Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρότσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τρότσκι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Μαρτίου 2017

Περί εισοδισμού

ή αλλιώς "πόσο Πασόκοι είσαστε"

Δεν ξέρω αν αφορά πολλούς το σημερινό σημείωμα κι αυτά που θα διαβάσετε παρακάτω, αλλά τα βρήκα σε ένα βιβλίο που διάβασα πρόσφατα και τα θεωρώ αρκετά ενδιαφέροντα. Το βιβλίο έχει τον τίτλο "ο τροτσκισμός", μια ιστορική σύνοψη του Γάλλου Ζαν-Ζακ Μαρί, (πιο γνωστού στο ελληνικό κοινό από ένα πανάκριβο βιβλίο του για το Στάλιν), που τη μετέφρασε ο Μπάμπης Γεωργούλας και κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Υδροχόος.

Πέρα από το σύνδεσμο για το ποιόν του Γεωργούλα, μπορείτε να δείτε μια σύντομη περίληψη για το "Σταλιν" του Ζαν-Ζακ Μαρί και ένα απόσπασμα από τη μελέτη του για τον τροτσκισμό, σχετικό με το οργανωτικό ζήτημα, στο οποίο θα αναφερθούμε. Νομίζω πως αυτά τα εισαγωγικά στοιχεία αρκούν για να δείξουν πως η σκοπιά του συγγραφέα είναι αρκετά ευνοϊκή για τους τροτσκιστές, συνεπώς τα γραπτά του δεν περιέχουν ίχνος πολεμικής ή κάποια υστεροβουλία.

Κρατάμε αυτό το δεδομένο και πάμε να δούμε κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις, όπως περιγράφονται στο βιβλίο. Μερικά αποσπάσματα επαναλαμβάνονται και στο σύνδεσμο με το απόσπασμα, που δίνω παραπάνω. Όπου υπάρχει πλάγια γραφή εντός παρένθεσης, είναι δικά μου συμπληρωματικά-διευκρινιστικά σχόλια.

Ξεκινάμε με τη γαλλική "αριστερή αντιπολίτευση".
Η ομάδα των μπολσεβίκων - λενινιστών που βγαίνει απ' αυτή την κρίση, είναι ανίσχυρη κι αποτελείται από νεαρούς αγωνιστές χωρίς πείρα στη "μαζική δουλειά", τη στιγμή που με την κατάρρευση του γερμανικού Κ.Κ. μπροστά στο χιτλερισμό και την πολιτική χρεοκοπία της Κομμουνιστικής Διεθνούς μπροστά στην άνοδο του φασισμού, ανοίγεται για τον Τρότσκι μια νέα περίοδος.
Η διαδήλωση της 6ης του Φλεβάρη και η απάντηση των εργατών στις 12 του ίδιου μήνα, εγκαινιάζουν μια νέα περίοδο ριζοσπαστικοποίησης των εργατών στη Γαλλία, σε μια στιγμή που οι τροτσκιστές είναι πέρα για πέρα ανίσχυροι και απομονωμένοι. Ο Τρότσκι προσδιορίζει μια νέα ταχτική, προσαρμοσμένη σ' αυτή την κατάσταση. Προτείνει στη γαλλική και την Ισπανική ομάδα να μπουν μέσα στα σοσιαλιστικά κόμματα που επηρεάζουν την πλειοψηφία των εργατών σ' αυτές τις δυο χώρες ενώ η αριστερή τους πτέρυγα έχει την τάση να ενισχύεται. Η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών, κατά τη γνώμη του, θα πραγματοποιηθεί αρχικά μέσα απ' τα παραδοσιακά κόμματα και συνδικάτα, που θεωρούνται απ' τους εργαζόμενους φυσικοί υπερασπιστές των συμφερόντων τους. Η έλλειψη δυνατότητας γι' αντιπολιτευτική δουλειά μέσα στους κόλπους του Κ.Κ. που εκπροσωπεί άλλωστε μια μειοψηφία του εργατικού κινήματος, ήταν απόλυτη εκτός αν η δουλειά έπαιρνε τη μορφή της παράνομης φραξιονιστικής δράσης. Γι' αυτό oι Γάλλοι τροτσκιστές στα πλαίσια αυτής της ταχτικής, προσανατολίζονται, προς τη S.F.I.O., ενώ ταυτόχρονα συντάσσουν ένα πρόγραμμα δράσης, που αποτελεί πρώτο σχεδίασμα του μεταβατικού προγράμματος.
Στο σύνδεσμο με το απόσπασμα, μπορείτε να δείτε αναλυτικά τη συνέχεια: παρά τις αρχικές τους επιτυχίες, το κλίμα αντιστρέφεται μετά τη συγκρότηση κυβέρνησης του Λαϊκού Μετώπου, κάτι που φέρνει σύγχυση, ανακατατάξεις και διασπάσεις στις γραμμές των τροτσκιστών. Παρά τις παλινωδίες και τους "τακτικούς ελιγμούς", οι τροτσκιστές επιμένουν στην ίδια κατεύθυνση και μπαίνουν σε ένα άλλο εργατικό-σοσιαλιστικό κόμμα, που διασπάστηκε απ' το κυβερνητικό σοσιαλιστικό κόμμα, αλλά είχε βραχύβια πορεία.

Περνάμε στο "ισπανικό παράδειγμα"

Ήδη το 1932, η "Κομμουνιστική Αριστερά" συγκεντρώνει πάνω από 2.000 μέλη και (...) ασκεί κάποια επιρροή σε ένα στρώμα σοσιαλιστών και αναρχικών εργατών, που τους παρασύρει η ριζοσπαστικοποίηση των μαζών. Ο εργατικός και αγροτικός Συνασπισμός του Μωωρέν στέκει εμπόδιο σ' αυτή την επιρροή, προπάντων στην Καταλονία, το προπύργιό του. Ήδη από τότε που συγκροτήθηκε, το 1931, ο Τρότσκι προειδοποιεί την Αριστερή Αντιπολίτευση για το πρόγραμμα αυτής της μπουχαρινικής ένωσης, που, όπως λέει, "αντιπροσωπεύει έναν καθαρό Κουομιντανγκισμό μεταφερμένο στο ισπανικό έδαφος (...)".
Δυο χρόνια ήταν αρκετά για να φανερώσουν τη χρεοκοπία της συνεργασίας ρεπουμπλικάνων και σοσιαλιστών. (...) Μέσα στο σοσιαλιστικό κόμμα και το συνδικάτο που ελέγχει, την UGT, σχηματίζεται μια ισχυρή αριστερή πτέρυγα με ηγέτη έναν πρώην ηγέτη της δεξιάς πτέρυγας, τον Φρανθίσκο Λάργκο Καμπαγιέρο. (...) Το Φλεβάρη του 1934 ο Καμπαγιέρο γράφει: "Η μόνη ελπίδα των μαζών σήμερα είναι μια κοινωνική επανάσταση (...) Είναι αδύνατο να πραγματοποιηθεί ένα κομμάτι σοσιαλισμού μέσα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας".
Το δεξί του χέρι, ο Αρακιστάιν, προλογίζοντας τους "λόγους προς τους εργαζόμενους", γράφει:
"Πιστεύω πως η 2η και η 3η Διεθνής είναι αυτοδύναμα νεκρές (...) Έχω πειστεί ότι πρέπει να δημιουργηθεί μια 4η Διεθνής που να συγχωνεύει τις δύο πρώτες, παίρνοντας από τη μια την επαναστατική τακτική κι από την άλλη την αρχή της εθνικής αυτονομίας.
Ενώ προετοιμάζονται γιγάντιες ταξικές συγκρούσεις στην Ισπανία, η Κομμουνιστική Αριστερά δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα της χρησιμέψουν μερικοί μήνες ή μερικά χρόνια στην καλύτερη περίπτωση, για να αναπτυχθεί και να γίνει αυτόνομη ηγετική δύναμη, ικανή να επηρεάζει την πορεία των γεγονότων. Μια που είναι πολύ αδύνατη ακόμα, υπάρχει φόβος να δει το κίνημα ριζοσπαστικοποίησης των μαζών να προσανατολίζεται προς τις μεγάλες παραδοσιακές οργανώσεις (PSE, UGT, CNT) κι αυτή να αποκομίζει αστεία οφέλη σε σύγκριση με τις διαστάσεις του κινήματος. Γι' αυτό το λόγο, ο Τρότσκι συμβουλεύει στα μέλη της Κομμουνιστικής Αριστεράς να μπουν στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, που επηρεάζει μεγάλες μάζες, η αριστερά του δυναμώνει μέρα με τη μέρα και με ευχαρίστηση θα δεχόταν τους τροτσκιστές στους κόλπους του. Το όργανο της Σοσιαλιστικής Νεολαίας της Μαδρίτης, άλλωστε, με 200.000 μέλη, καλεί ανοιχτά τους τροτσκιστές να περάσουν στις γραμμές της.
Ο Τρότσκι, λέει ο Π. Μπρουέ, σκέφτεται πως πρέπει να αδράξει αυτή την ευκαιρία και να σχηματίσει μέσα στο Σοσιαλιστικό Κόμμα μια γερή φράξια, να την κάνει επαναστατική εστία ικανή να ασκεί αποφασιστική επιρροή στα μέλη του ΚΚ, που έχουν μείνει έκπληκτα από την απότομη ευκαιριακή (οπορτουνιστική εννοεί προφανώς) στροφή του κόμματός τους, και στα μέλη της CNT που έχουν αποπροσανατολιστεί εξαιτίας της αδυναμίας των δικών τους αρχών δράσης στη νέα κατάσταση. Η εστία αυτή θα είναι ικανή επίσης να δώσει πραγματικά μπολσεβίκικη μορφή σε αυτή την αυθόρμητη ριζοσπαστικοποίηση, που αν δεν καθοδηγηθεί επαναστατικά, υπάρχει κίνδυνος να την εκτρέψουν οι σταλινικοί και οι σοσιαλιστές της αριστεράς, αποφασισμένοι να είναι μόνο στα λόγια επαναστάτες.
Ενώ η Σοσιαλιστική Νεολαία της Εσίζα υποδέχεται με πυροβολισμούς τους ηγέτες της δεξιάς του κόμματός τους, Πριέτο, Πένα και Τέμας, η πλειοψηφία των Ισπανών τροτσκιστών προσανατολίζεται προς άλλη κατεύθυνση. Μετά από πολλή συζήτηση, η πλειοψηφία της Κομμουνιστικής Αριστεράς, προς το τέλος του 1934, αρνιέται να μπει στο Σ.Κ. και προτείνει να γίνει συγχώνευση της Κ.Α. και του Εργατικού και Αγροτικού Συνασπισμού του Μωρέν. Η συγχώνευση πραγματοποιείται το Σεπτέμβρη του 1935. Αποτέλεσμά της είναι το POUM (Εργατικό Κόμμα της Μαρξιστικής Ενότητας) που ο ανταποκριτής της Πράβδα, Κολτσόφ, πολύ σωστά το χαρακτηρίζει τροτσκιστικομπουχαρινικό συνασπισμό.
Στη συνέχεια το POUM τίθεται εκτός νόμου από την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου, διασπάται κι ο ηγέτης του Αντρές Νιν κατηγορεί τον Τρότσκι για σεχταριστικό δογματισμό, γεμάτο αλαζονεία. Το κομμάτι που διασπάστηκε ενώθηκε προσωρινά με την "αναρχική αριστερά των Φίλων του Ντουρούτι" αλλά είχε βραχύβια πορεία.

Τα ίδια πάνω-κάτω συμβαίνουν και στην περίπτωση του αμερικάνικου τροτσκισμού, που σύμφωνα με το συγγραφέα παίζει κατά τόπους καθοριστικό ρόλο.
Για να συνδεθούν με τους εργαζόμενους, που απλώνουν τους αγώνες τους σε όλες τις Ενωμένες Πολιτείες, συγχωνεύονται ακολουθώντας τη συμβουλή του Τρότσκι, με μια σοσιαλιστική οργάνωση που είχε ιδρύσει ο πρώην πάστορας Α-Ζ Μαστ κι είχε καθοδηγήσει τη μεγάλη απεργία της Οτολίτ στο Τολέδο. Η συγχώνευση αυτή δεν αλλάζει τη φύση και δεν εξαλείφει την απομόνωση του νέου κόμματος, ενώ η θυελώδικη ανάπτυξη του εργατικού κινήματος διογκώνει και ριζοσπαστικοποιεί το παλιό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Ακολουθώντας την ίδια ταχτική που συμβούλευε και στο γαλλικό και στο ισπανικό τμήμα, όταν αντιμετώπιζαν την ίδια κατάσταση, ο Τρότσκι προτείνει στο νέο μικρό κόμμα να περάσει στις γραμμές του αμερικάνικου Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ο Τρότσκι εισακούγεται, αλλά εξαιτίας του γεγονότος αυτού το κόμμα χάνει μια ομάδα "υπεραριστερών" (με ηγέτη τον Έχλερ) που θεωρεί αυτή τη συγχώνευση απαράδεχτο συμβιβασμό.
Στη συνέχεια οι τροτσκιστές εγκαταλείπουν το Σ.Κ. που στρέφεται προς τα δεξιά και δημιουργούν το ΣΕΚ που παίρνει μαζί του ένα κομμάτι της νεολαίας και θεωρείται το στολίδι της 4ης Διεθνούς, αλλά διασπάται μετά την εισβολή του κόκκινου στρατού στη Φινλανδία. Υπόψη πως αυτό είναι το αδελφό κόμμα του δικού μας ΣΕΚ που συμμετέχει στην Ανταρσυα (ή μάλλον της ΔΕΑ που διασπάστηκε από το ΣΕΚ και συμμετέχει στη ΛαΕ).

Αλλά ας δούμε κι ένα απόσπασμα για την περίοδο μετά τη δολοφονία του Τρότσκι.

