αιώνα. Αλλά ο εικοστός σφραγίστηκε βασικά από τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα. Κι αυτά είναι που καθόρισαν τον τύπο ανάπτυξης και την ιστορική του πορεία.

Αν υπήρχαν στο παρελθόν αυταπάτες για έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό, αυτό οφειλόταν στο σοσιαλισμό. Στη δύναμη και την εμβέλεια των ιδανικών του. Είναι πχ σαν τις προσμείξεις της ροκ με τα άλλα μουσικά είδη, που τις πιο πολλές φορές μοιάζουν ρεφορμιστικές κι απαίσιες, σαν τον τρίτο δρόμο της μικτής οικονομίας. Αλλά η ανάγκη των μουσικών αντιπάλων της ροκ να την αναγνωρίζουν ως σημείο αναφοράς, δείχνει την ποιοτική της υπεροχή. Που είναι κάτι σαν την ιδεολογική ηγεμονία του μαρξισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού.

Σήμερα που δεν υπάρχουν αυτά τα εγχειρήματα, η βαρβαρότητα εκδηλώνεται ανεμπόδιστα. Από την ηρωική απόκρουση της επιχείρησης μπαρμπαρόσα (κοκκινοτρίχηδες εναντίον κόκκινου στρατού) στην παρακμή της μπάρμπι, της σάντα μπάρμπαρα και της μπάρμπαρα μπους.

Οι αστοί βάλλουν ενάντια στα προνόμια των συντεχνιών για να φέρουν τον εργασιακό μεσαίωνα. Η ανάπτυξη της επιστήμης φανερώνει τεράστιες δυνατότητες προοόδου που μένουν αναξιοποίητες, δεμένες στα δεσμά του νόμου της αξίας. Ο οποίος κρατάει τους προλετάριους δεσμώτες στο σύγχρονο σπήλαιο του πλάτωνα, απ’ όπου δε μπορούν να δουν την ουσία των πραγμάτων και φετιχοποιούν τις σκιές και τα εμπορεύματα. Κι απειλεί να λύσει τις αντιφάσεις του εις βάρος της ανθρωπότητας και να τη γυρίσει στην εποχή των σπηλαίων (με έναν πυρηνικό πόλεμο, μια οικολογική καταστροφή, ή ό,τι άλλο ήθελε προκύψει).

Όσοι εθελοτυφλούν είναι οι χειρότεροι τυφλοί. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυταπάτες και μικροαστικές αναπολήσεις. Το δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Κι ιδίως όσα λέει η ρόζα για τη βαρβαρότητα. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας..

Παρασκευή 14 Ιανουαρίου 2011

Εισαγωγή στο ρεφορμισμό

Βάζω εδώ ένα κείμενο που έγραψα για το γκράνμα. Με την έννοια ότι θα το διαβάσει περισσότερος κόσμος και μπορεί να ανοίξει κι εδώ κουβέντα, διαφορετική από αυτή που γίνεται στο αδελφό και σύμμαχο μπλοκ. Είναι μια σύντομη εισαγωγή σε μια σειρά συγκυριακών προβληματισμών πάνω στα προβλήματα της συγκυρίας. Το κακό δηλ είναι ότι μπορεί να έχει και συνέχεια.

Απέχει αρκετά από το να είναι το μπρεζνιεφικό μανιφέστο που θα περίμενε ο propagitor, αλλά μπορεί να θεωρηθεί ως ένα προοίμιο, με έννοιες όπως αυτές ορίζονται από κάποια κείμενα και τσιτάτα των κλασικών (κι όχι μόνο).

Παρεμπιπτόντως, το τσιτάτο δεν έχει απαραίτητα κακή έννοια. Βγαίνει από το ρωσικό ρήμα διαβάζω κι αν μη τι άλλο προϋποθέτει ότι ο σύντροφος κάθισε και διάβασε. Κι αυτό δεν είναι ο κανόνας στις μέρες μας. Το πρόβλημα είναι αυτοί που μένουν στα τσιτάτα χωρίς να διαβάζουν τα συμφραζόμενα. Κι όσοι τα δανείζονται ενώ δε διαβάζουν καθόλου και τα χρησιμοποιούν μεταφυσικά σαν ξόρκια συμπυκνωμένης σοφίας. Κι άντε μετά να τους εξηγήσεις ότι: σύντροφοι, δεν πρέπει να επικαλούμαστε τις αυθεντίες με τσιτάτα. Γιατί όπως έλεγε κι ο μαρξ…

Γιατί για το ρεφορμισμό; Γιατί είναι η κλασική κατάληξη στις συζητήσεις που γίνονται εδώ στο γκράνμα, αλλά και κάθε κουβέντας που σέβεται τον εαυτό της μεταξύ κομμουνιστών ή ατόμων που αυτοαποκαλούνται τέτοιοι. Και να αδερφέ μου που μάθαμε να πληκτρολογούμε ήσυχα κι απλά. Αλλά αν δε δεχτείς ήσυχα κι απλά ότι είσαι ρεφόρμα του κερατά, θα φας μια ενωτική με το καδρόνι που θα είναι όλη δικιά σου.

Άλλοι ρεφορμίζουν γιατί όπως λέει ο ένγκελς (όχι που δε θα ‘χε τσιτάτο) τρέχουν πίσω από τη συγκυρία και ξεχνάν τον τελικό στόχο. Άλλοι κακοφορμίζουν γιατί μένουν κολλημένοι στους τύπους κι αποστεώνονται. Άλλοι το χάνουν στη στρατηγική κι άλλοι στην τακτική. Μα οι πιο πολλοί το χάνουν στη σύνδεση κι αν δεν έχεις το ένα, χάνεις και το άλλο, μαζί με τα αυγά και τα πασχάλια. Αν δεν έχεις στρατηγική πχ, κάνεις τέτοια τους τακτικούς συμβιβασμούς και το κίνημα πάει στο βάλτο με μαθηματική ακρίβεια.

