Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2026

Ο θάνατος διακοπές στα εργοστάσια πάει

Κι έγινε το έγκλημα συνήθειά μας...

Πέντε εργάτριες δε γύρισαν σπίτι τους, αλλά η ζωή συνεχίζεται. Η παραγωγή, τα κέρδη που στάζουν αίμα, τα εγκλήματα. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, show must go on -κι εμείς κομπάρσοι της. Εξάλλου, όλα μες στη ζωή είναι -ακόμα και ο θάνατος. Όλα μες στη ζωή, δηλαδή τον καπιταλισμό, που είναι συνώνυμο του θανάτου και μας δίνει ψίχουλα για τη ζωντανή εργασία μας. Αλλά αν θες να λέγεσαι άνθρωπος, η ζωή δεν είναι επιβίωση, η αναπαραγωγή του είδους μας και βασικά του κεφαλαίου.

Θάνατος είν' τα κέρδη που γεννιούνται
Σε στάχτες, κάτεργα και αποκαΐδια


Όταν η Μποφίλιου έλεγε «είμαστε με τον άνθρωπο», έπεσαν να την φάνε τα τρολ της κυβέρνησης -ποιον άνθρωπο εννοεί κτλ. Και αυτή έδωσε πληρωμένη απάντηση, «εμείς είμαστε με τον άνθρωπο, ας πουν αυτοί με ποιον είναι, για να ξέρουμε». Λες τώρα να έμαθαν; Να απέκτησαν αυτογνωσία; Μετά το έγκλημα στα Τέμπη; Μετά τη Βιολάντα;

Εμείς μιλάμε για ανθρώπινες ζωές. Αυτοί για κέρδη και ζημιές. Θρηνούν για την επιχείρηση, δείχνουν ταξική αλληλεγγύη στον εργοστασιάρχη. Οι ζωές είναι παράπλευρες απώλειες, το έγκλημα δεύτερη φύση του συστήματος. Κι αν έχεις συνηθίσει το αίμα και τα «ατυχήματα», γιατί όχι και τον γύψο; Γιατί όχι τον φασισμό, με τις ναζιστικές συμμορίες και τον υπόκοσμο; Όσοι θρηνούσαν χτες τα ντουβάρια και τις μηχανές, είναι ταξικοί απόγονοι των κρυφο-δωσίλογων, που θρηνούσαν για τα θύματα των Ναζί επί Κατοχής. Αλλά όχι για τους εκτελεσμένους στο Σκοπευτήριο -κόκκινοι, σαν το αίμα τους που κυλούσε άφθονο στις κατηφόρες της Καισαριανής, ζητώντας εκδίκηση-δικαίωση.

Η δικτατορία της πολιτικής ορθότητας δεν τους αφήνει να εκφραστούν ελεύθερα. Να ρωτήσουν πχ πώς γλίτωσαν τόσοι εργάτες; Γιατί ήταν έξω για διάλειμμα και έβαζαν μέσα το αφεντικό -που δεν μπαίνει ποτέ μες στις μονάδες, αλλά απομυζά σαν παρασιτική μονάδα τον συλλογικό κόπο της τάξης μας, χωρίς την οποία γρανάζι δε γυρνά, και ούτε καν μπισκότα μπορούν να φτιάξουν.

Κι αν όλα αυτά τα ακούς από θεούς, αρχόντους, βασιλιάδες, ξέρεις πως τίποτα απάνθρωπο δεν τους είναι ξένο, δεν υπάρχει έγκλημα που θα τους κάνει να διστάσουν. Δε βρίσκουν λόγια παρηγοριάς, δε χάνουν ποτέ το ταξικό τους κριτήριο, μόνο καμιά φορά τη μιλιά τους -σαν τη Βούλτεψη, που κατάπιε τη φαρμακόγλωσσά της, με την ατάκα του Κατσώτη για τη μάνα της -δεν είναι αυτή που νομίζετε.

Αλλά αν αυτό περνάει στον απλό κόσμο, της δικής μας τάξης, στερεύεις από ελπίδα και λόγια, αποσύρεσαι στη σιωπή σου, σαν φόρο τιμής στη χαμένη ταξική συνείδηση και τα λοβοτομημένα σχόλια για «τα αγαπημένα τους μπισκότα» και μια «επιχείρηση-υπόδειγμα», που δεν είχε δώσει δικαιώματα -στους εργάτες.
Ραγιαδισμός, το κατώτερο στάδιο της απανθρωποποίησης, που σφραγίζει όλα τα άλλα.

Δεν είναι ανθρώπινη ζωή να «προτιμάς» νυχτερινή βάρδια για να δεις τα παιδιά σου στο φως της μέρας -και όχι όταν κοιμούνται. Δεν είναι ζωή το 13ωρο, τα σπαστά ωράρια, που σπάνε τη μέρα σου στη μέση -ενίοτε και την ίδια τη μέση σου-, τα κάτεργα, το λειψό σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, τα εργατικά «ατυχήματα» που ούτε καν καταγράφονται -πόσο μάλλον να καταγραφούν οι αιτίες τους, να εκπονηθούν μελέτες και σχέδιο αντιμετώπισης. Αν δεν έχει καταγραφεί, είναι σα να μην υπάρχει. Κι έτσι ευημερούν και οι στατιστικές και οι επιχειρήσεις -αλλά όχι ο άνθρωπος...

Ατυχήματα μπορεί να συμβούν. Αυτό που τα αναβαθμίζει σε εγκλήματα είναι η εγκληματική τους αδιαφορία να πάρουν στοιχειώδη μέτρα για να μην ξανασυμβούν. Η μίζερη διαχείριση του κόστους, επικοινωνιακού ή ανθρώπινου -γιατί ως τέτοιο μας βλέπουν-, ότι δεν έκαναν τίποτα απολύτως για να το αποτρέψουν, ότι περιμένουν απλώς να περάσει ο χρόνος για να ξεθυμάνει η οργή μας.

Μας λένε πως η αμνησία είναι μια ευεργετική ιδιότητα για τον άνθρωπο, που έτσι μπορεί να ξεπερνά τα έντονα τραυματικά βιώματα, για να μην τρελαθεί από τον ψυχικό πόνο. Αυτή είναι το επόμενο στάδιο, ως ακραία εκδοχή αυτής της λογικής, που μας θέλει χρυσόψαρα χωρίς μνήμη, για να μην αποκτήσουμε ταξική συνείδηση. Να μη συμπεραίνεις, να μην καταλαβαίνεις τίποτα, να είναι όλα σαν πρώτη φορά (Αριστερά), να πέφτεις από τα σύννεφα, για να αναληφθείς στο επόμενο «ατύχημα» στους ουρανούς που περιμένουν την έφοδό μας επί ματαίω.

Μας λένε ακόμα πως πρέπει να θυσιάσουμε κάποιες ελευθερίες προς όφελος της ασφάλειας -βασικά του συστήματος και της τάξης που κυβερνά. Αυτό που δε μας λένε είναι ότι συγχρόνως θυσιάζουν την ασφάλεια των εργατών προς όφελος της ελευθερίας των αφεντικών να τους εκμεταλλεύονται.

Αλλά δεν πρέπει να επικρατήσει σιγή νεκροταφείου για τα εργοδοτικά-κρατικά εγκλήματα, ούτε να γίνουν νεκροταφείο για την τάξη μας οι χώροι δουλειάς. Οργάνωση, αγώνας -αυτά είναι τα μόνα αντίδοτα για τον θάνατο. Αλλιώς στο εργοστάσιο πια δεν έχουμε ζωή, στη Δραπετσώνα (με τα καζάνια του θανάτου), στο Πέραμα, στη Γλυφάδα, στα Τρίκαλα στα δυο στενά (θα πάμε σαν Σακαφλιάδες στις Συμπληγάδες), μια ωραία πόλη με ευρωπαϊκό άρωμα, χαίρεσαι να σκοτώνεσαι στη δουλειά (στην κυριολεξία) ή να κρεμιέσαι στον φανοστάτη, χωρίς σώμα.

Κι αν σκάβουμε λάκκους, σαν τυφλοπόντικες, δεν είναι για να θάψουμε τους νεκρούς μας, αλλά τον γέρικο κόσμο της εκμετάλλευσης. Τον βρικόλακα της νεκρής εργασίας του κεφαλαίου που τρέφεται με ζωντανή εργασία -και με νεκρούς εργάτες.

Η ζωή συνεχίζεται, η φάμπρικα (του κέρδους) δε σταματά. Η ζωή συνεχίζεται, αλλά κυλά μπροστά μόνο με αγώνα. Η ζωή είναι αγώνας -και όχι μόνο για επιβίωση. Η ζωή συνεχίζεται, αρκεί να μην είμαστε κομπάρσοι της, ακόμα και στον θάνατό μας, και να μη γίνουν συνήθειά μας τα εγκλήματά τους.

Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Της Ομόνοιας τα παιδιά - Στη σωστή πλευρά του Διχασμού

(Σημειώσεις για τον «εθνικό» διχασμό)

Τι έχει να μας προσφέρει η μελέτη ενός μακρινού ιστορικού κεφαλαίου όπως η περίοδος του «εθνικού» διχασμού; Πολλά και σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να βιώνουμε την παρακμή ενός συστήματος που σαπίζει και όχι μια παρατεταμένη belle epoque ή την αισιοδοξία των κατάμαυρων «happy 90’s» αλλά το συσσωρευμένο μπαρούτι στην τρέχουσα συγκυρία προκαλεί ανησυχητικούς (αν όχι ανατριχιαστικούς) συνειρμούς με τα προεόρτια του μεγάλου σφαγείου των λαών του ιμπεριαλισμού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Σε εθνικό επίπεδο, η εφήμερη συνύπαρξη δύο διαφορετικών κυβερνήσεων σε Αθήνα (η επίσημη) και Θεσσαλονίκη (της Εθνικής Άμυνας) δεν παραπέμπει βέβαια σε κάποιο σχήμα δυαδικής εξουσίας (αν και υπήρξε επίθεση στα Ανάκτορα) που εμφανιζόταν την ίδια χοντρικά περίοδο στη Ρωσία. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όμως, είναι η υλοποίηση μιας οπαδικής φαντασίωσης για τη ΛΔ του Βορρά, ενάντια στο «κράτος των Αθηνών». Το σύνθημα για τις «δύο Ελλάδες», ωστόσο, δεν είναι «αιχμάλωτο της Γεωγραφίας» -μονάχα της ταξικής πάλης και όσων δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους.

Για να βρεθούμε στη σωστή πλευρά του διχασμού, πρέπει να ορίσουμε σωστά τις διαχωριστικές γραμμές. Που δεν μπαίνουν στον γεωγραφικό παράλληλο των Τεμπών, για να χωρίσει τις Νέες Χώρες -όχι αν αυτές δεν είναι μέρος ενός Νέου Κόσμου, σοσιαλιστικού, ούτε γενικά από ένα «κόμμα των Τεμπών», που θα μπει πρωτοπορία στον αγώνα ενάντια στη διαφθορά. Και δεν είναι επιφανειακές, δευτερεύουσες, εσωτερικές -για τους φίλους απλώς «ένδο-», πχ ενδοαστικές ή ενδοϊμπεριαλιστικές, όπως στον Α’ Π.Π.

Αν θέλουμε νικηφόρα αποτελέσματα, πρέπει να παλέψουμε για την τάξη μας, όχι κάτω από ξένες σημαίες ή δίχρωμα κασκόλ. Και αν όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες (γιατί δε θέλει στη ζωή να κυβερνήσει, αλλά να μείνει οπαδός φανατικός), το βασικό είναι να θυμόμαστε πως το δικό μας «έθνος», το εργατικό, δεν έχει τίποτα κοινό με το έθνος των εκμεταλλευτών, ούτε λόγους να πανηγυρίζει τις νίκες τους, όπως στα χρόνια του διχασμού, ενώ οι ήττες και οι καταστροφές έχουν πρωτίστως ταξικό πρόσημο, γιατί ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατο είμαστε ίσα και όμοια.

(Αυτό το τελευταίο φαίνεται να το κατανοεί αρκετά καλά ο Θανάσης Σκρουμπέλος, αλλά υπάρχουν σημεία που σχεδόν το χαίρεται και το διασκεδάζει, διαπιστώνοντάς το βιωματικά στο γήπεδο -στα χρόνια της χούντας αλλά και αργότερα- όπως καταγράφεται τουλάχιστον στο βιβλίο του για «του Μπούκοβι την ομαδάρα» -μία από τις αξιόλογες εκδόσεις των «Κόκκινων Θρησκευόμενων Επιστημόνων», που ως εγχείρημα μάλλον βάλτωσε και χάθηκε στην πορεία. Και πάντως δε φαίνεται να δίνει τον τόνο στις κόκκινες κερκίδες, που θυμούνται το «Νo Politica», όταν δεν έχει άμεσο συμφέρον το αφεντικό τους).

Υπάρχουν διάφορες ενδιαφέρουσες ή «ενοχλητικές» και -γι’ αυτό- σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό λεπτομέρειες από αυτήν την περίοδο. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τι ήταν τα Ευαγγελικά (από την προϊστορία του Διχασμού) και ότι είχαν μάλλον γεωπολιτικό παρασκήνιο και υπόβαθρο, πέρα από τον συντηρητικό ζήλο του Μιστριώτη και των ομοίων του; Ή για το γεμάτο θεία δόξα και χάρη -αν και ανάμικτο με ειδωλολατρικά έθιμα- ανάθεμα στον Βενιζέλο και τη συνολική ενεργό εμπλοκή της Εκκλησίας στη διαμάχη; Ο ρόλος της τελευταίας ήταν ανέκαθεν πολιτικός, αν όχι μια μορφή εξουσίας -έξω από την κλασική αρίθμηση που τις διακρίνει, αντί να βλέπει την ενιαία ουσία τους- και θεωρείται τόσο δεδομένος, που δε θα ακούσει κανείς ποτέ κάτι υποκριτικό σαν το τετριμμένο «στο ποδόσφαιρο στην εκκλησία δεν έχει καμία θέση η πολιτική», όπως για άλλης μορφής σύγχρονα όπια.

Πόσοι θαυμαστές του Λευτεράκη (που έχει γεμίσει την επικράτεια δρόμους με το όνομά του και αγάλματα, που δε θα χρειαστεί να τα γκρεμίσουμε, λόγω της ομοιότητάς του με τον Βλαδίμηρο, προσθέτοντας μια τρίτη απρόσμενη ζωή στις δύο που ήδη έχει) γνωρίζουν άραγε ότι παζάρευε κυνικά πόλεις, νησιά και πληθυσμούς (σαν την Καβάλα και τη Λέσβο), προσδοκώντας ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία, που βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος (του ίδιου, της τάξης του και πιο ειδικά των στρωμάτων της που εκπροσωπούσε); Κι είναι η άγνοια προϊόν της ιδιώνυμης -sic- ασυλίας που απολαμβάνει χάρη στην ιδιότητα του υποψήφιου «εθνάρχη», από τον οποίο κρατάμε τάχα και αναδεικνύουμε μόνο θετικά σημεία και «καλές σκέψεις»;

Τότε γιατί δε μαθαίνουμε πως επί Βενιζέλου καθιερώθηκε η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, θεωρητικά για να πάψουν να είναι έρμαια του ρουσφετιού και της εκάστοτε κυβέρνησης, που έφερνε τον δικό της πελατειακό στρατό; Και ότι η ήδη συντελούμενη (και όχι απλώς επιχειρούμενη, αν δεις πόσοι είναι οι μόνιμοι στο δημόσιο) άρση της μονιμότητας, θα φέρει μία ακόμα μεγαλύτερη στρατιά άχρηστους μετακλητούς, φτηνούς εργολαβικούς, πειθήνιους υποτακτικούς, άβουλους και επισφαλείς συμβασιούχους, χωρίς δικαιώματα, φωνή και σωματειακή εκπροσώπηση; Γιατί επιλέγουμε κάθε φορά από τον μπουφέ της ιστορίας εκείνα τα πιάτα που δεν προκαλούν δυσάρεστους συνειρμούς και χρήσιμα συμπεράσματα για την εποχή μας ή αλλεργίες στην τάξη που κυβερνά και επιλέγει τι θα μάθουμε.

Και πόσοι γνωρίζουν για τους Έλληνες του Γκέρλιτς και τους έλληνες στρατιωτικούς που οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Πρωσία/Γερμανία και κατηγορήθηκαν ως προδότες στην επιστροφή τους; Και για την παρουσία του Ρώτα, πολλά χρόνια προτού προσεγγίσει το ΕΑΜ και βρεθεί μια άλλη φουρνιά Ελλήνων στο Γκέρλιτς, αυτή τη φορά ως πολιτικοί πρόσφυγες; Υποθέτω ελάχιστοι.

Εδώ τελειώνουμε το σχολείο, χωρίς να γνωρίζουμε τα βασικά. Ότι δηλαδή είχαμε στρατιωτικό αποκλεισμό του Πειραιά (από Γάλλους και Βρετανούς), θανάτους από την πείνα, κανονιοβολισμό από θαλάσσης της Αθήνας και των ανακτόρων (προτού περάσει στην ιστορία το «Αβρόρα» για αντίστοιχους λόγους) και ωμό εκβιασμό για τον εκθρονισμό του Γερμανόφιλου Κωνσταντίνου. Που το λες και ωμή καταπάτηση εθνικής κυριαρχίας, αλλά η διπλή γλώσσα της εξουσίας είναι διεθνής, εύπλαστη και πολύ πλούσια (σε χρήμα και γενικώς), ώστε να κινηθεί ευέλικτα και να βρει τον κατάλληλο ευφημισμό για την περιγραφή των γεγονότων: πχ η σύλληψη του Μαδούρο για εμπορία-διακίνηση ναρκωτικών.

Και όλα αυτά παραμένουν ευρέως άγνωστα, χωρίς καν το «άλλοθι» ότι είναι εκτός διδακτέας και εξεταστέας ύλης, όπως το ΕΑΜ και ο ΔΣΕ στα δικά μου χρόνια, ή ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη χρονική απόσταση για να τα εξετάσουμε και να τα αποτιμήσουμε νηφάλια, όπως πχ η χούντα των Συνταγματαρχών. Είναι απλώς ξεχασμένες σελίδες της Ιστορίας, μπας και ξεχάσουν οι λαοί τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού.

Και τι μαθαίνουμε αντ’ αυτών; Την (δι)αχρονική, αν-ιστορική καραμέλα ότι οι Έλληνες θριαμβεύουν όταν είναι ενωμένοι (τα λιοντάρια παλεύουν σαν Έλληνες και οι χριστιανοί στην αρένα σαν ανθέλληνες, εξ ου και θεωρούνται οι πρώτοι κομμουνιστές, ενώ κάποιοι επιμένουν να ταυτίζουν τον κομμουνισμό με την «κοινοκτημοσύνη», ενώ διδάσκουν στον λαό την ακτημοσύνη, για να βρει τη μετά θάνατον ανταμοιβή). Αλλά μας τρώει σαν σαράκι η διχόνοια (που αποδίδεται και ως la zizanie στα γαλλικά -τυχαίο και αυτό;), που είναι η κατάρα της φυλής μας και είναι μάλλον βιολογικά-γενετικά καθορισμένη ή οφείλεται στον ανάδρομο Ερμή ή σε κάποιο συνωμοτικό σχέδιο αλλόθρησκων για να μας κρατάν διαιρεμένους και αδύναμους, πάντως σίγουρα δεν έχει κοινωνικές ρίζες και (ίσως για) λόγους ταξικούς.

Κι έτσι μπαίνουν στο μίξερ και το ίδιο σακί (του Αιόλου) όλα: από τον διχασμό μέχρι τον δικομματισμό στα χρόνια της (εν)Αλλαγής και από τις αποσιωπημένες εμφύλιες διαμάχες του ’21 (τους πολέμους εντός του πολέμου της Ανεξαρτησίας) μέχρι τον εμφύλιο και τη δεκαετία του ’40. Για την οποία φταίνε κυρίως οι ξένοι (το λέει και ο Βούλγαρης) και η μοιρασιά που έκαναν στη Γιάλτα, που δεν έγινε στη Γιάλτα αλλά στη Μόσχα, με τα ραβασάκια, χαρτάκια, μπορεί να ήταν και τραπουλόχαρτα και να μας έπαιξαν στο πόκερ, ή μια τράπουλα ΤΑΡΩ με χαρτομαντεία και να έφταιγε ο ανάδρομος Τίτο και οι συνθήκες που δεν είχαν ωριμάσει. Αλλά δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα.

Και να πώς φτάσαμε Έλληνας να τουφεκάει Έλληνα (τα έλεγε ο κυρ-Παντελής), ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι πώς φτάσαμε τελικά αστός να τουφεκίζει αστό το ’22. Αλλά αυτό θα το δούμε ίσως στο επόμενο μέρος -αν και εφόσον υπάρξει.

Θε μου πόση διχόνοια ξοδεύεις για να κρύψεις καλά την εθνική μας ομοψυχία και τις ταξικές αντιθέσεις στην πλατεία Ομονοίας -που κάποτε θα την πούμε Μπελογιάννη...

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο μπάτλερ το 'κανε

Δύσκολα θα βρεθεί πιο βαρετό θέμα στην επικαιρότητα από το υπό διαμόρφωση (σαν τον πόλο των BRICs) κόμμα της Καρυστιανού. Ακόμα πιο δύσκολα θα αποφύγουμε τους εύκολους συνειρμούς με τους Απαράδεκτους και το ΚΟΛΑΝ (Κόμμα Λαϊκής Νοοτροπίας), τις αρχές και τις φρέσκιες ιδέες του: να το βγάλουμε Βλάσση; Είναι μάλλον τρίσκολο να ισορροπήσεις ανάμεσα στη σοβαρή κριτική, την αυθόρμητη χλεύη για τους θιασώτες του ΠΘΟ και τον σεβασμό στους συγγενείς των θυμάτων και τον αγώνα τους που παραμένει αδικαίωτος -σαν την ταξική πάλη. Ή αλλιώς ανάμεσα στα τρολ της κυβέρνησης και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά των οπαδών της Καρυστιανού, που θα στην πέσουν γιατί τόλμησες να την βάλεις στο στόμα σου, είσαι γνήσιο δεκανίκι κοκ. Κι είναι πρακτικά αδύνατο να γλιτώσεις μια τοποθέτηση, όταν σε ρωτάνε ευθέως στην παρέα ή στο πάνελ, όπως έκαναν εμμονικά για τον Βαρουφάκη. Αλλά δεν είναι πολιτικά ορθό να πεις πως το πρόβλημα είναι όσα λέει νηφάλιος και ότι δεν έχει βρεθεί χάπι-θεραπεία για τον ναρκισσισμό.


Και δεν έχει βρεθεί ακόμα κομμουνιστής να αφήσει οτιδήποτε να πέσει κάτω -ούτε καν σε οικογενειακό τραπέζι. Αν τον ρωτήσουν για τον Βαρουφάκη, θα πει τη θέση του κόμματος ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά και τα αστικά κόμματα που προωθούν τη νομιμοποίηση της κάνναβης. Αν πιάσουν κουβέντα για τον Καποδίστρια του Σμαραγδή, θα θυμηθεί ένα κείμενο της Αλέκας στον συλλογικό τόμο για το ’21, που τον έκρινε με τα μέτρα της εποχής του, ως αστό πολιτικό ηγέτη -και όχι ως αυταρχικό φασίστα, όπως ο μικρός φασαίος ανιψιός που θέλει να κάνει εντύπωση -αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάρτησης. Και αν μιλήσουν για την Καρυστιανού, έχει μια ευρεία γκάμα επιλογών: ποιητική -για το παλιό που έρχεται ντυμένο σαν νέο, πολιτική -για τα προσωποπαγή κόμματα-κομήτες, ή πιο επιθετική -για τις ψεκασμένες πινελιές που σκιαγραφούν το προφίλ της.

Και αν πάει το θέμα στα αθλητικά; Το πολιτικό σύστημα είναι σαν τη Ρεάλ Μαδρίτης -τον σύλλογο του κατεστημένου, που ανέκαθεν ήταν ομάδα αρχηγών-ηγετών και ουδέποτε αρχών. Αν έχεις διάφορες καινοτόμες ιδέες, σαν τον Τσάμπι Αλόνσο, πρέπει να τις προσαρμόσεις στο σύστημα, αλλιώς σε τρώει η μαρμάγκα του Φλορεντίνο. Που δεν ιδρώνει το αυτί του απ’ τις αποδοκιμασίες -και λοιπές βαλβίδες εκτόνωσης του πόπολου. Και μπορεί να κάνει τη δουλειά του με κώνους σαν τον (εκάστοτε) Αρμπελόα, τον Σάντσεθ -ή τον Μητσοτάκη, για τους έλληνες ομολόγους του.

Ο Σάνκλι έλεγε πως η μπάλα είναι κάτι παραπάνω από ζήτημα ζωής και θανάτου, αλλά στην Ισπανία αυτές τις μέρες έχουν πολύ σοβαρότερα ζητήματα να τους απασχολούν. Το ζήσαμε και εμείς ως λαός και το καταλαβαίνουνε από πρώτο χέρι. From Greece to Spain, we feel your pain, που έλεγε και ένα οπαδικό πανό τις προάλλες. Όχι γιατί έχουμε κοινή, μεσογειακή (λαϊκή) νοοτροπία και αγανακτισμένους (estamos despiertos ya), ούτε γιατί έχουμε το ίδιο κακούς σιδηρόδρομους. Αλλά γιατί έχουμε τα ίδια κοράκια (με νύχια γαμψά), που βάζουν τα κέρδη τους πάνω από τις ζωές μας, με τον πιο κυνικό τρόπο, από την Ανδαλουσία ως τη Βαρκελώνη και από τα Τέμπη ως το Πέραμα και τη Γλυφάδα. Τα κοράκια αυτά δεν είναι πάντα μαύρα, αλλά με διάφορες αποχρώσεις, σαν τα (γαμψά) νύχια της Τζόινερ (που της χρησίμευαν για να ξεγελά τους ελέγχους για ντόπινγκ), τις οπαδικές κερκίδες και το αστικό πολιτικό φάσμα.

Και δεν είναι εύκολο να βρεις το πιο σιχαμερό αρπακτικό. Είναι άραγε τα δεξιά τρολ που σχεδόν πανηγύριζαν βλέποντας και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες αντίστοιχα Τέμπη - κρατικά εγκλήματα; Ή τα «έγκριτα ΜΜΕ» της Κεντρο-αριστεράς, που επιμένουν στη γραμμή «αυτά μόνο στην Ελλάδα (του Μητσοτάκη) γίνονται» και σχεδόν πανηγυρίζουν για τους Ισπανούς. Που έχουν νεκρούς αλλά τουλάχιστον δεν έχουν μπάζωμα, γιατί κυβερνά ο «σοσιαλιστής» φίλος τους. Που δεσμεύτηκε να χυθεί φως στην πηγή του κακού, ενώ ο υπουργός του μιλά για «περίεργο ατύχημα», με ένα ολοκαίνουργιο τρένο και μια προσφάτως συντηρημένη γραμμή. Κι ας υπήρχαν βίντεο με τρένα που πήγαιναν τρέμοντας. Και ας είχαμε και άλλα «περίεργα δυστυχήματα», πριν καν βρεθούν και παγώσουν τα σώματα των θυμάτων στο Ανταμούθ. Κι ας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως οι μηχανοδηγοί για τις δυσλειτουργίες του δικτύου.

Es una verguenza y me da verguenza, που θα έλεγε και μια ψυχή...

Λένε συχνά εκ του πονηρού πως η Καρυστιανού εκφράζει το «κόμμα των Τεμπών» και μια «μονοθεματική αντιπολίτευση». Τι θα έλεγε όμως το κόμμα της για τους νεκρούς στην Ισπανία, που συνδέονται ευθέως με τη «δική της» θεματική; Ότι φταίει η διαφθορά και τα μνημόνια; Κάποια σύμβαση που δεν υπογράφτηκε; Ή μήπως πρέπει να ψάξουμε τις αιτίες στις βάσεις της ΕΕ που αποθεώνει το κέρδος, ξεπουλά κοινωνικά αγαθά, ιδιωτικοποιεί οργανισμούς και ξεχαρβαλώνει δημόσιες υπηρεσίες; (Κι αν πιστεύεις το δεύτερο, πώς γίνεται να λες δημόσια ότι η Καρυστιανού κάνει την πιο σκληρή αντιπολίτευση -και να μην ξέρεις πώς να το μαζέψεις;)

Μια υποκριτική κριτική προς την Καρυστιανού είναι πως δεν έχει θέσεις (για το Ιράν, τους αγρότες, την οικονομία κτλ), πέρα από όσα λέει το «μέσα της», σε αντίθεση με την επαναστατική συνείδηση που έρχεται «απέξω» -αλλά πάντως όχι με πνευματικούς, ούτε με διανομή κατ’ οίκον, αν δε βγεις στον δρόμο. Και ότι θα την κρίνουν όταν διατυπώσει ολοκληρωμένες θέσεις -που «δεν έχει». Γιατί μάλλον δεν ήταν επαρκές πολιτικό στίγμα το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια στον Τριανταφυλλόπουλο και η κριτική μιας γιατρού στον εμβολιασμό. Και βασικά γιατί τους είπαν να λουφάξουν στη γωνία, για να μην μπουν στο κάδρο του σάπιου συστήματος που στοχοποιεί την Καρυστιανού -οπότε η αποδόμησή της γίνεται δια αντιπροσώπων (τρολ και δημοσιογράφων -καμιά φορά τα όρια είναι δυσδιάκριτα).

Το ΚΚΕ μπορεί να φταίει για πολλά (ή και όχι) και να το κατηγορούν για ακόμα περισσότερα. Κανείς δεν μπορεί να πει όμως ότι κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, μαζί με τις θέσεις του. Ή ότι δεν έχει πολιτική -και μόνο- βάση η κριτική του. Μπορεί να λέει κάτι λάθος, δύσκολο ή μη δημοφιλές (από τα ομόφυλα ζευγάρια, ως την ΠΦΑ και το δημοψήφισμα του ’15), αλλά είναι κόμμα πολιτικό (σχετικά μαζικό, όπως λέει και η ΑΡΑΣ) και τα λέει τσεκουράτα, είτε πρόκειται για πρόσωπα (και ιστορικές προσωπικότητες), είτε για πολιτικά κόμματα, γεγονότα κοκ. Κι έχει τόση προσήλωση στις αρχές του, που επιμένει να μιλάει πολιτικά για τους πάντες: τον προϋπολογισμό της ΝΔ, τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, τις εξελίξεις στο εξωκοινοβούλιο. Κάνει κάθε φορά λόγο -σε εκτεταμένη αρθρογραφία στην ΚΟΜΕΠ και στον Ριζοσπάστη- για στρατηγική, ταξικό πρόσημο, διεργασίες και αναδιαρθρώσεις, αφηγήματα και αυταπάτες (πράσινη ανάπτυξη, οικονομία πολέμου κτλ).

Δε θα κρύψει την αλήθεια ή τις θέσεις του (κατά κανόνα συμπίπτουν) προσθέτοντας άλλη μια δυσκολία στις πέντε που σημειώνει σχετικά ο Μπρεχτ, δε θα διανθίσει με κορόνες τον λόγο και την κριτική του (πχ προδότες, γερμανοτσολιάδες και άλλα ηχηρά παρόμοια, που ακούγαμε τα ένδοξα χρόνια του αντιμνημονίου).
Από το ΚΚΕ μπορείς να περιμένει μόνο πολιτική κριτική -τίποτα λιγότερο ή περισσότερο. Και δε θα αλλάξει αυτή την προσέγγιση, είτε έχει απέναντι την Καρυστιανού, είτε το ΚΟΛΑΝ και τον Λεβέντη. Αυτοί είστε -και θα το ακούσετε κατάμουτρα.

Βασικά η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να προσέχεις, για να μην πεις πράγματα που θα μετανιώσεις και θα τρέχεις να τα μαζέψεις. Κι αυτό ισχύει περισσότερο για εμάς, παρά για το Κόμμα -αν και θα βρεθούν πολλοί πρόθυμοι να γενικεύσουν για να ταυτίσουν μια δική σου μουσμουλιά με το κόμμα που στηρίζεις.
Ποιοι είμαστε εμείς; Η βάση και ο περίγυρος. Και όσοι έχουν κοινό-επιρροές (εξ ου και influencer) στα ΜΚΔ και ανάγκη να πουν για όλα κάτι -κλασική παιδική αρρώστια του ιντερνετισμού, που δε λύνεται με μαχαίρι, αλλά με διάφορα λάθη που συγκροτούν σταδιακά την πείρα μας. Και τούτες τις μέρες, που ο άνεμος και η βροχή μας κυνηγά, θα βρει κανείς μια σειρά ενδιαφέρουσες επιστολές στον Προσυνεδριακό Διάλογο, που μιλάν για τα ΜΚΔ και την καλύτερη αξιοποίησή τους.

Εμείς βασικά είμαστε όσοι έχουν κουραστεί να βρίσκονται στο ίδιο έργο θεατές και κάνουν σποϊλεριές για τη συνέχεια. Αν πεις στο ευρύ κοινό, που δε σακουλεύεται τα υψηλά τα νοήματα, πως η Καρυστιανού είναι ακροδεξιά, είναι σα να λες στον διπλανό σου στο σινεμά «ο μπάτλερ το έκανε», στα πρώτα λεπτά του έργου. Γιατί είναι προφανές (ήταν δυο και ο ένας δολοφονήθηκε) και βαριέσαι να ξαναδείς το ίδιο έργο. Καλύτερα όμως να είσαι ο «σπαστικός της υπόθεσης» παρά να πέφτεις απ’ τα σύννεφα, σαν κάποιους από το αριστεροχώρι που πίστεψαν στην Καρυστιανού για να ρίξουν τον Μητσοτάκη και δεν είχαν δει την ανατροπή (plot twist) να έρχεται.
-
Μα δεν είχε δώσει ποτέ της δικαιώματα (πχ στο έμβρυο).

Όσο μιλάει η Καρυστιανού, εκτίθεται σε περισσότερους -για τις αμβλώσεις και γενικώς. Και «απαλλάσσει» κάποιους σφους από την ανάγκη να έχουν τακτ και αστική ευγένεια. Όχι όμως και από το καθήκον να ξέρουν από τακτική και από την αλληλεγγύη της τάξης μας. Γιατί ο αγώνας της παραμένει ιστορικά αδικαίωτος. Και δε θα δικαιωθεί με το κόμμα της Καρυστιανού, ούτε όμως χλευάζοντάς την.

Υστερόγραφο

Στην πραγματικότητα, το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να κρατήσω κάποιο από τα προσχέδια, που να μην αναμασά τα προφανή και να μην καταλήγει στην ανακύκλωση, επειδή το ξεπέρασαν οι εξελίξεις. Και δε ζούμε σε τόσο ενδιαφέροντες καιρούς, όπως ο Βλαδίμηρος που άφησε ημιτελές το «Κράτος και Επανάσταση», για να κάνει πράξη το δεύτερο σκέλος -και να δει πως το πρώτο μέρος ήταν πιο σύνθετο από ό,τι στη θεωρία.

Οπότε ας περάσουμε τροχάδην μερικούς βασικούς άξονες.

-Δεξιός γάτος, αριστερός γάτος, το θέμα για το σύστημα είναι να πιάνει τα ποντίκια στη φάκα, με λίγο τυράκι ή και χωρίς δόλωμα, αν είναι εφικτό. Και αυτό είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας -και όσων υπόσχονται έναν άλλο εφικτό κόσμο, χωρίς ανατροπές.

-Αλλά όσοι αρνούνται το δίπολο «δεξιά-αριστερά», κατά κανόνα το κάνουν για να κρύψουν φασιστικές απόψεις -έχει αποδειχτεί και εμπειρικά. Και όσα κόμματα διατυμπανίζουν πόσο «αντισυστημικά» είναι, καταλήγουν να συμπληρώνουν και να στηρίζουν το σύστημα.
Η Καρυστιανού κατάφερε κάτι παραπάνω, κάνοντας τον Πλεύρη και τον Σπυράδωνη να μοιάζουν «φιλελεύθεροι», σε ένα κόμμα με θρησκόληπτη, συντηρητική βάση, που έχει ψηφίσει ενάντια στις αμβλώσεις.

-Όσο πιο νωρίς εκδηλωθεί η Καρυστιανού -και το ιδεολογικό της οπλοστάσιο-, τόσο θα ξεφουσκώνει δημοσκοπικά. Αλλά είναι αρκετά πιθανό να μπει στη Βουλή, που έχει πάντα αρκετό χώρο για ακροδεξιά κομματίδια και απειλεί να σπάσει το ρεκόρ του ’23, με (τελική) Λύση, Νίκη, Σπαρτιάτες, τη ΝΔ και τη Ζωή -που αρνείται επίσης τον διαχωρισμό αριστεράς και δεξιάς. Φαντάσου να μην ήμασταν και η «τελευταία Σοβιετία της Ευρώπης»...

-Και με ποιους θα στελεχώσει τελικά το κόμμα της; Φύγε ο ένας, διώξε ο άλλος, τελικά θα συνεργαστεί με τον Μητσοτάκη (τον καλό) και θα κάνει μια κυβέρνηση μουσικών, με Φοίβο, Φριτζήλα κτλ...

-Οι θέσεις της Καρυστιανού γέρνουν ακροδεξιά, αλλά το βασικό κοινό της θέλει απλά να ρίξει τον Μητσοτάκη και κινείται στο κέντρο, πέφτοντας από την αριστερή πλευρά του (ερωτευμένου) σύννεφου. Που ερωτεύεται αθεράπευτα αυταπάτες, εύκολες λύσεις, κάθε επίδοξο σωτήρα, μα πάνω από όλα την ανάθεση, για να μην αλλάξει τίποτα. Και αγνοούσε συστηματικά τόσες κόκκινες -ή μάλλον λευκές προς το κατάμαυρες- σημαίες.

-Η αγαπημένη μου κατηγορία είναι όσοι λένε πως η απήχηση της Καρυστιανού δείχνει πολλά για τη δική μας, τι αντιπολίτευση κάνουμε και πώς απευθυνόμαστε στις μάζες. Αλλά το βασικό που μας λέει αυτή η κριτική είναι για το δικό τους πολιτικό κριτήριο, που ψάχνει άλλοθι και καταφέρνει κάθε φορά να είναι στη λάθος πλευρά της Ιστορίας -στο πεζοδρόμιο και πίσω από το παραβάν.

-Ναι αλλά δε βλέπετε πως η στοχευμένη απαξίωση της Καρυστιανού βλάπτει τον αγώνα για τα θύματα των Τεμπών;
Ναι αλλά βλέπουμε πως τελικά τον βλάπτει η ίδια, επιχειρώντας το αντίθετο. Και ο δρόμος προς την κόλαση είναι συνήθως στρωμένος με καλές προθέσεις.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Τσάκα την τσαπού

Και ήρθε πάλι εκείνη η ώρα (και μέχρι να κουνήσω να το γράψω πέρασε), η επέτειος του θανάτου του Γράψα, που καλά αυτός χάθηκε νωρίς αλλά όχι πριν δει τον τοίχο στο βάθος του τούνελ. Και η σπορά που έμεινε, ο Μήτσος από το Φυσικό, μπορεί να είναι από τους (όχι ακριβώς) ανα-μετρημένους στα δάχτυλα που ονειρεύονται ένα άλλο ΜέΡΑ(25) ή να ιδιώτευσε πίσω από ένα λευκό παραπέτασμα του Καστανιώτη, αλλά δεν τον έπεισα να πει δημόσια τις παιδικές του αρρώστιες αναμνήσεις (ίσως τον πείσει η Νάντια να τα πει αλλού), πχ για το Λάντα της οργάνωσης, που νομίζω ήταν μπλε, σαν τα σφυροδρέπανα της Α3ΡΟΦΛΟΤ, και ποιος ξέρει πού να βρίσκεται. Τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνουν και για χαμόμηλο. Εδώ ο σφος Άβερελ έδωσε το δικό μας άσπρο Λάντα, με όλες τις εφημερίδες μέσα, σαν ελληνίδα μάνα που εγκληματεί στο παιδικό σου αρχείο, ύπουλο χτύπημα εκ των έσω -σαν του Εσ. στο κομματικό αρχείο. Θ.Ν.

Και να το κλασικό αφιέρωμα στην «ανταρσία της ΚΝΕ», που τουλάχιστον δεν ήταν ανορθόγραφη, με «υ» -σαν τον ύστερο καπιταλισμό του Μαντέλ και τα ύστερα του κόσμου-, ένα λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος -ή μήπως ήταν; Στο δικό μου μυαλό πάντως ο απογαλακτισμός του ’89 ήταν λιγότερο ηρωικός και αποφασιστικός από ό,τι τον αφηγούνται εκ των υστέρων, κάπως αντιφατικός, σχεδόν υποχρεωτικός (όταν καθαιρέθηκε το ΚΣ της ΚΝΕ) παρά συνειδητή επιλογή, όχι πολύ ωφέλιμος για την κρίσιμη σύγκρουση που ακολούθησε με τους Αναθεωρητές. Και πάντως μη αναστρέψιμος -όσοι ήταν να φύγουν ή να γυρίσουν το έκαναν μεμονωμένα στα χρόνια της κρίσης και τέλος. Και ψάξε να βρεις ποιος ήταν η Μπελούτσι -που εμένα ποτέ δεν ήταν του (νέου) τύπου μου- και ποιος (παρα)βίασε τις βασικές μας τις αρχές και τις σιδερένιες νομοτέλειες, που ως έννοια για κάποιους μεταλλαγμένους βρωμούσαν σταλινισμό και αιτιοκρατία.

Κι αν οι Ναρίτες είναι μεταλλαγμένοι Κνίτες, που γίνονται αγνώριστοι αν τους ταΐσεις μετά τα μεσάνυχτα του κόσμου αναρχία, αγνωστικισμό, οργανωτικό φιλελευθερισμό και άλλες πνευματικές τροφές που προκαλούν αλλεργία, σε καιρούς τεράτων και Γκρέμλιν, όπου ο Γκίζμο δεν είχε ακόμα γεννηθεί και η ιδεολογική ηγεμονία των 80’ς δε λέει να πεθάνει, οι Κομαπίτες είναι μεταλλαγμένοι Ναρίτες. Και εσύ μένεις με την απορία αν η μετάλλαξη της μετάλλαξης είναι σαν την αλλαγή της Αλλαγής και την άρνηση της άρνησης, διαλεκτική επιστροφή σε ανώτερο σημείο της ίδιας κόκκινης γραμμής, στην εξέλιξη της σπείρας που δεν εξαρθρώθηκε ποτέ. Και (αναρωτιέσαι) γιατί δε συγκροτείται ως ανάγκη των καιρών το ΟΑ.ΝΑΡ, στα χνάρια του ΟΑΜΕΡΑ που δε φτιάχτηκε ποτέ, για να καταγγέλλει τον ρωσόδουλο Σάββα και λοιπούς συνοδοιπορούντες. Και επίσης γιατί καμία γκρούπα δεν κατοχύρωσε ακόμα το «κομμουνιστική μετάλλαξη» στον τίτλο της, με σήμα τον Λισένκο.

Οπότε έχουμε τη μετάλλαξη, που είναι η μετάλλαξη της μετάλλαξης (την μετάλλαξη, ω μετάλλαξη), τη μετάλλαξη εις την νι, τον ξάδερφο του ανιψιού του παιδιού του γιου του Γκέκα, την επανανοηματοδότηση του κομμουνιστικού οράματος, τον επαναπροσδιορισμό της αλλαγής της αλλαγής, τον επανακαθορισμό του επαναπροσδιορισμού της μετάλλαξης. Και την ιδιότυπη βιολογία του εξωκοινοβουλευτικού βάλτου βιότοπου, που θα ανακηρυχθεί προστατευόμενος στην κοινωνία του μέλλοντος κι έχει ήδη πετύχει την πολυδιάσπαση του ατόμου και των λιγοστών πυρήνων του, απεμπλουτισμένων από μαρξισμό-λενινισμό.

Και τι νόημα έχουν όλα αυτά, σε τελική ανάλυση; Ίσως αυτό που δε βρήκε ο Λεωνίδας -που είχε καταγγείλει τους Λακεδαιμόνιους, που δεν είχαν προσκυνήσει τον κυρίαρχο εθνικισμό το ’92- ακούγοντας τις λεκτικές ακροβασίες του Ανδρέα. Τσάκα την τσαπού. Οε-οε...

Αλλά το όνομά μας είναι η ψυχή μας, όπως φώναζαν οι σύγχρονοι Μακεδονομάχοι. Και ήδη υπάρχουν διάφορες εκδοχές και επίδοξοι νονοί για το νέο εγχείρημα. Κου-Α (από το νΚΑ), Κομ-απ (γκετ-απ, στεντ-απ φορ γιορ ράιτ) και άλλες που απαντώνται σε ανακοινώσεις τρίτων, όπως Κ-ΑΠΕ (πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία, όπως στον Μαϊούνη) και Κομ-Απελ, που έχει κάτι από το φρέσκο αεράκι του Παρισινού Μάη και της Νέας Αριστεράς (του Χαρίτση).
-Κομαν τουταπέλ; -Ζεμαπέλ Κομαπέλ! -Κε μπελ! 


Μία από αυτές τις ανακοινώσεις ήταν της ΑΡΑΣ από την Ολομέλειά της, που έγινε πέρσι, αλλά το κείμενο της απόφασής της ανέβηκε χτες (τη μέρα της Ρόζας, του Χικμέτ και του παππού Κόκκαλη) στον ιστότοπο της ΛαΕ, για να μας κάνει σοφότερους και σίγουρα πιο χαρούμενους.

Σε αυτήν μπορεί να βρει κανείς τα πάντα -ακόμα και κομμουνιστές, όπως έλεγε ο Ραφαηλίδης για το Κόμμα. Πχ τη διαλεκτική σχέση του αντιοργανωτισμού και του αντικομμουνισμού. Τη συντηρητική στροφή στους πολιτικούς συσχετισμούς και πώς επηρεάζουν τον χώρο της Άκρας Αριστεράς -sic. Τη συνεπή στάση αρχών της ΛαΕ, αντίστοιχη με αυτή που είχαν στο τρίτο μνημόνιο, απεμπολώντας βουλευτικές και υπουργικές θέσεις -και τώρα μια θέση δίπλα στον Γιάνη, με το ένα νι και τις μηδέν έδρες. Τις μονομερείς ενέργειες του ΜεΡΑ25 -που τερμάτισε τη συνεργασία τους- και έναν μικρό κύκλο ανθρώπων του που υποτιμούσαν την κινηματική προσφορά της ΑΡΑΣ, πιστεύοντας πως θα έμπαιναν στη Βουλή χωρίς συμμάχους. Αλλά για αυτό πιθανόν να μην έφερε ευθύνη ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25, μολονότι το σχήμα είχε προσωποπαγή χαρακτήρα χωρίς οργανωτικό ιστό.

Βρίσκουμε επίσης: Τη «σκληρή αυτοκριτική» της ΑΡΑΣ γιατί περιφρούρησε αποτελεσματικά το Πολυτεχνείο αλλά ίσως έπρεπε να ιεραρχήσει ψηλότερα την ενότητα του ΜέΡΑ25 και να εντάξει ευρύτερες μάζες στην περιφρούρηση. Μια εκ των υστέρων πληροφορία για την αναρχοαυτόνομη ομάδα που (τους) επιτέθηκε στο Πολυτεχνείο, μαχαιρώνοντας έναν φοιτητή, χωρίς άλλες δυσάρεστες συνέπειες (!) -πάλι καλά που δεν πάθαμε και τίποτα, όπως λέει το ανέκδοτο. Και τέλος μπηχτές για τον αριστερισμό της ΚΑΠΕ (ΝΑΡ) που διέσπασε την πορεία του Πολυτεχνείου στην Αθήνα και τα ΕΑΑΚ, ενώ τα βρίσκει με τους αναρχο-αυτόνομους. Καθώς και για τις επώνυμες περσόνες, που έχουν επαφές με μιντιακούς ομίλους και στοχοποιούν την ΑΡΑΣ -για ποιο Ζεύγος να χτυπάει η καμπάνα;

Κι αν κάποιοι έχουν την κούραση του Ρος, καθώς διαβάζει το 18σέλιδο γράμμα της Ρέιτσελ (μπρος και πίσω) και δεν έχουν αρκετή υπομονή για τις 40 εκτεταμένες παραγράφους-σημεία της Απόφασης, φροντ εντ μπακ, ένα σημείο μπρος - δυο σημεία πίσω, ας κρατήσουν τουλάχιστον το εξής: Κανείς δεν μπορεί να εκτοπίσει την ΑΡΑΣ, όπως θέλουν και ζητούν οι αναρχο-αυτόνομοι, αλλά είναι γελασμένοι. Γιατί; Γιατί η ΑΡΑΣ είναι μια σχετικά μαζική κομμουνιστική οργάνωση!

Οι κακεντρεχείς ίσως αμφισβητούσαν/θεωρούσαν σχετικό τον όρο «κομμουνιστική» ή και τον όρο «οργάνωση» -υπονοώντας πως λειτουργεί με όρους συμμορίας, που δε συνάδουν με την Αριστερά. Άλλοι ίσως αναρωτιούνται πώς ορίζεται αυτό το «σχετικά μαζική», για να βρουν την απάντηση στην αρχή της θέσης 16, σχετικά με το ΚΚΕ, που «παραμένει ένα σχετικά μαζικό κόμμα της αριστεράς».
Κι αυτή είναι μια νέα συμβολή της ΑΡΑΣ στη θεωρία της σχετικότητας, όπου οι ενέργειες κάθε οργάνωσης εξαρτώνται από τη μαζικότητά της ή μάλλον την κρίσιμη μάζα μελών που συγκεντρώνει την ώρα της μάχης με τον εχθρό -που δεν είναι ο ταξικός, αλλά δεν έχει σημασία, και στο γαλατοχώρι το ίδιο έκαναν.

Σχετικά, τα πάντα είναι σχετικά. Και για όλα αναδρομικά έρχεται η ώρα που πληρώνουμε, για αυτό και οι Αρασίτες κυκλοφορούν προσεκτικά με τον Δία, σαν ρωμαϊκή περίπολος στο δάσος του Αστερίξ, πάντοτε σε ομάδες. Ούτως ή άλλως όλα σχετίζονται διαλεκτικά και είναι απολύτως σχετικά -εξαρτάται τι στόχους και τι μέτρο σύγκρισης έχεις. Και κανείς μας δε γλιτώνει από τον αμείλικτο νόμο της σχετικότητας.

Τα πάντα ρει και σχεδόν ουδείς μένει, στον μαγικό κόσμο του εξωκοινοβουλίου. Οι περισσότεροι Ναρίτες που γνώριζε η κε του μπλοκ έχουν φύγει σε άλλες Πολιτείες (αναρχικές ή ρεφορμιστικές) και (μου) έχουν μείνει ο Άβερελ -που έδωσε μπιρ παρά το Λάντα, για να μην ξεχνιόμαστε- και το πολιτικό εκκρεμές του Βουρνούκιου, που δρα στο μουσικό του σχήμα σε συνθήκες κομμουνιστικής περικύκλωσης. Το Λαϊκό Στρώμα έχει πάντα μια θέση στην καρδιά του για το ΝΑΡ αλλά η ζωή το έριξε στα δίχτυα της ΑΡΙΣ και τις 50 αποχρώσεις της συνοδοιπορίας με το ΚΚΕ -μία για κάθε μέλος που ξέρει. Το ΝΑΡ παραμένει η σχετικά πλειοψηφούσα οργάνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που έχει χάσει τη δυναμική της, όπως η ΚΟΜΑΠ στους φοιτητές, όπου η ΑΡΑΣ διατηρεί μια σχετική ηγεμονία, όχι μόνο για λόγους ξύλου, και μια σχετική ανυπαρξία έξω από τα αμφιθέατρα.

Μίλα καθαρά, Απολίθωμα. Τι θες να πεις με όλα αυτά;

Θέλω να πω ότι ο Γιάγκος Δράκος πέθανε και αμέσως η Giant άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα και να μην πληρώνει τους εργαζόμενούς της -που όμως συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ και δεν τσιμπάνε το παραμύθι του καλού αφεντικού που νοιάζεται για το προσωπικό της εταιρείας. Αλίμονο σε όσους μένουν πίσω -και δεν έρχονται με την πρωτοπορία του κινήματος.

Υστερόγραφο

Ο βασικός λόγος που η κε του μπλοκ ξεκίνησε να γράφει ξανά συστηματικά στο μπλοκ είναι γιατί εδώ ένιωθα ελεύθερος να εκφραστώ και να γράφω αυτό που θέλω χωρίς να λογοδοτώ, να με ενδιαφέρουν οι ισορροπίες και τι θα πουν οι τρίτοι. Δε χρειάζεται να το σεβαστεί κανείς, απλά να το έχει υπόψη, όταν μπαίνει στο μπλοκ για να διαβάσει τα κείμενα. Ή (και) τα σχόλια. Τα οποία δεν είναι προσυνεδριακός διάλογος, για να έχουν πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλά μια μικρή παραμόρφωση (αντανάκλαση) της ζωής. Στην οποία παίζουν μπάλα όλοι -από φίλους, εχθρούς, ιδεολογικούς αντιπάλους, μέχρι έμμισθα τρολ. Στα σχόλια του μπλοκ μπορείς να βρεις τα πάντα -όπως θα έλεγε και ο Ραφαηλίδης...

Η αλήθεια είναι ότι με πιάνει συχνά το αντι-οργανωτικό μου (χωρίς στάλα αντικομμουνισμό). Η κε του μπλοκ λέει ό,τι θέλει να πει εισηγητικά κι η (όποια) κουβέντα γίνεται στα σχόλια δε χρειάζεται τη δική της συμμετοχή ή διεύθυνση, για να εξελιχθεί. Ούτε κάποιον διαιτητή ή παιδονόμο, για να μοιράζει αποβολές και ποινές. Αν κάποιο τρολ ή φασίστας γαμάει τη συζήτηση -που θα έλεγε και μια ψυχή-, θα υπάρξει παρέμβαση. Αφενός όμως αυτό θα είναι έσχατο μέτρο και σαν ομολογία «ήττας» -ότι δεν μπορέσαμε να το λύσουμε αλλιώς ή να το αγνοήσουμε και χρειάστηκε μια «κρατική» παρέμβαση ή η «αόρατη χειρ» (της αγοράς). Και αφετέρου, ένας κανόνας στο ποδόσφαιρο λέει ότι όποιος παίκτης ζητάει να πάρει κάρτα ο αντίπαλός του, καταλήγει να την παίρνει (και) ο ίδιος. Που δε θα το κάνω προφανώς, απλά το σημειώνω. Με την ελπίδα ή βασικά την πρόθεση να μη χρειαστεί περαιτέρω ανάλυση και να μην αναλωθούμε σε αυτό.

Πέραν αυτού, κάθε παρατήρηση δεκτή. Και βλέποντας και κάνοντας -και ας μη μου αρέσουν πολύ οι αυτοσχεδιασμοί, γιατί με πιάνει και το (φιλ)οργανωτικό μου πολλές φορές. Μια φορά κνίτης κτλ...

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η Βενεζουέλα ΔΕΝ κείται μακράν

-Καλή χρονιά είπαμε;
Όχι, γιατί δεν είναι και φάνηκε εξ αρχής. Και δεν πρόκειται να είναι, αν δεν κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε. Το ξέρουν καλά αυτό όσοι είναι στον δρόμο και παλεύουν να το αλλάξουν. Όπως στη διαδήλωση του Σαββάτου για την επέμβαση στη Βενεζουέλα -ποδαρικό για τις φετινές κινητοποιήσεις. Όπου είχαμε την ευκαιρία να αλλάξουμε ευχές για τον νέο χρόνο, όσο δεν αλλάζουν οι συσχετισμοί και οι συνθήκες για έναν νέο κόσμο, που δε θα έρθει με (προσ)ευχές αλλά θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό.

Το Σάββατο είχαμε αρκετό κόσμο -κι ας μην είναι ποτέ αρκετός για αυτά που αντιμετωπί-ζουμε- και άμεσα αντανακλαστικά για τα δεδομένα ενός έκτακτου καλέσματος μερικών ωρών. Χρειάζονται, όμως, πολύ περισσότερα για να πούμε ότι κάνουμε κάτι ουσιαστικό. Ή έστω με υψηλό συμβολισμό, όπως για την Παλαιστίνη -με τον αποκλεισμό φορτίων προς το Ισραήλ από σωματεία- ή παλιότερα για τη Γιουγκοσλαβία.


Για κάποιους άλλους βέβαια η Βενεζουέλα κείται μακράν -όπως και η οδός Βενεζουέλας στη Γλυφάδα. Δεν είναι μόνο ο ωκεανός που μας χωρίζει από τον πάλαι ποτέ Νέο Κόσμο που χτίστηκε εποικίστηκε με τα παλιά-μπαγιάτικα υλικά της γηραιάς ηπείρου και ενός παρακμασμένου συστήματος που σαπίζει. Ούτε η ταξική άβυσσος (αριθμός μηδέν) που μας χωρίζει με τους κωλόχαρτους, που τώρα πανηγυρίζουν τον (ρωμαϊκό) «θρίαμβο της δημοκρατίας». Όσο μια θάλασσα πλατιάς και αδιαπέραστης αδιαφορίας, που πνίγει κάθε σκέψη, ανησυχία και διάθεση αλληλεγγύης.

Αυτής που έγινε θεμέλιο της δαπίτικης «ηγεμονίας» στα πανεπιστήμια, γιατί «δε γίνεται να διακόπτουμε το μάθημα με παρεμβάσεις για τις επεμβάσεις στη Γρανάδα και τη Νικαράγουα». Καθώς και της κυρ-παντελίδικης νοοτροπίας «μακριά απ’ τον κώλο μας και όπου θέλει ας είναι». Ακόμα και αν μιλάμε για φλόγες πολέμου στη γειτονιά μας, που είναι γεμάτη μπαρούτι. Ή για τον άστεγο και τη φτώχεια στο απέναντι πεζοδρόμιο, που δεν είναι μεταδοτική αλλά απειλεί τον ανθό της μονίμως μέτριας, μετρημένης και αποδεκατισμένης «μεσαίας τάξης», που προτιμά να μη βλέπει καν εικόνες από τα δικά της «προσεχώς». Καταναλώνει όμως αποχαυνωμένη εικόνες από μάχες, εισβολές και πραξικοπήματα, από κάθε γωνιά του πλανήτη, που δεν είναι επίπεδος και δισδιάστατος σαν τις οθόνες, που αμβλύνουν τις γωνίες, ούτε σαν την ενημέρωση που σπανίως είναι σφαιρική.

Μα ο ιμπεριαλισμός δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, που μικραίνουν τις αποστάσεις (από κάθε γωνιά του πλανήτη) χωρίς ίχνος αποστασιοποίησης (μπρεχτικής και γενικώς) από την κυρίαρχη προπαγάνδα και αυξάνουν μόνο την απόσταση του τηλεοπτικού ποίμνιου από τον πραγματικό κόσμο. Τελικά όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση απ’ αυτήν που χωρίζει τον καναπέ του τηλεθεατή από τον δρόμο -ως πεδίο αγώνα και διεκδίκησης. Ο δρόμος κείται μακράν για κάθε κυρ-Παντελή, που προτιμά να πηγαίνει από το πεζοδρόμιο και τον καναπέ. Καναπές-πες κάτι θα μείνει στο τέλος στον πιστό τηλεθεατή.

Η ιστορική γνώση κείται μακράν.

