Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Οι πρώην και οι επόμενοι - Φοβού τους πρώην και ψήφους φέροντας

Μετακείμενο, με σημειώσεις που τις έσβησε το κύμα της αμνησίας και της τεμπελιάς, αλλά δεν ήθελαν να φύγουν χωρίς να γίνουν κείμενο όταν μεγαλώσουν.

Κάθε σπίτι μια γωνιά του μικρού Χριστού; Όχι ακριβώς. Μα κάθε γειτονιά είναι ένα μικρό εργοτάξιο. Έρχονται για τον αγωγό που έσπασε, για τον δρόμο, για την οπτική ίνα, για τις γραμμές (του τρένου ή της άσπρης σκόνης), για κάτι κεραίες, για το ΚΑΦΑΟ. Ράβε-ξήλωνε, τρύπα-σκάψε, δουλειά να μη σου λείπει. Κάτι καινούριο μέρα-παραμέρα και εις διπλούν ή τριπλούν, γιατί δεν υπάρχει εργατικό κράτος και κάθε ιδιώτης-εταιρία κάνει τα δικά του. Παραγωγικός ορθολογισμός με αόρατη χείρα (που κινείται παλινδρομικά, σαν δείκτης κερδών) και μ-λ-κίες. Κι αν ρωτήσεις τους φίλους σου, διαπιστώνεις εμπειρικά ότι παντού έχουν μία από τα ίδια και νοσταλγούν τη χαμένη ησυχία τους. 

Μετακομίστε, μας έλεγαν, θα γνωρίστε ένα ήσυχο, ανθρώπινο περιβάλλον, μας έλεγαν.

Μικρός τσιγκλούσες τους μηχανικούς σφους να σου πουν το όραμά τους για τις πόλεις του μέλλοντος, με τα ιπτάμενα οχήματα, τις αερογραμμές του τρένου και την πλήρως ελεγχόμενη αυτοματοποιημένη κίνηση. Και είκοσι χρόνια μετά έρχεται η αληθινή ζωή να σε προσγειώσει στην μπαλωμένη άσφαλτο, με ένα σύνθημα των τεχνικών που ήθελαν να σκάψουν κάτω απ’ το αμάξι και έγραψαν στη γειτονιά: ΜΗΝ ΠΑΡΚΑΡΕΤΕ! Και ούτε ένα «σε αγαπώ» ή «μετακομίστε στο μέλλον της ανθρωπότητας» που θα είναι κόκκινο σαν το σπρέι τους και δε θα ξεθωριάσει ποτέ.

-.-

Οι πρώην είναι έρωτας, κόλλημα αξεπέραστο. Και βασικά φταίνε για όλα. Ιδίως αν πρόκειται για σχέση ζωής, όπως με το κόμμα ή την οργάνωση.

Οι πρώην είναι ξαναζεσταμένο φαγητό που δεν τρώγεται με τίποτα αλλά λυπάσαι να το πετάξεις -τα παιδάκια στην Αφρική είναι πάντα ένας καλός ανθρωπιστικός λόγος να ξανακυλήσεις σαν εξαρτημένος.
Μερικοί το προτιμούν καυτό -και μετά φυσάν και το γιαούρτι, αφού καούν στον οργανωτικό χυλό.
Κάποιοι το προτιμούν κρύο, όπως την πίτσα, τα γεμιστά ή τα ντολμαδάκια -τυχαίο παράδειγμα, χωρίς πολιτικές προεκτάσεις
Αλλά κανείς στα χρονικά δεν το προτιμά ξαναζεσταμένο.
Και η κουζίνα του μέλλοντος προφανώς δε θα έχει έτοιμες μαγικές συνταγές για όλα. Ό,τι φαγητό και αν μας σερβίρει, όμως, δε θα είναι μια απλή επανάληψη του παρελθόντος, με μπαγιάτικα υλικά και οράματα.

Οι πρώην είναι γυαλί που ράγισε, μαζί με την καρδιά μας. Και δεν ξανακολλά. Κι όσοι παν να συγκολληθούν τεχνητά στην κάλπη, είναι σαν το παιδάκι που βάζει τα θρύψαλα του καθρέφτη στη θέση τους, για να μην το καταλάβει η μαμά του και το μαλώσει. Καθρέφτη-καθρεφτάκι μου ποιος είναι ο πιο αριστερός; Και έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου, σχετικά αντικειμενικό μες στην παραμόρφωσή του. Καθρέφτης σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω. Αλλά ο καθρέφτης έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε.

Οι πρώην είναι το δις εξαμαρτείν ου κόμματος σοφού, γιατί διδασκόμαστε από την πείρα μας, χωρίς να ξεπέφτουμε στη λαθολογία του συρμού, όπως διάφοροι επαγγελματίες λαθολόγοι. Και μην απορήσεις αν δεις τα ίδια άτομα που μας χτυπάν τη Βάρκιζα (τέλος) να αποφαίνονται με ύφος πως το ΚΚΕ υποτιμά και αποκηρύσσει την πείρα του ΕΑΜ -που οι ίδιοι αντιθέτως τιμούν, αλλά Βάρκιζα τέλος και ντροπή σε όσους την υπέγραψαν.

Οι πρώην είναι πάντα οι καλύτεροι, που κανείς δεν μπορεί να τους φτάσει και να συγκριθεί μαζί τους. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να τα νοσταλγείς, να λειαίνεις τις γωνίες, τις άσχημες αναμνήσεις. Πιες σε όλες τις ωραίες μας στιγμές και ξέχνα βολικά τις υπόλοιπες. Ναζνταρόβιε.

Οι πρώην είναι πάντα οι χειρότεροι, αυτοί που φταίνε για όλα και την καμένη γη που παραλάβαμε. Προδότες, ανανήψαντες, υποκριτές, που στρέφονται εναντίον μας με τον μεγαλύτερο ζήλο, όπως οι βασανιστές της Μακρονήσου, για να ξορκίσουν το παρελθόν τους, που έδειχνε πως θα είχαν γίνει άλλοι.

Το αποτύπωσε ωραία σε ένα σκετς του ο Χάρρυ Κλυνν, στα χρόνια της Περεστρόικα (λίγο πριν γίνει πρώην και αυτός), με το αχτίφ και τον ινστρούχτορα που ρωτάει τα Κνιτάκια: ποιος είναι ο μεγαλύτερος προδότης στην ιστορία του κινήματος;

-Ο Στάλιν, κύριε. -Μπράβο, παιδί μου.
-Ο Χρουτσόφ, κύριε. -Εύγε και γεια.
-Ο Γκορμπατσόφ, κύριε. Χάνει το χρώμα του, χαστουκίζει τον Κνίτη.
-Λέγε, ρε, ποιος σου έδωσε τα θέματα της επόμενης χρονιάς...

Σε ένα άλλο σκετς του, ο Χάρρυ Κλυνν έψαχνε τη ρίζα του κακού, που έπρεπε να την ψάξουμε στο παρελθόν, πριν την Αλλαγή, πριν τη Χούντα, πριν τον εμφύλιο και την Κατοχή, πριν τον Μεταξά, πριν τον τυχοδιωκτισμό στη Μικρασία, πριν τους Βαλκανικούς, πριν, πριν, πριν... για να καταλήξουμε πως για όσα γίνονται φταίει αντικειμενικά ο... Καποδίστριας!
Αλλά τι φταίει και αυτός (ο Γιάννης) για τη μουσμουλιά του Σμαραγδή και όσους συρρέουν μαζικά να την δούνε; Λες να τους δίνουν τζάμπα πατατάκια (αστικά) και ποπ κορν;

Οι πρώην είναι η μεγαλύτερη δύναμη -πρώτο κόμμα- της Αριστεράς. Μια αστείρευτη δεξαμενή ψήφων, οπαδών, απεργών ή μαύρων σκυλιών που πέρασαν απέναντι, όπου μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές (χωρίς κόμμα). Αυτοί που έκαναν κάποτε το μεγάλο βήμα και οργανώθηκαν, και ύστερα δύο βήματα πίσω, ακολουθώντας τις οδηγίες του Βλαδίμηρου και μένοντας τώρα με τη λενινιστική απορία «τι να κάνουμε». Μα ίσως κάτι κράτησαν και αν γίνεις μια φορά κόκκινος, μένεις τέτοιoς για πάντα. Να δεις που πάλι σύντροφοι θα ’μαστε στους αγώνες...

Το ίδιο το ΚΚΕ είναι μια συλλογή πρώην (σφων και στιγμιότυπων), συνθηκών που άλλαξαν, παλιών ιδεών που ωρίμασαν σε μια πορεία χρόνου, σχημάτων που ξεπεράστηκαν. Πρώην Φεντερασιόν, πρώην ΣΕΚΕ, πάλαι ποτέ παράνομο, πάλαι ποτέ με την Αλλαγή και τη θεωρία των σταδίων, πρώην ΑΑΔΜ, κάποτε με την ανεξάρτητη Μακεδονία, πάντα με το γεωγραφικό όνομα της πρώην ΠΓΔΜ, σταθερά και διαχρονικά με τους εργάτες και την επανάσταση.

Το κόμμα έχει μια μεγάλη αγκαλιά για όποιον (ξανα)σηκώνεται -επιτρέπεται να πέσει, επιβάλλεται κτλ- αλλά όχι πάντα, όχι ακριβώς. Φοβού τους πρώην και ψήφους φέροντας. Αλλά ακόμα και αν κάποια επαναπροσέγγιση δεν πήγε πολύ καλά, δε χρειάζονται αφηρημένες γενικεύσεις, ούτε λιγότερη μεγαθυμία. Απλώς πιο προσεκτικά κριτήρια, λογικά και όχι τόσο εκλογικά. Ναι στην εκλογίκευση, αλλά χωρίς κάλπες.


Και γιατί μας τα λες τώρα όλα αυτά, Απολίθωμα; Πώς συνδυάζονται όλα τα παραπάνω; Μήπως είναι καλύτερα να γίνεις πρώην από το να σε έχουν παρκαρισμένο σε καμιά εδαφική και να ενοχλείς όσους θέλουν να δουλέψουν;

Πολύ καλή ερώτηση, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τη σωστή απάντηση-αφορμή. Ίσως να ήταν ένας πρώην Πασόκος, που έγινε πρώην ροζ Πασόκος και έβλεπε στα δόντια τους άλλους πρώην -που δεν ήταν καθαροί, σαν την αφεντιά του- αλλά μας άφησε παρακαταθήκη την ομοφοβία του, πριν γίνει πρώην ΚΚΕ και γεμίσει το κενό της ζωής του, φτύνοντας εκεί που έγλειφε, σαν γνήσιο άτομο με αρχές. Ή κάτι άλλοι πρώην που είχαν όλους τους λόγους του κόσμου να τον εκθέσουν, αλλά παραλίγο να τον κάνουν μάγκα με μια λαθροχειρία χωρίς λόγο ύπαρξης.

Ίσως να ήταν ένας άλλος πρώην που ξαναπροσέγγισε με θόρυβο και μεταφράσεις το κόμμα, για να το εγκαταλείψει με πάταγο, επειδή αυτό εγκατέλειψε τον αντι-ιμπεριαλισμό (δηλαδή τη Ρωσία) και τις θέσεις του για τα ομόφυλα -το μάθατε πρώτοι εκεί, εμείς όλα τελευταίοι τα μαθαίνουμε. Και κατάφερε να αποχωρήσει από μια προσωποπαγή οργάνωση, που τον αποχαιρέτησε με πολιτικό πολιτισμό, σαν γυρολόγο, τύπου: του ευχόμαστε καλή συνέχεια στον επόμενο σταθμό της καριέρας του.

Ίσως φταίει απλά ο παλιός ο χρόνος, που κοντεύει να γίνει πρώην και θέλει να κλείσει κάποιες εκκρεμότητες, πριν συμπυκνωθεί ιστορικά στις μνήμες μας. Κι άλλος τέτοιος να μη μας βρει. Αρκεί να μη μας κάνει το ’26 να τον νοσταλγήσουμε. Και οι πρώην είναι συνήθως οι καλύτεροι χειρότεροι -καλή ώρα αυτός που διαβάζετε...

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Πόλη ανάδελφη

Μισεύω/γυρίζω και τα μάτια μου δακρύζουν παγωμένα
Αχ Σαλούγκα μου γλυκιά/θες τσεκούρι και φωτιά (σαν το ’17)
Αχ Σαλούγκα μου γλυκιά/σφυρί, δρεπάνι και γροθιά (σαν το ’17)


Τι κάνει ένα έθνος να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα; Έχει αντικειμενική υπόσταση/οντότητα ή είναι νοητική κατασκευή; Και αν το ένα δεν αποκλείει απαραίτητα το άλλο και πρέπει να ψάξουμε ποιο είναι το πρωτεύον; Και τι άλλο θα ήταν αυτό πέρα από την παραδοχή πως τα έθνη είναι ένα ιστορικό φαινόμενο, οργανικά συνδεμένο με την εμφάνιση-εξέλιξη του καπιταλισμού και την επιδίωξη των αστικών τάξεων να βγουν στο προσκήνιο και να δημιουργήσουν ενιαίες μεγάλες αγορές; (Αυτό δηλαδή που τις ωθεί σήμερα να παραχωρούν κομμάτι της εθνικής κρατικής κυριαρχίας σε διακρατικές, ιμπεριαλιστικές ενώσεις, χωρίς να απεμπολούν όμως την εθνική βάση δράσης και εκπροσώπησής τους).

Κι αν τέλος πάντων έπρεπε να φέρουμε τον σφο με το μουστάκι και την εργασία του για το εθνικό ζήτημα, στον 21ο αιώνα, ποια θα διακρίναμε ως τα γνωρίσματα ενός εθνικού κράτους; Μην είν’ θρησκεία με θεό τον Γκάλη, Ολυμπιακάρα και ξερό ψωμί και ΠΑΟ ολέ και γκολ με το τσουβάλι και τρίποντα; Αν ήταν έτσι, θα ’χαμε άσβερκους όρτοντοξ μπρατς για πατριώτες και το ξανθό γένος του Βλαδίμηρου (όχι του Τκατσένκο). Και αν η μυρωδιά των μπούρεκ σε μια pekara στο Μπέογκραντ ή μιας πλεσκάβιτσα σε στρόγγυλο ψωμάκι δε σε γυρίζει στα παιδικά σου χρόνια, που είναι η μόνη μας πατρίδα, δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά.

Οι προλετάριοι χρειάζονται πάντα παυσίπονα, για να αντέξουν τη σύγχρονη κοιλάδα των δακρύων και την Ελλάδα των Τεμπών -που είναι κομμένη στα δύο, ταξικά παρά γεωγραφικά. Αλλά το σύγχρονο όπιο των λαών είναι η στρογγυλή θεά κάθε απόχρωσης. Μπάλα είναι και γυρίζει, σαν τον τροχό της ιστορίας, που μένει κολλημένος στη λάσπη, σε ακατάλληλα γήπεδα και συνθήκες, σαν τις εκλογές. Ή τα μυαλά των παιδιών στην κερκίδα, που είναι υπάλληλοι και σκοτώνουν κάθε ελπίδα, και γενικώς ό,τι κινείται -για να αλλάξει.

Και μετά... Μετά... Μετά πήγε και έπεσε στον γκρεμό και στο κενό μεταξύ πραγματικότητας και ΕΤΕ. Όρκο παίρνω καλό κείμενο μπορεί να γινόταν. Αλλά η κε του μπλοκ έχει απομακρυνθεί χωροχρονικά και ψυχικά από το ταξίδι στη ΛΔ του Βορρά, για να πιάσει το νήμα των συνειρμών που γεννήθηκαν στη διάρκειά του. Ό,τι ακολουθεί είναι απλώς μια μικρή διάσωση σπαραγμάτων, σαν ερείπια της μνήμης και άλλοθι στον ψυχαναγκασμό μου να μην αφήσω εκκρεμότητες και ατελή προσχέδια σημειώσεων.

Σαν βγεις στον πηγαιμό για τη ΛΔ, διαβάζεις τα νέα των Αθηνέζων -σε site και ομαδικές συνομιλίες. Βροχές, πλημμύρες, κατακλυσμός, δευτέρα παρουσία -χωρίς σοσιαλισμό. Ακυρώνονται μαθήματα, πιλάτες, εγχειρίσεις, ραντεβού για νύχια, κλείνουν τα σχολεία, παίρνουν άδειες ειδικού σκοπού για τη δουλειά. Σε ρωτάνε ανήσυχοι οι φίλοι σου τι γίνεται κάτω, παίρνεις το σκυθρωπό, αγέλαστο βλέμμα που αρμόζει στη σοβαρότητα της κατάστασης και απαντάς λιτά και δωρικά: έβρεξε. Μία λέξη, μία πόλη, ένα δράμα.

