Παρασκευή 7 Ιουνίου 2024

Κάνε αυτό που σκέφτεσαι

 Έλα, πάμε λίγο...


Κάνε τώρα αυτό που σ’ αρέσει και το σκέφτεσαι μετά
Δε θα ξαναγίνουμε νέοι, το ξέρουμε και οι δυο καλά

Κάνε τώρα αυτό που σκέφτεσαι. Πριν χάσουμε την ευκαιρία. Πριν σπαταλήσουμε τα νιάτα μας και τη νιότη του κόσμου.

Η βασική αντίθεση είναι ότι σαπίζουμε ατομικά πριν ωριμάσουν οι συνθήκες. Ότι παραμένουμε συλλογικά ανώριμοι και κρίνουμε εξ ιδίων τις συνθήκες. Ότι ασφυκτιούμε στα βιολογικά μας όρια, που δε φτάνουν τις καμπές της ιστορικής νομοτέλειας. Μια ζωή την έχουμε κι αν δεν την ξεζουμίσουμε, αν δεν την θυσιάσουμε για ένα ιδανικό, τι θα καταλάβουμε, τι θα καταντήσουμε.

Σκέφτεσαι ό,τι σκέφτομαι;
Μια επανάσταση. Σοσιαλιστική οικοδόμηση. Αταξική - ακρατική κοινωνία. Κομμουνισμός χωρίς επιστροφή και παλινορθώσεις.
Ή μήπως πιο πεζά πράγματα; Τι θες να κάνεις;
Ένα ταξίδι -με τι λεφτά; Διακοπές -το ερώτημα παραμένει. Μια ληστεία -σαν τους μπολσεβίκους παλιά και τον Ρομπέν των Δασών. Ένα τατουάζ -όχι κι εσύ. Έρωτα -που είναι συνώνυμο με την επανάσταση. Η οποία είναι το προαπαιτούμενο για τα υπόλοιπα -όχι τη ληστεία, εννοώ για τις ανάγκες μας.
Μια έξοδο από την ΕΕ -και μετά; Βλέποντας και κάνοντας... Μια μακαρονάδα. Τη σούπα με μανιτάρια. Τώρα μάλιστα!

Πάμε εκλογικοί αντιπρόσωποι, σε ένα αδιάφορο παιχνίδι, σαν τις τάπες των βαρελιών, περιμένοντας τις πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες, που λέει η Αλέκα. Εκπρόσωποι της μικροαστικής μας ανυπομονησίας. Πρωταγωνιστές μια ζωής αβίωτης που δε ζήσαμε πραγματικά. Κομπάρσοι της ζωής που ζούμε. Κι ονειροπόλοι σκηνοθέτες μιας άλλης, με την τάξη μας στο προσκήνιο. Θα σε κάνω πρωταγωνίστρια;

Μα πού υπάρχει αυτό που λέτε;
Στα όνειρά μας. Στούς νόμους της ιστορικής εξέλιξης. Στο βάθος του ουρανού που είναι πάντα κόκκινο.

Στην τελική, πού υπάρχει αυτό που λέτε εσείς; Πού είναι γραμμένο πως δεν αλλάζουν τα πράγματα; Μα ακόμα και αν θέλαμε να μείνουν ίδια, θα έπρεπε να τα αλλάξουμε όλα.

Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα, δεν υπάρχουν άλλα τινά. ΤΙΝΑ. Δεν υπάρχει άλλη εναλλακτική. Δεν υπάρχει εναλλακτική βαρβαρότητα, ένας καλός και δίκαιος καπιταλισμός, χωρίς ανισότητες. Δεν υπάρχει «εναλλακτικός σοσιαλισμός», που να έχει το όνομα χωρίς τη χάρη και τον «άχαρο» ρόλο του κράτους, της εξουσίας, της επιβολής. Χωρίς αυτά θα ήταν μια ουτοπία, που δεν την ενδιαφέρει να νικήσει, να επικρατήσει, να λερωθεί με τις αντιφάσεις της πραγματικότητας, για να την αλλάξει.

Κάνε αυτό που σκέφτεσαι. Το βασικό είναι να σκέφτεσαι (άρα -να- υπάρχεις). Και να δρας, κατόπιν ωρίμου σκέψης. Να έχεις κριτική σκέψη, δική σου γνώμη και όχι δανεική -των ΜΜΕ, της κυρίαρχης τάξης. Να μη μένεις (μόνο) στη σκέψη, να μη μένεις (μόνο) στην ψήφο. Για σκέψου...

Σκέψου να ’ταν το πάτωμα ασπρόμαυρο και να ’σουν το πιόνι.
Παίξτε σκάκι, οε-οε-οε.
Μα δε χρειάζεται η τακτική του σκακιστή; Ναι, δεμένη με το στρατηγικό πνεύμα, όμως. Και τα πιόνια-στρατιώτες έχουν ένα βασικό πλεονέκτημα. Ξέρουν να σκέφτονται -και να δρουν- σαν στρατηγοί, συνειδητά, καλύτερα από πολλούς τυφλά υπάκουους αξιωματικούς.

Μα χτες μες στην πορεία γυρνούσες σκεπτικός. Ως πότε συντροφάκια θα ζούμε στα στενά; Στα ασπρόμαυρα κουτάκια, που ορίζουν τη δουλειά, σώζοντας τον βασιλιά;

Κάνε τώρα αυτό που σκέφτεσαι.
Μα αν κάνω αυτό που σκέφτομαι, δε θα είναι στις κάλπες. Δεν πειράζει, κάνε σήμερα αυτό που μπορείς. Και μη σκεφτείς στιγμή πως είναι αρκετό από μόνο του...

Σκέφτομαι και γράφω (ιστορία).
Λέξεις για την καρτέλα: ταξική συνείδηση, οργανωμένη πρωτοπορία, πείρα, ωριμότητα, αντοχή.
Προχωρήστε σε ταξική αντικατάσταση των όρων παραγωγής και άσκησης της εξουσίας.

Μήπως όμως παραείναι ανάλαφρο σύνθημα; Μήπως είναι υποταγή στο αυθόρμητο και τη σκέψη της στιγμής; Μήπως είχε λίγο αστική αισθητική το σποτάκι με τους βουλευτές; Μήπως είναι το λιγότερο πολιτικό που έχουμε βγάλει ποτέ;

Μήπως έχουμε-καλλιεργούμε κοινοβουλευτικές αυταπάτες; Μήπως κατά βάθος ελπίζοζυμε πως ένα καλό αποτέλεσμα θα ενισχύσει τους αγώνες, ενώ η σχέση αυτή λειτουργεί αντίστροφα -ενίοτε και καθόλου, όπως στις πρόσφατες φοιτητικές; Μήπως οι εκλογές βοηθούν τελικά να ανεβαίνει (ή το ακριβώς αντίθετο) το δικό μας ηθικό και η ψυχολογία των σφων, για να μην ακούν/νιώθουν πως «μια ζωή στο 5% θα είστε»; Μήπως έχουν συνηθίσει/κακομάθει σε νόμιμες συνθήκες, που κλείνουν 50 χρόνια φέτος, και η δουλειά έχει γίνει λίγο ρουτίνα; Μήπως κάποιοι ελπίζουν ενδόμυχα πως ένα πιθανό διψήφιο θα κάνει τον ουρανό πιο ερυθρό;

Τι εννοείς Βίρνα; Μίλα ξεκάθαρα. Μου λες δηλαδή πως καμιά φορά μοιάζουν να κινούνται όλα γύρω από την ψήφο; Ότι επισκιάζει όλα τα άλλα, σα να είναι το πιο σημαντικό κομμάτι τη δουλειάς μας;
Ναι ίσως, εν μέρει...

Μα αν είναι έτσι, ακριβώς επειδή είναι σχετικά ασήμαντη, ρίξ’ την να πάει στο γιαλό και πάμε παρακάτω, στα πιο σημαντικά καθήκοντα. Αλλά αν κάποιος δεν κάνει καν ένα ασήμαντο βήμα, πώς περιμένεις να κάνει τα άλματα που ζητάμε εμείς;

Το εκλογικό δικαίωμα είναι απλώς δείκτης ωριμότητας για το κίνημα, έλεγε ο Ένγκελς, και δεν μπορεί να είναι ποτέ τίποτα παραπάνω. Αλλά αν το ασκούμε ανώριμα, πώς θα ωριμάσουν οι συνθήκες, δηλαδή το υποκείμενο που κρύβεται πίσω από τέτοια ψευδώνυμα και προσχήματα;

Μα το προτσές κυλάει χωρίς να κοιτά τη δική μας εκλογική μελαγχολία...

Θραύσματα-ψηφίδες από την κεντρική προεκλογική συγκέντρωση

-Τέμπη, (παν)ακρίβεια, ανεργία, εργοδοτικά εγκλήματα, πλημμύρες, πυρκαγιές, «φυσικές» καταστροφές. Τη σταθερότητά σας την βιώνουμε κάθε μέρα.

-Απεργίες και κινήματα σε όλη την Ευρώπη, οι αγρότες στους δρόμους, μαζική αλληλεγγύη στον λαό της Παλαιστίνης. Εκεί χτίζεται κάθε μέρα ο άλλος πόλος. Εκεί σπάει η «εθνική μας μοναξιά» (διάβαζε ιδιαιτερότητα).

-Κι αν βγω απ’ αυτή τη φυλακή (της ΕΕ), κανείς δε θα μας περιμένει. Θα δείξουμε όμως τον δρόμο στους υπόλοιπους, που περιμένουν σινιάλο (μόνο αυτό, τίποτα άλλο). Και θα αφήσουμε τους μενουμευρώπηδες να μας περιμένουν στη γωνία, τιμωρία που δεν έμαθαν το μάθημά τους για τα γυρίσματα της ιστορίας.

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2024

Αχ Ευρώπη - Ευρωεκλογικές σημειώσεις

Κανονικά οι ευρωεκλογές θα ήταν μια πολύ καλή αφορμή να ανοίξει η συζήτηση για τον χαρακτήρα της ΕΕ και μια σειρά συνθήματα - ιδεολογήματα: αν είναι η Ευρώπη των λαών, της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, αν είναι πεδίο ταξικής πάλης κτλ.


Κι όμως, αυτό είναι το μόνο για το οποίο δε γίνεται η παραμικρή νύξη στα τηλεοπτικά πάνελ. Μπορεί να ην είναι και τόσο μακρινή η εποχή που το «ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο» ήταν, στα χαρτιά έστω, σύνθημα ενός κυβερνώντος κόμματος -του ΠΑΣΟΚ της «Αλλαγής»-, δύσκολα όμως θα βρει κανείς μεγαλύτερο ταμπού για την ελληνική αστική τάξη, που πλασάρει την ΕΕ ως θέσφατο, ιερό και όσιο, και ως τη σύγχρονη Μεγάλη Ιδέα του έθνους των εκμεταλλευτών. Εξάλλου το σύγχρονο ΠΑΣΟΚ είναι ο ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή η (ευρω)νατοϊκή αριστερά που νιώθει απελευθερωμένη από προσχήματα για να ανακηρύξει πχ το ΝΑΤΟ ως την αμυντική «Ιερά Συμμαχία» του καιρού μας. ΕΟΚ και ΝΑΤΟ παραμένουν ασφαλώς το ίδιο συνδικάτο, μόνο που όλα τα κόμματα του (αστικο)δημοκρατικού και μη τόξου πασχίζουν να μας πείσουν -σαν άλλοι ευρωπατέρες και νατοτσολιάδες- πως πρέπει να οργανωθούν άπαντες, να μη μείνει κανείς έξω από το Σωματείο. Πάρ’ το απόφαση βρε Στράτο, να φτιάξουμε τον στρατό του ΝΑΤΟ, ίσως και έναν ευρωστρατό, να γίνουμε κρέας για τα κανόνια τους.

Έτσι η ΕΕ περνάει ως φευγαλέα αναφορά από τα πανηγυρικά σποτάκια της ΝΔ για το στρατηγικό όραμα του «μένουμε Ευρώπη». Ενώ οι εκπρόσωποι του ΚΚΕ καλούνται να απαντήσουν συνήθως στο αφόρητα κλισέ ερώτημα «γιατί συμμετέχουν στις ευρωεκλογές, εφόσον διαφωνούν με την ΕΕ και κάπου εκεί εξαντλείται ο χρόνος τους -κι όμως θα υπήρχαν πολύ πιο ενδιαφέροντα ζητήματα να τους ρωτήσουν σχετικά, ακόμα και θεωρώντας ότι μπορούν να τους «στριμώξουν». Ο πυρήνας και η στρατηγική της ΕΕ είναι αδιαπραγμάτευτες και μένουν εκτός συζήτησης, εκφράζοντας την πλήρη σύμπνοια του ελληνικού αστισμού με την ΕΕ -κάτι που ερμηνεύει και την απουσία ενός αξιόλογου «ευρωσκεπτικιστικού» κόμματος-ρεύματος στη χώρα μας.

Με αυτήν την έννοια, δε συμφωνώ στο συμπέρασμα αλλά θεωρώ βάσιμο το σκεπτικό ενός παλιότερου άρθρου του Μαυρουδέα, που ισχυρίζεται πως η ελληνική αστική τάξη δε θα μπορούσε να απορροφήσει-ενσωματώσει ένα μέτωπο πάλης με βασικό κρίκο - αίτημα αιχμής την έξοδο από την ΕΕ, γιατί αντίκειται στον στρατηγικό της σχεδιασμό. (Είναι τουλάχιστον μια συγκεκριμένη ανάλυση της συγκυρίας -σωστή ή λανθασμένη- και όχι μια αχρονική, ιδεοληπτική μεταφορά - υπεράσπιση ενός συνθήματος-σχήματος, όπως το μεταβατικό πρόγραμμα). Κι ας μη συμφωνούμε στο δια ταύτα.

Αν ήταν τόσο απλό και γραμμικό, το BRexit θα ήταν το πρελούδιο μιας πιο ενδιαφέρουσας διαδικασίας, πιθανότατα επαναστατικής, και όχι μια αδύναμη επαγγελία της δια μέσω ενός μαοϊκού τσιτάτου και μιας επικείμενης αναταραχής που προοιωνίζεται μια υπέροχη κατάσταση -μη επαναστατική, πάντα. Στην αναμπουμπούλα, όμως, χαίρεται ο λύκος, όχι τα πρόβατα -όχι όσο δεν έχουν επαναστατική ετοιμότητα να αξιοποιήσουν οποιαδήποτε ρωγμή-αντίθεση.

Η περιβόητη «ευρωπαϊκή προοπτική» αξιοποιεί τη σύγχυση γύρω από την έννοια της Ευρώπης, που ορίζεται άλλοτε γεωγραφικά, άλλοτε πολιτισμικά, μα κατά βάση γεωπολιτικά, θυμίζοντας συνειρμικά την αοριστία γύρω από τα όρια της ιστορικής και της σύγχρονης Μακεδονίας, στις αρχές του εικοστού αιώνα. Φτάνει μεν ως τα Ουράλια, αλλά αποκλείει από το «κοινό ευρωπαϊκό σπίτι» τη Ρωσία -ευρωπαϊκή και μη- και τη Λευκορωσία, λειτουργώντας βασικά ως υπερατλαντικός βραχίονας του ΝΑΤΟ, αλλά σπεύδει να συμπεριλάβει το Ισραήλ, το Καζακστάν κτλ στις αθλητικές και καλλιτεχνικές της φιέστες (EURO, Ευρωμπάσκετ, Γιουροβίζιον) ενώ έχουν ατονήσει-υποχωρήσει σε αξία άλλες διοργανώσεις, όπως οι Μεσογειακοί Αγώνες, όπου συμμετέχουν χώρες διαφόρων ηπείρων που τις ενώνουν πολύ περισσότερα από μια θάλασσα, με βασικά σημεία αναφοράς, όπως η διατροφή -που είναι βασικός πολιτισμικός άξονας (όλα για τη μάσα γίνονται κατά μία έννοια). Και δύσκολα θα βρει κανείς πιο εύστοχους χάρτες από αυτούς που χωρίζουν τη γηραιά (και σάπια) ήπειρο σε χώρες-καταναλωτές πατάτας και ντομάτας ή αντίστοιχα μπύρας, κρασιού και βότκας.

Η σύγχυση περί Ευρώπης ξεκινά ήδη από την εποχή που η ΕΟΚ των μόλις 10 κρατών-μελών (δηλαδή στην καλύτερη η μισή ήπειρος, γεωγραφικά μιλώντας) αυτοπαρουσιαζόταν ως «ευρωπαϊκή κοινότητα», με τον ίδιο αυθαίρετο τρόπο που ο λεγόμενος «δυτικός κόσμος» παριστάνει τη διεθνή κοινότητα. Μια κατά φαντασίαν «ενωμένη Ευρώπη», που ούτε ακριβώς ενωμένη, ούτε ακριβώς Ευρώπη ήταν-είναι (αν λάβουμε υπόψη τις ασιατικές της επεκτάσεις ή τη νατοϊκή εξωτερική της πολιτική, ενίοτε ενάντια και στο δικό της συμφέρον, όπως στην περίπτωση της Γερμανίας και της ενεργειακής της εξάρτησης απ’ τη Ρωσία).

