Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Η κατάσταση του εργατικού κινήματος στην Ελλάδα

Πριν από μερικές εβδομάδες, βρισκόμασταν σε μια κινητοποίηση έξω από τη μονάδα-πολυιατρείο του εοππυ (με όσα πι και ύψιλον έχει τέλος πάντων αυτό το αρκτικόλεξο) κι ακούγαμε τη διευθύντρια να βγάζει στο συγκεντρωμένο πλήθος έναν πένθιμο λόγο –για τα μάτια του κόσμου και τις κάμερες των τηλεοπτικών συνεργείων που είχανε μαζευτεί- που έμοιαζε περισσότερο με επικήδειο, παρά με αγωνιστικό κάλεσμα: «μας είπαν να παραδώσουμε μέχρι το μεσημέρι… και μετά από ένα μήνα… θα δούμε…». Και ήταν τόση η μοιρολατρία και η διαφορά της με τον επόμενο ομιλητή, ένα γεροντάκι από τους συνταξιούχους με στεντόρεια φωνή, που όταν άρχισε να μιλά, ενεργοποίησε ένα συναγερμό παρακείμενου αυτοκινήτου, αλλά ούτε κι αυτός μπορούσε να τον σκεπάσει. Γιατί η λεβεντιά δεν είναι ακριβώς θέμα ηλικίας, αλλά πρωτίστως πολιτικό.

Κι εμείς αναρωτιόμασταν τι διψήφιο νούμερο θα χτυπούσε ο συντεχνιασμός της διευθύντριας σε κλίμακα από το ένα ως το δέκα, αν θα περνούσαν το ίδιο εύκολα τέτοια μέτρα στην κρήτη σε άλλες εποχές, και γενικώς πού οδεύει το κίνημα. Γιατί οι αντιδράσεις και οι αγώνες που ξεδιπλώθηκαν τα προηγούμενα χρόνια φαίνεται να έχουν πιάσει κάποια όρια, καθώς το τελευταίο διάστημα επικρατεί καταθλιπτική νηνεμία και χρειάζεται επιτακτικά μια κριτική αποτίμηση. Δεν είναι εύκολο προφανώς να χωρέσει μια σφαιρική ανάλυση με όλες τις παραμέτρους σε μια ανάρτηση, αλλά θα επιχειρήσω να βάλω κάποια σημεία και βασικούς προβληματισμούς για όσα έμειναν πίσω μας και αυτά που έχουμε μπροστά μας.

Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα της περιόδου που διανύουμε είναι η απογοήτευση κι η παραίτηση, η οποία κινείται γύρω από τον άξονα των εύκολων λύσεων «εδώ και τώρα», των άμεσων μερικών νικών, με στιγμιαίες κινηματικές εξάρσεις και σπασμωδικά ξεσπάσματα, που θα φέρουν την απόκρουση και την ανατροπή της κυρίαρχης πολιτικής. Το υλικό υπόβαθρο αυτής της απογοήτευσης είναι η ραγδαία και απότομη πτώση του βιοτικού επιπέδου των εργατικών στρωμάτων, που κατρακυλά μαζί με το μέσο μισθό και το ηθικό του εργατόκοσμου. Ο οποίος έχει πλέον πολύ περιορισμένες αντοχές κι οικονομικές δυνατότητες για να κρατήσει σε μια απεργιακή κινητοποίηση διαρκείας, ενώ πριν από το ξέσπασμα της κρίσης στεκόταν μάλλον αρνητικά σε τέτοιες μορφές πάλης, τρέφοντας σε μεγάλο βαθμό την αυταπάτη πως είχε λυμένο το πρόβλημα της ζωής του. Και αυτό το δίπολο, «πριν δεν ήθελε» - «τώρα δεν μπορεί», μας δίνει με «λενινιστικούς όρους» ένα ιδιότυπο αλλά αρκετά γλαφυρό ορισμό της μη επαναστατικής κατάστασης της εποχής μας.

Αλλά ας επιστρέψουμε λίγο στην παράμετρο της απογοήτευσης, ως απόρροιας της ήττας του κινήματος -παρά τις συνεχόμενες κινητοποιήσεις και την πρωτοφανή μαζικότητά τους- και της σχεδόν απρόσκοπτης μέχρι τώρα προώθησης των μνημονίων και των στρατηγικών επιλογών της αστικής τάξης για την αντιμετώπιση της κρίσης ως.. ευκαιρία (έντασης της εκμετάλλευσης και της κερδοφορίας τους). Η λογική αυτή, της κρίσης ως ευκαιρία, αλλά από κινηματική σκοπιά, φαίνεται πως έχει επιδράσει ως ένα βαθμό και στην οπτική μιας μερίδας ενός (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) «ντούρου», σχετικά απογειωμένου αριστερίστικου χώρου (με πιο χαρακτηριστική ίσως την οβιδιακή μεταμόρφωση του πι-πι), που ανακάλυψε ξαφνικά την χαμένη γοητεία της τακτικής, των μετώπων και της κυβέρνησης, κρούοντας παράλληλα καμπανάκι κινδύνου, γιατί.. αν χαθεί αυτή η ευκαιρία για την αριστερά, θα κάνει πολλά χρόνια να σηκώσει ξανά κεφάλι. Ενώ προφανώς αν σκορπίζουμε αυταπάτες για την κυβερνητική προοπτική της αριστεράς, δε θα φάμε το κεφάλι μας –άσε που μερικά κεφάλια του χώρου μπορεί να βολευτούν κιόλας σε κομβικά πόστα.

Η οπτική αυτή, μες στην ειλικρίνεια και την τιμιότητά της, αφενός εκφράζει αυτή την απογοήτευση, ερχόμενη ως συνέπεια των στιγμών-χρόνων που περνάν και χάνονται, χωρίς να φέρνουν πιο κοντά την επαναστατική προοπτική (που παραμένει ένα θολό, μακρινό τοπίο στον ορίζοντα) και αφετέρου την αναπαράγει, μαζί με τις αδιέξοδες, κυβερνητικές αυταπάτες που αδυνατούν να απαντήσουν στα ζητήματα της συγκυρίας και με το απόστημα της ανάθεσης σε μια άνωθεν, κυβερνητική σωτηρία. Παράλληλα, προσφέρουν πολύ κακές υπηρεσίες στο κίνημα, εκφυλίζοντας και διαστρέφοντας την πολύ κομβική έννοια της πολιτικοποίησης των εργατικών αγώνων.

Μια κοινή βασική εκτίμηση πολλών αναλύσεων με διαφορετικές αφετηρίες για τις ανεπάρκειες και για τις αιτίες της ήττας των αγώνων του προηγούμενου διαστήματος ήταν ότι απουσίαζε η βαθύτερη συνειδητοποίηση και πολιτική στόχευση. Τι αντιλαμβάνεται ωστόσο ως πολιτικό στόχο σήμερα ένα μεγάλο μέρος του εργατικού κινήματος και πολλών κλάδων (ιδίως του δημοσίου) που πλήττονται και κινητοποιούνται αυτή την περίοδο; Την πτώση της κυβέρνησης και την κυβερνητική προοπτική της αριστεράς, που θα επαναφέρει το προηγούμενο καθεστώς, το προηγούμενο βασικό μισθό και τελικά τα  δεδομένα του 09’ και την εφεύρεση της χρονομηχανής, για να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο.

Αυτή είναι η μόνη άμεση και ‘ρεαλιστική’ προοπτική που βλέπει μπροστά της η πλειοψηφία των δημοσίων υπαλλήλων, που έχει από πάνω της την χατζάρα της διαθεσιμότητας και των απολύσεων, των εργαζομένων της ερτ -όπως απέδειξε περίτρανα το παράδειγμα της αγλαΐας κυρίτση, που κοιτάει και για ακόμα παραπάνω- τμήματα της εργατικής αριστοκρατίας που πλήττεται, καθώς κι ο ορφανός μηχανισμός της πασκε στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπου υπάρχουν διάφορες επαφές και διεργασίες για τη διάδοχη κατάσταση και τον έλεγχο των συσχετισμών.

Την ίδια στιγμή, η πολεμική (μάλλον παρά κριτική) που γίνεται από ένα ευρύ φάσμα οργανώσεων, κυρίως του οπορτουνιστικού χώρου, στις ταξικές δυνάμεις που βάζουν επίμονα και διαχρονικά το ζήτημα της ουσιαστικής πολιτικοποίησης των αγώνων, ποικίλει, περιλαμβάνοντας τα πιο αντιφατικά λογικά σχήματα: από το ότι υποτιμούν τις μικρές νίκες και αρνούνται τη δυνατότητα να υπάρξουν στο σημερινό πλαίσιο κατακτήσεις για το κίνημα, παραπέμποντας τα πάντα στη δευτέρα παρουσία, κτλ, κτλ· μέχρι την ακριβώς αντίθετη κατηγορία ότι περιορίζονται σε πλαίσια άμεσων διεκδικήσεων και ξεπέφτουν στον οικονομισμό, αρνούμενες να θέσουν πολιτικούς στόχους, όπως πχ η έξοδος από την ευρωζώνη κι η παύση πληρωμών.
Να συντονιστούμε όμως παιδιά, να ξέρουμε κι εμείς τελικά τι και με ποιον είμαστε. Αν και, ακόμα και αυτή η φαινομενική έλλειψη συντονισμού προδίδει μάλλον την ύπαρξή του, βάση συγκεκριμένου σχεδίου: Ρίξε πολλά (δίχτυα) και ό,τι πιάσει…

Για τη δυνατότητα άμεσων κατακτήσεων και τη δουλειά του παμε, που κλείνει φέτος τα 15χρονα δράσης και λειτουργίας του, θα μιλήσουμε εν καιρώ, σε κάποια από τις συνέχειες της ανάρτησης.
Στον επίλογο αυτού του μέρους θα περιοριστώ να επαναλάβω κάτι που έχουμε σημειώσει και σε προηγούμενα κείμενα. Στη σημερινή συγκυρία ακόμα και οι πιο μικρές, ανώδυνες μεταρρυθμίσεις απαιτούν ως προϋπόθεση ριζικές, επαναστατικές αλλαγές. Ο μιτερανικός «σοσιαλισμός του εφικτού», που γλυκοκοιτάζει τις πρώτες και μεταθέτει τις δεύτερες σε ένα απώτερο μεταφυσικό μέλλον, είναι καταδικασμένος να αποτύχει και να σκορπίσει μακροπρόθεσμα χειρότερη απογοήτευση στις μάζες.


Και κάτι ακόμα. Η μόνη μακρινή συγγένεια που μπορεί να βρει κανείς μεταξύ της επικείμενης «αριστερής διακυβέρνησης» και της σοσιαλιστικής προοπτικής είναι μια εξωτερική ομοιότητα. Όπως οι κομμουνιστές κι η εργατική τάξη επιδιώκουν μεν τη συμμαχία των φτωχών, μεσαίων στρωμάτων ενάντια στα μονοπώλια, αλλά ξέρουν πως ο καπιταλισμός λειτουργεί προς όφελος της υπόθεσής τους, όσο πιέζει και προλεταριοποιεί αυτά τα στρώματα, έτσι και ο σύριζα, αφήνει τη νδ να δουλέψει για λογαριασμό του και να γκρεμίσει κάθε εργατική κατάκτηση, ώστε να μην χρειάζονται παρά μόνο ελάχιστες βελτιώσεις και ψίχουλα, για να πουλήσει φιλολαϊκό προφίλ ως κυβερνητική δύναμη. Πέραν αυτού, προσωπικά δυσκολεύομαι να διακρίνω άλλη ομοιότητα.

Τετάρτη 12 Μαρτίου 2014

Ο Αστερίξ στην Κρήτη

Ερχόμενος πριν μερικά χρόνια για πρώτη φορά στη μεγαλόνησο, είχα φτιαγμένη στο μυαλό μου μια εικόνα για τους κρητικούς, που έμοιαζε αρκετά με τους κορσικανούς από την αντίστοιχη περιπέτεια του αστερίξ στο νησί. Πεισματάρηδες κι ιδιότροποι, αγύριστα κεφάλια, ανυπότακτοι και περήφανοι, αλλά γλεντζέδες και έξω καρδιά άνθρωποι, που αν δεν κάνουν ένα γάμο με τετραψήφιο τουλάχιστον αριθμό καλεσμένων, θεωρείται σε στενό, οικογενειακό κύκλο. Με ιδιαίτερα επώνυμα και καταλήξεις, κάτι σαν το ελληνικό αντίστοιχο του οκατεριναμπελατσιτσίξ (του αρχηγού των κορσικανών από το αστερίξ). Και το βασικότερο γνώρισμά τους: ζουν για να πίνουν ρακή ή τσικουδιά, ανάλογα σε ποιο μέρος της κρήτης βρίσκεσαι.


Μπορεί οι κρητικοί να μην έχουν τις αγελαδες και τις άπειρες γαλακτοβιομηχανίες της μακεδονίας –ένα από τα λίγα μειονεκτήματα του νησιού- αλλά έχει ρακή σε αφθονία που τη φέρνει στο τέλος κάθε γεύματος κέρασμα το μαγαζί, μαζί με το γλυκό. Και αν είσαι στο «πολιτισμένο» βόρειο τμήμα του νησιού, πάει και έρχεται. Αλλά αν βρεθείς στα σφακιά πχ δε γίνεται να αρνηθείς το κέρσμα, θα είναι ασυγχώρητη προσβολή για τον οικοδεσπότη. Και δεν έχει σημασία αν παίρνεις αντιβίωση πχ και δεν επιτρέπεται να συνδυαστεί με αλκοόλ, γιατί «ίντα μωρέ κοπέλι, δεν κατέ’εις πράμα, τούτω δω γιατρικό ‘ναι και διώχνει κάθε αρρώστια». Κάπως έτσι πρέπει να την πάτησε εδώ και ο χαλβατζής, σε μια περιοδεία του στα μικρά γαλατικά χωριά που έχουμε δύναμη. Και δώστου ένα ποτηράκι και άλλη μια, να μην προσβάλλεις τον οικοδεσπότη κιάλλο ένα στην ακατάλυτη φιλία των λαών ξέρω γω και την υγεία του αποτέτοιου, που θα ‘λεγε κι ο οβελίξ μεθυσμένος. Το αποτέλεσμα ήταν να κάνει κεφάλι ο σύντροφος και να καταλήξει στην κομματική δουλειά που ακολουθούσε, στο ακλόνητο συμπέρασμα δια της διαλεκτικής μεθόδου, ότι «εδώ πίνετε πάάάρα πολύ».

Η κρήτη λοιπόν είναι ένας ευλογημένος τόπος που τα έχει όλα, μαζί με την αμάλθεια και το κέρας της: λάδι, κρι-κρι, καλό φαγητό, ζεστό κλίμα, τουρισμό, βουνό και θάλασσα, φυσικές ομορφιές, δυο πελάγη (το λιβυκό για τις πιο ψαγμένες εκδρομές), όλα κλεισμένα σε μια λωρίδα γης· ακόμα και τρεις ομάδες στη σούπερ λίγα, που μπορεί του χρόνου να γίνουν τέσσερις (αν ανέβει ο αο χανίων), ενώ η θεσσαλονίκη πχ κινδυνεύει άμεσα να μείνει με μόνο μία ομάδα (μία πόλη, μια τζατζίκι, μια πατάτες). Κι αυτό πέρα από τις όποιες σχέσεις (ανισότιμης αλληλ)εξάρτησης με τον εκάστοτε μαρινάκη ή βαρδινογιάννη, δείχνει κυρίως πως την κρήτη την έχει αγγίξει η κρίση λιγότερο από κάθε άλλη περιοχή της ελλάδας.

