Τετάρτη 28 Ιανουαρίου 2026

Πάντα δικός σας, σύντροφοι...

Αυτό το κείμενο η κε του μπλοκ το είχε εδώ και χρόνια «γραμμένο» και αποθηκευμένο σε κάποιο συρτάρι του μυαλού της, τώρα βρήκε απλώς την αφορμή να το περάσει στο χαρτί -και τις οθόνες. Και δε θα άλλαζα τίποτα επί της ουσίας, αν δεν είχε πεθάνει ο Ρούσης. Ίσως θα έπρεπε να το ανέβαζα όσο ζούσε -για να έχει πχ δικαίωμα να απαντήσει, αν ήθελε. Έκρινα πιο «δεοντολογικό» να το αργήσω, για να μην κακοκαρδίσει έναν σφο που φεύγει, διατηρώντας την καρδιά και τα πείσματα ενός μικρού παιδιού, που ακροβατούσε διαρκώς μεταξύ της νιότης του κόσμου και της παιδικής της αρρώστιας -όχι πάντα επιτυχώς. Και δε θα θύμωνε -αν και εφόσον το διάβαζε- γιατί είναι δηκτικό κείμενο που του λείπει η τρυφερότητα, αλλά γιατί είχε την τάση να σκαλώνει σε λεπτομέρειες και να διαγράφει όλα τα άλλα, με την ξεροκεφαλιά ενός παιδιού, που μπορεί να το ξεχάσει σε πέντε λεπτά ή να το θυμάται για μια ζωή.


Όλοι ήξεραν πως φεύγει. Πάλευε χρόνια με την κακιά αρρώστια και είχε ανεβάσει ο ίδιος στιγμιότυπα από τον άνισο αγώνα που έδινε και δε θα μπορούσε να κερδίσει, αλλά τον έστειλε πολλές φορές στην παράταση, κερδίζοντας χρόνο, ενάντια στα προγνωστικά. Εικόνες όπου ήταν εμφανώς καταβεβλημένος και έμοιαζαν με «μηνύματα από την άλλη πλευρά». Αυτό που δεν ξέραμε ήταν πως θα έφευγε λίγες μέρες πριν από την έναρξη του συνεδρίου, σα να έδινε μια τελευταία μάχη για να το προλάβει και αυτό.

Λίγα πράγματα είναι χειρότερα από επικήδειους που περιαυτολογούν. Κάνω μικρή βιωματική εξαίρεση, γιατί κολλάει σαν εισαγωγή -και την θυμήθηκα συνειρμικά χτες, διαβάζοντας την «Ψειρολογία» του Ηλία Πετρόπουλου. Τον Ρούση τον είδαμε σπίτι του, με το παπαγαλάκι του Κρεμλίνου και τη Ναντιέζντα (ίσως η πρώτη συστηματική σχολιάστρια του μπλοκ), που ανέλαβε φεμινιστικά να σερβίρει τους καφέδες. Μεταξύ άλλων, ο οικοδεσπότης μας έλεγε ότι ρωτούσε πιεστικά την Αλέκα πότε θα αποδεχτούν το βιογραφικό του στο Κόμμα και για το πετυχημένο (;) σχόλιο ενός αναρχικού, ότι η σχέση του με το ΚΚΕ είναι σαν της μύγας με τα σκατά: όλο πετάει να φύγει, τριγυρίζει στα πέριξ και όλο στα ίδια επιστρέφει.

Όλα αυτά μας τα έλεγε Γενάρη του ’09, ενώ είχε μεσολαβήσει ο καυτός Δεκέμβρης -και οι μέρες του Αλέξη- και μια δική του επιστολή για τη «σταλινική στροφή του κόμματος» στον προσυνεδριακό του 18ου (στο ίδιο φύλλο υπήρχε και άρθρο συνεργάτη από τον Μαυρουδέα...), που μετατράπηκε εν μέρει σε μια μικρή Ρουσολογία -και ο πρώτος που του απάντησε ονομαστικά ήταν νομίζω ο Σκαμπαρδώνης, που τον αποκάλεσε «μικροαστό διανοούμενο», πατώντας σε μια δική του παραδοχή. Παρόλα όσα, ο Ρούσης μας έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου πως ήθελε να οργανωθεί, γιατί πρακτικά συμφωνούσε σε όλα!

