Σάββατο 28 Φεβρουαρίου 2026

Αμφιδέξιος αντικομμουνισμός - Ωμός προς medium rare

Αγαπητό blog/διαδικτυακό μου ημερολόγιο,

Σου γράφω πάλι από ανάγκη (σπαστά και σε διάφορες ώρες της μέρας), η συνειδητοποίηση της οποίας είναι ένα μεγάλο βήμα προς την ελευθερία. Δικτατορία (=απεριόριστη εξουσία υπεράνω νόμων) της αστικής τάξης έχουμε, οπότε έχεις το ελεύθερο να γράφεις ό,τι θέλεις, εντός κάποιων ορίων -πχ να μην το κάνεις πράξη. Αρκεί να έχεις ελεύθερο χρόνο (που να μη δεσμεύεται στη μισθωτή σκλαβιά και ξοδεύεται συνειδητά, δηλαδή να μην τον σκορπάμε σε βλακείες), δυνάμεις για να μη σε τυλίξει ο ύπνος σε μια κόλλα χαρτί ή μια ημιτελή οθόνη, συγκέντρωση, αντίδοτα στο κινητό και τη διάσπαση προσοχής, καθαρό μυαλό, κίνητρο και ίσως κάποιο κοινό, για να μη μοιάζουν οι ασκήσεις γραφής με πνευματικό αυνανισμό. Έχεις δηλαδή μια σειρά προϋποθέσεις και κοινωνικές διαμεσολαβήσεις, γιατί η ελευθερία είναι συλλογική υπόθεση και όχι ατομικό καπρίτσιο, ακόμα και/ιδίως αν μιλάμε για τον ελεύθερο χρόνο.

Πάμε λοιπόν με μια σειρά ελεύθερους -πλην κοινωνικά διαμεσολαβημένους- συνειρμούς.


Δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμες οι συνθήκες και οι πρόχειρες σημειώσεις μου για μια συνολική ανταπόκριση από τη βιβλιοπαρουσίαση του «Θ.Ν.» στον «Παρνασσό». Αλλά αν τα κείμενα της κε του μπλοκ είχαν προδημοσιεύσεις, αυτή θα περιλάμβανε απαραιτήτως τη σπάνια εμφάνιση της Βασιλείας Παπαρήγα, που βασικά έχει γίνει ένας κλώνος της Αλέκας. Κι όπως τραγουδούσε, κάνοντας μέχρι και τον Μεράντζα θαυμαστή της, ήταν σαν διαγωνιζόμενη σε εκείνο το τηλεπαιχνίδι με τις μιμήσεις (Your Face Sounds Familiar), που πέτυχε μια άριστη μεταμφίεση, από το σουλούπι μέχρι τα γυαλιά και το ντύσιμο της μητέρας της. Θέλει μόνο λίγη δουλειά στη φωνή και το χαρακτηριστικό παπαριγέ συνοφρύωμα (με τη μύτη), για να τελειοποιήσει τη μίμηση. Κατά τα άλλα, όμως, φέρτε μας τον γιο του Δραγασάκη να τον πάρουμε φαλάγγι. 

Αλλά ο μαγικός κόσμος του διαδικτύου είναι σαν τη νύχτα -και δεν εννοώ το dark web. Δύσκολο να περιδιαβαίνεις στον ιστό και να μην πέσεις πάνω σε σκατά, που αφήνουν στις αναρτήσεις (δικές σου ή άλλων) αμετανόητα δεξιά τρολ.

Ένα εξ αυτών θεώρησε μεγάλη εξυπνάδα να τονίσει την ειρωνεία του πράγματος, δηλαδή να είσαι κομμουνίστρια και να σε λένε Βασιλεία, αγνοώντας ότι α. έτσι έλεγαν τη γιαγιά της -τι να κάνουμε; β. ότι παλεύουμε να περάσει ο άνθρωπος στο βασίλειο της ελευθερίας και γ. εμείς τον θέλουμε παιδιά τον βασιλιά, να πουλάει Ριζοσπάστη στο παλάτι κι ό,τι άλλη χρέωση έχει η ΚΟΒ Τατοΐου. Χωρίς ωστόσο να είμαστε βασιλοκομμουνιστές, σαν τον πατέρα της Βούλτεψη, η οποία είναι ο αρχηγός των τρολ και είπε σοβαρά στον Ζαχαρό πως μεταξύ των 200 της Καισαριανής ήταν και Δεξιοί -εκτός αν θεωρεί τέτοια την αρχειομαρξιστική παρέκκλιση.

Ένα άλλο εξυπνοπούλι εντόπισε το «πρόβλημα» όχι στις σπουδές της Βασιλείας σε αμερικάνικο κολέγιο αλλά στον υποκριτικό αντι-αμερικανισμό της Αλέκας, το οποίο ανταγωνίζεται ευθέως τη μουσμουλιά για τους κομμουνιστές που πίνουν κόκα-κόλα, αγοράζουν εμπορεύματα και ξεπουλάνε τις αρχές τους (πριν καν βγάλουν τον πρώτο δίσκο) αντί να γίνουν ερημίτες, για να παραμείνουν πιστοί. Ακόμα και η Όλγα Τρέμη όμως μπορεί να καταλάβει πως δύο κομματικά στελέχη, που δεν είχαν χρόνο για την ανατροφή του παιδιού τους, στράφηκαν σχεδόν αναγκαστικά στην ιδιωτική παιδεία -κι ας μην τους περίσσευαν τα λεφτά. Κι αυτό δεν είναι ψεγάδι για τις αρχές τους, αλλά για τη βοήθεια που (ΔΕΝ) δίνει το αστικό κράτος στους γονείς, γιατί έχει διαχρονικά άλλες ταξικές προτεραιότητες.

Ας γυρίσουμε όμως στις φωτογραφίες των 200, οι οποίες... διχάζουν (!), όπως ακούσαμε/διαβάσαμε μεταξύ πολλών άλλων μαργαριταριών αυτές τις μέρες. Πχ άλλοι συγκλονίζονται από τα ντοκουμέντα και άλλοι βγάζουν αφρούς από το στόμα τους. Δεν είναι απαραίτητα κακός και λίγος διχασμός, αν είναι να διαχωριστούμε από τους φασίστες και τα σκατά που αφήνουν στο διάβα τους -που μπορεί να προσφέρουν γέλιο ενίοτε αλλά δεν παύουν να βρωμάνε ανυπόφορα.

-Ναι αλλά δεν ήταν μόνοι οι 200, λυσσάνε. Κι έχουν απόλυτο δίκιο. Ήταν και οι 106 στο Κούρνοβο και εκατοντάδες άλλοι στης Καισαριανής τον τοίχο, πριν και μετά την Πρωτομαγιά, από το στρατόπεδο Χαϊδαρίου/μπλοκ 15, που λειτουργούσε ως αποθήκη κρατουμένων προς εκτέλεση για «αντίποινα» στην Αντίσταση, για τα οποία όμως δε διάλεγαν «από τον σωρό», αλλά από τον ανθό της οργανωμένης πρωτοπορίας, που ήταν η ψυχή του αγώνα.

Και όταν αντιπαραθέτουν στους 200 κομμουνιστές/το ΕΑΜ τους «δικούς» τους ήρωες, τον Περρίκο, τον Ιβάνοφ, την Μπίμπα και τη Λέλα Καραγιάννη (ακόμα και τους 300 του Λεωνίδα -που ήταν και 100 παραπάνω- σε κάποια αφηγήματα), γίνονται καταγέλαστοι, κρατώντας ένα ζύγι για να συγκρίνουν διαφορετικά «φρούτα». Γιατί όλοι οι παραπάνω μπορεί να είχαν ηρωική στάση, κάνοντας σαμποτάζ, αλλά δεν αρκούν από μόνοι τους να συγκροτήσουν το ρεύμα μιας συλλογικής Αντίστασης στον κατακτητή. Και δεν είναι αυστηρά ποσοτικό το θέμα, αλλά πρωτίστως πολιτικό. Ότι δεν υπήρχε κανείς άλλος μαζικός φορέας με τους σκοπούς και τις πράξεις του ΕΑΜ, που συσπείρωσε και οργάνωσε σχεδόν το σύνολο του λαού, ακόμα και δεξιούς ή βασιλικούς αξιωματικούς.

Το ζήτημα λοιπόν δεν αφορά αν όλοι οι ήρωες ήταν κομμουνιστές ή αντιστρόφως αν όλοι οι κομμουνιστές είναι ήρωες -πχ στους «αντι-ηρωικούς» καιρούς που χρεωθήκαμε να ζήσουμε. Ούτε αν όλοι οι δωσίλογοι ήταν Δεξιοί -όσοι το λένε ξεχνάνε βολικά τους βενιζελικούς ή κάποιους πρόσφυγες που συνεργάστηκαν πρόθυμα με τις κατοχικές αρχές. Αλλά το αν όλοι οι Δεξιοί κατρακυλούν πρόθυμα στον αντικομμουνισμό με τα κονσερβοκούτια, νιώθοντας γνήσια πολιτικά τέκνα του δωσιλογισμού. Η απάντηση είναι σαφώς αρνητική, αλλά δεν είναι καθόλου εύκολο να τους ξεχωρίσεις από τον συρφετό. Όχι (μόνο) γιατί είναι ένοικοι στην ίδια (ακρο)δεξιά πολυκατοικία ή γιατί τα σκατά πάνε παντού καλύπτοντας τα πάντα με τη μυρωδιά τους -και πάντως δίνουν τον τόνο με σχόλια-κουτσουλιές («καλά τους έκαναν», «ήταν προδότες» κτλ) κάτω από κάθε ανάρτηση γα τους 200. Αλλά γιατί είναι πρακτικά αδύνατο να διαχωρίσεις τα τρολ από τα πολιτικά στελέχη (Βούλτεψη, Πλεύρη, Άδωνη κτλ) και τους «σοβαρούς» επιστήμονες (τύπου Καλύβα). Έχουν τον ίδιο ρόλο, τον ίδιο λόγο, πανομοιότυπα προκάτ επιχειρήματα, την ίδια μουχλιασμένη αντικομμουνιστική ξινίλα, ενώ συμπληρώνουν οι μεν τους δε και εναλλάσσονται στις θέσεις τους, όπως ο Άδωνης που πρόδωσε πρόσφατα κατά λάθος το τρολοπροφίλ που χρησιμοποιεί στο Χ.

Και πώς να μην τους μπερδεύεις, άλλωστε, όταν πασχίζεις να ξεχωρίσεις τα κονσερβοκούτια από τον «αριστερόστροφο» λόγο κάποιων «εναλλακτικών», που έχουν ανάγκη την (ακρο)δεξιά για να πλασάρονται οι ίδιοι σαν αριστεροί, αλλά ευθυγραμμίζονται με το τέρας ενάντια στην... ιδιοκτησιακή λογική του ΚΚΕ για τους αγωνιστές του -πχ τους 200. Ως γνωστόν στους ήρωες υπάρχει «κομμουνιστική κοινοκτημοσύνη», στο ΚΚΕ ανήκουν μόνο λάθη, προδοσίες και εγκλήματα.


Και πώς να μην είναι δύσκολη η ταυτοποίηση των 200 κομμουνιστών από τέτοιες παλιές φωτογραφίες, πχ όταν δυσκολεύεσαι να ταυτοποιήσεις τον συγγραφέα μιας παλιότερης σχετικά αξιόλογης -παρά τις αδυναμίες της- μελέτης για την ΟΠΛΑ, «το τιμωρό χέρι του λαού» (που αξιοποίησε και υλικά από το ιστορικό αρχείο του ΚΚΕ), με τον ανερμάτιστο (;) λόγο ενός Ιάσωνα Χανδρινού, που διάλεξε αυτήν τη συγκυρία για να μιλήσει στον Δανίκα του Πρώτου Θέματος και να πει πχ πως το ΚΚΕ συνειδητά δεν επιδίωξε την απελευθέρωση των κρατούμενων από το Χαϊδάρι γιατί η εκτέλεσή τους είχε μεγάλη προπαγανδιστική αξία. Ή να αφήσει υπονοούμενα για την ειδική μεταχείριση του... απομονωμένου Ζαχαριάδη στο Νταχάου και την πολιτική σκοπιμότητα που κρυβόταν πίσω της. Ή να αποφανθεί πως οι Ναζί δεν είχαν πολιτικά μυαλά, γι’ αυτό ακολούθησαν μια αυτοκαταστροφική στρατηγική με τις διώξεις Εβραίων -σε ένα αριστοτεχνικό ξέπλυμα της φασιστικής κτηνωδίας. Ή να μας συστήσει με ενθουσιασμό στον επίλογο το... «λιβελοστόρημα» -sic- ενός άλλου ανανήψαντα αριστερού (Δ. Φύσσα) «Πλατεία Λένιν, πρώην Συντάγματος», όπου η εξέγερση του Πολυτεχνείου γίνεται ενάντια σε μια κόκκινη δικτατορία, ενώ ο συγγραφέας βγάζει χολή ακόμα και ενάντια στον Ρίτσο.

Κι είναι άραγε κάποιο είδος βλακείας-τραγικής ειρωνείας πως δεν εκτιμά τις πάσες του το κοινό του Πρώτου Θέματος και οι φασίστες στα σχόλια τον «βρίζουν» ως κομμούνι -και αυτόν και τον Δανίκα; Ή είναι έξυπνη κατανομή ρόλων για να είναι πιο πειστική η παράσταση;

Αν έπαιζε πάντως σε κάποιο τηλεπαιχνίδι (YFSF) με ιστορικούς, θα λέγαμε κάτι σαν: Και τώρα αποχαιρετούμε τον Ιάσωνα Χανδρινό και υποδεχόμαστε τον Στάθη Καλύβα. Και πώς να εξηγήσεις λογικά τέτοιες οβιδιακές μεταμορφώσεις, αν δεν ακολουθήσεις το χρήμα, την προοπτική καριέρας, τη συνεργασία-χρηματοδότηση με/από συγκεκριμένα ιδρύματα και φορείς και άλλους τέτοιους εντελώς υλικούς παράγοντες που διαμορφώνουν μια εύκαμπτη και ευέλικτη συνείδηση;

Κι αυτά είναι σημεία των καιρών. Κάποτε ήταν αδύνατο να διαχωρίσεις το ξέπλυμα του δωσιλογισμού και των Ταγμάτων Ασφαλείας (που γίνονταν αναγκαστικά θύτες, για να μη γίνουν θύματα του κομμουνισμού) από τον Καλύβα, με τον ιστορικό και πολιτικό αναθεωρητισμό του Μαραντζίδη, που χώρισε από τον Διόσκουρο Στάθη και βρήκε τη δική του Ιθάκη στο πλευρό του Τσίπρα, ως σύμβουλός του.

