Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαράκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα φαράκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 5 Δεκεμβρίου 2015

Φάκελος Ριζοσπάστη

Αυτές τις μέρες κλείνει, λόγω συνταξιοδότησης της ιδιοκτήτριας, το Μικρό Μοναστηράκι, ένα από τα πιο γνωστά παλαιοπωλεία, χαμηλά στα Εξάρχεια, δίπλα στην Πρωτοπορία. Που αυτές τις μέρες κάνει ουσιαστικά εκποίηση του στοκ του και δίνει ό,τι υπάρχει στο μαγαζί με 70% έκπτωση: από λεξικά κι εγκυκλοπαίδειες μέχρι σπάνιες, εξαντλημένες εκδόσεις. Όσοι πιστοί προσέλθετε, κι όποιος πρόλαβε τον Κύριο είδε...

Σε μια από τις τις τελευταίες εξορμήσεις της, η κε του μπλοκ πέτυχε το βιβλίο του Μπάμπη Γεωργούλα, με τον τίτλο της ανάρτησης, που υπό κανονικές συνθήκες θα ήταν απλησίαστο, αλλά στο 30% της αρχικής του τιμής, λες χαλάλι, άντε να δούμε τι λέει κι αυτός.


Αυτά που λέει λοιπόν ο Γεωργούλας, που δούλεψε στο Ριζοσπάστη μεταπολιτευτικά μέχρι το 80' και έβγαλε το βιβλίο του το Μάη του 82', επί Αλλαγής, μοιάζουν τόσο σημερινά, όχι επειδή είναι αληθινά κι επίκαιρα, αλλά γιατί σου δημιουργούν μια ντεζαβού αίσθηση, ότι κάπου τα 'χεις ξανακούσει στο πρόσφατο παρελθόν. Σε έχω δει κάπου, κάπου σε ξέρω, τα λόγια σου αυτά μου είναι τόσο γνωστά.

Ήδη από το εξώφυλλο της έκδοσης προϊδεαζόμαστε, αν και ανυποψίαστοι γενικά, για το τι θα ακολουθήσει.
Το ανυποψίαστο μέλος του ΚΚΕ, ο απλός αριστερός, ποτέ δε θα μπορούσε να υποτευθεί το μέγεθος της δυσοσμίας, των αντικομμουνιστικών ενεργειών που δυσφημούν τον άνθρωπο, και που γίνονται μέσα στο Ριζοσπάστη και στο όνομα του Ριζοσπάστη.

Αλλά αυτός είναι εδώ για να μας υποψιάσει. Και ξεκινά δυναμικά, με γκολ από τα αποδυτήρια, και ένα φίλο του, που τον επισκέφτηκε κατ' εντολή του γραμματέα της ΚΟΒ του, που είχε πάρει εντολή από το Μαμάτση (αναπληρωτή διευθυντή του Ρίζου) να πιάσουν "φιλική κουβέντα" για να καταγράψει, σα χαφιές, τις απόψεις και τις προθέσεις του Γεωργούλα, μετά την απόλυσή του και τη διαγραφή του από το Κόμμα.
Αλλά ο Βασίλης (ο φίλος) χαφιές δεν ήθελε να γίνει, κι ο Μπάμπης τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση. Του είπε να πάρει χαρτί και μολύβι και να σημειώσει ό,τι θα ακούσει, που είναι περίπου όσα γράφει και στο βιβλίο του.

Στις 50 σελίδες που ακολουθούν λοιπόν, ο Γεωργούλας συμπυκνώνει μια σειρά αντι-ΚΚΕ κλισέ, πασπαλισμένα με διάφορες πιπεράτες λεπτομέρειες από τα μέσα. Μεταξύ πολλών άλλων, μιλάει για το αντικομμουνιστικό διευθυντήριο (ΑΔ) του Ρίζου (αλλού το χαρακτηρίζει και αντισοβιετικό) που λυμαίνεται τον τίτλο της εφημερίδας και το αντιπαραβάλλει με τους παλιούς ηρωικούς δημοσιογράφους, το Βιδάλη που τον κατακρεούργησαν οι Σούρληδες και τον Καραγιώργη που τον διαπόμπευσε μέχρι θανάτου το ίδιο βρώμικο χέρι που υπάρχει και σήμερα στο Ριζοσπάστη. Και για να μη μείνει κανείς με την απορία, σε κάποιο άλλο σημείο αναφέρεται σε ένα ζαχαριαδικό ζόμπι.

Αναφέρεται στα άγνωστα κέρδη που επέφεραν οι διευθυντικές θέσεις του Ριζοσπάστη στους κατόχους τους. Στο διαμέρισμα στους Αμπελόκηπους που αγόρασε ο Μαμάτσης με τη διαμεσολάβηση ενός εργολάβου (που είχε αναλάβει μια σειρά έργα σε κόκκινους δήμους). Και στην αρχομανία του Φαράκου, που σύμφωνα με έγκυρες πληροφορίες αγωνιστών, υποχρέωνε άλλους συντρόφους να του καθαρίζουν το κελί και να του φέρνουν φαγητό, διαφημιζόταν έμμεσα στο Ρίζο και τα αστικά μέσα, με τα βιογραφικά του και τις ιστορικές αναφορές σε μάχες, στις οποίες είχε λάβει μέρος, ή ακόμα και στους ορισμούς του σταυρολέξου του Ρίζου! Έβαζε σφους να ψιθυρίζουν "τι μυαλό αυτός ο Γρ. Φ", "πόσο πολύ πρωί ξυπνάει αυτός ο Γρ. Φ" (μιλάμε, κανείς δεν έχει καταλάβει σε ποιον μπορεί να αναφέρονται αυτά τα αινιγματικά αρχικά που χρησιμοποιεί ο Γεωργούλας). Και είχε σχέση με μια Ρωσίδα που δούλευε στην Πράβδα αλλά είναι ζήτημα αν την είχε δει μερικές φορές, οπότε πρέπει να τη διατηρούσε ιδιοτελώς.

Αυτοί λοιπόν (και όχι μόνο) είχαν προσωπικούς δημοσιογράφους, υποτακτικούς και παλλακίδες, πχ μια συντάκτρια του δημοτικού ρεπορτάζ, που κυνηγούσε τον αναπληρωτή διευθυντή για να του χώσει στο στόμα μια σοκολάτα και να τον ευχαριστήσει, αλλά δεν τον πέτυχε, με αποτέλεσμα η σοκολάτα να πασαλείψει τα προγούλια του. Ή ένα νεαρό, που βλέποντας το πρωταπριλιάτικο αστείο της Καθημερινής, ότι ο Φλωράκης κατηγορούσε τη Σοβιετική Ένωση, σχολίασε: καλά τον είχα καταλάβει εγώ...

Και γενικώς ένα στρατό ανίκανων (κάποιον τον αναφέρει μάλιστα με το προσωνύμιο "κρετίνος"), που οδηγούσαν το Ριζοσπάστη στην ανυποληψία, από γκάφα σε γκάφα, σπίλωναν το όνομα της εφημερίδας, γκρέμιζαν την αξιοπιστία και την κυκλοφορία της. Γι' αυτό το λόγο, ο Γεωργούλας επικρίνει ακόμα και μια στερεοτυπική κομματική απόφαση για τον έλεγχο της διακίνησης του Ρίζου στα μέλη και τους οπαδούς του κόμματος, γιατί μετακυλίει τάχα στους αναγνώστες την ευθύνη για την πεσμένη κυκλοφορία του φύλλου.

Όσοι αρνούνταν να μπουν σε αυτά τα καλούπια, έμπαιναν στο στόχαστρο (με τη διεύθυνση πχ να ανοίγει την προσωπική τους αλληλογραφία), κι εφόσον δε συμμορφώνονταν, απολύονταν. Κάποιοι από αυτούς κατέληξαν στην Αυγή, άλλοι νομίζω έστειλαν μια επιστολή στην Ελευθεροτυπία, ένας εξ αυτών ήταν και ο μετέπειτα δημοσιογράφος της Ρουμπάνης (που δεν έφτασε ποτέ όμως τα εμέσματα του Παπούλια) κι ένας άλλος ο Φιλιππάκης, που έλεγε στο Γεωργούλα πως φοβάται για τη σωματική του ακεραιότητα, μη τυχόν τον χτυπήσουν οι δικοί μας, πριν τους πάρει χαμπάρι (γιατί δεν άκουγε καλά από το ένα αυτί, μετά το Πολυτεχνείο και τα βασανιστήρια στην Ασφάλεια).

Κι όλα αυτά, που δεν αποτελούν ούτε κατά προσέγγιση έναν εξαντλητικό κατάλογο των περιεχομένων) με τρομερές ανορθογραφίες (αποτυπόθηκαν, γελειοποίηση, διεκπαιρέωση, κοκ) που μόνο δημοσιογράφο δε θυμίζουν. Κι έρχονται σε πλήρη αντίθεση με το... σεμνό βιογραφικό του σημείωμα στην τελευταία σελίδα που αναφέρει μεταξύ άλλων πως "εκατοντάδες θέματά του έγιναν ερωτήσεις και επερωτήσεις βουλευτών του ΚΚΕ και άλλων δημοκρατικών κομμάτων" και πως "το ΠΓ του ΚΚΕ σε κριτική του που δημοσιεύτηκε στο Ριζοσπάστη το 1976 δημόσια, τιμούσε τις έρευνες-επιτυχίες του".


