Τετάρτη 18 Δεκεμβρίου 2013

Ο διάλογος στη συνδιάσκεψη για τη νεολαία

Σε προηγούμενη ανάρτηση είδαμε πώς τα υλικά της συνδιάσκεψης του 05’ για τη δουλειά του κόμματος στους νέους ανέλυσαν ένα αρκετά ευρύ φάσμα που αφορούν τη νεολαία και πτυχές της καθημερινότητάς της. Εξίσου ευρύ ήταν και το φάσμα που κάλυψαν οι επιστολές στο δημόσιο προσυνδιασκεπτικό (ας τον πούμε έτσι) διάλογο, από τις στήλες του ριζοσπάστη. Για να έχουμε λοιπόν μια πιο σφαιρική εικόνα για εκείνη τη συνδιάσκεψη και τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε, η κε του μπλοκ κρίνει σκόπιμο να κάνει μια μικρή αναδρομή σε κάποια χαρακτηριστικά στιγμιότυπα του διαλόγου, που εκτός από τη ρετρό πτυχή της έχει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις στο σήμερα.


Μια ιδιαίτερη κατηγορία επιστολών ήταν από τους παλαίμαχους αγωνιστές της αντίστασης και του δσε, με περίσσεια αγάπη για τη νέα γενιά, που ζητούσαν περισσότερη στοργή και φροντίδα για τα προβλήματα των νέων συντρόφων –όσο κι αν αυτό θυμίζει σε κάποιους το σλόγκαν της διαφήμισης γνωστού σαμπουάν και τους κάνει να κρυφοχαμογελάσουν.

Ο καλαμαριώτης καραμπίδης αλέκος για παράδειγμα προτρέπει τους κνίτες να κάνετε συγκέντρωση, να μιλάτε για την Κομσομόλ, για τα προβλήματά σας, το πώς θα ήταν η ζωή αν βασίλευε η ειρήνη στους λαούς, για την ΕΠΟΝίτικη γενιά, για την ορμή και τον ηρωισμό αυτών, οι οποίοι έμειναν για πάντα 18άρηδες και 20άρηδεςhttp://www.rizospastis.gr/wwwengine/story.do?id=3049835&publDate=7/10/2005

Ενώ ο βετεράνος λοχαγός του δσε δημ. γουλόπουλος λέει πως ο κομμουνιστής πρέπει να είναι το καλό παράδειγμα αγάπης, για όλους να είναι καλός οικογενειάρχης. Οχι χαρτοπαίκτης και μπεκρής. Οχι το βράδυ να καυγαδίζει με την οικογένειά του και το πρωί να πουλάει το «Ριζοσπάστη». Και στο τέλος της επιστολής του, αναφέρει συγκινητικά παραδείγματα ηρωικών θυσιών, που πάντα διψάνε να μάθουν οι νέοι.

Ένας άλλος σφος από τον παντελεήμονα μεταφέρει το παράπονο που εισέπραξε από πολλά παιδιά που μας έφυγαν:  Δε βρήκαμε, μου ‘παν, τη στοργή που πιστεύαμε ότι θα βρούμε. Δε βρήκαμε εκείνο το κάτι άλλο, παρά μόνο δουλιά, δουλιά, δουλιά, που μαζί με τα καθημερινά μας προβλήματα για επιβίωση, δε μας αφήνουν ούτε να ξεκουραστούμε ούτε να διασκεδάσουμε... Ενώ στο τέλος επισημαίνει την ανάγκη που υπάρχει για μορφωμένα μαρξιστικά στελέχη (που έχουμε), αρκεί να ‘ναι ευπροσήγορα και να διαθέτουν χιούμορ.

Μεγάλη ηλικία προδίδει ίσως κι ο τρόπος γραφής του γιάννη εμμανουηλίδη από τον άγιο στέφανο, που αναφέρεται στον αριστερό πατριωτισμό, τους αλβανούς εθνικιστές, τους αγωνιστές κληρικούς ενάντια στην τουρκοκρατία (δεν υπήρξε μόνο ο πιπί γερμανός, αλλά κι ο παπαφλέσσας) αλλά και τους ταγματασφαλίτες, που αρκετές φορές είναι ακόμη πιο άγριοι και από τους ίδιους τους «Γερμανούς»! Και ήδη από τον τίτλο της επιστολής του δανείζεται τα λόγια ενός παλιού επαναστάτη και μας προτείνει τη λύση: μυαλό, καρδιά, όπλα και τραγούδια: Το θάρρος ποτέ δεν έλειψε στην επαναστατική νεολαία. «Όπλα και τραγούδια» θα βρεθούν... σαν έρθει η ώρα. Αυτό όμως που χρειάζεται πάνω απ' όλα είναι το μυαλό

Ηεπιστολή του παναγιώτη καραβασίλη συνδυάζει το συναίσθημα με τη λογική και βασίζεται σχεδόν εξολοκλήρου στους στίχους του ναζίμ χικμέτ στον οποίο είναι αφιερωμένο το επόμενο επιστημονικό συνέδριο του κόμματος και του τμήματος πολιτισμού της κε.
Εξίσου ποιητική, παρά το δωρικό της λόγο, είναι η επιστολή του γιάννη βόσσιου από τη γερμανία, που τα λέει τσεκουράτα, όπως τα έμαθε στο χωριό του στην ήπειρο: ο λύκος απ' τα ξεκομμένα τρώει. Και προτρέπει τους συντρόφους να κάνουν κράτη, γιατί δεν είναι η ώρα να διαλεχτούμε.

Ακολουθεί μια κατηγορία επιστολών από συντρόφους, που καταπιάνονται με τις ανθρώπινες σχέσεις μες στην οικογένεια και των δύο φύλων γενικότερα.
Η σεβαστή σβάρνα αναρωτιέται αν οι κομμουνιστές γονείς κάνουν το καθήκον τους κι εμπνέουν στα παιδιά τους αγωνιστική στάση ζωής με το θετικό τους παράδειγμα. Στον επίλογο θίγει επιγραμματικά έναν προβληματισμό για τον εργατικό κορμό του κινήματος της νεολαίας: η ιστορία του νεολαιίστικου κινήματος γράφτηκε πολλές φορές με πρωτοβουλία των φοιτητών, και σήμερα στις εκτιμήσεις μας αναφέρουμε ότι οι νέοι πιο αργά μπαίνουν στην παραγωγή γιατί σπουδάζουν ή γιατί δε βρίσκουν δουλιά κλπ. Αν δεχτούμε τα παραπάνω μήπως πρέπει να ξαναδούμε πιο αναλυτικά πού και σε ποια τμήματα τα νεολαίας θα ρίξουμε ιδιαίτερο βάρος και με ποιες μορφές;

Το πουλέν της κε του μπλοκ, κώστας τζατζάνης, καταθέτει ένα μικρό μανιφέστο για τη σεξουαλική και συναισθηματική ζωή, ζητώντας μεταξύ άλλων να αντιπαλέψουμε όλα τα προσωπεία της πορνείας και να απαγορευτεί από δω και μπρος η πορνεία και για τον χρήστη, όπως σοφά έπρατταν στον υπαρκτό σοσιαλισμό

Ο γιατρός-συγγραφέας θωμάς κουγιαγκάς εστιάζει στα προβλήματα των νέων ζευγαριών και παραθέτει τα λεγόμενα ενός αστού οικονομολόγου, που περιέγραψε με μελανά χρώματα την κατάσταση που θα επικρατήσει τα επόμενα χρόνια: Η φτώχεια θα αυξηθεί, η πείνα θα αυξηθεί, οι μισθοί θα μειωθούν, οι συντάξεις θα κοπούν. Φυσικό βγήκε το ερώτημα: Θα ακολουθήσουν εκρήξεις, θα ακολουθήσουν επαναστάσεις, δε φοβάστε; Κι η απάντηση: Όχι δε φοβάμαι, γιατί την επανάσταση την κάνουν οι νέοι, και νέοι δε θα υπάρχουν.

Ενώ ο οικοδόμος σταύρος μηναριτζής αναλύει τα διάφορα πρότυπα (επιτυχίας, ομορφιάς, κτλ) που καλλιεργεί η αστική τάξη στη γυναίκα (για να πετύχεις στην επαγγελματική σου καριέρα θα πρέπει να ξεχάσεις ότι είσαι άνθρωπος, θα πρέπει να ξεχάσει ότι έχεις αισθήματα, θα πρέπει να ξεχάσεις ότι έχεις φιλότιμο και το τελευταίο, και το πιο χυδαίο κατά τη γνώμη μου, είναι ότι της λένε ότι θα πρέπει να ξεχάσει την αξιοπρέπειά της) αλλά και στην πιο ευάλωτη νέα γενιά.


Αρκετά κριτικό τόνο έχουν κάποιες επιστολές, όπως του κώστα σταματόπουλου από τη σεστροδ (διαιτολόγοι νομίζω ότι είναι αυτό) για την αντιμετώπιση κάποιων «χαμένων συντρόφων»: Έχω δει να γίνονται διαγραφές ή απομακρύνσεις ακόμα και απαξίωση συντρόφων, παλιών ή νέων μελών, όχι για σοβαρά αίτια... δεν πάτησε το πόδι του στην οργάνωση ή δε βοηθάει στις χρεώσεις. Μα άμα το νιώθει ως αγγαρεία (και σ' αυτό φταίμε εμείς) πώς ζητάμε ευθύνες; Παράλληλα στηλιτεύει την ανεπαρκέστατη κατάρτιση των μελών και τις αλλοιώσεις στον πολιτισμό που έφερε η παλινόρθωση στους νέους: Πιο πολύ ξέρουν (με κάθε λεπτομέρεια) πόσους δίσκους και πόσους ερωτικούς δεσμούς έχει η Britney Spears, παρά τους ανθρώπους που προχώρησαν την ανθρωπότητα ένα βήμα μπροστά, και εδώ χωράει το «μαθαίνουμε την αλήθεια αλλάζουμε τον κόσμο».

Ο χ. σελιανίτης από τους αρχιτέκτονες (όπου λίγα χρόνια αργότερα έφτιαξε δική του κίνηση, φεύγοντας από το κόμμα) είναι ακόμα πιο οξύς στο θέμα της τυπικής συμμετοχής της νεολαίας στις κομματικές αποφάσεις, της νοοτροπίας που διαμορφώνεται σε κάποια στελέχη, της τεμπελιάς, αλλά και της επέκτασης της δουλειάς μας στις μικρότερες ηλικίες (10-15 χρονών). Ας αφήσουμε ήσυχα τα παιδιά, μέχρι να αποδείξουμε τουλάχιστο ότι μπορούμε με επάρκεια και σοβαρότητα να ασχοληθούμε με τα μεγαλύτερα αδέλφια τους και τους γονείς τους.

Αρκετά κριτική ως προς τη γλώσσα και το μέγεθος των θέσεων είναι και η μαρία κυριακίδου, που θεωρεί πως οι θέσεις αυτές των 60 σελίδων σε μεγάλο μέγεθος δε ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΙ, μόνο που τις βλέπεις σε απωθούν.

Υπάρχουν επίσης θεματικές τοποθετήσεις που εξετάζουν πολύ ενδιαφέροντα ζητήματα, όπως του φιλόλογου γιώργου ηρακλέους, που καταπιάνεται με τη γλώσσα και τον έλεγχο στη σκέψη των νέων κι αποκρούει το στερεότυπο της λεξιπενίας και της συρρίκνωσης του λεξιλογίου σε 150 λέξεις το πολύ, που δεν έχει επιστημονική βάση, εφόσον ανάγει το γλωσσικό πρόβλημα σε πρόβλημα λεξιλογικό, αντί να το εξετάζει στο βάθος των κοινωνικών αιτιών, που συνδέονται άμεσα με τον τρόπο σκέψης και ζωής της νεολαίας. Κι αναλύει στη συνέχεια αυτές τις αιτίες.

Ένας φοιτητής του αριστοτελείου θέτει το θέμα της αξιοποίησης του διαδικτύου για ιστορικά θέματα –κι απ’ όσο έχω διαβάσει, είναι ο μόνος που θίγει τη σημασία και τη δύναμη του μέσου, έστω και για περιορισμένους σκοπούς αξιοποίησης, καθώς οι θέσεις και τα υλικά της συνδιάσκεψης είδαν τις νέες τεχνολογίες κυρίως υπό το πρίσμα της παραγωγής και των δυνατοτήτων που προσφέρουν, χωρίς να εξετάσουν αναλυτικά την επίδρασή τους στη συνείδηση της νεολαίας και των μαζών γενικότερα.

Ιδιαίτερη είναι κι η επιστολή ενός χορευτή, που σκοντάφτει στο πρακτικό κομμάτι της πρότασης του κόμματος για κατάργηση των ιδιωτικών σχολών στον χώρο του πολιτισμού και εκθέτει σχετικά τον προβληματισμό του, δηλώνοντας ότι έχει καλή διάθεση να βοηθήσει.
Ενώ υπάρχουν άλλες επιστολές, που εξειδικεύουν σε κομμάτια της δουλειάς μας, όπως ο αθλητισμός (του νίκου γεωργόπουλου από την αθλητική εκπομπή του 902) και τα τει.