Σήμερα, αν είσαι αμύητος ή λίγο αδιάβαστος ή μένεις στα περίχωρα της Ιερουσαλήμ -και όχι στο κέντρο με τους κατεξοχήν παροικούντες-, μπορεί να χάσεις στην ερώτηση «ποιος έγραψε ότι το ΚΚΕ εξαργυρώνει ακόμα πολιτικά-εκλογικά τους νεκρούς του, όπως τους 200 της Καισαριανής. Κι ίσως να χρειαστείς τη βοήθεια του κοινού (ή της Google) για να βρεις τη σωστή απάντηση, δηλαδή τον Παπαδάκη της Ανταρσυα και του ΣΕΚ.

Είναι άραγε καλή απάντηση -για το δικό του επίπεδο- πως στις δημοτικές εκλογές ο ίδιος εξαργύρωσε την αφιλοκερδή παρουσία-συμβολή του στη δίκη της ΧΑ, ως συνήγορος της Πολιτικής Αγωγής; (Κι ελπίζω να μην αναβλήθηκε η προγραμματισμένη ανακοίνωση της απόφασης του Εφετείου για να αποφύγουν τη δημιουργία κλίματος στις σημερινές συγκεντρώσεις). Ή ότι ο χώρος του εξαργυρώνει πολιτικά την αλλεργία του αστικού κόσμου για το ΚΚΕ και τον συστημικό αντικομμουνισμό-αντισοβιετισμό, στον οποίο προσθέτουν ενίοτε κάποια λιθαράκια;

Σε αυτές τις περιπτώσεις, το πρόβλημα για τη Δεξιά δεν είναι ότι δεν ξέρει τι ποιεί η Αριστερά της, αλλά ότι δεν ξέρει τι να προσθέσει στην «αριστερόστροφη» πολεμική κατά του ΚΚΕ. Και οι 50 αποχρώσεις του (κατάμαυρου ως μουντζούρα-σύνθεση όλων των χρωμάτων-κομμάτων) αντικομμουνισμού περιλαμβάνουν ένα ευρύ φάσμα από ωμό, κονσερβοκούτικο (σπεσιαλιτέ του μαγαζιού) ή σούσι αντικομμουνισμό μέχρι μετριοπαθή προς το medium rare, αλλά πάντα με καταγγελίες για ωμά εγκλήματα...

Μιλώντας για πολιτική εξαργύρωση δε γίνεται να μη σκεφτείς αυτόματα το προσωπικό βιντεάκι της Καρυστιανού για τα Τέμπη -σαν ροκ σταρ που την ψώνισε, ονειρεύτηκε σόλο πολιτική καριέρα και εγκατέλειψε το συγκρότημα και τις συλλογικότητες που δεν υπηρετούν το «εγώ» του/της. Και οι πολιτικοί θαυμαστές της Καρυστιανού (οι νυν και οι μέχρι πρότινος) ή παλιότερα της Ζωής είναι ένα χρήσιμο παράδειγμα (από τα αρκετά των τελευταίων ετών) ώσμωσης «αριστερόστροφου» και ακροδεξιού λόγου.

Αλλά αυτό θα το δούμε καλύτερα μετά τις συγκεντρώσεις για τα Τέμπη. Ως τότε, το μοναδικό αντίδοτο για τις αριστεροδέξιες στροφές του συστήματος είναι ταξικό. Δηλαδή ένα κάλεσμα που φτιάχνει την πιο πλατιά συμμαχία, για να γίνει δύναμη ανατροπής, και δεν περιμένει από κανέναν εργάτη να αποκηρύξει τις ιδέες του, παρά μόνο τον φόβο για τα αφεντικά του και την αυταπάτη πως έχει τα ίδια συμφέροντα μαζί τους. Αλλά ακόμα και για αυτές τις περιπτώσεις, υπάρχει κατανόηση και ταξική αλληλεγγύη, γιατί για να γυρίσει ο ήλιος (και οι συνειδήσεις) θέλει δουλειά πολλή.

Αντί επιλόγου δύο φωτογραφίες. Η αγκαλιά του Ασλανίδη (προέδρου του συλλόγου των θυμάτων των Τεμπών) με τη μητέρα του μηχανοδηγού, κατά την αποκάλυψη του μνημείου για τα θύματα στην Καισαριανή (του πρώτο αντίστοιχου), που σφραγίζει μια ενότητα σε σωστή βάση, παρά τις συγκρούσεις του παρελθόντος.


Και ένα στιγμιότυπο από τις μαθητικές κινητοποιήσεις με το σύνθημα: Εργάτες στη Βιολάντα, στα Τέμπη φοιτητές -που μπορεί να είναι και ο τίτλος της επόμενης ανάρτησης...


Υστερόγραφο: το αρχικό πλάνο για το κείμενο ήταν υπερφίαλα μεγαλεπήβολο, με σταχανοβίτικο ζήλο αλλά κάκιστη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης και αυταπάτες πως θα προλάβαινε να πιάσει και την παράσταση «Χαμένη Άνοιξη», με αφορμή ένα κηδειόχαρτο (αναγγελία μνημόσυνου για την ακρίβεια), σε μια βόλτα κοντά στο μετρό των Σεπολίων, που συνορεύει και με τον Κολωνό. Ίσως σε κάποια επόμενη ανάρτηση και αυτό...

Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2026

200 χαρταετοί - Στης Καισαριανής τον τοίχο

Ξέρεις τι είναι να έχει τέτοια ωραία μέρα, χαρά λαού, λες και είναι Πρωτομαγιά (του ’44) κι εσύ να λείπεις; Να βγαίνει ο κόσμος για ηλιακό προσκύνημα, να φωτοσυνθέσει σε πάρκα και αλσύλλια, να διώξει την υγρασία από τις αρθρώσεις και την κλεισούρα από την ψυχή του. Να γεμίζει το Σκοπευτήριο παρέες, οικογένειες, παιδικές φωνές, ακόμα και φασαίους που παραγγέλνουν καλαμαράκια από το Efood. Να γιορτάζει η φύση, να θριαμβεύει η ζωή, να έρχεται η άνοιξη με πολλά διάπλατα παράθυρα. Και 200 χαρταετοί να κάνουν έφοδο στον ουρανό της Καισαριανής, αλλά να μη φεύγουν πολύ ψηλά, κουβαλώντας κάτι από το φορτίο του χώρου και το βάρος της συγκίνησης.


Να γίνεται ο τοίχος στην Καισαριανή τέρμα, για το παιχνίδι των παιδιών και όχι για τη ζωή τους, όπως του 14χρονου Ανδρέα Λυκουρίνου, που ήταν ήδη «σεσημασμένος αντιστασιακός» στα 13 του, όταν τον συνέλαβαν (και εσύ να σκέφτεσαι αν είσαι ακόμα νέος στα 40 και αν έχεις αφήσει τίποτα πίσω σου -ή αν είναι αρκετά ώριμα τα παιδιά του Γυμνασίου να ξέρουν για τι παλεύουμε και να δώσουν βιογραφικό στην ΚΝΕ).
Να μη γίνεται ο τοίχος σύνορο του κόσμου (όπως έγραφε ο Βάρναλης), ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, στον άνθρωπο και τον φασίστα, παρά μόνο ανάμεσα στο γλέντι της Καθαράς Δευτέρας και την κατάνυξη, που σου επιβάλλει αυθόρμητα η ατμόσφαιρα του χώρου -μια αύρα μοναδική, σχεδόν υλική μα αόρατη, που θα την ζήλευε και η τσιμεντωμένη Ακρόπολη, υποκλινόμενη στη δική μας «Ακρο»...
Αλλά κυρίως να σπάει ο τέταρτος τοίχος για το κοινό, που βρίσκει καταφύγιο και ηρεμία στο Σκοπευτήριο, χαίρεται τον χώρο, τον κάνει δική του υπόθεση, και υψώνει δικό του (αντιφασιστικό) τείχος προστασίας από τις ακρίδες της εμπορευματοποίησης και όσους τον βλέπουν ως πεδίο βολής -για τα κέρδη τους ή στην κυριολεξία, πχ ο Κούβελος.

Να βλέπεις τους σφους με τα περιβραχιόνια, που χρεώθηκαν να ανοίξουν τον χώρο, θυσιάζοντας μια αργία -ελάχιστος φόρος τιμής για όσους θυσίασαν τη ζωή τους για έναν καλύτερο κόσμο -όπου η ζωή δε θα είναι απλώς επιβίωση, κι αυτό με αμφίβολα αποτελέσματα. Και τους επισκέπτες που πήγαιναν ενθουσιασμένοι, σαν καλά μαθητούδια, να πουν το μάθημα* που πήραν αυτές τις μέρες. Και να απορήσουν ρητορικά γιατί δε μαθαίνουμε τίποτα για τους 200 στο σχολείο και πόσο συναρπαστικό θα ήταν για τα παιδιά ένα μάθημα Ιστορίας, που θα έλεγε την αλήθεια.

*Πχ ότι οι περισσότεροι από τους 200 δεν ήταν τυπικά «Αντιστασιακοί» -όπως τους έλεγαν ντροπαλά όσοι αρνούνταν συνειδητά να τους πουν κομμουνιστές- γιατί ήταν κρατούμενοι από τα χρόνια του Μεταξά και των διαδόχων του, που τους παρέδωσαν στις αρχές κατοχής (το κράτος έχει συνέχεια και τους ίδιους εχθρούς). Ή ότι ο Μεταξάς σημείωνε στο ημερολόγιό του πως είναι φυσικό τα παραθαλάσσια κράτη, σαν την Ελλάδα, να συμμαχούν με τους Βρετανούς, ενώ άλλα στην ηπειρωτική Ευρώπη με τη ναζιστική Γερμανία. Real politic...

Και τι άλλο μάθαμε σήμερα, παιδιά -μικρά και μεγάλα;

Πήγαμε στο Μουσείο της Αντίστασης -αυτό που «δεν υπάρχει» και θέλουν να το ιδρύσουν τα ΑΣΚΙ και ο Δούκας. Μάθαμε για τη βρετανική επέμβαση τον Δεκέμβρη, που ξεπέρασε σε αγριότητα τα ναζιστικά μπλόκα, πχ με βόμβες σε νοσοκομεία και άσυλα για παιδιά. Για τις εκτελέσεις που ξεκίνησαν τον Μάη του ’42 και αυξάνονταν εκθετικά όσο πιο φανερό γινόταν ότι οι μέρες της Κατοχής στη χώρα μας είναι μετρημένες -μια αλήθεια απαράγραπτη που δείχνει την κτηνωδία των κατακτητών, αλλά και των συνεργατών τους που αγωνιούσαν για το μέλλον τους (ένα δικέφαλο τέρας, που κανένα πονηρό αφήγημα δεν μπορεί να παραγράψει τις ευθύνες του). 

Για τις γυναίκες που εκτελέστηκαν, όπως η Αθηνά Χατζηεσμέρ και η Ηρώ Κωνσταντοπούλου, πριν καν περάσουν το κατώφλι της ενηλικίωσης. Και η Καίτη Βιτιβίλια, που δεν την πρόδωσε απλά ο δωσίλογος συνάδελφός της, αλλά της έβαλε κρυφά στο συρτάρι μια εφημερίδα του ΕΑΜ, για να την πιάσουν τα αφεντικά του. Και για τις Ξένη και Στάσα Βαρδάκη, που ήταν μέλη της ΟΠΛΑ, προφανώς από την ίδια οικογένεια, και έπαιρναν εκδίκηση για το αίμα των συναγωνιστριών τους. Και αν ζούσαν σήμερα, ίσως περιλάμβαναν τα τρολ που λέγανε με ύφος πως δεν υπήρχαν γυναίκες μεταξύ των 200, οπότε τα χαρακτικά που τις απεικονίζουν ήταν σκέτη προπαγάνδα...



Για τη μακάβρια στατιστική της Κατοχής και τους 260 χιλιάδες νεκρούς λόγω ασιτίας -που κάνουν πως τα αγνοούν κάτι θρασύδειλα ανθρωπάκια όπως ο Τζήμερος, όταν αναρωτιούνται ποια ήταν η αξία και το ισοζύγιο της Εαμικής Αντίστασης, που επέφερε μόνο... βαριά αντίποινα. Αλλά το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα, την επιστράτευση για το Ανατολικό Μέτωπο, την επέκταση της βουλγαρικής ζώνης. Οργάνωσε και έσωσε έναν λαό, που δεν κάθισε φρόνιμα να τον σφάξουν για να αγιάσει μετά θάνατον.

Κι ύστερα, είδαμε τόσα τεκμήρια. Την τούφα από τα μαλλιά ενός αγωνιστή, που έκοψε η μητέρα του λίγο πριν την εκτέλεση, για να έχει ένα ενθύμιο. Την κουρελού του Άρη -που ήταν σα να καθόταν μαζί μας, να τσιμπάει από τους μεζέδες της ημέρας. Την παιδική ζωγραφιά με τους 200, δίπλα σε μια φωτογραφία τους. 

Αλλά και μια παλιότερη (!) φωτογραφία, που θρυλείται πως δείχνει την τελευταία εικοσάδα, χαμογελαστή και στον θάνατο -και μπορεί να ’ταν η μόνη γνωστή φωτογραφία τους μέχρι πρότινος, αν και δεν έχει αποδειχτεί τι ακριβώς απεικονίζει. Κάτι που μας μαρτυρά, μεταξύ άλλων, πόσο δύσκολη, μακροχρόνια διαδικασία είναι η ταυτοποίηση, μέσω παλιών φωτογραφιών.


Αλλά και τα συγκινητικά μηνύματα στο βιβλίο επισκεπτών. Των Ισπανών καθηγητών από τη Λεόν. Των Γερμανών που προσπαθούν να διαχειριστούν τη μνήμη και το ναζιστικό παρελθόν της χώρας τους, ως επισκέπτες μιας άλλης χώρας που έχει ως επίσημη γραμμή της την ιστορική αμνησία. Του Βόσνιου για τους ήρωες, τη Γιουγκοσλαβία και τη Σρεμπρένιτσα. Διαβάζεις πόσο βαθιά εντύπωση άφησε η επίσκεψη στα παιδιά από το ΕΠΑΛ Περιστερίου και τον φοιτητικό σύλλογο της Φιλοσοφικής. Διαβάζεις τι έγραψε ένα μικρό Πρωτάκι, που πήρε το πρώτο μάθημά του για την ιστορία του τόπου -πριν του μάθουν πως η ιστορία είναι αέναη και στείρα αποστήθιση.


