Οι σημειώσεις που ακολουθούν είχαν γραφτεί πριν από κάνα δίμηνο, εξ ου και κάποιες μπαγιάτικες αναφορές σε ΟΠΕΚΕΠΕ και μπλόκα. Θα είχαν μείνει λογικά αδημοσίευτες, μπαίνουν όμως ως κείμενο - κονσέρβα για να καλύψουν ένα κενό, καθώς μπορεί να καταλάγιασε ο αρχικός θόρυβος για την ταινία, υπάρχει όμως ένα γενικό ενδιαφέρον για τον Καποδίστρια και την εποχή του, που αναδείχτηκε και από την πρόσφατη αρθρογραφία του Ριζοσπάστη. Καλή ανάγνωση.
Στη δουλειά είχαμε ένα χαϊδεμένο που είχε βύσμα τη μανούλα και χωνόταν αυτοδικαίως σε κάθε κουβέντα, για να μη νιώθει στην απέξω. Πχ, η κινέζικη κουζίνα; -Εγώ θα σου πω. Δεν έχω φάει. Πάνω-κάτω δηλαδή ό,τι κάναμε όλοι μας για τον Καποδίστρια.
Πρέπει δηλαδή να φάμε στη μάπα την ταινία του Σμαραγδή για να εκφράσουμε άποψη; -Όχι, σφοι, δε χρειάζεται να το κάνουμε αυτό. Δεν πρέπει να νιώθουμε υποχρεωμένοι να πούμε κάτι για όλα, για να μην απογοητεύσουμε το κοινό μας, που καρτερά διψασμένο τη σοφία μας. Και πρέπει να είμαστε υποψιασμένοι για τα βασικά του μάρκετινγκ -ότι δηλαδή δεν υπάρχει κακή διαφήμιση και αρνητικός ντόρος για την εισπρακτική επιτυχία μιας ταινίας.
Αυτό το κατανοεί καλύτερα απ’ όλους ο ίδιος ο Σμαραγδής. Όταν λέει πως τον πολεμά το κατεστημένο (!), πείθει αυτούς που είναι έτοιμοι να το χάψουν, με το μυαλό του στην επόμενη κρατική επιχορήγηση. Και πείθει στοχευμένα αυτούς που πιστεύουν ότι πολεμάν την πατρίδα μας, το έθνος και τα σύμβολά του -πχ τον Κάπο ντ’ Ίστρια (χωρίς τα δύο Πι του Κάππου που έλεγε πως το ένα είναι για τον λαό). Δηλαδή ένα είδος εθνικιστών woke -ξυπνάτε συν-Έλληνες-, που μόνο αμελητέο δεν είναι -αριθμητικά και γενικώς.
Κι αν υπερβάλλει και εξοργίζει και μερικούς δικούς του, που κρατάνε τα προσχήματα της σοβαρότητας, τόσο το καλύτερο, για να δείξει πόσο πλατύ είναι το φάσμα του εθνομηδενισμού και του κατεστημένου που τον πολεμά. Κι ο Σπυράδωνης μπορεί να ενοχλεί αισθητικά κάποιους δεξιούς, δεν ενδιαφέρεται όμως για τις αρνητικές γνώμες -όπου θα ήταν πρώτος με διαφορά- αλλά για τα εισιτήρια που θα κόψει στην κάλπη. Έτσι αγαπάνε αυτοί την Ελλάδα, με επιδοτήσεις και φτηνή προπαγάνδα, σαν γνήσιοι Ελλαδέμπορες. Κι αν δεν ανήκες στο ποίμνιο, μες στη ζεστή αγκαλιά των χιλιάδων θεατών (ή τυχερών του Τζόκερ και του ΟΠΕΚΕΠΕ), κάτσε και προβληματίσου μήπως είσαι ανθέλληνας, εσύ και ο κύκλος σου.
Επόμενη γραμμή επιθετικού μάρκετινγκ και επίθεσης στη νοημοσύνη μας: ναι αλλά δεν τολμάτε να κάνετε ταινία για κάποιον αριστερό -άπατη θα πήγαινε. Όπου με αυτό μπορεί να εννοούν τα πάντα, από τον Βελουχιώτη μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου -τρανή απόδειξη τα εικονίσματά του στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, άλλωστε.
Πού να τολμήσουμε όμως τέτοιες ταινίες; Ποιος σκηνοθέτης αντέχει το βάρος της σύγκρισης με το καλτ έπος «Γράμμος-Βίτσι» και τα... αγρίμια σαν τον Άρη, που δεν κάθονταν ήρεμα να τα σφάξουν να αγιάσουν; Ένας ηθοποιός έπαιξε τον Άρη στο θέατρο και τον κατάπιε ο ρόλος, δεν μπορούσε να παίξει μετά κάτι άλλο, παρά μόνο λούμπεν ρολάκια -που τέτοιος ήταν δηλαδή και ο Άρης άμα πάρεις τοις μετρητοίς τα γραπτά του έγκριτου ΓΠ. Και η δημοσιογράφος του Ρίζου που έγραψε το θεατρικό πέθανε πρόωρα, σαν τον Φρ. Γερμανό που είδε... «αντικειμενικά» τον Ζαχαριάδη ή τον Κοτανίδη του «Ομπίντα», που έφυγε με την πίκρα του για την επικράτηση του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα -παλιός μαοϊκός γαρ. Ενώ το (κάτι σαν) άρλεκιν του Κουτσομύτη («κόκκινο τανγκό») πήγε μάλλον άπατο και ας ήταν σχετικά «έντιμο», συγκριτικά με άλλες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις στην προσωπικότητα του ΝΖ.
Οι καλές ταινίες θέλουν καλή παραγωγή, δηλαδή λεφτά, και άξιους συντελεστές, στο ύψος των ονείρων μας, της περίστασης και του ιστορικού προσώπου ή του θέματος. Και δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο λείπει σήμερα περισσότερο -αν κρίνουμε από τις πρόσφατες ταινίες του Βούλγαρη. Κι αυτές εθνικά αφηγήματα υπηρετούν κατά βάση, βέβαια, αλλά δεν πέφτουν τουλάχιστον στο επίπεδο του Σμαραγδή.
Αν η ταινία του Σμαραγδή ήταν αθλητική αναμέτρηση, θα ήταν απ’ αυτές που «δεν αντέχουν σε κριτική», κατά το αθάνατο κλισέ. Αυτό που έχει αντιθέτως ενδιαφέρον είναι το πολιτικό υπόβαθρο διάφορων σύγχρονων προσεγγίσεων για τον Καποδίστρια ως ιστορικό πρόσωπο.
Εκεί θα δούμε το γελοίο καλτ του Σμαραγδή να σμίγει με τους μύθους της «σοβαρής» φιλελέ ματιάς, για τον πρωτοπόρο εκσυγχρονιστή με το φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό όραμα για το ελληνικό κράτος, που το διέκοψαν βίαια οι τοπικές συντεχνίες και ο λαϊκισμός (οι Μαυρομιχάληδες και τα μπλόκα των αγροτών). Διακρίνουμε δηλαδή τις δύο βασικές τάσεις-αποχρώσεις της σημερινής ΝΔ, που αλλάζουν συχνά ρόλους και συνυπάρχουν ειρηνικά, αλλά με κάποια καβγαδάκια, όπως σε κάθε οικογένεια, για να δίνουν προς τα έξω εικόνα δημοκρατικής πολυφωνίας και σεβασμό σε όλες τις απόψεις: από τον φασισμό χωρίς σβάστικα, μέχρι τον άγριο νεοφιλελευθερισμό.
Στον αντίποδα...
-.-
Εδώ διακόπτονται οι παλιές σημειώσεις της κε του μπλοκ. Θα ήταν πρακτικά αδύνατο να πιάσω και να συνεχίσω με ακρίβεια το νήμα εκείνων των σκέψεων, μπορώ όμως να αφήσω μερικές... μετα-σημειώσεις στο ίδιο γενικό πνεύμα.
Ο αντίποδας μπορεί να είναι πχ ο φασαίος φοιτητής στο οικογενειακό τραπέζι, που θεωρεί (επαναστατικό) καθήκον του να αναστατώσει τη γεροντοκρατία με τα αβάσταχτα πομπώδη κλισέ, αναμασώντας με πίστη κάτι που άκουσε στο τραπεζάκι της σχολής για τον αυταρχικό Καποδίστρια που ήταν και λίγο φασίστας.