Η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι ο Αττίλας στην Κύπρο -που του ξέφυγε ο Μακάριος αλλά έκανε κουρελόχαρτο το διεθνές δίκαιο. Είναι η γκανγκστερική απαγωγή του Οτσαλάν, που φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή-συνενοχή του ελληνικού κράτους. Είναι η περιφορά του αιχμαλώτου ως τρόπαιο -όπως κάπουε με τα κομμένα κεφάλια ανταρτών στους φανοστάτες. Είναι μια μορφή ωμής, μερικής κατοχής -όπως κάποτε στον Κριμαϊκό και τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον ένοπλο εκβιασμό εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Είναι οι δωσίλογοι, οι Ναπάλμ, το «φερθείτε σαν σε κατακτημένη πόλη» στα Δεκεμβριανά.

Αλλά αν όλα αυτά τα επικρότησε -ή στην καλύτερη αποσιώπησε- μια τάξη δεμένη με την ομερτά του συμφέροντος, τι καταδίκη περιμένουμε σήμερα να ακούσουμε από το πολιτικό της προσωπικό;

Η Αμερική κείται μακράν.

Και οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν ανενόχλητες το νέο δόγμα Μονροέ, που ορίζει την αμερικάνικη ήπειρο ως την πίσω αυλή τους, όπου κανείς άλλος δεν έχει λόγο ή ανάμιξη. Και αν τελειώσουν τη δουλειά στη Βενεζουέλα, ακολουθούν η Κούβα, η Νικαράγουα, ακόμα και η (κάποτε στρατηγική σύμμαχος) Κολομβία ή η Γροιλανδία -και ας κείται σε άλλη ήπειρο. Μια Κούβα που την βλέπουν όπως κάποτε ο Περικλής την Αίγινα: σαν σκουπιδάκι στο μάτι τους.

Η κανονικότητα κείται μακράν.

Σε ένα μακρινό και εξιδανικευμένο παρελθόν, όπου η ύπαρξη του σοβιετικού «αντίπαλου δέους» δε γινόταν πάντα επαρκής ασπίδα ενάντια στα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού, τις ωμές, αιματηρές επεμβάσεις του (Βιετνάμ, Γρανάδα κτλ), τις απαγωγές και τις δολοφονίες ηγετών -ακόμα και δικών του μαριονετών, όπως του Νοριέγκα στον Παναμά το 1989 ή τη θεαματική εκτέλεση του Σαντάτ, μπροστά στις κάμερες, το 1981 στην Αίγυπτο.

Όσοι πιστεύουν πως αυτά τα ανδραγαθήματα είναι αποκλειστικότητα του Τραμπ και των Ρεπουμπλικάνων, ζουν στο δικό τους συννεφάκι, όπου ο πραγματικός κόσμος κείται μακράν. Και όσοι ψάχνουν το «αντίπαλο δέος» στα BRICs, θα πέσουν πολλές φορές ακόμα από το δικό τους σύννεφο, βλέποντας το ξετύλιγμα της μοιρασιάς και το κυνικό παζάρι στο οποίο συμμετέχουν οι «προστάτες των λαών», ξεπουλώντας τους «συμμάχους» τους.

Τα προσχήματα κείνται μακράν

Δε χρειάζεται η έγκριση κανενός ΟΗΕ, Κονγκρέσου, ΕΕ και άλλων διακοσμητικών κομπάρσων. Και η δικαιολογία για τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών είναι για τα μικρά παιδιά που ζητάν με γράμματα από τον Άι-Βασίλη παγκόσμια ειρήνη. Κι αν βάλεις τις ΗΠΑ να ελέγχουν την πηγή που τα παράγει, θα γίνει ό,τι και στο Αφγανιστάν: μια τρύπα στο νερό. Και μια μπίζνα με δισεκατομμύρια κέρδη -εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις. Είναι σα να βάζεις τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα και την ΕΛΑΣ να αναλάβει τη δίωξη ναρκωτικών και τη διάλυση των κυκλωμάτων. Χρειάζονται όμως μεγάλες δόσεις ναρκωτικών ουσιών, για να πιστέψεις πως η Pax Americana θα φέρει επί γης ειρήνη και δικαιοσύνη, σαν βασική της προϋπόθεση.

Η διορατικότητα κείται μακράν -για όσους πανηγυρίζουν τουλάχιστον. Εκτός κι αν θεωρούν κάποιοι πως τα (όποια) κοιτάσματα του Αιγαίου έχουν μαγικές ειρηνευτικές ιδιότητες, σε αντίθεση με το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, και θα μας φέρουν ευημερία και μακροχρόνια ειρήνη.

Η αλήθεια κείται μακράν, καλά κρυμμένη πίσω από την οργουελική διπλή γλώσσα των κυρίαρχων, που βαφτίζει το κρέας ψάρι και την απαγωγή «σύλληψη και δίκη».
Η δικαιοσύνη κείται μακράν. Δεν έχει καμία θέση εκεί που επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας και του ισχυρού.
Η αξιοπρέπεια κείται μακράν, θαμμένη στο μαύρο, λασπερό χρώμα που κρύβει μπόλικο πετρέλαιο. Αλλά δεν ευθύνεται αυτό για τη βρωμερή γλίτσα των κρατούντων.
Η νομιμότητα κείται μακράν. Αλλά δεν ήρθε η ώρα να την εξετάσουμε, όπως μας είπε ο Μητσοτάκης, επικαλούμενος το δικαίωμα της σιωπής σχετικά.
Το διεθνές δίκαιο κείται μακράν. Αλλά δεν ξέρεις με ποιον να θυμώσεις περισσότερο: με αυτούς που το καταπατούν βάναυσα, αυτούς που το παίρνουν σοβαρά ή αυτούς που το θυμούνται επιλεκτικά και υποκριτικά.

Η δημοκρατία κείται μακράν. Αλίμονο, όμως, σε όσους πίστεψαν πως η αστική δημοκρατία είναι κάτι άλλο, ριζικά διαφορετικό από τον αυταρχισμό, τα πραξικοπήματα και τις στρατιωτικές επεμβάσεις. Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. Όπου δεν πέφτουν μόνες τους οι ανεπιθύμητες κυβερνήσεις, πέφτουν βόμβες. Εκεί που δεν πετυχαίνουν οι παρδαλές (αντ)επαναστάσεις, μιλάει η ωμή δύναμη των όπλων. Και η δημοκρατία τους βρωμάει φασισμό από μακριά, με τον ίδιο τρόπο που η ειρήνη τους φέρνει νομοτελειακά τον πόλεμο -και το σύννεφο τη βροχή.

Υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα-ερωτήματα.

Αν η «μπολιβαριανή δημοκρατία» ήταν η πρακτική εφαρμογή μιας παλιάς προγραμματικής θέσης του κόμματος για το ΑΑΔΜ και μια αντι-ιμπεριαλιστική κυβέρνηση. Τι βάθος είχε, τι δυνατότητες και τι περιορισμούς ανέδειξε; Τι ρόλο έχει ένα ΚΚ στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας; Και τι έκαναν στην πράξη οι κομμουνιστές της Βενεζουέλας; Βοήθησαν στην προώθηση επαναστατικών διεργασιών; Έμπλεξαν -ανεξάρτητα από τη θέληση και τις προθέσεις τους- στα γρανάζια μιας σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης; Ή της made in USA αντιπολίτευσης -στραβώνοντας το κλαδί από την ανάποδη;

Αν στα χρόνια του Τσάβες υπήρχε άλλη δυναμική, με τον λαό στο προσκήνιο να αποτρέπει με μαζικές διαδηλώσεις μια αντίστοιχη εξέλιξη (πραξικόπημα και απαγωγή του ηγέτη του). Αν ο Μαδούρο είναι ένας ηγέτης με σαφώς μικρότερο ανάστημα, και ορισμένα φαιδρά χαρακτηριστικά, που δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Και αν η δική μας οπτική πρέπει να ξεφεύγει από τα μεμονωμένα άτομα, να βλέπει τον ρόλο της προσωπικότητας σε συγκεκριμένο πλαίσιο, εξετάζοντας τις γενικές τάσεις και τους νόμους που τις καθορίζουν. Αν η εύκολη ήττα της βενεζολάνικης ηγεσίας και η εκ των έσω διάβρωσή της δείχνει ποιο ήταν το βάθος του πολιτικού της εγχειρήματος. Και τέλος, αν μια χώρα με πλούσια κοιτάσματα έχει καλύτερη υλική αφετηρία για να γίνει (και να συνεχίσει να είναι) ο αδύναμος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας ή πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις πιο ισχυρές πιέσεις -ακριβώς για αυτόν τον λόγο.

Αλλά δεν είναι η ώρα να ψάξουμε αυτές τις απαντήσεις, όπως θα έλεγε και ένας πρωθυπουργός.