Λίγες βδομάδες αργότερα, δημοσιευόταν στην Ελευθεροτυπία ένα δικό του σημείωμα για το ΚΚΕ με τα «τρία σίγμα», που αν θυμάμαι καλά ήταν: σεχταριστικό, σταλινικό, συντηρητικό -ελέω Δεκέμβρη. Λίγους μήνες αργότερα, δήλωνε την εκλογική του στήριξη στο «ελπιδοφόρο εγχείρημα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ», που δεν ήταν τίποτα από τα παραπάνω, αλλά της έλειπε το Κάπα.

Κάνε λοιπόν τον κύκλο σου Οδυσσέα...

Μια δεκαετία και μια Οδύσσεια Ρουσιάδα μετά, πάλι στην Ιθάκη θα έβρισκε τον δρόμο του μοιραία, σχεδόν νομοτελειακά -κι ας μην υπήρχαν πια σιδερένιες τέτοιες. Κι αν φτωχική, σταλινική ή σκατά την βρήκε, δεν τον γέλασε. Ούτε δήλωση του ζήτησε (μόνο εκλογικής στήριξης), ούτε συγχωροχάρτι του έδωσε, ούτε άλλαξε γνώμη κάποια από τις δύο πλευρές για κάτι. Σε βαθμό που να απορείς αν ήταν σοβαροί ή προσχηματικοί λόγοι, ποιος είχε σκατά απόψεις και ποιος είχε τη μύγα και μυγιάστηκε.

Τα μακρά κύματα -και οι «χαμηλές πτήσεις»- της Ρουσιάδας προέβλεπαν μικρές κρίσεις και μετατοπίσεις, ανά δεκαετία περίπου. Έφυγε το ’89 μετά τον Συνασπισμό και τον Τζαννετάκη. Ξαναπροσέγγισε το κόμμα το ’99 με τους βομβαρδισμούς της Γιουγκοσλαβίας, σα να μην πέρασε μια μέρα, σε έντονα φορτισμένο, αντινατοϊκό κλίμα: και πάλι δικός σας σύντροφοι

Είχε μεσολαβήσει μια εμβληματική τηλεοπτική εμφάνιση στον Ζούγκλα, στο πλευρό του Βασίλη Διαμαντόπουλου, με τον οποίο υπερασπίζονταν τα αυτονόητα μετά το Πολυτεχνείο του ’95 και το περιβόητο κάψιμο της σημαίας, με τον Μαρκάτο να θέλει να διαχωρίσει τη μορφή από περιεχόμενο της αντίδρασης και να πετάει το αμίμητο: μισό λεπτό, πρέπει να πάμε με στάδια! Τελικά πήγαν στο δικαστήριο, όπου οι κατηγορούμενοι κρίθηκαν αθώοι, έχοντας και τη στήριξη του ΚΚΕ -κι ίσως εκεί να έπεσε ένας πρώτος σπόρος για την επαναπροσέγγιση.

 

Η οποία μπήκε στο ψυγείο περί το ’09, όταν ο Ρούσης βεβαιώθηκε με πόνο ψυχής για τη σταλινική στροφή του ΚΚΕ, για να ξαναζεσταθεί τρεις και καλή, στα χρόνια της πανδημίας, με τον Γ.Ρ. να ανταποκρίνεται στο κάλεσμα της ΚΕ, διαπιστώνοντας θετικά βήματα, όπως ότι το ΚΚΕ ξεκόβει οριστικά από τη σοσιαλδημοκρατία (!) κι ότι προτίθεται να εκδώσει ένα βιβλίο του.