Διαβάζεις την απορία «πώς φυτρώνουν ταπεινά λουλουδάκια σε έναν τόπο φρίκης» -ίσως γιατί η φύση ξέρει πως χωρίς ομορφιά και ελπίδα δεν υπάρχει ζωή. Την αφιέρωση «ήρωες με 12 ζωές» για τους 200. Και το λιτό μήνυμα της ανιψιάς του Ιωάννη Θεολόγου που παρέδωσε και αρχειακό υλικό στο Δήμο Καισαριανής. Και προς το τέλος το μήνυμα ενός Νίκου Καρανίκα, που -σε αντίθεση με τον συνονόματό του- δεν έγινε πολιτικός φίλος και θαυμαστής του (Σπυρ)Άδωνη.

Ο οποίος Άδωνης λυσσάει με κάθε είδους ντοκουμέντα, ιστορικά και σύγχρονα. Και μας κουνά με στόμφο το δάχτυλο: αν οι κομμουνιστές διαστρεβλώνουν τις εικόνες (από την «επίθεση» που δέχτηκε στη Νίκαια), φανταστείτε τι προπαγάνδα κάνουν για ιστορικά γεγονότα, όταν δεν υπάρχει βίντεο. Και δε θέλει πολύ μυαλό να καταλάβεις πως βγάζει φλύκταινες για το χαστούκι που δέχτηκε -όχι από τους γιατρούς, αλλά από τις φωτογραφίες με τους 200. Κι αν πετά τόσο χυδαία ψέματα, όταν υπάρχει οπτικό υλικό (που τον δείχνει να δίνει εντολές στην αστυνομία και να τραμπουκίζει έναν γιατρό), φαντάσου τι βατράχια εκστομίζει για την Ιστορία, δηλ για περιόδους και γεγονότα όπου δεν υπήρχε βίντεο.

Μπορεί, όμως, να βρει παρηγοριά στη συντροφιά με τον Τζήμερο. Ή τον Καλύβα, που πνίγει τον πόνο του στο δηλητήριο του αντικομμουνισμού και αποφαίνεται, σαν το τελευταίο τρολ του Μαξίμου, ότι: οι φωτογραφίες των 200 παράγουν πολιτική χειραγώγηση. Ότι οι κομμουνιστές δεν ήταν μόνο θύματα αλλά και θύτες. Δεν έκαναν Αντίσταση, αλλά επανάσταση. Και πως υπήρξαν εκτελεσμένοι αντιστασιακοί, όπως η Λέλα Καραγιάννη, που δεν έγιναν viral, γιατί δεν ήταν κομμουνιστές. Στον λίβελό του βάζει μια εικόνα του ναζί λοχία-φωτογράφου, για να αποφύγει την πολιτική χειραγώγηση της φωτογραφίας των 200, που χαμογελούν σαρδόνια σαν θύτες, σαν νικητές της Ιστορίας. Και βασικά για να δείξει πως «αποστασιοποιημένη επιστήμη» είναι βασικά να παίρνεις αποστάσεις από το λαϊκό κίνημα.


Κι αν καταφέρνεις να σε μισούν και να σε φοβούνται, ακόμα και πεθαμένο οι απόγονοι των δωσίλογων, τότε έχεις κάνει κάτι καλά. Αν λείπεις αλλά καταφέρνεις να γεμίζεις ζωή και δραστηριότητες το Θυσιαστήριο, να είναι ένας χώρος γεμάτος παιδιά που παίζουν και μαθαίνουν (με την τάξη τους και για την τάξη τους), να ρίχνεις τον σπόρο της γνώσης (που δεν είναι ποτέ νεκρή) και του αγώνα (που δίνει πάντα καρπούς)... Αν λείπεις αλλά έχεις κάνει το Σκοπευτήριο έναν χώρο όπου ο κόσμος έρχεται να φάει, να ξαπλώσει, τον νιώθει σπίτι του, και δε φοβάται μη φωνάξει ή γελάσει και τον «βεβηλώσει», όπως άλλους τόπους μνήμης με στείρα μουσειακή προσέγγιση... Τότε ο αγώνας σου δεν μπαίνει σε μουσείο. Τότε όλα μοιάζουν με ποίημα του Ρίτσου. Τότε δεν είναι τίποτα να λείπεις. Και θα είσαι για πάντα μέσα σ’ όλον τον κόσμο. Σε όλα εκείνα, που γι’ αυτά έχεις λείψει.

Υστερόγραφο

Εκτός από τον Καρανίκα, ο Άδωνης θα μπορούσε να βρει παρηγοριά και σε άλλους φίλους με ριζοσπαστικό πρόσημο, από τον Κώστα μέχρι τον Ιάσωνα -που θαυμάζει το «Πλατεία Λένιν, Πρώην Συντάγματος» και λέει πως το ΚΚΕ άφηνε σκόπιμα τους κρατούμενους στο Χαϊδάρι, γιατί είχαν μεγάλη αξία σε επίπεδο προπαγάνδας. Αλλά αυτά ίσως χωρέσουν σε κάποιο άλλο κείμενο.

Υστερόγραφο 2

Αύριο ο Δήμος Καισαριανής κάνει τα αποκαλυπτήρια του μνημείου για τα θύματα των Τεμπών. Αλλά ίσως κάποιοι προτιμήσουν τη βιβλιοπαρουσίαση του Θ.Ν. στον σύλλογο Παρνασσού, με αφήγηση αποσπασμάτων από τη Βασιλεία Παπαρήγα και αρκετούς ακόμα «ασώτους» του Φλεβάρη (και του Νοέμβρη) στο πάνελ. Αυτά είναι σοβαρά διλήμματα...

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Τα 80’ς είναι το όπιο του λαού

Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός
Μα πάντα δυστυχώς ο παλιός είναι αλλιώς

(Χωρίς αιχμές για αναγνώστες της κε του μπλοκ)


Η αισθητική είναι μια μορφή συνείδησης. Η δεκαετία με τις βάτες για κάποιους στέκει στη λάθος πλευρά της αισθητικής. Άρα η νοσταλγία δεν είναι μορφή συνείδησης -τουλάχιστον ριζοσπαστικής, που θα προχωρήσει το προτσές. Ο μπάτσος είναι μπουζούκι, ο Ρίζος είναι διαβήτης -όπως στο διαβητόσφυρο της ΓΛΔ με τα στάχυα. Κι εσύ νοσταλγός της ντίσκο-ποπ και του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, ενάντια στις διδαχές του Λουκιανού (που πήγε όμως και με τη ΔΗΜΑΡ) και του Γιοκαρίνη.

Τα 80’ς είναι μια μορφή αντι-συνείδησης, συναίσθημα, ιδέα που κατακτά τις μάζες και γίνεται υλική δύναμη σε κάθε καρναβάλι, αυθόρμητος διονυσιασμός, λανθάνουσα αγωνιστική διάθεση και ένδοξα κατάλοιπα της Μεταπολίτευσης. Κι αν κάποιοι βαφτίζουν «καλτ» τις εποχές και τις ενοχές τους, για να τα έχουν καλά με τη συνείδησή τους και το στρατευμένο πολιτικό τραγούδι, είναι σαν αυτούς που φοράνε στους παλιούς επαναστάτες φωτοστέφανο (σαν αγγελούδι, σαν τον Άγιο Στέφανο) για να τους αφαιρέσουν κάθε ζωτικό περιεχόμενο και να τους καταστήσουν ακίνδυνα εικονίσματα.

Αλλά τα «κονίσματα» του Χαρίλαου δεν είναι ποτέ ακίνδυνα -και το 13ο Συνέδριο, που έχει γενέθλια αυτές τις μέρες, δεν ήταν απλή εικονομαχία για τα σύμβολα, άνευ ουσίας. Κι αν γλιτώσει το παιδί, δηλαδή το Κόμμα που μας ανέθρεψε όλους σαν παιδιά του -και ας λένε οι κακές γλώσσες πως τα τρώει- υπάρχει ελπίδα για αλλαγή. Αυτή που επέζησε στο πρωτοσέλιδο του Ρίζου, μετά την υποστολή της σημαίας στο Κρεμλίνο. Αυτή που δεν ήρθε ποτέ γιατί έμεινε στον πάτο του κουτιού της Πανδώρας (αν και ο Βαξεβάνης ξύνει διαρκώς τον πάτο, για να βρει και παρακάτω) ή στο αποκριάτικο πάρτι της αστικής εν-αλλαγής που ντύθηκε Αλλαγίτσα.

Γιατί η νοσταλγία επαναλαμβάνεται δυο φορές, την πρώτη σαν Αλλαγή, τη δεύτερη ως ελπίδα -και πάντα ως φαρσο-τραγωδία για τους λαούς. Και η ιστορία δεν τελείωσε μαζί με τη δεκαετία του ’80. Αρχίζει εκεί που τελειώνει η νοσταλγία και οι αυταπάτες.

Η κε του μπλοκ «τήρησε τα σύγχρονα έθιμα» και πήγε συνειδητά, χωρίς ενοχές ή αυταπάτες -αν και με άπειρη νοσταλγία- να δει το δίδυμο Ρακιντζή-Χαριτοδιπλωμένου στο «Γυάλινο θέατρο». Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε και να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε. Ο Ρακιντζής βέβαια δεν έχει ιδιαίτερη σχέση με την επανάσταση, εκτός ίσως από έναν στίχο στον «Άγιο»: να ξέρεις θα επαναστατώ, κάθε φορά που με φωνάζεις μουλωχτό. Κι αν το τραβήξεις από τη χαίτη με τον λασπωτήρα, το «Δικός σου για πάντα» είναι μια υπόμνηση ότι δεν μπορούμε να θεωρούμε καμία νίκη της επανάστασης δεδομένη, καθώς και μια ωδή στη σοσιαλιστική νοσταλγία:

Μην κλάψεις μόνο και πιες/σε όλες τις ωραίες μας στιγμές
Σε ό,τι είχαμε ζήσει μέχρι χτες/βρίσε με ακόμα αν το θες

(αν-ύπαρκτος σοσιαλισμός, γραφειοκρατική παραμόρφωση κτλ)

Είναι αλήθεια, επίσης, ότι οι στίχοι του «Προκαλείς» (με τη νεαρή Μενεγάκη στο βίντεο, πριν καν γίνει ξανθιά), θα προκαλούσαν σήμερα σφοδρές αντιδράσεις, στη λογική του «Me Too» και δικαίως, καθώς ρίχνουν το φταίξιμο στη μικρή Ελένη που προκαλεί και στο τέλος θα στριμωχτεί από φίλο σε καμιά γωνιά, απορώντας. Αλλά αυτό είναι ένα απλό μάθημα διαλεκτικής, για να κρίνουμε κάθε δημιουργό σε ένα ιστορικό πλαίσιο, με τα μέτρα της εποχής του, και να μην παραγνωρίζουμε έτσι την αξία που έχουν μικρά στιχουργικά αριστουργήματα, όπως το «ζαλίζεσαι, μεθάς και αρχίζεις χικ και χικ», που δείχνουν πόσο ακομπλεξάριστος ήταν ο Μιχάλης και η εποχή του, μαζί με το «σι μπεμόλ ακόρντο» που έχει στην καρδιά του, αν και φάλτσο (που είναι για τη μουσική το αντίστοιχο της οπορτουνιστικής παρέκκλισης για το κίνημα) ή την φοβερή ρίμα με την Ταϊβάν -και εγώ μένω πίσω μόνος σαν χαϊβάν.
Και ας μην έχουν το «βάθος» του μεταγενέστερου «θα έρθουν οι Ρώσοι», που δεν αναφέρεται σε περίοδο, ούτε καν σε κάποια επαναστατική περίοδο -αν και όταν είσαι ερωτευμένος, πιστεύεις πως όλα τα τραγούδια έχουν γραφτεί για την αγάπη σου, και ο έρωτας είναι συνώνυμο της επανάστασης.

Αχ, ΠΑΣΟΚ, ωραία χρόνια, μαζικό κίνημα, εποχή των σταδίων, τα στάδια γεμίζαν σε κάθε συναυλία, στρίμωχνες στη γωνιά και καμιά Ελενίτσα, χωρίς φόβο για πολιτική ορθότητα και άλλες μεταμοντερνιές...

Ο Μιχαλάκης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση, όπως μια σειρά Μιχαλάκηδες αυτού του κόσμου, που δεν μπαίνουν σε καλούπια και θεωρούνται κορυφαίοι στο είδος τους.

Όπως ο Τζόρνταν, που είναι GOAT (σαν τους Κατσίκηδες του ΠΑΟΚ), ο καλύτερος παίκτης στην ιστορία του αθλήματος και βασικά με τα μεγαλύτερα συμβόλαια, αν και τότε το μάρκετινγκ δεν ήταν τόσο έξυπνο και εναλλακτικό όσο σήμερα, γιατί «και οι Ρεπουμπλικάνοι του Ρίγκαν αγοράζουν παπούτσια».

Ή ο Μακεγιάσον, αποστάτης του χρώματος, των βασάνων της φυλής του, ακόμα και της ηλικίας του, μοναδικός σόουμαν, χορευτής, τραγουδιστής, απαράμιλλο ταλέντο, αλλά καμία λάμψη δεν μπορεί να σπάσει τα σκοτάδια του και να του δώσει συγχωροχάρτι για τη σεξουαλική κακοποίηση παιδιών. (Παρόλα αυτά, η πολυαναμενόμενη ταινία για τη ζωή του θα είναι μια ενδιαφέρουσα αφορμή για προβληματισμό και εμβάθυνση στις μυλόπετρες του συστήματος που συνθλίβει τα πιο λαμπρά αστέρια του για το κέρδος, για να καταλήξουν μαύρες τρύπες -ακόμα και με άσπρη, ξέξασπρη επιδερμίδα).