Ξεχωρίζω επίσης για κάπως συναισθηματικούς λόγους τις επιστολές των μελών του κμε (με φρεσκοεκλεγμένη τότε διοίκηση, αν θυμάμαι καλά, από την οποία δυστυχώς πολλά μέλη δε ζουν πια σήμερα). Ο πρόεδρος του κμε τηλέμαχος λουγγής αναφέρεται στη σύνδεση της νεολαίας με τη μαρξιστική ιδεολογία, ενώ η άνεκε ιωαννάτου αναλύει διάφορες σχετικές τάσεις στη σύγχρονη κοινωνία, ως μέλος της φιλοσοφικής ομάδας του κμε.


Κράτησα για το τέλος δύο επιστολές. Η πρώτη είναι του γιώργου πετρόπουλου (όχι του γνωστού μάλλον), που μας λέει πως είχε αγοράσει πριν οργανωθεί στο κόμμα το πώς δενότανε το ατσάλι, που το σημάδεψε, και πως αν δεν το είχε διαβάσει, δεν ξέρει αν θα είχε οργανωθεί σήμερα. Θέτει ένα προβληματισμό για τα άπειρα μέλη που πέρασαν από την κνε την εποχή της μεταπολίτευσης και αναρωτιέται τι έγινε και δεν έμειναν παρά μόνο ελάχιστοι απ’ αυτούς. Ενώ πιο κάτω διατυπώνει μια σκέψη που με τριβελίζει εδώ και κάποια χρόνια, την έχω εκμυστηρευτεί στη σ. τη δώρα (σσ: χωρίς να μας εξηγεί ωστόσο ποια ακριβώς είναι η σ. η δώρα) για τις θρησκείες που παραληρούν. Μαγείες άσπρες, μαύρες, πράσινες, κόκκινες, φλιντζανούδες, χαρτορίχτρες, αστρολόγοι, μαζί και οι έμποροι ναρκωτικών, έχουν πέσει σαν λάμιες πάνω στην ευάλωτη νεολαία και της πίνουν το αίμα.

Κλείνουμε την αναδρομή μας με την επιστολή του κώστα τρακόσα περί συνείδησης, της φαστ φουντ εποχής και της σχέσης του ‘εγώ’ με το ‘εμείς’ –ο οποίος είναι από τις σχετικά πρόσφατες απώλειες στο δυναμικό της εφημερίδας και τότε υπέγραφε ως μέλος της οργάνωσης βάσης (οβ δηλ όχι κόβας) ριζοσπάστη –την ύπαρξη της οποίας ομολογώ πως αγνοούσα μέχρι πρότινος.

Ασφαλώς η παραπάνω λίστα είναι ενδεικτική και δεν εξαντλεί ούτε κατά προσέγγιση τον προβληματισμό που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του διαλόγου.
Μπορείτε επίσης να διαβάσετε ως μπόνους από εκείνη την εποχή την απόφαση της κε για τις εκλογέςτης τοπικής αυτοδιοίκησης του 06’, που νομίζω πως ήταν ένας σταθμός στη διαμόρφωση της λογικής του κόμματος για αυτή τη μάχη κι ήταν ο πρόδρομος κατά κάποιον τρόπο της συγκρότησης της λαϊκής συσπείρωσης, που εμφανίστηκε συνολικά στις επόμενες εκλογές του 10’, κι αποτελεί συνεπώς χρήσιμο βοήθημα εν όψει και των εκλογών του ερχόμενου μάη, που συμπίπτουν με τις ευρωεκλογές.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Το συνεδριακό 2013

Το 2013 ήταν μια μεστή συνεδριακή χρονιά για όλο σχεδόν το φάσμα του πολιτικού σκηνικού στην ελλάδα, από τα λεγόμενα κόμματα εξουσίας, μέχρι και διάφορες εξωκοινουβουλευτικές οργανώσεις με μικρότερη δύναμη. Συγκεκριμένα την χρονιά που διανύουμε, έλαβαν χώρα το συνέδριο της νδ, του πασόκ, το πρώτο συνέδριο των ανεξάρτητων ελλήνων και του ενιαίου πολυτασικού σύριζα. Τον απρίλη έγιναν οι εργασίες του 19ου συνεδρίου του κουκουέ, που είχε προγραμματικό χαρακτήρα και ψήφισε νέο πρόγραμμα και καταστατικό. Τη σκυτάλη πήραν στο δεύτερο μισό της χρονιάς το τρίτο συνέδριο του ναρ που ενέκρινε τη νέα προγραμματική διακήρυξη του ρεύματος, και το πρόσφατο συνέδριο της δημάρ, ενώ πρέπει να έγινε και το 13ο συνέδριο –αν δεν κάνω λάθος στο μέτρημα- του εεκ του σάββα μιχαήλ, που πραγματοποιεί τα συνέδριά του σε ετήσια βάση.

Στο διεθνές επίπεδο ξεχωρίζει το πρόσφατο συνέδριο του αγγλικού swp, της μητρικής οργάνωσης του δικού μας σεκ, το οποίο οδήγησε στη διάσπασή του ή τέλος πάντων κάποια ρήξη στο εσωτερικό του, χωρίς να γίνουν ευρύτερα αντιληπτοί οι ακριβείς λόγοι. Περισσότερη διάδοση έχουν γνωρίσει κάποια –κάπως κίτρινης υφής ίσως- σχόλια περί σύγκρουσης δύο ομάδων που αλληλοκατηγορούνται μεταξύ άλλων και για σεξιστικές συμπεριφορές, χωρίς όμως να μπορώ βεβαιώσω θετικά αν διαθέτουν κάποια βάση. Υπάρχουν πάντως μερικές δημόσιες επιστολές αποχώρησης μελών και στελεχών του, που μπορεί να διαβάσει κανείς για να βγάλει κάποια συμπεράσματα, όπως αυτή.

Αν λοιπόν ο ιστορικός του μέλλοντος θέλει να μελετήσει το πολιτικό τοπίο στην χώρα μας, η χρονιά αυτή θα του πρόσφερε πλούσιο κι ενδιαφέρον υλικό, μετά από μια περίοδο έντονων διεργασιών και ανακατατάξεων που άφησαν το σημάδι τους σ’ όλους σχεδόν τους χώρους, επηρεάζοντας άμεσα τους μεταξύ τους συσχετισμούς. Είναι χαρακτηριστικό πχ πως σε κοινοβουλευτικό επίπεδο, από τη βουλή που αναδείχτηκε το 2009, καμία κοινοβουλευτική ομάδα –πλην λακεδαιμονίων- δεν τερμάτισε τη θητεία της με την ίδια σύνθεση που είχε στο ξεκίνημά της.

Ακόμα και το κόμμα ωστόσο δεν έφτασε ακριβώς απρόσκοπτα στο συνέδριό του, εξαιτίας κυρίως του άσχημου εκλογικού αποτελέσματος του ιουνίου, του θορύβου που προκάλεσε η ηλεκτρονική αντιπολίτευση, αλλά και της σπέκουλας του αστικού τύπου, που επιχείρησε να αξιοποιήσει όσες διαφωνίες εκφράστηκαν στον προσυνεδριακό, για να δημιουργήσει κλίμα. Κι αυτό που έμεινε στη λεγόμενη κοινή γνώμη –που δεν έχει δική της γνώμη και δανείζεται αυτή των μμε- δεν ήταν φυσικά η συζήτηση για το καινούριο πρόγραμμα, αλλά ότι έφυγε ο μπογιόπουλος, γιατί κάποιοι τον έφαγαν μπαμπέσικα. Αλλά αν τους έκοβε και τον έβαζαν, το κκε θα σάρωνε και θα έβγαινε πρώτο κόμμα, φτιάχνοντας μια αριστερή κυβέρνηση…

Θα είχε ενδιαφέρον λοιπόν μια μελέτη που θα εξέταζε πόσο και με ποιον τρόπο επέδρασε η οικονομική –και πολιτική κατ’ επέκταση- κρίση στα πολιτικά κόμματα, τη δύναμή τους, αλλά πρωτίστως τον προγραμματικό τους λόγο και την τακτική τους, την εκτίμησή τους για τη θέση της ελλάδας στο διεθνές καπιταλιστικό σύστημα και τα πολιτικά καθήκοντα που απορρέουν από αυτή. Καθώς επίσης και μια συγκριτική ανάλυση που θα έπαιρνε κομμάτι-κομμάτι τα συνεδριακά τους ντοκουμέντα και θα αξιολογούσε συνολικά την πολιτική τους πρόταση και το πώς αντιλαμβάνονται την προοπτική εξόδου από την κρίση. Δηλώνω εξ αρχής ότι αυτό ξεπερνά τις δυνατότητες και τις προθέσεις της κε του μπλοκ, θέλω όμως να σημειώσω ένα σοβαρό πλεονέκτημα κι αντιστοίχως ένα σημαντικό μειονέκτημα που παρουσιάζει αυτή η προσπάθεια, ξεκινώντας από το τελευταίο.

Το βασικό πρόβλημα ξεκινά από τον χαρακτήρα αυτών των συνεδρίων και της αστικής πολιτικής εν γένει. Στην οποία, όπως έλεγε ο εθνάρχης τριανταφυλλίδης, υπάρχουν πράγματα που λέγονται αλλά δε γίνονται κι αντιστρόφως, πράγματα που γίνονται χωρίς να λέγονται δημόσια. Τα αστικά κόμματα δεν καθορίζουν το πρόγραμμα και την πολιτική τους με τις συνεδριακές τους επεξεργασίες. Συνήθως συντάσσουν προγραμματικές διακηρύξεις προεκλογικού τύπου για επικοινωνιακή κατανάλωση (όπως το ζάππειο 1 και οι συναρπαστικές του συνέχειες), ενώ τα συνέδριά τους περιστρέφονται με προσωποκεντρικά κριτήρια γύρω από την εκλογή αρχηγού και τους συσχετισμούς στα ηγετικά κλιμάκια. Όσο για τη συλλογική, δημοκρατική λειτουργία τους, αυτή διαμορφώνεται κατ’ εικόνα κι ομοίωση της βουλής, του ιερού ναού της δημοκρατίας κι όσων εξόχως δημοκρατικών συμβαίνουν εκεί –διαγραφές μελών της κοινοβουλευτικής ομάδας με αρχηγικές αποφάσεις και συνοπτικές διαδικασίες μερικών λεπτών.

Αντίστοιχες τάσεις εκδηλώνονται αντικειμενικά και στον οπορτουνιστικό χώρο. Στο σύριζα πχ οι πολιτικές αντιθέσεις συγκαλύπτονται με ένα πέπλο ενότητας και μεταφέρονται στον (πολυτασικό, διαπλατφορμικό) ανταγωνισμό για την αντιπροσώπευση των τάσεων στο ανώτερο όργανο. Ενώ στην ανταρσύα –που δε συνιστά ωστόσο πολιτικό κόμμα, αλλά μετωπικό σχήμα- κάθε συνιστώσα ακολουθεί κατά βάση δική της μετωπική λογική, ανεξάρτητα έως κι ενάντια στις αποφάσεις και τους όρους που έθεσε η πανελλαδική της συνδιάσκεψη, οι οποίοι έχουν προφανώς κάπως… προαιρετικό χαρακτήρα.

Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την πολυγλωσσία στον πολιτικό τους λόγο, καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη την κριτική ή και πολεμική ακόμα στις συγκεκριμένες θέσεις κάθε χώρου. Παρόλα αυτά ο επιμένων νικά κι ανταμείβεται –κι εδώ ερχόμαστε στο θετικό της υπόθεσης. Όποιος βρει δύναμη και υπομονή να μελετήσει διεξοδικά τα επίσημα ντοκουμέντα και τις επεξεργασίες, ιδίως των κομμάτων εξουσίας, θα αλιεύσει ορισμένες πολύ ενδιαφέρουσες ομολογίες και στοιχεία άγνωστα στον πολύ κόσμο, που θα φανούν χρήσιμα για την αποκάλυψη του πραγματικού χαρακτήρα αυτών των δυνάμεων. Όπως λέει και το τηλεοπτικό, αστυνομικό κλισέ: ό,τι έχουν πει, θα χρησιμοποιηθεί εναντίον τους. Κι ίσως αποδειχθεί πολύ βοηθητικό για να γίνει συγκεκριμένη κριτική σε χώρους όπως η χρυσή αυγή για παράδειγμα, όπου για έναν κόσμο δε σημαίνει τίποτα η κριτική που εστιάζει στη φασιστική της ιδεολογία και του χρειάζονται χειροπιαστά παραδείγματα, για να πειστεί.

Τι κρατάμε λοιπόν στο κλείσιμο αυτής της σύντομης αναφοράς; Όπως αναφέρθηκε πριν, απαιτείται καταρχάς μια συστηματική συγκριτική μελέτη, που ξεπερνάει τα όρια και τις προθέσεις του μπλοκ. Αντ’ αυτού θα περιοριστώ σε κάποια ερωτήματα που προέκυψαν από τη φετινή πείρα, κατά τη δική μου αντίληψη.