Παρόλα αυτά, η σχετική μεταστροφή της κοινής γνώμης για την ΕΕ και οι παράγοντες που την καθόρισαν παραμένουν ζήτημα προς διερεύνηση. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα για την αντιστροφή του κλίματος είναι ίσως οι αγρότες. Οι αρχικές εξαγγελίες - προσδοκίες για τον κατακλυσμό των ευρωπαϊκών αγορών από τα ελληνικά προϊόντα διαψεύστηκαν παταγωδώς, οδηγώντας σε αντίθετα αποτελέσματα. Οι αγρότες αποδεκατίζονται και απειλούνται με αφανισμό, ενώ βγαίνουν στους δρόμους σε όλη την Ευρώπη, σε άγριες και δυναμικές διαδηλώσεις. Παρόλα αυτά η μιντιακή πνευματική ηγεμονία έχει καταχωρίσει στο θυμικό του μέσου τηλεθεατή τους αγρότες ως προνομιούχους τεμπέληδες που ξεκοκάλισαν τις κοινοτικές επιδοτήσεις (για να θάψουν τα προϊόντα τους) σε Καγιέν και τα σκυλάδικα.

Και τα αντίστοιχα παραδείγματα δεν έχουν τελειωμό. Ενώ είναι φανερός ότι η ΕΕ επέβαλε τα μνημόνια, ότι το Σύμφωνο Σταθερότητας συνεπάγεται επιτήρηση και μνημόνια διαρκείας, ότι το Ταμείο Ανάκαμψης φέρνει νέα μέτρα και ανατροπές, πολλοί βαυκαλίζονται ότι η κρίση ήταν ζήτημα κακής διακυβέρνησης -και ενός «τάδε γαμιέσαι», που δε φτάνει ποτέ στις κάλπες. Οι μισοί σιχτιρίζουν τον Μητσοτάκη και το 41%, οι άλλοι μισοί τον Τσίπρα που παραλίγο να μας βγάλει από το ευρώ με τους τυχοδιωκτισμούς του και στη μέση ο Βαρουφάκης παίζει το (αναποφάσιστο) μπαλάκι του Ματς Πόιντ του Γούντι Άλεν, και θα ήθελε να μπορεί να παίξει το χαρτί μιας πιθανής εξόδου, χωρίς να το χρησιμοποιήσει απαραίτητα.

Κι όλοι μαζί αναρωτιούνται πότε επιτέλους θα γίνουμε Ευρώπη, λες και είμαστε κάτι διαφορετικό. Λες και δεν αποτελούμε οργανικό κομμάτι της Ευρωλάνδης, της πολιτικής της και της κρίσης της. Αυτό το αναδεικνύει καλά και ένα πολύ εύστοχο προεκλογικό φυλλάδιο του ΚΚΕ που εξηγεί σε ποιους τομείς η Ελλάδα είναι σαν την υπόλοιπη ΕΕ. Και είναι κρίμα που αυτό δε θα λάβει μεγάλη προσοχή πχ όπως το σποτάκι με τους βουλευτές. (Το αυτό και για το τρέχον τεύχος της ΚΟΜΕΠ που πιάνει από διάφορες σκοπιές το ζήτημα της ΕΕ, ακόμα και αυτοκριτικά ως προς την πολιτική του ΚΚΕ κατά την περίοδο της Μεταπολίτευσης και ως την κρίση του 1991).

Ας μην ξεχνάμε κάτι ουσιώδες: την προϊστορία της ΕΕ. Ιστορικά, η πρώτη απόπειρα εμφάνισης μιας ενωμένης καπιταλιστικής Ευρώπης, που θα μπορούσε να σταθεί με αξιώσεις στον ανταγωνισμό με τις ΗΠΑ, ήταν επί ναζιστικής Γερμανίας -κάτι που εξηγεί ίσως τον αθεράπευτο έρωτα της σημερινής ΕΕ για τους ναζί ανά τον κόσμο. Ο πρώτος πολιτικός της πρόγονος δεν είναι ο Σουμάν αλλά ο Χίτλερ, ο οποίος έστησε μια φονική μηχανή υποδούλωσης και άγριας εκμετάλλευσης των λαών, που είναι πρότυπο για τις σημερινές αστικές τάξεις και τους δίνει το κλειδί μιας πιθανής εξόδου από την ύφεση διαρκείας. Η δική τους διέξοδος είναι να τσακίσουν τους λαούς και όχι οι παρδαλές φλυαρίες περί πράσινης ανάπτυξης -που έρχεται να υπηρετήσει άλλα συμφέροντα και σκοπιμότητες. Κι αν η Ευρωλάνδη της μαζικής φτώχειας, της ανεργίας, της ανελευθερίας κτλ έχει εκρηκτικές αντιθέσεις αλλά όχι και εκρηκτική δυσαρέσκεια, αν δε φαντάζει ακόμα ως ένας «αδύναμος κρίκος», με κοινωνικές αναταραχές (που μπορούν όντως να δώσουν μια «υπέροχη κατάσταση»), είναι ίσως γιατί υπάρχουν ακόμα κάποια κατάλοιπα «κοινωνικού κράτους» από την περίοδο του «χρυσού, κεϊνσιανού συμβιβασμού». Με άλλα λόγια, υπάρχει ακόμα αρκετό «λίπος» για να καεί. Όχι όμως για πολύ ακόμα...

Κι ενώ ο κόσμος βιώνει «εδώ και τώρα» μια μορφή δυστοπίας, με την ακρίβεια να καταβροχθίζει τον μισθό του στα μισά του μήνα, και τα σύννεφα του πολέμου να πυκνώνουν στον ορίζοντα, έχει πειστεί ότι ζει μια «κανονικότητα» και πως πρέπει να φοβάται μη τυχόν την χάσει, να τρέμει τα χειρότερα που θα τον βρουν έξω από το μαντρί. Σα να λέμε να τρέμει μη τυχόν και χάσει το roaming και το κοινό νόμισμα, για τα ταξίδια που δεν μπορεί ούτως ή άλλως να κάνει...

Συνεπώς, δυσαρέσκεια υπάρχει μπόλικη, σκεπτικισμός (μακριά από τον ακροδεξιό ευρωσκεπτικισμό, και ας φαίνεται ενίοτε να μπλέκει με διάφορα παρακλάδια του) επίσης, όπως και μια αμφισβήτηση εν σπέρματι. Τα επισκιάζει όλα όμως ένα κράμα φόβου και αυταπάτης, που το καλλιεργεί και η αστική προπαγάνδα. Και το βασικό ζητούμενο για εμάς είναι να δούμε πώς μπορεί να σπάσει στην πράξη, από την ίδια την πείρα του λαού.

Αυτά κρίνονται βέβαια σε πολύ ευρύτερο ορίζοντα, σε σχέση με τις εκλογές της Κυριακής -που κρίνουν πολλά, όχι όμως και τον χαρακτήρα της ΕΕ. Αλλά ίσως το μεγαλύτερο όφελος -πιο πολύ και από μια πιθανή τρίτη έδρα στις ευρωεκλογές- θα ήταν αυτό: να ανοίξει δηλαδή επιτέλους σοβαρά μια τέτοια συζήτηση σε όλα τα επίπεδα, από την αξία μιας εξόδου με το δικό μας σχέδιο μέχρι την τεχνική προετοιμασία για αυτό το ενδεχόμενο, χωρίς φόβο και με μπόλικο ταξικό πάθος.

Για τα υπόλοιπα που κρίνονται την Κυριακή, ίσως ακολουθήσει ένα δεύτερο μέρος.

Παρασκευή 31 Μαΐου 2024

Ούτε ένα της Χιλής - Η πλάνη των ποσοστών

-Να τους χαίρεται το 41% που τους ψήφισε. Αυτό μας κυβερνά...

Είναι εμπειρικά επιβεβαιωμένο πως πάνω από το 50% των αναρτήσεων για τη ΝΔ στα ΜΚΔ καταλήγει σε ειρωνεία για το 41% των κατοίκων της Στοκχόλμης που αγάπησαν τον βιαστή τους κι ας μην έχουν μισθούς Σουηδίας -μόνο ίδιες τιμές στη φέτα. Ειρωνεία καυστική σαν το Αιγαίο τον Φλεβάρη, και ας ανέβηκε φέτος 4-5 βαθμούς η μέση θερμοκρασία των θαλασσών -σα να λέμε 4-5% στις κάλπες, ψήφος διαμαρτυρίας που αρνείται από θέση αρχής την κλιματική αλλαγή και την αλλαγή του μίζερου πολιτικού κλίματος. Ειρωνεία αιχμηρή, σαν βούτυρο στο ψωμί της αντίδρασης, αλειμμένο με το μαχαίρι που -κατά ιστορική ειρωνεία- στρέφουν διαρκώς στον εαυτό τους.

Είναι επίσης βέβαιο πως σχεδόν το 100% των σχολιαστών ξεθυμαίνουν την οργή τους στο διαδίκτυο ή την ψηφοδόχο, ως κυτίο παραπόνων, αντί να την διοχετεύσουν στην πραγματική ζωή και να ζήσουν μια οχεία (=σεξουαλική διέγερση) αντί για τον καθημερινό οχετό.

Κι αυτή είναι η πανηγυρική απόδειξη ότι ζούμε στην καλύτερη δημοκρατία που είχαν ποτέ οι αστοί, με πλήρη ελευθερία έκφρασης. Μπορεί τα περισσότερα ΜΜΕ να είναι πλήρως ελεγχόμενα και ευθυγραμμισμένα με το συμφέρον του ιδιοκτήτη, μπορεί φοιτητές να χάνουν εξάμηνα για τη δράση τους και τις απόψεις τους, μπορεί η αστυνομία να μπουκάρει όποτε θέλει στο σπίτι φοιτήτρια που δεν έχει υγιή φρονήματα, μπορεί να έζησαν μια κόλαση όσοι έπρεπε να πάνε προχτές προς το Μαρούσι, την Κηφισιά και το Ηράκλειο (με συγκοινωνία ή με ΙΧ) και να μην είδαν ούτε ένα ρεπορτάζ για την ταλαιπωρία τους (δε θέλουμε θλιμμένους, αγανακτισμένους και μποτιλιαρισμένους στη γιορτή μας)... Τουλάχιστον όμως βλέπουμε τα βίντεο του Luben και λέμε ανέκδοτα για τον γκαντέμη γουρλομάτη Μητσοτάκη που δε σταυρώνει τίτλο στις προβλέψεις του για την μπάλα, αλλά μας φέρνει στην πρώτη θέση από το τέλος με το χαμηλότερο βιοτικό επίπεδο στην Ευρώπη.

Σε χώρες με δικτατορία (του προλεταριάτου), τα πολιτικά ανέκδοτα κυκλοφορούσαν στόμα με στόμα και προβάλλονται ως μις πράξη αντίστασης στην εξουσία -άλλο αν γελούσε και ο Στάλιν ή άλλοι μπολσεβίκοι με αυτά. Αλλά στη χώρα μας που γέννησε τη δημοκρατία, τα χαζά βιντεάκια είναι δείγμα ανοχής και ένας θρίαμβος της σάτιρας, που διεξάγεται απρόσκοπτα και ανεμπόδιστα, χωρίς λογοκρισία και μπράβους σε παραστάσεις.

Τουλάχιστον αυτοί βάζουν τη σωστή διάσταση της ατομικής μας ευθύνης πίσω από το παραπέτασμα (παραβάν). Η οποία ως δια μαγείας παραμένει ατομική και δε συναντά ποτέ τη συλλογική ευθύνη της τάξης μας να αγωνιστεί στον δρόμο.

Τουλάχιστον αυτοί δε συναίνεσαν στο έγκλημα, στον κατ’ εξακολούθηση βιασμό μας, σωστά; Όχι σημαίνει «ΟΧΙ», είτε στις έμφυλες σχέσεις προς τους επίδοξους βιαστές, είτε στο δημοψήφισμα προς διάφορες κυβερνήσεις. Ή μήπως όχι;

Το περίφημο 41% δεν είναι καν τόσο. Είναι το 40,5% όσων ψήφισαν, οπότε ούτε ένα 30% του συνόλου. Στην αστική μας δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα και μαθηματικοί περιορισμοί. Μπορούν να κατασκευάσουν πλειοψηφίες ακόμα και με φανταστικούς αριθμούς ή ψηφοφόρους (δέντρα με κλαδιά, κλαδικές που στο γύρισμα του αιώνα πήγαν να γίνουν ελιά κτλ).

Αλλά στην ήττα της απλής (ανα)λογικής συντέλεσε και το 17% (δεύτερη κατανομή), που ήταν πάνω από 30% πριν από τις διπλές εκλογές του ’23, αλλά δε βλέπουμε ούτε το 1% των χιλιάδων ηλεκτρονικών μελών του στον δρόμο. Το κόμμα που εφάρμοσε μια καρικατούρα αναλογικής με κόφτη 3% -που παραλίγο να βγάλει κυβερνητική πλειοψηφία με 40,5%- και τελικά αποφάνθηκε με στόμφο πως απέτυχε η στρατηγική της απλής αναλογικής, γιατί δεν του βγήκαν τα κουκιά να κυβερνήσει και δεν το ψήφισαν οι ψηφοφόροι των άλλων κομμάτων.

Το 41% είναι ακόμα λιγότερο επί του συνόλου. Αλλά γίνεται μεγαλύτερο αν προσθέσεις σε αυτό το ροζ 17% που ψήφισε το 50% των νόμων της γαλάζιας κυβέρνησης και το πράσινο 12% που ψήφισε ακόμα περισσότερους μες στην τετραετία.

Όχι, δε μας κυβερνά το 41%. Μας κυβερνά το πολιτικό υπαλληλικό προσωπικό μιας χούφτας εκμεταλλευτών, που χτίζει όμως ένα μπλοκ συναίνεσης κι αυτό είναι πολύ ευρύτερο από το 41%.

Οι περισσότεροι ζουν πιστεύοντας πως είμαστε το 99% -απλά μαθηματικά χωρίς ταξικές αναφορές- που μπορεί να επιβάλει το δίκιο του στο 1% της ελίτ -πάντοτε αταξικά μιλώντας. Και που θα μένει με την απορία, γιατί δεν τα καταφέρνει, όσο δεν οργανώνεται σε ταξική βάση και δεν είναι αποφασισμένο να παλέψει, αν θέλει πραγματικά να νικήσει. Η νίκη δε θα έρθει τεχνικά, με ομαλές σιωπηλές πλειοψηφίες. Θα τις διαμορφώσει στην πορεία προς την επανάσταση, που σπάει το νόμο της σιωπής και της αδράνειας, σπάει τον πάγο και ανοίγει δρόμους.


Μιλάμε γενικά και αόριστα για το 99%, ενώ είμαστε <20% που είναι οργανωμένο στα σωματεία και <10% όσων συμμετέχουν σε απεργίες, στάσεις εργασίας και διαδηλώσεις. Κι αυτό είναι ό,τι χρειάζεται να ξέρουμε -και να αλλάξουμε- για τα μαθηματικά της επανάστασης και την εξίσωση που αδυνατούμε να λύσουμε, χωρίς τη μεταβλητή του λαϊκού παράγοντα.

Όταν η κυρίαρχη τάξη καθορίζει την κυρίαρχη συνείδηση, είναι αυταπάτη να πιστεύουμε ότι μπορεί οι συνειδήσεις μας να γίνουν πλειοψηφία στο πλαίσιο του συστήματος. Κι είναι ακόμα χειρότερη αυταπάτη να πιστεύουμε πως μια δημοκρατικά (δηλαδή κοινοβουλευτικά) εκλεγμένη κυβέρνηση μπορεί να κάνει πράξη τα πρώτα καθήκοντα της επανάστασης και μιας ριζοσπαστικής πλειοψηφίας.

Όσο καλές ή ειλικρινείς και αν είναι οι προθέσεις της, μπορεί να στρώσουν τον δρόμο προς την κόλαση. Και δεν υπάρχει ούτε ένα της Χιλής (που έλεγε κάποτε η Άντζελα, αν και ο στίχος έλεγε τοις χιλίοις) να την αφήσουν προχωρήσει ομαλά, όπως δεν άφησαν ούτε τη μετριοπαθή πολιτική του Αγιέντε. Κι αυτή είναι η πικρή αλήθεια της Unidad Popular -όπως λέει ένας πολύ καλύτερος στίχος. Κι ας μην έχει γίνει τελικά κτήμα σε τόσος πολλούς -ίσως στο 99%...


Θα κυβερνήσουμε; Δε θα κυβερνήσουμε. Θα κυβερνήσουμε; Δε θα κυβερν...