Πάμε τώρα και στα τελικά συμπεράσματα.
1. Όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν. Μόνο που για άλλους αυτό είναι το βρώμικο χέρι που υπάρχει στο ΚΚΕ και το Ριζοσπάστη (η κακιά ηγεσία, κτλ). Και για εμάς τους υπόλοιπους, οι πανομοιότυπες καταγγελίες, που δε φροντίζουν καν για τη στοιχειώδη σοβαροφάνειά τους.
2. Το βασικό πρόβλημα με αυτές τις σοβαροφανείς καταγγελίες, είναι πως δεν αφήνουν πρόσφορο έδαφος για την πραγματικά σοβαρή κριτική που πρέπει πάντα να γίνεται στις όποιες αδυναμίες του οργάνου και των σφων που στελεχώνουν το δυναμικό του.
3. Να πάτε οπωσδήποτε αυτές τις μέρες μια βόλτα από το Μικρό Μοναστηράκι, πριν να είναι αργά. Αλλιώς εσείς θα χάσετε.

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2013

Πρόβλημα, προβληματισμός και προβληματισμοί

Η κε του μπλοκ σήμερα προχωρά σε μια «τεμπέλικη» ανάρτηση, όπου ο δικός της ρόλος εξαντλείται στο να συγκεντρώσει τις συνέχειες από το σχόλιο του μη απολιθωμένου σε προηγούμενη ανάρτηση, σε ένα ενιαίο κείμενο σχετικά με το ρόλο της προσωπικότητας, τη διαπάλη στο κομμουνιστικό κίνημα με τον οπορτουνισμό στις γραμμές του αλλά και την περίπτωση του φαράκου, που έδωσε το αρχικό ερέθισμα για αυτό που ακολουθεί. Ευχαριστώ τον μη απολιθωμένο για τον κόπο που έκανε και συνιστώ στους σφους της βάσης καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.

Φίλε Βασίλη,

Εύλογος, θεμιτός και γόνιμος, αφού παρακινεί σε περαιτέρω προβληματισμούς, ο προβληματισμός σου σ’ αυτήν την ανάρτηση. Με παρακινείς να προβληματιστώ κι εγώ και να πω ότι ο προβληματισμός σου είναι κάπως προσωποπαγής και αφήνει το πρόβλημα κατά μέρος.

Σου υπενθυμίζω μιαν πολύ σχετική επισήμανση του «Στρατηγού» (Φ. Ένγκελς) που —χρησιμοποιώ εδώ μιαν γερμανική παροιμία— βρίσκει το καρφί στο κεφάλι (ας σημειωθεί ότι ό,τι έπεται είναι απόσπασμα γράμματος, το οποίο αποτελούσε απάντηση του «Στρατηγού» σε γράμμα που του είχε απευθύνει στις 19 Ιανουαρίου του 1894 ο Β. Μπόργκιους από το Μπρεσλάου• ο Χάιντς Στάρκενμπουργκ δημοσίευσε την απάντηση αυτήν του «Στρατηγού» στο περιοδικό «Ο Σοσιαλιστής Πανεπιστημιακός» [«Der sozialistische Akademiker»] (τεύχος 20 του 1895), χωρίς να αναφέρει τον παραλήπτη, εξ ου και σ’ όλες τις μετέπειτα μέχρι το 1968 αναδημοσιεύσεις ή μεταφράσεις —συμπεριλαμβανόμενης και αυτής που χρησιμοποιώ— ως παραλήπτης αναφερόταν ο Χ. Στάρκενμπουργκ, βλ. σχετικά: Karl Marx/Friedrich Engels, Werke, Band 39, Berlin/DDR 1968, σσ. 205–207, 580):

[…] Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. Οι προσπάθειές τους διασταυρώνονται, κι ακριβώς γι’ αυτό σ’ όλες αυτές τις κοινωνίες κυριαρχεί η αναγκαιότητα, που ολοκλήρωση και μορφή έκφρασής της είναι ησύμπτωση. Η αναγκαιότητα που επιβάλλεται εδώ, μέσα από κάθε λογής συμπτώσεις, είναι πάλι σε τελευταία ανάλυση η οικονομική αναγκαιότητα. Και δω φτάνουμε στην εξέταση του ζητήματος των λεγόμενων μεγάλων ανδρών. Ότι κάποιος, κι ακριβώς αυτός ο μεγάλος άνδρας εμφανίζεται σε τούτη την ορισμένη εποχή, σ’ αυτή τη δοσμένη χώρα, είναι φυσικά καθαρή σύμπτωση. Αν όμως τον σβήσουμε, τότε ζητείται αντικαταστάτης του, κι αυτός ο αντικαταστάτης βρίσκεται tant bien que mal*, μα βρίσκεται με τον καιρό. Ότι ο Ναπολέοντας, ακριβώς αυτός ο κορσικανός ήταν ο στρατιωτικός διχτάτορας που τον έκανε απαραίτητο η εξαντλημένη από το δικό της πόλεμο γαλλική δημοκρατία, αυτό ήταν σύμπτωση. Ότι όμως, αν έλειπε ένας Ναπολέοντας, ένας άλλος θα είχε πάρει τη θέση του, αυτό αποδείχνεται από το γεγονός ότι βρισκόταν πάντα ο άνθρωπος μόλις χρειαζόταν: ο Καίσαρας, ο Αύγουστος, ο Κρόμβελ κτλ. Αν ο Μαρξ ανακάλυψε την υλιστική αντίληψη της ιστορίας, ο Τιερρύ, ο Μινιέ, ο Γκιζώ και όλοι οι άγγλοι ιστορικοί ως το 1850 αποδείχνουν ότι τα πράγματα έτειναν σ’ αυτήν, κι η ανακάλυψη της ίδιας αντίληψης από τον Μόργκαν, αποδείχνει ότι ο καιρός ήταν ώριμος γι’ αυτήν και ότι ακριβώς έπρεπε να ανακαλυφθεί.

Το ίδιο γίνεται και με όλες τις άλλες συμπτώσεις και τις φαινομενικές συμπτώσεις στην ιστορία. Όσο περισσότερο ο τομέας που μελετάμε απομακρύνεται από τον οικονομικό και πλησιάζει στον καθαρά αφηρημένο ιδεολογικό, τόσο περισσότερο θα βρίσκουμε ότι παρουσιάζει στην εξέλιξή του συμπτώσεις, τόσο περισσότερο η καμπύλη του διαγράφει ζικ-ζακ. Αν όμως χαράξετε τον μέσο άξονα της καμπύλης, θα δείτε ότι όσο μακρύτερη είναι η εξεταζόμενη περίοδος κι όσο μεγαλύτερο το μελετώμενο πεδίο, τόσο περισσότερο αυτός ο άξονας είναι παράλληλος με τον άξονα της οικονομικής ανάπτυξης. […]

Ο Ένγκελς στον Στάρκενμπουργκ (25 του Γενάρη 1894)

* Καλά ή κακά (Σημ. Σύντ.)

(Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα σε δυο τόμους, Τόμος ΙΙ, Εκδοτικό της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ, Δεκέμβρης 1951, σσ. 593–594)
.

Αν λοιπόν προσεγγίσουμε από την σκοπιά των όσων γράφει ο «Στρατηγός» την περίπτωση του Γρηγόρη Φαράκου, θα δούμε ότι η εμφάνισή του αλλά και η λειτουργία του ως «μεγάλου ανδρός» στις συγκεκριμένες συγκυρίες είναι σύμπτωση με την έννοια που την προσδιορίζει ο «Στρατηγός». Κάλλιστα θα μπορούσε να παίξει κάποιος άλλος τον ρόλο που έπαιξε, έστω και όχι στην ορισμένη εποχή και στην δεδομένη χώρα, αν και το 1989–1991 οι ραγδαίες εξελίξεις στο εσωτερικό και στο εξωτερικό πίεζαν ασφυκτικά να αναδυθούν «μεγάλοι άνδρες» που θα λειτουργούσαν κατά πώς λειτούργησε ο Γρ. Φαράκος. Το ίδιο έγινε τηρουμένων των αναλογιών και το 1968 οπότε πίεζαν οι εξελίξεις περίπου μιας εικοσαετίας (από το τέλος του εμφύλιου και δώθε), και τον αντίστοιχο ρόλο το ’φερε η σύμπτωση ως έκφραση της αναγκαιότητας να τον παίξει ο Μήτσος Παρτσαλίδης.

Με όσα ανάφερα παραπάνω δεν κινούμαι στην κατεύθυνση του εκμηδενισμού του ρόλου της προσωπικότητας στην ιστορία, αλλά κατά βάση θέλω να υπογραμμίσω κάτω από ποιες αποφασιστικά καθορίζουσες συνθήκες δρα η προσωπικότητα. Αυτές τις συνθήκες πρέπει να τις παίρνουμε σοβαρά και αφετηριακά, θα έλεγα, υπόψη, άμα θέλουμε να μείνουμε στο έδαφος μιας μαρξιστικής-λενινιστικής θεώρησης, ερμηνείας και αποτίμησης ή εκτίμησης των ιστορικών γεγονότων του παρελθόντος. Διαφορετικά φοβάμαι ότι θα πελαγοδρομήσουμε κατά την ανάλυση του γιατί και του πώς έδρασε όπως έδρασε ένας «μέγας ανήρ» ή μια «μεγάλη γυνή» συνεκτιμώντας υπέρ του δέοντος μορφωτικό επίπεδο, χαρακτήρα συζυγικών σχέσεων, ψυχολογική κατάσταση, ταξική τοποθέτηση ή προέλευση κ. ά. Αυτά είναι σημαντικά, δεν πρέπει να αγνοούνται, αλλά δεν αναιρούν το αποφασιστικό που είναι σε τελευταία ανάλυση η οικονομική αναγκαιότητα.