Το βασικό για ένα συνέδριο είναι να προετοιμάσει θεωρητικά τα κομματικά μέλη για τα ζητήματα που εξετάζει, να διασφαλίσει την ενεργό κι ουσιαστική συμμετοχή τους. Να ευνοήσει την έρευνα και την αναζήτηση, να βγουν μελέτες και μπροσούρες που να φωτίζουν κρίσιμες πτυχές, να συνοδεύουν τα συνεδριακά ντοκουμέντα, εξοπλίζοντας το κομματικό δυναμικό. Να ανοίξει πλατιά τη συζήτηση και να εκφράζει στα υλικά του, ακόμα και στη μορφή ή τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, την έγνοια να καταστούν προσιτά και να διαδοθούν, να γίνουν κτήμα των λαϊκών μαζών, να εντάξει όσο το δυνατόν περισσότερο κόσμο στην προσυνεδριακή διαδικασία, τον εμπλουτισμό, τη διαμόρφωση προτάσεων. Να δίνει το πρωτογενές υλικό και τα αριθμητικά στοιχεία  (στρατολόγηση, επιρροή σε συνδικάτα, συμμετοχή σε απεργίες) για να γίνονται συγκεκριμένες εκτιμήσεις και να βγαίνουν συμπεράσματα, να ελέγχεται και να γενικεύεται η πείρα του προηγούμενου διαστήματος.

Να αλλάξει ριζικά την εικόνα του συντρόφου που συμμετέχει τυπικά σε μια διαδικασία, που διαβάζει διαγώνια και διεκπεραιωτικά τις θέσεις ή τσιτάρει μηχανικά μερικά αποσπάσματα για να δείξει πως έχει εμβαθύνει. Να καλλιεργήσει σε κάθε σύντροφο τη δυνατότητα να κάνει αφαιρέσεις και σε αυτή τη βάση –και όχι έξω από αυτήν- να εξειδικεύει στον χώρο του. Να σκέφτεται δημιουργικά, για να αφομοιώνει τη σημασία ενός συνεδρίου, να γνωρίζει τι μπαίνει στο επίκεντρο, τι επικαιροποιείται και τι αλλάζει. Και να αρχίσει τελικά ο καθένας μας να βάζει γόνιμους προβληματισμούς για ζητήματα, που δεν έχουν και τόσο αυτονόητες απαντήσεις.

Ποια είναι η ακριβής διαδικασία που ακολουθείται σε ένα συνέδριο; Ποιες αλλαγές έχουν γίνει κατά καιρούς σε αυτή τη διαδικασία; Γιατί κρατούσαν περισσότερες μέρες αυτές οι διαδικασίες παλιότερα; Ποια ήταν η πείρα από τη διεξαγωγή τους σε ετήσια βάση και γιατί εγκαταλείφθηκε ως επιλογή; Και γιατί γράφονταν και ψηφίζονταν ξεχωριστά, αν δεν κάνω λάθος, πολλές ξεχωριστές εισηγήσεις από τα μέλη του πολιτικού γραφείου;


Αυτές είναι μερικές ενδεικτικές αφιλτράριστες απορίες σε σχετικά εμβρυακή μορφή. Τις αφήνω εδώ κι επιφυλάσσομαι να τις αναπτύξω καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα σε κάποια μελλοντική ανάρτηση.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Εισαγωγή στον τρίτο τόμο του δοκιμίου

Πρέπει να το είχα αναφέρει και σε μια παλιότερη ανάρτηση πως η καλύτερη εισαγωγή για το θέμα και την περίοδο που εξετάζει ο τρίτος τόμος του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος είναι το δεύτερο μέρος της βιογραφίας του χαρίλαου από το θεοχαράτο· το οποίο πιάνει χοντρικά την ίδια περίοδο, από το 73’ ως το 93’, που ο φλωράκης έπαψε να είναι βουλευτής, και αποτελεί κατά τον χαρίλαο τη μεγαλύτερη πολιτική ομιλία του. Ένα πολιτικό μανιφέστο, το οποίο κατά μείζονα λόγο δεν αποτελεί ιστορία –αν και έχει και τέτοιο χαρακτήρα- καταλήγοντας έτσι να έχει (κι αυτό) μορφή δοκιμίου, όπως σημειώνει ο θεοχαράτος. Ο οποίος στον πρόλογό του συμπληρώνει ότι φέρει αποκλειστικά την ευθύνη για τα σημεία όπου δεν είναι ικανοποιητική η προσέγγιση, ενώ για όσα κατορθώνει να πει τα πράγματα με το όνομά τους, η εύφημη μνεία ανήκει στον φλωράκη.



Ήδη από την εισαγωγή πάντως, ο αναγνώστης σκοντάφτει σε κάποια σημεία, όπου καλείται να μαντέψει αν αποτυπώνουν την πολιτική σκέψη του χαρίλαου ή απηχούν τις απόψεις του συγγραφέα. Γράφει κάπου πχ ο θεοχαράτος πως ούτε η μεταπολίτευση του 74’ ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες του ελληνικού λαού, ούτε η μεταπολίτευση της μεταπολίτευσης του 81’ έφερε την αλλαγή, δηλ την εθνική κυριαρχία και τη διεύρυνση της πολιτικής δημοκρατίας προς την κοινωνία και την οικονομία. Κάτι χειρότερο: η μεταπολίτευσης της μεταπολίτευσης δυσφήμησε τις έννοιες και του σοσιαλισμού και της αλλαγής.
Και σε ένα άλλο σημείο εκτιμά πως θα ήταν αυτοκτονία για το κκε να πάει ενάντια στο ρεύμα και να μη συμπορευτεί με το πασόκ.

Υπ’ όψιν πως ο θεοχαράτος δεν ήταν κάποιος (έντιμος έστω, καλός) πασόκος αλλά σταθερός οπαδός του κουκουέ, με τις δικές του ιδέες και τις αντιφάσεις του, που καταγγέλλει τον εγχώριο δικομματισμό ως κατ’ ουσίαν μονοκομματισμό και την πολιτική μετάλλαξη του πασόκ. Αναφέρει μάλιστα και ένα διάλογο που είχε ο φλωράκης με τον παπανδρέου το βράδυ των εκλογών του 81’, όταν τηλεφώνησε ο χαρίλαος στον ανδρέα να τον συγχαρεί για το αποτέλεσμα και αυτός του απάντησε πως θα τον φώναζε την επομένη να μιλήσουν για την κυβέρνηση. Τελικά η επόμενή τους επαφή ήρθε μόλις έξι μήνες αργότερα, με τον παπανδρέου να καλεί ενοχλημένος το φλωράκη για μια δήλωση που έκανε στη θεσσαλονίκη, όπου στην ερώτηση (πρασινοφρουρού) δημοσιογράφου για το αν βλέπει αλλαγή, του απάντησε χωρίς περιστροφές: αλλαγές βλέπω, αλλαγή δε βλέπω…

Κι έτσι να τη πάλι μπροστά μας η αλλαγή. Που βρισκόταν και στον προγραμματικό λόγο του κκε της εποχής, ως πραγματική αλλαγή ή αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό και πιο πριν στον πολιτικό λόγο της εδα, ως εθνική δημοκρατική αλλαγή κι ως εναλλακτική πιθανή ανάλυση του αρκτικόλεξου στον τίτλο της.
Τα ερωτήματα λοιπόν παραμένουν. Διερμηνεύει σωστά την πολιτική σκέψη του χαρίλαου στο σύνολό της ο συγγραφέας; Η αλλαγή ήταν τακτικό σύνθημα που απευθυνόταν στις μάζες η πολιτικός στόχος του κόμματος; Και το πασόκ την πρόδωσε ή μήπως τελικά εξέφρασε την ουσία και τα όριά της;

Μπορούμε να θέσουμε τον ίδιο προβληματισμό και σε διαφορετική ιστορική κλίμακα, για να γίνουν κάποιοι παραλληλισμοί. Αν το πασόκ λεηλάτησε τη βάση και τα συνθήματα της αριστεράς, και κατά βάση τους παλιούς εαμίτες, βάζοντας τέλος στην κυριαρχία της δεξιάς και του παρακράτους, δηλ των νικητών του εμφυλίου, μπορούμε να ισχυριστούμε πως εξέφρασε ως ένα βαθμό και την πολιτική του εαμ; Πως η αλλαγή ήταν η επικαιροποίηση και μεταφορά του εαμικού συνθήματος της λαοκρατίας στα δεδομένα της δεκαετίας με τις βάτες; Κι ότι ο εκφυλισμός της ήταν μια εκ των υστέρων κρίση της ιστορίας για τους κινδύνος και τις αντιφάσεις που υπήρχαν στην πολιτική και τη στρατηγική του εαμ;

Για να προλάβω τυχόν αντιδράσεις, τα παραπάνω ερωτήματα δεν υπονοούν ότι το πασόκ αποτέλεσε την ιστορική συνέχεια του εαμ –όπως θέλησαν να το παρουσιάσουν οι πασόκοι, προσπαθώντας να το καπηλευτούν και να δανειστούν τη λάμψη του- ή αντιστρόφως πως το εαμ κατά βάθος ήταν και λίγο πασόκ, επειδή είχε ρεφορμιστικές αυταπάτες. Τα αναφέρω κυρίως για να δείξω πόσο πιο έμπειρο και ώριμο ήταν το αστικό μπλοκ για να σπεκουλάρει και να αξιοποιήσει τις δικές μας αντιφάσεις.

Το 45’ οι αστοί νίκησαν με τη δύναμη των όπλων, με φωτιά και τσεκούρι όπως γράφει κι ο αβέρωφ, μόνο που ήταν αγγλοσαξονικής προέλευσης. Οι άγγλοι κι ο παλιός πολιτικός κόσμος παρουσιάστηκαν ως σύμμαχοι στο πλαίσιο της εθνικής ενότητας και της διεθνούς, αντιφασιστικής συμμαχίας και όχι επειδή προέκυπτε κάτι τέτοιο από τις πράξεις τους και την πολιτική τους. Και ο παπανδρέου ο παπατζής (ο α’) μόλις που σκέπαζε την ανοιχτά εχθρική στάση τους προς το εαμ, για να τεθεί επικεφαλής της κυβέρνησης και να αφοπλίσει τον ελας και το λαϊκό κίνημα –χρειάστηκε να μεσολαβήσει βέβαια κι η σύγκρουση του δεκέμβρη. Και τη μέρα της άφιξής του στην ελλάδα το 44’, αναγκάστηκε κάτω από την πίεση του πλήθους να πει υποκριτικά το περίφημο «και εις τη λαοκρατίαν πιστεύουμε…», χωρίς να πείσει κανένα για την ειλικρίνειά του και τις πραγματικές του προθέσεις.

Στη δεκαετία με τις βάτες αντιθέτως, οι αστοί νίκησαν με τη σοσιαλδημοκρατία και τη δύναμη της λαϊκής ενσωμάτωσης, ενώ το κίνημα αφοπλίστηκε μόνο του ιδεολογικά και πολιτικά χωρίς να χρειαστεί καν να μεσολαβήσει κάποια σύγκρουση. Το πασόκ θεωρήθηκε σύμμαχος στη λογική του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων εναντίον της δεξιάς αντίδρασης κι όχι στα πλαίσια κάποιου εθνικού αντιφασιστικού αγώνα. Κι ο παπαναδρέου ο β’ διακήρυξε αυτοβούλως μια δική του σύγχρονη 'πίστη' στη λαοκρατία ως ιδανικό, παραπλανώντας όσους πίστεψαν πως το πίστευε ειλικρινά. Παράλληλα, αυτός ο παπατζής κατάφερε να παίξει άριστα το φιλοσοβιετικό χαρτί, έχοντας βέβαια να αντιμετωπίσει και μια διαφορετική σοβιετική ένωση, που ευνοούσε ανοιχτά τις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις στη δύση.

Είναι πολύ αποκαλυπτική σχετικά με αυτό μια αποστροφή του ανδρέα που μεταφέρει ο θεοχαράτος στην εισαγωγή του βιβλίου του, από μια επίσκεψη του τελευταίου στο σπίτι αθηναίου εκδότη και τη συνομιλία του με κάποιους δημοσιογράφους:
«Στην Ελλάδα υπάρχει μια παραδοσιακή Δεξιά που έχει σχέσεις με τη Δύση και ειδικά με την Ουάσιγκτον και μια παραδοσιακή Αριστερά που έχει σχέσεις με την Ανατολική Ευρώπη και ειδικά με τη Μόσχα. Οποιοδήποτε νέο κόμμα, λοιπόν, φιλοδοξεί να κατακτήσει και να διατηρήσει την «εξουσία», οφείλει να υπερκεράσει τη Δεξιά μέσω της Ουάσιγκτον και την Αριστερά μέσω της Μόσχας»

Είναι εντυπωσιακό πάντως, σε κάθε περίπτωση, πώς κατάφερε να παρουσιαστεί ως φιλοσοβιετικός και οπαδός του κινήματος των αδεσμεύτων ένας αμερικανοτραφής πολιτικός της πλήρους εμπιστοσύνης της ουάσιγκτον· και ως συνεχιστής του εαμ ένας «άκαπνος» πολιτικός, που βρισκόταν στο εξωτερικό την εποχή του μεγάλου έπους της αντίστασης και της ηρωικής δεκαετίας του 40’.

