Χτες συμπληρώθηκαν εβδομήντα χρόνια από την ίδρυση του εαμ. Του εαμ που μας έσωσε απ’ την πείνα, από την σκλαβιά στο γερμανό κατακτητή, όχι όμως κι από την ταξική σκλαβιά, που έμεινε εσώκλειστη στο τρίγωνο της σκωμπίας, μέχρι να ‘ρθουν οι άγγλοι να τη σώσουν και να αναλάβει δυνάμεις. Ενώ εμείς παίξαμε φερ πλέι και τη σεβαστήκαμε, με την ίδια αφέλεια που σεβάστηκαν οι κομμουνάροι του παρισιού τις βερσαλλίες. Αλλά στην ταξική πάλη δεν υπάρχει ευ αγωνίζεσθαι, ούτε ακριβώς αίσιο τέλος (χάπι εντ). Κι έτσι ζήσαμε εμείς καλά κι οι αστοί καλύτερα.
Ποια σημεία αξίζει να κρατήσει κανείς από αυτήν την επέτειο;
Τον τρόπο λήψης αποφάσεων και λειτουργίας του εαμ, με βάση την αρχή της ομοφωνίας. Η οποία κατέληγε –παρά τις λεπτές ισορροπίες- σε ουσιαστική συζήτηση και σύνθεση απόψεων, κι όχι σε διαδικασίες για βάλιουμ κι αμεσοδημοκρατία γραφειοκρατικού τύπου. Κάτι που μας δείχνει ότι δεν είναι οι δομές που καθορίζουν τη λειτουργία ενός φορέα, αλλά μάλλον το αντίστροφο –μες στη διαλεκτική τους ενότητα κι αλληλεπίδραση.
Την ευρύτερη δυνατή ενότητα στις γραμμές του εαμ, που συσπείρωνε ακόμα και βασιλικούς, όχι όμως και τροτσκιστές –που ούτως ή άλλως είχαν άλλη αντίληψη για τα πράγματα. Η πραγματική του δύναμη ήταν η δουλειά στον κόσμο κι η παλλαϊκή συσπείρωση των μαζών στις γραμμές του. Η ψυχή του εαμ ήταν το κουκουέ. Οι υπόλοιπες οργανώσεις –συνιστώσες κατά την κρατούσα σήμερα ορολογία- είχαν σχεδόν αμελητέα δύναμη, αντίστοιχη με το σημερινό εξωκοινοβούλιο. Τη διαφορά την έκανε ο σκοπός της ενότητας. Το εαμ δεν ήταν συμμαχία εκλογικού τύπου, που διατηρούνταν στη βάση των κοινοβουλευτικών επιχορηγήσεων. Αλλά μια μάχιμη, πολιτική οργάνωση που έδεσε τον αγώνα για καθημερινή επιβίωση με την ένοπλη πάλη και την προοπτική της απελευθέρωσης.
Την άλλη πλευρά της ενότητας, με την επιρροή των μικροαστικών στρωμάτων και των πολιτικών τους εκπροσώπων. Τις ταλαντεύσεις που πήγαν πίσω το μέτωπο, τη δράση του και τους σκοπούς του, κάμπτοντας την αποφασιστικότητά του. Ο σβώλος κι ο τσιριμώκος πχ έκαναν περισσότερη ζημιά στην υπογραφή των συμφωνιών, παραμένοντας στο εαμ, απ’ όση θα ‘καναν αν είχαν αποχωρήσει.
Νδ-πασοκ-συνασπισμός υπέγραψαν το λίβανο πληρώνει ο λαός.
Τη διαλεκτική σύνδεση μαζικής πολιτικής δουλειάς με το ένοπλο κίνημα, που συμπληρώνονταν κι αλληλοτροφοδοτούνταν. Η έμπρακτη αντίσταση στον κατακτητή αύξαινε κατακόρυφα το ηθικό του λαού και το κύρος του εαμ. Όπου πήγαινε ο στρατός του άρη, άφηνε πίσω φύτρα λαοκρατίας και κόσμο πεισμένο για την υπόθεση του αγώνα. Ενώ η πολιτική δουλειά στις μάζες εξασφάλιζε στον ελας μια μεγάλη δεξαμενή εφεδρειών κι υλικής ενίσχυσης. Το ένα χωρίς το άλλο, θα οδηγούσε είτε στον αδιέξοδο πασιφισμό, είτε σε μια μορφή ηρωικού τυχοδιωκτισμού.
Την ικανοποίηση ώριμων αστικοδημοκρατικών αιτημάτων που χρόνιζαν, από την κυβέρνηση του βουνού, όπως το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες. Την ολόπλευρη δράση που αγκάλιαζε κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής και καθημερινότητας. Τη λαϊκή αυτενέργεια και τα φύτρα λαϊκής εξουσίας. Το πλούσιο επιμορφωτικό κι εκπολιτιστικό έργο που έσπασε το απόστημα της αμορφωσιάς και της τεχνητά επιβεβλημένης αποβλάκωσης στην ύπαιθρο.
Την προσωρινή υπέρβαση της αντίθεσης πόλης-χωριού. Ένας κατά βάση επαρχιώτικος στρατός πλάι σε ένα προλεταριακό κίνημα στις πόλεις, με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά του λαού μας, τα καλύτερα στοιχεία του μαζί με ελάχιστα κουσούρια. Μια καθαρά ελληνική σπεσιαλιτέ, σαν την χωριάτικη. Και σαν τον ελας, που κι αυτός τέτοιος ήταν (χωριάτικος).
Κι αν τελικά τα κάναμε σαλάτα –χωριάτικη και γενικώς- δε φταίνε οι λαϊκοί άνθρωποι που τον στελέχωσαν, αλλά η θολούρα και το στρατηγικό έλλειμμα της ηγεσίας, που μέτρησε το μπόι της στα κρίσιμα και φάνηκε κατώτερη από τις περιστάσεις. Κι αυτήν όμως την στελέχωσαν παιδιά του λαού –ο κουρέας ιωαννίδης, ο επιλοχίας της μικρασίας σιάντος, κ.ά.- που έφτασαν ως εκεί που μπορούσε να πάει ο ορίζοντάς τους. Τόσο ήξεραν, τόσο μπόρεσαν, όπως είχε πει κι ο ευτύχης πέρσι, σε μια εκδήλωση της πάλαι ποτέ σοβαρής συνιστώσας για τον «εμφύλιο». Χωρίς να αφήσει κάποια υπόνοια περί προδοσίας, ή για το ρόλο των σοβιετικών, όπως κάνουν κάποιοι απ’ τον χώρο του.
Όλα αυτά φέρνουν στο επίκεντρο τη στρατηγική του εαμ και του κουκουέ. Αν η ως τα τώρα ιστορία των ανθρώπινων κοινωνιών είναι η ιστορία της ταξικής πάλης που αναπτύχθηκε στα πλαίσιά τους, την ιστορία του κόμματος μπορούμε να την προσεγγίσουμε στη βάση της στρατηγικής του και της εξέλιξής της στον χρόνο (θεωρητικές επεξεργασίες, αποφάσεις συνεδρίων, κτλ).
Σε αυτή τη βάση υπάρχουν διάφορες προσεγγίσεις.
Οι τροτσκιστές –που εκείνη την περίοδο ακολούθησαν τη γραμμή του ντεφετισμού- αποδίδουν τη στρατηγική ήττα στη μικροαστική, ταξική σύνθεση του εαμ, τη γραμμή της εθνικής ενότητας, των λαϊκών μετώπων και της κομιντέρν, που είχε ως ορίζοντα τη δημοκρατική επανάσταση, ως πρώτο στάδιο για τη σοσιαλιστική. Αυτή ήταν κι η βασική κριτική που ασκούσε στην έκτη ολομέλεια του 34’ ο πουλιόπουλος, στη μπροσούρα του, δημοκρατική ή σοσιαλιστική επανάσταση στην ελλάδα.
Υπάρχει η αντίστοιχη αυτοκριτική του κόμματος για το στάδιο της λαοκρατίας, τον χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης και τον κρίκο της εθνικής απελευθέρωσης, που αυτονομήθηκε από την αλυσίδα του στρατηγικού στόχου, την οποία μπορείτε να δείτε κι εδώ, στην προδημοσίευση ενός αποσπάσματος από το δεύτερο τόμο του δοκιμίου ιστορίας του κουκουέ, που θα κυκλοφορήσει μες στο νοέμβρη και -κρίνοντας από το τρέχον τεύχος της κομεπ που έχει τις αποκαταστάσεις κι εξαντλήθηκε σε αθήνα και θεσσαλονίκη- το περιμένει με αγωνία πολύς κόσμος.
Υπάρχει όμως κι ο αντίλογος που λέει ότι η ήττα προήλθε από τα επιμέρους τακτικά λάθη κι όχι από τη στρατηγική κατεύθυνση του εαμ. Ίδια στρατηγική δεν είχαν κι οι παρτιζάνοι του τίτο στη γιουγκοσλαβία, που κατέλαβαν την εξουσία; Αν είχαμε καθαρό μέτωπο απέναντι στο ρόλο των άγγλων, τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Ας παίρναμε εμείς την εξουσία κι ας τη βαφτίζαμε λαοκρατία, δημοκρατική δικτατορία, ή και χούντα του προλεταριάτου –που λέει ο λόγος. Δεν θα ήταν αυτό το κύριο, σε εκείνη τη φάση.
Κάθε ιστορική αναδρομή επικαθορίζεται από τη συγκυρία, κάνει συνειρμούς με το σήμερα, βρίσκει αναλογίες κι ομοιότητες. Αλλά αν μείνει στον παραλληλισμό, χωρίς μεθοδολογικά εργαλεία και συγκεκριμένη ανάλυση, κινδυνεύει να πέσει στη λούμπα να κρίνει το παρόν από το παρελθόν, ή κι αντίστροφα.
Οι ομοιότητες της σημερινής κατάστασης με την περίοδο της κατοχής είναι αρκετές. Ο δύσκολος χειμώνας που έρχεται, ο στραγγαλισμός του λαού, τα δύο στρατόπεδα που διαμορφώνονται. Ο αστικός τύπος που τονίζει την ανάγκη του μνημονίου και των διαρθρωτικών αλλαγών, με τον ίδιο ζήλο που εξυμνούσε τους κατακτητές*. Ο αντιμπεριαλιστικός χαρακτήρας της λαϊκής πάλης.
Εκεί σταματούν οι ομοιότητες. Μπαίνει ως γέφυρα η σύνδεση που έκανε ο πασκίτης φωτόπουλος –μετά τη συνάντηση με την αλέκα- των εργαζόμενων στη δεη με τους κομμουνιστές του εαμ που τους κατηγορούσαν για εθνοπροδότες. Κι αρχίζουν οι αναλύσεις του δελαστίκ περί κατοχής ,το πατριωτικό μέτωπο του καζάκη που ονειρεύεται το νέο εαμ, και τα τρία γράμματα της ελε, που φωτίζουν την ελληνική μας τη γενιά και τον αγώνα μας, με φάρο το ντοκιμαντέρ του άρη –του αρχηγού των ατάκτων.
Αλλά η σημερινή συγκυρία δεν είναι ίδιας ποιότητας. Η ντόπια αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό δε γίνεται να βγουν έξω από το κάδρο και να αθωωθούν. Ο εργαζόμενος λαός δεν πρέπει να σκεφτεί με εθνικούς όρους, πώς να σωθεί η χώρα από την χρεοκοπία, αλλά ως τάξη για τον εαυτό της. Που πρέπει να κάνει την οικονομική κρίση του συστήματος πολιτική, επαναστατική, για να το ανατρέψει, αλλιώς θα πληρώσει τα σπασμένα και θα γονατίσει με κινέζικα μεροκάματα στα όρια της επιβίωσης. Ένας ακόμα σοσιαλιστικός παράδεισος, αυτή τη φορά πράσινος και made in greece.
Αυτό που πρέπει να πάρουμε από το εαμ, δεν είναι ο εθνικο-απελευθερωτικός του χαρακτήρας αλλά η δράση του, η προσφορά κι η αυτοθυσία των μελών του, η ζωή που περπατούσε δίπλα στο θάνατο, στις πιο δημιουργικές κι ένδοξες στιγμές της. Να φτιάξουμε ένα μέτωπο που θα πάρει τα καλύτερα στοιχεία από τον καθένα μας, κι από όλους μαζί συλλογικά, απ’ το κόμμα και τον λαό. Όπου δε θα κοιτάμε τον τάδε που με κουτσομπόλεψε, τον δείνα που με λοξοκοίταξε, τον γείτονα που μου τη σπάει και τον άλλο που φραξιονίζει. Αλλά τον κάθε σύντροφο ως μοναδική προσωπικότητα, με ξεχωριστά προσόντα κι αποθέματα ψυχικής δύναμης. Όπου η ανάπτυξη του ενός προϋποθέτει την ανάπτυξη του άλλου, σα μικρογραφία της κοινωνίας του μέλλοντος.
Ένα κίνημα που θα πάρει τα διδάγματα από το τραγούδι των ηττημένων και θα πει το δικό του, προσαρμοσμένο στην εποχή του, με τους κατάλληλους στίχους και με επίκαιρα νοήματα.
Επτά τραγούδια θα σου πω, για να διαλέξεις το σκοπό. Κι ένα μέλλον σοσιαλιστικό..
*Βλέπε και το πολύ καλό αφιέρωμα του κυριακάτικου ρίζου, και τις παραπομπές στον πέτρο ρούσο και τη μεγάλη πενταετία. Που ήταν –μεταξύ άλλων- στο περίπτερο με τις ειδικές προσφορές της σύγχρονης εποχής, στο φεστιβάλ της αθήνας, μαζί με δύο τόμους με ντοκουμέντα κι αποφάσεις του εαμ, και το βιβλίο του μπαρτζώτα –γραμματέα της κοα τότε- για την αδούλωτη αθήνα και τα δεκεμβριανά.
Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011
Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2011
Η μεγάλη εκκαθάριση
Ενώ η χώρα πηγαίνει ολοταχώς προς χρεοκοπία, και το βασικό ζητούμενο από τη σκοπιά του κινήματος παραμένει η πολιτική χρεοκοπία των αστικών κομμάτων, πριν χρεοκοπήσει ο λαός και τον γονατίσουν...
…η κε του μπλοκ, άρτι αφιχθείσα στη βάση της, συνεχίζει με αυτόματο πιλότο τις βουτιές της στην ασφάλεια του παρελθόντος και καταπιάνεται με ένα διαχρονικό ζήτημα: τις δίκες της μόσχας.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια εργασία, αναλυτική κι αρκούντως τεκμηριωμένη, του σ/φου αναγνώστη Άναυδου σχετικά με το θέμα, όπως το προσεγγίζει από τη δική του σκοπιά. Ποια είναι αυτή; Χωρίς να είναι οργανωμένος στο κόμμα, ο Άναυδος γράφει το κείμενο από την σκοπιά της κομμουνιστικής ορθοδοξίας –όπως αναφέρεται κατά καιρούς στο μπλοκ.
Η εργασία του Άναυδου ανήκει σε εκείνη την κατηγορία κειμένων, που δημοσιεύονται στον ρίζο με τη διευκρίνιση άρθρο συνεργάτη μας στον υπότιτλο. Δεν απηχεί απαραίτητα πλήρως τις δικές μου απόψεις, αλλά προφανώς δε μπήκε τυχαία εδώ. Τη θεωρώ, αν μη τι άλλο, διαφωτιστική κι ενδιαφέρουσα.
Θα μπορούσε να είναι παραλειπόμενο κείμενο από το περσινό αφιέρωμα της ελευθεροτυπίας στις δίκες της μόσχας, όπου συμμετείχαν διάφοροι πανεπιστημιακοί, φίλα προσκείμενοι στο κόμμα. Με τη διαφορά ότι ο Άναυδος ουδέποτε θα δεχόταν να δώσει δικό του κείμενο στον τεγόπουλο, ακόμα κι αν του είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο.
Ή καλύτερα μια εναλλακτική επιλογή στο ιστορικό ένθετο του κυριακάτικου ριζοσπάστη, που έχει γίνει κι αυτό 20σέλιδο, αλλά δεν έχει καταπιαστεί ακόμα με αυτό το θέμα. Σε κάθε περίπτωση, θα άξιζε να το διαβάσετε μέχρι τέλους, έστω και σε δόσεις, χωρίς να αποθαρρυνθείτε από την έκταση του κειμένου.
Η κε του μπλοκ επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί επί του θέματος σε κάποια μελλοντική ανάρτηση. Αλλά χρειαζόταν την καβάτζα μιας –τρόπον τινά- εισήγησης που να καλύπτει κάποια θέματα, για να τοποθετηθεί επ’ αυτής της βάσης. Και το κείμενο του Άναυδου μπορεί να παίξει αυτόν το ρόλο.
Επιπλέον, το μπλοκ παραμένει ανοιχτό στην εκδήλωση ενδιαφέροντος και για άλλες συνεργασίες, επί διαφόρων θεμάτων, ή και για τον αντίλογο επί του συγκεκριμένου, σε αντίστοιχη μορφή με το κείμενο του Άναυδου.
Καλή ανάγνωση και ψυχραιμία στα σχόλια.
Για τη δική σας ευκολία, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο και στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση:
https://docs.google.com/document/d/1jmriOLonXaljqYO_Ns_HmT-BGqVukHXQ7-kPytFIiU4/edit?hl=en_US
Υγ: η κε του μπλοκ ζητάει την κατανόηση του αναγνωστικού κοινού για το προηγούμενο διάστημα που δε μπορούσε να απαντά άμεσα στα σχόλια κι υπόσχεται ότι θα προσπαθήσει να το αλλάξει, και να απαντήσει, αναδρομικά έστω, σε κάποια από αυτά. Αν και ο βλαδίμηρος έλεγε ότι η συνήθεια είναι εχθρός του σοσιαλισμού. Κι οι θερινοί ρυθμοί είναι δύσκολο να αποβληθούν, ειδικά στην υγρασία της συμβασιλεύουσας.
…η κε του μπλοκ, άρτι αφιχθείσα στη βάση της, συνεχίζει με αυτόματο πιλότο τις βουτιές της στην ασφάλεια του παρελθόντος και καταπιάνεται με ένα διαχρονικό ζήτημα: τις δίκες της μόσχας.
Το κείμενο που ακολουθεί είναι μια εργασία, αναλυτική κι αρκούντως τεκμηριωμένη, του σ/φου αναγνώστη Άναυδου σχετικά με το θέμα, όπως το προσεγγίζει από τη δική του σκοπιά. Ποια είναι αυτή; Χωρίς να είναι οργανωμένος στο κόμμα, ο Άναυδος γράφει το κείμενο από την σκοπιά της κομμουνιστικής ορθοδοξίας –όπως αναφέρεται κατά καιρούς στο μπλοκ.
Η εργασία του Άναυδου ανήκει σε εκείνη την κατηγορία κειμένων, που δημοσιεύονται στον ρίζο με τη διευκρίνιση άρθρο συνεργάτη μας στον υπότιτλο. Δεν απηχεί απαραίτητα πλήρως τις δικές μου απόψεις, αλλά προφανώς δε μπήκε τυχαία εδώ. Τη θεωρώ, αν μη τι άλλο, διαφωτιστική κι ενδιαφέρουσα.
Θα μπορούσε να είναι παραλειπόμενο κείμενο από το περσινό αφιέρωμα της ελευθεροτυπίας στις δίκες της μόσχας, όπου συμμετείχαν διάφοροι πανεπιστημιακοί, φίλα προσκείμενοι στο κόμμα. Με τη διαφορά ότι ο Άναυδος ουδέποτε θα δεχόταν να δώσει δικό του κείμενο στον τεγόπουλο, ακόμα κι αν του είχε ζητηθεί κάτι τέτοιο.
Ή καλύτερα μια εναλλακτική επιλογή στο ιστορικό ένθετο του κυριακάτικου ριζοσπάστη, που έχει γίνει κι αυτό 20σέλιδο, αλλά δεν έχει καταπιαστεί ακόμα με αυτό το θέμα. Σε κάθε περίπτωση, θα άξιζε να το διαβάσετε μέχρι τέλους, έστω και σε δόσεις, χωρίς να αποθαρρυνθείτε από την έκταση του κειμένου.
Η κε του μπλοκ επιφυλάσσεται να τοποθετηθεί επί του θέματος σε κάποια μελλοντική ανάρτηση. Αλλά χρειαζόταν την καβάτζα μιας –τρόπον τινά- εισήγησης που να καλύπτει κάποια θέματα, για να τοποθετηθεί επ’ αυτής της βάσης. Και το κείμενο του Άναυδου μπορεί να παίξει αυτόν το ρόλο.
Επιπλέον, το μπλοκ παραμένει ανοιχτό στην εκδήλωση ενδιαφέροντος και για άλλες συνεργασίες, επί διαφόρων θεμάτων, ή και για τον αντίλογο επί του συγκεκριμένου, σε αντίστοιχη μορφή με το κείμενο του Άναυδου.
Καλή ανάγνωση και ψυχραιμία στα σχόλια.
Για τη δική σας ευκολία, μπορείτε να διαβάσετε το κείμενο και στην εξής ηλεκτρονική διεύθυνση:
https://docs.google.com/document/d/1jmriOLonXaljqYO_Ns_HmT-BGqVukHXQ7-kPytFIiU4/edit?hl=en_US
Υγ: η κε του μπλοκ ζητάει την κατανόηση του αναγνωστικού κοινού για το προηγούμενο διάστημα που δε μπορούσε να απαντά άμεσα στα σχόλια κι υπόσχεται ότι θα προσπαθήσει να το αλλάξει, και να απαντήσει, αναδρομικά έστω, σε κάποια από αυτά. Αν και ο βλαδίμηρος έλεγε ότι η συνήθεια είναι εχθρός του σοσιαλισμού. Κι οι θερινοί ρυθμοί είναι δύσκολο να αποβληθούν, ειδικά στην υγρασία της συμβασιλεύουσας.
Ετικέτες
δίκες της μόσχας
Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011
Σπορτ-Ματ*
Η σχέση του αθλητισμού με τον ιστορικό υλισμό
Λένε ότι το ποδόσφαιρο είναι ο καθρέφτης της ζωής. Καθρέφτης σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω, όπως έλεγε η ιερόδουλη στο ναυάγιο της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Αν το δούμε από αυτό το πρίσμα, η περίφημη φράση του Όσιμ, η μπάλα είναι πόρνη, αποδίδει στη στρογγυλή θεά εξ αντανακλάσεως ίσως, την ιδιότητα που συνηθίζουμε να αποδίδουμε στην ίδια τη ζωή. Την οποία όμως συνεχίζουμε να αγαπάμε, κατά το γηπεδικό «όσο μας πληγώνεις, τόσο μας πωρώνεις».
Η ζωή είναι στρογγυλή, απρόβλεπτη, χτυπάει στο δοκάρι και διαψεύδει τα μεγάλα όνειρα για λίγα εκατοστά. Πολλές φορές κυλάει βαρετά, σα στημένο παιχνίδι, με προκαθορισμένους ρόλους και ταξικά όρια για τον καθένα. Με μπόλικο κατενάτσιο και διαρκή αντίσταση, για να μη μας πάρουν πίσω τα κεκτημένα. Χιμαιρικές αντεπιθέσεις, όπου συνήθως δεν κατεβάζουμε πολύ κόσμο στην αντίπαλη περιοχή -κι αν το κάνουμε, δεν έχουμε επιτελικό σχέδιο για να σκοράρουμε. Αλλά κι ελάχιστες στιγμές χαράς κι ικανοποίησης, κάτι σαν γκολ της τιμής στο τέλος. Παραφράζοντας το γνωστό ορισμό του Λίνεκερ για το ποδόσφαιρο, θα λέγαμε ότι η ζωή είναι ένα παιχνίδι με διάφορες κοινωνικές τάξεις που έρχονται αντιμέτωπες και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι εκμεταλλευτές. Ενώ το γκολ παραμένει άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους. Ακόμα κι οι καλύτεροι επιθετικοί σπάνια έχουν καλύτερο ποσοστό ευστοχίας από ένα γκολ ανά επτά τελικές προσπάθειες, κατά μέσο όρο. Κι είναι εντελώς αμφίβολο ότι η ζωή θα μας δώσει τόσες ευκαιρίες.
Ας το πάρουμε αντίστροφα. Τα περισσότερα σύγχρονα ομαδικά αθλήματα αποτελούν μετουσίωση αρχέγονων ενστίκτων και προσομοιώνουν στις σημερινές συνθήκες το πρωτόγονο κυνήγι. Γι’ αυτό και ο κοινωνιολόγος Ντέσμοντ Μόρις έδωσε στη μελέτη του για το άθλημα τον τίτλο: «Η φυλή του ποδοσφαίρου».
Η φυλή είναι η ομάδα που συνεργάζεται για να φτάσει στον στόχο και να πετύχει την αντίπαλη εστία που συμβολίζει το θήραμα. Το οποίο στέκεται ακίνητο, αλλά αυτό αντισταθμίζεται από τον τερματοφύλακα και τους αμυντικούς που το προστατεύουν κι αυξάνουν το βαθμό δυσκολίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι εμείς αποκαλούμε κυνηγό στα ελληνικά, τον παίκτη που αγωνίζεται στη θέση του κεντρικού επιθετικού –σέντερ φορ.
Παράλληλα το ποδόσφαιρο έχει ενσωματώσει μια σειρά χαρακτηριστικά που καθρεφτίζουν τη σημερινή ταξική κοινωνία. Τον καταμερισμό ρόλων στην ενδεκάδα που θυμίζει τον καταμερισμό εργασίας στην παραγωγή. «Ταξικές» διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιθετικών που προσφέρουν γκολ και θέαμα και των περιφρονημένων αμυντικών. Αλλοτρίωση του παίκτη που γίνεται γρανάζι μιας συστηματοποιημένης μηχανής, χωρίς φαντασία και πρωτόβουλο πνεύμα. Κι επιστασία της ομάδας από τον προπονητή, που έχει διευθυντικό δικαίωμα πάνω στους παίκτες και μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους μεταθέσει στον πάγκο, ή στην κερκίδα.
Παρά τις εσωτερικές διακρίσεις και τα ιεραρχικά της χαρακτηριστικά, μια οργανωμένη ομάδα είναι ανώτερη από ένα άναρχο μπουλούκι που παίζει χύμα για την χαρά της συμμετοχής, περίπου όπως οι οργανωμένες ταξικές κοινωνίες ήταν ανώτερες από τις πρωτόγονες αγέλες. Αλλά το ζητούμενο παραμένει η διαλεκτική υπέρβαση, το «οργανωμένο χάος». Μία ομάδα που να καταργεί τις θέσεις μες στο γήπεδο, όπως ο Άγιαξ των 70’ς και να επανεφεύρει την χαμένη χαρά του παιχνιδιού, όπως η Μπαρτσελόνα. Με τον ίδιο τρόπο που η εργασία στον κομμουνισμό δε θα στοχεύει στους δείκτες παραγωγής, αλλά αποκλειστικά στην χαρά της δημιουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αναλυτές των αστικών μέσων ονόμασαν αυτό το στιλ παιχνιδιού ολοκληρωτικό –total football- προκειμένου να το σπιλώσουν και να δυσφημήσουν την ουσία του.
Η ιστορική πορεία του ποδοσφαίρου είναι παράλληλη με αυτήν του καπιταλισμού. Ξεκίνησε στην Αγγλία, τον καιρό που ο Μαρξ μελετούσε την οικονομία της κι έγραφε το Κεφάλαιο. Είδε την χώρα που το γέννησε να χάνει τα σκήπτρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο, αλλά να κρατάει τον αυτοκρατορικό μεγαλισμό, παρά την παρακμή της –όπως και στην πολιτική. Και τα μεγάλα ευρωπαϊκά κλαμπ να κλέβουν ταλέντα και πρώτες ύλες από τον Νέο Κόσμο της (Λατινικής) Αμερικής, για να βγάλουν οικονομικά κι αγωνιστικά οφέλη.
Το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο αναδύει τη σαπίλα του συστήματος. Κακό θέαμα, λίγα γκολ, στημένοι αγώνες, τζόγος, βία, αναβολικά, μπράβοι, λαμόγια, ραντεβού θανάτου, διαιτητές, ξέπλυμα χρήματος κ.ά. Το κοινοτικό κεκτημένο χάνεται μαζί με το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, την κοινή ώρα έναρξης των αγώνων, τις κοιλίτσες των παικτών που πρέπει να έχουν προδιαγραφές υπεραθλητών για να σταθούν σε κορυφαίο επίπεδο, και τη φωνή του Μανόλη Μαυρομάτη. Σήμερα οι εκφωνητές κι οι παίκτες μοιάζουν να έχουν βγει –με ελάχιστες εξαιρέσεις- από το ίδιο άχρωμο κι άοσμο καλούπι.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά, δίνοντας καινούρια χαρακτηριστικά στο παιχνίδι. Οι ομάδες θα είναι αυτοδιαχειριζόμενες στα πρότυπα της Κορίνθιανς του Σόκρατες, ενώ διαιτητές και προπονητές θα καταστούν περιττοί και θα απονεκρωθούν μαζί με τα υπόλοιπα κρατικά όργανα. Οι παίκτες των δύο ομάδων θα επιλύουν μόνοι τους τις υποθέσεις τους, χωρίς να προσφύγουν σε κάποιον άρχοντα –του αγώνα και γενικά- για να διευθύνει την αναμέτρησή. Όπως παίζουν δηλαδή οι παρέες στις αλάνες. Ένα είδος πρωτόγονου κομμουνισμού, που θα οικοδομηθεί μελλοντικά σε ανώτερη βάση.
Ο αθλητισμός προσφέρει πολλά παραδείγματα για φιλοσοφικούς στοχασμούς. Πχ για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Οι μεγάλοι αστέρες φαίνονται στα κρίσιμα και λάμπουν όταν δεν υπάρχει φως στο τούνελ. Αλλά δεν κερδίζουν μόνοι τους τον αντίπαλο. Η μονάδα αναδεικνύεται μέσα από το σύνολο –κι αντιστρόφως. Ο Μέσι στη Μπαρτσελόνα είναι πρώτο βιολί σε μια ομάδα-ορχήστρα, που δίνει παράσταση σε κάθε αγώνα και τον κάνει κονσέρτο για πολυβόλα. Αλλά στην Αργεντινή γίνεται αγνώριστος, όπως όλοι οι υποψήφιοι διάδοχοι του Μαραντόνα. Ούτε κι ο ίδιος ο Ντιέγκο δεν κατάφερε να ξορκίσει, ως προπονητής, την κατάρα του στο περσινό Μουντιάλ.
Εκεί δηλαδή που οι Ισπανοί συμπαίκτες του Μέσι στην Μπαρτσελόνα στέφθηκαν πρωταθλητές κόσμου. Μπορεί να μην είχαν φαντεζί παίκτη σαν το Μέσι, να κούρασαν κάποιους με το τίκι-τάκα, και να είχαν την χαμηλότερη επιθετική συγκομιδή πρωταθλήτριας στα χρονικά (μόλις επτά γκολ σε ισάριθμα ματς, όλα από blaugrana). Αλλά μετέφεραν σχεδόν αυτούσιο στην εθνική το στιλ της Μπάρτσα με τη γνωστή κατοχή μπάλας και κυριάρχησαν στη διοργάνωση.
Η μέθοδος είναι πιο σημαντική από το ατομικό ταλέντο. Κι ο Λένιν έλεγε ότι κανείς δεν κατάλαβε πραγματικά το Κεφάλαιο του Μαρξ, χωρίς να διαβάσει τη Λογική του Χέγκελ. Εννοώντας βασικά τη μέθοδο του Μαρξ και τις κατηγορίες της διαλεκτικής: ουσία, φαινόμενο, απλούστατη αφαίρεση (το εμπόρευμα), ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κτλ. Κι αν ο Χέγκελ πέφτει κάπως στρυφνός στις μάζες για να τον καταλάβουν, μπορούν να δουν τη δουλειά του Ομπράντοβιτς στον Παναθηναϊκό για να κατανοήσουν την σημασία της μεθόδου. Όποιος παίζει έξυπνα και μεθοδικά, παίρνει νίκες και τίτλους ακόμα και όταν αποδυναμώνεται (απώλειες Πέκοβιτς, Γιασικεβίτσιους), ή αντιμετωπίζει θεωρητικά ανώτερους αντιπάλους (Μπαρτσελόνα).
Η μέθοδος του Ομπράντοβιτς φέρνει με τη σειρά της στο προσκήνιο τη σχέση του υποκειμενικού παράγοντα με τις αντικειμενικές συνθήκες. Αντικειμενική μπορεί να είναι η υπεροχή μιας ομάδας, -πχ του καπιταλιστικού μπλοκ απέναντι στη σοβιετική Ρωσία. Αυτό σημαίνει ότι αν παίξουν δέκα φορές μεταξύ τους, οι καπιταλιστές θα κερδίσουν τις περισσότερες. Αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι ντετερμινιστικά προκαθορισμένο. Πόσο μάλλον που η ιστορία είναι σαν νοκ-άουτ αγώνας, χωρίς περιθώρια –στρατηγικής- ήττας. Εκεί μπαίνει το ζήτημα της δράσης του υποκειμένου. Τι μπορεί να κάνει για αξιοποιήσει τις αντιφάσεις του αντιπάλου και να κερδίσει;
Αν οι σύντροφοι ερμήνευαν με ποδοσφαιρικούς όρους τα ιστορικά γεγονότα που τους σημάδεψαν, θα είχαν πιο νηφάλιες προσεγγίσεις από τις σημερινές. Πώς να μη στήσεις τείχος του Βερολίνου γύρω από την εστία σου, όταν οι παγκόσμιοι συσχετισμοί είναι εναντίον μας –σα να παίζουμε με παίκτη λιγότερο; Και πώς να μην απαιτείς σιδερένια πειθαρχία μες στην ομάδα, όταν δεν μιλάμε καν για ένα παιχνίδι, αλλά για –ταξικό- πόλεμο διαρκείας;
Από την άλλη όμως... πώς να μην αγανακτείς, όταν έχεις χρυσή ευκαιρία στο 44’, κι αστοχείς προ κενής εστίας, με τους αστούς να λείπουν στο Κάιρο; Πώς να μη σαστίζεις όταν χάνεις με ανατροπή του σκορ –και του σοσιαλισμού- με γκολ στο 89’ και το 91’; Σαν την ανατροπή της Γιουνάιτεντ, στον τελικό της Βαρκελώνης! Είναι μετά να μην κλαις γοερά, σαν τον Σάμουελ Κουφούρ, πεσμένος στο χορτάρι; Και να μην ψάχνεις για τον προδότη Γκόρμπι, που ήταν πιασμένος από τον αντίπαλο, και έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του στη σέντρα; Πώς αλλιώς να εξηγήσεις την παρακμή και την ήττα μιας ομάδας με τόσο βαριά φανέλα, τέτοιο υλικό και ιστορία;
Κι έτσι φτάσαμε στο τέλος της ιστορίας. Τριπλό σφύριγμα λήξης. Κι ο Γκόρμπι μας πρόδωσε, πριν κοράκι σφυρίξει τρις. Μαύρο κοράκι με νύχια γαμψά. Αλλά ο αγώνας μας δεν τελείωσε. Είμαστε ιστορικά αισιόδοξοι για την εργατική ρεβάνς και τον τρίτο γύρο. Vencerémos.