Λέγοντας «οικονομική αναγκαιότητα» αγγίζουμε μέσα από τον προβληματισμό το πρόβλημα αν εστιάσουμε την προσοχή μας στις εξελίξεις που οδήγησαν στις αντεπαναστατικές ανατροπές των ετών 1989–1991. Δεν ήταν αυτές κεραυνός εν αιθρία, αλλά εξέλιξη —όχι φυσιολογική ή αναπόφευκτη, προς θεού!, θα επανέλθω σ’ αυτό πιο κάτω— την οποία δημιούργησαν μια σειρά παράγοντες που απόκτησαν βαρύνουσα σημασία, έγιναν κατά κάποιο τρόπο η «κρίσιμη μάζα», κάποιες συγκεκριμένες στιγμές πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Θα επισημάνω δύο τέτοιους παράγοντες, οι οποίοι χωρίς να είναι οι μοναδικοί, επιτρέπουν κατά την γνώμη μου μιαν καλή αρχική προσέγγιση της οικονομικής αναγκαιότητας, έκφραση της οποίας είναι η σύμπτωση που αποτέλεσαν το 1968 ο Μ. Παρτσαλίδης και το 1989–1991 ο Γρ. Φαράκος.

Ο ένας είναι το πώς γεννήθηκαν, πώς προωθήθηκαν και πώς κατέληξαν τα «Λαϊκά Μέτωπα» πριν, κατά την διάρκεια και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στη συνέντευξη που πήρες, φίλε Βασίλη από τον σύντροφο Γιώργο Μαργαρίτη, αυτός εμβαθύνει ουσιαστικά στα διέξοδα και τα αδιέξοδα που γέννησε η πολιτική του «Λαϊκού Μετώπου» στην προοπτική της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής επανάστασης.

Ο άλλος είναι ο χαρακτήρας των εμπορευματικών σχέσεων στον σοσιαλισμό και η ιστορική εμπειρία από την αντιμετώπιση του ακρογωνιαίου αυτού ζητήματος της σοσιαλιστικής οικονομικής πολιτικής από σύστασης και καταβολής Σοβιετικής Ρωσίας και μέχρι την αντεπαναστατική ανατροπή και διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Εδώ υπάρχει αρκετή βιβλιογραφία με αφορμή και την σχετική Συνδιάσκεψη και τον Β΄ τόμο του «Δοκιμίου».
Η προσεκτική μελέτη του πρώτου παράγοντα που προηγουμένως ανάφερα, δηλ. τα «Λαϊκά Μέτωπα» —αλλά και τα «Ενιαία» που προηγήθηκαν— δείχνει ότι και αυτός ο παράγοντας συγκαταλέγεται στην οικονομική αναγκαιότητα, αφού στόχο είχαν την συμπαράταξη και συστράτευση με το συνειδητό προλεταριάτο ή μη συνειδητών προλεταριακών ή εκτός του προλεταριάτου μαζών στην προοπτική της σοσιαλιστικής και κομμουνιστικής επανάστασης μ’ όλες τις παλινδρομήσεις της πραγμάτωσης της σχετικής πολιτικής (γι’ αυτό έγραφα συγκεκριμένα για «διέξοδα και αδιέξοδα»).

Είναι σαφές ότι μετά το τέλος του Β΄ Παγκόσμιου Πόλεμου αρχίζουν να δρομολογούνται εκείνες οι διαδικασίες που θα οδηγήσουν στην στροφή του 20ού Συνέδριου του ΚΚΣΕ το 1956 αλλά και στην —πολιτικά, ιδεολογικά, οργανωτικά καθώς επίσης και συνειδησιακά— άκρως τραυματική για το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα 6η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ της ίδιας χρονιάς. Οι διαδικασίες αυτές ούτε μοιραίες ήταν ούτε αναπόφευκτες ούτε, πολύ περισσότερο, μη ανατρέψιμες, όπως θα δούμε σε άλλο σημείο. Ανεξάρτητα όμως απ’ αυτό επικράτησαν με τα γνωστά αποτελέσματα. Σημαντικό είναι να μην ξεχνάμε ότι οι δύο παράγοντες που επισημάνθηκαν στο τέλος του δεύτερου μέρους αυτών των σχολίων είχαν τεράστια σημασία στην μετέπειτα πορεία επικράτησης εκείνων των ταξικών δυνάμεων που αρχικά επέβαλαν την σταδιακή κυριάρχηση του οπορτουνισμού στο ελληνικό και διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και ύστερα δημιούργησαν τις οικονομικές και πολιτικές βάσεις των αντεπαναστατικών ανατροπών μεταξύ 1989 και 1991.

Ενδιαφέρον σε σχέση με την πορεία του οπορτουνισμού μέσα στις γραμμές του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος αυτήν την περίοδο είναι να δούμε τα ζικ-ζακ που διαγράφει η καμπύλη του τυχαίου μια απομακρυνόμενη μια πλησιάζοντας το αναγκαίο που είναι η οικονομική ανάπτυξη κατά πόσο δηλαδή η σύμπτωση είναι εκδήλωση της αναγκαιότητας. Εκθέτω συνοπτικά κατ’ ανάγκη.

Η πρώτη κρούση, όπως σωστά επισήμανε εν τω μεταξύ σε σχόλιό του φίλος αναγνώστης, γίνεται με την πλατφόρμα του Μάρκου Βαφειάδη διαρκούντος ακόμα του Εμφύλιου. Η κρούση αυτή δεν είναι άσχετη ούτε με την πορεία που πήρε η πραγμάτωση της πολιτικής των «Λαϊκών Μετώπων» τόσο στην λαϊκοδημοκρατική Ευρώπη όσο και στην λαϊκοδημοκρατική Ασία ούτε με τις μεταπολεμικές διεργασίες στους κόλπους της καθοδήγησης του ΚΚΣΕ σχετικά με την πορεία της ΕΣΣΔ στον μεταπολεμικό κόσμο ούτε με τον αντίκτυπο της δυναμικής των δύο προηγουμένων τομέων στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα. Η ελληνική και διεθνής συγκυρία δεν επιτρέπουν να επικρατήσει η συγκεκριμένη πλατφόρμα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μένει χωρίς σοβαρό προηγούμενο όπως έδειξαν οι μετέπειτα εξελίξεις κι ο Μ. Βαφειάδης —προσωρινά— «μπαίνει στην ναφθαλίνη».
Η ήττα στον Εμφύλιο δείχνει ότι ο καιρός είναι ώριμος για την επόμενη κρούση του οπορτουνισμού κι ότι αυτή πρέπει να ανακαλυφθεί όπερ και γίνεται με τον Μ. Παρτσαλίδη που βγαίνει στο προσκήνιο με την σαφή υποστήριξη εκείνων των δυνάμεων μέσα στο ΚΚΕ και στο ΚΚΣΕ που ήδη προετοίμαζαν την «στροφή» της 6ης Πλατιάς του 1956. Κι αυτή η κρούση δεν επικρατεί, πάλι προσωρινά. Έπεται το 20ό Συνέδριο κι η 6η Πλατιά του 1956 για να αλλάξουν τα πράγματα και να επανεμφανιστεί ο Μ. Βαφειάδης στην 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ το 1957. Και τι επανεμφάνιση: Δίνει κυριολεκτικά «ρεσιτάλ» μιλώντας για σχεδόν 2 ολόκληρες ώρες (!) επί του 1ου θέματος της Ολομέλειας (20/2/1957: από τις 8.05΄ μέχρι τις 9.53΄) και δίνει την εντύπωση συνεισηγητή (προς σύγκριση: ο Κώστας Κολιγιάννης, εισηγητής του Γραφείου της ΚΕ στο 1ο θέμα, μιλάει στις 19/2/1957 από τις 8.40΄ μέχρι τις 10.00΄ κι από τις 10.15΄ μέχρι τις 11.50΄, ενώ ο κύριος «κατηγορούμενος» της Ολομέλειας Νίκος Ζαχαριάδης μιλάει στις 19/2/1957 από τις 15.00΄ μέχρι τις 16.50΄, βλ. λεπτομέρειες: ΚΕ του ΚΚΕ, Η 7η Πλατιά Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ 18–24 Φλεβάρη 1957, Εισηγήσεις–Αποφάσεις–Ομιλίες–Πρακτικά, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα 2011, σσ. 49–108 (εισήγηση Κ. Κολιγιάννη, 59 σελ.), 223–246 (ομιλία Ν. Ζαχαριάδη, 23 σελ.), 422–492 (ομιλία Μ. Βαφειάδη, 70 σελ.), πρβλ. επίσης και τα Πρακτικά των εργασιών της Ολομέλειας ανά ημέρα συνεδρίασης στις σσ. 881–890). Κι όμως παρά την επανεκλογή του Μ. Βαφειάδη στην ανώτατη καθοδήγηση του ΚΚΕ η παραμονή του στο ΠΓ είναι βραχύβια, αφού δεν διαρκεί καλά-καλά ούτε έναν χρόνο (24/2/1957–10/1/1958). Μετά την καθαίρεσή του από το ΠΓ και τον αποκλεισμό του από κάθε κομματική δουλειά τα «ηνία» στην «οπορτουνιστική δουλειά» τα αναλαμβάνει και πάλι ο Μ. Παρτσαλίδης, όχι βέβαια μόνος του και για δικό του λογαριασμό…

Η ταχεία εναλλαγή Μ. Βαφειάδη–Μ. Παρτσαλίδη ως «μεγάλων ανδρών» του οπορτουνισμού στο ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα μέσα σε διάστημα μιας δεκαετίας (1948–1958) επιβεβαιώνει την επισήμανση του «Στρατηγού» ότι κι αν σβηστεί ένας «μέγας ανήρ» σε μια ορισμένη χώρα και σε μια ορισμένη εποχή, τότε ζητείται αντικαταστάτης του, ο οποίος βρίσκεται καλώς ή κακώς με τον καιρό, εφόσον ο καιρός ―δηλαδή η οικονομική αναγκαιότητα― είναι ώριμος γι’ αυτό. Και στην δεκαετία 1948–1958 όπως και στην δεκαετία 1958–1968, αλλά και στην συνέχεια μέχρι το 1989–1991 η οικονομική αναγκαιότητα είναι ώριμη, ωριμότατη θα έλεγα, αν μελετήσει κανείς την οικονομική και πολιτική τροπή που παίρνουν τα πράγματα τόσο στην Σοβιετική Ένωση όσο και στην ΛΔ της Κίνας, για να περιοριστώ σε δύο μόνο χώρες που βρίσκονταν στην φάση της σοσιαλιστικής οικοδόμησης. Το ότι ο μέσος άξονας της καμπύλης του αφηρημένου που αναφέρει ο «Στρατηγός» όλο και περισσότερο «παραλληλίζεται» με τον άξονα της οικονομικής ανάπτυξης το παρουσιάζει ανάγλυφα ό,τι αμέσως έπεται του κορυφαίου πολιτικού γεγονότος του 1975: της συντριπτικής ήττας του ιμπεριαλισμού των ΗΠΑ στο Βιετνάμ.

Κατά τα χρόνια που ακολουθούν, η βαριά αυτή ήττα, αντί να πυροδοτήσει τριγμούς και κλονισμούς στο παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα, αποδεικνύεται μάλλον αμυχή για τις μεγάλες ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που συνέρχονται σχετικά γρήγορα από αυτήν για να περάσουν σε μετωπική επίθεση υπονόμευσης κατά μιας ΕΣΣΔ, όπου οι μάταια αναμενόμενες επιτυχίες των «μεταρρυθμίσεων» προς μιαν «σοσιαλιστική» οικονομία της αγοράς αρχίζουν να καταλήγουν σε πραγματικές καταστροφές με διαλυτικά για τον σοσιαλισμό αποτελέσματα, και κατά μιας ΛΔ της Κίνας, η οποία, καθημαγμένη από τους μικροαστικούς τυχοδιωκτισμούς του Μάο Τσε-τούνγκ και της κλίκας του στον οικονομικό τομέα, περνάει σταδιακά αλλά ανεπιστρεπτί στην εξουσία εκείνων των ταξικών δυνάμεων που προσανατολισμένες ανενδοίαστα προς τον καπιταλισμό «κλείνουν ειρήνη» με τον ιμπεριαλισμό αφήνοντάς του ελεύθερο το πεδίο για μιαν ανενόχλητη ολομέτωπη εκστρατεία εναντίον του κομμουνισμού.

Είναι ακριβώς η εποχή, κατά την οποία οι θεωρητικοί του οπορτουνισμού στο ευρωπαϊκό κομμουνιστικό κίνημα με επικεφαλής τις ηγεσίες των ΚΚ της Ιταλίας, Ισπανίας και Γαλλίας υποκριτικά ισχυρίζονται ότι είναι ευρωκομμουνιστές ―οπορτουνιστές πάει να πει―, επειδή ο υπαρκτός σοσιαλισμός «έχει χάσει την προωθητική του δύναμη», διαχωρίζοντας οπορτουνιστικότατα σύμπτωση και αναγκαιότητα, παραγνωρίζοντας δηλαδή συνειδητά ότι η πραγματική υποχώρηση του υπαρκτού σοσιαλισμού δεν οφείλεται σ’ αυτό που εναγώνια επιδιώκουν να παραστήσουν ως «σταλινισμό», αλλά στην απομάκρυνση από τις θεμελιώδεις αρχές του επιστημονικού κομμουνισμού.

Τώρα μετά απ’ όλα τα προηγούμενα εγείρεται το βασανιστικό και αδήριτο ερώτημα: Ήταν η πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού προς ό,τι συνέβη στα 1989–1991 αναπόφευκτη, μη ανατρέψιμη, μοιραία; Ήταν η πορεία του ΚΚΕ από το 1948 στο 1958 και, στην συνέχεια, από το 1958 στο 1968 και σ’ ό,τι συνέβη το 1991 προδιαγραμμένη;

Την απάντηση την δίνει κι εδώ ο «Στρατηγός» μετά από προσεκτική ανάγνωση του αποσπάσματος που παρατέθηκε στην αρχή. Γράφει συγκεκριμένα: Οι ίδιοι οι άνθρωποι κάνουν την ιστορία τους, την κάνουν όμως ως τώρα όχι με συλλογική θέληση, σύμφωνα μ’ ένα γενικό σχέδιο, ούτε καν μέσα στα πλαίσια μιας καθορισμένης, δοσμένης κοινωνίας. (Η υπογράμμιση με κυρτά ημίμαυρα δική μου —Μη Απολιθωμένος κ.λπ.). Προϋποθέτει δηλαδή ο «Στρατηγός» για την λειτουργία της σύμπτωσης ως εκδήλωσης της αναγκαιότητας όπως την πολύ ανάγλυφα την σκιαγραφεί αμέσως παρακάτω, την απουσία της οργανωμένης σε πολιτική δύναμη (προλεταριακό κόμμα νέου τύπου) συνειδητής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης στην πάλη των τάξεων και, γενικότερα, σ’ ό,τι διαδραματίζεται στην εξέλιξη της κοινωνίας. Γι’ αυτόν ακριβώς περιγράφει τον ρόλο του τυχαίου ως εκδήλωση του οικονομικά αναγκαίου τονίζοντας ότι: Το ίδιο γίνεται και με όλες τις άλλες συμπτώσεις και τις φαινομενικές συμπτώσεις στην ιστορία. Όσο περισσότερο ο τομέας που μελετάμε απομακρύνεται από τον οικονομικό και πλησιάζει στον καθαρά αφηρημένο ιδεολογικό, τόσο περισσότερο θα βρίσκουμε ότι παρουσιάζει στην εξέλιξή του συμπτώσεις, τόσο περισσότερο η καμπύλη του διαγράφει ζικ-ζακ. Είναι αυτό το ζικ-ζακ που εμφαίνει, ανάλογα με τον βαθμό της απόκλισης, το μέγεθος της απουσίας του οργανωμένου συνειδητού παράγοντα που μπαίνει στον στίβο των ταξικών αγώνων με στόχο την επαναστατική αλλαγή. Όποτε γίνει η παρέμβαση αυτού του παράγοντα, τότε αλλάζουν άρδην τα πράγματα.

Αν η πορεία του υπαρκτού σοσιαλισμού μετά το 1956 φαίνεται να οδηγείται αναπότρεπτα στις αντεπαναστατικές ανατροπές των ετών 1989–1991, αυτό έγινε γιατί το 20ό Συνέδριο αποκεφάλισε σταδιακά τον φορέα περιορισμού κι εκμηδένισης του τυχαίου στο επαναστατικό προλεταριακό κίνημα, δηλαδή το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα («To put it in the simplest terms, the October Revolution created a world communist movement, the Twentieth Congress destroyed it.», Eric Hobsbawm, Interesting Times: A Twentieth-Century Life, London: The Penguin Press, 2002, p. 201).

Αν το ΚΚΕ υφίσταται σήμερα όπως είναι, αυτό οφείλεται ακριβώς στην επικράτηση μέσα στο Κόμμα το 1968 αλλά και το 1991 εκείνων των δυνάμεων που ήθελαν κι επιδίωκαν να μην χάσει αυτό τον πρωτοπόρο ρόλο του ως φορέα αποκλεισμού του τυχαίου κι ενίσχυσης του αναγκαίου στην επαναστατική εξελικτική πορεία προς τον κομμουνισμό.

Και για να κλείσω αυτόν τον προβληματισμό θα κάνω μερικές εξ ανάγκης λακωνικές επισημάνσεις, η ανάπτυξη των οποίων θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο άλλων σχολίων. Πρώτο, να επισημανθεί, για να μην θεωρηθεί ότι εμείς οι Ελληνίδες κι οι Έλληνες ομφαλοσκοπούμε «εθνικά», ότι αυτήν την πορεία του ΚΚΕ την διέτρεξαν στο παρελθόν, υπό άλλες βεβαίως συνθήκες, κι άλλα ΚΚ. Δεύτερο, να επισημανθεί επίσης ότι απόψεις που αντιμετωπίζουν την αναγκαία ηγεμονία του προλεταριακού κόμματος νέου τύπου στις ταξικές μάχες ως ηγεμόνευση (κάτι γράφηκε για «πεφωτισμένη δεσποτεία») είναι σαφώς αναρχίζουσες με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Και τρίτο και τελευταίο, να επισημανθεί εξίσου ότι η παρέμβαση της πολιτικά οργανωμένης συνειδητής πρωτοπορίας της εργατικής τάξης στο επαναστατικό γίγνεσθαι μπορεί να μειώσει και να περιορίσει την δράση του τυχαίου, αλλά όχι να την αποκλείσει τελείως κι εντελώς.

Το σχόλιο αυτό ξεκίνησε ως προβληματισμός, σε προβληματισμούς του οικοδεσπότη μας απ’ αφορμή «το βιβλίο με τις μαρτυρίες και τους στοχασμούς του Φαράκου, που γράφτηκε στον απόηχο της αντεπανάστασης, εν έτει 1993» με σκοπό να δείξει ότι ο Γρ. Φαράκος υπήρξε μέρος του προβλήματος κι όχι το πρόβλημα.

Ας μου επιτραπεί, γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν, να τελειώσω με κάτι προσωπικό. Τον Γρηγόρη τον Φαράκο δεν έτυχε —απλά δεν το ’φεραν τα πράγματα— να τον γνωρίσω από κοντά. Νομίζω ότι στην συζήτηση που έγινε ξεκινώντας από αυτήν αλλά και την επόμενη ανάρτηση («Πόλεμος φαρακωμάτων») κατατέθηκαν κάποιες μαρτυρίες για το πρόσωπό του. Εμένα αυτό που με συγκλόνισε πραγματικά είναι το τέλος της συνέντευξης που παραχώρησε στον Γιάννη Τζαννετάκο για την εκπομπή της ΕΡΤ «Εξιστορείν και Ιστορείν» το 2006. Εκεί ο Γρηγόρης Φαράκος περιέρχεται σε κατάσταση συντριβής καθώς αναφέρεται στην μετά το 1991 «τύχη» του Χαρίλαου Φλωράκη («παραμελήθηκε κ.λπ.»), αλλά κατά την προσωπική μου γνώμη κι αντίληψη η συντριβή του ελάχιστα έχει να κάνει με την «τύχη» του Χαρίλαου: Πολύ περισσότερο σχετίζεται με την τύχη του ίδιου…

Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Πόλεμος φαρακωμάτων

Η κε του μπλοκ επιχειρεί να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε στην προηγούμενη ανάρτηση για το γρηγοριανό ημερολόγιο της ήττας και να συνεχίσει την παρουσίαση του βιβλίου του φαράκου στη στήλη «βιβλία για το καλοκαίρι», με την παράθεση κάποιων χαρακτηριστικών αποσπασμάτων.

Εν αρχή η κριτική του φαράκου στο ζαχαριαδικό σχέδιο προγράμματος του 53’, με κάποια σημεία που προσφέρονται για ιντριγκαδόρικους συνειρμούς.
Το κκε έκανε με το νέο σχέδιο ολέθριο άλμα προς τα πίσω. Άλλαξε τη γενικά σωστή θέση του 1934 για τον χαρακτήρα της επανάστασης (σσ από αστικοδημοκρατική σε σοσιαλιστική) με το τραγελαφικό επιχείρημα πως την επιτάσσει η εξέλιξη. Ενώ μάλιστα αναγνωριζόταν πως η χώρα πέρασε σε ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από τους ξένους, ότι η ελλάδα έχει γίνει αποικία, όπως έλεγε.

Και τώρα μπαίνουμε στο ζουμί.
Η ηγεσία του κκε άλλαζε θέσεις στρατηγικής που του είχαν δώσει τη δυνατότητα να αναδειχθεί στη διάρκεια της κατοχής σε μεγάλη εθνική πατριωτική δύναμη. Το έπραξε σε μια στιγμή που η ίδια κάτω από τις αδήριτες ανάγκες των πολιτικών εξελίξεων υποχρεωνόταν να μιλάει για πατριωτικό μέτωπο, για πατριωτική δημοκρατική κυβέρνηση. Το σχέδιο του νέου προγράμματος ήταν τόσο έξω από την εσωτερική και τη διεθνή πραγματικότητα ώστε η κε ύστερα από παρέμβαση της ηγεσία του κκσε αναγκάστηκε να το αποσύρει ένα χρόνο μετά, το νοέμβριο του 1954.
Όπου διεθνής πραγματικότητα, διάβαζε το θάνατο του στάλιν και τη σταδιακή άνοδο των δυνάμεων με επικεφαλής το νικήτα. Υπ’ όψιν πως ο φαράκος τηρεί άλλα μέτρα και σταθμά στη συγκεκριμένη περίπτωση και δε φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα από «την εξωτερική παρέμβαση των σοβιετικών στα εσωκομματικά του κκε».

Ας δούμε και μια άλλη κριτική του φαράκου σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα του κόμματος τον ιούνιο του 85’. Η χρονική συγκυρία αλλάζει, αλλά οι ομοιότητες και η σταθερή επανάληψη κάποιων μοτίβων είναι εντυπωσιακή.
Η ηγεσία του κκε δεν είχε συναίσθηση σε ποια κατάσταση είχε βρεθεί το κόμμα. Μόνο ως παραπλανητική μπορεί να ακούγεται η διαβεβαίωση της επόμενης ολομέλειας (οκτώβρης 1985) ότι η κατάσταση αναδείχνει το κόμμα μας κύριο πολιτικό φορέα της αλλαγής. Και επαναλάμβανε τα ίδια που λέγονταν στα δεκάχρονα της μεταπολίτευσης, ενώ τα αποτελέσματα έδειχναν πτωτική τάση, με πιο χαρακτηριστική τη μείωση της εκλογικής δύναμης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Το φαινόμενο επισημάνθηκε το 1984, δυνάμωσε το 1985, συνεχίστηκε αργότερα. Ουσιαστικά η ανάπτυξη του κόμματος είχε περάσει σε στασιμότητα, αρχίζει η καθοδική του πορεία.

Αλλά έχει και συνέχεια.
Οι ολομέλειες ιουνίου κι οκτωβρίου 1985 υποχρεώνονται για πρώτη φορά να δουν την πορεία ανάπτυξης του κόμματος και με αυτοκριτικό κάπως τρόπο, γιατί είχαν αρχίσει να ακούγονται στις οργανώσεις εντονότερες παρατηρήσεις. Η απόφαση του ιουνίου για τα αποτελέσματα των εκλογών δεν είχε ικανοποιήσει τα μέλη. Μπορεί να έπαιρναν ομόφωνα θετικές αποφάσεις οι κοβ, η δυσαρέσκεια όμως άρχισε να ανησυχεί την ηγεσία.
Μια έκφραση των ανησυχιών της ήταν η προσπάθειά της να εφαρμοστεί η απόφαση του 11ου συνεδρίου για την απόδοση κομματικών βιβλιαρίων στα μέλη του κόμματος. Στόχος, όπως λεγόταν, να ξεπεραστούν τα φαινόμενα μη στράτευσης κι αδιαφορίας των μελών, να επιδιωχθεί η ποιοτική βελτίωση της δουλιάς τους. Η διαδικασία άρχισε το 1985, διήρκεσε πάνω από δυο χρόνια. Είχε ως αποτέλεσμα να πάψουν να υπολογίζονται μερικές χιλιάδες μέλη, από τα οποία τα περισσότερα δεν ήταν ενεργά κι αναφέρονταν μόνο στα χαρτιά.

Αυτός τουλάχιστον το αντιμετωπίζει ψύχραιμα. Φαντάσου όμως να γινόταν σήμερα κάτι τέτοιο, τι θα ακούγαμε για επικείμενες εκκαθαρίσεις και δε συμμαζεύεται. Το πιο εντυπωσιακό παρόλα αυτά είναι η αναφορά του φαράκου στην «κομματική ηγεσία», λες και ο ίδιος είναι κάτι έξω απ’ αυτήν. Και συνεχίζει να κάνει το ίδιο ακόμα και για τη διετία που βρέθηκε στην ανώτερη θέση της κομματικής ιεραρχίας, ως γενικός γραμματέας!

Η ειδοποιός διαφορά του ωστόσο με άλλους επώνυμους αναλυτές που συνεχίζουν στερεοτυπικά να μιλάνε για «την ηγεσία του κκε» σε διάκριση με τη βάση του, είναι πως ο φαράκος κατακεραυνώνει πολιτικά την ηγεσία της δικής του εποχής, δηλ τον φλωράκη, κι η κριτική του πολλές φορές φτάνει στα όρια της εμπάθειας. Τα πιο διασκεδαστικά που αναφέρει, μεταξύ άλλων, είναι μια καλτ δήλωση του χαρίλαου για τον όρο ανανέωση (και μόνο η λέξη μου προκαλεί ανατριχίλα) αλλά και τον αστικό μύθο για τα αποφθέγματα του φλωράκη, που είχε στείλει λέει να του βρουν ένα ειδικό βιβλίο με παροιμίες ώστε να προετοιμάζεται καλύτερα για τις δημόσιες εμφανίσεις του!

Η εμπάθεια αυτή επεκτείνεται σε κάποιες κρίσεις του και για το κόμμα ή τη νεολαία –είχε οριστεί ως υπεύθυνος από το πγ να παρακολουθεί τη δουλειά της κνε. Όχι τόσο όταν λέει πως «οι παρασκηνιακές χωρίς αρχές μέθοδοι ανάδειξης στελεχών οδηγούσαν σε γενικότερη έκπτωση αξιών και εκφυλιστικά φαινόμενα. Ήταν αποκαρδιωτικό αντιπρόσωποι να αλληλοκατηγορούνται για μοιχείες και συμπεριφορές εκπόρνευσης ή να κατηγορούν άλλους απόντες για ομοφυλοφιλία», γιατί αυτά πρέπει να συνέβαιναν δυστυχώς ως ένα βαθμό σε εκείνες τις δραματικές εποχές για το κόμμα. Αλλά σε κακεντρεχή σχόλια, όπως το παρακάτω για τα ηγετικά στελέχη τα οποία «ικανοποιούνταν μόνο να δημιουργείται ένα σύνολο στελεχών άβουλο αμόρφωτο σε κατάσταση πειθαρχημένης διαβίωσης, που με το βήμα της χήνας στις διαδηλώσεις θα εφάρμοζε τυφλά τις εντολές του κκε». Κι όποιος δε θυμάται τι εστί «βήμα της χήνας» μπορεί να πατήσει εδώ και να δει το σχετικό σύνδεσμο, για να καταλάβει.

Εξίσου βαριά είναι και όσα καταμαρτυρεί ο φαράκος στο υποκεφάλαιο με τη συνόψιση της δουλειάς του στο ριζοσπάστη, όπου είχε διατελέσει διευθυντής στο μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης χωρίς να γνωρίζω ωστόσο τον αντίλογο της δικής μας πλευράς για τις καταγγελίες του.
Την κατάσταση επιδίωξε να αντιμετωπίσει ο τ. μαμάτσης με μια ακόμα πιο αχαρακτήριστη μεθόδευση. Κατάφερε να εκμεταλλευτεί την αφέλεια ενός συντάκτη και να του εμβάλει τη σκέψη να προκαλέσει με τους άλλους συζητήσεις που να τις μαγνητοφωνήσει κρυφά. Άμεσα αναμίχθηκε στο θέμα ο τάκης αδάμος, αλλά με πλήρη γνώση κι ευθύνη του μαμάτση. Είχε ενημερωθεί ο χ. φλωράκης χωρίς να καταδικάσει και να αποτρέψει τη μεθόδευση. Ο στόχος ήταν απλός: να προκύπτει από τις συνομιλίες ότι υπάρχει φραξιονιστική κίνηση εναντίον αδάμου-μαμάτση που κατευθύνεται ή το λιγότερο είναι ανεκτή από μένα κι έτσι να μπει θέμα απομάκρυνσής μου.

Η μεθόδευση έγινε το δεύτερο εξάμηνο του 1979. Καταγγέλλοντάς τη μέθοδο της υποκλοπής, προσπάθησα να χειριστώ το ζήτημα με πλήρη διαφάνεια. Με μακρές συζητήσεις με όσους έτσι και αλλιώς εμπλέκονταν παρουσία και του μαμάτση ξεκαθαρίστηκαν τα ζητήματα και τελικά έγινε ειδική συνέλευση της κοβ του ριζοσπάστη. Εκεί ασκήθηκε ανοιχτά κριτική κατά της τακτικής των αδάμου και μαμάτση. Καταδικάστηκε η μεθόδευση της υποκλοπής συζήτησης κι αποδείχτηκε περίτρανα πως καμιά φραξιονιστική ομάδα δεν υποκινούνταν από μένα, ενώ αντίθετα, όπως χαρακτηριστικά είπε η δώρα σαρρή, υπάρχει φραξιάρα κατά του φαράκου.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως για όλα αυτά ο φαράκος έχει συγκεκριμένες παραπομπές σε πρακτικά κι αποφάσεις του πγ ή της κε, τα οποία όμως δε διατίθενται για δημοσίευση και επομένως δεν μπορούν να επαληθευτούν ή να διαψευστούν, ούτε να ελέγξουμε αν και κατά πόσο μεταφέρονται πιστά ή βάση δημιουργικών ερμηνειών..

Φυσικά η εναντίωσή μας σε όσα λέει ο φαράκος έχει καθαρά πολιτική βάση, όπως μπορεί να φανεί πχ στις εκτιμήσεις του για το 9ο συνέδριο του κόμματος, που έλαβε χώρα στα χρόνια της χούντας.
Για τις μορφές περάσματος όχι μόνο δεν τονίζεται η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν ειρηνικά μέσα, αλλά ούτε καν ιεραρχείται ως κύρια η σημασία τους, δεν υπογραμμίζεται ειδικότερα η σημασία της κοινοβουλευτικής πάλης… (…) διατηρείται η δικτατορία του προλεταριάτου για τη μορφή του κράτους στο σοσιαλισμό.
Και άλλα τέτοια με ακλόνητη σοσιαλδημοκρατική πίστη στη δύναμη των μεταρρυθμίσεων να αλλάξουν τον κόσμο, που παραπέμπουν στη ρεφορμιστική ανάγνωση του γκράμσι και της τακτικής επεξεργασίας του για τον πόλεμο θέσεων-χαρακωμάτων, που ενέπνευσε -δια του λογοπαιγνίου- και τον τίτλο της ανάρτησης.

Παρόλα αυτά είναι αξιοσημείωτο πώς ακόμα και η δεξιά (για να μιλήσουμε με εντελώς σχηματικούς όρους) κριτική του φαράκου, εντοπίζει και σχολιάζει δηκτικά τις αντιφάσεις και τα αδύναμα σημεία της στρατηγικής του κόμματος εκείνης της περιόδου.
Αν και οι αντιπρόσωποι στο συνέδριο κατανάλωσαν πολλά λόγια γι’ αυτό που ονόμαζαν ενιαίο επαναστατικό προτσές, στο πρόγραμμα προτείνονται πέντε τουλάχιστον φάσεις, περίοδοι, στάδια: το δικτατορικό καθεστώς που έπρεπε να ανατραπεί. Η φάση που θα το διαδεχθεί, με κυβέρνηση ευρύτερης ή στενότερης συνεργασίας. Η περίοδος της λεγόμενης νέας δημοκρατίας. Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό στάδιο της επανάστασης. Και βέβαια ο σοσιαλισμός.

Η σύγχυση που δημιουργούνταν με αυτόν τον τρόπο ήταν πλήρης. Εκεί όμως που οι πειραματισμοί άγγιζαν τα όρια του παράδοξου ήταν η λεγόμενη φάση της «νέας δημοκρατίας». Από τις άγονες προσπάθειες των ομιλητών να ερμηνεύσουν αυτό το παράδοξο, γίνεται φανερό πως το κατασκεύασμα προήλθε από την ανάγκη να δοθεί απάντηση, ποια θα είναι η μορφή πολιτικής εξουσίας μετά την ανατροπή της δικτατορίας. Το θεωρητικοφανές όμως κατασκεύασμα της νέας δημοκρατίας δε μπορούσε παρά να φαντάζει σαν κάποιο κόλπο, όσο κι αν ορισμένοι αισθάνθηκαν και την ανάγκη να ξορκίσουν μια τέτοια αντίληψη. Η ειρωνεία της τύχης ήρθε έτσι, που ο κ. καραμανλής ονόμασε νέα δημοκρατία το κόμμα που ίδρυσε μετά την πτώση της χούντας. Αυτό και ανάγκασε το κκε να αρχίσει να αποσιωπά το σύνθημά του για νέα δημοκρατία και στο 10ο συνέδριο (1978) να το απαλείψει.

Κάνοντας μια μικρή παρέκβαση, καθόλα σχετική με το θέμα μας, παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του μπίστη που είχα παρουσιάσει σε προηγούμενη ανάρτηση –αυτήν που εγκαινίασε για φέτος τη στήλη «βιβλία για το καλοκαίρι».
Το κκε λοιπόν, για να επιστρέψουμε στη θεωρία των σταδίων, έπρεπε να αποσείσει τη φοβερή κατηγορία ότι έλεγε τα ίδια με το κκε εσωτερικού, απλώς με άλλα λόγια. Τα στάδια των αναθεωρητών δε συνδέονται μεταξύ τους, μας πληροφόρησε η υπεύθυνη διαφώτισης ρούλα κουκούλου. Για του λόγου το αληθές, μας ζωγράφισε με κιμωλία στο μαυροπίνακα τρεις κύκλους σε απόσταση μεταξύ τους. Βλέπετε; Μας είπε θριαμβευτικά. Δεν υπάρχει τρόπος να πας από τον ένα στον άλλο. Ενώ σε εμάς είναι αλλιώς. Και μας ζωγράφισε τρεις κύκλους επάλληλους, όπως τρεις κρίκοι ο ένας μέσα στον άλλο. Σε εμάς, συμπλέκονται τα στάδια. Λίγο πριν τελειώσει το αστικοδημοκρατικό, αρχίζουμε να λύνουμε προβλήματα του δεύτερου σταδίου, του αντιμονοπωλιακού, άρα εμείς έχουμε ενιαίο επαναστατικό προτσές. Για να μην τα πολυλογώ, εκεί που ο πρώτος κύκλος έμπαινε στο δεύτερο και τούμπαλιν, σχηματίζοντας έναν κοινό τόπο, ήταν η τελευταία φάση του πρώτου σταδίου ή η πρώτη του δεύτερου, διαλέγετε και παίρνετε. Και για μη βρεθούμε χαμένοι στο μαυροπίνακα, η ρούλα έβαψε με την κιμωλία την κοινή φέτα των δύο κύκλων. Κόλλησε επάνω το δάχτυλό της και κατέληξε: αυτή εδώ τη φάση τη λέμε νέα δημοκρατία. Δεν είναι πια αστική δημοκρατία, χωρίς όμως να γίνει ακόμα αντιμονοπωλιακή. Κάτι «in-between» θα λέγαμε εμείς σήμερα.
Ή εντός εκτός κι επί τ’ αυτά, όπως το λένε στη διάλεκτο του εξωκοινοβουλίου. Αλλά ας δούμε τι λέει στη συνέχεια ο μπίστης.

Επειδή λοιπόν ο λαός άρτι εξελθών από τη δικτατορία υπήρχε κίνδυνος να βολευτεί με την αστική δημοκρατία και να μη θέλει να περιπλανηθεί μέχρι τα σύνορα της νέας, ξεχυθήκαμε στους δρόμους και στις καθημερινές πορείες και διαδηλώσεις που ακολούθησαν την πτώση της δικτατορίας, είχαμε ως βασικό σύνθημα το «εμπρός για νέα δημοκρατία». Το σύνθημα ήταν ωραίο, εύηχο, ελκυστικό. Κάπου θα το άκουσε, παρά τη θρυλούμενη κωφότητά του, ο κανονικός καραμανλής, και ένα πρωί βρεθήκαμε με δύο νέες δημοκρατίες. Μέχρι το βράδυ είχε μείνει μία, αυτή που γνωρίζουμε σήμερα. Η άλλη, η δική μας, παραμένει έκτοτε ζωγραφισμένη στο μαυροπίνακα της ρούλας. Το ωραίο σύνθημα πέρασε στα χείλη των νεοδημοκρατών και αυτόχρημα κατέστη αντιπαθητικό και κακόηχο. Τόσο άδοξα εξαφανίστηκε από προσώπου γης η τελευταία φάση του πρώτου σταδίου της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Συνεπώς, η πολιτική αντιπάθεια του μπίστη για το σημερινό κκε και την αριστερίστικη στροφή του (ήδη από το 10’ τα έλεγε ο διορατικός νίκος) μόνο τυχαία δε μπορεί να χαρακτηριστεί.

Αντί επιλόγου στη σημερινή ανάρτηση η κε του μπλοκ έχει τρεις διαφορετικές εκδοχές ως κατάληξη κι οι σφοι αναγνώστες μπορούν να επιλέξουν αυτή της αρεσκείας τους.

Πρώτη εκδοχή, από το αγωνιστικό παρελθόν του φαράκου που μας ενώνει και δείχνει το απάνθρωπο πρόσωπο της αστικής εξουσίας και των κατασταλτικών της μηχανισμών. Μία γλαφυρή σκηνή από τα χρόνια που πέρασε ο φαράκος στις φυλακές της χούντας.
Ένα απόγευμα του μαΐου μόνος στο τσιμεντένιο, κλειστό απ’ όλες τις μεριές μικρό προαύλιο κάνω βόλτες. Σε μισό μέτρο δίπλα μου σιωπηλός ο φύλακας διονύσης σέρβος. Σε ένα σκάσιμο του τσιμέντου έχει καταφέρει να φυρώσει ένα πράσινο χορταράκι. Στέκομαι αμίλητος αρκετή ώρα και το κοιτάζω. Ο φύλακας παρατηρεί για λίγο, πλησιάζει γρήγορα-γρήγορα το λιώνει με την μπότα του. Μένω άφωνος από την έκπληξη. Τον ρωτάω: «γιατί». Κίτρινος από ντροπή και περιδεής, απαντάει, -παραβιάζοντας τον κανονισμό να μη μιλάει στον κρατούμενο: «Απαγορεύεται»…

Δεύτερη καταληκτική εκδοχή ένα σκηνικό από τα καλτ τέλη της δεκαετίας με τις βάτες, όπου έχανε η μάνα σοβιετία το παιδί κι ο σύντροφος την κόβα.
Τον ιανουάριο του 88 στην αίθουσα του περισσού γίνεται προβολή της ταινίας «μετάνοια», που ανεξάρτητα από την αμφισβητήσιμη καλλιτεχνική της αξία, έκανε ήπια κριτική των εγκλημάτων της περιόδου μπέρια. Το πγ ασχολήθηκε σε συνεδρίασή του, για να κατακρίνει την πρωτοβουλία προβολής της ταινίας. Σε επανειλημμένες συνεδριάσεις το πγ ασχολήθηκε με σχετικές προτάσεις και απέκλεισε την οποιαδήποτε προοπτική να γίνει εξέταση ανώμαλων καταστάσεων στο παρελθόν του κκε, γιατί οφείλονταν στη συγκεκριμένη πολεμική περίοδο που σημειώθηκαν τα περιστατικά αυτά. Θεωρούσε ότι δεν υπάρχουν βάσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

Το όνομα της ταινίας είναι όλα τα ρούβλια από σημειολογικής άποψης, αν λάβει κανείς υπόψη και τη μεταμέλεια του φαράκου. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του υπάρχουν πολλά αντίστοιχα σκηνικά, που θα απαιτούσαν ξεχωριστή ανάρτηση για να εκτεθούν. Αλλά τότε δε θα έμενε τίποτα, για όποιον ψήνεται να αγοράσει από κάποιο παλαιοπωλείο το βιβλίο και να ανακαλύψει μόνος του τα διαμάντια που κρύβει μέσα.

Τρίτη και τελευταία εκδοχή μια συνδετική νότα με τη σύγχρονη επικαιρότητα, από το βιβλίο του μπίστη «προχωρώντας κι αναθεωρώντας».
Τριάντα επτά χρόνια τώρα η νδ με τα πάνω και τα κάτω της, αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο εκπρόσωπο της κεντροδεξιάς στην χώρα μας. Με τον αβέρωφ μπατάρισε προς τα δεξιά, με το ράλλη και κυρίως το μητσοτάκη ανοίχτηκε προς το κέντρο, σε γενικές γραμμές πάντως κράτησε τον χώρο τον οποίο προσδιόρισε ο γεννήτοράς της. Ό,τι δεν καταφέραμε οι κομμουνιστές και ο ανδρέας, που βιάστηκε να τη στείλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι θα το κατορθώσει ο αντώνης σαμαράς. Με τον αντώνη ήμασταν στην ίδια τάξη και στο ίδιο τμήμα για δέκα χρόνια. Είχαμε μια τυπική σχέση, δυο συμμαθητών με διαφορετικά ενδιαφέροντα και διαδρομές. Μία φορά συνεργαστήκαμε στενά: στην ομάδα ποδοσφαίρου της τάξης. Εγώ τερματοφύλακας και εκείνος δεξί (τι άλλο;) μπακ.

Κι όλα αυτά γραμμένα μόλις προ τριετίας. Ποιος να το ‘λεγε στον μπίστη πως θα αναθεωρούσε και σε αυτό ακόμα, και θα γινόταν ο πιο φλογερός υπέρμαχος της κυβερνητικής συνεργασίας με την νδ του σαμαρά. Προφανώς για να τη βάλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μια ώρα αρχύτερα με την πολιτική του λάμψη, ως τερματοφύλακας και θεματοφύλακας της αστικής δημοκρατίας..

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Το γρηγοριανό ημερολόγιο της ήττας

Αν το κόμμα είναι ο καθρέφτης της πορείας κάθε συντρόφου τότε οι περιπέτειες του κομμουνιστικού κινήματος στον αιώνα που μας πέρασε δικαιολογούν ένα μεγάλο φάσμα από πρωτότυπες, δαιδαλώδεις προσωπικές διαδρομές και μετακινήσεις πάσης φύσης, με πολιτικούς γυρολόγους σαν τον... (άστο καλύτερα ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε). Συνεπώς στον χώρο μας (με την ευρεία έννοια) μπορείς να συναντήσεις σχεδόν τα πάντα: σκληροπυρηνικούς που μαλάκωσαν κι έγιναν νερόβραστοι, δογματικούς που αλλαξοπίστησαν, ορθόδοξους που αναθεώρησαν, αριβίστες που κοιμήθηκαν κομμουνιστές και ξύπνησαν σοσιαλδημοκράτες, έχοντας δει το όνειρο και το φως το αληθινό (εν τούτω ήττα). Και γενικώς κάθε καρυδιάς καρύδι, που όσο σκληρό κι αν φαινόταν, απέβαλε το περίβλημά του στον καρυοθραύστη του 89-91’. Αλλά και σαν εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, με ένα λόγο ένα προς πενήντα, κάποιοι από την αντίπερα όχθη, που διέβησαν τον ρουβίκωνα, προς τη δική μας πλευρά και συστρατεύτηκαν με το κομμουνιστικό κίνημα. Κι όσο μεγαλύτερη απόσταση μας χωρίζει απ’ τα γεγονότα και τη στάση τους, τόσο νομίζουμε πως μπορούμε να τα κατανοήσουμε να τα ερμηνεύσουμε χωρίς να τα δικαιολογήσουμε, ακόμα και για όσους «λύγισαν», απογοητεύτηκαν και πήγαν σπίτι τους. Είναι κι αυτή μια στάσις, νιώθεται, που λέει κι ο ποιητής.

