(Σημειώσεις για τον «εθνικό» διχασμό)
Τι έχει να μας προσφέρει η μελέτη ενός μακρινού ιστορικού κεφαλαίου όπως η περίοδος του «εθνικού» διχασμού; Πολλά και σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να βιώνουμε την παρακμή ενός συστήματος που σαπίζει και όχι μια παρατεταμένη belle epoque ή την αισιοδοξία των κατάμαυρων «happy 90’s» αλλά το συσσωρευμένο μπαρούτι στην τρέχουσα συγκυρία προκαλεί ανησυχητικούς (αν όχι ανατριχιαστικούς) συνειρμούς με τα προεόρτια του μεγάλου σφαγείου των λαών του ιμπεριαλισμού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Σε εθνικό επίπεδο, η εφήμερη συνύπαρξη δύο διαφορετικών κυβερνήσεων σε Αθήνα (η επίσημη) και Θεσσαλονίκη (της Εθνικής Άμυνας) δεν παραπέμπει βέβαια σε κάποιο σχήμα δυαδικής εξουσίας (αν και υπήρξε επίθεση στα Ανάκτορα) που εμφανιζόταν την ίδια χοντρικά περίοδο στη Ρωσία. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όμως, είναι η υλοποίηση μιας οπαδικής φαντασίωσης για τη ΛΔ του Βορρά, ενάντια στο «κράτος των Αθηνών». Το σύνθημα για τις «δύο Ελλάδες», ωστόσο, δεν είναι «αιχμάλωτο της Γεωγραφίας» -μονάχα της ταξικής πάλης και όσων δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους.
Για να βρεθούμε στη σωστή πλευρά του διχασμού, πρέπει να ορίσουμε σωστά τις διαχωριστικές γραμμές. Που δεν μπαίνουν στον γεωγραφικό παράλληλο των Τεμπών, για να χωρίσει τις Νέες Χώρες -όχι αν αυτές δεν είναι μέρος ενός Νέου Κόσμου, σοσιαλιστικού, ούτε γενικά από ένα «κόμμα των Τεμπών», που θα μπει πρωτοπορία στον αγώνα ενάντια στη διαφθορά. Και δεν είναι επιφανειακές, δευτερεύουσες, εσωτερικές -για τους φίλους απλώς «ένδο-», πχ ενδοαστικές ή ενδοϊμπεριαλιστικές, όπως στον Α’ Π.Π.
Αν θέλουμε νικηφόρα αποτελέσματα, πρέπει να παλέψουμε για την τάξη μας, όχι κάτω από ξένες σημαίες ή δίχρωμα κασκόλ. Και αν όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες (γιατί δε θέλει στη ζωή να κυβερνήσει, αλλά να μείνει οπαδός φανατικός), το βασικό είναι να θυμόμαστε πως το δικό μας «έθνος», το εργατικό, δεν έχει τίποτα κοινό με το έθνος των εκμεταλλευτών, ούτε λόγους να πανηγυρίζει τις νίκες τους, όπως στα χρόνια του διχασμού, ενώ οι ήττες και οι καταστροφές έχουν πρωτίστως ταξικό πρόσημο, γιατί ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατο είμαστε ίσα και όμοια.
(Αυτό το τελευταίο φαίνεται να το κατανοεί αρκετά καλά ο Θανάσης Σκρουμπέλος, αλλά υπάρχουν σημεία που σχεδόν το χαίρεται και το διασκεδάζει, διαπιστώνοντάς το βιωματικά στο γήπεδο -στα χρόνια της χούντας αλλά και αργότερα- όπως καταγράφεται τουλάχιστον στο βιβλίο του για «του Μπούκοβι την ομαδάρα» -μία από τις αξιόλογες εκδόσεις των «Κόκκινων Θρησκευόμενων Επιστημόνων», που ως εγχείρημα μάλλον βάλτωσε και χάθηκε στην πορεία. Και πάντως δε φαίνεται να δίνει τον τόνο στις κόκκινες κερκίδες, που θυμούνται το «Νo Politica», όταν δεν έχει άμεσο συμφέρον το αφεντικό τους).
Υπάρχουν διάφορες ενδιαφέρουσες ή
«ενοχλητικές» και -γι’ αυτό- σχετικά άγνωστες
στο ευρύ κοινό λεπτομέρειες από αυτήν την περίοδο.