Κι αν μπλέξεις στα μυστικά του βάλτου κάνεις αμάν να τα ξεχωρίσεις. Έχει ρεφορμιστές που πιστεύουν ότι ο σοσιαλισμός θα έρθει με μεταρρυθμίσεις. Ρεβιζιονιστές που αναθεωρούν τον μαρξισμό και τις βασικές του αρχές. Οπορτουνιστές που είναι ευκαιριακοί καιροσκόποι και κοιτάνε την πάρτη τους. Τίμιους οπορτουνιστές που είναι οι πιο επικίνδυνοι. Αριστεριστές που τους διακρίνει αφέλεια μικρού παιδιού κι αναρχίζουν. Χαμός στο ίσωμα. Κουβάρι ολάκερο που μόνο σαν γόρδιος δεσμός ξεμπλέκει. Με μέθοδες σταλινικές και του σπαθιού την κόψη.

Ψάξε βρες τώρα από πού να φυλαχτείς κι από πού θα σου ‘ρθει το χτύπημα. Θέλει προσοχή κι επαγρύπνηση. Όπως γράφει κι ο μίσσιος, ύπουλο πράγμα ο βασικός κίνδυνος και πώς να τον ορίσεις. Αυτός ο πούστης ήταν σαν το μουνί της χήρας, που τα ‘παιζε με τον ψαρά και του ‘τρωγε τα ψάρια, γιατί τον ρώταγε: μπροστά το έχω ή πίσω; Μπροστά, έλεγε ο ψαράς. Η χήρα τούρλωνε τον κώλο της, του ‘παιρνε τα ψάρια. Την άλλη μέρα, πίσω, έλεγε ο ψαράς. Σήκωνε τα φουστάνια της η χήρα, του ‘παιρνε τα ψάρια. Κι ο ψαράς ο καημένος που τη γουστάριζε, μονολογούσε: αν δε σταθεροποιηθεί το απαυτό της χήρας δε βλέπω μεροκάματο.

Έτσι και με το βασικό κίνδυνο, που λες. Μια μας ερχόταν από τα δεξιά, μια από τα αριστερά. εκεί που στραβώναμε τα μάτια μας μελετώντας τα τσιτάτα και τα ντοκουμέντα, για να πούμε πως είναι φανερό πια ότι ο κίνδυνος για το κίνημα είναι από τα αριστερά, να σου και μας έβγαινε από τα δεξιά. Δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή να μελετάμε τα ντοκουμέντα, από την ανάποδη τώρα και να λέμε τα αντίθετα.

Όμως κι οι άλλοι που τα βάζουν με το κόμμα και θέλουν σώνει και καλά να το βγάλουνε ρεφορμιστικό και προδομένο, τα ίδια περίπου κάνουν. Τη μία ρεφορμίζει γιατί θέλει λέει, λαϊκή εξουσία χωρίς επανάσταση και μέτωπο με τους μικροαστούς. Και την άλλη ρεφορμίζει απ’ την ανάποδη, γιατί δεν έχει μεταβατικό πρόγραμμα και φαντασιώνεται ημέρες δυαδικής εξουσίας και αδύναμους κρίκους, χωρίς να βάζει συνδετικούς κρίκους και πολιτικά αιτήματα. Σαν το από τέτοιο της χήρας κι εμείς ένα πράγμα.

Η πρώτη φορά που τέθηκε ως θεωρητικό ζήτημα ήταν στις αρχές του αιώνα που ο μπερνστάιν κατέληξε σε εκείνο το εαακίτικο: το κίνημα είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα. Η ρόζα λούξεμπουργκ έγραψε ως απάντηση τη μπροσούρα μεταρρύθμιση ή επανάσταση. Λίγο-πολύ έτσι τίθεται το δίλημμα και στη σημερινή συγκυρία. Ας δούμε ένα απόσπασμα.

Η νομοθετική μεταρρύθμιση και η επανάσταση δεν είναι δυο διαφορετικές μέθοδοι της ιστορικής προόδου, που μπορεί κανείς να διαλέξει μέσα στο μπουφέ της ιστορίας, όπως θα διάλεγε τα κρύα και τα ζεστά λουκάνικα. Αλλά διαφορετικές στιγμές στην εξέλιξη της ταξικής κοινωνίας που αλληλοκαθορίζονται και αλληλοσυμπληρώνονται, αλλά και που αποκλείουν συγχρόνως η μία την άλλη, όπως πχ ο βόρειος κι ο νότιος πόλος, η μπουρζουαζία και το προλεταριάτο.

Σε κάθε εποχή η εκάστοτε νομοθεσία είναι ένα προϊόν της επανάστασης. Ενώ η επανάσταση είναι μια πολιτική δημιουργική πράξη της ταξικής ιστορίας, η νομοθεσία είναι η πολιτική συνέχεια της ζωής της κοινωνίας. Η νομοθετική μεταρρυθμιστική εργασία δεν περικλείει μέσα της μια δική της ανεξάρτητη από την επανάσταση κινητήρια δύναμη. Κινείται μέσα σε κάθε ιστορική περίοδο αποκλειστικά πάνω στη γραμμή της προηγηθείσας ανατροπής και μόνο εφόσον υφίσταται ακόμα η ώθηση που της έδωσε αυτή η ανατροπή. Ή για να είμαστε πιο συγκεκριμένοι, κινείται μόνο μέσα στα πλαίσια της κοινωνικής μορφής που έφερε στο φως της μέρας η επανάσταση. Αυτή ακριβώς είναι η ουσία του ζητήματος.

Είναι βασικά εσφαλμένο κι αντι-ιστορικό να θεωρούμε τη νομοθετική μεταρρυθμιστική εργασία σαν διαπλάτυνση της επανάστασης και την επανάσταση σαν επιτάχυνση της μεταρρύθμισης. Μια κοινωνική ανατροπή και μια νομοθετική μεταρρύθμιση είναι δυο διαφορετικές στιγμές, όχι από την άποψη της χρονικής τους διάρκειας, αλλά από την άποψη του ουσιαστικού τους περιεχομένου. Όλο το μυστικό των ιστορικών ανατροπών μέσω της πολιτικής εξουσίας, έγκειται ακριβώς στη μεταβολή των απλών ποσοτικών μεταβολών σε μια καινούρια ποιότητα, συγκεκριμένα: στη μετάβαση από μια ιστορική περίοδο, από μια κοινωνική μορφή, σε μια άλλη.