Την ίδια στιγμή, τα Γιάννενα πλημμύρισαν από γέλια μέχρι δακρύων. Και εσύ βλέπεις την πρόβλεψη του καιρού για μια πόλη γεμάτη υγρασία και ερωτισμό, που κάνει το μαλλί σου Κατσαρό (σαν της Μόνικα στα Μπαρμπέιντος) και σου δίνει εφόδια για την ξηρασία του μέλλοντός μας. Βροχές, ψιχάλες, έντονες βροχοπτώσεις και λίγες καταιγίδες για ποικιλία. Κι η λιακάδα θα ’ναι μόνο, κάνα δυο φορές τον χρόνο. Μια ψιχάλα απ’ τη ζωή μας, ολόκληρη η δική τους...

Ένας φίλος λέει πως στην Αθήνα δε βρέχει ποτέ κι οι συνάδελφοί του τον παίρνουν στο ψιλό. Αλλά αυτός ξέρει -γιατί έχει σπουδάσει στην Πάτρα. Ξέρει πως δε βρέχει ποτέ -δηλαδή σπάνια, ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα και την κατάρα του Ποσειδώνα για μια πόλη που ονειρεύεται τα λιβάδια της Ποσειδωνίας και το καλοκαίρι βλέπει τις ελιές της να ξεραίνονται από λειψυδρία.

Θα τα βρούμε τα πράσινα λιβάδια
Θα το βρούμε το μαγικό νερό.
Φλερτάρω με τον θάνατο ή με τη ζωή
Δεν είναι πια δική μου επιλογή

Στην Αθήνα, λοιπόν, δε βρέχει. Όταν βρέχει, βασικά ψιχαλίζει για λίγη ώρα και σταματά. Αν βρέξει δυνατά, δε θα είναι για πολλή ώρα. Και αν κρατήσει πολύ, αντίο ζωή. Η πόλη βουλιάζει, σπίτια πλημμυρίζουν, χάνει η μάνα το παιδί, που κάνει τα θρανία του γέφυρα για να γλιτώσει, ενώ η γιαγιά περιμένει το κλαρκ για να βγει από τον ηλεκτρικό και ο μπαμπάς μπορεί να ζει τον μύθο του εγκλωβισμένος σε ένα αστικό, που βουλιάζει κάθε νύχτα στη στεριά.

Οι Αθηνέζοι αντιμετωπίζουν τη βροχή, όπως οι Ινδοί το χιόνι (σαν εξωτικό, ακραίο καιρικό φαινόμενο) κι είναι ικανοί να πνιγούν σε μια κουταλιά νερό. Στην άλλη μισή Ελλάδα γελάνε ειρωνικά, όχι επειδή έχουν καλύτερες πόλεις, απλώς γιατί έχουν συνηθίσει -τη βροχή, τις πλημμύρες, τους δρόμους που γίνονται ποτάμια (επειδή χτίστηκαν πάνω σε ποτάμια), τα μπαζωμένα ρέματα κτλ. Όλες οι πόλεις μας είναι απέραντα μπουρδέλα χωρίς φωτάκια -σχέδιο πόλης κι αμοιβές για τους ενοίκους. Και η πιο σοβαρή «αντιπλημμυρική προστασία» τους είναι η ηλιοφάνεια και το αμφιθεατρικό τους χτίσιμο (αν έχουν).

Ναι αλλά ποτίστηκε η αττική γη, σκέφτεσαι. Να γλιτώσουν τουλάχιστον τα δεντράκια. Κι ύστερα διαβάζεις για το ιστορικό χαμηλό στα αποθέματα νερού και τον οξυμένο κίνδυνο για γενικευμένη λειψυδρία στο λεκανοπέδιο. Το αθηνέζικο κράτος είναι η καλύτερη εισαγωγή στη διαλεκτική ως τέχνη των αντιθέσεων -όπως όταν διψάς, σχεδόν κορακιάζεις, αλλά σε πιέζει η φούσκα σου για τουαλέτα. Ή όταν έχεις βουλιάξει στην αρχαία σκουριά της σοσιαλδημοκρατίας και μιλάς για ανανέωση, με όχημα κόμματα της σειράς που πάνε κατευθείαν στην πολιτική ανακύκλωση.

Σε λίγα χρόνια, η αθηναϊκή πολιτεία θα είναι σαν σκηνικό του Γκοσινί στην «Κούρσα του Μισισσιπή», όπου ο ποταμός πλημμυρίζει και ξεραίνεται πιο γρήγορα από τη σκιά του (1 Mississipi, 2 Mississipi) και τα ψάρια έμεναν για λίγο μετέωρα στον αέρα πριν πέσουν ψόφια στο νερό -ή ό,τι είχε μείνει από αυτό.

Η Σαλούγκα όμως σε ποιο έθνος-κράτος ανήκει;

Κλιματικά μιλώντας είναι αλλού, σχεδόν Ευρώπη, απέραντος βάλτος όπου ευδοκιμεί ο φασισμός και η σπορά των ηττημένων του '45. Δεν έχει τυχαία ως τοπόσημο ένα αφηρημένο έργο με ομπρέλες -και ας μην την βοηθάν τόσο να μην πνιγεί στο φασιστικό σκατό και τους νοσταλγούς της χούντας. Πρέπει να βρει πολλές ιδέες εξάλλου για να καλύψει το χνάρι της Φεντερασιόν και του δικού της Μάη (του '36).

Θρησκεία της έχει το κέρδος και τον επιχειρηματία της ομάδας -όπως ακριβώς οι χαμουτζήδες. Ποντάρει στον θρησκευτικό τουρισμό για ανάκαμψη, αλλά έμεινε χωρίς τα τουριστικά στίφη του απόκληρου ξανθού γένους. Και γκρινιάζει για τις λιγοστές αφίξεις επισκεπτών, αλλά αυτή είναι η βασική της ελπίδα να κρατήσει κάτι αυθεντικό στην ταυτότητά της -αν υποθέσουμε ότι της έχει μείνει κάποια.

Διατροφικά βάζει ένα σωρό μπαχάρια για να κρύψει τις αδυναμίες της και είναι μια μικρογραφία της Πόλης -που είναι καλύτερο να την φάμε, παρά να την πάρουμε πολεμώντας- με θέα στη Μεσόγειο και συνταγές δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών. Η κουζίνα είναι άλλωστε το μοναδικό προϊόν που εξάγει -κυρίως στο κράτος των Αθηνών.

Γλωσσικά, βγάζει κουτσά-στραβά συνεννόηση με την υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός αν μιλάμε για φαγητό -πιτόγυρα και κασέρια (όπως λέμε cheese, queso ή Käse). Αλλά μιλά με το ζόρι κάποιας μορφής ελληνικά, ενώ κάποτε οι κάτοικοί της ήξεραν τα βασικά σε 4-5 ιδιώματα τουλάχιστον, για να συνεννοούνται μεταξύ τους. Ποιος είπε πως η εξέλιξη είναι πάντα συνυφασμένη με την πρόοδο;

Μουσικά παν να γίνουν όλα ίσωμα, στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου χωριού, με κοινοτάρχη-δισκοβόλο τις ΕΠΑ. Αλλά η Σαλούγκα διατηρεί ισχυρά οθωμανικά κατάλοιπα και μια χάλκινη, μακεδονική ψυχή, που την κρατά σε επαφή με τους γείτονες, όταν δεν επικρατεί ο θόρυβος και η μαστούρα της εθνικιστικής υστερίας-καθαρότητας.

Όσο για πολιτισμό, επικαλείται κάτι βαρύγδουπα τρισχιλιετή ιστορικά σχήματα, που είναι σαν τα χοντροκομμένα ψέματα που βάζεις για να γεμίσεις τα κενά στο βιογραφικό σου.

Παρά τις ελαφριές, σχεδόν κωμικοτραγικές καταστάσεις που ζει -σαν το Μετρό της και την ιστορία του Ραφαηλίδη- είναι σε όλα της πιο βαριά: από τον ουρανό και το κλίμα, μέχρι τις γεύσεις και τα πιάτα της (για να αντιμετωπίσει το κρύο). Κι από τη βαριά παλικαρίσια αναπνοή ή την προφορά του λάμδα, μέχρι το μακιγιάζ και τα ρούχα των γυναικών της. Ή τις προοπτικές που (δεν) ξανοίγονται στον ορίζοντα, μια μέρα τυλιγμένη στην ομίχλη.

Και είναι τρομερό -σχεδόν διαλεκτικό- πώς η πόλη αυτή βαυκαλίζεται πως έχει μείνει αναλλοίωτη στον χρόνο, λες και ανήκε στη χώρα των Βάσκων, ανακαλύπτοντας παράλληλα μια σειρά φαντασιακούς ιστορικούς δεσμούς και αφηγήματα στη θέση όλων αυτών που την συνδέουν με τη βαλκανική γειτονιά της. Κι αν είσαι μουσικό συγκρότημα καλύτερα να μην παίζεις, να μη γελάς και απλά να σωπαίνεις με τόση εθνικιστική βλακεία γύρω μας. Αλλά πώς να σωπάσεις μέσα σου την ομορφιά του κόσμου.

Κι ενώ απολαμβάνεις στην Τούμπα (στο Maple της Διαγόρα) το καλύτερο βάσκικο τσιζκέικ των Βαλκανίων και έχει πέσει ο μισός Ατλαντικός πάνω σου μες σε ένα τριήμερο, πετυχαίνεις τα τοπικά τάγματα εφόδου του Ιβάν να φωνάζουν χωρίς προφανή λόγο: Πουτάνας γιοι αναρχικοί! -ζέσταμα μετά το ντέρμπι για το επόμενο ΕΠΑΛ. Και αν καθαρό τον βρήκες τον ουρανό μας, δε σε γέλασε, ούτε σου έδωσε ποτέ δείγματα πως θα είναι εύκολη και ανέφελη η έφοδός μας σε αυτόν.

Κάπου εκεί παραδίδεις πνεύμα -αλλά όχι τα όπλα. Παραγγέλνεις δέκα βάσκικα για τον δρόμο. Και αναφωνείς: Αθήνα, αγάπη μου. Έλα πάρε με από εδώ...

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Ένα, δύο, πολλά Βιετνάμ - βιβλία

Μπορούμε να νικήσουμε τον φασισμό με βιβλία; Εδώ δε νικήσαμε τον ιμπεριαλισμό με Βιετνάμ, ίσως γιατί ήταν δύο (το νότιο και το δικό μας που νίκησε) και δεν έγιναν χιλιάδες. Μήπως τότε θα τον νικήσουμε με χιλιάδες βιβλία (και Βιετνάμ); Όχι σφοι, δεν μπορούμε να το πούμε αυτό. Ούτε καν με πολλά τα-ξίδια. Ούτε καν αν βγάλουμε το οριστικό άρθρο, μείνουν τα ξίδια και τα βλέπουμε όλα διπλά -ή χιλιάδες. Και δεν ήταν τυχαία η έκδοση για τον αλκοολισμό κι η αναφορά στις Θέσεις για φαινόμενα εξάρτησης σε κάποιους σφους (και δεν εννοεί ανισότιμης).


Στην τελική, ποιος διαβάζει σήμερα; Λιγότεροι και από όσους κάνουν ταξίδια μακρινά και ακριβά -αλλά πιο φτηνά από ό,τι οι πτήσεις εσωτερικού. Οι περισσότεροι πάσχουν από διάσπαση προσοχής -και αυτός ο φλύαρος πρόλογος έχει ήδη υπερβεί το όριο ανοχής του μέσου χρήστη ΜΚΔ -χωρίς να γίνομαι αρνητής η ΜΚΔμάχος. Αλλά ποια ταξική συνείδηση να αποκτήσεις με ένα θρυμματισμένο μυαλό, χίλια μεταμοντέρνα κομμάτια τα 24 της καράτια -σαν τη χρυσή λάρνακα της Βεργίνας, σύμβολο για κάθε Μακονομάχο, που αντιστέκεται στην Banda Entopica και τους Σλάβους που μας κλέβουν τις νότες και τον Βουκεφάλα. Και έχει ένα σωρό βιβλία (του Άδωνη και του Λιακόπουλου) που του μαθαίνουν το μεγαλείο της φυλής του -κι εγώ ξένος μετανάστης σου, Ελλάς.

Ανακεφαλαιώνοντας -χωρίς κεφάλαιο: με τα βιβλία δε θα νικήσουμε τον φασισμό, μπορούμε όμως να καταπολεμήσουμε την οργανωμένη πλήξη και να φτιάξουμε ωραίες λίστες, σαν αυτή που ακολουθεί. Αλλά για να διαφέρει απ’ τις άλλες, δεν περιλαμβάνει προτάσεις με τα καλύτερα της χρονιάς, αλλά ενδιαφέροντα βιβλία, από τα οποία ωστόσο η κε του μπλοκ κρατά κριτικές αποστάσεις -μικρές ή μεγαλύτερες, ανάλογα την περίπτωση.

Τζόναθαν Κόου - Μέση Αγγλία (Εκδόσεις Πόλις)


Ο Κόου έχει χιούμορ, ωραία γραφή και καλές προθέσεις -που στρώνουν συχνά τον δρόμο προς την κόλαση. Θέλει να μας μιλήσει για τον καθημερινό φασισμό και τους ρατσιστές της διπλανής πόρτας και τις τοξικές συμπεριφορές που ευδοκιμούν στο έδαφος της κρίσης. Παρουσιάζει ορισμένους χαρακτήρες που ξεχνάνε την ανθρωπιά και τα ταξικά τους γυαλιά -το πρώτο ακριβώς λόγω του δεύτερου- ξεσπώντας ενάντια στους ξένους, και καταστάσεις διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης -, όπως στα χρόνια των πρώτων μνημονίων και του δημοψηφίσματος -μια ενδιαφέρουσα γέφυρα της πλοκής με τα καθ’ ημάς.

Έχει διάφορες συγγραφικές αρετές, έχει όμως και συγκεκριμένο πολιτικό ταβάνι, που μοιάζει να είναι η κριτική στήριξη στους Εργατικούς -με περιθώρια συνεννόησης με τους μετριοπαθείς Τόριδες- ή αλλιώς ο πόλεμος εναντίον των άκρων. Διαβάζοντας το βιβλίο στα ελληνικά δεδομένα, τον κατατάσσεις νοερά στους μετριοπαθείς ακροκεντρώους του «Μένουμε Ευρώπη». Κι οι δύο Αγγλίες-Βρετανίες που διακρίνει ο Κόου δεν έχουν ταξικό πρόσημο, αλλά είναι του Brexit και του Bremain (αποχώρηση vs παραμονή στην ΕΕ). Ή με γεωγραφικούς όρους, το δύσκολο, εξωστρεφές, συναρπαστικό Λονδίνο, με τα χίλια πρόσωπα και ισάριθμες φυλές, σε αντίθεση με την οπισθοδρομική επαρχία των Midlands, που βουλιάζει στην παρακμή της αποβιομηχάνισης και γίνεται η κοιτίδα του συντηρητισμού -αν και τα πιο πολλά αστικά φυντάνια ξεπηδάνε από το φυτώριο της Οξφόρδης. Ή με εκπαιδευτικούς όρους, η διανόηση ενάντια στην ανειδίκευτη εργατιά και τα ξεπεσμένα, λούμπεν τμήματα της κοινωνίας.

Το βιβλίο έχει πολλές καλές στιγμές, ρεαλιστικούς διαλόγους - χαρακτήρες, ωραία χρήση της ειρωνείας και μια σειρά προβληματισμούς για τη διαπλοκή πολιτικού και προσωπικού στις καθημερινές μας σχέσεις (φιλικές, ερωτικές) ή τα όρια της ανοχής μας στους πολιτικούς μας αντιπάλους, όταν εκφράζουν ακραίες -και όχι απλώς αντίθετες- απόψεις. Κι ο φασισμός δεν είναι απλώς άλλη μια άποψη.

Στο τέλος, όμως, θα μάθουμε όλοι να συνυπάρχουμε. All we need is love. And European Union. Ίσως και τα means of production, θα πρόσθετε κάποιος. Ίσως σε κάποιο επόμενο βιβλίο - Thank you next.

Ο Σωτήρης Πέτρουλας μέσα από τα χειρόγραφά του (εκδόσεις Εύμαρος)


Τι μαθαίνουμε για τη σκέψη του Πέτρουλα, μέσα από τα γραπτά του και κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις του; Μας παρουσιάζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα υπό διαμόρφωση, με ανησυχίες και προβληματισμούς, που μπορεί να μην έχει φτάσει ακόμα σε κορυφές πολιτικής ωριμότητας (μιλάμε άλλωστε για έναν 23χρονο φοιτητή της ΑΣΟΕΕ), μας καλεί όμως σε καινούρια μονοπάτια, όχι με τα τραγουδισμένα γαλάζια μάτια του ή την αυτοθυσία του, αλλά με το κριτικό του πνεύμα ή τις αποστάσεις που φαίνεται να παίρνει από την πολιτική ουράς προς την Ένωση Κέντρου και τις σοσιαλδημοκρατικές τάσεις στις γραμμές της.

