Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθλητισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αθλητισμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Το καπάκι του βόθρου

Σκέφτεσαι να γράψεις κάτι για το «εύκολο» δίλημμα Μαραντόνα ή Μέσι και τους σφους που εξιδανικεύουν τον Ντιέγο, που ήταν ένας τσαρλατάνος (όπως κάθε μάγος) με κόλπα για τους πιστούς (όπως κάθε άγιος), εντός και εκτός γηπέδων, και με ένα σωρό αντιφάσεις και κηλίδες, σαν αυτές που έχει ο λαμπερός ήλιος, που έπεφτε κάθετα στο στάδιο Αζτέκα, πριν ο επί γης εκπρόσωπός του κάνει την πιο διάσημη ποδοσφαιρική αλητεία στην ιστορία του αθλήματος και λίγο αργότερα μια ακόμα πιο διάσημη. Το χέρι και το πόδι του θεού. Να γράψεις πχ για το κείμενο του Τσόχου, στο «Μια φορά στη ζωή μας», που απομαγεύτηκε όταν τον συνάντησε και είδε τα πράγματα αλλιώς, και την αρπαχτή του Ντιέγο, που έφερε μαζί όλη την κουστωδία του, και πόζαρε δίπλα στον Σωκράτη για τις ανάγκες της τσέπης του. Αλλά τι νόημα έχει να κακοκαρδίσεις τους πιστούς του και να στρέψεις εναντίον σου το ποίμνιο; Ο Ντιέγο είναι θεός κι η μπάλα ένα είδος θρησκείας, χωρίς απίστους -όπως μας λέει ο Μπογιό και ο φανταστικός του φίλος. Ένα σύγχρονο όπιο των λαών, ένα παυσίπονο για τα λαϊκά βάσανα σε έναν άκαρδο κόσμο και μια ατελείωτη κοιλάδα των δακρύων. Τι γίνεται όμως όταν παράγει μόνο του δάκρυα, που δεν είναι από χαρά, συγκίνηση ή έστω σαν τα δάκρυα του Ρονάλντο το ’04;


Αν έχεις κάνει στη ζωή σου το λάθος να είσαι φίλαθλος, δηλαδή να παρακολουθείς αθλήματα, ομαδικά αλλά και οπαδικά, μπορεί να βιώνεις την αθλητική επικαιρότητα σαν βασανιστήριο. Το μαρτύριο της σταγόνας, μονότονο σαν νομοτέλεια, σε χτυπά στο ίδιο πάντα σημείο, την αγάπη σου για ένα σήμα και μια φανέλα, για ένα παυσίπονο που γεμίζει τις Κυριακές σου και κάνει κάθε μέρα σαν Κυριακή -που είναι ένας σύντομος ορισμός του κομμουνισμού, προσφιλής στον πιστό Ρούση- η οποία είναι αφιερωμένη στη στρογγυλή θεά και τους ναούς της, αλλά μετράει συνεχώς θύματα, λες και κηρύχτηκε Τζιχάντ -ιερός πόλεμος.

Μαχαίρωσαν ένα παιδί, στήσαν ενέδρα σε ένα άλλο, που ήταν θύτης και θύμα (σαν το βιβλίο για τον Ζαχαριάδη), κυνήγησαν άλλα που έπαιζαν πόλο για να βγάλουν τα σκουφάκια της ομάδας τους, έδιωξαν δημοσιογράφους γιατί δεν κάλυπταν το θέμα «όπως έπρεπε». Σκότωσαν ένα άλλο στη Χαλκίδα, την έπεσαν ξανά σε πισίνα, σε γυναικείες ομάδες, διέσχισαν μια χώρα για να χτυπήσουν ένν αντίπαλο, πετσόκοψαν ένα άλλο παιδί που φώναζε «μη με χτυπάτε άλλο», έδωσαν ραντεβού θανάτου -και η Αστυνομία κρατούσε το φανάρι. Εξαρτάται πόσο πίσω θες να πας, ξετυλίγοντας το νήμα, μέχρι τα «ωραία, ρομαντικά χρόνια», που όλα (δεν) ήταν πιο αθώα...

Και δεν λέω καν για τις χτεσινές καφρίλες στη Γλυφάδα, από οπαδούς εντός και εκτός των γραμμών του παρκέ. Ή για τους φασιστογλεντζέδες στους πανηγυρισμούς για την άνοδο της Καλαμάτας. Και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού, κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος, κάτι λιγότερο από ζωή -ούτε καν επιβίωση.

Αυτά πια δεν είναι σταγόνες, αλλά καταρράκτες, ορμητικοί και ανεξέλεγκτοι, σαν τους θρασύδειλους που χτυπάνε για να νιώσουν κάποιοι. Δεν είναι απλώς ποτήρι αλλά βόθρος που ξεχείλισε, το καπάκι που δεν μπορούσε να καλύπτει άλλο τα σκατά και εκσφενδονίστηκε καταπάνω μας με δύναμη. Απ’ το ’90 και μετά (στις καθυστερήσεις της Ιστορίας) μας έχουν πνίξει τα σκατά. Αλλά το πρωτάθλημα έπεσε όταν ήταν μικρό (και «αθώο») στη χύτρα με τα σκατά του επαγγελματικού αθλητισμού, που μπορεί να ήταν και μαρμίτα (σαν του φασιστο-Ραπτό) και η μέρα της μαρμότας, που επαναλαμβάνεται συνεχώς σαν μαρτύριο χωρίς λύτρωση. Ε, σε πιάνει μια αηδία...

Και τι κάνουν οι αρμόδιες αρχές; Στην άκρη. Και έχετε φιλιά.

Μα δεν υπάρχει κράτος; Φυσικά και υπάρχει, παρακράτος εν κράτει, οι εφοπλιστές και οι στρατοί τους. Και η αστυνομία τι κάνει; Ό,τι μπορεί. Απομακρύνει τους δημοσιογράφους σε... ασφαλές σημείο -sic. Διασπείρει φήμες πως η δολοφονία είχε άλλα κίνητρα -για να μην ξεφύγει εξ αρχής το πράγμα. Ο ΣΚΑΪ θα μπορούσε να βάλει και τον κατάλληλο τίτλο: «ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ». Που δε θα ήταν ακριβώς ψέμα. Καμία δολοφονία δε γίνεται απλώς για το ποδόσφαιρο.

Και τι λέει η κοινή γνώμη; Φωνάζει για τους δημοσιογράφους που δε λένε την αλήθεια -μα αυτοί είναι υπάλληλοι και έχουν δεμένα χέρια - στόματα. Γκρινιάζει για τους ανίκανους αστυνομικούς -κι αυτοί υπάλληλοι είναι όμως και παίρνουν εντολές πού πρέπει να δείχνουν τις ικανότητές τους. Πιπιλάει την καραμέλα που δε λιώνει ποτέ για τη Θάτσερ, λέει πως πρέπει να μπουν όλοι ισόβια -ξεχνάει όμως πως καμία συμμορία δεν εξαρθρώνεται, αν αφήσεις έξω τον αρχηγό που κινεί τα νήματα και θα βγάλει τους δικούς του στην πρώτη ευκαιρία. Δε χτυπάς τους ιδιωτικούς στρατούς, αν δεν πιάσεις τον στρατηγό ή την εταιρεία που στρατολογεί τους λοβοτομημένους που έχουν ξεχάσει πως ξέρουν να σκέφτονται. 

Κάποιοι θέλουν άρτο και θεάματα, όπως στην αρχαία Ρώμη, μονομάχους που χαιρετούν τον Καίσαρα και τους θριάμβους του στο γήπεδο ή τον Καίσαρη και τις στατιστικές αναλύσεις της OPTA. Κάποιοι θέλουν να προστατέψουν «το προϊόν» και το ωραίο του περιτύλιγμα, όπως στην προηγμένη Ευρώπη, τη σκοτεινή ήπειρο που πέρασε Διαφωτισμό και η λάμψη της καλύπτει την ουσία. Άλλοι ψάχνουν τον υγιή ανταγωνισμό και υγιή κύτταρα - μονοπώλια σε ένα σύστημα που σαπίζει και λειτουργεί με όρους μαφίας, γιατί αναζητά το μέγιστο κέρδος (εύκολο, αφορολόγητο ή καλά ξεπλυμένο). Η λύση όμως δεν είναι ένας καπιταλισμός χωρίς μαφία ή φυτοφάγα λιοντάρια (σαν την Εθνική Αγγλίας) που δε θα τρων τους μονομάχους. Αυτή η αρένα αυτό το θέαμα βγάζει. Και δεν υπάρχει διέξοδος για τους πληβείους από τον λάκκο των λεόντων -όπως έλεγε κάποτε η ΕΔΑ την ΕΟΚ.

Ποια είναι λοιπόν η λύση; Να μην έχουμε πολέμους του όπιου και εξαρτημένους χρήστες, κολλημένους με την μπάλα, έτοιμους να αφαιρέσουν ζωές για να γεμίσουν τη δική τους με έναν σκοπό. Και τι να κάνουμε, να καταργήσουμε με διάταγμα τις θρησκείες; Όχι, δεν μπορείς να τα βάλεις με το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, χωρίς να το(υς) πληγώσεις. Αλλά επιβάλλεται να το(υς) προστατέψεις, σε πρώτη φάση, από τους εμπόρους που το εκμεταλλεύονται. Και σε βάθος χρόνου να φτιάξουμε έναν κόσμο, που δε θα είναι μια απέραντη κοιλάδα δακρύων (και Τεμπών), όπου δε θα υπάρχει ανάγκη για οπιούχες ουσίες και υποκατάστατα των συλλογικών ιδανικών.

Και ως τότε τι κάνουμε; Αυτοκριτική. 

Αν έχεις κάνει το λάθος στη ζωή σου να είσαι οπαδός -ήσουν πολύ μικρός για να το προλάβεις και νιώθεις πολύ μικρός για να διορθώσεις τώρα στα γεράματα το κακό, σαν προπατορικό αμάρτημα, μόνο που αντί για δέντρο της γνώσης, δάγκωσες τη λαμαρίνα με έναν σύλλογο και τον καρπό της αποχαύνωσης που σε κάνει φανατικό μιας ανώνυμης εταιρείας, με αφεντικό, κέρδη και ξέπλυμα χρήματος, αλλά εσύ το μόνο που έχεις μάθει για υπεραξίες είναι οι φτηνές μεταγραφές που σου βγήκαν παικταράδες...

Αν είσαι καψούρης με την ομαδάρα και γίνεσαι λίγο οπαδός και στην καψούρα, λίγο ζηλιάρης, λίγο κτητικός και τοξικός μαλάκας, και άμα χωρίσεις ξέρεις ότι είναι όλες πουτάνες, διαλεκτική κατάβαση από το συγκεκριμένο στο αβάσταχτο στερεότυπο. Ενώ η ομάδα είναι σχέση ζωής, σε πληγώνει αλλά σε πορώνει μαζοχιστικά, πουτάνα είναι μόνο η μπάλα (το είχε πει και ο Όσιμ), η διαιτησία που μας αδίκησε (σαν την πουτάνα τη ζωή), οι μάνες των άλλων και ο εκάστοτε αντίπαλος, δηλαδή όλοι εκτός από εμάς. Εσένα σε νοιάζει να μόνο να πεις πως γάμησες (στα λόγια είναι πάντα πιο εύκολο), και ας είναι σικέ-πληρωμένος έρωτας, με χάλια μπάλα χωρίς ίχνος απόλαυσης (σαν αυτήν που δίνει ο αληθινός έρωτας), σκέτοι βαθμοί επιβεβαίωσης, με γκολ στο ’90, σαν αγχωμένη μαλακία (Διδυμότειχο μπλουζ), με εξωτερικά βοηθήματα (βιάγκρα ή διαιτησία), κι αν είναι με πέτσινο πέναλτι (σαν πέτσινος οργασμός), ακόμα καλύτερα, για να σκούζουν οι άλλοι και να το φχαριστηθείς (;) περισσότερο. Αλλά το VAR και τα προφυλακτικά σκοτώνουν τον έρωτα, αλλιώς ήμασταν μες στην γκάβλα.

Κι αν δεν μπορείς να είσαι φίλαθλος κι έχεις ξεχάσει τι σημαίνει απόλαυση, αγάπη για την ομάδα (μα πάνω από όλα για την ομορφιά του αθλήματος), αν δεν μπορείς να δεις έναν αγώνα με έναν αλλόθρησκο φίλο σου και να περάστε καλά, αν δεν μπορείς να είσαι αντικειμενικός σε μια καθαρή φάση, χωρίς παρωπίδες και οπαδικά γυαλιά -που τα βρήκες φτηνά για να αντικαταστήσεις τα ταξικά γυαλιά που έχασες-, αν δεν αντέχεις την καζούρα και την αθώα πλάκα παρά μόνο την καφρίλα, αν η οπαδική σου ζωή τέλος πάντων δεν είναι όπως την θέλησες, φρόντισε τουλάχιστον να μην την εξευτελίζεις εντελώς. Να μη γίνεις τραμπούκος, ρατσιστής, να μην πέφτεις στο επίπεδο ενός φασίστα (που κουβαλά παντού τα σκατά που έχει στο κεφάλι του), να μην ψάχνεις αθλητικά υποκατάστατα για τα κενά στη ζωή σου ή τις τρύπες - στόχους που σου λείπουν για να πηδήξεις και να ρεφάρεις το γαμήσι που τρως στη δουλειά από το αφεντικό -που μπορεί να είναι και το αφεντικό της ομάδας σου, γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με τα ίδια χρώματα και συμφέροντα και η μαγεία του αθλητισμού μας συνεπαίρνει όλους, στο πέταλο και τα επίσημα, στο καφενείο και την 100άρα οθόνη με τη συνδρομητική, καταργεί τα τείχη και τους ταξικούς διαχωρισμούς. Και η μαγεία της μπίζνας είναι πως τα κάνει όλα ίσιωμα και βγάζει κέρδος από όλα, ακόμα και τους παίκτες - ντίβες, που τους ξεζουμίζει, ματς κάθε τρεις μέρες, γιατί show must go on, και τους σακατεύει πριν καν γεράσουν, και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, σφύριγμα, αποτέλεσμα, καμία πτυχή της κοινωνικής μας δραστηριότητας που να μην την κάνει εμπόρευμα, κανέναν μας που να μην τον μισθώνει ως πόρνη, φτηνή ή ακριβοπληρωμένη, μα αλλοτριωμένη, γιατί ο αρχικός σκοπός ήταν η ψυχαγωγία και η χαρά, που κατέληξαν να μας είναι ξένα και πλέον τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι οικείο, αν δεν είναι εμπόρευμα. 