Σε αυτό τον ευλογημένο τόπο λοιπόν, που ουσιαστικά δεν έχει χειμώνα (εμείς στο βορρά αυτό το λέμε πρωινή δροσούλα) κι είναι κάτι σα βόρεια αίγυπτος, ευδοκιμούν σχεδόν τα πάντα στο εύκρατο, μικροαστικό του κλίμα κι ειδικότερα στα εναλλακτικά χανιά. Μαγαζάκια με βιολογικά, μπαχαρικά, με τζίντζαλα μίντζαλα (που κάτω από τα τέμπη, πρέπει να τα λένε κάπως αλλιώς), με ανταλλακτικό εμπόριο. Ένα προποτζίδικο προς το νοσοκομείο που γράφει στην ταμπέλα ευτ. μπιτσάκης (και δεν ξέρω αν είναι του ίδιου ή αν πρόκειται για κάποια συνωνυμία, συγγένεια, κτλ), μια οδός κωνσταντίνου μητσοτάκη και ας είναι εν ζωή ακόμα. Τα εναλλακτικά στέκια των πολυτεχνιτών, αν και πολλοί σφοι προτιμούν το ρέθυμνο, που είναι σαν μικρογραφία των χανίων, αλλά έχει περισσότερες θεωρητικές σχολές και πιο πολλά κορίτσια.

Κι από έμψυχο δυναμικό, παραδοσιακοί βρακοφόροι μουστακαλήδες από καρτ ποστάλ, που καμιά φορά κατεβαίνουν στις πόλεις, τώρα που έκλεισαν οι εφορίες στην ενδοχώρα κι αλίμονο αν δε γίνει η δουλειά τους και έχουν κατέβει τζάμπα. Ψηφοφόροι της ντόρας και νοσταλγοί της χούντας, που είχε φτιάξει πέντε δρόμους κι έκτοτε δεν ξανάδε βελτίωση το οδικό δίκτυο. Εναλλακτικός (;) κόσμος, που ήταν σύριζα πολλά χρόνια τώρα, αλλά δεν το ήξερε. Οι τελευταίοι ψηφοφόροι του πασοκ, γιατί όλοι εδώ ήταν με το βενιζέλο (που τον βλέπεις παντού, σαν τον κεμάλ στην τουρκία) και με το πασόκ –κι εξακολουθούν να είναι, άλλο αν (κάνουν πως) δεν το ξέρουν. Πίσω μ-λ, πυρήνες (πληθυντικός, έτσι;) του επαμ, αναρχικοί που δηλώνουν ανοιχτά εκλογική στήριξη στο σύριζα, αντιρατσιστικό φεστιβάλ που μαζεύει μισή μυριάδα κόσμο κάθε χρόνο και γενικώς όλα όσα μπορείς να φανταστείς.

Όλα; Όχι. Γιατί ένα μικρό γαλατικό κόμμα με γενναίους πολεμιστές αντιστέκεται και θα συνεχίσει να αντιστέκεται στις (π)ορδές των βαρβάρων. Δεν είναι πως δε θα βρεις συντρόφους στις πόλεις και τα πανεπιστήμια, αλλά μαζευόμαστε περισσότεροι στα τσιμπούσια στο τέλος της ιστορίας –όχι του φουκουγιάμα, το άλλο- και στις κομματικές συνεστιάσεις, παρά σε πορείες και συγκεντρώσεις –όπως σήμερα πχ, με την απεργία της αδεδυ, που είχαμε συγκέντρωση, αλλά δεν κάναμε πορεία, γιατί στο δημόσιο ειδικά, το νησί παραμένει καταπράσινο, και δεν εννοώ τη βλάστηση. Κι έξω από τις πόλεις, οι σύντροφοι ευδοκιμούν σποραδικά, κατά τόπους και σε ομάδες, σε μικρά γαλατικά χωριά, σαν τα παλιά ρούματα και τα ανώγεια, που είναι νησίδες-προπύργια –με τη σχετική έννοια, που έχει ο όρος αυτός σε ένα νησί σαν την κρήτη. Ενώ σε άλλες περιοχές, όπως στα σφακιά, όπου ο δήμαρχος είναι κάπως «οικουμενικός» και έχει (ή είχε τουλάχιστον) μέχρι και τη στήριξη της ανταρσύα, εμείς δεν έχουμε ούτε καν υποψήφιο, να βρει στην κάλπη την ψήφο του. Και αν κάποιο από αυτά τα γαλατικά χωριά, είναι κάπως ξεχασμένο κι αποκομμένο, μπορεί να συναντήσεις κοινοτικά κατάλοιπα προηγούμενων αιώνων, ακόμα και σε δικούς μας, που δε βλέπουν πάντα πχ με καλό μάτι την ισοτιμία στην κοβ με μια συντρόφισσα, πόσο μάλλον να έρθει να τους καθοδηγήσει –άσε που μπορεί να είναι χαλασμένη.

Δεν μπορεί φυσικά να νοηθεί γαλατικό χωριό, χωρίς ρωμαϊκά οχυρά (τα διάφορα μπαμπαορούμ και πετιμπονούμ) να το περιστοιχίζουν και να περιφρουρούν την παξ αμερικάνα. Οι νατοϊκοί έχουν καταλάβει με τις βάσεις τους το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι της μεσογείου, στη σούδα και σκορπίζουν το θάνατο, όχι άμεσα με τα όπλα τους, αλλά με τα απόβλητα και τη ραδιενέργεια των βάσεών τους. Ο καρκίνος θερίζει αδιακρίτως και βάζει σημάδια παλικάρια απ’ τα χανιά, για να ισοφαρίζει λίγο την αδικία για τις άλλες γωνιές της ελλάδας, που δεν είναι προικισμένες σαν την κρήτη και να θυμίζει στους λεβέντες κρητίκαρους το σύνθημα: λεβεντιά με βάσεις δε γίνεται. Και σα να μη φτάνουν αυτά, βγαίνει τώρα το μείζον ζήτημα της επικείμενης εν πλω υδρόλυσης των χημικών όπλων της συρίας, κάπου στη μεσόγειο (που είναι κλειστή θάλασσα) στον χώρο μεταξύ κρήτης και σικελίας, για την οποία οι ιθύνοντες καμώνονται τους ανήξερους.

Το ζητούμενο λοιπόν σε μια τέτοια πόλη-περιφέρεια, όπου είναι βαθιά ριζωμένη η πασοκιά και σχετικά υψηλό το βιοτικό επίπεδο, είναι η ανάπτυξη της ταξικής πάλης, που ξεδιπλώνεται αργά και βασανιστικά πολλές φορές. Στα αγροτικά μπλόκα πχ δεν υπήρχε κλιμάκωση και κάποια ιδιαίτερη σύγκρουση με την αστυνομία, όπως λχ στο μπλόκο της νίκαιας, παρά μόνο κάποιοι συμβολικοί δεκάλεπτοι αποκλεισμοί του δρόμου, κατόπιν συνεννόησης με έναν πιο νουνεχή αξιωματικό. Και ως επιβράβευση οι αγρότες κέρασαν και στους μπάτσους ανκοράκια (κάτι σα μανταρινάκι) και φτύναμε όλοι μαζί πλάι-πλάι τα κουκούτσια στην άσφαλτο. Αλλά οι δικοί μας συνειδητοποιημένοι αγρότες δεν είναι η πλειοψηφία. Κάποιοι άλλοι πασοκόψυχοι είχαν πάει παλιότερα στο λιμάνι και πετούσαν ντομάτες στους απεργούς ναυτεργάτες, για να λύσουν την απεργία και να μεταφέρουν τα ευπαθή προϊόντα τους, για να μην χαλάσουν.

Κι είναι κάτι τέτοια σκηνικά –και άλλες ιστορίες καθημερινής κρητικής τρέλας και τοπικισμού, σαν κι αυτή που είχε περιγράψει κάποτε ο άθλιος για τα κτελ χανίων και ηρακλείου- που σε κάνουν να σκέφτεσαι πως αν αξιωθούμε ποτέ να δούμε λαϊκή εξουσία στην χώρα μας, δύσκολα θα κάνει ζάφτι τέτοιους κρητίκαρους και το συντεχνιακό τους πνεύμα. Κι ίσως θα ‘ταν καλύτερα να το έχουν κάνει τελικά πρόπερσι αυτό το δημοψήφισμα, στα εκατό χρόνια από την ένωση και να αυτονομηθούν από την υπόλοιπη χώρα –έτσι κι αλλιώς η κρήτη είναι σχεδόν αυτάρκης.

Όταν όμως αδειάζει από τουρίστες και τα στίφη του ξανθού γένους από την πρώην σοβιετική ένωση, που κατακλύζει κάθε καλοκαίρι το νησί απ’ άκρη σε άκρη, μια απλή βόλτα στα τοπικά παραρτήματα του οαεδ, όπου γίνεται το αδιαχώρητο, αρκεί να καταδείξει πως δίπλα στη γενική ευημερία κι όσους πιστεύουν πως έχουν λυμένο το πρόβλημα της ζωής τους, υπάρχουν κι άλλοι τόσοι με εκρηκτικά και συνεχώς διογκούμενα προβλήματα. Κι όσο παραμένει ιστορικά αδικαίωτη η ταξική πάλη και οι γαλάτες πολεμιστές, τόσο θα συνεχίσει να ξεδιπλώνεται, έστω με αργούς, βασανιστικούς ρυθμούς…


Υγ: με αυτό το κείμενο η κε του μπλοκ εγκαινιάζει μια καινούρια ετικέτα με τίτλο «αυτοδιοικητικές ιστορίες» -καμία σχέση με τις «οικογενειακές ιστορίες» στην τηλεόραση. Μες στο επόμενο χρονικό διάστημα κι ενόψει των δημοτικών-περιφερειακών εκλογών, θα γίνει μια προσπάθεια να μαζευτούν διάφορες αντίστοιχες ή και πιο πολιτικές ιστορίες-ανταποκρίσεις από διάφορες γωνιές της ελλάδας, για να δώσουν το κλίμα και μια εικόνα για την κάθε περιοχή. Όποιος σφος αναγνώστης της βάσης, θεωρεί πως θέλει και μπορεί να συμβάλει με κάποιο δικό του κείμενο καλείται να επικοινωνήσει με την κε του μπλοκ στο ηλεκτρονικό της ταχυδρομείο, ή να αφήσει κάποιο σχετικό σχόλιο.

Τρίτη 11 Μαρτίου 2014

Ο νεκροθάφτης της αστικής τάξης

Σήμερα θα συνεχίσουμε από εκεί που είχαμε μείνει στην τελευταία ανάρτηση, αναλύοντας παραπάνω κάποια σημεία που είχαν τεθεί στον πρόλογο και τα σχόλια.

Η αρνητική διαφήμιση στο πολυσυζητημένο βιβλίο του κουφοντίνα (που δεν παύει να αποτελεί την καλύτερη καμπάνια για τις πωλήσεις του) και γενικότερα η φιλολογία γύρω από την 17ν, έχουν σαφή στόχευση, που αποτυπώνεται και στο κολάζ που ντύνει το εξώφυλλο της έκδοσης, με την πύλη του πολυτεχνείου, τους αντάρτες στο βουνό και το σύνθημα της λαϊκής εξουσίας στον τοίχο. Να φανεί δηλ πως υπάρχει ιστορική συνέχεια, όχι μόνο μεταξύ των μεγάλων σταθμών του λαϊκού κινήματος (εαμ, δσε, πολυτεχνείο) αλλά όλων των ένοπλων μορφών πάλης κι επαναστατικής βίας (εντός κι εκτός εισαγωγικών). Και ότι υπάρχει σύνδεση των λαϊκών εξεγέρσεων και των αντάρτικων κινημάτων με το σύγχρονο «αντάρτικο πόλης».

Ο στόχος αυτός έχει δύο σκέλη. Από τη μια να φανεί η 17ν ως η ιστορική συνέχεια των κορυφαίων επαναστατικών δράσεων στην χώρα, το αντίπαλο δέος κι η μόνη εναλλακτική πρόταση στο κυρίαρχο σύστημα. Κι αντιστρόφως πως ο αγώνας του εαμ και το δσε για λαϊκή εξουσία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά ο πρόγονος κι η ιστορική μήτρα της δράσης της 17ν αλλά σε μεγαλύτερη κλίμακα και με πολύ περισσότερα θύματα. Με άλλα λόγια η αριστερά συλλήβδην χρεώνεται την πολιτική ευθύνη για την 17ν κι η τελευταία προβάλλεται ως η αριστερά της εποχής μας, η μοναδική δύναμη που αμφισβητεί πραγματικά κι έμπρακτα τις δομές του συστήματος και δεν έχει συμβιβαστεί.

Η τραγική ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως ο κουφοντίνας βρίσκει πάτημα και «νομιμοποίηση» στα στρατηγικά γλιστρήματα και τις αντιφάσεις του κκε, «ιδίως μετά τα μέσα της δεκαετίας του 50’» και τη θεωρία της ειρηνικής συνύπαρξης, για να δέσει αυτόν τον ισχυρισμό στο βιβλίο του. Και η δική του ανάλυση όμως εξακολουθεί να στηρίζεται στη θεωρία της εξάρτησης και των ξένων κέντρων που αποφασίζουν, ως βασικό ερμηνευτικό σχήμα της περιόδου.
Ο λόγος του κουφοντίνα είναι σαφώς πιο πολιτικός από το πρόσφατο διάγγελμα του ξηρού, αλλά δεν ξεφεύγει από αντινομίες κι από κάποια εύκολα δημοφιλή συνθήματα των πλατειών, φτάνοντας τελικά να αναπαράγει και μερικά αστικά σχεδόν κλισέ (για την πολυδιάσπαση της αριστεράς, την ιστορική αποτυχία και τα όρια του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού ή τον όρο «άκρα αριστερά»).

Τα περισσότερα μέσα προτίμησαν αυτές τις μέρες να αναπαράγουν αποσπάσματα και σημεία του βιβλίου, όπου κορυφώνεται η δράση και η πλοκή θυμίζει αστυνομικό μυθιστόρημα. Λειτούργησαν δηλ με καθαρά εμπορικά κριτήρια και με υποκρισία φαρισαίου που καταγγέλλει εξοργισμένος τον κυνισμό και τα ματοβαμμένα κέρδη του λιβάνη –θα επανέλθουμε παρακάτω σε αυτό το σημείο.

Προσωπικά θεώρησα πολύ πιο ενδιαφέρουσα την οπτική του κουφοντίνα για το σκηνικό των πρώτων χρόνων της μεταπολίτευσης και την πολιτική γεωγραφία της εποχής. Μέσα από αυτήν αλλά και από την ίδια την αντιφατική πορεία διαμόρφωσης του δκ (από το πασόκ στον χώρο της αυτονομίας και από εκεί στις οργανώσεις του ένοπλου χώρου) μας δίνεται ένα συνεκτικό νήμα που δε διαπερνά όλη την αριστερά (που ο κουφοντίνας θεωρεί σπίτι του) ή το σύνολο των παραδόσεων και των ιδεών της, όπως σημειώνει ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος, αλλά μια σειρά φαινομενικά ετερόκλιτων χώρων, που συγκλίνουν σε μια βασική κοινή συνισταμένη: την άρνηση και την απαξίωση του παραδοσιακού κκ, που είναι «ρεφορμιστικό και συμβιβασμένο», αλλά προβάλλεται στο εξώφυλλο για τη δημιουργία των απαραίτητων συνειρμών.

Κάτι που έρχεται ως απαραίτητο συμπλήρωμα σε όσα αναφέραμε παραπάνω για τη λογική των πλατειών και τα κλασικά ιδεολογήματα εκείνου του «κινήματος» που παρέμεινε στάσιμο, για να γράφει καλύτερα στο τηλεοπτικό γυαλί. Κι ήταν έτοιμο από καιρό να θεωρήσει το κκε ξεπερασμένο, αναχρονιστικό, κομμάτι του συστήματος, για να καταλήξει σε πιο λειασμένες γωνίες και «σύγχρονες, ριζοσπαστικές» επιλογές, όπως η αντιμνημονιακή ρητορεία του σύριζα, ο «ακτιβισμός» της χρυσής αυγής ή ακόμα κι η παθητική συμπάθεια σε ενέργειες της 17ν, πάντα με τη νοοτροπία της ανάθεσης να θριαμβεύει. Όψεις του ίδιου φαινομένου που εκφράζουν διάφορες εκδοχές και τεκμηριώνουν τον εκφυλισμό της μεταπολίτευσης και της ενσωμάτωσης του ριζοσπαστικού κύματος που ακολούθησε το πολυτεχνείο και την πτώση της χούντας.