Ο Πάμπλο υποστήριζε σε ένα μικρό του έργο με τίτλο "ο πόλεμος που έρχεται" ότι επίκειται ο πόλεμος ανάμεσα στον καπιταλισμό και τη Σοβιετική Ένωση κι ότι ο πόλεμος αυτός θα ωθήσει όλο και πιο αριστερά τα κομμουνιστικά κόμματα όπου θα αφθονούν οι μάζες. Εξ ου κι η ανάγκη να μπουν οι τροτσκιστές μέσα στα ΚΚ και να δεθούν με αυτό το πραγματικό κίνημα των μαζών. Όλη η δραστηριότητα των τροτσκιστών έπρεπε με κάθε τίμημα να υπαχθεί σε αυτήν την "ιδιόρρυθμη θεωρία της εισόδου" (εννοείς προφανώς εισοδισμού) ενώ ταυτόχρονα θα διατηρούσαν και την αυτόνομη υπόστασή τους με την κυκλοφορία ενός ανεξάρτητου πολιτικο-φιλολογικού οργάνου: "Για να ενσωματωθούμε στο πραγματικό κίνημα των μαζών, για να δουλέψουμε και να παραμείνουμε λχ στα μαζικά συνδικάτα, δεν επιτρέπονται μόνο αλλά είναι αναγκαίες οι 'πανουργίες' και οι 'συνθηκολογήσεις'.
Αυτά είναι τα γενικά χαρακτηριστικά του "Παμπλισμού" που προκάλεσε τη διάσπαση της 4ης Διεθνούς. Το γαλλικό τμήμα της (PCI) διαγράφτηκε, στην πλειοψηφία του, το 1952, γιατί αρνήθηκε να δεχτεί αυτή την ανάλυση και την ταχτική που απέρρεε από αυτήν. Τον επόμενο χρόνο, το αγγλικό, το κινέζικο, το ελβετικό τμήμα, με την υποστήριξη του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος, διακήρυξαν την αλληλεγγύη τους με το PCI και συγκρότησαν τη Διεθνή Επιτροπή της 4ης Διεθνούς.
Νομίζω πως έχουμε αρκετό υλικό, για να βγάλουμε μερικά συμπεράσματα (εξάλλου είναι εξαιρετικά δύσκολο να παρακολουθήσει κανείς την πορεία των συνεχών διασπάσεων του τροτσκιστικού χώρου).

Η τακτική (χωρίς "χτ") του εισοδισμού είναι μια "πανουργία" όπως θα έλεγε κι ο Πάμπλο, που διακρίνει στην πραγματική ζωή τους ξενιστές, που αναπτύσσονται σαν παράσιτα σε ένα ξένο σώμα, γιατί αδυνατούν να επιβιώσουν μόνοι τους. Εκτός κι αν μπλέξουν σε ένα κόμμα τύπου Σύριζα, που καταφέρνει να τους χρησιμοποιήσει για δικό του όφελος και τους πετάει σα στυμμένες λεμονόκουπες όταν έχει κάνει τη δουλειά του και δεν απευθύνεται πια στο αριστεροχώρι. Ας μην υποτιμούμε αυτή την αξία χρήσης (του χρήσιμου ηλίθιου) που παίζουν πολλές φορές οι εισοδιστές.

Ομολογώ πως παρά την παραδοσιακή σύνδεση του τροτσκισμού με τον εισοδισμό, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο καθαρά και κυνικά δινόταν αυτή η εντολή από τον ίδιο τον Τρότσκι. Με αυτή την έννοια, δικαιούται κανείς να κάνει την οργαν(ωτ)ική σύνδεση με τα πρώτα κατορθώματα του Λέοντα, τις συμφιλιωτικές απόψεις του στο οργανωτικό ζήτημα του ΣΔΕΚΡ και τη μεσοβέζικη στάση που κρατούσε μεταξύ μενσεβίκων και μπολσεβίκων (που ήταν βασικά ευμενής ουδετερότητα προς τους πρώτους). Και δικαιούται να μιλήσει γι, χωρίς υπερβολή, για την τροτσκιστική τραγωδία στο συγκεκριμένο ζήτημα.
Έλα όμως που το οργανωτικό δεν είναι απλώς ένα τεχνικό ζήτημα, αλλά κατεξοχήν πολιτικό. Και προσφέρεται, συνεπώς, για μια σειρά χρήσιμα συμπεράσματα.

Υπάρχει κανείς λόγος να μας απασχολούν όλα αυτά σήμερα;
Ναι, στο βαθμό που μπορούμε να κάνουμε μερικές γενικές διαπιστώσεις στο οργανωτικό ζήτημα. Και στο βαθμό που οι τροτσκιστές εξακολουθούν να χρησιμοποιούν βασικά αυτήν την τακτική, με την ψευδαίσθηση πως κάνουν πορεία προς τις μάζες και τις επηρεάζουν. Το ίδιο ακριβώς κάνουν ακόμα κι όταν διατηρούν την οργανωτική τους αυτοτέλεια, αλλά συμπορεύονται με τις μάζες (;) της ΓΣΕΕ στο εργατικό κίνημα, πιστεύοντας πως οικοδομούν κάποιου είδους ενιαίο μέτωπο.

Υπάρχουν, επίσης, μερικές ακόμα περιπτώσεις -αλλά δεν είναι της παρούσης να τις εξετάσουμε.

Τετάρτη 15 Ιουλίου 2015

Σήμερα γάμος γίνεται

Χτες το βράδυ παρακολουθήσαμε πιθανότατα σκηνές από το debate του μέλλοντός μας, με τις σχεδόν παράλληλες τηλεοπτικές εμφανίσεις βαρουφάκη και τσίπρα. Ο αλέξης είχε πει εξάλλου σε ανύποπτο (;) χρόνο πως ο γιάνης αποτελεί μεγάλο asset (σ.σ.: κεφάλαιο) (σ.σ.: για το κεφάλαιο), οπότε λογικό είναι να το ξαναβρεί απέναντί του μελλοντικά. Οι συνεντεύξεις δε μας έκαναν σοφότερους σε πολλά πράγματα –κι είναι ζήτημα πότε ακριβώς θα μάθουμε τις λεπτομέρειες για όσα έγιναν αυτές τις μέρες και το χοντρό παιχνίδι που παίχτηκε ανάμεσα στα μεγάλα συμφέροντα.

Πέρα από μια σειρά ψέματα (πχ πως δε θα μειωθούν μισθοί και συντάξεις) και τη συνεχή αναφορά στις «θετικές πλευρές» της συμφωνίας –που όμως «δεν προσπαθώ να την εξωραΐσω»- μπορούμε βασικά να κρατήσουμε τη θλιβερή εικόνα του πρωθυπουργού. Θλιβερή όχι εξαιτίας της αϋπνίας και των πρησμένων ματιών (που κάθε άλλο παρά διαψεύδουν την έντονη φημολογία των ημερών για την κρίση πανικού και τα φάρμακα που παίρνει ο τσίπρας), αλλά από καθαρά πολιτική άποψη. Γιατί τα ψέματα τελειώνουν κι όταν ένας πρωθυπουργός αρχίζει να εξηγεί την αναγκαιότητα του μνημονίου και την έλλειψη εναλλακτικής (το διαβόητο ΤΙΝΑ της θάτσερ), χάνει και το τελευταίο φύλλο συκής, που το διαφοροποιούσε από τους άθλιους και σιχαμένους προκατόχους του (κι αυτή η διαφορά στο μυαλό του κόσμου ήταν κι η βασική αιτία που πίστεψε και στήριξε το σύριζα). Του έμεινε μόνο ως φτωχό άλλοθι πως «εγώ δεν κάνω λόγο για σαξές στόρι. Αυτή είναι η διαφορά με τους προηγούμενους». Μπράβο αλέξη...

Όπου από τους προηγούμενους, άλλοι τον καλωσορίζουν με χαμόγελα στο μέτωπο της αστικής ευθύνης και άλλοι κάπως χαιρέκακα, σημειώνοντας τις παλνιδρομήσεις της κουμουνδούρου. Και έτσι οι κυβερνώντες είναι υποχρεωμένοι να λουστούν τα συχαρίκια του μαύρου μετώπου για την υπεύθυνη στάση τους και το κήρυγμα του άδωνη με το ηθικό δίδαγμα για όσα θα κερδίζαμε, αν είχαμε υπογράψει νωρίτερα τη συμφωνία. (Παρεμπιπτόντως, θα είχε ενδιαφέρον ένα συγκριτικό πινακάκι με τις διαφορές μεταξύ του διαβόητου μέιλ χαρδούβελη και του οδοστρωτήρα με όσα προβλέπουν τα συμφωνηθέντα). Πολύ αποκαλυπτικά είναι και τα στοιχεία που έδωσε ο καμένος πολιτικά καμμένος για την χρηματοδότηση δημοσιογράφων από το κεελπνο, όπου ο βολικός και τόσο αγαπημένος διαχωρισμός μεταξύ μνημονιακών και αντιμνημονιακών κουρελιάζεται με μια απλή ανάγνωση.

Αλλά δε χωρά καμία λύπηση για το αστικό, υπαλληλικό προσωπικό που παίζει το ρόλο του εντός των συμφωνημένων ορίων, μέχρι να τον πετάξουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, σα στυμμένη λεμονόκουπα. Καμία λύπηση ή συμπάθεια για τη βρωμερή σοσιαλδημοκρατία, που ετοιμάζεται να φορτώσει στις πλάτες του λαού μας ένα τρίτο, απεχθές μνημόνιο.

Ο κόσμος αρχίζει να αντιδρά στο (δόγμα του) «σοκ» κι ο σύριζα λούζεται (επι)πλέον αυτά που καλλιεργούσε ή αξιοποιούσε το τελευταίο διάστημα, για προδοσίες, γουδή, κρεμάλες, κτλ. Ενώ άρχισαν να καίγονται κι οι πρώτες σημαίες του κόμματος της κουμουνδούρου. Αλλά το ζήτημα είναι αν μαζί τους καίγονται κι οι αυταπάτες του κόσμου, που οδήγησαν σε αυτά τα λάθη. Κι ένα από τα ελάχιστα θετικά στην όλη υπόθεση με την ψήφιση των προαπαιτούμενων, είναι πως οι βουλευτές της πλειοψηφίας θα υποχρεωθούν στο μαρτύριο της σταγόνας, περνώντας με δόσεις διάφορα αντιλαϊκά πακέτα μέτρων, χωρίς να αφήσουν περιθώρια στα πρόθυμα χρυσόψαρα να ξεχαστούν και να το ξεπεράσουν.

Εν τω μεταξύ, η αριστερή πλατφόρμα ετοιμάζεται να διεκδικήσει το σύριζα, εξαντλώντας κάθε περιθώριο που ‘χει στο ρόλο του παναγιωτακόπουλου, δηλ της φωνής της συνείδησης του (νέου) πασόκ. Κι αφού δε φεύγει κανείς, ούτε και διαγράφεται, από το σύριζα, δεν είναι ίσως μακριά η μέρα που θα δούμε πρωθυπουργό το λαφάζα και τα μνημόνια να περνάνε ακάθεκτα με ψήφους συριζαίων και τη στήριξη της αντιπολίτευσης. Πάνω από όλα η ενότητα...

Ο δραγασάκης από την άλλη πρεσβεύει το εκσυγχρονιστικό (νέο) πασόκ και δεν παραλείπει να ευχαριστήσει τον ομπάμα και την κυβέρνηση των ηπα για την έκθεση του δντ και την επίσπευση της δημοσίευσής της. Κι αυτοί οι άνθρωποι είχαν τα μούτρα να μιλάνε για γερμανοτσολιάδες, δωσίλογους και υπαλλήλους των βρυξελλών!

Αυτές φαίνονται να είναι οι δύο ομάδες που διεκδικούν να ελέγξουν τους συσχετισμούς στην κουμουνδούρου. Μιλάμε δηλ για τον αρχηγό του ρεύματος που έλεγχε το 91’ το κόμμα και κατάφερε (ευτυχώς) να το χάσει μέσα από τα χέρια του, και τον υποψήφιό του στο 13ο συνέδριο απέναντι στην αλέκα (φαντάσου δηλ να είχε επικρατήσει ο δραγασάκης και να ευχαριστούσαμε εμείς τώρα τους αμερικάνους. Εφιάλτης!).
Και στη μέση η ζωή, με την προσωπική της στρατηγική πάνω απ’ όλα –εξ ου και το σημερινό πατόκορφο γλείψιμο στον τσίπρα –που τον εκτιμά αφάνταστα για την ανιδιοτέλειά του (!)- για να κρατήσει τη θέση της.

Αυτή τη φορά όμως, περισσότερο από κάθε άλλη, το θέμα δεν είναι τι θα γίνει στο αστικό στρατόπεδο και τα αναχώματά του, αλλά τι κάνουμε εμείς. Το φετινό καλοκαίρι είναι καυτό από κάθε άποψη, ένας κρίσιμος κόμπος, που απαιτεί ανεβασμένες μορφές δράσης, όχι μόνο για να καλυφτεί το κενό της καταγέλαστης κι ανυπόληπτης γσεε, που δεν έβαλε ούτε καν συλλαλητήριο για σήμερα –πόσο μάλλον να προκηρύξει απεργία- και να μην αφήσουμε ζωτικό χώρο στα υπό εκκόλαψη αναχώματα να αναπτυχθούν. Αλλά για να αντιστοιχήσουμε (αυτές τις μορφές) με την οργή ενός κόσμου που νιώθει προδομένος, να κερδηθούν μαζικά καινούριες συνειδήσεις, τώρα που η εε και η ροζ σοσιαλδημοκρατία δείχνουν το πραγματικό τους πρόσωπο. Για να βγούμε κερδισμένοι από αυτή τη μάχη, ακόμα κι αν δεν είμαστε έτοιμοι να την πάμε μέχρι τέλους και να νικήσουμε στον πόλεμο. Και να το κάνουμε αυτό, όχι γιατί πάσχουμε από σταδιολογία, αλλά ακριβώς επειδή η επανάσταση δε θα είναι ένα μονόπρακτο, μια κι έξω, και δε θα καρποφορήσει χωρίς μια εργατική τάξη αποφασισμένη και πολιτικά διαπαιδαγωγημένη σε σκληρές, ταξικές συγκρούσεις.

Σήμερα το πρωί έγινε ένα μικρό πρώτο βήμα με την απεργιακή συγκέντρωση των εργαζόμενων στο δημόσιο. Οι δυνάμεις του παμε πορεύτηκαν από την ομόνοια στο υπουργείο οικονομικών, συναντώντας στη διαδρομή την επίθεση φιλίας μιας μικρής σεκίτισσας (εκατό άνθρωποι-πενήντα πανό), που ήθελε σώνει και καλά να μας δώει ένα από τα πλακάτ τους, που βγαίνουν σε μαζική παραγωγή. Αλλά και δεκάδες ανταποκριτές ξένων δικτύων, που ζητούσαν επίμονα δηλώσεις από όλους τους διαδηλωτές: εεε... crisis the plutocracy... alliance of wolves… working class hero… και το «ταξικός» πώς είναι ρε συ; -Ε, από το class βγαίνει... Μήπως classic;

Η αδεδύ από την άλλη, ακολουθεί πολύ πιο έξυπνη τακτική από τους εργατοπατέρες της γσεε και βγήκε με κεντρικό σύνθημα στο πανό της για «διαγραφή του χρέους»! Ξεχωρίσαμε κι έναν kinky διαδηλωτή με χειροπέδες και ένα πλακάτ για τους κλέφτες, που στηνόταν να το βγάλουν φωτογραφία τα ξένα δίκτυα.