Φρόντισε τουλάχιστον να μη γίνεις υπάλληλος κάποιου μαφιόζου καπιταλιστή, να ξελαρυγγιάζεσαι για το συμφέρον του, όπως δε θα φώναζες ποτέ για το δικό σου δίκιο. Γιατί έτσι χάνεις κάθε συνείδηση, γίνεσαι αμοιβάδα, ξεφτίλας (σε άψογη, γηπεδική διάλεκτο), κουρέλας ή μάλλον κουρελοπρολεταριάτο, λούμπεν, δηλαδή εξαθλιωμένος. Και δεν υπάρχει χειρότερη εξαθλίωση από τη χρεοκοπημένη συνείδηση και τα βαμμένα (κόκκινα, κίτρινα, πράσινα και πάντα μαύρα) μυαλά -που όμως κάνουν εναλλακτικό χαβαλέ με τα βιντεάκια του Luben, αυτοί είστε κτλ. 

Κι όταν μιλάς για τον υπέροχο λαό, που μένει πάντα στην κερκίδα, θυμήσου τον κυρ-Μέντιο, πώς σκοτώνονται οι υπέροχοι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ και τα ψίχουλα που θα πάρουν οι υπάλληλοί του. Να σέβεσαι τον αντίπαλο, το άθλημα, τον εαυτό σου, αγαπάτε αλλήλους και να μισείτε βαθιά τους υπαλλήλους και την ηθική των (μισθωτών εθελό)δουλων. Και τους καλύτερους αγώνες δεν τους έχουμε δει ακόμα. Είναι αυτοί που μας περιμένουν να τους δώσουμε.

Αυτή είναι μια καλή αρχή, αν δε θέλουμε να λεγόμαστε υπάνθρωποι...

Τετάρτη 16 Αυγούστου 2017

Citius, altius, fortius

Ο Ροσμέρ λέει κάπου στο βιβλίο του (για τη Μόσχα του Λένιν και βασικά για την παρουσία του στα πρώτα βήματα της Κομιντέρν και της Προφιντέρν) ότι δεν μπορείς να κάνεις ουσιαστική κριτική σε μια επανάσταση αν δεν την συμπαθείς και δεν είσαι θετικά διακείμενος προς αυτήν. Κι έχει δίκιο σε μεγάλο βαθμό. Με την ίδια έννοια -θα έλεγα- που η Αλέκα είχε πει πως ο διάλογος έχει νόημα μεταξύ ατόμων που συμφωνούν μεταξύ τους, τουλάχιστον στα βασικά.

Αντίστοιχα, πιστεύω πως η κριτική στον αθλητισμό και τα κακώς κείμενα του χώρου έχει πραγματική αξία μόνο όταν προέρχεται από άτομα που τον αγαπούν πραγματικά και πληγώνονται όταν βλέπουν την παιδική τους αγάπη να φθείρεται και να ξοδεύεται σε παράγοντες, "προεδράρες", στοιχήματα, στησίματα, διαιτησίες, αναβολικά, τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος με κάθε πιθανό -θεμιτό ή αθέμιτο- μέσο, που γίνεται αυτοσκοπός και νοθεύει το παιχνίδι και την παιδική αθωότητα που το περιβάλλει ή μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα. Γιατί το παιχνίδι έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το παιδί, κι η αγάπη για αυτό είναι πάντα μια μορφή ανεμελιάς κι ώριμου παλιμπαιδισμού.

Αν όμως η κριτική προέρχεται από ορκισμένους επικριτές, θα βγάζει απλώς την ξινίλα κάποιων διανοούμενων, που δεν αγάπησαν ποτέ το παιχνίδι -ούτε καν ως παιδιά πιθανότατα- και την άθληση και το εκδικούνται αναδρομικά. Κι αυτό δεν είναι προβληματικό μόνο για την προσωπικότητά τους, που δεν είναι σφαιρικά συγκροτημένη κι ολοκληρωμένη (νους υγιής εν σώματι υγιεί) αλλά και για τη μονομέρεια της σκέψης τους, που φλερτάρει ανοιχτά με την εμπάθεια.

Στον αντίποδα, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως είναι -κατά Γκράμσι- οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης και του λαού, επειδή παθιάζονται με το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα, το ποδόσφαιρο. Το θεοποιούν και το βλέπουν ως θρησκεία χωρίς απίστους, στους οποίους κηρύσσουν πόλεμο. Θεωρούν πως το ποδόσφαιρο τους έμαθε ό,τι γνωρίζουν περί ηθικής, αγνοώντας (;) πως είναι καθρέφτης, που αντανακλά κοινωνικές τάσεις, και μπορεί κατά περίπτωση, ανάλογα και με τις συνθήκες, να καλλιεργήσει και να διδάξει τον ατομισμό, την πλεονεξία και την πάση θυσία νίκη, ως απόλυτη αξία. Αλλά την πατάνε γιατί η συμπεριφορά τους στο γήπεδο είναι πιστός καθρέφτης του χαρακτήρα μας, βγάζοντας στην επιφάνεια τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία μας. Αλλά όταν κάποιος δε δίνει πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό, εκθέτει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του και το υπερτροφικό του εγώ -σαν ένας Κριστιάνο Ρονάλντο της αριστεράς.

(Παρεμπιπτόντως, ο Μέσι στο Μπερναμπέου έδειξε απλά τη φανέλα -τη δική του και της ομάδας του. Ενώ ο Κριστιάνο έψαχνε απλώς αφορμή να επιδείξει τους κοιλιακούς του και να αποδείξει πως η -απο-μίμηση είναι στοιχείο του ειλικρινούς θαυμασμού του προς κάτι ανώτερο).

Δεν ξέρω όμως τι φίλαθλος μπορεί να θεωρείται κανείς, αν δεν τον συγκινεί ο κλασικός αθλητισμός. Είναι -τηρουμένων των αναλογιών- σα να δηλώνει κομμουνιστής, αλλά να μην του λένε τίποτα οι κλασικοί του μαρξισμού και το έργο τους. Κάτι που δεν απαλλάσσει φυσικά τον κλασικό αθλητισμό από τις αντιφάσεις του.

Από μια άποψη, ο στίβος είναι η οργανωμένη μετεξέλιξη της αυθόρμητης συνήθειας-ανάγκης των παιδιών να παραβγούν μεταξύ τους, που από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα ανταγωνισμό, αλλά μια μορφή άμιλλας. Ποιος τρέχει πιο γρήγορα, πηδάει πιο μακριά ή πιο ψηλά. Και είναι δύσκολο -για μένα τουλάχιστον- να μείνει κανείς ασυγκίνητος, βλέποντας τους αθλητές να φτάνουν τα όριά τους και να προσπαθούν να τα υπερβούν, σε μια μάχη ενάντια στον εαυτό τους πρωτίστως.

Από την άλλη, αυτά τα χωρίζει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή από το τρίπτυχο "citius, altius, fortius", που είναι η βάση του σύγχρονου επαγγελματικού αθλητισμού κι η αθλητική εκδοχή του κυνηγιού της ολοένα μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Αν η καπιταλιστική αγορά είναι μια ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όλα επιτρέπονται, στο στίβο τα ρεκόρ, οι επιδόσεις και τα μετάλλια δε συνδέονται μόνο με αγκωνιές και υπόγεια σπρωξίματα, αλλά και με την υπόγεια ώθηση που μπορούν να δώσουν στους αθλητές τα αναβολικά κι άλλες μικρές απάτες, πάντα στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι, που είναι κάτι σαν τα ευχολόγια για τους κανόνες της "εύρωστης, αυτορυθμιζόμενης αγοράς". Ενώ η κούρσα του ντόπινγκ με το αντιντόπινγκ κοντρόλ, όπου το πρώτο βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά, θυμίζει κάπως το παράδοξο του Αχιλλέα, που όλο τρέχει και δε φτάνει ποτέ τη χελώνα (με τη διαφορά πως εδώ δεν υπάρχει τίποτα παράδοξο, αλλά μια σειρά λογικές αιτίες) ή τους φορολογικούς ελέγχους, που πιάνουν μόνο τα μικρότερα ψάρια.

Μπορεί κανείς να βλέπει ανέμελος αγώνες στίβου (και όχι μόνο), να ενθουσιάζεται ειλικρινά με τις προσπάθειες των αθλητών, όταν ξέρει ότι όλα αυτά βασίζονται σε ένα ψέμα που έχει κοντά ποδάρια; Ή μήπως έχει βάση το ξέσπασμα του Γιουσέιν Μπολτ, όταν μια δημοσιογράφος υπαινίχθηκε πως οι χαμηλότεροι χρόνοι στη φετινή κούρσα της μιας ανάσας οφείλονται στους αυστηρότερους ελέγχους; Σημαντική λεπτομέρεια: από τους τριάντα ταχύτερους χρόνους στην ιστορία του αγωνίσματος, οι 21 ανήκουν σε αθλητές που κάπως-κάπου-κάποτε έχουν εμπλακεί σε υπόθεση ντοπαρίσματος. Οι άλλοι εννιά ανήκουν σε έναν και μόνο καθαρό (;) αθλητή, που ονομάζεται Γιουσέιν Μπολτ.

Δεν είναι αυταπάτη όμως να πιστεύει κανείς πως μπορεί να υπάρχει κάτι αγνό και καθαρό σε κορυφαίο επίπεδο, που μένει αμόλυντο από τη γενική σήψη και τον καπιταλιστικό περίγυρο; Ούτε καν ο σοσιαλισμός δεν είχε μείνει ανεπηρέαστος από τον ανταγωνισμό με το καπιταλιστικό μπλοκ, υιοθετώντας στην περίπτωση της ΓΛΔ την... επιστημονική υποστήριξη των επιδόσεων των αθλητών της με φάρμακα και αναβολικές ουσίες. Αλλά αν αυτό είναι το αθλητικό αντίστοιχο της υιοθέτησης καπιταλιστικών συνταγών στη σοσιαλιστική οικονομία (αφού η βάση καθορίζει το εποικοδόμημα), δεν μπορεί ωστόσο να κρύψει τη βάση του πραγματικά μαζικού και λαϊκού αθλητισμού, στην οποία πάτησαν αυτές οι επιτυχίες και η ανάδειξη κορυφαίων, μοναδικών ταλέντων.

Ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Δικαίωμα κριτικής (ή πολεμικής) έχουν όλοι, αλλά η κριτική αυτών που αγαπάνε το χώρο έχει ειδικό βάρος. Η δική μας προσέγγιση δεν μπορεί να είναι μια αφ' υψηλού κριτική κι απόρριψη, αλλά να αγκαλιάζει τους φιλάθλους, ό,τι υγιές υπάρχει σε αυτό το χώρο, και να το συσπειρώσει. Να πιάσει την οργή του για αυτά που γίνονται, το όραμά του για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν, τις ευαισθησίες του, την όρεξή του να δράσει, και να το κάνει κομμάτι (ρυάκι που λέγαμε παλιά) της συμμαχίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Προφανώς αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, πόσο μάλλον όταν υπάρχει μια ντεμέκ προοδευτική τάση που εξυμνεί κι εξαίρει την οπαδική κουλτούρα (συνδέσμους ultras, κτλ), χωρίς διάθεση να πιάσει το θετικό τους πυρήνα για να επιδράσει και να ανεβάσει το επίπεδο της παρέμβασής τους. Αλλά η δική μας απουσία από αυτόν το χώρο (όπου συχνά εκκολάπτεται και το αυγό του φιδιού, πατώντας στο κενό που αφήνουμε εμείς) είναι δείγμα αδυναμίας, ότι δεν είμαστε (ακόμα) όσο δυνατοί θέλουμε, και δε χρειάζεται να την βαφτίζουμε συνειδητή επιλογή.

Σάββατο 20 Αυγούστου 2016

Η τσαρίνα των αιθέρων κι η επουράνια έφοδος

Αν η θάλασσα του Ρίο -Rio mar[e]- ήταν πιο τρυφερή από την καρδιά ενός μαρουλιού κι έφερε στο Σπύρο Γιαννιώτη το αργυρό μετάλλιο (αρκετά χιλιόμετρα βορειότερα από το Rio de la Plata), οι ουρανοί του έκρυβαν ατόφιο χρυσάφι για την Κατερίνα Στεφανίδη.

Η Ελληνίδα πρωταθλήτρια αξιοποίησε με τον καλύτερο τρόπο τον αποκλεισμό της Ρωσίδας Ισινμπάγεβα, της αποκαλούμενης “τσαρίνας των αιθέρων” από τους αγώνες, εξαιτίας της γνωστής υπόθεσης με το… κρατικό ντοπάρισμα στη Ρωσία (που σε αφήνει με την απορία αν στις άλλες χώρες γίνεται κάτι διαφορετικό κι έχουν καθαρούς αθλητές ή μένουν στο απυρόβλητο, γιατί πριμοδοτείται η ιδιωτική πρωτοβουλία, ακόμα και στα αναβολικά) και πήρε το χρυσό μετάλλιο στο επί κοντώ των γυναικών, με άλμα στα 4,85 μέτρα. Συγκινημένη μετά το τέλος του αγώνα, ζήτησε συγνώμη από το ελληνικό κοινό, επειδή μας ξενύχτησε (μακάρι να ήταν αυτοί οι λόγοι που μένει άυπνος ο κόσμος στη χώρα μας) κι άδειασε ευγενικά τα αρπακτικά με τα μικρόφωνα, που δε θα την άφηναν σε ησυχία, μέχρι τη σημερινή απονομή, για να ηρεμήσει.

Αυτό ήταν το τρίτο χρυσό μετάλλιο κι έκτο συνολικά για την ελληνική αποστολή στο Ρίο, που ξεπέρασε κατά πολύ την αντίστοιχη συγκομιδή στο Λονδίνο και το Πεκίνο και βασικά τα απαισιόδοξα-συγκρατημένα προγνωστικά. Και είναι ζήτημα χρόνου ίσως να βρεθεί ο ξύπνιος (και ας μην ξενύχτησε για τη Στεφανίδη) που θα κάνει τη σύνδεση με τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας και την αναιμική ανάκαμψη που (φαίνεται να) κατέγραψε, ξεπερνώντας τις επίσημες προβλέψεις.