Ο μιντιακός πόλεμος και η αρνητική διαφήμιση στο βιβλίο του κουφοντίνα αποσκοπούν ακριβώς στο σπάσιμο αυτής της ενότητας (μες στη διαφορά) που σημειώνουμε, την κατασκευή ενός «εχθρού της δημοκρατίας» κι ενός φτιαχτού δίπολου που, όπως κάθε ψευδοδίλημμα, τσιμεντάρει κι ενισχύει και τους δύο πόλους του.

Κι η στόχευση αυτή εντάσσεται πλέον σε ένα ευρύτερο στρατηγικό πλαίσιο της αστικής τάξης, που δεν παράγει μόνο το νεκροθάφτη της, το διαλεκτικό της αντίποδα στην παραγωγή που θα τη νικήσει και θα την υπερβεί, όπως σημείωνε ο μαρξ, αλλά και μια σειρά υποκατάστατα, φανταστικές απειλές, που θα αποκοιμίσουν τον προλετάριο-νεκροθάφτη και θα τον εκτοπίσουν από το προσκήνιο. Και η σειρά αυτή περιέχει μια ευρεία γκάμα, «πολυφωνική» και «δημοκρατική» για όλα τα γούστα.

Υπάρχουν διάφορα πολιτικά προϊόντα (πολλά από τα οποία είναι μιας χρήσης, αλλά ανακυκλώσιμα) με διάφορα προφίλ. Ριζοσπαστικό, ένοπλο, λενινιστικό, ενωτικό και σε κάθε περίπτωση επαναστατικό –πιο επαναστατικό πάντως από το «συμβιβασμένο κκε». Το οποίο όμως δε θέλει λέει να κυβερνήσει, οπότε πάρε και μια κυβερνητική αριστερά με προοπτική κι ευαισθησίες.

Ή και ευρύτερα. Γουστάρεις αμφισβήτηση του σάπιου και διεφθαρμένου συστήματος; Τσεκ. Έχεις βαρεθεί τα λόγια και τις θεωρίες και θέλεις άμεση δράση; Το ‘χουμε σε διάφορες αποχρώσεις και σε νέο-ναζί μοντελάκι με φανερή στήριξη της άμεσης δράσης και των σωμάτων ασφαλείας. Νιώθεις πως έχεις αγανακτήσει με όσα συμβαίνουν και ψάχνεις τρόπο να αντιδράσεις και να εκτονωθείς ομαδικά; Έχουμε τις πλατείες και τους αγανακτισμένους. Έχεις βαρεθεί τους πολιτικούς και ψάχνεις για κάτι καινούριο κι άφθαρτο να σε εκφράζει; Έχουμε ένα καινούριο επαναστατικό προϊόν-ποτάμι με μπλε και πράσινους κόκκους, για να σκεπάσει τη βρωμιά ενός συστήματος που δε φτάνει ούτε ο νιαγάρας να το ξεπλύνει.

Αυτός είναι ο πιο πρόσφατος κι επικίνδυνος κρίκος στην αλυσίδα, μια σοβαρή ποιοτική τομή, καθώς δεν είναι ένας ακόμα φορέας που προσφέρεται για ποικίλη αξιοποίηση, αλλά ένα προέκυψε εξ αρχής κι εξ ολοκλήρου στο δοκιμαστικό σωλήνα του κοινωνικού εργαστηρίου των αστικών media, καθαρά με τηλεοπτικούς όρους, χωρίς καμία απολύτως γείωση στην κοινωνία. Η αστική τάξη δεν είναι τόσο αφελής για να αφήσει στην τύχη, μια τόσο σοβαρή υπόθεση σαν την κηδεία και το νεκροθάφτη, που θα «γκρεμίσει το σάπιο σύστημα». Φροντίζει για εμάς πριν, από εμάς, για τους ενδεδειγμένους τρόπους αντίδρασης, που θα καναλιζάρουν τον χείμαρρο της λαϊκής οργής σε σιγανά ποταμάκια κι ακίνδυνα για το σύστημα κανάλια (μέγκα, σκάι, αντένα, δυο-του, κτλ).


Γίνεται λοιπόν φανερή μια ακόμα πτυχή της αστικής υποκρισίας, που επιχειρεί να αποκρύψει πίσω από τον ντόρο για τις πωλήσεις του λιβάνη, τα δικά της καπιταλιστική κέρδη συνολικά, που στάζουν εργατικό αίμα, ιδρώτα και ποτάμια εκμετάλλευσης και δυστυχίας. Στο χέρι μας είναι να τελειώνουμε με αυτόν τον κόσμο και όλες τις όψεις του νομίσματος που το στηρίζουν.

Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη

Στη σημερινή ανάρτηση η κε του μπλοκ παρουσιάζει κάποια αποσπάσματα από το πολυσυζητημένο βιβλίο του κουφοντίνα, που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις λιβάνη με τον –αμερικάνικης μάλλον έμπνευσης, όπως επισημαίνει η κανέλλη- τίτλο «γεννήθηκα 17 νοέμβρη». Παρακάμπτοντας όσα ειπώθηκαν με αρκετή δόση υποκρισίας για τα ευγενή κερδοσκοπικά κίνητρα του λιβάνη από το πολιτικό προσωπικό του αστικού κόσμου του κέρδους και της εκμετάλλευσης, θα σημειώσω ότι στο εξώφυλλο της έκδοσης, δεν υπάρχει απλώς μια εικόνα από την εξέγερση του πολυτεχνείου, αλλά ένα κολάζ που συμπεριλαμβάνει μια εικόνα από το αντάρτικο και το σύνθημα της «λαϊκής εξουσίας», για να μη μείνει τίποτα έξω από το κάδρο των πηγών και των αναφορών της 17Ν.

Τα αποσπάσματα που ακολουθούν είναι από τα πρώτα κεφάλαια του βιβλίου και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και της πορείας του νεαρού τότε κουφοντίνα από τις μαθητικές οργανώσεις του πασοκ στην εργατική αυτονομία. Το πολιτικό στίγμα του χώρου αυτού φαίνεται αρκετά καθαρά από την υποκειμενική εικόνα που δίνει ο κουφοντίνας για τις πολιτικές δυνάμεις της εποχής, με σταθερά την πολεμική ενάντια στη «συμβιβασμένη, ρεφορμιστική επίσημη αριστερά» και το «γραφειοκρατικό κομμουνιστικό κόμμα». Παραθέτω επίσης ένα απόσπασμα με την εκτίμηση του κουφοντίνα και του ελα, στην αρχική του φάση, για την ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού και τον εξαρτημένο του χαρακτήρα, που παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον.


Μέσα στην ενωμένη κίνηση της λαϊκής μάζας, έβλεπα τις πολιτικές ομάδας που ένιωθα πιο κοντά μου να προσπαθούν να φτιάξουν ιδιαίτερες νησίδες. Κάθε ομάδα φαινόταν σα να έψαχνε το δικό της εσωτερικό λόγο, σε μια αγχώδη, θαρρείς, προσπάθεια να διαφοροποιηθεί από τις άλλες. Τόνιζε τις διαφορές μεταξύ τους, τις αναδείκνυε, τις διεκδικούσε με πάθος σε ατέλειωτες διαμάχες, σε μια ακατάληπτη γλώσσα όλο ορολογίες και δυσνόητες λέξεις, σκορπίζοντας στις παθιασμένες συζητήσεις όλη την ενέργεια που ένιωθα ότι έπρεπε να κατευθυνθεί προς τα έξω, προς το πλήθος τριγύρω.

Από ένστικτο και αργότερα από λογική ανάλυση με ενοχλούσε αυτή η ηθελημένη και επιδιωκόμενη πολυδιάσπαση. Μέσα στο σώμα των κινητοποιημένων ανθρώπων, των απλωμένων διαδηλώσεων που ένωναν φωνές και δράση, έβλεπα με στενοχώρια που έφτανε στην απόγνωση τις ομηρικές μάχες των μικρών ομάδων γύρω από μια λέξη, έναν όρο, ένα τσιτάτο κάποιου θεωρητικού μας.
Ήταν όμως, ο φυσικός μου χώρος, τα αδέρφια της κοινότητας του αγώνα –και οι αδερφικοί καβγάδες ήταν για μένα οι χειρότεροι.

Διερευνούσα αυτό το χώρο. Με ένα συμμαθητή πήγαμε σε μια συνάντηση της ομάδας που συμμετείχε ο ίδιος, μια τροτσκιστική οργάνωση, ίσως η μεγαλύτερη τότε. Μόλις είχα διαβάσει τη Ζωή μου του Λ. Τρότσκι και περίμενα να βρω εκεί κάτι από το πνεύμα του συγγραφέα. Γύρευα μια γόνιμη αίρεση – βρήκα μια διακήρυξη ορθοδοξίας. Όλη η κουβέντα αφορούσε τις διαφορές με τις άλλες τροτσκιστικές ομάδες, τη διεκδίκηση του αλάθητου. Έριξα όμως πρόθυμα το χαρτζιλίκι μου στο δίσκο που περιέφεραν στο τέλος.

Διάβαζα, τότε, τους κλασικούς του μαρξισμού. Πάλευα με τις δυσκολίες των κειμένων τους, με τις αναφορές σε ιστορικές εποχές και γεγονότα που χρειαζόταν να μάθω. Γοητευόμουν από τον κόσμο που άνοιγε μπροστά μου, φωτιζόταν το μυαλό από την ερμηνεία των νόμων κίνησης της Ιστορίας.

Ιδιαίτερα με είχε ελκύσει ο Μάο, με είχε εντυπωσιάσει η γραφή και η σκέψη του. Πιο πολύ από όλα, όταν ανακάλυψα την Πολιτιστική Επανάστασή του, την επανάσταση μέσα στην επανάσταση. «Βομβαρδίστε τα επιτελεία», «Το δέντρο θα προτιμούσε την ηρεμία, αλλά ο άνεμος αρνιέται να υποχωρήσει»… Τα βιβλία του για την Πράξη, για τις Αντιθέσεις, για την ενότητα που συνυπάρχει και προκύπτει μέσα από την πάλη των αντιθέτων, προσανατόλιζαν το μυαλό μου.

Λογικά, προσπάθησα να προσεγγίσω την ΟΜΛΕ, με τραβούσε η σοβαρότητα και η συνέπειά της. Διάβασα στην εφημερίδα τους για σεμινάρια μαρξισμού. Ενθουσιάστηκα. Με σταμάτησε στην είσοδο μια βλοσυρή περιφρούρηση: Μόνο για μέλη. Άλλη μια ορθόδοξη αίρεση. Άλλο ένα εκκλησίασμα για μυημένους μόνο; Έμεινε πάντως για μένα ο πιο συγγενικός πολιτικός χώρος.

Έμεινα και εγώ έξω από τις οργανώσεις της άκρας Αριστεράς. Η ταξική πάλη που διεξαγόταν στο εσωτερικό αυτού του χώρου έφερνε την επικράτηση στοιχείων δογματισμού, σεχταρισμού, ως μοναδικών κατόχων της επαναστατικής αλήθειας, ηγεμονισμού. Ένιωθα ακόμα, και έβλεπα πιο συνειδητά αργότερα, ότι δρούσαν σα να ήθελαν να περιοριστούν στο πλαίσιο της αστικής νομιμότητας, σα να τους αρκούσε να κινούνται στις άκρες του επίσημου συστήματος, στις παρυφές των θεσμών του. Ωστόσο, αυτός ο χώρος έδινε και λαμπρά παραδείγματα συγκρουσιακής δράσης, πρόσφερε αλληλεγγύη σε αυτόνομες μορφές οργάνωσης του κινήματος, παρότι προσπαθούσε να τις κατευθύνει μέσα στην ιδιαίτερη, κάθε φορά, λογική του. Πρωτοστατούσε στα κινήματα αλληλεγγύης, σε αγώνες για πολιτικούς κρατούμενους.

Με την επίσημη Αριστερά είχα ξεκαθαρίσει νωρίς τους λογαριασμούς μου. Από τις πρώτες μέρες της Μεταπολίτευσης είχα αναζητήσει τα σύμβολα του κόμματος που θεωρούσα επαναστατικό. Η κόκκινη σημαία με το σφυροδρέπανο, ο Μαρξ, ο Λένιν, τα σύμβολα που από τον παππού είχα μάθει να θαυμάζω και να εμπιστεύομαι (τόσο που να κατεβαίνω επί χούντας στον Πειραιά και να συγκινούμαι στη θέα του σφυροδρέπανου στο φουγάρο κάποιου σοβιετικού πλοίου) δεν αντιστοιχούσαν στη μετριοπαθή και φοβική στάση της ηγεσίας του κόμματος μετά το 1974.

Αρχικά, η ρήξη μου με το κόμμα ήταν συναισθηματική. Δεν δεχόμουν ότι αποδέχτηκε την απόφαση του Καραμανλή για εκλογές στις 17 Νοεμβρίου 1974, για να χτυπήσει όλα αυτά που συμβόλιζε η 17 Νοέμβρη, μεταθέτοντας την εκδήλωση μνήμης μία βδομάδα αργότερα. Πολύ περισσότερο με εξόργισε η απόφαση του κόμματος να στείλει οικοδόμους να χτυπήσουν τους αγωνιστές που είχαν καταλάβει το Πολυτεχνείο, λέγοντάς του ότι πρόκειται για προβοκάτορες. (Αργότερα θα μάθαινα ότι κάποιοι οικοδόμοι είχαν αποχωρήσει από το κόμμα ακριβώς για αυτό: Αντί για χουντικούς ασφαλίτες, αναγνώρισαν μέσα στο Πολυτεχνείο παλιούς συντρόφους του αγώνα).

Είχε προηγηθεί άλλη μια προσωπική τραυματική εμπειρία. Με ένα φίλο, λίγες μέρες πριν από τις εκλογές του 1974, πήγαμε να πετάξουν με προεκλογικά τρικάκια σε μια συγκέντρωση της ενιαίας, τότε, εκλογικά Αριστεράς, στη Νεάπολη, πάνω από τα Εξάρχεια. Περήφανοι για τα κατακόκκινα φεϊγβολάν με το τεράστιο σφυροδρέπανο και την υπογραφή της ΚΝΕ. Μόλις που γλιτώσαμε τη χειροδικία από την άλλη τάση της Ενιαίας Αριστεράς, που είδε «προβοκάτσια» στη θέρμη δύο μαθητών.

Όσο περνούσαν οι μέρες –και πραγματικά μέσα σε λίγες μέρες μάθαινες όσα άλλοτε χρειάζονταν μήνες- συνειδητοποιούσα ότι δεν χωρούσα στο πλαίσιο της επίσημης Αριστεράς. Έβλεπα ολοένα και πιο καθαρά ότι σε εκείνη την πολιτική κοσμογονία, την απίστευτη λαϊκή δυναμική, τον απέραντο ενθουσιασμό του κόσμου, μπροστά στην πρωτοφανέρωτη ιστορική ευκαιρία να προχωρήσουν τα πράγματα με γοργούς ρυθμούς, η επίσημη Αριστερά προσπαθούσε να τα φρενάρει. Αποδεικνυόταν συντηρητική. Η λαϊκή ορμή την ξεπερνούσε. Προέβαλε μόνο γενικά και ακίνδυνα συνθήματα, δεν οργάνωνε τους δυναμικούς κοινωνικούς αγώνες με ορίζοντα την κοινωνική χειραφέτηση. Εγώ ήθελα την Αριστερά πρωτοπόρα δύναμη σύγκρουσης και ανατροπής. Την ήθελα επαναστατική, όχι φοβισμένη και συμβιβαστική.

Ο χώρος του ΠΑΣΟΚ, που δημιουργήθηκε τον Σεπτέμβριο του 1974, δεν έδειχνε πολιτικά φοβισμένος. Προωθούσε την αυτοοργάνωση, είχε ριζοσπαστικό λόγο, διακήρυσσε την έξοδο από το ΝΑΤΟ, το διώξιμο των βάσεων, την άρνηση στην ΕΟΚ των μονοπωλίων, μιλούσε ανοιχτά για σοσιαλισμό, υπαινισσόταν μια παράνομη παράλληλη οργάνωση «επειδή οι αστοί δε θα μας παραδώσουν ειρηνικά την εξουσία». Επειδή, όπως έλεγαν τότε, δείχνοντας ένα παλιό κείμενο του Ανδρέα Παπανδρέου, του Νοέμβρη του 1973, «ο ένοπλος λαός στην πράξη είναι η μόνη μακροπρόθεσμη εγγύηση του απαραβίαστου της κυριαρχίας του». Βέβαια, αυτός ο πολυθρύλητος «κρυφός» μηχανισμός χρησιμοποιήθηκε μόνο εσωκομματικά, ως κομματική μυστική αστυνομία εναντίον όσων διαφωνούσαν (οι περίφημοι «καραφλοί πράκτορες»).

Σε αυτό τον πολιτικό χώρο προσχώρησαν πολλοί ριζοσπαστικοποιημένοι νέοι, σεβαστοί αντιδικτατορικοί αγωνιστές, παλιοί αντάρτες και καπεταναίοι του ΕΛΑΣ και του ΔΣΕ. Πέρα από παγιωμένο κόμμα ήταν ένας πολιτικός χώρος στον οποίο συνυπήρχαν όλες οι τάσεις της Αριστεράς. Τα γραφεία των τοπικών οργανώσεων στολίζονταν με αφίσες του Μαρξ και του Άρη.

Λίγο αργότερα άνοιξαν τα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ, Πανεπιστημίου και Μπενάκη, κάτω από τα γραφεία της Ελευθεροτυπίας. Βρισκόμουν εκεί καθημερινά. Μπορούσες, τότε, να βρεις εκεί αξιόλογους ανθρώπους, αγωνιστές με ιστορία σε όλη τη διαδρομή των τελευταίων δεκαετιών, ανθρώπους σεμνούς, συγκροτημένους, με πραγματικό ενδιαφέρον για την τύχη αυτού του λαού. Οι συζητήσεις μαζί τους ήταν μεγάλο σχολείο για μένα. Σπούδαζα τη συλλογική μνήμη, μάθαινα την πραγματική ιστορία, τη ζωντανή προφορική ιστορία που ανέτρεπε τα στερεότυπα των σχολικών εγχειριδίων. Μπορούσες ακόμα να ξεχωρίσεις τους ανθρώπους του κομματικού μηχανισμού: Στενόμυαλοι, τυπολάτρες, με όλες τις γραφειοκρατικές αγκυλώσεις, επιφυλακτικοί σε οτιδήποτε καινοτόμο. Που από τότε ονειρεύονταν αυτό ακριβώς που θα γίνουν αργότερα: Κρατικά στελέχη, διοικητές τραπεζών και οργανισμών, γραμματείς υπουργείων, βουλευτές και υπουργοί. Πλούσιοι. Οσμιζόσουν ήδη πάνω τους την αποφορά της διαφθοράς και των μελλοντικών τους σκανδάλων.

Στεκόμουν ενστικτωδώς απέναντί τους. Εξαρχής είχα διαμορφώσει μια ριζικά αντίπαλη αντίληψη των πραγμάτων με αυτούς, καθώς και με τις επίσημες πολιτικές και συνδικαλιστικές ηγεσίες. Εγώ έλεγα, και πάλευα με όλες μου τις δυνάμεις για αυτό, ότι προτεραιότητα σε κάθε χώρο (μαθητικό, σπουδαστικό, εργατικό, αγροτικό, τοπικό) είναι η ανάπτυξη του κινήματος ανάλογα με τη δυναμική του κάθε χώρου και αναζητώντας την ενότητα με όλες τις ζωντανές δυνάμεις του. Ζητώντας το συντονισμό με τα άλλα επιμέρους κινήματα, πάντα στο πλαίσιο ενός σχεδίου για την ανάπτυξη του ευρύτερου εργατικού λαϊκού κινήματος.

Διαφωνούσα με τους «κομματικούς» που έβλεπαν τα κινήματα στενά κάτω από το πρίσμα του κομματικού συμφέροντος, με αποκλειστική επιδίωξη την αύξηση και μόνο της κομματικής επιτροπής, που οδηγούσε στις μικροκομματικές διαμάχες και τη διάσπαση της αναγκαίας ενότητας για τη συλλογική δράση. «Κόμμα» ή «κίνημα», έλεγα σχηματικά. Επέμενα ότι αυτά τα δύο δε βρίσκονταν σε αντίθεση, ότι μέσα από τη δυναμική ανάπτυξη του κινήματος θα αντλούνταν ταυτόχρονα μέλη και στελέχη για το κόμμα. Επιπλέον, από άποψη «μορφής» στην πολιτική και συνδικαλιστική παρέμβαση αρνιόμουν την ειδική πολιτική γλώσσα με την ακατανόητη στους κοινωνικούς χώρους ορολογία. Όπως και τους ατέλειωτους καβγάδες για μια λέξη, τις διαμάχες και τις απέραντες θεωρητικολογίες.

Αυτές τις απόψεις τις πάλευα από την αρχή της πολιτικής μου πορείας, τις υπεράσπιζα από τα πρώτα άρθρα μου, από το 1975, στη μαθητική εφημερίδα Μαθητικός Αγώνας της ΠΑΜΚ (Πανελλήνια Αγωνιστική Μαθητική Κίνηση). Ιδρυτικό πυρήνα της μαθητικής παράταξης αποτελέσαμε οι λίγοι μαθητές που περνούσαμε από τα κεντρικά γραφεία του ΠΑΣΟΚ. Στη διακήρυξη θέσεων της παράταξης έμπαιναν αιτήματα για εθνική ανεξαρτησία, λαϊκή κυριαρχία, σοσιαλισμό. Θυμάμαι ότι μόνιμη επωδός στα άρθρα μου, τότε, ήταν ότι ο αγώνας για την παιδεία που ονειρευόμασταν συνδέεται άρρηκτα με τον αγώνα για τη σοσιαλιστική κοινωνία.

-.-.-

Η ιστορία της χώρας είναι η ιστορία της εξάρτησής της από τους ξένους ισχυρούς, η ιστορία της λεηλασίας της από αυτούς και τους εγχώριους ενδιάμεσους και μεσίτες της. Όπως έγραφαν τα «Λιπάσματα»: «Οι πολιτικές εξελίξεις στη χώρα μας καθορίζονταν πάντα από κέντρα αποφάσεων που βρίσκονταν και λειτουργούσαν έξω από την Ελλάδα». Όταν αρχές Αυγούστου του 2011 ο τότε υφυπουργός Δικαιοσύνης κατέβηκε στο υπόγειο κελί να δει αν μαλάκωσε το ξεροκέφαλο (όπως μαλάκωναν τα ξερά φύλλα του καπνού στην υπόγεια υγρασία στα καπνοχώρια μας) του είπα: «Καταντήσατε τη χώρα μας προτεκτοράτο, αποικία». «Πάντα έτσι δεν ήταν»; με αποστόμωσε. Σε τελική ανάλυση είχε δίκιο. Ο Γεώργιος Παπανδρέου, στη δεκαετία του 1960, το είχε πει καθαρά: «Η Ελλάς αναπνέει με δύο πνεύμονες, έναν αγγλικόν και έναν αμερικανικόν». Πιο πριν, όταν τα αγγλικά, ληστρικά δάνεια είχαν αλυσοδέσει τη χώρα που έβγαινε με το αίμα των παιδιών της από την τούρκικη κατοχή και οι δύο πνεύμονες ήταν αγγλικοί. Το 1840 ο Άγγλος έπαρχος με την τυπική ιδιότητα του πρεσβευτή, ο σερ Λάιονς, δήλωνε: «Η Ελλάδα δεν μπορεί να είναι ποτέ πραγματικά ανεξάρτητη, αυτό είναι παραλογισμός. Θα είναι ή ρωσική ή αγγλική και, αφού δεν πρέπει να είναι ρωσική, θα είναι αναγκαστικά αγγλική». Για να συνοψίσει, χρόνια αργότερα, στα 1912, ο Λόιντ Τζορτζ: «Το μέλλον της Ελλάδας αποφασίζεται στο Λονδίνο, όχι στην Αθήνα».

Η ιστορία αυτής της χώρας είναι ταυτόχρονα η ιστορία των λαϊκών αγώνων για την απεξάρτησή της, για να σταματήσει η λεηλασία της από ξένους και εγχώριους ισχυρούς, για να γίνει ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι του. Η ιστορία των αγώνων του, που είναι αντιιμπεριαλιστικοί μαζί και αντικαπιταλιστικοί. Η ιστορία των αγώνων του, που ιδιαίτερα από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 «δεσμεύτηκαν και μπλοκαρίστηκαν από την πολιτική ηγεσία», όπως έγραφε το κείμενο των ιδρυτών του ΕΛΑ. Από μια πολιτική ηγεσία που αναζητούσε την «εθνική» αστική τάξη για να συμμαχήσει μαζί της και περιόριζε το αντικείμενο των λαϊκών αγώνων στον «εκδημοκρατισμό» της πολιτικής ζωής.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2014

Περί λαβάρων, αξιών, ιδεών και συμβόλων… (του ΣΥΡΙΖΑ)

Όσοι διαβάζουν συχνά το μπλοκ, ξέρουν πως δε συνηθίζω να κάνω αναδημοσιεύσεις άλλων κειμένων, που έχουν αναρτηθεί αλλού πρώτα. Θα κάνω όμως μια εξαίρεση για το κείμενο του ιστορικού Γιώργου Μαργαρίτη, που ακολουθεί και δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή πύλη του 902, γιατί δίνει μια πολύ καλή απάντηση στα ιδεολογικά λάβαρα που σηκώνει ο χώρος του σύριζα –και όχι μόνο- κι αξίζει κατά τη γνώμη μου να διαβαστεί, παρά τη μεγάλη έκτασή του. Μακάρι να βλέπουμε περισσότερα τέτοια κείμενα και κριτικές στο πόρταλ και τα κομματικά μέσα.


Στην εφημερίδα Αυγή, στα έντυπα που στηρίζουν τον ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και στον πολιτικό λόγο των στελεχών του βλέπουμε συχνά να εμφανίζονται και να προβάλλονται συγκεκριμένες πολιτικές, φιλοσοφικές ή οικονομικές θεωρίες και οι αντίστοιχοι θεωρητικοί που τις προώθησαν ή τις εφάρμοσαν. Μερικές από τις θεωρίες και τις πολιτικές που αναφέρονται πιο συχνά ξενίζουν: η πυκνά επαναλαμβανόμενη επίκληση του “New Deal”, ή του “Σχεδίου Μάρσαλ” και μάλιστα ως “υποδειγμάτων” αντιμετώπισης της καπιταλιστικής κρίσης στην Ελλάδα, είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Το μεν πρώτο είναι η πολιτική που εφάρμοσαν στις ΗΠΑ οι πρόεδροι Χούβερ και ειδικά ο Ρούσβελτ -που έδωσε και το όνομα New Deal στα μέτρα- για την αντιμετώπιση της καπιταλιστικής κρίσης του 1929. Η πολιτική αυτή έσωσε προφανώς τον αμερικανικό καπιταλισμό, τις τράπεζες σε προτεραιότητα και επέτρεψε τη δημιουργία νέων ισχυρών μονοπωλίων (της Μπόϊνγκ για παράδειγμα). Είναι απόλυτα ψευδές, όμως, ότι οδήγησε εκτός της κρίσης και της φτώχειας τα εκατομμύρια των Αμερικανών εργαζομένων. Στα 1941, όταν οι ΗΠΑ μπήκαν στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο το ποσοστό των ανέργων βρισκόταν ακόμα στο 17% !

Το Σχέδιο Μάρσαλ θα έπρεπε να το γνωρίζουμε καλά στην Ελλάδα. Στα χρόνια που ακολούθησαν τον Εμφύλιο Πόλεμο τα κονδύλια του “σχεδίου” αυτού ενίσχυσαν τη νέα άρχουσα τάξη, τις οικονομικές ελίτ δηλαδή που βρίσκονταν σε κρίση και σε κίνδυνο στα χρόνια του Εμφυλίου. Από απλή μάλλον σύμπτωση οι επιχειρηματίες κάθε είδους που ενισχύθηκαν από αυτά τα κονδύλια ήσαν πάνω κάτω οι ίδιοι που είχαν θησαυρίσει (κυριολεκτούμε) στην περίοδο της Κατοχής “εργαζόμενοι” για την οικονομία πολέμου του Γ’ Ράϊχ και της Νέας Ευρώπης. Το ίδιο, σε πιο ήπιες συνθήκες έγινε και στην υπόλοιπη Ευρώπη σε τρόπο ώστε ο καπιταλισμός να αποκτήσει εκείνους τους συσχετισμούς που θα του επέτρεπαν να αντιμετωπίσει τον “εσωτερικό εχθρό”, τους εργαζόμενους, τους κομμουνιστές. Για το λόγο αυτό η εφαρμογή του Σχεδίου Μάρσαλ θεωρείται αφετηρία του Ψυχρού Πολέμου στην Ευρώπη. Στην Ολλανδία μάλιστα δόθηκε “ειδικό συμπλήρωμα” από το Σχέδιο για να καταπνίξει στο αίμα την γενικευμένη εξέγερση του λαού της Ινδονησίας - που ήταν ως τότε αποικία της ευρωπαϊκής αυτής χώρας.

Θα ήταν εύλογο να αποφεύγουν χώροι που επικαλούνται την αριστερά και τους εργαζόμενους τέτοιου είδους πολιτικές και να μην τις χρησιμοποιούν ως λάβαρα των δικών τους πολιτικών σχεδιασμών. Παραδόξως (;) ο ΣΥΡΙΖΑ, τα έντυπά του και τα στελέχη του δεν αισθάνονται αυτήν την ανάγκη.

. . .

Καθώς όμως η δίψα που διακατέχει το ΣΥΡΙΖΑ στην αναζήτηση “νέων” θεωριών είναι ασίγαστη, ας αφήσουμε τις οικονομικές θεωρίες, στις οποίες αξίζει, λόγω “Κεϋνσιανισμού” να επανέλθουμε. Ας στραφούμε λίγο στην επικαιρότητα για να ιχνηλατήσουμε το χαοτικό θεωρητικό υπόστρωμα του αυτοπροσδιοριζόμενου ως κόμματος της αριστεράς.

Στα τέλη του Ιανουαρίου 2014, έφθασε στην Αθήνα ο Γάλλος πολιτικός φιλόσοφος Αλαίν Μπαντιού. Οι διαλέξεις του αποτέλεσαν εγερτήριο σάλπισμα για το χώρο του ΣΥΡΙΖΑ και εν μέρει, του αριστερισμού. Και στις τρεις διαλέξεις επικράτησε το αδιαχώρητο στις αίθουσες των εκδηλώσεων - ειδικά στην τρίτη διάλεξη, την πιο “πολιτική”. Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις τη διάλεξη αυτή οργάνωσαν σύμφωνα με την ιστοσελίδα ΧΡΟΝΟΣ η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ, η παράταξη ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΟΛΗ, το περιοδική ψυχανάλυσης “Αλήθεια” με την υποστήριξη του Ινστιτούτου Νίκος Πουλαντζάς.

Στην ομιλία του ο Γάλλος φιλόσοφος ανέλυσε τα κεντρικά προβλήματα του σημερινού κόσμου. Διαπίστωσε κατ’ αρχήν ότι, ενώ έχουν περάσει είκοσι και πλέον χρόνια από την κατεδάφιση του “τείχους του Βερολίνου”, τείχη εξακολουθούν να κτίζονται λίγο πολύ παντού. Τότε το “τείχος” χώριζε τον “ανατολικό ολοκληρωτισμό” από τη “δυτική δημοκρατία”, σήμερα τα τείχη χωρίζουν τον “πλούσιο βορρά” από τον “φτωχό νότο”. Ακόμα και στο εσωτερικό των χωρών τα τείχη, διαπιστώνει, εξακολουθούν να υπάρχουν: παλαιά χώριζαν τον κόσμο σε εργατική τάξη και σε αστική τάξη, σήμερα χωρίζουν τους “ευδαιμονούντες” (αυτούς που απολαμβάνουν) από τους “στερημένους”! Στους αναγνώστες των βασικών έργων του Καρλ Μαρξ οι παραπάνω διαπιστώσεις ίσως φανούν ρηχές ή ακόμα και απλοϊκές. Η πάλη των τάξεων προφανώς προϋποθέτει διαφορές, διαχωρισμούς, εχθρότητες, συγκρούσεις, τείχη. Είναι περίεργο που ο Γάλλος φιλόσοφος που αναφέρεται στον Μαρξ επίμονα -σε κάθε τρίτη παράγραφο των κειμένων του- να απαξιώνει τόσο αφαιρετικά τις μαρξιστικές αναλύσεις.

Η καίρια όμως διαπίστωση που ο Μπαντιού κτίζει πάνω σε αυτές τις πρώτες επισημάνσεις είναι η ίδια η κατάσταση του κόσμου. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει “ενιαίος κόσμος”. Ο διαχωρισμός και τα τείχη καταργούν αυτόν τον ενιαίο κόσμο δηλαδή, προσθέτει, την Ανθρωπότητα. Καθότι, ο κόσμος του ξέφρενου καπιταλισμού και των πλουσίων δημοκρατιών είναι “ψεύτικος κόσμος” και ξεπετά τους πολλούς σε “έναν Άλλο Κόσμο” (ομολογώ αυτό είναι πετυχημένο!). Άρα τι κάνει και τι οφείλει να κάνει η αριστερά; Είναι απλό: η αριστερά πρέπει να τοποθετήσει τη δημιουργία “ενιαίου κόσμο” ως κεντρικό πολιτικό της σύνθημα και στόχο. Να διακηρύξει ότι ο κόσμος είναι ένας - η Ανθρωπότητα!

Διαισθανόμενος, ίσως ο Γάλλος φιλόσοφος, ότι η διεκδίκηση της ενιαίας Ανθρωπότητας μπορεί να φέρει τη θεωρία του σε αντιπαράθεση με το ατομικό, έσπευσε να την ακυρώσει εν μέρει στη συνέχεια δηλώνοντας ότι “ο ενιαίος κόσμος δεν αντιμάχεται τις ταυτότητες”. Οι τελευταίες αυτές είναι μάλιστα δύο ειδών: οι έχουσες θετικό πρόσημο - εκείνες δηλαδή που διάκεινται θετικά απέναντι στον Άλλο -και στις έχουσες αρνητικό- που δηλαδή αντιμετωπίζουν εχθρικά τον Άλλο. Και καθώς το πρακτικό παράδειγμα που βρήκε για να στοιχειοθετήσει επί του συγκεκριμένου τις απόψεις του, ήταν η μετανάστευση, δήλωσε ότι η απέναντί στους μετανάστες πολιτική πρέπει να έχει σαν στόχο την “καλλιέργεια μιας δημιουργικής ταυτότητας” (developper une identite creatrice) (;!).

Δεν είμαι ιδιαίτερα πεισμένος ότι η Νεολαία του ΣΥΡΙΖΑ και οι άλλοι παράγοντες της Αριστεράς και της Προόδου που παρακολούθησαν ξεκαθάρισαν το θεωρητικό και πολιτικό τους υπόβαθρο ακούγοντας ετούτη τη διάλεξη. Πρέπει να παραδεχθούμε όμως ότι η τελευταία βρισκόταν απόλυτα μέσα στο τρέχον πνεύμα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας. Πολλές βαρύγδουπες κουβέντες για να περιγραφεί το τίποτα. Είναι, με παραλλαγές, ο ίδιος λόγος που διέδιδε η Σοσιαλιστική Διεθνής του Γεωργίου Ανδρέα Παπανδρέου ή, αν θέλετε, το τίποτα που διατρέχει το θεωρητικό υπόβαθρο των “μη κυβερνητικών οργανώσεων” που θεοποιήθηκαν κάποτε -και ξέρουμε πλέον όλοι μας το γιατί. Προσωπικά το μόνο που με εντυπωσίασε ήταν η επιμονή του Μπαντιού στο να καταστήσει τον Καρλ Μαρξ συνένοχο των παραπάνω ασήμαντων: στον διακηρυγμένο Διεθνισμό του Μαρξ ο Μπαντιού ισχυρίστηκε ότι βλέπει το αίτημα για ενιαίο κόσμο!

Για τα ζητήματα της τρέχουσας πολιτικής ο Μπαντιού μίλησε πιο “ανοιχτά” στην συνέντευξη που έδωσε στη δημοσιογράφο της Καθημερινής Αλεξία Κεφαλά και δημοσιεύθηκε στο φύλλο της 2ας Φεβρουαρίου της εφημερίδας. Εκεί αφού αποκάλυψε ότι υποστηρίζει τον ΣΥΡΙΖΑ (αυτό δα έλειπε…) προσδιόρισε με ακρίβεια το σημερινό πρόβλημα της Ευρώπης: “ Η Ευρώπη χρειάζεται ηγέτες όπως ο Ντε Γκώλλ (…) [Ο Ντε Γκωλλ] ήρθε στην εξουσία με τα χέρια και τις τσέπες άδειες αλλά τα κατάφερε…”. Ενθουσιασμένη η δημοσιογράφος της Καθημερινής αφού υπογράμμισε ποικιλοτρόπως ότι αυτή είναι η (σωστή) αριστερά, έβαλε το συμπέρασμα αυτό στην επικεφαλίδα του άρθρου της. Για να το εμπεδώσουν δε οι αναγνώστες της συντηρητικής εφημερίδας ο Αλέξης Παπαχελάς το επανέφερε στο φύλλο της 5ης Μαρτίου, με αφορμή την Ουκρανία - ένας Ντε Γκωλλ, μια Θάτσερ θα είχαν κάνει πόλεμο…. Όχι όπως οι σημερινοί νερόβραστοι!

. . .

Πέρα από αυτά τα οποία περιλαμβάνονταν στην επί τούτου ομιλία του Αλαίν Μπαντιού, η Αυγή ανέλαβε να προσδιορίσει τα πλέον δυσνόητα σημεία της σκέψης του. Στην Αυγή της 19ης Ιανουαρίου στο άρθρο του Δημήτρη Βεργέτη, διευθυντή του περιοδικού Αλήθεια, διαπιστώνεται στο ξεκίνημα η συνεισφορά του Μπαντιού στην αριστερή θεωρία: “Το “βελούδινο διαζύγο” της πολιτικής από τη φιλοσοφία υπήρξε μια μάστιγα στην ιστορία του μαρξισμού, τροφοδοτούμενη από το θρίαμβο του σταλινισμού και των ευπρεπισμένων μεταλλάξεών του. Ο Μπαντιού είναι ο στοχαστής που επανασύνδεσε την πολιτική με τη φιλοσοφία εισάγοντας στην πολιτική τη βαθμίδα του υποκειμένου…”.

Με βάση την παραπάνω διακήρυξη, πρόκειται οπωσδήποτε για “ολική επαναφορά” του μαρξισμού και για αποκατάσταση της φυσιολογικής -ερήμην σταλινισμού- εξέλιξης της ιστορίας του. Η ανάλυση όμως της παραπάνω θέσης προσκρούει στα δύσκολα. Προσπερνoύμε φράσεις ασύλληπτης διαύγειας -“(η) απρόβλεπτη ανάδυση της ρηξιγενούς τυπικής του συμβάντος” (sic)- για να εντοπίσουμε την ουσία της “αποκατάστασης” του μαρξισμού. Παραθέτω: “Το υποκείμενο μορφοποιείται μέσα σε πολιτικές χειραφέτησης, που έχουν ως γενέθλιο λίκνο όχι την τυπική της παραγωγής και τις συστημικές αντιθέσεις της, αλλά μια τέτοια ρήξη της οποίας η εστία δεν είναι δομικά προδιαγραμμένη. Το συμβάν δεν συντελείται στο προδιαγραμμένο σημείο συμπύκνωσης προσημασμένων ταξικών αντιθέσεων. Τουτέστιν το συμβάν δεν βρίσκεται υπό την κηδεμονία της δομής. Συνεπώς, το υποκείμενο δεν έχει ως υπόστρωμα μια ομοιογενή κοινωνική κατηγορία ή μια λειτουργική συνιστώσα των τρόπων παραγωγής”.

Για όσους δυσκολεύονται να κατανοήσουν τα παραπάνω θα το πούμε απλά: στο όνομα της νέας “ανάγνωσης” του μαρξισμού πάλη των τάξεων δεν υπάρχει καθότι δεν υπάρχουν τάξεις καθότι “το υποκείμενο δεν έχει ως υπόστρωμα μια ομοιογενή κοινωνική κατηγορία”. Τα παραπάνω δε αποτελούν κατά την Αυγή: “(οι θέσεις του Μπαντιού συνιστούν) την τολμηρότερη και σημαντικότερη αναγεννητική τομή στην ιστορία της μαρξιστικής σκέψης” …. Αμ πώς! Την εβούλιαξαν αύτανδρη την τελευταία…

Συνακόλουθα δεν πρέπει να υπάρχει και δικτατορία του προλεταριάτου στην οποία ο Μπαντιού, “δίνει την χαριστική βολή” (sic). “Στην δικτατορική οργάνωση του προλεταριακού κράτους (ο Μπαντιού) αντιπαραθέτει την πολιτική ως πεδίο οργάνωσης των συνεπειών του συμβάντος και ως διαδικασία μορφοποίησης ενός συλλογικού “σώματος””. Και παρακάτω, “ο Μπαντιού αναδεικνύει την ανεξάλειπτη αντινομία ανάμεσα στην πολιτική και το κράτος “δημοκρατικό” ή “προλεταριακό””.

Και συνακόλουθα δεν χρειάζεται ούτε το κόμμα: (Ο Μπαντιού επαναλαμβάνει ότι) “το φιάσκο όλων των παραλλαγών του κόμματος - κράτους που προήλθαν από την τρίτη Διεθνή ανοίγει έναν ορίζοντα επανεξέτασης σ’ ό,τι αφορά την ουσία του πολιτικού υποκειμένου”. Λογικό - εδώ με τρεις ασυναρτησίες εξολοθρεύτηκε ο Μαρξ, ο Λένιν θα τη γλύτωνε;

Ας είναι καλά οι “πλατείες”, η “άμεση δημοκρατία”, οι “βελούδινες επαναστάσεις” και πάνω απ’ όλα η “Λακανική δημοκρατία”. Τι είναι άραγε πιο τραγικό; Αυτή η ανθρωποφάγος πολιτική που βλέπουμε να ξεδιπλώνεται γύρω μας ή η στο όνομα της αριστεράς έκπτωση της πολιτικής θεωρίας -ακόμα και της αστικής- σε μια ασυνάρτητη μεταφυσική της αναζήτησης του μικροαστικού ΕΓΩ. (δηλώνουν και νεο - πλατωνικοί πολλοί εκ των λακανιστών - δεν αμφιβάλαμε!).

. . .

Ο Αλαίν Μπαντιού ανήκει στη δεύτερη γενιά μιας “ειδικής ομάδας” θεωρητικών της πολιτικής της οποίας οι απαρχές ανάγονται στην αρχή του Ψυχρού Πολέμου. Στην πρώτη γενιά ο επιφανέστερος εκπρόσωπος αυτών των σχολών υπήρξε ο ψυχαναλυτής Ζακ Λακάν και σε αυτόν συχνά-πυκνά παραπέμπουν οι σημερινοί θιασώτες αυτών των απόψεων. Ο Ζακ Λακάν, είναι μια ενδιαφέρουσα περίπτωση στην οποία μάλλον θα χρειαστεί να επανέλθουμε. Έχοντας “σκοτεινές” ρίζες – σκοτεινές με την έννοια ότι οι σημερινές βιογραφίες του δείχνουν αναξιόπιστες καθώς οφθαλμοφανώς μεριμνούν για την απόκρυψη των “νεανικών σφαλμάτων” του φιλοσόφου, δηλαδή την πρόσδεσή του στην μοναρχική-φασιστική οργάνωση “Action Francaise” (που πρωταγωνίστησε στην απόπειρα φασιστικού πραξικοπήματος στην Γαλλία το 1934), τις σχέσεις του με τον Σαρλ Μωρράς (θεωρητικό του φασισμού και του ρατσισμού) ή ακόμα τη γοητεία που άσκησε πάνω του ο φιλόσοφος Χάϊντέγγερ, τα χρόνια ακριβώς που ο τελευταίος έδειχνε βαθιά γοητευμένος από την ναζιστική στροφή της Γερμανίας. Αντίθετα – και παράξενα – οι ίδιες αυτές βιογραφίες περιορίζονται στο να τονίσουν στις σχέσεις του Λακάν με τους σουρεαλιστές στον ιδεολογικά ολισθηρό μεσοπόλεμο. Οπωσδήποτε το γεγονός ότι έκανε παιδί με την γυναίκα του εκ των σουρεαλιστών Ζωρζ Μπατάϊγ συνηγορεί σε τούτη την βελτιωτική “αναθεώρηση” της προπολεμικής βιογραφίας του παρουσιαζόμενου σήμερα ως ήρωα της αριστεράς και της προόδου….

Στη δεκαετία του 1950, στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, πολλές από τις “χαμένες ψυχές” της ευρωπαϊκής διανόησης του μεσοπολέμου “αποκαταστάθηκαν” ζητώντας ή μη συγγνώμη για την προγενέστερη συμπεριφορά τους. Οι αποκαταστάσεις έγιναν μέσω της Γαλλίας και μάλιστα του “πνευματικού” Παρισιού. Εκεί, λόγου χάρη βρήκαν απρόσμενη αίγλη οι παλαιοί θεωρητικοί της Λεγεώνας του Αγίου Μιχαήλ και της Σιδηράς Φρουράς του Ρουμανικού φασισμού: ο Εμίλ Τσιοράν (αυτοπροσδιοριζόμενος ως χιτλεριστής), ο Μιρσέα Ελιάντ και πολλοί άλλοι (ο σοσιαλιστικών προδιαγραφών κατά τους βιογράφους του Ευγένιος Ιονέσκο βρέθηκε στον πόλεμο μορφωτικός ακόλουθος της διπλωματικής αποστολής της Βασιλικής Ρουμανικής Κυβέρνησης στο Βισύ, στην κυβέρνηση Πεταίν….). Το ίδιο γενικό ρεύμα έφερε στα παρασκήνια της πολιτικής τον Ζακ Λακάν και μέσα σε αυτό άρχισε να διαμορφώνει τις θεωρίες του.

Ο μεγάλος όμως σταθμός στην αναβάθμιση αυτών των ρευμάτων υπήρξε ο Μάϊος του 1968. Οι αποκατεστημένες πλέον “χαμένες ψυχές” του μεσοπολέμου απέκτησαν πλέον αριστερά -ή μάλλον αριστερίστικα- χαρακτηριστικά αναβαθμιζόμενοι πλέον στο Καρτιέ Λατέν και στο περίφημο “πανεπιστήμιο” της Βενσέν (Παρίσι VIII). Ο Λακάν κλήθηκε να διδάξει εκεί δια της ψυχανάλυσης το “νέο πνεύμα του Μάη” ενώ ο Αλαίν Μπαντιού ηγήθηκε μιας “μαοϊκής” οργάνωσης, της Ένωσης Γάλλων Κομμουνιστών (μ-λ) (UCF m-l) της οποίας η “επικίνδυνη” (αποφεύγω τον όρο προβοκατόρικη) δράση είναι γνωστή σε όσους έζησαν στη Γαλλία την εποχή εκείνη.

Υλικά από αυτά τα πνευματικά κινήματα χρησιμοποιήθηκαν έκτοτε είτε για την επένδυση όλων των αντεργατικών, αντικομουνιστικών κινημάτων με “αριστερό” προφίλ, είτε για την ιδεολογική συσκότιση και σύγχυση των απελευθερωτικών, επαναστατικών κινημάτων που ξεσπούσαν σε ολόκληρο τον κόσμο. Σημαντικές επιτυχίες είχαν ετούτες οι θεωρίες στη λατινική Αμερική. Περιττό να σημειώσουμε ότι από τα ίδια υλικά κτίζονται και οι “βελούδινες επαναστάσεις” που τα τελευταία χρόνια διαμορφώνουν τον κόσμο σύμφωνα με τις επιθυμίες των ισχυρών κέντρων του καπιταλισμού και του ιμπεριαλισμού.

Η ιστορική αυτή αναδρομή, υποχρεωτικά ελλιπής και επιγραμματική, ήταν απαραίτητη για να κατανοήσουμε την ποιότητα των ιδεολογικών λαβάρων που ξεδιπλώνει σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ και η σοσιαλδημοκρατία. Επιπλέον όμως δεν μπορεί παρά να προκαλέσει ερωτηματικά το γεγονός, ότι, ενώ αυτές οι θεωρίες έδειχναν ότι ολοκλήρωσαν τον ιστορικό τους κύκλο και ότι εξάντλησαν την πολιτική δυναμική τους στα τέλη της δεκαετίας του 1980 -1990, τα τελευταία χρόνια δείχνουν να επανέρχονται στο προσκήνιο σε χώρες όπως η Αργεντινή ή, πιο πρόσφατα η Ελλάδα. Στην τελευταία, βασικός πλέον φορέας ετούτης της νεκρανάστασης είναι ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ας επιστρέψουμε όμως στο περιεχόμενο αυτών των θεωριών όπως τις προβάλλει κατ’ εξακολούθηση η Αυγή.

. . .

Στις 7 Ιουνίου του 2013 η Αυγή έσπευδε να χαιρετήσει την άφιξη στην Αθήνα της Κάρμεν Γκαγιάνο, Ισπανίδας ψυχαναλύτριας, η οποία και θα ανάλυε τις θεωρίες της σε εκδηλώσεις που οργάνωνε το “Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου”. Το άρθρο συνέγραψε η κα Ευαγγελία Κομματά, μέλος της Σχολής των Φόρουμ του Λακανικού Πεδίου και φυσικά μέλος του αντίστοιχου Φόρουμ της Αθήνας.

Η Γκαγιάνο στάθηκε από την αρχή στο πλευρό του ισπανικού “κινήματος των αγανακτισμένων” και μετέφερε σε αυτό την Λακανική αντίληψη για την τρέχουσα κρίση. Η παράθεση των απόψεών της, όπως τις προβάλει η Αυγή, παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Η Ισπανίδα οπαδός του Λακάν υιοθέτησε τη διατύπωση του Αργεντίνου διανοουμένου Daniel Feirestein, για τη σημερινή κρίση: κατ’ αυτόν πρόκειται για “σύγχρονη κοινωνική γενοκτονία”.

Η φαινομενική βαρύτητα του όρου -η δραματοποίησή του- χρησιμεύει στην “αποδέσμευση” της κρίσης από την καπιταλιστική λειτουργία του σημερινού κόσμου και τις συνακόλουθες σχέσεις παραγωγής. Η “γενοκτονία” αυτή δεν οφείλεται “στις επιπτώσεις μιας οποιασδήποτε κρίσης σύμφυτης με τον καπιταλισμό σαν αυτής του 2008 ή (…) σαν αυτής που εγκαινιάστηκε με το μεγάλο κραχ του μεσοπολέμου”. Εφόσον λοιπόν η τρέχουσα κρίση δεν είναι καπιταλιστική θα πρέπει να προσδιοριστεί τι είναι. Συνεχίζει λοιπόν η Ισπανίδα και η Αυγή: “Πρόκειται για την εφαρμογή μιας νεοφιλελεύθερης επιλογής, την οποία, οι πολιτικές και οικονομικές ελίτ της Ευρώπης, έχοντας ως άλλοθι την οικονομική κρίση, επιχειρούν να επιβάλουν στους λαούς τους”.

Ο νεοφιλελευθερισμός μπορεί να εκληφθεί ως “στρέβλωση” και “ασθένεια” του καπιταλισμού ενώ, οπωσδήποτε, οι αναφερόμενες ελίτ δεν αποτελούν από μόνες τους κοινωνικές τάξεις. Είναι απλά μέρη ενός συστήματος διακυβέρνησης το οποίο περνά μια κάποια ιδεολογική διαταραχή. Η υποψία ότι οι ελίτ αυτές δεν είναι παρά οι διαμεσολαβητές και οι εκφραστές των ταξικών συμφερόντων, των μονοπωλιακών συμφερόντων του σημερινού καπιταλισμού, δεν διασταυρώνεται με την λακανο - ψυχαναλυτική θεώρηση του κόσμου. Το συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι δεν χρειάζεται ανατροπή του ισχύοντος συστήματος, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής δηλαδή, αλλά μια κάποια “επιδιόρθωσή” του στην κορυφή: θα λέγαμε μια “κυβέρνηση της αριστεράς”, αλλά θα μπορούσαν να μας προσάψουν την κατηγορία ότι “προτρέχουμε”.

Ομολογώ ότι δεν είμαι εξειδικευμένος ψυχαναλυτής αλλά έχω ποικιλότροπα την αίσθηση ότι το άρθρο “κραυγάζει” την μικροαστική αντίληψη για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Τι προκαλεί, κατά την Γκαγιάνο και την Αυγή η “νεοφιλελεύθερη επιλογή”; Παραθέτω: “απώλεια ατομικής αξιοπρέπειας και αυτονομίας”, “αίσθημα ανασφάλειας”, “επικράτηση της αντίληψης ο σώζων εαυτόν σωθήτω” και το συμπέρασμα, προκαλεί “αναπότρεπτες αλλοιώσεις στην υποκειμενικότητα των συγχρόνων ατόμων”. Η ιδέα ότι πιθανά ριζοσπαστικοποιεί την εκμετάλλευση της εργασίας, την “εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο”, δεν αναφέρεται για προφανείς λόγους. Οι μικροαστοί αρέσκονται στην εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και η μόνη τους ένσταση είναι ότι δεν απολαμβάνουν στο βαθμό που τους πρέπει -ως σύμμαχοι και στηρίγματα των μεγαλοϊδιοκτητών των μέσων παραγωγής- τους καρπούς αυτής της ταξικής εκμετάλλευσης.

Για να βοηθήσουμε την περιήγηση του αναγνώστη στην άβυσσο του μικροαστικού ιδεολογικού “αχταρμά” επιτρέψτε μας να παραθέσουμε πρόσθετα διαφωτιστικά στοιχεία από το άρθρο της Αυγής:

“ Για να χρησιμοποιήσουμε τους όρους του Λακάν, ο οποίος σε μία συνέντευξή του είχε προβλέψει την εκ νέου αναζωπύρωση του ρατσισμού στην Ευρώπη, θεωρώντας το μέλλον ζοφερό, πρόκειται για τις επιπτώσεις των κυρίαρχων σημαινόντων του νεοφιλελευθερισμού, στην ίδια τη σχέση των υποκειμένων με την απόλαυση και την επιθυμία, όχι όμως απλά και μόνο, ως σύστημα οικονομικής διαχείρισης αλλά προπάντων, ως πολιτική και οικονομική κοσμοθεωρία.

“ Έτσι τα υποκείμενα που ζουν σήμερα στο σύγχρονο κόσμο, βρίσκονται αντιμέτωπα τόσο με το προσωπικό τους σύμπτωμα, το οποίο ούτως ή άλλως συνάδει με την ίδια τη συγκρότηση κάθε ομιλούντος όντος, όσο και με έναν κοινωνικό, πολιτικό ή οικονομικό Άλλο, χωρίς πρόσωπο και συγκεκριμένη ταυτότητα ο οποίος καταφεύγοντας στα πιο βίαια ιδεολογικά και οικονομικά μέσα, τα όπλα της σύγχρονης εποχής, αποβλέπει στην κατασκευή ενός σύγχρονου ατόμου. Αυτού που θα είναι απόλυτα υποταγμένος στην ανταγωνιστική λογική του πιο άγριου καπιταλισμού”.

Δεν γνωρίζουμε κατά πόσο η παράθεση ενός τόσο αναλυτικού αποσπάσματος βοήθησε τον αναγνώστη να κατανοήσει το πρόβλημα της εποχής μας. Το θετικό πάντως είναι ότι το όλο κατέληξε στην καπιταλισμό, στον πιο άγριο έστω. Το αρνητικό είναι ότι και εδώ, μέσα σε τόσο λίγες αράδες, ακυρώθηκαν όλα όσα οι κοινωνικές επιστήμες είχαν κατακτήσει από τον καιρό του Μαρξ ως σήμερα. Εξάλλου η κα Γκαγιάνο ξεκαθάρισε πολλά από τα ζητήματα στις εκδηλώσεις που οργανώθηκαν προς τιμή της: Η ψυχανάλυση (προφανώς η λακανική) στέκεται “απέναντι στην τρομακτική όψη ενός τέτοιου πραγματικού έτσι όπως αυτό ξεδιπλώνεται από τον καπιταλιστικό λόγο ο οποίος δεν διστάζει να εκχωρήσει κάθε μορφή πρωτοκαθεδρίας στο κέρδος και στην μετατροπή των ανθρώπων σε αντικείμενα υπεραπόλαυσης”. Προφανώς η δομική λειτουργία του καπιταλισμού δεν παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα - ο καπιταλιστικός λόγος ενοχλεί. Εάν με την βοήθεια της λακανικής θεωρίας τον εξημερώσουμε τότε ανοίγει μάλλον ο δρόμος για την ευδαιμονία. Εντάξει… την μικροαστική ευδαιμονία καθότι -παραφράζοντας τον Μαρξ- η απελευθέρωση του μικροαστικού ΕΓΩ αποτελεί το θεμέλιο λίθο για την απελευθέρωση της Ανθρωπότητας.
...Ο καθείς και τα λάβαρά του. Στην περίπτωση όμως του ΣΥΡΙΖΑ ετούτα τα λάβαρα δείχνουν μαύρα, πολύ μαύρα και εξαιρετικά απειλητικά για τους λαούς.

902

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

13o και τυχερό

Στα πλαίσια του αφιερώματος στο κομβικής σημασίας δέκατο τρίτο (και τυχερό) συνέδριο του κκε, η κε του μπλοκ ανεβάζει σήμερα ένα σημαντικό και σπάνιο οπτικό ντοκουμέντο με τις ομιλίες και τις τοποθετήσεις των αντιπροσώπων του συνεδρίου από την πρώτη ημέρα των εργασιών του, που τότε μεταδίδονταν απευθείας από την τηλεόραση του 902.

Είχε προηγηθεί μια εκτενής κι αρκετά ψυχοφθόρα διαδικασία συζήτησης και ψηφοφορίας για τη λήψη απόφασης σχετικά με τον τρόπο εκλογής της νέας κεντρικής επιτροπής, που θα καθόριζε και τους τελικούς συσχετισμούς, κατά την οποία είχε ήδη διαφανεί ο σχηματισμός των δύο αντίπαλων μπλοκ και των διαφορετικών απόψεων που πρέσβευαν (καραγκιουλές, λαφαζάνης και αλαβάνος, από την πλευρά των αναθεωρητών).

Αρχικά διαβάστηκε στο σώμα η έκθεση της κεε (κεντρική εξελεγκτική επιτροπή) κι ακολουθούν οι ομιλίες, όπου μεταξύ άλλων μπορείτε να δείτε:
-τον χρήστο κορτζίδη (σημερινό δήμαρχο ελληνικού κι αργυρούπολης) να εκθέτει τους δικούς του προβληματισμούς (σε σωστή γενικά κατεύθυνση για τα δεδομένα της εποχής στο κόμμα και γενικά στο κομμουνιστικό κίνημα) για το σοσιαλισμό, τις δραματικές εξελίξεις στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής ευρώπης, το κράτος και την επανάσταση.

-το γιάννη θεωνά, χρεωμένο απ’ το κόμμα στο συνδικαλιστικό κίνημα, να κρούει καμπανάκι κινδύνου για τη δουλειά του κόμματος στην εργατική τάξη –που τότε δεν ήταν ιδιαίτερα προσφιλής έννοια για αρκετά κομματικά στελέχη που κατέληξαν στο συνασπισμό.

-την καλύτερη και πιο ζωντανή ομιλία του αντώνη σκυλλάκου, με τη λαϊκή θεσσαλική προφορά, που ναι μεν είναι επηρεασμένη από κάποια κυρίαρχα ιδεολογήματα εκείνης της εποχής (κάνει λόγο για κατάρρευση κι όχι για ανατροπή· και υπερασπίζεται το αίτημα για έξοδο από την εοκ, όχι όμως σαν άμεσο στόχο αλλά σαν προϋπόθεση της... ανάπτυξης νέου τύπου) αλλά υπερασπίζεται τα επαναστατικά χαρακτηριστικά του κόμματος, με φανερή αγωνία για τη μελλοντική του πορεία.


Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται η ομιλία-ποταμός του γιώργου μαυρίκου στο δεύτερο βιντεάκι, όπου μπορείτε να δείτε επίσης:
-την τοποθέτηση της αλέκας παπαρήγα, που εκλέχτηκε γενικός γραμματέας του κόμματος σε εκείνο το συνέδριο –αν και αρκετά ψαρωμένη σε σχέση με το πώς την έχουμε συνηθίσει.
-και το μίμη ανδρουλάκη να λέει «κλείνω τα μάτια και νομίζω πως βρίσκομαι στο 10ο και όχι το 13ο συνέδριο» με όσα «αναχρονιστικά» και «παλαιοκομμουνιστικά» άκουγε στην αίθουσα, ενώ συνέχισε εκτός κειμένου, επιδεικνύοντας την αδιαμφισβήτητη ρητορική του δεινότητα.


Μπορείτε ακόμα να δείτε στο επόμενο βίντεο μια πρόγευση από τα επόμενα μέρη, με την άκρως συναισθηματική ομιλία του δικού μας ντε νίρο, του μήτσου κωστόπουλου, να κλείνει με τους νεκρούς της καισαριανής και φωνάζοντας ρυθμικά το σύνθημα: κάπα-κάπα-ε, το κόμμα σου λαέ. Και ο λαός από κάτω να το παίρνει και να συνεχίζει να το φωνάζει.


Μπορεί σε κάποιους να φανεί λίγο λαϊκιστής ο κωστόπουλος και το στιλ της ομιλίας του, αλλά όπως έλεγε κι ένας δάσκαλος στον προσυνεδριακό του 13ου, όταν θα πάψω να είμαι συναισθηματικός, θα πάψω να είμαι και κομμουνιστής. Κι ίσως του κωστόπουλου να του ξεθύμανε σε μια πορεία χρόνου αυτό το συναίσθημα και γι’ αυτό να έφυγε από το κόμμα πριν από το 16ο συνέδριό του.

Πέρα από τις ομιλίες των συνέδρων και την ουσία της αντιπαράθεσης, μπορείτε να σταθείτε και σε διάφορες λεπτομέρειες σχετικά με το περιβάλλον και το… εποικοδόμημα του συνεδρίου. Πχ την αυστηρή τήρηση των διαδικασιών και του χρονοδιαγράμματος με την προλεκάλτ φράση «τελείωσες σύντροφε». Τις συνεχείς επιπλήξεις στους φανατικούς καπνιστές, που έχει μείνει μέχρι σήμερα στους λακεδαιμόνιους. Την αυτοκριτική που συμπεριλάμβαναν απαραίτητα όλα σχεδόν τα στελέχη πρώτης γραμμής στις τοποθετήσεις τους –πλην ανδρουλάκη. Τον χαρίλαο και το φαράκο στο προεδρείο. Το θεοδωρικάκο της gpo γραμματέα της κνε. Τον παφίλη και το δραγασάκη με πυκνό μαύρο μαλλί και μουστάκι. Και προπαντός τα πλαστικά κυπελλάκια με το σήμα του κκε στο βήμα του ομιλητή.


Και πού θα βρούμε εμείς σήμερα τέτοια κυπελλάκια, σφε αναγνώστη, μπορείς να μου πεις;

Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

Ο αλύγιστος

Σήμερα υπάρχουν διάφορες ιστορικές επέτειοι που σημαδεύουν το ημερολόγιο. Από το θάνατο του συντρόφου με το μουστάκι και τη ματαίωση της επιστράτευσης ελλήνων εργατών από τους ναζί και την κυβέρνηση των δωσίλογων, μέχρι την προ τετραετίας ψήφιση των πρώτων διορθωτικών περικοπών, ως προπομπός του μνημονίου, για να αποφευχθεί τάχα η προσφυγή στο δντ. Η κε του μπλοκ όμως, θα ασχοληθεί με κάτι τελείως διαφορετικό, καθώς χτες ο κάρλες πουγιόλ ανακοίνωσε στα μέσα πως στο τέλος της χρονιάς θα αφήσει την μπαρτσελόνα και (ελπίζω) την ενεργό δράση. Και το λέω αυτό, γιατί ο πουγιόλ με φανέλα άλλης ομάδας θάταν πιο παράξενο θέαμα κι από το να εμφανιζόταν χωρίς μακρύ μαλλί, τη θρυλική κόμη που τον καθιέρωσε και παίρνει επάξια μια θέση στο ιστορικό πάνθεο της ταξικής πάλης, δίπλα στο μουστάκι του ιωσήφ. Κι ο πουγιόλ θα γινόταν τότε ο σύντροφος με τη μαλλούρα, που ακόμα κι αυτή στεκόταν με σεβασμό μπροστά του και όλως παραδόξως δεν έμπαινε ποτέ στα μάτια του, όταν έπαιζε μες στο γήπεδο.


Ο «πούγι» ήταν και αυτός με τον τρόπο του ατσάλινος –αλλά καθαρός, χωρίς... σταλινικά μαρκαρίσματα αλά σκουάντρα ατζούρα κι ορουγουάη- απροσπέλαστος σαν το τείχος του βερολίνου. Ο μοναδικός ποδοσφαιριστής που θα μπορούσε να ενσαρκώσει το μύθο για το σύντροφο με το μουστάκι και τους βασανιστές του, όπου ο στάλιν έβαλε ένα φυλλαράκι στο στόμα του, όσο τον χτυπούσαν με τη σειρά, κι όταν έφτασε στον τελευταίο, το ‘βγαλε και δεν είχε ούτε δαγκωνιά, για να δείξει πως ούτε καν είχε σφίξει τα δόντια του, για να αντέξει στον πόνο.

Φυσικά τα εγκώμια είναι κάπως σχετικά. Στην πραγματικότητα ούτε η άμυνα της μπαρτσελόνα, ούτε το τείχος του βερολίνου είναι/ήταν ακριβώς στεγανά κι αδιαπέραστα. Κι ο κάρλες πουγιόλ δεν είναι αλύγιστος γιατί έχει μείνει άτρωτος από τραυματισμούς στην καριέρα του –κάθε άλλο. Αλλά επειδή συνέχιζε αψηφώντας τον πόνο κι έπεφτε στη φωτιά να θυσιαστεί για την ομάδα. Παρακάτω μπορείτε να δείτε ένα γράφημα με τους τριάντα πέντε (!) διαφορετικούς τραυματισμούς του με την blaugrana φανέλα. Είναι ενδεικτικό πως ενώ ο τσάβι πχ είναι δυο χρόνια μικρότερός του και δεν καθιερώθηκε ουσιαστικά μέχρι το 08’, τον ρίχνει καμιά κατοστάρα και βάλε σε συμμετοχές με την μπαρτσελόνα.


Η ποδοσφαιρική αξία του πουγιόλ είναι ανεκτίμητη. {Το οποίο μας θυμίζει συνειρμικά το σλόγκαν της mastercard. Και τους χορηγούς του πελέ. It was a tough game (mastercard, mastercard) όπως έλεγε σατιρικά ο πανούτσος. Αλλά εφόσον μιλάμε για σκληρό παιχνίδι και αναζητάμε επιζώντες, ο πουγιόλ θα είναι εξ ορισμού ένας από αυτούς. Ο σκληρός πολεμιστής με τη μάσκα, που δεν άλλαξε βέβαια δραματικά την εμφάνισή του, αλλά αυτό δεν τον εμπόδισε να έχει και τα τυχερά του, όπως με τη μοντέλα μαλένα κόστα, για να παίζουν την πεντάμορφη και το τέρας.

Ο πουγιόλ είναι ο αμυντικός που τρέχει παντού, σαν ποδοβολητό σελήνης και αποκρούει τη μπάλα σαν τερματοφύλακας, ακόμα και με το στήθος. Είναι το καρέ από τη διαφήμιση των αράβων με τα πετροδόλαρα, όπου κόβει με κεφαλιά την πορεία μιας γλάστρας, πριν πέσει σε ένα μικρό παιδάκι –η γλάστρα, όχι ο πουγιόλ. Είναι ο φύλακας άγγελος του πικέ, κατά δήλωση του τελευταίου, που ακόμα να συνέλθει απ’ τη σακίρα και να χάσει τα κιλά της εγκυμοσύνης· κι αυτός που κάνει καλύτερους τους συμπαίκτες του, απ’ τον φαντεζί προφήτη ροναλντίνιο μέχρι τον αργεντικό μεσσί-α. Ο πανηγυρισμός στο μπερναμπέου, στο έξι-δύο επί της ρεάλ, όπου φίλησε το περιβραχιόνιο με τα χρώματα της καταλονίας. Κι η πορεία από τα πέτρινα χρόνια στην ομάδα των έξι τίτλων σε μια χρονιά και των τριών τσου λου.


Αλλά η ανεκτίμητη αξία της μπάρτσα είναι στον τρόπο κι όχι στα τρόπαια του παιχνιδιού της. Κι η μεγαλύτερη στιγμή του πουγιόλ ήταν εκτός γηπέδου, όταν φόρεσε στον αμπιντάλ το περιβραχιόνιο, για να σηκώσει αυτός την κούπα με τα μεγάλα αυτιά, ως δώρο για την περιπέτεια υγείας που πέρασε. Ο πουγιόλ είναι η προσωποποίηση του καθαρού και τίμιου παιχνιδιού, με σπάνιο ήθος στο γήπεδο και παντελή έλλειψη ανταγωνιστικής διάθεσης, σαν εικόνα από την κοινωνία του μέλλοντος.

Είναι η αδαμιαία περιβολή κι η άνετη αδιαφορία μπρος στη βασίλισσα σοφία που επισκέφτηκε τους διεθνείς στα αποδυτήρια. Είναι ο κάρολος της μπάρτσα, το πρωτοπαλίκαρο του γκουαρντιόλα, που εξέλιξε παραπέρα την ποδοσφαιρική φιλοσοφία του κρόιφ στις συνθήκες του ιμπεριαλισμού και της πλήρους επικράτησης των μονοπωλίων στον χώρο του θεάματος. Είναι σε τελική ανάλυση ο πατερούλης, ο ιδανικός αρχηγός (mes que un capitan) σε μια ομάδα που είναι κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος (mes que un club).

Κάποτε ένας άλλος κάρολος είχε πει πως η θρησκεία είναι το όπιο του λαού κι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου. Αν σήμερα το ποδόσφαιρο έχει γίνει το σύγχρονο όπιο των λαών, ο πουγιόλ κατ’ αναλογία είναι η ψυχή ενός άκαρδου επαγγελματικού (ποδοσφαιρο)κοσμου, χωρίς συναισθήματα και ιδανικά. Κι η ψυχή μιας ομάδας με σκατόψυχη διοίκηση (που δεν κράτησε τον αμπιντάλ και λέρωσε τη φανέλα της με χορηγούς) και μερικούς λιγόψυχους άσους, που χάνουν πολλές φορές τον μπούσουλα, χωρίς τον πουγιόλ στο γήπεδο.


Μετά από μια τριετία που η μπάρτσα άγγιξε την τελειότητα, άρχισε να παρακμάζει και να χάνει βασικά της στελέχη· πρώτα τον αρχιτέκτονα πεπ, τώρα τον πουγιόλ –να δεις που θα μας λείψει μια μέρα κι ο βαλντές- κι έρχεται σιγά-σιγά και για άλλους πρωταγωνιστές το πλήρωμα του χρόνου. Κι η βασική κριτική που γίνεται στους υπεύθυνους της ομάδας είναι πως δε φρόντισαν τόσο καιρό να βρουν κάποιον να αναπληρώσει το κενό που θα άφηνε τον πουγιόλ. Κι έχουν δίκιο, έπρεπε να έχει βρεθεί ένας επάξιος αντικαταστάτης του «πούγι». Υπάρχει όμως;

-Αντί επιλόγου κι ως φόρος τιμής στην προσφορά του καπιτάν, ας θυμηθούμε αυτή τη σκηνή…

Oh Captain, My Captain...


Oh Captain, my Captain…


Τρίτη 4 Μαρτίου 2014

Η τρίτη περίοδος

Τι εστί σοσιαλφασισμός; Είναι η κωδικοποίηση της πολιτικής γραμμής που χάραξε η κομιντέρν κατά τη λεγόμενη τρίτη περίοδο. Η πρώτη περίοδος ήταν τα χρόνια του μεγάλου επαναστατικού κύματος που ακολούθησε την οκτωβριανή, χοντρικά μέχρι το 23’, αλλά επικράτησε μόνο στη ρωσία και η δεύτερη μια περίοδος σχετικής σταθεροποίησης του καπιταλισμού που τερματίζεται οριστικά με το κραχ του 29’ και την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση. Η κομιντέρν προβλέπει σωστά αυτή την εξέλιξη, βάζει το σύνθημα «τάξη εναντίον τάξης» και της επαναστατικής διεξόδου από την κρίση και εκτιμά πως οι δυνάμεις της σοσιαλδημοκρατίας αποτελούν βασικό στήριγμα του φασισμού και τον κύριο εχθρό μες στο εργατικό κίνημα. Μετά από την επικράτηση του ναζισμού στη γερμανία και την άνοδό του σε μια σειρά χώρες, η κομιντέρν αλλάζει σταδιακά ρότα κι επεξεργάζεται την τακτική των λαϊκών μετώπων με γνώμονα την απόκρουση του φασισμού και την υπεράσπιση της εσσδ –μπορείτε να θυμηθείτε εδώ μια πρώτη κριτική αποτίμηση των ΛΜ από τον αναστάση γκίκα στην κομεπ, που εστιάζει κυρίως στη στάση των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας.

Η ιστορία ως επιστήμη επιχειρεί καταρχάς να ερμηνεύσει τις πράξεις και τα γεγονότα της περιόδου που εξετάζει· όχι να τις δικαιολογήσει εκ των υστέρων εν είδει απολογητικής ή α τις καταδικάσει με εύκολους αφορισμούς και στείρα πολεμική. Αυτό είναι το μεθοδολογικό κλειδί για μια συγκριτική ανάλυση και μια σφαιρική αποτίμηση των τακτικών επιλογών και επεξεργασιών της κομιντέρν, που δε μπαίνουν αντιπαραθετικά η μία προς την άλλη, αλλά ως ενιαίο σύνολο σε μια συνεχή πορεία δοκιμών κι αναζητήσεων. Μια ανάλυση που (οφείλει να) υπερασπίζεται κριτικά την ιστορική διαδρομή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στο σύνολό της, τις νίκες και τα λάθη του ως (διαλεκτικές) στιγμές του ταξιδιού του. Και (οφείλει να) κρίνει κάθε στάση ή σύνθημα στην εποχή του, με ιστορικά κριτήρια, μακριά από τις συμπληγάδες μιας (δι)αχρονικής λαθολογίας, που στρέφει πάντα στο παρόν τα βέλη της σκοπιμότητάς της και μιας μηχανικής μεταφορά-αντιγραφής στο σήμερα λύσεων του παρελθόντος, έξω από το δοσμένο ιστορικό πλαίσιο που τις υπαγόρευσε.

Αυτή η συνέχεια του κομμουνιστικού κινήματος μες στα αλλεπάλληλα ζιγκ-ζαγκ της ιστορίας και τη φαινομενική ασυνέχεια των επιλογών του, βρίσκεται πχ στην ιστορική έκτη ολομέλεια του 34’, που θεωρείται κομβικό ορόσημο για την εγκατάλειψη της λογικής του σοσιαλφασισμού και τη στροφή του κόμματος προς την τακτική της αντιφασιστικής ενότητας. Η ιστορική σημασία εκείνης της ολομέλειας έγκειται ωστόσο στην εκτίμησή της για τον χαρακτήρα της επανάστασης στην ελλάδα (αστικοδημοκρατική με τάσεις γρήγορης μετεξέλιξης σε σοσιαλιστική) που στηρίζεται στις βασικές κατευθύνσεις που έδωσε το έκτο συνέδριο της κομιντέρν για τους τρεις τύπους χωρών, ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξής τους, και τα διαφορετικά επαναστατικά καθήκοντα που προκύπτουν για κάθε τύπο. Το συνέδριο αυτό όμως έγινε το 28’, εγκαινιάζοντας κατά κάποιο τρόπο την πολιτική γραμμή της τρίτης περιόδου και την τακτική του σοσιαλφασισμού.

Στον αντίποδα αυτής της συνέχειας βρίσκουμε τη λαθολογία και τον αντικομμουνισμό, που φαίνεται πολλές φορές να έχει τσακωθεί με την κοινή λογική και την ιστορική πραγματικότητα. Όσοι κατηγορούν πχ το σύγχρονο κκε για σεχταρισμό και τροτσκιστική (επι)στροφή στη λογική του σοσιαλφασισμού φαίνεται να ξεχνούν πως ακριβώς στην τρίτη περίοδο δίνεται το κύριο χτύπημα ενάντια στην τροτσκιστική αντιπολίτευση, ενώ ευθυγραμμίζονται με τις εξελίξεις στη σοβιετία κι όλα σχεδόν τα ευρωπαϊκά τμήματα της κομιντέρν με αντίστοιχες εκκαθαρίσεις στις τάξεις τους.

Ας δούμε συγκεκριμένα κάποια ουσιαστικά σημεία. Η συγκρότηση της ενωτικής γσεε θεωρείται πχ τεκμήριο για το σεχταρισμό του κκε και τη λογική των κόκκινων συνδικάτων, ενάντια στη νουθεσία του λένιν για δουλειά μες στο μαζικό κίνημα, ακόμα και στα πιο αντιδραστικά συνδικάτα. Η πολεμική αυτή επεκτείνεται συχνά και στη σημερινή εποχή, για να συμπεριλάβει και τη δράση του παμε –όπως σημειώσαμε προηγουμένως, οι σκοπιμότητες της λαθολογίας στρέφονται πάντα στο παρόν.