Κλείνουμε την ανάρτηση με το αυτονόητο κάλεσμα για μαζική συμμετοχή στο συλλαλητήριο του παμε το απόγευμα, και με ένα μικρό φωτορεπορτάζ των τελευταίων ημερών, από τα επικά εξάρχεια του 57,1% ΝΑΙ στο δημοψήφισμα και άλλες μικρές ψηφίδες της επικαιρότητας.


Ζήτω το εναλλακτικό το εμπόριο


Έχουν κι ανατρεπτικό περίπτερο.
Μόνο 1.5 ευρώ τα παγωτά
Το όχι στο δημοψήφισμα σημαίνει δε ψηφίζουμε, ή ψηφίζουμε όχι;
Τουλάχιστον δεν έχουν συλλόγους σαν κι αυτόν στο αιγάλεω
Ματ του  πανούση έξω από το πολυτεχνείο. Πρώτη φορά αριστερά
Είναι σίγουρα η μασκότ του ΚFC; Δηλ δεν είναι ο Τρότσκι;
Κι οι αφίσες από πάνω, τυχαίες κι αυτές;

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2015

Το μεταβατικό πρόγραμμα και ο Τρότσκι

Σήμερα η κε του μπλοκ παίρνει το ρεπό της και αντιγράφει από το τρέχον τεύχος της κομεπ και το άρθρο του χρήστου μπαλωμένου για τον κυβερνητισμό στον εργατικό αγώνα και τη νέα σπορά, το υποκεφάλαιο με τον τίτλο της ανάρτησης. Είναι κάπως μεγάλο σε έκταση, αλλά αξίζει, πιστεύω, να το διαβάσετε μέχρι τέλους, καθώς δίνει απαντήσεις σε κρίσιμα ερωτήματα, που συναντάμε συχνά μπροστά μας.
Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση στα σχόλια, ευπρόσδεκτη.


Το παραπάνω «σχήμα» του μεταβατικού προγράμματος αποτελεί τροποποιημένη αναβίωση του ιστορικού διαχωρισμού του προγράμματος της Σοσιαλδημοκρατίας πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο σ’ ένα μίνιμουν πρόγραμμα, το οποίο περιοριζόταν σε μεταρρυθμίσεις εντός του καπιταλισμού, και σε ένα μάξιμουμ πρόγραμμα, το οποίο περιελάμβανε τα μέτρα που θα υλοποιούνταν στο σοσιαλισμό. Η υλοποίηση του μίνιμουμ προγράμματος προβαλλόταν ως απαραίτητη προϋπόθεση «για να ανοίξει ο δρόμος» για την υλοποίηση του μάξιμουμ προγράμματος, δηλαδή για το σοσιαλισμό.

Ο «ΕΑ» και η «ΝΣ» κινούνται στην παραπάνω λογική. Γράφει, για παράδειγμα, η «ΝΣ»: «Στην πορεία ανάπτυξης της πάλη του επαναστατικού κινήματος για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει ανάγκη από την ύπαρξη ενός μίνιμουμ Προγράμματος, που θα οδηγεί στην εκδίωξη της αστικής τάξης από την εξουσία, αλλά, ταυτόχρονα, και στο άνοιγμα του δρόμου για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, αλλά και της οικοδόμησης του σοσιαλισμού […] Σ’ αυτό το γενικό Πρόγραμμα θα είναι ενταγμένο το μίνιμουμ Πρόγραμμα, ως προοίμιο του γενικού».

Και οι δύο ιστοσελίδες επικαλούνται κάποιες επεξεργασίες του Λένιν για να στηρίξουν το μίνιμουμ και μάξιμουμ πρόγραμμα. Γράφει ο «ΕΑ»: «Ο Λένιν υποστήριζε πάγια ότι στο δρόμο προς την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας υπάρχει ανάγκη διατύπωσης μιας δέσμης μεταβατικών μέτρων, ενός προγράμματος μίνιμουμ, που θα είναι βέβαια διαλεκτικά δεμένο με το στρατηγικό στόχο της επανάστασης. Πρόκειται για μία γέφυρα που βοηθά να περάσει κανείς στην αντίπερα όχθη του ποταμού».

Η «ΝΣ» σημειώνει με τη σειρά της: «Στο άρθρο του ο Β. Ι. Λένιν «Για την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος» υπερασπίζεται την ανάγκη ύπαρξης του μίνιμουμ προγράμματος, όταν το άρθρο αυτό γράφεται στις 6 του Οχτώβρη 1917 για το Συνέδριο του Κόμματος που έχει προγραμματιστεί να γίνει στις 17 Οχτώβρη του 1917 […] Σ’ αυτό το πρόγραμμα που υπερασπίζεται ο Β. Ι. Λένιν υπάρχουν και όλα εκείνα τα μεταβατικά μέτρα, τα οποία επιτρέπουν το όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο πέρασμα στο σοσιαλισμό, γεγονός που φαίνεται καθαρά από τη συμπλήρωση που κάνει ο ίδιος στο προηγούμενο Πρόγραμμα του 1903».

Οι παραπάνω επικλήσεις του Λένιν για την αιτιολόγηση των σημερινών «μεταβατικών» στρατηγικών επεξεργασιών δεν αποτελούν κοινό στοιχείο μόνο του «ΕΑ» και της «ΝΣ», αλλά και όλων των οπορτουνιστικών μορφωμάτων (κόμματα, ομάδες, τάσεις, ιστοσελίδες) που επικαλούνται το μεταβατικό πρόγραμμα –από τον Τόλιο του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την πιο μικρή οπορτουνιστική ομάδα. Τα κείμενα που επικαλούνται γράφτηκαν το διάστημα από τον Απρίλη μέχρι το Σεπτέμβρη του 1917. Πιο συγκεκριμένα επικαλούνται κυρίως το άρθρο «Η καταστροφή που μας απειλεί και πώς πρέπει να την αντιμετωπίσουμε» (γραμμένο στις 10-14 Σεπτέμβρη 1917), το κείμενο με τίτλο «Σχετικά με την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος» (6-8 Οκτώβρη 1917), καθώς και λίγα ακόμα κείμενα της περιόδου Απρίλη-Οκτώβρη 1917 τα οποία σχετίζονται με τη συμβολή του Λένιν στη συζήτηση για την αναθεώρηση του Προγράμματος του Κόμματος των Μπολσεβίκων.

Οι τροτσκιστικοί πολιτικοί σχηματισμοί αιτιολογούν και αυτοί τα πολύχρωμα Μεταβατικά τους Προγράμματα επικαλούμενοι τα ίδια κείμενα του Λένιν και προσθέτοντας στις πηγές της συγκεκριμένης επεξεργασίας και την απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης «Τέταρτης Διεθνούς» του Τρότσκι το 1938.

Στο πλαίσιο του συγκεκριμένου άρθρου δεν είναι φυσικά δυνατό να παρουσιαστεί ολόκληρη η αντιπαράθεση της εποχής. Η ολοκληρωμένη προσέγγιση της εξέλιξης της στρατηγικής επεξεργασίας του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος είναι ξεχωριστό αντικείμενο μελέτης και απαιτεί συλλογική επεξεργασία.

Αυτό που μπορεί ωστόσο να γίνει είναι να παρουσιαστούν κάποια βασικά στοιχεία που αφορούν τη σχέση των στρατηγικών επεξεργασιών της περιόδου την οποία επικαλούνται οι δύο ιστοσελίδες και των σημερινών «μεταβατικών» τους επεξεργασιών.

Ας δούμε όμως κάποιες ενδεικτικές αναφορές του Λένιν από τα παραπάνω άρθρα. Το Σεπτέμβρη του 1917, σε συνθήκες ερήμωσης και διεύρυνσης της εξαθλίωσης ως συνέπεια του ιμπεριαλιστικού πολέμου, αλλά και ένοπλης παρέμβασης των εργατών και των στρατιωτών στις εξελίξεις μέσω των Σοβιέτ, ο Λένιν εκτιμά ότι: «… το βασικό και κύριο μέτρο πάλης, το μέτρο αποτροπής της καταστροφής και της πείνας […] είναι: ο έλεγχος, η επίβλεψη, η καταγραφή, η ρύθμιση από το κράτος, ο καθορισμός μιας σωστής κατανομής των εργατικών δυνάμεων στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, η φειδώ στις λαϊκές δυνάμεις, η αποφυγή κάθε σπατάλης δυνάμεων, η οικονομία αυτών των δυνάμεων».

Έτσι προτείνει μια σειρά μέτρων προς αυτή την κατεύθυνση, όπως εθνικοποίηση και συνένωση των τραπεζών, εθνικοποίηση των μεγαλύτερων μονοπωλιακών ενώσεων, κατάργηση του εμπορικού απορρήτου, υποχρεωτική οργάνωση σε ενώσεις των βιομηχάνων, των εμπόρων και των επιχειρηματικών γενικά, αναγκαστική συνένωση του πληθυσμού σε καταναλωτικούς συνεταιρισμούς.

Όσον αφορά τη σχέση μεταξύ του μεταβατικού προγράμματος και του μίνιμουμ και μάξιμουμ προγράμματος, υπάρχουν και διατυπώσεις όπως οι εξής: «Μ’ αυτήν την έννοια δώσαμε το πρόγραμμα των μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό […] Πρέπει να πραγματοποιήσουμε πρώτα τα μεταβατικά μέτρα προς το σοσιαλισμό, να οδηγήσουμε την επανάστασή μας ως τη νίκη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και ύστερα πια, «γυρίζοντας από τον πόλεμο», μπορούμε και πρέπει να πετάξουμε το πρόγραμμα-μίνιμουμ σαν αχρείαστο πια».

Πριν παρουσιάσουμε το περιβάλλον στο οποίο γράφτηκαν οι παραπάνω διατυπώσεις, πρέπει να πούμε ότι υπάρχουν βασικές θέσεις του Λένιν, τις οποίες «ξεχνάνε» οι συγκεκριμένες οπορτουνιστικές ομάδες και όλα τα άλλα μορφώματα που υιοθετούν το σχήμα που συνεπάγεται το μεταβατικό πρόγραμμα. Καταρχάς υπάρχουν οι θέσεις του Λένιν στο καθαυτό έργο του για την ανάγκη επαναστατικού τσακίσματος του αστικού κράτους, στο «Κράτος και Επανάσταση», οι οποίες σαφώς περνάνε σε δεύτερη μοίρα στην αρθρογραφία των ομάδων αυτών. Υπάρχουν όμως και πιο συγκεκριμένες διατυπώσεις για τα παραπάνω. Για παράδειγμα, μέσω των Θέσεων του 2ου Συνεδρίου της ΚΔ (καλοκαίρι 1920), που έλαβε χώρα σε συνθήκες στερέωσης της αστικής εξουσίας σε μια σειρά χώρες μετά από το πρώτο μεγάλο επαναστατικό κύμα της περιόδου 1918-1919, ο Λένιν (ο οποίος τις έγραψε) προσπαθεί να αποκωδικοποιήσει τα προβλήματα που δημιούργησε στα επαναστατικά κόμματα η εφαρμογή των μίνιμουμ και μάξιμουμ προγραμμάτων. Πιο συγκεκριμένα εκεί αναφέρεται: «Χάρη στην αδιάκοπη αύξηση των παραγωγικών δυνάμεων και στην επέκταση του επιπέδου της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης, ο καπιταλισμός στερεώθηκε πάρα πολύ· το ίδιο έγινε και για τα κοινοβουλευτικά κράτη. Απ’ αυτό προέρχονται η προσαρμογή της κοινοβουλευτικής τακτική των σοσιαλιστικών κομμάτων προς τη νομοθετική δράση των αστικών Κοινοβουλίων, η διαρκώς αυξανόμενη σημασία του αγώνα για την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων μέσα στο περιθώριο του καπιταλισμού, η επικράτηση του λεγόμενου «μίνιμουμ» προγράμματος των σοσιαλιστικών κομμάτων και η χρησιμοποίηση ενός «μάξιμουμ» προγράμματος που απέβλεπε σε έναν απομακρυσμένο «τελικό σκοπό». Πάνω σε αυτή τη βάση αναπτύχθηκαν έπειτα τα συμπτώματα του κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού, τη διαφθοράς, της φανερής ή κρυφής προδοσίας των πιο στοιχειωδών συμφερόντων της εργατικής τάξης».

Επίσης, όσον αφορά τον εργατικό έλεγχο, ο Λένιν σημειώνει τον Οκτώβρη του 1917, λίγες μέρες πριν την επανάσταση: «Όταν εμείς λέμε «εργατικός έλεγχος», βάζοντας αυτό το σύνθημα πάντα δίπλα στη δικτατορία του προλεταριάτου, πάντα ύστερα από αυτήν, τότε μ’ αυτό διευκρινίζουμε για τι λογής κράτος γίνεται λόγος. Το κράτος είναι το όργανο κυριαρχίας μιας τάξης».

Τι ισχύει άραγε; Ποια είναι η πραγματική εκτίμηση του Λένιν για το μίνιμουμ και το μάξιμουμ πρόγραμμα;

Είναι φανερό ότι από τα ξεκομμένα «τσιτάτα» δεν μπορούν να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Και δεν μπορούν να απαντηθούν, γιατί τα αποσπάσματα δεν αναδεικνύουν από μόνα τους τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκαν, την αντιπαράθεση στην οποία ενεπλάκησαν, τα ερωτήματα που έθετε κάθε φορά η ζωή στους επαναστάτες.

Οι σημερινοί οπορτουνιστές δεν «μπαίνουν στον κόπο» να μελετήσουν τη σκέψη του επαναστατικού κινήματος και των ηγετών του σε συνάρτηση με τα παραπάνω. Αντίθετα, προσπαθούν να προσδώσουν λενινιστικό «επίχρισμα» στις δικές τους επεξεργασίες επιλέγοντας τα «τσιτάτα» που τους ταιριάζουν, αποκόβοντάς τα τόσο από τις συνθήκες στις οποίες διατυπώθηκαν όσο και από την αντιπαράθεση στο πλαίσιο της οποίας αξιοποιήθηκαν, αποκρύπτοντας άλλα «τσιτάτα» τα οποία δεν τους κάνουν. Τις ίδιες λαθροχειρίες διαπράττουν από κοινού με στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ και στο ζήτημα της Ιστορίας τόσο του ΚΚΕ όσο και του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος.

Πριν συνεχίσουμε, υπενθυμίζουμε τι απαντούσε ο ίδιος ο Λένιν σε αντίστοιχες πρακτικές της εποχής του: «Όλο το πνεύμα του μαρξισμού, όλο το σύστημά του απαιτεί να εξετάζουμε την κάθε θέση μόνο α) ιστορικά, β) μόνο σε σύνδεση με άλλες θέσεις, γ) μόνο σε σύνδεση με τη συγκεκριμένη πείρα της Ιστορίας.