Αν θέλουμε βέβαια να συνεχίσουμε τον παραλληλισμό, θα μπορούσαμε να προεκτείνουμε τους ιντριγκαδόρικους συνειρμούς στις διαπραγματεύσεις για την οικουμενική και την κυβέρνηση εθνικής ενότητας αντιστοίχως. Κι αν το εύκολο και προφανές συμπέρασμα είναι πως πρόκειται για κακές συμφωνίες, όπου πιθανότατα δεν έπρεπε καν να μπλέξουμε σε διαπραγμάτευση, υπάρχει και η άλλη όψη του νομίσματος που λέει πως ούτως ή άλλως μας την είχαν στημένη και στις δυο περιπτώσεις. Σαφώς και ήθελαν να μας στριμώξουν στην εκάστοτε κυβέρνηση με τους δικούς τους όρους, αλλά θα είχαν ανοιχτό μέτωπο εναντίον μας, ανεξαρτήτως κατάληξης.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι ούτε οι παπατζήδες, ούτε η στάση των σοβιετικών, αλλά οι δικές μας ευθύνες κι αδυναμίες. Αυτήν ακριβώς την έννοια έχει η κριτική εξέταση της εποχής και ο όρος «αποκατάσταση του επαναστατικού χαρακτήρα του κόμματος», που είχε δεχτεί καίρια πλήγματα τα προηγούμενα χρόνια, πριν αναλάβει δηλ γραμματέας ο –κρατούμενος στις φυλακές- φλωράκης. Ο οποίος μάλιστα είχε σημαντική πολιτική συμβολή σε αυτή την αποκατάσταση. Όπως σημείωνε και η αλέκα στον πρόλογο του βιβλίου του θεοχαράτου, ο καπετάνιος (γιώτης) στις φουρτούνες φάνηκε. Ο φλωράκης είχε σχεδόν προβλέψει μάλιστα, με το γνωστό θυμόσοφο πνεύμα του, το θόρυβο και τους όψιμους πολιτικούς θαυμαστές του, που εξανίστανται για την «αποκαθήλωσή» του απ’ το σύγχρονο κουκουέ, όταν έλεγε: παινεύουν τους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς… Αυτούς που ξέχασαν να πεθάνουν, για να θυμηθούμε και το ριζοσπάστη διανοητή ζίζεκ.

Υπάρχει μία ακόμα τελευταία παράμετρος που θα ήθελα να συμπεριλάβω σε αυτή την εισαγωγή. Σε κάποιες παλιότερες συνεντεύξεις της ως γγ η αλέκα είχε αφήσει να εννοηθεί πως η συγγραφή του γ’ τόμου θα καθυστερούσε κάπως, γιατί πρέπει να την αναλάβουν οι επόμενες γενιές, που δε θα έχουν ζήσει τα γεγονότα από πρώτο χέρι και θα τα εξετάσουν με την απαραίτητη αποσταασιοποίηση.

Από την άλλη ωστόσο είναι πολύ σημαντικό –και θα αναλύσουμε και σε επόμενες αναρτήσεις τους λόγους- να καταγραφούν οι μαρτυρίες στελεχών και μελών που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στα γεγονότα της περιόδου, στο πλαίσιο της προετοιμασίας της συγγραφής του τόμου και ως βοηθητικό, προπαρασκευαστικό υλικό για τη σχετική συζήτηση. Πρέπει δηλαδή να γράψουν κείμενα, μαρτυρίες, βιβλία και μάλιστα πολλά, για φωτίσουν πτυχές, να δώσουν τροφή για σκέψη και προβληματισμό, προτού καταλήξει συλλογικά το κόμμα στην επεξεργασία και την τελική μορφή του τόμου. Και αυτό αφορά πρωτίστως κορυφαία στελέχη, όπως η ίδια η αλέκα κι άλλα στελέχη της γενιάς της.


Με αυτή την παρατήρηση κλείνω την εισαγωγή, κρατώντας κάβα κάποιες σκέψεις για τα επόμενα κείμενα.

Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Σχετικά με την πολιτική αντιπαράθεση

Οπορτουνισμός είναι η επίδραση της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα λέει κάπου ο λένιν δίνοντας έναν πολύ εύστοχο συνοπτικό ορισμό, τόσο για τις «καθαρές εκδηλώσεις» του οπορτουνισμού, όσο και για τις ταλαντεύσεις εντός της επαναστατικής πτέρυγας του εργατικού κινήματος και των πολιτικών του οργανώσεων. Σήμερα η σύνδεση των ποικιλώνυμων οπορτουνιστικών ομάδων με το εργατικό κίνημα είναι αδύναμη κι υποτυπώδης, με σποραδικές εξαιρέσεις ανά κλάδους. Αλλά ο ορισμός του βλαδίμηρου αποκτά άλλη διάσταση και μια ιδιότυπη πρακτική εφαρμογή.

Ας πάρουμε το παράδειγμα ενός απεργιακού αγώνα στο δημόσιο, όπου ο οπορτουνισμός κάποιων δυνάμεων δεν εκδηλώνεται μόνο με τον κλασικό καιροσκοπισμό, πότε υπέρ ενός αγώνα διαρκείας μέχρι τελικής πτώσης, πότε καταλήγοντας στην απεργοσπασία. Η επίδραση της αστικής τάξης εδώ εκδηλώνεται πρωτίστως στον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζουν τους κομμουνιστές και τις δυνάμεις τους, φτάνει στο επίπεδο της πιο χυδαίας αστικής προπαγάνδας και καταλήγει να την αναπαράγει. Η βάση αυτού του χώρου διαπαιδαγωγείται με τρόπο που την καθιστά πρόθυμη να πιστέψει τα πάντα για το κκε που είναι προδοτικό, ξεπουλημένο και προπαντός στην αντίπερα όχθη –είτε είναι σε απόσταση από μια διαδικασία, οπότε κρατά καταστροφική σεχταριστική στάση, είτε συμμετέχει σε αυτήν, οπότε το κάνει για να την καπελώσει και να την προδώσει.

Το παιχνίδι αυτό είναι κουραστικό και προβλέψιμο. Η υπερεπαναστατική λογοκοπία που αγνοεί την πραγματικότητα ή τη βλέπει με παραμορφωτικούς φακούς, περιμένει υπολογισμένα αυτόν που θα πει τα αυτονόητα, για να πέσει πάνω του, επειδή λύγισε, να του φορτώσει την ήττα και να δικαιωθεί άνευ αγώνα για τη δική της ηρωική κι ασυμβίβαστη στάση. Δεν πρόκειται όμως μόνο γι’ αυτό, αλλά για κάτι ποιοτικά ανώτερο, για μια εμπάθεια, ένα σχεδόν ταξικό μίσος, εφάμιλλο των κορυφαίων αστών δημοσιολόγων, που είναι τουλάχιστον υποχρεωμένοι λόγω θέσης να κρατάν κάποια προσχήματα και να λεν κάθε τόσο για ξεκάρφωμα δυο καλά λόγια, υπολογισμένα για τους δικούς τους σκοπούς.
Έτσι φυσικά μπορεί να βρίσκεται ένας εύκολος παίχτης για κάθε ήττα αλλά δεν πρόκειται ποτέ να βγούνε χρήσιμα κι ουσιαστικά συμπεράσματα για τις αδυναμίες και τα πραγματικά αίτια, για να διορθωθούν.

Αντίστοιχα παραδείγματα μπορεί να αντλήσει κανείς από την κριτική στις θέσεις, τα συνέδρια και την ιστορική διαδρομή του κουκουέ, που ως επί το πλείστον εξαντλείται σε εύκολους αφορισμούς κι απλοϊκά σχήματα, αντικρουόμενα πολλές φορές, για να θυμίζουν αυτό που έγραψε κάποτε ο μίσσιος για το βασικό κίνδυνο που είναι σαν το μουνί της χήρας, που ‘παιζε με τον ψαρά και του έτρωγε τα ψάρια. Μπροστά το έχω ή πίσω; το ρώταγε. Μπροστά έλεγε ο ψαράς, τούρλωνε η χήρα τον κώλο και του ‘παιρνε τα ψάρια. Πίσω έλεγε την άλλη μέρα ο ψαράς. Σήκωνε τα φουστάνια η χήρα, του ‘παιρνε τα ψάρια. Κι ο ψαράς που τη γουστάριζε μονολογούσε: αν δε σταθεροποιηθεί το απαυτό της χήρας δε βλέπω μεροκάματο.
Έτσι και με το βασικό κίνδυνο, μια ερχόταν από τα δεξιά, μια από αριστερά, κι εκεί που στραβώναμε τα μάτια μας με τσιτάτα και ντοκουμέντα, να πούμε ότι είναι ολοφάνερο ότι ο κίνδυνος για το κίνημα είναι από τη μια, να σου και μας έβγαινε απ’ την άλλη και δώσ’ του πάλι απ’ την αρχή, από την ανάποδη τώρα, να λέμε τα αντίθετα.

Έτσι κι η κριτική στο κουκουέ το βρίσκει πότε τροτσκιστικό, πότε κολλημένο στο μουστάκι του στάλιν, πότε υπερεπαναστατικό και σεχταριστικό, πότε ρεφορμιστικό και ξεπουλημένο, πότε να προδίδει την ιστορία του, πότε προσκολλημένο στο παρελθόν και τη δεκαετία του τριάντα. Όταν είσαι κόμμα παντός καιρού κι η πολεμική εναντίον σου έχει πάντα το ίδιο σαφές στίγμα: ή θα βρέξει, ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει. Τον κακό τους τον καιρό δηλαδή…

Ύστερα από ένα σημείο κάποιες περιπτώσεις αρχίζουν ν’ αποκτούν καλτ αποχρώσεις. Επιστρέφοντας στη βάση της η κε του μπλοκ αποκατέστησε την επαφή της με το πριν, την εφημερίδα της ανεξάρτητης αριστεράς και της εξαρτημένης ελλάδας, που άλλαξε πρόσφατα τη γραμματοσειρά που χρησιμοποιούσε, όχι όμως και τα πολιτικά της χούγια. Το ρεπορτάζ για το τρίτο συνέδριο του ναρ, που το υπογράφουν ελαφρός και παπαμακάριος, μας ενημερώνει πως σε αντίθεση με το συνέδριο του κκε, το οποίο τελείωσε μια μέρα νωρίτερα, λόγω έλλειψης τοποθετήσεων, το συνέδριο του ναρ θα μπορούσε να κρατήσει μία ημέρα ακόμη λόγω πληθώρας ομιλητών! Κι ότι υπήρξε μια πραγματική βροχή από αιτήσεις ομιλιών, που θα τίναζε το όλο πρόγραμμα στον αέρα εάν δεν υπήρχε ο σχεδόν απόλυτος σεβασμός στη διαδικασία και δε γίνονταν οικειοθελείς αποσύρσεις ή αν δεν παρατείνονταν η δεύτερη ημέρα του συνεδρίου μέχρι τα μεσάνυχτα.

Για όποιον ξέρει να διαβάζει πίσω από τις γραμμές και να διερμηνεύει το ιδιόλεκτο του ρεύματος, ο σχεδόν απόλυτος (αλλά όχι απολύτως απόλυτος) σεβασμός στη διαδικασία και η παράταση μέχρι τα μεσάνυχτα της δεύτερης μέρας είναι ο εύσχημος τρόπος για να δικαιολογηθεί ο κακός προγραμματισμός ή η μη εφαρμογή του χρονοδιαγράμματος και οι εργασίες μέχρι τελικής πτώσης, που είναι γνωστές κι ως διαδικασίες για βάλιουμ. Κατά τα άλλα, δεν αμφιβάλλει κανείς πως αν μπορούσαν να μιλήσουν όσοι ήθελαν, για όσο χρόνο κι όσες φορές ήθελαν, πιθανότατα οι ναρίτες θα συνεδρίαζαν μέχρι σήμερα.

Παρεμπιπτόντως, το πιο ωραίο για το συνέδριο του ναρ, μου τόπε το λαϊκό στρώμα, που το αλίευσε από κάποιο ναρίτη στο φέισμπουκ, που έγραψε: πάλι με κοροϊδέψατε σύντροφοι, πάλι δεν γίναμε κόμμα. Ναι, αλλά πρόσθεσαν στον τίτλο τους το εμπρόθετο σύνολο «για την κομμουνιστική απελευθέρωση» για να κάνουν πιο φανερές τις προθέσεις τους. Κι έτσι έγιναν Ν.Α.Ρ. γ.τ.Κ.Α, που μόνο ένας εμπαθής θα το 'εκλαΐκευε' ως ‘γατάκια’ –κι εμείς δεν είμαστε τέτοιοι.

Όσο για το συνέδριο του κουκουέ, ένας στοιχειωδώς έντιμος παρατηρητής θα γνώριζε πως αυτό που επισπεύσθηκε ήταν το δεύτερο μέρος για την εκλογή της κε και του νέου γγ, κι όχι το πρώτο με τις τοποθετήσεις, που ήταν πλούσιες και δωδεκάλεπτες, επειδή τόσο προέβλεπε το χρονοδιάγραμμα και όχι με  νταβατζιλίκι, εις βάρος του προεδρείου και των επόμενων ομιλητών. Για να μην πιάσουμε το εύρος και τον πλούτο του προσυνεδριακού διαλόγου –που κι αυτός είναι κομμάτι του συνεδρίου- γιατί μιλάμε για τελείως διαφορετικά μεγέθη, που δεν αντέχουν σε σύγκριση.

