Δευτέρα 10 Ιουνίου 2013

Σύντροφοι διαλυόμαστε

Χτες ανακοινώθηκε η απόφαση αυτοδιάλυσης του συνασπισμού (και διάχυσής του στο σύριζα), λίγο πριν συμπληρώσει ένα τέταρτο του αιώνα πολιτικής διαδρομής. Και ποιος να το ‘λεγε ότι θα ερχόταν αυτή η μέρα και δε θα την χαιρόμασταν, μου λέει ένας σύντροφος. Γιατί ο συνασπισμός αλλάζει απλώς δέρμα, το πολιτικό του περίβλημα, για να καταπιεί τις σύμμαχες συνιστώσες που του είχαν δώσει κάποτε το φιλί της ζωής και να συνεχίσει τον κυβερνητικό καλπασμό του σαν καθαρόαιμο άτι του συστήματος, πιο αντιδραστικός κι ενσωματωμένος από ποτέ· δίνοντας υποσχέσεις για αναστολή μνημονίου και πράσινα άλογα συνθήματα, σαν του ανδρέα, αλλά ξεφτισμένα πια και ξεθωριασμένα.
Ο συνασπισμός μας τέλειωσε, ζήτω ο (νέος) συνασπισμός.

Κι αν οι πολιτικοί χαμαιλέοντες και οι έρποντες γυμνοσάλιαγκες (σαν τους σταθάκη, μητρόπουλο και σία) δε μπορούν να καλπάσουν, αυτό εξηγεί εν μέρει και τη δημοσκοπική στασιμότητα, η οποία απειλεί να στοιχειώσει το όνειρο της κυβερνώσας αριστεράς. Αν και ο σύριζα μπορεί να μοιάζει σε ένα άλλο επίπεδο με τους μυθικούς κενταύρους (χωρίς τους ρέιντζερς) από το πήλιο του κομμάντο, που ζούνε από τη μέση και κάτω σα ζώα μες στην καπιταλιστική ζούγκλα, αλλά από τη μέση και πάνω είναι άνθρωποι που προσπαθούν να εξημερώσουν τα υγιή στοιχεία της ζούγκλας και να της προσδώσουνε ανθρώπινο πρόσωπο. Το ίδιο παρα-μυθικές είναι και οι υποσχέσεις του για ισότητα στα χορτοφάγα ζώα, που τρώνε αμάσητο το κουτόχορτο που τους δίνει και τον ψηφίζουν.

Τώρα λοιπόν, που ανοίγει η κουβέντα για τις οργανωτικές αρχές(;) του νέου συνασπισμού, ο οποίος είναι κάτι σαν το νέο πανιώνιο, μετά την υπαγωγή του στο 44 αλλά ντρέπεται να πει ότι είναι το νέο πασόκ (που δεν έχει υπαχθεί ακόμα στο 44) –όχι αυτό της πρώτης νεότητας με τις εξαλλοσύνες της τρίτης σεπτέμβρη για εοκ και νάτο, αλλά μια μικρή αναπαλαίωση στην εκδοχή του 2009…
Τώρα λοιπόν που ανοίγει αυτή η συζήτηση θα επιτρέψτε σε εμάς τους παλαιοκομμουνιστές να μην πάρουμε πολύ σοβαρά τα όσα άκρως διασκεδαστικά λέγονται για ενιαίο κόμμα χωρίς συνιστώσες, αλλά με τάσεις και καπετανάτα, όπου πρέπει να ανήκεις σχεδόν υποχρεωτικά σε ένα τέτοιο για να καταθέσεις έγκαιρα κι ελεύθερα τη γνώμη σου. Και (θα μας επιτρέψτε) να κάνουμε μια μικρή ιστορική αναδρομή, για να θυμηθούμε ότι αυτόν τον χαμαιλέοντα τον θρέψαμε στο κόρφο μας.

Με το κοινό πόρισμα με την εαρ του κύρκου, που μας έφερε σε μια πενταετία πιο κάτω και από την άνοιξη του σαμαρά, μες στη βαρυχειμωνιά της αντεπανάστασης. Με τις αδικαιολόγητες εκπτώσεις στο θέμα της εοκ και όχι μόνο, για να κλείσουμε μια συμφωνία που δε δικαιολογούνταν με τίποτα· ούτε από τους συσχετισμούς, ούτε –πρωτίστως- πολιτικά. Με την κε να εξουσιοδοτεί την επιτροπή να διαπραγματευτεί συγκεκριμένα σημεία προς συμφωνία και να της έρχονται άλλα αντί άλλων, ως τετελεσμένα προς επικύρωση –εκεί να δεις εν κρυπτώ διολίσθηση, που έμεινε στο απυρόβλητο. Και το μετέπειτα αριστερό ρεύμα να ακολουθεί το διεθνές κλίμα της μετάλλαξης των κκ, θέλοντας να βαδίσει προς το βούρκο της σοσιαλδημοκρατίας, και να επιμένει να τραβήξει μαζί του το κόμμα. Αλλά να (αποτυγ)χάνει οριακά στην εκλογή του νέου γγ, με την αλέκα να υπερισχύει για μερικές ψήφους του δραγασάκη –και να πρέπει να ανέχεται σήμερα κάποια βλαστάρια να της λεν ότι ήταν λαθρεπιβάτης στο τιμόνι του κόμματος.

Τι ακολούθησε στη συνέχεια; Απ’ το 90’ και μετά, μας έχουν πνίξει τα σκατά, να δεις τι σου ‘χω για μετά. Ψηφίσανε το μάαστριχτ (πληρώνει ο λαός) και την προοπτική της ενωμένης ευρώπης (μα στη μάσα χωριστά). Κατέβηκαν στα σκοπιανοφάγα συλλαλητήρια για τη μακεδονία, όλοι μαζί «πλην λακεδαιμονίων», όπως είπε και μια συχωρεμένη ψυχή, γιατί η συμπόρευση με τον εθνικισμό είναι απλώς η άλλη όψη του κοσμοπολιτισμού του κεφαλαίου στο (κοινό, ευρωπαϊκό) νόμισμα της ευρω-κομμουνιστικής ενσωμάτωσης. Κι ο λαός τους πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα, αφήνοντας οριακά (και σαδιστικά) τον συνασπισμό εκτός βουλής, κάτω από το όριο του 3%. Μολονότι είχε τα περισσότερα πρωτοκλασάτα στελέχη και διπλάσια κοινοβουλευτική ομάδα μετά τη διάσπαση (14 δικοί τους vs 7 δικών μας), την αμέριστη στήριξη των μεγαλοεκδοτών και το κλίμα της εποχής με το μέρος του –ενώ οι δικές μας εξεγέρσεις ήταν εν γένει εκτός του κλίματος.

Και μετά η απόβαση των ανοιχτά αριβιστών στη μεγάλη αγκαλιά του πασόκ, που έδωσε πάτημα για ποικιλότροπο δούλεμα, μέχρι και στον απολίτικο χαβαλέ του δαπίτη κανάκη πού ήταν παρόλα αυτά προφητικός: μια μέρα νίκο, ο συνασπισμός θα γίνει κυβέρνηση.



Το προεκλογικό σύνθημα η καρδιά χτυπά αριστερά, και οι καρδιακές αρρυθμίες μέχρι να περάσουν το 3% και να την ξαναβρούνε στη θέση της, πριν το επόμενό της ταξίδι προς την κούλουρη και την δεξιά στροφή της. Οι βοναπαρτισμοί του αλαβάνου, που ήθελε να του παραδώσουν το δαχτυλίδι χωρίς εκλογές· και δεν έχει αλλάξει στο παραμικρό έκτοτε, άλλο αν κάποιοι θέλουν να τον βλέπουν –με τα μάτια της ψυχής τους- σαν ασχημόπαπο που μεταμορφώθηκε σε κύκνο –κι ετοιμάζεται για το κύκνειο άσμα του στην πολιτική με το σχέδιο βήτα και το κόμμα της δραχμής. Η τακτική συμμαχία του αλαβάνου –ως σύριζα- με τις εξωκοινοβουλευτικές γκρούπες, για να περνάει με άνεση το όριο του 3% και να βρεθεί τελικά αυτός στη θέση τους, εκτός βουλής –πώς τα φέρνει η ρημάδα η ζωή.
Το δημοσκοπικό ρεσάλτο με τον αέρα του cool αλέξη, που σταμάτησε απότομα το 08’, αλλά άφησε πολύτιμη παρακαταθήκη, ως πρόβα τζενεράλε, για την αναδιαμόρφωση του πολιτικού σκηνικού. Κι η πολιτική αφροδίτη που αναδύθηκε μέσα απ’ τον αντιμνημονιακό χυλό των πλατειών και έριξε τα βέλη του έρωτά της σε κάθε ορφανό του πασόκ που αναζητούσε το χαμένο όραμα, δηλώνοντας συνάμα ερωτευμένη με την (αστική) εξουσία και τα κυβερνητικά πόστα.

Κι έτσι συμπληρώσαμε ένα φαύλο διαλεκτικό κύκλο, επιστρέφοντας στο σημείο από το οποίο είχε ξεκινήσει αυτή η διαδρομή. Γιατί στο μυαλό κάποιων εκ των πρωτεργατών του ενιαίου συνασπισμού, η συγκρότησή του ήταν το όχημα που θα τους έφερνε στην κεντρική πολιτική σκηνή αντικαθιστώντας το διεφθαρμένο και παρακμασμένο πόλο του πασόκ, που βούλιαζε στον βούρκο των σκανδάλων. Και οι οποίοι δεν είχαν κανένα απολύτως πρόβλημα να αλλάξουν όχημα και να μετεπιβιβαστούν στο πασόκ, τον πιο αυθεντικό εκφραστή της πορείας τους, μόλις αυτό απέδειξε την ανθεκτικότητά του.

Σήμερα κάποιοι μπορεί να πιστεύουν πως ο σύριζα έχει τη διεθνή ακτινοβολία των μπολσεβίκων και εμπνέει τους διαδηλωτές στην τουρκία· ή πως θα γίνει μια ενιαιο/λαϊκο-μετωπική κυβέρνηση, που θα πυροδοτήσει την ταξική πάλη από πιο ευνοϊκές θέσεις και με καλύτερους συσχετισμούς. Μπορεί επίσης να (προσ)εύχονται μεταφυσικά για αριστερή στροφή ενός μορφώματος που βαδίζει ολοένα και πιο δεξιά, με ταχύ βηματισμό, καθώς καλπάζει έρποντας προς την εξουσία.
Αλλά στην πραγματικότητα ο συνασπισμός καταφέρνει μόλις τώρα, εικοσιπέντε χρόνια από την ίδρυσή του, να πετύχει τον αρχικό στόχο που είχαν θέσει κάποιοι πρωτεργάτες του σαν το μίμη ανδρουλάκη. Να γίνει πασόκ στη θέση του πασόκ και κόμμα εξουσίας. Κι από αυτή την άποψη κλείνει πράγματι ένας πρώτος κύκλος στην πορεία του, μολονότι δεν έχει αλλάξει κάτι ουσιαστικό, και είναι έτοιμος να προχωρήσει στην επόμενη φάση της μετάλλαξής του σε αστικό κόμμα. Κι έχει όλα τα φόντα να το πετύχει.

Υστερόγραφο
Ο τίτλος της ανάρτησης είναι εμπνευσμένος από την κλασική φράση στο τέλος των πορειών μας: σύντροφοι διαλυόμαστε, που μπορεί να την πετύχει κανείς και στην πιο διαλεκτική εκδοχή της: διαλυόμαστε συγκροτημένα. Και από το ανέκδοτο-κουίζ του λαϊκού στρώματος, τι είπε ο γκόρμπι το 90, στη λήξη των διαδικασιών του 28ου συνεδρίου του κκσε; (Μα φυσικά) Σύντροφοι διαλυόμαστε. Η διάλυση βέβαια επήλθε τυπικά ενάμιση χρόνο αργότερα. Αλλά το λικβινταριστικό προτσές είχε ήδη προχωρήσει σε σημείο μη αναστρέψιμο. Και εξάλλου –όπως λέει και ο χρυσός κανόνας της δημοσιογραφίας- ας μην αφήσουμε μια μικρή λεπτομέρεια να μας χαλάσει μια ωραία ιστορία. Ή ένα καλό ανέκδοτο, εν προκειμένω.

Σάββατο 8 Ιουνίου 2013

Οι Τούρκοι είναι φίλοι μας

Ένα από τα πρώτα πράγματα που πρέπει να κάνεις, εάν κατέβεις να ζήσεις στην αθήνα, είναι να προσπαθήσεις να νοστιμέψεις τη ζωή σου, μεταφορικά αλλά κυρίως κυριολεκτικά. Και αυτό, σε μια πόλη χωρίς τα φαγάδικα της λδ του βορρά, σημαίνει πρωτίστως να μάθεις τα τούρκικα στέκια, για να βρεις καμιά πικάντικη γεύση με μπαχαρικά, να σου ξυπνήσει αναμνήσεις απ’ τη μαμά-πατρίδα και να νιώσεις συγκίνηση, σαν τον χωραφά στην πολίτικη κουζίνα· ή τον οβελίξ, όταν επιστρέφει από τη βρετανία και το «γελαστό αγριογούρουνο», που δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να είναι χαμογελαστό, από τη στιγμή που επιμένουν να το σερβίρουν με μέντα (και τζατζίκι χωρίς σκόρδο).

Το δεύτερο πράγμα που ανακαλύπτεις σε αυτά τα μέρη, μετά τις φοβερές γεύσεις, είναι πως κατά κανόνα οι ιδιοκτήτες τους είναι αριστεροί και πολιτικοί πρόσφυγες. Που μπορείς να το καταλάβεις και από κάποιες κινήσεις, κάποια αφίσα που τους «προδίδει», κάποιες γνωστές φυσιογνωμίες στις οποίες σκοντάφτεις και στις πορείες, ή και από τον κόσμο που συχνάζει, σε τελική ανάλυση. Ή να το μαντέψεις απλώς με παιδική βεβαιότητα, γιατί σου φαίνονται καλοί άνθρωποι, και δεν μπορεί παρά να είναι δικοί μας.

Ναι αλλά τι ακριβώς σύντροφοι είναι και πού ανήκουν πολιτικά; Αυτό δεν είναι και τόσο εύκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια. Καταρχάς γιατί ο πολιτικός χάρτης και το «αριστερόμετρο» της τουρκίας είναι αρκετά μπερδεμένα, ακόμα και για τα δικά μας δεδομένα. Βασικές σταθερές είναι το έντονο κουρδικό στοιχείο κι η δράση που κινείται μεταξύ των παρυφών της νομιμότητας και του ένοπλου κινήματος. Κι αυτή η ιδιαιτερότητα κάνει τους τούρκους συντρόφους να ανοιγοκλείνουν κατά περίσταση, σα βεντάλια. Καχύποπτοι και σκληρόπετσοι, από τις συνθήκες, απέναντι σε κάθε άγνωστο υποψήφιο εχθρό· έξω καρδιά –παρά τα βιώματα, που έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους- με τους συντρόφους· κι εντελώς πλατιοί στον απλό κόσμο, όταν βρουν μια χαραμάδα για να ρθουν σε επαφή με τις λαϊκές μάζες. Κι αυτό δεν το συνάγω μόνο από την τωρινή στάση του τεκαπέ αλλά κι από την εμπειρία μου στην τουρκία, στο διεθνές κάμπινγκ του εμεπ, που είχε τέτοιο χαρακτήρα, και σε κάποιες στιγμές δε θύμιζε χώρο πολιτικής νεολαίας, αλλά εφηβική κατασκήνωση.

Υπάρχει λοιπόν καταρχάς το αδελφό τεκαπε, που βάση μεγέθους και του μύθου για τη δημιουργία του υπό την καθοδήγηση του θανάση παπαρήγα θα μπορούσε να θεωρηθεί νομαρχιακή οργάνωση του κουκουέ, χωρίς φυσικά να λειτουργεί ως τέτοια. Το κόμμα έχει καλές σχέσεις και με το εμεπ. το οποίο διατηρεί επαφές και με το ναρ. Αλλά το ελληνικό του αντίστοιχο είναι η κίνηση ανασύνταξη 1918-55. Και συμμετέχουν μαζί στη διεθνή των οπαδών του χότζα. Αν και το εμεπ συμμετέχει και σε ένα ευρύτερο ενωτικό μέτωπο όπου πρέπει να παίρνουν μέρος και κάτι τροτσκιστές αν θυμάμαι καλά. Αυτό ακριβώς, τίποτε άλλο.

Υπάρχουν επίσης τέσσερα διακριτά μου-λου (για όσους τυχόν θεωρούν υπερβολή τα δύο δικά μας και δεν κατανοούν το λόγο ύπαρξής τους) που κατηγορούν το ένα το άλλο για ρεφορμισμό, όπως τα ιουδαϊκά λαϊκά μέτωπα των μόντι πάιθονς. Αλλά και το dhkp-c, που θα το δούμε λίγο πιο κάτω. Και αυτός ο κατάλογος δεν είναι ούτε κατά προσέγγιση εξαντλητικός για τις οργανώσεις και τις πολιτικές ομάδες που δρουν στην τουρκία.

Κατά δεύτερον, η χαρτογράφηση αυτή καθίσταται δύσκολη, γιατί όλες οι παραπάνω οργανώσεις δεν έχουν ακριβώς τις καλύτερες σχέσεις, γι’ αυτό κι όταν συζητάς για τις μεταξύ τους διαφορές με κάποιο μέλος τους, νιώθεις σα να περπατάς σε ναρκοπέδιο όπου πρέπει να είσαι πολύ προσεκτικός για να μην πυροδοτήσεις με κάποια άστοχη φράση την έκρηξη του συνομιλητή σου και τον δεις να γίνεται τούρκος από το θυμό του.

Αλλά ας περάσουμε στο κυρίως πιάτο. Το καλύτερο φαγητό το έχει μακράν η «ασία», σε μια πολύ ιδιαίτερη περιοχή, πίσω από την πλατεία αμερικής, στην ευρύτερη περιοχή του άγιου παντελεήμονα. Ανήκει σε μια οικογένεια αριστερών πολιτικών προσφύγων, (όπως προδίδει και μια αφίσα του τσε), αγνώστων –σε μένα τουλάχιστον- λοιπών πολιτικών στοιχείων, με πατέρα σπουδαγμένο γιατρό, που αξιοποιεί τις γνώσεις του στο ψήσιμο των κεμπάπ.

Ακολουθεί από κοντά το λέιλιμ-λέι στου γκύζη, όπου –όπως είχαμε πει σε παλιότερη ανάρτηση- κάθε δεύτερο σάββατο εμφανίζονται ζωντανά οι υπεραστικοί του βουρνούκιου. Οι οποίοι έβγαλαν πρόσφατα ένα ωραίο τραγούδι για την αντιφασιστική νίκη των λαών, με δεσπόζουσα αναφορά στο σύντροφο με το μουστάκι στην πρώτη στροφή –που πέρασε παρά τις αντιδράσεις της εσωτερικής αριστερής αντιπολίτευσης.

Η κολεκτίβα του μαγαζιού διοργανώνει διάφορες εκδηλώσεις (καλή ώρα αυτή τη δευτέρα για την εξέγερση στην τουρκία) και παραδίδει δωρεάν μαθήματα τούρκικων –με μια σφισσα που συμμετείχε να προσπαθεί να εξηγήσει στην καχύποπτη μητέρα της για ποιο λόγο το κάνουν δωρεάν και ότι δεν κρύβεται κάποια τούρκικη προπαγάνδα πίσω από όλα αυτά. Παράλληλα φιλοξενεί τη λασυ (λαϊκή συνέλευση) του γκύζη, που κινείται μάλλον σε λογική αντάριζα, και με αυτούς διατηρούν και τις περισσότερες πολιτικές επαφές σαν κολεκτίβα.

Αλλά ο κιαμίλ, που είναι πρώτος μεταξύ ίσων εκεί, σου κερδίζει το σεβασμό με τις ιστορίες που διηγείται από τα νιάτα του στην τουρκία. Όπου είχε αγοράσει, έφηβος, το πρώτο πολιτικό βιβλίο του με το υστέρημα από το χαρτζιλίκι του (μια συλλογή του χικμέτ), αλλά αναγκάστηκε με πόνο ψυχής να το καταστρέψει για να μην πέσει στα χέρια των αρχών ως ενοχοποιητικό στοιχείο. Εκεί επικρατούσε ένα ιδιότυπο καθεστώς λογοκρισίας, όπου κάποια μαρξιστικά βιβλία κυκλοφορούσαν ελεύθερα μεν στα ράφια των βιβλιοπωλείων, αλλά πρακτικά απαγορευόταν η πώλησή τους στο αναγνωστικό κοινό. Γι’ αυτό κι οι σύντροφοι πήγαιναν με το πιστόλι στο χέρι και εξηγούσαν στον βιβλιοπώλη τι επιλογές είχε: ή να τους πουλήσει τα βιβλία που ήθελαν, ή να του τα κλέψουν.

Κάτι ανάλογο ισχύει και με τους κούρδους που έχουμε στη θεσσαλονίκη, που είχαν επαφές με οτιδήποτε συνεπές κινούνταν αριστερά του σύριζα, αλλά τελευταία έχουν αραιώσει από εμάς και κλίνουν μάλλον κριτικά προς το εξωκοινοβούλιο. Και έχουν μια ταβέρνα κοντά στην ετ-3, όπου συχνάζει και ο ηλεκτρολόγος της κίνησης 18-55, που είναι ο αδελφός πολιτικός φορέας του εμεπ, όπως είδαμε, (δύο αναφορές στην ίδια ανάρτηση παίζει να είναι και κάποιου είδους ρεκόρ για την οργάνωση!). Η οποία ταβέρνα είχε μπει πρόσφατα και στο στόχαστρο κάτι ντόπιων φασιστοειδών. Και μια φορά που πήγαμε ο σύντροφος που μας σέρβιρε, μας έφερνε τα πιάτα με χέρια τρεμάμενα, που του είχε μείνει κουσούρι από τα βασανιστήρια στις φυλακές. Και εκεί σου κόβεται η όρεξη και σκέφτεσαι σιωπηλός με τι μούτρα να του ασκήσεις σοβαρή πολιτική κριτική απ’ την ασφάλεια της θέσης σου.
Αν και εκεί που το χάνουν περισσότερο, δεν είναι στο πολιτικό, αλλά στις γεύσεις. Μα είναι δυνατό να έχουν οι χαμουτζήδες καλύτερη τούρκικη κουζίνα από εμάς εδώ;

Άφησα για το τέλος το dhkp-c, που έχει άριστες σχέσεις με το κόμμα (αλλά όχι και με το τεκαπε) κι είναι κάτι σαν το κουκουέ του 50’, με το όπλο παρά πόδας και τσακισμένο απ’ την παρανομία, αλλά χωρίς την εδα και τον κύρκο. Οι σύντροφοι έχουν το σόφρα, ένα ωραίο μαγαζί στην κάνιγγος, που εμείς το λέμε μεταξύ μας εζμέ, γιατί (θεωρούμε πως) είναι η σπεσιαλιτέ του, και ο σύντροφος εκεί μας έχει μάθει και το φέρνει πριν καν το παραγγείλουμε, που λέει ο λόγος.

Εκεί λοιπόν τις προάλλες εκτυλίχθηκε ένα γκανγκστερικό σχεδόν σκηνικό, τύπου οτσαλάν, με την απαγωγή ενός μέλους της οργάνωσης από τις τούρκικες μυστικές υπηρεσίες. Ο σύντροφος είχε καταφέρει να το σκάσει από την τουρκία, όπου έχει ακόμα υπόλοιπο δώδεκα χρόνων ποινής στη φυλακή, αλλά οι ασφαλίτες της χώρας του τού είχαν στήσει καρτέρι ένα τετράγωνο μακριά από το σόφρα και τον βούτηξαν, με την πλήρη ανοχή φυσικά των ελληνικών αρχών –μην πάει τζάμπα και το ταξίδι σαμαρά στην τουρκία, που επιβεβαίωσε τη φιλία και συνεργασία των δύο κυβερνήσεων.

Οι άλλοι σφοι από το μαγαζί άκουσαν τη φασαρία και κάποιους διαλόγους στα τούρκικα (μαζί με αγγλικά κι ελληνικά), που τους υποψίασαν για την ταυτότητα του απαγωγέα, αλλά δεν πρόλαβαν να παρέμβουν κι έσπευσαν να καταγγείλουν το περιστατικό στο ατ εξαρχείων, όπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με αθώες περιστερές. Μπα, εμείς δε γνωρίζουμε τίποτα απολύτως.
Τους είπαν ότι υποψιάζονται δάχτυλο των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών. Αποκλείεται, δεν γίνονται τέτοια πράγματα στην ελλάδα. Κάποιοι αυτόπτες είχαν προλάβει να σημειώσουν και την πινακίδα του αυτοκινήτου, όπου έβαλαν το σύντροφο. Α, ναι… εε… σε εμάς ανήκει το αυτοκίνητο, αλλά… ξέρετε μας το έχουν κλέψει και δεν ξέρουμε τι απέγινε.

Το θέατρο του παραλόγου ήταν πολύ κακής ποιότητας και δεν υπήρχε λόγος να συνεχίζεται. Λίγες μέρες μετά ο απαχθείς σφος κατάφερε μέσω δικηγόρου να επικοινωνήσει μαζί τους από την τουρκία, όπου τον είχαν μεταφέρει –χωρίς να τους ελέγξει κανείς φυσικά στα σύνορα- και τους διηγήθηκε τα καθέκαστα, καθώς και ότι στη διαδρομή οι πράκτορες τον προπηλάκιζαν κι απειλούσαν να τον σκοτώσουν. Και μπορεί να το ‘χαν κάνει, αν δεν είχε πάρει έκταση το θέμα με την καταγγελία που εξέδωσε η οργάνωσή του.

Τι λένε όμως οι σύντροφοι για όσα γίνονται σήμερα στην τουρκία; Πως ο λαός εκεί ήταν ναρκωμένος για πολλά χρόνια και τώρα ξύπνησε. Οπότε λογικό είναι, σκεφτήκαμε εμείς, να είναι λίγο μουδιασμένος από την απραξία και να έχει ακόμα τσίμπλες στα μάτια που δεν τον αφήνουν να δει καθαρά τι γίνεται και τι πρέπει να κάνει στη συνέχεια.

Το θέμα είναι εμείς τι κάνουμε βέβαια. Εσείς ήσασταν πριν δυο χρόνια στους δρόμους, αλλά τώρα... μας λέει ο σφος που μιλάει καλύτερα τα ελληνικά από τους άλλους. Και τι να του πεις; Ότι «εμείς estamos despiertos ya»;
Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης..

Πέμπτη 6 Ιουνίου 2013

Οι κόκκινες γραμμές

Κόκκινη γραμμή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη
Δωσ’ της κλότσο να κυλήσει, η ανάρτηση να αρχίσει


Οι δικές μας κόκκινες γραμμές δε μπαίνουν ως απαγορευτικές για τον κόσμο, αλλά για να οριοθετήσουν τον αντίπαλο. Που με τη σειρά του βάζει τις δικές του κόκκινες γραμμές στις λαϊκές κατακτήσεις, τάχα για να τις προστατέψει, έστω ένα μίνιμουμ που είναι αδιαπραγμάτευτο, ενώ στην πραγματικότητα τις διαγράφει εν μία νυκτί.
Του Πάνου Ζάχαρη από το Ποντίκι
Η δική μας κόκκινη γραμμή (πρέπει να) είναι μαζική και επαναστατική και δε μπορεί να είναι το ένα χωρίς το άλλο. Η επανάσταση δεν έχει νόημα χωρίς τις μάζες που θα την πραγματοποιήσουν. Κι η «γραμμή μαζών» που θα παραπέμπει την επανάσταση στη δευτέρα παρουσία μπορεί να έχει μόνο μαζικούς ψηφοφόρους, αλλά καμία σχέση με το μαζικό κίνημα και την πραγματική κίνηση των μαζών –που αποκτούν πρωταγωνιστικό ρόλο μόνο σε μια επαναστατική διαδικασία

Η δική μας κόκκινη γραμμή δε σταματά στο σύνταγμα και τη βουλή, ούτε σε μια αταξική εθνική ομόνοια –που κάποτε θα την ονομάσουμε πλατεία μπελογιάννη- και δεν παραπέμπει τα πάντα στου αγίου σοσιαλισμού, αντώνη ή δημήτρη. Γενικώς δεν αντιλαμβάνεται την επανάσταση ως ένα απλό ευθύγραμμο δρομολόγιο με ενδιάμεσους σταθμούς πριν από τον τερματικό στόχο. Επόμενη στάση: πληρωμών. Παρακαλώ, προσοχή στο κενό μεταξύ των αυταπατών της αριστεράς του συρμού και της πραγματικότητας.

Η δική μας κόκκινη γραμμή διαπερνά σαν κόκκινο νήμα τις φτωχογειτονιές της δυτικής αθήνας και τα γκέτο των μεταναστών στο κέντρο, κατευθύνοντάς τα με ορμή ενάντια στις μικροαστικές αυταπάτες των νοτίων προαστίων και το μεγαλοαστικό μπλοκ των βορείων. Ενώ προεκτείνεται συνεχώς μέχρι την τελική νίκη· hasta la Βικτώρια siempre –από την οποία όμως επιμένει να περνά ξώφαλτσα, ένα τσιγάρο δρόμο.
Στη λεωφόρο σε ζητώ και στη βικτώρια, και απ’ το κρεμλίνο μας περνάω το παλιό,
ξέρεις καλά πως πια δεν έχω περιθώρια, ξέρω καλά πως θα σαλτάρω αν δε σε δω
.

Η δική μας κόκκινη γραμμή δεν ακολουθεί την αριστερά του συρμού και διάφορα… ανακόλουθα εναλλακτικά περιοδικά. Δεν απορρέει μονοσήμαντα από τη βάση ή την ηγεσία, αλλά είναι διπλής κατεύθυνσης, ανατροφοδοτείται από κάθε πόλο κι ενισχύεται ανεβοκατεβαίνοντας. Περιγελά τον «ατομικό φιλελευθερισμό» όσων δεν ανέχονται τα ασφυκτικά της καλούπια και βγάζουν ανέκδοτα για αυτούς που την κρατάνε. Κι απευθύνεται σε ένα ρωμαλέο ταξικό κίνημα, με τακτική ευκινησία και γράμμωση· όχι σε έναν πλαδαρό χυλό, που κάνει κοιλιά και τελικά εξαφανίζεται όσο απότομα εμφανίστηκε.

Οι δικές μας κόκκινες γραμμές δε μπαίνουν για να ξεχωρίσουν από τον κόσμο αλλά για να σμίξουν μαζί του στη σωστή βάση. Ο κόσμος της εργασίας και όλα τα σύμμαχα στρώματα που έχουν συμφέρον να παλέψουν στο πλευρό του, απέναντι στο αντιδραστικό μπλοκ της αστικής εξουσίας και τους πολιτικούς του εκφραστές. Ενάντια στους καπιταλιστές και τα παράσιτα που αυγατίζουν τα κέρδη τους από την αποσπασμένη υπεραξία. Ο λαός ενάντια στα μονοπώλια, στην πιο πλατιά κοινωνική συμμαχία και δυνατή ενότητα. Εμείς και οι άλλοι.

Αλλά ο πραγματικός κόσμος είναι πολύ πιο σύνθετος από αυτόν των αφαιρέσεων, αριστερά-δεξιά, από εδώ η εργατική τάξη κι από εκεί οι καπιταλιστές. Τι γίνεται λοιπόν όταν ανακαλύψουμε, όπως στο γνωστό ανέκδοτο, πως εμείς είμαστε οι άλλοι–ή κάποιοι από εμάς τουλάχιστον; Γιατί ξέρεις, η αντεπανάσταση –όπως ακριβώς κι η επανάσταση- δεν έρχεται πάντα σε καθαρή μορφή και μπορεί να έχει πολλά προσωπεία.

Εν αρχή ην η σοσιαλδημοκρατία που κιτρίνισε και χρεοκόπησε, αλλά συνέχισε να διακηρύσσει την (σοσιαλ)δημοκρατική της οδό (σε διάκριση με το πραξικόπημα των μπολσεβίκων), η οποία έστρωσε το δρόμο στο (σοσιαλ)φασισμό των εθνικοσοσιαλιστών, ακόμα και όταν συμμετείχε τυπικά στα αντιφασιστικά μέτωπα.

Για να ‘ρθει η νέα αριστερά, ανανεωτική και ριζοσπαστική, να διακηρύξει τον τρίτο δρόμο ανάμεσα στη σοσιαλδημοκρατία και το αποτυχημένο σοβιετικό μοντέλο. Ο οποίος κατέληξε στο ίδιο ακριβώς σημείο της εναλλακτικής ενσωμάτωσης στο σύστημα, επαληθεύοντας την παροιμία που λέει πως η καλή αστική τάξη ξέρει κι άλλο (τρίτο) μονοπάτι.
Αλλά και διάφορες εξωκοινοβουλευτικές ομάδες που φιλοδοξούσαν να φτιάξουν τον τρίτο πόλο της αριστεράς, ενάντια στην παραδοσιακή ορθόδοξη εκδοχή και την ευρωκομμουνιστική –με όλες τις κατοπινές μετεξελίξεις της. Κι έμειναν να αναζητούν ουτοπικά την υπέρβαση της φυσικής και του κλασικού μαρξισμού.

Για να αποδειχτεί τελικά πως τρίτος δρόμος δεν υπάρχει μεταξύ καπιταλισμού και σοσιαλισμού, όπως διακήρυσσε η σοσιαλδημοκρατία. Ούτε τρίτος δρόμος για το σοσιαλισμό, αλλά ούτε και στην αριστερά –μεταξύ κομμουνιστών και αναθεωρητών. Αλλά όσο περισσότεροι τσιμπήσουν, τόσο θα αυξάνεται η επιρροή της αστικής τάξης στο εργατικό κίνημα και όσων πολιτικών χώρων το έχουν –υποκριτικά ή μη- ως σημείο αναφοράς. Τόσο θα αυξάνονται ο εμπαιγμός και οι αυταπάτες και θα περιπλέκει η καθαρή μορφή της αντίθεσης που φωνάζουμε και στο σύνθημα: με τα μονοπώλια ή με το λαό. Ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες.

Εξάλλου το σύνθημα είναι δημοκρατικό και σου αφήνει περιθώρια να διαλέξεις. Ή με… ή με… Δε σου λέει να διαλέξεις ντε και καλά αυτό. Σε υποχρεώνει όμως να σταματήσεις να βρίσκεσαι σε δύο βάρκες, όπως η ευαίσθητη κυβερνώσα αριστερά της ευθύνης, αλλά και η επίδοξη αντικαταστάτριά της, που λανσάρει (σε διάφορες συσκευασίες και ονόματα) την αριστερή κυβέρνηση.

Και είναι εκπληκτικό να βλέπεις σήμερα όλους αυτούς τους τρίτους δρόμους να συγκλίνουν και τις αγεφύρωτες ιδεολογικές διαφορές από θέση αρχής να εξαλείφονται χάριν της ενότητας. Ρηγάδες και παλιοί κνίτες της μεταπολίτευσης, τροτσκιστές και μαοϊκοί, ευρώδουλοι, ευρωμάχοι και λοιποί ευρωσκεπτικιστές, τα «παιδιά του χαρίλαου» και οι άσωτοι υιοί του, κολλημένοι με το 89’ –ως έτος ένα μετά το τέλος της ιστορίας και των αυταπατών- και την πανσπουδαστική νο 8 μαζί με αυτούς που τα υπερασπίζονται. Όλοι μαζί (βρε ντιρλιντί) μια ωραία ατμόσφαιρα, να θυμίζουν συνειρμικά μια παλιότερη ατάκα, ειπωμένη σε άλλο ιστορικό πλαίσιο και για άλλους λόγους, αλλά επίκαιρη. Αυτή η ενωμένη αριστερά, ούτε ενωμένη ούτε αριστερά είναι.

Στην πραγματικότητα υπάρχουν δύο βασικά είδη αριστεράς. Αυτή που είναι –ή επιδιώκει να γίνει- επικίνδυνη για το σύστημα κι αυτή που είναι χρήσιμη κι υπεύθυνη. Κι εκτός από την χρηστική της αξία για την εξουσία, διαθέτει άλλη μία, ανταλλακτική. Εμπορεύεται ελπίδες, ξεπουλάει ιδανικά, συναντιέται με τον εμπορικό κόσμο και συζητάει μαζί του για μαρξισμό σε επίσημες ημερίδες.

Το θετικό είναι πως όσο κατακάθεται ο κουρνιαχτός κι ο αντιμνημονιακός χυλός, οι εφεδρείες του συστήματος, που μοιάζουν με τα κεφάλια της λερναίας ύδρας, αρχίζουν να καίγονται η μία μετά την άλλη –ήδη αναγκάστηκαν να κάψουν την πιο σημαντική εφεδρεία τους επί μεταπολίτευσης: το πασόκ. Είναι κι αυτό μια κάποια εξέλιξη…

Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013

Εγώ Χριστό κι εσύ Αλλάχ

(*πρόλαβε τον τίτλο –ελαφρώς παραλλαγμένο- ο μπογιό βέβαια, αλλά τι να γίνει)

Αλλά κι οι δυο μας αχ και βαχ. Που βασικά ούτε εγώ, ούτε κι εσύ μάλλον πιστεύουμε σε κάποια ανώτερη δύναμη. Σαν εκείνο το βουλευτή του ενιαίου συνασπισμού σε ένα νομό της δυτικής θράκης –άραγε αν μιλήσουμε για θράκη σκέτη, χωρίς γεωγραφικό προσδιορισμό, αυτό υποδηλώνει κάποιας μορφής αλυτρωτισμό, όπως στην περίπτωση της μακεδονίας-σκοπίων, ή εκεί αλλάζουνε τα σταθμά;- που διαφωνούσε με τον χαρακτηρισμό «μουσουλμανική μειονότητα» κι έλεγε στους έλληνες συντρόφους του: αφού εγώ είμαι κομμουνιστής κι άθεος, γιατί να προσδιοριστώ με βάση το θρήσκευμα;

Βασικά λοιπόν, ούτε εγώ, ούτε κι εσύ μάλλον πιστεύουμε σε κάποιο θεό, αλλά το αχ και βαχ παραμένει σταθερά ως κοινή συνισταμένη, επειδή οι κρατούντες δεν έχουν το θεό τους, ή μάλλον γιατί δεν έχουν άλλο θεό πέρα απ’ αυτόν του χρήματος και του μέγιστου κέρδους. Το οποίο μεγιστοποιείται όσο περισσότερο χρησιμοποιούν το θρησκευτικό όπιο για να φανατίζουν τους λαούς και να ναρκώνουν την ταξική συνείδηση.

Βέβαια η περίπτωση της τουρκίας προσφέρεται για διάφορους ιντριγκαδόρικους συνειρμούς και συμπεράσματα. Εμένα πχ τα βάθη της ανατολίας μου θυμίζουν σε μικρογραφία τις ασιατικές σοβιετικές δημοκρατίες, όπου επικρατούσε πλήρης καθυστέρηση και τα παλιρροϊκά κύματα του σοσιαλισμού αργούσαν να φτάσουν και να αλλάξουν το απαρχαιωμένο εποικοδόμημα. Αλλά αυτό ισχύει σήμερα και από την ανάποδη, καθώς στη μέση της βαϊκάλης, υπάρχει ένα νησάκι με σοβιετική σημαία, που επικοινωνεί με τη στεριά όταν παγώνει η επιφάνεια του νερού κατά τους χειμερινούς μήνες κι αποτελεί τον ορισμό της σοσιαλιστικής νησίδας, όπου δεν έχουν φτάσει ακόμα τα νέα της αντεπανάστασης.

Για άλλους τα γεγονότα στην τουρκία είναι κάτι μεταξύ δεκέμβρη και πλατειών: το πρώτο ως προς την (κατασταλτική) αφορμή και την ένταση των γεγονότων, το δεύτερο ως προς τη μαζικότητα, τη μορφή και το επίκεντρό τους, στην πλατεία ταξίμ. Κυρίως όμως αποτελούν μια ακλόνητη απόδειξη για τη φοβική στάση του κκε απέναντι σε ό,τι δεν ελέγχει, σε αντίθεση ακόμα και με αδελφά κόμματα, όπως το τούρκικο κκ –που στην πραγματικότητα δημιουργήθηκε σχεδόν αποκλειστικά με πρωτοβουλία του κόμματος- και δε δίστασε να αναμειχθεί με τις μάζες στο δρόμο.

Θα μπορούσα να ανταποδώσω το χτύπημα με την αντιπαραβολή αυτής της εντυπωσιακής ανθρωπογέφυρας


με τα μεταβατικά γεφύρια της άρτας που χτίζουν οι επικριτές μας κι απαιτούν να θυσιαστεί το ταξικό κριτήριο για να στεριώσουν. Αντ’ αυτού θα περιοριστώ να σημειώσω επιγραμματικά ότι:
α. το κκε δεν ήταν ακριβώς απόν από το δεκέμβρη, ούτε και είχε χειρότερη στάση από τους θαυμαστές της εξέγερσης, που τον υπερτίμησαν. Και β. συγκρίνουμε τελείως ανόμοια πράγματα και καταστάσεις αν πάρουμε ως σημείο αναφοράς την προσπάθεια ενός κόμματος να βρει χαραμάδες στο τείχος της απομόνωσης και το καθεστώς παρανομίας υπό το οποίο καλείται να δράσει. Ή αν παραλληλίσουμε το ξέσπασμα της λαϊκής οργής στην τουρκία με τις υπερπροβεβλημένες πλατείες που αγκαλιάστηκαν από το σύνολο σχεδόν των αστικών μέσων. Κι αποφεύγω να αναλύσω περαιτέρω τα παραπάνω για να μην εξοκείλουμε εντελώς από το θέμα μας.

Που είναι ότι εγώ χριστό κι εσύ αλλάχ, αλλά… Εγώ σύνταγμα κι εσύ ταξίμ, αλλά το ζητούμενο είναι η ταξι(μι)κή συνειδητοποίηση όσων κατεβαίνουν οργισμένοι στους δρόμους. Εγώ μνημόνια και δντ, ενώ εσύ μόλις ξεχρέωσες. Αλλά κι οι δυο λαοί γονατίζουν υπό το βάρος της κρίσης που τους καλούν να πληρώσουν τα σπασμένα, για να συνεχίσουν να ευημερούν οι αριθμοί της αστικής ανάπτυξης. Εγώ κουκουέ και εσύ τεκαπέ (ΤΚΡ), που μόλις πιάνει κάτι δεκαδικά στις εκλογές, αλλά η καταστολή το χτυπά αλύπητα, ακριβώς για να το κρατήσει στην υποδιαστολή κι επειδή οι τούρκοι σύντροφοι δεν έχουν περισσότερες δυνάμεις να την αποκρούσουν. Κι αυτό είναι που ονειρεύονται κάποιοι εν ελλάδι και για το κόμμα.

Εσύ ερντογάν, κι εγώ κυβερνητική τρόικα, με σαμάρ-αγά, δημάρ-αγά και γομάρ-αγά. Αλλά εμείς έχουμε δημοκρατία και την καλύτερη σοσιαλ-δημοκρατία που είχαμε ποτέ, με πληθώρα αντικειμενικής ενημέρωσης, για να χάνεται η ουσία μες σε έναν ωκεανό ασημαντότητας. Έχουμε κανάλια που αγαπάνε τις πλατείες και τις κινητοποιήσεις που δεν πλήττουν τον ελληνικό τουρισμό. Που μεταδίδουν αντικειμενικά τα γεγονότα της τουρκίας, σα λαϊκό γλέντι ή ένα μεγάλο πάρτι, όπου οι μπάτσοι πλακώνουν προφανώς γιατί είχε φασαρία από τη μουσική κι ενοχλούνταν οι γείτονες σε ώρες κοινής ησυχίας. Έχουμε κανάλια που αναγνωρίζουν μετριοπαθώς και χωρίς ακρότητες, πως ο άτυχος διαδηλωτής βρέθηκε απλώς στην αύρα των αστυνομικών, αφού τους προκάλεσε.

Φαντάσου πχ πώς θα περιέγραφαν επί χούντας το μαρτύριο της σταγόνας, με τους ταραξίες-τεντιμπόηδες, που προκαλούσαν το καθεστώς και αυτό απλώς τους δρόσιζε, χωρίς εκδικητική διάθεση. Απλή παράθεση γεγονότων, χωρίς διασταλτικές ερμηνείες.
Μέχρι να έρθει η λαϊκή αύρα (παρτσαλίδου) να τους δια(ολο)στείλει όλους μαζί. Και τότε δε θα τους ξεπλένει ούτε η αύρα της αστυνομίας στο μαξιμου(μ).

Παρεμπιπτόντως, ενώ ο πόλεμος πλησιάζει στη γειτονιά μας και οι φλόγες του φουντώνουν, απειλώντας να ξεσπάσουν σε ανεξέλεγκτη πυρκαγιά, προσπαθώ να καταλάβω τι στάση ακριβώς θα κρατούσαμε σε έναν πιθανό μελλοντικό πόλεμο με τη γείτονα, όπου θα εμπλακεί η ελληνική αστική τάξη για τα συμφέροντά της και τη μοιρασιά της λείας. Υπάρχει φυσικά ως μπούσουλας το σύντομο, εύληπτο και κατανοητό σύνθημα για τον πόλεμο που έριξαν στις μάζες οι θέσεις για το 19ο συνέδριο: ο λαός θα δώσει την ελευθερία και τη διέξοδο από το καπιταλιστικό σύστημα που, όσο κυριαρχεί, φέρνει τον πόλεμο και την «ειρήνη» με το πιστόλι στον κρόταφο.

Το οποίο προσφέρεται για εύκολη αποστήθιση κι αναπαραγωγή στα αντιπολεμικά συλλαλητήρια. Μία η ντουντούκα κι –απνευστί- τέσσερις εμείς. Σε διάκριση με κάποιους χώρους, όπου αυτό το τέσσερα υποδηλώνει τον αριθμό των διαδηλωτών στο μπλοκ που φωνάζει το σύνθημα και καλούνται να απαντήσουν στο έναυσμα της ντουντούκας.

Εάν έχω καταλάβει καλά λοιπόν αρνούμαστε να πολεμήσουμε υπό τις οδηγίες και τη διεύθυνση της αστικής τάξης και δίνουμε την απάντηση με το όπλο στο χέρι. Δίνουμε δηλ τον πόλεμο συγκροτώντας δικό μας στρατό κι όχι μέσα από τις γραμμές του εθνικού στρατού; Παίρνουμε τα όπλα και τα στρέφουμε κατά της δικής μας αστικής τάξης, καλώντας τον τουρκικό λαό να κάνει το ίδιο; Πηγαίνουμε στο μέτωπο και συμφιλιωνόμαστε με τα ταξικά μας αδέλφια; Επιδιώκουμε την ήττα της δικής μας άρχουσας τάξης και τη μετατροπή του πολέμου σε επαναστατική κατάσταση κι εμφύλιο ταξικό πόλεμο; Παίρνουμε το σύνθημα του συνεδρίου να το τυπώσουμε με στάμπες σε χιλιάδες μπλουζάκια και τα μοιράζουμε; Που για να χωρέσει ολόκληρο δηλ πρέπει να φοράει κανείς από XL και πάνω και να ‘χει τα κυβικά του λαϊκού στρώματος ή έστω τα δικά μου.

Κι αυτή ήταν η βασική απορία που μου έμεινε φεύγοντας από την εκδήλωση στο παμακ με την μπέλλου –για να ικανοποιήσω και το αίτημα ενός ανώνυμου σχολιαστή, αφού του υπενθυμίσω ταυτόχρονα ότι δε δημοσιεύονται ανώνυμα σχόλια. {Απ’ την οποία κράτησα επίσης παρενθετικά μια αναφορά της στο «ισχυρό πασιφιστικό κίνημα» που υπήρχε πιο παλιά, κατά τη δεκαετία του 80’!}

Αλλά θα μου πεις, σφε πασιφιστή, πως αυτό πρέπει να το δούμε συγκεκριμένα. Και όπως λέει εξάλλου και το –εμφανώς αδυνατισμένο- λαϊκό σ(τρ)ώμα: προφανώς έχουμε καμιά δεκαριά επιλογές να διαλέξουμε, και όλες συμφέρουσες. Συνεπώς θα το δούμε ευέλικτα εκείνη την ώρα..

Δευτέρα 3 Ιουνίου 2013

Μια συζήτηση με το Μαργαρίτη για το φασισμό

Το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον
Δε θα πεθάνει μόνος τσάκισέ τον

Για να τον τσακίσουμε όμως, πρέπει πρώτα να τον καταλάβουμε. Κι αυτό σημαίνει μεταξύ άλλων να τον δούμε ιστορικά, να εξετάσουμε τις κοινωνικές του ρίζες, την εμφάνιση και εδραίωσή του κατά τον εικοστό αιώνα, για να αντλήσουμε τα απαραίτητα συμπεράσματα.

Στα πλαίσια αυτά έκρινα σκόπιμο να απευθυνθώ στον ιστορικό γιώργο μαργαρίτη, για να κάνουμε μια συζήτηση –υπό τη μορφή συνέντευξης- σχετικά με το φασιστικό φαινόμενο. Κατά τη διάρκειά της, ο μαργαρίτης αναφέρεται στα αίτια που γέννησαν το φασισμό και τα βασικά του χαρακτηριστικά, στην τακτική αντιμετώπισής του από το κομμουνιστικό κίνημα και τον χαρακτήρα του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου, ενώ στο τέλος επιχειρεί μια σύνδεση με το παρόν και τις προοπτικές της σύγχρονης αντιφασιστικής πάλης.
Νομίζω πως το τελικό αποτέλεσμα είναι αρκετά ενδιαφέρον, φωτίζοντας αρκετές πτυχές και ζητήματα που απασχολούν τους σφους αναγνώστες-ακροατές.

Η κε του μπλοκ ευχαριστεί θερμά τον γιώργο μαργαρίτη πρωτίστως που δέχτηκε να απαντήσει στις ερωτήσεις που του τέθηκαν, τη ζωή (ξέρει αυτή) που μου παρείχε ανιδιοτελώς τον τεχνικό εξοπλισμό καθώς και τον ανδρέα από το redflyplanet για την πολύτιμη αρωγή του στην επεξεργασία του υλικού –που ομολογώ ανοιχτά πως μου έβγαλε την πίστη. Κι εύχεται στη βάση του μπλοκ καλή ακρόαση, περιμένοντας στα σχόλια της γόνιμες κριτικές παρατηρήσεις σας.




Υγ: η χρονική συγκυρία τα έφερε έτσι, ώστε το υλικό αυτό να δημοσιεύεται μία μέρα μετά από αυτό το άρθρο του μάκη μαΐλη, που είναι άκρως σχετικό με το κείμενο που εξετάζουμε. Κατά συνέπεια συνίσταται για έναν παραπάνω λόγο η ανάγνωσή του.

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Προχωρώντας κι αναθεωρώντας

Το σου κου που διανύουμε είναι θεωρητικά το πρώτο σ/κ του καλοκαιριού και η κε του μπλοκ εγκαινιάζει για φέτος τη στήλη βιβλία το καλοκαίρι, με ένα ελαφρύ και δροσερό ανάγνωσμα, που είναι ευχάριστο χωρίς να απαιτεί ή να δίνει πολλά (μαζί πάνε αυτά) στον αναγνώστη. Ο λόγος για το βιβλίο προχωρώντας κι αναθεωρώντας, του νίκου μπίστη, που μπορεί από πολιτικής άποψης να είναι αναθεωρητής, αλλά τουλάχιστον το παραδέχεται ανοιχτά, (ανα)θεωρώντας το μάλλον και τίτλο τιμής, για να το βάζει στον τίτλο του βιβλίου. Κι από αυτή την άποψη είναι πολύ πιο τίμιος (οπορτουνιστής) από κάποιους άλλους που το παίζουν ιστορία και αγώνες, για να καπηλευτούνε αυτούς τους κόμματος. Συν τοις άλλοις διηγείται μερικά γουστόζικα περιστατικά που καθιστούν από μόνα τους αξιανάγνωστο το βιβλίο του. Ας δούμε μερικά από αυτά, για του λόγου το αληθές.

Για τη δύναμη και το συμβολισμό της σημαίας, ιδού δυο εύγλωττα περιστατικά.
Η πρώτη συγκέντρωση που θα κάναμε (σσ: ως κκε στη μεταπολίτευση, μετά την παρανομία) ήταν εκδήλωση αλληλεγγύης στην χιλή. Καθορίζαμε στην κνε τους χώρους προσυγκέντρωσης και το σημείο που θα καταλαμβάναμε στα προπύλαια του πανεπιστημίου. Δεν υπάρχει περίπτωση να χαθούμε, μας λέει ο θανάσης σκαμνάκης, μέλος του γραφείου του κσ της κνε. Θα δείτε τη μεγαλύτερη σημαία με σφυροδρέπανο από την εποχή της συγκέντρωσης του κκε στο παναθηναϊκό στάδιο το 1945. Πράγματι βρεθήκαμε κάτω από μια μεγάλη κατακόκκινη σημαία. Δίπλα μας νεολαίοι γελούσαν και μεγάλοι άνθρωποι έκλαιγαν σα μικρά παιδιά. Ένας ηλικιωμένος κύριος, καλοντυμένος, με γραβάτα και κουστούμι –δικηγόρος ήταν, συμβολαιογράφος, γιατρός ήταν; εργάτης πάντως δεν ήταν- μη μπορώντας να συγκρατήσει τα δάκρυά του, ένιωσε την ανάγκη να απολογηθεί: ξέρεις νόμιζα ότι δε θα τη ζούσα ποτέ αυτή τη στιγμή.

Δεκαπέντε χρόνια μετά η κόκκινη σημαία κατέβαινε από το κρεμλίνο. Την άλλη μέρα το πένθος ήταν βαρύ στα γραφεία του συν (σσ: όπου είχε μεταπηδήσει πλέον ο μπίστης). Ο σπύρος λυκούδης –λαμπράκης από την πρώτη στιγμή ταγμένος στο κκε εσωτερικού- πήγαινε πέρα δώθε αμίλητος, λες και του είχαν ξεκληρίσει την οικογένεια. Ο καλός και σεβαστός σε όλους μας μπάμπης πρωτοπαπάς –σοσιαλδημοκράτης από την κατοχή, αντιστασιακός επί χούντας, μέλος της κυβέρνησης εθνικής ενότητας του καραμανλή το 74’, μετά κοδησο και στο τέλος συν- προσπαθούσε να μας παρηγορήσει με αισιόδοξες αναλύσεις: πώς κάνετε έτσι; μια φάση της ιστορίας έκλεισε, μια άλλη θα ανοίξει για την αριστερά, χωρίς τις επιβαρύνσεις του παρελθόντος. Παρά το σεβασμό που του έτρεφε ο σπύρος δεν άντεξε: άσε μας ρε μπάμπη σε παρακαλώ. Εσύ δεν έχεις περπατήσει κάτω από την κόκκινη σημαία, να καταλάβεις πώς νιώθω.

Το 74’ πιστεύαμε πως έτσι κι αλλιώς η γη θα γινόταν κόκκινη. Ως συνεπείς κοινωνικοί ζωγράφοι ή απλοί ελαιοχρωματιστές, τις κυριακές το πρωί, όταν οι άλλοι άνθρωποι κοιμούνταν ή απλώς χουζούρευαν, εμείς σηκωνόμασταν αξημέρωτα για εξόρμηση ριζοσπάστη. Το ίδιο έκαναν και οι αναθεωρητές με την αυγή, μόνο που εξορμούσαν με δίωρη καθυστέρηση και αποσύρονταν νωρίτερα, για να χαρούν την κυριακή τους. Όταν αργότερα προσχώρησα στο κκε εσωτερικού, προσπάθησα να εφαρμόσω κνίτικο ωράριο στην οργάνωση του κερατσινίου, της οποία ήμουν γραμματέας. Την πρώτη κυριακή, για να τιμήσουν τον εκ μεταγραφής σύντροφο –δεν ήταν και πολλοί που από το κκε πήγαιναν στο κκε εσωτερικού- προσήλθαν άπαντες στην ώρα τους. Την επόμενη κυριακή ήρθαν οι μισοί και τη μεθεπόμενη έμεινα με τον έκτοτε φίλο κι ασφαλιστή μου σώτο διδυμιώτη και τον πάκο τις εφημερίδες να τους περιμένουμε μέχρι τις έντεκα.
Αν ήταν να ξυπνάω πρωί πήγαινα και στο κκε, με κάρφωσε η άννυ καταχανά, οδοντίατρος και εκ γενετής αναθεωρήτρια.

Κι αυτό θα το προσυπέγραφαν πολλοί ακόμα και σήμερα. Αλλά ας δούμε κάποια ακόμα περιστατικά από εξόρμηση με ρίζο.

Δυσκολότερα ήταν τα πράγματα στην κατ’ οίκον πώληση. Πολλούς τους ξυπνούσαμε και μας άνοιγαν την πόρτα με την τσίμπλα στο μάτι. Άλλοι αγρίευαν στη θέα και μόνο του ριζοσπάστη. Δε θέλω ρε παιδάκι μου ριζοσπάστη. Πώς να σας το πω; Αν ήθελα, θα τον έπαιρνα από το περίπτερο, μας έλεγε ένας απόστρατος αξιωματικός, που του είχαμε σπάσει τα νεύρα με τις κυριακάτικες κατ’ εξακολούθηση επισκέψεις μας στο διαμέρισμά του.
Είχαμε πολλά ευτράπελα. Μια φορά η λία μάντικα φόρεσε το πιο γλυκό της χαμόγελο και πλησίασε έναν κύριο: μήπως θέλετε το ριζοσπάστη; Το ρώτησε όλο νάζι. Όχι ευχαριστώ, μήπως έχετε ελευθεροτυπία; Απάντησε εκείνος σοβαρά.

Μια Κυριακή το συνεργείο μου εξορμούσε στα κάτω πετράλωνα, λαϊκή γειτονιά και προπύργιο του ελας στην κατοχή, σε αντίθεση με το γειτονικό θησείο, έδρα της οργάνωσης χ του γρίβα. Μόλις βγήκαμε από τον ηλεκτρικό, είχαμε κακό συναπάντημα. Πέσαμε πάνω σε ένα συνεργείο μαρτύρων του ιεχωβά που πουλούσαν ασάλευτοι το ξύπνα. Μου πρότειναν να κάνουμε ανταλλαγή εντύπων. Το ριζοσπάστη για αυτή τη ζωή, την πεπερασμένη, είπαν, το ξύπνα για την άλλη, την αιώνια. Αρνήθηκα ευγενικά –θα ήταν φοβερό μαρτύριο να πάρω μαζί μου στην κόλαση για διάβασμα το ξύπνα- και προχωρήσαμε προς ένα χαμόσπιτο όπου υποθέσαμε ότι θα ζούσαν αυτής της γης οι κολασμένοι, κι ως εκ τούτου δυνητικοί αναγνώστες του ριζοσπάστη. Μόλις φτάσαμε στην πόρτα, χτύπησα το κουδούνι και περίμενα να μας ανοίξουν. Τίποτα. Ξαναχτύπησα, πάλι τίποτα. Χτύπησα για τρίτη φορά. Και τότε άκουσα να σέρνονται αργά, βασανιστικά, δυο πόδια προς την πόρτα, με τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνουν οι παντόφλες στο πάτωμα και μια λαχανιασμένη από τη διαδρομή φωνή ηλικιωμένης γυναίκας να ρωτάει: ποιος είναι; -Καλημέρα, μας ανοίγετε; Σας φέραμε το ριζοσπάστη, απάντησα γεμάτος αυτοπεποίθηση. Η σιωπή που έπεσε πίσω από την πόρτα ήταν εκκωφαντική. Μόνο μια βαριά ανάσα ακουγόταν. Σας φέραμε την εφημερίδα σας, το ριζοσπάστη, επέμενα. Η ανάσα από μέσα έγινε πιο βαριά και πιο γρήγορη, η ηλικιωμένη γυναίκα από την τρομάρα της είχε ταχυπαλμία, και τα χρειάστηκα. Ώρα είναι να ‘παθε καμιά συγκοπή, σκέφτηκα και αποφάσισα να λύσουμε την πολιορκία. Επειδή όμως έχω τρόπους, θέλησα να την αποχαιρετίσω. Γεια σας, φεύγουμε τώρα, είπα και πρόσθεσα: θα ξανάρθουμε. Πριν προλάβω να απομακρυνθώ άκουσα κι άλλες γρήγορες παντόφλες να σέρνονται προς την πόρτα, άλλη μια βαριά ανάσα και μια επίσης γυναικεία φωνή να ρωτάει σιγά και με ανησυχία: ποιοι ήταν μαρία; Με απελπισμένη φωνή εκείνη απάντησε: οι κομμουνιστές. Σιγή ολίγων δευτερολέπτων, με τις δυο –κατά πάσα πιθανότητα- αδελφές να στέκουν ακίνητες πίσω από την πόρτα και να ζουν με τον τρόμο της κομμουνιστικής περικύκλωσης. Και το δράμα κορυφώθηκε όταν η πρώτη σχεδόν κλαίγοντας ενημέρωσε τη δεύτερη: είπαν ότι θα ξανάρθουν.

Αλλά ο φόβος δεν ήταν ο μόνος τρόπος αντιμετώπισης προς τους συντρόφους σε εκείνα τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Ο μπίστης διηγείται μερικά σπαρταριστά σκηνικά από προεκλογικές εκστρατείες του κόμματος στην επαρχία. Αυτό που παραθέτω έλαβε χώρα στις σπέτσες –όπου στα χρόνια του εμφυλίου οι ντόπιοι είχαν εξοντώσει τους αντάρτες που θέλησαν να βρουν καταφύγιο στο νησί και τους κρέμασαν από τους φανοστάτες της ντάπιας.

Η πρόταση να μιλήσω στη ντάπια απορρίφθηκε από τους τοπικούς παράγοντες. Δε μπορώ να πω ότι δυσαρεστήθηκα. Η ντάπια διατηρεί ακόμα τους φανοστάτες της και μπορεί να τους έμπαινε κάποια ιδέα. Βγάλαμε μεγάφωνο στην άκρη του στενού, για να ακούν όσοι κάθονταν στη ντάπια κι όσοι έκαναν την απογευματινή τους βόλτα εκεί. Οι έξι σύντροφοι της οργάνωσης με πλαισίωναν δίπλα στο μικρόφωνο, το οποίο είχε τοποθετηθεί στη μικρή είσοδο του εκλογικού κέντρου. Δεν είναι εύκολο να εκφωνείς ημίωρη προεκλογική ομιλία μπροστά σε δύο ανθρώπους –γιατί τόσοι προσήλθαν. Σε κοιτάζουν στα μάτια κι εσύ υποχρεωτικά. Ένα κλίμα οικειότητας αναπτύσσεται, θες να τους φωνάξεις με τα μικρά τους και να τους καλέσεις μέσα για καφέ. Αισθάνεσαι και λίγο γελοίος να μιλάς με έξι παραστάτες σε δύο ανθρώπους. Το αντίστροφο είναι πιο λογικό. Δεν ήταν η καλύτερη ομιλία μου –ακόμα κι οι μεγαλύτεροι παίκτες δεν αποδίδουν σε άδειο γήπεδο- αλλά η ντάπια άκουσε από το μεγάφωνο κι οι κομμουνιστές αποβιβάστηκαν επιτέλους σώοι στις σπέτσες.

Πήραμε θάρρος και το επόμενο καλοκαίρι αποτολμήσαμε συγκέντρωση στη ντάπια, εκεί που ενώνεται με το μόλο, δίπλα στα κανόνια, κάτω (μπρρ) από ένα φανοστάτη, με την πλάτη στη θάλασσα και μέτωπο στις καρέκλες. Όπως είχαμε προβλέψει κάποιοι τουρίστες από την αθήνα στάθηκαν να ακούσουν κι αποτέλεσαν την πρώτη μαγιά του ακροατηρίου μας. Σε λίγο είχαμε μια αξιοπρεπή συγκέντρωση όπου όλοι άκουγαν ήρεμα και προσεκτικά. Ξαφνικά βλέπω κάποιον να βγαίνει από ένα στενάκι και να κατευθύνεται σχεδόν τρέχοντας προς τους συγκεντρωμένους. Η φάτσα του, το ύφος του, το δεξί χέρι κρυμμένο πίσω από την πλάτη, με προειδοποιούσαν ότι δεν ερχόταν για καλό. Συνέχισα την ομιλία, αλλά δεν τον έχασα απ’ τα μάτια μου. Μόλις με πλησίασε σε απόσταση βολής, με μια ημικυκλική κίνηση έφερε το δεξί του χέρι πάνω από το κεφάλι του κι εκτόξευσε εναντίον μου ένα τούβλο. Καλός αμυντικός, παραμέρισα και το καρφί έφυγε εκτός γηπέδου. Το τούβλο έπεσε στη θάλασσα, ενώ ο τουβλοβόλος χάθηκε τρέχοντας στα σοκάκια.

Ας δούμε μία ακόμα ιστορία από εκείνα τα χρόνια και τα φεστιβάλ της οργάνωσης.

Το σημαντικότερο ήταν ότι αυτή η έκθεση (σσ: ειδών λαϊκής τέχνης) φιλοξένησε έργα που τα είχαν φτιάξει τα χρόνια της φυλακής και της εξορίας τους οι πολιτικοί κρατούμενοι. Συνήθως καραβάκια με σπίρτα, σπιτάκια και άλλες κατασκευές. Μερικά ήταν αριστουργήματα, μα όλα ανεξαιρέτως είχαν πάνω τη σφραγίδα από το μεράκι και τα ατέλειωτα μερόνυχτα της φυλακής. Έρχονταν ένας-ένας και τα παρέδιδαν, με τη στοργή που οι γονείς εναποθέτουν τα μωρά στα χέρια του νονού για τη βάφτιση. Μόνο παρακαλώ να μην χαθεί. Είναι από τη γυάρο, από το λακκί, από το παρθένι, την αλικαρνασσό, τον ωρωπό, τον κορυδαλλό. Αυτό είναι πιο παλιό, το ‘βγαλα με χίλια βάσανα από τη μακρόνησο, πρόσθεταν με συστολή. Αυτός ήταν ο πραγματικός μου εφιάλτης, να μη χαθεί ούτε ένα καραβάκι, έργο και σύμβολο δέκα, είκοσι ή και τριάντα χρόνων ζωής κι αγώνα. Ευτυχώς τα παιδιά της περιφρούρησης συνειδητοποίησαν πλήρως την αποστολή τους, γύριζαν σαν κέρβεροι πάνω από τα εκθέματα κι όλα επιστράφηκαν σώα κι αβλαβή.

Και στα εκθέματα λαϊκής τέχνης έγινε η σχετική βέβηλη πλάκα. Ήταν καλοκαίρι του 75’, πολλή ζέστη και δυο τρεις φορές την εβδομάδα, γύρω στις δυο με δυόμισι το μεσημέρι, παίρναμε ένα αυτοκίνητο, κατεβαίναμε για μια βουτιά στα λιμανάκια, μετά για μπιφτέκια στη γλυφάδα και γρήγορα πίσω στο κόμμα ή στο γήπεδο ζωγράφου για την προετοιμασία του φεστιβάλ. Δυο τρεις φορές μπήκαμε στο ασανσέρ μαζί με τον χαρίλαο. -Πού πάτε μεσημεριάτικα; -Πάμε για μπάνιο, θα είμαστε πίσω στις έξι. -Το καλό που σας θέλω. Αν δεν πάει καλά του φέστιβαλ (η καρδιτσιώτικη προφορά οδηγούσε σε άψογη αγγλική απόδοση) θα σας βγουν ξινά τα μπάνια, αστειεύτηκε.

Για να μην καθυστερώ, έπαιρνα επάνω την πετσέτα του μπάνιου. Ήταν μια λίγο διαφορετική πετσέτα, με κάπως περίεργη παχιά ύφανση, με κρόσσια και βαθύ ματ πράσινο χρώμα. Συνήθως την ακουμπούσα στον πάγκο με τα εκθέματα, την έπαιρνα και έφευγα για μπάνιο. Μια μέρα μπήκε μέσα ο αγαπητός κι εξαίρετος κατά τα άλλα σύντροφος θανάσης σκαμνάκης, είδε την πετσέτα και ρώτησε: ποιος το έφερε αυτό; Συνεννοηθήκαμε με την ιωάννα και το μεϊμάρογλου με τα μάτια. Είναι ένα υφαντό που το έφερε ένας γνωστός του μπίστη από την ήπειρο, του είπε ο γιάννης. Δε νομίζω ότι αξίζει τίποτα, λέω να το δώσουμε πίσω, πρόσθεσα αδιάφορα και η ιωάννα υπερθεμάτισε. Τι λέτε ρε παιδιά, είναι εξαιρετικής ποιότητας, τσίμπησε ο θανάσης, θα το βάλουμε οπωσδήποτε.

Αν το πράγμα έμενε εκεί, η πλάκα θα περιοριζόταν στο θανάση. Επεκτάθηκε όμως, γιατί ο θανάσης διαφήμισε σε όλη την καποδιστρίου το θαυμάσιο «υφαντό από την ήπειρο». Άρχισαν να κατεβαίνουν διάφοροι να δουν το «υφαντό που έφεραν στο μπίστη», ώσπου το σπασμένο τηλέφωνο το μετέτρεψε σε «υφαντό του μπίστη». Εν τω μεταξύ η πετσέτα μου είχε καταλάβει μόνιμη θέση στα ράφια, κι αναγκάστηκα να φέρω άλλη για το μπάνιο μου. Ετοιμαζόμασταν να αποκαλύψουμε την απάτη, αλλά δεν χρειάστηκε γιατί ο χαρίλαος, που όλα τα μάθαινε, ήρθε να δει και αυτός το περίφημο υφαντό. Ρε πάτε από δω που το χάψατε. Η πετσέτα του μπίστη είναι, με αυτήν πάει κάθε μεσημέρι για μπάνιο, άκου υφαντό.

Και μια τελευταία ιστορία για επιδόρπιο, από το εθνικό συμβούλιο της εφεε.

Λόγω της πρόδηλης πνευματικής του ανωτερότητας, ο τέλης αϊβαλιώτης, από αριστερή οικογένεια της ικαρίας είχε προαχθεί σε γραμματέα της ππσπ, ήταν δηλαδή ο αντίστοιχος γραμματέας της σπουδάζουσας του κκε και του κκε εσωτερικού. Ευφυής, εύστροφος, ήταν ό,τι καλύτερο μαζί με τον κουμάνταρο της αασπε είχαν να επιδείξουν οι μαοϊκοί στη μικρή εκείνη άνοιξη του χώρου. Είχε διαπιστώσει λοιπόν ότι ο γιώργος σταματάκης χρησιμοποιούσε στις ομιλίες του κείμενα του νίκου κοτζιά, δημοσιευμένα στην κομεπ. Προμηθεύτηκε έτσι σαράντα τεύχη της κομεπ και τα μοίρασε στους συντρόφους της ππσπ.
Μόλις ο σταματάκης άρχισε να διαβάζει από το ενσωματωμένο στην ομιλία κείμενο του κοτζιά, όλοι οι σύνεδροι της ππσπ άνοιξαν την κομεπ και με προσποιητή σοβαρότητα παρακολουθούσαν την ομιλία από το πρωτότυπο. Και όλοι μαζί γύρισαν σελίδα, προκαλώντας τη θυμηδία των υπολοίπων και την οργή των κνιτών. Κι η πλάκα συνεχίστηκε μέχρις ότου ο σταματάκης εδέησε να παρατήσει τον κοτζιά και να μιλήσει με τα δικά του λόγια.

Να όμως πως τα μεγάλα μυαλά δεν πάνε χαμένα και συναντιούνται.
Τον επόμενο χρόνο έμαθα ότι ο τέλης διαγράφτηκε από το κκε(μ-λ) και προσχώρησε στο κκε, ηγετικό στέλεχος του οποίου ήταν ο θείος του, ο στέφανος παπαγιάννης. Μετά τον έχασα. Το 2000 η αεκα, σε συνεργασία με το κόμμα των φιλελευθέρων, τους ταύρους του στέφανου μάνου είχε διοργανώσει εκδήλωση στο κάραβελ για το θέμα της αναγραφής του θρησκεύματος στις ταυτότητες. Αριστεροί και δεξιοί φιλελεύθεροι κατά του χριστόδουλου. Ομιλητές ήμασταν ο αλιβιζάτος, ο μάνος κι εγώ. Στο τέλος της εκδήλωσης ο μάνος με φώναξε σε μια γωνιά.
Να σου συστήσω το γραμματέα του κόμματός μας. Γιατί γελάτε, πού είναι το αστείο; Α βλέπω ότι γνωρίζεστε.
Ο τέλης και αν είχε αναθεωρήσει. Από σταλινικός ακραία φιλελεύθερος.

Κι όπως θα μαντέψατε ίσως, πρόκειται για συγγενή του γνωστού αιβαλιώτη του λαος –ή όπου αλλού βρίσκεται σήμερα- που αγαπήσαμε στις δημοτικές εκλογές στην ικαρία –μαζί με όσους άλλους συνασπίστηκαν εναντίον μας.


Αλλά για να διαβάσετε τα υπόλοιπα, θα πρέπει να αγοράσετε το βιβλίο. Που δεν είναι πολύ παλιό –ο μπίστης το έβγαλε το 2010, λίγους μήνες μετά την αποτυχία του να εκλεγεί βουλευτής με τον γιωργάκη- αλλά ο κόσμος αναγνώρισε άμεσα την αξία του και έτσι μπορείτε ήδη να το βρείτε σε επιλεγμένα παλαιοπωλεία.

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Η Β' Πανελλαδική της Ανταρσύα

Το σαββατοκύριακο που μας έρχεται το μετωπικό σχήμα της ανταρσύα πραγματοποιεί –με αρκετή καθυστέρηση- τη δεύτερη πανελλαδική του συνδιάσκεψη, που μας οδηγεί αναπόφευκτα στο συνειρμό με τη β’ πανελλαδική των ρηγάδων της μεταπολίτευσης, που διαφώνησαν κι έφυγαν από τα αριστερά. Αν και πόσο αριστερά να πας δηλαδή όταν έχεις ως αφετηρία το κκε εσωτερικού της εποχής που δεν εναντιώθηκε καν στην ένταξη της χώρας στην τότε εοκ; Σήμερα η μετεξέλιξη εκείνης της διάσπασης φλερτάρει πολιτικά με τον ανοιχτά ευρώδουλο σύριζα και το σχηματισμό αριστερής κυβέρνησης, χωρίς να θεωρεί ταμπού την εκλογική του στήριξη, εφόσον αυτός δηλώνει πως δε θεωρεί ταμπού το νόμισμα και την παραμονή στο ευρώ. Όχι σαν τους συντηρητικούς τους κνίτες που ‘ναι παραδοσιακά γεμάτοι ταμπού στην ερωτική και την πολιτική τους ζωή.

Σήμερα λοιπόν που η συριζοποίηση της ανταρσύα κρύβεται μόνο πίσω από την ταχύτατη πασοκοποίηση του σύριζα και η εκλογική γιγάντωση του τελευταίου έθεσε αντικειμενικά θέμα επιβίωσης για το μετωπικό σχήμα του εξωκοινοβουλίου, απελευθερώνοντας κάποιες φυγόκεντρες δυνάμεις στο εσωτερικό του, θα ήταν ίσως ευχής έργο η εμφάνιση ενός αντίστοιχου ρεύματος αμφισβήτησης της κυρίαρχης γραμμής από τα αριστερά, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο θα είχε ευοίωνες προοπτικές. Όχι μόνο επειδή δεν έχει διαφανεί ένα τέτοιο ρεύμα ώστε να μπορέσει να μαζικοποιηθεί και να γίνει σταδιακά υπολογίσιμο, αλλά –ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι υπάρχει- εξαιτίας της πολιτικής βάσης από την οποία θα εκκινούσε, που θα οριοθετούσε εξαρχής και τις δυνατότητές του.

Το βασικό επίδικο σήμερα –για να χρησιμοποιήσουμε ένα δημοφιλή όρο του χώρου- δεν είναι μια πιο αριστερή και συνεπής εφαρμογή ενός μεταβατικού προγράμματος, ελαφρώς τροποποιημένου κατά το ένα ή το άλλο σημείο. Εξάλλου η επιχειρηματολογία της αριστερής πτέρυγας ενάντια στους δεξιούς και την αυτονόμηση του νομίσματος ως αιτήματος-κρίκου, μπορεί κάλλιστα να γυρίσει μπούμερανγκ ενάντια στις δικές τους θέσεις και να αποδείξει την ανεπάρκειά τους. Το ζητούμενο στη σημερινή συγκυρία είναι η διέξοδος από την κρίση κι η εναλλακτική που έχουμε να προτείνουμε. Κι αυτό απαιτεί μια συνολική πρόταση κι όχι προσεγγίσεις που απομονώνουν επιμέρους βασικές πτυχές όπως το δημόσιο χρέος και η ευρωπαϊκή ένωση, χωρίς ωστόσο να απαντάν πειστικά στο παραπάνω ερώτημα και να θέτουν το κομβικό ζήτημα της εξουσίας που θα υλοποιήσει αυτή την εναλλακτική.

Ίσως κάποιοι θεωρούν αυτή την κριτική κάπως γενική κι αφηρημένη. Θα ήταν λάθος ωστόσο να γίνει συγκεκριμένη κριτική σε ένα κείμενο θέσεων που –κατά τη δική μου αντίληψη τουλάχιστον- κάνει μια καλή περίληψη όσων ήδη γνωρίζαμε, αλλά δε φαίνεται να βάζει ουσιαστικά κάποιο καινούριο ζήτημα. Και αυτό πιστοποιείται εν μέρει κι από τις διάφορες πλατφόρμες που κατατίθενται εν όψει της συνδιάσκεψης και παραμένουν αμετακίνητες στα βασικά τους σημεία, χωρίς ιδιαίτερες επικαιροποιήσεις, είτε γιατί θεωρούν πως οι θέσεις τους δικαιώθηκαν και ενισχύθηκαν από τα (εκλογικά) γεγονότα που μεσολάβησαν, είτε γιατί απλώς μπορούν (σσ: να επιλέξουν την επανακαταγραφή τους).

Μπορεί κάποιος άλλος να διαβάζει καλύτερα πίσω από τις γραμμές ή να παρακολουθεί πιο στενά τα τεκταινόμενα στην ανταρσύα και να διαφωνεί με τη δική μου εκτίμηση, πιστεύοντας πως υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία που προχωράν διευρύνοντας το πολιτικό κεκτημένο της ανταρσύα κι άλλα που θα κριθούν κατά τις (δι)εργασίες της συνδιάσκεψης. Δεν μπορώ να αποκλείσω αυτό το ενδεχόμενο. Πρέπει όμως να λάβουμε υπ’ όψιν μας πως αναφερόμαστε σε έναν χώρο που όχι μόνο δεν έχει ενιαία αντίληψη και δράση για την παρέμβαση των δυνάμεών του στο εργατικό κίνημα –κάτι που θα έπρεπε λογικά να αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση οποιασδήποτε περαιτέρω (πολιτικής και εκλογικής) συνεργασίας, αλλά αδυνατεί να προχωρήσει σε στοιχειώδεις κινήσεις, όπως την έκδοση ενός εντύπου ως ενιαίας πολιτικής έκφρασης του χώρου –γιατί πιθανότατα θα έπρεπε να φιλοξενεί στις σελίδες του για ένα θέμα επικαιρότητας δέκα διαφορετικές ανακοινώσεις απ’ την κάθε οργάνωση που συμμετέχει στο μετωπικό σχήμα κι η έκδοσή του θα αποδεικνυόταν ασύμφορη. Περί τέτοιας ενότητας και αυτού του πολιτικού κεκτημένου ο λόγος.

Ίσως πάλι κάποιος θεωρήσει «προχώρημα» την ελαφρώς αυξημένη –αν δεν κάνω λάθος- συμμετοχή των μελών που ανέδειξαν τους αντιπροσώπους της συνδιάσκεψης, με μέτρο που προσέγγιζε το λόγο ένα προς τρία. Στη θέση του πάντως μάλλον θα προβληματιζόμουν πόσα από τα μέλη που ψήφισαν –ή μάλλον ειδοποιήθηκαν να ψηφίσουν- είναι πραγματικά ενεργά –για να μην πούμε κι οικονομικώς τακτοποιημένα- αλλά και γιατί οι τοπικές συνελεύσεις της ανταρσύα -και το ίδιο το σχήμα συνολικά- είχαν πέσει σε μετεκλογική νάρκη διαρκείας κι ουσιαστικά υπολειτουργούσαν.

Επιστρέφοντας στην κριτική του πολιτικού κομματιού –αν και το οργανωτικό ζήτημα είναι και αυτό πολιτικό στην ουσία του- σημειώνουμε ως βασικό χαρακτηριστικό πολλών τοποθετήσεων μελών και στελεχών του χώρου την τεράστια σύγχυση που επικρατεί γύρω από το ζήτημα των συνεργασιών, του μετώπου και του μεταβατικού προγράμματος που διατρέχει το κείμενο των θέσεων και την πολιτική γραμμή της ανταρσύα. Το ιδεολογικό οπλοστάσιο του χώρου τα αλέθει όλα σαν καλός μύλος –της αντίδρασης- και συνδυάζει τα μεταβατικά του τρότσκι με τις παραδοσιακές θεωρίες εξάρτησης, τις λιγότερο παραδοσιακές της αλληλεξάρτησης ή ακόμα και εξαρτημένης αλληλεξάρτησης με ισχυρές εξαρτήσεις, παντρεύοντάς τις με κάθε λογής μέτωπα: ενιαίο, λαϊκό, εργατικό, αντικαπιταλιστικό και αντι-ιμπεριαλιστικό –αρκεί να υπάρχει μέτωπο γενικώς, διότι για ένα κούτελο ζούμε σήμερον στην κοινωνία.

Που αν έχεις προχωρήσει στην ανάλυσή της, πρέπει να προτείνεις και κάποιο μέτωπο με κοινωνικές συμμαχίες. Αλλά οι περισσότερες αναλύσεις της ανταρσύα επιμένουν να αντιμετωπίζουν το μέτωπο σχεδόν αποκλειστικά με πολιτικούς όρους, εστιάζοντας την παρέμβασή της «στα ανήσυχα τμήματα της βάσης του κκε και του σύριζα» και σε όσους αποσπούνται από τη λαϊκή βάση του πασόκ (βλέπε σταματόπουλος). Το βασικό μειονέκτημα αυτής της λογικής δεν είναι ο διαχωρισμός που αποκλείει την πολιτική απεύθυνση στα εργατικά στρώματα που παραμένουν εγκλωβισμένα στη νέα δημοκρατία αλλά η αντιμετώπιση των κομμάτων με όρους της δεκαετίας του 30’, οπότε είχαν πραγματικά μαζική κοινωνική βάση –ο σύγχρονος σύριζα αντιθέτως έχει απλά ψηφοφόρους όχι όμως και την εργατική βάση της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας.

Ως προς το μεταβατικό πρόγραμμα κανείς –πλην μερικών ατομικών εξαιρέσεων, που δε συμφωνούν απαραίτητα μεταξύ τους- δεν έχει καθαρό εάν περιλαμβάνει αιτήματα προς ζύμωση ή προς άμεση υλοποίηση. Κι οι συνήθεις λεκτικές ακροβασίες «εντός εκτός κι ενάντια στο σύστημα» ή «ξεκινάει στο σήμερα κι ολοκληρώνεται μόνο όταν…» μπορεί να ικανοποιούν το συλλογικό θυμικό του χώρου, αλλά δεν απαντάνε ουσιαστικά στο παραπάνω ερώτημα. Εάν λοιπόν εννοούμε την άμεση υλοποίηση τότε το μεταβατικό πρόγραμμα της ανταρσύα είναι ταυτόχρονα ρεφορμιστικό κι ουτοπικό. Ρεφορμιστικό γιατί παρακάμπτει το απαραίτητο επαναστατικό άλμα· κι ανεφάρμοστο, γιατί ο καπιταλισμός στην παρούσα φάση αδυνατεί να ικανοποιήσει ακόμα και στοιχειώδη μεταρρυθμιστικά αιτήματα, χωρίς να προηγηθεί επαναστατική ρήξη. Αν πάλι μιλάμε για τη ζύμωση στη μέση λαϊκή συνείδηση, η ανταρσύα της δίνει μια εύκολη και μεσοβέζικη πρόταση διεξόδου από την κρίση, που δεν την προετοιμάζει για μια σκληρή σύγκρουση εφ’ όλης της ύλης και δε σπάει το απόστημα της ανάθεσης. Συνεπώς υστερεί τόσο στο αντικειμενικό όσο και στο υποκειμενικό επίπεδο.

Ας σταθούμε λίγο περισσότερο στο ζήτημα των συνεργασιών και του μετώπου. Είδαμε παραπάνω ότι στις περισσότερες τοποθετήσεις στελεχών της ανταρσύα το μέτωπο νοείται κυρίως με πολιτικούς όρους, χωρίς να προσδιορίζεται κοινωνικά. Η αντίστροφη κριτική προς το κόμμα είναι ότι δε μπορεί να αποκλείεται εξ αρχής η πολιτική έκφραση ενός κοινωνικού μετώπου –χωρίς όμως να απαντά συγκεκριμένα με ποιον θα μπορούσε να συγκροτηθεί μια μορφή πολιτικής συμμαχίας. Ποια είναι η απάντηση της ανταρσύα στο συγκεκριμένο ερώτημα; Κοινή δράση με τις δυνάμεις της αριστεράς (αν και αρχικά θα έπρεπε να επιδιώξει να την κατακτήσει στις γραμμές της μεταξύ των συνιστωσών της), και πολιτικό μέτωπο με όσους διαφοροποιούνται από κκε και σύριζα –τους δύο πόλους της επίσημης αριστεράς, όπως μας λένε στην καλύτερη. Δεν είναι μόνο το τσουβάλιασμα και οι ίσες αποστάσεις με την κυβερνώσα αριστερά που ξενίζουν, αλλά και το φοβερό κριτήριο συμμαχιών από «θέση αρχής»: όσοι φεύγουν από τους άλλους..!

Κι αν με τις διαφοροποιήσεις του σύριζα εννοούν βασικά –και σε πρώτο στάδιο- το μέτωπο του αλαβάνου –ο οποίος παραμένει αμετανόητος τυχοδιώκτης και ηγετίσκος, όπως απέδειξε πρόσφατα, σπεύδοντας πρώτος να ανακοινώσει το κόμμα της δραχμής, για να προλάβει να δρέψει τις δάφνες της εκλογικής επιτυχίας του πέπε γκρίλο στην ιταλία- από το κκε ποιον ακριβώς έχουν υπ’ όψιν τους; Μα φυσικά τον εργατικό αγώνα! Φτάνουν δηλαδή να θεωρούν δυνητικό σύμμαχο τα μέλη μιας διαδικτυακής ιστοσελίδας, με δυο-τρεις επώνυμους και καμιά δεκαριά ψευδώνυμους αρθρογράφους, χωρίς άλλη κοινωνική αναφορά, κι αντιγράφουν τις χειρότερες λογικές αστικών κομμάτων, θέλοντας να δείξουν πως διατηρούν επαφή με τα ανήσυχα τμήματα της βάσης του κκε. Κι αυτή είναι η βασική αξία χρήσης του εργατικού αγώνα μετά το 19ο συνέδριο, οπότε κι ήρθε αντιμέτωπος με τα δικά του υπαρξιακά ζητήματα. Αφενός δηλ δεν επήλθε το μαζικό κύμα αποχωρήσεων που περίμενε, για να το αγκαλιάσει πολιτικά και να προχωρήσει στην οργανωτική συγκρότηση που σχεδίαζε –αντ’ αυτού έβγαλε μόνο ένα επετειακό κείμενο για τον ένα και κάτι χρόνο λειτουργία της ιστοσελίδας. Αφετέρου γνωρίζει καλά ότι αν προχωρήσει σε κάποια μορφή συνεργασίας με τους αντάρτες, θα απολέσει αυτή ακριβώς την αξία χρήσης που αναφέραμε και θα χάσει τα όποια τυχόν ερείσματα διατηρεί στη βάση του κόμματος. Μπρος γκρεμός και πίσω (αριστερό) ρεύμα.

Προς το παρόν λοιπόν η διεύρυνση φαίνεται να περιορίζεται στο σχέδιο βήτα –που μας προέκυψε αντί της β’ πανελλαδικής. Το πολιτικό φλερτ με τον αλαβάνο θυμίζει πολύ το αντίστοιχο φλερτ με το σεκ, που κατέληξε στο γάμο μέρα-ενάντια. Και εκείνο είχε ξεκινήσει προεκλογικά –πριν τις εκλογές του 07’-, αλλά δεν ευοδώθηκε εγκαίρως, για να παρουσιαστεί αργότερα ως τετελεσμένο γεγονός και ώριμο τέκνο της ανάγκης και της οργής του δεκέμβρη, κατά τη βολική συλλογική αφήγηση του χώρου. Η γενική δοκιμή έγινε στις φοιτητικές εκλογές του 09’ όπου σημειώθηκαν κάποιες αντιδράσεις κατά της ειρηνικής συνύπαρξης με τους σεκίτες. Αλλά μέχρι το επόμενο διήμερο εαακ είχαν ξεχαστεί και όλοι ήταν όπως πριν: ενωμένοι ναι, μονιασμένοι όχι. Σήμερα η ιστορία επαναλαμβάνεται, και παρά τους σοβαρούς θύλακες αντίστασης στον πολιτικό αριβισμό του αλαβάνου, οι πιθανότητες και η παράδοση δεν είναι με το μέρος τους.

Σε αυτή την πολιτική βαβέλ υπάρχουν και κάποια κείμενα στο δημόσιο διάλογο που ξεχωρίζουν. Η πιο σοβαρή –και προπαντός σύντομη- τοποθέτηση επί του οργανωτικού πχ δεν προέρχεται από τις οργανώσεις-συνιστώσες του σχήματος αλλά από τον χαρίδημο κι όσους ανένταχτους συσπειρώνονται στην κίνηση «ανταρσύα των μελών» (κι όχι των συνιστωσών). Κάποια άλλα κείμενα μπορεί να χάνουν στο πολιτικό κομμάτι, αλλά ξεχωρίζουν για τη σαφήνεια και την καθαρή στόχευσή τους –άλλο αν δε συμφωνεί πολιτικά κάποιος.

Ένα τέτοιο (συλλογικό) κείμενο (συν)υπογράφει και ο πέτρος παπακωνσταντίνου –που σημειωτέον, μετά τα γεγονότα της κύπρου, δεν έχει νιώσει την ανάγκη να κάνει αυτοκριτική για όσα έγραφε στο τελευταίο βιβλίο του σχετικά με τις δυνατότητες μιας κυβέρνησης σε αστικό έδαφος να παίξει με τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και να τις αξιοποιήσει προς όφελός της. Ο πι-πι συγκαταλέγεται στην κατηγορία των μεγάλων ανδρών που προορίζονται για εξίσου μεγάλα πράγματα και για το κεντρικό πολιτικό σκηνικό, παρουσιάζοντας σταδιακά τα συμπτώματα και την αγωνία του ανδρουλάκη να μην χαραμιστεί στο περιθώριο των εξελίξεων. Υποτάσσεται στη μαγεία της στιγμής, αναζητεί λύσεις εδώ και τώρα μακριά από τη δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού, σπεύδει να προλάβει το ραντεβού με την ιστορία, προειδοποιώντας μας για τα τελεσίγραφα που μας άφησε. Αλλά στο τέλος της ημέρας γοητεύει τους αστούς με τον αιρετικό του λόγο και τους παίρνει τα λεφτά με το ταλέντο του, για να συνεχίσει να το προσφέρει στα αστικά μέσα, αποκτώντας έτσι ακόμα περισσότερα κοινά σημεία με τον πρόδρομό του –πέραν της ρητορικής δεινότητας και της εμφανισιακής τους ομοιότητας.

Σε τι συμπέρασμα καταλήγουμε σύντροφοι; Αυτό θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Αν κάποιος θεωρεί την ανταρσύα αμελητέα δύναμη –από ποσοτική ή και πολιτική άποψη- τότε προφανώς το ερώτημα στερείται νοήματος. Αν πάλι τη θεωρεί από δυνητικό σύμμαχο μέχρι βασικό εκφραστή της ελπίδας του για να αλλάξουν τα πράγματα, οφείλει να αντιπαλέψει και να σπάσει το δεξιό, ρεφορμιστικό απόστημα που σχηματίζεται στις γραμμές της, ως βασική προϋπόθεση για οποιαδήποτε άλλη πιθανή θετική μετεξέλιξη.

Εσύ αποφασίζεις. Ή έστω, οι οργανώσεις-συνιστώσες..

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

Ημερίδα μαρξιστικής σκέψης

Με αφορμή την ημερίδα ντεμέκ μαρξιστικής σκέψης που φιλοξενήθηκε πρόσφατα στην έδρα του σεβ η κε του μπλοκ καταθέτει κάποιες δικές της σκέψεις σχετικά με το ζήτημα και αναπαλαιώνει κάποιες άλλες που είχε γράψει σε προηγούμενή της ανάρτηση.

Ας πάρουμε ένα προς ένα τα επίμαχα τσιτάτα να τα αναλύσουμε.
Η παραγωγή σύμφωνα με το μαρξ και δη η βιομηχανία είναι η έκφραση της πιο δημιουργικής πλευράς του ανθρώπου, μας λέει ο δασκαλόπυλος, πιστεύοντας πιθανότατα πως αφορά άμεσα τον ίδιο ως πρόεδρο του σεβ και τα μέλη του συνδέσμου του, που ανήκουν προφανώς στην κατηγορία των –κατά ζίζεκ και κατά σύριζα- πραγματικά παραγωγικών καπιταλιστών.

Προς επίρρωση των παραπάνω υπάρχει και μία ακόμα γνωστή θέση του μαρξ από τα φιλοσοφικά χειρόγραφα που ορίζει την ουσία του ανθρώπου ως το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων. Και το βασικό στοιχείο που βρίσκεται στον πυρήνα αυτών των σχέσεων και τις καθορίζει είναι η εργασιακή δραστηριότητα του ανθρώπου και η θέση του στην παραγωγή.

Ποια μπορεί να είναι λοιπόν η ουσία της ζωής ενός εργάτη που τον εκμεταλλεύονται σκληρά στη δουλειά του και αμείβεται μόνο με ένα μικρό κλάσμα της αξίας που παράγει, ή ενός μακροχρόνια άνεργου; Και τι σχέση έχουν με το παραγωγικό κομμάτι της δημιουργίας τα καπιταλιστικά παράσιτα που έχουν καθίσει στο σβέρκο της εργατικής τάξης, απομυζώντας υπεραξία και κέρδη βουτηγμένα στο αίμα; Επειδή δηλ αναφέρονται κατ’ ευφημισμόν ως παραγωγικοί εταίροι, τη στιγμή που βλέπουν ως παραγωγικές εταίρες όσους παράγουν τον πλούτο κι αναγκάζονται να εκδίδουν την εργατική τους δύναμη στην αγορά εργασίας για τα προς το ζην;

Ας πάρουμε τώρα το τσιτάτο του βλαδίμηρου που μας δίνει σε μορφή εξίσωσης τον χρυσό κανόνα της σοσιαλιστικής οικοδόμησης:
Κομμουνισμός= Σοβιετική εξουσία + Εξηλεκτρισμός {Κ=ΣΕ+Ε}
Σε μια πρώτη ανάγνωση μπορεί κάποιοι να πιαστούν από τη λενινιστική φόρμουλα για να τον κατηγορήσουν ως φορμαλιστή και θιασώτη του μηχανιστικού μαρξισμού. Στην πραγματικότητα όμως το σύνθημα του λένιν –που δεν πρέπει να κρίνεται ως ολοκληρωμένη θεωρητική μπροσούρα αλλά ακριβώς ως πολιτικό σύνθημα για άμεση δράση- συνδυάζει διαλεκτικά τον αντικειμενικό με τον υποκειμενικό παράγοντα· την οικονομική βάση με την πολιτική προϋπόθεση της οικοδόμησης.

Είναι ζήτημα βέβαια αν ο εξηλεκτρισμός κι η εκβιομηχάνιση εν γένει της παραγωγής αποτελεί επαρκή υλικοτεχνική βάση για τη μετάβαση στον κομμουνισμό –όπως φαίνεται να κάνει πχ ο ένγκελς στο αντι-ντίρινγκ- πριν από την ανάδειξη της γενικής διάνοιας που σημειώνει ο μαρξ στα γκρουντρίσε και η οποία εμφανίζεται στη βάση της αυτοματοποιημένης παραγωγής. Είναι φανερό όμως πως ο λένιν αναφέρει μια τεχνολογία αιχμής για τη ρωσία της εποχής του υπονοώντας συνολικά την ανάπτυξη όλων των παραγωγικών μέσων. Εξάλλου στην εποχή της πληροφορικής και των πολυάριθμων εφαρμογών της, τα παραπάνω μοιάζουν με απλό φιλολογικό ζήτημα, χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.

Μετά από τα φιλοσοφικά και τα οικονομικά (γκρουντρίσε) χειρόγραφα, ας δούμε τι θα μας πουν και τα μαθηματικά χειρόγραφα του μαρξ. Αν λύσουμε την παραπάνω εξίσωση προς κάθε μεταβλητή θα μας δώσει τα εξής αποτελέσματα.

Α) εξηλεκτρισμός = κομμουνισμός-σοβιετική εξουσία

Αυτή την πορεία ακολούθησαν κατά μία έννοια και οι σοβιετικοί. Κατάφεραν δηλ να καλύψουν την τεράστια απόσταση που τους χώριζε από τις ανεπτυγμένες χώρες της καπιταλιστικής δύσης και να εξελιχθούν σε παγκόσμια υπερδύναμη, καθιστώντας πιο ορατό τον τελικό στρατηγικό στόχο του κομμουνισμού –που ο νικήτας υποσχόταν ότι θα ερχόταν εντός μιας εικοσαετίας. Αλλά σε αυτήν την πορεία ατρόφησε σταδιακά ο κορμός της νέας εξουσίας, ο θεσμός των σοβιέτ, τα οποία ήδη από το σύνταγμα του 36’ δε συγκροτούνταν πλέον σε παραγωγική αλλά σε εδαφική βάση, εν είδει εκλογικής περιφέρειας.

Β) αν στο δεύτερο σκέλος της προηγούμενης εξίσωσης είχαμε {κομμουνισμός-σοβιετική εξουσία}, υπήρχαν κι αυτοί που ονειρεύονταν το ακριβώς αντίστροφο: σοβιετική εξουσία-κομμουνισμός, δηλ σοβιετική εξουσία χωρίς κομμουνιστικό κόμμα, ή σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους, όπως το είχαν διατυπώσει οι αναρχικοί την εποχή του νικηφόρου οχτώβρη. Που στην ουσία του είναι σύνθημα άκρως αντιδραστικό, τόσο από πολιτική όσο κι από οικονομική άποψη –όπως μας αποδεικνύει και η εξίσωση.

Σοβιετική εξουσία-Κομμουνισμός = -εξηλεκτρισμός

Ο πολιτικός σκοταδισμός με τη μορφή του αντικομμουνισμού σηματοδοτεί παράλληλα μια γενική τεχνολογική υποχώρηση και συμβαδίζει με τη ρομαντική –πλην αντιδραστική στην ουσία της- αναρχική αντίληψη περί επιστροφής στη φύση κι ενός πρωτόγονου κομμουνισμού, μακριά από την αλλοτρίωση της τεχνολογίας και τον πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας, όπως τον χαρακτήριζε ο φρόιντ σε ένα έργο του.

Γ) όταν όμως νικήσει οριστικά η σοβιετική εξουσία, τότε θα έχουμε
Σοβιετική εξουσία = Κομμουνισμός-Εξηλεκτρισμός
Που σημαίνει ότι ο κομμουνισμός θα έχει επικρατήσει πλήρως και δε θα χρειάζεται να σκοτίζεται κανείς για το τεχνικό κομμάτι της παραγωγής και την αύξηση της νόρμας, αφού θα υπάρχει αφθονία αγαθών για όλους.

Περνάμε τώρα στη σύγχρονη τσιπρίζουσας παραλλαγή της παραπάνω λενινιστικής φόρμουλας, για να αντλήσουμε πολύτιμα συμπεράσματα και αποδείξεις για το πολιτικό του ποιόν. Εάν λοιπόν η ανάπτυξη ισούται με το συνδυασμό δημοκρατίας κι επενδύσεων…
{ανάπτυξη = δημοκρατία + επενδύσεις}
…τότε λύνοντας προς επενδύσεις βρίσκουμε ότι
επενδύσεις = ανάπτυξη-δημοκρατία

Το οποίο σημαίνει ότι οι επενδυτές για να μας «ευεργετήσουν» με τα παραγωγικά τους κεφάλαια, πρέπει πρώτα να εξασφαλίσουν την ισοπέδωση κάθε δημοκρατικού και εργατικού δικαιώματος, από τα μισθολογικά μέχρι το δικαίωμα στην απεργία, για να καταστεί η επένδυσή τους προσοδοφόρα. Και τότε θα μπορούμε να πανηγυρίζουμε όλοι μαζί με την κυβέρνηση του αλέξη (αριστερή, εθνικής σωτηρίας, του βουνού, ή όπως αλλιώς τν έχει βαφτίσει μέχρι τότε) και να υποδεχτούμε με τυμπανοκρουσίες την ανάπτυξη που θα ‘ρθει να πατήσει επί πτωμάτων.

Μια οικονομία που έχασε μέσα σε τρία χρόνια (2008 - 2011) το 20,1% του ΑΕΠ της, που υποτίμησε την εργατική δύναμη σχεδόν στο μισό σε σχέση με πριν την κρίση, είναι αναμενόμενο ότι κάποτε θα αρχίσει να ανακάμπτει.
Και τότε η επαναφορά μισθών στα επίπεδα του μακροπρόθεσμου ή στα 700 ευρώ μπορεί να μοιάζει με προοδευτική ευλογία, ή ως αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό.

Λίγο πιο κάτω στο ίδιο άρθρο διαβάζουμε επί λέξει.
Η ανάκαμψη της οικονομίας θα γίνει με μοχλό τις επενδύσεις ξένων και ντόπιων επιχειρηματικών ομίλων, οι οποίοι, μέσω και των ιδιωτικοποιήσεων ή των συμπράξεων, θα εκμεταλλευτούν κρατικές υποδομές, τομείς οικονομίας κρατικής ιδιοκτησίας που ιδιωτικοποιούνται ή ακόμη θα κλάνουν επενδύσεις και σε άλλους τομείς, (πχ ανανεώσιμες πηγές ενέργειας) και εργατικό δυναμικό κατά 50% τουλάχιστον φθηνότερο σε σχέση με πριν την κρίση.

Κάποιοι θα το αποδώσουν ίσως στο δαίμονα του τυπογραφείου και τη γειτνίαση του λάμδα με τον τόνο στο πληκτρολόγιο, που έκανε κι όλη τη ζημιά. Στην πραγματικότητα όμως, έχουμε μια τυπική εφαρμογή της παροιμίας «γλώσσα λανθάνουσα ταληθή λέγει» και το βαθύτερο πνεύμα του συντάκτη του ριζοσπάστη για την προδιαγραφόμενη αναιμική ανάκαμψη στο άμεσο μέλλον θα μπορούσε να αποδοθεί αγοραία κι ως εξής: τι να κλάσουν κι οι επενδύσεις, η ανάπτυξη που έρχεται θα ‘ναι αναιμική.


Υγ: μες σε όλα τα άλλα ο ζίζεκ έδωσε πολύ καλή πάσα και για το θέμα των γκούλαγκ, αλλά θα το κρατήσουμε κάβα για κάποια από τις επόμενες αναρτήσεις.

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

Κόκκινη Ορχήστρα – ο κύκλος του Βερολίνου

Καθώς οι εκδηλώσεις για την αντιφασιστική νίκη των λαών συνεχίζονται καθόλη τη διάρκεια του μήνα, η κε του μπλοκ, στο κλίμα των ημερών, φιλοξενεί στο ιστορικό της ένθετο μια ακόμα πολύ καλή του άναυδου για το δίκτυο κόκκινη ορχήστρα.
Τον ευχαριστεί θερμά για τη συνεργασία κι εύχεται στους σφους αναγνώστες καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.


1. Εισαγωγή
Rote Kapelle (κόκκινη ορχήστρα) ονόμασε η Γκεστάπο το κατασκοπευτικό δίκτυο των Σοβιετικών στη διάρκεια του Β’ΠΠ. Στην ορολογία της Γκεστάπο το εχθρικό κατασκοπευτικό δίκτυο παρομοιάζονταν με  μία ορχήστρα όπου ο ασύρματος ήταν το πιάνο ο χειριστής του ο πιανίστας και ο οργανωτής ο μαέστρος. Σύμφωνα με την κρατούσα αστική εκδοχή της ιστορίας η Κόκκινη Ορχήστρα δεν ήταν τίποτε άλλο παρά κατάσκοποι της ΕΣΣΔ και μάλιστα σε ορισμένες εκδοχές της προδότες της Γερμανίας.

Στην πραγματικότητα η Κόκκινη Ορχήστρα και συγκεκριμένα ο κύκλος του Βερολίνου με τον οποίο θ’ ασχοληθούμε εδώ ήταν μια αντιναζιστική οργάνωση που σε πολύ δύσκολες συνθήκες δρούσε κυρίως στο Βερολίνο μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Χίτλερ.  Για οικονομία στο παρόν κείμενο θα χρησιμοποιήσουμε το όνομα Κόκκινη Ορχήστρα αν και η αλήθεια είναι ότι τα ίδια τα μέλη της δεν είχαν δώσει κάποιο συγκεκριμένο όνομα στην οργάνωση τους

Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία είχε σαν αποτέλεσμα να τεθεί στην παρανομία το  ΚΚΓ όπως και όλα τα άλλα κόμματα. Το 1932 το ΚΚΓ είχε περίπου 300,000 μέλη ενώ στις εκλογές του Νοεμβρίου του ίδιου έτους είχε κερδίσει περί τα 6 εκατομμύρια ψήφους. Ωστόσο τα λεπτομερή αρχεία της αστυνομίας της δημοκρατίας της Βαϊμάρης διευκόλυναν τους Ναζί να προχωρήσουν σε μαζικές συλλήψεις. Μεγάλος αριθμός μελών και στελεχών του ΚΚΓ διέφυγαν στο εξωτερικό (Παρίσι, Μόσχα και Πράγα) ενώ πολλοί ήταν αυτοί που εγκατέλειψαν το κόμμα. Στον απολογισμό που έγινε αμέσως μετά το 7ο συνέδριο της Κομ. Διεθνούς (1935) από τα 422 ηγετικά στελέχη του κόμματος τα 219 βρίσκονταν στις Γερμανικές φυλακές και στρατόπεδα συγκέντρωσης. Άλλα 125 βρέθηκαν στην εξορία 41 είχαν εγκαταλείψει το κόμμα και 24 είχαν δολοφονηθεί από τους Ναζί. Μόλις 13 από τους 422 βρίσκονταν ενεργοί σε βαθιά παρανομία μέσα στη χώρα. Από το 1933 ως το 1938 πάνω από 150,000 κομμουνιστές βρέθηκαν στα στρατόπεδα  συγκέντρωσης και στις φυλακές και πάνω από 30,000 εκτελέστηκαν.


2.  Οι πρωταγωνιστές.
Τα μέλη της Κόκκινης Ορχήστρας προέρχονταν από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα της γερμανικής κοινωνίας και αρκετοί δεν ήταν καν κομμουνιστές. Κάποιοι ήταν διανοούμενοι και απόγονοι ονομαστών οικογενειών της Γερμανίας άλλοι καλλιτέχνες ενώ οι περισσότεροι ήταν εργάτες   και υπάλληλοι.

Οι πιο σημαντικοί ήταν οι παρακάτω:
Ο Harro Schulze-Boysen γεννήθηκε το 1909 στο Κίελο και ήταν μικρανεψιός του ναυάρχου Alfred von Tirpitz . Από νεαρή ηλικία είχε ριζοσπαστικοποιηθεί και το 1931 έγινε ο αρχισυντάκτης της αριστερής εφημερίδας Gegner που την έκλεισαν οι ναζί το 1933. Κατά την σύλληψη του υποχρεώθηκε να περάσει ανάμεσα σε δύο σειρές που σχημάτισαν άνδρες των ταγμάτων εφόδου (SA) και οι οποίοι χτυπούσαν με μαστίγια με μεταλλικές ουρές τον ίδιο και τον εβραίο συγκρατούμενο του. Ο Schulze-Boysen δείχνοντας το απαράμιλλο θάρρος του  πέρασε τρεις φορές από τον διάδρομο εκείνο και γύρισε μία τέταρτη φορά γυμνός, ματωμένος και λαχανιασμένος για τον νικητήριο γύρο. Ένωσε τις φτέρνες του και είπε στους βασανιστές του: ‘Αναφέρομαι ευπειθώς, διαταγή εξετελέσθη συν άλλη μια φορά για τύχη’. Το θάρρος του εντυπωσίασε ακόμη και τους άντρες των SA. Ο συγκρατούμενος του πέθανε λίγο μετά από το βασανιστήριο αυτό. Μεσολάβησε η οικογένεια του και απελευθερώθηκε κι όταν ρωτήθηκε από έναν φίλο του τι σκόπευε να κάνει του απάντησε προφητικά ‘απλώς έβαλα την εκδίκηση μου στον πάγο’. Χάρη στη γλωσσομάθεια του προσλήφθηκε στο τμήμα πληροφοριών του υπουργείου της Αεροπορίας. Το 1936 παντρεύτηκε την Libertas Haas-Heye εγγονή Πρώσου πρίγκιπα και οικογενειακή φίλη του Hermann Göring. Ο Schulze-Boysen ήταν το πρότυπο στο οποίο βασίστηκε ο χαρακτήρας του Στιγκλιτς στο μυθιστόρημα του Γ. Σεμιόνοφ 17 στιγμές της άνοιξης.

Ο Arvid Harnack γεννήθηκε στο Ντάρμστατ το 1901. Καταγόταν από οικογένεια λογίων ενώ ο θείος του ήταν ο πολύ γνωστός θεολόγος Adolf von Harnack. Σπούδασε νομικά στη Γερμανία και πολιτική οικονομία στη Μ. Βρετανία. Στις αρχές της δεκαετίας του ’30 είχε ιδρύσει έναν όμιλο που βασικό σκοπό του είχε τη μελέτη του κεντρικού σχεδιασμού της Σοβιετικής οικονομίας. To 1926 παντρεύτηκε τη Mildred Fish, αμερικανίδα φιλόλογο. Μέλος του ΚΚΓ επισκέφτηκε την ΕΣΣΔ το 1933 μετά από πρόσκληση του οικονομικού ακόλουθου της Σοβιετικής πρεσβείας. Στο ταξίδι του αυτό τον συνόδεψε και η Mildred η οποία στα γράμματα της προς τους οικείους της στις ΗΠΑ έγραφε ότι η Μόσχα της θύμιζε την ‘Ουάσιγκτον στις μέρες της ευμάρειας προς το τέλος του πολέμου’. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ‘από πολυάσχολους και ενεργητικούς ανθρώπους και ο αέρας ήταν ‘γεμάτος ελπίδα και επιτεύγματα’.

Ο John Sieg ήταν δημοσιογράφος, εργοστασιακός εργάτης και σιδηροδρομικός. Γεννήθηκε στο Detroit και επέστρεψε στη Γερμανία το 1928. Έγινε μέλος του ΚΚΓ το 1929. Ο Adam Kuckhoff γεννήθηκε το 1888 στο Άαχεν. Ήταν συγγραφέας, δημοσιογράφος και σεναριογράφος επικεφαλής του λογοτεχνικού αλλά και πολιτικού περιοδικού Die Tat το 1928-1929. Η Greta Lorke ήταν κοινωνιολόγος. Γεννήθηκε το 1902 και σπούδασε για δύο χρόνια στις ΗΠΑ όπου συνάντησε τον Arvid και τη Mildred Harnack Παντρεύτηκε τον Adam Kuckhoff το 1937.
Ο Hans Coppi ήταν νεαρός κομμουνιστής και εργάτης. Είχε συλληφθεί επανειλημμένα από του ναζί για αντιστασιακή δράση και είχε σταλεί στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Oranienburg


3. Η δράση
Η Κόκκινη Ορχήστρα δεν ήταν οργάνωση με τη στενή έννοια του όρου. Ξεκίνησε αυθόρμητα από τις μεμονωμένες ενέργειες ορισμένων μελών της. Αποτελούταν από πυρήνες που δρούσαν ανεξάρτητα. Μάλιστα ο Schulze-Boysen και ο Harnack οι δύο κατά τεκμήριο πρωταγωνιστές του δικτύου για αρκετά χρόνια δρούσαν χωρίς να γνωρίζουν ο ένας τον άλλο.

Τον Αύγουστο του 1935 ο Harnack συναντήθηκε με τον Al. Hirschfeld (πρώτο γραμματέα της Σοβιετικής πρεσβείας. Αν και ο Hirschfeld τον συμβούλεψε να διακόψει κάθε σχέση με το παράνομο ΚΚΓ παρόλα αυτά ο Harnack συνέχισε την αντιναζιστική δραστηριότητα. Ο Harnack έδωσε στους Σοβιετικούς πολύτιμες πληροφορίες σχετικά με τις μυστικές συμφωνίες της Γερμανίας με τα Βαλτικά κράτη την Πολωνία την Περσία και άλλες χώρες. Επιπλέον τους ενημέρωνε για την κατάσταση της Γερμανικής οικονομίας και τις ξένες επενδύσεις στη χώρα. Μέσα από τις παράνομες οργανώσεις στα εργοστάσια έφταναν στη Μόσχα διαμέσου του Harnack πληροφορίες σχετικά με το πρόγραμμα επανεξοπλισμού της Γερμανίας. Μάλιστα ο Harnack ήταν καλά πληροφορημένος για τις εξελίξεις μέσα στην ΕΣΣΔ και εξηγούσε σ’ έναν φίλο του ‘...γιατί ο Στάλιν εκτέλεσε τόσους πολλούς  στρατηγούς: δεν ήταν αξιόπιστοι. Οι σχέσεις τους με τους Γερμανούς παραήταν στενές’. Παράλληλα βοηθούσαν εβραίους και άλλους αντιστασιακούς είτε να κρυφτούν είτε να δραπετεύσουν από τη Γερμανία ενώ μετέφραζαν τύπωναν και μοίραζαν παράνομα φυλλάδια. Αν και ο απώτερο σκοπός της ομάδας του Harnack ήταν η πτώση του ναζιστικού καθεστώτος οι άμεσοι στόχοι ήταν το σπάσιμο του μονοπωλίου των ναζί στην πληροφόρηση και την προπαγάνδα και η βοήθεια στα θύματα τους.

Ο Schulze-Boysen που γνώριζε πέντε ξένες γλώσσες επεξεργαζόταν τις μυστικές εκθέσεις που έστελναν οι στρατιωτικοί ακόλουθοι από τις Γερμανικές πρεσβείες ανά τον κόσμο. Στη διάρκεια του Ισπανικού εμφυλίου συγκέντρωνε και μετέδιδε πληροφορίες σχετικά με την στρατιωτική ενίσχυση του Φράνκο από τους ναζί. Αριθμός ανδρών, αεροπλάνων, τανκς όπλων και πυρομαχικών που μετέφερε η Luftwaffe  στην Ισπανία καθώς και πληροφορίες σχετικά με το πραξικόπημα που σχεδίαζαν οι εθνικιστές (με τη συνεργασία του POUM) στη Βαρκελώνη τον Μάιο του 1937 στάλθηκαν στη Σοβιετική πρεσβεία  Η αποστολέας μάλιστα συνελήφθηκε από την Γκεστάπο λίγο αργότερα Για την υπόθεση αυτή η Γκεστάπο συνέλαβε και τον Schulze-Boysen ο οποίος την γλύτωσε επειδή ο συγκρατούμενος του Werner Dissel αρνήθηκε ότι του μετέδωσε την πληροφορία για την μεταφορά στην Ισπανία της 5ης και 6ης μεραρχίας αρμάτων. Και ο κύκλος του Schulze-Boyzen βοηθούσε εβραίους και αντιστασιακούς να δραπετεύσουν ακόμη και από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και είχε στήσει δίκτυο υποδοχής τους στο Παρίσι και το Λονδίνο. Δυστυχώς δεν ήταν όλες οι αποδράσεις επιτυχημένες και τον Αύγουστο του 1939 ο Karl Behrens συνελήφθηκε επειδή ετοίμαζε πλαστά χαρτιά για τον εβραίο γαμπρό του C. Fischer ο οποίος εκτελέστηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Saschsenhausen.

Η υπογραφή του συμφώνου Μολότοφ-Ριμπερντροπ τον Αύγουστο του 1939 δεν πτόησε την ομάδα του Harnack/Schulze-Boysen που είχαν κατανοήσει ότι με το σύμφωνο αυτό η ΕΣΣΔ αγόραζε χρόνο για να προετοιμαστεί. H Greta Kuckhoff στα απομνημονεύματα της θυμάται τον Harnack να της λέει: ‘...είναι απόλυτα ξεκάθαρο ότι τώρα ο Χίτλερ ετοιμάζεται ακόμη πιο αποφασιστικά για πόλεμο ενάντια στην ΕΣΣΔ. Από οικονομική άποψη δεν είναι ακόμη έτοιμος. Άρα θα προσπαθήσει να θέσει κάτω από τον έλεγχο του πρώτες ύλες και παραγωγικό δυναμικό από άλλες χώρες όσο πιο γρήγορα μπορεί’. Την τελευταία εβδομάδα του Αυγούστου της ίδιας χρονιάς ο Schulze-Boysen παραβρέθηκε σε μια συνάντηση νέων εργατών του παράνομου ΚΚΓ. Εκεί τους είπε να μην απογοητεύονται από το σύμφωνο γιατί τελικά αυτό θα βοηθήσει την Γερμανία. Η συνδυασμένη Γερμανό-σοβιετική απειλή θα παρακινήσει τις Δυτικές δημοκρατίες να ενεργοποιηθούν ενάντια στον Χίτλερ, Επίσης η συμφωνία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να κλείσει το ιδεολογικο-πολιτικό χάσμα μεταξύ των ναζί και των σοβιετικών. Η μέχρι θανάτου πάλη τους θα συμβεί σε πιο κατάλληλο χρόνο και η ΕΣΣΔ θα ωφεληθεί από τον επιπλέον χρόνο για να προετοιμαστεί καλύτερα. Το Σύμφωνο μη-επίθεσης έλεγε ο Harro είναι στην πραγματικότητα το Σύμφωνο της μη-ακόμη επίθεσης 

Σαν απόδειξη των παραπάνω τον Σεπτέμβριο του  1940 ήρθε σε επαφή με την ομάδα του Harnack  ο Alexander Korotkov από την πρεσβεία της ΕΣΣΔ. Συμβούλεψε τον Harnack ότι  στην περίπτωση του πολέμου μεταξύ ΕΣΣΔ και Γερμανίας θα έπρεπε να βρουν κάποιον άλλο τρόπο επικοινωνίας. Ο τρόπος αυτός δεν ήταν παρά οι ασύρματοι που στάλθηκαν στην ομάδα στις αρχές του 1941. Για τον ρόλο του χειριστή ο Schulze-Boysen επέλεξε τον Hans Coppi.

Η έναρξη του γερμανο-σοβιετικού πολέμου είχε σαν αποτέλεσμα την ένταση της δράσης της Κόκκινης Ορχήστρας. Αυξήθηκε σημαντικά ο αριθμός και η συχνότητα έκδοσης παράνομων εφημερίδων περιοδικών και προκηρύξεων. Οι πιο σημαντικές ήταν το Εσωτερικό Μέτωπο (στα Γερμανικά και Γαλλικά) και ο Άγης (στη μνήμη του σπαρτιάτη βασιλιά Άγη Δ’) Δημοσίευαν συνήθως πολιτικά νέα, τις εκπομπές του Σοβιετικού ραδιοφώνου, νέα για τις μάχες στο ανατολικό μέτωπο, προτροπές στους Γερμανούς στρατιώτες και στους ξένους εργάτες να μην πιστεύουν τη Γερμανική προπαγάνδα για την επικείμενη νίκη. Επίσης καλούσαν σε σαμποτάζ στα πολεμικά εργοστάσια και σε λιποταξία από το στρατό κλπ.  Μέλη της οργάνωσης επισκέπτονταν τους χώρους πού σύχναζαν οι ξένοι εργάτες και τους μοίραζαν προκηρύξεις γραμμένες στη γλώσσα τους. Η Libertas Schulze-Boysen και ο Adam Kuckhoff μάζευαν φωτογραφικό υλικό αλλά και μαρτυρίες για τις θηριωδίες των ναζί από τους στρατιώτες της Βερμαχτ με απώτερο σκοπό να χρησιμοποιηθούν στη μελλοντική δίκη τους καθεστώτος. Ο John Sieg είχε δεσμούς με αντιστασιακούς πυρήνες σε αρκετά εργοστάσια. Ο ίδιος δημιουργούσε τεχνητές καθυστερήσεις στα δρομολόγια τρένων που μετέφερα στρατεύματα ή πυρομαχικά ενώ στα εργοστάσια της AEG, Hasse & Wrede, Alkett και αλλού γινόντουσαν σαμποτάζ καθυστερήσεις στην παραγωγή  πολιτική δουλειά και διανομή παρανόμων προκηρύξεων.

Επιπλέον μετέδωσαν στη Μόσχα σημαντικές πληροφορίες αναφορικά με την τοποθεσία του στρατηγείου του Χίτλερ στην Αν. Πρωσία τις προετοιμασίες των Γερμανών για χημικό πόλεμο στο Αν. μέτωπο καθώς και για την πιθανή χρήση των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου στην επίθεση κατά της Μόσχας. Μετά την ήττα των Γερμανών τον Δεκέμβριο του 1941 ενημέρωσαν ότι δεν θα έπρεπε να αναμένεται επίθεση κατά της Μόσχας την άνοιξη του 1942 και ότι η πολεμική προσπάθεια των Γερμανών θα μεταφερθεί προς το νότο της ΕΣΣΔ Επίσης μετέδωσαν πληροφορίες αναφορικά με τα σχέδια των Γερμανών να επιτεθούν στον Καύκασο χρησιμοποιώντας αερομεταφερόμενες δυνάμεις αλλά και να χρησιμοποιήσουν ορισμένες εθνότητες της περιοχής στον πόλεμο ενάντια στην ΕΣΣΔ. Για την ύπαρξη εκτεταμένου δικτύου Γερμανών πρακτόρων στο εσωτερικό της ΕΣΣΔ για τις αποστολές πρακτόρων αλεξιπτωτιστών και τα σημεία που θα γινόταν η ρίψη τους και για τα σχέδια των ναζί να στείλουν αλεξιπτωτιστές να καταλάβουν τις πετρελαιοπηγές του Μπακού και να αποτρέψουν την τυχόν καταστροφή τους από τους σοβιετικούς. Το καλοκαίρι του 1942 οι Γερμανοί ξεκίνησαν τη δεύτερη τους επίθεση στο νότο της ΕΣΣΔ. Οι σοβιετικοί χρειάζονταν περισσότερη πληροφόρηση για τα πολεμικά σχέδια των Γερμανών και για το λόγο αυτό έστειλαν με αλεξίπτωτο δύο Γερμανούς κομμουνιστές στην Αν. Πρωσία οι οποίοι έφτασαν στο Βερολίνο και συνδέθηκαν με την Κόκκινη Ορχήστρα. Στο διάστημα μεταξύ του Ιουνίου 1941 και του Αυγούστου 1942 η Κόκκινη Ορχήστρα έστειλε πάνω από 500 μηνύματα στην ΕΣΣΔ.

4. Το τέλος
Όπως ήταν φυσικό η δράση της οργάνωσης δεν πέρασε απαρατήρητη από τις δυνάμεις ασφαλείας του Γ’ Ράιχ. Οι Γερμανοί γνώριζαν ότι στέλνονταν από το εσωτερικό της Γερμανίας μηνύματα μέσω ασυρμάτων στη Μόσχα. Πολλά από τα μηνύματα αυτά είχαν υποκλαπεί αλλά αγνοώντας τον κώδικα κρυπτογράφησης τους δεν ήταν σε θέση να γνωρίζουν το περιεχόμενο τους. Ωστόσο τον Ιούνιο του 1942 συνελήφθηκε στις Βρυξέλλες μετά από ανταλλαγή πυροβολισμών ο Johann Wenzel Γερμανός κομμουνιστής και μέλος του τοπικού δικτύου της GRU. Βασανίστηκε άγρια και μεταφέρθηκαν στο Βερολίνο όμως από ότι φαίνεται με τη σύλληψη του η Γκεστάπο κατάφερε επιτέλους να βρει το βιβλίο που αποτελούσε των κώδικα των μηνυμάτων της Κόκκινης Ορχήστρας. Μέσα από ορισμένα μηνύματα κατάφεραν να εντοπίσουν τόσο τον Schulze-Boysen όσο και τον Harnack. Τα υπόλοιπα ήταν εύκολη δουλειά για τους ασφαλίτες που παρακολουθώντας ους κύριους πρωταγωνιστές για ένα περίπου μήνυμα κατάφεραν ένα θανάσιμο πλήγμα στην Κόκκινη Ορχήστρα. Στις 31 Αυγούστου του 1942 εφτά μέρες μετά την έναρξη της επίθεσης των Γερμανών στο Στάλινγκραντ συννελήφθει ο Schulze-Boysen ενώ στις 5 Σεπτεμβρίου ο Harnack και η γυναίκα του Mildred. Μέχρι τα μέσα του Οκτωβρίου είχαν συλληφθεί 139 άτομα που σχετίζονταν με την Κόκκινη Ορχήστρα

Τις ανακρίσεις των συλληφθέντων τις ανέλαβαν αξιωματικοί των SS. Χρησιμοποίησαν τα πιο σκληρά βασανιστήρια για να αποσπάσουν κι άλλα ονόματα. Οι πιο έμπειροι κομμουνιστές της οργάνωσης ήταν έτοιμοι να εξασφαλίσουν τη σιωπή τους. Στις 15 Οκτωβρίου ο Sieg μετά από τρεις μέρες βασανιστηρίων κρεμάστηκε στο κελί του. Σύμφωνα με τους συναγωνιστές του ο θάνατος του έσωσε δεκάδες ζωές και είναι γεγονός ότι πολλά μέλη της οργάνωσης του επιβίωσαν για να δουν το τέλος του πολέμου. Ενώ ήταν κρατούμενοι ο H. Schulze και ο H. Grasse αυτοκτόνησαν. Την τελευταία στιγμή οι φρουροί εμπόδισαν τον W. Husemann να πηδήξει από το παράθυρο αγκαλιά με τον ανακριτή του.

Στις 19 δίκες παρωδία που ακολούθησαν δικάστηκαν 79 κατηγορούμενοι. Από αυτούς 44 καταδικάστηκαν σε θάνατο και 29 στάλθηκαν στη φυλακή και στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μόνο 2 κρίθηκαν αθώοι παρόλα αυτά στάλθηκαν και αυτοί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης . Όλοι οι κατηγορούμενοι στάθηκαν περήφανα μπροστά στους διώκτες τους  παρόλο που γνώριζαν το φριχτό τέλος που τους περίμενε. Στις απολογίες τους δεν αρνήθηκαν την αντιστασιακή τους δράσης αλλά τόνισαν ότι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος για να απαλλαγεί ο Γερμανικός λαός από τους δυνάστες του. Τραγική ειρωνεία στις 19 Δεκέμβρη 1942 που το δικαστήριο καταδίκαζε σε θάνατο τους πρωτεργάτες της Κόκκινης Ορχήστρας ξεκινούσε η αντεπίθεση των σοβιετικών στο Στάλινγκραντ. Στις 22 Δεκεμβρίου οι καταδικασθέντες σε θάνατο εκτελέστηκαν με απαγχονισμό.

5. Μετά το πόλεμο
Όπως ήταν αναμενόμενο τα μέλη της Κόκκινης Ορχήστρας αντιμετωπίστηκαν με διαφορετικό τρόπο από τα δύο στρατόπεδα των νικητών. Για τους Αγγλοαμερικάνους αλλά και τους δυτικογερμανούς δεν ήταν τίποτε λιγότερο από προδότες πράκτορες της Μόσχας. Όσοι από τους επιζώντες διάλεξαν να μείνουν στο Δυτικό τμήμα της χώρας είδαν τις συντάξεις τους να κόβονται το 1947 να θεωρούνται ύποπτοι για κατασκοπία υπέρ της ΛΔΓ και της ΕΣΣΔ και πολλούς από τους βασανιστές τους να στρατολογούνται ξανά στις σώματα ασφαλείας της ΟΔΓ. Μάλιστα αρκετά βιβλία που εκδόθηκαν στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου στον καπιταλιστικό κόσμο διέσυραν τη μνήμη τους χρησιμοποιώντας τις βρωμιές του κατηγορητηρίου της Γκεστάπο αλλά και τους ναζιστές εισαγγελείς και ανακριτές σαν ιστορικές πηγές.

Αντίθετα στις σοσιαλιστικές χώρες τα μέλη της οργάνωσης που επιβίωσαν αντιμετωπίστηκαν σαν ήρωες ενώ η μνήμη  των θυμάτων τιμήθηκε με πολλούς τρόπους. Έτσι. η Greta Kuckhoff διορίστηκε επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας της ΛΔΓ από το 1950 ως το 1958. Η ΕΣΣΔ απένειμε μετά θάνατο το παράσημο της Κόκκινης Σημαίας στον Harnack  και στη γυναίκα του Mildred τη μόνη αμερικανίδα υπήκοο που εκτελέστηκε από τους ναζί το παράσημο του Πατριωτικού Πολέμου. Η ΛΔΓ δεν ξέχασε  τους ήρωες της Κόκκινης Ορχήστρας. Εξέδωσε σειρά γραμματόσημων στη μνήμη τους  ενώ σχολεία δρόμοι και πλατείες πήραν τα ονόματα τους. Μάλιστα το 1990 με την παλινόρθωση του καπιταλισμού στο Ανατολικό Βερολίνο όλα τα παραπάνω μετονομάστηκαν με την εξαίρεση του γυμνασίου Mildred Harnack που παρότι μετονομάστηκε σε Γυμνάσιο αρ. 5 μετά από πίεση δασκάλων γονιών και μαθητών ξαναπήρε το αρχικό του όνομα το 1993.

Η Κόκκινη Ορχήστρα αποτελεί ένα παράδειγμα για το ρόλο που μπορεί να κληθούν να παίξουν οι κομμουνιστές στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο που έρχεται. Το ταξικό καθήκον πάνω απόλα.


Ενδεικτική βιβλιογραφία
Shareen Blair Brysac. Resisting Hitler. Mildred Harnack and the Red Orchestra. Oxford Univeristy Press 2000.
- Anne Nelson.  Red Orchestra  The Story of the Berlin Underground. Random House.
- Frank McDonough Opposition and Resistance in Nazi Germany  Cambridge University Press 2001.