Από τη νίκη της αστικής επανάστασης του Φλεβάρη και το σχηματισμό της πρώτης αστικής Προσωρινής Κυβέρνησης μέχρι το ξέσπασμα της Οκτωβριανής Σοσιαλιστικής Επανάστασης στη Ρωσία υπήρχε αυτό που χαρακτήριζε ο Λένιν ως δυαδική εξουσία, μια πρόσκαιρη ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στην κυβέρνηση της αστικής τάξης και τα Σοβιέτ (συμβούλια αντιπροσώπων) των εργατών, αγροτών και στρατιωτών, στα οποία υπάγονταν ένοπλες εργοστασιακές φρουρές, αλλά και ολόκληρα στρατιωτικά τμήματα.

Ο Λένιν χαρακτήριζε ως εξής την κατάσταση που είχε διαμορφωθεί: «Η πιο αξιοσημείωτη ιδιομορφία της επανάστασής μας βρίσκεται στο ότι δημιούργησε μια δυαδική εξουσία […] Πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση, αδύνατη ακόμα, εμβρυακή, μα που ωστόσο υπάρχει αναμφισβήτητα στην πραγματικότητα και αναπτύσσεται: Τα Σοβιέτ των εργατών και των στρατιωτών βουλευτών […] Ποιος είναι ο πολιτικός χαρακτήρας αυτής της κυβέρνησης; Είναι μια επαναστατική δικτατορία, δηλαδή εξουσία που στηρίζεται στην επαναστατική κατάληψη, στην άμεση πρωτοβουλία των λαϊκών μαζών από τα κάτω, και όχι στο νόμο που έχει εκδώσει μια συγκεντρωτική κρατική εξουσία».

Πέρα από την αδυναμία του αστικού κράτους να επιβάλει πλήρως την ταξική του θέληση, η κατάσταση περιπλεκόταν για τους μπολσεβίκους από το γεγονός ότι στα ένοπλα σοβιέτ δεν κυριαρχούσαν οι ίδιοι, αλλά οι οπορτουνιστικές δυνάμεις των μενσεβίκων και των λεγόμενων εσέρων (σοσιαλιαστές-επαναστάτες. Ταυτόχρονα βέβαια η πείνα και η καταστροφή απαιτούσαν συγκεκριμένες κινήσεις από τους ένοπλους εργάτες για την αντιμετώπισή τους. Και όλα αυτά σε συνθήκες όπου οι πλατιές μάζες των εργαζομένων θεωρούσαν την αστική κυβέρνηση ως επαναστατική και η ίδια αυτοχαρακτηριζόταν ως τέτοια.

Έτσι, συνοπτικά μπορούμε να πούμε ότι η ζωή έθετε στο Λένιν και τους μπολσεβίκους το εξής ερώτημα: Τι να προτείνουν στα ένοπλα Σοβιέτ να κάνουν σε συνθήκες που τα Σοβιέτ είχαν αντικειμενικά μέρος της εξουσίας, αλλά την ίδια στιγμή κυριαρχούσαν σε αυτά τα μικροαστικά στοιχεία και οι μενσεβίκοι; Τι έπρεπε να προτείνουν σε αυτές τις συνθήκες στα ένοπλα Σοβιέτ ώστε και να οργανώσουν την πάλη της επιβίωσης και μέσα από αυτήν την πάλη να καταλάβουν ότι η κυβέρνηση δεν είναι στο πλευρό τους, αλλά απέναντί τους, να καταλάβουν μέσα από την πάλη ότι τα όπλα που είχαν στα χέρια τους έπρεπε να τα στρέψουν απέναντι στην αστική κυβέρνηση;

Σε τέτοιες συνθήκες «ρίχτηκαν» τα συνθήματα του εργατικού ελέγχου (πριν τη νίκη της εργατικής εξουσίας), της κρατικοποίησης και υποχρεωτικής συνένωσης των τραπεζών, της καταγραφής και της ρύθμισης από το κράτος της παραγωγής και της κατανάλωσης κλπ. Σε αυτές τις συνθήκες έκανε ο Λένιν λόγο για έλεγχο, επίβλεψη, καταγραφή, ρύθμιση από το κράτος, για καθορισμό μιας σωστής κατανομής των εργατικών δυνάμεων στην παραγωγή και τη διανομή των προϊόντων, για αποφυγή κάθε σπατάλης δυνάμεων.

Σε αυτές τις συνθήκες διατυπώθηκαν και αιτήματα όπως το εξής: «Οι καπιταλιστές πρέπει να πληρώνουν τους μισθωτούς εργάτες, το υπηρετικό προσωπικό κτλ. για τις μέρες που αφιερώνουν σε κοινωνική υπηρεσία στην πολιτοφυλακή». Αλήθεια, γιατί οι σημερινοί οπορτουνιστές δεν προσθέτουν και αυτό το λενινιστικό αίτημα στη λίστα των μεταβατικών αιτημάτων τους;

Σε αυτές τις συνθήκες κυριαρχίας του οπορτουνισμού στα Σοβιέτ των ένοπλων εργατών εμφανίστηκαν διατυπώσεις σαν τις εξής: «Όχι «εφαρμογή του σοσιαλισμού σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά πέρασμα αμέσως μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων από μέρους των Σοβιέτ και των εργατών βουλευτών», καθώς και αναφορές που χαρακτήριζαν τον έλεγχο των τραπεζών, τον υποχρεωτικό συνδικαλισμό των καπιταλιστών και άλλα αντίστοιχα ως «βήματα προς το σοσιαλισμό».

Φυσικά, όπως έχουμε ήδη αναφέρει, υπήρξαν ακόμα και την ίδια περίοδο διατυπώσεις οι οποίες αναφέρουν ότι τέτοια μέτρα έχουν σημασία μόνο όταν λαμβάνονται στο πλαίσιο της δικτατορίας του προλεταριάτου. Οι διατυπώσεις άλλωστε πάντα αντανακλούν, εκτός από τις συνθήκες, και το πού θέλει να δώσει ο συγγραφέας τους βάρος, ποια στοιχεία της επιχειρηματολογία του αντιπάλου ιεραρχεί ότι πρέπει να καταπολεμήσει σε κάθε φάση.

Με λίγα λόγια, αυτές οι συγκεκριμένες διατυπώσεις του Λένιν δεν απαντάνε στο τι πρέπει να απαιτήσει το εργατικό κίνημα σε μη επαναστατικές συνθήκες, σε συνθήκες μακρόχρονης νόμιμης πάλης και ακλόνητης πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης και του κράτους της, αλλά στο τι πρέπει να επιβάλουν με τα όπλα τους οι ένοπλοι εργάτες οι οποίοι παλεύουν για την επιβίωση, αλλά δεν έχουν αποφασίσει ακόμα να διεκδικήσουν τη δική τους εξουσία.

Αυτό που γίνεται από τους οπορτουνιστές στην ουσία είναι η μηχανιστική μεταφορά στις σημερινές συνθήκες και η γενίκευση ως πάγιο χαρακτηριστικό της πολιτικής του ΚΚ μιας «λογικής» η οποία αποτελούσε εξειδίκευση σε τελείως διαφορετικές, ιδιαίτερες συνθήκες. Όσον αφορά τη μακροχρόνια ισορροπία δυνάμεων, τη μακροχρόνια κατάσταση «δυαδικής εξουσίας» που προϋποθέτουν και υπονοούν τα Μεταβατικά Προγράμματα, ο Λένιν την απέρριπτε κατηγορηματικά:

«Δε χωράει ούτε η παραμικρή αμφιβολία ότι μια τέτοια «σύμπλεξη» (σ.σ.: της εξουσίας της Προσωρινής Κυβέρνησης και της εξουσίας των Σοβιέτ) δεν μπορεί να κρατήσει πολύ καιρό. Δύο εξουσίας σ’ ένα κράτος δεν μπορεί να υπάρχουν. Η μία από αυτές πρέπει να εκμηδενιστεί».

Από τα παραπάνω αναδεικνύεται ότι ο λογικός πυρήνας του Μεταβατικού Προγράμματος δεν έχει καμία σχέση με τις αντίστοιχες επεξεργασίες του Λένιν. Αντίθετα, αποτελεί σχεδόν αντιγραφή της λογικής του Μεταβατικού Προγράμματος του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης «Τέταρτης Διεθνούς» του Τρότσκι. Εκεί μπαίνει η λογική των προτεινόμενων μεταβατικών μέτρων… σε μη επαναστατικές συνθήκες. Ο Τρότσκι είναι ο μόνος ο οποίος διατύπωσε σε ενιαίο πρόγραμμα τα λεγόμενα μεταβατικά αιτήματα, προβάλλοντας αυτό το πρόγραμμα σε μη επαναστατικές συνθήκες ως όχημα ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής ταξικής συνείδησης. Ας δούμε τι έγραφε στην Απόφαση του ιδρυτικού συνεδρίου της λεγόμενης Τέταρτης Διεθνούς: «Πρέπει να βοηθήσουμε τις μάζες, μέσα στο προτσές των καθημερινών αγώνων τους, να βρουν τη γέφυρα που ενώνει τις σημερινές διεκδικήσεις τους με το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάστασης. Η γέφυρα αυτή πρέπει να αποτελείται από ένα σύστημα ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ, που θα ξεκινούν από τις σημερινές συνθήκες κι από τη σημερινή συνείδηση των πλατιών στρωμάτων της εργατικής τάξη και θα οδηγούν αμετάκλητα σ’ ένα μονάχα και το ίδιο πάντα συμπέρασμα: Την κατάχτηση της εξουσίας από το προλεταριάτο […] Ανάμεσα στο μίνιμουμ και το μάξιμουμ πρόγραμμα (σ.σ.: της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας) δεν υπήρχε καμία γέφυρα. Η σοσιαλδημοκρατία δεν είχε την ανάγκη μιας τέτοιας γέφυρας, αφού, για το σοσιαλισμό, μιλούσε μονάχα τις γιορτές […] Το παλιό «μίνιμουμ πρόγραμμα» έχει σταθερά ξεπεραστεί από το ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ που αποσκοπεί στη συστηματική κινητοποίηση των μαζών για την προλεταριακή επανάσταση».

Οι παραπάνω διατυπώσεις υπάρχουν σχεδόν αυτολεξεί σε πολλά κείμενα του «ΕΑ» και της «ΝΣ», της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλων των υπόλοιπων –τροτσκιστικών και μη- οπαδών των μεταβατικών προγραμμάτων.

 Όσο περισσότερο αναιρούνταν η διάκριση ανάμεσα στις επαναστατικές και τις μη επαναστατικές συνθήκες τόσο περισσότερο προβαλλόταν το αστικό κράτος σε μια μόνιμη κατάσταση αστάθειας και κλονισμού, τόσο περισσότερο φούντωναν τα διάφορα νοητικά σχήματα που κωδικοποιούνταν στα διάφορα Μεταβατικά Προγράμματα. Αυτήν τη δυνατότητα μόνιμης αστάθειας εκφράζουν και οι αναφορές του Τρότσκι στον όρο «προεπαναστατική κατάσταση».

(*Χαρακτηριστικό είναι το εξής απόσπασμα από την ίδια Απόφαση: «Από την στιγμή που η (σ.σ: εργοστασική) επιτροπή κάνει την εμφάνισή της, εγκαθιδρύεται στην πραγματικότητα μια ΔΙΑΡΧΙΑ μέσα στο εργοστάσιο. Από την ίδια της την ουσία, αυτή η διαρχία είναι κατιτί το μεταβατικό, γιατί περικλείει μέσα της δύο ασυμφιλίωτα καθεστώτα: το καπιταλιστικό καθεστώς και το προλεταριακό καθεστώς. Η τεράστια σπουδαιότητα των εργοστασιακών επιτροπών βρίσκεται ακριβώς στο γεγονός ότι αυτές ανοίγουν, αν όχι μια άμεσα επαναστατική περίοδο, τουλάχιστον μια προεπαναστατική περίοδο ανάμεσα στο αστικό και στο προλεταριακό καθεστώς».

Τα σχήματα αυτά αναιρούσαν τα διαφορετικά καθήκοντα που απέρρεαν για τα ΚΚ σε συνθήκες σταθερότητας ή κλονισμού της αστικής εξουσίας.


Από τα παραπάνω είναι καθαρό ότι η λογική του Μεταβατικού Προγράμματος ως συνεκτικού πλαισίου πάλης, ως συνολικής πολιτικής πρόταση σε μη επαναστατικές συνθήκες, δεν απορρέει σε καμία περίπτωση από τις επεξεργασίες του Λένιν, αλλά αποτελεί το λογικό πυρήνα του τροτσκιστικού προγράμματος του 1938.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Αυτές τις άγιες μέρες

Δε θυμάμαι που το είχα διαβάσει (κι αν το αναπαράγω σωστά), αλλά το χειρότερο με αυτές τις γιορτάρες μέρες, που θεωρητικά επιδρούν ευεργετικά στην ψυχολογία μας και μας κάνουν να αισθανόμαστε και να γινόμαστε λίγο καλύτεροι άνθρωποι κάποιες φορές τον χρόνο, είναι πως τελικά μοιάζουν αφόρητα με όλες τις υπόλοιπες. Κι επιτείνουν την κυρίαρχη κατάθλιψη, αναδεικνύοντας σε πρώτο πλάνο, όχι βέβαια την αγάπη ή τη φιλανθρωπία, αλλά την αστική υποκρισία.

Γιατί να στολίζουμε στις γιορτές τα σπίτια μας, για να καλύψουμε τη μιζέρια όλης της χρονιάς, αλλά και τους εαυτούς μας, σα να ψάχνουμε άλλοθι για όσα κάνουμε τις καθημερινές σε καθημερινή βάση; Γιατί να δίνουμε ανέξοδες συντροφικές ευχές για αγώνες κι επαναστάσεις, εφόσον δεν κάνουμε όσα περνάνε από το χέρι μας, για να πιάσουν στην πράξη; Και γιατί να φτιάχνουμε μελομακάρονα μόνο αυτές τις (φ)άγιες μέρες, αφού αντικειμενικά είναι φοβερά κι αφήνουν τους κουραμπιέδες να τρώνε τη σκόνη τους;

Υπόψη, παρενθετικά, πως ο ουμανισμός κι η πραγματική αγάπη για τον άνθρωπο διαφέρουν σε κάτι βασικό από την αστική φιλανθρωπία, που έχει φαινομενικά παραπλήσια σημασία και κίνητρα. Ο φιλάνθρωπος είναι σα να εξαιρεί τον εαυτό του από τους κοινούς θνητούς και το ανθρώπινο είδος που περιβάλλει με στοργή, σα να είναι κάτι έξω απ’ αυτό, ποιοτικά διάφορο και βασικά ανώτερο, που θα μπορούσε με την ίδια ευκολία να διοχετεύσει κάπου αλλού τη φιλευσπλαχνία και τις ευαισθησίες του και να είναι πχ φιλόζωος. Σαν τις δεσποινίδες της αριστοκρατίας, που –όπως έλεγε στο λόγο του στη λαμία ο άρης βελουχιώτης- δε βλέπουνε γύρω τους τη δυστυχία και την κακομοιριά που βασιλεύει, αλλά συγκινούνται από ένα άρρωστο γατάκι.