Κλείνουμε αυτή την ενδεικτική λίστα με τα «εξ οικείων» βέλη, που είναι και τα πιο φαρμακερά. Ο λόγος για ένα κείμενο στον εργατικό αγώνα, που ασκεί πολεμική ενάντια στο πρόσφατο κείμενο του πγ της κετουκε στην κομεπ και την πολιτική της ηγεσίας του κουκουέ -που μπορεί να έχει ψηφιστεί με συντριπτική πλειοψηφία στο συνέδριο, αλλά αυτό δε συνιστά τεκμήριο ορθότητας, όπως μας λέει ο βλ (γιατί πχ κι ο δικομματισμός συγκέντρωνε συντριπτικά ποσοστά τόσα χρόνια) χωρίς ωστόσο να αντιπροτείνει κάποιον άλλο τρόπο για να παίρνονται στα συνέδρια του κόμματος σωστές αποφάσεις –όπως πχ η δική του μειοψηφούσα άποψη.

Το καλύτερο όμως μας το φυλάει για τον επίλογο, όπου κάνει εντυπωσιακό φινάλε συγκρίνοντας αποσπάσματα από το κείμενο του πγ με κείμενα κάποιων τροτσκιστικών και μαοϊκών οργανώσεων, για να αποδείξει την ταύτιση των απόψεων της ηγεσίας με αυτές τις ομάδες. Το σκεπτικό αυτό είναι τόσο έξυπνο, που το εφάρμοσαν και οι ασφαλίτες που συνέταξαν την επαναστατική προκήρυξη των μαχόμενων επαναστατικών ομάδων για τη δολοφονία των χρυσαυγιτών, ένα περιβόλι με τσιτάτα για όλα τα γούστα, όπου κάθε αριστερός μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του και κάποια τσιτάτα που εκφράζουν τον χώρο του. Θα μπορούσαμε λοιπόν να ανταποδώσουμε αυτή την έξυπνη τακτική με αντίστοιχα αποσπάσματα που θα ταύτιζαν τον εργατικό αγώνα με το σαμίρ αμίν και τον καζάκη ή το μαοϊκό ρεύμα στο ζήτημα της εξάρτησης ή με τους τροτσκιστές για το μεταβατικό πρόγραμμα και για το ενιαίο μέτωπο με τη γσεε. Κι έτσι θα δίναμε συναρπαστική τροπή με ακλόνητα επιχειρήματα σε έναν τόσο γόνιμο διάλογο.

Δε θα μπορούσα ωστόσο να εκτιμήσω ολόπλευρα το βάθος και την ποιότητα αυτής της επιχειρηματολογίας, αν δεν είχα βρει την αρχική της πηγή κι αυτό που μου θύμιζε εξ αρχής. Ένα παλιό φυλλάδιο του ρήγα φεραίου αν θυμάμαι καλά, που είχε απομονώσει φράσεις από κομματικά ντοκουμέντα και εκκλησιαστικά κείμενα του κατηχητικού και καλούσε τον αναγνώστη να βρει από πού προέρχονταν η κάθε φράση –καθώς έμοιαζαν αρκετά μεταξύ τους. Τότε μόνο συνειδητοποίησα το βάθος αυτού του συλλογισμού και υποκλίθηκα στο μεγαλείο του. Κλαπ-κλαπ-κλαπ…

Θα μπορούσαμε να επεκταθούμε σε κάποιο άλλο κείμενο και στην ταμπακέρα της κριτικής, πχ στο ζήτημα της κυβέρνησης και τη στάση των κομμουνιστών. Αλλά προσωπικά με έχει κουράσει πολύ η εκπληκτική μονομέρεια των αναλύσεων που παίρνουν επιλεκτικά πχ την απόφαση του 4ου συνεδρίου της κομιντέρν, αλλά αγνοούν επιδεικτικά το τρίτο συνέδριο που είχε πάρει διαφορετική θέση –και αντιστρόφως- διαλέγοντας κάθε φορά από τον μπουφέ της ιστορίας εκείνα τα παραδείγματα που επιβεβαιώνουν ένα ήδη αποφασισμένο συμπέρασμα, που τις απαλλάσσει από τη δύσκολη ευθύνη της συγκεκριμένης ανάλυσης της πραγματικότητας της εποχής τους.


Στο τέλος της ημέρας ξεχειλίζεις από αισιοδοξία για την τόσο υψηλή στάθμη (που ξεχείλισε κι αυτή) της «πολιτικής αντιπαράθεσης» και του τρόπου με τον οποίο διεξάγεται. Δεν είναι μόνο η (συνειδητή ή μη, μικρή σημασία έχει) αναπαραγωγή της αστικής προπαγάνδας για το κουκουέ κι η εκπληκτική μονομέρεια σε κάποια ζητήματα με προκάτ συμπεράσματα. Το πιο βασικό είναι ότι αυτή η αστική στην ουσία της θορυβώδης πολεμική σκεπάζει οποιονδήποτε σοβαρό κριτικό λόγο, αποπροσανατολίζει την αντιπαράθεση κι ακυρώνει εν πολλοίς τις ανησυχίες και το διάλογο που αναπτύσσεται, καταφέρνοντας έτσι τη μεγαλύτερη ζημιά. Γιατί το κουκουέ δεν είναι τέλειο κι έχει ανάγκη από γόνιμη κριτική, που είναι απαραίτητη σαν το οξυγόνο. Κι όχι από βρώμικο, πνιγηρό, χαμηλής στάθμης πόλεμο, που καταλήγει σε ντροπαλό αντικομμουνισμό.

Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2013

Πόσο μ’ αρέσεις τελεβιζιόν…

Τι έχουμε μάθει φέτος από το αναγεννημένο τηλεοπτικό σκηνικό στην ελλάδα της κρίσης που γίνεται ευκαιρία; Σε τι γίναμε σοφότεροι από τις πολιτικές συζητήσεις και τις εκπομπές διαλόγου που παρακολουθήσαμε;

Καταρχάς είχαμε την επιστροφή στα τηλεοπτικά δρώμενα του χατζηνικολάουυ, που είναι έξυπνος δημοσιογράφος κι ακόμα πιο έξυπνος επιχειρηματίας, μαζεύοντας όλα τα δυνατά χαρτιά στο ‘αληθινό’ ραδιόφωνο του real, που κάνει πάρτι πρωτιάς στις ακροαματικότητες. Και δεν έχει κανένα πρόβλημα να φιλοξενεί στη συχνότητά του και δηλωμένους κομμουνιστές ή συμπαθούντες, σαν τον μπογιόπουλο, την κανέλλη και τους συντελεστές της ελληνοφρένειας, εφόσον του εξασφαλίζουν αυτά τα νούμερα, μαζί με το άλλοθι της πολυσυλλεκτικής αντικειμενικότητας. Όπως λέει και ένα γνωστό τσιτάτο, οι καπιταλιστές είναι ικανοί να μας πουλήσουν και το σχοινί με το οποίο θα τους κρεμάσουμε, προκειμένου να βγάλουν κέρδος.

Ο χατζηνικολάου αποδείχτηκε αρκετά έξυπνος, ώστε να βάλει στο περιθώριο το οννεδίτικο παρελθόν του και να πλασάρει ένα μετριοπαθή κριτικό αντιμνημονιακό λόγο, που έμοιαζε με όαση στη γενική ξεραΐλα του ειδησεογραφικού τοπίου. Κι ανάγκασε εν μέρει και τους ανταγωνιστές του να προσαρμόσουν ανάλογα το δικό τους λόγο, κρατώντας μερικά προσχήματα, για να μην εκτίθενται χειρότερα κι από κυβερνητικό εκπρόσωπο.


Η μεγάλη φετινή καινοτομία του (εκτός από τη μετατόπισή του σε θέση πολιτικού σχολιαστή του δελτίου αντί για παρουσιαστής ειδήσεων) ήταν θεωρητικά το κοινό του ενικού στο στούντιο, με τις άμεσες ερωτήσεις και τον απευθείας διάλογο με τους πολιτικούς, πέρα από την ξύλινη, καθιερωμένη δομή αυτών των εκπομπών.
Αυτό το καινούριο στοιχείο κέντρισε αρχικά την περιέργεια και το ενδιαφέρον αρκετών τηλεθεατών, που κινούνταν από διαφορετικά ελατήρια. Από το να δουν ένα τηλεοπτικό στούντιο να γίνεται αρένα και να το απολαύσουν τρώγοντας ποπ-κορν και πατατάκια ως συνοδευτικό του θεάματος. Μέχρι το να παρακολουθήσουν μια πιο ουσιαστική συζήτηση με καίρια ερωτήματα που να στριμώχνουν στον τοίχο τους κρατούντες και να επέλθει ένα είδος τηλεοπτικής κάθαρσης σε συναισθηματικό επίπεδο για τους τηλεθεατές που πλήττονται άμεσα από την πολιτική που εφαρμόζεται.

Γρήγορα βέβαια οι ελπίδες αυτές αποδείχτηκαν φρούδες κι εξανεμίστηκαν. Γιατί το αστικό πολιτικό προσωπικό είναι είτε αρκετά χοντρόπετσο, ώστε να μην το νοιάζει που εκτίθεται με όσα λέει, είτε ειδικευμένο να ξεφεύγει επαγγελματικά σα χέλι από την ουσία του πράγματος με περίτεχνες φράσεις και καταιγισμό αριθμών που ευημερούν. Και ο ενδεδειγμένος τρόπος για να ξεφύγει από τον κλοιό ένα πολιτικό παχύδερμο είναι να διαλαλήσει σε όλους τους τόνους την ευαισθησία του για το δράμα που περνά η χώρα κι οι συμπολίτες μας αυτή την περίοδο και πόσο βαθιά τον έχει συγκλονίσει.


Την περασμένη βδομάδα για παράδειγμα ο βρούτσης στον ενικό είχε ως μόνιμη επωδό σε ό,τι κι αν του έλεγαν, μια κασέτα που έλεγε: έχετε δίκιο, σας καταλαβαίνω. Κι αν ήταν πιο κοντά στο κοινό, σε απόσταση βολής, μπορεί να τους έκανε κι ένα φιλικό ταπ-ταπ στην πλάτη, ως έμπρακτο δείγμα της ενεργού συμπαράστασης της πολιτείας. Μέχρι που τον περιέλαβε κάποιος από το κοινό και ξέσπασε: δε θέλω να μου πεις ότι καταλαβαίνεις το πρόβλημα, λύση θέλω. Για να του απαντήσει ο βρούτσης «δε θα σας πω πως συμμερίζομαι το πρόβλημά σας, αφού δε θέλετε… Αν και είναι αλήθεια!».
Μπράβο ρε γίγαντα, την ατάκα σου εσύ…

Οι απαντήσεις για την ταμπακέρα δεν είχαν περισσότερη πρωτοτυπία. Παραδέχονταν μεν την ύπαρξη του προβλήματος, αλλά έβαζαν ως προοπτική το επόμενο χρονικό διάστημα, που θα εφαρμοστούν διάφορα ηλεκτρονικά προγράμματα με ωραίες ονομασίες (ήλιος, άτλας, εργάνης) και θα επιλύσουν αυτομάτως όλες τις παθογένειες, ενώ ο ουρανός θα γίνει πιο γαλανός. Με τον ήλιο τα βάζω, με τον άτλα τα βγάζω, τι έχουν οι έρμοι οι συνταξιούχοι και ψοφάνε;

Την περασμένη βδομάδα παρεμπιπτόντως βγήκαν τα μισθολογικά στοιχεία από το πληροφοριακό σύστημα εργάνης και ο ριζοσπάστης δημοσίευσε ένα διαφωτιστικό στατιστικό πίνακα, όπου φαίνεται πως το 80% των μισθωτών του ιδιωτικού τομέα αμείβεται με λιγότερα από 1500 ευρώ μικτά το μήνα –ενώ ένας στους πέντε εργαζόμενους έχει απολαβές που δε φτάνουν ούτε καν τα 500 μικτά. Κάτι που δείχνει το μέγεθος της φτώχιας και της εξαθλίωσης στη σημερινή ελλάδα, ιδίως αν συνυπολογίσουμε πως το σύνθημα που βάζει το παμε για 1500 βασικό μισθό, δε βγαίνει σαν αθηνά από το κεφάλι μας, αλλά έπαιρνε υπόψη του το όριο φτώχιας.

To 80% του ιδιωτικού τομέα παίρνει κάτω από 1500 μικτά
Αλλά το πιο απογοητευτικό κομμάτι στον ενικό είναι το ίδιο το κοινό, που σε κάνει συχνά ν’ απορείς από πού το ψωνίζει ο χατζηνικολάου (πιθανόν απ’ το κοινό του καζάκη) και γιατί δηλώνει συμμετοχή στην εκπομπή, εφόσον δεν έχει κάτι δικό του να πει και δανείζεται κλισέ που έχει αποστηθίσει απ’ τα δελτία, για να συνθέσει άποψη –γιατί ως γνωστόν, η κοινή γνώμη δεν έχει γνώμη. Δέχεται ευχάριστα, σα ζάπινγκ, τις μικρές εναλλαγές, αλλά δε σκέφτεται ποτέ να κλείσει την τηλεόραση και να αλλάξει το έργο, μένοντας προσκολλημένη με τη δύναμη της συνήθειας στον καναπέ. Υπνωτίζεται από οθόνης και παπαγαλίζει όσα άκουσε, όπως στην υπνοθεραπεία, με τις ίδιες ακριβώς κούφιες φράσεις, που δεν είναι καν ξύλινες. Αναπτύσσει τηλεοπτική συνείδηση και μαθαίνει να μιλά και να σκέφτεται με όρους τηλεοπτικούς και ελεγχόμενους, ακόμα και να αντιδρά ή να ‘εξεγείρεται’ στα πρότυπα της κοινωνίας του θεάματος, χάνοντας κάθε στοιχείο αυθεντικής λαϊκότητας.