Η κριτική αυτή έχει προφανώς βολικά επιλεκτική μνήμη, ξεχνώντας πως η δημιουργία της ενωτικής γσεε επιβλήθηκε ως αναγκαστική επιλογή από τις πολυάριθμες περιπτώσεις αυθαίρετων αντικαταστατικών αποκλεισμών από το συνέδριο της γσεε ταξικών σωματείων, ομοσπονδιών και των αντιπροσώπων τους, προκειμένου να ελέγξει ο κυβερνητικός συνδικαλισμός τους συσχετισμούς. Από σχετικές μελέτες για την εποχή εκείνη μαθαίνουμε εξάλλου πως η διοίκηση της γσεε απέκλειε μεταξύ άλλων βιομηχανικές ενώσεις και ομοσπονδίες που έγραφαν στα μητρώα τους εργαζόμενες γυναίκες και παιδιά (!) –θυμίζοντας έντονα τη σημερινή τακτική της συνδικαλιστικής ηγεσίας που αρνείται να αναγνωρίσει τους αντιπροσώπους των σωματείων που εγγράφουν ως ισότιμα μέλη συμβασιούχους μαζί με τους μόνιμους εργαζόμενους.

Δεύτερο ζήτημα, η στάση της σοσιαλδημοκρατίας (που, παρά τις επιμέρους κινήσεις της σκελδ, του πασαλίδη ή και του παπαναστασίου, παραμένει σχετικά περιθωριακή και αδιαμόρφωτη στην ελλάδα μέχρι την εμφάνιση του πασοκ) και πιο ειδικά του βενιζελικού κόμματος των φιλελευθέρων. Το κόμμα αυτό ψήφισε κι επέβαλε το ιδιώνυμο κατά των κομμουνιστών, υποκίνησε τα στρατιωτικά κινήματα – πραξικοπήματα του 33’ και του 35’ που έστρωσαν το δρόμο στη μοναρχική παλινόρθωση, αθέτησε την υπογραφή της στο σύμφωνο σοφούλη-σκλάβαινα, συμβάλλοντας ενεργά στην άνοδο του μεταξά και την επιβολή της τετάρτης αυγούστου.

Σε μια συζήτηση που είχε ανοίξει σχετικά πρόσφατα στο μπλοκ, είχε τεθεί ο προβληματισμός τι θα γινόταν αν είχε εφαρμοστεί τελικά το σύμφωνο συνεργασίας του παλλαϊκού μετώπου με τους φιλελεύθερους κι αν θα μπορούσε να αποφευχθεί έτσι η μεταξική δικτατορία. Κατά τη γνώμη μου το λάθος βρίσκεται στην ίδια την υπόθεση και τις αυταπάτες σχετικά με τις επιδιώξεις του αστικού κόσμου, που στήριξε σύσσωμος, χωρίς ουσιαστικές διαφοροποιήσεις την επιλογή μεταξά. Η σοσιαλδημοκρατία δε θα μπορούσε να αποτελέσει σοβαρό σύμμαχο στην αντιφασιστική πάλη, γιατί δεν επεδίωξε ποτέ να σταματήσει πραγματικά το φασισμό –απεναντίας έβαλε πλάτη για την επικράτησή του.

Τα λαϊκά μέτωπα ήταν ένας απαραίτητος ελιγμός που επιβλήθηκε πρωτίστως από την ύπαρξη και την ανάγκη υπεράσπισης της σοβιετικής ένωσης και προσέγγισης στην αντιφασιστική πάλη της μαζικής εργατικής βάσης των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων –υπ’ όψιν πως κανείς από τους δύο αυτούς όρους δεν ισχύει στις σημερινές συνθήκες. Είναι ζήτημα προς ειδική διερεύνηση τα άμεσα αποτελέσματα αυτής της τακτικής (κυρίως σε γαλλία κι ισπανία, όπου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις του λαϊκού μετώπου), η μαγιά που άφησε για τα αντιστασιακά κινήματα και την αντιφασιστική πάλη κατά τη διάρκεια του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου και οι αντιφάσεις στη στρατηγική του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος από την απολυτοποίηση ή τη λανθασμένη εφαρμογή της εν λόγω τακτικής. Εξάλλου και η αντιφασιστική συμμαχία των σοβιετικών με τις ηπα και τη βρετανία δεν ήταν παρά ένα ιδιότυπο λαϊκό μέτωπο σε παγκόσμια κλίμακα.

Το θέμα είναι πώς μελετάμε την ιστορική πείρα και σε τι συμπεράσματα καταλήγουμε. Τι διδάγματα αντλούμε από τις αιματηρές θυσίες και τους είκοσι εκατομμύρια νεκρούς που πρόσφερε η σοβιετική πλευρά συγκριτικά με τις πολύ μικρότερης κλίμακας απώλειες των δυτικών συμμάχων, που άνοιξαν το περιβόητο δεύτερο μέτωπο μόλις στα μέσα του 44’, όταν και είχε γείρει οριστικά η πλάστιγγα του πολέμου; Τι μας δείχνει η άνοδος του χίτλερ στην εξουσία, η πολιτική του κατευνασμού και η ραγδαία ενίσχυση της ναζιστικής γερμανίας; Τι συμπεράσματα βγάζουμε από τους όρους άνδρωσης και γιγάντωσης του εαμικού κινήματος μες στο λαό, από τους παράγοντες που το κράτησαν πίσω ή ακόμα και από την πασοκική λαίλαπα που καπηλεύτηκε την ιστορία του;

Ποιος σήκωσε το κύριο βάρος της αντιφασιστικής πάλης –αν όχι οι κομμουνιστές; Και πού βρίσκεται το κλειδί για την ωρίμανση του υποκειμενικού παράγοντα; Στη συμμαχία με την εκάστοτε σοσιαλδημοκρατία –που συν τοις άλλοις σήμερα έχει χρεοκοπήσει ιστορικά και φυτοζωεί σε διεθνή κλίμακα- και σε έναν πιθανό (;) τακτικό ελιγμό με προσωρινό χαρακτήρα; Ή στην επίμονη και ακατάπαυστη δουλειά με τις μάζες για την αποφασιστική ενίσχυση του λαϊκού-εργατικού κινήματος; Ποιος είναι σήμερα ο βασικός εχθρός μες στο κίνημα αν όχι ο ορφανός κυβερνητικός συνδικαλισμός, που φλερτάρει πολιτικά με τη νέας κοπής σοσιαλδημοκρατία και οι ρεφορμιστικές αυταπάτες για κυβερνητικές λύσεις από τα πάνω που σπέρνει ο ποικιλώνυμος οπορτουνισμός, διαιωνίζοντας το απόστημα της ανάθεσης;

Εν κατακλείδι και περιληπτικά, χωρίς να εξαντλούμε προφανώς το θέμα- η λογική του σοσιαλφασισμού, παρά τις όποιες επιμέρους αντιφάσεις κι αδυναμίες, απάντησε βασικά σωστά στο κύριο ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει: ποιος είναι δηλ ο ρόλος κι ο χαρακτήρας των δυνάμεων της σοσιαλδημοκρατίας και ποια η στάση των κομμουνιστών απέναντί τους. Αυτό είναι και το κύριο συμπέρασμα που καλούμαστε να κρατήσουμε για τη σημερινή συγκυρία κι αλίμονο σε όποιον λαό ή πολιτικό χώρο το υποτιμήσει. Γιατί όποιος αγνοεί τα διδάγματα της ιστορίας, είναι καταδικασμένος να πάθει ξανά τα ίδια, να βιώσει οδυνηρά τη διάψευση της αυταπάτης του για εύκολες λύσεις από τα πάνω, να μοιραστεί την ήττα μας και την επάνοδο του φασισμού.


Μένω σε αυτά προς το παρόν, για να περάσει η σκυτάλη στη βάση του μπλοκ, και κρατάω κάβα για τη συζήτηση κάποια σημεία και προβληματισμούς που δεν χώρεσαν εισηγητικά.

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Και ποτάμι θα σας φέρουμε

Ποια νοηματική γέφυρα μπορεί να συνδέει τις δραματικές εξελίξεις στην ουκρανία με το ποτάμι του σταύρου θεοδωράκη και τα υπόλοιπα θέματα της επικαιρότητας μεταξύ τους; Το κλειδί τη απάντησης που ζητάμε είναι οι περιβόητες μη κυβερνητικές οργανώσεις (μκο). Αλλά ας ξετυλίξουμε το κουβάρι απ’ την αρχή.

Το 2004 η ελλάδα ζούσε το «μεγάλο καλοκαίρι» της, με το χρυσό φαγοπότι των ολυμπιακών και ορεκτικό την κατάκτηση του euro από την εθνική ποδοσφαίρου. Μπορεί ο ρουβάς να έχασε τη γιουροβίζιον και το τρεμπλ στις λεπτομέρειες, αλλά πήραμε την επόμενη με τη παπαρίζου, μαζί με το ευρωμπάσκετ στο βελιγράδι. Η ισχυρή ελλάδα νικά και θριαμβεύει…

Ποιος είχε πάρει όμως τη γιουροβίζιον το 2004; Η ουκρανία με τους άγριους χορούς (wild dances) της ρουσλάνα, σε μια γκροτέσκα εκδοχή της τηλεοπτικής ζήνα· την ίδια χρονιά με την απονομή της χρυσής μπάλας στον ουκρανό αντρέι σεβτσένκο και με την πορτοκαλί επανάσταση της τιμοσένκο. Δέκα χρόνια μετά, οι μεγάλες δυνάμεις στήνουν άγριο, ιμπεριαλιστικό χορό στην ουκρανία και χορεύουν στο ταψί τους λαούς της περιοχής.

Τα παραπάνω μπορεί να είναι απλές συμπτώσεις, μπορεί και όχι –δεν ωφελεί σε κάτι να αρχίσουμε τις θεωρίες συνωμοσίας. Το σημαντικό είναι να δούμε πίσω από τις διαδηλώσεις του κιέβου και το αντ-επαναστατικό υποκείμενο των διάφορων πολύχρωμων επαναστάσεων, τις δυνάμεις που το υποκινούν, το εξοπλίζουν και καθορίζουν το πολιτικό στίγμα των διεκδικήσεών του. Κι οι μκο έχουν βασικό ρόλο στη διαμόρφωση συνειδήσεων και τον επηρεασμό της κοινής γνώμης.

Οι μκο αποτελούν χρυσή μπίζνα για το παρασιτικό κεφάλαιο, μία απ’ τις μεγαλύτερες βιομηχανίες «παραγωγής κέρδους» παγκοσμίως, προσφέροντας και παράπλευρα οφέλη –πχ φιλανθρωπική βιτρίνα «κοινωνικής ευθύνης» στους καπιταλιστές, κάλυψη σε πράκτορες μυστικών υπηρεσιών για τις υπόγειες δραστηριότητές τους, κτλ.

Ο όρος «μη κυβερνητικές οργανώσεις» ανήκει στην κατηγορία της λέξης «οχυρό», που ισχυρίζεται ψευδώς πως δεν έχει ρο. Έτσι και το «μη» προσπαθεί συνήθως κάτι να κρύψει ή να στρογγυλέψει: πχ να πλασάρει τα ιδιωτικά (μη κρατικά) πανεπιστήμια με έμμεσο, εύσχημο τρόπο ή εν προκειμένω να αποκρύψει τον πραγματικό χαρακτήρα κρατικοδίαιτων επιχειρήσεων, που χρηματοδοτούνται με παχυλά κονδύλια από τον ετήσιο προϋπολογισμό και είναι καθαρά κυβερνητικές οργανώσεις.

Η δήλωση του ρόντου μάλιστα για τον γιωργάκη που ως υπεξ ήθελε να αξιοποιήσει τις μκο για να τις ελέγξει, θυμίζει πολύ το επιχείρημα του παπανδρεϊκού πασόκ για την αναθεώρηση του άρθρου 16 –πριν υποχωρήσει με ελαφρά πηδηματάκια για… διαδικαστικούς λόγους: ότι δηλ εφόσον υπάρχουν ντε φάκτο τόσα ιδιωτικά ιεκ, κολέγια, σχολές, εργαστήρια σπουδών, κτλ, πρέπει να νομιμοποιηθούν, για να μπορούν να ελεγχθούν, να τεθούν κανόνες κι ένα ρυθμιστικό πλαίσιο στη λειτουργία τους.

Η ειδοποιός διαφορά αυτών των… μη κρατικών ιδρυμάτων είναι ότι –όπως ακριβώς και οι μκο- έχουν πλήρη κρατική στήριξη και χρηματοδότηση, σε αντίθεση με το δημόσιο πανεπιστήμιο που έχει εγκαταλειφθεί στην τύχη του και αποσυντίθεται.

Το άλλο βασικό χαρακτηριστικό των μκο είναι το ευρύ φάσμα στόχων, αγαθοεργιών και λοιπών ευγενών σκοπών, από τον εκχριστιανισμό του πληθυσμού της λδ κορέας, μέχρι τον επαναπατρισμό τσετσένων προσφύγων στη ρωσία και την κατασκευή αλιευτικών σκαφών στη σρι λάνκα. Η ευρηματικότητα των καπιταλιστών και διάφορων αετονύχηδων προκειμένου να εισπράξουν τα κρατικά κονδύλια βαφτίζεται επιχειρηματικό δαιμόνιο και η ζωή συνεχίζεται με την αγορά να ευημερεί.

Μας λείπει μόνο μια γεννήτρια (generator) παραγωγής μκο με ευφάνταστα αντικείμενα –σαν κι αυτή που είχε φτιάξει κάποιος για τις διάφορες… επαναστατικές σέχτες του «αντάρτικου πόλεων».
Θα μπορούσαμε να έχουμε πχ μια μκο για τη καταπολέμηση της ανεργίας και τη διάδοση της φτηνής εργασίας στην ελλάδα –που ούτως ή άλλως γίνεται και τώρα σε κάποια πεντάμηνα προγράμματα του οαεδ για ανέργους. Μια μκο για τη διάσωση των επαναστατικών χαρακτηριστικών του κουκουέ ενάντια στην τροτσκιστική ηγεσία του –αλλά για στάσου, αυτό υπάρχει ήδη. Ή εναλλακτικά μια μκο ενάντια στους «λαϊκιστές, τους εθνικιστές και τους ευρωσκεπτικιστές». Αλλά όχι, πρόλαβε και την έφτιαξε ο σταύρος θεοδωράκης.

Υποψιάζομαι πως αν δεν είχαν μπει στο στόχαστρο με τις ελεγχόμενες αποκαλύψεις των τελευταίων ημερών, ο θεοδωράκης, ένας τζήμερος της κεντροαριστεράς με σακίδιο, όπως γράφτηκε εύστοχα σε μέσα κδ (κοινωνικής δικτύωσης), θα προτιμούσε να φτιάξει μια μκο αντί για κόμμα. Έτσι και αλλιώς τα βασικά της χαρακτηριστικά παραμένουν και στο ποτάμι, μόνο το όνομα αλλάζει.

Κυρίαρχο στοιχείο παραμένει η εικόνα, η λαμπερή φούσκα της ανανέωσης και του «καινούριου» που πάει να φτιαχτεί με τα πιο σάπια υλικά του παλιού κόσμου, με τον εκσυγχρονισμό του (σημιτικού) εκσυγχρονισμού –όπως κάποτε ο κύρκος ζητούσε από τον ανδρέα την «αλλαγή της αλλαγής». Όσο για το περιεχόμενο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας από τους άπειρους παραπόταμους του πασοκ και του συστήματος εν γένει. Που αν ποτέ στερέψει από ιδέες και τρόπους να εγκλωβίζει το λαό, δε θα διστάσει να φτάσει ως και σε μια εκτροπή, αλά ουκρανικά, για να καθαρίσει τάχα τον κόπρο του αυγεία από τη διαφθορά που αυτό δημιούργησε. Να ξεβρομίσει ο τόπος βρε αδερφέ, όπως λέει και η σοβαρή χρυσή αυγή.