Ή ο Μιχάλης (Μίσκο) Μισούνοφ, κορυφαία καλτ μορφή Σλαβομακεδόνα, που πήρε ειδική άδεια να επαναπατριστεί για να παίξει μπάσκετ στον Άρη (συνώνυμο της δεκαετίας με τις βάτες) σαν γνήσιος Έλληνας, αλλά κουβαλούσε το ψυχικό βάρος της ρετσινιάς του «συμμοριτοπόλεμου» και κατέληξε λωποδύτης σε συμμορίες μαζί με ποινικούς.

Ή ο Μιχαλάκης από τα «Εγκλήματα», που αποδείχτηκε κορυφαίος μπι-μπιπ στην πραγματική ζωή, ως υποψήφιος της ΝΔ -αλλά μας άφησε ως ανάμνηση ένα αξέχαστο πάνελ, με τον Μιθριδάτη του ΣΥΡΙΖΑ στη χειρότερη στιγμή της καριέρας του, και τον Σερίφη που η ζωή το έφερε να μας φέρει τον Νι-Βο στο Φεστιβάλ, αλλά όχι να τον δούμε στο ίδιο πάνελ με τον Μπογδάνο και τον Μπαλάσκα.

Ή ο Μίσα -η κορυφαία μασκότ όλων των εποχών.

Ή ο Μιχαήλ Γκορμπατσόφ, ο σημαδεμένος -αν και αγνοήσαμε όλα τα σημάδια για το ποιόν του-, κορυφαίος αντεπαναστάτης και μοντέλο διαφημίσεων, που κατέληξε στον σκουπιδοτενεκέ της Ιστορίας, σαν χαρτόκουτο της πίτσας Χατ. «Θα μου κλείσεις το σπίτι... (με έχεις κάνει Αρασίτη)», όπως έγραφε μια ψυχή. Και δεν ήταν καν το κοινό μας ευρωπαϊκό, όπως έλεγε ο Γκόρμπι τη λυκοσυμμαχία της ΕΕ -και ευτυχώς οι λύκοι έμειναν έξω από το δικό μας, του λαού, -που ήταν χτισμένο από άριστα υλικά.

Ή ο Μιχάλης Ρακιντζής. Που έχει το δικό του φαν κλαμπ, που τον ακολουθεί πιστά, πάει με πανό σε συναυλίες, ξέρει απέξω τους στίχους του -καλύτερα από τον ίδιο, που τους μπερδεύει κάποιες φορές και χρειάζεται υποβολέα, ηλεκτρονικό βεβαίως-βεβαίως- και σπεύδει στις εμφανίσεις του, παρέες-παρέες ή κατά μόνας. Λίγα θεάματα είναι πιο σπουδαία από τις μοναχικές υπάρξεις που μπορείς να δεις στις συναυλίες του, μόνες περπατούν και νιώθουν μοναξιά μέσα στο πλήθος, αλλά δε χάνουν ποτέ κανένα ραντεβού μαζί του.

Ο Ρακιντζής ανήκει σε εκείνο το σπάνιο είδος που για τους φανατικούς οπαδούς του είναι κορυφαίος -και αυτό δε χωράει συζήτηση. Δεν μπορούν να το υποστηρίξουν σοβαρά -αν αρχίσουν οι συγκρίσεις- έχουν όμως σημαντικά επιχειρήματα για να πιαστούν. Κανείς άλλος δεν έχει δει -ούτε στα όνειρά του- μια συνεργασία με τον Ian Gillan των Deep Purple. Κανείς άλλος δεν έχει γράψει τραγούδι για μια φωνάρα, όπως η Bonnie Tyler. Κανείς άλλος δεν πειραματίστηκε στην εποχή του με τόση (εμπορική) επιτυχία με έθνικ μελωδίες και ηλεκτρονικούς ήχους. Κανείς άλλος δεν έχει κάνει βίντεο-κλιπ σαν το Viva Sahara -με την Μπαζάκα, πριν τα «Πέτρινα Χρόνια». 

 

Λίγοι μπορούν να επιδείξουν μέταλ (ή μεταλλίζοντες) δίσκους, όπως το «Έτσι μ’ αρέσει». Είναι ο μόνος -μαζί με τον Βασίλη- που έχει τέτοια εμβληματική μύτη -αλλά δεν τον εμπόδισε να κάνει καριέρα, έστω και με διαρκώς «συναχωμένη» φωνή. Κι έχει αν μη τι άλλο ένα δικό του μουσικό ιδίωμα και ένα αναγνωρίσιμο στίγμα -που είναι γνώρισμα μεγάλων δημιουργών, ακόμα και όσων δεν είχαν σπουδαία φωνή.

Είναι βασικά, τηρουμένων των αναλογιών, σα να λες ότι η ΛΔ Κορέας οικοδομεί τον σοσιαλισμό. Για τους περισσότερους είναι φανερό πως δεν το κάνει, αλλά δεν είναι πολύ εύκολο να ανατρέψουν τα επιχειρήματα όσων το υποστηρίζουν σοβαρά.

Το πρόβλημα για τον Ρακιντζή είναι πως παραμένει εγκλωβισμένος στην (παλιά) επιτυχία του και σε ψευδαισθήσεις μεγαλείων, τη «Μεγάλη Ιδέα» που έχει για τον εαυτό του, την εντύπωση πως είναι στη μουσική πρωτοπορία επί δεκαετίες, την ανάγκη να αποδείξει πως μπορεί ακόμα να το κάνει ή βασικά να πειράξει λίγο το υλικό του για να μην παρουσιάζει συνέχεια τα ίδια και τα ίδια. Κι επειδή πιστεύει πως δεν υπάρχει «φυσικός ήχος» -παρά μόνο στη φύση, όπου τα πουλάκια κελαηδούν και το ποταμάκι κελαρύζει- κάνει κάτι διασκευές με άθλια χρήση ΤΝ, χωρίς έλεος για το δικό του έργο και το κοινό που έχει έρθει να τον δει.
Κοίτα Μιχάλη μου, το χάλι σου...

Σε αντίθεση πχ με τον Χαριτοδιπλωμένο που είχε πλήρη συνείδηση τι ήταν (κάποτε), τι είχε έρθει να ακούσει ο κόσμος και τι χρειαζόταν για να τον ξεσηκώσει. Προλόγιζε με αυτοσαρκασμό τα κομμάτια του, σχεδόν απολογητικά κάποιες φορές (πχ όταν τα έλεγε «χαζοτράγουδα»), αν και ένα από αυτά τα σουξέ παραλίγο να του δώσει το κλειδί της πόλης της Βικτώρια και να τον κάνουν άτυπο (καλλιτεχνικό) πρέσβη για τις Σεϋχέλλες -που κάποιοι λίγοι τις είχαν μάθει από τον Μακάριο και οι περισσότεροι από το τραγούδι της Πωλίνας.

Η τέχνη είναι το «περιττό» που είναι απολύτως αναγκαίο. Δε χρειάζεται για την επιβίωση, αλλά για την επιβεβαίωση της ανθρώπινης ουσίας και το ευ ζην. Κι ο χαβαλές, τα «χαζοτράγουδα» είναι μια υπαρκτή ανάγκη για χαλάρωση, που δεν πρέπει να υποτιμάμε. Κάτι σαν το παιδικό στάδιο διαμόρφωσης της προσωπικότητάς μας. Χωρίς αυτά, σε τι αναμνήσεις θα φέρουμε τα παιδιά μας; Η νοσταλγία είναι κάτι σαν τις ανασκαφές του μέλλοντός μας, ενατένιση της (χαμένης) προοπτικής, αυτού που θα μπορούσαμε να έχουμε και να γίνουμε. Κάτι σαν το Back to the Future, που έγινε ταινία -και ο Μιχάλης το πήρε για τον τίτλο μιας δουλειάς του.

Σε κάθε περίπτωση, ο Χαριτοδιπλωμένος δεν εγκλωβίστηκε στο μεγαλείο του παρελθόντος, γι’ αυτό μπορούσε να το αναπαραστήσει πειστικά. Κι ο κόσμος του φώναζε να μη φύγει από τη σκηνή, ενώ αυτός έλεγε, μεταξύ σοβαρού και επείγοντος, πως χρειαζόταν υπογλώσσια.

Κοίτα Μιχάλη μου, το χάλι μας.

Αυτοί έχουν φτάσει 70 χρονών πλέον και εσύ έχεις καβαλήσει τα 40, αλλά νιώθεις πως έχεις χάσει τουλάχιστον μια δεκαετία και τις μετράς από την αρχή σαν τον Τσάκωνα (δέκα χρόνια μνημόνια, δέκα χρόνια Μητσοτάκης), γυρνάς πίσω στο παρελθόν να αναζητήσεις τον χαμένο χρόνο, του Προυστ και της Ιστορίας που δεν τελείωσε το ’89. Ούτε και η τέχνη, άλλωστε, αν και για αυτό δεν είσαι τόσο σίγουρος. Αδυνατείς ή αρνείσαι να παρακολουθήσεις την εξέλιξη της μουσικής, σου φαίνονται όλα τα ίδια (όπως κάθε τι που σε αφήνει αδιάφορο), οι καλύτεροί σου στίχοι δεν υπάρχουν, δε γράφεις κανείς «χικ και χικ», δε γράφονται πια τέτοια χαζοτράγουδα.

Θες η παιδική ανεμελιά, που είναι η μόνη μας πατρίδα; Θες τα χρόνια που περνάν και επιχρωματίζουν τη μνήμη με τα πιο φωτεινά χρώματα και εξιδανικεύουν ό,τι χάθηκε; Θες το μίζερο παρόν που δε σου αφήνει καμία διαφυγή, παρά μόνο στο παρελθόν; Θες το Πολυτεχνείο -που έλεγε πάντα ο Σπύρος- και όσα απόνερά του πρόλαβες; Θες τα χρόνια, όπου υπήρχε ακόμα ένα υπόβαθρο, ένα αντίπαλο δέος, και ο χαβαλές έπρεπε να είναι καλά δουλεμένος για να μας διαβρώσει και να μας νικήσει;

Είναι τελικά η νοσταλγία μια μορφή συνείδησης και μάλιστα πολιτικής -και δη ριζοσπαστικής; Όχι. Είναι μια φυγή προς τα πίσω, έμμεση ομολογία πως δεν έχεις ρεαλιστικό σχέδιο για να αλλάξεις τον κόσμο και να τον φέρεις στα μέτρα σου, πριν να σε φέρει εκείνος στα δικά του. Οι νοσταλγοί των παλιών καλών καιρών είναι σχεδόν πάντα παραιτημένοι, σπανίως κάνουν τη νοσταλγία τους δύναμη ανατροπής, για να έχουμε ανατροπή στην ανατροπή, και μια... «σοσιαλιστική παλινόρθωση».

Αλλά η νοσταλγία για τη δεκαετία με τις βάτες είναι μια παρηγοριά, κάτι σαν παυσίπονο, κάτι σαν το παιδικό στάδιο της ανθρωπότητας -ασφαλώς πρέπει να το υπερβούμε, αλλά πώς γίνεται να μην το δεις με τρυφερότητα;

Τα χρόνια του ’80 είναι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, μισό χαμόγελο σε μια απέραντη κοιλάδα των δακρύων, ο στεναγμός του καταπιεσμένου πλάσματος. Τα 80’ς είναι το όπιο του λαού. Και η αλήθεια είναι στην επαναστατική αλλαγή του κόσμου και τον μαρξισμό. Γκε-γκε;

Και αν η πρώτη απόπειρα έσπασε τον πάγο και έδειξε τον δρόμο, αλλά δεν έφτασε ως το τέλος, θα επιστρέψουμε λέγοντας: «με θυμάσαι, ρε αστέ;», με σκληρό ύφος, ατσάλινου καριόλη. Γιατί έχουμε «δικαίωμα για μία συν μία», όπως τραγουδούσε ο Μιχαλάκης -και ας μην καταλαβαίνουν οι νεότερες γενιές τα μπασκετικά συμφραζόμενα. Δε βγαίνουν πια τέτοιοι στίχοι...

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

Ένας δεν ήταν μα διακόσιοι

Έχω ένα σοβαρό-συγκινητικό μέρος και ένα χαβαλεδιάρικο. Ποιο θέλετε να διαβάσετε πρώτο;
-Ξεκίνα σοβαρά, για να κάνεις ευχάριστο (;) φινάλε τρολάροντας.

Ωραία (;).


Ένας δεν είναι μα χιλιάδες. Και οι διακόσιοι της Καισαριανής έγιναν εκατοντάδες χιλιάδες και άλλοι τόσοι γύρω από το ΕΑΜ και τη λαοκρατία. Κάποτε ο Πέρσης βασιλιάς είχε μια επίλεκτη φρουρά από 10 χιλιάδες «Αθάνατους», όπου για κάθε νεκρό πολεμιστή υπήρχε άμεσος αντικαταστάτης και δε λιγόστευαν ποτέ. Οι διακόσιοι κέρδισαν τη δική τους θέση στην αθανασία, γιατί ο καθένας τους ενέπνευσε χιλιάδες άλλους να μπουν στις γραμμές μας και να αναπληρώσουν το κενό τους: Ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα. Κι έγιναν λίπασμα της λευτεριάς -κι ας έμεινε μισή. 

Γιατί όπως είπε ένας μαθητής: «νόμιζαν ότι τους σκότωσαν, αλλά τους έκαναν αθάνατους και σήμερα όλη η Ελλάδα μιλάει για αυτούς».
Τώρα είναι δικός σου αυτός ο δρόμος.
Κι αυτή η απρόσμενη εμφάνιση των ξεχασμένων φωτογραφιών έχει κάτι από το θαύμα της Ανάστασης, σαν βίωμα. Θανάτω, θάνατον πατήσαντες. Περιμένετε εσείς το Πάσχα και τη Δευτέρα Παρουσία...

Η πλατεία Μακρή γεμίζει από νωρίς. Ελάχιστοι έχουν χρέωση, οι πιο πολλοί το νιώθουν χρέος τους -στη ζωή, στους 200, στον θάνατό τους που πάτησε τον θάνατο. Κι είναι όλοι τους εδώ, 200 από εμάς, σηκώνονται πικέτες με τα ονόματά τους, άπαντες παρόντες. Γιατί αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, θα ’σαι για πάντα μέσα σε όλα εκείνα που γι’ αυτά έχεις λείψει -όπως λέει ο Ρίτσος.