Εδώ μπορεί να κολλήσει ένας πιο συνολικός προβληματισμός για το είδος και την ποιότητα του διαλόγου που μπορεί να γίνει στην τηλεόραση. Μια αρθρογράφος της ελευθεροτυπίας εξηγούσε την άρνησή της σε μια τηλεοπτική πρόσκληση και επικαλέστηκε μεταξύ άλλων μια πρόσφατη έρευνα που έδειχνε πως «ο μέσος όρος διακοπής καλεσμένου σε talk show στην προ εικοσαετίας κρατική ήταν περί τα τέσσερα λεπτά, ενώ σήμερα τα είκοσι πέντε δευτερόλεπτα!»

Αναρωτιέται κανείς συνεπώς πόσο εύκολο είναι να αναπτύξει έναν ολοκληρωμένο συλλογισμό σε τέτοια πάνελ και αφετέρου πόσοι σύγχρονοι τηλεθεατές θα μπορούσαν να παρακολουθήσουν μέχρι τέλους μια συζήτηση «παλαιού τύπου» από ένα κοινό που έχει διαπαιδαγωγηθεί στην κουλτούρα της ατάκας και αδυνατεί να αποκωδικοποιήσει πιο σύνθετα μηνύματα που ξεπερνούν αυτό το μέγεθος.

Τις προάλλες πχ βρέθηκαν μαζί στο πάνελ του ενικού ο παφίλης κι ο μπογιόπουλος, ως εκπρόσωπος του κουκουέ και συνεργάτης του ενικού αντίστοιχα, δηλ δύο από τους ικανότερους αγκιτάτορες του κόμματος, με ευρύτερες συμπάθειες, που τηρουμένων των αναλογιών είναι σαν απαγορευμένη φαντασίωση ή σα να έχεις πχ στο τραπέζι σου πίτσα μαζί με πιτόγυρα. Ειδικά ο παφίλης έκανε μια φοβερή κατά τη γνώμη μου εκλαϊκευτική ανάλυση, που αξίζει να τη δει κάποιος είτε τοποθετεί τον εαυτό του κοντά στο κόμμα είτε όχι. Για να ακούσει όμως κανείς ζωντανά ένα δεκάλεπτο σοβαρής ανάλυσης, έπρεπε να περιμένει ένα τρίωρο μαζί με τις διαφημίσεις και να λουστεί όλα τα υπόλοιπα, χώρια οι διακοπές του φιλελφασίστα τζήμερου.


Στο τέλος τουλάχιστον βγήκε η είδηση πως σε κάποια από τις επόμενες εκπομπές ο χατζηνικολάου θα φιλοξενήσει τον κουτσούμπα που είναι πολύ καλός όταν έχει χρόνο να αναλύσει τη σκέψη του. Το θέμα είναι τι κοινό θα έχει να αντιμετωπίσει και αν θα είναι το ίδιο επιθετικό όσο ήταν προεκλογικά και με την αλέκα, όπου κάποιοι επαγγελματίες αγανακτισμένοι σηκώθηκαν να φύγουν από το studio, πριν καν τελειώσει η εκπομπή, ενώ μετά ήταν αρνάκια στον τσίπρα και τον κουβέλη –ο τελευταίος πρέπει να τους νανούριζε κιόλας με το λόγο του.


Σε φιλικό περιβάλλον πάντως ο κουτσού πιάνει μία ώρα τουλάχιστον στις ομιλίες του. κι αν ποτέ γίνει η επανάσταση, νομίζω πως θα βάλει στο μάτι και το ρεκόρ του φιντέλ στον οηε…

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2013

Θα είχαμε γίνει Βουλγαρία

Ευτυχώς που δε νίκησαν οι κομμουνιστές στον εμφύλιο, γιατί σήμερα θα ήμασταν σαν την αλβανία του χότζα και τη βουλγαρία...
είναι το (κυριολεκτικά) αήττητο επιχείρημα που παρηγορεί τις αμφιβολίες των δεξιών και νομιμοποιεί στις συνειδήσεις τους τα ιστορικά πεπραγμένα της παράταξής τους. Και είναι οπωσδήποτε θλιβερό να βλέπεις παλιούς αγωνιστές να ενώνουν τη φωνή τους στο μοιρολόι της ήττας και να δίνουν αριστερό άλλοθι σε τέτοιες λογικές, επιβεβαιώνοντάς τες από την ανάποδη.
Ευτυχώς ηττηθήκαμε σύντροφοι…

Τέτοιου είδους επιχειρήματα ήταν πολύ δημοφιλή αμέσως μετά τις ανατροπές, με το μεταναστευτικό κύμα αυτών των λαών στο δυτικό κόσμο και τα μεροκάματα πείνας στις πρώην λαϊκές δημοκρατίες της ΚΑ ευρώπης. Αλλά έχουν ξεφτίσει πια σε τέτοιο βαθμό στη σημερινή 'ενωμένη ευρώπη' της κρίσης που (εκτός από προκλητικά) ακούγονται σχεδόν ειρωνικά.

Τι έχει να ‘ζηλέψει’ αλήθεια από τις ρωσίδες χορεύτριες και τους αλβανούς μπετατζήδες ο σημερινός άνεργος πτυχιούχος ή ο έλληνας γκασταρμπάιτερ που αναγκάζεται να ξενιτευτεί για να βρει καλύτερη τύχη –προτού κλείσει και αυτή η κάνουλα διαφυγής; Και τι παραπάνω έχει από αυτούς; Ούτε καν το πτυχίο πολλές φορές. Γιατί η πλειοψηφία των αλλοδαπών εργατών και καθαριστριών στην χώρα μας έχει να καμαρώνει αντίστοιχους πτυχιακούς τίτλους, χωρίς κανένα πρακτικό αντίκρισμα στην αγορά εργασίας. Αλλά και μια σπάνια καλλιέργεια σε αρκετές περιπτώσεις, που ξεπερνά το ζήτημα των σπουδών, αντανακλώντας τη συνολική διαπαιδαγώγηση και την αξία της κοινωνίας που είχαν αρχίσει να χτίζουν σε αυτές τις χώρες πριν τις ανατροπές –όποτε κι αν τις τοποθετεί κανείς χρονικά.

"Βουλγαρία..." Του Πάνου Ζάχαρη
Σήμερα βέβαια μπορούμε να ζηλέψουμε όλοι μαζί τις κατακτήσεις και την ασφάλεια που είχαν αυτοί οι λαοί στον εικοστό αιώνα, με σαφώς πιο περιορισμένα μέσα και δυνατότητες από ό,τι διαθέτουμε εμείς εν έτει 2013. Γιατί είναι τραγική ειρωνεία για μια κοινωνία να φετιχοποιεί σε βαθμό υστερίας την έννοια της ασφάλειας από τους τρομοκράτες, τους ταραχοποιούς διαδηλωτές και γενικώς πάσης φύσης ‘κακούς’, (με ό,τι μπορεί να συμπεριλάβει και να χωρέσει αυτός ο χαρακτηρισμός), και την ίδια στιγμή να έχει τόσους εργαζόμενους ανασφάλιστους, στη μαύρη εργασία κι άλλους τόσους σα μαύρους σκλάβους απ’ τα χρόνια της αποικιοκρατίας, χωρίς στοιχειώδη μέτρα ασφαλείας. Τους μισούς να είναι στην πρίζα και την ανασφάλεια της ανεργίας και τους άλλους μισούς να φοβούνται σα μελλοθάνατοι, μη τυχόν χάσουν τη δουλειά τους, να φοβούνται μη τυχόν αρρωστήσουν και πάθουν τίποτα. Να μην μπορούν να σκεφτούν το μέλλον τους και να ανοίξουν σπίτι ή μια οικογένεια, να ονειρευτούν και να ανασάνουν.
Πράγματα εξασφαλισμένα και αυτονόητα δηλ για τη βουλγαρία ή και την αλβανία ακόμα, σαράντα και πενήντα χρόνια πριν.

Είναι τραγική ειρωνεία να πανηγυρίζουμε για τη νίκη της αντεπανάστασης και τη σημερινή κατάντια αυτών των χωρών, χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι συνδέεται άμεσα με τη δική μας, γιατί πρέπει να γίνουμε πιο φτηνοί κι ανταγωνιστικοί για να μας λιμπιστούν τα αρπακτικά και να προσελκύσουμε τα κεφάλαιά τους, να έχουμε φτηνότερα μεροκάματα και χαμηλότερο συντελεστή φορολόγησης, για να μας προτιμήσουν.
Είναι τραγική ειρωνεία να μην μπορεί να καταλάβει ένας λαός, εμπειρικά έστω, πως το πουλόβερ άρχισε να ξηλώνεται τα τελευταία εικοσιπέντε χρόνια από τη νέα τάξη πραγμάτων, που έχει κάθε λόγο να πανηγυρίζει ανακουφισμένη για τις νίκες της.

Αλλά για να μη θεωρηθεί πως υπεκφεύγω στο αρχικό ερώτημα, μπορούμε να γίνουμε πιο συγκεκριμένοι –όσο κι αν αυτό ενέχει τον κίνδυνο να μπλέξουμε σε ιντριγκαδόρικες αντιδιαλεκτικές υποθέσεις. Σήμερα ο ελληνικός λαός έχει συσσωρεύσει αρκετή ιστορική πείρα, για να τη μελετήσει και να βγάλει μερικά βασικά συμπεράσματα.

Αν είχαν νικήσει λοιπόν οι κομμουνιστές στον εμφύλιο, καταρχάς δε θα είχαμε καν εμφύλιο και τόσες απώλειες εκατέρωθεν. Γιατί δεν μπορεί να θεωρηθεί ακριβώς εμφύλιος η ήττα των κομμουνιστών από την επέμβαση των άγγλων «συμμάχων», πριν καν κριθεί ο πόλεμος κατά του χίτλερ, και από τα όπλα των αμερικάνων, που «πρόβαραν» στα ελληνικά βουνά τις βόμβες ναπάλμ. Για να κερδίσουν λοιπόν οι κομμουνιστές, θα έπρεπε να το κάνουν εξ αρχής, όταν το εαμ είχε στα χέρια του την εξουσία και την παρέδωσε αφελώς, ενώ μπορούσε να την κρατήσει αναίμακτα, χωρίς να είναι κανείς σε θέση να την αμφισβητήσει. Και τα καλύτερα πρωτοπόρα στοιχεία του ελληνικού λαού θα είχαν ριχτεί τότε στη μάχη της οικοδόμησης μιας διαφορετικής κοινωνίας.

Αν είχαν νικήσει οι κομμουνιστές στον εμφύλιο, δε θα λουζόταν ο λαός την «καχεκτική δημοκρατία» των μεταπολεμικών χρόνων, τη «δημοκρατία» του χωροφύλακα και των κοινωνικών φρονημάτων που οδήγησε ως φυσική συνέχεια στην χούντα των συνταγματαρχών, ταλαιπωρώντας για τριάντα σχεδόν χρόνια αυτόν τον τόπο, προτού αλλάξει προσωρινά μανδύα. Δε θα είχαμε τον «νέο παρθενώνα» της μακρονήσου και τα άλλα ξερονήσια, τον ιδεα και την προδοσία της κύπρου.

Δε θα είχε ερημώσει η ύπαιθρος και δε θα ξεκληρίζονταν η μεγάλη πλειοψηφία της αγροτιάς, που της υποσχέθηκαν πως θα τρώει με χρυσά κουτάλια στην ενωμένη ευρωπαϊκή αγορά και της χρύσωσαν το χάπι με επιδοτήσεις. Δε θα υπήρχε τέτοια εγκατάλειψη των ακριτικών νησιών και της επαρχίας γενικότερα, δε θα υπήρχε σε τέτοιο βαθμό η αστυφιλία, που είχε ξεκινήσει με... κρατική πρωτοβουλία στα χρόνια του εμφυλίου, όταν οι αρχές ξερίζωναν με το ζόρι τους ντόπιους πληθυσμούς, για να μη βρίσκουν οι αντάρτες ορεσίβιους που θα τους τροφοδοτούσαν με τα απαραίτητα προς το ζην. Δε θα ζούσαμε σε τόσο άσχημες πόλεις, που πρέπει να γκρεμιστούν και να φτιαχτούν από την αρχή, με το έκτρωμα της αντιπαροχής επί 'εθνάρχ' που τις γιγάντωσε και τις γέμισε τσιμέντο. Δε θα είχαν καταστραφεί τόσα φυσικά τοπία, που παραδίδονται για μπίζνες στο κεφάλαιο.

Δε θα περιμέναμε τον τουρισμό να γίνει ‘μοχλός ανάπτυξης’ και ‘βαριά βιομηχανία’ της χώρας, στο πνεύμα του «καλώς ήρθε το δολάριο… και τα ναυτάκια τα ζουμπουρλούδικα», την ίδια στιγμή που οι μισοί έλληνες δεν έχουνε τη δυνατότητα να πάνε ολιγοήμερες έστω διακοπές κάθε καλοκαίρι. Δε θα έμεναν αναξιοποίητες οι παραγωγικές δυνατότητες και ο πλούτους αυτού του τόπου, το έμψυχο επιστημονικό δυναμικό, που μένει άνεργο να βαράει μύγες και να ψάχνει διέξοδο στο εξωτερικό.