Την ίδια στιγμή, ο ελληνικός λαός δε βλέπει καμία ανάκαμψη στο πορτοφόλι του κι είναι αναγκασμένος κάθε μήνα να πηδά πολλά χαντάκια (σαν την τάφρο στο επί κοντώ) και παλούκια (σαν τα κοντάρια στο ίδιο αγώνισμα) για να τα βγάλει πέρα. Κι είναι γνωστό (αλλά δεν μπορούμε να το μεταφέρουμε εδώ) τι παθαίνει τελικά, όποιος πηδάει πολλά παλούκια, με βάση την παροιμία. Που θυμίζει εκείνη την εκλαΐκευση ενός παλιού αγωνιστή, που εξηγούσε στους εργάτες τι είναι η οικονομική κρίση, ως εξής: ένα παλούκι που έχουν οι μπουρζουάδες στον πισινό τους και θέλουν να το βάλουν στο δικό μας…

Κι ο εργαζόμενος λαός δεν πρόκειται να βγει από αυτήν τη στενωπό (και στριμόκωλη στην κυριολεξία κατάσταση), αν δεν προπονηθεί σκληρά για το δικό του μεγάλο άλμα, αν δεν οργανωθεί για να κάνει την έφοδό του στον ουρανό και να εκθρονίσει σύγχρονους τσάρους και τσαρίνες, ως εν ουρανώ και επί της γης…

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Η χρυσή ολυμπιονίκης Στεφανίδη κι ένας άλλος τυχαίος δίπλα της
Κατά τα άλλα:

Το "ωραίο" της υπόθεσης ήταν η διαδικτυακή επίθεση ενός Αμερικάνου στο Τουίτερ κατά της Στεφανίδη, που ζει και προπονείται στις ΗΠΑ (μαζί με τον Αμερικάνο σύζυγο και προπονητή της) αλλά συμμετέχει στους αγώνες με τα ελληνικά χρώματα. Σα να λέμε, αλλού τρως, αλλού πίνεις και αλλού πας και το δίνεις. Κι η εθνικιστική βλακεία πάει σύννεφο, χωρίς να κάνει διακρίσεις με βάση το χρώμα του δέρματος...

Διάβασα κάπου στο τουίτερ (αλλά δεν μπόρεσα να το βρω και να το διασταυρώσω) δηλώσεις του Γάλλου χάλκινου ολυμπιονίκη στα 200 μ., Λεμέτρ, που αντί να καμαρώσει για το κατόρθωμά του, όπως το παρουσίαζε η ερώτηση του δημοσιογράφου, ότι ξεπέρασε δηλ τόσους δυνατούς μαύρους σπρίντερ, είπε το αυτονόητο, ότι βλέπει δηλ δίπλα του μόνο συναθλητές του, ανεξάρτητα από το χρώμα της επιδερμίδας τους.

Στο ίδιο διεθνιστικό κλίμα, η ανδρική ομάδα βόλεϊ της Ιταλίας, που παίζει αύριο στον τελικό του αθλήματος απέναντι στους διοργανωτές Βραζιλιάνους, πέτυχε σπουδαία "αντι-ιμπεριαλιστική" νίκη στον ημιτελικό κατά των ΗΠΑ (που κατά τα άλλα πάντως σαρώνουν τα μετάλλια), έχοντας στις τάξεις της παίκτες όπως ο Ζάιτσεφ (που αντί για αντιναζιστικά βόλια έριχνε ρουκέτες στο σερβίς του και έδωσε τη νίκη στην ομάδα του) και ο Χουαντορένα (όπως ο θρυλικός Κουβανός δρομέας).
Κι αυτή τη φορά δεν υπήρχαν ενστάσεις και κριτές, για να σώσουν την ομάδα με την αστερόεσσα, όπως έγινε με τη γυναικεία σκυτάλη στα 4Χ100, που έγραψε ιστορία τρέχοντας μόνη της, κατά την επανάληψη της προκριματικής της κούρσας.

Όσο για τα Αμερικανάκια, μπορείτε να θαυμάσετε τα κατορθώματά τους εκτός γηπέδου, διαβάζοντας αυτήν τη φοβερή ιστορία για το Λόχτι και κάποιους συναθλητές του, που προέβησαν σε γελοιότητες και βανδαλισμούς σε ένα βενζινάδικο, αλλά ζητούσαν και τα ρέστα, δηλώνοντας ψευδώς πως έπεσαν θύματα ληστείας! Η κοροϊδία αποκαλύφτηκε σύντομα, αλλά ο Λόχτι είχε προλάβει να γυρίσει στην πατρίδα του (από όπου ζήτησε διαδικτυακή συγνώμη) σε αντίθεση με τα φιλαράκια του, για τους οποίους διατάχτηκε απαγόρευση εξόδου από τη Βραζιλία...

Κάτι που μας δείχνει το πραγματικό χρώμα που κρύβεται πίσω από τη λάμψη των μεταλλίων και διάφορες αθλητικές επιτυχίες. Κι αν δεν το βρήκατε με την πρώτη, μπορείτε να το δείτε σε αυτήν τη φωτογραφία από το Ρίο, με το ατύχημα που έπαθε κατά τη διάρκεια της κούρσας του ο πρωτοπόρος (ως τότε) Γάλλος δρομέας, στα 50 χλμ βάδην (το πιο εξαντλητικό αγώνισμα μαζί με το τρίαθλο και το δέκαθλο ίσως), όπως το συνέλαβε ο φωτογραφικός φακός.


Αν ο αθλητισμός είναι καθρέφτης της πραγματικής ζωής (εικόνα σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω), ε πώς να μην είναι βουτηγμένος στα σκατά...
Σημειωτέον πως ο Γάλλος στη συνέχεια της διαδρομής κατέρρευσε προς στιγμήν από την εξάντληση, για να συνεχίσει ηρωικά την κούρσα του και να τερματίσει τελικά έβδομος.

Για αυτό σου λέω Κιμ, σωσία του, ή όποιος κι αν είσαι και στοιχειώνεις τον ύπνο και τον ξύπνιο των δυτικών ΜΜΕ.
Πάτα το κουμπί...


Από το υπόλοιπο πρόγραμμα των αγώνων, που βαδίζουν σιγά-σιγά προς το τέλος τους, ξεχωρίζουν κατά τη γνώμη μου διάφοροι τελικοί ομαδικών αθλημάτων, αλλά αντικειμενικά το πιο ενδιαφέρον κι ιντριγκαδόρικο ζευγάρι είναι το Κροατία-Σερβία στο πόλο (που προκαλεί φόβους ότι η πισίνα μπορεί να βαφτεί κόκκινη, από ζωή κι από θάνατο -αν και αυτά τα πάθη δε βρίσκουν πολύ συχνά χώρο για να εκφραστούν στους σύγχρονους, ψυχρούς επαγγελματίες. Απόδειξη και ο προημιτελικός μπάσκετ μεταξύ των δύο εθνικών, που κράτησε πάντως το ιδιαίτερο χρώμα του και βασικά ήταν ο μοναδικός συναρπαστικός αγώνας που έχουμε δει ως τώρα στις νοκ-άουτ φάσεις του τουρνουά -εκτός κι αν μας έχει φυλάξει το πολύ καλό για το τέλος.

Δευτέρα 29 Ιουλίου 2013

Fight Club

Ένας αποχαιρετισμός στα/στην όπλα

Λοιπόν σφοι φαϊτκλαμπάες, να οργανωθούμε.
Ο πρώτος θεμελιώδης νόμος της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι…
Α τίνκι-τίνκι-τίνκι
Η δεύτερη βασική αρχή της σοσιαλιστικής οικοδόμησης είναι…
Α τίνκι-τίνκι-πρρρ…
Εάν δεν καταλάβατε χριστό από όλα τα παραπάνω, η αρχή του καλτ τραγουδιού που ακολουθεί, θα λύσει εν μέρει τις απορίες σας για τους ήχους που μόλις διαβάσατε. Αλλά αν δεν έτυχε να ακούσετε ποτέ «FIGHT-CLUB» –όχι την ομώνυμη ταινία· την εκπομπή στο ραδιόφωνο- πιθανότατα δε θα σας βοηθήσει ιδιαίτερα και δε θα σας πει κάτι το κείμενο που ακολουθεί, οπότε ίσως να ήταν σκόπιμο να σταματήσετε εδώ την ανάγνωσή του.

Το FIGHT-CLUB ήταν κάτι παραπάνω από χαβαλέ και καβλάντισμα. Κάτι παραπάνω από ανδρικός παλιμπαιδισμός. Ήταν κάτι παραπάνω από το δίδυμο των συντελεστών του (τσαούσης-βαϊμάκης) γιατί η δύναμη του ήταν ο κόσμος του και το τελευταίο ημίωρο με τα μηνύματα των ακροατών του. Με δυο λόγια ήταν κάτι παραπάνω από μια εκπομπή. Més que un club, όπως θα ‘λεγε το blaugrana ήμισύ της. Για την ακρίβεια FIGHT-CLUB όπως θα συμπλήρωνε το άλλο μισό (βαϊμάκης) που είναι «βασιλικός», αλλά ταυτόχρονα κι ο μεγαλύτερος ατακαδόρος ίσως που έχει περάσει από τα ελληνικά ερτζιανά.
Είναι δηλ το ποιοτικό χαβαλέ που ποσοτικά συσσωρευμένο γίνεται πραγματικό χιούμορ και γέλιο μέχρι δακρύων. Και η ποσότητα που μετατρέπεται σε διαφορετική ποιότητα, σύμφωνα και με τον τρίτο νόμο της διαλεκτικής, που αποδεικνύει πως: α-τίνκι-τίνκι-πρρρρ… Ράμαγια- κου-κου-κου ράμαγια

Ας δώσουμε μερικά παραδείγματα, μεταφρασμένα στα δικά μας δεδομένα, για την καλύτερη κατανόηση του κειμένου.
Ένα μεγάλο κεφάλαιο της εκπομπής ήταν τα διλήμματα, που τους έβαζαν οι ακροατές ή η ίδια η ζωή μπροστά τους. Τα οποία μπορεί να αφορούσαν τα πάντα: άσπρο ή μαύρο, σκύλος-γάτα, άρης-παοκ, σκύλος πάοκ ή άρης γάτας (που ακολουθούσε καμιά φορά στο πρόγραμμα της ερα). Ή κκε μ-λ ή μ-λ κκε, για να πιάσουμε κάτι πιο οικείο σε μας. Κι η απάντηση ερχόταν ξερή και μονοκόμματη, εμπεριέχοντας αποστομωτικά επιχειρήματα: πχ κκε μ-λ, τελεία. Γιατί έτσι μας αρέσει. Δεν χρειάζονται περσότερα. Κι αν ο ένας είχε αμφιβολίες, ρωτούσε: μήπως όμως τελικά μ-λ κκε; -Όχι, κκε μ-λ ξεκάθαρα, ερχόταν η σταλινική απάντηση κι έκοβε τη συζήτηση (ουρανομήκεις επιδοκιμασίες, θυελλώδικα χειροκροτήματα).

Πολλές φορές όμως είχαν κι επιχειρήματα κι εκεί γινόταν ακόμα χειρότερο, γιατί έπαιρνε ο καθένας τον ένα πόλο του διλήμματος –που συνήθως έκαναν ρίμα- κι άρχιζε με απλά ρητορικά ερωτήματα και λογικοφανείς ισχυρισμούς να αναδεικνύει τα πλεονεκτήματα της δικής του πλευράς. Ας πούμε πχ ότι το δίλημμα ήταν: «καρέκα ή αλέκα;», που είχε αξιοποιηθεί και στο θέμα μιας παλιάς ψηφοφορίας. Οπότε η διαμάχη θα συνεχιζόταν ως εξής:

-Θα μπορούσε η αλέκα να φοράει τη φανέλα της εθνικής βραζιλίας και να κάνει καριέρα με τους καριόκας;
-Μμμ... Θα μπορούσε όμως ποτέ ο καρέκα να γράψει άρθρο στη διεθνή κομεπ και να ψηφίσει λευκό στην κετουκε για το κοινό πόρισμα με την εαρ;
-Όχι. Αλλά θα μπορούσε η αλέκα να είναι συμπαίκτης του αλεμάο και του μαραντόνα και να πάρει πρωτάθλημα με τη νάπολι;
-Ναι, αλλά θα γινόταν ποτέ τέτοιος ντόρος για κάποια δήλωση του καρέκα για το ευρώ;
Και πάει λέγοντας, πάντα με λογικά και τετράγωνα επιχειρήματα.

Εν τω μεταξύ ο βαϊμάκης, που απαντούσε συνήθως στα διλήμματα, σιχαινόταν το σπανακόρυζο και το μοιράστηκε σε μια εκπομπή με τους ακροατές του. Κι αυτοί έστελναν έκτοτε συνεχώς διλήμματα κι έψαχναν να βρουν κάτι που να απεχθάνεται περισσότερο και να νικάει το σπανακόρυζο.
-Τι προτιμάς, τον βαρραβάν ή το σπανακόρυζο;
-Τον βαρραβάν, τον βαρραβάν..
Κι όταν τελικά πετύχαινε κάποιο άσχετο δίλημμα, όπου οι επιλογές του ήταν πάρε τη μία και χτύπα την άλλη –πχ «γκόρμπι ή γέλτσιν;»- απαντούσε αυθόρμητα από μόνος του: σπανακόρυζο. Χίλιες φορές σπανακόρυζο, παρά αυτούς. Κι έτσι αποτύπωνε άριστα την πολιτική λογική μας στο δεύτερο γύρο των περιφερειακών εκλογών και τα διάφορα εκβιαστικά ψευτοδιλήμματα.
Τι πλαστήρας τι παπάγος. Σπανακόρυζο..!

Σε κάποια φάση τα διλήμματα μετατρέπονταν σταδιακά σε τριλήμματα, όπου δεν χρειαζόταν πάντα να διαλέξεις, απλώς θαύμαζες τον αριστοτέχνη δημιουργό τους και τα ευρήματά του. Πχ…
Του ηρακλή το άγαλμα φέρε πίσω προδότη; (γκορμπατσόφ)
Διώχνουν οι αστοί το σαμαρά και φέρνουν αντσελότι;
Ή κάνε την πλατφόρμα πάλι πρώτη παναώτη παναώτη; (για το λαφαζάνη και την αριστερή πλατφόρμα).
Ας δούμε κι ένα άλλο, κάπως καλύτερο.
Διαλύθηκε ο συνασπισμός, χαρές και ντάμπα-ντούμπα;
Αιώνια δόξα και τιμή, μέγα πατρίς λουμούμπα;
Ή στον ουρανό εφοδεύουμε, φωνάζοντας κουτσούμπα;
Εναλλακτικά θα μπορούσε ο πρώτος στίχος να έχει διαφορετική διατύπωση, πχ: νέο κόμμα έγινε ο σύριζα, με σήμα κωλοτούμπα. Ή να είχαμε ένα άλλο στίχο για την αλέκα που διαβάζει HUMBA! κτλ.