Ζούμε μεγάλες στιγμές, τις πιο συγκινητικές μέρες από όσο θυμάμαι -είπε ένας από τους (βιολογικούς και πολιτικούς) απογόνους στο βήμα. Ίσως είναι υπερβολή, αλλά ποιος να του φέρει αντίρρηση -όλοι το ίδιο νιώθουν.
Μας είπε για την ξαφνική εμφάνιση «αυτών των τύπων, που περπατάνε ένα πρωινό στην Καισαριανή σα να έχουν βγει βόλτα στο πάρκο». Για το ψυχικό τους σθένος, που δεν είναι γνώρισμα μόνο των κομμουνιστών, αλλά είναι κυρίως δικό τους. Και για την απάντηση που δίνουν οι φωτογραφίες στη θεωρία των δύο άκρων. Από τη μια οι 200 και από την άλλη οι εκτελεστές τους. Από τη μια οι 27 εκ. σοβιετικοί νεκροί και από την άλλη οι χιτλερικοί εισβολείς. Αυτά τα «άκρα» θέλουν να εξισώσουν. 

Κι ύστερα πήγε να αναζητήσει τη συντρόφισσα με το όνομα του παππού του (και το δικό του) για να βγει μαζί της μια φωτογραφία.

Ο Κατημερτζής ήταν μικρό παιδάκι εκείνη την Πρωτομαγιά και θυμάται να απορεί πώς γίνεται να τραγουδάνε οι άνθρωποι που πάνε για εκτέλεση». 88 χρονών σήμερα, πάντα μάχιμος και οργανωμένος, ψάχνει σταθερά να βρει τι είναι αυτό που τους έδωσε τόση τόλμη και θάρρος.
Ενώ η Αθηνά Ζύμαρη είπε πως οι σφαίρες αυτές, εναντίον των 200, ήταν σκυτάλες για τους επόμενους. Γιατί όπως είπε ο σφος από τη νεολαία, οι 200 δε θέλουν να τους τιμήσουμε, αλλά να συνεχίσουμε και να νικήσουμε!

Είπε ακόμα -ο σφος απο τη νεολαία- για την αιμάτινη γραμμή που κυλούσε στους δρόμους της Καισαριανής και χωρίζει μέχρι σήμερα δύο διαφορετικούς κόσμους, του φασισμού και της εκμετάλλευσης από αυτούς που παλεύουν να ξημερώσουν καλύτερες μέρες.
Αυτές είναι οι δικές μας κόκκινες γραμμές και καμία μνημονιακή αριστερά δεν μπορεί να τις αγγίξει και να τις ευτελίσει -με στεφάνια και κούφιες επικλήσεις.

Κι όταν μίλησε ο Τάτσης από την κετουκε και είπε ότι η ΚΟΑ «ανακοινώνει τα εξής...», κόπηκαν οι ψίθυροι, πάγωσε ο χρόνος και όλοι περίμεναν να ακούσουν.
Το ΚΚΕ αναλαμβάνει την αποκατάσταση του μνημείου. Εθελοντές σφοι θα κρατούν με βάρδιες ανοιχτό και επισκέψιμο το μνημείο κάθε Κυριακή. Θα συγκροτηθούν συνεργεία σφων οικοδόμων, μηχανικών κτλ για την καλύτερη συντήρηση του μνημείου. Θα γίνουν οργανωμένες επισκέψεις στο Μουσείο Εθνικής Αντίστασης και στο Μπλοκ 15 του Χαϊδαρίου, μια συναυλία πριν την Πρωτομαγιά και μια μεγάλη συγκέντρωση αλληλεγγύης στην Κούβα -που συγκινείς τους πάντες, όσοι και οι 200.

Με τόσο ενθουσιασμό, που τον άγγιζες πηχτό στην ατμόσφαιρα, θα βρίσκαμε πρόθυμους εθελοντές για τα πάντα: για να φέρουν τις εικόνες απ' το Βέλγιο, να τις κλέψουν στη διαδρομή από το αεροδρόμιο για να τις παραδώσουν στο ΚΚΕ και το αρχείο του, ακόμα και να κυνηγήσουν απογόνους των δωσίλογων στις πέντε ηπείρους -όπως κάποτε η Μοσάντ με τον Άιχμαν. Ή βασικά σαν μια διεθνή ΟΠΛΑ, που είναι ανάγκη των καιρών.

Το ποτάμι ξεχύνεται στους δρόμους, σα να τρέχει προς τον θάνατο με βλέμμα καθαρό, οι φωνές πιο δυνατές από ποτέ, η πόλη στο πόδι, η γειτονιά στο παράθυρο και στα μπαλκόνια, τα σκοτάδια γίνονται λάμψη, ένα πλάνο από ψηλά θα ήταν σινεμά και ποίηση μαζί, οι σφοι να τρέχουν σα να παίζουν στην Αναπαράσταση, στο παλκοσένικο της ιστορίας, που τρέχει μαζί μας στον δρόμο -πάρτε κομπάρσους εσείς για τις σκηνές.

Μπαίνουμε στο Σκοπευτήριο με βήμα, ο ήχος κλείνει απότομα, ιερός χώρος, υποβλητική ατμόσφαιρα, απαράμιλλη αύρα -το σινεμά είναι μια φτωχή απομίμηση της ζωής. Ένα λεπτό σιγής, ακούγεται μόνο το βέβηλο drone, επέσατε θύματα αδέρφια εσείς, ένας γέροντας ψέλνει μόνος του τη Διεθνή, χάνει τα λόγια του, παιδιά κοιτάνε πάνω στους ώμους των γονιών τους, γίγαντες πατάνε πάνω σε άλλους γίγαντες, στον τοίχο προβάλλεται μια φωτογραφία από τους 200, περιμένει τα ονόματά τους, τις πικέτες τους, τους επόμενους, ο τοίχος είχε τη δική του ιστορία, κάποιοι την έγραψαν στον δρόμο, με πάλη ταξική και ανυπακοή, διότι δε συνεμορφώθησαν...

Βγαίνοντας πέφτουμε πάνω στο σπουδαίο κατόρθωμα των φασιστοειδών, της μαύρης νύχτας του αιώνα μας τα καμώματα. Κέρδισαν 15 λεπτά δημοσιότητας, αλλά ακόμα απορούν γιατί δε θα τους γράψει ποτέ η ιστορία, παρά μόνο με την πλάτη στον φακό και μια κουκούλα στο κεφάλι.

-.-.-

Δεύτερο μέρος
Μπορείτε να διακόψετε την ανάγνωση εδώ
Συνεχίζετε με δική σας πολιτική ευθύνη

Ένας δεν ήταν, μα διακόσιοι.

Ναι αλλά ο Σκλάβαινας από το γνωστό Σύμφωνο («πολιτικής συμβίωσης» με τους Φιλελεύθερους του Σοφούλη, που δεν προχώρησε ποτέ στην πραγματική ζωή) υπέγραψε δήλωση.

Και αργότερα προσέγγισε το ΕΑΜ και πέθανε φωνάζοντας ζήτω το ΚΚΕ. Τι να κάνουμε τώρα; Να λέμε οι 199+1 της Καισαριανής, λες και είναι λάιφ-στάιλ άρθρο για εστιατόρια και αξιοθέατα; Τα 9+1 μυστικά της μακροζωίας στην Κατοχή: μην οργανώνεστε στο ΚΚΕ, να σιτίζεστε από τρία συσσίτια, όπως ο Μητσοτάκης.

Ναι αλλά ήταν και 10 αρχειομαρξιστές, που δεν ήταν μέλη-στελέχη του ΚΚΕ, και τους είχαν απομονωμένους στην Άκρο.

Πείτε τα όλα! Βασικά τους δικούς μας τους έπαιρναν για εκτέλεση σε 19άδες. Τους άλλους τους εκτέλεσαν χωριστά, για να μη χυθεί το αίμα τους μαζί με των δικών μας και ανακατευτούν.

Καλά εσύ κοροϊδεύεις (ναι αλλά εσύ το ξεκίνησες).
Αλλά εσείς λέτε για 200 κομμουνιστές.

Και δε χαίρεστε γι’ αυτό; Πού θα ξαναβρείτε τέτοια μεγαθυμία; Τι άλλο να κάνουμε δηλαδή; Να φωνάζουμε «ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ-ΟΚΔΕ-ΔΣΕ»; Να δανείσουμε μερικά μέλη στις τροτσκιστικές γκρούπες για να φτάσουν τα 200;

Όταν μιλάς για ιδιοκτησιακή λογική, το χειρότερο δεν είναι η κουβέντα περί κατοχής τους (απλή συνωνυμία με το κυρίως κατοχικό σύνδρομο) αλλά ότι τους βλέπεις σαν εμπορεύματα που τα «εξαργυρώνει πολιτικά το ΚΚΕ» και κρατάει τα ποσοστά του -όπως έγραψε στον τοίχο του ο Παπαδάκης. Κι ύστερα πας στον μπουφέ της ιστορίας -όπως έλεγε η Ρόζα- και επιλέγεις: οι 200 δικοί μας (δηλαδή όλων), η Βάρκιζα του σταλινικού ΚΚΕ, κοκ.

--Άραγε αγγίζουν καθόλου όλα αυτά τις νέες γενιές;
Ασφαλώς. Με τρέντι, σύγχρονους όρους, οι φωτογραφίες είναι τρελό content και έχουν δημιουργήσει μεγάλο hype.

Άσε που παθαίνουν υστερία τα δεξιά τρολ και ξέρουν τι γραμμή να βάλουν. Ότι οι 200 ήταν γενικά πατριώτες και όχι ειδικά κομμουνιστές; Ή ότι ήταν εθνοπροδότες (που πέθαναν για την πατρίδα) και πράκτορες της Μόσχας, οπότε κομμουνιστές; Και τέλος πάντων τι να συγκρίνουν και τι να αντιπαρατάξουν σε αυτές τις φωτογραφίες με το καθαρό βλέμμα; Το δικό τους αγέρωχο duck-face και τα φίλτρα στη σέλφι με το αφεντικό τους;

Δεν είναι όμως πως δε συγκινούνται με παλιές, ασπρόμαυρες φωτογραφίες αγωνιστών. Απλώς προτιμούν αυτές με τα κομμένα κεφάλια, τους φανοστάτες, τους απαγχονισμένους κτλ.

--Στα προεόρτια της δικής μας συγκέντρωσης, οι σφοι της Σπουδάζουσας έκαναν διανομή ρόλων με τις πικέτες -που είχαν ψιλές και δασείες, αλλά ήταν σαν καινούριες, σαν επιχρωματισμένες φωτογραφίες.

-Ναπολέων Σουκατζίδης; Α, εσύ πήρες τον «σελέμπριτι».
-Εσύ τι έχεις ντυθεί;
-Εγώ Ταλαίπωρος, που δεν τον ήθελε κανείς. Λες να μου φόρτωσαν κάναν τροτσκιστή;
-Όχι, αγρότης από τη Σάμο ήταν, έγραψε και η Ρίτσου για αυτόν.
-Εντάξει, αλλά να ξέρεις ότι ο Σουκατζίδης ήταν φαλακρός. Και η πραγματική ζωή είναι πολύ πιο πεζή και ποιητική μαζί από τις εύκολες σκηνές του κυρ-Παντελή.
-Καλά, καλά, μόνο μη βάλεις την πικέτα πίσω στην τσάντα. Θα σε περάσουν όντως για Τροτσκιστή.

-Πού πάμε τώρα με τις πικέτες;
-Στο Σκοπευτήριο. Για εκτέλεση. Έχεις κάποιο Τελευταίο Σημείωμα;
-Γράψε. Η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη, ενώ η διεθνής καπιταλιστική μεθοδολογία... (και μετά μας έστησαν στον τοίχο, όρκο παίρνω καλοί άνθρωποι ήτανε, ακόμα και οι τροτσκιστές).

-Κάποια τελευταία επιθυμία μήπως;
-Να δικαιωθεί η πάλη των τάξεων.
-Χμμ. Κάτι πιο άμεσο;
-Δεν πέφτουμε στην παγίδα με το μίνιμουμ πρόγραμμα και ζητάμ...
-Δηλαδή τίποτα;
-Να αποκατασταθεί ο Κάππος.
-Πού κολλάει ο Κάππος τώρα;
-Στη συγκέντρωση για την Κούβα. Της έδινε τη μισή του σύνταξη.
-Πολιτική ή κομματική αποκατάσταση;
-Πολιτική σίγουρα. Ίσως και κομματική αν κριθεί ότι δε λειτουργούσαν σωστά τα καθοδηγητικά όργανα και μας φόρεσαν καπέλο το «Κοινό Πόρισμα» με την ΕΑΡ.
-Καλώς, θα το δούμε στον επόμενο τόμο του Δοκιμίου.


--Ναι αλλά σιγά μη δώσει το κράτος στο Κόμμα το αρχειακό υλικό. Θα το πάρει και θα το θάψει κάπου ή θα βρει μια μεσοβέζικη λύση. Πχ έξι μήνες σε εμάς και έξι μήνες στον Άδη.

--Υποβλητικό λεπτό σιγής. Ένα κινητό χτυπά την πιο ακατάλληλη στιγμή. Σαν το εναλλακτικό τέλος που πρότεινε ένα παιδί στην Άλκη Ζέη για τον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου. Την ώρα που ο Ναζί στρατιώτης θα σημάδευε το παιδί, θα χτυπούσε το κινητό του και θα τον διέκοπτε. Γιατί και το κινητό θέλει τον Γερμανό του!

-Ναι αλλά δε λέτε τίποτα για εκείνα τα «ρεπορτάζ» για τη σχέση του ΚΚΕ με τον Γερμανό και τη Μίνι-Πράις Φόουν και...
-Φτάνει. Τέλος. Όχι άλλο κάρβουνο!

Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι

Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι, δε θα πάψεις στιγμή να αντιπαλεύεις το δίκιο.

Θα περπατάς μια ζωή σκυφτός, σα δαρμένο σκυλί, χωρίς να σε απασχολεί λεπτό πόσους αιώνες πήρε στο είδος μας να σηκωθεί στα δυο του πόδια.

Θα προσκυνάς τον νόμο του ισχυρού και τα όργανα της τάξης -ποτέ το δίκιο της δικής σου τάξης. Θα υποκλίνεσαι στη δύναμη, γιατί δεν έχεις καταλάβει τη δική σου.

Θα γίνεις τσάτσος του αφεντικού, τα μάτια και τα αυτιά του μες στους συναδέλφους σου. Θα του αναφέρεις τακτικά ό,τι πέφτει στην αντίληψή σου -μη σε νοιάζει αν πέφτεις έτσι στην υπόληψη των άλλων, χεσμένη την έχεις, αφού επέλεξες να κολυμπάς στα σκατά, μπας και επιπλεύσεις.

Θα παίρνεις μπόι από τις επιτυχίες και τα κέρδη του αφεντικού, αφού δεν έχεις δικό σου ανάστημα. Θα προσεύχεσαι για την ευτυχία του πολυχρονεμένου μας αγά-ευεργέτη. Ο θεός να μας κόβει μέρες, χέρια -ή ό,τι μπορεί να πιαστεί στη μηχανή- για να του δίνει εκατομμύρια και να έχουμε και εμείς ένα μεροκάματο.

Δε θα σκεφτείς ποτέ ότι θα μπορούσες να είσαι κι εσύ στη θέση ενός νεκρού εργάτη. Αυτό απαιτεί σκέψη, ενσυναίσθηση και άλλα τέτοια θολοκουλτουριάρικα. Ή ακόμα χειρότερα, ταξική συνείδηση, αλληλεγγύη και άλλα τέτοια «λαϊκίστικα».


Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι, θα συμπεριφέρεσαι σαν άβουλο τετράποδο, που τους τρέχουν τα σάλια, όταν βλέπει το αφεντικό του. Δε θα δαγκώσεις ποτέ το χέρι που σε ταΐζει σου πέρασε το λουράκι και σε έκανε κατοικίδιο, πετώντας πότε-πότε κάνα κοκαλάκι από όσα παράγεις. Θα ’σαι σκυλάκι του καναπέ μπροστά του και άγριο μαντρόσκυλο που γαβγίζει όσους το απειλούν με απεργίες, αντί να κουνάνε χαρούμενα την ουρά τους. Θα προτιμάς να γίνεις ρεζίλι των σκυλιών, παρά να γραφτείς σε σωματείο.

Θα λυσσάς μόλις δεις συναδέλφους να «συνωμοτούν» με κινητοποιήσεις, ενάντια στο καλό της εταιρείας, δείχνοντας πως είσαι ο πιο πιστός φίλος του κυρίου σου. Εξάλλου, «εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια» και σου το θυμίζει το πιατάκι με τα μπισκότα στο πάτωμα, δίπλα στο σπιτάκι σου, στη γωνιά του κήπου.

Θα νευριάζεις με όσους σου θυμίζουν ότι θα μπορούσες να είσαι άνθρωπος, με αξιοπρέπεια και όνειρα. Θα θυμώνεις με όσους δηλώνουν ανοιχτά ότι «είναι με τον άνθρωπο» και το δείχνουν με τις πράξεις τους.

Θα ζητάς να σε αφήσουνε ήσυχο όλοι, να ζήσεις «ελεύθερος», δίχως ταυτότητα ή άλλη συλλογική ένταξη (ταξική, πολιτική κτλ). Το πολύ να κολλήσεις σε κάποια αγέλη (σύνδεσμο, συμμορία ή ό,τι άλλο) για να ξεγελάς αυτό το κενό.

Αν είσαι λίγο διαβασμένος, θα τους αντιστρέφεις τη ρετσινιά, με το «Ανθρωπάκι» από τις Ακυβέρνητες Πολιτείες του Τσίρκα, για να δείξεις πόσο τους σιχάθηκες και ότι εσύ δε θα γίνεις ποτέ ένας από αυτούς. Δε θα γίνεις ένας από τη μάζα, όπως αυτοί οι 200 για τους οποίους μιλάνε στα δελτία ειδήσεων. Εσύ είσαι ξεχωριστός, με αυτόνομη προσωπικότητα, που αγαπάς πρωτίστως τον εαυτό σου και δεν μπαίνεις σε καλούπια.

Θα βλέπεις τους 200 να περπατούν αγέρωχοι στον θάνατο και θα λες πως οι φωτογραφίες είναι πλαστές -σαν την αγάπη σου για αυτόν τον τόπο. Ρατσισμός, τυφλό μίσος, δηλητήριο, καμιά σημαία στο μπαλκόνι στην επέτειο, «έτσι αγαπάς εσύ την πατρίδα».

Θα σοκάρεσαι που δεν τρέμουν για τη ζωούλα τους, που δεν προσκύνησαν για να την γλιτώσουν. Θα λες «καλά να πάθουν» γιατί ήταν πράκτορες της Μόσχας. Θα τους βρίζεις χυδαία, όπως θα έκανες αν ζούσαν σήμερα, όπως κάνεις με όσους συνεχίζουν τον αγώνα τους, «σταλινικά απολειφάδια» κτλ. Θα πεις πως κανείς δε θα πάθαινε τίποτα, αν κοιτούσαν όλοι τη δουλειά τους -όπως εσύ- και δεν σκότωναν τον στρατηγό των Ναζί. Αν όλοι καταδίκαζαν τη βία από όπου και αν προέρχεται.

Θα είσαι εξάρτημα της μηχανής, αναλώσιμο ανταλλακτικό, σαν ανθρωπάκι play mobil, με ζωγραφιστό χαμόγελο. Κι ας σου φεύγει με τα χρόνια κάνα χέρι ή το σκαλπ.

Και δε θα ντραπείς ποτέ μπροστά σε αυτούς που ρωτάνε ρητορικά «μα καλά, δεν ντρέπεστε;», γιατί έχεις μάθει να μην κοκκινίζεις ποτέ -ιδίως πολιτικά.

Αν θες να λέγεσαι ανθρωπάκι, δε χρειάζεται να αλλάξεις τίποτα -και προπαντός τον κόσμο αυτόν και τις αξίες που τον κινούν (δηλαδή τις ανταλλακτικές, που βλέπουν τη ζωή ως εμπόρευμα).
Θα πηγαίνεις απλώς με το ρεύμα -και θα λες μετά πως σε παρέσυρε. Θα πλένεις το αίμα των αθώων από τα χέρια σου, σαν Πόντιος Πιλάτος, χωρίς προνόμια και αξιώματα. Και θα χαιρετάς πειθήνια, σαν μελλοθάνατος, την εποχή που σου θυμίζει τον Καίσαρα. Κι όσο γερνάς, περπατάς με τα τέσσερα...

Αν πάλι θες να λέγεσαι άνθρωπος, δεν αρκεί να συγκρίνεσαι με τα ανθρωπάκια, για να περνάς τον πήχη. Να μιλάς για τις δύο Ελλάδες, επειδή δεν είσαι σαν αυτούς -αυτό έλειπε. Δεν αρκεί να δακρύζεις με τις εικόνες των 200, αν τις βλέπεις ως κάτι σπάνιο και μακρινό, έξω από τον δικό μας κόσμο. Δεν αρκεί να συγκινείσαι, αν δεν κινείσαι για να κάνεις κάτι. Αν δε φροντίσεις να διαβάσεις, έστω, την ιστορία τους. Να μάθεις γιατί ήταν ξεχωριστοί, αλλά και ότι δεν ήταν οι μόνοι. Γιατί έγιναν χιλιάδες εκτελέσεις, τόσα μπλόκα εκείνη τη χρονιά. Να ξέρεις να απαντάς στην καραμέλα ότι «μας έβαλαν οι ξένες δυνάμεις να σκοτωθούμε». Αλλά να μην αθωώνεις το ναζιστικό τέρας και όσους το εξέθρεψαν.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, δεν αρκεί να νιώθεις, χωρίς να δίνεις διέξοδο στην πράξη σε όσα αισθάνεσαι. Δε θα ψάχνεις στην ιστορία, σε μια φωτογραφία ή στο διαδίκτυο τις συλλογικές συγκινήσεις που λείπουν από την εποχή μας. Δε θα αναζητάς διαρκώς ήρωες για να διασκεδάσεις τις εντυπώσεις από την αντι-ηρωική μας στάση, στα χρόνια που χρεωθήκαμε να ζήσουμε.

Αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, δε θα βλέπεις κανένας αφ’ υψηλού. Τίποτα ανθρώπινο δε θα σου είναι ξένο -ούτε καν τα ανθρωπάκια. Θα μισείς την ηθική του δούλου, όσο και του αφεντικού, αλλά θα δίνεις το χέρι σου σε όποιον σηκώνεται. Και δε θα είσαι τόσο αφελής, για να μην ξέρεις πως οι συγκεντρώσεις έξω από τα δικαστήρια δεν ήταν και τόσο αυθόρμητες, όπως σημειώνει και η ανακοίνωση του ΕΚ Τρικάλων.

Οι πρόσφατες συγκεντρώσεις κάποιων εργαζομένων της "Βιολάντα" έξω από την αστυνομική διεύθυνση και τα δικαστήρια δεν είναι καθόλου αυθόρμητες, έγιναν με οργανωμένη παρέμβαση της εργοδοσίας μέσω ενός στενού πυρήνα στελεχών της επιχείρησης και συγγενών του εργοδότη. Σε όσους εργαζομένους ενέδωσαν σ’ αυτή την καθοδηγούμενη προσπάθεια, να φτιαχτεί ένα ιδανικό προφίλ για τον εργοδότη αλλά και συνολικά σε όλους τους εργαζόμενους, απευθυνόμαστε για να σκεφτούν ορισμένα ζητήματα που σχετίζονται:

Πρώτον με το ότι θα μπορούσαν κάποιοι από αυτούς να ήταν στην θέση των θυμάτων και των οικογενειών τους.

Δεύτερον ότι εργοδότης και εργαζόμενοι δεν είναι στην ίδια θέση αλλά τα κέρδη του εργοδότη και η ανάπτυξη του πάτησαν πάνω σε απλήρωτες υπερωρίες, σε νυχτερινά ή αργίες που δεν πληρωνόταν, σε αποζημιώσεις που δεν δίνονταν και γενικότερα σε πολύ δύσκολες συνθήκες δουλειάς, με υπερεντατικοποίηση και υπερεκμετάλλευση των εργαζομένων.

Τρίτον η δικαιολογημένη αβεβαιότητα που αισθάνονται για την δουλειά τους και το εισόδημα τους πρέπει να γίνει οργανωμένη διεκδίκηση από τον εργοδότη και από το Υπουργείο Εργασίας να διασφαλίσουν τους μισθούς τους για όσο χρονικό διάστημα παραμένει η επιχείρηση κλειστή και στα τρία εργοστάσια. Με το άνοιγμα της επιχείρησης να διεκδικήσουν ανθρώπινα ωράρια και συνθήκες εργασίας, μέτρα υγείας και ασφάλειας και μισθούς στο ύψος των αναγκών τους».

«Οι εργαζόμενοι έχουν την δύναμη να διεκδικήσουν όσα δικαιούνται μέσα από τα σωματεία τους, μέσα από την οργάνωση τους στους χώρους δουλειάς απέναντι από την εργοδοσία και τα στηρίγματα της», ξεκαθαρίζει το ΕΚΤ.

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Πόση ιστορία αντέχεις;

Τελικά γίνονται πράγματα σε αυτή τη χώρα, Βάνα μου. Άλλα εντός προγράμματος και άλλα τελείως απρόβλεπτα. Τι να σου πρωτοπώ και τι να πιστέψεις. Έτσι και αλλιώς λίγα από αυτά σε ενδιαφέρουν.


Ναι, τι θέλετε; Τα οχυρά της Νάουσας; Δεν υπάρχουν πια. Και όλοι οι Μπουραντάδες πέσαν πτώματα (
ε-ε-ε, πέσαν πτώματα, θυελλώδικα χειροκροτήματα).

Σας προκαλούμε να βρείτε ένα οχυρό στην ευρύτερη περιοχή της Νάουσας. Δεν μπορείτε, γιατί δεν υπάρχουν πια. Ούτε Μπουραντάδες (ε-ε-ε, ουρανομήκεις επιδοκιμασίες). Κι αν κάποιος έχει κάποια παλιά φωτογραφία τους, είναι συλλεκτική. Ας την ανεβάσει στο e-bay να κονομήσει. Μπορεί να υπάρχουν και τίποτα απόγονοι των οχυρών, μπετόστοκοι, μπετόβλακες κτλ και να ανησυχούν μην έχουν την τύχη τους.

Προφανώς υπάρχουν ακόμα ένα σωρό οχυρά που προστατεύουν την αστική εξουσία. Αλλά πέφτουν σαν ντόμινο, με τη σειρά, ή αρχίζουν να τρίζουν οι βάσεις τους. First we take Manhattan, then we take ΑΔΕΔΥ. Αύριο, ποιος ξέρει τι άλλο;

Και εδώ αρχίζουν οι πρώτες ενστάσεις. Από πότε είμαστε με τη σταδιακή κατάληψη οχυρών και τον Πόλεμο Θέσεων του Γκράμσι (τώρα που έφυγε και ο Ρούσης); Και πότε θα ωριμάσουν οι συνθήκες για το μεγάλο άλμα; Και εγώ πότε θα γίνω μάνα (του αγώνα); Βάστα μάνα και θα γίνει το μεγάλο πήδημα. ΓΣΕΕ και ΚΚΕ ήταν αδέλφια δίδυμα, καταστατικά μιλώντας, μέχρι που την κατέλαβαν κρατικοδίαιτοι εργατοπατέρες και την κρατούν με διάφορες μικρές νοθείες και μικρά πραξικοπήματα -δις ιζ ε κουπ.

Υπάρχει και ο αντίλογος που τα μηδενίζει όλα, όπως η αλεπού τα κρεμαστάρια. Και τι έγινε που βγαίνει πρώτη η Πανσπουδαστική (αφού δε νίκησαν οι καταλήψεις για το άρθρο 16); Και τι έγινε που βγήκε πρώτη η ΔΗΠΑΚ στην ΟΕΝΓΕ και την ΕΙΝΑΠ; Και τι έγινε που βγήκε πρώτη η ΕΣΑΚ στην ΑΔΕΔΥ; Και τι έγινε που βγήκε πρώτη η ΔΑΣ στο ΕΚΑ; Και τι έγινε που ανέβηκαν τα ποσοστά του ΚΚΕ; Και τι έγινε που έχει έξι κόκκινους δήμους -αφού δεν υπάρχουν σοσιαλιστικές νησίδες;

Όλα σχετικά είναι. Αύριο-μεθαύριο δε θα έχει σημασία αν πάρουμε πχ την ΟΛΜΕ. Ή σε ένα βάθος χρόνου τη ΓΣΕΕ -ιδίως αν προχωρήσει η αποσύνθεση της ΠΑΣΚΕ και της σάπιας συνδικαλιστικής μαφίας. Ή αν αλλάξουν απότομα οι συσχετισμοί στο κοινοβούλιο -όπως έλεγε και ένα παλιό πρόγραμμα, και ας μην είναι καθόλου πιθανό. Ή αν αρχίσουν οι πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες, αλλά σε μία μόνο χώρα του κόσμου. Ή αν αρχίσει να κοκκινίζει η πλάση, αλλά δεν απονεκρωθεί αμέσως το κράτος -γιατί είδαμε τι έγινε και στη Σοβιετία. Και πάει λέγοντας και απαξιώνοντας...