Δε θα είχαμε μια δημοτική που χωλαίνει και πατάει με το ένα πόδι σε αρχαΐζοντες τύπους της καθαρεύουσας. Δε θα είχε κακοποιηθεί και παραχαραχτεί βάναυσα η ιστορία της αντίστασης και των επόμενων δεκαετιών. Δε θα είχαμε ένα τόσο διεφθαρμένο κράτος (πέρα από το ταξικό του περιεχόμενο) που βόλεψε τους δοσίλογους και γνώριζε πως μόνο με τη ρεμούλα και την εξαγορά συνειδήσεων μπορούσε να χτίσει κοινωνικές συμμαχίες και να αναχαιτίσει το λαϊκό ριζοσπαστισμό.

Όλα αυτά είναι συγκεκριμένα και καθόλου υποθετικά. Και θα μπορούσαν προφανώς να εμπλουτιστούν με πολλά ακόμα αντίστοιχα παραδείγματα. Η παραπάνω λίστα είναι μόνο ενδεικτική.
Αυτό που είναι όντως υποθετικό και δε μπορούμε να απαντήσουμε συγκεκριμένα είναι τι σοσιαλισμό θα οικοδομούσαμε στην ελλάδα και τι κατάληξη θα είχε. Μπορεί να ήταν πχ πιο αλέγκρος, μεσογειακός σαν τον κουβανέζικο. Να έμοιαζε κάπως με την εικόνα που δίνει στο μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας (πλατεία μπελογιάννη) ο αλεξάτος, όσες επιμέρους διαφωνίες κι αν έχει κανείς με το συγγραφέα. Μπορεί να έδινε λαμπρά, αξεπέραστα επιτεύγματα και να αντιμετώπιζε δραστικά κι αποτελεσματικά τα προβλήματα που θα προέκυπταν ή να σκόνταφτε στις αντιφάσεις του, σε λάθη τακτικής και στρατηγικής.

Στις μέρες μας το ερώτημα μπαίνει ξανά μπροστά μας με διαφορετικούς όρους. Η ελλάδα σήμερα γίνεται βουλγαρία του πιρίν με μεροκάματα κίνας, ακολουθώντας τον ευρωμονόδρομο. Ο λαός μας ζει την κόλαση εδώ και τώρα, κι ο δρόμος προς αυτήν δεν είναι καν στρωμένος με καλές προθέσεις εκ μέρους των σωτήρων της, που την έχουν σώσει καμιά δεκαριά φορές την τελευταία τριετία. Δεν πρέπει λοιπόν κι αυτός να σκεφτεί να δοκιμάσει ένα διαφορετικό δρόμο; Όχι γιατί είναι κατηφορικός, εύκολος και με σίγουρη μετάβαση στον τελικό προορισμό. Αλλά γιατί είναι ο μόνος που μπορεί να τον βγάλει από τη σημερινή κόλαση.

Ο δρόμος έχει τη δική του ιστορία, όνομα (της αρετής) και κατεύθυνση (προς το σοσιαλισμό). Κι όπως είχε πει κι ο αννίβας, αν δεν υπάρχει, τότε πρέπει να τον δημιουργήσουμε.

Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Κάποιο άγαλμα που με είδε

…με θυμήθηκε και τον πόνο μου ν’ ακούσει δεν αρνήθηκε

Πόσα θα μπορούσαν να πουν άραγε αυτά τα αγάλματα, αν είχαν φωνή να μιλήσουν. Και πόσα έχουν ακούσει από τον πόνο αυτών των λαών τα τελευταία είκοσι χρόνια, που δεν ξηλώθηκαν απλά κάποιες κατακτήσεις, δεν έπεσε απλώς ραγδαία το βιοτικό τους επίπεδο αλλά έχει πέσει κατακόρυφα ο μέσος όρος στο προσδόκιμο ζωής. Συνεπώς μιλάμε για συνθήκες γενοκτονίας μετά τις δραματικές κοσμογονικές –ή μάλλον κοσμοκτόνες για να ακριβολογούμε- ανατροπές του 91’. Και τι θα γίνουμε τώρα χωρίς ξανθό γένος, να το προσμένει ο λιακόπουλος και να το ξορκίζει η οακκε;

Βλέποντας τότε τα σοβιετικά αγάλματα να αποκαθηλώνονται, γκρεμίζονταν παράλληλα οι βεβαιότητές μας κι ένας (νέος) κόσμος μέσα μας. Και μέναμε εμείς σαν αγάλματα, να παρακολουθούμε αμήχανοι τις εξελίξεις και τις σιδερένιες νομοτέλειες που «κατέρρεαν». Σαν τη σκηνή από το goodbye lenin με τη μητέρα του πρωταγωνιστή, που πέτρωσε βλέποντας το άγαλμα του λένιν να πετάει πάνω από το κεφάλι της και να φεύγει, σα να την αποχαιρετά.

Υπάρχει κι η ποδοσφαιρική φράση «έμεινε άγαλμα» για τους τερματοφύλακες που ακινητοποιούνται και το τρώνε στο παραθυράκι, από το οποίο μπήκαν και κυριάρχησαν μες στο κόμμα ανοιχτά αντεπαναστατικά στοιχεία. Κι έκτοτε ο κυρίαρχος λαός είναι πάνω στο ρολόι να μετράει πόσα τρώει, ζαλισμένος από τα απανωτά χτυπήματα, χωρίς να μπορεί προς το παρόν να αντιδράσει. Και μένει να εκκρεμεί το ερώτημα γιατί δεν έκανε κάτι να πιάσει την μπάλα, να υπερασπιστεί την εστία του και τη σοβιετική εξουσία. Αν δηλ είχε πάθει αγκύλωση από την χρόνια απραξία, αν αιφνιδιάστηκε από το τείχος (του βερολίνου) που άνοιξε κι άφησε να περάσει το σουτ του αντιπάλου –και μετά μας πήρε η μπάλα και χάσαμε το τόπι- ή αν απλώς δεν περίμενε το αυτογκόλ και τα εξ οικείων βέλη με τους «δικούς μας» ηγέτες να κηρύσσουν την αντεπανάσταση.

Σηκώνει στον ουρανό του Κιέβου το βραβείο παλάμης που κέρδισε
(το 'ανοιχτής' υπονοείται)
Βλέποντας τώρα το άγαλμα του βλαδίμηρου στην ουκρανία, μπορεί αρχικά να νιώσει την ίδια σαστιμάρα που είχαμε βλέποντας κάποτε στην τιεν αν μεν έναν κόσμο να διαδηλώνει κρατώντας μικρά αγαλματάκια (νάτο πάλι το άγαλμα) της ελευθερίας και να ζηλεύει το απατηλό αμερικάνικο όνειρο. Πέρα από αυτό όμως είναι απορίας άξιο, όπως επισήμαναν κι άλλοι, πώς κατάφερε να γλιτώσει από την αντισοβιετική λαίλαπα κι έμεινε τόσα χρόνια ‘ζωντανό’ στη θέση του, μια ιδιότυπη σοσιαλιστική νησίδα μες σε ένα καπιταλιστικό αρχιπέλαγος, περικυκλωμένη στην πλατεία από διάφορες καπιταλιστικές φίρμες και μονοπωλιακές επιχειρήσεις για κοντράστ. Κι εύλογα αναρωτιέται κανείς τι θα γινόταν αν το αγανακτισμένο πλήθος κατευθυνόταν πχ σε κάποιο πολυκατάστημα για να τα σπάσει κι αν τότε οι αρχές θα ήταν το ίδιο… απροετοίμαστες ή ανεκτικές απέναντί του και θα άφηναν τον ‘όχλο’ να βανδαλίσει.

Γιατί το άγαλμα το λένιν δεν είναι φυσικά ούτε θα μπορούσε να είναι κάποιο είδος σοσιαλιστικής νησίδας, ήταν όμως μια νησίδα ιστορικής μνήμης που δεν μπόρεσαν να ξεριζώσουν όσοι επιχειρούν να ξαναγράψουν την ιστορία. Κατάλοιπο μιας άλλης εποχής που θέλουν να τη σβήσουν οριστικά από τη συλλογική μνήμη των λαών. Οι κρατούντες γνωρίζουν πολύ καλά τη δύναμή της, γι’ αυτό δεν τους είναι ανεκτά τα κομμουνιστικά σύμβολα, είτε ανήκουν στο ‘φιλοευρωπαϊκό’ μπλοκ είτε στο αντίπαλο ‘φιλορωσικό’.

Εδώ πρέπει να προσέξουμε κάτι σημαντικό για να μην περιορίσουμε το ζήτημα ως εκεί που φτάνει η χυδαία αστική αντίληψη κι η κυρίαρχη οπτική που βλέπει σχηματικά δύο στρατόπεδα: φιλορώσοι vs φιλοευρωπαϊστών. Το κατευθυνόμενο πλήθος δεν έβλεπε στο άγαλμα του λένιν μόνο ως σύμβολο της ρωσικής κυριαρχίας στην χώρα του. Στράφηκε με ταξικό μίσος (δανεικό από τους πάτρωνες που το κατεύθυναν) κυρίως ενάντια στον κομμουνιστή λένιν που προειδοποιούσε προφητικά πως το σύνθημα των ενωμένων πολιτειών της ευρώπης θα είναι είτε αντιδραστικό είτε απραγματοποίητο –και κατά μία έννοια, ισχύουν τελικά και τα δύο σκέλη, σε μια ευρωπαϊκή ένωση που διέπεται από αξεπέραστες ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις, αλλά τηρεί ενιαία αντεργατική στάση ενάντια στα δικαιώματα και τις τελευταίες εναπομείνασες κατακτήσεις των λαών.

Το πρόβλημά τους λοιπόν δεν ήταν η εθνική ανεξαρτησία της ουκρανίας από τη ρωσική μπότα και η εναντίωσή τους σε κάποια ολοκλήρωση αλλά το είδος της ολοκλήρωσης, από καθαρά ταξική σκοπιά. Γι’ αυτό βάφτιζαν τη σοσιαλιστική ολοκλήρωση, σοβιετικό ολοκληρωτισμό, ενώ στην περίπτωση της εε βλέπουν το όραμα και την ελπίδα, ακριβώς τη στιγμή που η πραγματικότητα της κρίσης ξεσκίζει χωρίς έλεος τις αυταπάτες και τα ιδεολογήματα για την ευημερούσα ενωμένη ευρώπη.

Αποτυπώματα αυτής της σχηματικής αντίληψης, μπορεί να δει κανείς ενίοτε και στον πολιτικό λόγο κάποιων κκ της πάλαι ποτέ σοβιετικής ένωσης, που παγιδεύονται στο δίπολο και τις αντιθέσεις του αστικού κόσμου. Έτσι βέβαια το άγαλμα του λένιν μπορεί να είχε μείνει στη θέση του, αλλά αυτό θα ήταν και το μόνο που θα θύμιζε κάτι από σοσιαλισμό, κρατώντας τον εκεί πετρωμένο, με το λένιν σε ρόλο μαρμαρωμένου βασιλιά, σαν ένα ακίνδυνο ομοίωμα, σύμβολο χωρίς περιεχόμενο.

Σύντομα εξάλλου μπορεί να τεθεί αντίστοιχο ζήτημα και στη ρωσία με το μαυσωλείο του λένιν στην κόκκινη πλατεία που στέκει σαν ιστορικό αγκάθι στη νέα τάξη πραγμάτων στην πάλαι ποτέ χώρα των σοβιέτ. Την ίδια στιγμή βέβαια η κυβέρνηση πούτιν δεν έχει κανένα πρόβλημα να στήσει αγάλματα για να τιμήσει και να εναγκαλιστεί πολιτικούς σαν το κοσύγκιν, το σοβιετικό υπουργό του μπρέζνιεφ, που έδωσε το όνομά του στις αντίστοιχες οικονομικές μεταρρυθμίσεις, που έστρωσαν το δρόμο στην αγορά και την καπιταλιστική παλινόρθωση –όπως μπορείτε να θυμηθείτε και εδώ, σε μια παλιότερη ανάρτηση. Αποδεικνύουν έτσι από την ανάποδη το αλάνθαστο ταξικό τους κριτήριο.

Γιατί, όπως θα ‘λεγε κι η συναγωνίστρια μαντώ

Μα τον μαρμαρωμένο βασιλιά!

Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013

95 χρόνια ΚΚΕ

Αν μη τι άλλο η φετινή γιορτή για την επέτειο των 95χρονων του κόμματος ήταν ιδιαίτερη. Κι είχε αρκετά σημειολογικά στοιχεία να τονίζουν πτυχές αυτής της ιδιαιτερότητας.

Η εκδήλωση έγινε στην εργατούπολη του πειραιά, λίγα χιλιόμετρα μακριά από το ιστορικό κτίριο, όπου έγινε το ιδρυτικό συνέδριο του σεκε, στο στάδιο ειρήνης και φιλίας. Ένα στάδιο μπρεζνιεφικής κοπής, με αντίστοιχο όνομα, εμπνευσμένο από το ισχυρό φιλειρηνικό κίνημα της εποχής. Αλλά την ίδια στιγμή το κουκουέ ωριμάζει πολιτικά, εξελίσσει τον προγραμματικό του λόγο κι αφήνει πίσω τις μεταπολιτευτικές (ή και πιο διαχρονικές εν μέρει) αυταπάτες για μια επανάσταση με στάδια –τελείως διαφορετικά από το σεφ ή και το καλλιμάρμαρο, που γέμιζαν παλιότερα το εαμ και το κουκουέ με την επιστροφή του ζαχαριάδη στην ελλάδα.