Η δολοφονία του από το αστικό κράτος ήταν πιθανότατα στοχευμένη -και όχι τυχαίος θάνατος (ενός αριστερού)-, αν συνυπολογίσουμε τις σχετικές μαρτυρίες για τις απειλές που λάμβανε από (παρα)κρατικά όργανα, για να κάτσει στα αυγά του -τις οποίες μοιράστηκε με τους σφους του, χωρίς να τις πάρει τοις μετρητοίς, θεωρώντας ίσως ότι είναι μια απόπειρα εκφοβισμού του.

Η δολοφονία αυτή έγινε στο αποκορύφωμα των Ιουλιανών αλλά και σε μια ιδιαίτερη συνθήκη για την ΕΔΑ, που σε εκείνη τη συγκυρία διακρινόταν από ένα ιδιότυπο αντιφατικό μίγμα «πολιτικού φιλελευθερισμού»-ρεφορμισμού, με αντίστοιχα «ανοίγματα» αλλά και αυστηρές οργανωτικές αρχές, εν μέρει κληροδοτημένες από τη δομή των κομμάτων Νέου Τύπου, αλλά κυρίως ως καρπός της ανάγκης, λόγω της... «βαθιάς ημιπαρανομίας» της ΕΔΑ -και της παρανομίας του ΚΚΕ που δρούσε μέσα από τις γραμμές της.

(Σημειώνω παρενθετικά πως ο συγκεντρωτισμός, ως πόλος στη διαλεκτική έννοια του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», δεν υπαγορεύεται ως οργανωτική αρχή μόνο σε αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα, όπως υποστηρίζει πχ η Έλλη Παππά στην μπροσούρα της «ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου». Και επίσης πως το μοναδικό, σύγχρονο δείγμα ενός μαζικού «συγκεντρωτικού ρεφορμισμού» είναι ίσως το ΑΚΕΛ, που κράτησε σε μεγάλο βαθμό την οργανωτική μορφή ενός ΚΚ χωρίς το πολιτικό περιεχόμενο -κάτι που εξηγεί εν μέρει γιατί άργησαν να φανούν στο εσωτερικό του ρήγματα και τάσεις αμφισβήτησης της πορείας ενσωμάτωσής του στο αστικό πολιτικό σκηνικό).

Ο Πέτρουλας υφίσταται πειθαρχικά μέτρα και ποινές, με την κατηγορία του φραξιονισμού -για τις συναντήσεις της ομάδας του, με το όνομα Σοσιαλιστική Συνειδητοποίηση (ΣΟΣΥΝ)- αλλά γλιτώνει προσωρινά τη διαγραφή χάρη και στη μετεξέλιξη της Νεολαίας ΕΔΑ στο πιο ανοιχτό σχήμα των Λαμπράκηδων, που είναι μια άλλη οργανωτική δομή.

Παρακάμπτω τα ενδιαφέροντα πλην πολυσυζητημένα ερωτήματα για τα Ιουλιανά, αν υπήρχε επαναστατική κατάσταση και πώς χειρίστηκε η ΕΔΑ το ζήτημα της κηδείας του Πέτρουλα. Καθώς και το ζήτημα της δυναμικής ανάπτυξης των Λαμπράκηδων, της ιδεολογικής ηγεμονίας και μιας πολλά υποσχόμενης δεκαετίας, που διακόπηκε απότομα και πραξικοπηματικά, σηματοδοτώντας μια «χαμένη άνοιξη», όπως έγραψε ο Τσίρκας, αποδίδοντας λογοτεχνικά -μεταξύ άλλων- μια εποχή και την κηδεία του Σωτήρη -χωρίς να με προσβάλει προσωπικά σαν αναγνώστη, τουλάχιστον όχι όπως στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», πολιτικά μιλώντας πάντα.

Τι άλλο κρατάμε από το βιβλίο; Τους γόνιμους, σχεδόν «γκεβαρικούς» προβληματισμούς του Πέτρουλα για τους κομμουνιστές και την ανάγκη να ζουν σύμφωνα με τις αρχές τους -και όχι σε χαλαρή, θεωρητική και μόνο σύνδεση μαζί τους. (Ενδιαφέρον ζήτημα που σηκώνει κουβέντα και μια σειρά προεκτάσεις).

Και τις αφηγήσεις του παλιού του σ/φου -και εν ζωή ακόμα- Γιώργου Βοϊκλή. Πχ για το φωτεινό σφυροδρέπανο που έλαμψε στο δημαρχείο του Περιστερίου, χάρη σε ένα (επιστημονικο)τεχνικό τέχνασμα του «κόκκινου δάκτυλου», που δεν είχε όμως την έγκριση της καθοδήγησης της ΕΔΑ. Και για την εκλογή του εμβληματικού Δημ. Φωλόπουλου στο Δήμο, χωρίς την ενεργό συμμετοχή του ίδιου στον προεκλογικό αγώνα, για να μην έρθει σε αντιπαράθεση με την επιλογή της ΕΔΑ να στηρίξει τον υποψήφιο της Ένωσης Κέντρου!

Δεν έχουμε, ωστόσο, πολλά να κρατήσουμε από το επίμετρο του Κεφαλή, που έχει άπειρες πολιτικές εμμονές και αν είχε blog θα μπορούσε να υπογράφει τα κείμενά του ως γκορμπατσοφικό απολίθωμα (ίσως ο τελευταίος «μαρξιστής» -κατά δήλωσή του τουλάχιστον- που υποστηρίζει τον επαναστατικό μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα της Περεστρόικα).

Αντιθέτως, ο αναγνώστης μπορεί να κερδίσει περισσότερα από τη μυθιστορηματική βιογραφία του Σ.Π. από τον Αλεξάτο -που σέβεται τα ιστορικά γεγονότα και δεν αυτονομείται σε ενοχλητικό βαθμό, ούτε έχει -κατά τη γνώμη μου πάντα- τις αδυναμίες μιας προγενέστερης λογοτεχνικής του απόπειρας για την πλατεία Μπελογιάννη -μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας.

Η ακροδεξιά βία της γερμανικής Επανένωσης (εκδόσεις ΚΑΜΙΟΝΕΤΑ)


Θέμα ξεχασμένο -για την ακρίβεια αποσιωπημένο- στην επίσημη ιστοριογραφία και άκρως ενδιαφέρον. Το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι μάλλον απογοητευτικό. Το βιβλίο είναι κακογραμμένο -χωρίς να ξέρω αν αυτό αφορά κυρίως τη μετάφραση ή τα γλωσσικά φετίχ του χώρου. Το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης αποδελτιώνει απλώς δημοσιεύματα του Τύπου και αναπαράγει κάποιες μαρτυρίες -μάλλον φλύαρες και όχι τόσο ζουμερές.

Ακόμα και έτσι, μιλάμε για συνταρακτικά γεγονότα (οργανωμένες επιθέσεις και πογκρόμ εναντίον μεταναστών και αριστερών-αναρχικών ομάδων) και μια εξόχως γλαφυρή σημειολογία, με τη δυναμική επανεμφάνιση των νεοναζί στη συγκυρία της Επανένωσης και του «δημοκρατικού θριάμβου». Οπότε κι οι πιο απλές ιστορικές αναφορές έχουν μεγάλη αξία. Αρκεί να μη σκοντάψουμε σε πολιτικούς σκοπέλους.

Στο πλαίσιο ενός «συνεπούς αντικρατικού πολιτικού αφηγήματος», το βιβλίο δείχνει την ιστορική συνέχεια του ναζισμού και της «σποράς των ηττημένων του ’45» στη Γερμανία, αποτυγχάνοντας όμως να δείξει τη σημασία της τομής του ’89-’90 -δηλαδή της επίμαχης περιόδου. Όση κριτική κι αν χωράει (διόρθωση: επιβάλλεται) για τη δολοφονία δύο Κουβανών στο Μερσεβούργο το ’79 (για την οποία θα είχε ενδιαφέρον πάντως να βρίσκαμε κάποια κουβανική πηγή και να δούμε τη δική της οπτική), όσους προβληματισμούς και αν σηκώνει το ζήτημα της επιβίωσης ρατσιστικών, ναζιστικών νοοτροπιών (σε μια κοινωνία που είχε συνταχθεί, είτε σιωπηλά είτε με θόρυβο, με τους στόχους των Ναζί και του Γ’ Ράιχ) στη ΓΛΔ, χρειάζονται πολλά αυθαίρετα βήματα για να ταυτίσεις τις δύο Γερμανίες και τις πολιτικές τους ηγεσίες -για τον ρατσισμό, τον φασισμό, τους μετανάστες.

Σε κάθε περίπτωση, αν σας ενδιαφέρει το θέμα και η περίοδος, αξίζει να προμηθευτείτε τη συγκεκριμένη έκδοση, εν γνώσει των συνεπειών και των περιορισμών της.

Στα αξιοσημείωτα και η γλωσσική-γραμματική επιλογή των επιμελητριών της ελληνικής έκδοσης να προτάσσουν ή να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το θηλυκό γένος για όλα σχεδόν τα ουσιαστικά, που καταλήγει συχνά σε αμφίβολης αισθητικής και ευκρίνειας ελληνικά. -ή σε ασυνεπή κριτήρια και αντιφάσεις. Πχ:

Σε ορισμένες πόλεις συμμετείχαν και πολίτες στις επιθέσεις των νεοναζί, οι οποίες-οι δεν ανήκαν στην ακροδεξιά σκηνή. Ένας αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει την επίθεση στον ξενώνα των βιετναμέσων-συμβασιούχων εργατριών-ών στο Μαγδεβούργο-Όλβενστεντ.

Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό -ούτε καν κομμάτι της κριτικής μου, βασικά.
Το βασικό και κύριο είναι ότι ο φασισμός ευδοκιμεί ακριβώς εκεί που υποχωρεί ο σοσιαλισμός και οι κομμουνιστές. Οποιαδήποτε κι οποιοσδήποτε το χάνει αυτό από την οπτική της-του, δεν πρόκειται να δει πολύ μακριά, πέρα από την επιφάνεια των γεγονότων.

Υστερόγραφο

Ασφαλώς χωρούσαν και άλλες προτάσεις στη συγκεκριμένη κατηγορία -την κατηγορία «δοκάρι (και έξω)» ή αλλιώς, με τη γλώσσα των κινηματογραφικών κριτικών του Αντωνάκου στον Ρίζο, φτάσαμε στην πηγή αλλά νερό δεν ήπιαμε. Οι τακτικοί αναγνώστες θα έχουν δει πχ σε πρόσφατες αναρτήσεις κάποιες κριτικές αναφορές σε ορισμένα βιβλία, χωρίς όμως να επεκταθώ στις ενστάσεις.

Για παράδειγμα, το Black Power του Θανάση Μήνα είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στο κίνημα των Αφροαμερικάνων για ισότητα και χειραφέτηση. Πολυπρισματική -με την έννοια ότι πιάνει και το πολιτιστικό κομμάτι-, δύσκολα δε θα σου αφήσει περισσότερες γνώσεις για επιμέρους στοιχεία ή βιβλιογραφία. Μια βασική αδυναμία είναι πως εστιάζει σε κάποια εμβληματικά πρόσωπα (και τα ζητήματα που προβάλλουν με τη δράση τους) αλλά μας λέει ελάχιστα πχ για τον Φρεντ Χάμπτον -στο κεφάλαιο για τους Μαύρους Πάνθηρες-, ενώ έχει συγκεκριμένα όρια (χωρίς προσωπικές αυταπάτες, αλλά με τους περιορισμούς της «ανανεωτικής αριστεράς») για γεγονότα όπως η εκλογή του Ομπάμα.

Αντίστοιχους περιορισμούς έχει η αξιόλογη μελέτη του Μενέλαου Χαραλαμπίδη για τα Δεκεμβριανά, όταν αναφέρεται στην περίοδο μετά το τέλος της μάχης και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όταν οργίαζε η αστική προπαγάνδα και η «πτωματολογία», ενώ άνοιγαν μαζικά και αδιακρίτως διάφοροι τάφοι, για να βρεθούν «αποδείξεις» για τα θύματα της Εαμικής βίας. Το ΕΑΜ επιχειρεί να απαντήσει απαντήσει σε αυτό τον καταιγισμό, συγκεντρώνοντας χαρακτηριστικά παραδείγματα της σκευωρίας σε μια έκδοση που κυκλοφόρησε με τίτλο «το Ελληνικό Κατύν». Κι η υποσημείωση του συγγραφέα μας ενημερώνει σχετικά πως ήταν ένα έγκλημα που παραδέχτηκε με χρονική καθυστέρηση η σοβιετική πλευρά...

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε η κριτική που θα έκανε ένας ιστορικός -πχ ο Μαργαρίτης, που ειδικεύεται και στην ίδια περίοδο- στο έργο του Χαραλαμπίδη, ομολογώ όμως ότι δεν έχω παρακολουθήσει πολύ στενά το ζήτημα, για μια στοιχειώδη έστω παρουσίαση.

Αλλάζοντας κατηγορία, κλείνουμε με αθλητικά -όπως στα δελτία ειδήσεων- και το βιογραφικό «Μάτζικ», που δεν πέρασε τον πήχη των δικών μου τουλάχιστον προσδοκιών. Γιατί δεν είναι ούτε εγκεκριμένη βιογραφία -που θα είχε μπόλικο υλικό, ρεπορτάζ εκ των έσω, παρασκηνιακό πατατάκι, ποπ-κορν κτλ- ούτε όμως αρκετά αποστασιοποιημένη μελέτη, για να κάνει στον βιογραφούμενο αστέρα ουσιαστική κριτική σε κρίσιμα ζητήματα. Επ’ αυτού όμως ίσως πιο αναλυτικά σε κάποια άλλη ανάρτηση - χρονιά.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Σπασμένα νεύρα

Τι θα έκανες αν είχες κάποια υπερδύναμη (πχ ΓΓ του ΚΚΣΕ) για μια μέρα (που μετράει σαν μήνας) και μπορούσες να αλλάξεις τον κόσμο;

Ο Πλιάτσικας πχ θα ξανάβαφε γαλάζια τη θάλασσα. Άλλοι θα ζητούσαν να έχουν χιλιάδες ευχές και θα ξόδευαν μία από αυτές για να σταματήσουν οι τελευταίες συναυλίες των Πυξ Λαξ (Μάνο, λείπεις). Κάποιοι σφοι θα ζητούσαν τον κομμουνισμό επί της, που όμως δεν έρχεται ως μάννα εξ ουρανού, αλλά με έφοδο σε αυτόν. Και πάντως δε θα έρθει ως θείο δώρο μιας ανώτερης δύναμης πέρα από τον υλικό κόσμο, αλλά όταν οι ιδέες κατακτήσουν τις μάζες, γίνουν υλική δύναμη και συνεπώς ακατανίκητες.

Εγώ πάλι, μπορεί να στρεφόμουν σε λιγότερο ουτοπικά εγχειρήματα, έναν άλλο στόχο που είναι (;) εφικτός και θα χάριζα στην ανθρωπότητα και τον ελληνικό κινηματογράφο το αντίδοτο για το σύνδρομο Οικονομίδη. Για το οποίο δε φταίει (μόνο) ο ίδιος, αλλά ας το ονομάσουμε συμβατικά έτσι, χάριν συνεννόησης.

Ξέρεις τι είναι να αγαπάς με πάθος τον ρεαλισμό στην τέχνη; Να ακούς βερεσέ όσους μιλάνε υποτιμητικά για κοινωνικό νατουραλισμό; Να έχεις βαρεθεί τους αφύσικους διαλόγους σε μεγάλη και μικρή οθόνη, που δεν είναι παρά εναλλασσόμενοι μονόλογοι και ηθικοπλαστικά λογύδρια, χωρίς ένταση, χωρίς λάμψη (ίσως μόνο του Φώσκολου) και προπαντός χωρίς να διακόπτει ποτέ ο ένας τον άλλον; Σε ποιο σπίτι, ποιον χώρο δουλειάς, ποιο μετερίζι αγώνα και σε ποια παρέα γίνονται όλα αυτά; Πάντως όχι στα δικά μου.

Και ξέρεις τι είναι να σου λεν πως οι ταινίες του Οικονομίδη είναι φτιαγμένες για σένα, πως εκεί θα βρεις όλα όσα ζητάς από το σινεμά, να πηγαίνεις με υψηλές προσδοκίες, λίγο άγχος σα να είχες ραντεβού (με την Ιστορία) και μετά από λίγη ώρα να θες -που λέει ο λόγος- να ξεράσεις από τα μάτια, σαν τον Μπισμπίκη στην αφίσα της ταινίας, και βασικά από τα αυτιά; Να χτυπάνε τα δόντια σου από την ένταση και να μετράς αντίστροφα μέσα σου για να φτάσει το τέλος του μαρτυρίου; Και αντί για σπασμένη φλέβα να καταλήγεις τελικά με σπασμένα νεύρα; Και αν όλα αυτά έχουν προφανώς κάποια δόση υπερβολής, τι θα ήταν η τέχνη χωρίς αυτήν; Σκέτος ρεαλισμός και μπινελίκια;


Κάποιοι λένε ενθουσιασμένοι πως αυτή δεν είναι μια τυπική ταινία Οικονομίδη που σου φέρνει ταράκουλο και ότι μπορείς να την παρακολουθήσεις σχεδόν ευχάριστα, ήρεμα και απλά (καταλαβαινόμαστε τώρα). Κάποιοι άλλοι λένε απογοητευμένοι πως αυτή η ταινία του Οικονομίδη δυστυχώς δε μοιάζει καθόλου με τις πρώτες δουλειές του, που ήταν πολύ πιο ώριμες και πρωτοποριακές.
Εγώ πάλι είδα ένα τυπικό δείγμα (τουλάχιστον του ύστερου) Οικονομίδη (για τον πρώιμο ομολογώ πως δεν έχω άποψη), απλά με λιγότερα ντεσιμπέλ και λιγότερες σκηνές που σου δίνουν την εντύπωση πως γυρίστηκαν απλώς για να γίνουν viral -στο Luben, το tik-tok ή τα shorts του YouTube. Αλλά (τα σκαμπό μου και το ποπ-κορν μου μέσα) δεν κατηγορώ κανέναν άλλον, πέρα από μένα, που πείστηκα ότι θα δούμε κάτι ριζικά διαφορετικό από την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» ή το θεατρικό «Στέλλα κοιμήσου» -γιατί αυτά έχω ως μικρό δείγμα γραφής και δε νομίζω να το μεγαλώσω μελλοντικά.

Στο τέλος της ταινίας, μένεις με την απορία της Παυλίνας από τον Ριζοσπάστη (που δείχνει να αγαπά τον σκηνοθέτη και να ψάχνει να του βρει ελαφρυντικά, χωρίς καταδίκη): η μοίρα μας είναι ο χαρακτήρας μας, αλλά τι είναι αυτό που τον διαμορφώνει (και ποιος φταίει για τους μοιραίους του Βάρναλη, θα πρόσθετα εγώ -πέρα από το κρασί ή τον θεό που μας μισεί);
Διαβάζεις ενθουσιώδεις κριτικές -κάποιες μεγαλόστομες και φλύαρες, σαν τις δικές μου- για τη βαθιά ματιά του σκηνοθέτη και το νυστέρι που μπήγει στην ελληνική κοινωνία και αναρωτιέσαι σε ποια φλέβα κρύβονταν όλα αυτά και γιατί δεν τα βρήκες κι εσύ. Και τέλος πάντων, αν χρειάζονταν τόσα ξεσπάσματα, ένταση και μπινελίκια, δε θα ήταν καλύτερα να παίξει ο Μπαρτζώκας, αντί του (γερο)Μπισμπίκη τον ρόλο του πρωταγωνιστή;
Γ@μημέν@ καλά Χριστούγεννα...

Μια σφισσα λέει πως η ένταση είναι ίσως μια συνειδητή επιλογή, σαν σκηνοθετικό εύρημα, για να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον μιας φουρνιάς θεατών, μικρών και μεγάλων, που πάσχουν από διάσπαση προσοχής και σβήνουν σαν μπαταρία όταν πέφτουν σε κάτι που ξεπερνά την έκταση ενός μικρού βίντεο (ή μιας ανάρτησης στο παλιό Τουίτερ). Αυτό θα ήταν ίσως μια καλή αφορμή να μιλήσουμε για την «ολοφοβία» -που είναι συνώνυμο του μεταμοντερνισμού. Αλλά είναι αδύνατο να αγνοήσεις τον χρυσό κινηματογραφικό κανόνα πως οι πιο δυνατές σκηνές είναι σχεδόν πάντα αυτές που έχουν εσωτερική ένταση κι υποβλητική ατμόσφαιρα. (Όχι αυτές που σε πιάνουν από τα μαλλιά -και τα αυτιά- για να υποχρεωθείς να νιώσεις κάτι έντονο -ακόμα και δυσφορία). Και ότι οι πολλές φωνές και η κινηματογραφική φασαρία είναι σαν αντιπερισπασμός που προσπαθεί να κρύψει κάτι (πχ την απουσία νοήματος).

Το θέμα δεν είναι αν ο Οικονομίδης διχάζει το κοινό -και είτε τον λατρεύεις, είτε δεν μπορείς να τον αντέξεις, όπως λέει η τελευταία γραμμή άμυνας των υπερασπιστών του. Αλλά το αν έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Και ως προς αυτό, ομολογώ πως ζηλεύω όσους κατάφεραν να δουν τόσο πολλά πράγματα στην τελευταία του ταινία, χωρίς να είναι ιδιαίτερα εμφανή -σε μένα τουλάχιστον. Γιατί προσωπικά ένιωσα να παίρνω από τη «Σπασμένη φλέβα» ό,τι θα έπαιρνα κοιτάζοντας ένα από τα δεκάδες συνθήματα που γεμίζουν τους αθηνέζικος τοίχους, γράφοντας «CΗΨΗ» -απλά, λιτά, δε χρειάζονται περσότερα. Με τη διαφορά πως δε χρειάζεται εισιτήριο ή να κοιτάς τον τοίχο για δύο ώρες.


Την κοινωνική σήψη την βλέπουν όλοι -ακόμα και αυτή που δεν την παραδέχονται για να χτίσουν ένα αναπτυξιακό αφήγημα και να κρύψουν τον δικό τους πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν. Το θέμα είναι πόσο βαθύτερα σε βοηθάει να δεις μια ταινία. Και αν θα μας πει κάτι για να αλλάξουμε τη μοίρα μας -και δεν εννοώ τον χαρακτήρα μας, που είναι ίσως δώρο-άδωρο να τον αλλάξεις, αν δεν αλλάξεις πρώτα τον κόσμο. Απίστευτος ο κόσμος και ο χαρακτήρας μας, αλλά πρέπει να δεις ποιος πόλος διαμορφώνει τον άλλο και από πού πρέπει να ξεκινήσουμε να τον αλλάζουμε. Πχ από το χρώμα της θάλασσας ή από τα μέσα παραγωγής -που στην τελική την μολύνουν κιόλας, στο παρόν σύστημα. Στην τύχη θα πούμε το δεύτερο. Αλλιώς θα μείνουμε έρμαια της τύχης μας, δειλοί και άβουλοι αντάμα, να κοιτάμε το βούλιαγμα στον βούρκο με ηδυπάθεια, σαν εξωτερικοί παρατηρητές της ζωής μας, απολαμβάνοντας την παρακμή -κι αγνοώντας, κατά κανόνα, τον Μπέντζαμιν.

Ένας φίλος, που ευτυχώς δε διαβάζει πολύ συχνά το μπλοκ, θα έλεγε πως αυτή η κριτική είναι λίγο κνίτικη. Αφενός, όμως, δε βρίσκω κάτι κακό σε αυτό -δηλαδή να έχεις απαιτήσεις από έναν ικανό δημιουργό. Αφετέρου κι αυτός δικός μας είναι, άλλο αν πέρασε από άλλη νεολαία στα νιάτα του -που δεν ήταν η νιότη του κόσμου. Να δεις που πάλι σύντροφοι θα ’μαστε στις οθόνες.

Κι αν ήμασταν λίγο πανκ στην ψυχή και στη μορφή (του αγώνα), επιλέγοντας κάτι πιο άγριο και εξωστρεφές -αντί για τις αυταπάτες του «Εσωτερικού-, θα πηγαίναμε μαζικά στις αίθουσες προβολής και θα φωνάζαμε στην αρχή κάθε ταινίας: «Παίξτε πανκ σοσιαλιστικό ρεαλισμό, ρε!»

Τι είναι άλλωστε ο ρεαλισμός αν δεν είναι σοσιαλιστικός; Σκέτος νατουραλισμός. Ό,τι (δεν) είναι ο συγκεντρωτισμός όταν δεν είναι πραγματικά δημοκρατικός. Με άλλα λόγια, ο ρεαλισμός ή θα είναι σοσιαλιστικός ή δε θα υπάρξει!

Πιάνοντας το νήμα από την προηγούμενη ανάρτηση, ο πραγματικός λόγος που δεν είχα εναλλακτική πρόταση (συμπληρωματικά στο «47») ήταν πως δεν είμαι ιδιαίτερα σινεφίλ -ούτε καν ουδέτερα διακείμενος με παπάκι. Και η πιο πρόσφατη από τις λιγοστές απόπειρες να αποκτήσω άλλοθι, έπεσε στον τοίχο που ήταν γραμμένη η «CΗΨΗ» και ο Οικονομίδης. Και να φανταστείς πως ήμουν βέβαιος πως η ταινία δε σου δίνει καν τροφή για πολλή σκέψη και συζήτηση. Και αυτό θα ήταν απλώς μια μικρή γέφυρα για δύο παραστάσεις και τον σοσιαλισμό (στην τέχνη και γενικώς). Αλλά κάποια άλλη φορά χρονιά.

Καλές γαμημένες γιορτές (ηλιούγεννα, Σταλινούγεννα, Χάνουκα, ό,τι γιορτάζει ο καθένας) και κρατήστε την ένταση για τους αγώνες.

Τρίτη 23 Δεκεμβρίου 2025

Ουκ εν τω θολώ το ευ - Ένα βιβλίο, μια ταινία

Είναι ωραίο να ακούς την Αλέκα, ιδίως όταν μιλάει εκτός κειμένου. Πιάνει ένα θέμα, στη διαδρομή θυμάται άλλο, κάτι άλλο και ένα ακόμα, και ενώ η Ιθάκη αρχίζει να ξεμακραίνει επικίνδυνα στον ορίζοντα -σαν τον σοσιαλισμό του Τσίπρα-, αυτή επιστρέφει από παράδρομους στο κυρίως θέμα κι εσύ φτάνεις στον προορισμό σου λίγο πιο πλούσιος από την ταξιδιωτική εμπειρία. Κι αν φτωχική την βρήκες, ίσως σε γέλασε η φορολογική της δήλωση, όπου δεν είχε ούτε ένα κότερο ή ένα επιδοτούμενο βοσκοτόπι.

Αλλά εμείς δεν είμαστε σαν τα μούτρα της -δυστυχώς (και πολλοί εχθροί της θα ’θελαν να τα ’χαν). Κι αν ξεκινήσει η κε του μπλοκ τους συνειρμούς, θα χαθούμε στην πορεία (λάθος στροφή στα λουλουδάδικα) μαζί με το νόημα (αν δεν προσέξεις, το ’χασες) και το κυρίως θέμα. Οπότε περνάμε κατευθείαν (σχεδόν) στο ψητό, με μόνο εισαγωγικό άλλοθι ότι είθισται να φτιάχνουμε τέτοιες λίστες, στο τέλος κάθε χρονιάς.


Το βιβλίο
: JAMES - Percival Everett

Η πρώτη μου επαφή με τον Έβερετ ήταν «τα Δέντρα», το περασμένο καλοκαίρι. Το διάβασα απνευστί σε μια βάρδια, πριν τη συναυλία για τον Μίκη στο Καλλιμάρμαρο. Και μου άρεσε τόσο, που στο τέλος της μέρας δεν ήμουν σίγουρος τι με είχε αγγίξει περισσότερο. Αλλά ξέρεις τι λένε, τα γραπτά μένουν, οι νότες πετάνε -ή κάπως έτσι...

Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος συγγραφέας που να συνδυάζει διαλεκτικά μορφή και περιεχόμενο, πιάνοντας με ρέουσα γραφή τα πιο δύσκολα θέματα. Κι όταν κυκλοφόρησε το James, μες στη χρονιά, δεν μπήκα καν στον πειρασμό να περιμένω λίγους μήνες για να εξαιρεθεί από την ενιαία τιμή και να το πάρω φτηνότερα. Και δε θα έλεγα πως το μετάνιωσα.

Όποιος ψάξει για κάποια παρουσίαση του βιβλίου στο διαδίκτυο (και όχι μια απλή παράθεση του οπισθόφυλλου, που βαφτίζεται τεμπέλικα «κριτική»), θα δει πως είναι οι περιπέτειες του Χοκ -ή Χακ, πες το και έτσι- Φιν αλλά από τη σκοπιά του μαύρου σκλάβου (Τζέιμς) που τον συνόδευε στην απόδρασή του. Οπότε μπαίνει αυτομάτως το ερώτημα για τα παιδικά μας αναγνώσματα και αν πρέπει να θυμάσαι το κλασικό έργο του Μαρκ Τουέιν, για να παρακολουθήσεις την πλοκή.
Η δική μου απάντηση -που μετά βίας θυμάμαι μερικές σκηνές από τον Τομ Σόγερ- είναι ένα κατηγορηματικό «όχι». Ίσως χάνεις κάποιες αναφορές ή κάτι σε συγκίνηση -όπως κάθε φορά που σκαλίζεις μια παιδική ανάμνηση. Αλλά οι αναγνωστικές προϋποθέσεις για τα μηνύματα του Έβερετ είναι άλλης τάξης (εργατικής).
Σε κάθε περίπτωση το ζητούμενο είναι να ξεφύγεις από μια «παιδική» απλοϊκή ανάγνωση, που μένει στα προφανή, πιστεύοντας πχ ότι ο Έβερετ διηγείται μια ιστορία για τη σκοτεινή εποχή της σκλαβιάς του 19ου αιώνα και όχι για όσα συμβαίνουν γύρω μας.

Το James είναι κάτι παραπάνω, πιο βαθύ (που σε μορφώνει) από ένα φλογερό αντιρατσιστικό μανιφέστο. Δείχνει ότι για τους Αφροαμερικανούς δεν τέλειωσε ποτέ η υποδούλωση και δεν έχει τόση σημασία αν βρίσκονται στον Νότο ή τον Βορρά (κι ανάμεσα στην άμεση σκλαβιά ή μια έμμεση με φιλελεύθερο ψευδώνυμο). Ότι αν ξύσεις την επιφάνεια των «καλών και ανεκτικών» λευκών, που δεν έχουν πρόβλημα με τους μαύρους (αρκεί να μην προκαλούν, απαιτώντας ισότητα) θα βρεις την ίδια μαυρίλα στη σκέψη και τη στάση τους. Ότι οι πλούσιοι μαύροι, αποστάτες της φυλής τους ή της τάξης τους, μπορεί να γίνουν οι χειρότεροι δυνάστες. Και ότι η κατώτερη τάξη/φυλή πρέπει πολλές φορές να παριστάνει τη χαζή και να επιβεβαιώνει τα στερεότυπα των αφεντικών της, για να τους προσφέρει ασφάλεια και να γίνεται αρεστή.

Ο Έβερετ προχωρά και σε οξύτερες αιχμές, που δεν ενδιαφέρονται για τα προσχήματα της πολιτικής ορθότητας. Λέει πχ ότι η θρησκεία είναι μια φτηνή παρηγοριά για τους αφελείς -χωρίς πολλά άλλοθι συμπάθειας για τους χρήστες του οπίου των λαών. Και ότι το αδιέξοδο της «τυφλής», εκδικητικής βίας είναι ίσως μια κάποια διέξοδος -που θα έλεγε και ο Καβάφης. Κι αν προτιμάμε άλλη (μια οργανωμένη πρωτοπορία πχ) δεν είναι δουλειά ενός λογοτέχνη να την αναλύσει -πόσο μάλλον όταν έχουν αποτύχει να το κάνουν άλλοι και άλλοι, με θέσεις ευθύνης στο κίνημα και τους συλλογικούς φορείς του.

Ο Έβερετ πιάνει λογοτεχνικές κορυφές (το Έβερεστ θα ήταν μάλλον φτηνό λογοπαίγνιο) που δε χωράνε στο χαμηλό ταβάνι της κριτικής στήριξης στους Δημοκρατικούς. Με έναν βαθιά αντισυστημικό λόγο, που σε κάνει σχεδόν να απορείς πώς κέρδισε τέτοια απήχηση στις ΗΠΑ, και δεν έχει πολλή σχέση με άλλα καλλιτεχνικά «προϊόντα» που γίνονται διάσημα απλώς και μόνο γιατί είναι made in Usa, χωρίς να έχουν κάτι ενδιαφέρον να πουν. Και μπορεί να μην είναι ο νέγρος που θέλεις (I ’m not your negro, όπως θα έλεγε και ο Μπάλντουιν), αλλά είναι σίγουρα ο λογοτέχνης που θέλουμε και έχουμε ανάγκη να διαβάσουμε.


Για όσους προτιμούν κάτι άλλο πέραν της λογοτεχνίας, θα πρότεινα εναλλακτικά κάτι που συνδέεται θεματικά με το παραπάνω. Το Black Power του Θ. Μήνα (εκδόσεις Πόλις) είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στην πάλη των Αφροαμερικανών για χειραφέτηση και ισότητα. Μεταξύ πολλών άλλων εξετάζει τη... «διαλεκτική σχέση» Μάλκολμ Χ και Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, την ανάπτυξη και το τέλμα στο οποίο έπεσαν οι «Μαύροι Πάνθηρες», ενώ εντάσσει στην οπτική του το καλλιτεχνικό-πολιτιστικό στοιχείο (κυρίως τη μουσική, αλλά και τον κινηματογράφο), μαζί με λιγοστές αθλητικές πινελιές. Σε αντίθεση με τον Έβερετ (στον οποίο υπάρχει αναλυτική αναφορά στη μελέτη του Μήνα), το βιβλίο έχει εμφανείς πολιτικές αδυναμίες, που αντισταθμίζονται όμως από το πολύ ενδιαφέρον θέμα, την έντιμη προσέγγιση και την πληθώρα στοιχείων για το αναγνωστικό κοινό.

Τα βιβλία όμως είναι φίλοι της πολυγαμίας -και ας έχουν μείνει πολλοί ανέραστοι εδώ και χρόνια. Δεν αρκεί μία μόνο πρόταση, ούτε μία μόνο εναλλακτική, οπότε ίσως επανέλθει σύντομα η κε του μπλοκ, με μια μεγαλύτερη λίστα.


Η Ταινία - Το ’47

Το ’47 ήταν για μένα η ευχάριστη έκπληξη του θερινού σινεμά. Πολύ τίμια ταινία, που φτάνει πολύ πιο βαθιά από όσο καταλαβαίνει μια μέση, επιφανειακή ματιά.

Εν αρχή ην η υπόθεση. 

Ένας Ανδαλουσιάνος ξαναρχίζει τη ζωή του μετά τον εμφύλιο σε μια απομακρυσμένη συνοικία της Βαρκελώνης, που είναι απομονωμένη, χωρίς συγκοινωνίες, στοιχειώδεις εγκαταστάσεις και κίνητρα στις νέες γενιές για να παραμείνουν. Ο πρωταγωνιστής είναι παλιός κομμουνιστής, που λουφάζει για να μην κληροδοτήσει τα δεινά της φουρνιάς του στις επόμενες, και οδηγός αστικού λεωφορείου (το «47» που βλέπουμε και στον τίτλο). Αφυπνίζεται όμως από την πασιφιστική του νιρβάνα (που έχει κάτι από τον ευρωκομμουνισμό του Καρίγιο), μετά την πτώση της δικτατορίας, όταν συναντά τη στείρα άρνηση των αρχών να βάλουν μια γραμμή λεωφορείου με δρομολόγια για τη συνοικία του, οπότε πιάνει ξανά το αγωνιστικό νήμα που είχε αφήσει και προχωρά σε μια ηρωική λεωφορειοπειρατεία.

{Ετυμολογική παρένθεση: τα λεωφορεία μπορεί να είναι αστικά, αλλά δε μεταφέρουν πλούσιους αστούς (που θέλουν ατομικές λύσεις παντού, από τις συγκοινωνίες μέχρι τον έρωτα). Μεταφέρουν φτωχούς προλετάριους και τον εργαζόμενο λαό (το λέει και η λέξη άλλωστε) στις λεωφόρους του μέλλοντος. Εκεί όπου θα υπάρχει μόνο το 47, για μουσειακούς λόγους, και οι πόλεις μας θα έχουν υπόγειες και εναέριες λεωφόρους-συγκοινωνίες, με πλήρως αυτόματα οχήματα ΙΧ. Τέλος παρένθεσης, επιστροφή στην πραγματικότητα (με τον Υπόγειο Σιδηρόδρομο του Whitehead, όπου το κράτος δεν προχωρά καν στην υπογειοποίηση του σιδηρόδρομου στην Πάτρα, γιατί... κοστίζει!). }

Δεν είναι εύκολο βέβαια να μην κάνεις συνειρμούς και συγκρίσεις με την εποχή μας και τη σύγχρονη Βαρκελώνη που μετατρέπει τις πιο βρώμικες, υποβαθμισμένες συνοικίες της σε τουριστικά γκέτο, απλησίαστα για τους ντόπιους που αναζητούν μόνιμη κατοικία περιμετρικά του κέντρου ή και του πολεοδομικού ιστού. Μπορεί σε λίγα χρόνια το Τόρε Μπαρό να «εξευγενιστεί» και να γεμίσει Air-BNB, αλλά προς το παρόν δύσκολα αποφεύγεις στο τέλος της ταινίας μια γλυκόπικρη επίγευση τραγικής ειρωνείας. Αυτή είναι ωστόσο μια παράπλευρη πτυχή στον βασικό πυρήνα του έργου. Συνεπώς ας επιστρέψουμε σε αυτόν.

Ίσως κάποιοι βρίσκουν τραβηγμένη σεναριακά τη λεωφορειοπειρατεία, η ιστορία όμως βασίζεται στα πραγματικά γεγονότα -γιατί κανείς δεν μπορεί να αντιγράψει τα σενάρια της ζωής. Κι αν σου φαίνεται σχετικά εύκολο (και απλοϊκό) να ξεχωρίσεις τους «καλούς» της υπόθεσης, δε σημαίνει πως δεν έχουν αντιφάσεις -όπως ο παλιός κομμουνιστής που αρχικά συμβιβάζεται και η κόρη που θεωρεί τους γονείς της κολλημένους -στον τόπο τους και τις ρομαντικές ιδέες τους.

Ούτε εδώ υπάρχουν γνωστικά προαπαιτούμενα, αλλά οι γνωρίζοντες μπορούν να εκτιμήσουν μερικά ακόμα επίπεδα ανάγνωσης. Είναι σημαντικό πχ να ξέρεις πως το συγκινητικό τραγούδι που σνομπάρει αρχικά η κόρη του πρωταγωνιστή (αλλά το εκτιμά, καθώς ωριμάζει) είναι ένα εμβληματικό τραγούδι του ισπανικού εμφυλίου, το «Gallo Rojo», με στίχους που τσακίζουν.

Βρέθηκαν αντιμέτωποι στην αρένα
Και επιτέθηκε πρώτος ο μαύρος (κόκορας)
Ο κόκκινος κόκορας είναι γενναίος
Αλλά ο μαύρος είναι προδότης

Μαύρε κόκορα σε προειδοποιώ
Δεν παραδίδεται ποτέ ένας κόκκινος πετεινός
Παρά μόνο (όταν είναι) νεκρός

Άι! Και αν λέω ψέματα
Το τραγούδι που λέω
Να το σβήσει ο άνεμος

(Στην ελληνική του εκδοχή, μπορείτε να ακούσετε τη νεαρή Ελένη Βιτάλη να τραγουδά το «Γαρούφαλλό μου» για τον Νίκο Μπελογιάννη).

Είναι επίσης καλό να ξέρεις τη γλώσσα και να ξεχωρίζεις τα ισπανικά (δηλαδή τη διάλεκτο της Καστίλλης) από τα καταλανικά, για να καταλάβεις ποια γλώσσα χρησιμοποιεί ο πρωταγωνιστής και με ποια απευθύνεται στην εκάστοτε εξουσία (τοπική, αστυνομική), που μιλά την ίδια γλώσσα παρά τις «διαλέκτους» και τις «μορφές» της και δεν ιδρώνει το φασιστικό ούτε το κοινοβουλευτικό αυτί της (το κεντρικό ούτε το τοπικό κοκ) αν δε μιλήσει ο λαός τη γλώσσα του αγώνα, με πράξεις. Κι αυτό είναι το πιο σημαντικό μήνυμα της ταινίας, μαζί με τη διάψευση των ελπίδων από την πολιτειακή αλλαγή, μετά τον θάνατο του Φράνκο.

Σημειωτέον, επίσης, ότι στην Ισπανία η μετάβαση από τη δικτατορία στον αστικό κοινοβουλευτισμό έγινε απολύτως ομαλά, σχεδόν σαν κυβερνητική εναλλαγή. Δε χρειάστηκε μια αντίστοιχη τραγωδία στην Κύπρο (πχ στα Κανάρια που είναι δίπλα στην Αφρική) και δεν προχώρησαν ποτέ σε μια ουσιαστική εκκαθάριση του κρατικού μηχανισμού (ούτε καν στη δική μας κουτσουρεμένη «αποχουντοποίηση», που ακολούθησε -κυρίως στα Πανεπιστήμια- τη Μεταπολίτευση.

Μια άμεση συνέπεια αυτής της ειδικής συνθήκης ήταν πως η δεξιά παράταξη (Partido Popular και όχι μόνο) δεν αποκήρυξε ποτέ το φρανκικό παρελθόν της και πως η αστική δημοκρατία δεν παρουσίαζε κάποια εμφανή τομή με τους σκοπούς και τα μέσα του παλιού καθεστώτος (ήταν πχ η «σοσιαλιστική» κυβέρνηση που συγκρότησε παρακρατικά ένοπλα σώματα για να εξουδετερώσει -ανεπίσημα πάντα- την ΕΤΑ). 

Μια έμμεση συνέπεια ήταν ότι διάφορα ακανθώδη κεφάλαια της εποχής ρίχτηκαν στην πυρά της σιωπής και της λήθης, αποτελώντας ταμπού για πολλά χρόνια. Αρκετοί Ισπανοί ζορίζονται αν κληθούν να μιλήσουν σήμερα για κάτι σχετικά απλό -πχ για τον θεσμό της βασιλείας ή την τρίχρωμη σημαία της «Ρεπούμπλικα». Ενώ οι πιο mainstream, ευρείας αποδοχής παραγωγοί-σκηνοθέτες μόλις πρόσφατα άρχισαν να πιάνουν δύσκολες θεματικές, όπως οι μαζικοί τάφοι, οι χιλιάδες αταυτοποίητες σοροί και οι νεκροί του εμφυλίου που δε βρέθηκαν ποτέ. Αν στα καθ' ημάς οι τάφοι στο Γεντί Κουλέ προκάλεσαν -και δικαιολογημένα- τόσο ντόρο, ας σκεφτούμε ότι στην Ισπανία μια ολόκληρη κοινωνία έχει σχεδόν εκπαιδευτεί να σιωπά για μια αντίστοιχη περίπτωση, σε πολλαπλάσια κλίμακα...

Σε αυτό το περιβάλλον, έχει μεγάλη αξία να μιλήσεις για τα βασικά, που μοιάζουν αυτονόητα -αλλά στην πράξη δεν είναι τέτοια.
Γενικώς, έχει αξία να μιλάς, όταν έχεις κάτι σπουδαίο να πεις. Και επίσης, να το λες ωραία, για να είναι αληθινή τέχνη, που μιλάει στην ψυχή και στον νου -ή μάλλον στο συνειδητό και την αισθητική, που είναι και αυτή μια μορφή συνείδησης.


Τι γίνεται όμως όταν λείπει ένα από τα δύο -μορφή ή περιεχόμενο; Μια καλλιτεχνική φλυαρία, χωρίς λόγο ύπαρξης, που κερδίζει μια θέση στην αιωνιότητα ασημαντότητα. Στον αντίποδα βέβαια, κάποιοι δηλώνουν δικοί μας συνειδητά, για να κερδίσουν το κοινό μας -που δεν είναι αμελητέα βάση. Αλλά αν εξαντλείται εκεί η τέχνη -και η συνείδησή- τους, δε θα κάνουν ποτέ πραγματικά σπουδαία έργα, για να κερδίσουν το ευρύ κοινό -και στο βάθος την πνευματική ηγεμονία.

Ο Ένγκελς έλεγε πως το νόημα πρέπει να αχνοφαίνεται στο βάθος -αντί να το ρίχνεις κατάμουτρα στο κοινό, σα να το μισείς. Δεν εννοούσε πως δεν πρέπει να υπάρχει νόημα στις τέχνες ή να μας ρίχνουν στα μούτρα μια πολύχρωμη θολούρα, ανοιχτή σε διάφορες ερμηνείες, για να κρύψουν την απουσία του. Ουκ εν τω θολώ το ευ -για να παραφράσουμε μια γνωστή ρήση.

Το ωραίο πρέπει να έχει (πάντα) κάτι να πει, για να έχει λόγο ύπαρξης. Κι εμείς πρέπει να γίνουμε πιο απαιτητικοί -από τους δημιουργούς. Και ίσως πιο επιθετικοί, όταν υπερασπιζόμαστε έργα που έχουν κάτι να πουν και τους ρίχνουν τη ρετσινιά του απλοϊκού, για να τα απαξιώσουν.

-.-

Εδώ κανονικά θα ακολουθούσε μια εναλλακτική στις κινηματογραφικές προτάσεις και ίσως κάτι αντίστοιχο και για θεατρικές παραστάσεις. Αν είχαμε τη δωρική φλυαρία της Αλέκας, μπορεί να το καταφέρναμε, επιστρέφοντας εγκαίρως στην Ιθάκη και το θέμα. Αλλά τώρα μπορεί να χρειαστούμε άλλη μια ανάρτηση -και δέκα χρόνια ακόμα.

Κυριακή 21 Δεκεμβρίου 2025

Μάγος είσαι;

Τα δάχτυλα χτυπάνε τον πάγκο ρυθμικά. Και ύστερα μεταξύ τους. Το ασυνείδητο δε θυμάται σε ποιο συρτάρι έχει παραχώσει την πληροφορία πώς λέγεται αυτός ο δαχτυλικός ήχος. Αλλά έχει προσλάβει καλό δισκοβόλο (του Μύρωνα), που βάζει αυτομάτως το κομμάτι των Queen κι ας το βρήκε από το Greatest Hits, χωρίς πολλές γνώσεις για το σύνολο της δισκογραφίας τους.

One dream, one soul/One prize, one goal/
Μία πόλη, μια ομάδα/μια τζατζίκι, μια πατάτες.

Αλλά υπάρχει αρκετός χώρος και για τους Clippers, αρκεί να μην προκαλούν (με τίτλους και διακρίσεις)

Αν είχε αναλάβει ο «EJ the DJ» μάλλον θα έβαζε κάτι άλλο. Πιο funky, πιο disco, πιο groovy, πιο pop, σταλμένο πάντα από την Αμερική, μα κατά βάθος απ’ τη μαύρη ήπειρο και τους ρυθμούς της φυλής του, πλην λειασμένο και καλοσιδερωμένο, συμπεριληπτικό για την καλή κοινωνία των χλωμών προσώπων. Που -ως τέτοια- τείνουμε να ξεχνάμε πως το ροκ είναι η μουσική των ασπρουλιάρηδων και ας έχει κατακλέψει -ή αντιγράψει δημιουργικά- τη μαύρη μουσική.

Ίσως αυτό να εξηγεί εν μέρει γιατί υπάρχουν τόσοι φασιστοροκάδες, ρατσιστές και τραμπικά (και όχι μόνο) μέταλλα, στην άλλη όχθη του Ατλαντικού. MAKE ROCK GREAT AGAIN. Ενώ στα καθ’ ημάς ήταν σχεδόν κρυφό σημάδι αναγνώρισης σε αφιλόξενα σκυλάδικα περιβάλλοντα, μυστικό γνώρισμα σφων και συνοδοιπόρων, και η μουσική υπόκρουση της επανάστασης. Ιδίως αν είχες USA προφορά στο ρ-ρ-ροκ, σαν του Τσίπρα ή σαν γνήσιος απόγονος του Δημοσθένους (Λέξις), με χαλίκια στο στόμα.

Αλλά και ο «EJ the DJ», κατά κόσμον Earvin Johnson, ίσως είχε αρκετά να μοιραστεί με τον Φάροκ Μπουλσάρα, που μεγάλωσε στη Ζανζιβάρη και την Ινδία, και μόνο το φανατικό του κοινό αναγνωρίζει το αρχικό του όνομα, πολύ πριν γίνει Φρέντι Μέρκιουρι.
Θα μπορούσαν να πουν για τον ρατσισμό και τις φυλετικές διακρίσεις -που τις έζησαν με το πρώτο τους το γάλα, στο πετσί τους ή στο περιβάλλον τους-, για τη διπλή μάχη όσων νοσούν από AIDS -απέναντι στον ιό και το τείχος της καχυποψίας- ή για την εποχή που σημάδεψαν και τα χρόνια που μεσουράνησαν, μέχρι το ’91 -όπως η «Αυτοκρατορία του Κακού» κατά τον σύντομο 20ό αιώνα. Και κυρίως για το είδος της μαγείας που έφεραν στην τέχνη τους και στον κόσμο.

Αρκεί να ήταν πριβέ η συνάντηση, χωρίς κάμερες και δημοσιογράφους, που θα έβγαζαν τη βρώμα (ιστορία ότι ξοφλήσαμε και) πως ο Μάτζικ είναι ομοφυλόφιλος και πάσχει από τη «νόσο των gay». Κι εσύ θα πάλευες να πνίξεις μέσα σου τον Νίκο Παππά, που βλέπει Αρδάκια -καλός μαλάκας και αυτός. Κάνω την αυτοκριτική μου στα όργανα, μαζί με όσους πίστεψαν πως ήταν κάτι άλλο -και μάλιστα κοντά μας.

Αλλά αν με πιάσει η φλυαρία του Σκουντή, θα πιάσουμε το όριο λέξεων πριν τελειώσει καν ο πρόλογος και μπούμε στην ουσία. (Μάγος είσαι;)

Τέχνη; Είπες τέχνη; Έχει καμία σχέση ο αθλητισμός με την τέχνη; Είμαστε με τα καλά μας;
-Όχι. Δεν είμαστε καλά (η ομάδα περνάει κρίση), δεν έχουμε μυαλό (και ταξική συνείδηση), είμαστε άρρωστοι με το ροκ εν ρολ (και τη μαύρη μουσική). Γιοκαρίνης.
Σε μια κοινωνία που τρελαίνει τους ανθρώπους είμαστε το κατά δύναμιν ψυχασθενείς (Λάκης Παπαδόπουλος). Και από τρελό μπορείς να μάθεις την αλήθεια ή έστω μια παραμορφωμένη εκδοχή της, σαν αυτή που μας δίνει ο μεγεθυντικός φακός της τέχνης.

Ο αθλητισμός είναι το σημαντικότερο δευτερεύον πράγμα του κόσμου, ξεκινά εκεί που σταματά η ανάγκη (δηλαδή η καταναγκαστική εργασία) και αρχίζει το τερπνό, το «περιττό», που είναι όμως αναγκαίο για να ζήσουμε -και όχι απλά να επιβιώσουμε.
Είναι τα «θεάματα» δίπλα στον άρτο, ένα σύγχρονο όπιο, δηλαδή παυσίπονο για ταλαίπωρους προλετάριους που δεν έχουν άλλη πατρίδα από την ομάδα τους και ελπίδα πως μπορούν να βιώσουν άλλου είδους συλλογικές νίκες και θριάμβους (των ξεχασμένων ιδανικών τους) στον στίβο της πραγματικής ζωής.

Ο αθλητισμός έχει αντιθέσεις, ρυθμό και επανάληψη, δηλαδή στοιχεία αρμονίας και καλλιτεχνικού ταλέντου, τεχνικές, προπονήσεις-πρόβες, έμπνευση και μπόλικο αυτοσχεδιασμό. Έχει χορευτικές κινήσεις και γκολ ποιήματα ή ζωγραφιές, που αφήνουν άγαλμα τον τερματοφύλακα. Κινηματογραφική ταχύτητα και εναλλαγή σκηνών-συναισθημάτων. Και την εργατική τάξη που αναζητά το μπαλέτο της και κάνει τη δική της χορογραφία στην κερκίδα.
Αλλά έχουν κατσικωθεί πάνω του πλούσιοι χορηγοί, που σκοτώνουν τη χαρά του αθλήματος, φέρνοντάς το στα μέτρα τους για να κερδίζουν (χρήμα ή ισχύ ως μέσο πίεσης) αλλά κάποιοι τους αντιμετωπίζουν ως ευεργέτες -ακριβώς όπως στην τέχνη.

Έχει διάφορες μικρές μαγικές στιγμές, αλητείας ή απελευθέρωσης (που κατά μία έννοια ταυτίζονται), έξω από τις νόρμες, τις μονότονες μηχανικές κινήσεις και τη δικτατορία της σκοπιμότητας (νίκη, τίτλος ή απλώς κέρδος, ακόμα και χωρίς τα δύο πρώτα). Μπορεί να σου θυμίσει όμως, με τον πιο σκληρό τρόπο, πως κάποιες φορές η προσπάθεια από μόνη της δεν αρκεί και πως το χειροκρότημα στο τέλος (της ιστορίας) δεν είναι εγγυημένο. Ο δικός μας θίασος (του Τεό) πρέπει να γράψει μόνος του το νικηφόρο σενάριο, κυρίως με τις πράξεις του, αν δε θέλει στο φινάλε να εισπράττει από την εξέδρα του βροχή δεκάρικα. Και το πιο δύσκολο, σε τελική ανάλυση, είναι να σπάσεις τον τοίχο με το κοινό, το απόστημα της ανάθεσης, να βάλεις τους θεατές στο παιχνίδι, για να πάψουν να είναι θεατές, σε ένα είδος μπρεχτικής αποστασιοποίησης αλά αθλητικά.

Αλλά οι εξωτερικές ομοιότητες δεν έχουν σχέση με την ουσία, όσο σατανικά και αν περιγράψουμε κάποιες συμπτώσεις. Ο αθλητισμός συγγενεύει ίσως -εξ αγχιστείας- με κάποια είδη τέχνης, αλλά δεν είναι τέτοιο. Ο πίθηκος είναι ξαδελφάκι του ανθρώπου, με κοινό γενετικό υλικό (κατά 99%), αλλά δεν έχει συνείδηση και δεν μπορεί να εργαστεί (κανένα ζώο δεν έχει ΙΚΑ, όπως έλεγε και ο Ψάλτης -πολύ κωλόπαιδο ο Κυριάκος). Η δημοσιογραφία είναι διεπιστημονικό αντικείμενο (επικοινωνιολογία κτλ) αλλά όχι ακριβώς επιστημονικό. Οι βιογραφίες δεν είναι ακριβώς ιστορία -αλλά αυτό θα το δούμε και στη συνέχεια. Και όσοι αγαπάμε ή ψηφίζουμε απλώς τα σφυροδρέπανα (ή στην χειρότερη γράφουμε σε αυτό), είμαστε ίσως κομμουνίζοντες (στην καλύτερη) αλλά όχι απαραίτητα πραγματικοί κομμουνιστές.

Οι αποτυχημένοι αθλητές γίνονται προπονητές ή σχολιαστές (ταξικών) αγώνων. Οι αποτυχημένοι καλλιτέχνες γίνονται κριτικοί τέχνης και βγάζουν το απωθημένο τους. Οι αποτυχημένοι δημοσιογράφοι συνεχίζουν να κάνουν τους δημοσιογράφους χωρίς πρόβλημα -άντε να βγάλουν και κάποιο βιβλίο, για να δείξουν πνευματικό έργο και ανησυχίες. Οι αποτυχημένοι κομμουνιστές πάνε παντού και μπορούν να ανοίξουν όλες τις πόρτες, με την ιδιότητα του πρώην, εκτός και αν ανοίξουν blog συλλογικής ψυχοθεραπείας. Κι οι αποτυχημένοι πίθηκοι σηκώνουν φασιστικά το χέρι τους και καμαρώνουν για το αίμα της φυλής τους, που προήλθε -το πάλαι ποτέ- από την Αφρική, αλλά νιώθει ανώτερη από αυτούς τους μαύρους. Εκτός και αν παίζει μπάσκετ, οπότε τρώει 30 στο κεφάλι και ησυχάζει...

Ο αθλητισμός παραμένει η καλύτερη εισαγωγή στην ισότητα, που τη βρίσκουμε μες στη διαφορά. Ή στους δρόμους της διαλεκτικής, για τη συγκεκριμένη κατάσταση και το ιστορικό πλαίσιο μιας εποχής. Αν κάποιος δεν καταλαβαίνει πως είναι αντιδιαλεκτικό να συγκρίνεις παίκτες και ομάδες άλλων εποχών -δεκαετιών, για να βρεις τον GOAT, γιατί ο καθένας έδρασε σε πολύ διαφορετικές συνθήκες, δεν έχει πολλές ελπίδες να αφομοιώσει τον διαλεκτικό υλισμό, τις αντιθέσεις ή γιατί ο Μέσι είναι ταυτόχρονα καλύτερος παίκτης και μικρότερο μέγεθος/θεολογικό φαινόμενο από τον Μαραντόνα και τους εκατομμύρια πιστούς του.

Κι αν δεν αντιλαμβάνεται πως ο Γκάλης δεν μπορεί να συγκριθεί με τον Αντετοκούνμπο, ακριβώς γιατί είναι τέκνο της εποχής του (όπου δε σφύριζαν φάουλ το προτεταμένο χέρι του επιτιθέμενου) και μιας συγκυρίας που βρήκε κατάλληλες συνθήκες και ανθρώπους, παντρεύοντας δηλαδή αντικειμενικές και υποκειμενικές συνθήκες, για να εκτοξεύσει το άθλημα στην ατμόσφαιρα όπου πετούσε ο Γκάλης, δε θα συλλάβει ποτέ τι σημαίνει επιστημονική κατάσταση -που προκύπτει ανεξάρτητα από τη θέλησή μας, σαν το διαιτητικό σφύριγμα, που είναι πάντα αμερόληπτος όσο το κράτος στις ταξικές διαφορές.


Παλιός συνάδελφος. Κολλημένος με την μπάλα, στατιστικά και αθλητικές επετείους. Είπε να βγούμε μετά από καιρό, στον Σπανό στα Πατήσια. Για να θυμηθεί το κλίμα της Μεταπολίτευσης (κάτω οι δύο υπερδυνάμεις). Και για να μας πει τα νέα για την κατάμαυρη επαγγελματική προοπτική, που ανοιγόταν μπροστά του. Συμβασιούχος τραυματιοφορέας στα επείγοντα ή κοράκι στο Γ’ Νεκροταφείο (χωρίς νύχια γαμψά) και τελικά διάλεξε καθαριστής στις σκουπιδιάρες του Δήμου. Με το πρόγραμμα «55 άνω», που σου δίνει μια ευκαιρία να αποδημήσεις πιο γρήγορα, στο χώμα, στους ουρανούς ή στη Ριτσώνα -Earth, Wind and Fire- αλλά όχι από πείνα και χρέη.

Μας έλεγε για τους συναδέλφους του και για τα θρυλικά παρανόμια τους: Σβούρας, Σαΐτας, Σταλόνε. Βγαλμένα από τη ζωή -και σκετσάκι του ΑΜΑΝ, με τον Μπάμπη τον Σουγιά και αθηναϊκές πινακίδες. Ο καθένας μια ιστορία μόνος του. Σε έναν πιο δίκαιο κόσμο θα είχαμε ρομπότ και τα επιτεύγματα της ΤΝ για τέτοιες σκατοδουλειές. Και θα γράφαμε τις βιογραφίες ηρώων της βιοπάλης αντί για παχυλά αμειβόμενους επαγγελματίες αθλητές.

Σε έναν διαφορετικό κόσμο, το αναγνωστικό κοινό μπορεί να μην το συγκινούσαν οι βιογραφίες και οι προσωπικές διαδρομές του καθενός. Δε θα έψαχνε για ήρωες και λοιπούς αγίους για το εικονοστάσι του (Τραμπάκουλα, που άναβε κεράκι στους κλασικούς), παρά μόνο την ιστορία της τάξης του και συνολικές, κοινωνικές αναλύσεις. Θα ήταν και αυτό ένα μικρό βήμα στη μακρά διαδρομή της απομάγευσης του κοινωνικού προτσές, για να δούμε τι κρύβει το (και αυτό) μαύρο κουτί της ιστορίας.

Αλλά οι προσωπικές ιστορίες έχουν πάντα μια γοητεία, ένα ιδιαίτερο αλατοπίπερο, πιπεράτα ανέκδοτα ή ακόμα και ιστορικό «κουτσομπολιό» για πατατάκι -όλα χρειάζονται στη ζωή, και ακόμα περισσότερο στην ανάγνωση ενός βιβλίου. Οι προσωπικές ιστορίες έχουν πάντα κάτι να πουν, αρκεί να μην μπερδεύεις τις ιστορίες με την Ιστορία και τις τάξεις με τις παρέες (που τάχα «γράφουν ιστορία» στο αφήγημα του Νιόνιου).

Και πώς βγαίνουν τα παρανόμια; Από την ίδια τη ζωή. Από μια εσωτερική ανάγκη να πεις τα πράγματα -και τα πρόσωπα- με το όνομα που θα τους δώσεις (που μπορεί να τους πάει πιο πολύ). Από την ανάγκη να βρεις ένα ψευδώνυμο, για να μη σε πιάσουν. Από φιλική - χιουμοριστική διάθεση ή απλώς για καζούρα, αν βρεις ένα βασικό γνώρισμα του στόχου σου και το εκτείνεις στην υπερβολή του, για να τον ακολουθεί για πάντα. Ενίοτε απλώς ψυχαναγκαστικά, γιατί όλοι πρέπει να έχουν ένα -όπως στις ΗΠΑ. Και ποτέ δεν ξέρεις ποιο θα επικρατήσει στην πορεία και γιατί. Άγνωστη η τροπή της ιστορίας, ως κοινής συνισταμένης πολλών βουλήσεων, που δε συμπίπτει με καμία από τις αρχικές ατομικές βουλήσεις - συνιστώσες, αλλά έχει πάντα μια βασική ταξική κατεύθυνση.

Σε κάθε περίπτωση, τα παρατσούκλια είναι μια μορφή (λαϊκής) τέχνης. Ακόμα και ο Βαγγέλης Ιωάννου είναι καλλιτέχνης στο σπάσιμο νεύρων, με τα Σλούκι Λουκ, τις Κόμπρες, τους Τριποντίνους και τους Πιστολιόπουλους. Το κάνει αβίαστα, αυθόρμητα, αλλά με περισσό μεράκι. Και ευτυχώς που δεν τον έφερε το καπρίτσιο της ανάγκης (που έγινε ιστορία) στην άλλη όχθη του Ατλαντικού, να αλλάξει τα φώτα σε ό,τι παρατσούκλι ξέραμε, όπως αυτό του Μάτζικ.

Και τι θα βρούμε πίσω από τη μαγεία του Μάτζικ, αν ξύσουμε λίγο την επιφάνειά της; Αυτό είναι το κυρίως θέμα της ανάρτησης. Που δεν χώρεσε στο κύριο μέρος της φλύαρης ανάρτησης. Ίσως σε κάποια επόμενη (ζωή), όμως...

Παρασκευή 19 Δεκεμβρίου 2025

Εδώ δε θα περάσει ο (κοινωνικός) αυτοματισμός

Εισαγωγή: η κινητοποίηση της Τρίτης είχε καλή μαζικότητα σε αντίθεση με τις πρωινές -η Ρόζα να τις κάνει- απεργιακές συγκεντρώσεις (ενός χώρου που ξοδεύει περισσότερη ενέργεια για κριτική στο ΠΑΜΕ παρά για να τις οργανώσει) και μια σειρά ενδιαφέρουσες στιγμές-ομιλίες. Από τον Ρίζο Μαρούδα που ευγνωμονούσε τον κόσμο για την αλληλεγγύη του, δίνοντας όρκο πως δε θα υποχωρήσουν, και τη συγκινητική αναφορά του Βαλσάμου Συρίγου στους αγώνες στο εργοτάξιο του Ελληνικού, όπου η τάξη μας θρηνεί ήδη τα πρώτα θύματα της «ανάπτυξης». Μέχρι την θαρραλέα παρουσία του στρατευμένου νέου που είναι στις Ειδικές Δυνάμεις αλλά δε μάσησε τις απειλές και το περιρρέον κλίμα εκβιασμών, και τον εν αποστρατεία αξιωματικό που ανέλυσε τι φέρει το νομοσχέδιο του Δένδια για τους Ένοπλους (εκτός από φέρετρα με σημαίες της ΕΕ), κλείνοντας με το σύνθημα.

Κουλτούρα πολέμου δεν είχαμε ποτέ
Στο μέτωπο να στείλετε Χασάπη και Φραπέ

Κρίμα που ήταν ανέτοιμο το κοινό από κάτω και δεν το ξαναφώναξε...


Κυρίως μέρος

Λέγαμε λοιπόν πως... «και μένα οι παππούδες μου ήταν αγρότες», όπως και όλης σχεδόν της Ελλάδας, οπότε δεν είναι λογικό να βλέπεις αφ’ υψηλού τις ρίζες σου όταν πεθαίνουν -πόσο μάλλον όταν τις κόβουν και τις αφανίζουν. Ενεργοποιείται συχνά όμως ένας μηχανισμός που αποτυπώνεται και σε αυτό που βλέπουμε γραμμένο στους τοίχους: ο παππούς σου μετανάστης και εσύ φασίστας; Με τον ίδιο τρόπο άλλοι διαπράττουν πχ γενοκτονία ενώ είχαν παππούδες θύματα του Ολοκαυτώματος. Ενώ στα καθ’ ημάς, κάποιοι έχουν παππού αγρότη και είναι εσωτερικοί μετανάστες δεύτερης γενιάς (με δυάρι στον Μπύθουλα) αλλά την έχουν δει αστοί.

Αυτός ο μηχανισμός, πάντως, δε φαίνεται να λειτουργεί πολύ καλά αυτή τη φορά. Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά σε σχέση με προηγούμενες χρονιές και τις αντίστοιχες αγροτικές κινητοποιήσεις. Η τακτική των αγροτών (που ανοίγουν διόδια, μοιράζουν τρόφιμα, διευκολύνουν τους ταξιδιώτες πολλές φορές κτλ) έβαλε μπλόκο πρωτίστως στον κοινωνικό αυτοματισμό, τον διαχρονικό σύμμαχο κάθε αστικής κυβέρνησης και των συστημικών ΜΜΕ που φροντίζουν να τον καλλιεργούν -όπως κάνουν και τώρα αλλά σε πιο ήπιους τόνους, μιλώντας για τους ξενοδόχους και τις «επαγγελματικές ομάδες» που ζημιώνονται ή για την επικείμενη άνοδο των τιμών, λες κι είχαν πέσει ποτέ στο ενδιάμεσο. Κι αυτή είναι η μεγάλη ήττα τους. Ξέρεις τι είναι να στέλνεις κάμερες και μαρκούτσια για το κλασικό στημένο ρεπορτάζ με τους «αγανακτισμένους» πολίτες-οδηγούς και αυτοί να σου απαντάνε «χαλάλι η ταλαιπωρία, οι αγρότες έχουν δίκιο, καλά κάνουν»;

Το δεύτερο στοιχείο που κάνει τη διαφορά είναι η (σχεδόν πρωτοφανής) μαζικότητα των μπλόκων και η αποφασιστικότητά τους να συνεχίσουν μέχρι την (κάποιου είδους) δικαίωση. Δεκάδες μπλόκα, χιλιάδες τρακτέρ και αγρότες αποφασισμένοι να κάνουν Χριστούγεννα στον δρόμο. Να μην τσιμπήσουν το δόλωμα, να μην υποχωρήσουν, να μη σπάσουν την ενιαία στάση τους και τον αγώνα τους. Η εξαίρεση των λίγων Κρητικών που (αγνόησαν βέβαια το μαχητικό μπλόκο των Χανίων και) πήγαν σε πριβέ συνάντηση με τον Χατζηδάκη, αλλά ούτε καν αυτοί δεν πήραν ό,τι ζητούσαν, επιβεβαιώνει τον γενικό κανόνα.

Και αν η κυβέρνηση φαίνεται σε αυτό το στάδιο κάπως «διαλλακτική» και ψάχνει παραθυράκια διαλόγου, δεν το κάνει επειδή αγάπησε ξαφνικά την αγροτιά ή επειδή φοβάται για τις ψήφους που θα χάσει στην επαρχία. Ούτε ξέχασε τα άλλα της μέσα: το μαστίγιο της καταστολής, τη στρατιά τρολ (που δεν έχουν πρόβλημα να λένε όλα μαζί κάτι τη μια μέρα, για να τα αδειάσει ο εργοδότης τους την επόμενη, όπως με το αφορολόγητο πετρέλαιο -έτσι λειτουργεί το παιχνίδι) ή την υστερία για τους κλεισμένους δρόμους και την ταλαιπωρία. Απλά δεν της βγαίνουν όλα αυτά και αναγκάζεται να ψάξει άλλες λύσεις, γιατί πιέζεται πολιτικά από τη μαζικότητα (και τη μαζική θετική απήχηση) των κινητοποιήσεων.

Πώς εξηγείται αυτή η τελευταία;

Παίζει ασφαλώς έναν ρόλο η «επικαιρότητα»: το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και οι προκλητικοί μάρτυρες στην Εξεταστική της Βουλής, που τροφοδοτούν τη λαϊκή οργή (και τις εκπομπές σάτιρας), καθώς και τη βεβαιότητα πως λεφτά (Τζόκερ, Φεράρι) υπάρχουν για τους ημέτερους, που σιωπούν με τον νόμο της ομερτά, για να πέσουν στα μαλακά. Κανείς αγρότης, όμως, δεν έχει το δικαίωμα της σιωπής, όταν τον πνίγουν τα χρέη και δεν έχει μέλλον. Και τέτοια ώρα μιλάνε μόνο οι πράξεις.

Ασφαλώς παίζει ρόλο και η απόγνωση. Όποιος έχει κουράγιο και γερό στομάχι, μπορεί να μαζέψει μια σειρά συγκλονιστικά -χωρίς υπερβολή- στιγμιότυπα των τελευταίων ημερών: σκληροτράχηλους αγρότες που θρηνούν για τη σοδειά τους, «τραχείς» κτηνοτρόφους που κλαίνε σαν μικρά παιδιά για τον χαμό των ζωντανών τους και δεν ξέρουν πώς θα ζήσουν χωρίς αυτά, άλλους που βραβεύονται και δε γίνονται ψώνια-εντερπρενέρ, αλλά απευθύνουν από το μικρόφωνο αγωνιώδη έκκληση για σωτηρία και ουσιαστική βοήθεια στην τάξη τους. Ακόμα και πιο «ψυχρές» εκτιμήσεις, από ανθρώπους που «καίγονται» επειδή βουλιάζουν στα χρέη και μπορεί μέχρι χθες να ψήφιζαν κόμματα εξουσίας, αλλά ξέρουν πως δεν αρκεί ένα συμβατικό ξεροκόμματο - πακέτο «στήριξης»-αποζημιώσεων, για να χρυσώσει το χάπι και να βρουν λύση στο πρόβλημα της επιβίωσης. Οι ασπιρίνες ποτέ δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν την επάρατη ΚΑΠ ή τις «παράπλευρες συνέπειες» του μονοπωλιακού κέρδους.

Η οργή και η απόγνωση από μόνες τους, όμως, δεν είναι ικανές συνθήκες -αν και απαραίτητες. Μπορεί να μείνουν τυφλές, να μη βρουν ποτέ διέξοδο. Σχεδόν όλη η χώρα βράζει, λίγοι όμως το εκφράζουν με πράξεις, δε μένουν να βράζουν στο ζουμί τους και να βουλιάζουν στα χρέη και τη μιζέρια -και αυτή είναι η μόνη πραγματική «συμμορία της μιζέριας».

Σε αυτό λοιπόν παίζει ρόλο μια μικρή κόκκινη πρωτοπορία, που είναι η ψυχή του αγώνα, δίνοντας τον τόνο και την κατεύθυνση σε όλο σχεδόν το αγροτικό κίνημα. Όπως είπε και μια σφισσα της κετουκε (απαντώντας σε σχετική ερώτηση, σε μια προσυνεδριακή μάζωξη), οι δυνάμεις μας στους αγρότες είναι μια μικρή οργανωμένη μειοψηφία που καταφέρνει να λειτουργεί με όρους πλειοψηφίας -δηλ σα να είχε τους συσχετισμούς με το μέρος της. Όπως ακριβώς έκαναν άλλοι σφοι σε μια σειρά σωματεία, με κορυφαίο παράδειγμα την περίπτωση της ΛΑΡΚΟ.

Οι δικοί μας ξέρουν/έμαθαν να συσπειρώνουν μάζες, να βάζουν σωστά αιτήματα που ανεβάζουν τη μέση συνείδηση, να διασφαλίζουν κοινή στάση-δράση με το σωστό πλαίσιο και ένα σχετικά αρραγές μέτωπο. Αν είσαι μαθημένος στα αμφιθέατρα και τη Σπουδάζουσα, περιμένεις μια «οικεία έκπληξη», κάτι εκτός σεναρίου. Έναν αριστεριστή να μπαχαλεύει τη διαδικασία, να μας εγκαλεί γιατί τα «διπλώνουμε» και «ξεπουλάμε τον αγώνα», κάποιον «γκρινιάρη» (όχι το Στρουμφάκι) να δυσφορεί με τα «κοινά πλαίσια» με τους «Δεξιούς» ή να προτείνει εναλλαγή πολλών μέσων, για να μη φετιχοποιήσουμε τη μορφή των μπλόκων και των καταλήψεων. Αλλά ο κάμπος και τα μπλόκα είναι άλλο σχολείο, εντελώς διαφορετικό για να το προσεγγίσεις με τέτοιους όρους, που βάζει τα γυαλιά στους μπαρουτοκαπνισμένους αιώνιους μεταφοιτητές, ακόμα και στο τρολάρισμα ή στα «ξύλα» που οργανώνει.

Όσο ξύλινο και αν ακούγεται, όλα αυτά προσφέρουν τροφή για σκέψη και υλικό για συμπεράσματα. Για εμάς μπορεί να είναι κοινός τόπος, αυτονόητα, αλλά έχει μια αξία να καταλαβαίνει κι ο χύμα κόσμος πως σε αντίθεση με τον κλασικό αφορισμό (δεν υπάρχει κράτος), αυτό είναι υπαρκτό, ταξικό και με συγκεκριμένες προτεραιότητες. Και ότι ίδιες αρχές που βγάζουν λάδι Φραπέδες, Τζιτζήδες και ΣΙΑ, απειλούν τους αγρότες με διώξεις για τον αγώνα τους, ως... «εγκληματική συμμορία».

Ότι σε όλη την Ευρώπη (που έχει περάσει... ανάπτυξη και Διαφωτισμό) οι αγρότες είναι στον δρόμο: με εξίσου δυναμικές κινητοποιήσεις (και την ίδια άγρια καταστολή), αντιμετωπίζοντας το ίδιο οξύ πρόβλημα επιβίωσης. Σε πλήρη αντίθεση με το κλασικό κλισέ «αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται», τα πράγματα δείχνουν πως «επιτέλους, γίναμε Ευρώπη». Και αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα -έτσι όπως εννοούν αυτή την Ευρώπη, ταυτίζοντάς την με την ΕΕ και την ΚΑΠ.

Και τέλος, ότι -όπως σε όλη την Ευρώπη και σε όλες τις ταξικές κοινωνίες- το ξύλο και η γκλίτσα έχουν δύο άκρες. Και οι αγρότες, που σκληραγωγούνται στον καθημερινό μόχθο πολύ περισσότερο από κάθε τεχνοκράτη-χαρτογιακά και κάθε ένστολο Μπαλούρδο, που κρύβει τη μαγκιά του πίσω από μάσκες, κλομπ και χημικά, είναι η καλύτερη... «επαγγελματική ομάδα» (μαζί με οικοδόμους, λιμενεργάτες και κάνα δυο κλάδους ακόμα) που έχει το μαγικό φίλτρο, για να τους κάνει να τρέχουν να σωθούν και να μετανιώσουν την ώρα και τη στιγμή που μπήκαν στο Σώμα (καταταγείτε μας έλεγαν).

Και προπαντός, είναι η καλύτερη περίπτωση για να μας δείξουν τι σημαίνει στην πράξη «αν ξυπνήσεις μονομιάς, θα ’ρθει ανάποδα ο ντουνιάς». Και δεν είναι ιστορικά τόσο πίσω οι εποχές που καταλάμβαναν δημόσια κτίρια (νομαρχίες κτλ) ή ξεκινούσαν εξεγέρσεις -για όσους φετιχοποιούν τη βία, σαν γνήσια τέκνα της κοινωνίας του θεάματος. Αρκεί να μην ξεχνάνε -και εμείς μαζί τους- πως αυτό που κάνει τη διαφορά είναι τα άλλα δύο στοιχεία: η μαζικότητα και η αποφασιστικότητα, που ακυρώνουν κάθε κρατικό σχεδιασμό (μαστίγιο και καρότο, δολώματα, καταστολή και κοινωνικό αυτοματισμό).

Τα καλύτερα συμπεράσματα βγαίνουν μες στη φλόγα του αγώνα. Αλλά δεν είναι η ώρα του απολογισμού και της αποτίμησης. Και ίσως (μακάρι) να αργήσει αρκετά αυτή η στιγμή. Ίσως να έχει να μας δώσει πολύ αισιόδοξα μηνύματα, όταν γίνει. Γιατί αυτή τη φορά υπάρχουν οι προϋποθέσεις να μη μείνουμε στο ίδιο έργο θεατές, να αποφύγουμε την πεπατημένη της κυκλικής εναλλαγής (με ένα ισχυρό κίνημα που δυναμώνει και ξεφουσκώνει σαν την παλίρροια), να μη φύγουν οι αγρότες με κατεβασμένο κεφάλι, να κερδίσουν κάτι ουσιαστικό και -κυρίως- να το επιβάλουν με τον αγώνα τους.

Και αυτή η νίκη θα είναι δική τους και δική μας.
Και μπορούν να μας την πάρουν πίσω -γιατί κάθε κατάκτηση είναι επισφαλής σε αυτό το σύστημα-, μόνο αν σταματήσουμε τον αγώνα.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2025

Και που λες Ευτύχη...

Τις προάλλες στο Πάντειο η ΚΝΕ διοργάνωσε μια εκδήλωση με την Μπέλλου για τις έμφυλες σχέσεις, με τίτλο: «Είναι το φύλο πηγή ανισοτιμίας, βίας, εκμετάλλευσης; Υπάρχει φάσμα ή αναταραχή φύλου;». Οπότε μια ομάδα αυτόνομων, αναρχικών ή όπως αυτοπροσδιορίζονται θεώρησε σκόπιμο να φωνάζει με σεκίτικο ζήλο συνθήματα για το πρωκτικό (σεξ) και τον σταλινισμό, κρίνοντας πως δίνει έτσι κατάλληλη απάντηση στην ανακοίνωση της ΚΝΕ για τον καθηγητή που χρησιμοποίησε συνειδητά τον όρο «φοιτητά». Στην ανακοίνωση απάντησε και η νεολαία του ΜεΡΑ25 -η ποια;- εξηγώντας μας πόσο παρωχημένη ιδέα είναι η θεωρία ότι υπάρχει αντικειμενική πραγματικότητα. Αλλά... «αυτοί είναι», αν υπάρχουν δηλαδή -ως νεολαία, εννοώ, όχι αντικειμενικά ως οντότητες. Υπάρχω λες και ύστερα δεν υπάρχεις.


Από την πλευρά της, η κε του μπλοκ:

-πιστεύει πως θα ήταν καλή απάντηση, απλώς για τον χαβαλέ, το σύνθημα: το πάθος για τα ελληνικά είναι δυνατότερο από τα «φοιτητά».
-δεν αυτοπροσδιορίζεται ως ουδέτερο και θα ήθελε συμπεριληπτικούς όρους που να το σέβονται.
-Θεωρεί πως άλλοι σφοι μπορούν να πιάσουν καλύτερα το θέμα (από μένα και νομίζω και από την εισηγήτρια). Και πως κανείς δε θα έβρισκε εύκολα πάτημα να εκδηλώσει σύνδρομα και φροϊδικά στάδια αν τα λέγαμε γενικώς καλύτερα, όπως πχ η επιστολή ενός σφου στον προσυνεδριακό για την αντιμετώπισης του ιδεαλισμού, που είναι από τις πιο αξιόλογες του φετινού διαλόγου.

Η κε του μπλοκ, τέλος, βρέθηκε στο Πάντειο με λίγες μέρες καθυστέρηση, όχι για ρεπορτάζ αλλά για ένα από τα «τραπέζια» μιας ημερίδας για τον Μπιτσάκη, από το ΝΑΡ (κατά κόσμον «Κομμουνιστική Απελευθέρωση», που θυμίζει την ΚΑΠ, και ολίγη από πραξικόπημα, δις ιζ ε Καπ-Κουπ). Και καταθέτει σχετικά κάποιες κωδικοποιημένες σημειώσεις, με την ελπίδα (που είναι πάντα πιο δυνατή από τη γνώση) να καλύπτει την άγνοιά της για μαγνητικά και γνωστικά πεδία που μου είναι σχετικά άγνωστα και δε νιώθω ιδιαίτερη αυτοπεποίθηση για να τα αναλύσω -ακόμα λιγότερη και από τα έμφυλα.

Ξεκινάμε και όποιον πάρει η άγνοιά μου.

-Καμία επανάσταση δε θα ξεκινήσει Κυριακή πρωί, εκτός και αν είναι για να προκαλέσουμε αιφνιδιασμό στον αντίπαλο. Και καμία κυριακάτικη ημερίδα δε θα ξεκινήσει στην ώρα της, -πχ πριν τελειώσει το πρόγραμμα της εκκλησίας. Ο μόνος που φταίει για την αναμονή, βέβαια, είμαι εγώ που τους πίστεψα και η άγνοιά μου για το πολιτικό φαινόμενο της ακραίας καμπύλωσης του κινηματικού χωροχρόνου, τα πρωινά που ακολουθούν μια δύσκολη νύχτα με πυρετό και φωτιά στον Γοργοπόταμο στα Σαββατόβραδα. Δε θέλω να πιέζεσαι, το Σάββατο τα βράδια, το πρωινό της Κυριακής, τα έδρανα μείναν (σχετικά) άδεια, αλλά γέμισαν στην πορεία, προς το μεσημέρι.


Όταν θες πάντως να τραβήξεις κόσμο σε μια ώρα/μέρα (χωροχρονική συγκυρία τέλος πάντων) δύσκολη, βάζεις ένα όνομα-κράχτη, πχ τον Βασίλη την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ ή τον Παυλίδη το πρωί της Κυριακής, κρατώντας ωστόσο την ώρα την καλή (prime-time) για τα δικά σου αστέρια (Μποφίλιου, Μηνακάκης, guest ο Πι Σωτήρης κτλ).

-Ο Δημήτρης Καρύδας δεν είπε λέξη για την τριγωνική επίθεση του Κ. Τζιαντζή (κόμμα-μέτωπο-κίνημα) και τη θεωρητική συμβολή του ρεύματος (που κάποτε άλλαζε θέσεις, όπως ο Ρόντμαν τα μαλλιά του) στη φιλοσοφία του Φιλ Τζάκσον. Και αν, σφε αναγνώστη, σου φαίνεται χαμηλό το επίπεδο αυτού του σχολίου, φαντάσου πως δεν είπα λέξη για Πίπεν. Ή για το «I’ m back» του κομμουνισμού στον τίτλο του ρεύματος, που ήταν όμως λόγια του Air. Ο οποίος επέστρεψε μια φορά σαν τραγωδία (για τους εχθρούς του) κι άλλη μια σαν φάρσα (για τα πεσμένα κέρδη του ΝΒΑ). Ενώ ο Ευτύχης -που στα νιάτα του έβοσκε κατσίκια στην Κρήτη- είναι κάτι σαν GOAT του ρεύματος, υπεράνω κριτικής, και κανείς δε θυμάται ότι κόλλησε τα τελευταία του ένσημα, αβαντάροντας τους (μαθητευόμενους) Μάγους του ΣΥΡΙΖΑ/της Ουάσιγκτον. Ή τέλος πάντων κλείνοντάς τους το μάτι, όπως στην περίφημη βολή εναντίον του Ντένβερ του Μουτόμπο.

Ο Καρύδας κατέφευγε συχνά στην ασφάλεια του γραπτού κειμένου, που το διάβαζε πολύ γρήγορα από το άγχος του και σε έβγαζε νοκ-άουτ πιο γρήγορα και από Ουαλό ή Σκωτσέζο σε άσκηση listening. Αν δεν είχα διαβάσει εισαγωγικά κάτι αντίστοιχο, όσο περίμενα, για την ύλη που είναι φιλοσοφική έννοια κι όχι φυσικό μέγεθος όπως η μάζα και η ενέργεια ή για την τοπικότητα, την ταχύτητα του φωτός και την αιτιότητα, είναι ζήτημα αν θα έπιανα στο περίπου το γενικό νόημα της εισήγησης ή πώς ένας αυτοδίδακτος με το ψευδώνυμο Κοσμάς Πολίτης μπορεί να συνδυάσει τις εθνικές ιδιαιτερότητες με τις αιτιώδεις νομοτέλειες του σοσιαλισμού, χωρίς να χάνει τίποτα από την οπτική του).

Τελικά μείναμε απλώς με την απορία για κάποια θέματα που τέθηκαν μεν ως ερωτήματα, προβληματισμοί και τροφή για σκέψη, αλλά ήταν τελικά μια συζήτηση που δεν έγινε. Πχ για την προβληματική σχέση της επαναστατικής αριστεράς με την πολιτική ή για τις πιθανές ομοιότητες του Μπιτσάκη με τον Ιλιένκοβ...

-Ο Μαγκλάρος, αν και μεταπτυχιακός φοιτητής -ή ίσως ακριβώς για αυτό- μίλησε κατανοητά και ουσιαστικά. Έκανε μια εκλαϊκευτικό, απλουστευτικό πείραμα-παρομοίωση (με μια αόρατη χείρα, που δεν ήταν μαγική ούτε της αγοράς) για τη διαφωνία Πλανκ-Αϊνστάιν και την καχυποψία του τελευταίου απέναντι στην κβαντομηχανική, που καταρρίφθηκε με αποδείξεις. Ενώ έπιασε ήρεμα και απλά, θέματα όπως: ο ιδεαλισμός του βαθιά θρησκευόμενου, αν και πρωτοπόρου, Νεύτωνα. Ο θετικισμός της Σχολής της Κοπεγχάγης, που δεν κάνει λόγο για φυσικές ιδιότητες αλλά για... «παρατηρήσιμα μεγέθη» -γιατί όλα είναι αισθητηριακά δεδομένα, αλλά όχι απαραίτητα αυθύπαρκτα. Η πολεμική του Λένιν στον Μαχ και τους οπαδούς του. Η φυσιοκρατία του Πόπερ, που δεν τάσσεται με τον θετικισμό αλλά θεωρεί μεταφυσική την αιτιοκρατία! Το δίπολο πλάνης και σχετικής γνώσης-αλήθειας. Και η συμβολή του Μπιτσάκη, είτε πχ με έννοιες όπως ο κβαντικός στατιστικός καθορισμός, είτε γιατί ανέδειξε πως η διαλεκτική σκέψη θα δικαιωθεί από τη σύνδεσή της με τα κινήματα και πρέπει να είναι όργανο για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, που θα ήταν αδύνατος αν δεν υπήρχε αιτιότητα, αντικειμενική πραγματικότητα, τάξεις κτλ.

Ο Παυλίδης (πάλαι ποτέ σοβιετικός κυριούλης) μπορεί εσχάτως (;) να ειδικεύεται στις ΔΣ (που δεν έχουν -δημοσίως- σχέση με τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό) αλλά αυτό δεν αναιρεί τη σοβιετική του μόρφωση -ειδικά για τη φιλοσοφία, τη ρητορική δεινότητα και την ικανότητα να κάνει μια σχεδόν συναρπαστική διάλεξη, λέγοντας τα πιο ουσιαστικά πράγματα που ακούσαμε στην αίθουσα. Ακολουθεί μια απλή αναφορά σε κάποια από αυτά, χωρίς πολλή ανάλυση.

-Η επιστήμη είναι η αναζήτηση και η γνώση των αιτιών ενός φαινομένου, των νόμων κίνησής του. Οτιδήποτε υπαρκτό, υπάρχει γιατί έρχεται σε αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, κάτι που μας οδηγεί στην αιτιότητα και συνεπώς στην εξέλιξη. Αντιθέτως, το απόλυτο δεν ορίζεται-δεν έχει όρια, βρίσκεται εκτός εξέλιξης και, συνεπώς, της ιστορίας.

Εκτός από τον γνωστικό της ρόλο, η επιστήμη μας επιτρέπει να προβλέπουμε εν μέρει το μέλλον. Χωρίς το στοιχείο της πρόβλεψης, θα ήταν αδύνατο να έχουμε αποτελεσματική (κοινωνική και γενικότερα) δράση. Ο άνθρωπος επιβίωσε (και επικράτησε) στη φύση ακριβώς επειδή μπορούσε να διαγνώσει τους νόμους κίνησής της. Δε θα μπορούσε όμως να το καταφέρει, σε έναν κόσμο όπου θα ήταν έρμαιο του τυχαίου και του συμπτωματικού (ή όπου θα ίσχυε ο ισχυρισμός του Πόπερ πως η επιστήμη αποτελείται από θεωρίες που προορίζονται να διαψευστούν).

Είμαστε ελεύθεροι, ακριβώς επειδή υπάρχει νομοτέλεια, η οποία μας ασφαλίζει από το τυχαίο και από την τυφλή ανάγκη. Δε θα υπήρχε ελευθερία χωρίς τον αντικειμενικό καθορισμό, που επιτρέπει τον συνειδητό μετασχηματισμό του φυσικού και του κοινωνικού περιβάλλοντος.

-Ο Μπιτσάκης απέρριψε την αλτουσεριανή τομή, δηλαδή τον διαχωρισμό του ιδεολόγου από τον επιστήμονα Μαρξ. Δεν είχε όμως το προνόμιο να γνωρίσει τα δημιουργικά επιτεύγματα της σοβιετικής φιλοσοφίας.

-Το ερώτημα γύρω από το αντικείμενο κάθε επιστήμης είναι ένα προκλητικό ζήτημα (που τέθηκε απλώς χωρίς ωστόσο να μας απασχολήσει αργότερα, στην πορεία της συζήτησης).

-Ο θετικισμός ρέπει στον εμπειρισμό, τον συμβατισμό, τον υποκειμενισμό και απορρίπτει την κοινωνιολογία.
Η επιστήμη χρειάζεται τη δέσμευση της απόδειξης και την επαλήθευση, για να μη μοιάζει με θεολογία. Αλλά ο εμπειρικός έλεγχος δεν είναι εξωιστορικός. Και η πειραματική-εμπειρική επαλήθευση ανήκει μάλλον σε ένα πρώιμο στάδιο της επιστημονικής σκέψης. Η πρόταση «όλα τα κοράκια είναι μαύρα» πχ μπορεί να μην επιβεβαιώνεται εμπειρικά παντού και πάντα, δεν αναιρεί όμως τη γνώση μας για τον μηχανισμό δημιουργίας των διαφόρων χρωμάτων στους ζωντανούς οργανισμούς.

-Αυτό που επικράτησε σήμερα δεν είναι γενικά και αόριστα το ανθρώπινο είδος μας, αλλά η καπιταλιστική δίψα για κέρδος και οι καταστροφικές συνέπειες στο περιβάλλον -που συνδέονταν με το θέμα του δεύτερου τραπεζιού. Μπορεί ο Μαρξ να χρησιμοποίησε την έννοια της αφθονίας αγαθών για τον κομμουνισμό, αλλά αυτή ενδέχεται να μην είναι συμβατή με την κοινωνία του μέλλοντος, που θα έχει ως βασική της πρόκληση-ζητούμενο να βρούμε ένα καινούριο νόημα ζωής για να μας γεμίζει.

-Ο Μπιτσάκης κατάλαβε την ανάγκη να αξιοποιήσουμε την ιστορική πείρα, να επανεξετάσουμε κριτικά το παρελθόν, να αποδείξουμε ότι ο σοσιαλισμός παραμένει αναγκαίος και επίκαιρος. Συνειδητοποίησε τη σημασία της επιστήμης για τα ΚΚ, για περιγραφή της μελλοντικής προοπτικής, ενάντια στη λογική του «βλέποντας και κάνοντας» ή στον δογματισμό κάποιων κλειστών ηγετικών ομάδων. Οι πιο δημιουργικοί μαρξιστές έδρασαν εντός, εκτός και επί ταυτά, με σεβασμό στα κομμουνιστικά κόμματα αλλά κατά βάση έξω από κομματικούς μηχανισμούς, γιατί η μαρξιστική σκέψη οφείλει πάντα να αμφισβητεί τον εαυτό της -σε αντίθεση με την ανάγκη των κομμάτων να διαμορφώνουν μια πολιτική γραμμή και να την υπερασπίζονται σθεναρά. Ενώ πρόσθεσε την ανάγκη να εξετάσουμε ιστορικά-κριτικά το σύνολο του μαρξικού κεκτημένου.

Όποιος έχει παρακολουθήσει τον Παυλίδη, γνωρίζει πως εκφράζει παραδοσιακά τη σχετική αυτονομία της θεωρίας και των ερευνητών από την κομματική γραμμή. Στις διευκρινίσεις που κλήθηκε να δώσει σχετικά, τόνισε ότι η κομματικότητα είναι προϋπόθεση για κάθε μαρξιστή ερευνητή, αλλά η βάση της επιστήμης είναι η αμφιβολία -που δε βρίσκει εύκολα χώρο σε μια κομματική επεξεργασία ή σε μια δύσκολη συγκυρία που πιέζει για απαντήσεις.

Ο δικός μου αντίλογος είναι πως οι (κομματικές) βεβαιότητες, όπως και η γνώση, δεν είναι απόλυτες αλλά ιστορικές. Σε κάθε περίπτωση, χρειάζονται τεκμηρίωση και σίγουρα δεν αναιρούν την ανάγκη περαιτέρω έρευνας -αντιθέτως. Κάθε νέα «βεβαιότητα», φέρνει άλλωστε νέα ερωτήματα. Κι η εκάστοτε συγκυρία δεν απαιτεί τυφλές συσπειρώσεις πίσω από μια γραμμή, αλλά προσανατολίζει συγχρόνως την έρευνα και καθορίζει ποια ζητήματα αναζητούν απαντήσεις. Επίσης, ένας μεμονωμένος ερευνητής, όσο εύστοχο και διεισδυτικό έργο και αν έχει, δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει τη συλλογική θεωρητική δουλειά ενός κόμματος (ή ενός κομματικού κέντρου μελέτης), τον οργανωτικό συντονισμό ενός φορέα που οργανώνει το δυναμικό του (μέλη και συνεργαζόμενους), τους ανθρώπινους πόρους του, τις δυνατότητές του να εκπονήσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα μελέτης και να το φέρει εις πέρας.

Ο Παυλίδης ουσιαστικά περιγράφει -ως απάντηση- το μοντέλο των Ομίλων Επαναστατικής Θεωρίας, που έδειξαν όμως τους δικούς τους περιορισμούς, ιδίως κατά τη μετατροπή του Ομίλου των Χανίων (αυτούσιου) σε πυρήνα του ΕΠΑΜ του φυρερίσκου Καζάκη -που βρήκε ακροατήριο σε διάφορες οργανώσεις του εξωκοινοβουλίου. Και ο κάθε εύλογος προβληματισμός (για την αυτονομία του ερευνητικού προβληματισμού από μια κομματική επεξεργασία) χάνει μεγάλο μέρος της ισχύς του, αν βλέπει μονόπλευρα κάποιες καταστάσεις ή αγνοεί το οξυγόνο της αυτοκριτικής.


Από τις υπόλοιπες ερωτήσεις ξεχώρισα μια «ολικής άγνοιας» -και δεν το λέω με την έννοια πως απαιτούσε καταφατική ή αρνητική απάντηση (ναι ή όχι). Ο συναγωνιστής ρωτούσε τι είναι η διαλεκτική, αν μας είναι απαραίτητη για να καταλάβουμε το «Κεφάλαιο» και τι πρέπει να διαβάσουμε για να την κατακτήσουμε. Η (αναγκαστικά) σύντομη απάντηση του Παυλίδη ήταν πως δε γίνεται να πιάσουμε ξιπόλυτοι, χωρίς εφόδια και προεργασία, τη Διαλεκτική του Χέγκελ και πως η καλύτερη εισαγωγή είναι ίσως διάφορα σοβιετικά εγχειρίδια για τον Δια-Ματ.

Από τις υπόλοιπες ερωτο-απαντήσεις, ξεχώρισε η πολεμική στον Αλτουσέρ, που δεν κατάλαβε τίποτα από τη Γερμανική Ιδεολογία ή τη σημασία που απέδιδε ο Μαρξ στο συναίσθημα και την τέχνη. Η εκτίμηση πως στον Χέγκελ βρίσκουμε αρκετό υλισμό (και διαλεκτική προφανώς). Και η εκτίμηση που τρέφει ο Παυλίδης στον Ιταλό Losurdo, που ασχολείται με το συγκεκριμένο ζήτημα.

Αν ήμασταν στον Οδηγητή (με σφυροδρέπανο ή το δαγκωμένο μήλο της Apple και του προπατορικού αμαρτήματος της αστικής κυβέρνησης), θα έπρεπε να συμπληρώσουμε κάτι για την ενότητα «Ψαξ’ το παραπάνω». Αυτό το παραπάνω θα μπορούσε να είναι ένα πρόσφατο βιβλίο για τον Μπιτσάκη, σε επιμέλεια Β. Μπρούμα -που βοηθά πχ να καταλάβουμε καλύτερα τη συνεισφορά του Ε.Μ. στη Φυσική και τη σχέση της με τη φιλοσοφία. Αλλά είναι πάντα καλύτερο να καταφεύγουμε στο πρωτότυπο. Δηλαδή στα έργα του ίδιου του Μπιτσάκη ή τα βίντεο της εκδήλωσης -όταν με το καλό ανέβουν στο κανάλι του ρεύματος, που έγινε ΚΑΠ.

Τα υπόλοιπα τραπέζια δεν είχα χρόνο να τα παρακολουθήσω. Αν έκανα μια επιλογή, μπορεί να έβλεπα το τέταρτο -και τελευταίο- για τον πολιτικό Μπιτσάκη. Με αποθάρρυνε όμως ότι στο Ρεύμα σχεδόν κανείς δεν τον αντιμετωπίζει κριτικά, δηλαδή επιστημονικά, δηλαδή διαλεκτικά -βλέποντας τις αντιφάσεις του, χωρίς να τις προσπερνάει. Πχ κανείς από τους παραπάνω δε θα επικρίνει δημόσια τα στερνά του Ευτύχη, που έκλεινε το μάτι στην αριστερή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ -ή και παλιότερα, τον πρόλογο που έγραψε στο «Φαινόμενο της Προσωπολατρίας», σε πλήρη αντίθεση με το περιεχόμενο του βιβλίου. Κι ελάχιστοι καταλαβαίνουν πως αυτή η αποσιώπηση δε δείχνει σεβασμό, αλλά ένα είδος προσωπολατρίας που αναπαράγει μερικές από τις χειρότερες παραδόσεις του παρελθόντος, αλλά κυρίως δεν έχει να προσφέρει τίποτα, για να προχωρήσουμε στους «δρόμους της διαλεκτικής» και να ποτίσουμε το «αειθαλές δέντρο της γνώσης».