Γι’ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της κοινωνικής μεταρρύθμισης σε αντικατάσταση και σε αντίθεση με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής επανάστασης, δεν επιλέγει στην πραγματικότητα έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά ένα διαφορετικό σκοπό.

Η δημοκρατία είναι απαραίτητη όχι γιατί καθιστά περιττή την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο, αλλά γιατί αντίθετα την καθιστά αναγκαία και μοναδικά πραγματοποιήσιμη. Κι έτσι στον μπερνστάιν έπεσε η αποστολή να ανακηρύξει τον ορνιθώνα του αστικού κοινοβουλίου σαν το ενδεδειγμένο όργανο για την πραγματοποίηση της φοβερότερης κοσμοϊστορικής ανατροπής: το πέρασμα της κοινωνίας από την καπιταλιστική στη σοσιαλιστική μορφή.


Είναι μεγάλος ο πειρασμός να πω ενδιάμεσα τα δικά μου: σχόλια κι ερμηνείες. Σκόπιμα όμως τα παραθέτω έτσι, για να βγάλει ο καθένας το δικό του συμπέρασμα και να διαλέξει τη φράση που το στηρίζει, σαν κρύο ή ζεστό λουκάνικο, από το μπουφέ της ρόζας. Όπως λένε, περί ορέξεως λουκανικόπιτα. Ή όπως αλλιώς λέγεται στας αθήνας τέλος πάντων.

Πάμε τώρα και σε μια εκλαϊκευτική εκδοχή του αλτουσεριανού αντάρτη γιώργου αλεξάτου, από το τελευταίο του μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας, πλατεία μπελογιάννη (εκδόσεις κψμ). Φανταστικός διάλογος-αχτιφάρισμα από οργανωμένο κομμουνιστή σε νεολαίο.

Δεν πρόκειται να το δεχτούν. Δε θα το κάνουν. Εμείς όμως θα το ζητάμε. Κι έτσι θα πιέζουμε. Κάποια μικρά μπορεί να γίνουν κάτω από λαϊκή πίεση. Τα άλλα δε γίνονται.

Να σου πω και κάτι που αποτελεί τη βάση της πολιτικής σκέψης ενός επαναστάτη. Εμείς επιδιώκουμε αλλαγές που σε πολλούς φαντάζουν απραγματοποίητες. Ο πολύς κόσμος δε μπορεί εύκολα να φανταστεί πως θα υπάρξει κομμουνισμός. Παλιότερα, μέχρι το 1917, δε μπορούσε να φανταστεί πως θα γινόταν σοσιαλιστική επανάσταση και θα νικούσε. Ακόμα παλιότερα, δε μπορούσε να φανταστεί πως θα μπορούσαν οι αμόρφωτοι εργάτες να φτιάξουν συνδικάτα, εργατικά κόμματα και να αγωνιστούν για τα δικά τους συμφέροντα. Ο ρεφορμισμός είναι αυτή ακριβώς η έλλειψη πίστης στη δυνατότητα να πραγματοποιηθούν τα μεγάλα όνειρα. Κι ο ρεφορμισμός είναι πιο εύκολο να πείσει, όσο τα πράγματα μένουνε στάσιμα.

Αύριο μεγαλώνοντας θα μπεις και στο σωματείο σου. Ποια είναι η ρεφορμιστική πολιτική στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα; Το να διεκδικείς μόνο μέχρι εκεί που είσαι σίγουρος πως θα υποχωρήσει η εργοδοσία. Ποια είναι η επαναστατική γραμμή; Το να διεκδικείς, μέχρι εκεί που μπορούν να δώσουν τον αγώνα οι εργάτες. Κι αυτό θα το κρίνεις βλέποντας τις διαθέσεις τους, έχοντας στενή σχέση μαζί τους, όντας σάρκα από τη σάρκα τους. Αν αδιαφορήσεις για τις διαθέσεις τους και προτείνεις αυτά που εσύ φαντάζεσαι σαν επαναστατικά, απλώς γίνεσαι αριστεριστής και ξεκόβεσαι απ’ την τάξη.

Ποια θα ήταν μια συνεπής ρεφορμιστική πολιτική για την επανάσταση; Να μη μιλάμε γι’ αυτήν, γιατί δεν πρόκειται να γίνει. Να κοιτάμε μπας και πετύχουμε τίποτα μικροβελτιώσεις κι αργότερα βλέπουμε. Τι λέμε εμείς; Οι όποιες μικροβελτιώσεις είναι καλές και τις διεκδικούμε. Ακόμα και τις πιο ασήμαντες. Δεν έχουμε όμως καμιά αυταπάτη, πως μέσα απ’ αυτές θα προκύψει κάτι σημαντικό. Προτείνουμε λοιπόν μια πολιτική που ο κόσμος τη βλέπει σα ρεαλιστική. Συσπειρώνοντας τον κόσμο σε αυτή τη βάση, συγκροτούμε ένα μαζικό, λαϊκό κίνημα, που η δυναμική της ανάπτυξής του θα του επιτρέψει να ξεπεράσει και τις όποιες αυταπάτες του. Τότε, στην κρίσιμη στιγμή, ο στόχος εμφανίζεται στο προσκήνιο με τους πραγματικούς όρους επίτευξής του.

Οι κομμουνιστές υποστηρίζουμε τις μεταρρυθμίσεις γιατί ενδιαφερόμαστε να καλυτερεύει η ζωή του λαού, αλλά και γιατί ο κόσμος πείθεται μέσα από μικρές νίκες πως μπορεί να πετύχει και μεγαλύτερες. Σε αυτές τις μεγαλύτερες στοχεύουμε κι αυτές προετοιμάζουμε. Οι ρεφορμιστές αντίθετα μιλάνε για μεταρρυθμίσεις κι όταν τις πετυχαίνουν μέσα από χίλιες-μύριες επιφυλάξεις, αρκούνται σε αυτές. Ο κόσμος τότε μαθαίνει να μη διεκδικεί τα μεγάλα, μαθαίνει να αρκείται στα λίγα, δε μαθαίνει να εμπιστεύεται τις ίδιες του τις δυνάμεις.