Σήμερα το κουκουέ μπορεί να μην είναι σε θέση να γεμίσει με τον κόσμο του το καλλιμάρμαρο –εκτός κι αν υπολογίσεις τον κόσμο του φεστιβάλ και της πανελλαδικής κομματικής συγκέντρωσης το μάη του 10’, λίγες μέρες μετά την προβοκάτσια της μαρφίν. Αλλά είναι μάλλον το μόνο κόμμα που μπορεί ακόμα να συγκινεί και να κινητοποιεί τις μάζες, γεμίζοντας τέτοια στάδια σε μεγάλες ανοιχτές συγκεντρώσεις.

Η βασική διαφορά σε σχέση με την περσινή εκδήλωση στο ίδιο στάδιο ήταν η παρουσία του κουτσούμπα αντί της αλέκας, που έχει πέντε χρόνια μπροστά του μέχρι τα εκατόχρονα να εξασκηθεί και να βελτιωθεί κι άλλο σα ρήτορας. Κι ο οποίος αντικατέστησε την αλέκα στο πρόσφατο συνέδριο, σε αντίθεση τόσο με το αστικό κλισέ περί ισόβιων ηγετών που φεύγουν από τη θέση τους μόνο πάνω σε τέσσερις, όσο και με την παράδοση των αστικών πολιτικών κομμάτων που πετάνε στο περιθώριο σα στυμμένες λεμονόκουπες τους δικούς τους ηγέτες, όταν φθαρούν εκλογικά και χάσουν την αξία χρήσης τους για το σύστημα.

Όχι πως άλλαξε κι η ουσία μαζί με τον ομιλητή. Όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Το κουκουέ ούτε πρόδωσε το παρελθόν του ούτε μένει κολλημένο σε αυτό, λέγοντας 95 χρόνια τα ίδια, όπως ισχυρίζονται οι πολέμιοί του, χρησιμοποιώντας εναλλάξ πότε τη μια, πότε την άλλη κατηγορία, ενίοτε και τις δυο μαζί ταυτόχρονα. Κι όσο κι αν περιμένουν, πως βαδίζοντας στα 95, το κόμμα είναι ένα βήμα πριν τον τάφο, θα μείνουν με την όρεξη. Γιατί όπως λέει σε όλες τις τελευταίες του ομιλίες και ο γγ, το κόμμα εκφράζει το καινούριο, ό,τι πιο νέο και πρωτοπόρο σε αυτό το γερασμένο κόσμο της εκμετάλλευσης.
Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου.

Αυτό που έχει ενδιαφέρον σε αυτό το σταθμό των εννιάμιση δεκαετιών, είναι ότι πολλοί αναλυτές με έγκυρο και έγκριτο αντικομμουνισμό, μπερδεύονται με τις 9½ εβδομάδες και ζηλεύοντας τη δόξα της κιμ μπάσιντζερ, προχωρούν σε ένα αποκαλυπτικό πολιτικό στριπτίζ, φανερώνοντας χωρίς φύλλα συκής πια την ιδεολογική τους γύμνια και τη φτηνή (αστική στην ουσία της) επιχειρηματολογία, που χρησιμοποιούν για να το χτυπήσουν. Αλλά προσπαθούν να εξασφαλίσουν έναν προοδευτικό φερετζέ χάρη σε τεχνητά οξυμένες κόντρες με το μαύρο μέτωπο της κυβέρνησης ή επετειακές πορείες, όπως αυτή για τη δολοφονία του γρηγορόπουλου.
You can leave your hat on.



Ένα άλλο ενδιαφέρον ερώτημα στην πορεία προς τη συμπλήρωση εκατό χρόνων είναι πότε θα έρθει η κατάλληλη στιγμή για να αλλάξουμε το σύνθημα «εννιά δεκαετίες αγώνας και θυσία...» και να κάνουμε για πρώτη φορά το ποσοτικό ποιοτικό άλμα στις δέκα.
Κι ένα ακόμα συναφές, σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου. Τι θα γίνει αν με την πάροδο του χρόνου και των χρόνων δε βολεύει το μέτρο για να βγει το σύνθημα; Και τι θα λέμε τότε; Για να δούμε…

Έντεκα δεκαετίες αγώνας και θυσία… (εντάξει βγαίνει)
Δώδεκα δεκαετίες… (εντάξει)
Δεκατρείς δεκαετίες… -όπα, εδώ πρέπει να το αλλάξουμε
‘Κατόν τριάντα χρόνια αγώνας και θυσία…
‘κατόν σαράντα χρόνια…
‘κατον πενήντα χρόνια..., κοκ.

Με βάση τους επιστημονικούς υπολογισμούς της κε του μπλοκ, θα παρουσιαστεί πρόβλημα μόλις στα 170χρονα του κόμματος, το σωτήριο έτος 2088. Το οποίο μπορούμε να υπερβούμε διαλεκτικά με την έμμετρη φράση «σχεδόν δύο αιώνες αγώνας και θυσία». Αυτό όμως σε κάθε περίπτωση είναι ζήτημα που θα απασχολήσει τις επόμενες γενιές. Κι εφόσον έχει προχωρήσει το προτσές μετάβασης στην κοινωνία του μέλλοντος, θα έχουν μάλλον καίρια ζητήματα οικοδόμησης να τους απασχολούν. Ή ακόμα καλύτερα μπορεί να έχει αρχίσει ήδη η απονέκρωση του κράτους και μαζί της πολιτικής και του κόμματος, που θα είναι περιττά στον κομμουνισμό.

Ένα άλλο διαχρονικά ενδιαφέρον σημείο είναι τα συγχαρητήρια μηνύματα των αδελφών εργατικών και κομμουνιστικών κομμάτων –πλέον δεν έχουμε την οικονομική δυνατότητα να φιλοξενούμε και αντιπροσωπίες τους, συνεπώς αυτός καθίσταται ο βασικός τρόπος επαφής σε ανάλογες περιπτώσεις. Στις σελίδες του ριζοσπάστη φιλοξενήθηκαν αρκετά τέτοια μηνύματα, μαζί με τα εμβλήματα των κομμάτων που τα απέστειλαν κι έτσι είχαμε την ευκαιρία να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας γύρω απ’ τις διεργασίες σε διεθνές επίπεδο και τις τελευταίες τάσεις στο κομμουνιστικό κίνημα.

Το ιταλικό και το ισπανικό κκ πχ, όπως και το νέο κκ γιουγκοσλαβίας έχουν κρατήσει δίπλα στο σφυροδρέπανο και το αστεράκι που χρησιμοποιούν συνήθως οι μ-λ οργανώσεις, πιθανότατα για να διαφοροποιηθούν και σε αυτό το επίπεδο. από τα χρεοκοπημένα παραδοσιακά κκ. Το κκ βοημίας-μοραβίας (τσεχίας) έχει ένα περίεργο σύμβολο, χωρίς σφυροδρέπανο, αλλά με αστεράκι και με δύο κατακόκκινα κερασάκια, για να περάσει τη λογοκρισία της αστικής δημοκρατίας στα κομμουνιστικά σύμβολα.



Ενώ το κορεάτικο κόμμα είναι πολύ μπροστά και απεικονίζει στο σήμα του τη συμμαχία της εργατικής τάξης (σφυρί) με την αγροτιά (αξίνα αντί για δρεπάνι) και τη διανόηση (με το πινέλο, προφανώς για τους καλλιτέχνες). Όσοι αναγνώστες το επιθυμούν, μπορούν να θυμηθούν εδώ και μια παλιότερη ανάρτηση με συγκεντρωτικά στοιχεία και διάφορα σημειολογικά σχόλια για τα αδελφά κκ ανά τον κόσμο.

Ενδιαφέρον είχε κι η ανακοίνωση των ονομάτων τους απ’ τα μεγάφωνα του γηπέδου, που δεδομένων των αθλητικών συνειρμών με τον χώρο, παρέπεμπε ευθέως σε παρουσίαση ομάδων μπάσκετ. Κι όταν έφτασε η σειρά του ακελ, περίμενα να ακούσω και μερικές αποδοκιμασίες αλλά κρατήσαμε τελικά το επίπεδο και τις κατάπιαμε. Αίσθηση προκάλεσε η απουσία του μεγάλου αστέρα μας, του κκ κούβας, αλλά φαντάζομαι πως θα αποστείλει κάποιο μήνυμα μες στις επόμενες μέρες, αν δεν το έκανε ήδη.

Εντύπωση μου προκαλεί πως δεν έπιασαν στον αέρα τα διάφορα χρυσαυγίτικα ιστολόγια (κι εφόσον μιλάμε για το κόμμα, αυτό βασικά αφορά όλες σχεδόν τις λεγόμενες ενημερωτικές ιστοσελίδες) την εκφώνηση του κκ μακεδονίας, για να πιάσουν το γνωστό τροπάριο για το αντεθνικό κουκουέ. Το πιο περίεργο όνομα πάντως ήταν το «κίνημα λαϊκής ενημέρωσης» (;!) αν άκουσα καλά από τη μετάδοση του 902, για το οποίο δε γνωρίζω την χώρα προέλευσής του ούτε λοιπά στοιχεία. Εάν τους είχαμε σύμβουλους επικοινωνίας, μπορεί να μας έλεγαν να ξεκινήσει λίγο πιο μετά η ομιλία του κουτσούμπα για να προλάβουν να συνδεθούν ζωντανά τα δελτία των οκτώ. Έτσι κι αλλιώς όμως, δεν πρόκειται να έπαιζαν το θέμα, οπότε μία ή η άλλη, φράγκο δύο.

Τι άλλο έπιασαν οι κεραίες των ανταποκριτών της κε του μπλοκ; Τους ακροβολισμένους συντρόφους απ’ το σταθμό του ηλεκτρικού μέχρι το στάδιο, που πουλούσαν τα πάντα: από βιβλία, ημερολόγια κι αφίσες, μέχρι μπρελόκ και μαγνητάκια για το ψυγείο, που μπορούν να συγκρατήσουν μέχρι και πέντε απλήρωτους λογαριασμούς, όπως διαλαλούσε ένας σφος. Με άλλα λόγια οτιδήποτε μπορεί να αγγίξει μια ευαίσθητη χορδή και το συναίσθημα των κουκουέδων, για να ενισχύσουν –για άλλη μια φορά- σε αυτή τη δύσκολη περίοδο.

Το στάδιο είχε sold out και γέμισε μέχρι και πίσω από την κεντρική εξέδρα. Τα κόκκινα λάβαρα της κορυφής αντικαταστάθηκαν με άλλα στο ίδιο χρώμα αλλά με διαφορετικό περιεχόμενο. Και με πανό με συνθήματα και τους κλασικούς, όπως στο αξεπέραστο «Rocky IV». Το καλλιτεχνικό πρόγραμμα μου φάνηκε αρκετά προσεγμένο, αλλά κάποιοι σφοι λένε πως έκανε κοιλιά και υπήρχε ζήτημα στην επαφή των καλλιτεχνών με το κοινό. Από τους οποίους ο μητσιάς είπε ένα απλό «χρόνια πολλά» ενώ ο λέκκας είπε να μη μετράμε τα χρόνια αλλά την ουσία. Σύμφωνοι, αλλά γιατί πάει αντιπαραθετικά το ένα με το άλλο;

Η παρουσία της φαραντούρη, της συζύγου του χυτήρη από το πασόκ –που γίνεται εξίσου μεγάλος καλλιτέχνης, όταν απαγγέλλει τους στίχους του- δεν υποδήλωνε πως συμμετέχει και η κουτσή μαρία από πολιτικής άποψης, γιατί η φωνή της είναι ταυτισμένη με κάποια εμβληματικά τραγούδια, και στο κάτω-κάτω της γραφή ήταν η μόνη που ευχήθηκε να πετύχει το κόμμα τους στόχους του. Η αλήθεια όμως είναι πως όταν τραγουδούσε το «εμπρός βοηθάτε να σηκώσουμε τον ήλιο πάνω από την ελλάδα» και το «σπρώξτε με στήθος και με γόνα να τόνε βγάλουμε απ’ τη λάσπη» οι συνειρμοί με το βαλτωμένο ήλιο του πασόκ ήταν αναπόφευκτοι.

Βλέποντας, τέλος, την εκδήλωση από τη μετάδοση του πόρταλ, είδα αρκετούς συντρόφους με παλτά και πλήρη ρουχισμό, προφανώς γιατί δεν είχε ανάψει (ή δεν επαρκούσε) η θέρμανση του σταδίου –εδώ δεν την ανάβουν καλά-καλά, όταν έχει αθλητικούς αγώνες, πόσο μάλλον για εμάς. Παρόλα αυτά, όσο προχωρούσε η εκδήλωση, η διάθεση ανέβαινε και το κλίμα ζέστανε. Ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε. Κι η ομήγυρή μας πείραζε έναν αριστεριστή για τα μέτρα πειθαρχίας που θα αναγκαστεί να πάρει  κατά των αντιφρονούντων η κοινωνία του μέλλοντος.

Ούτε σε χιόνια, ούτε και σε γκουλάγκ
Ποτέ τους δε λυγίσανε τα εαακ.