Η μεγάλη αδυναμία της εκπομπής ήταν ο πληρωμένος κονδυλοφόρος του βαρδινογιάννη, κώστας γκόντζος και οι συγκριτικές παρομοιώσεις που επιχειρούσαν να αποτυπώσουν το μέγεθος της αξίας του και το αγεφύρωτο χάσμα που τον χώριζε από τους άλλους. Για παράδειγμα:
Αν ο κώστας γκόντζος ήταν το Κεφάλαιο του μαρξ, εσείς θα ήσασταν οι οικονομικές αναλύσεις του δραγασάκη κι η θητεία του στο υπουργείο επί ζολώτα. Κι αν ο γκόντζος ήταν η επαναστατική σκέψη του λένιν, εσείς θα ήσασταν η σκέψη του χαρκοβίτη στον εργατικό αγώνα και τα άρθρα του ρούση στην ελευθεροτυπία.
Ή αν ο γκόντζος ήταν ο τσε που ήταν ρεαλιστής, επιδιώκοντας το αδύνατο, εσείς θα ήσασταν ο εφικτός σοσιαλισμός του μιτεράν και ο πολιτικός ρεαλισμός του τσίπρα. Αλλά αν ο κώστας γκόντζος ήταν η αφάνα του σάββα μιχαήλ, εσείς θα ήσασταν η σημαδεμένη φαλάκρα του γκορμπατσόφ και το πράσο μαλλί της ζωής κωνσταντοπούλου. Και αν…

Πολλές φορές η εκπομπή έδινε ερωτικές συμβουλές σε απελπισμένους ακροατές που ήθελαν να ρίξουν την κοπέλα που είχαν ερωτευτεί ή σε λιγούρια που ήθελαν να τη ρίξουν απλώς στο κρεβάτι. Και μια φορά ρώτησε κάποιος τι να κάνει για να ρίξει μια δικιά μας, από τον ευρύτερο κινηματικό «αριστερό» χώρο. Οπότε κάποιοι του απάντησαν «σωκράτη-θανάση». Κάποιοι άλλοι παραδοσιακοί, βασίλη παπακωνσταντίνου –τα παλιά. Ενώ κάποιοι τρίτοι είπαν πως υπάρχουν πολλές διαβαθμίσεις στον χώρο και πρέπει να γίνει πιο συγκεκριμένος, για να του προτείνουν τα κατάλληλα ακούσματα.
Αλλά η ομήγυρη κατέληξε στο σοφό συμπέρασμα πως δεν υπάρχει τίποτα πιο ρομαντικό για μια συντρόφισσα από το τραγούδι της δημητριάδη «μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά», για να την ξυπνάς το πρωί, να της το τραγουδάς και να την χαϊδεύεις. Μεγάλη αλήθεια…

Ενδιαφέρον είχαν και τα ψευδώνυμα που διάλεγαν οι ακροατές και τα οποία βασίζοντας συνήθως σε ένα λογοπαίγνιο. Κάποιος πχ είχε εμπνευστεί απ’ την ηρωική μορφή του αρτούρ λεκμπέλο (αλβανός αμυντικός του άρη στη δεκαετία του 90) και είχε κατοχυρώσει το ψευδώνυμο: ο λεκμπελογιάννης ζει! Ενώ πολύ συχνός σχολιαστής της εκπομπής ήταν και ο μεταλλεργάτερ, που έχω βάσιμες υποψίες ότι παίζει να είναι ο τοτέμ. Ο οποίος επίσης αν δεν κάνω λάθος είναι η φωνή στην επική διασκευή ενός παλιού, γνωστού τραγουδιού της βόσσου «πού να βρω έναν γουνδουλάκη». Και μόλις τελείωσε την ηχογράφηση, πανηγύριζε «άντεξα ρε μαλάκες, άντεξα…» (σσ να μη σκάσει στα γέλια, όση ώρα έλεγε τους στίχους και τραγουδούσε).

Αν θέλετε να πάρετε κι εσείς μια γεύση από φαϊτκλαμπικό τρολάρισμα, μπορείτε να θυμηθείτε αυτή την ανάρτηση και τα εμπνευσμένα σχόλια (1,2) του φανατικού θαυμαστή. Με την ευκαιρία να δώσω αναδρομικά μια απάντηση και στον ΠΔ, πως αν μπορούσα να επέλεγα τους σχολιαστές του μπλοκ, θα ζούσαμε όλοι πιο ευτυχισμένοι και θα υπήρχαν περισσότερα σχόλια φαϊτκλαμπικού τύπου. Αλλά δυστυχώς δε ζούμε σε έναν τέλειο κόσμο κι εγώ δεν έχω τέτοιες μαγικές ικανότητες, οπότε πορευόμαστε με ό,τι έχουμε..

Στην αρχή τα μηνύματα τα διάβαζε μόνο ο τσαούσης, που ήταν πολύ επιλεκτικός και είχε εξελιχθεί σε σατράπη των sms που τον κυνηγούσαν σαν ερινύες οι αδικοχαμένες ψυχές των μηνυμάτων που δε διάβαζε. Και λόγω του επιθέτου, του βγήκε το προσωνύμιο τσαουσέσκου! Και κάπου εκεί χαμογελάς αμήχανα κι αναλογίζεσαι, εμείς με ποιον είμαστε.
Αφού η ρουμανία ήταν λαϊκή δημοκρατία, και αυτά είναι κλασικά αντικομμουνιστικά αστειάκια, που τα ‘χουμε φάει με το κουτάλι. Ναι αλλά εκεί είχαν ακόμα βασιλιά και μια σειρά φεουδαρχικά σχεδόν κατάλοιπα, που απείχαν πολύ από το σοσιαλισμό που ονειρευόμαστε –και από αυτόν που γνωρίσαμε ακόμα. Κι ο τσαουσέσκου είχε τάσεις αυτονομίας από τους σοβιετικούς, γι’ αυτό και ήταν πουλέν για το κκε εσωτερικού. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της αυτονομίας του όμως, δεν ήταν απλή υπόθεση να το ρίξουν όταν έδωσε σήμα ο γκορμπατσόφ για τις άλλες λδ της ευρώπης (το σωτήριο έτος 89’)· κι έτσι αναγκάστηκαν να σκηνοθετήσουν την ιστορία με τις εκατόμβες και τους μαζικούς τάφους και να τον εκτελέσουν ανήμερα χριστουγέννων, σαν καλοί χριστιανοί που ήταν. Ναι αλλά το πγ είχε βγάλει τότε ανακοίνωση που χαιρέτιζε την πτώση του δικτάτορα και την αφύπνιση του ρουμάνικου λαού. Σκέψου όμως ποιοι ήταν τότε στο πγ και βασικά τι πολιτική κατεύθυνση είχε πάρει εκείνη την περίοδο.
Οπότε εμείς είμαστε…

Εμείς βασικά είμαστε με το βαϊμάκη, τον τίμιο χετταίο (εκ της χαίτης αλά τσαουσόπουλος που έτρεφε για ένα διάστημα) γίγαντα με τη γιγάντια μύτη και τις τεράστιες ατάκες. Που ήταν τίμιος, γιατί τη μαύρη δεκαετία του 90’ είχε γράψει σε ένα λάιφ-στάιλ έντυπο ένα χυδαίο άρθρο για τα 80’ς –τη δεκαετία που δεν υπήρξε ποτέ! Αλλά στη συνέχεια αναγνώρισε έντιμα το λάθος του και έκανε έμπρακτα την αυτοκριτική του με μια ειδική εκπομπή-αφιέρωμα στη δεκαετία με τις βάτες, που την παρομοίωσε με μια παλέτα γεμάτη χρώματα, ατάκτως ερριμμένα. Κι όταν ένα μήνυμα του θύμισε εκείνο το άρθρο, το έκανε γαργάρα, στα πρότυπα της επιλεκτικής γκλάσνοστ του γκόρμπι από την αγαπημένη δεκαετία.

Όταν η εκπομπή μετακόμισε από την ερα σε ιδιωτικό σταθμό, νιώσαμε λίγο σαν υπήκοοι της ddr, που το κράτος της εκπαιδεύει κι αναδεικνύει τα καλύτερα ταλέντα, για να ‘ρθουν οι καπιταλιστές από το δυτικό βερολίνο να τα δελεάσουν με χρήματα και να μας τα πάρουν. Και νιώσαμε την ανάγκη να χτίσουμε από την αρχή ένα μεγάλο τείχος, σαν κι αυτό που μας εμπόδιζε (εμάς στη λδ του βορρά) να ακούμε την εκπομπή τους –το διαδίκτυο δεν ήταν ακόμα τόσο διαδεδομένο εκείνα τα χρόνια. Και τώρα που μάλλον τα έσπασαν με το σταθμό του χελάκη δεν υπάρχει πια καμία ερα σπορ και καμία λδγ για να τους επαναπατρίσει.

Το τέλος της εκπομπής τους ήρθε κεραμίδα στο κεφάλι, σαν το τέλος της ιστορίας, γκρεμίζοντας ένα μικρό (σοσιαλιστικό) κόσμο μέσα μας. Ένας βίαιος κι αναγκαστικός αποχαιρετισμός στα φοιτητικά μας χρόνια και τον αιώνιο φοιτητή που εμφιλοχωρεί ακόμα στο υποσυνείδητο. Αποχαιρετισμός στα όπλα (κι ας μην είχαν τα παιδιά το πολιτικό υπόβαθρο να βάλουν σα λογοπαίγνιο θηλυκό άρθρο στα όπλα) και τον παιδικό μας αριστερισμό, με τις πιασάρικες ατάκες από το αμφιθέατρο. Και το αντίο αυτό δε σήμανε καμία απολύτως ωρίμανση και πέρασμα στην επόμενη φάση (κι όχι στάδιο, γιατί δεν ασπαζόμαστε τη θεωρία τους). Απλώς άφησε πίσω ένα μεγάλο κενό που δεν ξέρουμε πώς και με τι να το αναπληρώσουμε. Πού να βρούμε έναν γουνδουλάκη, αφού κι εσύ έχεις εξαφανιστεί…

Αφιερωμένο στον πιο παλιό, που πάλιωσε πολύ μάλλον και έχει αρχίσει να ξεχνάει. Στα 32 καίγεται.

Υγ: πρώτα ο γύρος του μάκη, μετά το σοκολατούχο γάλα της αγνό και τώρα αυτό… Πόσα ακόμα χτυπήματα μαζεμένα μας έχει ορίσει η μοίρα;

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Ο παίκτης του εικοστού πρώτου αιώνα

Με αφορμή τον χτεσινό φιλικό αγώνα άρης-λιμόζ προς τιμήν του νίκου γκάλη στο αλεξάνδρειο, που κάποτε πρέπει να πάρει το όνομά του (σσ: τελικά η πολιτεία εδέησε να το ανακοινώσει χτες, το κείμενο όμως είχε γραφτεί νωρίτερα), η κε του μπλοκ σκέφτηκε να καταγράψει μερικές σχετικές σκέψεις και συνειρμούς.

Για τον γκάλη και τη σημασία του στο ελληνικό, αθλητικό στερέωμα μπορείτε να διαβάσετε εδώ κάποια πολύ ωραία κείμενα του βασίλη σκουντή, ή ένα συνοπτικό του salot sor σε πιο ερασιτεχνικό επίπεδο. Εγώ από τη δική μου πλευρά το μόνο που θα είχα να προσθέσω είναι ότι νιώθω τυχερός που πρόλαβα να τον δω, έστω και προς το τέλος της καριέρας του, να παίζει μπάσκετ στον άρη. Και ξέρω πολύ καλά πως αυτός ήταν ο βασικός λόγος που έγινα αρειανός, αν και μεγάλωσα στην τούμπα. Που τα ξαδέλφια μου στη γλυφάδα δήλωναν κι αυτοί αρειανοί για κάποιο διάστημα, πριν γίνουν ολυμπιακός. Που η συχωρεμένη η γιαγιά μου δεν ήξερε μεν τι χρώμα έχει η κίτρινη κάρτα στο ποδόσφαιρο, αλλά δε θα έχανε κρίσιμο αγώνα του άρη και της εθνικής στο μπάσκετ. Που στο σχολείο συζητούσαμε για τα ντέρμπι με τον παοκ δέκα μέρες πριν και δέκα μετά τον αγώνα. Και που χωριζόμασταν να παίξουμε αρειανοί-παοκτσήδες κι αυτοί σχεδόν ντρεπόντουσαν να πουν τι ομάδα είναι και ερχόντουσαν με την ομάδα μας –κι όποιος θέλει το πιστεύει.

Ο σοβιετικός γκομέλσκι είχε πει ότι ο γκάλης είναι ο παίκτης του εικοστού πρώτου αιώνα· την ίδια περίπου περίοδο που ο μίμης ανδρουλάκης επισκεπτόταν τη σοβιετία κι έγραφε για το σοσιαλισμό στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα. Αλλά είναι εντελώς αμφίβολο αν θα μπορούσε να σταθεί σήμερα, με το σύγχρονο τρόπο παιχνιδιού, κάποιος παίκτης με το στιλ του γκάλη, που έδινε πάντα παράσταση για ένα ρόλο –για το σοσιαλισμό του μίμη και των ομοίων του, δεν το συζητάμε καν.

Ένας έλληνας προπονητής, ο «κίτσος» διαμαντόπουλος, είχε πει για το άδοξο τέλος της καριέρας του γκάνγκστερ: «εδώ δικάσαμε τον κολοκοτρώνη, ο γκάλης θα γλίτωνε;». Και έχει δίκιο μες στην υπερβολή του ο κίτσος, αλλά ξεχνά μια πολύ σημαντική παράμετρο. Αυτός ακριβώς είναι ο επαγγελματικός αθλητισμός και δεν καταλαβαίνει από συναισθήματα κι αχαριστίες. Κι ένας από τους επαίνους που συνηθίζουν να επιδαψιλεύουν στον γκάλη είναι ότι αυτός πρωτόφερε στην ελλάδα τη νοοτροπία του επαγγελματία. Που μπορεί να σημαίνει πχ, πλάι στα άλλα, ότι θα ήθελε να υπογράψει το καλύτερο συμβόλαιο, ή να κάνει τη διαφήμιση του αγνό -που συγκαταλέγεται στο πάνθεον του καλτ μαζί με μια άλλη του φάνη χριστοδούλου.

Κάπου την έχουμε πάρει λάθος όμως την ιστορία με την επαγγελματική νοοτροπία του αθλητή. Σκοράρει πχ ο τάδε παίκτης απέναντι στην παλιά του ομάδα που τον ανέδειξε κι αρχίζουν αμέσως τα κλισέ: «τη σκότωσε, γιατί την αγαπούσε» και «είναι σωστός επαγγελματίας». Μα αν το βλέπεις ως επάγγελμα, γι’ αυτό ακριβώς πληρώνεσαι: για να σκοράρεις. Πού είναι λοιπόν το περίεργο για να γίνει είδηση; Τη διαφορά δεν την κάνει ότι είσαι μισθοφόρος και σκόραρες, αλλά ότι αγαπάς την παλιά σου ομάδα και δε θέλεις να το πανηγυρίσεις. Αλλιώς γιατί να συγκινηθεί ο κόσμος; Που τη σκότωσες γιατί την αγαπούσες; Αν ήταν έτσι θα καθόταν σπίτι του και θα ‘βλεπε σίριαλ ή ειδήσεις στην τηλεόραση.

Η αυτοκρατορία του άρη χτίστηκε σε μια πόλη που δεν είχε τα λεφτά της αθήνας, και σε μια εποχή που στο ποδόσφαιρο πήραν τίτλους η αεκ, ο παοκ, η λάρισα –κι αν συμπεριλάβουμε τα κύπελλα, η καστοριά και ο οφη. Ήταν δηλ μια αθλητική εκδοχή της εποχής της ανόδου των μη προνομιούχων, που φυσικά δε μπορούσε να κρατήσει επ’ άπειρο και θα κατέληγε νομοτελειακά στη συγκέντρωση τίτλων σε λίγα χέρια. Σήμερα μιλάμε ουσιαστικά για ανταγωνισμό μεταξύ… μιάμισης ομάδας, της εξής μίας: οσφπ. Όπου και αυτό ακόμα το τέως ποκ χτυπήθηκε από την ανισόμετρη ανάπτυξη, και πρακτικά διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη: η αεκ υποβιβάστηκε, ο παναθηναϊκός βολοδέρνει, και ο ολυμπιακός έχει το (κρατικό) μονοπώλιο στα πρωταθλήματα.

Η ρομαντική νοσταλγία εκείνης της εποχής έχει κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Η αυτοκρατορία του άρη κατέρρευσε σχεδόν ταυτόχρονα με τη σοβιετική αυτοκρατορία του κακού, όπως τη βάφτισε η δυτική προπαγάνδα και συνέπεσε με την τελευταία χρονιά του μαραντόνα στη νάπολι και τους τελευταίους καλούς δίσκους του χάρρυ κλυνν και του βασίλη παπακωνσταντίνου. Όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μας, μιας ανατροπής μύριες έπονται.

Εξάλλου η πολιτική λογική του μικροαστού και της παθητικής αναμονής ενός μεγάλου ηγέτη που θα έρθει να τα αλλάξει όλα, παραπέμπει ακριβώς στο στιλ παιχνιδιού εκείνης της εποχής και τη μαγεία του γκάλη. Μόνο που αν περιμένει κανείς σήμερα από κάποιον παίκτη να βάζει σαράντα και πενήντα πόντους σε κάθε αγώνα και να τους καθαρίζει όπως ο γκάλης, θα ήταν σα να ‘χε την προσδοκία από τη νδ και το σύριζα να πάρουν 45% και να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ή από το κουκουέ να πάρει την εξουσία μέσω μιας κυβέρνησης του μετώπου ή της λαϊκής συμμαχίας Αυτά πλέον όμως δε γίνονται ούτε ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
The eye of th tiger και... τα φρύδια του καραμανλή

Η άλλη όψη του νομίσματος της μικροαστικής νοσταλγίας για τον χαμένο παράδεισο, είναι ο άκρατος θαυμασμός για το εξωτερικό, όπου όλα είναι υπέροχα. Εκεί έχουν οργάνωση, ανταγωνιστικές ομάδες, σαν τις επιχειρήσεις τους, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του παιχνιδιού και της οικονομίας, θέαμα και σπουδαίους (πολιτικούς) παίκτες, καλές διαιτησίες και ελάχιστη διαφθορά. Μέχρι που σκάει το σκάνδαλο της ζίμενς κι αυτό με τους στημένους αγώνες στη γερμανία κι η πραγματικότητα χαμογελά ειρωνικά στα στερεότυπά μας για τα λαμόγια που ανθούν τάχα μόνο στο ελληνικό ποδόσφαιρο και για τον καπιταλισμό που ουδέποτε είχαμε κι αναπτύξαμε στην καθυστερημένη χώρα μας.

Η λαμογιά όμως είναι σύμφυτη με τον επαγγελματικό αθλητισμό, τον καπιταλισμό ειδικά και τις ταξικές κοινωνίες εν γένει –όπως ακριβώς τα εμπορεύματα προϋπήρχαν του καπιταλισμού, αλλά μόνο στην κεφαλαιοκρατία υπάρχει γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή. Και αρχικά θα μας πάρει πολύ καιρό να εξαλείψουμε αυτό το κατάλοιπο στην κοινωνία του μέλλοντος –ιδίως εφόσον κληθούμε να την οικοδομήσουμε παράλληλα με το αντίπαλο στρατόπεδο. 
Ενώ η συγκέντρωση τίτλων σε λίγα χέρια δεν είναι ελληνικό προνόμιο, αλλά νομοτελής τάση τόσο στα εθνικά πρωταθλήματα, όσο και στις μεγάλες διεθνείς οργανώσεις, όπου πρωταγωνιστούν σταθερά οι ίδιες πάντα ομάδες.

Κάποτε κατηγορούσαν τους κομμουνιστές πως θα έρχονταν να μας πάρουν τα σπίτια και τις γυναίκες –που δεν είχαμε. Σήμερα όμως που η κίτρινη κερκίδα τραγουδά δεν έχω σπίτι, δεν έχω δουλειά, δεν έχω γκόμενα, δεν έχω λεφτά, χρειάζεται κάτι πιο δραστικό για να στρατολογήσει τους οπαδούς στη λούμπεν αρμάδα και τους ιδιωτικούς στρατούς των προέδρων. Δεν είναι πια μακριά ο καιρός που οι διάφοροι κινδυνολόγοι θα φοβίζουν τον (φίλαθλο) κόσμο λέγοντάς του ότι θα ‘ρθουν οι κομμουνιστές να του πάρουν το όπιο και τους καναπέδες· ή το στοίχημα και το τσάμπιονς λιγκ. Ενώ οι πίτσες κι οι μπίρες θα διανέμονται σποραδικά με δελτίο.

Αλλά αν κάποιος αγαπά πραγματικά τον αθλητισμό. Αν σιχάθηκε τον τζόγο, τους χορηγούς και τα σικέ παιχνίδια. Αν βαρέθηκε τους σωτήρες μεγαλοεπενδυτές που κάνουν λεζάντα εις βάρος της ομάδας· και τη γλυκιά ουτοπία των ομάδων λαϊκής βάσης με καθεστώς αυτοδιαχείρισης. Αν θέλει να βλέπει γήινους αθλητές, χωρίς υπερφυσικά προσόντα κι εξωπραγματικά ρεκόρ. Αν θέλει να δει παίκτες που να αγωνίζονται για τη φανέλα και να μπορεί να ταυτιστεί μαζί τους. Αν θέλει να έχει ένα πραγματικά συναρπαστικό πρωτάθλημα, όπου τίποτα δε θα είναι προκαθορισμένο κι όλοι θα έχουν πιθανότητες να το κατακτήσουν. Αν θέλει δηλ να ξαναβρεί την χαμένη χαρά του παιχνιδιού και το θέαμα, μακριά από τη στείρα σκοπιμότητα του αποτελέσματος και της πάση θυσία νίκης…

...τότε πρέπει να παλέψει για να πάρουν πόδι τα μεγάλα συμφέροντα που λυμαίνονται τον χώρο και την καψούρα του για το αντικείμενο. Κι έχει αγώνα αύριο. Να αλλάξει τον κόσμο και μαζί τον σύγχρονο αθλητισμό, γιατί το χρειάζονται.

Δευτέρα 18 Μαρτίου 2013

Χαίρε βλάκα

Μετά το ναζιστικό χαιρετισμό του κατίδη και το σχετικό ντόρο που προκάλεσε, άνοιξε μια κουβέντα που θυμίζει το κλασικό δίλημμα για τους κατηγορούμενους στο δικαστήριο: ένοχος ή βλαξ; Είναι δηλ όντως φασίστας ή απλώς ένα ανόητο εικοσάχρονο παιδί, που δεν ξέρει τι κάνει και θα είναι λάθος να το χαρίσουμε στους χρυσαυγίτες;

Και γιατί να αποκλείει το ένα το άλλο; Ουδέν ψευδέστερον του ψευδοδιλήμματος. Ποιος μας είπε ότι οι φασίστες (και η πανέξυπνη ηγεσία τους) στρατολογούν κατά κανόνα ευφυή άτομα; Είναι μήπως τέτοια δείγματα το περιβόητο εγέρθουτου και το βιντεάκι με τον αλησμόνητο «δρώμενα»; Τι αποδείξεις έχουμε για το δείκτη νοημοσύνης των μελών και των ψηφοφόρων της χρυσής αυγής; Πόσο έξυπνος μπορεί να είναι πχ όποιος πιστεύει ότι οι μετανάστες μας κλέβουν τις δουλειές κι ευθύνονται για τις στρατιές των πτυχιούχων ανέργων –γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, εκπαιδευτικών, και τόσων άλλων; Πόση ευφυία μπορεί να διαθέτει κάποιος που φώναζε στις πλατείες «οι τριακόσιοι στο γουδί», τσουτσουρώνει με τους «300» στο γυαλί και πηγαίνει στο γήπεδο να δει την εθνική ντυμένος αρχαίος έλληνας, για να αποδείξει ότι είναι εθνικά περήφανος και βουκεφάλας με περικεφαλαία, κατά το κοινώς λεγόμενο.

Ο φασισμός είναι η οργανωμένη έκφραση της αποβλάκωσης που γεννά «αυθόρμητα» και μαζικά ο καπιταλισμός στους χώρους παραγωγής και στο πολιτικό εποικοδόμημα, με τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς.
Στρατολογεί αφελείς και ταξικά ασυνείδητους, που θεωρούν μαγκιά τους... αρχαιοελληνικούς χαιρετισμούς και το νταηλίκι στους μελαψούς και γενικώς τους αδύνατους, για να ισοφαρίσουν κάπως τις φάπες που τρώνει στους άλλους τομείς της ζωής τους.

Διαμορφώνει πιστά κι υπάκουα ανθρωπάκια, χωρίς κριτική ικανότητα, που βγαίνουν στην αρένα σαν τον κατίδη και χαιρετάν πειθήνια τις αρχές στην εξέδρα των επισήμων: χαίρε καίσαρα, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν και είναι έτοιμοι να τους σφάξεις να αγιάσουν, ή αλλιώς να σφαχτούν αναμεταξύ τους, με αλάνθαστο ταξικό κριτήριο.

Πατάνε στην υποκρισία του αστικού πολιτικού κόσμου και προβάλλουν ως η «αδιάφθορη εναλλακτική» σε φαιδρά πρόσωπα σαν τον ιωαννίδη, που έβγαλε λάδι με την ψήφο του τον θρασύδειλο κασιδιάρη και τους ψευτοτσαμπουκάδες του, για να καταδικάσει μετά τις ακρότητες, με αφορμή το... λάθος του κατίδη –έχουν αποστηθίσει τη θεωρία των άκρων, και την πετάνε «εκ παραδρομής» κι εκεί που δεν ταιριάζει.
Αλλά μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό με το σύστημα που υποτίθεται πως αντιπαλεύουν, γιατί είναι σάρκα από τη σάρκα του. Όπως η διορθωτική δήλωση του μετανοημένου κατίδη, «εγώ σιχαίνομαι το φασισμό», που αντιγράφει πιστά το απαράμιλλο «σιχαίνομαι το μνημόνιο» του άδωνη γεωργιάδη, που το ψήφισε και με τα δύο χέρια.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η βλακεία του κατίδη, που είναι ανιστόρητος κι απολίτικος. Το πρόβλημα είναι ότι το ανιστόρητο απολιτίκ έγινε τρόπος ζωής και τροφοδότησε το φασισμό, που θέριεψε πατώντας πάνω στην ανεμελιά μας.
Το θέμα δεν είναι ότι ο κατίδης δε γνώριζε την προσφυγική ιστορία της ομάδας του και πανηγύρισε το γκολ που πέτυχε σα να ‘ταν ποδοσφαιριστής της λάτσιο. Αλλά ότι τα παιδιά της ηλικίας του τέλειωσαν το σχολείο, χωρίς να μάθουν την ιστορία της πραγματικής αντίστασης, τι ήταν ο φασισμός και ποιος τον προώθησε, γιατί είναι θέμα ταμπού και μένει εκτός ύλης. Και γαλουχήθηκαν φωνάζοντας το σύνθημα «δε θα γίνεις έλληνας ποτέ, αλβανέ...» λίγους μήνες μετά την κατάκτηση του euro.

Η ουσία δεν είναι αν αγνοούσε ο κατίδης την αριστερή ιδεολογία του προπονητή του, που έρχεται από μια χώρα που έζησε από πρώτο χέρι την τραγωδία του ναζισμού. Εντάξει ο λίνεν μπορεί να φτάνει μέχρι ντι λίνκε, αλλά στέκει στον αντίποδα της πολιτικής ξεφτίλας με αριστερό προσωπείο της δημαρ, με τις επιλεκτικές ευαισθησίες και την αμέριστη πολιτική κάλυψη που παρέχει στην κυβέρνηση της δικτατορίας των μονοπωλίων. (Αποφεύγω με δυσκολία να σχολιάσω την αντίστοιχη ανακοίνωση του σύριζα με την αναφορά στο ταξίδι της αεκ στο βελιγράδι εν μέσω νατοϊκών βομβαρδισμών και τη στάση του συν εκείνη την περίοδο).

Το βασικό δεν είναι οτι οι ποδοσφαιρικές αρχές έθεσαν τον κατίδη εκτός συλλόγου κι εθνικών ομάδων, για να τον τιμωρήσουν, και τον ανάγκασαν να προβεί σε φτιαχτές «δηλώσεις μετανοίας» και μεταμέλειας, μήπως και σώσει επαγγελματικά το τομάρι του. Το βασικό είναι ότι ενδιαφέρονται μόνο για τη βιτρίνα του αθλήματος-προϊόντος που πουλάνε, ενώ εκκολάπτουν το αυγό του φιδιού στους ιδιωτικούς στρατούς των οπαδικών συνδέσμων, που γίνονται στέκια οργανωμένης αποχαύνωσης και διακίνησης ουσιών.

Το βασικό είναι πως ο μη αστικός μύθος λέει ότι κάποτε είχαμε οργάνωση βάσης στη θύρα τέσσερα και κόβα ποδοσφαιριστών στον ηρακλή του χατζηπαναγή και του κωφίδη. Ενώ σήμερα οι σύνδεσμοι έγιναν –πλην εξαιρέσεων,όπως η original που έβγαλε πολύ σωστή ανακοίνωση  - άντρα της μαύρης αντίδρασης κι εξαντλούν συχνά τον προοδευτισμό τους σε μερικά πανό και παιδιάστικες καυχησιές του τύπου: δεν αφήσαμε να μπουν οι μπάτσοι μέσα.
(Ένα τυπικό δείγμα αυτής της λογικής μπορείτε να δείτε σε αυτήν τη συνέντευξη του γιώργου ρούση, φορέα του οπαδικού παλιμπαιδισμού και της παιδικής αρρώστιας του κομμουνισμού, ως πολιτικό του αντίστοιχο).

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι ο κατίδης. Αυτός είναι εικόνα της κοινωνίας και της μοιάζει –όπως και το ποδόσφαιρο συνολικά άλλωστε. Μια κοινωνία που ήταν σε μεγάλο ποσοστό χρυσή αυγή, χωρίς να το ξέρει και πριν την ανακαλύψει. Κι αν δεν την είχε ανακαλύψει, θα μπορούσε να την επινοήσει μόνη της από την αρχή. Εκεί βρίσκεται η ενοχή κι εκεί χρειάζεται η έμπρακτη καταδίκη.

Ποιος είναι λοιπόν ο πραγματικός ένοχος;
Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι του συστήματος που δημιουργεί τον κατίδη και κάθε κατίδη, γιατί τον έχει ανάγκη, για να διαιωνίσει την κυριαρχία του. Με άλλα λόγια, αυτή η στάνη αυτό το τυρί βγάζει. Ή που το καταλαβαίνουμε και παύουμε να είμαστε σαν πρόβατα επί σφαγή για να αλλάξουμε τα πράγματα, ή αλλιώς συνεχίζουν να μας αρμέγουν κανονικά και περιμένουμε να εμφανιστεί με μαθηματική ακρίβεια ο επόμενος κατίδης κι η επόμενη παπαχρήστου, για να επιδείξουμε τις αναμφισβήτητες δημοκρατικές μας ευαισθησίες.
Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Σπορτ-Ματ*

Η σχέση του αθλητισμού με τον ιστορικό υλισμό

Λένε ότι το ποδόσφαιρο είναι ο καθρέφτης της ζωής. Καθρέφτης σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω, όπως έλεγε η ιερόδουλη στο ναυάγιο της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Αν το δούμε από αυτό το πρίσμα, η περίφημη φράση του Όσιμ, η μπάλα είναι πόρνη, αποδίδει στη στρογγυλή θεά εξ αντανακλάσεως ίσως, την ιδιότητα που συνηθίζουμε να αποδίδουμε στην ίδια τη ζωή. Την οποία όμως συνεχίζουμε να αγαπάμε, κατά το γηπεδικό «όσο μας πληγώνεις, τόσο μας πωρώνεις».

Η ζωή είναι στρογγυλή, απρόβλεπτη, χτυπάει στο δοκάρι και διαψεύδει τα μεγάλα όνειρα για λίγα εκατοστά. Πολλές φορές κυλάει βαρετά, σα στημένο παιχνίδι, με προκαθορισμένους ρόλους και ταξικά όρια για τον καθένα. Με μπόλικο κατενάτσιο και διαρκή αντίσταση, για να μη μας πάρουν πίσω τα κεκτημένα. Χιμαιρικές αντεπιθέσεις, όπου συνήθως δεν κατεβάζουμε πολύ κόσμο στην αντίπαλη περιοχή -κι αν το κάνουμε, δεν έχουμε επιτελικό σχέδιο για να σκοράρουμε. Αλλά κι ελάχιστες στιγμές χαράς κι ικανοποίησης, κάτι σαν γκολ της τιμής στο τέλος. Παραφράζοντας το γνωστό ορισμό του Λίνεκερ για το ποδόσφαιρο, θα λέγαμε ότι η ζωή είναι ένα παιχνίδι με διάφορες κοινωνικές τάξεις που έρχονται αντιμέτωπες και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι εκμεταλλευτές. Ενώ το γκολ παραμένει άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους. Ακόμα κι οι καλύτεροι επιθετικοί σπάνια έχουν καλύτερο ποσοστό ευστοχίας από ένα γκολ ανά επτά τελικές προσπάθειες, κατά μέσο όρο. Κι είναι εντελώς αμφίβολο ότι η ζωή θα μας δώσει τόσες ευκαιρίες.

Ας το πάρουμε αντίστροφα. Τα περισσότερα σύγχρονα ομαδικά αθλήματα αποτελούν μετουσίωση αρχέγονων ενστίκτων και προσομοιώνουν στις σημερινές συνθήκες το πρωτόγονο κυνήγι. Γι’ αυτό και ο κοινωνιολόγος Ντέσμοντ Μόρις έδωσε στη μελέτη του για το άθλημα τον τίτλο: «Η φυλή του ποδοσφαίρου».
Η φυλή είναι η ομάδα που συνεργάζεται για να φτάσει στον στόχο και να πετύχει την αντίπαλη εστία που συμβολίζει το θήραμα. Το οποίο στέκεται ακίνητο, αλλά αυτό αντισταθμίζεται από τον τερματοφύλακα και τους αμυντικούς που το προστατεύουν κι αυξάνουν το βαθμό δυσκολίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι εμείς αποκαλούμε κυνηγό στα ελληνικά, τον παίκτη που αγωνίζεται στη θέση του κεντρικού επιθετικού –σέντερ φορ.

Παράλληλα το ποδόσφαιρο έχει ενσωματώσει μια σειρά χαρακτηριστικά που καθρεφτίζουν τη σημερινή ταξική κοινωνία. Τον καταμερισμό ρόλων στην ενδεκάδα που θυμίζει τον καταμερισμό εργασίας στην παραγωγή. «Ταξικές» διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιθετικών που προσφέρουν γκολ και θέαμα και των περιφρονημένων αμυντικών. Αλλοτρίωση του παίκτη που γίνεται γρανάζι μιας συστηματοποιημένης μηχανής, χωρίς φαντασία και πρωτόβουλο πνεύμα. Κι επιστασία της ομάδας από τον προπονητή, που έχει διευθυντικό δικαίωμα πάνω στους παίκτες και μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους μεταθέσει στον πάγκο, ή στην κερκίδα.

Παρά τις εσωτερικές διακρίσεις και τα ιεραρχικά της χαρακτηριστικά, μια οργανωμένη ομάδα είναι ανώτερη από ένα άναρχο μπουλούκι που παίζει χύμα για την χαρά της συμμετοχής, περίπου όπως οι οργανωμένες ταξικές κοινωνίες ήταν ανώτερες από τις πρωτόγονες αγέλες. Αλλά το ζητούμενο παραμένει η διαλεκτική υπέρβαση, το «οργανωμένο χάος». Μία ομάδα που να καταργεί τις θέσεις μες στο γήπεδο, όπως ο Άγιαξ των 70’ς και να επανεφεύρει την χαμένη χαρά του παιχνιδιού, όπως η Μπαρτσελόνα. Με τον ίδιο τρόπο που η εργασία στον κομμουνισμό δε θα στοχεύει στους δείκτες παραγωγής, αλλά αποκλειστικά στην χαρά της δημιουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αναλυτές των αστικών μέσων ονόμασαν αυτό το στιλ παιχνιδιού ολοκληρωτικό –total football- προκειμένου να το σπιλώσουν και να δυσφημήσουν την ουσία του.

Η ιστορική πορεία του ποδοσφαίρου είναι παράλληλη με αυτήν του καπιταλισμού. Ξεκίνησε στην Αγγλία, τον καιρό που ο Μαρξ μελετούσε την οικονομία της κι έγραφε το Κεφάλαιο. Είδε την χώρα που το γέννησε να χάνει τα σκήπτρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο, αλλά να κρατάει τον αυτοκρατορικό μεγαλισμό, παρά την παρακμή της –όπως και στην πολιτική. Και τα μεγάλα ευρωπαϊκά κλαμπ να κλέβουν ταλέντα και πρώτες ύλες από τον Νέο Κόσμο της (Λατινικής) Αμερικής, για να βγάλουν οικονομικά κι αγωνιστικά οφέλη.

Το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο αναδύει τη σαπίλα του συστήματος. Κακό θέαμα, λίγα γκολ, στημένοι αγώνες, τζόγος, βία, αναβολικά, μπράβοι, λαμόγια, ραντεβού θανάτου, διαιτητές, ξέπλυμα χρήματος κ.ά. Το κοινοτικό κεκτημένο χάνεται μαζί με το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, την κοινή ώρα έναρξης των αγώνων, τις κοιλίτσες των παικτών που πρέπει να έχουν προδιαγραφές υπεραθλητών για να σταθούν σε κορυφαίο επίπεδο, και τη φωνή του Μανόλη Μαυρομάτη. Σήμερα οι εκφωνητές κι οι παίκτες μοιάζουν να έχουν βγει –με ελάχιστες εξαιρέσεις- από το ίδιο άχρωμο κι άοσμο καλούπι.

Η κοινωνία του μέλλοντος θα βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά, δίνοντας καινούρια χαρακτηριστικά στο παιχνίδι. Οι ομάδες θα είναι αυτοδιαχειριζόμενες στα πρότυπα της Κορίνθιανς του Σόκρατες, ενώ διαιτητές και προπονητές θα καταστούν περιττοί και θα απονεκρωθούν μαζί με τα υπόλοιπα κρατικά όργανα. Οι παίκτες των δύο ομάδων θα επιλύουν μόνοι τους τις υποθέσεις τους, χωρίς να προσφύγουν σε κάποιον άρχοντα –του αγώνα και γενικά- για να διευθύνει την αναμέτρησή. Όπως παίζουν δηλαδή οι παρέες στις αλάνες. Ένα είδος πρωτόγονου κομμουνισμού, που θα οικοδομηθεί μελλοντικά σε ανώτερη βάση.

Ο αθλητισμός προσφέρει πολλά παραδείγματα για φιλοσοφικούς στοχασμούς. Πχ για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Οι μεγάλοι αστέρες φαίνονται στα κρίσιμα και λάμπουν όταν δεν υπάρχει φως στο τούνελ. Αλλά δεν κερδίζουν μόνοι τους τον αντίπαλο. Η μονάδα αναδεικνύεται μέσα από το σύνολο –κι αντιστρόφως. Ο Μέσι στη Μπαρτσελόνα είναι πρώτο βιολί σε μια ομάδα-ορχήστρα, που δίνει παράσταση σε κάθε αγώνα και τον κάνει κονσέρτο για πολυβόλα. Αλλά στην Αργεντινή γίνεται αγνώριστος, όπως όλοι οι υποψήφιοι διάδοχοι του Μαραντόνα. Ούτε κι ο ίδιος ο Ντιέγκο δεν κατάφερε να ξορκίσει, ως προπονητής, την κατάρα του στο περσινό Μουντιάλ.
Εκεί δηλαδή που οι Ισπανοί συμπαίκτες του Μέσι στην Μπαρτσελόνα στέφθηκαν πρωταθλητές κόσμου. Μπορεί να μην είχαν φαντεζί παίκτη σαν το Μέσι, να κούρασαν κάποιους με το τίκι-τάκα, και να είχαν την χαμηλότερη επιθετική συγκομιδή πρωταθλήτριας στα χρονικά (μόλις επτά γκολ σε ισάριθμα ματς, όλα από blaugrana). Αλλά μετέφεραν σχεδόν αυτούσιο στην εθνική το στιλ της Μπάρτσα με τη γνωστή κατοχή μπάλας και κυριάρχησαν στη διοργάνωση.

Η μέθοδος είναι πιο σημαντική από το ατομικό ταλέντο. Κι ο Λένιν έλεγε ότι κανείς δεν κατάλαβε πραγματικά το Κεφάλαιο του Μαρξ, χωρίς να διαβάσει τη Λογική του Χέγκελ. Εννοώντας βασικά τη μέθοδο του Μαρξ και τις κατηγορίες της διαλεκτικής: ουσία, φαινόμενο, απλούστατη αφαίρεση (το εμπόρευμα), ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κτλ. Κι αν ο Χέγκελ πέφτει κάπως στρυφνός στις μάζες για να τον καταλάβουν, μπορούν να δουν τη δουλειά του Ομπράντοβιτς στον Παναθηναϊκό για να κατανοήσουν την σημασία της μεθόδου. Όποιος παίζει έξυπνα και μεθοδικά, παίρνει νίκες και τίτλους ακόμα και όταν αποδυναμώνεται (απώλειες Πέκοβιτς, Γιασικεβίτσιους), ή αντιμετωπίζει θεωρητικά ανώτερους αντιπάλους (Μπαρτσελόνα).