Πόσοι γνωρίζουν άραγε τι ήταν τα Ευαγγελικά
(από την προϊστορία του Διχασμού) και ότι είχαν
μάλλον γεωπολιτικό παρασκήνιο και υπόβαθρο,
πέρα από τον συντηρητικό ζήλο του Μιστριώτη
και των ομοίων του; Ή για το γεμάτο θεία δόξα και
χάρη -αν και ανάμικτο με ειδωλολατρικά έθιμα-
ανάθεμα στον Βενιζέλο και τη συνολική ενεργό
εμπλοκή της Εκκλησίας στη διαμάχη; Ο ρόλος της
τελευταίας ήταν ανέκαθεν πολιτικός, αν όχι
μια μορφή εξουσίας -έξω από την κλασική αρίθμηση
που τις διακρίνει, αντί να βλέπει την ενιαία
ουσία τους- και θεωρείται τόσο δεδομένος, που
δε θα ακούσει κανείς ποτέ κάτι υποκριτικό σαν
το τετριμμένο «στο ποδόσφαιρο στην εκκλησία
δεν έχει καμία θέση η πολιτική», όπως για άλλης
μορφής σύγχρονα όπια.
Πόσοι θαυμαστές του Λευτεράκη (που έχει γεμίσει την επικράτεια δρόμους με το όνομά του και αγάλματα, που δε θα χρειαστεί να τα γκρεμίσουμε, λόγω της ομοιότητάς του με τον Βλαδίμηρο, προσθέτοντας μια τρίτη απρόσμενη ζωή στις δύο που ήδη έχει) γνωρίζουν άραγε ότι παζάρευε κυνικά πόλεις, νησιά και πληθυσμούς (σαν την Καβάλα και τη Λέσβο), προσδοκώντας ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία, που βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος (του ίδιου, της τάξης του και πιο ειδικά των στρωμάτων της που εκπροσωπούσε); Κι είναι η άγνοια προϊόν της ιδιώνυμης -sic- ασυλίας που απολαμβάνει χάρη στην ιδιότητα του υποψήφιου «εθνάρχη», από τον οποίο κρατάμε τάχα και αναδεικνύουμε μόνο θετικά σημεία και «καλές σκέψεις»;
Τότε γιατί δε μαθαίνουμε πως επί Βενιζέλου καθιερώθηκε η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, θεωρητικά για να πάψουν να είναι έρμαια του ρουσφετιού και της εκάστοτε κυβέρνησης, που έφερνε τον δικό της πελατειακό στρατό; Και ότι η ήδη συντελούμενη (και όχι απλώς επιχειρούμενη, αν δεις πόσοι είναι οι μόνιμοι στο δημόσιο) άρση της μονιμότητας, θα φέρει μία ακόμα μεγαλύτερη στρατιά άχρηστους μετακλητούς, φτηνούς εργολαβικούς, πειθήνιους υποτακτικούς, άβουλους και επισφαλείς συμβασιούχους, χωρίς δικαιώματα, φωνή και σωματειακή εκπροσώπηση; Γιατί επιλέγουμε κάθε φορά από τον μπουφέ της ιστορίας εκείνα τα πιάτα που δεν προκαλούν δυσάρεστους συνειρμούς και χρήσιμα συμπεράσματα για την εποχή μας ή αλλεργίες στην τάξη που κυβερνά και επιλέγει τι θα μάθουμε.
Και πόσοι γνωρίζουν για τους Έλληνες του Γκέρλιτς και τους έλληνες στρατιωτικούς που οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Πρωσία/Γερμανία και κατηγορήθηκαν ως προδότες στην επιστροφή τους; Και για την παρουσία του Ρώτα, πολλά χρόνια προτού προσεγγίσει το ΕΑΜ και βρεθεί μια άλλη φουρνιά Ελλήνων στο Γκέρλιτς, αυτή τη φορά ως πολιτικοί πρόσφυγες; Υποθέτω ελάχιστοι.