Αν πάρεις τον λόγο από το προεδρείο για να εξηγήσεις πως αυτό είναι άστοχος αναχρονισμός και ότι πρέπει να κρίνουμε κάθε προσωπικότητα με τα μέτρα της εποχής της, κινδυνεύεις να μπεις στη λίστα με τους θείτσους που δεν τους κάθισε η νεολαία, όταν πήγαν να κάτσουν μαζί της. Και αν συνεχίσεις λέγοντας πως είναι εύκολη απλούστευση να βλέπουμε τους Μαυρομιχάληδες και άλλους αστοποιημένους φεουδάρχες, προύχοντες κτλ ως συντεχνία που μάχονταν τον αστικό εκσυγχρονισμό, θα σε κοιτάνε όλοι μαζί έτοιμοι να γρυλίσουν και δε θα σε ξανακαλέσουν στο επόμενο τραπέζι, που δεν είναι απαραίτητα κακή εξέλιξη.
Αν και η σωστή τακτική θα ήταν ξεκάθαρα να αναλύσεις την αντιπαράθεση Κορδάτου - Ζεύγου για τον ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης και τις προεκτάσεις της στην εποχή τους, το νήμα που την συνέδεε με τη λαοκρατία κτλ, για να σε κοιτάνε σιωπηλοί και να το σκεφτούν διπλά πριν ανοίξουν ξανά τέτοια συζήτηση.
Σε ένα πιο υποψιασμένο τραπέζι, πχ με διαβασμένο αριστεροχώρι, ίσως έμπαιναν πιο προχωρημένα ζητήματα. Πχ το άρθρο της Αλέκας για τον Καποδίστρια στον συλλογικό τόμο της Σύγχρονης Εποχής ή ότι το ΚΚΕ χαρίζει το '21 στην αστική τάξη και δεν τονίζει τη λαϊκή συμμετοχή στον αγώνα, όταν μιλά για αστική τάξη.
Ένα παιδί δικαιολογείται βέβαια να θεωρεί πρότυπο στην εποχή μας πχ το ελευθερία - ισότητα - αδελφότητα. Καμία παιδική αρρώστια όμως δε δίνει άλλοθι σε οργανώσεις που βάζουν εκεί το ταβάνι τους και ταυτίζουν εμμέσως την επαναστατική πάλη ενός λαού σήμερα με τα συνθήματα των επαναστάσεων του 19ου αιώνα -ίσως επειδή ένιωσαν προδομένες και απογοητεύτηκαν από τα εγχειρήματα του 20ού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τη διάκριση - αντίθεση ανάμεσα στις κινητήριες δυνάμεις μιας επανάστασης (χωρίς τις οποίες δε θα ξεκινούσε ποτέ, με αυτά τα χαρακτηριστικά) και αυτές που βάζουν, αποφασιστικά ή και με αφέλεια, το σύνθημα μέχρι τέλους -για να πιάσουμε άλλα συμφραζόμενα και πιο σύγχρονους συνειρμούς. Το δημοψήφισμα του '15 πχ εξυπηρετούσε τους σκοπούς του ΣΥΡΙΖΑ και της τάξης που εκπροσωπούσε (και δε θα γινόταν ποτέ χωρίς τη δική του πρωτοβουλία) και όχι των χρήσιμων κομπάρσων που πίστεψαν στο μέχρι τέλους. Κι οι Γιακωβίνοι του Ροβεσπιέρου (και του κοντόχοντρου) δεν ήταν παρά η αριστερή, ριζοσπαστική πτέρυγα της αστικής τάξης, παρά την τρομοκρατία της γκιλοτίνας - ή ότι οι αστοί φάνηκαν ασυνεπείς στα δικά τους συνθήματα.
Μια βασική αδυναμία στις αφελείς προσεγγίσεις, που αποσπούν την πολιτική από την οικονομία και τις επιθυμίες τους από την πραγματικότητα, είναι ότι ψάχνουν να βρουν τη σωστή πλευρά της ιστορίας α. υπό το πρίσμα της δικής τους εποχής και β. με όρους ηθικής - ηθικολογίας. Αναζητούν δηλαδή τους καλούς και τους κακούς της υπόθεσης, πέφτοντας ακούσια στο επίπεδο σκέψης του Τραμπ που βάζει τους ξένους ηγέτες σε λίστες good guys και bad guys, κρατώντας ίσως για τον εαυτό του τον ρόλο του άσχημου -the ugly one.