Αντί να μαδάμε κοινοβουλευτικές μαργαρίτες, λοιπόν, ας κάνουμε κάτι άλλο. Ας αφήσουμε την πλάνη των ποσοστών και της πλειοψηφίας και ας ενισχύσουμε σε όλα τα μέτωπα αυτούς που κάνουν 100% μαχητική αντιπολίτευση στον δρόμο. Μπορεί να μη συμφωνείς 100% μαζί τους και είναι βέβαιο πως δεν τα κάνουν όλα (100%) καλά. Είναι όμως οι μόνοι που δε σπέρνουν κυβερνητικές αυταπάτες και οργανώνουν την αντίσταση στον δρόμο. Κι εκεί δείχνουν ότι η δύναμή τους είναι πολύ παραπάνω από το (μια ζωή σ)το 5% ή το 7% που μπορεί να παίρνουν στις κάλπες...

Πέμπτη 30 Μαΐου 2024

Στο πανηγύρι αυτό που δεν έχει τελειωμό

Μη γράψεις σεντόνι πάλι, μόνο να το κουνάμε θέλουμε.
Καλά, περίμενε εσύ. Κουνημένε...

Η ταινία Polaroid του ’99 είναι το χίπστερ πριν το χίπστερ και το ΣΥΡΙΖΑ-Ποτάμι -που θα έκαναν κυβέρνηση αν δεν ήταν ο Καμμένος. Νοσταλγία για τον Πασχάλη και τα μιούζικαλ του Δαλιανίδη με ολίγη Plus Soda, επιθετική σάτιρα κατά του Μητροπάνου που δεν προλαβαίνει τραγουδώντας τη μουσική (και έκανε ανεξήγητα καριέρα ως περίπου Σαλονικιός αλλά τον θυμήθηκαν διάφοροι φίλοι γάβροι σε ένα παραληρηματικό προσκλητήριο νεκρών και ζωντανών), ντεμέκ αντίσταση με τη διάδοση ψευδών ειδήσεων αλά Λούθερ Μπλίσετ και εναγώνια αναζήτηση ενός ορισμού της συλλογικότητας. Για να καταλήξει εις εκ των πρωταγωνιστών, ψαγμένος φασαίος και ρέμπελος, ότι συλλογικότητα είναι ο τελικός του Μουντιάλ και τα εκατομμύρια που θα συντονιστούν στις οθόνες τους να τον δουν. Un, dos, tres, allez, allez, allez...

Κι όμως, υπάρχει λογικός πυρήνας σε όλα αυτά. Σε έναν κόσμο όπου το μοντέρνο το καθόριζαν οι ενιαίες αφηγήσεις, το κίνημα και τα κοινά βιώματα, σήμερα έχουμε πολλά μεταμοντέρνα θραύσματα, παράλληλους ατομικούς γαλαξίες που συμπίπτουν σπάνια και εξατομικευμένες εμπειρίες σε διάφορους χρόνους -τα λέει καλά τρολάροντας και ο Λαμπρόπουλος για τη διάρρηξη του κοινωνικού ιστού. Χωρίς γερό κίνημα, κραταιά τηλεόραση και μεγάλες αφηγήσεις, το μόνο μαζικό βίωμα, ως κοινό σημείο αναφοράς, μοιάζει να είναι τα μεγάλα αθλητικά γεγονότα -που τα βλέπουν και τα σχολιάζουν όλοι στον ίδιο χρόνο. Τραγικό; Ίσως. Κι αληθινό συνάμα. Αλλά πριν αρχίσεις να κουνάς το δάχτυλο στη μάζα -και εγώ μαζί σου- ας σκεφτούμε γιατί δεν την πείσαμε να κατέβει στον δρόμο για λόγους ταξικούς -και όχι μόνο. Να κάνουν ρίμα το Κουκουέ με τον Οφορίκουε στην πραγματική ζωή -και όχι στους στίχους των Χατζηφραγκέτα.

Πωπωπωπωπωπωπω, αχ τι κακό, τι κακό
Ω τι κόσμο θωρώ στο πανηγύρι αυτό
Στο πανηγύρι αυτό, στο πανηγύρι αυτό
Που δεν έχει τελειωμό
Για τον κάθε χάρτινο λαό.

Και αρχίζει ο πανζουρλισμός, φωνές, αγκαλιές, πυροτεχνήματα. Τόσες κόρνες και ούτε μια αφύπνιση. Τόσοι μουσάτοι και ούτε μία επανάσταση. Τόσοι μαλλιάδες και ούτε μία κούπα -για την Αργεντινή, παλιότερα. Τόσος κόσμος στον δρόμο και ούτε μια διαδήλωση. Τόσα πυροτεχνήματα στον ουρανό και ούτε μια έφοδος. Τόση ειρωνεία κι ούτε λίγη ενσυναίσθηση.


Σου λένε ότι είναι ευρωπαϊκός τελικός, εμπειρία ζωής, που δεν ξέρεις αν θα την ξαναζήσουμε. Και εσύ σκέφτεσαι πότε θα φλεβαρίσει και αν θα αξιωθούμε να ζήσουμε μια επανάσταση -ή θα μείνουμε με τον Δεκέμβρη και τους αγανακτισμένους ως «highlights». Κι οι συνθήκες ωρίμασαν σαν μήλο, που δεν πέφτει μόνο του παρά μόνο αν σαπίσει, για να βρούμε τον νόμο της βαρύτητας, το ιστορικό βάρος της αντεπανάστασης, τα βαρίδια και τις νομοτέλειες της ήττας.

Και αρχίζει ο διαγωνισμός γραφικότητας στις αναρτήσεις. Πάρε για τον θρίαμβο του Γόδα -αρχίζεις να πιστεύεις πως τον «σκότωσαν για το ποδόσφαιρο». Πάρε και για τον Φύσσα που πανηγυρίζει από ψηλά, μια no politica δικαίωση, μη σου πω μεγαλύτερη και από τις 7 Οκτώβρη. Να πούμε και για τον πρόεδρο, τον «εφοπλιστή της δημοκρατίας», που παλεύει την κυβέρνηση και το κατεστημένο. Για τον Σωκράτη που ήταν «δικό μας» προϊόν -της ΓΛΔ-, και τον μεγάλο περίπατο του μικρού Πέτρου, του αριστερού βιομήχανου που άνοιξε τον δρόμο για τον Κασσελάκη, που τελικά είναι πιο πειστικός σαν πολιτικός παρά σαν φίλαθλος.

Να διαγράψεις όλους τους γκαβλωμένους οπαδούς με τις γραφικές αναρτήσεις; Τότε θα μείνεις χωρίς φίλους -και ποιος σου λέει ότι είχες ποτέ;- και το χειρότερο, χωρίς συντρόφους. Πάλι καλά που δε βγάλαμε ανακοίνωση για συγχαρητήρια -μείναμε σε μια ξερή δήλωση του ΓΓ. Και ποιος θα μιλήσει για τα γελοία «μέτρα ασφαλείας» (πήρανε για την αναπνοή μου), την πολιορκημένη πόλη, τα σχολεία που έκλεισαν για να γίνουν πάρκινγκ, τα αποκλεισμένα προάστια που έμειναν χωρίς συγκοινωνία, τις ασκήσεις εκκένωσης και την απαγόρευση συναθροίσεων που θύμισε καραντίνα;

Πάρε και ένα πανό «λευτεριά στα αδέρφια μας» -που το βλέπεις σε κάθε γήπεδο, σε διάφορα χρώματα για υπαλλήλους και μαφιόζους του υπόκοσμου. Κι αναρωτιέσαι ποιος θα ελευθερώσει τα δικά μας ταξικά αδέλφια -και εμάς μαζί- από την οπαδική αρρώστια και τα ξόρκια του προέδρου.

Πάρε κι όσους κιτρίνιζαν απ’ το κακό τους για τα ιερά και όσια, τα «πάτρια εδάφη» του προέδρου και τη νέα άλωση, της Αγιασοφιάς, της (ο)παπαρίνας της καλής. «Όχι στο σπίτι μας» σου έλεγαν, που το μαγάρισαν οι (μ)αγαρηνοί ελΚαμπήδες και οι ορδές των βαρβάρων. Εντάξει να μένεις άστεγος από τον Γρανίτσα ή τους πλειστηριασμούς, αλλά όχι αυτό...


Μα στη βλακεία δε χωράνε οπαδικά. Είχε προηγηθεί το πράσινο τριήμερο. Βουντού-βουντού, μαγικός τελικός Κυπέλλου, η Φραπάρ να σφυρίζει σαν Ελληνίδα, ο Κομπότης στις κερκίδες, τελικός για κολλύριο, μπλουζάκια football is life, και εσύ να σκέφτεσαι να αυτοκτονήσεις από ανία. Μαγικό φινάλε, ο Καρυπίδης ξεκίνησε την καταδίωξη σαν «Σούπερ Αγόρι», ο Αλαφούζος αποθεώθηκε σε άδειο γήπεδο. Μαγεία που θα ζήλευε και η λούμπεν αστική τάξη της χώρας μας (ο Τράκης), μοναδικές στιγμές που μόνο ένα σύστημα σε σήψη μπορεί να προσφέρει.

Πάρε και τα αθάνατα κλισέ για την Ελλάδα που ποτέ δεν πεθαίνει, που νικά και προοδεύει και ξανά προς τη δόξα τραβά. Τι τραβάμε κι εμείς τα δοξασμένα έθνη! Μα δεν είναι ένα κλικ μπροστά (σε θέση οφσάιντ) όσοι ξεφεύγουν από αυτό το «εθνικό σχήμα» της αταξικής ενότητας; Όχι, σιγά μην είναι έτοιμοι και για εμφύλιο πόλεμο. Τσιμπάν την ίδια ενότητα για την ομάδα τους. «Εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια», σε αυτά δε χωράνε ταξικά (πρόσημα).

Κι αρχίζουν όλοι μαζί τον σκυλοκαβγά για την αξία της διοργάνωσης. Αν ήταν Αστερίξ, θα ήταν εκείνο το επιπλέον άθλημα που επινόησαν οι Ελλανοδίκες, για να πάρουν και οι Ρωμαίοι έναν χρυσό κότινο και να μη βουλιάξουν στην παρακμή τους. Αλλά είναι η ΟΥΕΦΑ που θέλει εκατοντάδες αγώνες μέχρι τελικής πτώσης και οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν. Και τις βάζουν κάτω να τις μετρήσουν, τις κούπες και τη βλακεία που μας δέρνει. Αν είναι κούπα από πορσελάνη ή Milko cup και όσα δε φτάνει η αλεπού. Κι εσύ μετράς το μπόι σου που πόντο-πόντο χάνεις (1 μέτρο και ένα Μίλκο) κι αν σου φτάνουν τα ψιλά για ένα κακάο -εδώ όλα Μίλκο τα λένε, πχ Μίλκο με ΤΟΠΙΝΩ, όπως λένε σουβλάκι με γύρο.

Δύο πράγματα είναι άπειρα στο φίλαθλο σύμπαν. Το μεγαλείο - οι τίτλοι της διαπλανητικής ομαδάρας. Και η καφρίλα του μέσου οπαδού -οργανωμένη και μη. Και για το πρώτο δεν είμαι και πολύ σίγουρος. Έχουμε τέτοιο επίπεδο τοξικότητας κι αταξικότητας, που να μην αντέχεις καν τους συντρόφους σου στα ΜΚΔ -κι αυτοί εσένα. Ο αναμάρτητος πρώτος τον λίθο βαλέτω. Θρύψαλα τα τζάμια στον ηλεκτρικό... Έχε χάρη που σταμάτησε από τις 5 το απόγευμα.

Ο οπαδισμός είναι ένας μικρός εθνικισμός, που αποκλείει όλους τους άλλους. Μπορείς να τον βρεις σε ήπιες μορφές, αλλά μην πέσεις απ’ τα σύννεφα όταν αρχίσει ο πόλεμος -και δεν είναι ταξικός. Το ζητούμενο είναι να αγαπάς την ομάδα σου και να μάθεις να σέβεσαι τις υπόλοιπες -τον πολιτισμό τους και τα έθιμά τους. Κι ίσως μια μέρα καταργηθούν τα σύνορα και τα κάγκελα (παντού) και ζήσουμε ειρηνικά. Προλετάριοι όλων των πετάλων ενωθείτε!

Αλλά η πολιτική σκέψη των περισσότερων δεν κάνει μεγάλα άλματα και φτάνει ως τα συνθήματα. Πχ «κάθε ήττα του Ολυμπιακού είναι μια νίκη της ανθρωπότητας». Κι εγώ είχα γράψει κάποτε ότι «έχει πάντα πλάκα να βλέπεις τις ΗΠΑ να χάνουν» -στους Ολυμπιακούς αγώνες. Αλλά αυτό έχει πολύ χαμηλό ταβάνι -πχ ένα μέτωπο με τη Ρωσία, που την έχουν πετάξει έξω από κάθε διοργάνωση, για να μας κάνουν με το ζόρι να πιστέψουμε ότι είναι η Σοβιετία της εποχής μας.

Μα δε βλέπεις τίποτα θετικό; Αντιθέτως! Βλέπω δάκρυα χαράς, αγνή συγκίνηση, την ωραία ιστορία του Μεντιλίμπαρ, τον μικρό Γιαννάκη με το κασκόλ του ΠΑΟΚ στο καροτσάκι, τα μπουκέτα -χωρίς ξύλο- στο σημείο που δολοφόνησαν τον Μιχάλη, τον 87χρονο Υφαντή να κάνει σαν μικρό παιδί. Ο αθλητισμός έχει πάντα τις πιο ωραίες ιστορίες, από αυτές που θα λέμε στα παιδιά μας για να μεγαλώσουν στην κοιλάδα των δακρύων. Αλλά τα σπορ είναι μια άλλη ιστορία, στην εκδοχή του επαγγελματικού αθλητισμού, που βγάζει κέρδη σκοτώνοντας συναισθήματα.

Η χαρά του οπαδού είναι ιερή. Είναι το δικαίωμα στην παιδικότητα, όταν όλα έμοιαζαν αθώα και αληθινά, όταν δεν υπήρχε τίποτα να τα μουντζουρώσει. Όταν είχαμε το άλλοθι της ηλικίας και το δικαίωμα στην αφέλεια. Όταν δε νιώθαμε φόβο -γιατί δε ξέραμε τι γίνεται- και μπορούσαμε να δούμε όλοι μαζί έναν αγώνα. Όταν δεν ευχόμασταν να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα και να μην πάρει τίτλους. Όταν μια αθλητική εφημερίδα και ένα κακάο το πρωί μπορούσε να σου φτιάξει τη διάθεση. Σπορτάιμ ή Φίλαθλος, Φως-Ώρα ή Ηχώ, δεν έχει σημασία, αρκεί να μην ήταν Μίλκο το κακάο. ΤΟΠΙΝΩ ή ΑΓΝΟ ή Κουκάκη ή ΛΥΚΑΣ ή Ροδοπάκι -ό,τι θες από Τέμπη και πάνω, σε αυτά δε χωράνε οπαδικά.

Είναι δείγμα πολιτισμού (ή βαρβαρότητας) πώς πανηγυρίζουμε, πώς δεχόμαστε τους πανηγυρισμούς των άλλων. Είναι δείγμα υγείας το έξυπνο σύνθημα, η ευρηματική καζούρα, ακόμα και η αγάπη για μια ομάδα -όσο δεν μπορείς να φτάσεις πιο σύνθετα ιδανικά.

Αρχίζεις να χάνεις την μπάλα όταν αγχώνεσαι, στενοχωριέσαι και χάνεις τον ύπνο σου, τη διάθεσή σου. Όταν επηρεάζει σοβαρά την καθημερινότητά σου, κάτι που δεν την αλλάζει στο παραμικρό. Το χάνεις εντελώς όταν αρχίζεις να σπαταλάς μπόλικη φαιά ουσία, για να δώσεις άλλοθι στον εαυτό σου, να πασπαλίσεις με ιδεολογία το πάθος σου. Αρχίζεις να γίνεσαι επικίνδυνος, όταν βγάζεις κόμπλεξ και ξεσπάς, όταν γαμάς νοερά τους πάντες, μανάδες, σόγια, ιερά και όσια -εκτός από ερωτικούς συντρόφους- όταν σε πηδάνε χωρίς σάλιο καθημερινά και εσύ ψάχνεις ρεβάνς στο γήπεδο, πηδάς νοερά τις κότες, τους λαγούς, πάπιες, χήνες και κουνέλια, ό,τι είχε στην αυλή της η γιαγιά, μοσχάρια άσβερκα με τατού και σχέση υπαλλήλου - μπράβου με το αφεντικό. Όταν φωνάζεις, «οε-οε-σας γαμήσαμε», με ένα μίζερο σκορ, με πέτσινα γκολ, με άγχος στα χασομέρια, με στημένο διαιτητή, «για να πονάει περισσότερο», σαν αγχωμένη μαλακία (Διδυμότειχο blues), παρά σαν έρωτας και απόλαυση, μια συνουσία που θα την χαρούν όλοι, χάσουν-κερδίσουν.