Εδώ τελειώνουμε το σχολείο, χωρίς να γνωρίζουμε τα βασικά. Ότι δηλαδή είχαμε στρατιωτικό αποκλεισμό του Πειραιά (από Γάλλους και Βρετανούς), θανάτους από την πείνα, κανονιοβολισμό από θαλάσσης της Αθήνας και των ανακτόρων (προτού περάσει στην ιστορία το «Αβρόρα» για αντίστοιχους λόγους) και ωμό εκβιασμό για τον εκθρονισμό του Γερμανόφιλου Κωνσταντίνου. Που το λες και ωμή καταπάτηση εθνικής κυριαρχίας, αλλά η διπλή γλώσσα της εξουσίας είναι διεθνής, εύπλαστη και πολύ πλούσια (σε χρήμα και γενικώς), ώστε να κινηθεί ευέλικτα και να βρει τον κατάλληλο ευφημισμό για την περιγραφή των γεγονότων: πχ η σύλληψη του Μαδούρο για εμπορία-διακίνηση ναρκωτικών.
Και όλα αυτά παραμένουν ευρέως άγνωστα, χωρίς καν το «άλλοθι» ότι είναι εκτός διδακτέας και εξεταστέας ύλης, όπως το ΕΑΜ και ο ΔΣΕ στα δικά μου χρόνια, ή ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη χρονική απόσταση για να τα εξετάσουμε και να τα αποτιμήσουμε νηφάλια, όπως πχ η χούντα των Συνταγματαρχών. Είναι απλώς ξεχασμένες σελίδες της Ιστορίας, μπας και ξεχάσουν οι λαοί τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού.
Και τι μαθαίνουμε αντ’ αυτών; Την (δι)αχρονική, αν-ιστορική καραμέλα ότι οι Έλληνες θριαμβεύουν όταν είναι ενωμένοι (τα λιοντάρια παλεύουν σαν Έλληνες και οι χριστιανοί στην αρένα σαν ανθέλληνες, εξ ου και θεωρούνται οι πρώτοι κομμουνιστές, ενώ κάποιοι επιμένουν να ταυτίζουν τον κομμουνισμό με την «κοινοκτημοσύνη», ενώ διδάσκουν στον λαό την ακτημοσύνη, για να βρει τη μετά θάνατον ανταμοιβή). Αλλά μας τρώει σαν σαράκι η διχόνοια (που αποδίδεται και ως la zizanie στα γαλλικά -τυχαίο και αυτό;), που είναι η κατάρα της φυλής μας και είναι μάλλον βιολογικά-γενετικά καθορισμένη ή οφείλεται στον ανάδρομο Ερμή ή σε κάποιο συνωμοτικό σχέδιο αλλόθρησκων για να μας κρατάν διαιρεμένους και αδύναμους, πάντως σίγουρα δεν έχει κοινωνικές ρίζες και (ίσως για) λόγους ταξικούς.
Κι έτσι μπαίνουν στο μίξερ και το ίδιο σακί (του Αιόλου) όλα: από τον διχασμό μέχρι τον δικομματισμό στα χρόνια της (εν)Αλλαγής και από τις αποσιωπημένες εμφύλιες διαμάχες του ’21 (τους πολέμους εντός του πολέμου της Ανεξαρτησίας) μέχρι τον εμφύλιο και τη δεκαετία του ’40. Για την οποία φταίνε κυρίως οι ξένοι (το λέει και ο Βούλγαρης) και η μοιρασιά που έκαναν στη Γιάλτα, που δεν έγινε στη Γιάλτα αλλά στη Μόσχα, με τα ραβασάκια, χαρτάκια, μπορεί να ήταν και τραπουλόχαρτα και να μας έπαιξαν στο πόκερ, ή μια τράπουλα ΤΑΡΩ με χαρτομαντεία και να έφταιγε ο ανάδρομος Τίτο και οι συνθήκες που δεν είχαν ωριμάσει. Αλλά δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα.
Και να πώς φτάσαμε Έλληνας να τουφεκάει Έλληνα (τα έλεγε ο κυρ-Παντελής), ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι πώς φτάσαμε τελικά αστός να τουφεκίζει αστό το ’22. Αλλά αυτό θα το δούμε ίσως στο επόμενο μέρος -αν και εφόσον υπάρξει.
Θε μου πόση διχόνοια ξοδεύεις για να κρύψεις καλά την εθνική μας ομοψυχία και τις ταξικές αντιθέσεις στην πλατεία Ομονοίας -που κάποτε θα την πούμε Μπελογιάννη...

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου