Πέμπτη 12 Σεπτεμβρίου 2013

Οι Γιούγκοι είναι φίλοι μας

Οι γιούγκοι μπορεί να μην ανήκαν ακριβώς –ούτε καν στο περίπου δηλ- στο δικό μας, σοσιαλιστικό μπλοκ {είσαι πασόκ και δεν χωράς στο σοσιαλισμό μου, που λέει κι η παράφραση του τραγουδιού}, αλλά είχαν εξίσου δραματικό ιστορικό φινάλε, που κορυφώθηκε την ίδια περίοδο που διαλύθηκε η σοβιετική ένωση, κι αυτό δεν είναι τυχαίο.

Ήδη από το 90’ φαινόταν που πηγαίνει το πράγμα, με τα επινίκια για το χρυσό στο μουντομπάσκετ της αργεντινής να επισκιάζονται από το επεισόδιο με τους κροάτες.. σημαιοφόρους και τον ντίβατς.
Κι ένα χρόνο μετά στο ευρωμπάσκετ της ρώμης, που ήταν το κύκνειο άσμα της, η γιουγκοσλαβία είχε αρχίσει ήδη να αποσυντίθεται και έχασε μεσούσης της διοργάνωσης το σλοβένο γιούρι ζντοβτς, που κλήθηκε εσπευσμένα να επιστρέψει από τον πρόεδρο της... νέας του πατρίδας –που ήταν ακόμα στα γεννοφάσκια της. Και πήρε το δικό του χρυσό μετάλλιο –που το κατέκτησαν αήττητοι οι γιούγκοι- μερικά χρόνια αργότερα, από τους παλιούς συμπαίκτες και πρώην συμπατριώτες του.

Στη συνέχεια ατσαλώθηκαν οι δεσμοί μας με τους γιούγκους {συγκεκριμένα τους σέρβους, δηλ τους νότιους γιούγκους, τους γιουγκο-γιούγκους για την ακρίβεια} με τους βομβαρδισμούς της πατρίδας τους και του βελιγραδίου από το νατο και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις –ο πρώτος βομβαρδισμός ευρωπαϊκής πρωτεύουσας μετά τη φρίκη του β’ παγκοσμίου πολέμου.
Γιατί αν τους περιμέναμε να ατσαλωθούν από το μπάσκετ, ζήτω που καήκαμε.. Το πιο πιθανό είναι είχαμε καταλήξει σε πόλεμο.

Το καλοκαίρι του 95’ το ευρωμπάσκετ διεξάγεται στην αθήνα, στο καινούριο (τότε) κλειστό του οακα, κι η... ομόδοξη ελληνοσερβική φιλία δοκιμάζεται σκληρά στον τελικό. Εκεί όπου το ελληνικό κοινό φωνάζει ρυθμικά ‘λιέ-του-βα’ για την ηττημένη παρέα των σαμπόνις, μαρτσουλιόνις και σία, και αποδοκιμάζει τον εθνικό ύμνο της (κουτσουρεμένης) γιουγκοσλαβίας στην απονομή, ενώ ο ντανίλοβιτς μας δείχνει πού ακριβώς μας έχει καταχωρήσει. Και μόνο ο ζάρκο το ρίχνει στην πλάκα με το σύνθημα που τον πικάριζε. Δε θα πάρεις κύπελλο ποτέ, πασπαλιέ, πασπαλιέ. Που πάσπαλ(ι) τον λέγανε δηλ τον άνθρωπο, αλλά κάπως έπρεπε να βγαίνει το σύνθημα.
Την ίδια στιγμή οι συμπατριώτες του στο βελιγράδι περικύκλωναν το ελληνικό προξενείο, εξοργισμένοι με την απαράδεκτη συμπεριφορά των ομόδοξων αδελφών τους.
Οι σέρβοι είναι αδέλφια μας κι εμείς αδελφοκτόνοι.

Πώς να μην αγανακτήσεις όμως –κι ας μην υπήρχαν τότε πλατείες- με όσα γίνονταν στο παρκέ, ή μάλλον παραπλεύρως από τους γκρίζους του στάνκοβιτς; Μία ήττα στον όμιλο από τους γιούγκους για την εθνική, με τον αγγελίδη να καρφώνει στα μούτρα του ντίβατς {τι λες τώρα;} και σπρώξιμο από τη διαιτησία. Κι άλλη μία στα ημιτελικά με τον ίδιο περίπου τρόπο. Thats what FIBA wants! που θα ‘λεγε και μια ψυχή από άλλο άθλημα. Για να μην πιάσουμε τι θα ‘λεγε το στόμα του drogba...

Βρείτε τις διαφορές (αν υπάρχουν)
Ίδιο έργο και στο ευρωμπάσκετ της ισπανίας το 97’ και ένα χρόνο αργότερα –πάλι στην αθήνα και πάντα στα ημιτελικά- με τον παπ στις βολές να είναι πιο εκνευριστικός κι από τη διαιτησία. Με αυτά και με αυτά η αντιπάθεια παγιώθηκε και προσωπικά μου ‘φυγε καμιά δεκαριά χρόνια αργότερα, που άλλαξαν τα κόζια κι οι ρόλοι. Αυτοί ήταν διοργανωτές και πάτωσαν, με προπονητή ομπράντοβιτς, κι εμείς σηκώσαμε το κύπελλο μες στο σπίτι τους.
Μετά όμως ξανανοίξαμε λογαριασμό με τεόντοσιτς και σία, σε ένα φιλικό στο ακρόπολις που κατέληξε σε γρονθοπατινάδα. Με το ‘λεβέντη’ τον κρίστιτς να πετάει μια καρέκλα στον μπουρούση, που είχε πάει σαν ειρηνοποιός να τον σώσει από την οργή του σοφοκλή –που όταν ήταν μικρός έπεσε στην χύτρα με τα χάμπουργκερ και δεν καταλαβαίνει τίποτα από χτυπήματα.



Και να φανταστείς πως στην αρχή η σχέση μας είχε ξεκινήσει πολύ διαφορετικά –τουλάχιστον για μένα. Όχι γιατί θαύμαζα τη μεγάλη γενιά του ντράζεν και της γιουγκοπλάστικα –αστεία πράγματα, άρης είσαι. Αλλά γιατί το 89’ ήμουν με τους σοβιετικούς (με πρωτόλεια πολιτική συνείδηση) κι είχα νευριάσει με την ήττα από την ελλάδα, οπότε στον τελικό υποστήριζα για εκδίκηση τους γιούγκους. Κι όλα αυτά χωρίς ιδιαίτερη ενθάρρυνση από το σπίτι, που τότε, τέλη ιούνη του 89, με ανοιχτές τις διαπραγματεύσεις για σχηματισμό κυβέρνησης, είχε πιο σοβαρά πράγματα να το απασχολούν.
Να δεις τι σου ‘χω για μετά...

Το 95’ πάντως, υπήρχαν και πιο χοντρές έχθρες που έμειναν στην ιστορία. Η ελλάδα έβρισκε τρίτη σερί χρονιά στο μικρό τελικό την κροατία, που τα μούσκευε στα ημιτελικά και ξεσπούσε μετά πάνω μας κι ο ντίβατς ευχόταν ‘να κερδίσουν οι κροάτες για να βγουν τρίτοι, να ανέβουν στο βάθρο και να αναγκαστούν να ακούσουν προσοχή τον εθνικό μας ύμνο’. Κάτι που δεν έγινε ποτέ όμως γιατί πήραν εντολή από τον τούτσμαν νομίζω και σηκώθηκαν να φύγουν, πριν ανέβουν στο βάθρο οι σέρβοι για την απονομή.

Αργότερα τα πάθη καταλάγιασαν κάπως -τους προφύλαξε κι η θεά τύχη που δεν τους έφερε αντιμέτωπους σε κάποια μεγάλη διοργάνωση- αλλά η φλόγα σιγοκαίει ακόμα κι όχι μόνο με τους κροάτες αλλά και με τις άλλες πγδ (πρώην γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες), όπως στο δεύτερο όμιλο του φετινού ευρωμπάσκετ, που θύμιζε βαλκανιάδα και βρέθηκαν να μιλάνε την ίδια γλώσσα σέρβοι, μαυροβούνιοι, βόσνιοι και φυρομακεδόνες, με διοργανωτές σλοβένους –και τσόντα τους κάποτε συμπατριώτες λιθουανούς και λετονούς (αλλά αυτή είναι από άλλη ανάρτηση). Κι έγιναν σοβαρά επεισόδια εκτός γηπέδου μεταξύ σέρβων και βόσνιων, όπου ξύπνησαν τα πάθη του εμφυλίου.

Ο αθλητικός μύθος λέει μάλιστα πως το φιτίλι του πολέμου άναψε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα του γιουγκοσλάβικου πρωταθλήματος μεταξύ ντιναμό ζάγκρεμπ κι ερυθρού αστέρα, αν δεν κάνω λάθος. Μια παρόμοια ιστορία υπάρχει για τα προκριματικά του μουντιάλ του 70’ στο μεξικό και την πολεμική σύρραξη μεταξύ σαλβαδόρ κι ονδούρας νομίζω, στην κεντρική αμερική. Αυτά μπορεί να κινούνται βέβαια στο όριο της υπερβολής για να ιντριγκάρουν και να πουλήσουν ως ιστορίες, αλλά δείχνουν πόση δύναμη έχει ο αθλητισμός με τους έντονους συμβολισμούς που προσφέρει.

Όπως πχ η μεταγραφή του μαγιάρου ντέταρι στον ολυμπιακό επί κοσκωτά, ως χειροπιαστή απόδειξη πως η ουγγαρία ήταν ανέκαθεν ο αδύναμος κρίκος και η πιο δυτική λδ του ανατολικού μπλοκ, πολύ πριν πέσει το τείχος. Ή το συμβολικό επισφράγισμα της περεστρόικα με το άνοιγμα των συνόρων, όταν έπιασε λιμάνι η ‘σοβιετική τρόικα’: προτάσοφ-σαβίτσεφ-λιτόφτσενκο. Και μόνο τυχαίο δεν είναι πως το ερασιτεχνικό αθλητικό ιδεώδες, με την απαγόρευση συμμετοχής στους ολυμπιακούς για τους επαγγελματίες αθλητές, ‘κατέρρευσε’ οριστικά κι αμετάκλητα το 92’ στη βαρκελώνη, ένα χρόνο μετά τη διάλυση της εσσδ.

Δεν υπάρχει όμως πιο ισχυρός συμβολισμός από το κύπελλο πρωταθλητριών στο μπάσκετ, που πήρε η παρτιζάν στο final four της πόλης το 92’, στο πρώτο έπος του ζοτς με το τρελό τρίποντο του σάσα τζόρτζεβιτς, σε μια χρονιά που έπρεπε να δώσει όλα τα παιχνίδια της μακριά από την έδρα της στο βελιγράδι και την είχαν όλοι ξεγραμμένη.

Και ίσως πιο ισχυρός ακόμα να είναι το μουντομπάσκετ της ιντιανάπολις το 02’, με τους αργεντινούς να σπάνε πρώτοι το αήττητο των ηπα, αλλά τους σέρβους να τους δίνουν την χαριστική βολή στο νοκ άουτ παιχνίδι, να τις αφήνουν εκτός  τετράδας και να τους κλείνουν το σπίτι, παίρνοντας μια κάποια ηθική ρεβάνς για τους βομβαρδισμούς στην πατρίδα τους προ τριετίας. Και τις βύθισαν στο πένθος, δώδεκα μόλις μήνες μετά την 11η σεπτέμβρη, σε μια καινούρια μπασκετική εκδοχή της. {Τέσσερα χρόνια αργότερα τους τη θύμισε και η ελλάδα την επέτειο, στο μουντομπάσκετ της ιαπωνίας και έδεσε το γλυκό. Κι είμαστε η τελευταία ομάδα που τους έχει κερδίσει σε μεγάλη διοργάνωση}.

Αυτή ήταν κι η πιο συμπαθητική εκδοχή της μπασκετικής σερβίας που μπορώ να θυμηθώ, αν και δεν κράτησε πολύ γιατί στον τελικό με την αργεντινή ήρθε το απροκάλυπτο σπρώξιμο του πιτσίλκα και το ντεζαβού με τις… γκρίζες σκιές του παρελθόντος.

Παρόλα αυτά το ερώτημα είναι πόσο νωρίτερα θα είχαν καταφέρει να νικήσουν τους αμερικάνους ως ενιαία γιουγκοσλαβία και με τον ντράζεν εν ζωή κι αν θα μπορούσαν να κοντράρουν τις πρώτες ντριμ τιμ στις αρχές του 90. Αυτό είναι από τα υπέροχα αντιδιαλεκτικά ερωτήματα που μας γεμίζει πολλές φορές η ιστορία και ο αθλητισμός.

Αυτό που δεν γνωρίζουν όμως οι περισσότεροι –ή έχουν ξεχάσει οι παλιότεροι- είναι πως το μουντομπάσκετ του 94’, δεν ήταν να γίνει στον καναδά που φιλοξένησε τελικά τη διοργάνωση αλλά στην ενιαία γιουγκοσλαβία. Κι εκεί θα φτανε στα ντουζένια της η μεγάλη γενιά των πλάβι –μεγαλύτερη ίσως κι από την προηγούμενη των τσόσιτς, νταλιμπάγκιτς, κιτσάνοβιτς με τα τρία σερί ευρωπαϊκά και το χρυσό στους ολυμπιακούς της μόσχας- και θα βλέπαμε πόσα απίδια πιάνει ο σάκος.

Η συνέχεια είναι γνωστή βέβαια. Η γιουγκοσλαβία διαλύθηκε και διαμελίστηκε, ενώ στους σέρβους επιβλήθηκε εμπάργκο από τις διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις {που έστειλε τους δανούς στη θέση τους το 92’, για να κάνουν τη μεγαλύτερη έκπληξη στην ιστορία του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος, στο ποδόσφαιρο. Τη μεγαλύτερη μέχρι την επόμενη, που θα ‘λεγε κι ο γκάλης, αν σκεφτούμε την εθνική στα γήπεδα της πορτογαλίας το 2004)}.

Αυτό είναι όμως που ατσάλωσε τους περήφανους σέρβους και τους έκανε να ματώνουν για τη φανέλα κάνοντας την μπασκετική υφήλιο να τους βγάζει το καπέλο. Τελικά οι γιούγκοι ανέλαβαν ξανά διεθνή διοργάνωση δέκα χρόνια αργότερα, το ευρωμπάσκετ του 05’, όπου ξανακούστηκε το τιρινινί και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Αλλά αυτό το κουβάρι θα το ξετυλίξουμε άλλη φορά.

Αντί επιλόγου μια πιθανή δωδεκάδα, που θα μπορούσαν να κατεβάσουν το 94’ οι γιούγκοι αν είχαν μείνει ενωμένοι -και ζούσε ακόμα ο ντράζεν:

ζντοβτς, τζόρτζεβιτς, σρετένοβιτς ή περάσοβιτς, ντανίλοβιτς, πέτροβιτς,
κόμαζετς, κούκοτς, πάσπαλι, ράτζα, σάβιτς, βράνκοβιτς, ντίβατς
και μου περισσεύει ο ρέμπρατσα και πόσοι άλλοι.
Προπονητικό δίδυμο, η κουμπαριά ίβκοβιτς-ομπράντοβιτς και περισσεύει ο μάλκοβιτς και μερικοί ακόμα.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

Η ενδεκάτη εκπομπή

Απολιθωμένες αμπελοφιλοσοφίες στον Κόκκινο Πλανήτη 11

Σε αυτή την πρώτη εκπομπή μετά τις διακοπές του καλοκαιριού σχολιάζουμε την τρέχουσα επικαιρότητα και ασχολούμαστε με δυο βασικές θεματικές ενότητες:

α) τις συγκεντρώσεις στη δεθ, την ομιλία του σαμαρά, τα αδιέξοδα της κυβερνητικής πολιτικής και τα καυτά μέτωπα που ανοίγει αυτή την περίοδο. Και β) τον επικείμενο πόλεμο στη συρία, το γεωστρατηγικό παιχνίδι και τη διελκυστίνδα συμφερόντων που στήνεται γύρω από την περιοχή και το ‘δημοκρατικό λίβα’ που σαρώνει την υφήλιο, από το λευκό οίκο μέχρι την ‘αραβική άνοιξη’. Στο τέλος αναφερόμαστε εν συντομία και στο φετινό ταξίδι του φεστιβάλ κνε-οδηγητή, που πλησιάζει στην κορύφωσή του, εμπλουτίζοντας με νέες μορφές και ποιοτικά στοιχεία το πρόγραμμά του.

Κριτικές, προσθήκες και παρατηρήσεις, ευπρόσδεκτες στα σχόλια. Καλή ακρόαση.

Τρίτη 10 Σεπτεμβρίου 2013

Ήρθανε άλλες εποχές

Χτες ολοκληρώθηκε η πρώτη φάση του ευρωμπάσκετ της σλοβενίας κι η κε του μπλοκ προχωρά σε μια σειρά αναρτήσεων με ελεύθερους συνειρμούς και καταδύσεις στην ιστορία, με αφορμή όσα είδε μέχρι στιγμής στη διοργάνωση.

Η πιο σημαντική είδηση από τον όμιλο της εθνικής ήταν ίσως ο ηχηρός αποκλεισμός της ρωσίας, που πήγε άπατη σαν (ταξικό) ναυάγιο –ενώ πέρσι στο λονδίνο πήρε το χάλκινο- έχοντας στον πάγκο της καπετάνιο το βασίλι καράσεφ, που δε φάνηκε καλός στη φουρτούνα, κυρίως επειδή του έλειπαν πολλά πρωτοπαλίκαρα. Ο καράσεφ στα νιάτα του, τη μαύρη (σαν χόλντεν) δεκαετία του 90’, ήταν από τους καλύτερους οργανωτές (play maker). Αλλά μόλις πρόσφατα έμαθα πως κανονικά το όνομά του προφέρεται καρασόφ –και ένας τοίχος (του βερολίνου) γκρεμίστηκε στο μικρόκοσμο μέσα μου.

Θυμήθηκα όμως το γκόρμπι, που στα αγγλικά γραφόταν gorbachev και τον πνευματικό του πατέρα, το νικήτα, που μια μειοψηφία τον έλεγε κρούτσεφ, από το αγγλικό khrushchev. Και δεν ξέρω εάν ο καράσεφ είναι κι αυτός ρεβιζιονιστής, αλλά για να γίνει ομοσπονδιακός προπονητής, χρειάστηκε να γίνουν κάποιες εκκαθαρίσεις και η μπάλα πήρε και τον κατσικάρη, που εξωθήθηκε σε παραίτηση, παραμονές της διοργάνωσης. Εκτός και αν τον έφαγαν οι ρώσοι για αντίποινα στη δουλειά που χάλασε με δεπα και σαββίδη.

Φώτης Κατσικάρης, θύτης και θύμα του ρωσόδουλου μπλοκ
Η ρώσικη γλώσσα έχει γενικώς πολύ διαφορετικούς κανόνες προφοράς από τους δικούς μας –γι’ αυτό συνήθως κακοποιούμε τα ονόματα και τις λέξεις τους. Δε θέλω να γίνω σχολαστικός σαν το σπυρόπουλο, αλλά η σωστή προφορά κάποιων διεθνών παικτών για παράδειγμα είναι κιριλένκα και ζεβροσένκα, γιατί το άτονο [ο] διαβάζεται όπως το δικό μας άλφα. Αν ακούσεις πχ τους ρώσους να μιλάνε για σακαλάντ, εννοούν τη σοκολάτα. Κι όταν λένε ρακέτα, δε γίνεται λόγος για αντισφαίριση και τενίστες, αλλά για ρουκέτες, πυραύλους –άντε και τους χιούστον ρόκετς.

Αυτό που δεν έχω καταλάβει πάντως είναι τι συμβαίνει με το πανεπιστήμιό τους, το λομονόσοφ, και τους γλίτωσαν τόσο [ο] χωρίς να τονίζονται.

Όσο κι αν φαίνεται περίεργο λόγω της φετινής παρακμής τους, οι ρώσοι είναι η τελευταία ομάδα που πήρε το ευρωμπάσκετ, πριν από τους ισπανούς και την κονκισταδόρικη κυριαρχία τους στην ήπειρο –κι η ελλάδα είναι η τελευταία εθνική στο ποδόσφαιρο που πήρε το γιούρο πριν από τη ρόχα, οπότε ας μην το κάνουμε θέμα. Το πήρανε μάλιστα μες στο σπίτι τους, με ένα σουτ του χόλντεν που τους άφησε ξερούς, σεπτέμβρη του 07’, ανήμερα των εθνικών εκλογών στην ελλάδα, στην επανεκλογή του καραμανλή (που «τον έριξαν» ντεμέκ επειδή έκανε «ανεξάρτητη πολιτική» παίζοντας μπάλα και με τους ρώσους) και το κόκκινο 8,2% που μας ανέβασε προσωρινά το ηθικό και τις αυταπάτες. Και τη νύχτα κάποιοι από εμάς δεν πέφταμε για ύπνο αν δεν βλέπαμε πρώτα το ποσοστό μας να πιάνει το οχτάρι στο μπροστά ψηφίο, για να κλείσουμε τα μάτια μας ευτυχισμένοι.

Οι ρώσοι λοιπόν προβάλλουν σε κάθε φίλαθλη συνείδηση ως οι νόμιμοι κληρονόμοι της κραταιάς –μπασκετικά και γενικότερα- σοβιετικής αρκούδας. Αν και η τελευταία καλή σοβιετική ομάδα είχε ως βάση της τους… «βαλτικάριους», που ήταν οι πρώτοι που αποσχίστηκαν. Σαμπόνις, μαρτσουλιόνις, βάλτερς, χομίτσιους, κουρτινάιτις… ως κι ο διαβόητος γιοβάισα με το τρίποντο στο ταμπλό του σεφ, λιθουανός ήταν. Ενώ ο βολκόφ, το ‘παιξε λίγο δίπορτο μετά τη διάλυση, πριν αποφασίσει τελικά να επιλέξει ουκρανική υπηκοότητα –κι άφησε μόνο τον τσατσένκο στους ρώσους, που ήταν αγαθός γίγαντας, κατ’ εικόνα και ομοίωση της μαμάς πατρίδας.

Κι ήταν αρκετοί αυτοί που βρέθηκαν στο ίδιο δίλημμα με το βολκόφ, όπως εκείνος ο κοσμοναύτης που πέταξε για το διαστημικό σταθμό μιρ ως σοβιετικός πολίτης, έμεινε έναν χρόνο και όταν επέστρεψε, βρήκε τη σοβιετία διαλυμένη και του είπαν να επιλέξει τι εθνικότητα προτιμά να έχει.
Τα ύστερα του (νέου) κόσμου, του σοσιαλισμού…

Το τελευταίο ευρωμπάσκετ που πήρε η σοβιετία ήταν το 85’, πριν αρχίσει η παραλυτική δράση της περεστρόικα, με μια τελευταία αναλαμπή το χρυσό στη σεούλ το 88', όπου περάσαμε καθαρά τις ηπα σε μετάλλια, ενώ τις πέρασε κι η λδγ με τη φόρα που είχε πάρει. Και αν συμμετείχε η λδ κορέας, μπορεί να περνούσε κι αυτή τους διοργανωτές νότιους, για να ‘ταν ολοκληρωτική η επικράτηση –μποϊκοτάρισε όμως τους αγώνες μαζί με κούβα, νικαράγουα και μερικές χώρες ακόμα.
Όλα έμοιαζαν ανθηρά κι ευοίωνα για τον υπαρκτό που γνωρίσαμε, από αθλητικής άποψης…

Μπορείτε να θυμηθείτε εδώ ένα παλιότερο σχόλιο στο μπλοκ, που αποτυπώνει γλαφυρά την πολιτικο-αθλητική διακύμανση συναισθημάτων εκείνα τα χρόνια –αν και τα έχει ανάκατα, μαζί με ποδοσφαιρικά σχόλια για τα μινγκ του λομπανόφσκι.

Στα δύο επόμενα ευρωμπάσκετ, μετά το 85’, η σοβιετική ομάδα έπεσε πάνω στην εθνική μας. Και ειδικά η δεύτερη, στο ζάγκρεμπ το 89’, παρόντος του σαμπόνις (που έλειπε στη.. μαυριτανία το 87’) ήταν σοκαριστικό, σαν προάγγελος του ‘τέλους της ιστορίας’, λίγους μήνες μετά. Αν και αυτό επήρθε οριστικά σε συμβολικό επίπεδο την περασμένη δεκαετία, όταν είδαμε αμερικανό παίκτη (τζέι αρ χόλντεν) βασικό στην εθνική ρωσίας. Πιο σοκαριστικό κι από την χειραψία τσακαλώτου-βαφειάδη, να τα λένε σαν δυο καλοί φίλοι. Κι έκτοτε άνοιξαν φάμπρικα όλες σχεδόν οι εθνικές και είναι σα να παίζουν στις διοργανώσεις με έναν ξένο. Να δεις που σε λίγα χρόνια θα συμμετέχουν και κοινοτικοί…

Στο επόμενο ευρωμπάσκετ της ρώμης (91’) η αρκούδα ήταν ξεδοντιασμένη σε κάθε επίπεδο και δεν πέρασε καν από τον προκριματικό όμιλο. Ενώ το καλοκαίρι του ίδιου έτους έλαβε χώρα και το λεγόμενο πραξικόπημα του αυγούστου, που ήταν χρεοκοπημένο εν τη γενέσει του, καταδικασμένο να αποτύχει –πιο πολύ κι από το τρίποντο του γιοβάισα από τη γωνία.

Ενώ το 93’, στο πρώτο ευρωμπάσκετ μετά τις κοσμογονικές –ή κοσμοκτόνες, εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπει κανείς- αλλαγές και το θάνατο του ντράζεν, η σκέτη ρωσία πήγε ως αουτσάιντερ ως τον τελικό κι έχασε στο πρώτο παιχνίδι που λογιζόταν ως φαβορί, από την ενοποιημένη οικοδέσποινα γερμανία. Κι έτσι η κατ’ ευφημισμόν ενοποίηση –όπως βαφτίσανε την προσάρτηση της λδγ- νίκησε το διαλυτικό προτσές σε σοβιετία και γιουγκοσλαβία. Και ειδικά αυτό το τελευταίο, πυροδοτήθηκε με καταλύτη (αν όχι πρωταγωνιστή) το… γερμανικό καθεστώς –ε τι, μόνο τον άσαντ και τον ‘άξονα του κακού’ θα αποκαλούμε «καθεστώς»; Ο δυτικός κόσμος γιατί να εξαιρείται;

Ενδιάμεσα είχαν προηγηθεί δυο δεύτερες θέσεις σε μουντομπάσκετ. Μία το 86’ στη μαδρίτη, με το κοινό και το συρίγο να ζητωκραυγάζουν στον ημιτελικό υπέρ της σοβιετίας, που έκανε την απόλυτη ανατροπή με τους γιούγκους –πιο δραματική κι από τις πολιτικές που ακολούθησαν στο τέλος της δεκαετίας και της ιστορίας- και να μαζεύουν διαφορά 9 πόντων σε ένα λεπτό, με τρία τρίποντα και τα βήματα του αμούστακου τότε ντίβατς, για να πάει το ματς στην παράταση.

Και μια δεύτερη, το 90’ στην αργεντινή, που είχαν κακή ομάδα και κοιμήθηκε ο δίας για να φτάσουν στον τελικό, όπου όμως έγειρε αποφασιστικά η γιουγκο-πλάστιγκα υπέρ των πολύ ανώτερων πλάβι. Κι οι μεν πλάβι διαλύθηκαν σαν τους σοβιετικούς, η δε γιουγκοπλάστιγκα (για τους φίλους ποπ 84’) μετονομάστηκε αργότερα σε κκ σπλιτ, χωρίς ωστόσο να έχει την παραμικρή σχέση με τα κκ που ξέρουμε κι εμπιστευόμαστε, γιατί αρνήθηκαν να μεταλλαχτούν. Αλλά αυτά θα τα δούμε στην επόμενη ανάρτηση.

Οι ρώσοι συνέχισαν την παράδοση και μετά τις ανατροπές, με δυο δεύτερες θέσεις στον καναδά το 94’, με τον νοσόφ να πανηγυρίζει επί ένα λεπτό την τάπα που φιλοδώρησε στο σακίλ και στην αθήνα το 98’, όπου έπεσαν στους αιώνιους γιούγκους –και τους αιώνιους γκρίζους του στάνκοβιτς. Ενώ σε συλλογικό επίπεδο, η τσσκα ανέκτησε την αίγλη του παρελθόντος, με ιθύνοντα νου τον γκομέλσκι, που ήταν κάτι σαν το σουσλόφ του μπάσκετ: φιλόσοφος, παντός καιρού και πάντα μες στα πράγματα, με κάθε εξουσία. Αλλά οι ρώσοι ανέπτυξαν πελατειακές σχέσεις με τους ελληνικούς συλλόγους σε φάιναλ φορ κι άλλους κρίσιμους αγώνες «ζωής και θανάτου», αν θυμηθούμε και την ιστορία με τα νερά στο σεφ.

Πριν την αποφράδα περεστρόικα πάντως, όλη η ιστορία των ευρωμπάσκετ ήταν βαμμένη κόκκινη –με μικρές ροζ αποχρώσεις το 70’, που πήραν τρία συνεχόμενα οι γιούγκοι. Ακόμα και προπολεμικά τα τρία πρώτα τα πήραν η λετονία κι η λιθουανία, ως ανεξάρτητες χώρες, λίγο πριν γίνουν σοβιετικές δημοκρατίες κι ενσωματωθούν στην εσσδ. Μεταπολεμικά οι σοβιετικοί κατέκτησαν δεκατέσσερις απ’ τις 21 επόμενες διοργανώσεις εκ των οποίων οι οκτώ συνεχόμενες, ενώ ανέδειξαν τον σεργκεί μπέλοφ έξι φορές στην κορυφαία πεντάδα του τουρνουά. Και όσες διοργανώσεις δεν πήραν πήγαν στα χέρια αδελφών λδ, όπως η ουγγαρία κι η τσεχοσλοβακία.

Το μόνο ευρωμπάσκετ που μας ξέφυγε πριν το 87’, ως σοσιαλιστικό μπλοκ –με την (πολύ) ευρεία έννοια, αν συμπεριλάβουμε και τους γιούγκους σε αυτό- ήταν το 83’ στη γαλλία, που το κατέκτησε η ιταλία στον τελικό με τους (ηττοπαθείς τότε) ισπανούς. Τα διηγείται πολύ ωραία σε μια αναδρομή του στο παρελθόν ο βασίλης σκουντής και γράφει χαριτολογώντας για το μόλις πρώτο θρίαμβο του… ‘υπαρκτού καπιταλισμού’. Αλλά και για ένα σπαρταριστό σκηνικό με τα πέντε φάουλ του σαμπόνις και τη θύελλα διαμαρτυριών από κάποιους έλληνες εκδρομείς, που ήταν φίλα προσκείμενοι στο κκε..!!

Πού και να ‘ξεραν βέβαια, σε τι δύσκολη θέση θα ‘ρχονταν μια τετραετία αργότερα, στον τελικό της αθήνας με τη σοβιετία να παίζει εναντίον της ελλάδας. Αλλά και την πολιτική κατάληξη-κατάντια του σαμπόνις και γενικά της λιθουανίας και των διεθνών της. Αυτά θα τα δούμε όμως τις επόμενες μέρες..

Υστερόγραφο
Για επιδόρπιο στο πιάτο η προεπιλογή της σοβιετικής ομάδας όνειρο όλων των εποχών, από τα χρόνια του εφιάλτη κι έπειτα –δηλ από το 85’ και μετά- με καθαρά υποκειμενικό κριτήριο.

Θέση 1 (play maker): σεργκέι μπαζάρεβιτς, τιιτ σοκ, βασίλι καράσεφ
Θέση 2 (shooting guard): μαρτσουλιόνις, βάλτερς, ιγκόρ κουντέλιν
Θέση 3 (small forward): κουρτινάιτις, κιριλένκο, χριάπα
Θέση 4 (power forward): βολκόφ, τιχονένκο, πανόφ
Θέση 5 (center/pivot): τσατσένκο, μιχαήλοφ, νοσόφ

Τεχνικό επιτελείο
Προπονητής: αλεξάντρ γκομέλσκι
Βοηθός προπονητή: στάνισλαβ ερέμιν


Άφησα εκτός αποστολής το σαμπόνις, γιατί δεν εξασφάλισε πιστοποιητικό... πολιτικών φρονημάτων.

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2013

Σκέφτομαι και γράφω για τη φετινή Έκθεση

Η φετινή έκθεση ήταν κάπως διαφορετική, ίσως γιατί δεν συνέπιπτε χρονικά και με το φεστιβάλ, όπως άλλες χρονιές κι έτσι γλιτώσαμε και το ξεθέωμα με τη ‘μαραθώνια πορεία’ μέχρι τα δικαστήρια όπου μας περίμεναν τα λεωφορεία του οασθ, για να μας μεταφέρουν εξπρές στου παύλου μελά.
Επόμενη στάση - Next stop – φεστιβάλ κνε οδηγητή. Τερματικός σταθμός.
Παρακαλούνται οι επιβάτες να κρατάνε τα εισιτήρια του φεστιβάλ ανά χείρας, για να διευκολύνουν τον έλεγχο στις εισόδους.

Καλύτερα από μια άποψη, για να μην αποθαρρύνονται απ’ τον αστυνομικό κλοιό οι ανατολικοί να έρθουν στο άλλο άκρο της πόλης. Γιατί η θεσσαλονίκη είναι έτσι στενόμακρα δομημένη, που είναι πολύ εύκολο να την κόψεις στα δυο, κλείνοντας με άνωθεν εντολή δυο-τρεις κεντρικές αρτηρίες, και να προκαλέσεις μπάχαλο σε άλλες τόσες που απομένουν. Πρακτικά μετατρέπουν το κέντρο σε μια μεγάλη υγειονομική ζώνη για να αποτρέψουν τον κόσμο από μια πιθανή κάθοδο στο κέντρο και τις συγκεντρώσεις. Άστο μωρέ ταλαιπωρία σκέτη, πού να τρέχεις…

Μαζί με αυτούς καίγεται κι η σαββατιάτικη βόλτα των χλωρών, που ήθελαν μόνο να μαζέψουν ήλιο για να φωτοσυνθέσουν. Γιατί οι αποφασισμένοι θα βρουν έτσι κι αλλιώς τρόπο να κατέβουν. Το ‘χω καημό όμως να δω ένα συνάδελφο να κάνει ρεπορτάζ με αγανακτισμένους πολίτες, που δε μπορούν να φτάσουν στον προορισμό τους από τα μπλόκα της τροχαίας. Σαν κι αυτά που βγαίνουν μυριάδες σα γυμνοσάλιαγκες μετά τις μεγάλες πορείες.

Αυτό που έπαιξε αντιθέτως στα κανάλια ήταν οι αγανακτισμένοι καταναλωτές κι επιχειρηματίες που δυσκολεύονται να φτάσουν στον εκθεσιακό χώρο, για να κλείσουν εμπορικές συμφωνίες και να τονώσουν τη ρημαγμένη από πορείες κι απεργίες εθνική οικονομία –αυτή είναι κατά βάθος κι η αιτία της οικονομικής κρίσης. Κι άγρυπνος αρωγός τους ήταν ο εναλλακτικός δήμαρχος μπουτάρης, που σαν έτοιμος από καιρό, σα σουρωμένος, ζήτησε την απαγόρευση των διαδηλώσεων στα εγκαίνια της έκθεσης. Κοίτα να δεις σύντροφε με τι καμάρια συνεργαζόμασταν κάποτε.

Όλα τα σφυριά των αστικών επιτελείων βαράνε ενάντια στον εχθρό λαό και το δικαίωμά του να διαδηλώνει, να διεκδικεί και να γίνεται επικίνδυνος. Κι η αστυνομοκρατία εντείνεται χρόνο με τον χρόνο, σε ευθεία αναλογία με τις λαϊκές αντιδράσεις και τους διαδηλωτές, που καλείται να σφίξει στον κλοιό της. Φαντάσου δηλ να μην είχαν μειωθεί οι επίσημοι, οι παράτες και τα ταρατατζούμ τι θα γινόταν.

{Ανοίγει παρένθεση. Την παραμονή των εγκαινίων, στα προεόρτια, κάναμε πικετοφορία στην τούμπα εν όψει της συγκέντρωσης και συναντάμε πηγαίνοντας δυο κλούβες των ματ στη λαμπράκη –που ούτε στους αγώνες του παοκ δεν τους βλέπεις πάνω στο δρόμο! Κι εκεί που αναρωτιέσαι, πότε γίναμε τόσο επικίνδυνοι και χρειάζονται δυο κλούβες για να κάνουν ζάφτι πενήντα άτομα με πικέτες, βλέπεις πιο πέρα τους άλλους μαύρους, της αναρχίας, συγκεντρωμένους για πορεία αλληλεγγύης στην τοπική κατάληψη του ορφανοτροφείου. Και δε σου λέω να μην κάνουν, αλλά τόσος αυτισμός, ενώ ο κόσμος χάνεται, δείχνει όσο να πεις και τα όρια του χώρου –ανάθεμα δηλ αν μαζεύτηκαν τόσοι και την επομένη, στην πορεία της έκθεσης. Σε κάθε περίπτωση όμως, το πιο τρομακτικό για το μέσο τουμπιώτη δεν ήταν ούτε η κατάληψη στο ορφανοτροφείο με το αντικοινωνικό σκυλί, που ήταν εκπαιδευμένο να γρυλίζει στους πάντες, ούτε η συγκέντρωση των αναρχικών, αλλά οι πάνοπλοι ματατζήδες που ακολούθησαν την πορεία στους δρόμους της γειτονιάς και την περικύκλωναν από το πλάι με ασπίδες. Τόσες χιλιάδες μαζεύτηκαν εξάλλου για το διήμερο, να μην τους αξιοποιήσουν κάπως; Κλείνει η παρένθεση}.

Και πώς να μην κόψουν δηλ τις παράτες και τα ταρατατζούμ με την κατάσταση που επικρατεί; Τι να βγούνε δηλ να εξαγγείλουν στον κόσμο; Ότι αρχίζει η σχολική χρονιά και θα’ ρθει ο τζάμπο να τους σώσει; Ότι θα του πάρουν το σπίτι οι τράπεζες, με τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας; Ότι θα διαλύσουν ό,τι έχει απομείνει όρθιο από το λεγόμενο ‘κράτος πρόνοιας’; Ότι ‘θα σας εξαφανίσομεν’, όπως ο μαυρογιαλούρος;

Παλιότερα η έκθεση ήταν μια ευκαιρία για τον εκάστοτε πρωθυπουργό και τον επίδοξο διάδοχό του, να εκθέσουν και να διαλαλήσουν την πολιτική τους πραμάτεια στην αστική τάξη, για το πώς θα αυγατίσουν την κερδοφορία της και ποιος είναι ο καταλληλότερος για να το κάνει. Ενώ το υπόλοιπο πολιτικό προσωπικό έβλεπε σαν πασαρέλα την περίσταση για να εκτεθεί-προβληθεί σε πρώτο πλάνο και να φτιάξει λεζάντα γύρω από το όνομά του.

Σήμερα τα ίδια πρόσωπα αποφεύγουν τις ανοιχτές δημόσιες εμφανίσεις, για να μην εκτεθούν στο γιούχα –και η τραγική ειρωνεία είναι πως ο μόνος τρόπος για να επιδείξουν στον καιρό της κρίσης ντεμέκ κοινωνικό πρόσωπο, είναι να εξαφανιστούν από προσώπου γης και να μην τους βλέπει κανείς. Ενώ οι λόγοι του πρωθυπουργού μοιάζουν με έκθεση ιδεών για μικρά παιδιά του δημοτικού, που καλούνται να φάνε αναπτυξιακό αέρα κοπανιστό και να καταπιούν αμάσητο το παραμύθι πως βλέπουμε φως στο τέλος του τούνελ –αλλά θα μας το κόψουν αν δεν πληρώσουμε το χαράτσι της δεη.

Και τι πολιτικά επιχειρήματα να αντιπαραθέσεις αλήθεια σε αυτό το κουκλοθέατρο; Να πεις στον πινόκιο ότι η μύτη του μεγαλώνει. Χαίρω πολύ θα σου απαντήσει. Στο σαμαρά ότι η πολιτική του ευνοεί το μεγάλο κεφάλαιο; Ναι θα σου πει κι είμαι περήφανος γιατί φέρνουμε επενδύσεις –που θα μας γδύσουν κανονικά, αλλά αυτό είναι άλλου παπά βαγγέλιο. Τι νόημα έχει να πεις στον αλέξη πχ ότι είναι ρεφορμιστής κι ευρωλάγνος; Ή στον χρυσαυγίτη πως είναι ακροδεξιός φασίστας –άντε να στο διορθώσει και να το κάνει ‘εθνικιστής’. Αφού ούτε καν το κρύβουν καλά-καλά.

Ο πιο ουσιαστικός αντίλογος γίνεται στους δρόμους, με όρους κινήματος. Όπου χθες δεν ήταν πολύ εύκολο να υπολογίσεις τα μεγέθη και τους συσχετισμούς. Αφενός γιατί είχαμε αρκετή άπλα, χωρίς ιδιαίτεα πυκνές γραμμές, κι αφετέρου γιατί είχαν έρθει ενισχύσεις κι από την υπόλοιπη ελλάδα –σε εμάς από τους γειτονικούς νομούς, κυρίως δυνάμεις της κοκμ, ενώ στους άλλους πολλοί αθηναίοι. Αυτή είναι ίσως κι η μόνη φορά τον χρόνο που λειτουργεί –με κεκτημένη ταχύτητα από τα παλιά- ο μηχανισμός της πασκε στο δημόσιο για να μαζέψει λίγο κόσμο. Δεν είναι απεργία εξάλλου, για να χαθεί στο μεροκάματο. Κι άσε τον φωτόπουλο της γενοπ δεη να πετάει εκ του ασφαλούς κορόνες για πολιτική απεργία διαρκείας με στόχο να πέσει η κυβέρνηση (για να ανεβεί ο τσίπρας), γνωρίζοντας πολύ καλά πως δε θα χρειαστεί να το κυνηγήσει στην πράξη για να κριθεί.

Στον επίλογο κρατάμε συνήθως ένα θετικό, αισιόδοξο μήνυμα για να ‘χουμε ευχάριστο φινάλε. Αλλά η κατάσταση στο δημόσιο και γενικότερα είναι τέτοια, με τόσο καταθλιπτικούς συσχετισμούς σε επίπεδο συνδικαλιστικών ηγεσιών, που δεν επιτρέπει πολλά περιθώρια για αισιοδοξία. Η μόνη ελπίδα είναι ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη.

Κι αυτοί θα γράψουν τον επιλογο…

Σάββατο 7 Σεπτεμβρίου 2013

Παράθυρο ανοιχτό

Τις προάλλες έφτασε στα χέρια μου ένα βιβλιαράκι, που με οδήγησε συνειρμικά σε κάποιες σκέψεις για τη σχέση του ανθρώπου μ τη φύση και τον ιστορικό χαρακτήρα της αντίθεσης μεταξύ πόλης και χωριού-υπαίθρου.

Σε μια προηγούμενη ανάρτηση για τις διακοπές και το κάμπινγκ (ελεύθερο και… σκλαβωμένο) είχαμε πιάσει ξώφαλτσα το θέμα στα σχόλια, ανιχνεύοντας τα δυο άκρα και τις μονομέρειες του καθενός. Αφενός γιατί η περιβόητη επιστροφή στη φύση –που τα πάντα εν σοφία εποίησε- ενέχει ίσως ένα βαθμό υποκρισίας, εφόσον συνοδεύεται με γκατζετάκια, συμπράγκαλα και τεχνολογικά επιτεύγματα που διευκολύνουν τη ζωή, ‘νοθεύοντας’ την αδιαμεσολάβητη σχέση μας με το φυσικό περιβάλλον. Αφετέρου γιατί το νόημα είναι να ζήσεις –έστω και για λίγες μέρες- μες στη φύση κι όχι να εκδράμεις για κάνα τρίωρο σαν επισκέπτης, να πας κι ένα κουτί σοκολατάκια, σε στιλ ‘χαίρω πολύ για τη γνωριμία’, και να πετάξεις το περιτύλιγμα για να δεις αν θα το πετύχεις του χρόνου που θα ξαναπάς για τρεις ώρες. Αθάνατο ελληνικό τοπίο, που έλεγε παλιά κι ο χαρούλης σε ένα δίσκο του (όχι ο τραγουδιστής, ο άλλος)…

Το βασικό ζητούμενο παραμένει η ανάκτηση της επαφής του ανθρώπου με το ανόργανο σώμα του, όπως χαρακτήριζε τη φύση ο κάρολος. Κι όπως συμπληρώνει ο ένγκελς στη διαλεκτική της φύσης, τα γεγονότα μας θυμίζουν σε κάθε βήμα πως δεν κυριαρχούμε καθόλου πάνω στη φύση όπως ένας κατακτητής πάνω σε έναν ξένο λαό, όπως κάποιος που θα στεκόταν έξω από τη φύση, αλλά πως ανήκουμε στη φύση με τη σάρκα, το αίμα και το μυαλό μας, πως είμαστε μέσα της και πως όλη μας η εξουσία βρίσκεται στο πλεονέκτημα που έχουμε, σχετικά με όλα τα άλλα όντα, να γνωρίζουμε τους νόμους της και να μπορέσουμε να τους εφαρμόζουμε ορθά.

Βιάζοντας τη φύση ο άνθρωπος δεν καταστρέφει κάτι εξωτερικό και αδιάφορο προς αυτόν· στην πράξη ασελγεί απέναντι στο είδος του και τον εαυτό του. Όσο κι αν κάποιες τηλεοπτικές σειρές προσπαθούν να υμνήσουν τη μοναδική ατμόσφαιρα της μεγαλούπολης και να μας κάνουν να νιώσουμε υπέροχα (πλάσματα) που είμαστε κι εμείς κοινωνοί της, η εντεινόμενη αστικοποίηση είναι ένα πιάτο που δεν τρώγεται με τίποτα ή τέλος πάντων αφήνει πολλά αγκάθια στο λαιμό κατά την κατάποση. Πώς έχουμε αποξενωθεί έτσι, πώς χάνεται σταδιακά η έννοια της γειτονιάς, πώς ζούμε έτσι αδιάφορα, μες σε κλουβιά, χωρίς φυσικές μυρωδιές και ήχους, χωρίς να βλέπουμε ουρανό, πιο τυποποιημένοι από ποτέ, με προκατασκευασμένες προσωπικότητες βάση των like που θα πατήσουμε και των γκρουπ στα οποία θα συμμετέχουμε. Σε μια κατάσταση οργανωμένης κατα-θλιψης, η οποία έκανε το μίσσιο να βγάζει μια κραυγή αγωνίας στα έργα του, άσχετα από τα πολιτικά συμπεράσματα στα οποία (δεν) κατέληξε.
Κι αφού μιλάμε για κατάθλιψη, θυμάμαι τι… χαρές έκανα τον αύγουστο, όταν επέστρεψα στην πόλη μετά από μια βδομάδα διακοπές σε οργανωμένο κάμπινγκ. Και δεν εννοώ τη γνωστή… επιλόχειο κατάθλιψη που μας πιάνει στο τέλος των διακοπών, επειδή ξαναρχίζει η δουλειά και το σχολείο –στη γενιά μου άλλωστε, οι μισοί απόε μέας έχουν διακοπές διαρκείας, μόνο οι καιρικές συνθήκες αλλάζουν. Αλλά τους τοίχους, την κλεισούρα, τον θόρυβο της πόλης, κτλ.

Η ερήμωση των φυσικών τοπίων –και της επαρχίας εν γένει σε μια άλλη κλίμακα- δεν απειλεί με εξαφάνιση μόνο ένα μέρος της χλωρίδας και της πανίδας –όχι πως αυτό είναι ασήμαντο- αλλά μια σειρά «ανθρώπινα είδη», τύπους και χαρακτήρες ανθρώπων που εκλείπουν σταδιακά, παίρνοντας μαζί τους μια ολόκληρη εποχή, τον πολιτισμό και τη σοφία της, ένα κομμάτι ανθρωπιάς. Χάνονται λέξεις, προφορές, ντοπιολαλιές, τραγούδια και λαϊκά παραμύθια, με άλλα λόγια τα αποθέματα του πλούτου της ανθρωπότητας.

Στο βιβλιαράκι που ανέφερα εισαγωγικά, ο συγγραφέας κρίνει σκόπιμο να επεξηγήσει με αστερίσκο κάποιες έννοιες από το λεξιλόγιο του χωριού, που θεωρεί πως ίσως να μην τις γνωρίζει ο αναγνώστης της πόλης, κι ανάμεσά τους το «σουγιά» και τη λέξη «κούτσικο» για τα μικρά παιδιά –την οποία όπως βλέπω αγνοεί κι ο ορθογράφος του word. Και εγώ θυμήθηκα τη γιαγιά μου τη μαρίκα, που με έλεγε έτσι και πόσο αστεία μου είχε φανεί η διαφήμιση του ομώνυμου λικέρ εξαιτίας του ονόματος. Ενώ τώρα πιο πιθανό είναι να γελάσει κανείς αν ακούσει να φωνάζουν μια κοπέλα μαρίκα, παρά με το λικέρ. Κι αν συνεχίσει να βαίνει μειούμενο με τέτοιους ρυθμούς το είδος της παραμυθο-γιαγιάς από το χωριό (και τα χωριά εν γένει), σε μερικές γενιές (όχι πολύ μακριά από τη δική μας), τα... κούτσικα θα έχουν άγνωστες λέξεις και στα παιδικά τραγουδάκια ακόμα.
-Μαμά τι θα πει ‘κοκοράκι κίκι-ρίκι-κι’;
-Και τι είναι το ‘αχ κουνελάκι’;

Σε ένα βάθος χρόνου –για να το δούμε κι από την κινηματική του σκοπιά το ζήτημα- οι απόγονοί μας μπορεί να έχουν χάσει την ορειβατική τους ικανότητα και να έχουν ξεχάσει πώς είναι να βγαίνεις στο βουνό –που μπορεί να μας ξαναχρειαστεί σε κάποια φάση του αγώνα. Αν και σε αυτό τον τομέα τα πράγματα αντιστρέφονται κάπως, γιατί ο δικός μας κόσμος (με την ευρύτερη έννοια κι ανεξαρτήτως απόχρωσης) νιώθει –μαζί με τον ιμπεριαλισμό κι όχι εκτός από αυτόν- μια δυσβάσταχτη πολιτική μοναξιά και μπορεί κάλλιστα να πέσει σε κινηματική κατάθλιψη, γιατί είναι μακριά από το κέντρο των εξελίξεων. Γιατί είναι άλλη υπόθεση να ‘σαι σε μια μικρή πόλη και να χαιρετάς κάθε πρωί το γείτονα κι εντελώς διαφορετικό να πηγαίνεις στην απεργία και να τους χαιρετάς όλους, έναν προς έναν, γιατί είστε εκατό άτομα όλα μαζί και γνωρίζεστε μεταξύ σας.

Όσοι πηγαίνουν στρατό και έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με 18χρονους που δεν έχουν φύγει ποτέ μακριά από το χωριό τους, παθαίνουν συνήθως τις πρώτες μέρες ένα σοβαρό πολιτισμικό σοκ, που δεν ξεπερνιέται εύκολα. Η πνευματική καθυστέρηση της επαρχίας, που βάδιζε με το ένα πόδι –αν όχι εξ ολοκλήρου- στο μεσαίωνα, περιγράφεται πολύ καλά και σε ένα απόσπασμα του κραβαρίτη, του βιβλίου του κώστα μπόση, που μνημονεύσαμε και στην προηγούμενη ανάρτηση.

Εδώ και κάμποσα χρόνια η ζωή του χωριού, σκληρή σαν τα πέτρινα βουνά του τόπου, έδειχνε να μη σαλεύει καθόλου. Το σπίτι , το χωράφι, το μαντρί, και τα ζωντανά όλος ο κόσμος...Η φτώχεια ήταν πράμα θεϊκό. Έπρεπε να υποφέρει ο δούλος του θεού σε τούτον τον «ψεύτικο» κόσμο, για να κερδίσει τον αιώνιο...Κι αν ξεχώριζαν δυο-τρεις, ο Τσικνής, ο δάσκαλος και ο παπάς... Με τον ιδρώτα του προσώπου τους κέρδιζαν κι αυτοί το ψωμί τους. Άλλωστε, ο πάσα-ένας δεν μπορεί να γίνει πρόεδρος, δάσκαλος ή παπάς και το χωριό χωρίς «κεφάλια» θα χάνονταν. Πάλευαν με τη γη, με τον καιρό, με τους γειτόνους, αρχίζοντας απ’ τον αδερφό...ζούσαν « ήσυχοι», γιατί είχαν βρει την «απόλυτη» αλήθεια: Έτσι ήταν ο κόσμος πάντοτε, έτσι είναι και σήμερα, έτσι θα είναι κι αύριο. Έτσι τον έφτιαξε ο θεός.

Μα η ζωή ό,τι κι αν πεις είναι ζωή. Στην πλατεία έφτιαξε πρώτα η εκκλησία ένα μικρό μαγαζί και σε λίγα χρόνια φύτρωσαν κι άλλα τρία. Έβαλαν τηλέφωνο και στις αρχές όλοι τους ήταν σίγουροι πως κάποια παγίδα τους είχαν στήσει, να τους μαζεύουν τους παράδες. Πώς μπορούσε να μιλάς εδώ, και σιγά μάλιστα, και ν’ ακούγεται μακριά, στην πόλη και πιο πέρα ακόμα; Ο Κατραμάς, ο μπακάλης, για να τραβήξει πελατεία, έφερε γραμμόφωνο κι ο κόσμος κοίταζε μέσα στο χωνί κι έψαχνε κάτω απ’ τον πάγκο να βρει τον τραγουδιστή.

Αυτή η επαρχία όμως είδε το λαό της να μεταμορφώνεται στην κατοχή και να δίνει ένα απαράμιλλο αντάρτικο κίνημα, που ‘χε πολύ έντονη γεύση χωριάτικης (της κατεξοχήν ελληνικής σπεσιαλιτέ). Ενώ ο άλλος του πυλώνας, με το εργατικό εαμ και τον ελας των μεγάλων αστικών κέντρων, βασιζόταν σε πόλεις σαν την αθήνα, που ήταν –όπως πολύ εύστοχα την έχει αποκαλέσει ο ραφαηλίδης- ένα είδος συνομοσπονδίας ελληνικών χωριών, χωρίς πολλά κοινά με τη σημερινή εικόνα της μεγαλούπολης, όπου ελάχιστα πράγματα συνδέουν πραγματικά τους κατοίκους της και τις γειτονιές της.

Αν η αντίθεση πόλης-χωριού καθρεφτίζει την αντίθεση μεταξύ του καπιταλισμού και των υπολειμμάτων της φεουδαρχίας, το ζητούμενο δεν είναι μια ρομαντική (κι ουτοπική) επιστροφή σε ένα εξιδανικευμένο παρελθόν (και τη φύση) ούτε η άκριτη αποδοχή του άλλου πόλου, αλλά η διαλεκτική τους υπέρβαση, που θα συνδυάζει τα θετικά στοιχεία και των δύο: τα τεχνολογικά επιτεύγματα με το κοινοτικό κεκτημένο (που χάνεται) και την αλληλεγγύη. Που πρέπει να χτιστεί πλέον σε άλλο επίπεδο, και όχι στη βάση της φτώχιας και του πρωτόγονου κομμουνισμού, ως συνειδητή επιλογή κι όχι ως αναγκαιότητα
Κι αν θεωρήσουμε την αντίθεση πόλης-χωριού ως αντανάκλαση της σχέσης της αγροτιάς με την εργατική τάξη, το ζητούμενο είναι η μεταξύ τους λαϊκή συμμαχία, με σαφή εργατική ηγεμονία, αλλά και ορίζοντα που θα υπερβαίνει όλες τις κοινωνικές τάξεις και την ταξική κοινωνία συνολικά.

Η υπέρβαση αυτής της αντίθεσης θα είναι ένα από τα πιο σύνθετα προβλήματα που θα ‘χει μπροστά της να λύσει η σοσιαλιστική κοινωνία του μέλλοντος. Κι είναι θέμα προς διερεύνηση και συζήτηση τι μέσα προσφέρονται περισσότερο για τον τελικό σκοπό. Αν θα ενώσουμε μεταξύ τους μικρά χωριά, όπως θρυλείται ότι επιχείρησαν στη ρουμανία, αν θα βάλουμε πληθυσμιακό όριο για κάποιες πόλεις, όπως λέγεται ότι έκαναν στη σοβιετική περιφέρεια, ή αν θα χρειαστεί να γκρεμίσουμε απ’ τα θεμέλια τις μεγαλουπόλεις και να τις χτίσουμε από την αρχή, με τις υποδείξεις και τα σχέδια των μηχανικών και των αρχιτεκτόνων μας.

Αλλά η πιο σημαντική παράμετρος είναι η παραγωγική. Κι η βασική διαφορά της αγροτικής παραγωγής είναι ότι βρίσκεται στο έλεος αστάθμητων παραγόντων, όπως οι καιρικές συνθήκες και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι και να προβλέψουμε με ακρίβεια το αποτέλεσμά της. Οπότε μπορεί να χρειαστεί να αναζητήσουμε λύσεις πέρα από την παραδοσιακή γεωπονία, στην υδροπονία ή και την αεροπονία.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο παρόν, προς το παρόν, για να δούμε μία ακόμα πτυχή του ζητήματος: την πολιτιστική. Η εντεινόμενη αστικοποίηση του σύγχρονου τρόπου ζωής έχει αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι της και στην επαρχία, καθώς και στον τρόπο που την προσεγγίζουμε. Το είχε πιάσει αυτό με μοναδικό τρόπο ο χάρρυ κλυνν στο τρίτο μέρος του αλαλούμ, την γκόλφω {όπου οι χριστιανοί του λέτσοβου κολάζονταν με το κουτί του διαβόλου και τις άσεμνες τηλεοπτικές διαφημίσεις, οι γέροντες στο καφενείο του παράγγελλαν σκατς ον δε ροκς και καμπάρντι, τα μπακάλικα βαφτίζονταν σούπερ μάρκετ κι ο καουμπόης αμερικανο-τσολιάς έφτυνε ένα χιλιάρικο και το κολλούσε στο.. κούτελο του τζουκ μποξ για να χορέψει παραγγελιά το ρασπούτιν των boney m}, αποδίδοντας πολύ γλαφυρά την αμηχανία του μέσου επαρχιώτη έλληνα μπροστά στις τόσες ραγδαίες αλλαγές που συντελούνταν στην ελληνική κοινωνία.

Αυτή η απομάκρυνση από το χωριό λοιπόν, γέννησε διαλεκτικά και το αντίθετό της. Ένα κακέκτυπο επιστροφής στις ρίζες και μια αβάσταχτη φολκλόρ ελαφρότητα, με αποκορύφωμα ίσως τα διαβόητα χουντογλέντια και τους κατοπινούς τους διαδόχους. Αυτό προκάλεσε μεταπολιτευτικά μια φυσιολογική απέχθεια και μια στροφή σε άλλα μουσικά ακούσματα και είδη. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται ένα μουσικό ρεύμα ‘επαναπατρισμού’ στο χωριό και επανοικειοποίησης της μουσικής μας παράδοσης, παντρεμένης με σύγχρονα στοιχεία (χαΐνηδες, χαρούλης, θ. παπακωνσταντίνου) που για να είμαι ειλικρινής, καθαρά ως υποκειμενικό γούστο, δεν μπορώ να πω ότι με αγγίζει ιδιαίτερα, πιθανότατα γιατί δεν ανήκει στην πατρίδα των δικών μου παιδικών χρόνων. {Στην οποία αντιθέτως ανήκουν το μπάσο, οι ηλεκτρικές κιθάρες, τα πλήκτρα και το σαξόφωνο, στίχοι και ήχοι με σειρήνες, γοητευτικοί σαν τις σειρήνες του οδυσσέα -αλλά όχι σαν αυτές- και για την πολιτεία, που μου θυμίζει πάντα συνειρμικά τα φεστιβάλ της οργάνωσης. Και ο στίχος για τα ‘κλαρίνα [που] μου τρυπούν τηφαντασία, σε αντίθεση με την ωδή 'για ένα κλαρίνο’, που γράφτηκε την ίδια περίπου εποχή}.

Επειδή όμως κι αυτό το θέμα για τα μουσικά γούστα και τις δεκαετίες το πιάσαμε αναλυτικά στα σχόλια εκείνης της ανάρτησης για τις διακοπές –που βγήκε τελικά τρία σε ένα- δε θα επεκταθώ περισσότερο, για να περάσω στον επίλογο του κειμένου και τις απαραίτητες εξηγήσεις για το λόγο που γράφτηκε.

Η αφορμή λοιπόν για τις παραπάνω σκέψεις κι αυτή την ανάρτηση στάθηκε το βιβλιαράκι του μάκη σεβίλογλου, με τίτλο «παράθυρο ανοιχτό» -και με την ευκαιρία να τον ευχαριστήσω και δημόσια που είχε την καλοσύνη να μου το στείλει. Ένα παράθυρο ανοιχτό στο χωριό και την πατρίδα των δικών του παιδικών χρόνων, με τους αυθεντικούς χαρακτήρες που μύριζαν.. ανθρωπίλα.

Το οποίο συνοδεύεται από τον ομώνυμο δίσκο με 13 δημοτικά τραγούδια από την ήπειρο και τα γρεβενά, τους στίχους των τραγουδιών κι ένα σύντομο σημείωμα για καθένα από αυτά. Μπορείτε να επισκεφτείτε εδώ την προσωπική ιστοσελίδα του μάκη σεβίλογλου και να βρείτε περισσότερα στοιχεία για το δίσκο και το έργο του συνολικά.

Πέμπτη 5 Σεπτεμβρίου 2013

Είμαστε όλοι κομμουνιστές

Τις προάλλες η κε του μπλοκ έπεσε πάνω σε αυτή την ανάρτηση του οικοδόμου κι ένα κείμενο του μπογιόπουλου στο περιοδικό unfollοw, που σατίριζε τους παλιούς κλασικούς μύθους για τους κομμουνιστές που θα ‘ρθουν να μας πάρουν τα σπίτια και τις γυναίκες (έγκυρες φήμες λένε πως σκοπεύουν να καταργήσουν και το τσάμπιονς λιγκ).

Το κείμενο αυτό ο οικοδόμος το «ξεσήκωσε» από το βαθύ κόκκινο, που το δανείστηκε προφανώς με τη σειρά του από το περιοδικό. Αυτό είναι το ωραίο εξάλλου με το διαδίκτυο, που λειτουργεί αλυσιδωτά (αν και όχι πάντα για καλό) και προπαντός με την πληροφορία και τη γνώση, που σε αντίθεση με τα υπόλοιπα αγαθά (εμπορεύματα στον καπιταλισμό), όταν τη δώσεις σε κάποιον άλλο δεν την χάνεις, αλλά τη μοιράζεσαι και την χαίρεσαι, εκπληρώνοντας κατά κάποιον τρόπο τον προορισμό της.
Κι αν αυτό αποδεικνύει κάτι, δεν είναι πως περνάμε σε κάποια ‘μετακαπιταλιστική κοινωνία της γνώσης’ χωρίς να μεσολαβήσουν πιο ενδιαφέρουσες επαναστατικές διαδικασίες, όπως μας λένε διάφορες θεωρίες, αλλά ότι τα καλούπια της καπιταλιστικής (πνευματικής) ιδιοκτησίας καθίστανται τελείως αναχρονιστικά, όπως και το οικονομικό-κοινωνικό σύστημα που τις επιβάλλει.

Αναφέρω λοιπόν ως πηγή τον οικοδόμο, όχι μόνο επειδή είδα πρώτη φορά το κείμενο, αλλά και για πιο ειδικούς λόγους, που θα εξηγήσω στη συνέχεια. Αφού θυμηθούμε πρώτα τι έγραφε ο μπογιό στο κείμενό του.

Την εποχή των δωσίλογων, των μαυραγοριτών, των χιτών, των γερμανοτσολιάδων, πριν απ' αυτούς και αρκετά μετά απ' αυτούς, το κράτος, που τότε λειτουργούσε με Ούλεν και Πάουερ και σήμερα λειτουργεί με Siemens και Cosco, το καθεστωτικό πολιτικό σύστημα που τότε έφτιαχνε «ιδιώνυμα» και αργότερα έχτιζε «Νέους Παρθενώνες» στη Μακρόνησο, διατείνονταν ότι: «Θα έρθουν οι κομμουνιστές και θα μας πάρουν τις γυναίκες»...

Βέβαια, για πολλά μπορεί να κατηγορήσει κανείς τους κομμουνιστές, αλλά ηλίθιοι δεν είναι. Οι κομμουνιστές δεν τα βγάζουν πέρα με τις δικές τους γυναίκες, τρελοί θα 'τανε να φορτωθούν και τις γυναίκες των άλλων;
 Η αλήθεια είναι ελαφρώς αντεστραμμένη: Στην κοινωνία που έχτισαν αυτοί, οι κήνσορες του «πνεύμα και ηθική», εκεί μεγαλούργησε η Τρούμπα. Στη δική τους κοινωνία δέσποζε η επιγραφή «Προσεχώς Βουλγάρες». Και στη δική τους -μεταβιομηχανική, όπως τη λένε- κοινωνία του θεάματος είναι που η πουτανιά λογίζεται ως εφαλτήριο επαγγελματικής και κοινωνικής «καταξίωσης».

Επίσης εκτός του ότι θα παίρνανε τις γυναίκες, «οι κομμουνιστές θα διαλύανε την οικογένεια». Τώρα ποιος διάλυσε και διαλύει οικογένειες το ξέρουν τα καραβάνια των ελλήνων μεταναστών των αρχών του περασμένου αιώνα. Το ξέρουν καλά τα εκατομμύρια των ελλήνων προσφύγων των δεκαετιών του '50 και του '60. Το ξέρουν και τα εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά που σήμερα, τώρα, παίρνουν των ομματίων τους και φεύγουν, αφήνοντας πίσω μανάδες, πατεράδες, φίλους και αδέλφια, ψάχνοντας δουλειά και ελπίδα μακριά από τη ρημαγμένη Ελλάδα, όπως την κατάντησαν οι ιησουίτες του «πατρίς, θρησκεία, οικογένεια».

Στο μπουκέτο της ίδιας προπαγάνδας εξέχουσα θέση κατείχε και εκείνο το «οι κομμουνιστές θα μας πάρουν τα κτήματα». Βεβαίως, αντί για τους κομμουνιστές, τα κτήματα (όσα δηλαδή δεν κατέχει η Εκκλησία με οθωμανικά χοτζέτια και αυτοκρατορικά χρυσόβουλα) προλάβανε και τα πήρανε η Αγροτική Τράπεζα και η καλή μας η Ευρωπαϊκή Ενωση. Η τελευταία μάλιστα αποδείχτηκε «κομμουνιστικότερη» κι από τους χειρότερους εφιάλτες των αντικομμουνιστών. Σύμφωνα με την έκθεση του 2002 της Eurostat για τις γεωργικές εκμεταλλεύσεις, την πρώτη 20ετία της ένταξης της Ελλάδας στην ΕΟΚ εξαφανίστηκαν από το χάρτη 185.000 αγροτικά νοικοκυριά.Έκτοτε υπολογίζεται σταθερά ότι στη χώρα ξεκληρίζονται ετησίως περί τα 20.000 αγροτικά νοικοκυριά. Κάπως έτσι φτάσαμε στο σημείο η Ελλάδα, που το 1981 ήταν πλεονασματική σε αγροτικά προϊόντα, σήμερα να εισάγει λεμόνια από την Αργεντινή και πατάτες από την Αίγυπτο...

Εκεί όμως που η φαιότητα των σπηλαίων ζωγράφισε για δεκαετίες με τις καλύτερες αποχρώσεις του γκρι τον εαυτό της ήταν όταν διαλαλούσε πως αν έρθουν «οι κομμουνιστές θα μας πάρουν τα σπίτια»! Έτσι έλεγαν οι... πατριώτες.
 Αλλά, ας δανειστούμε τα λόγια του σταυραετού της Αντίστασης, του Αρη Βελουχιώτη:
 «Ποιος είναι λοιπόν πατριώτης; Αυτοί ή εμείς; Το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και τρέχει να βρει κέρδη σ' όποια χώρα υπάρχουνε τέτοια. Γι αυτό δε νοιάζεται κι ούτε συγκινείται με την ύπαρξη των συνόρων και του κράτους. Ενώ εμείς, το μόνο πού διαθέτουμε, είναι οι καλύβες μας και τα πεζούλια μας. Αυτά αντίθετα από το κεφάλαιο που τρέχει, οπού βρει κέρδη, δε μπορούν να κινηθούν και παραμένουν μέσα στη χώρα που κατοικούμε. Ποιος, λοιπόν, μπορεί να ενδιαφερθεί καλύτερα για την πατρίδα του; Αυτοί που ξεπορτίζουν τα κεφάλαια τους από τη χώρα μας ή εμείς που παραμένουμε με τα πεζούλια μας εδώ;».

Ε, λοιπόν, εβδομήντα χρόνια μετά από εκείνη την ομιλία του Αρη στη Λαμία, οι «σωτήρες» έρχονται να μας πάρουν και τα καλύβια μας! Έρχονται να πάρουν και τα πεζούλια μας! Βγάζουν τα σπίτια του κόσμου στον πλειστηριασμό! Του κόσμου που, αφού πρώτα τον απόλυσαν, τον φτωχοποίησαν και τον χρεοκόπησαν, τώρα τον αποκαλούνε «μπαταχτσή» και πάνε να του πάρουν και το σπίτι.

Διότι, όπως λένε, εκτός από «κοπρίτες», εκτός από «τεμπέληδες», οι Έλληνες πάσχουν κι από αυτό το φρικαλέο για τα ευρωπαϊκά δεδομένα ιδίωμα να παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης! Αλλά αυτό, λένε, είναι ανάρμοστο με τα ήθη της «ελεύθερης οικονομίας». Όπου, στην «ελεύθερη οικονομία» τους, μια από τις βασικές ελευθερίες είναι οι τραπεζίτες να βουτάνε τα σπίτια των ανθρώπων του μόχθου, που προηγουμένως οι άνθρωποι τα έχουν πληρώσει δυο και τρεις φορές στους τραπεζίτες, αλλά λόγω του καθεστώτος της τραπεζοληστείας δεν ξεχρεώνουν ποτέ.

 Μάλιστα ο κ. Στουρνάρας μιλώντας εξ ονόματος του κ. Σαμαρά, ήταν σαφής: «Ή θα σώσουμε τις τράπεζες -είπε- ή θα σώσουμε τα σπίτια». Και το είπε τόσο μοχθηρά, είχε τόσο αναψοκοκκινίσει, που μας έβαλε σε σκέψεις: Μπας και τελικά ο Στουρνάρας, ο Σαμαράς και οι τραπεζίτες είναι κρυψοκομμουνιστές;



Το κείμενο αυτό λοιπόν μου θύμισε ένα πρόσφατο ανάγνωσμα του καλοκαιριού που βρήκα στα ράφια της σύγχρονης εποχής, το μυθιστόρημα «κραβαρίτης», κι ένα σχετικό απόσπασμά του, που σατιρίζει την κατάσταση απ’ την ανάποδη. Τα πρόσωπα που συναντάμε είναι ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου θανάσης κραβαρίτης, και ένας παλιός του καθηγητής δημοκρατικών πεποιθήσεων. Ο διάλογος εκτυλίσσεται στο κρατητήριο όπου έχουν βρεθεί αμφότεροι για να υπογράψουν δήλωση μετανοίας στην ασφάλεια του μανιαδάκη.

-.-.-.-

-Τη νύχτα, όταν σας έφεραν, ο δεσμοφύλακας κάτι ανάφερε για κάποια υπογραφή
Έβγαλε απ’ την τσέπη το χαρτάκι, διπλωμένο, και το έδοσε.

Δήλωση μετανοίας
«Αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας τον κομμουνισμόν. Μετανοώ δια τας προγενεστέρας μου αντιλήψεις και δηλώνω ότι εντάσσομαι ως απλό στρατιώτης…»

-Θα το υπογράψετε;
-Αν δεν ήταν το δεύτερο… Το πρώτο είναι απόλυτα σύμφωνο με τη συνείδησή μου.
Απ’ τη ματιά του Κραβαρίτη πέρασε σαν αστραπή και χάθηκε μια σπίθα μίσος. «Παλιόσκυλο!» είπε μέσα του. Η περιέργεια, ωστόσο νίκησε το γινάτι και ρώτηξε:

-Δεν κατάλαβα. Γιατί η συνείδησή σας είναι σύμφωνη με το πρώτο.
-Οι κομμουνιστές απαρνούνται τα ιδανικά της φυλής μας… Θέλουν να γυρίσουν την ανθρωπότητα σε αγέλη ζώων, που θα κοιμούνται όλοι μαζί, θα τρων το ίδιο φαγητό και θα φορούν τα ίδια ρούχα. Ανατρέπουν τους νόμους της κοινωνίας. Καταπατούν το πνεύμα και θεοποιούν την ύλη και το Λένιν. Οι τεμπέληδες θα πάρουν την περιουσία των πλουσίων και τα χαμίνια του δρόμου θα κυβερνούν το κράτος…

-Άμα είναι έτσι… Κι όποιος άλλος αν βρισκόταν στη θέση σας… Άκουσα κι εγώ πολλά περίεργα κι ανάποδα. Θα κάψουν, λένε, τις εκκλησίες. Τι τους φταίνε οι εκκλησίες; Θα πάρουν τις γυναίκες. Από ποιους θα τις πάρουν; Το είχα καημό να βρω έναν απ’ αυτούς και να τον παρακαλέσω να μου πει τι θέλουν να κάνουν, ή να διάβαζα κανένα δικό τους βιβλίο, γιατί νομίζω βγάζουν και βιβλία και εφημερίδες…
-Κι εγώ δεν έχω ανταμώσει κανένα απ’ αυτούς. Στην πόλη δεν έχει. Ούτε κομμουνιστικά βιβλία διάβασα. Τα σιχαίνομαι και να τα πιάσω στα χέρια μου.

Απ’ τη ματιά του Κραβαρίτη πέρασε ξανά η ίδια λάμψη. Μα τώρα δεν έκρυβε μόνο μίσος. Και κακία και περιφρόνηση.
-Τότε από πού ξέρετε κ. καθηγητά, πως οι κομμουνιστές είναι «μίσθαρνα όργανα», «εκτρώματα της φύσης», όπως μας έλεγε χτες ένας χωροφύλακας, Πλατσκομύτης στ’ όνομα;
Ο τόνος της φωνής ήταν τραχύς, σκληρός κι ο κ. Στασινόπουλος τον κοίταξε περίεργα.
-Το «Βήμα» γράφει κάθε μέρα. Οι ανώτερες αρχές, το Υπουργείο Παιδείας, όλοι οι μορφωμένοι άνθρωποι, δικοί μας και ξένοι…

Ο Κραβαρίτης σηκώθηκε, βγήκε στο παράθυρο, κοίταξε όξω, έσιαξε το τσουλούφι, επίτηδες για να τον δει ο σκοπός. Στο μυαλό του χοροπηδούσε μια ιδέα καθαρή, λαμπικαρισμένη, κι απ’ το χορό της και τα παιχνιδίσματά της έπαιρνε η όψη του μια έκφραση γελούμενη, ειρωνική. Γύρισε και στάθηκε αντίκρυ στον κ. Στασινόπουλο με τα πόδια ανοιχτά, τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος και το βλέμμα καρφωμένο στο τσιμέντο. Να την πει τη φράση, που ερχόταν στα χείλη ή να μην την πει. Μεγαλύτερος ήταν, καθηγητής του…

-Τότε… τότε, κ. καθηγητά… θα σας πω μια κουβέντα και σας παρακαλώ να μη θυμώσετε. Μπορεί να πέφτω κι όξω. Ποιος ξέρει, όλα γίνονται. Τότε, είσαστε κι εσείς «μίσθαρνο όργανο της Μόσχας».

Τα μάτια του Στασινόπουλου έμειναν ορθάνοιχτα. Ούτε τα ματόφυλλα δεν μπορούσε να κουνήσει. Κατάπινε το σάλιο, ανεβοκατέβαινε το καρύδι, χοροπηδούσε το φιογκάκι, έτρεμαν τα χέρια και κείνο το νεύρο στο λαιμό έπαιζε τώρα πιο γρήγορα.
-Παρακαλώ! Παρακαλώ!... Το λες εσύ; Ο Κραβαρίτης; Ο καλύτερος μαθητής μου; κατάφερε να αρθρώσει κάποια στιγμή.
-Κύριε καθηγητά! Μη θυμώνετε. Αυτό λέει η λογική. Απ’ τις δικές σας κουβέντες βγαίνει πως είσαστε κομμουνιστής.
-Ποιος; Ποιος; Εγώ κομμουνιστής!!

-Όχι! Εγώ σας ξέρω. Δεν είσαστε. Αλλά οι άλλοι, η κοινωνία… Αφού εσείς απ’ τις εφημερίδες κι απ’ όσα λένε οι αρχές πιστέψατε πως οι κομμουνιστές, που δεν τους είδατε ποτέ, κι ούτε τους ακούσατε ποτέ, κι ούτε διαβάσατε βιβλία τους ποτέ, είναι «τέτιοι-πάντοι κλπ» τότε, κι ο άλλος κόσμος, που δε σας είδε και δε σας ξέρει, απ’ τις ίδιες τις αρχές, το νομάρχη και τους άλλους, θα μάθει και θα πιστέψει πως είσαστε και πάρα-είσαστε τέτιος, «απόβρασμα της κολάσεως», και θα βγάλει το συμπέρασμα, πως τώρα, που σας έπιασε η τσιμπίδα, από φόβο τα διπλώσατε.

Ο Στασινόπουλος τα μπέρδεψε.
-Εσύ δεν παραδέχεσαι πως αυτοί απαρνούνται τα ιδανικά της φυλής μας, ψιθύρισε σιγά και στο πρόσωπό του άπλωσε μια έκφραση όλο απορία και αμηχανία.
-Όχι! απάντησε σταθερά.
-Από πού το ξέρεις;
-Απ’ τον εαυτό μου. Αυτά, που λέτε σεις για τους κομμουνιστές, τα λένε άλλοι για μένα. Γι’ αυτό, κι όχι για χρέη και για λαθραίο καπνό, μ’ έχουν κλεισμένο δω μέσα. Κανένα ιδανικό της φυλής δεν απαρνήθηκα και κανένα κακό, νομίζω, δεν έκανα. Κι όμως, είμαι «απόβρασμα της κόλασης». Και όσο για τον Τσικνή, έχει συμφέρον. Ήθελε να μας πάρει τη γίδα… τα χωράφια… να μας διώξει απ’ την κοινότητα… Αλλά σεις;

-Εγώ ποτέ δε θα κατηγορήσω έναν άνθρωπο χωρίς να τον ξέρω, να τον ακούσω να λέει κάτι, χωρίς στοιχεία… Η συνείδησή μου δεν το επιτρέπει. Κι ο άνθρωπος ζει…
(…)
Ο Θανάσης βρέθηκε ξανά σε δίλημμα. Το χέρι έκανε μια αυθόρμητη κίνηση και πάλι σταμάτησε. Το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση λυπημένη. Ο κ. καθηγητής περίμενε τη γνώμη του.

-Λυπούμαι! Αλλά… Πραγματικά! Για τη συνείδησή του ζει ο άνθρωπος, όπως λέτε κι εσείς… Και δείχνοντας την αποκήρυξη, πρόσθεσε: Δεν κατηγοράτε μόνο έναν άνθρωπο. Κατηγοράτε όλους τους κομμουνιστές. Κι όχι στο δικαστήριο, μπροστά σ’ όλον τον κόσμο, απ’ τις εφημερίδες.

Ο κ. Στασινόπουλος τα μπέρδεψε ξανά.
-Δηλ, εσύ πιστεύεις πως δεν υπάρχουν κομμουνιστές; Αφού έχουν κόμμα… Στη Ρωσία…
-Εγώ ξέρω πως μερικοί παλιάνθρωποι, από συμφέρον, κατηγόρησαν εμένα κι άλλους δυο, πως είμαστε κομμουνιστές, χωρίς να είμαστε. Από δω βγάζω το συμπέρασμα, πως άλλοι παλιάνθρωποι, πάλι από συμφέρον, κατηγορούν τους κομμουνιστές, πως είναι τέρατα… χωρίς να είναι.



Στη συνέχεια ο κραβαρίτης έγινε ελασίτης και κομμουνιστής. Ενώ ο καθηγητής υπέγραψε τη δήλωση και λούφαξε με τον ‘δημοκρατικό’ εδες.
Άλλα είναι όμως τα πιο σημαντικά.
Αφενός (το πιο σοβαρό), πως εβδομήντα χρόνια μετά ελάχιστα πράγματα έχουν αλλάξει στον τρόπο που αντιμετωπίζει ο κόσμος τους κομμουνιστές. Τους θεωρεί τέρατα, χωρίς να τους γνωρίζει καλά-καλά κι είναι πρόθυμος να πιστέψει οτιδήποτε του σερβίρουν για αυτούς οι διάδοχοι του μανιαδάκη –που έχουν και πιο σύγχρονα μέσα στη διάθεσή τους.
Αφετέρου (το λιγότερο σοβαρό κι εν μέρει αντικρουόμενο με το πρώτο), πως κατά βάθος τελικά όλοι είναι κομμουνιστές και δεν το ξέρουν. Ακόμα κι οι τραπεζίτες.
Αυτό θα το αναλύσουμε όμως σε κάποιο άλλο κείμενο.

Στον επίλογο της ανάρτησης, χρωστάω μια αναφορά στο συγγραφέα του βιβλίου και στον οικοδόμο, για να κλείσει διαλεκτικά η ανάρτηση, από το σημείο που ξεκίνησε.
Το βιβλίο γράφτηκε από τον κώστα πουρναρά (μπόση), μια σπάνια περίπτωση κομμουνιστή, που συνδυάζει το συγγραφικό ταλέντο με υψηλή κοινωνική, αγωνιστική δραστηριότητα και σεμνότητα, όπως διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο της έκδοσης.


Όποιος θέλει να μάθει περισσότερα στοιχεία για τον κώστα μπόση, μπορεί να επισκεφτεί το πολύ αξιόλογο ιστολόγιο που διατηρεί στη μνήμη του ο οικοδόμος, στο οποίο υπογράφει τις αναρτήσεις του ως ΚΡΑΒΑΡΙΤΗΣ, από το ομώνυμο βιβλίο. Στο ίδιο ιστολόγιο, μπορείτε να διαβάσετε και μια πολύ καλή κριτική-παρουσίαση του «Κραβαρίτη» από την Οfisofi.

Καλή ανάγνωση

Τετάρτη 4 Σεπτεμβρίου 2013

ΚΚΕ και ας μην π... ποτέ

Τι είναι ανώμαλο; -Το σύστημα;
Τι είναι το σύστημα; -Ανώμαλο.
Φώναζαν κάτι τροτσκιστές στις παρελάσεις περηφάνιας των ομοφυλόφιλων (gay pride), με θεωρητικό σκοπό να τους δώσουν κάποιο ταξικό περιεχόμενο.

Τα αστικά επιτελεία σήμερα αποθεώνουν την «ελεύθερη αγορά» όπως έκανε κάποτε το φεμινιστικό –κι όχι μόνο- κίνημα με τον ελεύθερο έρωτα. Κι εδώ κολλάει (και στις δύο) περιπτώσεις το ερώτημα που έβαζε ο βλαδίμηρος, ζητώντας διευκρινίσεις. Ελεύθερος από τι; Από υλικούς περιορισμούς; Από τη μητρότητα; Ελευθερία να εκμεταλλεύεσαι τους άλλους –στη δική μας περίπτωση;

Γιατί όπως γράφει ο πόε, πολλές λέξεις έχουν χάσει τη σημασία τους και μένουν φθαρμένες, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Ακόμα κι η απελευθέρωση χρησιμοποιείται για τις… σκλαβωμένες από τον κρατισμό αγορές. Ενώ η σεξουαλική απελευθέρωση εκφυλίστηκε σε φτηνό αγοραίο εμπόρευμα, ως η άλλη όψη του πουριτανισμού, στο νόμισμα της αστικής υποκρισίας. Κι ενσωματώθηκαν στην χοάνη του συστήματος, που τα αλέθει στον καλό μύλο της αντίδρασης. Σε μια κοινωνία που έχει την αγορά ως μέτρο της ελευθερίας, η τελευταία θα τείνει προς τις αγοραίες –εξ ου και χυδαίες- τυπικές σχέσεις της μιας βραδιάς, σαν απλές εμπορικές συναλλαγές, χωρίς περαιτέρω συναισθηματικές περιπλοκές.

Οι φιλελεύθεροι λοιπόν λένε πως στην αγορά, όπως και στον έρωτα όλα επιτρέπονται κι είναι θεμιτά, ακόμα και τα βίτσια ή η πορνεία. Ο καθένας είναι ελεύθερος πχ να εκδίδει την εργατική του δύναμη στην αγορά ως εμπόρευμα και να έρχεται σε φτηνές αγοραίες σχέσεις με τον εργοδότη του –που του τον φορά κανονικά κι άνευ σιέλου- όχι επειδή του αρέσει, αλλά για να πληρωθεί ένα κομμάτι από την αξία που παράγει και να μπορέσει να βγάλει τα προς το ζην –συνήθως χωρίς μέτρα προφύλαξης γιατί ανεβάζουν το κόστος εργασίας και μειώνουν την απόλαυση για τον εργοδότη.

Κι έτσι ο καθένας μας γίνεται κύριος και νταβατζής του εαυτού του, καθώς πλασάρεται στην αγορά εργασίας και μπορεί να προσδοκά πως μια μέρα θα ανελιχθεί και θα εξελιχθεί σε μια ακριβοπληρωμένη πόρνη πολυτελείας. Αν και τώρα υπάρχουν οργανωμένοι νταβατζήδες, που λέγονται γραφεία ευρέσεως εργασίας και σε νοικιάζουν στον υποψήφιο πελάτη, κρατώντας για λογαριασμό τους ένα μικρό ποσό για το προξενιό που συνήψαν.

Επειδή όμως πρέπει να υπάρχει και λίγο βίτσιο, για να νοστιμίζει η ζωή, ο εκδιδόμενος εργαζόμενος πρέπει να δείχνει πως όλα αυτά του αρέσουν, στην πραγματικότητα τον ενθουσιάζουν ως προοπτική, και ότι είναι πρόθυμος να τα κάνει με ελάχιστο αντίτιμο, ή και εντελώς δωρεάν, να παρακαλά και να βάζει μέσο προκειμένου να εξασφαλίσει έναν πελάτη.
Ναι! Εκμεταλλεύσου με, ξεζούμισέ με, ταπείνωσέ με, κόψε μου τις άδειες και τα επιδόματα, κάνε με απόψε μισθωτό σου σκλάβο αφεντικό, άφησέ με να σε γλείψω για να σε ευχαριστήσω και να κρατήσω τη δουλειά, βάλε με να δουλέψω υπερωρία, στείλε με στην υπερορία πάλι, με τρελαίνεις.

Ο λαός δεν πρέπει να βγαίνει στους δρόμους και να αντιδράει με διαδηλώσεις, γιατί καταστρέφει την αγορά και το ρομαντικό επενδυτικό περιβάλλον ξενερώνοντας τον αστό επιβήτορα. Πρέπει αντίθετα να μένει δεμένος χειροπόδαρα με kinky γούνινες χειροπέδες και trendy αόρατα δεσμά, που ξεπηδάν από οθόνης κι από τη δύναμη της συνήθειας και να χαλαρώσει για να απολαύσει εκουσίως το βιασμό του. Γιατί η βία πηγαίνει πακέτο με τη συναίνεση και εκδηλώνεται πρωτίστως εκεί που την παίρνει –και τον παίρνει ο εργαζόμενος.
Ο οποίος καλείται συνάμα να ακολουθήσει τα προβλεπόμενα από το σύνδρομο της στοκχόλμης και να λατρέψει το βιαστή του σαν ευεργέτη, γιατί μόνος αυτός διαθέτει τέτοια μεγάλα προσόντα, όπως τα μέσα παραγωγής, για να μας ταΐσει. Κι εμείς πρέπει να σκιστούμε στη δουλειά (και γενικώς), να γίνουμε τελειομανείς, εργασιομανείς και νυμφομανείς, προκειμένου να τον ικανοποιήσουμε. Και να απομονώσουμε τους ξενέρωτους με τα μούσια και τα ταγάρια που μας ζαλίζουν με συνδικάτα, αντιτιθέμενα συμφέροντα και ταξική ζάλη.

Γιατί υπάρχουν κι αυτά τα σκουριασμένα μυαλά, κάτι απολιθώματα του περασμένου αιώνα, που έχουν κολλήσει στις ορθόδοξες, μονογαμικές σχέσεις και τη μόνιμη σταθερή δουλειά, λες κι έχουμε παντρευτεί το αντικείμενο των σπουδών μας και τη δουλειά μας. Δε θέλουν αλλαγές που θα τονώσουν τη ρουτινιάρικη εργασιακή μας σχέση, αρρωσταίνουν με την ημιαπασχόληση, τις εποχιακές δουλειές και τα one night stand μεροκάματα. Είναι γεμάτοι ταμπού κι αγκυλώσεις και δε θέλουν να ακούσουν για κινητικότητα απελπιστικά διαθέσιμων δημόσιων υπαλλήλων, που εξοικειώνονται με τις καινούριες κινήσεις και στάσεις πληρωμών σε μισθούς και συντάξεις. Δε σκαμπάζουν από βίτσια νεκρόφιλων, με το βαμπίρ του κεφαλαίου που ρουφά άπληστα ζωντανή εργασία για να αναπαραχθεί και έναν κόσμο που θέλει να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα –ή και ο ίδιος ο γείτονας ει δυνατόν- και να φάνε μεταξύ τους τις σάρκες τους, για να τη βρούνε.


Τι είναι όμως φετίχ; Το περιγράφει πολύ καλά ο αρκάς στον ισοβίτη, με ένα γέρο κρατούμενο που έχει ξεχάσει πως ακριβώς είναι οι γυναίκες –τις μπερδεύει με τους μπουφέδες- και τον πρώτο καιρό στη φυλακή του άρεσε να σκέφτεται ότι είναι στο μπαρ ενός ξενοδοχείου με μια όμορφη γυναίκα, το γκαρσόνι τους σερβίριζε σαμπάνια και αυτοί έπιναν το τελευταίο ποτήρι πριν ανέβουν στο δωμάτιο. Όσο περνούσαν όμως τα χρόνια άρχισε να ξεχνά. Στην αρχή ξέχασε πώς ήταν τα ξενοδοχεία, μετά πώς είναι η σαμπάνια και στο τέλος ξέχασε πως είναι οι γυναίκες. Και τώρα πια όταν έχει ερωτικές φαντασιώσεις, σκέφτεται γκαρσόνια.

Το φετίχ βασικά είναι ένα υποκατάστατο, που παίρνει τη θέση της βασικής κατάστασης. Η σημερινή γενιά μακροχρόνια ανέργων, που έχει ξεχάσει πως είναι τελικά να σταυρώνεις μια δουλειά, θα χαίρεται απλά όταν την καλούν σε συνεντεύξεις –γιατί επιτέλους μου απάντησε κάποιος- κι ας μην την προσλάβουν ποτέ και θα ικανοποιείται χαϊδεύοντας την εφημερίδα ή την οθόνη με τις μικρές αγγελίες, σαν τον παππού κρατούμενο.

Ο καπιταλισμός είναι μια κατεξοχήν φετιχιστική και βιτσιόζα κοινωνία, που μπορεί να ικανοποιεί τα πιο εκκεντρικά βίτσια της ελίτ, αλλά να αφήνει ακάλυπτες τις πιο βασικές ανάγκες της συντριπτικής πλειοψηφίας, που προκρίνει το ‘να έχεις’ αντί του ‘να είσαι’, ως το βασικό τρόπο για να εκφράσουμε την προσωπικότητά μας, να νιώσουμε επιβεβαίωση και να οικειοποιηθούμε κάθε τι ωραίο γύρω μας. Ευνοεί το περιτύλιγμα και τη λογική της βιτρίνας αντί για το περιεχόμενο, προβάλλοντας πρότυπα που πρέπει να αντιγράψουμε όλοι για να νιώσουμε ευτυχισμένοι.

Μεταμορφώνει με το ραβδί του τις παραγωγικές σχέσεις που αναπτύσσουν μεταξύ του οι άνθρωποι σε σχέσεις μεταξύ πραγμάτων –κι εκεί εδράζεται ο φετιχισμός του εμπορεύματος που αναλύει και ο κάρολος. Καθιστά την εξουσία ‘αφροδισιακό’ και την ιδιοκτησία στο απόλυτο φετίχ που προσκυνά η αστική κοινωνία. Δημιουργεί ψευδείς συνειδήσεις με αντεστραμμένα είδωλα και λανθασμένη αντίληψη-κοσμοθεώρηση της πραγματικότητας, θεωρώντας την αλληλεγγύη και τη συνεργασία, σχεδόν διαστροφικές συμπεριφορές.

Φετίχ είναι η προτεραιότητα της βιωσιμότητας του χρέους και των δανειστών έναντι του λαού που το αποπληρώνει. Κι η ‘παραγωγή για την παραγωγή’ με μοναδικό σκοπό (όχι την κατανάλωση και την ανταλλαγή των προϊόντων με κάτι άλλο που μας λείπει, αλλά) την πώληση και το κέρδος.
Φετίχ είναι και να απομονώνεις ένα μέρος από το όλο, πχ το νόμισμα από την οικονομία και τους σκοπούς που υπηρετεί, ένα αίτημα-κρίκο από την αλυσίδα που απαιτείται για να σπάσουμε τις αλυσίδες μας, τη μορφή από το περιεχόμενο, ένα μέσο (πχ κοινοβουλευτική δουλειά) από το σκοπό, ένα επιμέρους μέτωπο από τα υπόλοιπα –πχ τις σεξιστικές διακρίσεις.

Όλο το σύστημα είναι άρρωστο και ταυτισμένο με το φετιχισμό και τη διαστροφή. Και η«υγιής επιχειρηματικότητα» υπάρχει μόνο σε αρρωστημένα διεστραμμένα μυαλά της σοσιαλδημοκρατίας, παλιάς και σύγχρονης, που διαστρέφουν κάθε έννοια αριστεράς, κάθε γνήσια ριζοσπαστική διάθεση, και στοχεύουν στην αναστροφή, την επιστροφή στο ευτυχισμένο 2009 προ κρίσης. Αλλά η διάψευση θα έρθει οδυνηρή σα διάστρεμμα.
Το πρόβλημα εξάλλου δεν εντοπίζεται στα πρόσωπα, αλλά στους λόγους για τους οποίους ενεργούν έτσι. {Η αιτία του φασισμού πχ δεν ήταν ο διεστραμμένος νους ενός ημίτρελου ηγέτη, αλλά το διεστραμμένο σύστημα που τον έστρεψε ενάντια στις τάξεις που τον απειλούσαν. Όσο είμαστε μες σε αυτό το σύστημα όμως, ο φασισμός είναι ένα απόλυτα φυσιο-λογικό αποτέλεσμα}.

Αυτό το διεστραμμένο σύστημα λοιπόν αξιοποιεί τη δύναμη της συνήθειας, για να παρουσιάσει ως φυσιο-λογικές τις δικές του ανωμαλίες. Και διαστρέφει τις έννοιες, για να παρουσιάσει ως ‘ανωμαλία’ οτιδήποτε παρεκκλίνει από τα δικά του πλαίσια.

Οι φιλελεύθεροι μας βεβαιώνουν πως ο καπιταλισμός τα πάντα εν σοφία εποίησε. Προνοούν για αυτό ο νόμος της προσφοράς και της ζήτησης και η περίφημη αόρατη χείρα του άνταμ σμιθ. Ενώ την ίδια στιγμή μας βάζουν κανονικά χείρα και μας απειλεί το δυσθεώρητο παλούκι της κρίσης. Γιατί όπως εκλαΐκευε στους εργάτες της εποχής του ένας παλιότερος κομμουνιστής, η κρίση είναι ένα τεράστιο παλούκι που χουν οι αστοί στον κώλο τους και θέλουν να το χώσουν στο δικό μας. Και δε μπορούμε να το εξαφανίσουμε-διαγράψουμε, χωρίς να αλλάξουμε τίποτα άλλο, ώστε να είμαστε άπαντες ευχαριστημένοι και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Ούτε να βάλουμε βαζελίνη, για να μην πονάει τόσο, όπως μας συμβουλεύουν οι διάφορες εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας.

Το ‘χε πιάσει πολύ καλά εξάλλου κι ο χάρρυ κλυνν στον αστυνόμο μπέκα.
Βα-ζε-λί-νη.
Αυτό είναι το μυστήριο κι η διαχρονική πρόταση της σοσιαλδημοκρατίας ενάντια στον καπιταλισμό.
Ευχαριστούμε αλλά δε θα πάρουμε.

Αυτή η ακατανόητη, στείρα άρνηση είναι που τρελαίνει τους επίδοξους βιαστές και τη βαφτίζουν ταμπού, χάρη στους δημοσιολόγους και τα παπαγαλάκια τους στις οθόνες, για να δείξουν πόσο καθυστερημένοι, αναχρονιστικοί και συντηρητικοί είμαστε –σα να κυκλοφορούμε με σωβρακοφανέλα ένα πράγμα. Ενώ η τολμηρή κι ατρόμητη κυβέρνηση, θα μας πάρει και τα σώβρακα, σπάζοντας αυγά και μαζί κάθε ταμπού.
Ταμπού η μονιμότητα στο δημόσιο, ταμπού και η σύνταξη στα 65, ταμπού και το ταμείο ανεργίας, εφόσον η δουλειά είναι σαν τις ερωτικές σχέσεις, όποιος θέλει βρίσκει, αλλιώς είναι ανίκανος κι έχει αυτός πρόβλημα ή είναι μπακούρης από άποψη.

Το ταμπού όμως, αν το δούμε ιστορικά, προήλθε ως δαιμονοποίηση και μέτρο περιορισμού της σεξουαλικής πράξης και κατά συνέπεια της τεκνοποίησης, σε συνθήκες που τα πολλά παιδιά ήταν δυστυχία, γιατί δεν μπορούσαν να τα θρέψουν. Και ω τι συγκίνηση, που επιστρέφουμε στις παραδοσιακές αξίες, και τα ίδια ταμπού, σήμερα που ο κόσμος δε μπορεί να θρέψει καλά-καλά τον εαυτό του, πόσο μάλλον ένα παιδί –τουλάχιστον έχει πλέον αντισύλληψη και μπορεί να κάνει ελεύθερο έρωτα. Ελεύθερο από τι όμως, που λέει κι ο λένιν.

Κι έτσι ήδη η απεργία θεωρείται ταμπού για πολλούς εργαζόμενους, ακριβώς με αυτό το σκεπτικό, γιατί φοβούνται πως θα χάσουν τη δουλειά τους και δε θα μπορούν να θρέψουν τα παιδιά τους. Ενώ κάποιες λέξεις, όπως σωματείο, εργατική τάξη, ταξική πάλη, δεν μπορεί καν να τις εκστομίσει, γιατί θα χάσει αυτομάτως –λες και παίζουμε επιτραπέζιο ταμπού, κι είναι στη λίστα με τις απαγορευμένες λέξεις.

Το θέμα λοιπόν είναι πότε θα σπάσουμε τα ταμπού από την ανάποδη, το μέγα ταμπού της ταξικής πάλης, να βγούμε από το ταμπούρι μας και να κατεβούμε στον ομαλό, να πάρουμε τουφέκι ενάντια στο ανώμαλο σύστημά τους, που ξεζουμίζει τη ζωή από τις χαρές και τους χυμούς της, και να τους δείξουμε τη γλύκα απ’ την ανάποδη.


Να γυρίσει ο τροχός –της ιστορίας, που κινείται από την ταξική πάλη- και να πηδήξει ο φτωχός, εργαζόμενος λαός, στο μεγάλο άλμα προς την κοινωνία του μέλλοντος. Και τότε πια να μην ισχύει το σύνθημα στον τίτλο της ανάρτησης..

Κι ο κομμουνισμός δε θα ‘ρθει να ικανοποιήσει όλα τα βίτσια –μέχρι να ‘χει πχ ο καθένας στη διάθεσή του ένα κρουαζιερόπλοιο- αλλά να τα εξαλείψει και να γιατρέψει τους βιτσιόζους, καλλιεργώντας στη θέση τους κάθε λογής και γούστο που θα αναπτύσσει ολόπλευρα την ανθρώπινη προσωπικότητα. Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης

Δευτέρα 2 Σεπτεμβρίου 2013

Τα σενάρια της Δευτέρας

Πρώτο θέμα στην ημερήσια διάταξη η συρία και το αξεδιάλυτο κουβάρι αντιθέσεων που έχει πλεχτεί γύρω της και δεν ξέρεις που να βρεις την άκρη του για να το ξετυλίξεις, με διάφορους εμπλεκόμενους πρωταγωνιστές, που ο καθένας προσπαθεί να ελέγξει τα πράγματα για λογαριασμό του. Και καλείται να λύσει το γόρδιο δεσμό με επίδειξη δύναμης, αλλά φοβάται μη τυχόν ξανοιχτεί πολύ και πέσει σε καμιά νάρκη. Ενώ εμείς παρακολουθούμε τη σκακιέρα με αγωνία και προσπαθούμε να διαβλέψουμε τις επόμενες κινήσεις, ποιος έχει προβάδισμα με τα λευκά, ποιος είναι ο λευκοφρουρός και ποιος η μαύρη αντίδραση, σε τι θέση είναι ο πούτιν και σε ποια ο ομπάμα.

Για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία με τις βάτες και τη διάλυση της σοβιετικής ένωσης μπαίνει κάποια χώρα καρφί στο μάτι των ηπα και δηλώνει τόσο έντονα και ανοιχτά την αντίθεσή της στο σχεδιασμό τους. Και είναι λογικό συνεπώς ως ένα βαθμό να ξυπνάν σε κάποιους μνήμες και συναισθηματικά αντανακλαστικά, που ο αμερικάνικος ιμπεριαλισμός συναντά εμπόδια και δεν προχωρά απρόσκοπτα στο ματοκύλισμα της συρίας –όσο και αν ο πούτιν δήλωσε απλώς το αυτονόητο: ότι δηλ ο συριακός στρατός δεν είχε κανένα λόγο να προχωρήσει σε χρήση χημικών όπλων, εφόσον είχε στριμώξει τις δυνάμεις των αντικαθεστωτικών κι ότι η όλη υπόθεση είναι μια κακοστημένη προβοκάτσια για μικρά παιδιά. Αλίμονο όμως αν η πολιτική μας ανάλυση σταματούσε σε αυτό το επίπεδο και έχανε την ουσία, μπαίνοντας εμμέσως στη λογική να διαλέξουμε το μικρότερο κακό και να στηρίξουμε τον καλό ιμπεριαλιστή, που θα εξισορροπήσει τους συσχετισμούς ως αντίπαλο δέος.

Το βασικό συμπέρασμα που μπορεί να βγει είναι πως εδώ δεν έχουμε να κάνουμε με ένα «απλό» περιφερειακό ανταγωνισμό για τον ορυκτό πλούτο και τις ενεργειακές πηγές της συρίας, αλλά με μια ευρύτερη γεωστρατηγική διελκυστίνδα κομβικής σημασίας, όπου αφενός διακυβεύεται η αξιοπιστία της ρωσίας ως εναλλακτική δύναμη στην παγκόσμια κυριαρχία των ηπα και όσα πέτυχε τα τελευταία χρόνια ως βασικός, πολιτικός και διπλωματικός εκφραστής της συμμαχίας BRIC. Και αφετέρου δοκιμάζεται το γόητρο κι η δυναμική των ηπα, που φαίνεται να ξεμένουν από συμμάχους –ακόμα κι από την παραδοσιακή ευθυγράμμιση των βρετανών με την πολιτική τους- στην υπόθεση της συρίας και να ξανασκέφτονται το ενδεχόμενο και τους όρους της επέμβασης, προσπαθώντας παράλληλα να μην εκτεθούν με μια (γεω)στρατηγικής σημασίας ήττα ή υποχώρηση στην περιοχή.

Στο παιχνίδι εμπλέκονται ακόμα η κίνα που τηρεί στάση αναμονής, η γερμανία που είναι απ’ τους βασικούς οικονομικούς εταίρους της ρωσίας, αλλά παραμένει στρατιωτικά εξαρτημένη από τις ηπα, χωρίς να έχει –ακόμα ουσιαστικές δυνατότητες να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο και να χαράξει αυτόνομη πορεία, το ιράν –όπου άλλαξε η πολιτική ηγεσία, όχι όμως κι ο στρατηγικός σχεδιασμός της άρχουσας τάξης του- ο αραβικός κόσμος κι οι ισλαμικές οργανώσεις (χεσμπολάχ, χαμάς, κτλ), το ισραήλ με την τουρκία, που έχουν τις δικές τους ηγεμονικές βλέψεις για τη μέση ανατολή, το σχετικά αρραγές εσωτερικό μέτωπο του κυβερνητικού συνασπισμού του άσαντ, που δεν έχει τις διαρροές και τις λιποταξίες που αντιμετώπιζε στη λιβύη το στρατόπεδο του καντάφι, το παιχνίδι με τους αγωγούς αερίου και μια σειρά άλλες παραμέτρους (που μπορείτε να διαβάσετε και στο πολύ καλό άρθρο του γ. μαρίνου στον χτεσινό κυριακάτικο ρίζο) σε μια περιοχή που θυμίζει μπαρουταποθήκη και η φωτιά του πολέμου μπορεί πολύ εύκολα να εξαπλωθεί και να εξελιχθεί σε πυρκαγιά με απρόβλεπτες διαστάσεις και συνέπειες.

Ένα δεύτερο σημαντικό συμπέρασμα από την ανάλυση της κατάστασης είναι πως η δύναμη κάθε χώρας στον παγκόσμιο συσχετισμό δε μετριέται μόνο με την ισχύ και τα μεγέθη της οικονομίας της, αλλά και με αυτήν του στρατού της. Αυτό είναι που καθιστά πχ τη ρωσία παγκόσμια υπερδύναμη, που παραμένει υπολογίσιμη, ή αυτό που δίνει στρατηγικό πλεονέκτημα στις ηπα έναντι άλλων χωρών όπως η κίνα και η γερμανία -που δεν έχει δικό της στρατό, μολονότι διαθέτει πολεμική βιομηχανία.

Το ζητούμενο όμως για τους λαούς είναι η ειρήνη, να μπει ένα τέλος στη σφαγή και το λουτρό αίματος στην ευρύτερη περιοχή, κι όχι μόνο. Κι η λύση δε θα προκύψει από τη μία ή την άλλη εξέλιξη στο κουβάρι των παραπάνω αντιθέσεων, αλλά από τους ίδιους τους λαούς και την ανάπτυξη ενός μαζικού κι ισχυρού φιλειρηνικού, αντι-ιμπεριαλιστικού κινήματος, που να διεκδικήσει και να επιβάλει σε εθνικό επίπεδο, την απεμπλοκή κάθε χώρας από οποιαδήποτε συμμετοχή στην επέμβαση και σε κάθε άλλο πολεμικό σχέδιο.

Δεύτερο θέμα στην ημερήσια διάταξη, τα εκλογικά σενάρια κι οι εξελίξεις στο πολιτικό σκηνικό.

Ο δικομματισμός ξαναστήνεται ταχύτατα με ανοδικές τάσεις. Κι η κυβέρνηση φαίνεται πως είναι τόσο δημοφιλής με τις επιλογές της, που ούτε καν φθείρεται δημοσκοπικά. Αφού κι η δημαρ να φανταστείς άρχισε να ξεφουσκώνει και να έρχεται στο κανονικό της μπόι, αφού εγκατέλειψε τον κυβερνητικό συνασπισμό. Τι σου είναι αυτές οι δημοσκοπήσεις…

Το αιώνιο πασόκ, αργοπεθαίνει στο κύκνειο άσμα του, όπως το μάθαμε και το μισήσαμε, στα κυβερνητικά έδρανα –για μια τελευταία ίσως φορά. Αλλά κατά βάθος παραμένει λερναία ύδρα. Ένα κεφάλι του κόβεις, δυο πασοκ γενόσημα φυτρώνουν στη θέση του.
 Ο κουβέλης καταλαβαίνει πως δύσκολα θα μπει στη βουλή τώρα που δεν τον παίζουν τα κανάλια και συζητά πιο πρόθυμα την αναμόρφωση της σοσιαλδημοκρατίας, μετά το αναμορφωτήριο του τηλεοπτικού εμπάργκο.

Η χρυσή αυγή βρίσκεται ψηλά σε διάφορα σενάρια, ιδίως για τις ευρωεκλογές, όπου δεν υπάρχει η πίεση από την επιτακτική ανάγκη να κυβερνηθεί ο τόπος. Αλλά δεν της μένουν πολλά περιθώρια με την ακροδεξιά πολιτική της κυβέρνησης (τι διαφορετικό θα έκαναν δηλ οι χρυσαυγίτες στη θέση της;) και είναι πιθανόν, αν όχι να ξεφουσκώσει, να κρατηθεί σε ελεγχόμενα ποσοστά, για να παίζει όπως τώρα, το ρόλο του λαγού. Αν μπορεί δηλ να «ελέγξει» κανείς τους φασίστες, χωρίς να τους λουστεί μέχρι τον πάτο του ποτηριού.

Και το κόμμα φαίνεται να επαναπατρίζει αρκετούς ψηφοφόρους του και να κινείται ανοδικά (μολονότι δεν κινούνται συνήθως πολλά πράγματα μες στο καλοκαίρι), που είναι ζήτημα ωστόσο αν θα παραμείνουν όταν ξανατεθεί επιτακτικά το ζήτημα για αριστερή κυβέρνηση ‘εδώ και τώρα’ –αν και αυτή τη φορά (εκεί και τότε) μπορεί να είμαστε καλύτερα προετοιμασμένοι να το απαντήσουμε. Εκεί πάντως που είχαμε παραδοσιακά τη μεγαλύτερη συσπείρωση και μας την έλεγαν πως έχουμε τους ψηφοφόρους μας πειθαρχημένους σα στρατιωτάκια, τελικά οι δικοί μας προέκυψαν τόσο ευαίσθητοι, που υπέκυψαν πάλι όπως το 81’ στα εκβιαστικά συναισθηματικά διλήμματα και διέψευσαν τα γνωστά κλισέ από την ανάποδη.

Κι οι εκλογές; Υπάρχουν διάφορα σενάρια, πχ για δρομολόγηση των εξελίξεων μες στο φθινόπωρο, αμέσως μετά τις γερμανικές εκλογές, για να ετοιμάσουν το έδαφος για νέα πακέτα μέτρων. Ή άλλα για τριπλές εκλογές (μαζί με δημοτικές και ευρωεκλογές) μες στο 14’ για να ελέγξουν καλύτερα το αποτέλεσμα. Ή ακόμα και για αναμονή μέχρι να τελειώσει η ελληνική προεδρία του συμβουλίου της εε, το πρώτο εξάμηνο του επόμενου έτους. Και η αλήθεια είναι πως όσο δεν πιέζονται, τόσο θα πηγαίνει προς τα πίσω η σκέψη για εκλογές (αλλά θα φουντώνουν παράλληλα τα εκλογικά σενάρια, για να αποπροσανατολίζουν με ψεύτικες ελπίδες τον κόσμο).

Μπορεί η κυβέρνηση να έχασε στην πορεία τη δημαρ –που θα τη βρει ούτως ή άλλως ξανά μες στο πασοκ, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- και να κόντεψε να πέσει σχεδόν μόνη της με το θέμα της ερτ, αλλά καθαρίζει με συνοπτικές διαδικασίες τους εργαζόμενους στο δημόσιο, πατώντας μεταξύ άλλων και στον παραλυτικό ρόλο της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας (που παραμένει κυρίαρχη σε αυτούς τους χώρους) και τώρα ετοιμάζεται για τα επόμενα χτυπήματα –βλέπε ασφαλιστικό.


Αυτοί μας έχουν πετάξει καιρό τώρα το γάντι, το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε κι αν θα πετάξουμε λευκή πετσέτα.