Χάνουμε την μπάλα, όταν αρχίζουμε να μην αντέχουμε τους γύρω μας -τους συναδέλφους και τους συντρόφους μας, όχι κάποιον κάφρο- όταν αρχίζουν να μη μας αντέχουν οι γύρω μας -τα ίδια άτομα και πάλι-, όταν σκεφτόμαστε πώς θα τους αντικρίσουμε την επομένη μιας ήττας και πάμε με κατεβασμένα μούτρα. Συγκρατούμε τα πάθη μας, τα εκλογικεύουμε (;) αλλά στο βάθος μπορεί να μη διαφέρουμε όσο πιστεύουμε από τους άλλους -και δεν εξαιρώ τον εαυτό μου από όσα λέω.

Εδώ αφέντηδες μασάτε
ό,τι αγγίξετε πιο τρυφερό
κι εσείς, δούλοι, προσκυνάτε
και βολεύεστε θαρρώ...

Τελευταίο -και πιο σημαντικό.
Η χαρά του οπαδού είναι ιερή, το πιο αγνό και καθαρό πράγμα του κόσμου, έτοιμο να θυσιάσει πράγματα (εργατοώρες, ηρεμία κτλ) χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Ας φροντίσουμε να μη γίνεται πλυντήριο για τη βρωμιά του χώρου και όσους τον λερώνουν.

Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

Οκέι γιες, οκέι γιες - Εκλογική τριλογία

Αγάπη και ψήφος πάνε μαζί
Ας μπορούσες τουλάχιστον να με ψηφίσεις
Αφού δεν μπορείς να με αγαπήσεις...

Αν το εκλογικό πατατάκι μπορούσε να αλλάξει τον κόσμο, θα ήταν παράνομο. Αν ο Καποδίστριας δεν έκανε τις πατάτες (να μοιάζουν) παράνομες, δε θα άλλαζαν ποτέ τον διατροφικό μας κόσμο -θα ψηφίζαμε ακόμα ψωμί κι ελιά. Αν ο Αρκάς είχε λιγότερη έμπνευση κι από τον Παπανίκο, θα έκανε θπαρταριθτά θκίτθα με πατάτεθ. Αν η Ευρωπαϊκή Ένωση ήθελε να γίνει αντίπαλο δέος στις ΗΠΑ, θα ήταν Σοβιετική. Κι αν οι Ενωμένες Πολιτείες του Εξωκοινοβουλίου δεν ήταν ουτοπικές-απραγματοποίητες, θα ήταν αντιδραστικές.

Ακολουθούν σημειώσεις από διάφορα εκλογικά μέτωπα των ημερών.


-Το ΤΕΕ είναι ένας κόσμος μαγικός. Όπου μπορείς να δεις Έλληνες Κροίσους με επτά γράμματα, να προσγειώνονται στο ελικοδρόμιο για να ψηφίσουν. Όπου μηχανικοί των χιλίων ευρώ πείθονται να ψηφίσουν ό,τι κι η κρίση, για να περάσουμε ενωμένοι την Κροίσοι -εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια. Όπου η ΝΔ μυρίζεται χρήμα, κάνει πρωτοφανή κινητοποίηση για τα κουκιά και στήνει φαραωνικές κατασκευές αντί για απλά εκλογικά περίπτερα. Όπου ο επικεφαλής παράταξης σύγκρινε (αριθμητικά) μερικές δεκάδες ψήφια που πήρε με τους αντάρτες του Φιντέλ που ανέβηκαν στο Γκράνμα. Το πλοίο των ονείρων του τον πάει σε ρωσικούς κόσμους που εσείς δεν τους αντέχετε.

Κι όπου η άνοδος, το διψήφιο και η τρίτη θέση των δικών μας είναι κάτι μικρό αλλά σπουδαίο, σε έναν χώρο που προσφέρεται ως περίπτωση μελέτης. Για το πώς η κυρίαρχη τάξη αποσπά τη συναίνεση των υποτελών (αλλά) και πώς χτίζει συμμαχίες με στρώματα που νιώθουν προνομιούχα και νομίζουν πως τα ξέχασε η κρίση -γιατί την ξέχασαν αυτά, με την κοντή τους μνήμη.

-Ηθοποιός σημαίνει φως -όχι αστραφτερές ανακοινώσεις, σαν του Μπιμπίλα. Μα και πολύ σκοτάδι. Μαύρη εργασία, κατάμαυρες προοπτικές, μαυρίλα στις συνθήκες εργασίας, στις συμβάσεις (τις ποιες;). Πολύς αγώνας για να νικήσει το φως τη μαύρη τρύπα του ΥΠΠΟ και της εργοδοσίας, και να φτάσει στην επιφάνεια.

ΣΕΗ σημαίνει πρώτη δύναμη -μια χαραμάδα φωτός μες στα σκοτάδια. Αλλά και καθ’ έξιν αντικομμουνισμός από διάφορους «εναλλακτικούς» (Συριζο-«ανεξάρτητους»), για να την αποκλείσουν. Βάζοντας μάλιστα μπροστά αναρχικό πασπάλισμα, με τον γιο του Σκυφτούλη, που έχει οικογενειακή παράδοση στο (ύποπτο) παραγοντιλίκι και το αρχηγιλίκι.

Η αυτονόητη πρόταση της ΔΕΗ για αναλογικό προεδρείο δεν πέρασε εξ ολοκλήρου, αλλά το ΣΕΗ έχει άλλη διοίκηση και νέο πρόεδρο (τον Καραγιώργη, που έμοιασε στον πατέρα του και όχι μόνο εμφανισιακά). Τα δύσκολα είναι μπροστά της, τα λόγια περισσεύουν.

-Τι μπορούν να σηματοδοτήσουν οι οιτητικές εκλογές, μια ανάσα από το καλοκαίρι και τις ευρωεκλογές -και ανήμερα της επετείου του καπετάνιου Γιώτη; Πολλά. Πχ αν θα επιστρέψουμε στο δαπιτοκρατούμενο παρελθόν, πηγαίνοντας προς το σκοτεινό μέλλον των ιδιωτικών, κερδοσκοπικών πανεπιστημίων ή αν θα μείνει ζωντανή η φλόγα του αγώνα που έκανε καυτό τον φετινό χειμώνα.

Η ΔΑΠ θα σκυλιάσει για να ανακτήσει τα πρωτεία. Τα τελευταία χρόνια η στάση της ερμηνεύτηκε ως πιθανή, σταδιακή απόσυρση, πρελούδιο μιας επιχείρησης να καταργηθούν συνολικά οι παρατάξεις. ΑΛλά οι παρακρατικοί μηχανισμοί της δεν πρόκειται να παραδώσουν τόσο εύκολα πνεύμα και τα προνόμιά τους, χωρίς να διασφαλίσει αντίστοιχο αντάλλαγμα.

Πέρσι, μετά τα Τέμπη, η ΔΑΠ δεν τόλμησε να κατέβει σε μια σειρά σχολές -πχ στο ΑΠΘ- ή δε βρήκε αρκετά θαρραλέους υποψήφιους να λουστούν το κράξιμο και την κατακραυγή. Φέτος, μετά από τη στάση της στις καταλήψεις, όπου απλώς πόνταρε στο ένστικτο του «φιλήσυχου νοικοκυραίου» και δεν τολμούσε να κατέβει καν σε πολλές συνελεύσεις, πρέπει (θα έπρεπε) να γενικευτεί το φαινόμενο. Να μην μπορεί να σταθεί πουθενά. Η ήττα της, η πτώση της, η συντριβή της, είναι το μόνο μήνυμα που πρέπει να βγει (και) από την κάλπη.

Η ΠΑΣΠ προσπαθεί να νεκραναστηθεί σαν το θυγατρικό κόμμα-επιχείρηση. Ο ΣΥΡΙΖΑ στα πανεπιστήμια παραμένει ένα κακό ανέκδοτο κι έχασε ό,τι νεολαία του είχε απομείνει με τη Νέα Αριστερά. Αλλά το πιο γκροτέσκο σκηνικό στήνεται για άλλη μια χρονιά στην/α πάλαι ποτέ ΕΑΑΚ, που έχουν εικόνα διάλυσης.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ στηρίζει με ανακοίνωσή της το ναριτογενές Attack, αλλά το ΣΕΚ είναι αληταριό που όλο δραπετεύει από τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό και στηρίζει τα ΕΑΑΚ. Των οποίων η ελπιδοφόρα θρυμματισμένη ενότητα κράτησε για ένα φεγγάρι (και κάτι ψιλά), υπό την απειλή δημόσιων καταγγελιών για περιπτώσεις κακοποίησης που θα προκαλούσαν εσωτερικό -και γενικό- θέμα. Ενώ η ακύρωση της ενιαίας καθόδου επικοινωνήθηκε (και) με διαρροές σχετικών σημειωμάτων από οργανώσεις, που ανακάλυψαν εκ νέου την Αμερική και ότι η ΑΡΑΣ έχει τον τραμπουκισμό δεύτερη φύση της.

Η αλήθεια είναι ότι γίνεται όλο και πιο δύσκολη πλέον η (τηλε)θέαση των εξελίξεων, ακόμα και για τους πιο φανατικούς οπαδούς του σίριαλ, που βλέπουν όλο καινούρια πρόσωπα και ονόματα, προσπαθούν να τα αφομοιώσουν, ψάχνουν να βρουν τι απέγιναν ο Ριτζ και η Μπρουκ και ξαφνικά συνειδητοποιούν ότι βλέπουν τα «Ατίθασα Νιάτα». Και νοσταλγούν τις εποχές που όλα ήταν διασπασμένα αλλά απλά και όλα αυτά είχαν ένα πολιτικό άλλοθι. Ενιαία ανώτατη ή τριτοβάθμια, επιχειρηματικό πανεπιστήμιο ή ΙΜΚ (ιδεολογικός μηχανισμός του κράτους) -και γιατί όχι και τα δύο. Και αν όλα αυτά σε κάποιους μοιάζουν ανούσια, τόσα χρόνια μετά, ήταν πάντως μια κάποια πολιτική συζήτηση -καμία σχέση με τους τελευταίους κύκλους που απλά δε βλέπονται.

Η Πανσπουδαστική θα έχει δεδομένα πολλές πρωτιές, αλλά η καλή που μετράει είναι στο γενικό σύνολο. Όχι για να πανηγυρίσουμε αυτάρεσκα μεταξύ μας και να φτιάξουμε κλίμα για τις ευρωεκλογές. Αλλά γιατί ένα μεγάλο κίνημα, σαν αυτό του χειμώνα, δεν «έχει δικαίωμα» στην παραίτηση. Πρέπει να νικάει κάθε μάχη, ακόμα και τις συμβολικές.

Μια παλιά κινέζικη παροιμία Το Λαϊκό Στρώμα λέει ότι σχεδόν πάντα μετά από ένα μεγάλο κίνημα, οι «αριστερές παρατάξεις» (εντός ή εκτός εισαγωγικών) πέφτουν, σαν από κόπωση, απογοήτευση κτλ. Αν -ο μη γένοιτο- συμβεί αυτό -και όπου συμβεί-, δε θα είναι πάντως από κάποια κατάρα, σαν την ακολουθία με τους τίτλους του ΠΑΟΚ. Αλλού θα ψάξουμε τις αιτίες -και δεν είναι δύσκολο να σκεφτούμε μια βασική, για αυτές ειδικά τις ηλικίες.

Επιμύθιο

Οι εκλογές δεν αλλάζουν τον κόσμο. Οι κεφίγιες δεν αλλάζουν τον κόσμο, τα καρπούζια δεν αλλάζουν τον κόσμο, ούτε οι συμβολισμοί. Αλλά είναι περίπου παράνομοι και λόγοι αποκλεισμού από μια σειρά θεσμούς. Αν θες να αλλάξεις τον κόσμο πρέπει να κάνεις-ουμε πάρα πολλά πράγματα. Αλλά μην υποτιμάς αυτά που (μπορούμε να) κάνουμε τώρα.

Αν θέλουμε να αλλάξουμε τον κόσμο, εμείς οι οπαδοί της φιλοσοφίας της πράξης -όπως έγραφε κωδικοποιημένα ο πολιτικός κρατούμενος Γκράμσι, για να νικήσει τη λογοκρισία της φυλακής- είναι για να μπορεί να εκφραστεί ορμητικά και ελεύθερα, πχ η αλληλεγγύη στην Παλαιστίνη και στους λαούς όλου του κόσμου. Να μη νιώθει υποχρεωμένη να κρυφτεί από τη σύγχρονη λογοκρισία, πίσω από συμβολισμούς -όπως κάποτε ο Γκράμσι.

Υγ: Το κλίμα για τις ευρωεκλογές είναι αν μη τι άλλο υποτονικό, σαν ομιλία του Κασσελάκη χωρίς ότο-κιου. Αλλά αυτά ίσως τα δούμε ξεχωριστά, για να κλείσει εδώ η τριλογία.

Τρίτη 21 Μαΐου 2024

Στη Γάμα Εθνική ρίξαν τη ζωή σου...

Το πρωί με ξυπνάς με φιλιά,
μου χαϊδεύεις μετά τα μαλλιά
...

Σε μια γειτονιά, όπου οι «καλημέρες» ακούγονται σαν τρυπάνια και τόρνοι εργαστηρίου. Όπου η ζωή κυλά αδιάφορα, με ανούσια υπονοούμενα, θραύσματα συμβολισμών και μηνυμάτων που δεν αποκτούν ποτέ συνοχή, μένουν χωρίς βαθύτερο νόημα, σαν πλαδαρό κι αγύμναστο κείμενο -καλή ώρα. Κι αν μας αντέξει το σχοινί, θα φανεί στα υστερόγραφα, όπως σε κάθε αθλητική στήλη, που δε σέβεται τους αναγνώστες της. 

Μα κάτι άλλαξε από χτες -αλλά όχι ο κόσμος. (Προ)χτες που όλα ήταν «ο θάνατός σου η ζωή μου» -κι η σαπίλα μας, κοπριά για τα κέρδη τους. Έπαιζαν οι αιώνιοι σε βορρά και νότο, ο αιώνιος Πανιώνιος για άνοδο (από την Α2, που την είπαν «Ελίτ League» κόντρα σε λογική και ταξικούς φραγμούς), ο ημίθεος απέναντι, ο άλλος δικέφαλος περίμενε στη γωνιά άλλο ένα δωράκι κι η πράσινη φυλή κατέβαινε μαζικά στον δρόμο, για να αλλάξει φύλαρχο. Πάνθεον θηρίων και ηρώων, δαιμόνων, θεών κι ημίθεων, που ομορφαίνουν τις Κυριακές μας και δίνουν χρώμα στον βούρκο με τις μπίζνες.
Υγ: Φινάλε για να κρατάς την ανάσα σου, από την αγωνιά και τη βρωμιά του χώρου.

Πέσανε όλοι με τα μούτρα, μια φωνή και μια γροθιά (ιδιοκτήτες-εργατιά). Εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, αδελφωμένοι, χωρίς τάξεις. Αφεντικά και (μισθωτοί) δούλοι, τον τίτλο θέλουμε ούλοι. Γέλα υπηρέτη, γλέντα, πανηγύρισε, χαμογέλα ρε (τι σου ζητάνε;).
Υγ: κανείς δεν το έχει πει καλύτερα από τα Τοξικά Απόβλητα.
Αυτογκόλ, αυτογκόλ βάζεις στη ζωή σου.
(...) Στη Γάμα Εθνική ρίξαν τη ζωή σου

Αυτογκόλ from ΤΟΞΙΚΑ ΑΠΟΒΛΗΤΑ on Vimeo.

Αν είχαν σχέδιο και πρόγραμμα, η μοιρασιά της λείας θα ήταν δίκαιη: πρωταθλητής ο ΠΑΟΚ, ο Άρης το Κύπελλο, ο Ολυμπιακός το Κόνφερενς, ο ΠΑΟ Ευρωλίγκα, η ΑΕΚ το χάντμπολ και δικαίωμα του χρόνου για τον Τίγρη. Αλλά η Μαφία στη χώρα μας δεν έχει εξελιχθεί τόσο και οι χτεσινοί σύμμαχοι τρώγονται μεταξύ τους, για να επικρατήσουν στην αγορά και να συμμαχήσουν ξανά με τον «εχθρό» από θέση ισχύος.
Υγ: Πετρέλαιο χωρίς μαφιόζους, μόνο στον κεντρικό σχεδιασμό του μέλλοντος. Κοινωνία χωρίς μαφιόζους, ελπίζω στα κοντά, πριν εξαντληθεί το πετρελαϊκό απόθεμα.

Και τι έγινε τελικά; Το «Έλα να δεις» -χωρίς τον Κλίμοφ.
Ο Πανιώνιος ανέβηκε. Ο Γκίκας έκανε τις πιο ωραίες δηλώσεις (ότι άξιζε να ανέβει και ο αντίπαλος) γιατί τις συνδύασε με πράξεις κι έπιασε στον αέρα το μπουκάλι που στόχευε τη ρεπόρτερ. Ο Ηρακλής κέρδισε τις εντυπώσεις με τη σημαία της Παλαιστίνης στην κερκίδα. Κι ο Μίλωνας ανέβηκε κατηγορία 30 χρόνια μετά κι ας μην το(ν) ήθελε ούτε ο Δήμος όπου εδρεύει. Τι να κάνει άραγε αυτή η ψυχή, ο Μίτσελ Ουίγκινς;
Υγ: αντέχει να βγάλει ένα καλό δεκάλεπτο;
Υγ: ο γιος του θα αφήσει το ΝΒΑ, να βοηθήσει;
Υγ: Καλά όλα τα άλλα, αλλά ο Γκίκας γιατί στο διάολο φορά το 88 και τι θέλει να πει με αυτό;

Ο ΠΑΟΚ πήρε νίκη-τίτλο, από αυτές που φτιάχνουν μύθος και νέες γενιές οπαδών. Ο Λουτσέσκου μοίραζε φιλάκια, σαν την Αλιφέρη -μην ξεχνάτε, σας αγαπώ. Στην αρένα του ΟΠΑΠ μοίραζαν φιλιά και αγάπη στον Αλμέιδα, για να ζηλέψει ο Κλοπ. Στην (άδεια) Λεωφόρο σε ζητώ, χωρίς Βικτώρια. Δε θέλει νίκες και χρυσάφι, για να ανθίσει αυτός ο έρωτας. Hasta los poulos siempre, Alafouzo poyla. Και στα (γερο)Λαδάδικα πουλάν αυτό που θες.
Υγ: Για μένα ο Λουτσέσκου παράγει ήθος και προάγει το άθλημα.
Υγ: Χίλια μπράβο στον Τόμας που σήκωσε κι αυτός σημαία της Παλαιστίνης.

Γκολάρα ο Μορόν, ακόμα καλύτερη ο Ποντένσε. Ναι αλλά ποιος ασχολείται με μπάλα, για αυτά θα μιλάμε τώρα;
Υγ: απομονώστε τους φλώρους που χειροκρότησαν. Μας ντροπιάζουν.

Κάποιοι βγήκαν στον δρόμο να κάψουν την πόλη, πανηγυρίζοντας. Μνήμες ’17, η μεγάλη φωτιά. Κι είναι ζήτημα αν τότε απέκτησε η πόλη σύγχρονο κέντρο ή έχασε την ψυχή της, για να γίνει σταδιακά «μια πόλη-μια χώρα-μια εθνικότητα». Μια ομάδα, μια τζατζίκι, μια πατάτες. Αλλά εννοείται πως θέλει γκρέμισμα και κάψιμο. Σαν την (άλλη) σπίθα του ’17, που απλώθηκε παντού σαν πυρκαγιά και φως που πάντα καίει.
Υγ: Βάλτε φωτιά-κάψτε καλά...

Κάποιοι βρίσκουν αδύνατο να συνυπάρχουν στην πόλη, με όσους τα θέλουν όλα μονοπώλιο, για τον ολιγάρχη που ορίζει τον βορρά. Υγ: Δύσκολο βασικά είναι να ζεις και να ασφυκτιάς σε έναν σάπιο κόσμο που βουλιάζει. Αν επιβιώνεις εκεί, όλα τα άλλα είναι παιχνιδάκι -έστω και στημένο.
Υγ: ο θεός (του πολέμου) να μας φυλάει από οπαδικές εξάρσεις και τοξικότητα... Άρη σε αγαπώ, Άρη είσαι ο ένας, από το +26 δεν πήγε να χάσει άλλος κανένας!

Κάποιοι άλλοι νιώθουν στα αλήθεια πως κάτι άλλαξε από χτες. Κάποιοι πήραν νοερά εκδίκηση για τη γενοκτονία των Ποντίων.
Κι άλλοι κατέβηκαν στον δρόμο, για να βρουν καλύτερο αφέντη.
Μα είναι δυνατόν να διαδηλώνουν για μια ομάδα;
Ναι. Κι αν είναι στον δρόμο για όλα τα άλλα, τότε δε μας πέφτει λόγος για την καψούρα τους. Κι αν είναι όντως στο κίνημα, θα καταλάβουν γρήγορα πως ο στόχος δεν είναι ένα «καλύτερο αφεντικό» (που είναι εφικτό), αλλά να τελειώνουμε συλλήβδην με τα αφεντικά και την τάξη τους.
Υγ: Βασική προϋπόθεση είναι να μην είσαι υπάλληλος του εκάστοτε πρόεδρα. Αλλιώς θα καταλάβεις μόνο ό,τι αφορά και συμφέρει την τσέπη σου.

Στα γήπεδα η Ελλάδα αναστενάζει. Όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες.
Ναι αλλά μην το λες κουνώντας το δάχτυλο, κανείς δε θα σε ακούσει έτσι. Θα πρόσβαλλες ποτέ έναν πιστό, που στρέφεται στο όπιο του λαού -την καρδιά ενός άκαρδου κόσμου- για να επιβιώσει στην κοιλάδα των δακρύων; Στην τελική, η θρησκοληψία του οπαδού έχει κάτι «αγνό» και «ιδεαλιστικό» μες στη βλακεία της. Μια στράτευση για κάτι ανώτερο, κάτι συλλογικό που τον ξεπερνά -και ας μην έχει βρει ακόμα πού να το διοχετεύσει σωστά.
Υγ: τα παιδιά στην κερκίδα είναι η μόνη σου ελπίδα. Αρκεί να αφήσουν την κερκίδα και να αρχίσουν να παίζουν.

Μα είναι δυνατόν να καίγονται για την μπάλα και να αδιαφορούν για την πολιτική;
Έλα ντε, αυτές οι ευρωεκλογές ειδικά σφύζουν από ενδιαφέρον. Μακεδονία, τικ-τοκ, γκαντέμης Μητσοτάκης, Κασσελάκης κλόουν. Υπερθέαμα.
Μα αυτοί δε θέλουν στη ζωή να κυβερνήσουν,
Θέλουν να μείνουν οπαδοί φανατικοί...

Αλλά τα πιο πολλά εισιτήρια κόβονταν στις δόξες της Μεταπολίτευσης, που το κίνημα ήταν (θεωρητικά) στα καλύτερά του. Κι αν μετά ξέφτισε το ενδιαφέρον για κάθε μαζική διαδικασία και ιδεολογία, δε φταίει ακριβώς η μπάλα -κι ας είναι βολικό και εύκολο συμπέρασμα.
Υγ: αν δεν πεις αστείο για τον γκαντέμη Μητσοτάκη και την ακολουθία «πρωτάθλημα ΠΑΟΚ-Τσερνόμπιλ-πανδημία», δεν είσαι αληθινός αριστερός και ολοκληρωμένη σοσιαλμιντιακή περσόνα. (Και βασικά το δεύτερο...)

Το πρόβλημα είναι οι ψυλλιασμένοι που χάνουν το μυαλό τους και τα ταξικά γυαλιά τους.
Ακολουθούν οδηγίες προς ναυτιλλομένους -ή έστω ναυάγια, ταξικά και μη. Που ψάχνουν σανίδα σωτηρίας να αναπνεύσουν στον βούρκο και δεν τους νοιάζει που ρουφάνε βρώμικο αέρα, ούτε η μπόχα του πρωταθλήματος, γιατί έχουν ανοσία και κατεστραμμένα οσφρητικά κύτταρα.
Υγ: Παλεύουμε όμως να σώσουμε τα εγκεφαλικά.

Από την εποχή της Ρόζας μέχρι σήμερα, η αλήθεια είναι μία: ο εχθρός είναι πάντα εντός των τειχών. Ο μαφιόζος που έχει την ομάδα. Το λαμόγιο που συνεργάζεται με τους μαφιόζους, περιμένοντας ένα κοκαλάκι. Τα τσιράκια του, οι αυλοκόλακες, οι μπράβοι του, τα έμμισθα στρατιωτάκια, οι υπάλληλοί του -στους συνδέσμους, τα ΜΜΕ και την κυβέρνηση.
Υγ: θα είχε μεγαλύτερη αξία να τα έλεγα αυτά μετά από έναν τίτλο του Άρη. Αλλά δεν ξέρω πότε θα κάνει ξαστεριά και αν όχι τώρα (το Σάββατο) πόσα χρόνια ακόμα θα περιμένουμε.

Να αγαπάς την ομάδα σου, τις ιστορίες, τα συναισθήματα που γεννά, τις αναμνήσεις που θα διηγείσαι στα παιδιά σου με δικές σου λεπτομέρειες, όπως βάζουμε σε κάθε παραμύθι. Να αγαπάς όσους ξεχωρίζουν εκτός γηπέδου, τους δυνατούς συμβολισμούς, τις ωραίες δηλώσεις, τους παίκτες που δεν το βουλώνουν, τις κερκίδες που δε γλείφουν το αφεντικό. Μη ξεχνάς ποτέ ότι οι ομάδες είναι ΑΕ με αφεντικά. Εφοπλιστές, λαθρέμπορους, λαμόγια, ανθρώπους του υπόκοσμου. Και το πρωτάθλημα ένα μεγάλο πλυντήριο, που ξεπλένει αυτούς και το χρήμα τους.Το ψάρι βρωμάει πάντα από το κεφάλι.
Υγ: Το πάθος για το άθλημα είναι αγνό και αθώο του αίματος. Το πάθος για το πρωτάθλημα, όμως, που μια ψυχή το είπε «ψύχωση» και έφυγε νύχτα, εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι.

Μην ξεχνάς πως όλα είναι μπίζνα. Ότι μιλάμε για ανώνυμες εταιρείες και επαγγελματίες. Πως τίποτα δεν άλλαξε από χτες. Αυτοί θα συνεχίσουν να βγάζουν εκατομμύρια -χάσουν-κερδίσουν το πρωτάθλημα- κι εσύ να τα παράγεις για τους άλλους.
Υγ: Το χρήμα πάνω απ’ όλα! Κανείς δεν το είπε καλύτερα από τον Φούτρε στο ντοκιμαντέρ για τον Ιούδα Φίγκο, που δεν πρόδωσε ποτέ τις βασικές αρχές του αθλήματος, την εξής μία: το κέρδος. Δηλαδή να κερδίζεις. Τον αντίπαλο ή χρήματα, μικρή σημασία έχει όταν έχεις λύσει το πρόβλημα της ζωής σου.

Μη γίνεσαι μέρος του προβλήματος και της βρωμιάς. Κράτα, όσο μπορείς, αγνή τη χαρά σου, μακριά από κόμπλεξ και τον φασισμό της διπλανής πόρτας. Μη λες μαλακίες για εβραίους (άλλο ο Σιωνισμός και το κράτος του), αράπηδες, αρσενικά πρωταθλήματα, πουτάνες, μάνες και δε συμμαζεύεται. Μην προσβάλλεις τον απέναντι που μπορεί να είναι κολλητός σου. Μη βουτάς στα σκατά με τη ματσίλα και τον ρατσισμό, που μας λούζουν κάθε μέρα. Μη θαυμάζεις μαλάκες, μαφιόζους, κουτσαβάκια και μάγκες του γλυκού νερού. Το πολύ-πολύ να παραδεχτούμε τον Μπάρκλεϊ, που παραδέχτηκε ανοιχτά πως κανένα παιδί δεν πρέπει να τον έχει πρότυπο.
Υγ: κι αν δεν μπορείς να κάμεις την οπαδική ζωή σου όπως την θέλεις,
τούτο προσπάθησε τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις

Δεν έχω πρόβλημα με τους οπαδούς, έχω υπάρξει (και είμαι ακόμα) οπαδός, έχω και φίλους οπαδούς. Αρκεί να μην προκαλούν. Και δεν το γράφω για πλάκα.
Υγ: και τέλος πάντων, χίλιες φορές καλύτερα η αγνή οπαδική χαρά, από τους οπαδούς που επιχειρούν να την ντύσουν με πολιτικό άλλοθι και να την πουλήσουν ως άποψη.

Κι όποιος γνωρίζει τι φταίει για όλα αυτά, ας μου εξηγήσει μετά.
Υγ: Τι; Ποιος; Αυτός -που θα έλεγε και ο Μπαρτζώκας.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2024

Έχει η πλάση κοκκινίσει;

Κοίτα, οι άλλοι έχουν κινήσει...

Να δεις τι σου ’χω για μετά, τα-τα-τα...

-Αύριο φτάνουμε. Ο Πειραιάς μας περιμένει.
Ο Πανοραμίξ περίμενε, αλλά η σιωπή δεν ήταν αυτό που περίμενε.
-Κι εγώ που περίμενα ότι...
Ο Οβελίξ διέκοψε τη σκέψη του και ρώτησε.
-Πανοραμίξ. Ποιος είναι αυτός ο Πειραιάς;
-Α, μάλιστα...

Σκηνή από το «Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες» -πριν γίνει ταινία-παρωδία- με επίκεντρο την Ελλάδα, όπου όλοι είναι ξαδερφάκια -ακόμα και τα άλογα στο τέθριππο- και καταργούν σιωπηλά την ταξική πάλη, για να μην πολεμήσουν ενάντια στο αίμα τους (μα Έλληνας να ντουφεκάει Έλληνα;). Και όλοι έχουν περίεργα προφίλ, σκυθρωπά με αυστηρές γωνίες στις μύτες, όπως στα ερυθρόμορφα αγγεία. Ενώ αυτά στο ερυθρόμορφο ΦΒ ξεχειλίζουν ευτυχία και χαβαλέ. Όχι σαν εμάς τους αδιάφορους...


Λοιπόν, Οβελίξ, θρυλείται ότι ο Πειραιάς είναι ένα μπουρδέλο -με το συμπάθιο- χωρίς Τρούμπα (που κάνει ρίμα με την Τούμπα), γεωγραφικά και κυκλοφοριακά μιλώντας -από τότε που έβαλαν το τραμ- και για κάποιους εμπαθείς οπαδικά. Γιατί δε γίνεται να είσαι σε ανηφόρα και από πίσω να βρίσκεις θάλασσα, δεξιά και αριστερά σου να έχεις θάλασσα και να μην μπορείς να προσανατολιστείς. Αλλά ο χειρότερος αποπροσανατολισμός είναι να χάσεις τον μπούσουλα και τα ταξικά γυαλιά σου, κι αυτό συμβαίνει σε όλες τις γωνιές μιας χώρας, γεμάτης (μαλακο)μαγνήτες.

Και χτες καιγόταν και μύριζε ακόμα γιασεμί η πόλη. Για την αντιφασιστική νίκη των λαών. Ή μήπως όχι; Μπορεί να ’ταν και για την Παλαιστίνη, δεν ξέρω.

Χαμογέλα, ρε, τι σου ζητάνε;
Και η πλάκα είναι πως ο Μίσσιος διέγραφε μια πορεία, βάζοντας τον ανθρωποφύλακά του να είναι πρόσχαρος και μεγάθυμος, που του ζητούσε κάτι απλό κι ωραίο, ενώ αυτός στριφνός και μνησίκακος, καπετάν-Μιζέριας, ούτε ένα χαμόγελο στους βασανιστές του, ούτε ένα σύνδρομο της Στοκχόλμης. Λίγη ανθρωπιά, ρε, που την θέλατε και πανανθρώπινη, με τον Απαντρόποφ σας...

Μα χαμογέλα επιτέλους, τόσες αφορμές έχεις. Γιουροφάν, θρυλοφάν, σεϊλοφάν, πώς του πάνε τα μπουφάν (φαν-φαν-φαν), ανάποδα τα φλάι. Φανατικός κάποιου εφοπλιστή ή βιομήχανου, κάποιου πανηγυριού, κάποιας γριάς ηπείρου που βρικολάκιασε, κάποιας ένωσης κρατών-δολοφόνων ή απλά σιωπηλά συνένοχων, κάποιου φτηνού θεάματος, χωρίς άρτο... Το ανώτατο στάδιο της παρακμής της Ρώμης, που θα ’λεγαν κι οι κριτές στην Ολυμπία.


Αχ, να χαρείς, όχι πάλι μιζέρια και κόμπλεξ. Σταματήστε πια να ενοχοποιείτε τη χαρά. Την Ωδή στη Χαρά. Την ΕΕ που την έχει για ύμνο. Τον Κύρκο που την τραγουδούσε, σφυρίζοντας στο κελί του.
Μη στοχοποιείτε την ανάγκη του κόσμου να ξεσκάσει. Τη Γιουροβίζιον και το χαβαλέ. Το όπιο -σε κάθε πιθανή μορφή- και τους εξαρτημένους. Την οργανωμένη αποβλάκωση. Την αυθόρμητη βλακεία. Τους χρήσιμους βλάκες. Την αποθέωση της βλακείας και τους θεούς που προσκυνά το έθνος. Μπράβο Τζιμάκο, καλά τα έλεγες, όχι σαν αυτούς τους κολλημένους.