Τα ιστορικά πρόσωπα δρουν σε ένα δοσμένο πλαίσιο, υπηρετώντας τα συμφέροντα της τάξης τους, και όχι με όρους καλοσύνης ή βαναυσότητας. Είμαστε απέναντι στον Μητσοτάκη πχ γιατί ασκεί μια βάρβαρη ταξική πολιτική (εργασιακός μεσαίωνας, καταστολή κτλ) και όχι επειδή είναι κάθαρμα σε προσωπικό επίπεδο ή μια αρσενική Μαρία Αντουανέτα, χωρίς την παραμικρή επαφή με το πόπολο - που είναι, αλλά δε θα άλλαζαν πολλά αν ήταν πχ πονόψυχος.
Το βασικό ζήτημα είναι η συνείδηση και η πολιτική μιας τάξης που δε διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα για να αυξήσει το κέρδος της και έχει ταυτιστεί με τα χειρότερα εγκλήματα - καθάρματα της ιστορίας, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, όταν ο αντικειμενικά προοδευτικός ιστορικός ρόλος της συμβάδιζε με την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο και τα άλλα καλά της πρωταρχικής συσσώρευσης. Και αν η ιστορία αναζητά κάθε φορά εκείνα τα πρόσωπα που θα εκφράσουν την ιστορική αναγκαιότητα, την τάξη τους και ευρύτερες κοινωνικές τάσεις, η αστική τάξη αναζητά διαχρονικά τα πρωτοπόρα καθάρματα που θα ενσαρκώσουν χωρίς ηθικούς φραγμούς τις αξίες της. Και όσο πιο πολύ αυτά επικαλούνται ανώτερες δυνάμεις και αξίες για να αντλήσουν ηθική νομιμοποίηση, τόσο πιο αδίστακτα είναι.
Τούτων λεχθέντων και αφομοιωθέντων, δεν είναι αδιάφορο να αναδείξουμε αυτή τη βαρβαρότητα, σημειώνοντας πχ τη ροπή του Μαυροκορδάτου στη δημαγωγία και την εξαπάτηση, την... ηθική ανωτερότητα ενός συστήματος γεμάτου μίζες και σκάνδαλα, την αθλιότητα μιας κυβέρνησης που συγκαλύπτει εγκλήματα και ετοιμάζει το έδαφος για τα επόμενα Τέμπη - πάντα προς επίρρωση της ταξικής ουσίας και όχι για την υποκαταστήσει μια άλλη ερμηνεία.
Μπορούμε επίσης να αφήσουμε το "τάξις και ηθική" και να αναζητάμε μόνο τάξεις -και τους σκοπούς που θα καθορίσουν την ηθική τους. Να μην εξιδανικεύουμε πολεμικά γεγονότα όπως η πολιορκία της Τριπολιτσάς, που είχε ελάχιστο ηρωισμό. Αλλά να αντισταθούμε παράλληλα στη σχετικοποίηση των ναζιστικών εγκλημάτων και τον ιστορικό αναθεωρητισμό που ψάχνει άλλοθι για τους δωσίλογους -που αναγκάστηκαν τάχα να ενταχθούν στα Τάγματα Ασφαλείας, πολεμώντας τον κομμουνισμό κτλ
Και μπορούμε να δούμε τέλος τον Καποδίστρια ως αυτό που πραγματικά ήταν. Ένας... Κάπο(ς) της τάξης του, με όσα καλά και ηθικά απορρέουν από αυτήν την ιδιότητα, ιδωμένα πάντα στην εποχή τους (και χωρίς τα δύο Κάππα του δικού μας Κάππου, που έλεγε ότι έχει δύο γιατί το ένα ανήκει στον λαό).
Πολύ καλύτερα από μένα τα λέει αυτό το άρθρο του Μηνά Αντύπα στον Ριζοσπάστη για τα όρια των αστικών αφηγήσεων, που συνίσταται για μελέτη.


