Κάθε χρόνο στις γιορτές λοιπόν, το σύστημα φοράει τα καλά του και πλασάρει το παραμύθι της πανανθρώπινης αγάπης, σε μια κοινωνία βαθιά αλλοτριωμένη που μένει γυμνή από συναισθήματα μες στην καπιταλιστική βαρυχειμωνιά και την χαρακτηρίζουν αγεφύρωτες ταξικές αντιθέσεις. Αλλά το κάνει με το αζημίωτο, μετατρέποντας τα χριστούγεννα στην πιο κερδοφόρα μπίζνα του χρόνου, με την αντίστροφη μέτρηση (των τζάμπο) να ξεκινάει τέλη οκτώβρη, που πολύς κόσμος πηγαίνει ακόμα για μπάνια στη θάλασσα. Γι’ αυτό κηρύσσονται ιερά, σαν τον απόλυτο θεό του καπιταλιστικού κέρδους και μπαίνουν υπό την υψηλή προστασία της πολιτείας και των κρατικών μηχανισμών, που δε θα αφήσουν ποτέ κανένα δεκέμβρη να αναβάλει τις εκδηλώσεις τους.

Κι αυτός είναι ίσως ο λόγος που την έχει γλιτώσει (προσωρινά) το δώρο των μισθωτών στον ιδιωτικό τομέα, για να πέφτει στην αγορά και να ξεγελάει την ύφεσή της. Αν και οσονούπω θα επιστρέψουμε στις ωραίες, ρομαντικές εποχές, που –όπως λέει και ο μπαμπάς σπουργίτης στις χαμηλές πτήσεις του αρκά- έσπαγαν τα παιδιά τον κουμπαρά τους, για να αγοράσουν δώρα κι έδιναν από ένα κομμάτι του στους δικούς τους. Ή θα εφαρμόζουμε εναλλακτικά την τακτική του μπαμπά του μικρού νικόλα (από τους σανπέ-γκοσινί), με την επιστολή του άγιου βασίλη στο μικρό, όπου του εξηγούσε για ποιο λόγο δε θα πάρει αυτήν την χρονιά το δώρο που ζήτησε, καθώς είχε ένα ατύχημα με το έλκηθρο και ήταν πολλά τα έξοδα για τις επιδιορθώσεις, αλλά δεν ήταν δικό του το λάθος, γιατί ο απέναντι οδηγός…

Το σύστημα χρειάζεται όμως χαρούμενους καταναλωτές –κι ας μην έχει μείνει ούτε μπαλωμένη κάλτσα να βάλουν δίπλα στο αριστοκρατικό τους τζάκι, όπου ψήνουν τα κάστανα και το παντεσπάνι. Χαρούμενους, για να δέσουν με το δικό του «ανθρώπινο» και χαρούμενο πρόσωπο. Κι οι χαρούμενοι καταναλωτές έχουν ανάγκη με τη σειρά τους να παλιμπαιδίσουν και να ξεχάσουν τις έγνοιες τους, να πιστέψουν σε κάποιο παραμύθι και το θαύμα των χριστουγέννων. Τα μικρά παιδιά περιμένουν τα δώρα του άι-βασίλη, ενώ τα μεγαλύτερα προσμένουν από τον άγιο με τα δώρα μια άνωθεν (όχι εξ ουρανού με τη θεολογική έννοια, αλλά από τα πάνω, πολιτικά μιλώντας) κυβερνητική λύση, χωρίς να καταλαβαίνουν πως εμείς προοριζόμαστε για να σέρνουμε το έλκηθρο. Και πως τα κερατάκια στην κεφαλή μας δεν είναι τάρανδου, αλλά το αντίτιμο για τις φρούδες ελπίδες και τους σωτήρες που μας (εξ)απάτησαν.

Για ποια μαγεία μιλάμε εξάλλου, όταν ακόμα και τα παραδοσιακά έθιμα καταντάνε μια τυπική συναλλαγή; Με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τα κάλαντα, όπου συχνά οι γονείς συνοδεύουν τα παιδάκια, είτε για να μην τους επιτεθεί κάποιος και τα ληστέψει, είτε για να διευθύνουν οι ίδιοι από κοντά τις επισκέψεις και να καρπωθούν τα χρήματα που συγκεντρώθηκαν. Και η ανταπόκριση του κόσμου βαίνει διαρκώς μειούμενη, χρόνο με τον χρόνο, είτε γιατί καταλαβαίνουν την κοροϊδία, είτε γιατί δεν έχουν να δώσουν τίποτα.
Σε λίγα χρόνια η μόνη αυθεντική παραδοσιακή χριστουγεννιάτικη νότα, θα είναι τα κνίτικα κάλαντα, που μπορεί να έχουν μια δόση προλεκάλτ στοιχείων αλλά αποτελούν την κορύφωση της οικονομικής εξόρμησης και της αδήριτης ανάγκης να καλυφτεί το πλάνο. Και ο μη αστικός μύθος κάνει λόγο για σφους που έχουν κάνει αλλαγή χρόνου στα γραφεία της οργάνωσης, περιμένοντας να μετρήσουν και να κλείσουν τα χρήματα που μάζεψαν.

Έτσι η υποκρισία κι η ποζεριά (δηθενιά) της αστικής κοινωνίας περνάει και στις εορταστικές εκδηλώσεις. Στο διαγωνισμό κακογουστιάς με τα χριστουγεννιάτικα φώτα στα μπαλκόνια, γιατί τα στολίδια δεν έχουν πάντα-απαραίτητα τον καλλωπισμό ως αποτέλεσμα- και το περιβόητο santa run, με τους φευγάτους και τρεχάτους αγιοβασίληδες, που δεν πιάνει μία ωστόσο μπροστά στο ανυπέρβλητο run trotsky run, του σχιζοφρενή δολοφόνου με το καδρόνι. Η αλλαγή χρόνου γίνεται διαγωνισμός συμβατικότητας για τα περισσότερα κλισέ (υγεία πάνω απ’ όλα) και το ρεβεγιόν χρυσή ευκαιρία για επίδειξη (πλούτου, ρούχων, σερβίτσιων, κοκ).

Κι ο λαός, εν μέσω πλήρους απραξίας κι απάθειας (ακόμα και στην αθλητική κίνηση των ημερών), και καταθλιπτικής κοινοβουλευτικής κινητικότητας, προσμένει ίσως κάποιο θάμα, χριστουγεννιάτικο, όπως έλεγε ο βάρναλης για τους «μοιραίους» του. Που κανείς δε θα του το προσφέρει όμως, μασημένη τροφή στο πιάτο, αν δεν το κυνηγήσει μόνος του.


Υστερόγραφο
Κι αφού αναφέραμε το ανυπέρβλητο run trotsky run, να σημειώσουμε πως το μόνο πολιτικό θαύμα των ημερών αφορά την κινητικότητα του εξωκοινοβουλίου και δη των τροτσκιστικών οργανώσεων, με το σεκ να αποτελεί φωτεινό φάρο κοινής λογικής και το εεκ του σάββα, που δεν παρέδωσε ποτέ σε σεκ, αραν, αρας, να είναι, κατά τα φαινόμενα, έτοιμο να παραδώσει τώρα στον αλαβάνο και την ανταρσυα. Και να σκεφτεί κανείς πως ουσιαστικά γιορτάζουμε τα σταλινούγεννα, όπως εξηγεί κι αυτή εδώ η παλιότερη ανάρτηση, που απαλλοτριώθηκε πρόσφατα από το infowar του άρη χατζηστεφάνου για να κατέβει λίγες ώρες αργότερα, μπλέκοντας στα δίχτυα της λογοκρισίας.

Αλλά για αυτά περισσότερα στο αυριανό σημείωμα, καλώς εχόντων των πραγμάτων.

Τετάρτη 13 Αυγούστου 2014

Η φάρμα των ζώων

Τα γούστα είναι υποκειμενικά και μπορεί ασφαλώς να ποικίλουν. Για μένα πάντως η «φάρμα των ζώων» του τζορτζ όργουελ είναι ίσως η εξυπνότερη αλληγορία που έχει γραφτεί ποτέ ή τουλάχιστον που έχω διαβάσει. Τόσο έξυπνη που σχεδόν ξεχνάς (ή βάζεις σε δεύτερη μοίρα) τον αντικομμουνιστικό της χαρακτήρα, δηλ τον αντισοβιετισμό που τη διακρίνει και τον αντισταλινισμό, που, όπως έχει πει κι ο κάππος, είναι ντροπαλός αντικομμουνισμός στην ουσία του. Δε γίνεται όμως να το ξεχάσεις και να το βγάλεις τελείως από την οπτική σου, γιατί αφαιρείς έτσι αξία από την οργουελική σύλληψη και τις μικρές ιδιοφυείς λεπτομέρειες, που κάνουν τη διαφορά. Και μπορούν να διαβαστούν αυτοτελώς, αλλά μένουν χωρίς λογική εξήγηση έξω από αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο.


Η φάρμα των ζώων είναι η σοβιετική ένωση, η πανίδα της οποίας μυείται στις αρχές του ανιμαλισμού (μαρξισμός) από το γέρο μέιτζορ το γουρούνι και προχωρά στην επανάσταση για να αποτινάξει το ζυγό της ανθρώπινης εκμετάλλευσης και του φάρμερ τζόουνς. Ο γερο-μέιτζορ είναι ένα γέρικο σοφό γουρούνι, που οραματίζεται μια διαφορετική «κοινωνία» και τη δημοκρατία των ζώων, που θα απολαμβάνουν ελεύθερα πια τον πλούτο που παράγουν. Το γουρούνι αυτό είναι κάτι μεταξύ του μαρξ και του λένιν (μετά την επανάσταση θάβεται σε ένα είδος μαυσωλείου). Κι ίσως το όνομά του, σε αντιδιαστολή με την ονομασία της φάρμας μέινορ, να συμβολίζει τη διαφοροποίηση και τη διαμάχη μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων (αν και αυτό είναι απλώς μια δική μου εικασία, πιθανότατα τραβηγμένη από τα μαλλιά).

Αυτό που είναι σίγουρο είναι η ταυτότητα των δύο νεότερων κάπρων, του ναπολέοντα και του χιονάτου, που αποκτούν ηγετική θέση με τη νίκη της επανάστασης, αλλά διαφωνούν μεταξύ τους σε όλα σχεδόν τα ζητήματα τακτική και στρατηγικής, συμβολίζοντας τη διαμάχη μεταξύ στάλιν και τρότσκι. Το ναπολέων παραπέμπει ευθέως στο μικρό όνομα του τρότσκι με τη γνωστή ροπή στις γραφειοκρατικές μεθόδους. Αλλά ο όργουελ το κρατά για το στάλιν, πιθανότατα για να δείξει την επικράτηση του συντηρητικού, «σταλινικού θερμιδώρ» (όπως το χαρακτήριζε ο τρότσκι κατ’ αναλογία με τη γαλλική επανάσταση) και τη σταδιακή αναίρεση των κατακτήσεων της επανάστασης.

Ο χιονάτος-τρότσκι, ως επικεφαλής επίτροπος του κόκκινου στρατού, έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην απόκρουση της επίθεσης των ανθρώπων, που επιχειρούν να ανακαταλάβουν τη φάρμα, κι επεξεργάζεται ένα σχέδιο για την κατασκευή ενός ανεμόμυλου (εκβιομηχάνιση) και την ευημερία των ζώων της φάρμας. Αλλά η σύγκρουσή του με το ναπολέοντα οξύνεται και τελικά εκδιώκεται από τα τρομερά σκυλιά του τελευταίου, που επικρατεί χάρη σε ένα μίγμα δύναμης (με τα σκυλιά που δεν αφήνουν σε κανέναν πολλά περιθώρια για διαφωνίες) και πειθούς, από άλλα προνομιούχα γουρούνια, σαν το σκουίλερ, που μπερδεύει τα άλλα ζώα με ακλόνητα επιχειρήματα, αναπηδήσεις και περίτεχνα στριφογυρίσματα της ουράς του, που τα τουμπάρουν.

Ο ναπολέων (που έχει ιδιαίτερη πέραση στα πρόβατα της φάρμας) οικειοποιείται σταδιακά τα σχέδια του χιονάτου για τον ανεμόμυλο και παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον πραγματικό εμπνευστή της αρχικής ιδέας. Παράλληλα υποτιμά τεχνηέντως τη συμμετοχή του χιονάτου στα γεγονότα της επανάστασης και την υπεράσπισή της, και με το πέρασμα του χρόνου, όσο ξεθωριάζει η μνήμη, διασπείρει φήμες για τη συνεργασία του με τις όμορες, εχθρικές φάρμες των ανθρώπων, πείθοντας τα ζώα να φορτώνουν κάθε πιθανή αποτυχία στη δουλειά τους, σε δικό του σαμποτάζ και τους κρυφούς συνεργάτες τους στο εσωτερικό της φάρμας, η αναζήτηση των οποίων καταλήγει σε κυνήγι μαγισσών και μαζικές εκκαθαρίσεις.

Η καθημερινότητα των ζώων επιδεινώνεται και γίνεται ιδιαίτερα σκληρή, αλλά οι επίσημες στατιστικές αποδεικνύουν την ευημερία τους, ενώ το ακλόνητο επιχείρημα που κόβει κάθε περαιτέρω προβληματισμό και συζήτηση είναι πως κανείς ασφαλώς δε θα προτιμούσε μια επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς της ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Η ηγετική κλίκα των γουρουνιών γύρω από το ναπολέοντα όμως, αυξάνει προοδευτικά τα προνόμιά της, καταστρατηγεί κάθε ρητή απαγόρευση-θέση του ανιμαλισμού (πχ για τις εμπορικές σχέσεις με τους ανθρώπους) κι αναπροσαρμόζει ευέλικτα τους κανόνες στις καινούριες της συνήθειες, εκμεταλλευόμενη και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των περισσότερων ζώων, που έχουν αδύνατη μνήμη και δεν ξέρουν καλά-καλά να διαβάζουν.