Και δεν είστε πουθενά...
Μια ζωή στο 5% -και ας έγινε 7, σαν τη θύρα.

Ναι μωρέ, κι εγώ οπαδός είμαι, τα ίδια μάλλον θα έκανα. Αν σπάσει την κατάρα ο Άρης και πάρει Κύπελλο, για μια μέρα θα είμαι στα σύννεφα, πρόβα για την έφοδο στον ουρανό. Αλλά θα ξεφύγω μέσα μου, δε θα ψάχνω πολιτικό άλλοθι για τη χαρά μου, σχεδόν πενήντα χρόνια βάσανα και διωγμοί, μα η ζωή λεχώνα, κύπελλο γέννησε...

Μα τι λες τώρα. Αφού κοκκίνισε (κοκκίνισε) ολόκληρη η Ευρώπη, που ένα φάντασμα πλανάται (πλάνην οικτράν) πάνω της. Κοίτα οι άλλοι έχουν κινήσει... Και ο πατέρας του Μπαρτζώκα, ξέρεις, που το ’σκασε από τα Βούρλα, θα ζήλευε τον γιο του για την απόδραση από τη Βαρκελώνη. Και εμείς θα κάνουμε τον τελικό στα Βούρλα -και όλοι μαζί καμένα, χωρίς ελπίδα και προοπτική. Και ο Μαρινάκης τα κατάφερε, με τέτοια ΕΠΟ και τέτοια κυβέρνηση, μάγκας Πειραιώτης, ένας αλλά θρυλέων, παράνομος αγωνιστής στο κλαρί, σαν Κλάρας και αυτός, θρύλος των βουνών και των λιμανιών, του σαλονιού και του αλωνιού, ου μην και μαρμαρένιου.

Μα η κίτρινη φυλή ξεσηκώνεται να υπερασπιστεί τα ιερά και όσια, να αποτρέψει την άλωση της Πόλης και της Opap Arena -για το πόπολο Αγια-Σοφιά. Σώπασε κυρα-Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις. Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι του πολυχρονεμένου μας Τίγρη θα ’ναι. Και το κυριότερο, είμαστε (όλοι-όλες-όλ@) βιόλα από μκρά παιδιά. Να δούμε μόνο πότε θα ξεμπερδέψουμε με τις βιόλες και τον κάθε (χαζο)βιόλη, που μπλέκει τα δικά του συμφέροντα με αυτά του (εκάστοτε) προέδρου.

Κι η πράσινη φυλή πάτησε τους Σιωνιστές της Μακάμπι, γέμισε το ΟΑΚΑ με σημαίες της Παλαιστίνης (και καλά έκανε) και το διαδίκτυο με εικόνες από το ΟΑΚΑ με τις σημαίες της Παλαιστίνης. Τον δρόμο τον γεμίζουμε πιο σπάνια, αλλά το καλοκαίρι θα φάμε -μες στον συμβολισμό- και ένα καρπούζι στα χρώματα της σημαίας και θα αποθεώνουμε τον Τράκη, γιατί -να σου πω κάτι;- και αυτός ενάντια στους εβραιομασώνους είναι, αν τον ρωτήσεις δηλαδή, και τους μαφιόζους της Ευρωλίγκα, που δεν πέταξαν έξω τη Μακάμπι -με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μελών της βέβαια. Αντίσταση παντού...

Καμία σύγκριση τουλάχιστον με τη δημοκρατία της Γιουροβίζιον, που στην επέτειο της αντιφασιστικής νίκης ημέγα της Ευγώπης έδειξε ότι δε θέλει «ου» και ότι έχει τεχνολογία ενάντια στις αποδοκιμασίες για το Ισραήλ. Και έχει πάρα πολλές ευαισθησίες, προωθώντας την ελεύθερη έκφραση, αρκεί να μη διαφωνεί με τη γραμμή και να μην έχει μηνύματα για την Παλαιστίνη.

Όσο για το Μαρινάκι (με γιώτα, όπως ο Χατζιδάκις παλιά), που σαν το ζάρι μας μπεγλέρισε -εμάς, παιδιά του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη- τα είπε νομίζω καλά και ψύχραιμα το βίντεο του Ατζαράκη. Αλλά εγώ προτιμώ το άλλο που έκανε με τα παιδιά της ΚΝΕ, που έρχονται από πολύ μακριά και κατέληξαν εγκλωβισμένα σε μια ταράτσα με τον χουντόθειο.


Κι αν δεν πάρουμε τη Γιουροβίζιον, δεν πειράζει, ήταν αντίξοες οι συνθήκες. Ο στίβος ήταν βαρύς και τα αγριογούρουνα είχαν φάει κάτι αηδίες -και ξέρετε δα πόσο ευαίσθητα ζώα είναι. Κανονικά, όχι σαν τα παχύδερμα της Γιουροβίζιον, που θέλει αποστειρωμένο θέαμα, χωρίς αλληλεγγύη και μηνύματα που νοθεύουν το δικό της.

Λοιπόν, ανακεφαλαιώνοντας το κυρίαρχο δόγμα. Δε θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας. Δε θέλουμε πολιτική στα αθλητικά και τη Γιουροβίζιον. Όχι σκουπίδια, όχι πλαστικά, εκτός και αν είναι τηλεοπτικά, οπότε ενδείκνυνται. Δε θέλουμε Ρώσους να μολύνουν τις διοργανώσεις μας. Και κόκκινες, σοβιετικές σημαίες να μολύνουν την παρέλαση της 9ης Μάη και το μήνυμα του ηγέτη του ξανθού γένους για τη «μαμά Ρωσία». Δε θέλουμε ελεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά. Θέλουμε μόνο να χαμογελάτε -η βλακεία είναι μεταδοτική- και να σιωπάτε με τις πράξεις σας. Ας γράφετε ό,τι θέλετε, δημοκρατία λέμε ότι έχουμε. Και να διοχετεύετε όλη σας την ενέργεια για τις ΠΑΕ και την παράγκα -εκεί κάτω, που δεν κλείνει καλά η πόρτα της και δεν την φυλάει κανείς τα βράδια...

Οπότε εμείς τι πρέπει να κάνουμε; Τη σούπα με μανιτάρια! όπως θα απαντούσε αναδρομικά ο Οβελίξ στον Βλαδίμηρο, σε κάποια έφοδο στον ουρανό, που φοβόμαστε μόνο μην πέσει πάνω μας, όπως το ’91, με γκολ και ανατροπή στις καθυστερήσεις, σαν τη Ρεάλ, και τον Γκόρμπι στο VAR, να απαντά στην τύχη το δεύτερο στο δίλημμα «σοσιαλισμός ή VARβαρότητα».

Και τέλος πάντων, ας κάνει ο καθένας ό,τι θέλει και εννοείται πως είναι ελεύθερος να χαίρεται με ό,τι μπορεί να του δώσει μικρές χαρές στην κοιλάδα των δακρύων. Και ο αθλητισμός μπορεί να μας δώσει σπουδαία μαθήματα για τη ζωή -ο οπαδισμός πάλι όχι. Και ο Πειραιάς είναι μια χαρά πόλη, αν και δύσκολη, αν τον συνηθίσεις -και με ωραίο φαγητό.

Ζήτω η αντιφασιστική νίκη των Λαών και ό,τι δε χωρά στα αταξικά τους καλούπια. Λευτεριά στην Παλαιστίνη και τις εγκλωβισμένες συνειδήσεις μας. Έτσι και αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη. Θα φροντίσουμε εμείς να είναι από ζωή -όχι από τα φτηνά της υποκατάστατα που υπηρετούν τη σύγχρονη βαρβαρότητα.

Σάββατο 4 Μαΐου 2024

Ένας δεν ήταν, μα διακόσιοι

Δεν είναι υπερβολή. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτόν τον τόπο, θα βρεις κάποιο αποτύπωμα του λαού του και των αγώνων του. Της Αντίστασης. Του κόμματος με τα τρία κόκκινα γράμματα, που έγινε η ψυχή της. Αν σκύψεις λίγο και αφουγκραστείς τα ματωμένα χώματα, τους τοίχους με τα σημάδια από τις σφαίρες, θα ακούσεις να σου ψιθυρίζουν τις ιστορίες τους, που φτιάχνουν την ιστορία αυτής της γωνιάς και του κόσμου. Κι αν κάνεις λίγη ησυχία θα ακούσεις τις τεκτονικές πλάκες της Ιστορίας να κινούνται. Θα αισθανθείς τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Εκτός κι αν είσαι στην Καισαριανή, το μικρό Στάλινγκραντ της Ελλάδας -είναι κι αυτή μια σοβιετική γωνιά. Εκεί που οι τοίχοι δεν ψιθυρίζουν, δε μιλάνε απλώς. Εκεί η Ιστορία παραμονεύει σε κάθε γωνιά, στήνει καρτέρι σε όσους παν να την ξαναγράψουν και βροντοφωνάζει, θαρρείς με μεγάφωνο ή μάλλον με χωνί, όπως τότε. ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ. Ο δρόμος των λαών είχε τη δική του ιστορία. Κάποιοι την έγραψαν στης Καισαριανής τον τοίχο με το αίμα τους.


Ο μόνος τρόπος να μην την ακούσεις είναι να βάλεις ωτοασπίδες στα αυτιά, σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα, που υπέκυψαν τελικά στις σειρήνες του συστήματος και αποδεκατίστηκαν, αφήνοντάς τον μόνο του, στη μοναξιά του πιονέρου και της οργανωμένης πρωτοπορίας. Ή σαν τα μέλη της Σκοπευτικής Εταιρείας, που λέρωνε σα μίασμα το Σκοπευτήριο και χρειάστηκαν αγώνες για να καθιερωθεί ως τόπος μνήμης -με πολυήμερη κατάληψη επί ΠΑΣΟΚ το ’83- και να φύγει η εταιρεία το ’16, στα χρόνια του δεύτερου ΠΑΣΟΚ, που η ιστορία επαναλήφθηκε σαν φάρσα, με την κατάθεση στεφάνου από τον Αλέξη, πριν καταλήξουμε στην φαρσοτραγωδία του Στεφάνου, σε ρόλο αριστερού εφοπλιστή.

Κι αν κάνεις λίγη ησυχία, μπορεί να ακούσεις τα κόκαλα των συντρόφων τα ιερά, των 200 -και όχι μόνο- κομμουνιστών να τρίζουν σε κάθε επίσκεψη ροζ αριστεροκάπηλων, που θεωρούν ιερή συμμαχία το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.


Κι αν δεις προσεκτικά το σύνθημα στην πρόσοψη του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης, θα βρεις τη διαφορά που κάνει τη διαφορά. Πως μπαίνει πρώτα ο ΕΛΑΣ ως ένοπλο τμήμα, αυτό ακριβώς που αποκηρύσσουν με «απεταξάμην» οι κήρυκες του γλυκερού αφηγήματος, για μια ομελέτα χωρίς σπασμένα αυγά. Κι αν ζούσαν τότε, με τον βοναπαρτισμό που τους διακρίνει -και δεν τους αφήνει να κρυφτούν-, θα είχαν το τέλος ενός άλλου πάλαι ποτέ σοσιαλιστή, φαφλατά και προπαντός φασίστα, που το δείχνουν συμβολικά τα κορίτσια στο βάθος της εικόνας. Κι είδε τη Σκάλα του Μιλάνου ανάποδα...

Βοναπάρτηδες το κίνημα ξέβρασε πολλούς. Αλλά -σε πλήρη αντίθεση με αυτούς- Ναπολέων ήταν ένας, μοναδικός και Σουκατζίδης. Ένας αλλά (Ναπο)λέων. Μοναδικός στο ήθος, τις γνώσεις και τις ικανότητες. Και την αυτοθυσία του, τη συγκλονιστική, την απαράμιλλη, που μιλάει από μόνη της για το ποιόν του και τις αξίες του. Και δε χρειάζεται φτιασίδια, υπερβολές και σεναριακές ευκολίες για να αναδειχθεί, ούτε να τον «ντουμπλάρεις» με έναν γοητευτικό ηθοποιό, γιατί γράφει καλύτερα στην κάμερα από τη δική του φαλάκρα. Αλλά αυτό να ’ταν το πρόβλημα της ταινίας του κυρ-Παντελή.

Όχι, δεν ήταν απλώς 200 πατριώτες, γιατί τους παρέδωσαν Έλληνες για εκτέλεση, οι φασίστες στους ομοϊδεάτες τους, σαν τελετή παραλαβής-παράδοσης, συμπατριώτες στο έθνος των εκμεταλλευτών, που μισούν από κοινού όσους σηκώνουν κεφάλι, ανάστημα, για να φέρουν τα πάνω-κάτω (όπως με τον Μουσολίνι). Αποβράσματα που έδιναν όρκο στον Φύρερ αντί να τον πολεμάνε. Μα φασίστας να πυροβολά φασίστα; Ούτε στο σινεμά τέτοια πράγματα...

Κι αν υπάρχει κάτι επίκαιρο σήμερα, είναι πχ ο βρικόλακας της Ενωμένης Ευρώπης που πίνει το αίμα των λαών. Και η πρώτη φορά που εμφανίστηκε στην ιστορία ήταν επί ναζιστικής Γερμανίας, μια καπιταλιστικά ενοποιημένη Ευρώπη, με (μισθωτούς) σκλάβους και πάμφθηνο εργατικό δυναμικό, που έχει κοινές αξίες και ιδεολογία με τη σύγχρονη. Και εδώ ο συνδετικός κρίκος δεν είναι εθνικός (η Γερμανία) αλλά ταξικός.

-Τιμάμε τους 200 της Καισαριανής, χωρίς να αποχρωματίζουμε την επέτειο, έλεγε μια σφισσα στο άνοιγμα μιας από τις εκδηλώσεις των ημερών στο Σκοπευτήριο, κι ένιωθες (βασικά εγώ) τα καρφιά να σημαδεύουν σαν πρόκες τον Βούλγαρη, σε μια εκδίκηση των «Εαμοβούλγαρων» που ήταν κομμουνιστές και για αυτό πατριώτες, αλλά δε ντρέπονταν να πουν το πρώτο, ούτε το ψιθύριζαν μονολογώντας, αλλά το βροντοφώναζαν μπρος στο απόσπασμα, με το χωνί και τις πράξεις τους, σαν την Ιστορία που έγραψαν (και δεν ξαναγράφεται ούτε στρογγυλεύεται).

Και όχι, δεν είναι θέμα κομματικού πατριωτισμού. Στους 200 υπήρχαν και κάποιοι τροτσκιστές ή δηλωσίες που είχαν διαγραφεί. Ήταν όμως Ακροναυπλιώτες, ψημένοι στο καμίνι των αγώνων, της πάλης ενάντια στην καταστολή, τις φυλακές και τα βασανιστήρια, και όχι απλά 200 παρμένοι από τον χυλό. 200 ατσάλινοι πρωτοπόροι, που οργάνωσαν το ηθικό και την αντίσταση στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου, καταφέρνοντας να αντιστρέψουν το κλίμα της ηττοπάθειας. 200 που έπεσαν για τη ζωή, πάτησαν τον θάνατο με τον δικό τους θάνατο, ταπείνωσαν τους διώκτες τους με τις πράξεις τους και κέρδισαν την αθανασία, όχι με κάποια ανάσταση νεκρών στην οποία δεν πίστεψαν ποτέ -όπως είπε κι ο Μπελογιάννης στην απολογία του- αλλά δίνοντας όρκο αίματος στην επανάσταση, που ήταν βέβαιοι πως θα νικήσει. Κι αυτός είναι ο λόγος -πέρα από την εμβληματική ημερομηνία- που η δική τους μαζική εκτέλεση μνημονεύεται περισσότερο από άλλες, που τότε ήταν στην ημερήσια διάταξη -και αυτή έλεγε να εκτελεστούν 200 κομμουνιστές, όχι γενικά πατριώτες.

200 κομμουνιστές για έναν Γερμανό στρατηγό -και τη συνοδεία του. Ένας δεν ήταν, μα χιλιάδες. Και διακόσιοι που έγιναν μια γροθιά και ένα με τον γίγαντα λαό που θεριεύει. Κι έγινε πράξη το σύνθημα «ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα». 200 στο Σκοπευτήριο, εκατοντάδες χιλιάδες μέλη στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ, ακολουθώντας τη διαλεκτική του αγώνα: να πέφτουν οι ήρωες αλλά να αυξάνονται και να πληθύνονται, να ρίχνουν το λίπασμα της λευτεριάς και να «φυτρώνουν» χιλιάδες στη θέση τους, κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους.