Ο Ρούσης τελικά θα προλάβει να εκδώσει δύο βιβλία από τη «Σύγχρονη Εποχή» και συμμετέχει τιμητικά στο Επικρατείας του ΚΚΕ. Ανακαλύπτει όμως τον μαγικό κόσμο των ΜΚΔ, πέφτει με τα μούτρα στον τοίχο του ΦΒ και εκτίθεται άσχημα και χωρίς φίλτρα, με ομοφοβικά σχόλια και απαράδεκτες αναρτήσεις. Κάποιοι του δίνουν σιωπηρά το ακαταλόγιστο, γιατί είναι στα τελευταία του, ενώ άλλοι κάνουν τον συνειρμό με τον Θάνο, τον Μίκη και άλλους, που πριν το τέλος είδαν το αληθινό φως και ήθελα να φύγουν από τη ζωή ως κομμουνιστές. Καλό είναι τα έχεις καλά με το κόμμα -κι ας μη σου δίνει πουθενά προσβάσεις, Σπύρο μου.


Ο Ρούσης είχε έναν παιδικό σχεδόν ζήλο και μια σειρά αντιφατικά στοιχεία. Είχε μάλλον δυτική παιδεία, λόγω σπουδών στο Βέλγιο, αλλά συνοδοιπορούσε πάντα με τον «ορθόδοξο μαρξισμό» -άντε και με τη βασική του, ανάδελφη αίρεση (ΝΑΡ). Είχε ανοιχτούς ορίζοντες και ανησυχίες (προς τον αναρχισμό, τη σκέψη του Γκράμσι, τμήματα του δυτικού μαρξισμού) αλλά μια παλιάς κοπής απολυτότητα και μπαγιάτικη νοοτροπία σε κάποια θέματα -πχ για τους ομοφυλόφιλους. Και είχε μια σειρά εμμονές, χαριτωμένες ή όχι τόσο -αλλά και ποιος δεν έχει στην τελική.

Η βασική από αυτές ήταν ο Ολυμπιακός. Άρρωστος γάβρος, με ανεξέλεγκτες αντιδράσεις, έδινε συχνά συνεντεύξεις στον Σινάνογλου στο «Φως», ενώ η τελευταία ανάρτησή του ήταν το «μια βραδιά στο Λεβερκούζεν» -για τη νίκη της ομάδας του στο ΤσουΛου- και ήταν από τις πιο κόσμιες που μπορούσες να βρεις στον τοίχο του. Είχε ωστόσο ενεργή συμβολή στον συλλογικό τόμο των «Θρησκευόμενων Κόκκινων Επιστημόνων» -που χάθηκε στην πορεία και έμεινε στη μέση ως εγχείρημα.

Βασικό του αντικείμενο ήταν η θεωρία του κράτους -από την αρχαία ελληνική δημοκρατία, ως τον Μακιαβέλι και το αστικό κράτος- ενώ θεματικές που τον απασχολούσαν ήταν η αλλοτρίωση, ο εργάσιμος χρόνος (ως μέτρο πλούτου στην κοινωνία του μέλλοντος), το πρόβλημα της μετάβασης στον σοσιαλισμό, η ενσωμάτωση της εργατικής τάξης, οι παράγοντες που διαμορφώνουν τη συνείδησή της, η αποδόμηση της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας και πολλά άλλα, παρεμφερή και μη.

Το πρώτο δικό του βιβλίο που έπεσε στα χέρια μου ήταν από το «Στάχυ», Κομμουνισμός -τέλος ή αρχή της ιστορίας. Θυμάμαι μια βιωματική περιγραφή για το οικογενειακό πένθος στον θάνατο του Στάλιν -στο οποίο συμμετείχε ως πεντάχρονο παιδί- και τη δική του αυτοκριτική ματιά στις αποσκευές του παρελθόντος του. Παρόλα αυτά το βρήκα χρήσιμο, διαβάζοντάς το στον στρατό, ελαφρώς κλονισμένος από κάποιο βιβλίο του Μίσσιου, για να επανανοηματοδοτήσω -sic- την πίστη μου στο κομμουνιστικό ιδεώδες, που δεν είναι ένα απλό αίτημα για «μάσα» και αναδιανομή του πλούτου, αλλά ένα όραμα για την ελεύθερη, δημιουργική δραστηριότητα του ανθρώπου, την ανάπτυξη της προσωπικότητας και της κοινωνικής ατομικότητας.