Η μέθοδος του Ομπράντοβιτς φέρνει με τη σειρά της στο προσκήνιο τη σχέση του υποκειμενικού παράγοντα με τις αντικειμενικές συνθήκες. Αντικειμενική μπορεί να είναι η υπεροχή μιας ομάδας, -πχ του καπιταλιστικού μπλοκ απέναντι στη σοβιετική Ρωσία. Αυτό σημαίνει ότι αν παίξουν δέκα φορές μεταξύ τους, οι καπιταλιστές θα κερδίσουν τις περισσότερες. Αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι ντετερμινιστικά προκαθορισμένο. Πόσο μάλλον που η ιστορία είναι σαν νοκ-άουτ αγώνας, χωρίς περιθώρια –στρατηγικής- ήττας. Εκεί μπαίνει το ζήτημα της δράσης του υποκειμένου. Τι μπορεί να κάνει για αξιοποιήσει τις αντιφάσεις του αντιπάλου και να κερδίσει;

Αν οι σύντροφοι ερμήνευαν με ποδοσφαιρικούς όρους τα ιστορικά γεγονότα που τους σημάδεψαν, θα είχαν πιο νηφάλιες προσεγγίσεις από τις σημερινές. Πώς να μη στήσεις τείχος του Βερολίνου γύρω από την εστία σου, όταν οι παγκόσμιοι συσχετισμοί είναι εναντίον μας –σα να παίζουμε με παίκτη λιγότερο; Και πώς να μην απαιτείς σιδερένια πειθαρχία μες στην ομάδα, όταν δεν μιλάμε καν για ένα παιχνίδι, αλλά για –ταξικό- πόλεμο διαρκείας;

Από την άλλη όμως... πώς να μην αγανακτείς, όταν έχεις χρυσή ευκαιρία στο 44’, κι αστοχείς προ κενής εστίας, με τους αστούς να λείπουν στο Κάιρο; Πώς να μη σαστίζεις όταν χάνεις με ανατροπή του σκορ –και του σοσιαλισμού- με γκολ στο 89’ και το 91’; Σαν την ανατροπή της Γιουνάιτεντ, στον τελικό της Βαρκελώνης! Είναι μετά να μην κλαις γοερά, σαν τον Σάμουελ Κουφούρ, πεσμένος στο χορτάρι; Και να μην ψάχνεις για τον προδότη Γκόρμπι, που ήταν πιασμένος από τον αντίπαλο, και έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του στη σέντρα; Πώς αλλιώς να εξηγήσεις την παρακμή και την ήττα μιας ομάδας με τόσο βαριά φανέλα, τέτοιο υλικό και ιστορία;

Κι έτσι φτάσαμε στο τέλος της ιστορίας. Τριπλό σφύριγμα λήξης. Κι ο Γκόρμπι μας πρόδωσε, πριν κοράκι σφυρίξει τρις. Μαύρο κοράκι με νύχια γαμψά. Αλλά ο αγώνας μας δεν τελείωσε. Είμαστε ιστορικά αισιόδοξοι για την εργατική ρεβάνς και τον τρίτο γύρο. Vencerémos.


**Απ’ τις αρχικές συλλαβές των ρώσικων λέξεων για τον αθλητισμό και τον υλισμό (ματεριαλισμό), κατ’ αντιστοιχία των κωδικοποιημένων ονομασιών που είχαν δώσει οι σοβιετικοί στο διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό (Δια-ματ και Ιστ-ματ αντίστοιχα).



Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού λεύγα, που κυκλοφορεί σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Μπορείτε να επισκεπτείτε την ιστοσελίδα του περιοδικού στην ηλεκτρρονική διεύθυνση: http://www.levga.gr/

Κυριακή 21 Σεπτεμβρίου 2008

Ολυμπιακά μετάλλια

Πάμε λίγο αφαιρετικά και στα τελευταία συμπεράσματα γιατί δεν ξέρω κατά πόσο συγκινεί τους αναγνώστες του μπλοκ η συγκεκριμένη θεματική ενότητα.


Στον ριζοσπάστη πανηγυρίζουν για τα ολυμπιακά μετάλλια των κουβανών. Το ίδιο κάνουμε όλοι οι κομμουνιστές και είναι λογικό. Στην αθήνα το 2004 πανηγυρίζαμε περισσότερο τα μετάλλια των κουβανών παρά των ελλήνων (κι αυτά όσοι τα πανηγυρίζαν).
Καταστάσεις ακραίας εσωτερικής διαπάλης και γνήσιου προλεταριακού διεθνισμού (ή μήπως εθνικισμού από την ανάποδη;) όπως το 87 που όλοι ήταν με τον γκάλη τον γιαννάκη τον καμπούρη και τα άλλα παιδιά, αλλά οι περισσότεροι κομμουνιστές, κρυφοί και αμετανόητοι, ήταν με τον βάλτερς, τον τσατσένκο και τον γκομέλσκι που μετά τον τελικό έλεγε ότι οι συνθήκες στο στάδιο ειρήνης και φιλίας (γιατί τέτοια ονόματα δίναμε στα γήπεδά μας στα τιμημένα 80'ς) του θύμισαν μαυριτανία (η οποία προφανώς δεν οικοδομούσε τον αφροκομμουνισμό, όπως όμορές της συμπαθείς λαϊκές δημοκρατίες).


Θυμάμαι επίσης ότι όταν άρχισα να καταλαβαίνω πέντε πράγματα, άρχισα να μετράω εκ των υστέρων τα μετάλλια των ολυμπιακών του παρελθόντος και πανηγύριζα μόνος μου που οι σοβιετικοί βάζαν κάτω τους αμερικάνους από το μόναχο και μετά (το 80 και το 84 με τα μποϊκοτάζ εκ των πραγμάτων δεν υπήρχε σύγκριση) και που οι ανατολικογερμανοί-ΛΓΔίτες έβγαιναν τρίτη δύναμη στον κόσμο (το παράκαναν λιγάκι κι αυτοί προς το τέλος της ζωής τους).
Ακόμα και σήμερα μετράω όλα τα μετάλλια των πρώην σοβιετικών δημοκρατιών που αθροιστικά βγαίνουν πολύ περισσότερα από αυτά των αμερικάνων (αν και σκοντάφτω στο ότι τώρα που δεν έχουν σοσιαλισμό, κανονικά θα έπρεπε να μην τα πηγαίνουν τόσο καλά). Είμαι παραδοσιακά με τους αντίπαλους των ούσα (μπολτ, τζαμάικα κτλ) κι εκνευρίζομαι με διάφορες φελπσιές, όπως η φετινή ομορφιά με τον αισθητήρα του σέρβου.

Τι θέλω να πω με όλα αυτά;
Όλοι πανηγυρίσαμε -κι ακόμα το κάνουμε- τα σοσιαλιστικά μετάλλια. Ο αναμάρτητος τον πρώτο λίθο βαλέτω.
Πρέπει όμως να το δούμε κριτικά το όλο πράγμα.


Γιατί πανηγυρίζουμε τα μετάλλια; Τι ακριβώς δείχνουν;
Μήπως τις σοβαρές αθλητικές υποδομές μιας χώρας; Αν ήταν έτσι το εξωτικό Κίνγκστον θα φημιζόταν και για αυτό πέρα από τις καλλιέργειές του.
Δείχνουν μήπως την δύναμη, ή την πρόοδο μιας χώρας;
Στο πεκίνο οι χώρες που πρώτευσαν στα μετάλλια ήταν η Κϊνα, οι ηπα και η ρωσία. Αν το σκεφτούμε έτσι είναι ασφαλώς τεκμήριο δύναμης από μια άποψη.
Αρκεί όμως το φαιδρό ιδεολόγημα της δυνατής και ισχυρής ελλάδας που πασπαλίζονταν με μπόλικη αθλητική σάλτσα για να χωνεύεται (με το γιούρο και τους ολυμπιακούς) για να καταλάβουμε πόσο σαθρό είναι σαν επιχείρημα.

Αν δείχνουν κάτι οι αθλητικές διακρίσεις, αυτό τις πιο πολλές φορές είναι μια βιτρίνα της κοινωνίας. Και δεν είναι καθόλου έξυπνο να ξεγελιόμαστε επειδή βλέπουμε ένα είδωλο και να περνάμε τη βιτρίνα για καθρέφτη...


Πολλά καθεστώτα διάλεξαν τον αθλητισμό για να καλύψουν τις βρωμιές τους και να διαφημιστούν στο εξωτερικό, ή να αποχαυνώσουν τα πλήθη στο εσωτερικό, κατά το ρωμαϊκό άρτος και θεάματα, ή το ελληνοχριστιανικό μπάλα, τιβί κι αστυνομία της δικής μας χούντας. Το μουντιάλ του 78 στην αρχεντίνα και οι ολυμπιακοί του βερολίνου το 36 είναι τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα.
Οι τελειωμένοι αστοί ίσως βάζουν μέσα και τους ολυμπιακούς αγώνες της μόσχας (αν και δεν υπάρχει έντιμος άνθρωπος που να τους έζησε και να μην έχει να πει κάτι καλό για αυτούς). Εγώ ως απάντηση βάζω σε αυτή την αλυσίδα το μόναχο (72) των επιγόνων των ναζί, το λος άνχελες (84) του ρίγκαν, τη σεούλ (88) της ν. κορέας και τη δική μας στην αθήνα. Η ισχυρή ελλάδα παραφράζοντας τη ρωμαϊκή ρήση πουλάει εσχάτως θεάματα με ολίγη από άρτο -κι αυτό παίζεται- θυμίζοντας πολύ έντονα το μπάτσοι, τιβί και μπάλα της επταετίας.
Να το συζητήσουμε και για την κίνα (όχι γιατί υπάρχει διάθεση υπεράσπισής της, αλλά για να μην καταπίνουμε αμάσητη και μετά αναμασάμε σαν μηρυκαστικά την σχετική αστική προπαγάνδα).

Γιατί λοιπόν να χαιρόμαστε για τα μετάλλια της -όποιας- κούβας;

Η απάντηση είναι ότι οι πρωταθλητές των σοσιαλιστικών χωρών είναι καρπός του μαζικού λαϊκού αθλητισμού σε αυτές τις χώρες. Κι ότι εφόσον υπάρχουν τέτοιες δομές θα ξεπηδήσουν και οι πρωταθλητές με τις ιδιαίτερες ικανότητες και το ταλέντο, που θα φέρουν και τα μετάλλια. Η ελλάδα -που ένα σωρό παπαγαλάκια επαναλαμβάνουν μονότονα ότι έχει μοντέλο κρατικού αθλητισμού αλά ΛΓΔ- (μακάρι, αλλά πού!) θα μπορούσε -σύμφωνα με όσα είπαμε και στην βουλή κατά τη συζήτηση του τελευταίου νομοσχεδίου- να παίρνει μετάλλια αν ανέπτυσσε τέτοιες δομές και δεν βασιζόταν στον επαγγελματικό αθλητισμό και το ντόπινγκ.

Η δική μου ένσταση έγκειται στο εξής απλό.
Είναι ποτέ δυνατόν καθαροί αθλητές, όσες ικανότητες και όσο ταλέντο κι αν έχουν, να μπορούν να ανταγωνιστούν στα ίσια ντοπαρισμένους; Οι κουβανοί πχ να είναι καθαροί και να τα βάζουν με τους υπόλοιπους που είναι τίγκα στη ντόπα; Μπορεί η φύση να ανταγωνιστεί την παραφύση, ο άνθρωπος τον υπεράνθρωπο;


Διάβασα κάπου το επιχείρημα ότι η κούβα δεν έχει τη δυνατότητα να παράγει οτιδήποτε περιέχει χημικές ουσίες και ότι δε μπορεί να φτιάξει καν σαμπουάν, πόσο μάλλον αναβολικά και διεγερτικές ουσίες.
Προς στιγμήν με κλόνισε. Μετά όμως σκέφτηκα ότι η κούβα έχει πολύ εξελιγμένη ιατρική, πράγμα για το οποίο περηφανευόμαστε κι εμείς (λέγεται ότι η ιατρική σχολή στην κούβα είναι όσο όλο το απθ) και άρχισα να ξανακλίνω προς το αρχικό συμπέρασμα.


Διαβάζω επίσης ότι ποτέ και πουθενά δεν έχουν πιαστεί ντοπαρισμένοι σοβιετικοί αθλητές κι ότι ο μόνος σοβιετικός που φέρεται να έχει χτυπήσει ενέσεις είναι ο θρυλικός πυγμάχος ιβάν ντράγκο στην καλτ ταινία ρόκι IV (η οποία θα κυκλοφορήσει προσφορά με το έθνος σε δύο εβδομάδες και της ετοιμάζουμε ειδικό αφιέρωμα).
Δεν ξέρω αν ισχύει, αλλά δε θα διαφωνήσω. Δεν γνωρίζω ωστόσο κανέναν αμερικανό που να πιάστηκε ντοπέ (άλλο αν όλοι το έβλεπαν ή το ήξεραν για την τζόινερ και τον λιούις). Η ειρηνική συνύπαρξη των δύο δυνάμεων πρέπει να έβρισκε κι εδώ ένα ιδιότυπο πεδίο εφαρμογής, κρατώντας τις λεπτές ισορροπίες μεταξύ τους με το νόμο της ομερτά.


Εν πάση περιπτώσει το "κανείς δεν πιάστηκε, άρα κανείς δεν έκανε χρήση" δε μπορεί να σταθεί σα λογική. Αν το δεχτούμε αυτό, όποιος έχει αποδείξεις για τον κεντέρη και τη θάνου ας τις καταθέσει, αλλιώς δεν δικαιούται δια να ομιλεί.
Δεν είναι δυνατόν να νιώθουμε αμήχανα ή να δικαιολογούμε πρακτικές όπως αυτή του γερμανού προπονητή που όταν τον ρωτούσαν για τη βραχνή φωνή των κολυμβητριών του, απαντούσε ότι είχαν έρθει για να κολυμπήσουν κι όχι για να τραγουδήσουν. Να σωπαίνουμε μπροστά στη γερμανική εκδοχή της θέκλας του αρκά (ηρωίδα γνωστή και ως το κορίτσι με το μουστάκι) και τις αλλαγές φύλου πρώην αθλητών από τις ορμόνες που δεν άντεξε ο οργανισμός τους. Υπάρχουν αιτίες (άμεση και οξεια αντιπαλότητα με τη γειτόνισσα ΟΔΓ) που -όπως λέει κι ένας διαδικτυακός φίλος- ερμηνεύουν, αλλά δεν δικαιολογούν τα φαινόμενα αυτά.
Γιατί έτσι ισχύει αντεστραμμένο αυτό που έλεγαν οι αρχαίοι. Αρρωστημένος νους σε άρρωστο -φαρμακωμένο- σώμα.


Προσέξτε μια βασική διαφορά.
Δεν αρνούμαι -όπως κάνουν πολλοί όψιμοι αντισοβιετικοί- ότι η ΕΣΣΔ πχ είχε αναπτύξει το μαζικό, λαϊκό αθλητισμό. Πιστεύω ότι ήταν με διαφορά πρώτη παγκοσμίως σε αυτό τον τομέα και αυτό πρέπει να το πιστώνουμε στα θετικά της και να το τονίζουμε.
Δεν είναι όμως ο πρωταθλητισμός και τα μετάλλια ο δείκτης που θα το πιστοποιήσει αυτό -σε αντίθεση με ό,τι ισχυριζόμαστε. Γιατί παραμένει αμείλικτο το ερώτημα: πώς μπορούν καθαροί αθλητές να ανταγωνίζονται και να νικάν αθλητές αποδεδειγμένα ντοπαρισμένους; Δυστυχώς η μόνη έντιμη απάντηση που μπορεί να δώσει κανείς είναι, προφανώς γιατί ντοπάρονταν και οι δικοί μας πρωταθλητές.
Όπως έλεγε κι ένας παλιός έλληνας αθλητής του στίβου "πρωταθλητισμός με μπριζόλες, αναψυκτικά και βιταμίνες δε γίνεται...".
Κι αυτό ας τυπωθεί καλά στο μυαλό μας.