Γιατί όμως τους τιμούν και τους θυμούνται μόνο οι κομμουνιστές; Γιατί δεν τους τίμησε ποτέ το ελληνικό κράτος ως θύματα της ναζιστικής κατοχής;

Μα ποιος ακριβώς να τους τιμήσει; Το κράτος που τους κυνήγησε με το Ιδιώνυμο και τους έστειλε εξορία στα ξερονήσια -πριν ανακαλύψει την τουριστική κότα με τα χρυσά αυγά, που καταστρέφει τις παραλίες; Το κράτος που τους έκλεισε στα μπουντρούμια και τους παρέδωσε στους κατακτητές; Που φόρεσε γερμανική στολή για να τους πολεμήσει - εξοντώσει και υποδέχτηκε σαν «ελευθερωτές» τους Βρετανούς που το γλίτωσαν από τον «ζυγό» της Αντίστασης; Που έστησε άγαλμα της προμάχου Αθηνάς στο Πεδίο του Άρεως για να τιμήσει τους Βρετανούς, τους Αυστραλούς και τους Νεοζηλανδούς, που προστάτεψαν την πόλη από τον ΕΛΑΣ;

Υπάρχει ένα πολύ γλαφυρό επεισόδιο εκείνης της μέρας, στο Κολωνάκι. Το μεταφέρει η Λητώ Καντακουζηνού στο βιβλίο που έγραψε για τον άνδρα της και είναι απολύτως ενδεικτικό για το ταξικό ένστικτο και τις αντιδράσεις των αστών της περιοχής.

4 του Μάη, 1944. Ο Βαλής φόρεσε τη μαύρη γραβάτα του, ντύθηκα κι εγώ στα μαύρα και βγήκαμε όξω να συναντήσουμε κανά φίλο να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στην πλατεία Κολωνακίου πέσαμε πάνω σε κάτι γνωστούς. «Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;» ρώτησαν ανήσυχοι.
«Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και μας ρωτάτε τι μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε».
«Άγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί ήτανε κομμουνισταί;»
Παγώσαμε. «Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Έλληνες έχουμε το χρέος να τους πενθούμε!»
«Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, όλοι αυτοί θέλουν να πιον το αίμα μας».
«Τους Γερμανούς, θέλετε να πείτε...»
«Άσ’ τους Γερμανούς, πόλεμο κάνουν οι άνθρωποι. Τους άλλους, αυτούς που πενθείτε σήμερα, αυτούς να φοβάστε. Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουνε το βιος μας, αυτοί. Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε. Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά».
Ο Βαλής τούς κεραυνοβόλησε με κείνο το αυστηρό και ντρέτο βλέμμα του και δίχως μιλιά τούς γυρίσαμε την πλάτη. «Πάμε πίσω στο σπίτι μας, Λητώ...»
Με τους γονείς μας, το ίδιο θλιμμένοι, τα λέγαμε στο σαλόνι. «Σήμερα, πατέρα, δεχτήκαμε με τη Λητώ διπλό χτύπημα. Η εκτέλεση των παλικαριών στην Καισαριανή και η εκτέλεση μιας μερίδας της κοινωνίας μας. Αυτής που συναναστρεφόμαστε. Και να φανταστεί κανείς ότι είναι άνθρωποι αξίας, έντιμοι, αξιοπρεπείς. Μπροστά στο φόβο, όμως, μιας υλικής καταστροφής, χάσανε μεμιάς την ανθρωπιά τους».

Με αυτό το επεισόδιο άνοιξε την εισήγησή του ο Γκίκας στη βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου του Τζόκα για τον Σουκατζίδη και τις ρίζες του, υπό τη μορφή ιστορικού μυθιστορήματος -πιθανότατα εμπλουτισμένο σε σχέση με το θεατρικό που είχε γράψει πριν κάποια χρόνια με αντίστοιχη θεματική και ελπίζω καλύτερο από το ιστορικό μυθιστόρημα που έγραψε για την οικογένεια του «κιτρινόμαυρου» αλλά βασικά «κόκκινου» Σπύρου Κοντούλη, που είχε κι αυτός μικρασιάτικες ρίζες.

Κι αν σε αυτήν την παρουσίαση συγκεντρώθηκαν περίπου 200 άτομα -για τον συμβολισμό του πράγματος ίσως- την επόμενη μέρα στον τοίχο της Καισαριανής ήρθαν εκατό για κάθε έναν από τους διακόσιους -για τον συμβολισμό ίσως κι αυτό- και στριμώχτηκαν στον τοίχο και όπου έβρισκαν, για τη συναυλία του Λεοντή. Εσύ έμενες με την απορία πώς χωρούσαν εκεί τα πρώτα Φεστιβάλ και οι παλιότεροι μάς έδιναν τα φώτα τους για το πώς ήταν διαμορφωμένος ο χώρος τότε και πώς αξιοποιήθηκε το γήπεδο -πριν χτιστεί το κλειστό της Νήαρ Ηστ, σε μια περιοχή που συνεχίζει να αντιστέκεται στη βαρβαρότητα του Φαρ Ουεστ, που βαφτίστηκε «πολιτισμένος δυτικός κόσμος».

Το ίδιο επεισόδιο (από το Κολωνάκι) αναφέρει και ο Χαραλαμπίδης στο βιβλίο του για τους δωσίλογους. Το οποίο κάνει ένα μικρό ξεπλυματάκι στον Έβερτ της εποχής, γιατί -λέει- το Σώμα του οποίου ήταν επικεφαλής δεν είχε τόσο ενεργή κι εκτεταμένη ανάμιξη σε δωσιλογικές ενέργειες -και οι Μπουραντάδες, κύριε; Αλλά το βασικό του πλεονέκτημα, σε σχέση με την οπτική του «Τελευταίου Σημειώματος» πχ, είναι ότι κάνει ανοιχτά λόγο για την «εθνική κατοχή», που ’χε Έλληνες πρωταγωνιστές, πολιτικά και ταξικά κριτήρια, υπερβάλλοντα αντικομμουνιστικό ζήλο που υπεραίβενε οικειοθελώς τις απαιτήσεις των κατακτητών, και βασικά πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι φανταζόμαστε, πιστεύουμε ή τέλος πάντων διδασκόμαστε στα σχολεία -αν το διδασκόμαστε κι αυτό.

Για όλους αυτούς, τις οικογένειές τους και προπαντός τους πολιτικούς απογόνους τους, ίσως είναι κάπως δύσκολο να βρουν τη σωστή πλευρά της ιστορίας σε ένα εκτελεστικό απόσπασμα, με τους αντιστασιακούς από τη μια πλευρά και τους Ναζί από την άλλη να τους σημαδεύουν με τις κάννες των όπλων τους. Ξέρουν πάντα όμως να βρίσκουν εκείνη την πλευρά που υπηρετεί καλύτερα την τσέπη τους και το συμφέρον τους, ως ύψιστο ιδανικό και ιδεολογία...

ΥΓ: Λίγα πράγματα είναι πιο ωραία από το να βλέπεις να γίνεται πράξη το σύνθημα "δεν είναι αργία, είναι απεργία" για την Πρωτομαγιά, όπως την περασμένη Τετάρτη. Αντί άλλης ανταπόκρισης, αφήνω ως πρόταση το μπλουζάκι που φορούσε ένας σφος φοιτητής στο μπλοκ του ΜΑΣ, από τα γνωστά και μη εξαιρετέα Κουτσουμπίνια, που φτιάχνει το Λειρί του Κόκορα...


Τετάρτη 20 Μαρτίου 2024

Ποια θυσία

Ποια θυσί-ποια θυσί-ποια θυσία-ποια θυσία;
Έχει κάνει για σένα ποτέ η εξουσία;

Η κορυφαία στιγμή του Τραγουδόσαυρου. Η καλύτερη διασκευή σε τραγούδι της Άντζελας. Πιθανότατα και των Modern Talking. Προσοχή στους στίχους και το νόημα, αν δεν το προσέξεις, το ’χασες.

-.-

Ο Αγαμέμνονας πήρε χρησμό ότι έπρεπε να θυσιάσει την Ιφιγένεια, για να φυσήξει ούριος άνεμος. Αλλά αυτό αφορούσε τα καράβια των Αχαιών, που δεν είχαν φτιάξει ακόμα σιδηρόδρομο, για να τον ιδιωτικοποιήσουν. Όσο για τη χώρα των -κατά φαντασία- ένδοξων απογόνων τους, με κάτασπρο πανί ένα καράβι απ’ το 50 έχει να φανεί.

Ο Αβραάμ καλούνταν να θυσιάσει το μονάκριβο παιδί του, αλλά τα Τέμπη κείτονται μακράν και τελικά η πίστη του τον έσωσε -και αυτόν και τον Ισαάκ.
-Μπαμπά, θα με σφάξεις;
-Όχι παιδί μου, θα σε θυσιάσω
.
Δεν πηδιόμαστε λέω εγώ, όπως έλεγε και η βιβλική μορφή του Χαρούλη με ένα παιδί στην αγκαλιά του.


Εμάς όμως, τον σύγχρονο «περιούσιο λαό», πότε ακριβώς μας έσωσε και από τι η αφελή μας πίστη; Ποια δική μας θυσία έπιασε τόπο και ποιον ωφέλησε; Η μόνη φορά που είδε το ποίμνιο θαύματα, ήταν όταν σταμάτησε να πορεύεται σαν πρόβατο στη σφαγή.

Σφάξε μου αγά μου να αγιάσω, στην άλλη ζωή. Και δως μου σ' αυτήν για να πορεύομαι λίγα ψίχουλα, θεάματα χωρίς άρτο, κακής ποιότητας, άρλεκιν να ξεχνιέμαι, λίπη και αλκοόλ. Να φτιάξω λαϊκή μπιροκοιλίτσα -που πλέον προδίδει την πλέμπα, όχι τους καλοθρεμμένους αστούς-, να είμαι σαν μόσχος σιτευτός, έτοιμος να θυσιαστώ, νιώθοντας τύψεις για τον καιρό των παχιών αγελάδων, γιατί «όλοι μαζί τα φάγαμε».

Να ζήσουμε τον μύθο μας στην Ελλάδα, πχ του μετανοημένου τζίτζικα, που είναι πρόθυμος να γίνει ταπεινό μυρμηγκάκι και να θυσιαστεί για τη βασίλισσά του.
Εν-δυο, προσκυνάμε!/Εν-δυο πολεμάμε!
Και προπαντός δεν πεινάμε και δεν έχουμε παράλογες απαιτήσεις για αυξήσεις, ούτε δαγκώνουμε το χέρι που μας ταΐζει με όσα εμείς παράγουμε. Και αν θυμώνουμε με την αδικία, ξεσπάμε στους ομοίους μας, σαν εκείνο τον μικρό Μήτσο: άει χάσου, μυρμηγκάκι...

Ή σαν τον άλλο μύθο -όχι τον Αισώπειο- του καλού Σαμαρείτη, που είναι έτοιμος να θυσιάσει δυο μισθούς για τη χώρα του, αλλά εμφανίζεται σαν όραμα μόνο σε πρωθυπουργούς (σαν τον Σαμαρά, εξ ου και Σαμαρείτης) και πολυχρονεμένους, να τους ζητήσει να του κόψουν μισθούς με τη χατζάρα, σαν Χατζατζάρης: ο θεός να μου κόβει δικαιώματα, για να πληρώνουμε το χρέος και τις αγίες τράπεζες.

Οι κρατούντες είναι πάντα γενναιόδωροι, όταν δεν κόβουν δικά τους προνόμια. 57 ψυχές και η γυναίκα του πρωτομάστορα δώρο, για να στεριώσει ο σιδηρόδρομος.
Αλλιώς δε θυσιάζουν τίποτα, ούτε καν μια θεσούλα, ως αποδιομπαίο τράγο, για να εξευμενίσουν το αγριεμένο πλήθος, σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης του συστήματος.
Και δεν ξέρεις τι είναι προκλητικό: που βάφτισαν το έγκλημα «θυσία»; Ή που δεν έχουν κάνει τίποτα, για να πιάσει τόπο αυτή η «θυσία» -ακόμα και αν δεχόμασταν τον όρο και το σκεπτικό τους;

Άιντε μία είναι η θυσία
Για μια άλλη κοινωνία...

Και το μέγα ερώτημα είναι τι ακριβώς φοβάται ο κόσμος. Τι έχει να θυσιάσει, πέρα από τις αλυσίδες του, αφού δεν του έχει μείνει σχεδόν τίποτα; Ούτε καν η ελπίδα (που ήρθε, είδε και απήλθε) στον πάτο του κουτιού;

Κάποιοι δε θέλουν να χαλάσουν τη ζαχαρένια τους -και ας μην τα περνάνε ζάχαρη. Το δικαίωμα στην αδιαφορία, την πλήξη, το «μη με ανακατώνετε».
Αλλά οι πιο πολλοί πέφτουν θύματα της Μεγάλης Ιδέας. Όχι αυτής που ναυάγησε πριν από έναν αιώνα, αλλά της μεγάλης ιδέας που έχουν για το τεράστιο ΕΓΩ τους. Που είναι ξεχωριστό, πολύ πάνω από τον μέσο όρο, αλλά δεν έχει αναγνωριστεί ακόμα και (εκ)τιμηθεί όπως του αρμόζει.

Πολλοί αρνούνται να θυσιάσουν το «εγώ» τους στο μεγάλο «Εμείς». Άλλοι το εντάσσουν εκεί τυπικά, για να το τονίσουν περισσότερο, σε αναζήτηση αξιωμάτων, like/fav, κοινωνικού κεφαλαίου ή και πιο υλικών ανταλλαγμάτων. Κάποιοι καταλήγουν απλώς «ταξικά ψώνια», που λατρεύουν να ακούν και να προβάλλουν τον εαυτό τους. Ή νιώθουν πως τους χρωστάμε χάρη για την παρουσία τους.
-Ξέρεις πόσα χρόνια είμαι στο κίνημα/την αριστερά;
-Α όχι, δεν ήξερα ότι βαράς κάρτα και κόβεις ένσημα.

Κι εμένα αρχίζει να μου λείπει ο Μπογκντάνοβ, που ήταν χοντροκομμένος και αδιόρθωτος αντιδιαλεκτικός, αλλά μας έδωσε πολύ γλαφυρές λογοτεχνικές περιγραφές για τον Κόκκινο Πλανήτη, όπου η παντελής έλλειψη εγωισμού, θα περνούσε στη γλώσσα μας και τις καθημερινές μας συνήθειες.

Αυτό θέλετε, λοιπόν; Τσαλαπατημένες προσωπικότητες, που δε θα σηκώνουν κεφάλι, για να μην παρεκκλίνουν από τον μέσο όρο; Που θα φοβούνται να πουν τη γνώμη τους, να εκδηλώσουν τις κλίσεις και τα ταλέντα τους;

Όχι, δε χρειαζόμαστε ταπεινά χαμομηλάκια, σαν τα Λυκαβήτεια ’92: Ποια είμαι εγώ; Μήπως είμαι κάποια... Ούτε τσαλαπατημένα εγώ με μηδενική κρίση, η οποία δεν προσφέρει τίποτα στο γενικό άθροισμα, πόσο μάλλον στο γινόμενο.


Θέλουμε συντρόφους που να καταλαβαίνουν τον ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία, τη διαλεκτική του ατόμου με το σύνολο, την έννοια της κοινωνικής ατομικότητας. Ότι οι ατομικές ικανότητες και το ταλέντο μόνο για ένα συλλογικό στόχο μπορούν να δώσουν καρπούς. Ο αθλητισμός μας δίνει τα πιο απλά-κατανοητά (ακόμα και σε μικρά παιδιά) παραδείγματα για του λόγου το ασφαλές. Η ποίηση του Ρίτσου μας δίνει ένα ακόμα καλύτερο, γιατί δεν είχε στόχο να ξεχωρίσει από τον κόσμο, αλλά να βρει σωστά λόγια για να ανεβάσει το επίπεδό του, τόσο ώστε να πει: τέτοια ποιήματα σου φτιάχνουμε εκατό την ώρα...

Ό,τι έχουμε καταφέρει είναι συλλογικό, γιατί κατέκτησε τις μάζες και έγινε υλική δύναμη. Ό,τι σπουδαίο πέτυχε ατομικά κάποιος από εμάς, έχει τη σφραγίδα του συνόλου και του περιβάλλοντος που τον διαμόρφωσε.
Όπου έχουμε αποτύχει είναι γιατί δεν μπορέσουμε να οργανωθούμε σε ένα σύνολο και να πάρουμε ό,τι καλύτερο έχει να δώσει ο καθένας μας. Κι ίσως γιατί δε διώξαμε εγκαίρως όσους ήρθαν μαζί μας υστερόβουλα, για να βγουν στον αφρό...