Στο ενδιάμεσο ο όργουελ παρουσιάζει την ανίερη συμμαχία με μια γειτονική φάρμα, που τελικά δεν τηρείται από την πλευρά των ανθρώπων (σύμφωνο μολότοφ-ρίμπεντροπ), τις δίκες της φάρμας (κατ’ αναλογία αυτών της μόσχας) με την εκκαθάριση άλλων διαφωνούντων κάπρων, την «απονέκρωση» των συνελεύσεων και των σοβιέτ, την αντικατάσταση του ύμνου των ζώων της αγγλίας (δηλ της διεθνούς) από τον εθνικό ύμνο της φάρμας (εσσδ), την αναβίωση της παλιάς ονομασίας της φάρμας (ρωσία αντί για σοβιετική ένωση), τον μωυσή, το μαύρο κοράκι (με νύχια γαμψά), που συμβολίζει το ιερατείο, μιλώντας για τον παράδεισο του ζαχαρόβουνου και επιστρέφει στη φάρμα, ενώ είχε φύγει μετά τη νίκη της επανάστασης, τη λογική «σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν», όπως στην περίπτωση του μπόξερ, που ήταν το πιο δυνατό κι εργατικό ζώο της φάρμας κι είχε ως σύνθημα ζωής τη φράση «θα δουλέψω πιο σκληρά» και συμπληρωματικά «ο ναπολέων έχει πάντα δίκιο».

Στο τέλος, τα γουρούνια έχουν εξανθρωπιστεί (αστικοποιηθεί) πλήρως, υιοθετώντας όλες τις παλιές, ανθρώπινες συνήθειες (μέχρι και να περπατάν στα δύο πόδια). Κι όταν υποδέχονται τους ανθρώπους της σύμμαχης φάρμας στον πόλεμο (τον οποίο ο όργουελ δεν περιγράφει με νότες συγκρατημένου έστω ηρωισμού, αλλά φροντίζει να αναπαραγάγει ακόμα και τη φήμη για το μέθυσο κι απαισιόδοξο στάλιν), οι τελευταίοι θαυμάζουν το κάτεργο και την υποδειγματική εκμετάλλευση των ζώων της, ενώ τα γουρούνια αποκτούν ανθρώπινα προγούλια και γίνονται πανομοιότυπα με τους ανθρώπους-εκμεταλλευτές. Μια αριστοτεχνική αντιστροφή του όργουελ, που χρησιμοποιεί τη δύναμη της εικόνας για να αποδείξει πως η σοβιετική ηγεσία έχει εξομοιωθεί στην πραγματικότητα με τα καπιταλιστικά γουρούνια. Αλλά δε φαίνεται να μισεί τόσο έντονα τους τελευταίους, όταν αφήνει πχ να εννοηθεί πως αν ο τζόουνς ήταν πιο προσεκτικός και τάιζε τακτικά τα ζώα του, αυτά μπορεί να μην αγανακτούσαν, φτάνοντας στην εξέγερση εναντίον του.


Παραλείψαμε αναγκαστικά (γιατί δε γίνεται να χωρέσουν όλα) μια σειρά ακόμα έξυπνους παραλληλισμούς. Πχ για τα αστικά κατάλοιπα της μόλυ, της φοράδας, που αναρωτιέται αν θα έχουν ζαχαρίτσα στην επανάσταση και λιποτακτεί τελικά στους ανθρώπους, που την εξαγοράζουν εύκολα με μερικές ζαχαρίτσες και λίγες όμορφες χρωματιστές κορδέλες. Και για την ενδιάμεση θέση των πτηνών (μικροαστών, αγροτών) σαν τις κότες, που ναι μεν έχουν δύο πόδια (ενώ ο αρχικός κανόνας λέει: τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό), αλλά το αντικειμενικό τους συμφέρον είναι μαζί με τα ζώα, γιατί δεν έχουν χέρια. Ή ακόμα για το σήμα της οπλής με το κέρατο (που αντικαθιστά το σφυροδρέπανο), την ψηφοφορία για τα ποντίκια και τον προβληματισμό «όποιος δε δουλεύει, δεν τρώει», την πλήρη επικράτηση της δημοκρατίας των ζώων, που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε μία μόνο φάρμα, και μια σειρά άλλα.

Πολλοί ισχυρίζονται πάντως πως η ανάγνωση των έργων του όργουελ έχει αυτοτελή αξία και τρόπο ανάγνωσης-νόημα, ανεξάρτητα από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο γράφτηκαν ή στο οποίο αναφέρονται, πχ ως διαχρονική καταγγελία των απανταχού ανελεύθερων καθεστώτων. Το πιστεύουν αυτό, πιθανότατα σε αντίθεση και με τον ίδιο τον όργουελ, που δεν πασχίζει ιδιαίτερα να κρυπτογραφήσει τα σημαινόμενα των αλληγοριών του –απεναντίας. Στο 1984 πω, ο εχθρός του μουστακαλή (κοίτα να δεις σύμπτωση) μεγάλου αδελφού, που εξαφανίζεται από φωτογραφίες, αρχεία κι ιστορικά ντοκουμέντα, λέγεται γκολντστάιν, αν θυμάμαι καλά, για να κάνει ρίμα με το επίθετο του λέοντα νταβίντοβιτς μπρονστάιν, γνωστού και με το ψευδώνυμο τρότσκι.

Εάν παρόλα αυτά μπορεί κανείς να δει τη φάρμα των ζώων ως μία έξυπνη προειδοποίηση για τον κίνδυνο εκφυλισμού και της ακύρωσης που διατρέχει μια επανάσταση, το απαισιόδοξο μήνυμα που αφήνει στο επόμενο έργο του, το 1984, ότι δηλ κάθε έντιμος αγωνιστής είναι αδύναμος κι ανυπεράσπιστος απέναντι στην εξουσία κι αργή ή γρήγορα προδίδει τα ιδανικά του και τους συντρόφους του, για να στραφεί στη λογική «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και να γλιτώσει τουλάχιστον τον εαυτό του, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για παρερμηνείες.

Κι εδώ –όπως και πριν δηλ- αναρωτιέται κανείς αν μιλάει η απογοήτευση ενός παλιού αγωνιστή –που πολέμησε εθελοντικά και με τους δημοκρατικούς στον ισπανικό εμφύλιο- ή η πένα ενός έμμισθου πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών της χώρας του, όπως αποδείχτηκε μετά το θάνατό του.


Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Σε μία μόνο χώρα

Αυτή η γνωστή ιστορία των αστικών κομμάτων εξουσίας, που όταν βρίσκονται στην κυβέρνηση «κλέβουν» το πρόγραμμα του αντιπάλου τους, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουν ουσιαστικές διαφορές -και η σοσιαλδημοκρατία ειδικά δεν έχει καν λόγο διακριτής ύπαρξης στην παρούσα φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού- έχει θεωρητικά το αντίστοιχό της στο κομμουνιστικό κίνημα, κατά μία έννοια και κατά μία πολύ συγκεκριμένη κι αμφίβολη εκδοχή: αυτή του τροτσκιστικού ρεύματος. Λεν δηλ οι τροτσκιστές πως οι θέσεις του απρίλη που καθόρισαν τη στρατηγική των μπολσεβίκων το 17’, αναιρούσαν την προηγούμενη λενινιστική φόρμουλα της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» -που δεν ταυτιζόταν με τη δικτατορία του προλεταριάτου (δτπ) και τη σοσιαλιστική επανάσταση- και δικαίωναν αναδρομικά την εκτίμηση του τρότσκι και τη θεωρία της διαρκούς επανάστασης. Η οποία ξεκινούσε ως αστική, αλλά η δυναμική της βάθαινε προοδευτικά κι εξελισσόταν σε σοσιαλιστική, ενώ ολοκληρωνόταν μόνο σε διεθνές-παγκόσμιο επίπεδο κι όχι στην κλίμακα μιας χώρας –και μάλιστα τόσο οικονομικά καθυστερημένης, όσο η μισοφεουδαρχική ρωσία της εποχής του τσάρου.

Το ζήτημα αυτό επανήλθε στο επίκεντρο της συζήτησης και της θεωρητικής διαπάλης σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, που οι μπολσεβίκοι έψαχναν με ποιον τρόπο θα προχωρήσουν μετά την ήττα του επαναστατικού κύματος και τη σχετική-μερική σταθεροποίηση του καπιταλισμού στην υπόλοιπη ευρώπη. Και ο σφος με το μουστάκι έριξε το σύνθημα του «σοσιαλισμού σε μία χώρα», όπου οι τροτσκιστές κόλλησαν έντεχνα το επίρρημα «μόνο», για να καταδείξουν τη διαφωνία τους και το παράλογο τάχα της πρότασης. Κι εδώ αρχίζει ένα άλλο παράδοξο, που αφορά αποκλειστικά τις δικές τους θέσεις.

Αφενός γιατί, ενώ θεωρούσαν το σύνθημα αυτό προδοτικό προς την ουσία του μαρξισμού και μενσεβίκικο (θα δούμε παρακάτω γιατί), παρηγορούσαν τον εαυτό τους πως η σοβιετική ηγεσία αντέγραφε πολλές θέσεις τους κι επηρεαζόταν από το δικό τους πρόγραμμα –το οποίο δε θεωρούσαν πάντως προδοτικό και μενσεβίκικο. Η ιδέα αυτή αποτυπώνεται πχ στην οργουελική αλληγορία της φάρμας των ζώων (δηλ της σοβιετικής ένωσης) όπου το γουρουνάκι χιονάτος (στάλιν) καρπώνεται όλη τη δόξα για τα σχέδια ενός ανεμόμυλου, αν θυμάμαι καλά (δηλ της εκβιομηχάνισης ή/και της κολεκτιβοποίησης), μολονότι η αρχική ιδέα ανήκε σε άλλο γουρουνάκι, το (ναπο)λέοντα, που όμως εκδιώχτηκε από τη φάρμα.

{Δε θα μας απασχολήσει διεξοδικά εδώ το ζήτημα, ούτε ο αντίστοιχος ισχυρισμός για τις θέσεις του απρίλη, που χρήζει ωστόσο απάντησης. Μπορούμε καταρχάς να περιοριστούμε σε ένα αρκετά γνωστό αφορισμό, που απαντά συνοπτικά στις τροτσκιστικές δοξασίες –αν υποτεθεί πως έχουν κάποια βάση οι προγραμματικές ομοιότητες που επισημαίνουν. Αν λοιπόν, υποθετικά, είχε επικρατήσει η τροτσκιστική λογική, αντί της πολιτικής του στάλιν (που δεν αντιστοιχεί σε πάντως κάποιο είδος –ισμού), είναι σχεδόν βέβαιο πως η επανάσταση θα περνούσε από τις ίδιες στενωπούς (άνοδος του φασισμού, ιμπεριαλιστική περικύκλωση, περικύκλωση των πόλεων από την ύπαιθρο και την αγροτική καθυστέρηση) και θ’ αναγκαζόταν πιθανότατα να χρησιμοποιήσει παρόμοιες μεθόδους (εκκαθαρίσεις, βίαια κολεκτιβοποίησης, τακτικά πειράματα και παλινδρομήσεις της κομιντέρν) χωρίς να είναι όμως καθόλου βέβαιο ότι θα πετύχαινε τα ίδια σπουδαία αποτελέσματα. Με δυο λόγια δηλ θα είχαμε όλα τα «κακά», δυσάρεστα επεισόδια αυτής της διαδρομής, χωρίς να έχουμε απαραίτητα τα θετικά επακόλουθα και τους καρπούς που έδωσαν. Κλείνει η παρένθεση}.

Αφετέρου γιατί η ρωσία δεν ήταν μια οποιαδήποτε χώρα, αλλά ένα αχανές κράτος που καταλάμβανε το 1/6 του κόσμου, έχοντας πλούσιες πρώτες ύλες και τρομερές παραγωγικές δυνατότητες, που τις ξεδίπλωσε πλήρως μεταπολεμικά, χάρη και στη στρατηγική των μπολσεβίκων στα χρόνια που ήταν επικεφαλής ο σφος με το μουστάκι. Στην πραγματικότητα, η δυσπιστία των τροτσκιστών για τη δυνατότητα υλοποίησης του συνθήματος, τους έφερνε από άλλο δρόμο πολύ κοντά στην αντίστοιχη λογική και στάση των μενσεβίκων, που θεωρούσαν πως η ρωσία ήταν ανέτοιμη για προλεταριακή επανάσταση και το σοσιαλισμό (κι ας κατηγορούσαν οι τροτσκιστές το στάλιν για σύγκλιση με το μενσεβικισμό και το σοσιαλσωβινισμό τους, επειδή περιόριζε την επανάσταση σε εθνική κλίμακα και δε βασιζόταν στην προοπτική εκδήλωσης της παγκόσμιας επανάστασης).
Όταν όμως αυτή η κριτική αφορά τη ρωσία κι όχι μια οποιαδήποτε χώρα, μπορούμε να θυμηθούμε την πετυχημένη σχετική ειρωνεία του λαϊκού στρώματος (που κοροϊδεύει όλη την κοινωνία, με τη μούφα επανεκκίνηση του μπλοκ του, και μαζί με αυτήν και τους τροτσκιστές) και τη ρελάνς του από (κάτω κι) αριστερά με το σύνθημα: δε γίνεται σοσιαλισμός σε ένα μόνο σύμπαν…

Η θεωρία του σοσιαλισμού σε μια χώρα βασίζεται στην ανάλυση του λένιν για την ανισόμετρη ανάπτυξη του καπιταλισμού και το σπάσιμο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας στον πιο αδύναμο κρίκο της. Ο σοσιαλισμός μπορεί δηλ να νικήσει αρχικά σε μια χώρα ή σε μια ομάδα χωρών.
Οι τροτσκιστές αποδέχονται αυτό το σημείο της ανάλυσης, αλλά διαχωρίζουν την αρχική από την τελική νίκη του σοσιαλισμού. Η σοσιαλιστική επανάσταση δηλ μπορεί να νικήσει αρχικά σε κάποιες χώρες, αλλά ολοκληρώνεται μόνο σε παγκόσμιο, διεθνές επίπεδο.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ο κομμουνισμός μπορεί να νικήσει μόνο σε παγκόσμια κλίμακα, κάτι που είναι απόλυτα σωστό αλλά αποτελεί μια ελάχιστα χρήσιμη κοινοτοπία (παρά μια μεταγενέστερη ατυχή αναφορά του στάλιν σε κομμουνιστικό κράτος, που θα δούμε και παρακάτω). Η τελική νίκη του σοσιαλισμού, δηλ ο κομμουνισμός, μπορεί να επιτευχθεί μόνο σε βάθος χρόνου, μετά από την επικράτηση της επανάστασης στις πιο σημαντικές κι ανεπτυγμένες χώρες του δυτικό κόσμου και με την εξάλειψη των τάξεων. Το θέμα όμως είναι τι ορίζουμε και τι εννοούμε ως νίκη του σοσιαλισμού.