Υπάρχει ένα ακόμη ζήτημα -στο οποίο όμως προσωπικά έχω μεσάνυχτα.
Γιατί εν γνώσει τους αποδέχονται το ντόπινγκ οι αθλητές; Η απάντηση είναι εύκολη. Παίρνουν συνειδητά το ρίσκο για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν όχι τη δόξα και τον κοτινο, αλλά οικονομικά προνόμια και μια πιο άνετη ζωή.
Στον σοσιαλισμό όμως γιατί το αποδέχονταν;
Υποθέτω ότι η απάντηση είναι η ίδια, αλλά το λέω με κάθε επιφύλαξη και με την ελπίδα να κάνω λάθος. Αν όμως ισχύει αυτό, είναι απαράδεκτο να επιβραβεύονται από το εργατικό κράτος κάποιοι άνθρωποι απλώς επειδή έχουν καλύτερες επιδόσεις σε συγκεκριμένα αγωνίσματα/αθλήματα (ή επειδή έμαθαν να κλωτσάν ένα τόπι, όπως λέει μια αγαπημένη κλισέ φράση στην χώρα μας).


Ένα παράδειγμα από τον καπιταλιστικό κόσμο μπορεί να βοηθήσει να βγουν συμπεράσματα.
Η σουηδία στο ποδόσφαιρο μετράει 5.000 ερασιτεχνικά σωματεία -νομίζω αριθμός ρεκόρ για την ευρώπη- αλλά καμία ουσιαστική διάκριση σε επίπεδο συλλόγων (μόνο μια συμμετοχή της μάλμε στον τελικό το μακρινό 80). Η εθνική της τα πηγαίνει λίγο καλύτερα, αλλά ουσιαστικά αποτελείται από παίκτες-μετανάστες που παίζουν στα ακριβά, επαγγελματικά πρωταθλήματα του εξωτερικού.
Λες δηλ να έχουν στα αλήθεια σοσιαλισμό στη σουηδία;
Σαφώς όχι, αλλά έχουν οπωσδήποτε ιδιαιτερότητες κι ισχυρό -όχι για πολύ ακόμα- κράτος πρόνοιας, που κάνει πολλούς λάτρες του σουηδικού μοντέλου να μπλέκουν τα μπούτια τους με την έννοια σοσιαλισμός και τη σημασία της.
Η πλάκα είναι ότι από τους συνειδητούς και πονηρούς θιασώτες του μοντέλου αυτού θα ακούσουμε χίλιους δυο επαίνους, αλλά ούτε έναν για το αθλητικό κομμάτι της κοινωνίας αυτής.
Ανακεφαλαιώνοντας: η σουηδία σοσιαλισμό δεν έχει, αλλά το ποδόσφαιρό της τουλάχιστον δείχνει τους δυο δρόμους που έχει να διαλέξει μια χώρα: ερασιτεχνισμός και μαζικός αθλητισμός χωρίς φιλοδοξίες για διακρίσεις, ή επαγγελματικός πρωταθλητισμός από την άλλη.


Ένα τελευταίο ζήτημα: στον σοσιαλισμό τι θα γίνει;
Καταρχήν δεν θα υπάρχει επαγγελματικός αθλητισμός. Όχι μόνο με την έννοια ότι δεν θα υπάρχουν οικονομικά συμφέροντα να λυμαίνονται τον χώρο, αλλά και με την έννοια ότι δεν θα υπάρχουν επαγγελματίες αθλητές (δηλ άτομα που θα έχουν την άθληση ως κύρια ασχολία τους και θα πληρώνονται για αυτό).
Για μένα αυτό σημαίνει ότι δεν θα υπάρχουν γενικώς άτομα που να ασχολούνται συστηματικά με αθλήματα και να κάνουν πρωταθλητισμό, αλλά αυτό είναι ζήτημα προς εξέταση (που συν τοις άλλοις ίσως αντιμετωπιστεί διαφορετικά όσο συνυπάρχουν δύο διαφορετικά συστήματα που έρχονται εκ των πραγμάτων σε σύγκρουση).

Το πρώτο κομμάτι από όσα λέμε πραγματοποιούταν ήδη στην ΕΣΣΔ, με τους αθλητές να επιστρέφουν στη δουλειά και στο αντικείμενό τους μετά το τέλος της αθλητικής τους καριέρας. Στον καπιταλισμό αντίθετα, η αντίδραση που έχουμε μάθει και μας έχει περάσει είναι να χαχανίζουμε με σαρκασμό όταν ακούμε για τους ψαράδες της ρόζεμποργκ, ή τους ηρωικούς λουξεμβουργιανούς ποδοσφαιριστές που είναι ιδιωτικοί υπάλληλοι.
Το αυτό συμβαίνει και με τον αγαθό γίγαντα Βλάντιμιρ Τσατσένκο που ακολουθεί καριέρα ταξιτζή στη σημερινή ρωσία. Αν και αυτό έχει να κάνει περισσότερο με συμβολική τιμωρία του σημερινού εκδικητικού εκμεταλλευτικού συστήματος απέναντι σε μια ηρωική φιγούρα σύμβολο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, παρά με οτιδήποτε άλλο.

Εν ολίγοις, το σύνθημα που -φαντάζομαι ότι- θα γράψει στη σημαία της η νέα κοινωνία για τον αθλητισμό θα είναι: όλοι αθλητές, κανείς πρωταθλητής.
Είναι θεμιτό και απαραίτητο να αναπτύσσουν όλοι ολόπλευρα την προσωπικότητα, τις κλίσεις και τα ενδιαφέροντά τους και ίσως το πρότυπο να είναι να γίνουν όλοι δεκαθλητές (όχι όμως πρωταθλητές στο δέκαθλο, υπάρχει διαφορά). Το να γίνει όμως κανείς πρωταθλητής, απαιτεί περαιτέρω συστηματική ενασχόληση και κατά τη γνώμη μου είναι απλώς κοινωνικά άχρηστο.
Τα υπόλοιπα θα τα δούμε στην πράξη που σχεδόν πάντα ξεπερνά τελικά τη φαντασία μας και τις δυνατότητές της...
Η μέρα εκείνη δε θα αργήσει κτλ

Παρασκευή 12 Σεπτεμβρίου 2008

Πρωταθλητισμός&σοσιαλισμός

Σήμερα θα παρεκκλίνουμε σε αρκετά θεωρητικά μονοπάτια και αύριο (θέλω να πιστεύω) θα ξαναπιάσουμε το νήμα της σκέψης και θα το επιστρέψουμε εκεί από όπου ξεκινήσαμε χτες (συν μία εβδομάδα) ολοκληρώνοντας την τριλογία.


Ο πρωταθλητισμός δεν χωράει ως έννοια στον σοσιαλισμό. Αυτό δεν είναι κοινός τόπος για όλους, οπότε ας το επαναδιατυπώσουμε στρογγυλεμένο. Ο πρωταθλητισμός είναι πολύ διαφορετικό πράγμα από τον αθλητισμό. Σε αυτό μάλλον θα συμφωνήσουμε όλοι.


Υπάρχει μάλιστα και μια προχωρημένη άποψη (που διεκδικεί για τον εαυτό της τον τίτλο της μαρξιστικής με αρκετά φροϋδικά παρακλάδια) η οποία δαιμονοποιεί τον αθλητισμό και δεν θεωρεί ότι θα έπρεπε να υπάρχει στην ιδανική κοινωνία. Ο λόγος είναι ότι βάζει σε καλούπια και περιορίζει την ελεύθερη κίνηση και την αντίστοιχη ανάγκη που νιώθει το παιδί.

Εδώ ακριβώς κολλάνε τα φροϋδικά παρακλάδια. Γιατί το παιδί βάζοντας εμπόδια σε αυτή του την επιθυμία να κινείται ακατάπαυστα και ακανόνιστα, δημιουργεί απωθημένα, καταλήγει να κινείται νευρικά για να ξεσπάσει, νιώθει ενοχές και μερικές φορές αυτοτιμωρείται όταν δεν κινείται σύμφωνα με τους κανόνες που τέθηκαν και πάει λέγοντας.

Εγώ θεωρώ υπερβολική αυτή την άποψη. Γενικά πιστεύω ότι το παιδί -που με μια ευρύτερη έννοια σημαίνει αυτόν που παίζει και υπό αυτή την έννοια γινόμαστε όλοι μας παιδιά όταν αθλούμαστε- αποκομίζει μεγαλύτερη ικανοποίηση όταν υπάρχει κάποιος σκοπός που νοηματοδοτεί τις κινήσεις και την όλη προσπάθεια. Ακόμα και σε πιο αυθόρμητες "μορφές σωματικής έκφρασης" όπως ο χορός, που θεωρητικά αφήνει μεγαλύτερη ελευθερία κινήσεων, υπάρχουν συγκεκριμένες κινήσεις και χορευτικές φιγούρες, που δεν αναιρούν τη δυνατότητα για αυτοσχεδιασμό και ελεύθερη έκφραση.


Ωστόσο, η ακραία αυτή θεώρηση έχει αναμφισβήτητα κάποιες ενδιαφέρουσες προεκτάσεις (προσωπικά με προβλημάτισε αρκετά, και ως ένα βαθμό με κλόνισε). Ένα μεγάλο κομμάτι της μπορούμε να το δανειστούμε και να το μεταφέρουμε αυτούσιο στην κριτική μας για τον πρωταθλητισμό.
Δεν είναι σπάνιες οι περιπτώσεις στον πρωταθλητισμό, όπου οι υψηλές απαιτήσεις του υπαγορεύουν στους αθλητές μια ασκητική ζωή, γεμάτη στερήσεις και τους δημιουργούν ενοχές πχ για κάποιες ανθρώπινες απολαύσεις, ή για το ίδιο τους το σώμα, που δεν ανταποκρίνεται επαρκώς στις υπεράνθρωπες αυτές απαιτήσεις.

Ο πρωταθλητισμός σκοτώνει την χαρά της συμμετοχής που πρεσβεύει το αθλητικό ιδεώδες και την αντικαθιστά με την χαρά της νίκης. Εισάγει στον αθλητισμό την έννοια του ανταγωνισμού και της πάση θυσία νίκης. Στόχος δεν είναι πλόεν η αποοκόμιση χαράς από τη συμμετοχή στο παιχνίδι, ή η υπέρβαση από τον αθλητή των ορίων του και του εαυτού του, αλλά η υπέρβαση του αντιπάλου. Κι αυτή επιδιώκεται με κάθε μέσο, θεμιτό ή αθέμιτο, όπως συμβαίνει σε κάθε τομέα όπου υπεισέρχεται ο ανταγωνισμός.
Υπάρχουν εκπληκτικές ομοιότητες με το προτσές ανταλλαγής εμπορευμάτων, δηλ το εμπόριο, το οποίο δίνει πολύ γλαφυρά ο Κάουτσκι στο βιβλίο του για την καταγωγή του χριστιανισμού, όπου εξηγεί ότι το εμπόριο ήταν συνδεμένο με την απάτη και την κλεψιά από την πρώτη στιγμή της εμφάνισής του στην ιστορία. Και όλοι ξέρουμε σήμερα ότι το επίπεδο του ανταγωνισμού και της απάτης στον κόσμο της αγοράς και των εμπορευμάτων, έχει προχωρήσει πολύ από τα πρωτόγονα τεχνάσματα με το ζύγι, πχ.
Κατά συνέπεια η επίκληση του ευ αγωνίζεσθαι και της άμιλλας, είναι οπωσδήποτε θέμα αθλητικής παιδείας, αλλά ειδικά στις σημερινές συνθήκες, είναι πιστεύω εξίσου αφελής με τις σύγχρονες επικλήσεις προς τους καπιταλιστές να μειώσουν τις τιμές και την αισχροκέρδεια. Στην καλύτερη των περιπτώσεων ευσεβής πόθος και τίποτα παραπάνω.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακρόν να επιχειρμηατολογούμε για τα αρνητικά στοιχεία του πρωταθλητισμού (πχ στη διαμόρφωση της προσωπικότητας στις παιδικές ηλικίες, όπου ευνοείται η καλλιέργεια εγωισμού και μια ακραία ατομιστική αντικοινωνική στάση, "μικρόβιο" από το οποίο δεν είναι απαλλαγμένα τα ομαδικά αθλήματα).
Το συμπέρασμά μας όμως δεν θα άλλαζε εντυπωσιακά. Η φύση του πρωταθλητισμού δεν συνάδει με τα ιδανικά που πρεσβεύει η σοσιαλιστική κοινωνία. Και αν αυτό είναι θέμα προς συζήτηση, είναι βέβαιο ότι ο πρωταθλητισμός δε μπορεί να αποκτήσει διαφορετικό περιεχόμενο όσο υπάρχει καπιταλισμός. Και αυτό κατά τη γνώμη μου συμπεριλαμβάνει και την περίοδο συνύπαρξης (ειρηνικής ή μη) του -απερχόμενου- καπιταλισμού και της κοινωνία του μέλλοντος, της σοσιαλιστικής.

Κλείνω αυτό το μέρος με μια σύντομη υπόμνηση της αλήθειας ότι ούτε η αρχαιότητα και το περίφημο -θεωρητικά άσπιλο τότε- ολυμπιακό ιδεώδες ήταν απαλλαγμένη από τις σύγχρονες πληγές του πρωταθλητισμού (ντόπινγκ, δωδροδοκία κριτών κτλ). Η εικόνα των ανιδιοτελών αθλητών που αγωνίζονταν για έναν κοτινο και την ολυμπιακή δόξα είναι απτηλή, για την ακρίβεια ένας από τους μεγαλύτερους μύθους που αφορούν τους "ένδοξους αρχαίους ημών προγόνους".
Το αναφέρω αυτό ως ιστορική "απόδειξη" ότι οι σύγχρονες μάστιγες του αθλητισμού δεν είναι αποκλειστικά γνωρίσματα της σημερινής εποχής, του καπιταλισμού και του εμπορευματοποιημένου αθλητισμού. Συνδέονται εν γένει με την πρωταθλητισμό και τον ανταγωνισμό μεταξύ των αθλητών...