Προηγουμένως είχε βγάλει τέσσερα βιβλία από τη Σύγχρονη Εποχή.

Ένα βιβλίο για τη συμμετοχή των εργαζομένων, ως πεδίο ταξικής πάλης -στο πολιτικό πλαίσιο της εποχής και των αναλύσεων του κομμουνιστικού κινήματος, που διεκδικούσε εργατική συμμετοχή στις διοικήσεις δημόσιων οργανισμών.

Ένα όχι ιδιαίτερα προφητικό βιβλίο για το... διαλεκτικό δίπολο «Σοσιαλισμός και Περεστρόικα». Εκ των υστέρων είχε γράψει κάπου απολογητικά πως διαφωνούσε με την ανάλυση του Γκόρμπι για τα «οικουμενικά προβλήματα» χωρίς ταξικό υπόβαθρο, και αυτός ήταν ο λόγος που δε συμπεριέλαβε στο βιβλίο του κεφάλαιο σχετικά με τις διεθνείς σχέσεις, χωρίς αυτό να αναιρεί τον αρχικό ενθουσιασμό του για την... ανασυγκρότηση που κατέληξε σε διάλυση.

Μια μελέτη για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, που απαντούσε στη θεωρία του Βιτφόγκελ και τον αντιδραστικό παραλληλισμό του σοβιετικού σχηματισμού με την αρχαία Αίγυπτο των Φαραώ -όπου κυβερνούσε μια κάστα ειδικών, χωρίς να υπάρχει ιδιωτική ιδιοκτησία στη γη. Μεστή και αξιόλογη -αν και δεν ξέρω πόσα σημεία της αναθεώρησε τα επόμενα χρόνια.

Και μια μελέτη για τον Λένιν και τη Γραφειοκρατία. Που την θυμάμαι για τα ενδιαφέροντα τσιτάτα της, κυρίως όμως για τη μαραθώνια συζήτηση που προκάλεσε στο τσαρδί του Άθλιου, με σεντόνια για γερά νεύρα, πολύ ελεύθερο χρόνο και διαδικτυακό πατατάκι -όπου συμμετείχε και η κε του μπλοκ, αλλά δεν έχει το κουράγιο να ξαναδιαβάσει κριτικά όσα έγραφε τότε.

Μες στη δεκαετία του ’90 κυκλοφορεί το κατά βάση αυτοβιογραφικό Out, που λογοτεχνίζει αρκετά και δε μοιάζει με κανένα άλλο βιβλίο του. Μου έχει μείνει μια γλαφυρή περιγραφή από την επιστροφή του στο νησί του (Κέρκυρα), όπου όλα του φαίνονταν μικρότερα, απ’ τα σπίτια μέχρι τις αποστάσεις. Και εγώ που νόμιζα πως ήμουν ο μόνος που το έπαθα, επιστρέφοντας κάποτε στη Σαλούγκα από την άθλια πρωτεύουσα.

Και μετά...

Ο Λόγος στην Ουτοπία. Ίσως το πιο δύσκολο-απαιτητικό βιβλίο του, όπου πιάνει βαθιές έννοιες, όπως η πραγμοποίηση και η αλλοτρίωση. Το βιβλίο του για τη «Σύγχρονη Επαναστατική Διανόηση» -από όπου άντλησε ο Σκαμπαρδώνης την ομολογία πως είναι μικροαστός διανοούμενος- που είχε πρόλογο της Αλέκας, να πιστοποιεί τις καλές μας σχέσεις τότε. Και το ο «Μαρξ γεννήθηκε νωρίς», που ο ίδιος θεωρούσε ως το ωριμότερο έργο του, όπου υποστήριζε πως η ανάπτυξη της τεχνολογίας και της αυτοματοποίησης φέρνει πλέον την ουσιαστική υπαγωγή στις κομμουνιστικές σχέσεις παραγωγής και καθιστά δυνατό το όραμα του Μαρξ και ένα σχετικά γρήγορο πέρασμα στην αταξική κοινωνία.