Ο στάλιν είχε μιλήσει σωστά το 30’ για νίκη του σοσιαλισμού και κατάργηση της βάσης των ταξικών διαφορών μετά την ολοκλήρωση της κολεκτιβοποίησης, το πέρασμα της γης στους συνεταιρισμούς και την ουσιαστική εξάλειψη της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής. Η νίκη αυτή δεν ήταν οριστική, όπως αποδείχτηκε μελλοντικά με την παλινόρθωση, σηματοδοτούσε όμως την επικράτηση ανώριμων κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και τη βάση για την οικοδόμηση της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Όπως λεγόταν εκείνη την εποχή, θα ήταν παράλογο να μη θέσουμε τα θεμέλια ενός σπιτιού, επειδή δε θα μπορούσαμε ακόμα να εξασφαλίσουμε την τοποθέτηση της στέγης.
Ο στάλιν ωστόσο είχε εκτιμήσει λανθασμένα ότι οι ταξικές αντιθέσεις μπορεί να λυθούν σε τέτοιο βαθμό στο εσωτερικό της σοβιετικής κοινωνίας, ώστε να συνεχίσει να υφίσταται το κράτος μόνο για την προστασία από τον κίνδυνο της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης, ενώ οι υπόλοιπες λειτουργίες του θα είχαν καταστεί περιττές και θα καταργούνταν.

Πέρα από το επίπεδο της θεωρητικής-ιδεολογικής διαπάλης, η επικράτηση του στάλιν και η συντριπτική πλειοψηφία που κέρδισε η πρότασή του μες στο κόμμα των μπολσεβίκων εξηγείται κι από έναν ακόμα λόγο: από την πρακτική διέξοδο, την προοπτική που έδινε στη σοβιετική ρωσία, σε μια περίοδο που οι επαναστατικές εξεγέρσεις στην υπόλοιπη ευρώπη είχαν ηττηθεί και φαινόταν να περνάμε σε μια περίοδο σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού, που δε θα κρατούσε πολύ μεν, αλλά θα άφηνε τους μπολσεβίκους χωρίς διεθνή στηρίγματα. Καμία άλλη πρόταση δεν ήταν ικανή να βγάλει την χώρα των σοβιέτ από το φαινομενικό αδιέξοδο της παθητικής αναμονής των επόμενων αδύναμων κρίκων, που θα έσπαγαν από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, δίνοντας ώθηση στη δική τους επανάσταση, να της δώσει όραμα κι έμπνευση, για να προχωρήσει.

Υπάρχει τέλος μια κατηγορία που βασίζει τη διαφωνία της με το σύνθημα όχι σε μια γενική εναντίωση στο σοβιετικό εγχείρημα, αλλά στην άποψη πως δεν ήταν σοσιαλιστικό, δεν υπήρχε ούτε αρχική, ούτε (πόσο μάλλον) τελική νίκη του σοσιαλισμού. Χαρακτηριστική αυτής της αντίληψης είναι η ανάλυση της κοα ανασύνταξη του μπατίκα, που θεωρεί το σοσιαλισμό διαφορετικό στάδιο που ακολουθεί (και δεν ταυτίζεται με) τη δικτατορία του προλεταριάτου. Και δεν τον περιγράφει ακριβώς ως ανώριμο κομμουνισμό, αλλά ως ένα είδος μικρού κομμουνισμού, με χαρακτηριστικά που αντιστοιχούν σε μια αρκετά ώριμη φάση του και δύσκολα διακρίνει κανείς τις διαφορές τους με τα γνωρίσματα της κομμουνιστικής φάσης.

Οι τροτσκιστές έχοντας λίγο διαφορετικό σκεπτικό, θεωρούσαν πως ο σοσιαλισμός αντιστοιχεί σε έναν ανώτερο τρόπο παραγωγής (τον κομμουνιστικό, γιατί δεν μπορούμε να μιλάμε για σοσιαλιστικό τρόπο παραγωγής, τρόπο συνάρθρωσης δηλ των παραγωγικών δυνάμεων με τις παραγωγικές σχέσεις κι έφερναν ως αντεπιχείρημα (στη σοσιαλιστική φύση της σοβιετίας) τους υψηλότερους ποσοτικούς δείκτες των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών οικονομιών, που αποδείκνυαν την ανωτερότητά τους από τους αντίστοιχους δείκτες της σοβιετικής οικονομίας. Όπως γνωρίζουμε η εικόνα αυτή ανατράπηκε ριζικά τα επόμενα χρόνια, επιτρέποντας στην εσσδ να γίνει η πιο σημαντική βιομηχανική δύναμη στην ευρώπη, κατακτώντας ακόμα και σε παγκόσμιο επίπεδο την κορυφή σε αρκετούς τομείς.

Ανοίγει όμως μια μεγάλη συζήτηση για τα κριτήρια αυτής της σύγκρισης. Με ποιο σκεπτικό δε θεωρείται ανώτερος ένας τρόπος παραγωγής που έμεινε ανεπηρέαστος από το παγκόσμιο οικονομικό κραχ του 29’ και κατάφερε να εξαλείψει οριστικά την ανεργία ήδη από το 1930; Σε μια παλιότερη ανάρτηση είχαμε θίξει και το ζήτημα κατά πόσο πρέπει (και σε ποιο βαθμό είναι εκ των πραγμάτων υποχρεωμένο, ανεξάρτητα δηλ από τις προθέσεις του) το σοσιαλιστικό στρατόπεδο να ανταγωνίζεται τον καπιταλισμό, τρέχοντας προς την ίδια κατεύθυνση. Δεν είναι όμως της παρούσας να το αναπτύξουμε περισσότερο εδώ.


Μένει να δούμε συνοπτικά πώς τίθεται το ζήτημα του σοσιαλισμού σε μια χώρα στα σύγχρονα δεδομένα της σημερινής εποχής. Αλλά αυτό θα είναι αντικείμενο μιας επόμενης ανάρτησης.

Δευτέρα 23 Ιουνίου 2014

Θεωρητική ανατομία του αριστερισμού

Εν αρχή ην το άτομο. Κι αμέσως μετά άρχισε να διασπάται και να πολλαπλασιάζεται σαν αμοιβάδα. Έτσι περίπου έγινε και με τον χώρο του εξωκοινοβουλίου, με τη διαφορά ότι η κοινή, αρχική μήτρα όλων των οργανώσεων ήταν το κόμμα κι οι κατά καιρούς διάφορες ιστορικές διασπάσεις του. Για να αποκρυπτογραφήσει κανείς λοιπόν το γενετικό υλικό αυτού του χώρου, πρέπει να μελετήσει αυτές τις διασπάσεις και τον χαρακτήρα τους. Κι αν από αυτές προκύπτουν κοινές πολιτικές ρίζες, πρόγονοι κι αναφορές με το κόμμα, υπάρχει και το αντεπιχείρημα πως το dna του ανθρώπου και του χιμπατζή είναι ίδια κατά 99%, αλλά είναι το υπόλοιπο 1% που κάνει τη διαφορά. Και αυτό εξηγεί την επιμονή κάθε οργάνωσης σε θέσεις πολιτικής καθαρότητας απέναντι στα άλλα ανθρωποειδή και τις μαϊμούδες απομιμήσεις της κομμουνιστικής φυσιογνωμίας (όπως την αντιλαμβάνεται ο καθένας τουλάχιστον).

Ο πρώτος βασικός διαχωρισμός στις γραμμές του κομμουνιστικού κινήματος, που καθορίζει και τη φυσιογνωμία του σύγχρονου εξωκοινοβουλευτικού χώρου, έρχεται με την εμφάνιση του τροτσκισμού στο μεσοπόλεμο. Η πρωτότυπη ιδιαιτερότητα αυτού του ρεύματος είναι ότι δέχεται να προσδιορίζεται από το όνομα και τις ιδέες του αρχηγού του, σε αντίθεση με το «αντίπαλο δέος» των (κατ’ αυτούς) σταλινικών, που είτε θεωρούν αντιεπιστημονικό τον όρο, είτε προσδιορίζονται με άλλο τρόπο, πχ μαρξιστές-λενινιστές και με έμφαση στην παύλα που τα συνδέει· και η οποία συνεχιζόταν κάποτε και με άλλες παυλίτσες (-σταλινικοί-ζαχαριαδικοί), αλλά αυτό προσδιόριζε στο σύνολό τους τους κομμουνιστές κι όχι κάποιο ιδιαίτερο ρεύμα.

Κι η βασική ιδιαιτερότητα του ελληνικού τροτσκισμού είναι πως δεν προέκυψε από κάποιες μαζικές «σταλινικές εκκαθαρίσεις» στο κόμμα, αλλά μάλλον από άτομα και ομάδες που συνάντησαν στην πορεία τον τροτσκισμό, δίνοντας θεωρητικό υπόβαθρο στις διαφωνίες και την αποχώρησή τους. Παρομοίως και ο μ-λ χώρος δεν προέκυψε από κάποια μαζική διάσπαση του κόμματος, αλλά ως παρακλάδι κάποιων διαγραμμένων ζαχαριαδικών της τασκένδης (χωρίς όμως τη σύμφωνη γνώμη του ίδιου του ζαχαριάδη).

Όσοι θεωρούν ξεπερασμένη κι αναχρονιστική τη διαπάλη και τη θεωρητική διαπάλη που ξεδιπλώθηκε πάνω σε ζητήματα επαναστατικής τακτικής και στρατηγικής στον καπιταλιστικό κόσμο και σοσιαλιστικής οικοδόμησης, είναι καταδικασμένοι να σκοντάψουν στους ίδιους ακριβώς κόμβους : μέτωπα, συμμαχίες, χαρακτήρας της επανάστασης, κτλ. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει εν μέρει και σήμερα, όπου μπορεί να μην μπαίνουν μπροστά μας καθήκοντα και θεωρητικά προβλήματα για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία ή περισσότερες χώρες, αλλά οι πολιτικές αναλύσεις του χώρου δανείζονται αρκετά στοιχεία από αυτά τα ρεύματα και τη μεταξύ τους διαμάχη. Γράφω για ρεύματα κι όχι για τους «ιδρυτές» τους ή τις ηγετικές φυσιογνωμίες στις οποίες αναφέρονται, γιατί είναι ζήτημα αν οι διάφοροι «επίγονοι» εκφράζουν πιστά κι ενιαία το πνεύμα τους και κατά πόσο μπορούν να συγκριθούν μαζί τους, λειτουργώντας σε τελείως διαφορετικό ιστορικό πλαίσιο.

Σε κάθε περίπτωση, ο πολιτικός λόγος της ποικιλώνυμης αριστεράς (ριζοσπαστικής, επαναστατικής ή του γλυκού νερού) έχει σήμερα σαφείς επιρροές από το μεταβατικό πρόγραμμα της τέταρτης διεθνούς και των τροτσκιστών, διατυπώνει στόχους γύρω από το νόμισμα και το χρέος, δανείζεται αυτούσια αιτήματα από το αρχικό πρόγραμμα του 36’, όπως την κρατικοποίηση των τραπεζών, και διαμορφώνει ένα μεταβατικό πρόγραμμα εξόδου από την κρίση, με θεωρητικό στόχο να γεφυρώσει το ζοφερό παρόν, όπου δεν υπάρχει επαναστατική κατάσταση με τη μελλοντική προοπτική ενός ριζικού επαναστατικού μετασχηματισμού. Στη.. μεταβατικότητα αυτή μάλιστα διακρίνονται διάφορες διαβαθμίσεις και ταχύτητες με τους μεταβατικούς στόχους ενός τμήματος της ανταρσύα πχ να θεωρούνται από άλλα μαξιμαλιστικοί ή σεχταριστικοί, γιατί στενεύουν το πλαίσιο της μετωπικής συμφωνίας· σε διάκριση με το μεταβατικό ρεφορμισμό του σύριζα, που ζητάει ένα εύλογο μεταβατικό διάστημα, προκειμένου να προωθήσει πιο ενεργά αυτή τη μετάβαση (σε ένα αδιόρατο κι ασαφές μεταμνημονιακό τοπίο). Της μετάβασης το κιγκλίδωμα..

Τα παραπάνω θυμίζουν κάπως και το σχήμα της διαρκούς επανάστασης (που έλκει την καταγωγή του από τους κλασικούς, αλλά επανανοηματοδοτήθηκε από τον τρότσκι) που ξεκινούσε ως αστική αλλά εξελισσόταν συνεχώς και βάθαινε στην πορεία τον χαρακτήρα της. Σήμερα βέβαια μπορεί να μην μπαίνει ως καθήκον μπροστά μας ο αστικοδημοκρατικός εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, μέσω μιας αστικής αρχικά (στη μορφή και το περιεχόμενο) επανάστασης που θα μετεξελιχθεί στη συνέχεια, αλλά το σχήμα αναπροσαρμόζεται και κινείται από μια μη επαναστατική μορφή και κατάσταση (πχ αντικαπιταλιστική ανατροπή) σε μια επαναστατική κίνηση-εκδήλωση, μέσω συνεχών τομών και ρήξεων, σε ένα ιδιότυπο στιλ «διαρκούς μη επανάστασης με επαναστατικά χαρακτηριστικά».

Η τροτσκιστική ηγεμονία στο πρακτικό κομμάτι συμπληρώνεται διαλεκτικά (;) από τη θεωρητική ανάλυση για τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που προσεγγίζει τον πολιτικό λόγο του μ-λ ρεύματος για τον υποτελή κι εξαρτημένο ελληνικό καπιταλισμό –λογική που διατρέχει κι ένα κομμάτι του αριστερού κυβερνητισμού του σύριζα. Μπορεί οι διατυπώσεις στις προγραμματικές επεξεργασίες και τα επίσημα ντοκουμέντα να μην αλλάζουν ουσιαστικά, παράλληλα όμως η εκτίμηση για την υποβάθμιση της διεθνούς θέσης του ελληνικού καπιταλισμού συνοδεύεται με θέσεις περί κατοχής, υποτελών κυβερνήσεων, χούντας του δντ και της τρόικας, νέα μορφή εκδήλωσης του εθνικού ζητήματος, διάκριση «μητρόπολης-περιφέρειας» στην εε, κτλ.

Η κάθε θεωρητική ανάλυση βέβαια υπαγορεύει συγκεκριμένα πρακτικά καθήκοντα (με αντι-ιμπεριαλιστικό ή αντικαπιταλιστικό πρόσημο). Το πιο σημαντικό λοιπόν σε αυτή την εκρηκτική μίξη είναι το σπάσιμο αυτής της λογικής αλληλουχίας και το επιλεκτικό πάντρεμα των πιο ετερόκλητων στοιχείων από το θεωρητικό μπουφέ των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων, που μόνο στη διαλεκτική τους υπέρβαση δεν οδηγεί. Χαρακτηριστική αυτής της ιδεολογικής σύγχυσης είναι και η πολεμική που ασκείται ενάντια στο κκε, πότε για επιστροφή στο σταλινισμό –sic- και την τρίτη περίοδο του σοσιαλφασισμού και πότε για τροτσκιστική παρέκκλιση, επειδή βλέπει κριτικά την ιστορική πείρα των λαϊκών μετώπων.