**Απ’ τις αρχικές συλλαβές των ρώσικων λέξεων για τον αθλητισμό και τον υλισμό (ματεριαλισμό), κατ’ αντιστοιχία των κωδικοποιημένων ονομασιών που είχαν δώσει οι σοβιετικοί στο διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό (Δια-ματ και Ιστ-ματ αντίστοιχα).

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού λεύγα, που κυκλοφορεί σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Μπορείτε να επισκεπτείτε την ιστοσελίδα του περιοδικού στην ηλεκτρρονική διεύθυνση: http://www.levga.gr/
Λένε ότι το ποδόσφαιρο είναι ο καθρέφτης της ζωής. Καθρέφτης σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω, όπως έλεγε η ιερόδουλη στο ναυάγιο της Γαλάτειας Καζαντζάκη. Αν το δούμε από αυτό το πρίσμα, η περίφημη φράση του Όσιμ, η μπάλα είναι πόρνη, αποδίδει στη στρογγυλή θεά εξ αντανακλάσεως ίσως, την ιδιότητα που συνηθίζουμε να αποδίδουμε στην ίδια τη ζωή. Την οποία όμως συνεχίζουμε να αγαπάμε, κατά το γηπεδικό «όσο μας πληγώνεις, τόσο μας πωρώνεις».
Η ζωή είναι στρογγυλή, απρόβλεπτη, χτυπάει στο δοκάρι και διαψεύδει τα μεγάλα όνειρα για λίγα εκατοστά. Πολλές φορές κυλάει βαρετά, σα στημένο παιχνίδι, με προκαθορισμένους ρόλους και ταξικά όρια για τον καθένα. Με μπόλικο κατενάτσιο και διαρκή αντίσταση, για να μη μας πάρουν πίσω τα κεκτημένα. Χιμαιρικές αντεπιθέσεις, όπου συνήθως δεν κατεβάζουμε πολύ κόσμο στην αντίπαλη περιοχή -κι αν το κάνουμε, δεν έχουμε επιτελικό σχέδιο για να σκοράρουμε. Αλλά κι ελάχιστες στιγμές χαράς κι ικανοποίησης, κάτι σαν γκολ της τιμής στο τέλος. Παραφράζοντας το γνωστό ορισμό του Λίνεκερ για το ποδόσφαιρο, θα λέγαμε ότι η ζωή είναι ένα παιχνίδι με διάφορες κοινωνικές τάξεις που έρχονται αντιμέτωπες και στο τέλος κερδίζουν πάντα οι εκμεταλλευτές. Ενώ το γκολ παραμένει άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους. Ακόμα κι οι καλύτεροι επιθετικοί σπάνια έχουν καλύτερο ποσοστό ευστοχίας από ένα γκολ ανά επτά τελικές προσπάθειες, κατά μέσο όρο. Κι είναι εντελώς αμφίβολο ότι η ζωή θα μας δώσει τόσες ευκαιρίες.
Ας το πάρουμε αντίστροφα. Τα περισσότερα σύγχρονα ομαδικά αθλήματα αποτελούν μετουσίωση αρχέγονων ενστίκτων και προσομοιώνουν στις σημερινές συνθήκες το πρωτόγονο κυνήγι. Γι’ αυτό και ο κοινωνιολόγος Ντέσμοντ Μόρις έδωσε στη μελέτη του για το άθλημα τον τίτλο: «Η φυλή του ποδοσφαίρου».
Η φυλή είναι η ομάδα που συνεργάζεται για να φτάσει στον στόχο και να πετύχει την αντίπαλη εστία που συμβολίζει το θήραμα. Το οποίο στέκεται ακίνητο, αλλά αυτό αντισταθμίζεται από τον τερματοφύλακα και τους αμυντικούς που το προστατεύουν κι αυξάνουν το βαθμό δυσκολίας. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι εμείς αποκαλούμε κυνηγό στα ελληνικά, τον παίκτη που αγωνίζεται στη θέση του κεντρικού επιθετικού –σέντερ φορ.
Παράλληλα το ποδόσφαιρο έχει ενσωματώσει μια σειρά χαρακτηριστικά που καθρεφτίζουν τη σημερινή ταξική κοινωνία. Τον καταμερισμό ρόλων στην ενδεκάδα που θυμίζει τον καταμερισμό εργασίας στην παραγωγή. «Ταξικές» διαφοροποιήσεις μεταξύ των επιθετικών που προσφέρουν γκολ και θέαμα και των περιφρονημένων αμυντικών. Αλλοτρίωση του παίκτη που γίνεται γρανάζι μιας συστηματοποιημένης μηχανής, χωρίς φαντασία και πρωτόβουλο πνεύμα. Κι επιστασία της ομάδας από τον προπονητή, που έχει διευθυντικό δικαίωμα πάνω στους παίκτες και μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους μεταθέσει στον πάγκο, ή στην κερκίδα.
Παρά τις εσωτερικές διακρίσεις και τα ιεραρχικά της χαρακτηριστικά, μια οργανωμένη ομάδα είναι ανώτερη από ένα άναρχο μπουλούκι που παίζει χύμα για την χαρά της συμμετοχής, περίπου όπως οι οργανωμένες ταξικές κοινωνίες ήταν ανώτερες από τις πρωτόγονες αγέλες. Αλλά το ζητούμενο παραμένει η διαλεκτική υπέρβαση, το «οργανωμένο χάος». Μία ομάδα που να καταργεί τις θέσεις μες στο γήπεδο, όπως ο Άγιαξ των 70’ς και να επανεφεύρει την χαμένη χαρά του παιχνιδιού, όπως η Μπαρτσελόνα. Με τον ίδιο τρόπο που η εργασία στον κομμουνισμό δε θα στοχεύει στους δείκτες παραγωγής, αλλά αποκλειστικά στην χαρά της δημιουργίας. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αναλυτές των αστικών μέσων ονόμασαν αυτό το στιλ παιχνιδιού ολοκληρωτικό –total football- προκειμένου να το σπιλώσουν και να δυσφημήσουν την ουσία του.
Η ιστορική πορεία του ποδοσφαίρου είναι παράλληλη με αυτήν του καπιταλισμού. Ξεκίνησε στην Αγγλία, τον καιρό που ο Μαρξ μελετούσε την οικονομία της κι έγραφε το Κεφάλαιο. Είδε την χώρα που το γέννησε να χάνει τα σκήπτρα μετά τον Β’ Παγκόσμιο, αλλά να κρατάει τον αυτοκρατορικό μεγαλισμό, παρά την παρακμή της –όπως και στην πολιτική. Και τα μεγάλα ευρωπαϊκά κλαμπ να κλέβουν ταλέντα και πρώτες ύλες από τον Νέο Κόσμο της (Λατινικής) Αμερικής, για να βγάλουν οικονομικά κι αγωνιστικά οφέλη.
Το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο αναδύει τη σαπίλα του συστήματος. Κακό θέαμα, λίγα γκολ, στημένοι αγώνες, τζόγος, βία, αναβολικά, μπράβοι, λαμόγια, ραντεβού θανάτου, διαιτητές, ξέπλυμα χρήματος κ.ά. Το κοινοτικό κεκτημένο χάνεται μαζί με το ερασιτεχνικό ποδόσφαιρο, την κοινή ώρα έναρξης των αγώνων, τις κοιλίτσες των παικτών που πρέπει να έχουν προδιαγραφές υπεραθλητών για να σταθούν σε κορυφαίο επίπεδο, και τη φωνή του Μανόλη Μαυρομάτη. Σήμερα οι εκφωνητές κι οι παίκτες μοιάζουν να έχουν βγει –με ελάχιστες εξαιρέσεις- από το ίδιο άχρωμο κι άοσμο καλούπι.
Η κοινωνία του μέλλοντος θα βάλει ένα τέλος σε όλα αυτά, δίνοντας καινούρια χαρακτηριστικά στο παιχνίδι. Οι ομάδες θα είναι αυτοδιαχειριζόμενες στα πρότυπα της Κορίνθιανς του Σόκρατες, ενώ διαιτητές και προπονητές θα καταστούν περιττοί και θα απονεκρωθούν μαζί με τα υπόλοιπα κρατικά όργανα. Οι παίκτες των δύο ομάδων θα επιλύουν μόνοι τους τις υποθέσεις τους, χωρίς να προσφύγουν σε κάποιον άρχοντα –του αγώνα και γενικά- για να διευθύνει την αναμέτρησή. Όπως παίζουν δηλαδή οι παρέες στις αλάνες. Ένα είδος πρωτόγονου κομμουνισμού, που θα οικοδομηθεί μελλοντικά σε ανώτερη βάση.
Ο αθλητισμός προσφέρει πολλά παραδείγματα για φιλοσοφικούς στοχασμούς. Πχ για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Οι μεγάλοι αστέρες φαίνονται στα κρίσιμα και λάμπουν όταν δεν υπάρχει φως στο τούνελ. Αλλά δεν κερδίζουν μόνοι τους τον αντίπαλο. Η μονάδα αναδεικνύεται μέσα από το σύνολο –κι αντιστρόφως. Ο Μέσι στη Μπαρτσελόνα είναι πρώτο βιολί σε μια ομάδα-ορχήστρα, που δίνει παράσταση σε κάθε αγώνα και τον κάνει κονσέρτο για πολυβόλα. Αλλά στην Αργεντινή γίνεται αγνώριστος, όπως όλοι οι υποψήφιοι διάδοχοι του Μαραντόνα. Ούτε κι ο ίδιος ο Ντιέγκο δεν κατάφερε να ξορκίσει, ως προπονητής, την κατάρα του στο περσινό Μουντιάλ.
Εκεί δηλαδή που οι Ισπανοί συμπαίκτες του Μέσι στην Μπαρτσελόνα στέφθηκαν πρωταθλητές κόσμου. Μπορεί να μην είχαν φαντεζί παίκτη σαν το Μέσι, να κούρασαν κάποιους με το τίκι-τάκα, και να είχαν την χαμηλότερη επιθετική συγκομιδή πρωταθλήτριας στα χρονικά (μόλις επτά γκολ σε ισάριθμα ματς, όλα από blaugrana). Αλλά μετέφεραν σχεδόν αυτούσιο στην εθνική το στιλ της Μπάρτσα με τη γνωστή κατοχή μπάλας και κυριάρχησαν στη διοργάνωση.
Η μέθοδος είναι πιο σημαντική από το ατομικό ταλέντο. Κι ο Λένιν έλεγε ότι κανείς δεν κατάλαβε πραγματικά το Κεφάλαιο του Μαρξ, χωρίς να διαβάσει τη Λογική του Χέγκελ. Εννοώντας βασικά τη μέθοδο του Μαρξ και τις κατηγορίες της διαλεκτικής: ουσία, φαινόμενο, απλούστατη αφαίρεση (το εμπόρευμα), ανάβαση από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο κτλ. Κι αν ο Χέγκελ πέφτει κάπως στρυφνός στις μάζες για να τον καταλάβουν, μπορούν να δουν τη δουλειά του Ομπράντοβιτς στον Παναθηναϊκό για να κατανοήσουν την σημασία της μεθόδου. Όποιος παίζει έξυπνα και μεθοδικά, παίρνει νίκες και τίτλους ακόμα και όταν αποδυναμώνεται (απώλειες Πέκοβιτς, Γιασικεβίτσιους), ή αντιμετωπίζει θεωρητικά ανώτερους αντιπάλους (Μπαρτσελόνα).
Η μέθοδος του Ομπράντοβιτς φέρνει με τη σειρά της στο προσκήνιο τη σχέση του υποκειμενικού παράγοντα με τις αντικειμενικές συνθήκες. Αντικειμενική μπορεί να είναι η υπεροχή μιας ομάδας, -πχ του καπιταλιστικού μπλοκ απέναντι στη σοβιετική Ρωσία. Αυτό σημαίνει ότι αν παίξουν δέκα φορές μεταξύ τους, οι καπιταλιστές θα κερδίσουν τις περισσότερες. Αλλά το αποτέλεσμα δεν είναι ντετερμινιστικά προκαθορισμένο. Πόσο μάλλον που η ιστορία είναι σαν νοκ-άουτ αγώνας, χωρίς περιθώρια –στρατηγικής- ήττας. Εκεί μπαίνει το ζήτημα της δράσης του υποκειμένου. Τι μπορεί να κάνει για αξιοποιήσει τις αντιφάσεις του αντιπάλου και να κερδίσει;
Αν οι σύντροφοι ερμήνευαν με ποδοσφαιρικούς όρους τα ιστορικά γεγονότα που τους σημάδεψαν, θα είχαν πιο νηφάλιες προσεγγίσεις από τις σημερινές. Πώς να μη στήσεις τείχος του Βερολίνου γύρω από την εστία σου, όταν οι παγκόσμιοι συσχετισμοί είναι εναντίον μας –σα να παίζουμε με παίκτη λιγότερο; Και πώς να μην απαιτείς σιδερένια πειθαρχία μες στην ομάδα, όταν δεν μιλάμε καν για ένα παιχνίδι, αλλά για –ταξικό- πόλεμο διαρκείας;
Από την άλλη όμως... πώς να μην αγανακτείς, όταν έχεις χρυσή ευκαιρία στο 44’, κι αστοχείς προ κενής εστίας, με τους αστούς να λείπουν στο Κάιρο; Πώς να μη σαστίζεις όταν χάνεις με ανατροπή του σκορ –και του σοσιαλισμού- με γκολ στο 89’ και το 91’; Σαν την ανατροπή της Γιουνάιτεντ, στον τελικό της Βαρκελώνης! Είναι μετά να μην κλαις γοερά, σαν τον Σάμουελ Κουφούρ, πεσμένος στο χορτάρι; Και να μην ψάχνεις για τον προδότη Γκόρμπι, που ήταν πιασμένος από τον αντίπαλο, και έσκυψε να δέσει τα κορδόνια του στη σέντρα; Πώς αλλιώς να εξηγήσεις την παρακμή και την ήττα μιας ομάδας με τόσο βαριά φανέλα, τέτοιο υλικό και ιστορία;
Κι έτσι φτάσαμε στο τέλος της ιστορίας. Τριπλό σφύριγμα λήξης. Κι ο Γκόρμπι μας πρόδωσε, πριν κοράκι σφυρίξει τρις. Μαύρο κοράκι με νύχια γαμψά. Αλλά ο αγώνας μας δεν τελείωσε. Είμαστε ιστορικά αισιόδοξοι για την εργατική ρεβάνς και τον τρίτο γύρο. Vencerémos.
**Απ’ τις αρχικές συλλαβές των ρώσικων λέξεων για τον αθλητισμό και τον υλισμό (ματεριαλισμό), κατ’ αντιστοιχία των κωδικοποιημένων ονομασιών που είχαν δώσει οι σοβιετικοί στο διαλεκτικό και τον ιστορικό υλισμό (Δια-ματ και Ιστ-ματ αντίστοιχα).

Κείμενο που δημοσιεύτηκε στο τρίτο τεύχος του περιοδικού λεύγα, που κυκλοφορεί σε επιλεγμένα βιβλιοπωλεία. Μπορείτε να επισκεπτείτε την ιστοσελίδα του περιοδικού στην ηλεκτρρονική διεύθυνση: http://www.levga.gr/
Ετικέτες
αθλητισμός,
λεύγα,
μπάρτσα,
μπάσκετ,
ποδόσφαιρο
Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2011
Φεστιβάλ ετών 37
Τι είναι το φεστιβάλ της κνε; Έχουμε και λέμε.
Να μη νιώθεις τα πόδια σου μετά τη δεθ και να πρέπει να πας στο καπάκι στο φεστιβάλ. Τα αστικά που μας περιμένουν στο τέλος στα δικαστήρια, για να μας πάνε κατευθείαν στον χώρο. Επόμενη στάση, φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Τερματικός σταθμός.
Η περιφρούρηση στον χώρο τις παραμονές του τριημέρου και τα ατέλειωτα βράδια που σε ανδρώνουν με τις ιστορίες των βετεράνων. Από αυτές που θα λέω κάποτε στα παιδιά μου για να φάνε το φαγητό τους. Κι ύστερα η χρέωση στα μωρά στη φωτιά. Όπου η περιφρούρηση χτυπιέται πάνω-κάτω, μαζί με τους φανατικούς της μπάντας και στο τέλος φωνάζει κομματικά συνθήματα μπας και τους χαλαρώσει.
Τα στεγνά σουβλάκια που είναι λίγο καλύτερα από τα ωμά. Το καυτό δίλημμα για το αν οι ψήστες δικαιούνται δωρεάν μπουκαλάκια νερό. Τα παγωμένα σουβλάκια που δεν ξεκολλάνε. Οι ανυπόμονοι στην ουρά, οι τζαμπατζήδες κι οι μυστήριοι, οι απίθανες παραγγελίες για δεκάδες σουβλάκια. Οι μετανάστες που δεν τρώνε χοιρινό κι η κατάκτηση του κεμπάπ. Τα ρέστα από πενηντάρικο και τα βασικά της προπαίδειας στο ταμείο, που δεν τα κατέχουν όλοι οι σφοι.
Κι απ’ την παραγωγή στην κατανάλωση. Ραντεβού στα τυφλά με τη λεκάνη, στις χημικές τουαλέτες, που δεν έχουν φως. Οι τυχεροί που καθαρίζουν την καλλιόπη. Κι οι γωνίες στα πέριξ του χώρου που μυρίζουν αμμωνία.
Οι κάρτες γνωριμίας όπου θυμάσαι με νοσταλγία τα νιάτα σου, λες κι είσαι καμιά παλιοσειρά. Κι οι αναμνήσεις απ’ την πρώτη σου φορά στο φεστιβάλ, που είναι πάντα γλυκιά κι ιδιαίτερη. Η αίσθηση ότι γερνάς, όταν αλλάζει μπροστά το ψηφίο –τώρα που πλησιάζει το 40ό. Η νοερή αναδρομή στα πρώτα φεστιβάλ της μεταπολίτευσης, με ξυλούρη και λοΐζο. Οι δραματικές αφηγήσεις για τη διάσπαση στο δέκατο πέμπτο, με την ομιλία του γράψα. Και κάτι παπούδια μοναχικά να κρατάνε ηρωικά και πένθιμα τα μπόσικα στο επίσημο φεστιβάλ της σουπρολίγκα.
Τα μικρά φεστιβάλ στην επαρχία που μοιάζουν με προφεστιβαλικές. Κι η κοσμοσυρροή στις μεγάλες πόλεις. Το ετήσιο συναπάντημα με γνωστούς και φίλους, με πρώην και συντρόφους φαντάσματα. Η ανταλλαγή νέων, το κυνήγι της καρέκλας για να μην ξεροσταλιάζεις, τα κινητά που δεν πιάνουν σήμα, γιατί μπουκώνει το δίκτυο. Το λαϊκό προσκύνημα στο περίπτερο του ελληνοκουβανικού.
Οι σύντροφοι της κρήτης που πουλάν λαχνούς και σου λεν: παιδιά κληρώνουμε ένα ντράο. Και ψάχνεις να βρεις εσύ τι μοντέλο είναι αυτό το ντράο και δεν το ξέρεις. Ώσπου να γίνει η κλήρωση και να δεις το έπαθλο που είναι ένας τράγος. Και στο καπάκι κρητικό γλέντι με μαντινάδα. Εγώ το σύστημα αυτό καθόλου δε φοβούμαι. Γι’ αυτό αντέστε βρε παιδιά στην κνε για να γραφτούμε.
Η φαντασία στην εξουσία στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα κι η πεπατημένη με αυτούς που ξέρετε κι εμπιστεύεστε. Ο κλασικός βασίλης για να γεμίσει τον χώρο τις καθημερινές. Που ζούμε για να ακούμε τα παλιά του, αλλά μέσα μας έχει πεθάνει προ πολλού. Ο συνονόματος του μπέρια, που φέτος ευτυχώς τον γλιτώσαμε. Ο σταρόβας που σε ένα φεστιβάλ τον χτύπησε ρεύμα και μας έπαιξαν όλα τα μεσημεριανάδικα. Η σχεδόν ανύπαρκτη κάλυψη από τα μμε. Και το πρώτο θέμα που έγραψε ότι το φεστιβάλ είναι ο μόνος χώρος όπου μπορείς να δεις τους -συνοφρυωμένους- κομμουνιστές να χαμογελάνε.
Οι μουσικές σκηνές που επικαλύπτονται. Τα περίπτερα στη μέση που την πληρώνουν και καπελώνονται από τη δυνατή μουσική. Αλλά στο τέλος πάντα κάτι μένει. Τα ξεχωριστά βιβλία του αλφειού με το λένιν και τον κάππο. Ένα ποτάμι στο κέντρο της πόλης και του φεστιβάλ. Οι ειδικές προσφορές της σύγχρονης εποχής –φέτος έχει, μεταξύ άλλων, τις ολομέλειες.
Οι πολιτικές ομιλίες το σαββατοκύριακο όπου νεκρώνουν τα πάντα και τις ακούν όλοι, θέλουν δε θέλουν. Ενώ σε άλλα φεστιβάλ, αν τραβήξει πολύ η κουβέντα, αρχίζουν να γρατζουνάνε οι κιθάρες, και τους εκβιάζουν ψυχολογικά για να το λήξουν.
Τα εκάστοτε συνθήματα του φεστιβάλ. Να αλλάξουμε τη ζωή μας αλλάζοντας τον κόσμο, γιατί το αντίθετο είναι μεταφυσικό. Πρωταγωνιστές στη ζωή κι όχι εθελοντές στην υποταγή. Και το φεστιβάλ στα ενενηντάχρονα, που έγινε για την περίσταση, φεστιβάλ κνε-κκε, κι οι ‘ειδικοί’ έβλεπαν πίσω από τις γραμμές καπέλωμα της νεολαίας απ’ το κόμμα. Σε εκείνο το φεστιβάλ που πήγε η μπάντα μπασότι στη διεθνούπολη , έστησε μες στις λάσπες και τη βροχή και τραγούδησε μόνη της, μαζί με λίγους πιστούς που το χάραξαν στη μνήμη τους για πάντα.
Οι αγανακτισμένοι πολίτες –με την κλασική έννοια, πριν να έρθουν οι πλατείες- που ταράζονται από τα φεστιβάλ των κομμουνιστών. Κι οι ευαίσθητοι οικολόγοι που καταγγέλλουν πως τα πουλιά ενοχλούνται από τις ψησταριές, αλλά προφανώς όχι από τον μπάφο του λεγαλάιζ ιτ.
Η απόφαση να αφήσουμε το άσυλο και να κάνουμε λαϊκή στροφή στις δυτικές συνοικίες, σε χώρους που πολύς κόσμος αγνοούσε (πάρκο τρίτση, στρατόπεδο μελά). Μεγάλη πορεία προς το λαό με άλματα καγκουρό και μουσική υπόκρουση τους πυξ-λαξ και τις δυτικές συνοικίες, που οι σύντροφοι στο βορρά τις έμαθαν πριν γίνουν φίρμες με το καλοκαιρινά ραντεβού πάνω στο σώμα σου..
Ο νόμος του γκαντέμη με τον καιρό κα τη βροχή. Τα πρωτοβρόχια και τα πρωτοκρύα που σαμποτάρουν το φεστιβάλ κι έρχονται πάντα τέτοιες μέρες κάθε σεπτέμβρη. Ο νόμος του μέρφι με τις εκλογές που γίνονται φθινόπωρο, κάθε δεύτερη χρονιά και φέτος τις γλιτώσαμε στο τσακ. Το φεστιβάλ που αναβάλλεται για να μη γίνουν χίλια κομμάτια οι σύντροφοι. Κι η απορία των απ’ έξω που ξέρουν ότι το φεστιβάλ κάνει την καλύτερη προεκλογική δουλειά στον πολύ κόσμο.
Η άμιλλα με τους συντρόφους, ποιος θα πρωτοκόψει εισιτήρια σε κοινούς γνωστούς κι επιρροές. Που αν δεν είναι μπασμένοι στο κόλπο αδυνατούν να καταλάβουν το νόημα, κι ίσως να μην υπάρχει κιόλας. Από μένα θα πάρεις, ε; Κι ο αχμμέτ από τους μεταλλειολόγους που έπαιρνε μαζικά κάρτες και για τις τρεις μέρες.
Η προετοιμασία με τις σκαλωσιές και τις πατέντες. Η βουλησιαρχική υπέρβαση της άγνοιας και των φόβων. Οι σύντροφοι γίνονται με τη σειρά χτίστες, μάγειρες, ηλεκτρολόγοι. Και στο τέλος της ημέρας δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Περίπου όπως στον κομμουνισμό.
Πολύτιμες εργατοώρες για απίθανες δουλειές. Σωλήνες και καλώδια σαν ανακόντες που τα απλώνουμε για να τεντώσουν. Ο δήμος που δε μας άφησε να πληρώσουμε το ρεύμα, γιατί εκτίμησε τη δουλειά που είχαμε κάνει –μέχρι και μπουλντόζα φέραμε στο ίλιον. Δως μου ένα χώρο και ταν γαν κινάσω.
Η αίσθηση ότι στήνεις μια πολιτεία-μικρογραφία της κοινωνίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Αρκεί να βρέχει λιγότερο και να μην τη ξεστήσουμε κι αυτή την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς –κάθε θάμα τρεις ημέρες. Είναι σαν τις πόλεις που φτιάχνεις με τα πλέι-μομπίλ και δε θες να τα βάλεις πίσω στο κουτί τους. Σύντροφοι, ας μη βάζουμε το φεστιβάλ μας σε κουτάκια. Ας το αφήσουμε ελεύθερο να ζήσουμε του κουτιού τα παραμύθια. Κι η σφισσα μαριορή να λέει ότι η μικρή παρασκευούλα έφερνε κάπως στην αλέκα.
Και ζήσανε οι αστοί καλά κι εμείς καλύτερα. Μέχρι το επόμενο φεστιβάλ. Κι άστα λα βικτόρια, σιέμπρε.
Να μη νιώθεις τα πόδια σου μετά τη δεθ και να πρέπει να πας στο καπάκι στο φεστιβάλ. Τα αστικά που μας περιμένουν στο τέλος στα δικαστήρια, για να μας πάνε κατευθείαν στον χώρο. Επόμενη στάση, φεστιβάλ κνε-οδηγητή. Τερματικός σταθμός.
Η περιφρούρηση στον χώρο τις παραμονές του τριημέρου και τα ατέλειωτα βράδια που σε ανδρώνουν με τις ιστορίες των βετεράνων. Από αυτές που θα λέω κάποτε στα παιδιά μου για να φάνε το φαγητό τους. Κι ύστερα η χρέωση στα μωρά στη φωτιά. Όπου η περιφρούρηση χτυπιέται πάνω-κάτω, μαζί με τους φανατικούς της μπάντας και στο τέλος φωνάζει κομματικά συνθήματα μπας και τους χαλαρώσει.
Τα στεγνά σουβλάκια που είναι λίγο καλύτερα από τα ωμά. Το καυτό δίλημμα για το αν οι ψήστες δικαιούνται δωρεάν μπουκαλάκια νερό. Τα παγωμένα σουβλάκια που δεν ξεκολλάνε. Οι ανυπόμονοι στην ουρά, οι τζαμπατζήδες κι οι μυστήριοι, οι απίθανες παραγγελίες για δεκάδες σουβλάκια. Οι μετανάστες που δεν τρώνε χοιρινό κι η κατάκτηση του κεμπάπ. Τα ρέστα από πενηντάρικο και τα βασικά της προπαίδειας στο ταμείο, που δεν τα κατέχουν όλοι οι σφοι.
Κι απ’ την παραγωγή στην κατανάλωση. Ραντεβού στα τυφλά με τη λεκάνη, στις χημικές τουαλέτες, που δεν έχουν φως. Οι τυχεροί που καθαρίζουν την καλλιόπη. Κι οι γωνίες στα πέριξ του χώρου που μυρίζουν αμμωνία.
Οι κάρτες γνωριμίας όπου θυμάσαι με νοσταλγία τα νιάτα σου, λες κι είσαι καμιά παλιοσειρά. Κι οι αναμνήσεις απ’ την πρώτη σου φορά στο φεστιβάλ, που είναι πάντα γλυκιά κι ιδιαίτερη. Η αίσθηση ότι γερνάς, όταν αλλάζει μπροστά το ψηφίο –τώρα που πλησιάζει το 40ό. Η νοερή αναδρομή στα πρώτα φεστιβάλ της μεταπολίτευσης, με ξυλούρη και λοΐζο. Οι δραματικές αφηγήσεις για τη διάσπαση στο δέκατο πέμπτο, με την ομιλία του γράψα. Και κάτι παπούδια μοναχικά να κρατάνε ηρωικά και πένθιμα τα μπόσικα στο επίσημο φεστιβάλ της σουπρολίγκα.
Τα μικρά φεστιβάλ στην επαρχία που μοιάζουν με προφεστιβαλικές. Κι η κοσμοσυρροή στις μεγάλες πόλεις. Το ετήσιο συναπάντημα με γνωστούς και φίλους, με πρώην και συντρόφους φαντάσματα. Η ανταλλαγή νέων, το κυνήγι της καρέκλας για να μην ξεροσταλιάζεις, τα κινητά που δεν πιάνουν σήμα, γιατί μπουκώνει το δίκτυο. Το λαϊκό προσκύνημα στο περίπτερο του ελληνοκουβανικού.
Οι σύντροφοι της κρήτης που πουλάν λαχνούς και σου λεν: παιδιά κληρώνουμε ένα ντράο. Και ψάχνεις να βρεις εσύ τι μοντέλο είναι αυτό το ντράο και δεν το ξέρεις. Ώσπου να γίνει η κλήρωση και να δεις το έπαθλο που είναι ένας τράγος. Και στο καπάκι κρητικό γλέντι με μαντινάδα. Εγώ το σύστημα αυτό καθόλου δε φοβούμαι. Γι’ αυτό αντέστε βρε παιδιά στην κνε για να γραφτούμε.
Η φαντασία στην εξουσία στο καλλιτεχνικό πρόγραμμα κι η πεπατημένη με αυτούς που ξέρετε κι εμπιστεύεστε. Ο κλασικός βασίλης για να γεμίσει τον χώρο τις καθημερινές. Που ζούμε για να ακούμε τα παλιά του, αλλά μέσα μας έχει πεθάνει προ πολλού. Ο συνονόματος του μπέρια, που φέτος ευτυχώς τον γλιτώσαμε. Ο σταρόβας που σε ένα φεστιβάλ τον χτύπησε ρεύμα και μας έπαιξαν όλα τα μεσημεριανάδικα. Η σχεδόν ανύπαρκτη κάλυψη από τα μμε. Και το πρώτο θέμα που έγραψε ότι το φεστιβάλ είναι ο μόνος χώρος όπου μπορείς να δεις τους -συνοφρυωμένους- κομμουνιστές να χαμογελάνε.
Οι μουσικές σκηνές που επικαλύπτονται. Τα περίπτερα στη μέση που την πληρώνουν και καπελώνονται από τη δυνατή μουσική. Αλλά στο τέλος πάντα κάτι μένει. Τα ξεχωριστά βιβλία του αλφειού με το λένιν και τον κάππο. Ένα ποτάμι στο κέντρο της πόλης και του φεστιβάλ. Οι ειδικές προσφορές της σύγχρονης εποχής –φέτος έχει, μεταξύ άλλων, τις ολομέλειες.
Οι πολιτικές ομιλίες το σαββατοκύριακο όπου νεκρώνουν τα πάντα και τις ακούν όλοι, θέλουν δε θέλουν. Ενώ σε άλλα φεστιβάλ, αν τραβήξει πολύ η κουβέντα, αρχίζουν να γρατζουνάνε οι κιθάρες, και τους εκβιάζουν ψυχολογικά για να το λήξουν.
Τα εκάστοτε συνθήματα του φεστιβάλ. Να αλλάξουμε τη ζωή μας αλλάζοντας τον κόσμο, γιατί το αντίθετο είναι μεταφυσικό. Πρωταγωνιστές στη ζωή κι όχι εθελοντές στην υποταγή. Και το φεστιβάλ στα ενενηντάχρονα, που έγινε για την περίσταση, φεστιβάλ κνε-κκε, κι οι ‘ειδικοί’ έβλεπαν πίσω από τις γραμμές καπέλωμα της νεολαίας απ’ το κόμμα. Σε εκείνο το φεστιβάλ που πήγε η μπάντα μπασότι στη διεθνούπολη , έστησε μες στις λάσπες και τη βροχή και τραγούδησε μόνη της, μαζί με λίγους πιστούς που το χάραξαν στη μνήμη τους για πάντα.
Οι αγανακτισμένοι πολίτες –με την κλασική έννοια, πριν να έρθουν οι πλατείες- που ταράζονται από τα φεστιβάλ των κομμουνιστών. Κι οι ευαίσθητοι οικολόγοι που καταγγέλλουν πως τα πουλιά ενοχλούνται από τις ψησταριές, αλλά προφανώς όχι από τον μπάφο του λεγαλάιζ ιτ.
Η απόφαση να αφήσουμε το άσυλο και να κάνουμε λαϊκή στροφή στις δυτικές συνοικίες, σε χώρους που πολύς κόσμος αγνοούσε (πάρκο τρίτση, στρατόπεδο μελά). Μεγάλη πορεία προς το λαό με άλματα καγκουρό και μουσική υπόκρουση τους πυξ-λαξ και τις δυτικές συνοικίες, που οι σύντροφοι στο βορρά τις έμαθαν πριν γίνουν φίρμες με το καλοκαιρινά ραντεβού πάνω στο σώμα σου..
Ο νόμος του γκαντέμη με τον καιρό κα τη βροχή. Τα πρωτοβρόχια και τα πρωτοκρύα που σαμποτάρουν το φεστιβάλ κι έρχονται πάντα τέτοιες μέρες κάθε σεπτέμβρη. Ο νόμος του μέρφι με τις εκλογές που γίνονται φθινόπωρο, κάθε δεύτερη χρονιά και φέτος τις γλιτώσαμε στο τσακ. Το φεστιβάλ που αναβάλλεται για να μη γίνουν χίλια κομμάτια οι σύντροφοι. Κι η απορία των απ’ έξω που ξέρουν ότι το φεστιβάλ κάνει την καλύτερη προεκλογική δουλειά στον πολύ κόσμο.
Η άμιλλα με τους συντρόφους, ποιος θα πρωτοκόψει εισιτήρια σε κοινούς γνωστούς κι επιρροές. Που αν δεν είναι μπασμένοι στο κόλπο αδυνατούν να καταλάβουν το νόημα, κι ίσως να μην υπάρχει κιόλας. Από μένα θα πάρεις, ε; Κι ο αχμμέτ από τους μεταλλειολόγους που έπαιρνε μαζικά κάρτες και για τις τρεις μέρες.
Η προετοιμασία με τις σκαλωσιές και τις πατέντες. Η βουλησιαρχική υπέρβαση της άγνοιας και των φόβων. Οι σύντροφοι γίνονται με τη σειρά χτίστες, μάγειρες, ηλεκτρολόγοι. Και στο τέλος της ημέρας δεν είναι τίποτα από όλα αυτά. Περίπου όπως στον κομμουνισμό.
Πολύτιμες εργατοώρες για απίθανες δουλειές. Σωλήνες και καλώδια σαν ανακόντες που τα απλώνουμε για να τεντώσουν. Ο δήμος που δε μας άφησε να πληρώσουμε το ρεύμα, γιατί εκτίμησε τη δουλειά που είχαμε κάνει –μέχρι και μπουλντόζα φέραμε στο ίλιον. Δως μου ένα χώρο και ταν γαν κινάσω.
Η αίσθηση ότι στήνεις μια πολιτεία-μικρογραφία της κοινωνίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Αρκεί να βρέχει λιγότερο και να μην τη ξεστήσουμε κι αυτή την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς –κάθε θάμα τρεις ημέρες. Είναι σαν τις πόλεις που φτιάχνεις με τα πλέι-μομπίλ και δε θες να τα βάλεις πίσω στο κουτί τους. Σύντροφοι, ας μη βάζουμε το φεστιβάλ μας σε κουτάκια. Ας το αφήσουμε ελεύθερο να ζήσουμε του κουτιού τα παραμύθια. Κι η σφισσα μαριορή να λέει ότι η μικρή παρασκευούλα έφερνε κάπως στην αλέκα.
Και ζήσανε οι αστοί καλά κι εμείς καλύτερα. Μέχρι το επόμενο φεστιβάλ. Κι άστα λα βικτόρια, σιέμπρε.
Κυριακή 11 Σεπτεμβρίου 2011
Πεντάλεπτη τοποθέτηση
Η κε του μπλοκ έχει σταματήσει να παρακολουθεί στενά τα του φοιτητικού κινήματος (φκ) και κρατά μια χαλαρή επαφή κυρίως μέσω τρίτων. Παρόλα αυτά καταθέτει εν είδει τοποθέτησης κάποιες ανολοκλήρωτες σκέψεις της, για να ανοίξει η συζήτηση σε κάποιο σχετικό κείμενο τουλάχιστον, μιας και το θέμα απασχολεί έντονα τη βάση του μπλοκ.
Πού θα μπορούσε να γίνει αυτή η τοποθέτηση; Εκεί που μάθαμε κι αγαπήσαμε: σε μία οβα μεταξύ συντρόφων. Και σε ποια όβα θα τα πεις; ρωτάει η σφισσα μαριορή. Έλα ντε. Όνειρο κι απωθημένο είναι μια οργάνωση βάσης και στο λέτσοβο με πρώην συντρόφους, που έφυγαν ή ξέφυγαν σε κάποια φάση της ζωής τους, αλλά έχουν μείνει στην ψυχή κατά φαντασίαν κνίτες, δίχως κόμμα ή άλλα υποκατάστατα.
Να κάνουμε ένα reunion να θυμηθούμε τα παλιά. Να τηρήσουμε τις διαδικασίες σύντροφοι. Να πιούμε ένα ποτηράκι στην υγειά του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Γιατί έτσι μας αρέσει. Να κάνουμε κι ένα ξεκαθάρισμα από τίμια οπορτουνιστικά στοιχεία που παρεισφρέουν στις γραμμές μας.
Εν αρχή ην η γκρίνια.
Γιατί δε μας πάνε οι γενικές συνελεύσεις; Γιατί ενώ προετοιμάζουμε τους διάφορους γύρους κινημάτων, δεν τους καρπωνόμαστε όταν ξεσπάνε; Γιατί δεν πετυχαίνουμε στους φοιτητές, αυτό που πετύχαμε με τους μαθητές επί αρσένη; Και γιατί η κατάσταση στους μαθητές δεν είναι η καλύτερη δυνατή;
Μία τοποθέτηση γεμάτη ερωτήματα. Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που γίνεται στις συνελεύσεις με τις καλυμμένες τοποθετήσεις, που βάζουν για καμουφλάζ ένα ερωτηματικό στο τέλος και μεταμφιέζονται για τις ανάγκες του ρόλου. Κι ακριβώς ό,τι πρέπει να κάνει μία εισήγηση. Όχι να εισηγείται την άγνοια του γραμματέα, αλλά να βάζει ερωτήματα για συλλογική επεξεργασία.
Τι μπορεί να φταίει για το πρώτο; Ένας συνδυασμός παραγόντων και συνθηκών.
Μια ηρωική γενιά –της ανασυγκρότησης- που είχε χαμένους από χέρι τους συσχετισμούς, δίνοντας βάρος στη στρατολόγηση για να τους ανατρέψει και διαπαιδαγώγησε καθοδηγητικά την επόμενη κληροδοτώντας της το ίδιο άγχος και τις ίδιες προτεραιότητες. Τα βιογραφικά ήταν το παν, οι συνελεύσεις δεν ήταν τίποτα -ή υποτάσσονταν στο βασικό στόχο.
Η πάλη όμως προχωρά με σταθμούς κι άλματα. Απαιτεί δουλειά μυρμηγκιού, αλλά και τη στιγμή που τα μυρμήγκια θα γίνουν φτερωτά και θα εφοδεύσουν προς τον ουρανό. Έχει στοιχεία συνέχειας κι ασυνέχειας, με διαλεκτικές τομές, νηνεμία κι εξάρσεις. Αν έχεις μόνο το ένα, πηγαίνεις όπου φυσάει ο άνεμος κι ακολουθείς την πορεία του χαρταετού, μέχρι την τελική πτώση. Αν έχεις μόνο το άλλο στιλ δουλειάς, χύνεις την καρδάρα με το γάλα στα κρίσιμα σημεία και βασανίζεσαι με το μαρτύριο του σισσύφου. Ιδεολογικός βράχος που κατρακυλά και σε κρατά καρφωμένο, ώσπου να ‘ρθει η κινηματική παλίρροια και να σου φάνε τα συκώτια οι κόνδορες και τα πράσινα αρπακτικά με τα παχιά τους λόγια.
Αλλά γιατί δε μπαίνει το ζήτημα εξ αρχής όπως μπήκε το μαϊούνη, μετά την αλλαγή της αρχικής τακτικής; Σε μια βάση που να συσπειρώνει την αντίθεση στο νόμο-πλαίσιο, να της προσδίδει μόνιμα, πολιτικά χαρακτηριστικά και να κατονομάζει τους συν-υπεύθυνους, νδ-πασοκ-εε, και τις δυνάμεις τους στα πανεπιστήμια.
Όχι γιατί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο με την πρότασή μας για ενιαία ανώτατη είναι σεχταρισμός. Πόσο μάλλον όταν τα ‘ενωτικά αντι-σεχταριστικά' πλαίσια κατεβάζουν όλη τη γραμμή τους για ενιαία πανεπιστημιακή ως μίνιμουμ συμφωνίας. Κι ο κόσμος τα ψηφίζει, κάνοντας αφαίρεση από το τετρασέλιδο κατεβατό που έχει μπροστά του, χωρίς να καταλαβαίνει συνολικά τι σημαίνει.
Ούτε γιατί η λογική της ενότητας στο πρόβλημα μπορεί να δώσει αποτελέσματα. Αλλά γιατί το βασικό στην τακτική είναι ένας επιμέρους κρίκος που να σου δίνει πάτημα να ξεδιπλώσεις το σύνολο της πολιτικής σου. Κι η εκτίμηση για το επίπεδο της συνείδησης του κόσμου για να βρεις ποια βήματα θα το προωθήσουν παραπέρα.
Η τέχνη της πολιτικής, όπως κάθε τέχνη, δεν πρέπει να κοιτά αφ’ υψηλού τον κόσμο με νοήματα που δε μπορεί να τα κάνει κτήμα του και να βελτιώσει τη ζωή του. Ούτε να ρίχνει εκ προοιμίου τον πήχη, για να αντανακλά το –τυχόν- χαμηλό επίπεδο των ευρύτερων μαζών. Αλλά να πέφτει σε αυτό το επίπεδο, για να το πάρει και να το σηκώσει, στην κυριολεξία. Να το ανυψώσει και να το τραβήξει ως το τέλος.
Το μερικό μπορεί να τραβήξει ως τις τελικές του συνέπειες και να αναδείξει το γενικό: ποιο πανεπιστήμιο, για ποιον σκοπό και σε ποια κοινωνία. Πού θα στοχεύει και τι απόφοιτους θα βγάζει. Κι από εκεί θα απορρέουν κι όλα τα υπόλοιπα: οργάνωση, διοίκηση, λειτουργία και κάθε τι επιμέρους που το αφορά.
Το μερικό μπορεί να αναδείξει τα δύο στρατόπεδα που συγκρούονται, αλλά και τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Ποιοι παλεύουν με συνέπεια και συνέχεια, με σχέδιο κι ολοκληρωμένη πρόταση.
Λένε πχ συχνά στις συνελεύσεις ότι αν ακολουθούσε το κίνημα τη ‘γραμμή ηττοπάθειας’ των κομμουνιστών, θα είχε χάσει ήδη πολλές μάχες και κεκτημένα. Σήμερα όμως το μόνο βέβαιο είναι ότι η νικηφόρα γραμμή που πετούσε από κορυφή σε κορυφή μας έφερε στο σημερινό σημείο, όπου το φκ ξυπνά από ένα μακροχρόνιο λήθαργο –κι ας ελπίσουμε ότι δεν είναι ήδη αργά για τη σημερινή μάχη και το κρίσιμο διακύβευμά της. Χωρίς συντονισμό και συνέχεια, μετά την χαμένη ευκαιρία του 2007, χωρίς σύνδεση με το ταξικό εργατικό κίνημα κι αξιόλογες αντιδράσεις τα δυο τελευταία χρόνια εν μέσω κρίσης.
Αλλά αυτή η κουβέντα πρέπει να περάσει σε δεύτερο πλαίσιο –ενωτικό ή μη. Εκεί που πρέπει να στοχεύουν όλα τα σφυριά είναι στις δυνάμεις του μαύρου μπλοκ της αντίδρασης και τις διάφορες παραλλαγές του που επιχειρούν να βγουν έξω από το κάδρο των συνένοχων. Όσο γλαφυρά και στοχευμένα το βάζει κι αυτή η ανακοίνωση που δημοσίευσε το όργανο.
http://www.spoudastes.gr/2011/09/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%83-%CF%86%CE%BF%CE%B9%CF%84/
Αν η πασπάρα καταφέρει να περάσει ως το καλό πασοκ που δεν ξεστράτισε από τις αρχές του, αν ο φοιτητικός συντονισμός καταλήξει στο γνωστό γραφειοκρατικό εκφυλισμό της αμεσοδημοκρατίας, αν το αποτέλεσμα του αγώνα στείλει τον κόσμο στο σπίτι του απογοητευμένο κι αυτός κάνει άλλα τόσα χρόνια να σηκώσει κεφάλι με αγωνιστικές διεργασίες, τότε οι φόβοι μας θα δικαιωθούν, αλλά δε θα υπάρχουν δικαιολογίες. Ο στόχος δεν είναι η δικαίωση της ήττας, αλλά να την αποτρέψουμε. Και σε αυτό είναι που θα κριθούμε σε τελική ανάλυση, από τον φοιτητόκοσμο κι από τους εαυτούς μας.
Και δυο λόγια για κλείσιμο. Αυτή είναι η εικόνα ενός εξωτερικού παρατηρητή που βλέπει τα πράγματα από μακριά. Που ίσως να πάσχει από πολιτική μυωπία και να τα βλέπει λίγο θολά, όπως τα θυμάται από το πρόσφατο παρελθόν, πριν τον ξεβράσει το φκ, λόγω ορίου ηλικίας.
Ίσως σε κάποιους φανεί ελλιπής. Ή σε άλλους σφους κάπως μίζερη κι απαισιόδοξη. Για τα υπόλοιπα υπάρχει κι η εισήγηση, που είναι πλήρης και κομμουνιστικά αισιόδοξη. Δεν την έγραψα γιατί στο ενδιάμεσο διάβασα διάφορα κείμενα που με κάλυψαν και δεν έκρινα σκόπιμο να τα επαναλάβω με δικά μου λόγια. Αφού τα βάζει κι η εισήγηση...
Ε, και για ό, τι άλλο υπάρχει κι η δευτερολογία.
Πού θα μπορούσε να γίνει αυτή η τοποθέτηση; Εκεί που μάθαμε κι αγαπήσαμε: σε μία οβα μεταξύ συντρόφων. Και σε ποια όβα θα τα πεις; ρωτάει η σφισσα μαριορή. Έλα ντε. Όνειρο κι απωθημένο είναι μια οργάνωση βάσης και στο λέτσοβο με πρώην συντρόφους, που έφυγαν ή ξέφυγαν σε κάποια φάση της ζωής τους, αλλά έχουν μείνει στην ψυχή κατά φαντασίαν κνίτες, δίχως κόμμα ή άλλα υποκατάστατα.
Να κάνουμε ένα reunion να θυμηθούμε τα παλιά. Να τηρήσουμε τις διαδικασίες σύντροφοι. Να πιούμε ένα ποτηράκι στην υγειά του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού. Γιατί έτσι μας αρέσει. Να κάνουμε κι ένα ξεκαθάρισμα από τίμια οπορτουνιστικά στοιχεία που παρεισφρέουν στις γραμμές μας.
Εν αρχή ην η γκρίνια.
Γιατί δε μας πάνε οι γενικές συνελεύσεις; Γιατί ενώ προετοιμάζουμε τους διάφορους γύρους κινημάτων, δεν τους καρπωνόμαστε όταν ξεσπάνε; Γιατί δεν πετυχαίνουμε στους φοιτητές, αυτό που πετύχαμε με τους μαθητές επί αρσένη; Και γιατί η κατάσταση στους μαθητές δεν είναι η καλύτερη δυνατή;
Μία τοποθέτηση γεμάτη ερωτήματα. Ακριβώς το αντίθετο από αυτό που γίνεται στις συνελεύσεις με τις καλυμμένες τοποθετήσεις, που βάζουν για καμουφλάζ ένα ερωτηματικό στο τέλος και μεταμφιέζονται για τις ανάγκες του ρόλου. Κι ακριβώς ό,τι πρέπει να κάνει μία εισήγηση. Όχι να εισηγείται την άγνοια του γραμματέα, αλλά να βάζει ερωτήματα για συλλογική επεξεργασία.
Τι μπορεί να φταίει για το πρώτο; Ένας συνδυασμός παραγόντων και συνθηκών.
Μια ηρωική γενιά –της ανασυγκρότησης- που είχε χαμένους από χέρι τους συσχετισμούς, δίνοντας βάρος στη στρατολόγηση για να τους ανατρέψει και διαπαιδαγώγησε καθοδηγητικά την επόμενη κληροδοτώντας της το ίδιο άγχος και τις ίδιες προτεραιότητες. Τα βιογραφικά ήταν το παν, οι συνελεύσεις δεν ήταν τίποτα -ή υποτάσσονταν στο βασικό στόχο.
Η πάλη όμως προχωρά με σταθμούς κι άλματα. Απαιτεί δουλειά μυρμηγκιού, αλλά και τη στιγμή που τα μυρμήγκια θα γίνουν φτερωτά και θα εφοδεύσουν προς τον ουρανό. Έχει στοιχεία συνέχειας κι ασυνέχειας, με διαλεκτικές τομές, νηνεμία κι εξάρσεις. Αν έχεις μόνο το ένα, πηγαίνεις όπου φυσάει ο άνεμος κι ακολουθείς την πορεία του χαρταετού, μέχρι την τελική πτώση. Αν έχεις μόνο το άλλο στιλ δουλειάς, χύνεις την καρδάρα με το γάλα στα κρίσιμα σημεία και βασανίζεσαι με το μαρτύριο του σισσύφου. Ιδεολογικός βράχος που κατρακυλά και σε κρατά καρφωμένο, ώσπου να ‘ρθει η κινηματική παλίρροια και να σου φάνε τα συκώτια οι κόνδορες και τα πράσινα αρπακτικά με τα παχιά τους λόγια.
Αλλά γιατί δε μπαίνει το ζήτημα εξ αρχής όπως μπήκε το μαϊούνη, μετά την αλλαγή της αρχικής τακτικής; Σε μια βάση που να συσπειρώνει την αντίθεση στο νόμο-πλαίσιο, να της προσδίδει μόνιμα, πολιτικά χαρακτηριστικά και να κατονομάζει τους συν-υπεύθυνους, νδ-πασοκ-εε, και τις δυνάμεις τους στα πανεπιστήμια.
Όχι γιατί ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο με την πρότασή μας για ενιαία ανώτατη είναι σεχταρισμός. Πόσο μάλλον όταν τα ‘ενωτικά αντι-σεχταριστικά' πλαίσια κατεβάζουν όλη τη γραμμή τους για ενιαία πανεπιστημιακή ως μίνιμουμ συμφωνίας. Κι ο κόσμος τα ψηφίζει, κάνοντας αφαίρεση από το τετρασέλιδο κατεβατό που έχει μπροστά του, χωρίς να καταλαβαίνει συνολικά τι σημαίνει.
Ούτε γιατί η λογική της ενότητας στο πρόβλημα μπορεί να δώσει αποτελέσματα. Αλλά γιατί το βασικό στην τακτική είναι ένας επιμέρους κρίκος που να σου δίνει πάτημα να ξεδιπλώσεις το σύνολο της πολιτικής σου. Κι η εκτίμηση για το επίπεδο της συνείδησης του κόσμου για να βρεις ποια βήματα θα το προωθήσουν παραπέρα.
Η τέχνη της πολιτικής, όπως κάθε τέχνη, δεν πρέπει να κοιτά αφ’ υψηλού τον κόσμο με νοήματα που δε μπορεί να τα κάνει κτήμα του και να βελτιώσει τη ζωή του. Ούτε να ρίχνει εκ προοιμίου τον πήχη, για να αντανακλά το –τυχόν- χαμηλό επίπεδο των ευρύτερων μαζών. Αλλά να πέφτει σε αυτό το επίπεδο, για να το πάρει και να το σηκώσει, στην κυριολεξία. Να το ανυψώσει και να το τραβήξει ως το τέλος.
Το μερικό μπορεί να τραβήξει ως τις τελικές του συνέπειες και να αναδείξει το γενικό: ποιο πανεπιστήμιο, για ποιον σκοπό και σε ποια κοινωνία. Πού θα στοχεύει και τι απόφοιτους θα βγάζει. Κι από εκεί θα απορρέουν κι όλα τα υπόλοιπα: οργάνωση, διοίκηση, λειτουργία και κάθε τι επιμέρους που το αφορά.
Το μερικό μπορεί να αναδείξει τα δύο στρατόπεδα που συγκρούονται, αλλά και τις ενδιάμεσες διαβαθμίσεις. Ποιοι παλεύουν με συνέπεια και συνέχεια, με σχέδιο κι ολοκληρωμένη πρόταση.
Λένε πχ συχνά στις συνελεύσεις ότι αν ακολουθούσε το κίνημα τη ‘γραμμή ηττοπάθειας’ των κομμουνιστών, θα είχε χάσει ήδη πολλές μάχες και κεκτημένα. Σήμερα όμως το μόνο βέβαιο είναι ότι η νικηφόρα γραμμή που πετούσε από κορυφή σε κορυφή μας έφερε στο σημερινό σημείο, όπου το φκ ξυπνά από ένα μακροχρόνιο λήθαργο –κι ας ελπίσουμε ότι δεν είναι ήδη αργά για τη σημερινή μάχη και το κρίσιμο διακύβευμά της. Χωρίς συντονισμό και συνέχεια, μετά την χαμένη ευκαιρία του 2007, χωρίς σύνδεση με το ταξικό εργατικό κίνημα κι αξιόλογες αντιδράσεις τα δυο τελευταία χρόνια εν μέσω κρίσης.
Αλλά αυτή η κουβέντα πρέπει να περάσει σε δεύτερο πλαίσιο –ενωτικό ή μη. Εκεί που πρέπει να στοχεύουν όλα τα σφυριά είναι στις δυνάμεις του μαύρου μπλοκ της αντίδρασης και τις διάφορες παραλλαγές του που επιχειρούν να βγουν έξω από το κάδρο των συνένοχων. Όσο γλαφυρά και στοχευμένα το βάζει κι αυτή η ανακοίνωση που δημοσίευσε το όργανο.
http://www.spoudastes.gr/2011/09/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7-%CF%80%CE%B1%CE%BB%CE%B7%CF%83-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B1%CE%B3%CF%89%CE%BD%CE%B1-%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%83-%CF%86%CE%BF%CE%B9%CF%84/
Αν η πασπάρα καταφέρει να περάσει ως το καλό πασοκ που δεν ξεστράτισε από τις αρχές του, αν ο φοιτητικός συντονισμός καταλήξει στο γνωστό γραφειοκρατικό εκφυλισμό της αμεσοδημοκρατίας, αν το αποτέλεσμα του αγώνα στείλει τον κόσμο στο σπίτι του απογοητευμένο κι αυτός κάνει άλλα τόσα χρόνια να σηκώσει κεφάλι με αγωνιστικές διεργασίες, τότε οι φόβοι μας θα δικαιωθούν, αλλά δε θα υπάρχουν δικαιολογίες. Ο στόχος δεν είναι η δικαίωση της ήττας, αλλά να την αποτρέψουμε. Και σε αυτό είναι που θα κριθούμε σε τελική ανάλυση, από τον φοιτητόκοσμο κι από τους εαυτούς μας.
Και δυο λόγια για κλείσιμο. Αυτή είναι η εικόνα ενός εξωτερικού παρατηρητή που βλέπει τα πράγματα από μακριά. Που ίσως να πάσχει από πολιτική μυωπία και να τα βλέπει λίγο θολά, όπως τα θυμάται από το πρόσφατο παρελθόν, πριν τον ξεβράσει το φκ, λόγω ορίου ηλικίας.
Ίσως σε κάποιους φανεί ελλιπής. Ή σε άλλους σφους κάπως μίζερη κι απαισιόδοξη. Για τα υπόλοιπα υπάρχει κι η εισήγηση, που είναι πλήρης και κομμουνιστικά αισιόδοξη. Δεν την έγραψα γιατί στο ενδιάμεσο διάβασα διάφορα κείμενα που με κάλυψαν και δεν έκρινα σκόπιμο να τα επαναλάβω με δικά μου λόγια. Αφού τα βάζει κι η εισήγηση...
Ε, και για ό, τι άλλο υπάρχει κι η δευτερολογία.
Ετικέτες
οργάνωση,
φοιτηταριάτο
Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011
Βαρβαρότητες
Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;
Ιδου η απορία. Η οποία λύθηκε εις βάρος μας το 89 για να μας γεμίσει με άλλες τόσες, για το πώς και το γιατί της ήττας.
Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς τον υπαρκτό; Ήταν κι αυτός μια κάποια λύσις..
. Αρρώστια..
Το διπολο σοσιαλισμός-βαρβαρότητα αποτελεί μια διαλεκτική αντίθεση όπου οι δύο πόλοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και μετατρέπονται ο ένας στον άλλον.
Οι αστοί μας πλάσαραν το σοσιαλισμό για βαρβαρότητα και τον τρίτο δρόμο του καπιταλισμού για σοσιαλισμό.
Ο σύντροφος με το μουστάκι απάντησε διαλεκτικά συγκεράζοντας τους δύο πόλους.
Ενα δύο, εν-δυο κάτω, έχουμε αρχηγό βαρβάτο. Που τον κατηγόρησαν για βαρβαρότητες και εγκλήματα, αλλά αυτά μοιάζουν κάπως με τις διαμαρτυρίες για το γόρδιο δεσμό και τις σταλινικές πρακτικές του αλέξανδρου που τον έλυσε με το σπαθί του. Το στυλ δουλειάς το επιβάλλουν τα καθήκοντα που καλούμαστε να λύσουμε. Από την άλλη όμως οι συνθήκες ερμηνεύουν αλλά δε δικαιολογούν πάντα τις ιστορικές πράξεις.
Ο γιωργάκης επανέφερε το δίλημμα στις μάζες των εκλογέων και είχε δίκιο, αλλά δε διευκρίνισε ποιο από τα δύο σκέλη εκπροσωπεί. Όπως σε εκείνο το σκίτσο ενός γελοιογράφου της «Ε», όπου οι έλληνες παίζουν τον παπά με το γιωργάκη, διαλέγουν ένα φύλλο κι αυτός τους λέει: λυπάμαι, χάσατε. Βαρβαρότητα.
Ευθεία παραπομπή στο ειδοποιό χαρακτηριστικό της οικογένειας. Παπανδρέου- παπατζή, παπανδρέου είσαι κι εσύ.
Οι δύο πόλοι είναι διαλεκτικά δεμένοι. Ο σοσιαλισμός έγινε βάρβαρος, για να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική βαρβαρότητα με τα ίδια μέσα. Φυλακές, καταστολή, μυστική αστυνομία. Αλλά και τειλορισμός, δουλειά με το κομμάτι, νόρμες, υλικά κίνητρα. Ενώ ο καπιταλισμός ενσωμάτωσε στοιχεία «σοσιαλιστικά» για να ανακόψει την ορμή και την εξάπλωση του αντίπαλου δέους. Κοινωνικό κράτος, κευνσιανισμός, δημόσιος τομέας. Μικρές παραχωρήσεις για να μην τα χάσει όλα.
Το θέμα είναι ότι ο σοσιαλισμός κινδυνεύει να γίνει ένα με τα πίτουρα και να τον φάνε οι κότες και τα μαύρα κοράκια -με νύχια γαμψά. Ενώ ο καπιταλισμός δε μπορεί να απαρνηθεί τη φύση του και να μεταλλαχθεί σταδιακά σε σοσιαλισμό, όπως ονειρεύονται παλιοί και σύγχρονοι μπερνστάιν.
Οι οποίοι συμφωνούν από διάφορες κατευθύνσεις ότι ο υπαρκτός ήταν μια βαρβαρότητα με τραγική εξέλιξη -οι μεν όταν ξεκίνησε κι οι δε τώρα που μας τέλειωσε. Κι όλως τυχαίως ευδοκίμησαν ως είδος πριν και μετά την ιστορική ύπαρξη του υπαρκτού. Ο οποίος τους έβαλε στο περιθώριο για να τους ξαναφέρει λαθραία στο προσκήνιο στα χρόνια της παρακμής του, μετά το εικοστό συνέδριο.
Αλλά οι σύγχρονοι επίγονοι ξεπερνάν τον εδουάρδο. Γιατί αυτός εξέφραζε τουλάχιστον τις αυταπάτες της μπελ εποκ του. Ενώ αυτοί εκπροσωπούν το ρεαλισμό της ήττας και της υποταγής στη βαρβαρότητα. Και λένε ότι ο στόχος του σοσιαλισμού δεν είναι άμεσος-πολιτικός, αλλά αφηρημένος σαν τη δευτέρα παρουσία.
Αυτό δε σημαίνει ως προς τις συμμαχίες μας ότι πας μη κουκουές βάρβαρος. Αλλά πολλοί πρώην λακεδαιμόνιοι που μήδισαν κι έδωσαν γη και νερό στους βαρβάρους της νέας τάξης πραγμάτων γίνονται χειρότεροι απ’ αυτούς. Το κύμα της αλλαγής σβήνει το παρελθόν τους πάνω στην άμμο όπου έχτιζαν κάποτε παλάτια. Κι ύστερα αυτοί το εξαργυρώνουν στην τρέχουσα ισοτιμία: τριάντα (αργύρια) προς ένα.
Ο σοσιαλισμός μπαίνει εξ ανάγκης στο λούκι της βαρβαρότητας όσο υπάρχει ο καπιταλισμός κι η πίεση των ιμπεριαλιστών. Χτίζει τείχη για να προστατευτεί κι εξοπλίζεται σαν αστακός, ενάντια στην ίδια τη φύση του, που είναι ειρηνική και διεθνιστική, μακριά από σύνορα και πολέμους. Δε μπορεί να συνυπάρξει ειρηνικά με τον ταξικό του αντίπαλο -παρά μόνο ως προσωρινή τακτική, υπό ειδικές συνθήκες. Μπορεί όμως να βάλει ανάχωμα στη βαρβαρότητά του και να λειτουργήσει ως το αντίπαλο δέος. Όπως το έκανε κατά τον –σύντομο- εικοστό αιώνα.
Στην εποχή της η ρόζα επαναλάμβανε τα λόγια του ένγκελς για τα αδιέξοδα και το δίλημμα της αστικής κοινωνίας –πέρασμα στο σοσιαλισμό ή ξανακατρακύλισμα της ανθρωπότητας στη βαρβαρότητα- και πρόσθετε: μέχρι τώρα τα διαβάζαμε χωρίς να εμβαθύνουμε στο νόημα που κρύβουν και να αισθανόμαστε τη βαρύτητά τους. Σήμερα όμως αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας για να καταλάβουμε τι σημαίνει κατρακύλισμα της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα.
Κάποιοι λεν ότι οι προβλέψεις της ρόζας διαψεύστηκαν. Ο καπιταλισμός συνδέθηκε με την πρόοδο και τα επιτεύγματα του δυτικού κόσμου στον εικοστό αιώνα. Αλλά ο εικοστός σφραγίστηκε βασικά από τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα. Κι αυτά είναι που καθόρισαν τον τύπο ανάπτυξης και την ιστορική του πορεία.
Αν υπήρχαν στο παρελθόν αυταπάτες για έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό, αυτό οφειλόταν στο σοσιαλισμό. Στη δύναμη και την εμβέλεια των ιδανικών του. Είναι πχ σαν τις προσμείξεις της ροκ με τα άλλα μουσικά είδη, που τις πιο πολλές φορές μοιάζουν ρεφορμιστικές κι απαίσιες, σαν τον τρίτο δρόμο της μικτής οικονομίας. Αλλά η ανάγκη των μουσικών αντιπάλων της ροκ να την αναγνωρίζουν ως σημείο αναφοράς, δείχνει την ποιοτική της υπεροχή. Που είναι κάτι σαν την ιδεολογική ηγεμονία του μαρξισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Σήμερα που δεν υπάρχουν αυτά τα εγχειρήματα, η βαρβαρότητα εκδηλώνεται ανεμπόδιστα. Από την ηρωική απόκρουση της επιχείρησης μπαρμπαρόσα (κοκκινοτρίχηδες εναντίον κόκκινου στρατού) στην παρακμή της μπάρμπι, της σάντα μπάρμπαρα και της μπάρμπαρα μπους.
Οι αστοί βάλλουν ενάντια στα προνόμια των συντεχνιών για να φέρουν τον εργασιακό μεσαίωνα. Η ανάπτυξη της επιστήμης φανερώνει τεράστιες δυνατότητες προοόδου που μένουν αναξιοποίητες, δεμένες στα δεσμά του νόμου της αξίας. Ο οποίος κρατάει τους προλετάριους δεσμώτες στο σύγχρονο σπήλαιο του πλάτωνα, απ’ όπου δε μπορούν να δουν την ουσία των πραγμάτων και φετιχοποιούν τις σκιές και τα εμπορεύματα. Κι απειλεί να λύσει τις αντιφάσεις του εις βάρος της ανθρωπότητας και να τη γυρίσει στην εποχή των σπηλαίων (με έναν πυρηνικό πόλεμο, μια οικολογική καταστροφή, ή ό,τι άλλο ήθελε προκύψει).
Όσοι εθελοτυφλούν είναι οι χειρότεροι τυφλοί. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυταπάτες και μικροαστικές αναπολήσεις. Το δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Κι ιδίως όσα λέει η ρόζα για τη βαρβαρότητα. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας..
Ιδου η απορία. Η οποία λύθηκε εις βάρος μας το 89 για να μας γεμίσει με άλλες τόσες, για το πώς και το γιατί της ήττας.
Και τώρα τι θα κάνουμε χωρίς τον υπαρκτό; Ήταν κι αυτός μια κάποια λύσις..
. Αρρώστια..
Το διπολο σοσιαλισμός-βαρβαρότητα αποτελεί μια διαλεκτική αντίθεση όπου οι δύο πόλοι αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και μετατρέπονται ο ένας στον άλλον.
Οι αστοί μας πλάσαραν το σοσιαλισμό για βαρβαρότητα και τον τρίτο δρόμο του καπιταλισμού για σοσιαλισμό.
Ο σύντροφος με το μουστάκι απάντησε διαλεκτικά συγκεράζοντας τους δύο πόλους.
Ενα δύο, εν-δυο κάτω, έχουμε αρχηγό βαρβάτο. Που τον κατηγόρησαν για βαρβαρότητες και εγκλήματα, αλλά αυτά μοιάζουν κάπως με τις διαμαρτυρίες για το γόρδιο δεσμό και τις σταλινικές πρακτικές του αλέξανδρου που τον έλυσε με το σπαθί του. Το στυλ δουλειάς το επιβάλλουν τα καθήκοντα που καλούμαστε να λύσουμε. Από την άλλη όμως οι συνθήκες ερμηνεύουν αλλά δε δικαιολογούν πάντα τις ιστορικές πράξεις.
Ο γιωργάκης επανέφερε το δίλημμα στις μάζες των εκλογέων και είχε δίκιο, αλλά δε διευκρίνισε ποιο από τα δύο σκέλη εκπροσωπεί. Όπως σε εκείνο το σκίτσο ενός γελοιογράφου της «Ε», όπου οι έλληνες παίζουν τον παπά με το γιωργάκη, διαλέγουν ένα φύλλο κι αυτός τους λέει: λυπάμαι, χάσατε. Βαρβαρότητα.
Ευθεία παραπομπή στο ειδοποιό χαρακτηριστικό της οικογένειας. Παπανδρέου- παπατζή, παπανδρέου είσαι κι εσύ.
Οι δύο πόλοι είναι διαλεκτικά δεμένοι. Ο σοσιαλισμός έγινε βάρβαρος, για να αντιμετωπίσει την καπιταλιστική βαρβαρότητα με τα ίδια μέσα. Φυλακές, καταστολή, μυστική αστυνομία. Αλλά και τειλορισμός, δουλειά με το κομμάτι, νόρμες, υλικά κίνητρα. Ενώ ο καπιταλισμός ενσωμάτωσε στοιχεία «σοσιαλιστικά» για να ανακόψει την ορμή και την εξάπλωση του αντίπαλου δέους. Κοινωνικό κράτος, κευνσιανισμός, δημόσιος τομέας. Μικρές παραχωρήσεις για να μην τα χάσει όλα.
Το θέμα είναι ότι ο σοσιαλισμός κινδυνεύει να γίνει ένα με τα πίτουρα και να τον φάνε οι κότες και τα μαύρα κοράκια -με νύχια γαμψά. Ενώ ο καπιταλισμός δε μπορεί να απαρνηθεί τη φύση του και να μεταλλαχθεί σταδιακά σε σοσιαλισμό, όπως ονειρεύονται παλιοί και σύγχρονοι μπερνστάιν.
Οι οποίοι συμφωνούν από διάφορες κατευθύνσεις ότι ο υπαρκτός ήταν μια βαρβαρότητα με τραγική εξέλιξη -οι μεν όταν ξεκίνησε κι οι δε τώρα που μας τέλειωσε. Κι όλως τυχαίως ευδοκίμησαν ως είδος πριν και μετά την ιστορική ύπαρξη του υπαρκτού. Ο οποίος τους έβαλε στο περιθώριο για να τους ξαναφέρει λαθραία στο προσκήνιο στα χρόνια της παρακμής του, μετά το εικοστό συνέδριο.
Αλλά οι σύγχρονοι επίγονοι ξεπερνάν τον εδουάρδο. Γιατί αυτός εξέφραζε τουλάχιστον τις αυταπάτες της μπελ εποκ του. Ενώ αυτοί εκπροσωπούν το ρεαλισμό της ήττας και της υποταγής στη βαρβαρότητα. Και λένε ότι ο στόχος του σοσιαλισμού δεν είναι άμεσος-πολιτικός, αλλά αφηρημένος σαν τη δευτέρα παρουσία.
Αυτό δε σημαίνει ως προς τις συμμαχίες μας ότι πας μη κουκουές βάρβαρος. Αλλά πολλοί πρώην λακεδαιμόνιοι που μήδισαν κι έδωσαν γη και νερό στους βαρβάρους της νέας τάξης πραγμάτων γίνονται χειρότεροι απ’ αυτούς. Το κύμα της αλλαγής σβήνει το παρελθόν τους πάνω στην άμμο όπου έχτιζαν κάποτε παλάτια. Κι ύστερα αυτοί το εξαργυρώνουν στην τρέχουσα ισοτιμία: τριάντα (αργύρια) προς ένα.
Ο σοσιαλισμός μπαίνει εξ ανάγκης στο λούκι της βαρβαρότητας όσο υπάρχει ο καπιταλισμός κι η πίεση των ιμπεριαλιστών. Χτίζει τείχη για να προστατευτεί κι εξοπλίζεται σαν αστακός, ενάντια στην ίδια τη φύση του, που είναι ειρηνική και διεθνιστική, μακριά από σύνορα και πολέμους. Δε μπορεί να συνυπάρξει ειρηνικά με τον ταξικό του αντίπαλο -παρά μόνο ως προσωρινή τακτική, υπό ειδικές συνθήκες. Μπορεί όμως να βάλει ανάχωμα στη βαρβαρότητά του και να λειτουργήσει ως το αντίπαλο δέος. Όπως το έκανε κατά τον –σύντομο- εικοστό αιώνα.
Στην εποχή της η ρόζα επαναλάμβανε τα λόγια του ένγκελς για τα αδιέξοδα και το δίλημμα της αστικής κοινωνίας –πέρασμα στο σοσιαλισμό ή ξανακατρακύλισμα της ανθρωπότητας στη βαρβαρότητα- και πρόσθετε: μέχρι τώρα τα διαβάζαμε χωρίς να εμβαθύνουμε στο νόημα που κρύβουν και να αισθανόμαστε τη βαρύτητά τους. Σήμερα όμως αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας για να καταλάβουμε τι σημαίνει κατρακύλισμα της αστικής κοινωνίας στη βαρβαρότητα.
Κάποιοι λεν ότι οι προβλέψεις της ρόζας διαψεύστηκαν. Ο καπιταλισμός συνδέθηκε με την πρόοδο και τα επιτεύγματα του δυτικού κόσμου στον εικοστό αιώνα. Αλλά ο εικοστός σφραγίστηκε βασικά από τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα. Κι αυτά είναι που καθόρισαν τον τύπο ανάπτυξης και την ιστορική του πορεία.
Αν υπήρχαν στο παρελθόν αυταπάτες για έναν εξανθρωπισμένο καπιταλισμό, αυτό οφειλόταν στο σοσιαλισμό. Στη δύναμη και την εμβέλεια των ιδανικών του. Είναι πχ σαν τις προσμείξεις της ροκ με τα άλλα μουσικά είδη, που τις πιο πολλές φορές μοιάζουν ρεφορμιστικές κι απαίσιες, σαν τον τρίτο δρόμο της μικτής οικονομίας. Αλλά η ανάγκη των μουσικών αντιπάλων της ροκ να την αναγνωρίζουν ως σημείο αναφοράς, δείχνει την ποιοτική της υπεροχή. Που είναι κάτι σαν την ιδεολογική ηγεμονία του μαρξισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού.
Σήμερα που δεν υπάρχουν αυτά τα εγχειρήματα, η βαρβαρότητα εκδηλώνεται ανεμπόδιστα. Από την ηρωική απόκρουση της επιχείρησης μπαρμπαρόσα (κοκκινοτρίχηδες εναντίον κόκκινου στρατού) στην παρακμή της μπάρμπι, της σάντα μπάρμπαρα και της μπάρμπαρα μπους.
Οι αστοί βάλλουν ενάντια στα προνόμια των συντεχνιών για να φέρουν τον εργασιακό μεσαίωνα. Η ανάπτυξη της επιστήμης φανερώνει τεράστιες δυνατότητες προοόδου που μένουν αναξιοποίητες, δεμένες στα δεσμά του νόμου της αξίας. Ο οποίος κρατάει τους προλετάριους δεσμώτες στο σύγχρονο σπήλαιο του πλάτωνα, απ’ όπου δε μπορούν να δουν την ουσία των πραγμάτων και φετιχοποιούν τις σκιές και τα εμπορεύματα. Κι απειλεί να λύσει τις αντιφάσεις του εις βάρος της ανθρωπότητας και να τη γυρίσει στην εποχή των σπηλαίων (με έναν πυρηνικό πόλεμο, μια οικολογική καταστροφή, ή ό,τι άλλο ήθελε προκύψει).
Όσοι εθελοτυφλούν είναι οι χειρότεροι τυφλοί. Σήμερα δεν υπάρχει κανένα περιθώριο για αυταπάτες και μικροαστικές αναπολήσεις. Το δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα γίνεται πιο επίκαιρο από ποτέ. Κι ιδίως όσα λέει η ρόζα για τη βαρβαρότητα. Αρκεί να ρίξουμε μια ματιά γύρω μας..
Ετικέτες
βαρβαρότητα,
μπερνστάιν,
σαβιέτσκι σαγιούζ,
Σοσιαλισμός,
στάλιν
Κυριακή 14 Αυγούστου 2011
Το πραξικόπημα του Αυγούστου
Ένα δημοσιογραφικό κλισέ λέει ότι ο αύγουστος είναι μήνας νεκρός, χωρίς ειδήσεις. Ακόμα κι ο ρίζος κυκλοφορεί λεπτός σαν τσιγαρόχαρτο, με 24 μόλις σελίδες. Αλλά είκοσι χρόνια πριν, τον αύγουστο του 91’, συνέβαιναν κοσμογονικά γεγονότα, ή μάλλον... –ποιο είναι το αντίθετο της κοσμογονίας; Ας πούμε το τέλος της ιστορίας, αν και είναι όρος αντιδρ-αστικός.- Τέλος πάντων γεγονότα που δεν τα χωράει συντρόφου νους. Πόσο μάλλον μια 24σέλιδη εφημερίδα.
Πέρα από τη μόσχα και το βλαδιβοστόκ, στα θλιβερά απομεινάρια της σοσιαλιστικής πατρίδας, γραφόταν η τελευταία πράξη του σοβιετικού κράτους και του δράματος της περεστρόικα. Που είχε χάπι εντ για τους αστούς, με ανατροπή στο φινάλε –κι όχι κατάρρευση-, ένα νόμπελ ειρήνης για το γκόρμπι στο ρόλο του κομμουνιστή ηγέτη, κι ενθουσιώδη υποδοχή από τις κριτικές επιτροπές των περισσότερων κκ.
Το πραξικόπημα του αυγούστου ήταν ουσιαστικά η ταφόπλακα. Κι ό,τι μεσολάβησε ως το δεκέμβρη με τη διάλυση της εσσδ και την υποστολή της κόκκινης σημαίας από το κρεμλίνο, ήταν τα τυπικά, μέχρι να πέσει οριστικά η αυλαία και να βγει η ληξιαρχική πράξη θανάτου. Κι εμείς εισπράτταμε απ' την εξέδρα βροχή δεκάρικα.
Τα γεγονότα με την αποτυχημένη απόπειρα της επιτροπής σωτηρίας για πραξικόπημα είναι γνωστά σε γενικές γραμμές. Κι είχαν ιδιαίτερη σημειολογία για τους αστούς, καθώς θεωρούσαν ανέκαθεν την οκτωβριανή επανάσταση ως ένα πραξικόπημα των μπολσεβίκων. Έτσι ο επίλογος στην χώρα των σοβιέτ, γράφτηκε όπως ακριβώς άρχισε. Με ένα πραξικόπημα των κομμουνιστών.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, και βασικά ως τραγωδία, λίγο πριν το τέλος –όπου μοιάζει η σιωπή με αγάπη μεγάλη. Τέτοια ήταν κι η αμήχανη σιωπή των κομμουνιστών. Άλλο αν μετά σε κάποιους έγινε αντεστραμμένη αγάπη κι εκδηλώθηκε ως μίσος κι αναδρομικός αντισοβιετισμός.
Αυτό που έχει σημασία ωστόσο, είναι η ερμηνεία των γεγονότων. Και πρώτα απ’ όλα της χρονικής συγκυρίας. Το πραξικόπημα του αυγούστου συνέπεσε με τις διαπραγματεύσεις στο νόβο ογκάρεβο και τη συμφωνία δέκα σοβιετικών δημοκρατιών (πλην των βαλτικών που είχαν ήδη αποσχιστεί και μερικών ακόμα) για τη μετεξέλιξη της ένωσης κι έγινε μία μέρα πριν να υπογραφεί η συμφωνία. Τον απρίλη του ίδιου έτους είχε προηγηθεί δημοψήφισμα, όπου το 90% των λαών της σοβιετικής ένωσης (και 75% επί του συνολικού πληθυσμού, αν συμπεριλάβουμε τις βαλτικές δημοκρατίες που απείχαν από τη διαδικασία) ψήφισε υπέρ της διατήρησης της ένωσης. Οι ιθύνοντες έγραψαν το αποτέλεσμα στα κατάστιχά τους και συνέχισαν στη ρότα διάλυσης της εσσδ. Το πραξικόπημα έβαλε ουσιαστικά ταφόπλακα στις διαπραγματεύσεις κι επέσπευσε το τέλος της σοβιετίας. Οι δυνάμεις της αντεπανάστασης βγήκαν με ενισχυμένο κύρος, ως υπερασπιστές της δημοκρατίας ήθελαν να καταλύσουν οι κομμουνιστές.
Θεωρητικά οι δυνάμεις της παλινόρθωσης θα μπορούσαν να κρατήσουν μια αστικοποιημένη εκδοχή των σοβιέτ εν είδει κοινοβουλίου, και τη μορφή της ένωσης για να εξυπηρετεί καλύτερα τα μεγαλορωσικά, ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Στην πράξη όμως η παλινόρθωση προσέκρουε στην ένωση και τα θεσμικά της όργανα. Δύο χρόνια μετά τη διάλυση της εσσδ, τον οκτώβρη του 93’, ο γέλτσιν έβαλε στο στόχαστρο ό,τι είχε απομείνει από τα σοβιέτ, βομβαρδίζοντας το κτίριο της βουλής των αντιπροσώπων, που είχαν κλειστεί μέσα σε αυτό.
Παρά την προεργασία των ρεβιζιονιστών επί τρεις και πλέον δεκαετίες, η σοβιετική ένωση δεν ήταν κίνα για να προχωρήσει ομαλά η αντεπανάσταση υπό την καθοδήγηση ενός μεταλλαγμένου κκ. Το σοβιετικό παρελθόν έπρεπε να ξηλωθεί και να μη μείνει τίποτα που να τη θυμίζει, έστω και σε επίπεδο συμβολισμών. Ο ιστός του σοσιαλιστικού κράτους έπρεπε να καταστραφεί ολοσχερώς.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι τα ακριβή κίνητρα των «πραξικοπηματιών». Οι ενέργειες της επιτροπής σωτηρίας είχαν δύο βασικά χαρακτηριστικά. Καταρχάς τυπική γραφειοκρατική λογική. Κινήθηκαν αποκλειστικά σε επίπεδο κρατικών θεσμών και μηχανισμών, αντί να απευθυνθούν στο σοβιετικό λαό και να κινητοποιήσουν τις μάζες –τις μόνες που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την κατάσταση και να υπερασπιστούν το σοσιαλιστικό σύστημα.
Αφετέρου τελείως ερασιτεχνικό χαρακτήρα. Είχαν κακό συντονισμό, έλλειψη οργάνωσης, δεν κινήθηκαν γρήγορα κι αποφασιστικά, και δε συνέλαβαν τον γέλτσιν που κλείστηκε με κάποιους υπερασπιστές του στο λευκό οίκο της μόσχας –τι σου είναι η σημειολογία- κι έγινε ήρωας. Κι ένα τρίτο στοιχείο ήταν η σύνθεση και το ποιόν της επιτροπής σωτηρίας, που αποτελούταν στο σύνολό της από πρωτοκλασάτα στελέχη της περεστρόικα.
Με τον τρόπο που έγινε, η προσπάθεια της επιτροπής ήταν καταδικασμένη εξ αρχής σε αποτυχία. Κατάφερε μόνο να επιταχύνει αυτό που θεωρητικά ήθελε να αποτρέψει. Κι αυτό είναι που κάνει πολλούς συντρόφους καχύποπτους για τις πραγματικές της προθέσεις. Όχι γιατί τους αρέσουν οι συνωμοσιολογίες. Αλλά όποιος καεί στον γκορμπατσόφ, φυσάει και τους σωτήρες. Κι αν υπάρχει μία θεωρία συνωμοσίας που να πλησιάζει περισσότερο στην αλήθεια, είναι αυτή. Ήταν τέτοιες οι συνέπειες του πραξικοπήματος, που οι προθέσεις στην τελική μικρή σημασία έχουν. Είναι σαν την περίπτωση της αντικειμενικής προβοκάτσιας, όπου τα υποκειμενικά κίνητρα δεν αλλάζουν κάτι επί της ουσίας.
Ποιος ήταν όμως ο ρόλος του γκόρμπι σε αυτή την υπόθεση;
Ο γκορμπατσόφ τήρησε στάση αναμονής, περιμένοντας να δει προς τα πού θα παν τα πράγματα. Επί χρόνια αξιοποιούσε τα δύο «άκρα», ανανεωτές και συντηρητικούς, για να ενισχύει τη θέση του, παίζοντας το ρόλο του ισορροπιστή που πρεσβεύει το σώφρον κέντρο. Όταν είδε πού γέρνει η πλάστιγγα, έπαιξε το χαρτί του 'αντιστασιακού' που αρνήθηκε να παραιτηθεί υπέρ της επιτροπής για 'λόγους υγείας'. Αλλά η δυναμική των πραγμάτων τον είχε ήδη ξεπεράσει.
Λίγες μέρες μετά, το πρώτο δεκαήμερο του σεπτέμβρη, έκανε κοινή εμφάνιση με τον γέλτσιν στον φακό του σι εν εν, που έμοιαζε με τελετή παραλαβής-παράδοσης κι επισημοποιούσε την νέα τάξη πραγμάτων στη ρωσία. Το ίδιο χρονικό διάστημα ο γκόρμπι κράτησε κάτι σημειώσεις της πλάκας για το πραξικόπημα του αυγούστου, που κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον ίδιο τίτλο κι υπότιτλο η αλήθεια και το μέλλον. Μάλλον σκεφτόταν ήδη τη μελλοντική του καριέρα και τα δικαιώματα από τους εκδοτικούς οίκους.
Στην ελλάδα το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις λιβάνη, που είχαν εκδώσει και το άλλο, μεγάλο του πόνημα, όπου επεξηγούσε τις αρχές της νέας σκέψης και της περεστρόικα. Δεν έχει κάτι αξιόλογο ή βαθυστόχαστο, αλλά ήταν αποκάλυψη για όσους είχαν ακόμα αυταπάτες, αφού έκανε λόγο –μεταξύ άλλων- για τα 70 χρόνια απολυταρχικού καθεστώτος κι απομόνωσης από τον υπόλοιπο κόσμο. Ας δούμε τρία ακόμη αποσπάσματα.
Μια απάντηση στους ‘κίτρινους’ επικριτές της περεστρόικα..
Τον τελευταίο καιρό οι επικρίσεις έχουν φτάσει στο ζενίθ τους. Όπως κάποτε είχαν κατηγορήσει το λένιν για κατάσκοπο των γερμανών (σήμερα άρχισαν πάλι να ψελλίζουν αυτές τις ασυναρτησίες), έτσι και σήμερα ο κίτρινος τύπος μας «ανακαλύπτει» μεταξύ των εμπνευστών της περεστρόικα, πράκτορες του ιμπεριαλισμού και των δυτικών μυστικών υπηρεσιών (σελ 129-30).
Ο κόκκινος τύπος είχε αλωθεί από μέσα και κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου.
Μια καθαρή ομολογία για την ουσία της ιστορικής στροφής στο εικοστό συνέδριο.
Το κυριότερο είναι μα μην κάνουμε πίσω τώρα, να μη σταματήσουμε, να μην αναζητήσουμε τη σωτηρία στο παρελθόν. Αυτό θα ήταν ανεπανόρθωτο λάθος. Θα ήταν καθαρή αυτοκτονία, αν κι αυτή τη φορά διστάσουμε και σταματήσουμε στα μισά του δρόμου –όπως στις δεκαετίες του 50’ και του 60’ (σελ 155).
Και το στιβαρό ιδεολογικό περίγραμμα ενός γνήσιου σοσιαλδημοκράτη.
Ανήκω σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που ποτέ δεν κρύβουν τις απόψεις τους. (!!) Είμαι εκ πεποιθήσεως οπαδός της σοσιαλιστικής ιδέας. Υπάρχουν διάφορα παρακλάδια του σοσιαλιστικού κινήματος, γιατί δεν είναι κάποιο μοντέλο στο οποίο προσαρμόζεται η εκάστοτε κοινωνία. Όχι, είναι ιδέα, μόνο ιδέα, με αξίες που διαμορφώθηκαν στην πορεία αναζήτησης μιας πιο δίκαιας κοινωνίας. Ιδέα που τροφοδοτείται κι από πολλά επιτεύγματα του χριστιανισμού, κι άλλων φιλοσοφικών ρευμάτων.
Όταν αναφερόμαστε στο σοσιαλισμό, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι απέτυχε το μοντέλο του σοσιαλισμού που εφαρμόστηκε στην χώρα μας κι όχι η ίδια η σοσιαλιστική ιδέα (σελ 51).
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά γράφτηκαν τρεις μόλις τρεις μήνες μετά την επίσκεψη του κλιμακίου του πγ της κετουκε στη μόσχα για να πάρουν από το γκόρμπι την ευχή του ως προς την εσωκομματική διαμάχη εκείνης της περιόδου. Εκεί δηλ που του δώσαμε το αγαλματάκι του ηρακλή ως δώρο για το ηράκλειο έργο που επιτελούσε.
Η κε του μπλοκ έχασε την εικοστή επέτειο αυτής της καλτ επίσκεψης, αλλά επιφυλάσσεται να επανορθώσει στο προσεχές μέλλον. Κι έκανε αυτή την ανάρτηση μία εβδομάδα πριν την εικοστή επέτειο του αυγουστιανού πραξικοπήματος, γιατί φεύγει για διακοπές και δε θα έχει πρόσβαση στο δίκτυο τις επόμενες ημέρες. Ίσως μεσολαβήσει κάποια έκτακτη ανάρτηση-κονσέρβα, από το αρχείο της κε του μπλοκ. Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.
Πέρα από τη μόσχα και το βλαδιβοστόκ, στα θλιβερά απομεινάρια της σοσιαλιστικής πατρίδας, γραφόταν η τελευταία πράξη του σοβιετικού κράτους και του δράματος της περεστρόικα. Που είχε χάπι εντ για τους αστούς, με ανατροπή στο φινάλε –κι όχι κατάρρευση-, ένα νόμπελ ειρήνης για το γκόρμπι στο ρόλο του κομμουνιστή ηγέτη, κι ενθουσιώδη υποδοχή από τις κριτικές επιτροπές των περισσότερων κκ.
Το πραξικόπημα του αυγούστου ήταν ουσιαστικά η ταφόπλακα. Κι ό,τι μεσολάβησε ως το δεκέμβρη με τη διάλυση της εσσδ και την υποστολή της κόκκινης σημαίας από το κρεμλίνο, ήταν τα τυπικά, μέχρι να πέσει οριστικά η αυλαία και να βγει η ληξιαρχική πράξη θανάτου. Κι εμείς εισπράτταμε απ' την εξέδρα βροχή δεκάρικα.
Τα γεγονότα με την αποτυχημένη απόπειρα της επιτροπής σωτηρίας για πραξικόπημα είναι γνωστά σε γενικές γραμμές. Κι είχαν ιδιαίτερη σημειολογία για τους αστούς, καθώς θεωρούσαν ανέκαθεν την οκτωβριανή επανάσταση ως ένα πραξικόπημα των μπολσεβίκων. Έτσι ο επίλογος στην χώρα των σοβιέτ, γράφτηκε όπως ακριβώς άρχισε. Με ένα πραξικόπημα των κομμουνιστών.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα, και βασικά ως τραγωδία, λίγο πριν το τέλος –όπου μοιάζει η σιωπή με αγάπη μεγάλη. Τέτοια ήταν κι η αμήχανη σιωπή των κομμουνιστών. Άλλο αν μετά σε κάποιους έγινε αντεστραμμένη αγάπη κι εκδηλώθηκε ως μίσος κι αναδρομικός αντισοβιετισμός.
Αυτό που έχει σημασία ωστόσο, είναι η ερμηνεία των γεγονότων. Και πρώτα απ’ όλα της χρονικής συγκυρίας. Το πραξικόπημα του αυγούστου συνέπεσε με τις διαπραγματεύσεις στο νόβο ογκάρεβο και τη συμφωνία δέκα σοβιετικών δημοκρατιών (πλην των βαλτικών που είχαν ήδη αποσχιστεί και μερικών ακόμα) για τη μετεξέλιξη της ένωσης κι έγινε μία μέρα πριν να υπογραφεί η συμφωνία. Τον απρίλη του ίδιου έτους είχε προηγηθεί δημοψήφισμα, όπου το 90% των λαών της σοβιετικής ένωσης (και 75% επί του συνολικού πληθυσμού, αν συμπεριλάβουμε τις βαλτικές δημοκρατίες που απείχαν από τη διαδικασία) ψήφισε υπέρ της διατήρησης της ένωσης. Οι ιθύνοντες έγραψαν το αποτέλεσμα στα κατάστιχά τους και συνέχισαν στη ρότα διάλυσης της εσσδ. Το πραξικόπημα έβαλε ουσιαστικά ταφόπλακα στις διαπραγματεύσεις κι επέσπευσε το τέλος της σοβιετίας. Οι δυνάμεις της αντεπανάστασης βγήκαν με ενισχυμένο κύρος, ως υπερασπιστές της δημοκρατίας ήθελαν να καταλύσουν οι κομμουνιστές.
Θεωρητικά οι δυνάμεις της παλινόρθωσης θα μπορούσαν να κρατήσουν μια αστικοποιημένη εκδοχή των σοβιέτ εν είδει κοινοβουλίου, και τη μορφή της ένωσης για να εξυπηρετεί καλύτερα τα μεγαλορωσικά, ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Στην πράξη όμως η παλινόρθωση προσέκρουε στην ένωση και τα θεσμικά της όργανα. Δύο χρόνια μετά τη διάλυση της εσσδ, τον οκτώβρη του 93’, ο γέλτσιν έβαλε στο στόχαστρο ό,τι είχε απομείνει από τα σοβιέτ, βομβαρδίζοντας το κτίριο της βουλής των αντιπροσώπων, που είχαν κλειστεί μέσα σε αυτό.
Παρά την προεργασία των ρεβιζιονιστών επί τρεις και πλέον δεκαετίες, η σοβιετική ένωση δεν ήταν κίνα για να προχωρήσει ομαλά η αντεπανάσταση υπό την καθοδήγηση ενός μεταλλαγμένου κκ. Το σοβιετικό παρελθόν έπρεπε να ξηλωθεί και να μη μείνει τίποτα που να τη θυμίζει, έστω και σε επίπεδο συμβολισμών. Ο ιστός του σοσιαλιστικού κράτους έπρεπε να καταστραφεί ολοσχερώς.
Το δεύτερο σημαντικό ζήτημα είναι τα ακριβή κίνητρα των «πραξικοπηματιών». Οι ενέργειες της επιτροπής σωτηρίας είχαν δύο βασικά χαρακτηριστικά. Καταρχάς τυπική γραφειοκρατική λογική. Κινήθηκαν αποκλειστικά σε επίπεδο κρατικών θεσμών και μηχανισμών, αντί να απευθυνθούν στο σοβιετικό λαό και να κινητοποιήσουν τις μάζες –τις μόνες που θα μπορούσαν να ανατρέψουν την κατάσταση και να υπερασπιστούν το σοσιαλιστικό σύστημα.
Αφετέρου τελείως ερασιτεχνικό χαρακτήρα. Είχαν κακό συντονισμό, έλλειψη οργάνωσης, δεν κινήθηκαν γρήγορα κι αποφασιστικά, και δε συνέλαβαν τον γέλτσιν που κλείστηκε με κάποιους υπερασπιστές του στο λευκό οίκο της μόσχας –τι σου είναι η σημειολογία- κι έγινε ήρωας. Κι ένα τρίτο στοιχείο ήταν η σύνθεση και το ποιόν της επιτροπής σωτηρίας, που αποτελούταν στο σύνολό της από πρωτοκλασάτα στελέχη της περεστρόικα.
Με τον τρόπο που έγινε, η προσπάθεια της επιτροπής ήταν καταδικασμένη εξ αρχής σε αποτυχία. Κατάφερε μόνο να επιταχύνει αυτό που θεωρητικά ήθελε να αποτρέψει. Κι αυτό είναι που κάνει πολλούς συντρόφους καχύποπτους για τις πραγματικές της προθέσεις. Όχι γιατί τους αρέσουν οι συνωμοσιολογίες. Αλλά όποιος καεί στον γκορμπατσόφ, φυσάει και τους σωτήρες. Κι αν υπάρχει μία θεωρία συνωμοσίας που να πλησιάζει περισσότερο στην αλήθεια, είναι αυτή. Ήταν τέτοιες οι συνέπειες του πραξικοπήματος, που οι προθέσεις στην τελική μικρή σημασία έχουν. Είναι σαν την περίπτωση της αντικειμενικής προβοκάτσιας, όπου τα υποκειμενικά κίνητρα δεν αλλάζουν κάτι επί της ουσίας.
Ποιος ήταν όμως ο ρόλος του γκόρμπι σε αυτή την υπόθεση;
Ο γκορμπατσόφ τήρησε στάση αναμονής, περιμένοντας να δει προς τα πού θα παν τα πράγματα. Επί χρόνια αξιοποιούσε τα δύο «άκρα», ανανεωτές και συντηρητικούς, για να ενισχύει τη θέση του, παίζοντας το ρόλο του ισορροπιστή που πρεσβεύει το σώφρον κέντρο. Όταν είδε πού γέρνει η πλάστιγγα, έπαιξε το χαρτί του 'αντιστασιακού' που αρνήθηκε να παραιτηθεί υπέρ της επιτροπής για 'λόγους υγείας'. Αλλά η δυναμική των πραγμάτων τον είχε ήδη ξεπεράσει.
Λίγες μέρες μετά, το πρώτο δεκαήμερο του σεπτέμβρη, έκανε κοινή εμφάνιση με τον γέλτσιν στον φακό του σι εν εν, που έμοιαζε με τελετή παραλαβής-παράδοσης κι επισημοποιούσε την νέα τάξη πραγμάτων στη ρωσία. Το ίδιο χρονικό διάστημα ο γκόρμπι κράτησε κάτι σημειώσεις της πλάκας για το πραξικόπημα του αυγούστου, που κυκλοφόρησαν σε βιβλίο με τον ίδιο τίτλο κι υπότιτλο η αλήθεια και το μέλλον. Μάλλον σκεφτόταν ήδη τη μελλοντική του καριέρα και τα δικαιώματα από τους εκδοτικούς οίκους.
Στην ελλάδα το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις λιβάνη, που είχαν εκδώσει και το άλλο, μεγάλο του πόνημα, όπου επεξηγούσε τις αρχές της νέας σκέψης και της περεστρόικα. Δεν έχει κάτι αξιόλογο ή βαθυστόχαστο, αλλά ήταν αποκάλυψη για όσους είχαν ακόμα αυταπάτες, αφού έκανε λόγο –μεταξύ άλλων- για τα 70 χρόνια απολυταρχικού καθεστώτος κι απομόνωσης από τον υπόλοιπο κόσμο. Ας δούμε τρία ακόμη αποσπάσματα.
Μια απάντηση στους ‘κίτρινους’ επικριτές της περεστρόικα..
Τον τελευταίο καιρό οι επικρίσεις έχουν φτάσει στο ζενίθ τους. Όπως κάποτε είχαν κατηγορήσει το λένιν για κατάσκοπο των γερμανών (σήμερα άρχισαν πάλι να ψελλίζουν αυτές τις ασυναρτησίες), έτσι και σήμερα ο κίτρινος τύπος μας «ανακαλύπτει» μεταξύ των εμπνευστών της περεστρόικα, πράκτορες του ιμπεριαλισμού και των δυτικών μυστικών υπηρεσιών (σελ 129-30).
Ο κόκκινος τύπος είχε αλωθεί από μέσα και κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου.
Μια καθαρή ομολογία για την ουσία της ιστορικής στροφής στο εικοστό συνέδριο.
Το κυριότερο είναι μα μην κάνουμε πίσω τώρα, να μη σταματήσουμε, να μην αναζητήσουμε τη σωτηρία στο παρελθόν. Αυτό θα ήταν ανεπανόρθωτο λάθος. Θα ήταν καθαρή αυτοκτονία, αν κι αυτή τη φορά διστάσουμε και σταματήσουμε στα μισά του δρόμου –όπως στις δεκαετίες του 50’ και του 60’ (σελ 155).
Και το στιβαρό ιδεολογικό περίγραμμα ενός γνήσιου σοσιαλδημοκράτη.
Ανήκω σε εκείνη την κατηγορία των ανθρώπων που ποτέ δεν κρύβουν τις απόψεις τους. (!!) Είμαι εκ πεποιθήσεως οπαδός της σοσιαλιστικής ιδέας. Υπάρχουν διάφορα παρακλάδια του σοσιαλιστικού κινήματος, γιατί δεν είναι κάποιο μοντέλο στο οποίο προσαρμόζεται η εκάστοτε κοινωνία. Όχι, είναι ιδέα, μόνο ιδέα, με αξίες που διαμορφώθηκαν στην πορεία αναζήτησης μιας πιο δίκαιας κοινωνίας. Ιδέα που τροφοδοτείται κι από πολλά επιτεύγματα του χριστιανισμού, κι άλλων φιλοσοφικών ρευμάτων.
Όταν αναφερόμαστε στο σοσιαλισμό, θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι απέτυχε το μοντέλο του σοσιαλισμού που εφαρμόστηκε στην χώρα μας κι όχι η ίδια η σοσιαλιστική ιδέα (σελ 51).
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι όλα αυτά γράφτηκαν τρεις μόλις τρεις μήνες μετά την επίσκεψη του κλιμακίου του πγ της κετουκε στη μόσχα για να πάρουν από το γκόρμπι την ευχή του ως προς την εσωκομματική διαμάχη εκείνης της περιόδου. Εκεί δηλ που του δώσαμε το αγαλματάκι του ηρακλή ως δώρο για το ηράκλειο έργο που επιτελούσε.
Η κε του μπλοκ έχασε την εικοστή επέτειο αυτής της καλτ επίσκεψης, αλλά επιφυλάσσεται να επανορθώσει στο προσεχές μέλλον. Κι έκανε αυτή την ανάρτηση μία εβδομάδα πριν την εικοστή επέτειο του αυγουστιανού πραξικοπήματος, γιατί φεύγει για διακοπές και δε θα έχει πρόσβαση στο δίκτυο τις επόμενες ημέρες. Ίσως μεσολαβήσει κάποια έκτακτη ανάρτηση-κονσέρβα, από το αρχείο της κε του μπλοκ. Καλό υπόλοιπο καλοκαιριού.
Ετικέτες
γκόρμπι,
περεστρόικα,
σαβιέτσκι σαγιούζ
Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011
Ορισμένες διεργασίες στον οπορτουνιστικό χώρο
Η κομεπ που κυκλοφορεί αυτό το μήνα περιέχει μεταξύ άλλων ένα άρθρο του τραβασάρου των λαών, σεμνού τροβαδούρου της εργατικής τάξης και της ορθοδοξίας ενάντια στα οπορτουνιστικά ρεύματα, που είναι μέλος της ιδεολογικής επιτροπής –μέχρι πρότινος του κσ και πλέον της κετουκέ– και συνεχίζει με αντίστοιχη θεματολογία, από εκεί που είχε σταματήσει ο κύριλλος. Το τελευταίο του πόνημα έχει τον τίτλο του κειμένου κι έκταση περίπου σαράντα σελίδων, όπου το δεύτερο –και μεγαλύτερο- μέρος αφορά τις διεργασίες στα μετωπικά σχήματα του σύριζα και της ανταρσύα.
Το απολίθωμα, ως ιδεολογικός υπεύθυνος της κε του μπλοκ, δε θα σχολιάσει το άρθρο του τραβασάρου επί της μορφής ή της ουσίας, αλλά θα παραθέσει κάποιες ιδέες σαν προσχέδιο για το πώς θα έγραφε αυτό ένα τέτοιο άρθρο.
Εισαγωγική παρατήρηση. Η κε του μπλοκ διαφωνεί από θέση αρχής με την κρατούσα ερμηνεία περί δύο αλληλοτροφοδοτούμενων κέντρων στο κόμμα και τη νεολαία, κατά τη δεκαετία με τις βάτες, που έφυγαν, το ένα το 89 από τα αριστερά (σκέτα, χωρίς κάτω) και το άλλο από τα δεξιά προς τον συν, δυο χρόνια αργότερα. Κυρίως γιατί δε θεωρεί ίδιας ποιότητας και προθέσεων τον κόσμο που έφυγε το 89 με τον δεξιό οπορτουνισμό των συνασπισμένων.
Έλα όμως που η μετέπειτα πορεία τους τα τελευταία χρόνια οδηγεί τα δύο "κέντρα" σε μια σύγκλιση, τακτική και προγραμματική, που βαθαίνει με τον καιρό κι αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Και η οποία μπορεί να δικαιώσει αναδρομικά το σχήμα των δύο κέντρων, αριστερού και δεξιού, τα οποία συμμάχησαν -παρά τις διαφορετικές τους αφετηρίες- ενάντια στο κέντρο.
Η σύγκλιση αυτή μεταξύ των μετωπικών σχημάτων σύριζα κι ανταρσύας έγινε ευρύτερα φανερή στην παρούσα συγκυρία της οικονομικής κρίσης, έχοντας ως άξονα το μεταβατικό πρόγραμμα και τα αιτήματα των αριστερών οικονομολόγων σχετικά με το δημόσιο χρέος: στάση πληρωμών, έξοδος από την ευρωζώνη, εθνικοποίηση τραπεζών και βασικών παραγωγικών κλάδων. Συγκρότηση της επιτροπής λογιστικού ελέγχου -ελε- που θα αποφανθεί ποιο μέρος του ελληνικού χρέους είναι απεχθές και δεν πρέπει να πληρωθεί. Επαναδιαπραγμάτευση με στόχο τη διαγραφή –ενός μέρους ή και του συνόλου- του χρέους.
Γύρω από αυτόν τον άξονα υπάρχουν ορισμένες παραλλαγές κι επιμέρους διαφοροποιήσεις. Πχ η ανταρσύα προβάλλει ως στόχο την έξοδο από την εε –που δεν είναι ωστόσο η αντικαπιταλιστική αποδέσμευση που έλεγε παλιότερα το μέρα- αλλά δέχεται την έξοδο από την ευρωζώνη, ως ένα πρώτο βήμα ρήξης με την ευρωπαϊκή ένωση. Επίσης η ανταρσύα υποστηρίζει τη διαγραφή του χρέους, αντί της επαναδιαπραγμάτευσης. Αλλά την ίδια στιγμή στηρίζει κριτικά την ελε, για να βρούμε ποιο κομμάτι του δημόσιου χρέους είναι παράνομο, με προμετωπίδα το ντοκιμαντέρ του χατζηστεφάνου που έσπασε ταμεία. Ενώ ένα άλλο στέλεχός της, ο πι-πι, λέει να προτείνουμε την επαναδιαπραγμάτευση κι αν δεν το δεχτούν οι δανειστές μας, να προχωρήσουμε τότε στο μέτρο της διαγραφής.
Το ερώτημα είναι ποιοι ακριβώς είμαστε εμείς, αλλά αυτό θα το δούμε λίγο παρακάτω.
Το βασικό αγκάθι στη σύγκλιση είναι ο έξαλλος κι ανοιχτός φιλοευρωπαϊσμός του συνασπισμού και της ηγεσίας του, που απορρίπτει την έξοδο από το ευρώ κι αναζητά λύσεις στο ευρω-ομόλογο. Αλλά εντός του αριστερού ρεύματος υπάρχει μια σχετική διαπάλη, ακόμα και φωνές αυτοκριτικής για το μάαστριχτ, η οποία μπορεί να είναι κι έντιμη, σε ευθεία αντιστοίχιση με τον οπορτουνισμό της.
Το βασικό ερώτημα βέβαια, όπως είπαμε και πριν, είναι ποιος θα κληθεί να πραγματοποιήσει αυτό το πρόγραμμα. Κι εκεί διαπιστώνουμε τη βασική, ουσιαστική σύγκλιση των δύο χώρων.
Καταρχάς ελλοχεύει ο γλυκός πειρασμός να σκεφτεί κανείς πως αυτά τα συγκεκριμένα, μεταβατικά, αντικαπιταλιστικά αιτήματα, τα υλοποιεί σήμερα η δεξιά κυβέρνηση της ουγγαρίας, ή η κυβέρνηση του ομπάμα, που κρατικοποίησε τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές που χρεοκόπησαν, ενώ βρέθηκε ένα βήμα πριν από τη στάση πληρωμών. Αλλά δε θα υποκύψουμε.
Η επόμενη λογική υπόθεση είναι ότι αυτά τα αιτήματα θα τα πραγματοποιήσει το κίνημα και μια άλλη εξουσία, που θα ανατρέψει την αστική. Αυτό όμως θα μετέθετε την εφαρμογή τους στην δευτέρα παρουσία –σύμφωνα με τη λογική του χώρου, τότε τοποθετείται χρονικά η επανάσταση- και δε θα έδινε «εδώ και τώρα» διέξοδο στα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα τα λαϊκά στρώματα.
Οπότε τι μας μένει; Μια προοδευτική κυβέρνηση που θα τα εφαρμόσει υπό τον έλεγχο του λαϊκού κινήματος. Αυτό στη γλώσσα του συν λέγεται αριστερό, αντιμνημονιακό μέτωπο και συνασπισμός εξουσίας για μια προοδευτική διακυβέρνηση. Και στη γλώσσα της ανταρσύα μεταφράζεται σε μια αδύναμη, αστική κυβέρνηση που θα αναγκαστεί να υλοποιήσει αυτό το πρόγραμμα υπό την πίεση και το μαζικό, πολιτικό εκβιασμό του κινήματος.
Κατά το παρελθόν έχουν υπάρξει περιπτώσεις, όπου η αστική τάξη αδυνατούσε να προχωρήσει σε έναν στοιχειώδη εκσυγχρονισμό κι έτσι η επανάσταση κλήθηκε να επιλύσει και ζητήματα αστικο-δημοκρατικού χαρακτήρα. Αυτή ωστόσο είναι η πρώτη φορά που μια αστική κυβέρνηση καλείται να επιλύσει και να ικανοποιήσει επαναστατικά αιτήματα. Πώς θα γίνει αυτό; Με μαζικό, πολιτικό εκβιασμό του κινήματος. Το οποίο θα είναι αρκετά δυνατό να εκβιάσει την αστική εξουσία, αλλά όχι και να την ανατρέψει. Πώς θα την εκβιάζει τότε; Μια ιδέα είναι να κρατάμε την αναπνοή μας, όπως έκανε ο μικρός πέπε από το αστερίξ στην ισπανία, μέχρι να του γίνει το χατίρι.
Επί της ουσίας, συν κι ανταρσύα μιλάνε για το ίδιο πράγμα. Ο συνασπισμός θέλει να πάρει μέρος σε μια κυβέρνηση –αριστερών, αντιμνημονιακών δυνάμεων- για να γλείψει επιτέλους το κοκαλάκι της εξουσίας. Κι η ανταρσύα την ίδια ακριβώς κυβέρνηση για να μπορεί να την ελέγχει και να την εκβιάζει. Κάτι σαν την κυβέρνηση του κερένσκι –εν αναμονή των μπολσεβίκων. Αλλά δε θα μπορεί να πάρει η ίδια μέρος σε αυτήν, γιατί αυτό θα έθιγε το συλλογικό φετίχ του χώρου για το 89 και τον τζανετακισμό –ανώτερο στάδιο του κυβερνητισμού. Μέχρι αποδείξεως του εναντίου τουλάχιστον.
Στην πραγματικότητα, η σύγκλιση των πάλαι ποτέ κέντρων οδηγεί στο αφετηριακό σημείο από το οποίο ξεκίνησαν –κι από το οποίο έφυγαν τη διετία 89-91: το κουκουέ της δεκαετίας του ογδόντα –και δη- στις χειρότερές του πολιτικές στιγμές.
Γιατί τι άλλο είναι το μεταβατικό πρόγραμμα των αριστερών οικονομολόγων, παρά μια νεότερη εκδοχή της «αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό» που ευαγγελιζόταν το κόμμα στα χρυσά 80’ς; Και σε τι διαφέρει επί της ουσίας ο αγώνας για την εξάλειψη του χρέους –ως συνέπεια της κρίσης- και την έξοδο από το ευρώ, από την πάλη ενάντια στις συνέπειες της ένταξης στην εοκ, στα τέλη της δεκαετίας με τις βάτες, λίγο πριν υπογραφεί το κοινό πόρισμα με τη φιλοεοκική εαρ;
Η λογική αυτή των μικρών αλλαγών, που θα ανοίξουν σταδιακά ένα δρόμο για το σοσιαλισμό, μου θυμίζει το ρεφραίν από ένα παλιό τραγούδι του θέμη αδαμαντίδη, που ακούγεται στην καλτ ταινία «Βασικά καλησπέρα σας».
Λίγο-λίγο, θα τη βρούμε την χαρά. Λίγο-λίγο κι όχι βιαστικά.
(http://www.youtube.com/watch?v=I6FMwkrnaFU)
Κι η λογική που μιλάει για κρίση χρέους και θέτει στο επίκεντρο της ανάλυσής της το δημόσιο χρέος και τα «μεταβατικά αιτήματα» που απορρέουν από αυτό, θα μπορούσε να παραφράσει τη γνωστή φράση του μπιλ κλίντον, ή ακόμα τον τίτλο από το τελευταίο βιβλίο του μπογιόπουλου και να μας πει: είναι το χρέος ηλίθιε.
It's the public depth, stupid.
Αλλά ο εργατικός έλεγχος είναι γνήσιος όταν αφορά πρώτα και κύρια το κράτος και την εξουσία. Κι οι εθνικοποιήσεις είναι υπέρ του λαού, όταν δεν υποτάσσουν το έθνος των εργαζομένων στην αταξική σούπα του έθνους γενικά κι υπεράνω τάξεων. Οι κρατικοποιήσεις δεν αποκτάν φιλολαϊκό περιεχόμενο, αν δε λύσουμε το βασικό ζήτημα του κράτους που θα τις κάνει. Ή αλλιώς –πράγμα που είναι το ίδιο- της εξουσίας που θα τις πραγματοποιήσει.
-Παράρτημα πρώτο
Είχα ξεκινήσει να κρατάω σημειώσεις για αυτό το κείμενο, όταν διάβασα στον κυριακάτικο ρίζο ένα άρθρο του λουκά που έβαζε όλη την ουσία του θέματος και λέει αρκετά από αυτά που ήθελα να γράψω κι εγώ. Ένα βασικό του πλεονέκτημα είναι ότι ασκεί κριτική επί πραγματικών θέσεων –που μας τις παραθέτει εκτενώς- χωρίς να τις διαστρεβλώνει, ή να τις «ερμηνεύει δημιουργικά».
Παραθέτω με τη σειρά μου μία από τις παραθέσεις του σ.λ. από το πριν που είναι ενδεικτική για τη λογική -και τα όρια- του μαζικού πολιτικού εκβιασμού.
«Μέσα στην όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων και την κρίση του πολιτικού συστήματος, που κάνουν εμφανές το ενδεχόμενο για κατάρρευση κυβερνήσεων υπό το βάρος του λαϊκού παράγοντα, είναι πιθανό να δούμε ένα φάσμα ενδεχομένων από αστικές κυβερνήσεις που να λειτουργούν υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος, αντιφατικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας, πιθανώς και με συμμετοχή κομματιών της Αριστεράς. Φυσικά, η στάση των ταξικών δυνάμεων, του εργατικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς απέναντι σε τέτοιες κυβερνήσεις δεν είναι ίδια με τη στάση απέναντι σε καθαρά αστικές κυβερνήσεις».
Η αμέσως προηγούμενη παράθεση είναι από το γνωστό κείμενο του δεσύλλα που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο τις τελευταίες μέρες. Μια σειρά άμεσων «πολιτικών στόχων» στο πνεύμα της πραγματικής δημοκρατίας των πλατειών –που ήταν κι αυτές πεδίον δόξης κι ενωτικής όσμωσης με τον συν και τη ρίζα του. Στόχοι που έχουν ως βάση το πολιτικό «γλείψιμο» στους αγανακτισμένους, στη συνέχεια μπερδεύονται με σοσιαλιστικά αιτήματα (βουλευτές αιρετοί κι ανακλητοί από χώρους δουλειάς) και καταλήγουν σε μια σούπα εκσυγχρονισμού του αστικού, πολιτικού συστήματος.
Μια ενδιαφέρουσα κριτική στο κείμενο του δεσύλλα μπορείτε να βρείτε στη σελίδα της κόντρας: http://www.eksegersi.gr/article.php?article_id=12593&cat_id=32
Παράρτημα δεύτερο
Παράλληλα με το πολιτικό –κι ως απόρροιά του- υπάρχει και το οργανωτικό ζήτημα. Προσωπικά πιστεύω ότι τα οργανωτικά του σύριζα δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, με την έννοια ότι πρόκειται για ένα πολιτικό προξενιό με προίκα τα λεφτά της κρατικής επιχορήγησης για τις διάφορες συνιστώσες. Χωρίς αυτά πιθανότατα θα είχε διαλυθεί προ πολλού.
Ωστόσο κάποια από τα οργανωτικά ζητήματα που είχαν αντιμετωπίσει στην πρώτη ρομαντική τους περίοδο, φαίνεται να απασχολούν τώρα και την ανταρσύα. Η οποία δυόμισι χρόνια μετά τη συγκρότησή της, εξακολουθεί να πορεύεται χωρίς σαφές πρόγραμμα και καταστατικό, με καθοδηγητικό όργανο κορυφών που δεν έχει εκλεγεί από τα μέλη της, αλλά ορίζεται με κοοπτάτσια από κάθε συνιστώσα.
Τον τελευταίο περίπου χρόνο, το μετωπικό σχήμα της ανταρσύα βρίσκεται εν όψει της πρώτης πανελλαδικής της συνδιάσκεψης με εκλεγμένους αντιπροσώπους, η οποία ωστόσο πηγαίνει από αναβολή σε αναβολή. Βλέπε και το σχετικό ποστ του ανένταχτου αντάρτη χαρίδημου (http://ashtonhar.blogspot.com/2011/07/blog-post_2397.html) που μοιάζει να είναι από τους λίγους που έχουν πάρει ζεστά την υπόθεση της συνδιάσκεψης και την περιμένουν εναγώνια μαζί με τον γκοντώ...
Τον περασμένο μήνα βγήκε με μεγάλη καθυστέρηση το κείμενο της πολιτικής εισήγησης που θα συζητηθεί στις τοπικές συνελεύσεις εν όψει της συνδιάσκεψης. Παρόλα αυτά δεν κατορθώθηκε να βγει ενιαία εισήγηση επί του οργανωτικού κι έτσι κυκλοφορούν διάφορα κείμενα με τις προτάσεις της κάθε οργάνωσης επί του θέματος.
(http://ashtonhar.blogspot.com/2011/07/blog-post_17.html)
Βασικό επίδικο φαίνεται να είναι το μέτρο της εκπροσώπησης και των ποσοστώσεων. Θεωρητικά οι ποσοστώσεις μπαίνουν για να εξασφαλίσουν την παρουσία ανένταχτων μελών, που δεν ανήκουν σε οργανώσεις, η οποία θα δείχνει την ευρύτερη δυναμική της ανταρσύα ως κάτι παραπάνω από ένα απλό άθροισμα των οργανώσεων που την αποτελούν.
Τελικά αποδείχτηκε ότι ο καβγάς για τις ποσοστώσεις αφορά την εξασφάλιση της παρουσίας των ίδιων των οργανώσεων και τους μεταξύ τους συσχετισμούς. Κι αυτός είναι ο βασικός ίσως λόγος που δεν κατέστη δυνατή η συμφωνία στην εισήγηση επί του οργανωτικού κι η συνδιάσκεψη παίρνει τη μία αναβολή μετά την άλλη.
Με βάση αυτά τα δείγματα γραφής, ο βασικός κίνδυνος για τη συνδιάσκεψη είναι να εξελιχθεί σε ένα αντίγραφο του διήμερου των σχημάτων της εαακ, με παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μεταξύ των οργανώσεων και το ανένταχτο δυναμικό σε διακοσμητικό ρόλο.
Σε κάθε περίπτωση το οργανωτικό ζήτημα είναι μια επιμέρους πτυχή –κι ως ένα βαθμό απόρροια- του πολιτικού, και δεν πρέπει να ιδωθεί ξεκομμένα απ’ αυτό.
Το απολίθωμα, ως ιδεολογικός υπεύθυνος της κε του μπλοκ, δε θα σχολιάσει το άρθρο του τραβασάρου επί της μορφής ή της ουσίας, αλλά θα παραθέσει κάποιες ιδέες σαν προσχέδιο για το πώς θα έγραφε αυτό ένα τέτοιο άρθρο.
Εισαγωγική παρατήρηση. Η κε του μπλοκ διαφωνεί από θέση αρχής με την κρατούσα ερμηνεία περί δύο αλληλοτροφοδοτούμενων κέντρων στο κόμμα και τη νεολαία, κατά τη δεκαετία με τις βάτες, που έφυγαν, το ένα το 89 από τα αριστερά (σκέτα, χωρίς κάτω) και το άλλο από τα δεξιά προς τον συν, δυο χρόνια αργότερα. Κυρίως γιατί δε θεωρεί ίδιας ποιότητας και προθέσεων τον κόσμο που έφυγε το 89 με τον δεξιό οπορτουνισμό των συνασπισμένων.
Έλα όμως που η μετέπειτα πορεία τους τα τελευταία χρόνια οδηγεί τα δύο "κέντρα" σε μια σύγκλιση, τακτική και προγραμματική, που βαθαίνει με τον καιρό κι αποκτά μόνιμα χαρακτηριστικά. Και η οποία μπορεί να δικαιώσει αναδρομικά το σχήμα των δύο κέντρων, αριστερού και δεξιού, τα οποία συμμάχησαν -παρά τις διαφορετικές τους αφετηρίες- ενάντια στο κέντρο.
Η σύγκλιση αυτή μεταξύ των μετωπικών σχημάτων σύριζα κι ανταρσύας έγινε ευρύτερα φανερή στην παρούσα συγκυρία της οικονομικής κρίσης, έχοντας ως άξονα το μεταβατικό πρόγραμμα και τα αιτήματα των αριστερών οικονομολόγων σχετικά με το δημόσιο χρέος: στάση πληρωμών, έξοδος από την ευρωζώνη, εθνικοποίηση τραπεζών και βασικών παραγωγικών κλάδων. Συγκρότηση της επιτροπής λογιστικού ελέγχου -ελε- που θα αποφανθεί ποιο μέρος του ελληνικού χρέους είναι απεχθές και δεν πρέπει να πληρωθεί. Επαναδιαπραγμάτευση με στόχο τη διαγραφή –ενός μέρους ή και του συνόλου- του χρέους.
Γύρω από αυτόν τον άξονα υπάρχουν ορισμένες παραλλαγές κι επιμέρους διαφοροποιήσεις. Πχ η ανταρσύα προβάλλει ως στόχο την έξοδο από την εε –που δεν είναι ωστόσο η αντικαπιταλιστική αποδέσμευση που έλεγε παλιότερα το μέρα- αλλά δέχεται την έξοδο από την ευρωζώνη, ως ένα πρώτο βήμα ρήξης με την ευρωπαϊκή ένωση. Επίσης η ανταρσύα υποστηρίζει τη διαγραφή του χρέους, αντί της επαναδιαπραγμάτευσης. Αλλά την ίδια στιγμή στηρίζει κριτικά την ελε, για να βρούμε ποιο κομμάτι του δημόσιου χρέους είναι παράνομο, με προμετωπίδα το ντοκιμαντέρ του χατζηστεφάνου που έσπασε ταμεία. Ενώ ένα άλλο στέλεχός της, ο πι-πι, λέει να προτείνουμε την επαναδιαπραγμάτευση κι αν δεν το δεχτούν οι δανειστές μας, να προχωρήσουμε τότε στο μέτρο της διαγραφής.
Το ερώτημα είναι ποιοι ακριβώς είμαστε εμείς, αλλά αυτό θα το δούμε λίγο παρακάτω.
Το βασικό αγκάθι στη σύγκλιση είναι ο έξαλλος κι ανοιχτός φιλοευρωπαϊσμός του συνασπισμού και της ηγεσίας του, που απορρίπτει την έξοδο από το ευρώ κι αναζητά λύσεις στο ευρω-ομόλογο. Αλλά εντός του αριστερού ρεύματος υπάρχει μια σχετική διαπάλη, ακόμα και φωνές αυτοκριτικής για το μάαστριχτ, η οποία μπορεί να είναι κι έντιμη, σε ευθεία αντιστοίχιση με τον οπορτουνισμό της.
Το βασικό ερώτημα βέβαια, όπως είπαμε και πριν, είναι ποιος θα κληθεί να πραγματοποιήσει αυτό το πρόγραμμα. Κι εκεί διαπιστώνουμε τη βασική, ουσιαστική σύγκλιση των δύο χώρων.
Καταρχάς ελλοχεύει ο γλυκός πειρασμός να σκεφτεί κανείς πως αυτά τα συγκεκριμένα, μεταβατικά, αντικαπιταλιστικά αιτήματα, τα υλοποιεί σήμερα η δεξιά κυβέρνηση της ουγγαρίας, ή η κυβέρνηση του ομπάμα, που κρατικοποίησε τις τράπεζες και τις ασφαλιστικές που χρεοκόπησαν, ενώ βρέθηκε ένα βήμα πριν από τη στάση πληρωμών. Αλλά δε θα υποκύψουμε.
Η επόμενη λογική υπόθεση είναι ότι αυτά τα αιτήματα θα τα πραγματοποιήσει το κίνημα και μια άλλη εξουσία, που θα ανατρέψει την αστική. Αυτό όμως θα μετέθετε την εφαρμογή τους στην δευτέρα παρουσία –σύμφωνα με τη λογική του χώρου, τότε τοποθετείται χρονικά η επανάσταση- και δε θα έδινε «εδώ και τώρα» διέξοδο στα καθημερινά προβλήματα που αντιμετωπίζουν σήμερα τα λαϊκά στρώματα.
Οπότε τι μας μένει; Μια προοδευτική κυβέρνηση που θα τα εφαρμόσει υπό τον έλεγχο του λαϊκού κινήματος. Αυτό στη γλώσσα του συν λέγεται αριστερό, αντιμνημονιακό μέτωπο και συνασπισμός εξουσίας για μια προοδευτική διακυβέρνηση. Και στη γλώσσα της ανταρσύα μεταφράζεται σε μια αδύναμη, αστική κυβέρνηση που θα αναγκαστεί να υλοποιήσει αυτό το πρόγραμμα υπό την πίεση και το μαζικό, πολιτικό εκβιασμό του κινήματος.
Κατά το παρελθόν έχουν υπάρξει περιπτώσεις, όπου η αστική τάξη αδυνατούσε να προχωρήσει σε έναν στοιχειώδη εκσυγχρονισμό κι έτσι η επανάσταση κλήθηκε να επιλύσει και ζητήματα αστικο-δημοκρατικού χαρακτήρα. Αυτή ωστόσο είναι η πρώτη φορά που μια αστική κυβέρνηση καλείται να επιλύσει και να ικανοποιήσει επαναστατικά αιτήματα. Πώς θα γίνει αυτό; Με μαζικό, πολιτικό εκβιασμό του κινήματος. Το οποίο θα είναι αρκετά δυνατό να εκβιάσει την αστική εξουσία, αλλά όχι και να την ανατρέψει. Πώς θα την εκβιάζει τότε; Μια ιδέα είναι να κρατάμε την αναπνοή μας, όπως έκανε ο μικρός πέπε από το αστερίξ στην ισπανία, μέχρι να του γίνει το χατίρι.
Επί της ουσίας, συν κι ανταρσύα μιλάνε για το ίδιο πράγμα. Ο συνασπισμός θέλει να πάρει μέρος σε μια κυβέρνηση –αριστερών, αντιμνημονιακών δυνάμεων- για να γλείψει επιτέλους το κοκαλάκι της εξουσίας. Κι η ανταρσύα την ίδια ακριβώς κυβέρνηση για να μπορεί να την ελέγχει και να την εκβιάζει. Κάτι σαν την κυβέρνηση του κερένσκι –εν αναμονή των μπολσεβίκων. Αλλά δε θα μπορεί να πάρει η ίδια μέρος σε αυτήν, γιατί αυτό θα έθιγε το συλλογικό φετίχ του χώρου για το 89 και τον τζανετακισμό –ανώτερο στάδιο του κυβερνητισμού. Μέχρι αποδείξεως του εναντίου τουλάχιστον.
Στην πραγματικότητα, η σύγκλιση των πάλαι ποτέ κέντρων οδηγεί στο αφετηριακό σημείο από το οποίο ξεκίνησαν –κι από το οποίο έφυγαν τη διετία 89-91: το κουκουέ της δεκαετίας του ογδόντα –και δη- στις χειρότερές του πολιτικές στιγμές.
Γιατί τι άλλο είναι το μεταβατικό πρόγραμμα των αριστερών οικονομολόγων, παρά μια νεότερη εκδοχή της «αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό» που ευαγγελιζόταν το κόμμα στα χρυσά 80’ς; Και σε τι διαφέρει επί της ουσίας ο αγώνας για την εξάλειψη του χρέους –ως συνέπεια της κρίσης- και την έξοδο από το ευρώ, από την πάλη ενάντια στις συνέπειες της ένταξης στην εοκ, στα τέλη της δεκαετίας με τις βάτες, λίγο πριν υπογραφεί το κοινό πόρισμα με τη φιλοεοκική εαρ;
Η λογική αυτή των μικρών αλλαγών, που θα ανοίξουν σταδιακά ένα δρόμο για το σοσιαλισμό, μου θυμίζει το ρεφραίν από ένα παλιό τραγούδι του θέμη αδαμαντίδη, που ακούγεται στην καλτ ταινία «Βασικά καλησπέρα σας».
Λίγο-λίγο, θα τη βρούμε την χαρά. Λίγο-λίγο κι όχι βιαστικά.
(http://www.youtube.com/watch?v=I6FMwkrnaFU)
Κι η λογική που μιλάει για κρίση χρέους και θέτει στο επίκεντρο της ανάλυσής της το δημόσιο χρέος και τα «μεταβατικά αιτήματα» που απορρέουν από αυτό, θα μπορούσε να παραφράσει τη γνωστή φράση του μπιλ κλίντον, ή ακόμα τον τίτλο από το τελευταίο βιβλίο του μπογιόπουλου και να μας πει: είναι το χρέος ηλίθιε.
It's the public depth, stupid.
Αλλά ο εργατικός έλεγχος είναι γνήσιος όταν αφορά πρώτα και κύρια το κράτος και την εξουσία. Κι οι εθνικοποιήσεις είναι υπέρ του λαού, όταν δεν υποτάσσουν το έθνος των εργαζομένων στην αταξική σούπα του έθνους γενικά κι υπεράνω τάξεων. Οι κρατικοποιήσεις δεν αποκτάν φιλολαϊκό περιεχόμενο, αν δε λύσουμε το βασικό ζήτημα του κράτους που θα τις κάνει. Ή αλλιώς –πράγμα που είναι το ίδιο- της εξουσίας που θα τις πραγματοποιήσει.
-Παράρτημα πρώτο
Είχα ξεκινήσει να κρατάω σημειώσεις για αυτό το κείμενο, όταν διάβασα στον κυριακάτικο ρίζο ένα άρθρο του λουκά που έβαζε όλη την ουσία του θέματος και λέει αρκετά από αυτά που ήθελα να γράψω κι εγώ. Ένα βασικό του πλεονέκτημα είναι ότι ασκεί κριτική επί πραγματικών θέσεων –που μας τις παραθέτει εκτενώς- χωρίς να τις διαστρεβλώνει, ή να τις «ερμηνεύει δημιουργικά».
Παραθέτω με τη σειρά μου μία από τις παραθέσεις του σ.λ. από το πριν που είναι ενδεικτική για τη λογική -και τα όρια- του μαζικού πολιτικού εκβιασμού.
«Μέσα στην όξυνση των κοινωνικών και πολιτικών αντιθέσεων και την κρίση του πολιτικού συστήματος, που κάνουν εμφανές το ενδεχόμενο για κατάρρευση κυβερνήσεων υπό το βάρος του λαϊκού παράγοντα, είναι πιθανό να δούμε ένα φάσμα ενδεχομένων από αστικές κυβερνήσεις που να λειτουργούν υπό τον εκβιασμό του λαϊκού κινήματος, αντιφατικές κυβερνήσεις ή κυβερνήσεις ταξικής συνεργασίας, πιθανώς και με συμμετοχή κομματιών της Αριστεράς. Φυσικά, η στάση των ταξικών δυνάμεων, του εργατικού κινήματος και της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής Αριστεράς απέναντι σε τέτοιες κυβερνήσεις δεν είναι ίδια με τη στάση απέναντι σε καθαρά αστικές κυβερνήσεις».
Η αμέσως προηγούμενη παράθεση είναι από το γνωστό κείμενο του δεσύλλα που κυκλοφόρησε ευρέως στο διαδίκτυο τις τελευταίες μέρες. Μια σειρά άμεσων «πολιτικών στόχων» στο πνεύμα της πραγματικής δημοκρατίας των πλατειών –που ήταν κι αυτές πεδίον δόξης κι ενωτικής όσμωσης με τον συν και τη ρίζα του. Στόχοι που έχουν ως βάση το πολιτικό «γλείψιμο» στους αγανακτισμένους, στη συνέχεια μπερδεύονται με σοσιαλιστικά αιτήματα (βουλευτές αιρετοί κι ανακλητοί από χώρους δουλειάς) και καταλήγουν σε μια σούπα εκσυγχρονισμού του αστικού, πολιτικού συστήματος.
Μια ενδιαφέρουσα κριτική στο κείμενο του δεσύλλα μπορείτε να βρείτε στη σελίδα της κόντρας: http://www.eksegersi.gr/article.php?article_id=12593&cat_id=32
Παράρτημα δεύτερο
Παράλληλα με το πολιτικό –κι ως απόρροιά του- υπάρχει και το οργανωτικό ζήτημα. Προσωπικά πιστεύω ότι τα οργανωτικά του σύριζα δεν παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, με την έννοια ότι πρόκειται για ένα πολιτικό προξενιό με προίκα τα λεφτά της κρατικής επιχορήγησης για τις διάφορες συνιστώσες. Χωρίς αυτά πιθανότατα θα είχε διαλυθεί προ πολλού.
Ωστόσο κάποια από τα οργανωτικά ζητήματα που είχαν αντιμετωπίσει στην πρώτη ρομαντική τους περίοδο, φαίνεται να απασχολούν τώρα και την ανταρσύα. Η οποία δυόμισι χρόνια μετά τη συγκρότησή της, εξακολουθεί να πορεύεται χωρίς σαφές πρόγραμμα και καταστατικό, με καθοδηγητικό όργανο κορυφών που δεν έχει εκλεγεί από τα μέλη της, αλλά ορίζεται με κοοπτάτσια από κάθε συνιστώσα.
Τον τελευταίο περίπου χρόνο, το μετωπικό σχήμα της ανταρσύα βρίσκεται εν όψει της πρώτης πανελλαδικής της συνδιάσκεψης με εκλεγμένους αντιπροσώπους, η οποία ωστόσο πηγαίνει από αναβολή σε αναβολή. Βλέπε και το σχετικό ποστ του ανένταχτου αντάρτη χαρίδημου (http://ashtonhar.blogspot.com/2011/07/blog-post_2397.html) που μοιάζει να είναι από τους λίγους που έχουν πάρει ζεστά την υπόθεση της συνδιάσκεψης και την περιμένουν εναγώνια μαζί με τον γκοντώ...
Τον περασμένο μήνα βγήκε με μεγάλη καθυστέρηση το κείμενο της πολιτικής εισήγησης που θα συζητηθεί στις τοπικές συνελεύσεις εν όψει της συνδιάσκεψης. Παρόλα αυτά δεν κατορθώθηκε να βγει ενιαία εισήγηση επί του οργανωτικού κι έτσι κυκλοφορούν διάφορα κείμενα με τις προτάσεις της κάθε οργάνωσης επί του θέματος.
(http://ashtonhar.blogspot.com/2011/07/blog-post_17.html)
Βασικό επίδικο φαίνεται να είναι το μέτρο της εκπροσώπησης και των ποσοστώσεων. Θεωρητικά οι ποσοστώσεις μπαίνουν για να εξασφαλίσουν την παρουσία ανένταχτων μελών, που δεν ανήκουν σε οργανώσεις, η οποία θα δείχνει την ευρύτερη δυναμική της ανταρσύα ως κάτι παραπάνω από ένα απλό άθροισμα των οργανώσεων που την αποτελούν.
Τελικά αποδείχτηκε ότι ο καβγάς για τις ποσοστώσεις αφορά την εξασφάλιση της παρουσίας των ίδιων των οργανώσεων και τους μεταξύ τους συσχετισμούς. Κι αυτός είναι ο βασικός ίσως λόγος που δεν κατέστη δυνατή η συμφωνία στην εισήγηση επί του οργανωτικού κι η συνδιάσκεψη παίρνει τη μία αναβολή μετά την άλλη.
Με βάση αυτά τα δείγματα γραφής, ο βασικός κίνδυνος για τη συνδιάσκεψη είναι να εξελιχθεί σε ένα αντίγραφο του διήμερου των σχημάτων της εαακ, με παρασκηνιακές διαβουλεύσεις μεταξύ των οργανώσεων και το ανένταχτο δυναμικό σε διακοσμητικό ρόλο.
Σε κάθε περίπτωση το οργανωτικό ζήτημα είναι μια επιμέρους πτυχή –κι ως ένα βαθμό απόρροια- του πολιτικού, και δεν πρέπει να ιδωθεί ξεκομμένα απ’ αυτό.
Ετικέτες
ανταρσύα,
οπορτουνισμός,
σύριζα
Τρίτη 9 Αυγούστου 2011
Επιστροφή στο Λένιν
Όλα ξεκίνησαν με την ιστορική στροφή (του δαλιανίδη) και τη μεταστροφή που έφερε την καταστροφή. Και μια ζωτική ανάγκη για επιστροφή στο ιστορικό προσκήνιο. Όχι γιατί όλα περιστρέφονται γύρω μας, ή από κάποια διαστροφική νοσταλγία για τα παλιά –που τόση αποστροφή προκαλούν σε κάποιους απ’ τους ανανήψαντες- αλλά γιατί το απαιτούν οι καιροί.
Το χαϊδευτικό του λένιν στα ρώσικα ήταν βαλόντια. Έτσι μπορεί να τον φώναζε η νάντια κρούπσκαγια, στις προσωπικές τους στιγμές, ή όταν έβαλε τα κλάματα από τον σκαιό τρόπο του στάλιν και κατέφυγε στο λένιν για παρηγοριά και προστασία. Κι ίσως από το βαλόντια να βγαίνει στα ρώσικα ως παράγωγο κι ο βολονταρισμός, που σημαίνει βουλησιαρχία. Αν η μενσεβίκικη ανάγνωση του μαρξισμού ήταν στην ουσία της μηχανιστικός υλισμός, αυτή του λένιν έστεκε στον αντίποδα ως ένα είδος επιστημονικής βουλησιαρχίας.
Διαφορά που αποτυπώθηκε ανάγλυφα στη πράξη και τη θεωρία της ρωσικής επανάστασης. Ο πλεχάνοφ –που τηρουμένων των αναλογιών, είναι κάτι σαν ρώσος μπιτσάκης, όπως λέει κι ο μπουκχάντερ, από το γλόμπινγκ- τον καιρό που ήταν ακόμα μαρξιστής –λατρεμένο κλισέ που έχασε την αξία του, ύστερα από τη μαζική χρεοκοπία ολόκληρων κομμάτων και στελεχών που κοιμήθηκαν το βράδυ κομμουνιστές για να ξυπνήσουν το άλλο πρωί λάτρεις της αστικής δημοκρατίας...
Ο πλεχάνοφ λοιπόν, στο κλασικό έργο του για το ρόλο της προσωπικότητας, έλεγε ότι η ιστορία αναζητά τα πρόσωπα που θα εκφράσουν την εποχή τους και τις ανάγκες της. Κι αν κάποιο από αυτά εξέλειπε για κάποιο λόγο, θα έβρισκε ένα άλλο να το αντικαταστήσει. Όπως στο κλασικό παράδειγμα του ένγκελς με το ναπολέοντα. Αν δεν υπήρχε ναπολέων, θα ‘ταν στη θέση του κάποιος άλλος αξιωματικός με παρόμοια χαρακτηριστικά να ενσαρκώσει το πνεύμα και την κοινωνική αναγκαιότητα της εποχής του.
Ουδείς βοναπάρτης αναντικατάστατος. Κι αντιστρόφως. Κανείς επίδοξος βοναπάρτης δεν μπορεί να αλλάξει βουλησιαρχικά τον ρου της ιστορίας.
Οι θεωρητικές ιδέες βρίσκουν την αντανάκλασή τους στην πολιτική πράξη. Ο πλεχάνοφ προσχώρησε στους μενσεβίκους, ο μηχανιστικός μαρξισμός των οποίων απολυτοποίησε τη σημασία των αντικειμενικών συνθηκών και το 17' προέταξε ως στόχο την ωρίμανσή τους και τον αστικό εκσυγχρονισμό αντί για το επαναστατικό πάρσιμο της εξουσίας. Γι’ αυτούς ο οκτώβρης ήταν τυχοδιωκτικό πραξικόπημα, ένας βιασμός της ιστορίας. Που πήρε την εκδίκησή της εβδομήντα χρόνια μετά, με το τέλος της. Με τους ιδεολογικούς απογόνους των μενσεβίκων να είναι μεταξύ όσων πανηγύριζαν για την πτώση του τείχους και του υπαρκτού.
Ο γκράμσι –που ήταν τριτοδιεθνιστής, αλλά με τη μετάλλαξη του ιταλικού κκ τον οικειοποιήθηκαν οι σύγχρονοι μενσεβίκοι- αποκαλούσε την οκτωβριανή, επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο. Ενάντια στις αντικειμενικές συνθήκες της ημιφεουδαρχικής ρωσίας κι όσα προέβλεπε ο μαρξ στην εποχή του για την χώρα που θα ξεσπούσε πρώτα η επανάσταση.
Ο λένιν δεν έμεινε σε μια στεγνή, παθητική ερμηνεία της θεωρίας του μαρξ. Την ανέπτυξε δημιουργικά με την ανάλυσή του για τον ιμπεριαλισμό και τον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας του. Κι οργάνωσε τον υποκειμενικό παράγοντα σε ένα γερό, πειθαρχημένο κόμμα νέου τύπου, που οδήγησε το μαζικό κίνημα στο νικηφόρο οκτώβρη.
Η πολιτική του πράξη έδειξε ότι στις κρίσιμες καμπές της ιστορίας, οι μεγάλες προσωπικότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Κάτι που ισχύει πιο εμφατικά στην περίοδο περάσματος στο σοσιαλισμό, που έχει ως προϋπόθεση τη συνειδητή δράση του επαναστατικού υποκειμένου και της πρωτοπορίας του.
Η σύγχρονη ιστορία δε θα ήταν ίδια χωρίς τους μπολσεβίκους του λένιν. Κι αν έλειπε ο βλαδίμηρος απ’ το εξελικτικό της προτσές, δε θα έβρισκε εύκολα κάποιον να τον αντικαταστήσει, όπως με το ναπολέοντα. Όπως δεν τον βρήκε στη δεκαετία με τις βάτες. Που η εποχή απαιτούσε έναν λένιν, όπως έγραψε κι ο γκοσβάιλερ. Κι αντ’ αυτού μας προέκυψε το καραφλό ζονκ με το σημάδι στο κούτελο.
Ο επόμενος ιλίτς στην αλυσίδα της σοβιετικής ηγεσίας ήταν ο μπρέζνιεφ, που μας βούτηξε στο ρεβιζιονισμό και τη στασιμότητα –σα νηνεμία πριν την αντεπαναστατική καταιγίδα. Και ο επόμενος γενικώς μετά τον λένιν ήταν ο σύντροφος με το μουστάκι. Που ο τρότσκι έλεγε ότι έσπασε την ιστορική συνέχεια των μπολσεβίκων, σαν βοναπάρτης ιωσήφ με το σταλινικό θερμιδώρ και τις γκιλοτίνες. Κι ας ήταν ο ίδιος ο τρότσκι που έτρεμαν όλοι για το βοναπαρτισμό του. Ήταν και το μικρό του όνομα που παρέπεμπε ευθέως στο ναπολέοντα...
Κι όταν ο βλαδίμηρος είπε στη διαθήκη του να βρουν για γραμματέα έναν σύντροφο σαν το στάλιν αλλά λιγότερο ευέξαπτο, δε βρήκαν κανένα και ξαναβγήκε ο στάλιν. Αν ήταν εύκολο να βρουν κάποιον αντικαταστάτη με παρόμοια χαρακτηριστικά, θα έβρισκαν κάποιον να τα έχει όλα σαν το λένιν, αλλά να ζήσει περισσότερα χρόνια.
Σήμερα που προβάλλει ως ζητούμενο ένα κόμμα σαν τους μπολσεβίκους και μια επανάσταση σαν τον οκτώβρη, πολλοί είναι αυτοί που μιλάνε για επιστροφή στο λένιν. Ακόμα και μαρξιστές σαν το ζίζεκ, που στην ανάλυσή του για τη βασική αντίθεση της σύγχρονης κοινωνίας μένει στην επισήμανση της αδικίας και τις οικολογικές ανησυχίες, χωρίς να βλέπει τάξεις και κεφάλαιο.
Ο λένιν είναι ξανά της μόδας. Αλλά το λένιν πολλοί αγάπησαν, το λενινισμό ελάχιστοι. Κι αν ο –ισμός παραπέμπει σε ένα κλειστό σύστημα, ή τη γνωστή «επάρατη» παυλίτσα, μπορούμε να το πούμε αλλιώς.
Το βλαδίμηρο πολλοί αγάπησαν, τις ιδέες του όμως…;
Τι περιεχόμενο μπορεί να έχει σήμερα όμως μια επιστροφή στο λένιν; Δε μιλάμε για μια επιστροφή σε τσιτάτα κι εικονίσματα, στις πατροπαράδοτες γραφές και τα ιερά κείμενα του κινήματος. Αλλά σε ιδέες που είναι ζωτικά επίκαιρες στην παρούσα συγκυρία. Κι ας τις θεωρούν κάποιοι γνωστές και χιλιοειπωμένες, ή σιδερένιες νομοτέλειες που κατέρρευσαν.
Ποιες είναι αυτές;
-Το κόμμα νέου τύπου. Όχι ως ένα και μοναδικό καλούπι που έσπασε το 1903. Αλλά ως ένα κόμμα με βασικές αρχές: δημοκρατία, συντονισμένη δράση, ενιαίο κέντρο και καθοδήγηση, συνειδητή πειθαρχία που να υπηρετεί τον τελικό σκοπό και να βάζει στην άκρη τις ομαδούλες με τα ξεχωριστά συμφέροντα και το μικροαστικό ατομισμό, που νιώθει ότι πνίγεται όταν πρέπει να υπακούσει στο σύνολο.
-Την τακτική ευελιξία, πριν και μετά την επανάσταση, μαζί με αδιάλλακτη, σταθερή στάση σε θέματα αρχών και στρατηγικής. Τακτική που δε φετιχοποιεί μέσα και μορφές, δε μένει σε κούφια καλέσματα για ενότητα –πχ με τα άλλα κόμματα των σοβιέτ- αλλά υπηρετεί το στρατηγικό στόχο, χωρίς να τον υποκαθιστά.
-Τον ιμπεριαλισμό ως καπιταλισμό που σαπίζει και παρασιτεί εις βάρος του κόσμου της εργασίας, στον οποίο φορτώνει τις κρίσεις του. Το κεφάλαιο ως ένα βρικόλακα που ρουφά υπεραξία από την ζωντανή εργασία για να συνεχίσει να αναπαράγεται. Και τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό ως το τελευταίο σκαλοπατάκι πριν το σοσιαλισμό. Όπου το αστικό κράτος γίνεται ένα με τα μονοπώλια και στηρίζει την κερδοφορία τους, με επιχορηγήσεις, κρατικά κεφάλαια, ή και μέσω των επιχειρήσεων που ανήκουν στο δημόσιο.
-Τα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων για τη γη και τον πόλεμο, μαζί με το σύνθημα όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Και τη θέση του λένιν για το αίτημα του εργατικού ελέγχου, που για να έχει νόημα πρέπει να μπαίνει πάντα μαζί και πάντα πίσω από την εργατική εξουσία.
Αυτά μεταξύ άλλων για να μπορέσουμε να φωνάξουμε, όπως κάποτε η ρόζα ανακουφισμένη, ότι είμαστε επιτέλους με το λένιν. Όχι στο μαυσωλείο της ιστορίας, γιατί ο λένιν παραμένει πιο ζωντανός κι απ’ τους ζωντανούς, όπως λέει ο μαγιακόφσκι. Όχι μια επιστροφή στην κοιλιά της μαμάς πατρίδας, την ασφάλεια του ένδοξου παρελθόντος, όπου χώνουμε τα κεφάλια μας σαν στρουθοκάμηλες για να μη μας τρομάζει το παρόν. Αλλά ένα βήμα πίσω, στις αρχαιολογίες του μέλλοντός μας, για να πάρουμε φόρα προς τα μπρος, για την επιστροφή στο μέλλον. Σαν αυτή που λέει στο βιβλίο του ο πι-πι, αλλά καλύτερη.
Το χαϊδευτικό του λένιν στα ρώσικα ήταν βαλόντια. Έτσι μπορεί να τον φώναζε η νάντια κρούπσκαγια, στις προσωπικές τους στιγμές, ή όταν έβαλε τα κλάματα από τον σκαιό τρόπο του στάλιν και κατέφυγε στο λένιν για παρηγοριά και προστασία. Κι ίσως από το βαλόντια να βγαίνει στα ρώσικα ως παράγωγο κι ο βολονταρισμός, που σημαίνει βουλησιαρχία. Αν η μενσεβίκικη ανάγνωση του μαρξισμού ήταν στην ουσία της μηχανιστικός υλισμός, αυτή του λένιν έστεκε στον αντίποδα ως ένα είδος επιστημονικής βουλησιαρχίας.
Διαφορά που αποτυπώθηκε ανάγλυφα στη πράξη και τη θεωρία της ρωσικής επανάστασης. Ο πλεχάνοφ –που τηρουμένων των αναλογιών, είναι κάτι σαν ρώσος μπιτσάκης, όπως λέει κι ο μπουκχάντερ, από το γλόμπινγκ- τον καιρό που ήταν ακόμα μαρξιστής –λατρεμένο κλισέ που έχασε την αξία του, ύστερα από τη μαζική χρεοκοπία ολόκληρων κομμάτων και στελεχών που κοιμήθηκαν το βράδυ κομμουνιστές για να ξυπνήσουν το άλλο πρωί λάτρεις της αστικής δημοκρατίας...
Ο πλεχάνοφ λοιπόν, στο κλασικό έργο του για το ρόλο της προσωπικότητας, έλεγε ότι η ιστορία αναζητά τα πρόσωπα που θα εκφράσουν την εποχή τους και τις ανάγκες της. Κι αν κάποιο από αυτά εξέλειπε για κάποιο λόγο, θα έβρισκε ένα άλλο να το αντικαταστήσει. Όπως στο κλασικό παράδειγμα του ένγκελς με το ναπολέοντα. Αν δεν υπήρχε ναπολέων, θα ‘ταν στη θέση του κάποιος άλλος αξιωματικός με παρόμοια χαρακτηριστικά να ενσαρκώσει το πνεύμα και την κοινωνική αναγκαιότητα της εποχής του.
Ουδείς βοναπάρτης αναντικατάστατος. Κι αντιστρόφως. Κανείς επίδοξος βοναπάρτης δεν μπορεί να αλλάξει βουλησιαρχικά τον ρου της ιστορίας.
Οι θεωρητικές ιδέες βρίσκουν την αντανάκλασή τους στην πολιτική πράξη. Ο πλεχάνοφ προσχώρησε στους μενσεβίκους, ο μηχανιστικός μαρξισμός των οποίων απολυτοποίησε τη σημασία των αντικειμενικών συνθηκών και το 17' προέταξε ως στόχο την ωρίμανσή τους και τον αστικό εκσυγχρονισμό αντί για το επαναστατικό πάρσιμο της εξουσίας. Γι’ αυτούς ο οκτώβρης ήταν τυχοδιωκτικό πραξικόπημα, ένας βιασμός της ιστορίας. Που πήρε την εκδίκησή της εβδομήντα χρόνια μετά, με το τέλος της. Με τους ιδεολογικούς απογόνους των μενσεβίκων να είναι μεταξύ όσων πανηγύριζαν για την πτώση του τείχους και του υπαρκτού.
Ο γκράμσι –που ήταν τριτοδιεθνιστής, αλλά με τη μετάλλαξη του ιταλικού κκ τον οικειοποιήθηκαν οι σύγχρονοι μενσεβίκοι- αποκαλούσε την οκτωβριανή, επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο. Ενάντια στις αντικειμενικές συνθήκες της ημιφεουδαρχικής ρωσίας κι όσα προέβλεπε ο μαρξ στην εποχή του για την χώρα που θα ξεσπούσε πρώτα η επανάσταση.
Ο λένιν δεν έμεινε σε μια στεγνή, παθητική ερμηνεία της θεωρίας του μαρξ. Την ανέπτυξε δημιουργικά με την ανάλυσή του για τον ιμπεριαλισμό και τον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας του. Κι οργάνωσε τον υποκειμενικό παράγοντα σε ένα γερό, πειθαρχημένο κόμμα νέου τύπου, που οδήγησε το μαζικό κίνημα στο νικηφόρο οκτώβρη.
Η πολιτική του πράξη έδειξε ότι στις κρίσιμες καμπές της ιστορίας, οι μεγάλες προσωπικότητες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Κάτι που ισχύει πιο εμφατικά στην περίοδο περάσματος στο σοσιαλισμό, που έχει ως προϋπόθεση τη συνειδητή δράση του επαναστατικού υποκειμένου και της πρωτοπορίας του.
Η σύγχρονη ιστορία δε θα ήταν ίδια χωρίς τους μπολσεβίκους του λένιν. Κι αν έλειπε ο βλαδίμηρος απ’ το εξελικτικό της προτσές, δε θα έβρισκε εύκολα κάποιον να τον αντικαταστήσει, όπως με το ναπολέοντα. Όπως δεν τον βρήκε στη δεκαετία με τις βάτες. Που η εποχή απαιτούσε έναν λένιν, όπως έγραψε κι ο γκοσβάιλερ. Κι αντ’ αυτού μας προέκυψε το καραφλό ζονκ με το σημάδι στο κούτελο.
Ο επόμενος ιλίτς στην αλυσίδα της σοβιετικής ηγεσίας ήταν ο μπρέζνιεφ, που μας βούτηξε στο ρεβιζιονισμό και τη στασιμότητα –σα νηνεμία πριν την αντεπαναστατική καταιγίδα. Και ο επόμενος γενικώς μετά τον λένιν ήταν ο σύντροφος με το μουστάκι. Που ο τρότσκι έλεγε ότι έσπασε την ιστορική συνέχεια των μπολσεβίκων, σαν βοναπάρτης ιωσήφ με το σταλινικό θερμιδώρ και τις γκιλοτίνες. Κι ας ήταν ο ίδιος ο τρότσκι που έτρεμαν όλοι για το βοναπαρτισμό του. Ήταν και το μικρό του όνομα που παρέπεμπε ευθέως στο ναπολέοντα...
Κι όταν ο βλαδίμηρος είπε στη διαθήκη του να βρουν για γραμματέα έναν σύντροφο σαν το στάλιν αλλά λιγότερο ευέξαπτο, δε βρήκαν κανένα και ξαναβγήκε ο στάλιν. Αν ήταν εύκολο να βρουν κάποιον αντικαταστάτη με παρόμοια χαρακτηριστικά, θα έβρισκαν κάποιον να τα έχει όλα σαν το λένιν, αλλά να ζήσει περισσότερα χρόνια.
Σήμερα που προβάλλει ως ζητούμενο ένα κόμμα σαν τους μπολσεβίκους και μια επανάσταση σαν τον οκτώβρη, πολλοί είναι αυτοί που μιλάνε για επιστροφή στο λένιν. Ακόμα και μαρξιστές σαν το ζίζεκ, που στην ανάλυσή του για τη βασική αντίθεση της σύγχρονης κοινωνίας μένει στην επισήμανση της αδικίας και τις οικολογικές ανησυχίες, χωρίς να βλέπει τάξεις και κεφάλαιο.
Ο λένιν είναι ξανά της μόδας. Αλλά το λένιν πολλοί αγάπησαν, το λενινισμό ελάχιστοι. Κι αν ο –ισμός παραπέμπει σε ένα κλειστό σύστημα, ή τη γνωστή «επάρατη» παυλίτσα, μπορούμε να το πούμε αλλιώς.
Το βλαδίμηρο πολλοί αγάπησαν, τις ιδέες του όμως…;
Τι περιεχόμενο μπορεί να έχει σήμερα όμως μια επιστροφή στο λένιν; Δε μιλάμε για μια επιστροφή σε τσιτάτα κι εικονίσματα, στις πατροπαράδοτες γραφές και τα ιερά κείμενα του κινήματος. Αλλά σε ιδέες που είναι ζωτικά επίκαιρες στην παρούσα συγκυρία. Κι ας τις θεωρούν κάποιοι γνωστές και χιλιοειπωμένες, ή σιδερένιες νομοτέλειες που κατέρρευσαν.
Ποιες είναι αυτές;
-Το κόμμα νέου τύπου. Όχι ως ένα και μοναδικό καλούπι που έσπασε το 1903. Αλλά ως ένα κόμμα με βασικές αρχές: δημοκρατία, συντονισμένη δράση, ενιαίο κέντρο και καθοδήγηση, συνειδητή πειθαρχία που να υπηρετεί τον τελικό σκοπό και να βάζει στην άκρη τις ομαδούλες με τα ξεχωριστά συμφέροντα και το μικροαστικό ατομισμό, που νιώθει ότι πνίγεται όταν πρέπει να υπακούσει στο σύνολο.
-Την τακτική ευελιξία, πριν και μετά την επανάσταση, μαζί με αδιάλλακτη, σταθερή στάση σε θέματα αρχών και στρατηγικής. Τακτική που δε φετιχοποιεί μέσα και μορφές, δε μένει σε κούφια καλέσματα για ενότητα –πχ με τα άλλα κόμματα των σοβιέτ- αλλά υπηρετεί το στρατηγικό στόχο, χωρίς να τον υποκαθιστά.
-Τον ιμπεριαλισμό ως καπιταλισμό που σαπίζει και παρασιτεί εις βάρος του κόσμου της εργασίας, στον οποίο φορτώνει τις κρίσεις του. Το κεφάλαιο ως ένα βρικόλακα που ρουφά υπεραξία από την ζωντανή εργασία για να συνεχίσει να αναπαράγεται. Και τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό ως το τελευταίο σκαλοπατάκι πριν το σοσιαλισμό. Όπου το αστικό κράτος γίνεται ένα με τα μονοπώλια και στηρίζει την κερδοφορία τους, με επιχορηγήσεις, κρατικά κεφάλαια, ή και μέσω των επιχειρήσεων που ανήκουν στο δημόσιο.
-Τα μεταβατικά αιτήματα των μπολσεβίκων για τη γη και τον πόλεμο, μαζί με το σύνθημα όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Και τη θέση του λένιν για το αίτημα του εργατικού ελέγχου, που για να έχει νόημα πρέπει να μπαίνει πάντα μαζί και πάντα πίσω από την εργατική εξουσία.
Αυτά μεταξύ άλλων για να μπορέσουμε να φωνάξουμε, όπως κάποτε η ρόζα ανακουφισμένη, ότι είμαστε επιτέλους με το λένιν. Όχι στο μαυσωλείο της ιστορίας, γιατί ο λένιν παραμένει πιο ζωντανός κι απ’ τους ζωντανούς, όπως λέει ο μαγιακόφσκι. Όχι μια επιστροφή στην κοιλιά της μαμάς πατρίδας, την ασφάλεια του ένδοξου παρελθόντος, όπου χώνουμε τα κεφάλια μας σαν στρουθοκάμηλες για να μη μας τρομάζει το παρόν. Αλλά ένα βήμα πίσω, στις αρχαιολογίες του μέλλοντός μας, για να πάρουμε φόρα προς τα μπρος, για την επιστροφή στο μέλλον. Σαν αυτή που λέει στο βιβλίο του ο πι-πι, αλλά καλύτερη.
Ετικέτες
δαλιανίδης,
ένγκελς,
ιστορία,
Κόμμα Νέου τύπου,
λένιν,
πλεχάνοφ,
σαβιέτσκι σαγιούζ,
στάλιν
Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011
Θέατρο του παραλόγου
Η κε του μπλοκ δεν πήγε πολλές φορές στις πλατείες, αλλά είχε ανταποκριτές. Τις πρώτες μέρες στο λευκό πύργο, μια ερασιτεχνική ομάδα μουλάδων ανέβασε μια θεατρική παράσταση με βαθιά νοήματα κι αγαπημένα κλισέ: αμερικάνους, καπιταλιστές, προλετάριους, απεργιακή συνέλευση, εργατική αριστοκρατία. Και μια κνίτισσα να μετρά το πλήθος και να αποχωρεί καταγγέλλοντας.
Ένας, δυο, τρεις... εκατό. Α-α! Εκφυλισμός, εκφυλισμός.
Ο σοσιαλιστικός σουρεαλισμός στα καλύτερά του.
Αλλά τα πιο ωραία σουρεάλ δεν τα είχαμε δει ακόμα. Κι η πραγματική ζωή ξεπερνά τη φαντασία του συντρόφου και γίνεται φαντασία στην εξουσία και μάης του παρισιού, ή της πλατείας συντάγματος.
Κι εκεί αρχίζουν τα μεγάλα ερωτήματα περί τέχνης. Ποιος είναι ο πραγματικός σκηνοθέτης; Το αυθόρμητο κίνημα ή τα κανάλια; Ποιο είναι το μήνυμα του έργου; Υπάρχει ταξικό δίδαγμα ή φτιάχνει καθένας το δικό του; Μήπως είναι τέχνη για την τέχνη; Και τι έγινε στην οντισιόν με τη διανομή των ρόλων;
-Είστε από κάποιο κόμμα είπατε; Στοπ! Ευχαριστούμε πολύ. Θα σας ειδοποιήσουμε αν χρειαστεί. Ο επόμενος παρακαλώ.
-Γεια σας. Με λένε ρούντι κι είμαι εργαζόμενος. Ήρθα για το ρόλο του αγανακτισμένου κομμουνιστή δίχως κόμμα. Θα σας παίξω ένα μονόπρακτο για την πολιτικοποίηση της πλατείας, με τα τρία δεν που όρισε ο σύντροφος μάο: δεν πληρώνω, δεν χρωστάω, δεν είμαι μέλος κόμματος.
Κι έτσι κάποιοι κομπάρσοι βρέθηκαν με πρωταγωνιστικό ρόλο κι είπαν να θάψουν τη λογική μαζί με την κομματική τους ταυτότητα. Ζωγράφισαν απ’ την αρχή τη μουντή πραγματικότητα με τα χρώματα των επιθυμιών τους, την επαναθεμελίωσαν φαντασιακά, και είδανε με τα μάτια της ψυχής τους ένα παλλαϊκό κύμα εξέγερσης, μια λαοθάλασσα σαν τη μεσόγειο, που ήταν όλη μια πλατεία ταχρίρ εξεγερμένη, πλημμυρισμένη με όνειρα κι αγανάκτηση και ψυχολογία σεκίτη, με λέιζερ, μούντζες και σφυρίχτρες. Αλλά χωρίς το σεκ τα αξεσουάρ και τα καπέλα του. Γιατί στην πλατεία απαγορεύονταν τα κόμματα, ακόμα και τα κατ’ ευφημισμόν τέτοια.
Κάτι σαν σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους δηλ. Αλλά αν είναι αστείο να συγκρίνεις τους μπολσεβίκους με το σεκ –ποιος να συγκριθεί μαζί τους άλλωστε- είναι εξίσου αστείο να βλέπεις τις πλατείες σαν σοβιέτ κι εργατικά συμβούλια, χωρίς ταξική αναφορά, αλλά με εδαφική βάση, όπως στο σύνταγμα του 36’. Και σα λαογέννητους θεσμούς που εκλέγουν αντιπροσώπους για τη βουλή των κάτω. Αν κι αυτό θα κατέλυε βάναυσα τις αμεσοδημοκρατικές μας αρχές και την πραγματική δημοκρατία. Που εφόσον είναι πραγματική, μα το σταυρό τον αγκυλωτό στην πάνω πλατεία, δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε σαν τους παλαιοκομμουνιστές: δημοκρατία για ποιον; Για ποια τάξη και ποιον σκοπό;
Κι έτσι φτιάξαμε σοβιέτ χωρίς τάξεις και πήγαμε ένα βήμα πέρα από τα σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους. Κι ένα πίσω από τη γαλλική επανάσταση. Που ήταν αστική, αλλά με καθαρές, ταξικές αναφορές. Τουλάχιστον υιοθετήσαμε τα αιτήματά της για ελευθερία κι ισότητα. Κι αφήσαμε τις ταξικές αναλύσεις για να βρούμε το πλήθος του νέγκρι και την κρυφή γοητεία της μικρομπουρζουαζίας, γιατί κι οι μικροαστοί θα πάρουν μέρος στην επανάσταση.
Ένα βήμα μπρος, ένα πίσω, που θα έλεγε κι ο βλαδίμηρος. Αλλά δεν (τον) κρατήσαμε σταθερό, ως σημείο αναφοράς και κάναμε βήματα χάνοντας τον μπούσουλα.
Οι περιθωριακές ομάδες πλατσουρίζουν άγαρμπα μες στη λαοθάλασσα κι ενθουσιάζονται σαν την ινδή φίλη του φιλέα φογκ που δεν είχε ξαναδεί χιόνι στη ζωή της. Παίζουν με τις διαθέσεις του κόσμου, μέχρι να τις λιώσουν σα νιφάδες με την αγωνιστική τους θέρμη, αντί να στρώσουν η μία πάνω στην άλλη και να γίνουν συνειδητές. Κι είδαν στο χιόνι -επιτέλους- μια άσπρη μέρα. Η ώρα ζύγωνε, οι καρέκλες τρίζανε απ’ τα κάτω κι αριστερά, η κάτω βουλή της πλατείας έβγαζε διατάγματα, ζούσαμε μέρες δυαδικής εξουσίας. Μία κυριακή πριν νωρίς, μία μετά, καύσωνας και μπάνια του λαού.
Μιλούσαν για λαϊκή εξέγερση, ενώ είχαν μείνει μεταξύ τους. Για την πολιτικοποίηση της πλατείας, ενώ αυτή ψήφιζε να καταργηθούν τα πολιτικά κόμματα. Κι εν τω μεταξύ ο κόσμος πείστηκε από την πείρα του πως δεν θα βγει τίποτα έτσι κι άρχισε να φυλλορροεί, πάνω στο άνθος της πολιτικοποίησής του. Μείναμε δυο, μείναμε τρεις, μείναμε μόνο εμείς κι εμείς. Αλλά ακόμα κι ένας άσχετος να είχε μείνει, ήταν κέρδος για την οργανωτική ή για την κάλπη.
Κι εκεί το έργο χώριζε στα δυο. Κάποιοι έμειναν και συνέχισαν την κατά φαντασίαν μαζική παρέμβαση. Σε μια συνέλευση που άρχισε να θυμίζει διήμερο συντονιστικό, με ένα σώμα ευέλικτο, πλασμένο από πηλό, και τη γραφειοκρατία της αμεσοδημοκρατίας να σφραγίζει τα πάντα. Κι οι άλλοι παρακολουθούσαν διακριτικά από απόσταση. Αλλά συνέχισαν να παίζουν το ίδιο μονόπρακτο στους απ’ έξω, για τις ανάγκες του ρόλου και της πολεμικής με τους απόντες, που σνομπάρουν ό,τι δε μπορούν να ελέγξουν. Άλλο καπέλο αν ψηφίσαμε την κατάργησή τους.
Κάθε απόπειρα κριτικής στις αντιφάσεις της πλατείας σταματούσε σε ένα ακλόνητο, απλοϊκό σχήμα που ήταν σαν καθρεφτάκι. Εμείς ήμασταν εκεί για να παρέμβουμε, εσείς λείπατε και το σνομπάρατε.
Κι οι αντιφάσεις;
Ναι, υπάρχουν, αλλά εμείς ήμασταν εκεί, ενώ εσείς όχι.
Τι κι αν αυτό το εμείς αφορά σκόρπιες ατομικότητες (ορέστη απ’ το βόλο, μαρία απ’ τη σπάρτη); Τι κι αν αφορά συλλογικότητες που αυτοαναιρέθηκαν; Ή αν οι μάζες παρευρίσκονταν ερήμην τους –με εξαίρεση τις κυριακές; Εμείς ήμασταν εκεί. Εσείς όχι.
Και τώρα που η αυλαία έπεσε κι εάλω η πλατεία; Ραντεβού το σεπτέμβρη.
Μας πήραν την πλατεία, λα-λα-λα-λα. Μονάχα για έναν μήνα, λα-λα-λα-λα.
Το θέμα δεν είναι οι αντιφάσεις καθαυτές –που θέλει ξεχωριστή ανάλυση*. Ούτε η συνήθης γραφικότητα κι η έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Το θέμα είναι η εκούσια παράκρουση ενός χώρου που έγλειφε τις πλατείες κι έφτυνε τις οργανώσεις, μαζί με τον εαυτό του, για να ξεχωρίσει, να πάρει πρόσκαιρα οφέλη, να δικαιολογήσει τη στάση και την ύπαρξή του. Κι έπαιξε συνειδητά ένα θέατρο του παραλόγου που έβαλε ανάχωμα σε κάθε σοβαρή προοπτική.
Θα μου πεις, δεν πρέπει οι κομμουνιστές να παρεμβαίνουν στις μάζες; Ακόμα και στις αντικαπνιστικές λέσχες, όπως έλεγε ο βλαδίμηρος (αν και σήμερα μάλλον δε θα είχαν πολλή πέραση, πιο πολύ κόσμο θα συσπειρώναμε για το αντίθετο). Μια γραμμή μαζών που έλεγε κι η τρίτη διεθνής -κι από εκεί το ξεσήκωσε κι η αράν. Ναι, αρκεί αυτές να υπάρχουν όντως. Κι ύστερα βλέπουμε και το πώς που είναι μεγάλο ζήτημα.
Ο βλαδίμηρος έλεγε επίσης ότι όποιος περιμένει να δει μια εξέγερση σε καθαρή μορφή δε θα τη δει ποτέ του. Και δε θα ζήσει μια πραγματική επανάσταση με αντιφάσεις που είναι η πηγή κάθε ζωντανής κίνησης ή οργανισμού εν γένει. Αυτό είναι σωστό, αλλά έχει και συμπλήρωμα.
Όποιος φαντάζεται παντού και πάντα εξεγέρσεις και κάνει την επιθυμία του πραγματικότητα, δε θα δει ποτέ –ούτε αυτός- μια πραγματική επανάσταση, και θα τη βγάζει με φαντασιώσεις κι υποκατάστατα. Ή θα κινδυνεύει να την πατήσει σαν την ιστορία του βοσκού που έκανε φάρσα στους συγχωριανούς του για τον λύκο. Κι όταν αυτός ήρθε πραγματικά, δεν τον πίστεψε κανείς και τον άφησαν μόνο, να χαθεί σαν πρόβατο.
*για τη σχέση συνειδητού-αυθόρμητου, που δεν είναι απλή ενότητα, αλλά διαλεκτική αντίθεση. Τις συνειδήσεις που γεννιούνται στους δρόμους, αλλά διαμορφώνονται και στην πορεία, αλλιώς μένουν θνησιγενείς και στάσιμες. Και για τις αντιφάσεις. Που ένα πράγμα είναι να τις εντοπίσεις –παραμένει ζητούμενο για αρκετούς. Κι ένα άλλο να παρέμβεις για να τις αλλάξεις συνειδητά.
Ένας, δυο, τρεις... εκατό. Α-α! Εκφυλισμός, εκφυλισμός.
Ο σοσιαλιστικός σουρεαλισμός στα καλύτερά του.
Αλλά τα πιο ωραία σουρεάλ δεν τα είχαμε δει ακόμα. Κι η πραγματική ζωή ξεπερνά τη φαντασία του συντρόφου και γίνεται φαντασία στην εξουσία και μάης του παρισιού, ή της πλατείας συντάγματος.
Κι εκεί αρχίζουν τα μεγάλα ερωτήματα περί τέχνης. Ποιος είναι ο πραγματικός σκηνοθέτης; Το αυθόρμητο κίνημα ή τα κανάλια; Ποιο είναι το μήνυμα του έργου; Υπάρχει ταξικό δίδαγμα ή φτιάχνει καθένας το δικό του; Μήπως είναι τέχνη για την τέχνη; Και τι έγινε στην οντισιόν με τη διανομή των ρόλων;
-Είστε από κάποιο κόμμα είπατε; Στοπ! Ευχαριστούμε πολύ. Θα σας ειδοποιήσουμε αν χρειαστεί. Ο επόμενος παρακαλώ.
-Γεια σας. Με λένε ρούντι κι είμαι εργαζόμενος. Ήρθα για το ρόλο του αγανακτισμένου κομμουνιστή δίχως κόμμα. Θα σας παίξω ένα μονόπρακτο για την πολιτικοποίηση της πλατείας, με τα τρία δεν που όρισε ο σύντροφος μάο: δεν πληρώνω, δεν χρωστάω, δεν είμαι μέλος κόμματος.
Κι έτσι κάποιοι κομπάρσοι βρέθηκαν με πρωταγωνιστικό ρόλο κι είπαν να θάψουν τη λογική μαζί με την κομματική τους ταυτότητα. Ζωγράφισαν απ’ την αρχή τη μουντή πραγματικότητα με τα χρώματα των επιθυμιών τους, την επαναθεμελίωσαν φαντασιακά, και είδανε με τα μάτια της ψυχής τους ένα παλλαϊκό κύμα εξέγερσης, μια λαοθάλασσα σαν τη μεσόγειο, που ήταν όλη μια πλατεία ταχρίρ εξεγερμένη, πλημμυρισμένη με όνειρα κι αγανάκτηση και ψυχολογία σεκίτη, με λέιζερ, μούντζες και σφυρίχτρες. Αλλά χωρίς το σεκ τα αξεσουάρ και τα καπέλα του. Γιατί στην πλατεία απαγορεύονταν τα κόμματα, ακόμα και τα κατ’ ευφημισμόν τέτοια.
Κάτι σαν σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους δηλ. Αλλά αν είναι αστείο να συγκρίνεις τους μπολσεβίκους με το σεκ –ποιος να συγκριθεί μαζί τους άλλωστε- είναι εξίσου αστείο να βλέπεις τις πλατείες σαν σοβιέτ κι εργατικά συμβούλια, χωρίς ταξική αναφορά, αλλά με εδαφική βάση, όπως στο σύνταγμα του 36’. Και σα λαογέννητους θεσμούς που εκλέγουν αντιπροσώπους για τη βουλή των κάτω. Αν κι αυτό θα κατέλυε βάναυσα τις αμεσοδημοκρατικές μας αρχές και την πραγματική δημοκρατία. Που εφόσον είναι πραγματική, μα το σταυρό τον αγκυλωτό στην πάνω πλατεία, δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε σαν τους παλαιοκομμουνιστές: δημοκρατία για ποιον; Για ποια τάξη και ποιον σκοπό;
Κι έτσι φτιάξαμε σοβιέτ χωρίς τάξεις και πήγαμε ένα βήμα πέρα από τα σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους. Κι ένα πίσω από τη γαλλική επανάσταση. Που ήταν αστική, αλλά με καθαρές, ταξικές αναφορές. Τουλάχιστον υιοθετήσαμε τα αιτήματά της για ελευθερία κι ισότητα. Κι αφήσαμε τις ταξικές αναλύσεις για να βρούμε το πλήθος του νέγκρι και την κρυφή γοητεία της μικρομπουρζουαζίας, γιατί κι οι μικροαστοί θα πάρουν μέρος στην επανάσταση.
Ένα βήμα μπρος, ένα πίσω, που θα έλεγε κι ο βλαδίμηρος. Αλλά δεν (τον) κρατήσαμε σταθερό, ως σημείο αναφοράς και κάναμε βήματα χάνοντας τον μπούσουλα.
Οι περιθωριακές ομάδες πλατσουρίζουν άγαρμπα μες στη λαοθάλασσα κι ενθουσιάζονται σαν την ινδή φίλη του φιλέα φογκ που δεν είχε ξαναδεί χιόνι στη ζωή της. Παίζουν με τις διαθέσεις του κόσμου, μέχρι να τις λιώσουν σα νιφάδες με την αγωνιστική τους θέρμη, αντί να στρώσουν η μία πάνω στην άλλη και να γίνουν συνειδητές. Κι είδαν στο χιόνι -επιτέλους- μια άσπρη μέρα. Η ώρα ζύγωνε, οι καρέκλες τρίζανε απ’ τα κάτω κι αριστερά, η κάτω βουλή της πλατείας έβγαζε διατάγματα, ζούσαμε μέρες δυαδικής εξουσίας. Μία κυριακή πριν νωρίς, μία μετά, καύσωνας και μπάνια του λαού.
Μιλούσαν για λαϊκή εξέγερση, ενώ είχαν μείνει μεταξύ τους. Για την πολιτικοποίηση της πλατείας, ενώ αυτή ψήφιζε να καταργηθούν τα πολιτικά κόμματα. Κι εν τω μεταξύ ο κόσμος πείστηκε από την πείρα του πως δεν θα βγει τίποτα έτσι κι άρχισε να φυλλορροεί, πάνω στο άνθος της πολιτικοποίησής του. Μείναμε δυο, μείναμε τρεις, μείναμε μόνο εμείς κι εμείς. Αλλά ακόμα κι ένας άσχετος να είχε μείνει, ήταν κέρδος για την οργανωτική ή για την κάλπη.
Κι εκεί το έργο χώριζε στα δυο. Κάποιοι έμειναν και συνέχισαν την κατά φαντασίαν μαζική παρέμβαση. Σε μια συνέλευση που άρχισε να θυμίζει διήμερο συντονιστικό, με ένα σώμα ευέλικτο, πλασμένο από πηλό, και τη γραφειοκρατία της αμεσοδημοκρατίας να σφραγίζει τα πάντα. Κι οι άλλοι παρακολουθούσαν διακριτικά από απόσταση. Αλλά συνέχισαν να παίζουν το ίδιο μονόπρακτο στους απ’ έξω, για τις ανάγκες του ρόλου και της πολεμικής με τους απόντες, που σνομπάρουν ό,τι δε μπορούν να ελέγξουν. Άλλο καπέλο αν ψηφίσαμε την κατάργησή τους.
Κάθε απόπειρα κριτικής στις αντιφάσεις της πλατείας σταματούσε σε ένα ακλόνητο, απλοϊκό σχήμα που ήταν σαν καθρεφτάκι. Εμείς ήμασταν εκεί για να παρέμβουμε, εσείς λείπατε και το σνομπάρατε.
Κι οι αντιφάσεις;
Ναι, υπάρχουν, αλλά εμείς ήμασταν εκεί, ενώ εσείς όχι.
Τι κι αν αυτό το εμείς αφορά σκόρπιες ατομικότητες (ορέστη απ’ το βόλο, μαρία απ’ τη σπάρτη); Τι κι αν αφορά συλλογικότητες που αυτοαναιρέθηκαν; Ή αν οι μάζες παρευρίσκονταν ερήμην τους –με εξαίρεση τις κυριακές; Εμείς ήμασταν εκεί. Εσείς όχι.
Και τώρα που η αυλαία έπεσε κι εάλω η πλατεία; Ραντεβού το σεπτέμβρη.
Μας πήραν την πλατεία, λα-λα-λα-λα. Μονάχα για έναν μήνα, λα-λα-λα-λα.
Το θέμα δεν είναι οι αντιφάσεις καθαυτές –που θέλει ξεχωριστή ανάλυση*. Ούτε η συνήθης γραφικότητα κι η έλλειψη επαφής με την πραγματικότητα. Το θέμα είναι η εκούσια παράκρουση ενός χώρου που έγλειφε τις πλατείες κι έφτυνε τις οργανώσεις, μαζί με τον εαυτό του, για να ξεχωρίσει, να πάρει πρόσκαιρα οφέλη, να δικαιολογήσει τη στάση και την ύπαρξή του. Κι έπαιξε συνειδητά ένα θέατρο του παραλόγου που έβαλε ανάχωμα σε κάθε σοβαρή προοπτική.
Θα μου πεις, δεν πρέπει οι κομμουνιστές να παρεμβαίνουν στις μάζες; Ακόμα και στις αντικαπνιστικές λέσχες, όπως έλεγε ο βλαδίμηρος (αν και σήμερα μάλλον δε θα είχαν πολλή πέραση, πιο πολύ κόσμο θα συσπειρώναμε για το αντίθετο). Μια γραμμή μαζών που έλεγε κι η τρίτη διεθνής -κι από εκεί το ξεσήκωσε κι η αράν. Ναι, αρκεί αυτές να υπάρχουν όντως. Κι ύστερα βλέπουμε και το πώς που είναι μεγάλο ζήτημα.
Ο βλαδίμηρος έλεγε επίσης ότι όποιος περιμένει να δει μια εξέγερση σε καθαρή μορφή δε θα τη δει ποτέ του. Και δε θα ζήσει μια πραγματική επανάσταση με αντιφάσεις που είναι η πηγή κάθε ζωντανής κίνησης ή οργανισμού εν γένει. Αυτό είναι σωστό, αλλά έχει και συμπλήρωμα.
Όποιος φαντάζεται παντού και πάντα εξεγέρσεις και κάνει την επιθυμία του πραγματικότητα, δε θα δει ποτέ –ούτε αυτός- μια πραγματική επανάσταση, και θα τη βγάζει με φαντασιώσεις κι υποκατάστατα. Ή θα κινδυνεύει να την πατήσει σαν την ιστορία του βοσκού που έκανε φάρσα στους συγχωριανούς του για τον λύκο. Κι όταν αυτός ήρθε πραγματικά, δεν τον πίστεψε κανείς και τον άφησαν μόνο, να χαθεί σαν πρόβατο.
*για τη σχέση συνειδητού-αυθόρμητου, που δεν είναι απλή ενότητα, αλλά διαλεκτική αντίθεση. Τις συνειδήσεις που γεννιούνται στους δρόμους, αλλά διαμορφώνονται και στην πορεία, αλλιώς μένουν θνησιγενείς και στάσιμες. Και για τις αντιφάσεις. Που ένα πράγμα είναι να τις εντοπίσεις –παραμένει ζητούμενο για αρκετούς. Κι ένα άλλο να παρέμβεις για να τις αλλάξεις συνειδητά.
Ετικέτες
σοσιαλιστικός σουρεαλισμός
Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011
Χαραυγιακός
Μία λέξη μπορεί να έχει πολλές σημασίες. Αυτό που τη νοηματοδοτεί κάθε φορά είναι τα συμφραζόμενα. Ανάλυση της συγκεκριμένης κατάστασης-πρότασης. Ανάλογα με την πρόταση εξουσίας πχ αποκτούν νόημα και τα επιμέρους αιτήματα, ως τακτικά ή τακτικίστικα, κομμάτι της στρατηγικής, ή ρεφορμισμός διαχειριστικής λογικής.
Είναι όπως εκείνο το ηλεκτρονικό μήνυμα-αλυσίδα που παραθέτει τις διάφορες ερμηνείες της πασίγνωστης λέξης με τα τρία άλφα που μπορεί να υποδηλώνει μια σειρά έννοιες, από τον τεφάλ (ξεκόλλα ρε μ-λ) μέχρι… Λείπει όμως μία βασική. Ο κλασικός ο μαλάκας ο σύντροφος. Φράση που αποπνέει μια συντροφική τρυφερότητα κι ένα πνεύμα αυτοκριτικής για τα λάθη στα πλαίσια της δουλειάς, ή την έλλειψη κατανόησης κτλ.
Αν με πει κάποιος μαλάκα, η λογική υπόθεση είναι ότι με βρίζει. Αυτό όμως εξαρτάται από τον τόνο της φωνής, το ύφος, την έκφραση του προσώπου. Αν ειπωθεί στο σωστό πλαίσιο, μπορεί να εκληφθεί κι ως χαϊδευτικό ακόμα, όπως θα το λέγαμε σε έναν φίλο. Ας το λάβουν υπόψη όσοι τυχόν θέλουν να με βρίσουν στα σχόλια.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη λέξη «αριστεριστής». Η καθημερινή τριβή στη σχολή, φέρνει στο τέλος μια αγάπη που υπολανθάνει αντεστραμμένη μες στην προσφώνηση και της δίνει διαφορετικό περιεχόμενο. Όπως τα παιδιά που τραγουδάνε το μπορντό, μια πολύ ωραία διασκευή του ροζ του μηλιώκα, που εξυμνεί τον έρωτα ενός σταλινικού και μιας αναρχικιάς. (http://www.youtube.com/watch?v=OcdKgTA6d0Q)
Φρικιό αγάπη μου! Αν κι ίσως ταίριαζε περισσότερο να το πουν μοβ –λέω εγώ τώρα.
Μήπως όμως είναι δίκοπο μαχαίρι τέτοιου είδους αγάπες και κολλητιλίκια; Μήπως κινδυνεύεις να τους αγαπήσεις πολιτικά κι όχι μόνο στα λόγια; Και πρέπει να παίζεις ξύλο μαζί τους κάθε τόσο, για να ακονίζεις τα ταξικά σου αντανακλαστικά και να μείνεις για πάντα παιδί; -εξ αντανακλάσεως από τον αντίπαλο, με τον οποίο τα βάζεις.
Άσ’ τους μωρέ, παιδιά είναι. Ίσως σου σπάσουν τα νεύρα σε κάποια φάση, αλλά πώς μπορείς να τους κρατήσεις κακία;
Αυτό προϋποθέτει βέβαια να έχεις ξεπεράσει κι εσύ ως στάδιο τα φοιτητικά παιδιαρίσματα. Να μπορείς να κάνεις αφαίρεση και να δεις πέρα από το μικρόκοσμο της σχολής. Όπου πας στο στρατό πχ –για να μην πάμε πολύ μακριά, σε χώρους δουλειάς και το βαρύνουμε- συναντάς τον πραγματικό κόσμο κι αρχίζουν να σου λείπουν οι εαακίτες της σχολής σου, ακόμα και πιο λάιτ περιπτώσεις, οποιοσδήποτε, αρκεί να μπορέσεις να ανοίξεις μια πολιτική κουβέντα. Η οποία θεωρητικά απαγορεύεται στο στρατό, αλλά στην πράξη είναι πολύ εύκολο να την κάνεις, αρκεί να βρεις άτομο για να την ανοίξεις. Κι αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις θεωρητικά την απαγόρευση. Και κάποιες φορές που καταφέρνεις να την ανοίξεις, ακούς διάφορα, το μετανιώνεις και την κλείνεις όπως-όπως για να αποδράσεις.
Κι αφού κάνεις αυτήν την αφαίρεση, πρέπει να κάνεις και την αντίστροφη ανάβαση στο συγκεκριμένο, Να βλέπεις και την προσωπική πλευρά του άλλου. Να μπορείς να μιλήσεις ανθρώπινα, να βγάλεις μια στοιχειώδη συνεννόηση –όχι κομπρεμί- πχ για μια κολόνα με αφίσες, ή μια πλακέτα. Να μην τον αντιπαθείς κατ’ εικόνα κι ομοίωση του πολιτικού του χώρου, με το ζήλο νεαρού κουκουλοφόρου που αφηνιάζει με τους μπάτσους και τα όργανα της τάξης, χωρίς να σκέφτεται ποια τάξη είναι που κινεί αυτά τα όργανα.
Εκτός κι αν μιλάμε για αρχιπασόκους κι αρχιδαπίτες, τους εκκολαπτόμενους αστέρες του αστικού πολιτικού συστήματος, οπότε αλλάζει το πράγμα. Όπως έλεγε κι ένας σφος γιατρός –από αυτούς που έμειναν ευτυχώς- για τον αρχιδαπίτη της σχολής του, ένα δίμετρο –και βάλε- όρθιο βούβαλο, μπορώ να βγω μαζί του για έναν καφέ, αλλά στην επανάσταση θα είναι από τους πρώτους που θα σκοτώσουμε.
Το οποίο είναι ένα από τα πλέον δύσκολα ερωτήματα. Γιατί, ακόμα κι αν ξεπεράσεις τις ηθικές αναστολές και συμφωνήσεις με τη θανατική ποινή, για κάποιες έκτακτες περιπτώσεις, το ζήτημα παραμένει: ποιο απ’ όλα τα καθάρματα να καθαρίσεις πρώτο; Και πότε θα πάει η κάτια μακρή στο μέγκα, για να είναι όλοι μαζί και να τους βρούμε πιο εύκολα;
Αυτόν το διαχωρισμό τον είχα καταλάβει κι εγώ με τον δαπίτη της σχολής μου, που σε αντίθεση με τον πασόκο που ήταν σοσιαλφασίστας κατ' επάγγελμα, αυτός ήταν ιδεολόγος φασίστας. Είχε φορέσει και μαύρο πουκάμισο για πένθος, όταν πέθανε στη φυλακή ο παπαδόπουλος. Και μόνο αφού φτάσαμε στο τελευταίο έτος, αρχίσαμε να λέμε κάτι σαν γεια. Κι ανακαλύψαμε ότι μας αρέσει κι ο ίδιος σταθμός στο ραδιόφωνο (ο RSO, πριν χαλάσει).
Τον θυμήθηκα τις προάλλες που έπεσα πάνω σε ένα οργισμένο του σχόλιο στη λέσχη (ναρίτικη, διαδικτυακή κολεκτίβα), σε μια αναδημοσίευση της μαρτυρίας του κυπραίου από τον εξάντα, όπου υποσχόταν εκδίκηση για το συνάδελφο (http://ilesxi.wordpress.com/2011/07/07/«πρόλαβα-να-ακούσω-πριν-πέσω-ψωμί-παιδ/).
Κάνοντας μια βόλτα στο μπλογκ του, είδα ότι έχει διατηρήσει τα χρυσαυγίτικα χαρακτηριστικά του, αλλά έχει κάνει κινηματική στροφή. Μιλάει κι αυτός για την χούντα του πασοκ, τη βίαια ανατροπή της και κάνει κριτική στις πλατείες που πλατειάζουν και δεν παίρνουν αποφασιστικά την κατάσταση στα χέρια τους. Τρόμος...
Ήξερα ότι το διαδίκτυο μπορεί να ενώσει τους πιο ετερόκλιτους χρήστες, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να τα δεις για να τα πιστέψεις. Κι η πλατεία είναι πλατειά σαν το διαδίκτυο και χωράει κι αυτή τους πάντες. Δεν αφήνω κάποιο πολιτικό υπονοούμενο για τα παιδιά της λέσχης, αλίμονο. Καταγράφω απλώς τη σύμπτωση μέχρι να μαζευτούν πολλές και ν’ αρχίσουμε να ανησυχούμε.
Προς το παρόν με ανησυχούν δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι κάποιοι βλέπουν στις πλατείες τα νέα σοβιέτ κι επιχειρούν να βαφτίσουν αυτόν τον τύπο –μεταξύ άλλων- ως το νέο, επαναστατικό υποκείμενο. Κι αν θέλω να ακολουθήσω τη συμβουλή εκείνου του γιατρού, μπορώ να πιω μαζί του έναν καφέ στο σύνταγμα, να πούμε και καμιά μ-λ κία να περάσει η ώρα –αρκεί να μη βάλουμε πανό και την πατήσουμε όπως οι κανονικοί μουλάδες, που τους την πέσανε. Αλλά δε θα μπορώ να τον σκοτώσω στην επανάσταση, γιατί είναι το νέο υποκείμενο και θα είναι θεωρητικά με το μέρος μας. Εκτός κι αν προλάβουν και κάνουν αυτοί τη δική τους επανάσταση, όπως αυτή του 67’, και μας σκοτώσουν πρώτοι.
Το άλλο που με προβληματίζει είναι ότι δεν ξέρω με τι χρώμα να αποδώσω όλη αυτή την όσμωση στις πλατείες, που είναι φαιοκόκκινη, αλλά νέου τύπου. Ακόμα κι η αντιεξουσιαστική κίνηση έβγαλε την αφίσα της –με σύνθημα άμεση δημοκρατία- σε μαύρο και μπλε φόντο, σαν τα χρώματα της ίντερ και του θρυλικού χαραυγιακού.

Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έγιναν νερατζούρι. Και μη χειρότερα...
Είναι όπως εκείνο το ηλεκτρονικό μήνυμα-αλυσίδα που παραθέτει τις διάφορες ερμηνείες της πασίγνωστης λέξης με τα τρία άλφα που μπορεί να υποδηλώνει μια σειρά έννοιες, από τον τεφάλ (ξεκόλλα ρε μ-λ) μέχρι… Λείπει όμως μία βασική. Ο κλασικός ο μαλάκας ο σύντροφος. Φράση που αποπνέει μια συντροφική τρυφερότητα κι ένα πνεύμα αυτοκριτικής για τα λάθη στα πλαίσια της δουλειάς, ή την έλλειψη κατανόησης κτλ.
Αν με πει κάποιος μαλάκα, η λογική υπόθεση είναι ότι με βρίζει. Αυτό όμως εξαρτάται από τον τόνο της φωνής, το ύφος, την έκφραση του προσώπου. Αν ειπωθεί στο σωστό πλαίσιο, μπορεί να εκληφθεί κι ως χαϊδευτικό ακόμα, όπως θα το λέγαμε σε έναν φίλο. Ας το λάβουν υπόψη όσοι τυχόν θέλουν να με βρίσουν στα σχόλια.
Το ίδιο συμβαίνει και με τη λέξη «αριστεριστής». Η καθημερινή τριβή στη σχολή, φέρνει στο τέλος μια αγάπη που υπολανθάνει αντεστραμμένη μες στην προσφώνηση και της δίνει διαφορετικό περιεχόμενο. Όπως τα παιδιά που τραγουδάνε το μπορντό, μια πολύ ωραία διασκευή του ροζ του μηλιώκα, που εξυμνεί τον έρωτα ενός σταλινικού και μιας αναρχικιάς. (http://www.youtube.com/watch?v=OcdKgTA6d0Q)
Φρικιό αγάπη μου! Αν κι ίσως ταίριαζε περισσότερο να το πουν μοβ –λέω εγώ τώρα.
Μήπως όμως είναι δίκοπο μαχαίρι τέτοιου είδους αγάπες και κολλητιλίκια; Μήπως κινδυνεύεις να τους αγαπήσεις πολιτικά κι όχι μόνο στα λόγια; Και πρέπει να παίζεις ξύλο μαζί τους κάθε τόσο, για να ακονίζεις τα ταξικά σου αντανακλαστικά και να μείνεις για πάντα παιδί; -εξ αντανακλάσεως από τον αντίπαλο, με τον οποίο τα βάζεις.
Άσ’ τους μωρέ, παιδιά είναι. Ίσως σου σπάσουν τα νεύρα σε κάποια φάση, αλλά πώς μπορείς να τους κρατήσεις κακία;
Αυτό προϋποθέτει βέβαια να έχεις ξεπεράσει κι εσύ ως στάδιο τα φοιτητικά παιδιαρίσματα. Να μπορείς να κάνεις αφαίρεση και να δεις πέρα από το μικρόκοσμο της σχολής. Όπου πας στο στρατό πχ –για να μην πάμε πολύ μακριά, σε χώρους δουλειάς και το βαρύνουμε- συναντάς τον πραγματικό κόσμο κι αρχίζουν να σου λείπουν οι εαακίτες της σχολής σου, ακόμα και πιο λάιτ περιπτώσεις, οποιοσδήποτε, αρκεί να μπορέσεις να ανοίξεις μια πολιτική κουβέντα. Η οποία θεωρητικά απαγορεύεται στο στρατό, αλλά στην πράξη είναι πολύ εύκολο να την κάνεις, αρκεί να βρεις άτομο για να την ανοίξεις. Κι αυτό είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ το να σπάσεις θεωρητικά την απαγόρευση. Και κάποιες φορές που καταφέρνεις να την ανοίξεις, ακούς διάφορα, το μετανιώνεις και την κλείνεις όπως-όπως για να αποδράσεις.
Κι αφού κάνεις αυτήν την αφαίρεση, πρέπει να κάνεις και την αντίστροφη ανάβαση στο συγκεκριμένο, Να βλέπεις και την προσωπική πλευρά του άλλου. Να μπορείς να μιλήσεις ανθρώπινα, να βγάλεις μια στοιχειώδη συνεννόηση –όχι κομπρεμί- πχ για μια κολόνα με αφίσες, ή μια πλακέτα. Να μην τον αντιπαθείς κατ’ εικόνα κι ομοίωση του πολιτικού του χώρου, με το ζήλο νεαρού κουκουλοφόρου που αφηνιάζει με τους μπάτσους και τα όργανα της τάξης, χωρίς να σκέφτεται ποια τάξη είναι που κινεί αυτά τα όργανα.
Εκτός κι αν μιλάμε για αρχιπασόκους κι αρχιδαπίτες, τους εκκολαπτόμενους αστέρες του αστικού πολιτικού συστήματος, οπότε αλλάζει το πράγμα. Όπως έλεγε κι ένας σφος γιατρός –από αυτούς που έμειναν ευτυχώς- για τον αρχιδαπίτη της σχολής του, ένα δίμετρο –και βάλε- όρθιο βούβαλο, μπορώ να βγω μαζί του για έναν καφέ, αλλά στην επανάσταση θα είναι από τους πρώτους που θα σκοτώσουμε.
Το οποίο είναι ένα από τα πλέον δύσκολα ερωτήματα. Γιατί, ακόμα κι αν ξεπεράσεις τις ηθικές αναστολές και συμφωνήσεις με τη θανατική ποινή, για κάποιες έκτακτες περιπτώσεις, το ζήτημα παραμένει: ποιο απ’ όλα τα καθάρματα να καθαρίσεις πρώτο; Και πότε θα πάει η κάτια μακρή στο μέγκα, για να είναι όλοι μαζί και να τους βρούμε πιο εύκολα;
Αυτόν το διαχωρισμό τον είχα καταλάβει κι εγώ με τον δαπίτη της σχολής μου, που σε αντίθεση με τον πασόκο που ήταν σοσιαλφασίστας κατ' επάγγελμα, αυτός ήταν ιδεολόγος φασίστας. Είχε φορέσει και μαύρο πουκάμισο για πένθος, όταν πέθανε στη φυλακή ο παπαδόπουλος. Και μόνο αφού φτάσαμε στο τελευταίο έτος, αρχίσαμε να λέμε κάτι σαν γεια. Κι ανακαλύψαμε ότι μας αρέσει κι ο ίδιος σταθμός στο ραδιόφωνο (ο RSO, πριν χαλάσει).
Τον θυμήθηκα τις προάλλες που έπεσα πάνω σε ένα οργισμένο του σχόλιο στη λέσχη (ναρίτικη, διαδικτυακή κολεκτίβα), σε μια αναδημοσίευση της μαρτυρίας του κυπραίου από τον εξάντα, όπου υποσχόταν εκδίκηση για το συνάδελφο (http://ilesxi.wordpress.com/2011/07/07/«πρόλαβα-να-ακούσω-πριν-πέσω-ψωμί-παιδ/).
Κάνοντας μια βόλτα στο μπλογκ του, είδα ότι έχει διατηρήσει τα χρυσαυγίτικα χαρακτηριστικά του, αλλά έχει κάνει κινηματική στροφή. Μιλάει κι αυτός για την χούντα του πασοκ, τη βίαια ανατροπή της και κάνει κριτική στις πλατείες που πλατειάζουν και δεν παίρνουν αποφασιστικά την κατάσταση στα χέρια τους. Τρόμος...
Ήξερα ότι το διαδίκτυο μπορεί να ενώσει τους πιο ετερόκλιτους χρήστες, αλλά κάποια πράγματα πρέπει να τα δεις για να τα πιστέψεις. Κι η πλατεία είναι πλατειά σαν το διαδίκτυο και χωράει κι αυτή τους πάντες. Δεν αφήνω κάποιο πολιτικό υπονοούμενο για τα παιδιά της λέσχης, αλίμονο. Καταγράφω απλώς τη σύμπτωση μέχρι να μαζευτούν πολλές και ν’ αρχίσουμε να ανησυχούμε.
Προς το παρόν με ανησυχούν δύο πράγματα. Το ένα είναι ότι κάποιοι βλέπουν στις πλατείες τα νέα σοβιέτ κι επιχειρούν να βαφτίσουν αυτόν τον τύπο –μεταξύ άλλων- ως το νέο, επαναστατικό υποκείμενο. Κι αν θέλω να ακολουθήσω τη συμβουλή εκείνου του γιατρού, μπορώ να πιω μαζί του έναν καφέ στο σύνταγμα, να πούμε και καμιά μ-λ κία να περάσει η ώρα –αρκεί να μη βάλουμε πανό και την πατήσουμε όπως οι κανονικοί μουλάδες, που τους την πέσανε. Αλλά δε θα μπορώ να τον σκοτώσω στην επανάσταση, γιατί είναι το νέο υποκείμενο και θα είναι θεωρητικά με το μέρος μας. Εκτός κι αν προλάβουν και κάνουν αυτοί τη δική τους επανάσταση, όπως αυτή του 67’, και μας σκοτώσουν πρώτοι.
Το άλλο που με προβληματίζει είναι ότι δεν ξέρω με τι χρώμα να αποδώσω όλη αυτή την όσμωση στις πλατείες, που είναι φαιοκόκκινη, αλλά νέου τύπου. Ακόμα κι η αντιεξουσιαστική κίνηση έβγαλε την αφίσα της –με σύνθημα άμεση δημοκρατία- σε μαύρο και μπλε φόντο, σαν τα χρώματα της ίντερ και του θρυλικού χαραυγιακού.

Ρούχα μαζί που πλύθηκαν κι έγιναν νερατζούρι. Και μη χειρότερα...
Σάββατο 23 Ιουλίου 2011
Τα μικροαστικά
Μικροαστοί θα σας φάνε τα παιδιά σας, θα σας φάνε ζωντανούς, κανίβαλοι, κανίβαλοι θα γίνουν.
Για το βλαδίμηρο οι μικροϊδιοκτήτες-μικροπαραγωγοί αναπαράγουν αδιάκοπα τον καπιταλισμό, βάσει της ακατανίκητης δύναμης της συνήθειας. Και η ρόζα –αν δε με απατά η μνήμη μου- παρομοίαζε τη μεσαία τάξη με κάποιον που ανεβαίνει σε μια πλαγιά, σέρνοντας έναν βράχο κι έχει την αυταπάτη ότι μπορεί να σταματήσει στα μισά της ανηφόρας και να παραμείνει εκεί σταθερός. Ώσπου τον παίρνει ο κατήφορος, τον τσακίζει ο βράχος της προλεταριοποίησης και καταλήγει στους πρόποδες της κοινωνικής πυραμίδας.
Κάποιοι άλλοι διαχωρίζουν την έννοια του μικρού αστού –δηλ του μικρού ιδιοκτήτη καπιταλιστή- από αυτήν του μικροαστού –ή τουλάχιστον δεν τις ταυτίζουν. Κι αν το ερμηνεύω σωστά, το κόμμα υιοθετεί εν μέρει αυτόν το διαχωρισμό και μιλά για μισθωτούς εργαζόμενους που παρουσιάζουν μικροαστικά χαρακτηριστικά βάση του εισοδήματος ή της θέσης τους στην παραγωγή –πχ στο αστικό κράτος, ή σε κάποιον ιδεολογικό μηχανισμό του.
Κρατήστε σφιχτά τον μικροαστισμό σας, όπως λέει κι ο τζωρτζ όργουελ στον τίτλο ενός μυθιστορήματός του, που όμως δε μιλούσε για το στάλιν και την εσσδ και δεν έγινε ευρύτερα γνωστό.
Ποιοι είναι μικροαστοί όμως; Ποια είναι τα όρια της τάξης τους και της συνείδησής τους που αναγνωρίζει τον εχθρό στα μονοπώλια, αλλά ονειρεύεται να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, με τη μαζοχιστική λογική: ό,τι δε μπορείς να πολεμήσεις, αγάπησέ το; Και το κυριότερο, ποιος τους εκφράζει πολιτικά; Ας ξεκινήσουμε με αυτό το τελευταίο.
Στη σύγχρονη ελλάδα υπήρχαν πάντα πολυάριθμα μικροαστικά στρώματα, τα οποία καταλάμβαναν όλο το μήκος του πολιτικού φάσματος. Οι δεξιοί συντηρητικοί νοικοκυραίοι, που ακολουθούν το γνωστό τρίπτυχο (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια) και νοσταλγούν τα χρόνια που κοιμόντουσαν με ανοιχτά παράθυρα κι ο καρατζαφέρης ασχολούνταν ακόμα με το ροκ εν ρολ και τους προψυχεδελικούς μπητλς. Ο τελευταίος συνηθίζει μάλιστα να αποκαλεί τους ψιλικατζήδες -την έβγα και τη φάγε της γειτονιάς- εθνικό κορμό της χώρας.
Οι μη προνομιούχοι πασόκοι του ανδρέα. Κάποιοι από αυτούς απέκτησαν προνόμια –ρετιρέ και νέα τζάκια- και τώρα βλέπουν με θρήνο να σπάει το κοινωνικό συμβόλαιο της εξωνημένης συνείδησής τους και να μην παίρνουν καν τη ρήτρα. Η μικροαστική βάση κι ο λαϊκισμός σοσιαλιστικής απόχρωσης, ήταν και τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του φασισμού στον μεσοπόλεμο. Κάτι που έκανε τον ραφαηλίδη να μιλάει για τον ιδιότυπο πράσινο (σοσιαλ)φασισμό της εποχής του.
Καληνύχτα κεμάλ, η χώρα αυτή ποτέ δε θα αλλάξει. Γιατί είναι γεμάτη πασόκους και μικροαστούς –φανερούς και καλυμμένους- που πίστεψαν στη γιαλαντζί αλλαγή, στη δεκαετία με τις βάτες.
Κι αν σε εθνική κλίμακα ο μικροαστός είναι δυνάμει η κοινωνική βάση του φασισμού, στο λαϊκό κίνημα έχει το ρόλο του αμφιταλαντευόμενου, ή της εργατικής αριστοκρατίας –αν μιλάμε για υψηλόμισθους μισθωτούς- κι η κατεξοχήν πολιτική του έκφραση είναι ο οπορτουνισμός. Κάθε αριστερή δύναμη θεωρεί τις άλλες οπορτουνιστικές και τον εαυτό της ως τη μόνη ορθόδοξη. Κι αν συνδέσει τη ρετσινιά του οπορτουνισμού -για τους άλλους- με την ύπαρξη και δράση μικροαστών, έχει μια ακλόνητη υλιστική ερμηνεία για να τη στηρίξει. Πώς να μην είναι οπορτουνιστές οι τάδε αφού στο εσωτερικό τους ηγεμονεύουν οι μικροαστοί κι εκφράζουν τέτοια ταξικά συμφέροντα;
Λογική που μπορεί να βρει εφαρμογή ακόμα κι εντός του κόμματος, στο βαθμό που επιδρά ο οπορτουνισμός στις γραμμές του. Ο σύντροφος με το μουστάκι χαρακτήριζε ως μικροαστική παρέκκλιση την ενωμένη αντιπολίτευση και την τριανδρία τρότσκι-ζηνόβιεφ-κάμενεφ. Ο βλαδίμηρος θεωρούσε τους διανοούμενους επιρρεπείς στο μικροαστικό ατομισμό, που αρνείται να μπει στα καλούπια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και της εσωκομματικής πειθαρχίας. Κι όσοι έφευγαν από το κόμμα ως σκάρτα κι ύποπτα στοιχεία κι είχαν μικροαστική καταγωγή, αυτή ερμήνευε εκ των υστέρων το «χάλασμά» τους, που ήταν νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο.
Αλλά ο ταξικός αναγωγισμός δεν είναι πάντα ο καλύτερος σύμβουλος. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια στην οργάνωση μια συζήτηση με έναν σύντροφο που του άρεσαν πολύ τα χριστούγεννα και τα έθιμα με την οικογένεια. Εγώ του ‘λεγα ότι αυτά είναι μικροαστικές ανοησίες κι αυτός μου απαντούσε με τετράγωνη λογική, ότι μικροαστοί είναι αυτοί που έχουν μικρή ιδιοκτησία. Πέρασαν λίγα χρόνια μέχρι να βγάλουμε συνεννόηση.
Ας το δούμε συγκεκριμένα, σε κάθε πολιτικό χώρο.
Ο συνασπισμός συσπειρώνει τη μικροαστική αριστερά του σαλονιού: αρκετούς διανοούμενους, εργατική αριστοκρατία, ευαίσθητους αριστερούς εύπορων προαστίων, τον αρτέμη από το αλαλούμ του χάρρυ κλυνν κι άλλες συναφείς περιπτώσεις. Οι ρεφορμιστικές αυταπάτες ήταν δεδομένες για έναν κόσμο που δεν είχε λόγο να αλλάξει ριζικά τη ζωή του, παρά μόνο σε μικρά κι επιμέρους, που μπορούσαν να αλλάξουν σταδιακά.
Ο αριστερισμός ήταν ανέκαθεν συνδεμένος με τη μικροαστική ανυπομονησία του «εδώ και τώρα», μια πιο ριζοσπαστική εκδοχή συνθημάτων του πασόκ, το οποίο απορρόφησε αρκετούς απογοητευμένους του χώρου που έγιναν ξαφνικά ρεαλιστές. Ο αριστερισμός φωλιάζει σε νεανικές φοιτητικές καρδιές, κλάδους του δημοσίου και στρώματα (γιατροί, μηχανικοί) που προλεταριοποιούνται ραγδαία, αλλά διατηρούν κάποια μικροαστικά χαρακτηριστικά -κι έτσι αίρεται διαλεκτικά το κλασικό δίλημμα στις τάξεις των σχημάτων της εαακ για τον ταξικό προσδιορισμό των αποφοίτων αυτών των σχολών.
Η αναρχία έχει κατεξοχήν μικροαστικό χαρακτήρα. Μόνο οι αναρχοσυνδικαλιστές κι εν μέρει η ακ έχουν κάποια σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Αλλά η κλασική της εκδοχή εξακολουθεί να προβάλλει το ιδανικό των μικρών αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων που στηρίζονται στη μικρή παραγωγή κι ιδιοκτήσία. Επιπλέον. Το ιδανικό της κοινοβιακής ζωής σε καταλήψεις, ή της λεηλασίας που μπορεί να αντικαταστήσει την εργασία και να εξασφαλίσει τα ίδια αγαθά, γοητεύει μάλλον όσους έχουν λυμένο το βιοποριστικό τους πρόβλημα και δεν είναι αναγκασμένοι να δουλέψουν για να ζήσουν.
Κι είναι και το κόμμα, με την παρέμβασή του στους εβέδες, βιοτέχνες κι αγρότες κι όσα του προσάπτουν περί δεκέμβρη, νοικοκυραίων και πραγματικής εξέγερσης όπου δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι καταστήματος. Υπάρχει επίσης η κλασική κριτική για το στόχο στρατηγικό της λαϊκής εξουσίας-οικονομίας, ως μια στρογγυλεμένη –λέει- εκδοχή του σοσιαλισμού, χωρίς επανάσταση, για να μην τρομάξουν οι μικροαστοί σύμμαχοί του. Κάτι που δείχνει την ιδεολογική τους ηγεμονία στα πλαίσια του λαϊκού μετώπου και τη διαβρωτική επίδραση που ασκούν στο εργατικό κίνημα.
Κι έτσι βλέπουμε το εξής οξύμωρο. Αυτοί που έλεγαν ότι η λαϊκή εξουσία δεν ξεφεύγει από τα όρια του καπιταλισμού, τώρα τη θεωρούν μαξιμαλιστικό στόχο, που δεν είναι άμεσα κατανοητός από τις μάζες. Κι αυτοί που απέρριπταν το λαϊκό μέτωπο με τους μικροαστούς από θέσεις ταξικής καθαρότητας, τώρα ανακαλύπτουν την αμερική σε ένα κείμενο του λένιν που λέει ότι στην επανάσταση θα συμμετέχουν κι οι μικροαστοί.
Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί αλλιώς θα έλειπαν πολλοί απ’ τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Το ενιαίο μέτωπο –όπως και το αντικαπιταλιστικό εργατικό- αποκλείει τους μικροαστούς, αλλά απαρτίζεται εν πολλοίς από τέτοιους και βρίσκεται σε αναζήτηση εργατικής τάξης –για να μη μιλάει χωρίς αυτήν στο όνομά της.
Ο λένιν πάντως δε συμμετείχε σε ενότητα σούπα με όλους τους σοσιαλιστές στα σοβιέτ, αντιπαρέθετε διαλεκτικά το συνειδητό στο αυθόρμητο, διαπαιδαγωγούσε το τελευταίο με σκληρούς, πειθαρχημένους αγώνες, μέσα από τις ταξικές του οργανώσεις. Και συμμάχησε υπό όρους εργατικής ηγεμονίας με τους εσέρους μικροαστούς που εκπροσωπούσαν το 80% της ρωσικής κοινωνίας. Υιοθέτησε το αγροτικό τους πρόγραμμά, καθιστώντας τους ευμενώς ουδέτερους προς την επανάσταση, αλλά γνώριζε ότι θα βρει μπροστά του αυτόν το συμβιβασμό τα επόμενα χρόνια (του πολεμικού κομμουνισμού και της νεπ, για να το αντιμετωπίσουν οριστικά οι μπολσεβίκοι στην περίοδο της κολεκτιβοποίησης).
Αλλά τι να μας πει κι αυτός; Ένας μικροαστός δικηγορίσκος ήταν. Ύποπτο στοιχείο...
Για το βλαδίμηρο οι μικροϊδιοκτήτες-μικροπαραγωγοί αναπαράγουν αδιάκοπα τον καπιταλισμό, βάσει της ακατανίκητης δύναμης της συνήθειας. Και η ρόζα –αν δε με απατά η μνήμη μου- παρομοίαζε τη μεσαία τάξη με κάποιον που ανεβαίνει σε μια πλαγιά, σέρνοντας έναν βράχο κι έχει την αυταπάτη ότι μπορεί να σταματήσει στα μισά της ανηφόρας και να παραμείνει εκεί σταθερός. Ώσπου τον παίρνει ο κατήφορος, τον τσακίζει ο βράχος της προλεταριοποίησης και καταλήγει στους πρόποδες της κοινωνικής πυραμίδας.
Κάποιοι άλλοι διαχωρίζουν την έννοια του μικρού αστού –δηλ του μικρού ιδιοκτήτη καπιταλιστή- από αυτήν του μικροαστού –ή τουλάχιστον δεν τις ταυτίζουν. Κι αν το ερμηνεύω σωστά, το κόμμα υιοθετεί εν μέρει αυτόν το διαχωρισμό και μιλά για μισθωτούς εργαζόμενους που παρουσιάζουν μικροαστικά χαρακτηριστικά βάση του εισοδήματος ή της θέσης τους στην παραγωγή –πχ στο αστικό κράτος, ή σε κάποιον ιδεολογικό μηχανισμό του.
Κρατήστε σφιχτά τον μικροαστισμό σας, όπως λέει κι ο τζωρτζ όργουελ στον τίτλο ενός μυθιστορήματός του, που όμως δε μιλούσε για το στάλιν και την εσσδ και δεν έγινε ευρύτερα γνωστό.
Ποιοι είναι μικροαστοί όμως; Ποια είναι τα όρια της τάξης τους και της συνείδησής τους που αναγνωρίζει τον εχθρό στα μονοπώλια, αλλά ονειρεύεται να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, με τη μαζοχιστική λογική: ό,τι δε μπορείς να πολεμήσεις, αγάπησέ το; Και το κυριότερο, ποιος τους εκφράζει πολιτικά; Ας ξεκινήσουμε με αυτό το τελευταίο.
Στη σύγχρονη ελλάδα υπήρχαν πάντα πολυάριθμα μικροαστικά στρώματα, τα οποία καταλάμβαναν όλο το μήκος του πολιτικού φάσματος. Οι δεξιοί συντηρητικοί νοικοκυραίοι, που ακολουθούν το γνωστό τρίπτυχο (πατρίς, θρησκεία, οικογένεια) και νοσταλγούν τα χρόνια που κοιμόντουσαν με ανοιχτά παράθυρα κι ο καρατζαφέρης ασχολούνταν ακόμα με το ροκ εν ρολ και τους προψυχεδελικούς μπητλς. Ο τελευταίος συνηθίζει μάλιστα να αποκαλεί τους ψιλικατζήδες -την έβγα και τη φάγε της γειτονιάς- εθνικό κορμό της χώρας.
Οι μη προνομιούχοι πασόκοι του ανδρέα. Κάποιοι από αυτούς απέκτησαν προνόμια –ρετιρέ και νέα τζάκια- και τώρα βλέπουν με θρήνο να σπάει το κοινωνικό συμβόλαιο της εξωνημένης συνείδησής τους και να μην παίρνουν καν τη ρήτρα. Η μικροαστική βάση κι ο λαϊκισμός σοσιαλιστικής απόχρωσης, ήταν και τα δύο κύρια χαρακτηριστικά του φασισμού στον μεσοπόλεμο. Κάτι που έκανε τον ραφαηλίδη να μιλάει για τον ιδιότυπο πράσινο (σοσιαλ)φασισμό της εποχής του.
Καληνύχτα κεμάλ, η χώρα αυτή ποτέ δε θα αλλάξει. Γιατί είναι γεμάτη πασόκους και μικροαστούς –φανερούς και καλυμμένους- που πίστεψαν στη γιαλαντζί αλλαγή, στη δεκαετία με τις βάτες.
Κι αν σε εθνική κλίμακα ο μικροαστός είναι δυνάμει η κοινωνική βάση του φασισμού, στο λαϊκό κίνημα έχει το ρόλο του αμφιταλαντευόμενου, ή της εργατικής αριστοκρατίας –αν μιλάμε για υψηλόμισθους μισθωτούς- κι η κατεξοχήν πολιτική του έκφραση είναι ο οπορτουνισμός. Κάθε αριστερή δύναμη θεωρεί τις άλλες οπορτουνιστικές και τον εαυτό της ως τη μόνη ορθόδοξη. Κι αν συνδέσει τη ρετσινιά του οπορτουνισμού -για τους άλλους- με την ύπαρξη και δράση μικροαστών, έχει μια ακλόνητη υλιστική ερμηνεία για να τη στηρίξει. Πώς να μην είναι οπορτουνιστές οι τάδε αφού στο εσωτερικό τους ηγεμονεύουν οι μικροαστοί κι εκφράζουν τέτοια ταξικά συμφέροντα;
Λογική που μπορεί να βρει εφαρμογή ακόμα κι εντός του κόμματος, στο βαθμό που επιδρά ο οπορτουνισμός στις γραμμές του. Ο σύντροφος με το μουστάκι χαρακτήριζε ως μικροαστική παρέκκλιση την ενωμένη αντιπολίτευση και την τριανδρία τρότσκι-ζηνόβιεφ-κάμενεφ. Ο βλαδίμηρος θεωρούσε τους διανοούμενους επιρρεπείς στο μικροαστικό ατομισμό, που αρνείται να μπει στα καλούπια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού και της εσωκομματικής πειθαρχίας. Κι όσοι έφευγαν από το κόμμα ως σκάρτα κι ύποπτα στοιχεία κι είχαν μικροαστική καταγωγή, αυτή ερμήνευε εκ των υστέρων το «χάλασμά» τους, που ήταν νομοτελειακά προδιαγεγραμμένο.
Αλλά ο ταξικός αναγωγισμός δεν είναι πάντα ο καλύτερος σύμβουλος. Θυμάμαι τα πρώτα χρόνια στην οργάνωση μια συζήτηση με έναν σύντροφο που του άρεσαν πολύ τα χριστούγεννα και τα έθιμα με την οικογένεια. Εγώ του ‘λεγα ότι αυτά είναι μικροαστικές ανοησίες κι αυτός μου απαντούσε με τετράγωνη λογική, ότι μικροαστοί είναι αυτοί που έχουν μικρή ιδιοκτησία. Πέρασαν λίγα χρόνια μέχρι να βγάλουμε συνεννόηση.
Ας το δούμε συγκεκριμένα, σε κάθε πολιτικό χώρο.
Ο συνασπισμός συσπειρώνει τη μικροαστική αριστερά του σαλονιού: αρκετούς διανοούμενους, εργατική αριστοκρατία, ευαίσθητους αριστερούς εύπορων προαστίων, τον αρτέμη από το αλαλούμ του χάρρυ κλυνν κι άλλες συναφείς περιπτώσεις. Οι ρεφορμιστικές αυταπάτες ήταν δεδομένες για έναν κόσμο που δεν είχε λόγο να αλλάξει ριζικά τη ζωή του, παρά μόνο σε μικρά κι επιμέρους, που μπορούσαν να αλλάξουν σταδιακά.
Ο αριστερισμός ήταν ανέκαθεν συνδεμένος με τη μικροαστική ανυπομονησία του «εδώ και τώρα», μια πιο ριζοσπαστική εκδοχή συνθημάτων του πασόκ, το οποίο απορρόφησε αρκετούς απογοητευμένους του χώρου που έγιναν ξαφνικά ρεαλιστές. Ο αριστερισμός φωλιάζει σε νεανικές φοιτητικές καρδιές, κλάδους του δημοσίου και στρώματα (γιατροί, μηχανικοί) που προλεταριοποιούνται ραγδαία, αλλά διατηρούν κάποια μικροαστικά χαρακτηριστικά -κι έτσι αίρεται διαλεκτικά το κλασικό δίλημμα στις τάξεις των σχημάτων της εαακ για τον ταξικό προσδιορισμό των αποφοίτων αυτών των σχολών.
Η αναρχία έχει κατεξοχήν μικροαστικό χαρακτήρα. Μόνο οι αναρχοσυνδικαλιστές κι εν μέρει η ακ έχουν κάποια σύνδεση με το εργατικό κίνημα. Αλλά η κλασική της εκδοχή εξακολουθεί να προβάλλει το ιδανικό των μικρών αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων που στηρίζονται στη μικρή παραγωγή κι ιδιοκτήσία. Επιπλέον. Το ιδανικό της κοινοβιακής ζωής σε καταλήψεις, ή της λεηλασίας που μπορεί να αντικαταστήσει την εργασία και να εξασφαλίσει τα ίδια αγαθά, γοητεύει μάλλον όσους έχουν λυμένο το βιοποριστικό τους πρόβλημα και δεν είναι αναγκασμένοι να δουλέψουν για να ζήσουν.
Κι είναι και το κόμμα, με την παρέμβασή του στους εβέδες, βιοτέχνες κι αγρότες κι όσα του προσάπτουν περί δεκέμβρη, νοικοκυραίων και πραγματικής εξέγερσης όπου δε θα σπάσει ούτε ένα τζάμι καταστήματος. Υπάρχει επίσης η κλασική κριτική για το στόχο στρατηγικό της λαϊκής εξουσίας-οικονομίας, ως μια στρογγυλεμένη –λέει- εκδοχή του σοσιαλισμού, χωρίς επανάσταση, για να μην τρομάξουν οι μικροαστοί σύμμαχοί του. Κάτι που δείχνει την ιδεολογική τους ηγεμονία στα πλαίσια του λαϊκού μετώπου και τη διαβρωτική επίδραση που ασκούν στο εργατικό κίνημα.
Κι έτσι βλέπουμε το εξής οξύμωρο. Αυτοί που έλεγαν ότι η λαϊκή εξουσία δεν ξεφεύγει από τα όρια του καπιταλισμού, τώρα τη θεωρούν μαξιμαλιστικό στόχο, που δεν είναι άμεσα κατανοητός από τις μάζες. Κι αυτοί που απέρριπταν το λαϊκό μέτωπο με τους μικροαστούς από θέσεις ταξικής καθαρότητας, τώρα ανακαλύπτουν την αμερική σε ένα κείμενο του λένιν που λέει ότι στην επανάσταση θα συμμετέχουν κι οι μικροαστοί.
Κι ευτυχώς δηλαδή, γιατί αλλιώς θα έλειπαν πολλοί απ’ τους άμεσα ενδιαφερόμενους. Το ενιαίο μέτωπο –όπως και το αντικαπιταλιστικό εργατικό- αποκλείει τους μικροαστούς, αλλά απαρτίζεται εν πολλοίς από τέτοιους και βρίσκεται σε αναζήτηση εργατικής τάξης –για να μη μιλάει χωρίς αυτήν στο όνομά της.
Ο λένιν πάντως δε συμμετείχε σε ενότητα σούπα με όλους τους σοσιαλιστές στα σοβιέτ, αντιπαρέθετε διαλεκτικά το συνειδητό στο αυθόρμητο, διαπαιδαγωγούσε το τελευταίο με σκληρούς, πειθαρχημένους αγώνες, μέσα από τις ταξικές του οργανώσεις. Και συμμάχησε υπό όρους εργατικής ηγεμονίας με τους εσέρους μικροαστούς που εκπροσωπούσαν το 80% της ρωσικής κοινωνίας. Υιοθέτησε το αγροτικό τους πρόγραμμά, καθιστώντας τους ευμενώς ουδέτερους προς την επανάσταση, αλλά γνώριζε ότι θα βρει μπροστά του αυτόν το συμβιβασμό τα επόμενα χρόνια (του πολεμικού κομμουνισμού και της νεπ, για να το αντιμετωπίσουν οριστικά οι μπολσεβίκοι στην περίοδο της κολεκτιβοποίησης).
Αλλά τι να μας πει κι αυτός; Ένας μικροαστός δικηγορίσκος ήταν. Ύποπτο στοιχείο...
Ετικέτες
λένιν,
μικροαστοί,
μπητλς,
όργουελ,
χάρρυ κλυνν
Κυριακή 17 Ιουλίου 2011
Σβήνει το άστρο
Ημιτελές μνημόσυνο σε μια επανάσταση με δύσκολα παιδικά χρόνια επί νικήτα που τη σημάδεψαν ανεξίτηλα.

Αν υπάρχει κάτι που να αντιστοιχεί –ή έστω να πλησιάζει- στην εικόνα του σύγχρονου γαλατικού χωριού που αντιστέκεται στον κατακτητή, δεν είναι άλλο από την κούβα. Το γαλατικό χωριό που αντιστέκεται στην παξ αμερικάνα και μπαίνει στο μάτι του καίσαρα, ακόμα και μετά την αλεζία και την παράδοση των όπλων απ’ τους υπόλοιπους γαλάτες του συμφώνου της βαρσοβίας. Που είναι περικυκλωμένο από γουαντανάμο και πετιμπονούμ, αλλά ξορκίζει το εμπάργκο με μουσική και χορό, υπό τους ήχους της ρούμπας. Κι έμεινε τόσα χρόνια μακριά από κακοφωνίξ. Μόνο κάτι παραφωνίες τώρα τελευταία, σα νότες από ρέκβιεμ, στο κύκνειο άσμα της.
Το χωριό που βρίσκει μαγικό ζωμό στα ζαχαροκάλαμα και τα κόβει ακόμα με το δρεπάνι, όπως ο πανοραμίξ τα γκυ. Κι όπου δύο χρόνια μετά την νίκη της επανάστασης, πρόσθεσαν και το σφυρί και την βάφτισαν αναδρομικά σοσιαλιστική.
Θυμάστε εκείνη την επανάσταση που κάναμε δυο χρόνια πριν; Τελικά σοσιαλιστική ήταν.
Γιατί μπορεί να μην είχαν ως σημείο εκκίνησης το μαρξισμό, αλλά τον συνάντησαν στην πορεία των πραγμάτων, όπως κάθε συνεπής επαναστάτης. Αν και πάντα θα μένει το ερώτημα, αν έγιναν κομμουνιστές από επιλογή ή εκ των πραγμάτων, επειδή είχαν απέναντι τους αμερικάνους. Αν δεν υπήρχαν οι σοβιετικοί μπορεί να είχαν βαδίσει νωρίτερα στα χνάρια της βενεζουέλας. Και να είχαν ανακαλύψει μισό αιώνα νωρίτερα το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου.
Το νησί που μοιάζει με αυτό που είπε κάποτε ο περικλής για την αίγινα, ένα σκουπιδάκι στο μάτι της αθήνας, που ήταν κάτι σαν την αμερική της εποχής (κι η αθηναϊκή συμμαχία το αντίστοιχο νάτο) με τους λακεδαιμόνιους να εφαρμόζουν ένα είδος κομμουνισμού του στρατώνα, στη δική τους κοινωνία.
Θα μπορούσε να είναι κι αυτό που έλεγαν για την κύπρο: ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο για τους σοβιετικούς, αν δεν είχε υπαναχωρήσει ο νικήτας που άφησε έκθετο τον κάστρο στην υπόθεση με τους πυραύλους. Τώρα πλέον το βασικό θέμα είναι να μην έχουν οι κουβανοί την τύχη του ακελ.
Εκεί που έφτασε ο κολόμβος στο πρώτο ταξίδι του προς το Νέο κόσμο, πέντε αιώνες σχεδόν πριν ξεκινήσει και η κούβα το δικό της ταξίδι προς το νέο κόσμο, το σοσιαλισμό. Μια χώρα που έχασε κάθε οικονομικό στήριγμα τη δεκαετία του 90 αλλά κατάφερε να γίνει αυτή ηθικό στήριγμα για κάθε πικραμένο κομμουνιστή μετά το τέλος της ιστορίας, που δεν ήταν αίσιο κι ευτυχές, όπως στα παραμύθια. Κι έτσι εξηγείται το ειδωλολατρικό πανηγύρι που στήνεται κάθε φορά στα φεστιβάλ, στο περίπτερο του ελληνο-κουβανικού, όπου γίνονται ανάρπαστα από τους ιθαγενείς συντρόφους οι χάντρες και τα καθρεφτάκια που πωλούνται. Τους τα πήγαν κάποτε οι κονκισταδόρες κι αυτοί τώρα τα επιστρέφουν στην ευρώπη με κάποιους αιώνες καθυστέρηση.
Ένα διαμάντι που άντεξε απέναντι στους διεθνείς συσχετισμούς και τους νόμους της ιστορίας. Που θα βρεις ακόμα κι αριστεριστές να το υπερασπίζονται με πάθος, ενώ χύνουν χολή για τον υπαρκτό και τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα του περασμένου αιώνα. Κι ο κάππος της χάριζε την βουλευτική του σύνταξη, όταν ήρθε σε ρήξη –για ένα διάστημα- με το κόμμα.
Με κατοίκους που ζουν ελεύθεροι-πολιορκημένοι από το εμπάργκο. Αποκλεισμένοι σε ένα φτωχό, μακρόστενο νησί, σα μακρονήσι, όπου τα όνειρα των κομμουνιστών παίρνουν συλλογική εκδίκηση. Τόπος μαρτυρικός, όπου οι κουβανοί δε λύγισαν ποτέ. Κι απέκρουσαν την επίθεση των ιμπεριαλιστικών χοίρων στον κόλπο της χιρόν.
Το νησί που κατάφερε να έχει καλύτερους πυγμάχους και μπέιζμπολ από τους γιάνκηδες. Και της πήραν το παγκόσμιο ρεκόρ του πεντρόσο γιατί είχαν σταθεί λέει κάτι γιαπωνέζοι μπροστά από το ανεμόμετρο κι έκοψαν τη φόρα του ανέμου της αλλαγής. Αλλά είναι πάντα μες στα μετάλλια και δίνει κάθε φορά ειδικό ενδιαφέρον στους ολυμπιακούς.
Στην κούβα διαθέτουν ένα άρτιο σύστημα υγείας και μια ιατρική σχολή που είναι όσο όλο το απθ σε έκταση. Γιατρεύουν φτωχούς αμερικάνους που δεν έχουν πρόσβαση στα δικά τους νοσοκομεία, στέλνουν γιατρούς στις άλλες χώρες της λατινικής αμερικής, θεράπευσαν ακόμα και τον δολοφόνο του γκεβάρα που μαζί με τον καταρράκτη γλίτωσε κι από την πολιτική του μυωπία.
Έστειλαν με επαναστατικό ιδεαλισμό στρατό στην αγκόλα για να βοηθήσει στην «εξαγωγή της επανάστασης». Επιχείρησαν την έφοδο στον ουρανό με όπλο τα ηθικά κίνητρα. Διασώθηκαν από το ταξικό ναυάγιο του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού και διαφύλαξαν τα ιδανικά του σαν κάτοικοι της χαμένης ατλαντίδας που κατέφυγαν στην κιβωτό του γκράνμα. Έδωσαν χιλιάδες φιντέλ -δηλ πιστούς- στην υπόθεση της επανάστασης. Άλλο αν έχουν αρχίσει τις απιστίες και τις μεταρρυθμίσεις, που μας τις πλασάρουν για νεπ, ενώ κατά βάθος είναι κάτι σαν περεστρόικα.
Και τώρα που ο μαγικός ζωμός των φαίνεται να στερεύει, αυτό το κείμενο είναι κάτι σαν ημιτελές μνημόσυνο, λίγο πριν πέσει το κάστρο της κούβας κι η κούβα του κάστρο. Η οποία παραμένει το πιο δυτικό σημείο, όπου ο ήλιος του σοσιαλισμού δεν έδυσε ακόμα. Κι ένα πολιτικό ηλιοβασίλεμα μπορεί να κόβει την ανάσα, αλλά δεν είναι ακριβώς λυρικό κι όμορφο. Η παρακμή και η φθορά, η πείνα και το εμπάργκο, είναι τελείως αντιηρωικές καταστάσεις.
Η κούβα είναι το φως που καίει ακόμα απ’ τον εικοστό αιώνα των επαναστάσεων, μας φωτίζει και μας δείχνει το δρόμο. Και τώρα που χάνεται και τρεμοσβήνει, δεν υπάρχει πικρία, καμιά κριτική για προδοσία κι άλλα παρόμοια. Μονάχα ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Κι ίσως κάποιες τύψεις που δε σπάσαμε την απομόνωση, με το μόνο σίγουρο τρόπο, την επανάσταση στην χώρα μας.
Μαζί και μια ευχή, όπως κάθε φορά που πέφτει ένα αστέρι. Να επιστρέψει στο ιστορικό προσκήνιο και να τα κάνει όλα από την αρχή, καλύτερα. Κι εμείς να τελειώσουμε αυτό που ξεκίνησε κι έμεινε ημιτελές, όπως όλα τα μεγάλα έργα άλλωστε.
Viva la revolución κι αιωνία της η μνήμη.

Σκέψεις με αφορμή ένα πρόσφατο κούβα πάρτι στην πόλη μας. Τα οποία παραμένουν εντός γραμμής, παρά το τελευταίο συνέδριο και τις αλλαγές που ανακοίνωσε ο ραούλ.
Υγ: ευχαριστώ τους σφους αναγνώστες που σεβάστηκαν τη σημειολογία στον αριθμό σχολίων του πιο κάτω κειμένου και τον άφησαν στο 89. Δε θα μπορούσα να το χαλάσω εγώ και να το στρογγυλέψω, οπότε οι απαντήσεις παραπέμπονται για το μέλλον. Ίσως εξαιρέσω τον ρασκόλνικοφ που σχολίασε στο κείμενο για το μεταμοντέρνο και χτύπησε ευαίσθητη χορδή. Κυρίως εξαιτίας εκείνης της παροιμίας που μιλάει για το σπίτι του κρεμασμένου..

Αν υπάρχει κάτι που να αντιστοιχεί –ή έστω να πλησιάζει- στην εικόνα του σύγχρονου γαλατικού χωριού που αντιστέκεται στον κατακτητή, δεν είναι άλλο από την κούβα. Το γαλατικό χωριό που αντιστέκεται στην παξ αμερικάνα και μπαίνει στο μάτι του καίσαρα, ακόμα και μετά την αλεζία και την παράδοση των όπλων απ’ τους υπόλοιπους γαλάτες του συμφώνου της βαρσοβίας. Που είναι περικυκλωμένο από γουαντανάμο και πετιμπονούμ, αλλά ξορκίζει το εμπάργκο με μουσική και χορό, υπό τους ήχους της ρούμπας. Κι έμεινε τόσα χρόνια μακριά από κακοφωνίξ. Μόνο κάτι παραφωνίες τώρα τελευταία, σα νότες από ρέκβιεμ, στο κύκνειο άσμα της.
Το χωριό που βρίσκει μαγικό ζωμό στα ζαχαροκάλαμα και τα κόβει ακόμα με το δρεπάνι, όπως ο πανοραμίξ τα γκυ. Κι όπου δύο χρόνια μετά την νίκη της επανάστασης, πρόσθεσαν και το σφυρί και την βάφτισαν αναδρομικά σοσιαλιστική.
Θυμάστε εκείνη την επανάσταση που κάναμε δυο χρόνια πριν; Τελικά σοσιαλιστική ήταν.
Γιατί μπορεί να μην είχαν ως σημείο εκκίνησης το μαρξισμό, αλλά τον συνάντησαν στην πορεία των πραγμάτων, όπως κάθε συνεπής επαναστάτης. Αν και πάντα θα μένει το ερώτημα, αν έγιναν κομμουνιστές από επιλογή ή εκ των πραγμάτων, επειδή είχαν απέναντι τους αμερικάνους. Αν δεν υπήρχαν οι σοβιετικοί μπορεί να είχαν βαδίσει νωρίτερα στα χνάρια της βενεζουέλας. Και να είχαν ανακαλύψει μισό αιώνα νωρίτερα το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου.
Το νησί που μοιάζει με αυτό που είπε κάποτε ο περικλής για την αίγινα, ένα σκουπιδάκι στο μάτι της αθήνας, που ήταν κάτι σαν την αμερική της εποχής (κι η αθηναϊκή συμμαχία το αντίστοιχο νάτο) με τους λακεδαιμόνιους να εφαρμόζουν ένα είδος κομμουνισμού του στρατώνα, στη δική τους κοινωνία.
Θα μπορούσε να είναι κι αυτό που έλεγαν για την κύπρο: ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο για τους σοβιετικούς, αν δεν είχε υπαναχωρήσει ο νικήτας που άφησε έκθετο τον κάστρο στην υπόθεση με τους πυραύλους. Τώρα πλέον το βασικό θέμα είναι να μην έχουν οι κουβανοί την τύχη του ακελ.
Εκεί που έφτασε ο κολόμβος στο πρώτο ταξίδι του προς το Νέο κόσμο, πέντε αιώνες σχεδόν πριν ξεκινήσει και η κούβα το δικό της ταξίδι προς το νέο κόσμο, το σοσιαλισμό. Μια χώρα που έχασε κάθε οικονομικό στήριγμα τη δεκαετία του 90 αλλά κατάφερε να γίνει αυτή ηθικό στήριγμα για κάθε πικραμένο κομμουνιστή μετά το τέλος της ιστορίας, που δεν ήταν αίσιο κι ευτυχές, όπως στα παραμύθια. Κι έτσι εξηγείται το ειδωλολατρικό πανηγύρι που στήνεται κάθε φορά στα φεστιβάλ, στο περίπτερο του ελληνο-κουβανικού, όπου γίνονται ανάρπαστα από τους ιθαγενείς συντρόφους οι χάντρες και τα καθρεφτάκια που πωλούνται. Τους τα πήγαν κάποτε οι κονκισταδόρες κι αυτοί τώρα τα επιστρέφουν στην ευρώπη με κάποιους αιώνες καθυστέρηση.
Ένα διαμάντι που άντεξε απέναντι στους διεθνείς συσχετισμούς και τους νόμους της ιστορίας. Που θα βρεις ακόμα κι αριστεριστές να το υπερασπίζονται με πάθος, ενώ χύνουν χολή για τον υπαρκτό και τα σοσιαλιστικά εγχειρήματα του περασμένου αιώνα. Κι ο κάππος της χάριζε την βουλευτική του σύνταξη, όταν ήρθε σε ρήξη –για ένα διάστημα- με το κόμμα.
Με κατοίκους που ζουν ελεύθεροι-πολιορκημένοι από το εμπάργκο. Αποκλεισμένοι σε ένα φτωχό, μακρόστενο νησί, σα μακρονήσι, όπου τα όνειρα των κομμουνιστών παίρνουν συλλογική εκδίκηση. Τόπος μαρτυρικός, όπου οι κουβανοί δε λύγισαν ποτέ. Κι απέκρουσαν την επίθεση των ιμπεριαλιστικών χοίρων στον κόλπο της χιρόν.
Το νησί που κατάφερε να έχει καλύτερους πυγμάχους και μπέιζμπολ από τους γιάνκηδες. Και της πήραν το παγκόσμιο ρεκόρ του πεντρόσο γιατί είχαν σταθεί λέει κάτι γιαπωνέζοι μπροστά από το ανεμόμετρο κι έκοψαν τη φόρα του ανέμου της αλλαγής. Αλλά είναι πάντα μες στα μετάλλια και δίνει κάθε φορά ειδικό ενδιαφέρον στους ολυμπιακούς.
Στην κούβα διαθέτουν ένα άρτιο σύστημα υγείας και μια ιατρική σχολή που είναι όσο όλο το απθ σε έκταση. Γιατρεύουν φτωχούς αμερικάνους που δεν έχουν πρόσβαση στα δικά τους νοσοκομεία, στέλνουν γιατρούς στις άλλες χώρες της λατινικής αμερικής, θεράπευσαν ακόμα και τον δολοφόνο του γκεβάρα που μαζί με τον καταρράκτη γλίτωσε κι από την πολιτική του μυωπία.
Έστειλαν με επαναστατικό ιδεαλισμό στρατό στην αγκόλα για να βοηθήσει στην «εξαγωγή της επανάστασης». Επιχείρησαν την έφοδο στον ουρανό με όπλο τα ηθικά κίνητρα. Διασώθηκαν από το ταξικό ναυάγιο του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού και διαφύλαξαν τα ιδανικά του σαν κάτοικοι της χαμένης ατλαντίδας που κατέφυγαν στην κιβωτό του γκράνμα. Έδωσαν χιλιάδες φιντέλ -δηλ πιστούς- στην υπόθεση της επανάστασης. Άλλο αν έχουν αρχίσει τις απιστίες και τις μεταρρυθμίσεις, που μας τις πλασάρουν για νεπ, ενώ κατά βάθος είναι κάτι σαν περεστρόικα.
Και τώρα που ο μαγικός ζωμός των φαίνεται να στερεύει, αυτό το κείμενο είναι κάτι σαν ημιτελές μνημόσυνο, λίγο πριν πέσει το κάστρο της κούβας κι η κούβα του κάστρο. Η οποία παραμένει το πιο δυτικό σημείο, όπου ο ήλιος του σοσιαλισμού δεν έδυσε ακόμα. Κι ένα πολιτικό ηλιοβασίλεμα μπορεί να κόβει την ανάσα, αλλά δεν είναι ακριβώς λυρικό κι όμορφο. Η παρακμή και η φθορά, η πείνα και το εμπάργκο, είναι τελείως αντιηρωικές καταστάσεις.
Η κούβα είναι το φως που καίει ακόμα απ’ τον εικοστό αιώνα των επαναστάσεων, μας φωτίζει και μας δείχνει το δρόμο. Και τώρα που χάνεται και τρεμοσβήνει, δεν υπάρχει πικρία, καμιά κριτική για προδοσία κι άλλα παρόμοια. Μονάχα ευγνωμοσύνη και συγκίνηση. Κι ίσως κάποιες τύψεις που δε σπάσαμε την απομόνωση, με το μόνο σίγουρο τρόπο, την επανάσταση στην χώρα μας.
Μαζί και μια ευχή, όπως κάθε φορά που πέφτει ένα αστέρι. Να επιστρέψει στο ιστορικό προσκήνιο και να τα κάνει όλα από την αρχή, καλύτερα. Κι εμείς να τελειώσουμε αυτό που ξεκίνησε κι έμεινε ημιτελές, όπως όλα τα μεγάλα έργα άλλωστε.
Viva la revolución κι αιωνία της η μνήμη.

Σκέψεις με αφορμή ένα πρόσφατο κούβα πάρτι στην πόλη μας. Τα οποία παραμένουν εντός γραμμής, παρά το τελευταίο συνέδριο και τις αλλαγές που ανακοίνωσε ο ραούλ.
Υγ: ευχαριστώ τους σφους αναγνώστες που σεβάστηκαν τη σημειολογία στον αριθμό σχολίων του πιο κάτω κειμένου και τον άφησαν στο 89. Δε θα μπορούσα να το χαλάσω εγώ και να το στρογγυλέψω, οπότε οι απαντήσεις παραπέμπονται για το μέλλον. Ίσως εξαιρέσω τον ρασκόλνικοφ που σχολίασε στο κείμενο για το μεταμοντέρνο και χτύπησε ευαίσθητη χορδή. Κυρίως εξαιτίας εκείνης της παροιμίας που μιλάει για το σπίτι του κρεμασμένου..
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)