Υπάρχουν βέβαια κι οι υπερεπαναστάτες, οι αριστεριστές. Αυτοί υποτιμούν τους αγώνες για τα μικρά, γιατί θεωρούν πως αποπροσανατολίζουν τον κόσμο. Αυτοί νομίζουν πως μπορεί ο κόσμος να ζητήσει τα μεγάλα, χωρίς να έχει περάσει απ’ το σχολείο των αγώνων για τα μικρά τα καθημερινά.


Το απόσπασμα είναι ελάχιστα παραλλαγμένο για να βγαίνει νόημα χωρίς τα συμφραζόμενα του μυθιστορήματος από το υπόλοιπο βιβλίο.

Καλά τα λέει, αλλά δεν τα κάνουν. Ή μήπως τα κάνουν; Είναι ένα ζήτημα πού ακριβώς θα κατέτασσε ο ίδιος με βάση τα παραπάνω τον χώρο του (συνιστώσα της ανταρσύα).

Αλλά αυτό μπορεί να το σκεφτεί ο καθένας μας ξεχωριστά –δουλειά για το σπίτι- και να το συζητήσουμε στα σχόλια, γιατί το εισηγητικό κείμενο έχει ήδη ξεφύγει σε μέγεθος.

Κυριακή 5 Απριλίου 2009

Η συζήτηση

Με αρκετή καθυστέρηση παραθέτω τα σημαντικότερα -κατά τη γνώμη μου- σημεία της συζήτησης που ακολούθησε την εισήγηση του σοβιετικού κυριούλη.

Η πρώτη ερώτηση ήταν σχετική με τη γνωστή φράση του χέγκελ για τη γλαύκα της αθηνάς που πετάει το σούρουπο υπονοώντας τη φιλοσοφία, τη γνώση που έρχεται πάντα μετά από τα γεγονότα.
Ρήση που εν πολλοίς βρήκε εφαρμογή στη σοβιετία και τη διάλυσή της.

Το θέμα της στρατηγικής είναι κομβικό.
Είναι μάλλον ανοήτο να προσπαθείς να βρεις τη λυδία λίθο που να εξηγεί γιατί επικράτησε η αντεπανάσταση, αλλά αν ξεχώριζα έναν λόγο θα ήταν αυτός: η έλλειψη στρατηγικής.

Το συζητούσαμε μια φορά με το παπαγαλάκι του κρεμλίνου ότι μετά το λένιν κανείς άλλος δεν είχε στο μυαλό του πού θέλαμε να φτάσουμε και πώς ακριβώς θα το κάναμε.
Αλλά τα φαλακρά καθίκια (νικήτας και γκόρμπι) μια χαρά στρατηγική (παλινόρθωσης) είχαν χαράξει στο μυαλό τους.

Κι εδώ έρχεται να κολλήσει το ερώτημα του γκοσβάιλερ.
Αν κάθε εποχή έχει τους άνδρες που της αξίζουν,
αν ισχύει αυτό που λέει ο πλεχάνωφ, ότι και να μην υπήρχε ναπολέοντας η ιστορία (που ψάχνει τις προσωπικότητες που θα ενσαρκώσουν το πνεύμα της εποχής και τις κάνει μεγάλες) θα έβρισκε κάποιον άλλο στη θέση του,
τότε γιατί ήταν ο γκόρμπι κι όχι ένας λένιν αυτός που εξέφραζε τις απαιτήσεις της εποχής;
Δεν είναι όμως τόσο απλό το θέμα της προσπωπικότητας. Αυτή του λένιν για παράδειγμα ήταν αναντικατάστατη. Χωρίς αυτόν η επανάσταση στη ρωσία θα είχε σταματήσει το φλεβάρη.

Δεν κατάλαβα τι ακριβώς απάντησε ο σοβιετικός κυριούλης, αλλά στον ομιλίτη που έκανε την ερώτηση φάνηκε σαν αυτοκριτική για την πρώιμη -sic- χρήση κάποιων εννοιών του βαζιούλιν χωρίς προηγουμένως να τις έχει αναπτύξει περαιτέρω.

Αυτό που συγκράτησα από την απάντηση του περικλή είχε να κάνει με τις αστικές προσμείξεις στο μαρξισμό.
Κι εκεί ακόμα μπορεί να βρει κανείς γόνιμες επιμέρους ιδέες και να τις αξιοποιήσει. Οι σοβιετικοί ψυχολόγοι πχ είχαν δανειστεί την ανακάλυψη του ασυνείδητου από τον φρόιντ, η οποία εξηγεί τα σαρδάμ, τα όνειρα, τη διαίσθηση και κάποιες κινήσεις, όπως τα τικ, ακόμα και τον τρόπο που περπατάμε.

Αλλά το ιδεολογικό πλαίσιο του φροϋδισμού είναι εχθρικό προς τον μαρξισμό κι απαγορεύει τη συλλήβδην πρόσμειξη των δύο ρευμάτων.
Ο φρόυντ είναι οπαδός του αναγωγισμού και αποδίδει τον ψυχισμό στα ανθρώπινα ένστικτα. Δε μελετά καν τη συνείδηση, η επίδραση που αυτή δέχεται από την εργασία είναι για αυτόν κάτι ασύλληπτο.
Για τον φρόυντ οι ανθρώπινες συμπεριφορές δεν αλλάζουν και δεν ελέγχονται. Καθορίζονται από τη σύγκρουση των δυνάμεων του έρωτα και του θανάτου και βρίσκονται πέραν της ανθρώπινης βούλησης.
Φυσική ίσως συνέπεια όλων αυτών είναι ότι ο φρόυντ περιφρονούσε βαθύτατα τις σοσιαλιστικές ιδέες.
Συνειρμικά μου ήρθε η σκέψη ότι κι ο αλτουσέρ είχε ένα κόλλημα με την ψυχανάλυση και τον λακάν.

Μου έμεινε όμως μια ένσταση για το ρεύμα του φροϋδομαρξισμού και πιο ειδικά για τον έριχ φρομ που του έχω αδυναμία.
Προσωπικά θεωρώ τη δική του πρόσμειξη (αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοια) αρκετά γόνιμη. Κι ας μην έχει καλή άποψη για τη σοβιετία.

Το δεύτερο ερώτημα ήταν σχετικό με την τάση απόλυτης επιδείνωσης του προλεταριάτου που είχε προβλέψει ο μαρξ. Δεν διαψεύστηκε αυτή η πρόβλεψη από την πραγματικότητα;

Ουσιαστικά το δίλημμα είναι μπερνστάιν ή μαρξ.
Αν δεν ισχύει η τάση απόλυτης επιδείνωσης, αφήνουμε ανοιχτό παράθυρο στις μπερνσταϊνιάδες περί μεταρρυθμιζόμενου καπιταλισμού που αυξάνει συνεχώς τη γενική ευημερία. Τις οποίες ανέτρεψε αρκούντως πειστικά η ρόζα λούξεμπουργκ στο έργο της μεταρρύθμιση ή επανάσταση.

Ο ομιλίτης που έκανε την ερώτηση ήταν εαακίτης. Αν ήμουν κακός θα έκανα τη σύνδεσή του με τον μπερνστάιν, θα την χαρακτήριζα οργανική και θα την τεκμηρίωνα με την περίφημη ρήση, το κίνημα είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα.
Η ρήση είναι του μπερνστάιν. Τυχόν ομοιότητες με συλλογικότητες κι οργανώσεις του σήμερα δεν είναι συμπτωματικές.
Αλλά επειδή δεν είμαι κακός δεν κάνω τη σύνδεση. Την αναφέρω απλώς.

Αυτό που περίμενα να ακούσω από τον περικλή είναι ότι η πρόβλεψη αυτή εκδηλώνεται ως τάση που μπορεί να εξισορροπείται από άλλες αντίρροπες, δεν πρέπει να την κρίνουμε απόλυτα.
Αλλά η απάντησή του με εξέπληξε (ευχάριστα εννοείται, μολονότι ο ίδιος παραδέχτηκε πως δεν είναι σε θέση να απαντήσει ολοκληρωμένα διατυπώνοντας απλώς κάποιες σκέψεις).

Ο περικλής ανέφερε το παράδειγμα της αφρικής, όχι (μόνο) γιατί οι ανεπτυγμένες χώρες ευημερούν εις βάρος του τρίτου κόσμου, αλλά γιατί εκεί υπάρχει απόλυτη καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων.

Οι ντόπιοι πληθυσμοί δε μπορούν να είναι αγρότες, ούτε τίποτα άλλο και πετιούνται εκτός παραγωγής.
Αυτό συνιστά απόλυτη εξαθλίωση και δεν ισοφαρίζεται από ένα μπλουζάκι ή ένα κινητό που μπορεί να διαθέτει μια μερίδα του πληθυσμού αυτού σε σχέση με το παρελθόν.

Τα λούμπεν αυτά στοιχεία που συνωστίζονται στα αστικά κέντρα του τρίτου κόσμου είναι σώμα από το σώμα της εργατιάς που πεθαίνει, το alter ego του προλεταριάτου.
Δε βρίσκονται μαζί στα εργοστάσια, ούτε σε άλλη κοινωνική δραστηριότητα. Ο κοινωνικός ιστός διαρρηγνύεται, η μοναδική μορφή κοινωνικοποίησης είναι οι συμμορίες.
Μπορεί το χόλιγουντ να βραβεύει το παραμύθι της σταχτοπούτας στο σλάμντογκ μιλιονέαρ, αλλά στον πραγματικό κόσμο παίζουν μόνο μιλιούνια σλάμντογκς που υποφέρουν. Κι οι οποίοι στο σύντομο μέλλον, σύμφωνα με το σοβιετικό κυριούλη, θα αποτελούν το 60% του πληθυσμού του πλανήτη.

Συγκρατήσατε φαντάζομαι τη φράση περί διάρρηξης του κοινωνικού ιστού. Σκεφτείτε τώρα ποιος χώρος προβάλλει αυτό το σύνθημα ως στόχο του εδώ στην ελλάδα κι αναλογιστείτε πόσο προοδευτικός είναι ο ρόλος του.
Το μίσος ενάντια στην κοινωνία γενικά κι αόριστα είναι τυπικό δείγμα αστικής σκέψης.

Πέρα από αυτό, το συλλογισμό για την απόλυτη εξαθλίωση στον τρίτο κόσμο μπορούμε πιστεύω να τον επεκτείνουμε και στις δυτικές κοινωνίες.
Τη στιγμή που η ανεργία είναι μάστιγα και μεγάλες εργατικές μάζες πετιούνται σα σκουπίδια εκτός παραγωγής, εκδηλώνεται ή όχι η τάση απόλυτης εξαθλίωσης των σύγχρονων προλετάριων;
Οι κρίσεις υπερπαραγωγής αγαθών που δε μπορεί να αγοράσει ο κόσμος κι η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων συνιστά κάποιο είδος καθολικής ευημερίας κι ανόδου του βιοτικού επιπέδου;
Η καταστροφή της βασικής παραγωγικής δύναμης, που είναι ο άνθρωπος, δεν είναι απόλυτη εξαθλίωση;

Η απόλυτη εξαθλίωση εκδηλώνεται και στην καταστροφή της φύσης (και κατά τη γνώμη μου σε όλους τους τομείς που αφορούν την -άθλια σήμερα- ποιότητα ζωής), του ανόργανου σώματος του ανθρώπου.
Η καταστροφή του περιβάλλοντος πλήττει το σύνολο της κοινωνίας, αλλά ακόμα περισσότερο το προλεταριάτο που προβάλλει ως δυνάμει καθολικός της εκπρόσωπος.

Η ανάλυση αυτή μας οδήγησε στο ερώτημα για τον χαρακτήρα των επαναστάσεων του μέλλοντος.
Ένα εξαθλιωμένο προλεταριάτο θα είναι αρκετά δυνατό να πραγματοποιήσει την επανάσταση;
Οι επαναστάσεις του μέλλοντος θα είναι επαναστάσεις πείνας από προλετάριους που δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους; Ή από το κομμάτι των εργαζόμενων σε πνευματική εργασία που δεν ταυτίζεται με το παραδοσιακό βιομηχανικό προλεταριάτο και που θα προβάλει ως αίτημα την άρση της αποξένωσης, τη δημιουργική, χειραφετητική εργασία;

Ο σοβιετικός κυριούλης είπε ότι η επανάσταση θα είναι προϊόν της όξυνσης των αντιφάσεων του καπιταλισμού. Κι αυτή η όξυνση θα έχει οπωσδήποτε να κάνει με οικονομικούς κυρίως παράγοντες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα οδηγήσει σε μαζική εξαθλίωση ως το σημείο της πείνας.

Είπε ακόμα ότι η διανοητικοποίηση της εργασίας παραμένει απλώς μια τάση, δε ζούμε σε καμιά μετα-βιομηχανική κοινωνία με παραγωγή συμβόλων κι άλλα τέτοια μεταμοντέρνα.
Οπότε ως μαρξιστές μπορούμε να αισθανόμαστε ασφαλείς, πρόσθεσε χαριτολογώντας.

Στο σημείο αυτό ένιωσα μια ευαίσθητη χορδή μέσα μου να πάλλεται.
Η ασφάλεια είναι σπουδαίο κοινωνικό αγαθό, ίσως το σπουδαιότερο απ' όλα.
Όσοι έζησαν στη σοβιετία το ξέρουν αυτό από πρώτο χέρι (υγεία, σταθερή δουλειά, εντάξει και KGB αλλά δεν θα τα χαλάσουμε εκεί τώρα). Κι όσοι ζούμε εδώ το ξέρουμε από την ανάποδη.

Ο κόσμος πνιγμένος στην ανασφάλεια ψάχνει διέξοδο.
Αλλά τα μίντια τον άγουν και τον φέρουν. Κι έτσι αντί για ασφάλεια (βλέπε σοσιαλισμό) φαίνεται να ζητάει πιο πολλούς ασφαλίτες.

Συγκράτησα και μία ακόμη παρατήρηση.
Τον 20ό αιώνα δεν είχαμε απλές εξεγέρσεις, αλλά πραγματικές επαναστάσεις με μάζες ταξικά εκπαιδευμένες μέσα από κοινωνικούς αγώνες και πρωτοπόρα κόμματα που έδιναν άλλη προοπτική.
Νομίζω πως λίγοι έχουν αντιληφθεί στην πράξη αυτή τη διαφορά.

Μετά το θέμα πήγε στον αλτουσέρ.
Η λανθασμένη ανάγνωση του μαρξ από τον αλτουσέρ ξεκινάει από την παρανόηση της γερμανικής ιδεολογίας.
Ο μαρξ στο έργο αυτό ασκεί κριτική μαζί με τον ένγκελς στους φιλοσόφους της εποχής του που δε μπόρεσαν να δώσουν νικηφόρα προοπτική στις επαναστάσεις του 48.
Αλλά ο αλτουσέρ ταυτίζει την ιδεολογία με τον ιδεαλισμό και την απορρίπτει εν γένει.

Αν ακολουθήσουμε πιστά τον (προ της αυτοκριτικής του) αλτουσέρ πρέπει να βγάλουμε ιδεαλιστές τον λένιν και τον γκράμσι που μιλάνει στο έργο τους για ιδεολογία.
Και να απορρίψουμε ως φαντασιοπληξίες όλο το βασίλειο των ιδεών, μαζί και τον πνευματικό πλούτο που μπορεί να περιέχουν μέσα τους φαινόμενα όπως η θρησκεία (πχ τις εμπειρικές γνώσεις που συσσώρευσε και κωδικοποίησε ο βουδισμός).
Το οποίο ως σκεπτικό είναι ανερμάτιστο, κατώτερο κι απ' αυτό των θρησκειών.

Τελική συνέπεια της σκέψης του αλτουσέρ είναι ένας χυδαίος αντι-ουμανισμός που καταλήγει να δέχεται μόνο τις τάξεις ως υποκείμενα της ιστορίας.
Η θέση αυτή μπορεί να ερμηνεύεται εν μέρει ιστορικά και τη διαμάχη του αλτουσέρ με το φιλοσοφικό ρεύμα του υπαρξισμού που βλέπει τον άνθρωπο γενικά κι αφηρημένα και τον θεωρεί καταδικασμένο να είναι ελεύθερος.
(Εν παρόδω μάθαμε για τον σαρτρ ότι αν και ήταν από τους πρωτοστάτες του μάη του 68 τάχθηκε υπέρ της επέμβασης των σοβιετικών στην τσεχοσλοβακία λίγους μήνες αργότερα).
Αλλά η σκέψη του αλτουσέρ πρέπει να κατανοηθεί κυρίως από τις φιλοσοφικές πηγές της δικής του πορείας. Που είναι ο μακιαβέλι κι ο σπινόζα.

Ο σπινόζα είναι πανθεϊστής.
Τοποθετεί τον θεό μέσα στον κόσμο και θεωρεί τη θεία υπόσταση ζωοποιό δύναμη του παντός. Αυτή είναι η πρώτη και βασική αιτία, όλα τα άλλα είναι απλώς τρόποι και μορφές έκφρασής της.
Η υπόσταση δεν αλλάζει, δεν εξελίσσεται, απλώς εκδηλώνεται και καθορίζει τα πάντα.

Αυτό το κράμα ιδεαλισμού και ντετερμινισμού το συναντάμε στον αλτουσέρ και τις περίφημες δομές του που τις δανείζεται από τον στρουκτουραλισμό του λεβί στρως.
Ο αλτουσέρ δε μελετά τη σχέση βάσης-εποικοδομήματος διαλεκτικά στην εξέλιξη κι αλληλεπίδρασή της. Ερμηνεύει τα πάντα ως αποτέλεσμα των δομών και επινοεί καινούριες δομές για να χωρέσει το εμπειρικό υλικό που δε μπορεί να ερμηνεύσει με αυτές που ήδη υπάρχουν.

Οι δομές είναι προϋπάρχουσες κι αναλλοίωτες και σε αυτό το a priori μπορούμε να εντοπίσουμε μια υπολανθάνουσα ιδεολογική συγγένεια και με τον καντ.
Οι τάξεις πχ είναι τέτοιες από τη φύση τους και υπάρχουν για να συγκρούονται, δεν εξετάζεται ιστορικά η εμφάνισή τους (και κατ' επέκταση η πορεία τους και η προοπτική διαλεκτικής άρσης τους).
Η ανθρώπινη συμπεριφορά καθορίζεται αυτόματα, σα να είχαμε να κάνουμε με τερμίτες ή αμοιβάδες, όχι με άτομα που μπορούν να έχουν συνειδητή παρέμβαση στην εξέλιξη των πραγμάτων.
(Το θέμα με τον αλτουσέρ είναι μεγάλο κι ίσως επανέλθουμε σε αυτό κάποια άλλη στιγμή).

Έγινε μια σύντομη νύξη και στο θέμα της ανάπτυξης της θεωρίας το οποίο δυστυχώς διαχρονικά είναι η αχίλλειος πτέρνα ίσως των κομμουνιστικών κομμάτων (και λοιπών συλλογικοτήτων).
Είναι πραγματική αυτοχειρία να παραμελούμε αυτό το ζήτημα. Από ποιον περιμένουμε να γίνει αυτή η δουλειά αν δεν τη σηκώσουμε εμείς, από τα αστικά πανεπιστήμια;

Παρεμπιπτόντως ο σοβιετικός κυριούλης έκανε μια αναφορά σε παλαιότερες απόπειρες κκ για δημιουργία θεωρητικών κέντρων με πιο αξιόλογη αυτή του αγγλικού(!), ενώ για τους αστούς επιστήμονες είπε ότι δεν είναι ικανοί ούτε στο επίπεδο του βέμπερ να φτάσουν.
Ο βέμπερ έκανε 10 χρόνια να μελετήσει και να γράψει την προτεσταντική ηθική του καπιταλισμού, ενώ οι σύγχρονοι καθηγητές πανεπιστημίου είναι υποχρεωμένοι να δημοσιεύουν καμιά 50αριά άρθρα ετησίως για να δείχνουν ότι είναι παραγωγικοί κι είναι φοβισμένα ανθρωπάκια που αναπαράγουν τις ιδέες της πιάτσας στα αρθρίδιά τους.

Συγκράτησα επίσης ότι ο κονστρουκσιονισμός είναι της πλάκας ως θεωρία της γνώσης και κάτι περί άκρατου πλουραλισμού σε μια αποστροφή του λόγου του, την οποία θεώρησα άκρως σοβιετική φράση και τη σημείωσα για μελλοντική αξιοποίηση.

Η επόμενη ερώτηση είχε να κάνει με τις αντιφάσεις στη σκέψη του μαρξ και πού μπορούμε να τις εντοπίσουμε.
Δεν κατάλαβα να υπήρξε ολοκληρωμένη απάντηση, πάντως η κουβέντα στράφηκε στην πολιτική οικονομία.

Βασική αντίφαση του μαρξ -σύμφωνα με αυτά που κατάλαβα και σημείωσα- είναι ότι στο κείμενο για την κριτική της γκότα -και σε άλλα- αφήνει να εννοηθεί ότι δεν θα υπάρχουν εμπορευματικές σχέσεις.
Από τη στιγμή όμως που στο σοσιαλισμό παραμένουν αντιθέσεις που έχουν να κάνουν με τον χαρακτήρα της εργασίας, όπως αυτή ανάμεσα στην πνευματική και χειρωνακτική εργασία, παραμένει η άνιση εργασία και το προτσές της ανταλλαγής με βάση ένα κοινό μέτρο (τον χρόνο εργασίας).

Όπως το καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον οι εμπορευματικές σχέσεις θα εξαλειφθούν πλήρως όταν ο χρόνος εργασίας πάψει να υπάρχει ως μέτρο της αμοιβής κι ο καθένας θα αμείβεται ανάλογα με τις ανάγκες του. Δηλ στον κομμουνισμό.
Διαφορετικά παραμένει πάντα κάτι από τον πυρήνα του νόμου της αξίας και την ανταλλαγή βάση του κοινωνικά αναγκαίου εργασίας.

Ομολογώ ότι δεν είμαι πλήρως εξοικειωμένος με το αντικείμενο. Κι ίσως προσπαθώντας να βγάλω απλά συμπεράσματα κάνω χοντροειδείς απλουστεύσεις που αναπαράγουν τη σύγχυσή μου. Μπορεί κι όχι όμως.

Συν τοις άλλοις υπάρχουν κάποια πράγματα για τα οποία δεν έχω παρά σκόρπιες φράσεις του σοβιετικού κυριούλη στο κεφάλι μου που τις σκέφτομαι συνέχεια.
Οι τάξεις στο σοσιαλισμό είναι και δεν είναι τάξεις.
Η εργατική δύναμη στο σοσιαλσιμό είναι και δεν είναι εμπόρευμα.


Είναι και δεν είναι... υπάρχουν και δεν υπάρχουν...
Με έπιασε υπαρξιακή αγωνία με όλους αυτούς τους χρησμούς. Κι όχι τίποτα άλλο αλλά ο περικλής έκοψε την απάντηση πάνω στο καλύτερο και δεν είχα άλλα φύλλα δάφνης να του δώσω.

Αν όντως υπάρχει τέτοια αντίφαση σε κάποια σημεία στον μαρξ, το μόνο σίγουρο είναι ότι πολύς κόσμος την κληρονόμησε αυτούσια και την εξέλιξε παραπέρα.
Σε βαθμό που να 'ναι ευρύτατα διαδεδομένη σήμερα η πλάνη ότι η σοβιετία δεν ήταν σοσιαλιστική γιατί διατηρούνταν οι εμπορευματικές σχέσεις.

Στο κόμμα το θέμα το αντιμετωπίζουμε πολύ καλύτερα. Αλλά υιοθετούμε την άποψη του συντρόφου με το μουστάκι που περιορίζει την ύπαρξη εμπορευματικών σχέσεων στις ανταλλαγές με τις καπιταλιστικές χώρες και σε αυτές ανάμεσα στο κράτος και τα κολχόζ.
Άποψη που ταυτίζει ουσιαστικά την κρατικοποίηση με την κοινωνικοποίηση και βλέπει τις εμπορευματικές σχέσεις να διατηρούνται μόνο εκεί που δεν υπάρχει κρατικός σοσιαλιστικός τομέας (θέση πέντε της πρόσφατης απόφασης για το σοσιαλισμό).
Άρα έπρεπε να προχωρήσουμε στην αντικατάσταση των κολχόζ (συνεταιρισμών) με σοβχόζ (κρατικά αγροκτήματα).

Την ενοποίηση του προτσές παραγωγής όμως πρέπει να την εξετάζουμε στο επίπεδο της εργασίας, όχι στο επίπεδο των ανταλλαγών, της κυκλοφορίας -το οποίο είναι σύνηθες λάθος.
Με άλλα λόγια η ουσιαστική κοινωνικοποίηση προϋποθέτει την ανάπτυξη του κοινωνικού χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάμεων, την προώθηση της αυτοματοποίησης.
Το κράτος παίρνει στα χέρια του τα βασικά μέσα παραγωγής εξ ονόματος της κοινωνίας. Αυτό είναι αναγκαία όχι όμως ικανή προϋπόθεση για την κοινωνικοποίηση. Το οποίο σημαίνει να λειτουργεί όλη η κοινωνία ενιαία, σα μία παραγωγική μονάδα.

Κάπου εδώ (χωρίς να μπορώ να το κολλήσω με τα συμφραζόμενα) έχω κρατήσει και μια σημείωση για τη γνώση η οποία είναι ψευδές εμπόρευμα, γιατί αυτός που τη δίνει δεν την χάνει.
Επομένως ξεφεύγει από τα τυπικά σχήματα του καπιταλισμού που προσπαθεί να την ελέγξει καταχρηστικά δια της καταστροφής, ή της μη ανακοίνωσής της στο κοινό αναδεικνύοντας ακόμα πιο έντονα τις αντιφάσεις και τον αναχρονιστικό του χαρακτήρα.

Αντίστοιχη είναι η περίπτωση των έργων τέχνης.
Η ιδιοποίηση ενός πίνακα ζωγραφικής πχ είναι η αισθητική πρόσληψη του έργου και δεν έχει να κάνει με την αγορά του.
Η τέχνη, όπως κι η γνώση, αποκτά την πραγματική της αξία όταν κοινωνικοποιείται κι ασφυκτιά στα καπιταλιστικά καλούπια που την αντιμετωπίζουν ως εμπόρευμα.

Το τελευταίο θέμα που θίχτηκε ήταν σχετικό με την παρισινή κομμούνα, τα συμπεράσματα που έβγαλε ο μαρξ για το κράτος τύπος κομμούνας και τις παρατηρήσεις του για την αιρετότητα κι ανακλητότητα των δημοσίων λειτουργών που αμείβονται με το μέσο μισθό ενός εργάτη.

Ο περικλής είπε ότι από την κομμούνα δε μπορούν να βγουν ολοκληρωμένα συμπεράσματα κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με την μόλις δύο μηνών εμπειρία του εγχειρήματος, αλλά και με την εμβέλειά της που περιορίστηκε στα γεωγραφικά πλαίσια της πόλης του παρισίου.
Το οποίο σημαίνει ότι δεν ανέλαβε σε εθνικό επίπεδο την οργάνωση της παραγωγής για να κριθούν στην πράξη αυτές οι ιδέες.

Η άποψη του περικλή για τη γραφειοκρατία είναι ότι εκτελεί βάση του καταμερισμού εργασίας καθήκοντα απαραίτητα για το παραγωγικό προτσές που αντιστοιχούν σε σύνθετη ειδικευένη εργασία. Σε αυτό οφείλεται βασικά ο υψηλότερος μισθός και τα προνόμια που απολαμβάνουν οι γραφειοκράτες κι όχι σε κάποιον υποτιθέμενο παρασιτισμό τους που φέρνει τον εκφυλισμό και την προδοσία της επανάστασης.

Εγώ γενικά συμφωνώ με τον περικλή κι έκανα την ερώτηση πιο πολύ για να τον ιντριγκάρω.
Πέρα από αυτό όμως, θα ήθελα να δω αυτές τις αρχές που περιγράφει ως γενικά χαρακτηριστικά της κοινωνίας του μέλλοντος ο μαρξ να υπάρχουν ως τάσεις στη σοβιετία.
Αλλιώς χάνεται το κρίσιμο στοιχείο του εργατικού ελέγχου. Το οποίο δεν είναι το κλειδί που θα καταστήσει περιττή την γραφειοκρατία όπως πολλοί αφελώς πιστεύουν. Είναι όμως το στοιχείο του οποίου η έλλειψη μπορεί να οδηγήσει σε βάθος χρόνου στον εκφυλισμό της ανεξέλεγκτης γραφειοκρατίας και να ανοίξει τις πόρτες της παλινόρθωσης.

Σε μια δεύτερη ανάγνωση -λέω εγώ- αν το κύριο συμπέρασμα της κομμούνας είναι ότι δεν χρησιμοποίησε όσο έπρεπε την εξουσία και τη βία ενάντια στους αντιπάλους της, ο σύντροφος με το μουστάκι είναι αυτός που αξιοποίησε τα διδάγματα της κομμούνας καλύτερα από κάθε άλλο στην ιστορία.

Αυτό όμως είναι πολύ μεγάλο ζήτημα κι εμείς είχαμε πιάσει ήδη το τρίωρο. Ως κι ο σοβιετικός κυριούλης παραδέχτηκε ότι είχε κουραστεί κάπως μετά από διάγγελμα τόσων ωρών.
Κι οι μπρεζνιεφικοί κάποτε λυγίζουν...

Ίσως μια πρώτη συνέχεια δοθεί στη διημερίδα του ομίλου το επόμενο σαββατοκύριακο στην αθήνα, στο πολυτεχνείο.
Τις ίδιες μέρες (αλλά σε ωράριο εαακ, που σημαίνει ότι το πρωί παίζουμε μπάλα μόνοι μας) γίνεται στον ίδιο χώρο και το διήμερο εαακ για να δουν αν θα κάνουν και στα φοιτητικά συγκόλληση ανάλογη με αυτή των μεγάλων.
Οι επιστημονικές προβλέψεις λένε ότι θα τους πάρουμε όλο τον κόσμο, με την αίθουσα γκίνη να ξεχειλίζει.

Για όσους αναγνώστες του μπλοκ ενδιαφέρονται θα υπάρξει ενημέρωση για το πρόγραμμα και τις λοιπές διαδικαστικές λεπτομέρειες μες στις επόμενες μέρες.