Κι εφόσον τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι ξένο, όλα νιώθονται κι όλα εξηγούνται. Προσωπικά όμως εκείνη η κατηγορία που δυσκολεύομαι να κατανοήσω και να ερμηνεύσω τη στάση της είναι οι πρώην σύντροφοι που έζησαν και τις δυο μεγάλες διασπάσεις, το 68’ και το 91’, κι άντεξαν στην πρώτη για να λυγίσουν στη δεύτερη. Το ‘παιξαν δηλ άσο ημίχρονο διπλό τελικό, με ανατροπή αποτελέσματος, της σοβιετικής ένωσης και των ιδανικών στα οποία αφιέρωσαν όλη την προηγούμενη ζωή τους, για να τα εγκαταλείψουν στα γεράματα. Θα μου πεις πως το παλιρροϊκό κύμα της ήττας και η αίσθηση που προκάλεσε ήταν πολύ σφοδρότερα το 91’ κι άγγιξαν πολύ περισσότερο κόσμο και σε πολύ ευρύτερη κλίμακα, ακόμα και στον περίγυρό μας, πέραν των οργανωμένων δυνάμεων, περιορίζοντας αισθητά την εμβέλεια και την ακτινοβολία των ιδεών μας.

Αυτή ακριβώς την ήττα αποπνέει και το βιβλίο με τις μαρτυρίες και τους στοχασμούς του φαράκου, που γράφτηκε στον απόηχο της αντεπανάστασης, εν έτει 1993, κι απλώνει το τραγούδι της ήττας σε όλη την ιστορική του αφήγηση, σκεπάζοντας αναδρομικά τα γεγονότα του πρόσφατου και μακρινού παρελθόντος με την απογοήτευση και το μηδενισμό του δικού του ιστορικού χρόνου.

-Μα ο φαράκος; απορούν παλιοί και νεότεροι.
Οι νεότεροι όταν χάνουν από υπερβολική σιγουριά στο τρίβιαλ την ερώτηση «ποιον διαδέχτηκε στη θέση του γγ της κετουκε η αλέκα παπαρήγα το 91;» και απαντούν γεμάτοι χαρά «τον χαρίλαο» -που ήταν μέχρι τότε στα πράγματα, ως πρόεδρος του συν και πλάστιγγα που έγειρε υπέρ της αλέκας στο κρίσιμο 13ο συνέδριο- αγνοώντας το μεταβατικό πέρασμα του φαράκου κατά τη διετία 89-91.
Και αυτό ακριβώς αναρωτιούνται και οι παλιότεροι (μα ο φαράκος;) που θυμούνται το πέρασμά του απ’ τη θέση του γγ, αλλά δε φαντάζονταν την κατάληξή του: ανανεωτής ο φαράκος που είχε αντέξει στο βουνό και τη διάσπαση του 68’; Που διηύθυνε το ρίζο επί μια 15ετία σχεδόν και μας πρόσφερε μοναδικές προλεκάλτ στιγμές στις διαλέξεις του για την ηθική στις σχέσεις των δυο φύλων, κουβαλώντας έναν αναχρονιστικό πουριτανισμό –ή μάλλον την ηθική της εποχής του; (Η σχετική μπροσούρα είναι στο πρόγραμμα για να παρουσιαστεί στο προσεχές μέλλον σε ειδική ανάρτηση).

Ε ναι λοιπόν, ο φαράκος. Που καταφέρνει τουλάχιστον να τα ‘χει καλά με την ύστερη συνείδησή του και παραμένει συνεπής στην εσωτερική λογική των γεγονότων, δικαιώνοντας αναδρομικά το κκε ες και «την πολύτιμη συμβολή του στην υπόθεση της ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος». Και αναθεωρώντας ταυτόχρονα το παρελθόν του, τις θέσεις του και τη δική του στάση κατά τη 12η ολομέλεια και τη διάσπαση του κόμματος. Γιατί δε γίνεται να διαχωρίσουμε την πολιτική ουσία της διάσπασης του 68’ απ’ αυτήν του 91’. Η δεύτερη έρχεται ως συνέπεια της πρώτης, τη συμπληρώνει και την οδηγεί στις τελικές της συνέπειες. Και ο κοινός τους τόπος, το κοινό πολιτικό περιεχόμενό τους, δεν είναι άλλο από τη διάλυση του κκε –είτε με τη διάχυση-αυτοδιάλυσή του σε ευρύτερα πολιτικά μορφώματα (εδα, ενιαίος συν) είτε με την υποκατάστασή του από αυτά- κι η απώλεια των επαναστατικών του χαρακτηριστικών. Και σε τελική ανάλυση η άρνηση του «απαρχαιωμένου, μαρξιστικού δόγματος» και της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Για να το κάνουμε πιο λιανά, το πολιτικό απότοκο της διάσπασης του 68’ ήταν το κκε εσ, η καραμανλική αριστερά, όπως πολύ εύστοχα την είχε βαφτίσει ο φαράκος της εποχής, η οποία πολύ γρήγορα απέβαλε και τυπικά τον όρο «κομμουνιστικό» από τον τίτλο της και με τα πολλά μετεξελίχθηκε στη σημερινή υπεύθυνη δημαρ, το αποσμητικό χώρου της συγκυβέρνησης, όπως την χαρακτήρισε ο (επίσης προερχόμενος από το εσωτερικού) παπαδημούλης του σύριζα, θεωρώντας προφανώς μυρωδάτο λουλούδι τον δικό του χώρο. Ο οποίος προέκυψε από τη διάσπαση του 91’ –που είχε ως πολιτικό της πρελούδιο το «ελληνικό 68’»- κι ετοιμάζεται κι αυτός για τα κυβερνητικά πόστα, αλλά με πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν λοιπόν αποτελεί κοινή παραδοχή πως η (νεο)δημοκρατική αριστερά του κουβέλη έχει μόνο το όνομα, αλλά καμία απολύτως αριστερή χάρη που να το δικαιολογεί, τι είναι αυτό που θα διαφοροποιούσε τα συμπεράσματά μας για το πολιτικό προϊόν της δεύτερης σχάσης, που δικαίωσε αναδρομικά το κκε εσ. και ακολούθησε με λίγα χρόνια διαφορά την ίδια ακριβώς πορεία προς τη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη; Η διαφορά ιστορικής φάσης; Ο λαφαζάνης και το αριστερό ρεύμα; (Θα μιλήσουμε και για αυτούς στο δεύτερο μέρος).

Ίσως κάποιοι μαοϊκοί, ζαχαριαδικοί ή όπως αλλιώς αυτοπροσδιορίζονται διαφωνήσουν με την παραπάνω ανάλυση και πουν πως δεν υπάρχει καμία λογική αντίφαση, θεωρώντας πως το κκε είχε διαλυθεί κατ’ ουσίαν πολύ νωρίτερα, με την έκτη ολομέλεια και όσα ακολούθησαν στις οργανώσεις της τασκένδης, έχοντας μπει προ πολλού σε ρότα μετάλλαξης. Και ότι η πολιτική λογική του φαράκου ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα της ομάδας του κολιγιάννη, που δε διέφερε ουσιαστικά από την ομάδα παρτσαλίδη κι όσους συγκρότησαν στη συνέχεια το λεγόμενο κκε εσωτερικού.
Ανεξάρτητα όμως από το βαθμό σοβαρότητας ή γραφικότητας όσων ασκούν αυτή την κριτική –γιατί υπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις στον χώρο- όλοι τους επαναλαμβάνουν το ίδιο λάθος με την ανάλυσή τους για τον παλινορθωμένο –ήδη από το 56’- καπιταλισμό στη σοβιετική ένωση και τη νέα αστική τάξη (νατ). Σημειώνουν μάλιστα ως παραδείγματα που ενισχύουν τον ισχυρισμό τους την περίπτωση της λδ κίνας και αρκετών κκ που μεταλλάχτηκαν εν μία νυκτί σε σοσιαλδημοκρατικά, διατηρώντας όμως το όνομα και την εξωτερική μορφή.

Ξεχνάνε όμως πως η σοβιετία δεν ήταν κίνα και το κκε δεν ήταν σαν τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα της γαλλίας και της ιταλίας. Κι αυτό δε σημαίνει πως δεν υπήρχε οπορτουνιστική στροφή μετά το εικοστό συνέδριο, αλλά ότι η οριστική εξάλειψη των επαναστατικών τους χαρακτηριστικών (του κκε και της σοβιετίας) περνούσε υποχρεωτικά μέσα από τη διάλυσή τους, τον τερματισμό της υπόστασής τους σαν πολιτικές οντότητες. Στην περίπτωση της εσσδ το κατάφεραν, με το κκε όμως απέτυχαν οριακά. Κι αυτό είναι που τους στοιχειώνει μέχρι σήμερα, μαζί με το σοβιετικό φάντασμα που πλανάται πάνω από την ευρώπη κι όλο τον κόσμο.

Θεωρητικά τα παραπάνω προορίζονταν να είναι ένα σύντομο προλογικό σημείωμα για την παρουσίαση του βιβλίου του φαράκου που ανέφερα, στη σειρά βιβλία για το καλοκαίρι. Στην πορεία ωστόσο ξέφυγε αρκετά σε έκταση και κατέληξε να γίνει ξεχωριστό κείμενο. Οπότε η παρουσίαση του βιβλίου μετατίθεται χρονικά για επόμενη ανάρτηση.