Ευτυχώς γι’ αυτούς, απέχουμε πολύ από όλα αυτά. Μπορείς να καταλάβεις όμως ότι κάτι γίνεται, να νιώσεις τις τεκτονικές πλάκες, τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν, τις πρώτες ρωγμές στο παγωμένο τοπίο, να αναφωνήσεις: και όμως κινείται!

Το αποτέλεσμα στις αρχαιρεσίες του ΕΚΑ είναι μια μικρή πρόγευση για όσα μπορούν να γίνουν. Με τη μεγαλύτερη συμμετοχή αντιπροσώπων των τελευταίων δεκαετιών. Με συνεχή άνοδο σε ψήφους και ποσοστά, υπερδιπλάσια δύναμη από τη δεύτερη ΠΑΣΚΕ -του πυγμάχου συνδικαλιστή, που δεν ξέρω αν εκλέχτηκε, σε αντίθεση με τον λαοφιλή συνδικαλιστή ηγέτη Παναγόπουλο. Ακόμα και αν μαζέψουν τα κομμάτια τους, οι «δικέφαλες» ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ -που διασπάστηκαν για να ελέγξουν τη δυσαρέσκεια και τις διαρροές-, μένουν καθαρά πίσω. Ενώ πέφτει -στο σύνολο- ο ενιαίος, επανενωμένος ΣΥΡΙΖΑ (που είχε διαρροές προς το ΠΑΣΟΚ του Ανδρουλάκη) και το διασπασμένο εξωκοινοβούλιο. Κι αν δεν ακούσατε τίποτα για τόσες ανακατατάξεις και μπουρμπουλήθρες στον (μικρο)αστικό χυλό, παρά μόνο για τους δεκάδες συνδικαλιστές και τα σωματεία που «χάνει το ΠΑΜΕ», δε θέλει πολλή φαντασία (στην εξουσία) για να βρειτε τους λόγους.

Τέλος πάντων, 11 αυτοί, 20 εμείς. Μόνοι τους και όλοι μας. Με περισσότερους αγώνες, συσπείρωση, σχέδιο, ελπίδα. Και με λιγότερα αστικά οχυρά -της Νάουσας πχ δεν υπάρχουν πια. Εφεξής αν δεν περνάει κάποια απεργιακή πρόταση, θα εκτίθενται χειρότερα -με βάση τα απλά μαθηματικά. Τα καλύτερα έρχονται. Και να ετοιμάζονται τα υπόλοιπα οχυρά...

Αν και... Αυτό το δέντρο δεν το λέγανε υπομονή!

-.-

Καθαρά βλέμματα, υψωμένες γροθιές, περήφανη στάση, που δεν την αλλάζει ο θάνατος -να γίνω αθάνατος. Δεν είναι κάτι που δε γνωρίζαμε, κάτι που μας εκπλήσσει. Άλλο όμως να βλέπεις χαρακτικά, δραματοποιημένες σκηνές, να διαβάζεις μαρτυρίες και λογοτεχνικές περιγραφές, και άλλο τα φωτογραφικά ντοκουμέντα από τις τελευταίες τους στιγμές, όπου νιώθεις να σου μιλά ψιθυριστά στο αυτί η ιστορία.

Ανατριχίλα, ρίγη συγκίνησης και μια άτυπη άμιλλα στους τοίχους των σφων για ένα σχόλιο που θα σε αποτελειώσει, για έναν φόρο τιμής στους 200, που είναι σα να ξαναβγήκαν στη σκηνή για μια τελευταία υπόκλιση. Εδώ πολλοί σφοι συγκινήθηκαν με τη χοντροκομμένη τέχνη του Βούλγαρη (την αργή κίνηση στην εκτέλεση, το τρικούβερτο γλέντι με τη λαϊκή ορχήστρα στις φυλακές, το ομορφόπαιδο που δεν έφερνε ούτε λίγο στον Σουκατζίδη). Δε θα συγκινούνταν με ένα τέτοιο συγκλονιστικό ντοκουμέντο; Είμαστε μαρξιστές, με τον διαλεκτικό υλισμό, αλλά είμαστε εξόχως συναισθηματικοί, τι να κάνουμε; Και το συναίσθημα μια προέκταση της ύλης είναι...

Η σημασία των φωτογραφιών επιβεβαιώνεται και απ’ την ανάποδη, από τις αντιδράσεις του (μικρο)αστικού τόξου. Τα φασιστο-τρολ της κυβέρνησης ξερνούσαν «καλά τους έκαναν τους προδότες» (όταν δεν αμφισβητούσαν απλώς την αυθεντικότητα των φωτό), ομολογώντας οικειοθελώς πως δε λιποτάκτησαν ποτέ από το στρατόπεδο των δωσίλογων. Την ίδια στιγμή ένα τάγμα ομοϊδεατών βανδάλιζε μια πλάκα για τους 200 στο Σκοπευτήριο, μεταφράζοντας το ναζιστική δηλητήριο σε πράξεις. Ενώ -άσχετο, αλλά βασικά σχετικό- η πρυτανεία του ΑΠΘ δε συμφώνησε με τη διοργάνωσης μιας εκδήλωσης για την ΕΠΟΝ, γιατί δεν αφορούσε την πανεπιστημιακή κοινότητα. Κι εμείς έχουμε απαιτήσεις να ασχοληθούν σοβαρά με τους ομαδικούς τάφους στο Γεντί Κουλέ -σαν «κοινότητα», που δε θέλει καμία σχέση με τα κοινά...

Το δίδυμο μετριοπαθές αδέρφι της σοσιαλδημοκρατίας μυρίστηκε ψητό. Ο Χρηστίδης του ΠΑΣΟΚ είπε ότι οι 200 θυμίζουν πως η δημοκρατία κι η ελευθερία δεν είναι αυτονόητες -να ξέρουν επιτέλους κι αυτοί γιατί θυσιάστηκαν. Ο Αλέξης έκανε παρέμβαση στον Κακλαμάνη και δε λέει να αφήσει τους 200 ήσυχους, να μη χορεύουν στον τάφο τους -με νταούλι και ζουρνά, για να μην ξεχνιόμαστε. Ενώ ο Βαρουφάκης έκανε ένα τουί για τους 200 της Καισαριανής, αλλά στα αγγλικά ξέχασε βολικά την πολιτική τους ιδιότητα, για να μην αναστατωθεί το φιλελέφτ κοινό του. 

Στον χορό μπαίνουν και όσοι βρήκαν αφορμή στον τοίχο της Καισαριανής να γεμίσουν τον δικό τους τοίχο με εμπάθεια για το ΚΚΕ και την «ιδιοκτησιακή λογική» του για τους 200 της Καισαριανής, ενώ κάποιοι ήταν τροτσκιστές, «μόνο» 180 - 190 ήταν μέλη του, Ακροναυπλιώτες, κατά άλλους «έγκυρους αναλυτές» 170 ή ακόμα λιγότεροι. Βασικά όσο πάνε και λιγοστεύουν, ίσως τους διαγράφει ο Περισσός μετά θάνατον, γιατί δεν πήραν άδεια να φωτογραφηθούν.

Παράλληλα ξεκίνησε η δύσκολη προσπάθεια της ταυτοποίησης των εικονιζόμενων προσώπων, ενώ υπάρχουν αναλυτικά βιογραφικά για καθέναν από τους 200 εκτελεσμένους κομμουνιστές. Το πιο δύσκολο για κάποιους είναι να δεχτούν την κομματική τους ιδιότητα κι ότι ήταν κρατούμενοι της δικτατορίας του Μεταξά, που τους παρέδωσε στις κατοχικές αρχές. Κι ότι οι 200 δεν ήταν τυχαία διαλεγμένοι από τον σωρό, αλλά πρωτοπόρα στελέχη, από το μπλοκ 15 του Χαϊδαρίου, που πρωτοστάτησαν στην αντιστροφή του κλίματος, για να σηκώσουν ανάστημα όλοι οι κρατούμενοι του στρατοπέδου. Και γι’ αυτό ακριβώς τιμάμε ειδικά τους 200 -από τους εκατοντάδες εκτελεσμένους εκείνης της χρονιάς.

Και ενώ η αρχειακή τύχη του υλικού θα κριθεί τις επόμενες ημέρες, οι φωτογραφίες βρίσκονται ήδη στα χέρια και τις οθόνες όλου του κόσμου. Κι ενώ θες να γενικεύσεις για την «κοινοκτημοσύνη του διαδικτύου» και τις πρωτόγνωρες δυνατότητες που μας προσφέρει, έρχονται οι αμφίβολης αισθητικής επιχρωματισμοί και η ετεροντροπή (κριντζάρισμα) για τα κακόγουστα βίντεο που... «ζωντανεύουν τις εικόνες» με τεχνητή νοημοσύνη, να σου χαλάσουν έναν ωραίο συλλογισμό. Κι όταν ο Ρίτσος έλεγε να σμίξουμε με τον κόσμο, να γίνουμε απλοί και να χαμογελάνε οι άλλοι λέγοντας «τέτοια ποιήματα σου φτιάχνω εκατό την ώρα», είχε υπόψη του νοήμονα όντα, που δε θα έκαναν κατάχρηση της ΤΝ, για να καλύψουν το δικό τους κενό.

Πέρα από τη συγκίνηση (που βαραίνει τα μάτια) και τη βλακεία (που βαραίνει το μυαλό), υπάρχει η ουσία. Το ΚΚΕ ζήτησε να παραδοθεί το αρχειακό υλικό στον λαό και τα Μουσεία Εθνικής Αντίστασης, αντίστοιχο αίτημα κατέθεσαν οι Δήμοι Χαϊδαρίου και Καισαριανής, το portal δημοσίευσε την επιστολή του απογόνου ενός από τους 200, με ανάλογο περιεχόμενο, ενώ ο Γόντικας στη χτεσινή εκδήλωση είπε πως θα κάνουμε ό,τι περνάει από το χέρι μας, για να τις πάρουμε.

Κι εκεί υπήρχε μια «αντίφαση». Γιατί οι 200 ήταν η απόδειξη πως δεν μπαίνουνε τα όνειρα σε πλειστηριασμό (δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα). Ενώ τα φωτογραφικά τεκμήρια μπήκαν σε δημοπρασία και η τιμή τους ανέβηκε σύντομα σε δυσθεώρητα επίπεδα. Ένα αν-επίσημο κάλεσμα θα ήταν αρκετό για να συγκεντρωθεί μες σε μια μέρα, ένα επαρκές ποσό για να αποκτηθεί το υλικό, το ζήτημα όμως είναι γιατί να νομιμοποιήσουμε με τη συμμετοχή μας μια τέτοια διαδικασία. Δεν μπαίνουν τα τεκμήρια σε πλειστηριασμό...

Βασικά ήταν δουλειά του κράτους να διακόψει τη δημοπρασία, αξιώνοντας να αποκτήσει το υλικό. Και όλως παραδόξως, αυτό ακριβώς έγινε, ενάντια σε κάθε πρόβλεψη -ή τουλάχιστον τη δική μου. Πώς να πιστέψεις ότι ένα κράτος με άκρως δωσιλογικές, αντικομμουνιστικές παραδόσεις θα έκανε μια τέτοια κίνηση -έστω υπό πίεση; Ας του δούμε στην πράξη -με τι όρους θα υλοποιηθεί- και το πιστεύουμε-αποτιμούμε σε δεύτερο χρόνο.

-.-

Μες στο Σαββατοκύριακο κυκλοφόρησε και η διακήρυξη της Κετουκε για τα 80χρονα του ΔΣΕ. Κι ήταν και η επέτειος από το 1ο Συνέδριο της ΚΝΕ, με το συγκινητικό βίντεο (που δεν έχει ανέβει ακόμα, ίσως γιατί φοβόμαστε μην το περιλάβει κανείς με ΤΝ), τα αποσπάσματα από την παρέμβαση του Φλωράκη, την αιώνια Φαραντούρη να καθηλώνει το κοινό ενώ ήταν καθηλωμένη σε μια καρέκλα, τον Γόντικα ως ζωντανό κρίκο της ιστορίας, ανάμεσα στο παρελθόν και το μέλλον. Αλλά ούτε ένα γαλάζιο κασκέτο (θα το προσθέσουμε αργότερα με ΤΝ).

Αλλά πόση ιστορία να χωρέσει σε ένα διήμερο και σε ένα κείμενο;

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Κίνημα ανίκατο μάχαν

Χτες κάποιοι γιόρτασαν τον Βαλεντίνο με διάφορους ξενέρωτους τρόπους. Αλλά ο πραγματικός έρωτας ήταν μια μέρα πριν, στους δρόμους, εκεί που γεννιέται το πιο δυνατό συναίσθημα και όλα είναι συνειδητά. Ο έρωτας είναι συλλογική υπόθεση, που δε θέλει καταναλωτές αλλά διαδηλωτές-μαχητές και φουντώνει με τις πράξεις μας παρά με κούφια, παχιά λόγια.

Ο έρως τάξεις δεν κοιτά, σπάει όλα τα (κρατικά) δεσμά και φτιάχνει ακατάλυτους (ταξικούς) δεσμούς, λίαν ακατάλληλους για μενσεβίκους, και άκρως ποιητικούς-συμβολικούς: σφυρί καλεί δρεπάνι. Θέλει θυσίες, αλλά σου δίνει την καλύτερη αποζημίωση και σε γεμίζει με πολύτιμες εμπειρίες, ακόμα κι αν νομίζεις πως έχεις καταστραφεί και έμεινες στον άσσο. Είναι ανίκητος στη μάχη, ακόμα κι όταν χάνει επιμέρους μάχες από ζιζάνια και τις ακρίδες που τρων τις σοδειές και διψάνε για κέρδος.