Κάποτε η ταινία Polaroid έψαχνε το (χαμένο) νόημα της (χαμένης) συλλογικότητας. (Αμ εμείς θα την φτιάξουμε την οργάνωση, χαμένε, α χαμένε!). Αρχικά ειρωνεύτηκε -με πρώιμο χιπστερικό, ποταμίσιο ύφος- τη Σοβιετία και ένα τραγούδι της που έδωσαν γελώντας σαν απάντηση, δύο ιερόδουλες από την πρώην ΕΣΣΔ. Αλλά κατέληξε σε ένα σωστό συμπέρασμα.
Συλλογικότητα είναι η ανάγκη μας να δώσουμε νόημα στα χρόνια που περνάνε, να τα γεμίζουμε για να μη νιώθουμε άδειοι. Πόσοι νιώθουμε πραγματικά αυτήν την ανάγκη και τι κάνουμε στην πράξη για να την καλύψουμε;

Κυριακή 17 Μαρτίου 2024

Ο μόνος δρόμος είναι ΚΚΕ και καρναβάλι

Ναι, κοιτάξτε, ο διονυσιασμός βεβαίως είναι ένα δυνάμει επαναστατικό ξέσπασμα, ένα προτσές με άλλη λογική ίσως και τις δικές του μορφές, ωστόσο τίθεται ενάντια στην καταπίεση, τη ρουτίνα, και όσα μας πνίγουν, ενώ...
-Κόφ’ το, ρε φίλε. Τι θες να ’ούμε;
-Τίποτα, ρε παιδιά, να χαμηλώναμε λίγο τη μουσική, γιατί μας έχει ξύσει τα άντερα και έχουμε δουλειές αύριο.

-Μα τώρα, είναι μουσική αυτή; Τραπ, ραπ, μπίτια, κότερα και ελικόπτερα; Εμείς είχαμε ένα επίπεδο, ακούγαμε άλλα τραγούδια.
-Σαν τι δηλαδή; Κε τε λα πόνγκο και μπουμ-μπουμ;
-Όχι, το άλλο που έλεγε:

Μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, πέσαν πάνω στην εργατιά.

-Μα αυτό είναι αντάρτικο, κομμουνιστικό!
Γιατί, το Μπέλα Τσάο τι είναι; Το πήρατε και του αλλάξατε τα φώτα, όμως, σε κλαμπ και γήπεδα.
Κι αν το δεις έξυπνα, μαρκετίστικα, τα «μαύρα κοράκια» πιάνουν μεγάλο φάσμα. Από εμβατήρια (για την Κράσναγια Άρμιγια) μέχρι διασκευές και νανουρίσματα. Δοκιμασμένη συνταγή σε λιλιπούτειους συντρόφους, που ηρεμούσαν πριν φτάσουν καν στη δεύτερη στροφή της Τρίτης Διεθνούς του Λένιν-Στάλιν -ομοούσιος δυάδα, ένα και το αυτό πρόσωπο.

Εν παρόδω, το κετελαπόνγκο έχει ερωτικό υπονοούμενο, «να σου το βάλω» (το κομμάτι, το μόριο, οτιδήποτε) και στην αργκό te pongo, μπορεί να σημαίνει σε ερεθίζω -σε γκαβλώνω, που θα λέγαμε στον Βορρά. Αλλά είναι παράδοξο, γιατί το «que» μάλλον θέλει υποτακτική και άλλον τύπο -να σου το βάλω. Εκτός και αν ο τύπος πανηγυρίζει μόνος του, σου το βάζω-σου το βάζω, σαν κάτι τελειωμένους οπαδούς, που φωνάζουν «σας γ...με», με πέτσινο γκολ στο '90. Μετά όμως λέει «ούτε που θα το νιώσεις» («...y no lo sentiras»), οπότε τι ακριβώς πανηγυρίζουμε;

-Να του ’ρθει; -Τι να μου ’ρθει ρε παιδιά; -Αυτό!
Εδώ όμως χρειάζεται συγκεκριμένη ανάλυση του συγκεκριμένου γιαουρτιού -αν είναι L’ami τυποποιημένο ή κάτι άλλο. Πρέπει να μιλήσουμε με τον Παπασταύρου για τις εξελίξεις.

-.-

Δε μου λες, εσύ που έχεις καθίσει και με τη νεολαία. Το «αχ, τι θα έλεγε το άγαλμα του Καπετάνιου, αν μπορούσε να μιλήσει» είναι καλή ατάκα, για να σε πούνε «μπάρμπα»;
-Μπούμερ το λένε τώρα, μπάρμπα.
-Ναι αλλά εγώ είμαι milenial...

Ιντερμέδιο με διευκρινίσεις

Η εκδρομή μας ξεκινά στην ορεινή Παύλιανη, στο πάρκο αναψυχής, που έχει μια πολύ ωραία διαδρομή, με υπαίθρια όργανα και θεματικά στολίδια, σαν «Παιχνίδια χωρίς Σύνορα» χωρίς την Μπόκοτα, που έφυγε είκοσι χρόνια πριν και είναι σα να λείπει μια ζωή. Χαίρεσαι σα μικρός φασαίος στο (φέρτε μου ένα) τραμπολίνο, στραβώνεις με τα σκίτσα του Αρκά, αλλά τα ξεχνάς όλα όταν δεις τον θρόνο και βασικά την επιγραφή από το ημερολόγιο του θρυλικού Διαμαντή.


Βόλτα στο χωριό, όπου όλα τα σπίτια έχουν διακόσμηση στο ίδιο στιλ. Καταλήγεις νομοτελειακά στην ταβέρνα της Λίτσας, τρως μισό κοπάδι και τα βλέπεις κωλυόμενα. Ξαπλώνεις βαρύς στη σκιά του δέντρου, ένα ελαφρύ αεράκι ρίχνει τα φύλλα, σημαδεύει το συκώτι και ακολουθεί πολεμική ιαχή.
-Δεν το ήξερα πως μπορεί να παραφάει κανείς Αστερίξ.


Είσαι έτοιμος να ασπαστείς τον βιγκανισμό, για πολύ καιρό. Το βράδυ έχεις ήδη μετανιώσει, κάνοντας βόλτα στην πόλη, με την τσίκνα απ’ τις σούβλες να σε σέρνει απ’ τη μύτη. Λένε άλλωστε πως το όνομά της συγγενεύει ετυμολογικά με το «αχόρταγος».
-Και η βαρυστομαχιά πριν;
-Δεν ήταν τίποτα. Ήμουν λίγο κουρασμένος πνευματικά.
Μην καρτεράτε να λυγίσουμε.

Δεν τρώμε επειδή πεινάμε, αλλά για την απόλαυση. Σαν μια μορφή τέχνης, το περιττό που είναι ζωτικά αναγκαίο. Και η γεύση από αίσθηση γίνεται αισθητική, μια μορφή συνείδησης.
-Σιγά μην κάνει και διαλεκτική ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο.
Είμαστε ό,τι τρώμε. Ούτε κτήνη, ούτε φυτά, αλλά τα πάντα -παμφάγοι γαρ- ικανοί για το καλύτερο και το χειρότερο. Αρκεί να μη γίνουμε κανίβαλοι, στον στίβο της ζωής, σαν αυτούς που σατιρίζει ο Τσαβαρία στον Καλιμπάν του.

Φτάνουμε στο μαγευτικό Ζητούνι, που κάποτε πρέπει να ήταν πανέμορφη πόλη, αλλά μεγάλωσε άχαρα και άναρχα, γιατί δεν ήξερε πώς να εκσυγχρονιστεί (που είναι βασικά το πρόβλημα όλης της χώρας και των -κατά κανόνα- άσχημων πόλεών της). Κι είναι σαν την ασπίδα της Αρβέρνης, όπου οι έμποροι πουλούσαν κρασιά και κάρβουνα, αναπολώντας τον παλιό καλό καιρό, που πουλούσαν κρασιά και κάρβουνα. Αντ’ αυτών, η Λαμία έχει σούβλες και τυροκομικά. Και άπειρα καφεκοπτεία, που κανείς δεν ξέρει πώς επιβιώνουν όλα μαζί.

Πέραν αυτών, η σύγχρονη πόλη δεν έχει πολλά πράγματα να δεις. Τρεις πλατείες, πέντε δρόμους, ένα κάστρο, τα ΤΕΙ και... τον Καρλίτος -που φεύγει και αυτός. Αλλά το σπίτι βλέπει φάτσα στην πλατεία Λαού, με τον έφιππο καβαλάρη της. Συναντάς κι ένα στένσιλ, έξω απ’ τα γραφεία του Κόμματος -ένα είναι το Κόμμα και δεν εννοώ την τοπική κοινότητα. Και αναζητάς το σπίτι της φαμίλιας Κλάρα, στην οδό ΚΡΙΤΣΑ. Δε θέλει πολλά μια πόλη για να ομορφύνει απότομα. Αρκεί να μη βάζει ο δήμος τα μεγάφωνα στη διαπασών να παίζουν όλη νύχτα.

-.-

Τι θα έλεγε, αν μπορούσε να μιλήσει για όλα αυτά ο καπετάνιος; Πιθανότατα τίποτα. Θα βουτούσε μαζί τους στην κραιπάλη και θα μιλούσε στη γλώσσα τους, γιατί δεν ήταν σνομπ τύπος, μακριά από τις αδυναμίες ή τις χαρές (και τις χάρες) του λαού.

Σπάιντερμαν, Κατγούμαν, σέξι νοσοκόμες και Σκουμπιντούδες, που ’ναι από χέρι χαμένοι, αλλά κερδίζουν αλλού (στο φαγητό). Πυροσβέστες, Νταρ Βέιντερ, μαζορέτες, γατούλες, μπάτσοι που κυνηγούν κουκουλοφόρο (!). Αλλά κάποιος λείπει. Αλήθεια τώρα, ούτε ένα γκρουπ Μαυροσκούφηδες, τιμής ένεκεν για τον έφιππο καβαλάρη της πλατείας;


Ρόπαλα, φωτόσπαθα, καραμούζες, σφυρίχτρες, στολές, στερεότυπα, χορός, τραγούδι, επίδειξη, κουτσουμπολιό, έρωτας, εφηβική αδρεναλίνη. Παρέλαση με σχολικά συγκροτήματα. Το Καρναβάλι προβάλλει γενικώς ως ευκαιρία. Για τα παιδιά να φλερτάρουν και να ξεσκάσουν. Για τον δήμαρχο να δείξει πόσα λεφτά μπορεί να χαλάσει σε πυροτεχνήματα. Και για την πόλη να δείξει την ταυτότητά της, χωρίς προσχήματα.

Κυράτσες και νοικοκυραίοι, παραταγμένοι στον διάδρομο, κατά μήκος της πασαρέλας, σαν κριτική επιτροπή. Όλο το «χωριό» έτοιμοι να χειροκροτήσει, να τραβήξει βίντεο, να σχολιάσει, να μαζέψει υλικό για το σπίτι. Παντού παράγοντες, βλαχοδήμαρχοι -ένας εκλέχτηκε κιόλας-, προύχοντες και κοτζαμπάσηδες, χατζατζάρηδες και ραγιάδες, κολίγων απόγονοι που έγιναν κάτι και πουλάνε μούρη. Καρναβαλιστές, σάτυροι με πολιτικά, σόγια και επίδοξοι γαμπροί, ένα σύγχρονο νυφοπάζαρο.

Υπάρχει τίποτα χειρότερο από τον αργό θάνατο της ελληνικής επαρχίας; Το υπεράνω βλέμμα του πρωτευουσιάνου που νομίζει πως διαφέρει. Κι ας βρωμάει το ψάρι απ’ το κεφάλι του υδροκεφαλικού κράτους. Το είχε πει, εδώ και χρόνια, ο Ραφαηλίδης πως η Αθήνα είναι απλώς μια συνομοσπονδία ελληνικών χωριών.

Μα γιατί είστε τόσο μίζεροι; Γιατί ενοχοποιείτε τη χαρά του κόσμου;
Κι εσείς γιατί μασκαρεύετε την κατάθλιψη; Γιατί θέλετε χαρούμενους υπηρέτες, με καρφιτσωμένα κέρατα -και δαρμένους από πάνω- και χαμόγελα; Γιατί χαίρεται και χαμογελά ο κόσμος, πατέρα; Γιατί είναι σαν το Γελαστό Αγριογούρουνο από το Αστερίξ στη Βρετανία -που δεν έχει κανέναν λόγο να γελά αλλά το κάνει. Και προτιμά τσάι και συμπάθεια από τους ισχυρούς -ή ψίχουλα άρτου και θεάματα- αντί να τους πολεμά.

Τουλάχιστον είναι μια ευκαιρία να απενοχοποιήσουμε τη δεκαετία με τις βάτες, αναγνωρίζοντας την ιδεολογική της ηγεμονία στη μουσική.
She is crazy like a fool, wild about (Sugar) Daddy Cool...
-Μα αν ήταν (τόσο) ωραία, θα τα ακούγαμε κάθε μέρα, όχι μόνο στις Απόκριες.
Και για τα μελομακάρονα τα ίδια λέτε, αλλά στο Ζητούνι έχουν φημισμένους κουραμπιέδες, όλο τον χρόνο.

Μα χαλάμε εμείς τη χαρά του Καρναβαλιού; Πού πήραμε Πάτρα και Τύρναβο; Που βγάλαμε memes για τη ΛΑΣΥ Τυρνάβου και βγάζουμε τόσα μπλουζάκια, με κέφι και φαντασία;


Απόψε θα ζηλέψει ο Κηλαηδόνης το πάρτι που θα κάνουμε εμείς. Και να σου πω γιατί; Γιατί ήταν με το Εσωτερικού που ποτέ δεν έγινε σοβαρό κόμμα -ούτε όταν έφτασε στην κυβέρνηση. Και αν ψάχνεις τον ορισμό του party-pooper, το καλύτερο παράδειγμα είναι ο Ανδρουλάκης και το σινάφι του, που ήθελαν να το διαλύσουν. Αλλά όχι να μας πουν κομματόσκυλα χωρίς ζωή, εμάς που είμαστε party-animal.

Στο Καρναβάλι είμαστε στο στοιχείο μας. Έχει πορείες (το λέμε παρέλαση για ξεκάρφωμα), μαζικά γκρουπ σαν μπλοκ, με φωτόσπαθα αντί για κοντόξυλα, μουτσούνες Πελετίδη (με γυαλιά και μουστάκι), ακόμα και συνθήματα.
Εμπρός λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι
Ο μόνος δρόμος είναι ΚΚΕ και Καρναβάλι.


Ίσως να μην έχουν όλοι καθαρά μηνύματα, σαν της (δημοτικής αρχής της) Πάτρας για την Παλαιστίνη. Έχουν όμως διονυσιακή σάτιρα κατά της εξουσίας -αρκεί να στοχοποιούν τους εκπροσώπους της, για τους σωστούς λόγους. Ο Κασσελάκης είναι ένας influencer που έγινε πρόεδρος και έχει χίλια στραβά να σατιρίσεις -από όσα λέει, μέχρι τον τρόπο που στέκεται, για να δείχνει τα μούσκουλά του. Αλλά όσοι ασχολούνται με ό,τι κάνει στο κρεβάτι του, είναι φασίστες της διπλανής πόρτας, που πρέπει να απομονώσουμε.

Κι αν μας φαίνονται λίγο ρηχά και (όχι τόσο) αστεία κάτι άρματα, σαν τους «Κρυφακούληδες», είναι ασορτί με το πολιτικό χιούμορ του μέσου Τουιτερά -αν όχι καλύτερα. Ή σαν τους Σεκίτες, που τρέχουν χορεύοντας στο ρυθμό του «Α-Αντί-Αντικαπιταλίστα» και φωνάζουν ρυθμικά «μη στύβετε ανθρώπους, στύψτε πορτοκάλια», ζουλώντας νοερά τον αέρα με τα χέρια τους. Φοβού τους πολιτικούς μασκαράδες και αντικαπιταλισμό φέροντας...


-.-

Πιο σιγά όμως, ρε παιδιά, να χαμηλώσουμε λίγο τη μουσική αν γίνεται.

Ζηλεύεις τα νιάτα σου, όταν πετούσες και μπορούσες να κοιμηθείς καθιστός από την κούραση στο κλαμπ της πενταήμερης, χωρίς να υπολογίζεις τίποτα. Μετράς προβατίνες και σούβλες και τελικά συναντάς την αγκαλιά του Μορφέα. Ένα μικρό κατόρθωμα, σαν εκείνους τους αντάρτες, που έπρεπε να περπατάνε μέρες ολάκερες στα βουνά και κοιμόντουσαν στην πορεία, περπατώντας μηχανικά με κίνδυνο να γλιστρήσουν και να χαθούν -αλλά όχι τόσο ηρωικό.

Μα ο έξυπνος είναι ετυμολογικά στην άλλη πλευρά από όσους κοιμούνται τον ύπνο του δικαίου, στη λάθος πλευρά του κρεβατιού της ιστορίας. Κοιμούνται όρθιοι και περπατάν σκυφτοί, με υπνωτισμένες συνειδήσεις. Και ξεχνάνε μόλις ξυπνάνε τα όνειρά τους, λες και θα γίνουν ποτέ πράξη από τον καναπέ ή το κρεβάτι μας.

Σε αυτούς τους δρόμους, σε αυτή την κοινωνία
Μια μέρα, ο διονυσιασμός δε θα ’ναι ουτοπία..