Μένει βέβαια να δούμε αν οι πολιτικές διαφορές αυτών των ρευμάτων, μπορούν να θεωρηθούν όντως ξεπερασμένες ή αν έχουν να προσφέρουν κάτι στη σημερινή συγκυρία, έξω από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώθηκαν, καθώς και να απαντήσουμε στο «προβοκατόρικο» ερώτημα αν υπάρχουν στρατηγικές ομοιότητες μεταξύ του μεταβατικού προγράμματος και της τακτικής των λαϊκών μετώπων, με το λαοκρατικό στάδιο που φαίνεται να εισχώρησε σε ορισμένες περιπτώσεις κατά την εφαρμογή της. Όπως επίσης να δούμε την επίδραση που άσκησε περισσότερο στο εποικοδόμημα και την κουλτούρα του εξωκοινοβουλίου ο μάης του 68’, η νέα αριστερά και η διάσπαση του ευρωκομμουνιστικού ρεύματος. Όλα αυτά όμως θα ήταν αντικείμενα προσεχών αναρτήσεων.

Σάββατο 19 Ιανουαρίου 2013

Τροτσκόμετρο

Μετά την επιτυχία και την παλλαϊκή αποδοχή της οποίας έτυχε το αριστερόμετρο του φιλολαϊκού, και δεδομένου ότι το λαϊκό στρώμα κοροϊδεύει την κοινωνία και πολύ δύσκολα θα νικήσει τη βαρεμάρα του για να γράψει κάτι μες στο 13... η κε του μπλοκ αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας ένα ακόμα δύσκολο και πολυσύνθετο καθήκουν, γύρω από ένα θέμα που φοριέται πολύ το τελευταίο διάστημα: τον τρότσκι, τους τροτσκιστές, την τροτσκιστική στροφή όλου του πολιτικού φάσματος της ευρύτερης (με την πολύ ευρεία έννοια) αριστεράς και την τροτσκιστική ιδεολογική (σχεδόν) ηγεμονία μες στο κίνημα.



Ποιος είναι όμως ο πιο τροτσκιστής απ’ όλους; Και τι θα έβγαινε αν βάζαμε κάτω τους τροτσκισμούς μας και τους μετρούσαμε; Με αυτό το πρόβλημα έρχεται να καταπιαστεί η κε του μπλοκ και να συμβάλει το δικό της λιθαράκι στην κατεύθυνση της επίλυσής του.

Εν αρχή λοιπόν η μέθοδος. Μπορεί η διαλεκτική να μην χωράει σε γραμμικά σχήματα ή σε έναν πίνακα συντεταγμένων, αλλά εμείς χρειαζόμαστε μια απλή γραφική παράσταση για να εκφράσουμε την πολιτική αλληλουχία και θα φροντίσουμε να εντάξουμε στη συνέχεια τη διαλεκτική στο σκεπτικό μας. Η αρχική σκέψη ήταν να οριστούν δύο κάθετοι άξονες, πχ τροτσκιστική πρακτική και τροτσκιστική ιδεολογία, κι η ένδειξη στο τροτσκόμετρο να προκύπτει από το γινόμενο των δυο συντεταγμένων ώστε να έχουμε άμεσα συγκρίσιμα αποτελέσματα.

Αυτός ο τύπος διαγραμμάτων άλλωστε ήταν πολύ δημοφιλής προεκλογικά, βοηθώντας πχ διάφορους αναποφάσιστους να ψηφίσουν σύριζα –ενώ για να βγει η ψήφος σου στο κουκουέ, έπρεπε να ‘σαι και λίγο φασιστάκος, οπαδός του ολοκληρωτισμού, και πολιτικός γείτονας της χρυσής αυγής –καθώς στο μυαλό του μέσου αστού πολιτικού «επιστήμονα» όσοι παλεύουν για τη δικτατορία του προλεταριάτου είναι στην ίδια μπάντα με τους νοσταλγούς της επταετίας, και τους άλλους εχθρούς του αστικού κοινοβουλευτισμού.

Παρόλα αυτά η κε του μπλοκ προτίμησε την εύκολη λύση ενός απλού γραμμικού σχήματος, για να καταδείξει μεταξύ άλλων τον αντιδιαλεκτικό, χαβαλέ χαρακτήρα του όλου εγχειρήματος.
(Εξάλλου είναι εντελώς αμφίβολο αν αυτές οι έννοιες και οι –ισμοί μπορούν να εγείρουν σοβαρά κάποια επιστημονική αξίωση. Σε τι συνίσταται πχ συνολικά ο τροτσκισμός ως ολοκληρωμένη ιδεολογία; Αρκούν δυο ιδέες (παγκόσμια και διαρκής επανάσταση) οι οποίες δεν είναι καν πρωτότυπες ακριβώς, για να γίνει λόγος για ένα διακριτό φιλοσοφικό σύστημα –δηλ για έναν –ισμό; Αλλά αυτό παρενθετικά και μόνο).

Χρειαζόμαστε λοιπόν δυο άκρα για να ορίσουμε τον άξονά μας και να τοποθετήσουμε τα πολιτικά μας μεγέθη και την τιμή κάθε τίμιου τροτσκιστή –και μη. Η προφανής επιλογή θα ήταν να βάζαμε στο ένα άκρο το λέοντα και στο αντίθετό του το σύντροφο με το μουστάκι ή το ραμόν μερκαντέρ, σημειώνοντας όλες τις ενδιάμεσες πολιτικές αποχρώσεις του κόκκινου στο σύγχρονο πολιτικό φάσμα. Ωστόσο η λύση αυτή απορρίφθηκε για λόγους που θα εξηγηθούν παρακάτω.

Αντ’ αυτού η κε του μπλοκ προτίμησε ένα πιο δυναμικό μοντέλο, τοποθεώντας στο ένα άκρο του άξονα τον τρότσκι και στο αντίθετό του τους επιγόνους του τροτσκιστές και τα διάφορα παρακλάδια τους με τις ποικιλώνυμες πολιτικές διαδρομές και τον κοινό παρονομαστή της (σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό) απομάκρυνσης από το δάσκαλό τους.
Μια ομάδα αμερικανών τροτσκιστών πχ είχε συγκρουστεί με την τέταρτη διεθνή και τον τρότσκι, όσο  αυτός ήταν ακόμα εν ζωή, γιατί ήθελαν μια ανοιχτή πολεμική ενάντια στην εσσδ και τον κοινωνικό της χαρακτήρα (που σύμφωνα με τον τρότσκι παρέμενε σοσιαλιστικός, παρά τον γραφειοκρατικό εκφυλισμό του εργατικού κράτους). Κάποιοι εξ αυτών, όπως ο μπάρναμ (συγγραφέας του βιβλίου «η επανάσταση των διευθυντών», όπου ανέλυε το νέο στάδιο προς το οποίο συνέκλιναν τα δυο κοινωνικά συστήματα, με νέα άρχουσα τάξη τους διευθυντές –κι όχι τους ιδιοκτήτες- των επιχειρήσεων) εγκατέλειψαν πλήρως τον μαρξισμό (εκτός από τις ιδέες του τρότσκι), περνώντας ανοιχτά στην αντίπερα όχθη. Κι απέδειξαν έτσι πόσο μεγάλη είναι η απορροφητική δύναμη του καπιταλισμού, που ενσωμάτωσε πολύ εύκολα –όχι απλά τους αποστάτες του τροτσκισμού, αλλά- όλα εκείνα τα μαρξίζοντα ρεύματα και τις αναλύσεις τους για τη μετα-βιομηχανική, μετα-καπιταλιστική κοινωνία (της γνώσης, της πληροφορίας, κτλ) που προέβλεπαν το τέλος αυτού ακριβώς του συστήματος που τις απορρόφησε.

Ένα άλλο ρεύμα διαφωνώντας στο ίδιο θέμα (για την κοινωνική φύση της σοβιετίας) ασπάστηκε τη θεωρία του τόνι κλιφ περί κρατικού καπιταλισμού (που υποτίθεται ότι πραγματοποιούσε την υπεραξία στο στρατιωτικό τομέα κι εκτός των συνόρων της). Πρόκειται για εκείνο το διεθνές ρεύμα στο οποίο ανήκουν το σεκ κι η δεα που προέκυψε από τη διάσπαση του τελευταίου.
Τα υπόλοιπα τμήματα που κράτησαν κάποια αναφορά στην τέταρτη διεθνή δεν ξέφυγαν από τον κανόνα της πολυδιάσπασης και των εκατέρωθεν κατηγοριών για αποστασία από την πραγματική ουσία του τροτσκισμού. Κι αν πάρει κανείς ως κριτήριο την άποψη του ενός για τον άλλο, τότε έχουμε να κάνουμε με άθλιους αποστάτες του τροτσκισμού, που τοποθετούνται αυτοδικαίως στο αντίθετο άκρο του τρότσκι, όχι μόνο ως αποστάτες, αλλά και ως το κατοπτρικό του αντίθετο.

Μοναδική εξαίρεση αποτελεί ο σάββας μιχαήλ. Αφενός γιατί είναι sui generis και δεν χωρά σε καλούπια. Ααφετέτου γιατί παρουσιάζει αρκετά κοινά ως προσωπικότητα με το λέοντα, που δε μπορεί να περάσουν απαρατήρητα: εβραϊκή φυλετική καταγωγή, μεσοαστική ταξική καταγωγή, ρητορική δεινότητα, φλογερό επαναστατισμό, αλλά κάκιστο πολιτικό κριτήριο. Συνεπώς κερδίζει μια θέση στον άξονα πολύ κοντά στο λέοντα –κι ίσως να του άξιζε να έχει εκτός ανταγωνισμού το δικό του προσωπικό άξονα που δεν τέμνεται με κανένα άλλο.

Αφού ξεπεράσαμε αυτό το μεθοδολογικό σκόπελο, η βασική δουλειά που έχουμε μπροστά μας είναι να τοποθετήσουμε στον άξονά μας το κόμμα. Αν πιστέψουμε τα μίντια, τους τροτσκιστές και τον κυρίαρχο δημόσιο λόγο, το κκε είναι ακραιφνώς σταλινικό κι αμετανόητο, στα χνάρια της τρίτης περιόδου και της θεωρίας του σοσιαλφασισμού. Αν πάλι πιστέψουμε το μ-λ ρεύμα, τον εργατικό αγώνα και τον κυρίαρχο «αντιπολιτευτικό» κριτικό λόγο, το κουκουέ έχει κάνει προδοτική, τροτσκιστική στροφή, απαρνούμενο την πάλη για εθνική ανεξαρτησία. Και εφόσον υπάρχει τέτοια διχογνωμία μες στη γενική αντικομματική σύμπνοια και διαλεκτική ενότητα των αντιθέτων, η κε του μπλοκ επέλεξε να τοποθετήσει το κουκουέ στο κέντρο του άξονα, ώστε να βάλλεται πανταχόθεν.

Κάπου κοντά στο κουκουέ, προς το κέντρο θα βάλουμε το σύντροφο με το μουστάκι, αλλά μία ιδέα πιο κοντά προς την πλευρά του τρότσκι, γιατί παρά τις βαθιές διαφωνίες και συγκρούσεις τους (οι οποίες δεν είναι ιστορικά ξεπερασμένες, όπως λένε αφελώς κάποιοι) υπήρχε ένας κοινός λογικός πυρήνας, ο οποίος αποδόθηκε αλληγορικά στη φάρμα των ζώων με τον πολύ εύστοχο συμβολισμό του μύλου –αν θυμάμαι καλά- που ήταν ιδέα του χιονάτου αλλά την οικειοποιήθηκε ο ναπολέων και την παρουσίασε ως δική του. Ο μύλος αυτός δε συμβολίζει κάποια χιμαιρική ουτοπία, σαν τους ανεμόμυλους του δον κιχώτη, αλλά το προτσές της εκβιομηχάνισης της ρωσίας και της κολεκτιβοποίησης της ρωσικής υπαίθρου. Κι εκτός από την ιδέα αυτή καθαυτή, έχει μεγάλη σημασία η χρονική στιγμή κι ο τρόπος με τον οποίο θα εφαρμοστεί. Αλλά αυτό θα ήταν το αντικείμενο μιας άλλης ανάρτησης.

Μεταξύ του συντρόφου με το μουστάκι και του λέοντα με την αξίνα θα τοποθετήσουμε το γιώργο ρούση, ο οποίος κερδίζει επάξια μια θέση κοντά στον δεύτερο με τον χυδαίο όσο και ρηχό αντισταλινισμό του. Αλλά βγάζει τον χειρότερο «σταλινικό» εαυτό του όταν κάποιος επιχειρήσει να αντιπαρατεθεί μαζί του, και συμπεριφέρεται σα μικρό παιδί, κρατώντας δυστυχώς μόνο αυτό το χαρακτηριστικό από την παιδική αρρώστια του «αριστερισμού της νιότης του».

Στην άλλη πλευρά του άξονα θα βρούμε δυο άλλες περιπτώσεις.
Το ναρ που δανείζεται στοιχεία από την θεωρία του κρατικού καπιταλισμού για την εσσδ και διάφορες τροτσκιστικές αναλύσεις για το εργατικό κίνημα και τη θεώρηση της σύγχρονης πραγματικότητας. Ενώ έχει παράδοση μετωπικών συμμαχιών με διάφορες τροτσκιστικές ομάδες (εεκ κι όκδε παλιότερα, όκδε σπάρτακος και σεκ σήμερα) καταφέρνοντας να τις συμβιβάζει με τους μαϊκούς του εκκε στα πλαίσια μιας υποδειγματικής ειρηνικής συνύπαρξης.

Και τον εργατικό αγώνα που ξιφουλκεί με κάθε ευκαιρία εναντίον του τρότσκι και του πουλιόπουλου, αλλά επί του πρακτέου ταυτίζεται με τις θέσεις των τροτσκιστών για το μεταβατικό πρόγραμμα και το ενιαίο εργατικό μέτωπο με δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας.

Η κατηγοριοποίηση αυτή είναι ενδεικτική και σε καμία περίπτωση εξαντλητική. Κι η κε του μπλοκ είναι ανοιχτή στις προτάσεις των σφων αναγνωστών για τον εμπλουτισμό της, την υπερψήφιση και τον τελικό καταρτισμό της του τροτσκόμετρου μέσα από τις συνήθεις συλλογικές, δημοκρατικές διαδικασίες.