Είναι άμεσος, χωρίς μεσάζοντες και εμπόρους, που καρπώνονται τη διαφορά για τις σοκολάτες και τα λούτρινα, από το χωράφι στο ράφι. Αντέχει στον χρόνο, 55 μέρες στα μπλόκα και το κρύο, και άλλες 20 μακριά απ’ τη θέρμη του συλλογικού αγώνα. Οι κυβερνήσεις πέφτουνε αλλά η αγάπη μένει. Και γιορτάζει κάθε μέρα, με μπλόκα και οδοφράγματα, συνεχίζεται με άλλα μέσα, αέναη ρωγμή στον αραιό ιστορικό χρόνο.

Δεν υπάρχει αντίδοτο γι’ αυτόν -και ας ψέκασαν τα ΜΑΤ τους κτηνοτρόφους για ευλογιά, πριν μπουν στην πόλη-, δεν τον σταματά κανένα εμπόδιο, καμιά καταστολή. Δεν έχει αναστολές και δεν τρομάζει από στολές και καρνάβαλους με κοστούμια που παριστάνουν τους ερωτευμένους με την αγροτιά.

Κι ενίοτε κάνει τους ουρανούς να δακρύσουν -ευτυχώς μερικές ψιχάλες μόνο, που δε χάλασαν τη γιορτή υποδοχής στο Σύνταγμα. Κι αν δεν ήσουν εκεί να βιώσεις την προσμονή και τη συγκίνηση, δύσκολο να χωρέσει η περιγραφή του σε λόγια ή κάποια στιγμιότυπα, πχ με τα μικρά παιδιά, την αυθόρμητη αγάπη τους για τα τρακτέρ, τις κόρνες, πανδαιμόνιο, αναταραχή, υπέροχη κατάσταση -όπως θα έλεγε και ο εκπρόσωπος ενός αγροτικού σοσιαλισμού, που ξέφτισε μάλλον γρήγορα. Μα η σπορά των ζευγάδων δίνει πάντα καρπούς.


Κάποιοι απορούσαν πότε έγινε Λονδίνο η Αθήνα, με τόσες βροχές. Κι άλλοι καμάρωναν πως γίναμε Παρίσι, με τα τρακτέρ στα βουλεβάρτα και τις λεωφόρους του μέλλοντος, να στήνουν μπλόκο στον οδοστρωτήρα της ΚΑΠ, γιατί... no farmers - no life, όπως έλεγε και το σύνθημα στο παρμπρίζ ενός τρακτέρ. 


Κι αν σβήσει ο έρωτας αυτός, τον λόγο μου σου δίνω, θα σταματήσει ο ουρανός να βρέχει στο Λονδίνο
, όπως τραγουδούσε μια ψυχή. Και θα ανοίξει ο δρόμος για μια επουράνια έφοδο, λαού θέλοντος και καιρού επιτρέποντος ή και όχι -είμαστε παντός καιρού.

Τι σημειώσεις κράτησε η κε του μπλοκ στο ερωτικό-κινηματικό της ημερολόγιο;

Το σύνθημα «το σύστημά σας γέννησε χασάπη και φραπέ», που πρέπει να έκανε ωραία ρίμα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ -αν (το) άκουσα καλά.

Το «αγρότη πολέμα, δε θα σου μείνει στρέμμα». (Πίσω απ’ το ποτάμι) Δεν υπάρχει γη, όπως θα έλεγαν κάποτε στον Βόλγα. Αυτήν που θεωρητικά υπερασπίζεται ο στρατός και οι φαντάροι μας, σαν τον δικό μας που μίλησε στη συγκέντρωση. Κι έτσι βρήκαμε το επόμενο στρατευμένο νιάτο που θα μπει στο στόχαστρο των αρχών και των τρολ, γιατί δε φοβήθηκε να μιλήσει ανοιχτά, ούτε τις καμπάνες -γιατί ξέρει για ποιον χτυπάει η καμπάνα.

Την ίδια στιγμή, βέβαια, κάποιοι από τους παριστάμενους αλληλέγγυους ίσως δε ένιωθαν τόσο άνετα με τις γαλανόλευκες, κάποια αυτοσχέδια πλακάτ και λοιπά εθνικά σύμβολα των αγροτών. Κι αν ήταν οργανωτικά στο χέρι τους, θα έκαναν την Καρυστιανού από την ανάποδη: όχι κόμματα έθνη και πατρίδες, όχι (εθνικά) χρώματα.

Βρήκαν όμως συντροφική παρηγοριά στις εναλλακτικές αγροτικές φιγούρες. Τις αγρότισσες στα τρακτέρ -με ρούχα που θα ζήλευε κάθε φασαίος-, έναν αυτοδιαχειριζόμενο σύλλογο κτηνοτρόφων, τον συνεταιρισμό «Σπάρτακος» απ’ την Κομοτηνή και τις σημαίες του Μαρίνου Αντύπα -κόντρα στο στερεότυπο πως οι αγρότες κατέβηκαν για να παν στον Αντύπα και άλλα σκυλάδικα το βράδυ.



Καμία αμηχανία όμως δε συγκρίνεται με το πολιτικό δράμα ενός «Σεκίτη μόνου (που) ψάχνει» να βρει σημεία επαφής με τους αγρότες. Με ζήλο -και λάθη- πρωτάρη, κάνοντας ως συνήθως παρέμβαση σε ήδη πεισμένο κόσμο -που δεν ήρθε εξαιτίας του ΣΕΚ- χωρίς να πτοείται από τις αδιάκοπες χυλόπιτες, γιατί ξέρει πως έτσι είναι η αγάπη και το κίνημα. Και δεν έχει σημασία αν ζαλίζεις τον έρωτα στο υποψήφιο θύμα, αρκεί να πάρει μια εφημερίδα για να πιάσεις το πλάνο σου.

Αλλά αν πουλάς τον «Σοσιαλισμό από τα κάτω στον μέσο αγρότη, είναι σα να πουλάς ποδήλατο σε ψάρια -για να παραφράσουμε τις παλιές φεμινίστριες. Μπορεί κάποιο να ψαρώσει και να αγοράσει, αλλά δε θα του βρει χρηστική αξία. Κι αν ήταν ο χώρος για χαβαλέ (στο Σύνταγμα), θα ανοίγαμε συζήτηση για τη «σοσιαλιστική, πρωταρχική συσσώρευση» του Πρεομπραζένσκι και της τροτσκιστικής αντιπολίτευσης. 

Αλλά δε φταίει απαραίτητα ο Λέοντας και η περιβόητη υποτίμηση της αγροτιάς για τη δική τους (σεκίτικη) έλλειψη επαφής με το κίνημα και το περιβάλλον γενικώς. Κι αν είχαν στοιχειώδη τέτοια, δε θα έφτιαχναν πλακάτ με το εξώφυλλο του περιοδικού και ένα σκίτσο αισθητικής αντεστραμμένου Παπανίκου, απλά επειδή ήταν ό,τι πιο κοντινό στα αγροτικά είχαν.


Αν είχαν χιούμορ θα διοργάνωναν μπριγάδες στους κάμπους, για εξοικείωση μελών και φίλων, όπως κάτι γκρούπες του Μάη του ’68, που έστελναν φοιτητές-μέλη τους να εργαστούν σε φάμπρικες. (Παρίσι γίναμε). Και αν υπήρχε (κοινωνικό) κράτος, θα φρόντιζε να έχει ειδικά προγράμματα ανταλλαγής Εράσμους (για το εξωκοινοβούλιο και όχι μόνο), ως γνωριμία με έναν νέο λαό και την κουλτούρα του, για να σπάσει το φράγμα της άγνοιας και της αγροτοφοβίας.

Η κε του μπλοκ κράτησε επίσης τα πηγαδάκια για το συνέδριο του ΕΚΑ και τις εργατοπατερικές ανακατατάξεις. Φαντάσου να διαλυθούν και να χάσουν και τη ΓΣΕΕ. Μετά δηλαδή θα καλούμε εμείς στη συγκέντρωση της επίσημης ΓΣΕΕ και θα είναι οι άλλοι διασπαστές; Τα ύστερα του κόσμου...

Κι επίσης, διάφορα στιγμιότυπα και ατάκες από τους ομιλητές -πχ των Μαλγάρων που μας μετέφερε προσωπικά τα χαιρετίσματα του Κώστα του Ανεστίδη, που δεν μπόρεσε να είναι παρών. Και αν δε σας θυμίζει κάτι το όνομα, είναι ο δεξιός αγροτοσυνδικαλιστής με τα χρέη, που έγινε ξαφνικά διάσημος για να ρεφάρει επικοινωνιακά η κυβέρνηση...

Επίλογος, μετά από κάποια ώρα, στον Μπρούκλη (καλαμάδικο που πουλάει σουβλάκια -είναι πάντα ενδιαφέρον να γνωρίζεις νέους λαούς, την κουλτούρα τους, την ορολογία τους για το φαγητό κτλ). Πολύ κοντά στον σταθμό ΗΣΑΠ αλλά και στο μπλόκο της Καλλιθέας.

-Έχουμε πάει μαζί να δεις το μπλόκο στην Μπιζανίου;
-Όχι, δεν έχουμε πάει ποτέ μαζί στους αγρότες.

Χμ, ναι. Λες να βρεθούν κι από εκεί κάποτε ιστορικές φωτογραφίες;


Υστερόγραφο

Η ημερολογιακή καταγραφή τελειώνει εδώ. Αλλά ο επίλογος είναι μια καλή ευκαιρία να στριμώξω εδώ κάποιες παλιότερες σημειώσεις, εν είδει απολογισμού, που δεν πρόλαβαν να ολοκληρωθούν και να μπουν σε άλλο κείμενο.

Οι αγρότες κατάφεραν πολλά. Τα δυο βασικότερα: Να εκθέσουν το κράτος και ένα πολυπλόκαμο σύστημα που ήθελε να τους βάλει στο χέρι, με καρότο και μαστίγιο. Και να διαψεύσουν επανειλημμένα τα προγνωστικά ότι σύντομα θα πήγαιναν σπίτι τους (δε γράφω τις Κασσάνδρες, γιατί αυτή είχε δίκιο).

Έσπασαν τον κοινωνικό αυτοματισμό, την προσπάθεια να τους διασπάσουν, το αφήγημα πως είναι όλοι τους φραπέδες με χρέη και προνόμια, τις διαρροές πως τα μαζεύουν και φεύγουν, το αβάσταχτο στερεότυπο ότι αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται, τον τσαμπουκά των ΜΑΤ και τον κρατικό αυταρχισμό. Εξέθεσαν κρατούντες και διάφορους τηλεμαϊντανούς, την πηχτή τους άγνοια που ανταγωνίζεται ευθέως το μίσος τους για τον λαό. Είχαν αντοχές, τακτική ευελιξία, επικοινωνιακό χάρισμα. (Μας) έδωσαν ατάκες, στιγμιότυπα, συνθήματα, ελπίδα και ενθουσιασμό, αλλά κυρίως υλικό για σκέψη και προβληματισμό.

Στο τέλος, όμως, η Κασσάνδρα ένιωσε δικαιωμένη. Τα μπλόκα κράτησαν και μετά τις γιορτές, αλλά είχαν ημερομηνία λήξης. Η κυβέρνηση πιέστηκε, εκτέθηκε αλλά ήξερε πως... πίσω από την ΚΑΠ (και τη Μερκοσούρ) δεν υπάρχει γη -ούτε και αγροτιά σε λίγα χρόνια. Έδωσε ψίχουλα στους αγρότες -και τη Mercosur στα μονοπώλια του χώρου. Κι αυτά σε μακρινό μέλλοντα χρόνο -ούτε καν ένα ξύλινο αλογάκι για να τους ξεγελάσει.

Αν μάλιστα πετύχεις την Κασσάνδρα του αριστεροχωρίου, ίσως ακούσεις και άλλα -τετριμμένα ή πιο υποψιασμένα. Ότι δεν κατέβηκαν καν τρακτέρ στην Αθήνα, δε βγήκε ούτε μια απεργία αλληλεγγύης στους αγρότες, ότι έλυσαν τα μπλόκα χωρίς να πάρουν κάτι ουσιαστικό, με κατεβασμένο κεφάλι και ένα άδοξο τέλος που δεν άξιζε στον αγώνα τους.

Και κάπου εκεί σταματούσαν οι πρόχειρες σημειώσεις. Κάποια σημεία είναι πλέον ανεπίκαιρα. Τα τρακτέρ ήρθαν μαζικά στην Αθήνα -χωρίς να δεχτούν τον παραμικρό περιορισμό. Οι αγρότες έφυγαν με ψηλά το κεφάλι και έναν αγώνα που δε σταματά. Και αυτοί που μιλούσαν για απεργία, είχαν αμελητέα παρουσία προχτές, δείχνοντας πως η απεργία είναι πολύ σοβαρό όπλο, για να γίνεται καραμέλα στο στόμα αυτών που δε θα τρέξουν να την οργανώσουν για να πετύχει.

Αυτό που δεν πρέπει να ξεχνάμε είναι ότι οι κόκκινοι αγροτοσυνδικαλιστές κατάφεραν πολλά πράγματα, λειτουργώντας από την αρχή ως το τέλος ως μειοψηφία, χωρίς να έχουν σε κανένα σημείο τους συσχετισμούς εντός του Πανελλαδικού -ούτε καν για να περάσει η δική τους πρόταση για πανελλαδικό συλλαλητήριο στην Αθήνα, προτού τερματιστούν τα μπλόκα. Όλα τα άλλα είναι κούφια λόγια -που δεν τρέφουν κανέναν έρωτα ή επανάσταση- ή στην καλύτερη ευσεβείς πόθοι.

Και όταν λέμε ότι ένας αγώνας συνεχίζεται με άλλα μέσα -έστω με σκαμπανεβάσματα-, δεν είναι στρίβειν δια του αρραβώνος. Αλλά έρωτας διαρκείας που περνάει τις δικές του φάσεις -απλή συνωνυμία με τη διαρκή επανάσταση του ΣΕΚ και του συναγωνιστή με την αξίνα, ή μάλλον το πιολέ. Παρίσι γίναμε... Άντε και στο δικό μας Πέτρογκραντ.

Υστερόγραφο 2: αν έκρυβαν όλοι μέσα τους ένα ξέσπασμα αλά Παπαθεοδώρου και το έβγαζαν στο αφεντικό τους χωρίς να το φοβούνται, θα ζούσαμε σε έναν διαφορετικό κόσμο, τελείως διαφορετικό.