Ακολούθησαν μελέτες για τον Γκράμσι (και τις αντινομίες των ρεφορμιστικών του αναγνώσεων), τον απαιτούμενο Πόλεμο Θέσεων, τη σύγκρουση και τις ομοιότητες του Μαρξ με τον Μπακούνιν (!), τη σχέση μαρξισμού - χριστιανισμού (για το οποίο έγραψε και η Κανέλλη), για τον ελεύθερο χρόνο και τα βιβλία του από τη Σύγχρονη Εποχή, που ίσως επαναλάμβαναν ως ένα βαθμό προηγούμενους προβληματισμούς του, χωρίς να προσθέτουν κάτι καινούριο, αλλά είχαν ιδιαίτερη αξία ως εκδοτικό γεγονός, πρωτίστως για τον ίδιο.

Θυμάμαι τους Ομιλίτες να κρίνουν αυστηρά τον (κάθε) Ρούση, λέγοντας πως είναι άλλο να πιάνεις θεωρητικά ένα ζήτημα, παραθέτοντας τσιτάτα από σχετικά έργα, και άλλο να το εξετάσεις σφαιρικά, μεθοδικά, εφαρμόζοντας διαλεκτικές κατηγορίες του Χέγκελ (ουσία, φαινόμενο κτλ) και ψάχνοντας νόμους κίνησης. Με τόσο αυστηρά κριτήρια, βέβαια, οι πραγματικοί φιλόσοφοι ήταν ο Μαρξ και κάνα δυο ακόμα (Ιλιένκοβ, Βαζιούλιν), ενώ μάλλον κοβόταν ο Λένιν, που έγραφε σημειώσεις για τις μάζες και είχε πολύ οξυδερκείς επισημάνσεις, αλλά όχι αρκετό χρόνο για να τις αναπτύξει φιλοσοφικά.

Εγώ πάλι θεωρώ πως το έργο του Ρούση έχει ενδιαφέρον, αν μη τι άλλο γιατί εντοπίζει καίρια ερωτήματα. Έχει περίτεχνο, μακροπερίοδο λόγο, που σου ξανασυστήνει την απόλαυση της ανάγνωσης. Έχει πλούσιες βιβλιογραφικές παραπομπές, που σου δίνουν έναυσμα να συνεχίσεις να ψάχνεις για όσα διάβασες. Είναι η καλύτερη εισαγωγή, για τους νέους σφους, σε μια σειρά ζητήματα -πχ τη θεωρία του κράτους. Έδινε πάντα κάτι παραπάνω στον Ρίζο με τα άρθρα του. Και επέμεινε να βγάζει θεωρητικές μελέτες και πολιτικές μπροσούρες, σε μια δύσκολη εποχή, που το είδος απειλούνταν με εξαφάνιση. 

Κι αν χάλασε κάπως ο ίδιος την υστεροφημία του πριν το τέλος, προκαλώντας αμήχανες σιωπές, αστερίσκους και χλιαρές ανακοινώσεις, τουλάχιστον άφησε πίσω του ένα σημαντικό έργο, που δεν είναι απλός ευφημισμός αν το αποκαλέσουμε «παρακαταθήκη».

Μακάρι να είχαν και άλλοι τον ζήλο και τη δημιουργικότητά του, να ήταν το ίδιο προσιτοί στους φοιτητές τους, και να είχαν τη δική του αμεσότητα-ευθύτητα, που είναι η βασική προϋπόθεση της ειλικρίνειας και η απόδειξη πως δεν μπορούσε -ούτε ήθελε- να κρυφτεί πίσω από το δάχτυλό του. Ούτε καν (για) τα αρνητικά του...

Υγ: Αρχικά σκεφτόμουν να βάλω στον τίτλο κάτι σαν «Ρούσης Out», παίζοντας με την αντίστοιχη αγγλική έκφραση και το βιβλίο του. Αντ’ αυτού παραφράζω απλώς μια δική του φράση, όταν ξανάσμιξε με το Κόμμα, το ’99.

Δεν υπάρχουν σχόλια: