Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Το αγροτικό ζήτημα στη Ρωσία

Η μεσοβδόμαδη αστική προπαγάνδα της καθημερινής, στην πιο καθαρή ταξική της μορφή, για το λιμό της ουκρανίας και τη συκοφάντηση της σοβιετικής εξουσίας, δίνει στην κε του μπλοκ αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση, που είναι μια απόπειρα εκλαΐκευσης για τις ρίζες του προβλήματος και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, εμπνευσμένη από τη συζήτηση που είχε ανοίξει σε ένα παλιότερο κείμενο του άναυδου για την πλατφόρμα ριούτιν. Από τον τέτοιο χαρακτήρα του προκύπτουν κι οι όποιες υφολογικές διαφορές.

Εντελώς περιληπτικά λοιπόν -με κίνδυνο να αποβαίνουν σε βάρος της ουσίας- θα έλεγα τα εξής.
Το θέμα της αγροτιάς στη ρωσία ήταν πολύ ιδιαίτερο κι είχε νευραλγική θέση.
Καταρχάς γίνεται να κάνεις σοσιαλιστική επανάσταση με στόχο την εργατική εξουσία -δικτατορία του προλεταριάτου κτλ- σε μια χώρα που είναι κατά 90% αγροτική, με το ένα πόδι στη φεουδαρχική εποχή; Από αυτό προέκυψε η πρώτη σοβαρή στρατηγική διαφωνία και διάσπαση μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων, γιατί οι δεύτεροι ήθελαν πρώτα να επικρατήσει πλήρως η αστική επανάσταση και παρέπεμπαν το σοσιαλισμό στο απώτερο μέλλον, θεωρώντας τον οκτώβρη ένα είδος πραξικοπήματος εις βάρος της ιστορίας.

Οι μπολσεβίκοι ξεπέρασαν κάπως το σκόπελο με την πολιτική φόρμουλα του λένιν για δημοκρατική διχτατορία του προλεταριάτου και της αγροτιάς, που καθόριζε το στόχο και τις κοινωνικές δυνάμεις που θα τον εκπλήρωναν και η βασική της ιδέα ήταν να μην αφήσουν την επανάσταση και τις απαραίτητες κινήσεις εκσυγχρονισμού-μετασχηματισμών κτλ στα χέρια της αστικής τάξης, γιατί θα έμεναν στη μέση.

Παρεμπιπτόντως αυτό το θέμα είχε απασχολήσει και τους κλασικούς του μαρξισμού (μαρξ, ένγκελς). Από εκεί ξεκινά η γνωστή ιστορία ότι οι κλασικοί 'διόσκουροι' προέβλεπαν ότι θα ξεσπάσει η επανάσταση στις ανεπτυγμένες χώρες της δύσης κι όχι στην καθυστερημένη περιφέρεια -πχ ρωσία. Και με αυτήν την έννοια ο γκράμσι είχε γράψει 'χαριτολογώντας και λογοτεχνίζοντας' πως ο οκτώβρης ήταν μια επανάσταση ενάντια στο κεφάλαιο του μαρξ. Και βασικά ενάντια σε μια ρηχή ντετερμινιστική ανάγνωση του μαρξισμού -ότι όλα είναι νομοτελειακά και προκαθορισμένα, τελεία και παύλα.

Υπάρχει πάντως και μια επιστολή του μαρξ στη ρωσίδα επαναστάτρια βέρα ζασούλιτς, που λέει ότι οι ρώσοι επαναστάτες θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν το κοινοτικό κεκτημένο της ρώσικης αγροτικής κομμούνας για τους πολιτικούς τους σκοπούς. Και τη μνημονεύουμε και σήμερα συχνά-πυκνά, ακριβώς για να δείξουμε ότι η σκέψη του μαρξ και τα πράγματα εν γένει δεν ήταν τόσο μονοσήμαντη, όπως το ‘χουν μερικοί στο μυαλό τους

Όταν ξεσπά η οκτωβριανή επανάσταση, το προλεταριάτο στη ρωσία είναι ισχυρό αλλά σχετικά ολιγάριθμο, λιγότερο από το 10% του πληθυσμού και βασικά συγκεντρωμένο σε μεγάλα αστικά κέντρα. Υπάρχει δηλαδή ο άμεσος κίνδυνος, αν δεν εξασφαλίσει την κοινωνική συμμαχία και συμπόρευση των αγροτών, να πετύχει μια νικηφόρα επανάσταση, που θα επικρατήσει όμως σε ορισμένες μικρές νησίδες, περικυκλωμένες από ένα αντιδραστικό αρχιπέλαγος. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο την είχε πατήσει 40τόσα χρόνια πριν και η παρισινή κομμούνα.

Παρεμπιπτόντως, όταν μιλάμε για 'αντιδραστικό' αρχιπέλαγος, δεν εννοούμε προφανώς ότι οι αγρότες είναι αντιδραστικοί από τη φύση τους. Εννοούμε τη συνολική καθυστέρηση του αγροτικού τομέα, από την άποψη της παραγωγής, όπου ειδικά στη ρωσία είναι παραπάνω από εμφανής, και τον τρόπο που επηρεάζει αυτός τη συνείδηση του αγροτικού πληθυσμού. Αυτό το αντιμετώπισε αρκετές φορές και μετά από την επικράτησή της η σοβιετική εξουσία, όταν χρειάστηκε για παράδειγμα να φέρει στις πόλεις κόσμο από την επαρχία που δεν είχε δει ποτέ στη ζωή του μηχανές ή ακόμα και τρένα (!), κατέστρεφοντας πολύ συχνά από αμέλεια το μηχανικό εξοπλισμό και γενικά ήταν γεμάτος δεισιδαιμονίες.

Το 17' όμως οι αγρότες πέρασαν με το πλευρό της επανάστασης, γιατί οι μπολσεβίκοι ήταν η μόνη δύναμη που έβαζαν με συνέπεια κι αποφασιστικότητα το σύνθημα του τερματισμού του πολέμου που είχε εξαντλήσει τις αντοχές του λαού, ο οποίος γινόταν κρέας για τα κανόνια της αστικής τάξης, αλλά και το ζήτημα της γης, που απασχολούσε τους αγρότες από πρώτο χέρι. Σε αυτό το σημείο ωστόσο οι μπολσεβίκοι χρειάστηκε να κάνουν ένα συμβιβασμό και να αποδεχτούν το πρόγραμμα των εσέρων -ονομασία από τα αρχικά του αγροτικού κόμματος- που δεν προέβλεπε εθνικοποίηση-κρατικοποίηση της γης, αλλά αναδιανομή της στους αγρότες. Η οποία σε συνθήκες ελεύθερου ανταγωνισμού καταλήγει σε βάθος χρόνου στο ίδιο αποτέλεσμα: συγκέντρωση της γης σε λίγα χέρια επιτήδειων εκμεταλλευτών. Αυτός ο συμβιβασμός μπορεί να εξασφάλισε στους μπολσεβίκους την κοινωνική πλειοψηφία, και την ενεργό στήριξη του μεγαλύτερου μέρους των αγροτών, που πολεμούσε ενάντια στους παλιούς τσιφλικάδες στη διάρκεια του εμφυλίου, αλλά ήταν επώδυνος και τον βρήκαν μπροστά τους στη συνέχεια.

Από εκεί και πέρα οι σχέσεις μπολσεβίκων αγροτιάς πέρασαν από διάφορα στάδια.
Καταρχάς το διάστημα του πολεμικού κομμουνισμού, που ονομάστηκε έτσι επειδή εφαρμόστηκε στην περίοδο του εμφυλίου πολέμου, όπου οι επιτάξεις ήταν απαραίτητες για την επιβίωση του στρατού. Όταν προσπάθησαν να εφαρμόσουν το ίδιο σύστημα μετά τον πόλεμο οι μπολσεβίκοι, ως ένα βουλησιαρχικό τρόπο υπέρβασης των εμπορευματικών σχέσεων, απέτυχαν και ανέκρουσαν πρύμναν, με την εφαρμογή της νεπ (νέα οικονομική πολιτική), που είχε κι αυτή τον χαρακτήρα υποχώρησης απέναντι στους μικροαστούς, τους επιχειρηματίες, τα ξένα κεφάλαια, κτλ. Στην ουσία τους άφηνε περιθώρια να αναπτυχθούν, αλλά κρατούσε κάποια βασικά κλειδιά της οικονομίας (μονοπώλιο στο εξωτερικό εμπόριο) στα χέρια του σοβιετικού κράτους.

Το σκεπτικό της νεπ ήταν πως είχε ρημαχθεί η χώρα κι οι υποδομές της, ο λαός της είχε κουραστεί από τους διαρκείς πολέμους, κι έτσι έπρεπε να αφήσουν την ιδιωτική οικονομία να αναπτυχθεί ελεγχόμενα, για να την απαλλοτριώσουν στη συνέχεια. Στη διάρκειά της ανάσανε κάπως η ύπαιθρος και μαζί της οι αγρότες, αλλά εμφανίστηκαν νέα εκμεταλλευτικά στρώματα, οι λεγόμενοι νεπ-μεν και οι κουλάκοι στην ύπαιθρο, που ήταν το διάδοχο στρώμα των τσιφλικάδων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο πως όταν θέλησε ο γκόρμπι να πλασάρει την καπιταλιστική παλινόρθωση με σοσιαλιστικό περίβλημα στη ρωσία, πρόβαλλε την επιστροφή στη «γνήσια πνευματική κληρονομιά» του λένιν και τα τελευταία γραπτά που μας άφησε, επειδή αυτά συνέπιπταν χρονικά με την περίοδο της νεπ. Προσπαθούσαν να δικαιολογήσουν έτσι σε εντελώς διαφορετικές συνθήκες τη στροφή στην αγορά και κατ' ουσίαν την παλινόρθωση του καπιταλισμού.

Το πόσο γρήγορα θα έσπαγε αυτός ο συμβιβασμός και με ποιον τρόπο ήταν ζήτημα για το οποίο υπήρξαν πολλές συγκρούσεις μες στο κόμμα των μπολσεβίκων. Η πλατφόρμα ριούτιν και η δεξιά πτέρυγα ήθελε τη συνέχιση της νεπ και μια αργή ομαλή πορεία, χωρίς σύγκρουση με τους κουλάκους -μια λογική που είχε συνοψιστεί και στην περίφημη φράση του μπουχάριν 'κουλάκοι πλουτίστε'. Εκ των πραγμάτων όμως οι κουλάκοι είχαν αρχίσει να απειλούν τη σοβιετική εξουσία. Κατά δεύτερον, οι σοβιετικοί δεν είχαν τόσο χρόνο κι έπρεπε να δουν πώς θα αναπτύξουν πολεμική και γενικώς βαριά βιομηχανία, γιατί έβλεπαν μπροστά τους τον πόλεμο που ερχόταν.

Η σφοδρή ένταση των συγκρούσεων αυτών δικαιολογείται ακριβώς από την κρισιμότητα των συνθηκών, από το γεγονός ότι η αντίθεση πόλης-χωριού έφτασε σε σημείο που οι πόλεις να μην έχουν να φάνε, ή με άλλα λόγια, η ύπαιθρος -και βασικά οι κουλάκοι- απειλούσαν να πνίξουν το προλεταριάτο των πόλεων στην πείνα. Σε αυτές τις συνθήκες, τα συνθήματα για συνέχεια της νεπ, αναβολή της σύγκρουσης, ήπια μέσα, κτλ, οδηγούσαν αντικειμενικά στον 'αργό θάνατο' της σοβιετικής εξουσίας. Κι αυτό προκύπτει αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τα συνθήματα, τις διακηρύξεις ή τις προθέσεις της μίας ή της άλλης πτέρυγας.

Το πώς συντελέστηκε αυτή η αλλαγή είναι ένα άλλο, μεγάλο κεφάλαιο.
Στα τέλη της δεκαετίας του 20' αρχίζει να γίνεται η στροφή στην κολεκτιβοποίηση, δηλ την οργάνωση της αγροτικής παραγωγής σε συνεταιρισμούς και κρατικά αγροκτήματα (σοβχόζ). Θεωρητικά κανείς δε διαφωνεί με την αναγκαιότητά της. Όλοι γνωρίζουν πως οι κατακερματισμένοι μικροί κλήροι δεν έχουν καθόλου καλή απόδοση. Η συνένωση και οργάνωσή τους, σε συνδυασμό με την υλικοτεχνική υποστήριξη που παρείχε το σοβιετικό κράτος (τότε άρχισε η μαζική παρασκευή και χρήση τρακτέρ, σε περιοχές που δεν είχαν δει καν μεταλλικό αλέτρι) δίνει άλλες δυνατότητες και προοπτικές για την ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας.

Στην πράξη τα πράγματα ήταν πολύ πιο σύνθετα. Αν στην περίοδο του πολεμικού κομμουνισμού, οι αγρότες αντιδρούσαν με ένα είδος 'λευκής απεργίας' στις επιτάξεις, παράγοντας μόνο τα απαραίτητα προς το ζην, για να μην υπάρχει περίσσευμα για τις επιτάξεις της σοβιετικής εξουσίας, τώρα οι κουλάκοι προέβαιναν σε συνειδητό σαμποτάζ, σφάζοντας τα ζωντανά, κρύβοντας τη σοδιά στις αποθήκες τους ή πουλώντας την στη μαύρη αγορά κι απειλούσαν με αφανισμό λόγω πείνας το προλεταριάτο των πόλεων.

Η σύγκρουση στην ύπαιθρο οξύνθηκε στο έπακρο κι έγινε αγώνας επιβίωσης. Οι μπολσεβίκοι κομισάριοι κι οι ειδικοί που έρχονταν από την πόλη για να καθοδηγήσουν το προτσές της κολεκτιβοποίησης βρίσκονταν πολύ συχνά δολοφονημένοι σε χαντάκια. Η απάντηση του σοβιετικού κράτους ήταν το ίδιο σκληρή κι αμείλικτη. Κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στην τάξη των κουλάκων, στέλνοντας το σύνολό τους σχεδόν -μαζί και κάποιους συγγενείς τους πρώτου βαθμού- στα γκούλαγκ της σιβηρίας, ανάλογα με τη βαρύτητα των αντισοβιετικών τους πράξεων.

Τα αναφέρω αυτά, για να δείξω ότι δε μιλάμε για μια απλή πολιτική διαφωνία, φιλολογικού χαρακτήρα, αλλά για ζητήματα με άμεσα πρακτικό αντίκτυπο, σε συνθήκες πρωτοφανούς έντασης. Παρά τα όσα λέγονται για τις δίκες της μόσχας πχ ή άλλα κύματα εκκαθαρίσεων, αυτή ήταν η πιο δύσκολη και τεταμένη περίοδος που πέρασε η μετεπαναστατική ρωσία, μέχρι την επίθεση των ναζί το 41'.

Τα λάθη, οι υπερβολές, οι παράπλευρες απώλειες αυτού του αγώνα -όσο κυνική κι αν ακούγεται αυτή η διατύπωση- ήταν αναπόφευκτα. Πολλές φορές, από υπερβάλλοντα ζήλο να καλυφθεί το πλάνο, η ένταξη στους συνεταιρισμούς δε γινόταν ακριβώς οικειοθελώς -τακτική που επικρίθηκε δημόσια κι από τον ίδιο το στάλιν, με άρθρο γραμμής στο σοβιετικό τύπο της εποχής («ο ίλιγγος της επιτυχίας»). Πολλοί ήταν κι οι μικρομεσαίοι αγρότες, που -είτε επειδή είχαν στην κατοχή τους κάποιο ζωντανό, είτε επειδή επηρεάζονταν ιδεολογικά από τις δυνάμεις της αντίδρασης- θεωρήθηκαν κουλάκοι και εκτοπίστηκαν. Ενώ ο πυρετός της 'συνεταιριστικοποίησης' έφτανε κάποιες φορές να κοινωνικοποιεί σχεδόν τα πάντα –ακόμα και τα ατομικά υπάρχοντα του καθενός- κι όχι μόνο τα μέσα παραγωγής, και βασικά τη γη.

Αυτά βέβαια είναι εύκολο να τα κρίνουμε εκ των υστέρων έξω από τον χορό. Καμία επανάσταση δεν είναι αναίμακτη, χωρίς θυσίες, και στην ουσία η κολεκτιβοποίηση ήταν ο δεύτερος γύρος της επανάστασης στην ύπαιθρο, όπου το 17' είχε επιτευχθεί ένας προσωρινός συμβιβασμός. Και είναι τελείως διαφορετικό πράγμα να βιώνεις δια ζώσης και να πρέπει να χειριστείς χωρίς λάθη τόσο δύσκολες κι οξυμένες καταστάσεις. Ένα πολύ καλό λογοτεχνικό βιβλίο, που περιγράφει αυτή την περίοδο, και ίσως αγγίξει ευαίσθητες χορδές στους αναγνώστες αγροτικής καταγωγής, είναι η 'ξεχερσωμένη γη' του σολόχοφ. Αν πάλι προτιμούν κάτι πιο γενικό και κλασικό, υπάρχει και το 'πώς δενότανε το ατσάλι' του οστρόφσκι (στην ουσία είναι αυτοβιογραφικό), που περιγράφει την περίοδο της επανάστασης μέχρι και το σταχανοφικό κίνημα στις πόλεις για την υπερκάλυψη του πλάνου.

Το αν πέτυχε ή όχι τελικά αυτή η υπόθεση, κρίνεται κι εκ του αποτελέσματος. Αν η λαϊκή πλειοψηφία είχε στραφεί ενάντια στη σοβιετική εξουσία και υπέμενε το ζυγό της μόνο στη βάση της τρομοκρατίας, θα είχε περάσει μαζικά με το μέρος των ναζί ή θα εκμεταλλευόταν την κατάσταση για να επιστρέψει στο προηγούμενο καθεστώς. Αντιθέτως οι σοβιετικοί, στο μεγάλο πατριωτικό πόλεμο -όπως ονομάστηκε και πέρασε στη σοβιετική ιστορία-, δεν πολεμούσαν μόνο για τα πάτρια εδάφη, ή μόνο ενάντια στο φασισμό, αλλά ακριβώς υπέρ της σοβιετικής πατρίδας και της υπόθεσης του σοσιαλισμού που την ένιωθαν και δική τους. Και είχαν απτά επιχειρήματα και λόγους για αυτό.

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Η συνδιάσκεψη για τη Νεολαία

Μπορεί η εισήγηση του φαράκου για τη νεολαία στη μεταπολίτευση (με αρκετά προλεκάλτ στοιχεία για τις σχέσεις μεταξύ των δύο φύλων) να έχει βάλει πολύ ψηλά τον πήχη για τους επόμενους, αυτό δε σημαίνει όμως πως οι σύγχρονες θεματικές συνδιασκέψεις για τη νεολαία στερούνται σημασίας κι ενδιαφέροντος.

Αύριο, σύμφωνα με παλιότερη ανακοίνωση του κόμματος, πραγματοποιείται στην έδρα της κε η πανελλαδική συνδιάσκεψη του κόμματος για τη δουλειά στη νεολαία, που συνδυάζεται με το επικείμενο συνέδριο της οργάνωσης –βάση χρονοδιαγράμματος, θα πραγματοποιηθεί κάποια στιγμή μες στο 14’. Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της κετουκε η συνδιάσκεψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί θα ασχοληθεί με τα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει σήμερα η νεολαία καθώς και με τη μεγάλη συμβολή που μπορεί να έχει αυτή στην ανασύνταξη του εργατικού - λαϊκού κινήματος και τη συμμετοχή της στην πάλη του λαού, ιδιαίτερα μέσα στις δύσκολες συνθήκες που γέννησε η οικονομική καπιταλιστική κρίση.

Η τελευταία φορά που έγινε αντίστοιχη  κομματική δουλειά ήταν τον οκτώβρη του 2005’, πριν από το ένατο συνέδριο της κνε, σε μια διαδικασία που είχε κάποιες διαφορές από τη σημερινή και έλαβε χώρα σε αρκετά διαφορετική περίοδο, αλλά κατέληξε σε βασικά συμπεράσματα που παραμένουν άκρως επίκαιρα μέχρι σήμερα. Σε κάθε περίπτωση η συνδιάσκεψη αυτή αποτελεί το μέτρο για τον έλεγχο της δουλειάς και την επίτευξη στόχων στο διάστημα που μεσολάβησε. Γι’ αυτό προτού καταθέσει κάποιες δικές της σκέψεις η κε του μπλοκ, κρίνει σκόπιμο να ανατρέξει στα βασικά ντοκουμέντα εκείνης της συνδιάσκεψης και να υπογραμμίσει κάποια σημεία με ξεχωριστή σημασία.

Σε αυτό θα μας βοηθήσει ο σύνδεσμος σε αυτή τη σελίδα, που παραπέμπει με τη σειρά της σε τέσσερα βασικά κείμενα: το κείμενο των θέσεων της κε για τη συνδιάσκεψη, την εισήγηση της κε, όπου διευκρινίζονται κι εξειδικεύονται ζητήματα που ανέκυψαν κατά τη διάρκεια του διαλόγου, εντός κι εκτός οργάνων, την απόφαση στην οποία κατέληξε η συνδιάσκεψη κι ένα πλήρες, αναλυτικό πλαίσιο πάλης με σύγχρονα αιτήματα για όλο το φάσμα δραστηριοτήτων και πτυχών της καθημερινής ζωής των νέων: από τη μόρφωση και την εργασία, μέχρι τον πολιτισμό, τον αθλητισμό, τον ελεύθερο χρόνο και μια σειρά άλλα ζητήματα.
Τα τέσσερα κείμενα σε μεγάλο βαθμό αλληλεπικαλύπτονται κι αναπόφευκτα επαναλαμβάνονται σε κάποια σημεία. Ο κανόνας αυτός σπάει κυρίως στο κείμενο της εισήγησης, που είναι από τη φύση του συγκεκριμένο κι επεξηγηματικό.

Ας δούμε μερικά βασικά σημεία.
Τα ντοκουμέντα εξετάζουν τον κοινωνικό χαρακτήρα της νεολαίας, που «δε συνιστά ξεχωριστό κοινωνικό στρώμα ούτε τάξη». Διαπιστώνεται πως «λόγω της θέσης της στην κοινωνία η νεολαία και το κίνημά της δεν μπορεί να προβάλλει αυτοτελή πρόταση διεξόδου, παρά μόνο ως αναπόσπαστο στοιχείο της εργατικής τάξης και του εργατικού κινήματος», σε αντίθεση δηλ με το λάθος και την ουτοπία που περιείχαν απόψεις που καλλιεργήθηκαν για τον αυτόνομο επαναστατικό ρόλο της νεολαίας και αντιπαρέθεταν τη νεολαία στο εργατικό κίνημα.

Τα ντοκουμέντα αναγνωρίζουν ως κύριο και βασικό χαρακτηριστικό της νεολαίας τη μεταβατικότητα και την κινητικότητα στους προσανατολισμούς της, την αστάθεια και τη ρευστότητα που την χαρακτηρίζουν, ορισμένα χαρακτηριστικά στην ψυχολογία, στις αναζητήσεις, στον τρόπο ζωής. Καταλαβαίνει κανείς πως αν αυτά ίσχυαν οκτώ χρόνια πριν, σήμερα η τάση αυτή έχει ενισχυθεί στο πολλαπλάσιο εξαιτίας της κρίσης, της ανεργίας, των εκτεταμένων μορφών ημιαπασχόλησης και των συνεπειών τους.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο η κε επεκτείνει τα όρια της νέας γενιάς έως τα 35 χρόνια, παίρνοντας υπόψη της ότι έχει ανέβει το όριο ηλικίας που οι νέοι φτιάχνουν οικογένεια, έχει ανέβει ο μέσος όρος ηλικίας απόκτησης παιδιών, μολονότι οι νέοι σήμερα ενηλικιώνονται πιο γρήγορα. Παράλληλα διαπιστώνεται η ανάγκη να ξεκινήσει η δουλιά του Kόμματος και της KNE συστηματικά και μελετημένη στις ηλικίες των 10 έως 15 χρόνων στα χνάρια της πείρας των νέων πρωτοπόρων –αν και σήμερα δεν υπάρχει δυνατότητα να προωθήσουμε τη μορφή δουλιάς που είχαμε χρησιμοποιήσει παλαιότερα, λόγω υποκειμενικών αδυναμιών κι όχι γιατί δεν υπάρχει θετική πείρα.
Σήμερα μπορεί να μην έχουν γίνει θεαματικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση, είχαμε ωστόσο μια πρώτη κίνηση στο φετινό διήμερο, με την μαζική παρουσία μικρών παιδιών στον χώρο της κατασκήνωσης, χωρίς κηδεμόνα, υπό την επίβλεψη παιδαγωγού. Άλλωστε τα όρια αυτά διαμορφώνονται ευέλικτα κάθε φορά, ανάλογα και με τις ανάγκες της οργάνωσης –πχ στο διάστημα αμέσως μετά την κρίση και τη διπλή διάσπαση του 89-91.

Αναγνωρίζονται επίσης ιδιομορφίες που εμφανίζει σήμερα η νεολαία κάτω από την επίδραση του συστήματος αξιών και κανόνων της καπιταλιστικής κοινωνίας, στο τρόπο έκφρασης, ενδυμασίας, συμπεριφοράς, οι επιδράσεις από την τυποποίηση στην ενημέρωση και πληροφόρηση, από την καλλιέργεια στρεβλού καταναλωτισμού. Καθώς επίσης πως δεν πρέπει να απευθυνόμαστε στη νεολαία με τον ίδιο τρόπο που απευθυνόμαστε στις μεγαλύτερες ηλικίες, η ανάγκη εξειδίκευσης της γενικής πολιτικής κατά κατηγορία νεολαίας, ώστε να δημιουργείται σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος της αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή, σε τελευταία ανάλυση, αντικαπιταλιστική συνείδηση.

Εκτιμάται πως «με βάση την ταξική διάρθρωση της ελληνικής καπιταλιστικής κοινωνίας, το μεγαλύτερο μέρος της νεολαίας προέρχεται, ανήκει ή προσεγγίζει τη σύγχρονη εργατική τάξη», ενώ επίσης «αυξάνεται γοργά το ποσοστό της μισθωτής εργασίας, το μεγαλύτερο μέρος της οποίας ανήκει στην εργατική τάξη».

Με βάση τα παραπάνω καθορίζεται ως καθήκον η δράση του κόμματος και της κνε για τα προβλήματα της νεολαίας να στραφεί σε δυο βασικές κατευθύνσεις: το εργατικό κίνημα, από τη μια, και, από την άλλη, το κίνημα των παιδιών και των νέων, που βρίσκονται στη διαδικασία της μάθησης. Να συμβάλλουμε στο συντονισμό ανάμεσα στο εργατικό κίνημα με τους νέους εργαζόμενους, με τους νέους που είναι στη διαδικασία της μάθησης και των σπουδών.

Στο κομμάτι της στρατολόγησης η συνδιάσκεψη ζητά να ριχτεί ειδικό βάρος στις κλαδικές ΟΒ των εργαζομένων, με στόχο τον πολλαπλασιασμό και την ανάπτυξή τους και οι συνοικιακές ΟΒ να έχουν κύριο προσανατολισμό στην εργαζόμενη νεολαία, με προγραμματισμό. Εξηγεί πως μετά τη διπλή κρίση που πέρασε η κνε ξεκίνησε ουσιαστικά από την αρχή, αφού έμεινε με λίγες δυνάμεις, χωρίς να έχει απολέσει τη συνέχεια και τη διαδοχικότητα της πείρας. Και θεωρεί φυσικό η νέα περίοδος της κνε να οδηγήσει στην αυξημένη συμμετοχή της σχολικής νεολαίας στις γραμμές της σε σύγκριση με τους νέους εργάτες, καθορίζοντας ως ζήτημα πριν απ' όλα ευθύνης του Κόμματος να διασφαλίζει, ώστε η ανάπτυξη της ΚΝΕ να στηρίζεται στη συμμετοχή νέων εργατών, νέων ανέργων.

Ταυτόχρονα θέτει το πρόβλημα της βαθύτερης αφομοίωσης των νέων Κνιτών, που δε συμβαδίζει με την αύξηση των γραμμών της οργάνωσης, εκτιμώντας πως το ζήτημα αυτό δεν αφορά αποκλειστικά την κνε. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η ιδεολογική δουλειά και η πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα, που πρέπει να πάρουν τη μορφή μορφωτικού ρεύματος μέσα στο Κόμμα και την KNE, ώστε να διαδίδονται πλατιά στη νεολαία, να καλλιεργήσουν τη δίψα για πολιτική μόρφωση και πολιτιστική ανάπτυξη (…) ώστε τα μέλη και στελέχη της KNE να «ξεχωρίζουν» για το πολιτικό, πολιτιστικό μορφωτικό τους επίπεδο. Τονίζεται επίσης ότι η διαπαιδαγώγηση της νεολαίας και ειδικότερα της ΚΝΕ γίνεται κυρίως με έργα και το προσωπικό παράδειγμα των στελεχών και μελών του κόμματος.

Παράλληλα μπαίνει ως καθήκον η συστηματική δουλιά για τη μαρξιστική κατάρτιση των κομμουνιστών εκπαιδευτικών που πρέπει να επεκταθεί και σε θέματα παιδαγωγικής, ψυχολογίας, κτλ, εκτός από τα βασικά ζητήματα οικονομίας, φιλοσοφίας και πολιτικής, σε έναν κλάδο όπου το βασικότερο ζήτημα είναι η κυριαρχία του συντεχνιασμού σε όλες τις βαθμίδες.

Για να συγκροτηθεί αυτό το μορφωτικό ρεύμα πρέπει να συμβάλλουν σύντροφοι με ικανότητες που δεν έχουν εντοπιστεί και αξιοποιηθεί, να διαμορφωθούν ομάδες δουλιάς με φίλους, οπαδούς και άλλους αγωνιστές που θέλουν να προσφέρουν, επιστήμονες, διανοούμενους, κτλ, δίπλα στα τμήματα της κε, του κσ και των επιτροπών πόλεων και περιοχών. Να αναζητηθούν ανοιχτοί η κλειστοί χώροι και στέκια, μορφές μαζικής παρέμβασης όπως οι μαρξιστικοί όμιλοι, να αξιοποιηθούν το ραδιόφωνο και η τηλεόραση του 902, τα ‘ΘΕΜΑΤΑ ΠΑΙΔΕΙΑΣ, η οργανωτική επιτροπή του φεστιβάλ.

Από όλα τα παραπάνω κάποια μέτωπα προχωρούν (βασανιστικά) αργά αλλά σταθερά το τελευταίο διάστημα, ενώ σε άλλα έχουν γίνει ελάχιστα βήματα σε εμβρυακό στάδιο. Αναφέρω ενδεικτικά την αξιοποίηση του συρμού, που έκλεισε μετά από λίγα χρόνια και τη δημιουργία μαρξιστικών ομίλων, που έμεινε στις καλένδες –κρατώντας προς το παρόν την ιδεολογική, επιμορφωτική δουλειά εντός των γραμμών της οργάνωσης, χωρίς να έχει απλωθεί παραέξω.

Όπως είπαμε εισαγωγικά τα ντοκουμέντα καλύπτουν μια ευρεία γκάμα θεμάτων (που δεν είναι καν εύκολο να αναφερθούν ονομαστικά), χωρίς να έχουν πάντα όμως την ευχέρεια να εμβαθύνουν στον επιθυμητό βαθμό. Γι’ αυτό η εισήγηση παραδέχεται ότι υπάρχουν ορισμένα τμήματα του κειμένου έχουν ελλείψεις και χρειάζονται και θέλουν παραπέρα επεξεργασία και προσθέτει πως το πλαίσιο πάλης δε θα μείνει «ακίνητο».

Από τα επιμέρους μέτωπα που αναφέρονται, προσωπικά ξεχωρίζω το κομμάτι που αναφέρεται στις ένοπλες δυνάμεις, όπου μπαίνει ως αίτημα και στόχος πάλης η πλήρης κατοχύρωση των συνταγματικών δικαιωμάτων, της ίδρυσης συνδικαλιστικών ενώσεων στο μόνιμο προσωπικό, της εκλογής επιτροπών φαντάρων κι υπαξιωματικών για ζητήματα που αφορούν τη διαβίωσή τους και την πρόσληψη μόνιμου, πολιτικού προσωπικού για τις βοηθητικές εργασίας.
Τα αιτήματα αυτά μπορούν να επαναδιατυπωθούν αυτούσια σήμερα, καθώς δεν έχουν ικανοποιηθεί στο παραμικρό.

Ξεχωρίζω επίσης δύο ακόμα στόχους πάλης:
-το αίτημα αποδέσμευσης της ελλάδας από το νατο και την εε.
-την κατάργηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας στον χώρο των μμε και την αφαίρεση από τα μονοπώλια των δημόσιων συχνοτήτων που τους έχουν παραχωρηθεί.

Αξίζει επίσης να σταθούμε σε μερικά ακόμα σημεία.
Τα ντοκουμέντα ανακοινώνουν στα πλαίσια του προγραμματισμού για το επόμενο διάστημα πως το 08’, που συμπληρώνονταν τα 90χρονα του κόμματος, θα ήταν χρονιά αφιερωμένη στις νέες ηλικίες, με αφετηρία το φεστιβάλ του 07’ που θα ήταν κατ’ εξαίρεση κοινό για κνε και κκε. Σύμφωνα με αυτά, το φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς ονομάστηκε φεστιβάλ κκε-κνε (κι όχι κνε οδηγητή), πυροδοτώντας τις πάντα έγκυρες αναλύσεις των διάφορων καλοθελητών για υποβάθμιση της νεολαίας, του οδηγητή και του σχετικά αυτόνομου ρόλου τους.

Η εισήγηση περιείχε επίσης ειδικό υποκεφάλαιο για την ενίσχυση του επαναστατικού χαρακτήρα της κνε –χωρίς φυσικά να υπονοείται ότι μέχρι τότε είχε λειψά επαναστατικά χαρακτηριστικά, όπως ίσως θα έσπευδαν να μεταφράσουν άλλοι καλοθελητές σήμερα.
Κι αναφέρει εύστοχα: ο επαναστατικός χαρακτήρας της KNE κρίνεται σε πολλά επίπεδα ταυτόχρονα. Όχι μόνο στην υιοθέτηση του σκοπού του σοσιαλισμού, αλλά και στην ικανότητα να συνδέεται πλατιά με τις μάζες της νεολαίας, να ασκεί πρωτοπόρο καθοδηγητικό ρόλο στους αγώνες για τα προβλήματά της. Να ετοιμάζει, δίπλα στο Κόμμα, τη νέα γενιά των κομμουνιστών που θα σηκώσουν στις πλάτες τους το καθήκον του αγώνα για το σοσιαλισμό. Να συμβάλλει στην αγωνιστική ανάταση της νεολαίας.

Ταυτόχρονα επισημαίνεται σε άλλο σημείο: το ΚΚΕ θεωρεί ότι δεν υπάρχουν πολλές ριζικές εναλλακτικές λύσεις και προοπτικές, μπορεί να υπάρχουν πολλές μορφές αγώνα, διαφορετικά καθήκοντα στη μια ή στην άλλη φάση της ενιαίας πορείας, διάφορες μορφές προσέγγισης της εναλλακτικής λύσης. Όμως η ίδια η εναλλακτική λύση πρέπει να είναι σαφώς αντικαπιταλιστική, δηλαδή σοσιαλιστική.

Ας μνημονεύσουμε τέλος πως τα ντοκουμέντα σημείωναν την ανάγκη εμβάθυνσης στο ζήτημα της κοινωνικής θέσης της νεολαίας σε συνδυασμό με την όλη εξέλιξη του ελληνικού καπιταλισμού τα τελευταία 15 χρόνια κι ακόμα ευρύτερα, από την πτώση της χούντας και μετά, οπότε επιταχύνεται η πορεία ενσωμάτωσης της Ελλάδας στην ΕΟΚ και στη συνέχεια στην ΕΕ και με τη θέση της Ελλάδας στο καπιταλιστικό σύστημα. Ζητήματα στα οποία θα εμβαθύνει το Κόμμα, με βάση και τις ιδιαίτερες μελέτες που αποφάσισε το 17ο Συνέδριο.
Δυστυχώς απ’ όσο γνωρίζω, δεν έχει γίνει ακόμα κάποια ολοκληρωμένη μελέτη της πορείας του ελληνικού καπιταλισμού ή τουλάχιστον δεν έχει δημοσιοποιηθεί προς τα έξω.

Όπως σημείωνε βέβαια κι η εισήγηση της κε, υπήρχε επίγνωση πως με τη συνδιάσκεψη δεν τελειώνουμε με την επεξεργασία των καθηκόντων και του προγράμματος δράσης. Απεναντίας με μια έννοια, τώρα αρχίζουμε πιο συστηματικά, πιο προσαρμοσμένα στις εξελίξεις, πιο σχεδιασμένα την εξειδίκευση της στρατηγικής μας στη νεολαία. Και με αυτή την έννοια παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον κι η συνέχεια αυτής της δουλειάς εσωκομματικά με κορύφωση την αυριανή πανελλαδική συνδιάσκεψη.

Τα υπόλοιπα θα τα δούμε εν καιρώ. Οι σφοι αναγνώστες μπορούν εν τω μεταξύ, μαζί με όλα τα παραπάνω, να διαβάσουν ως έξτρα υλικό.
Την ομιλία της αλέκας στο φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς, το πρώτο μετά το θάνατο του χαρίλαου, που έγινε ενάμιση μήνα πριν την πραγματοποίηση της συνδιάσκεψης.
Μια ομιλία της τότε γγ σε σύσκεψη εκπαιδευτικών, που καταπιάνεται με παρόμοια ζητήματα.
Ένα άρθρο του λουκά σε δύο συνέχειες στο ριζοσπάστη για τις αξίες και τα ιδανικά ως βασικό πεδίο δράσης για την προσέγγιση της νεολαίας.
Και μπόνους (αν και κάπως άσχετο) την ανακοίνωση του κόμματος και το άρθρο του ριζοσπάστη μετά την κατάκτηση του ευρωμπάσκετ εκείνης της χρονιάς από την εθνική ομάδα.

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Εμπρός ΕΑΜ για την Ελλάδα

Το ερώτημα γιατί έχασε το εαμ, αυτό το εκπληκτικό κίνημα που αναπτύχθηκε στην κατοχή για την απελευθέρωση της ελλάδας και τη λαοκρατία, αγκαλιάζοντας εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, τους πόθους και το σφυγμό της μεγάλης πλειοψηφίας του λαού μας, βαραίνει κάθε ιστορική ματιά που επιχειρεί να καταπιαστεί με την αντίσταση κι όσα την αφορούν, και μένει ως επώδυνη εκκρεμότητα για κάθε σύγχρονο αγωνιστή, που σκοντάφτει διαρκώς στο ίδιο ερώτημα: γιατί χάσαμε; Και αν δεν τα καταφέραμε τότε, με συντριπτικά θετικούς συσχετισμούς υπέρ μας, με αδιαμφισβήτητη ηθική υπεροχή και ιδεολογική ηγεμονία, με ένα ένοπλο αντάρτικο κίνημα σαν τον ελας και με έτοιμους θεσμούς λαϊκής εξουσίας που μπορούσε να συνδυάσει την απελευθέρωση με την επανάσταση και να εξυψωθεί σε κρατική, πανεθνική εξουσία… αν λοιπόν δεν νικήσαμε τότε με τόσο ευνοϊκούς όρους, πώς μπορούμε να νικήσουμε σήμερα;

Στη μεγάλη πενταετία ο πέτρος ρούσος ασκεί κριτική σε όσους αναπαράγουν μονότονα το τροπάρι της «χαμένης ευκαιρίας» και λέει πως δεν υπάρχουν γενικά ευκαιρίες, παρά μόνο ευνοϊκές συγκυρίες με περισσότερο ή λιγότερο θετικές παραμέτρους και συνθήκες, που δε σου εξασφαλίζουν ωστόσο απαραίτητα και μια ευτυχή κατάληξη. Για να μιλήσουμε με ποδοσφαιρικούς όρους, όταν έχεις μια καλή φάση ή γενικά υπεροχή απέναντι σε έναν αντίπαλο, δε σημαίνει πως θα σκοράρεις κιόλας.

Αυτό είναι σωστό. Δεν αναιρεί όμως το γεγονός πως είχαμε μια χρυσή ευκαιρία και μάλιστα σε κενή εστία, με τον αντίπαλο τερματοφύλακα να είναι στο κάιρο. Αλλά την κλοτσήσαμε, τηρώντας μια τελείως αφελή εκδοχή του ευ αγωνίζεσθαι (fair play) στην ταξική πάλη. Κι αν προεκτείνουμε τους ποδοσφαιρικούς συνειρμούς, ο σύντομος εικοστός αιώνας ήταν ένα συναρπαστικό ενενηντάλεπτο, όπου γενικά υπερείχαμε, αλλά δεχτήκαμε γκολ σε κρίσιμα σημεία και καταρρεύσαμε ψυχολογικά, αλλά ανατραπήκαμε έμπρακτα. Κρίσιμα σημεία εννοούμε στο τέλος κάθε ημιχρόνου. Μία το 45’ με τη βάρκιζα κι άλλη μία το δίλεπτο 89-91’ με τη διπλή ανατροπή σκορ. Σαν την επική ανατροπή της γιουνάιτεντ με τη μπάγερν, με δύο γκολ στις καθυστερήσεις κι εμάς σαν το σάμι κουφούρ πεσμένο στο χορτάρι, να κλαίμε σε τόπο χλοερό και να προσπαθούμε να καταλάβουμε τι έχει συμβεί, αν ο ουρανός μας έπεσε στο κεφάλι κι αν ο αρχηγός μας ήταν προδότης, που τα ‘χε πιάσει κι έδενε τα κορδόνια του στη σέντρα.

Το βασικό ζητούμενο είναι να είσαι έτοιμος και στρατηγικά εξοπλισμένος κι όταν σου παρουσιαστεί η ευκαιρία να παραμείνεις ψύχραιμος και να μην την/τα χάσεις. Αν και είναι ζήτημα προς περαιτέρω διερεύνηση αν αυτή η ευκαιρία παρουσιάζεται αντικειμενικά κι ανεξάρτητα απ’ τη δική μας απόδοση –οπότε και θα κριθούμε από το αποτέλεσμα και πώς θα την αξιοποιήσουμε- ή αν θα προκύψει ως αποτέλεσμα της δικής μας εμφάνισης και της έξυπνης τακτικής που θα ασκήσει πίεση στον αντίπαλο και θα δημιουργήσει τις απαραίτητες φάσεις για να σκοράρουμε.

Οι μπολσεβίκοι πχ χρειάστηκαν τρεις επαναστάσεις και συνεχή πίεση στην εστία του αντιπάλου για να σκοράρουν. Και παραλίγο να μιλήσει ο νόμος του ποδοσφαίρου και να δεχτούν αυτοί γκολ με το πραξικόπημα των λευκοφρουρών το σεπτέμβρη ή ακόμα χειρότερα αυτογκόλ με τις γκέλες ζηνόβιεφ και κάμενεφ, που κατέδωσαν το σχέδιο της εξέγερσης στον αστικό τύπο.

Είναι βασικό πάντως να μη συγχέουμε την πρωτοβουλία κινήσεων –που δεν πρέπει να αφήνουμε στον αντίπαλο- με το χύμα ανοιχτό αυθόρμητο παιχνίδι, χωρίς σχέδιο και την ολομέτωπη επίθεση. Εξάλλου η δύναμη της συνήθειας, η εμπειρία του ταξικού εχθρού κι οι γενικότεροι συσχετισμοί σε διεθνές επίπεδο, πιθανότατα θα επιβάλουν σε πρώτη φάση για ένα αρκετά μεγάλο διάστημα ως ανάγκη μια τακτική κατενάτσιο (που στα ελληνικά σημαίνει αμπαρωμένη πόρτα). Τι άλλο παρά ένα είδος κατενάτσιο ήταν εξάλλου –μιλώντας με ποδοσφαιρικούς όρους- το τείχος του βερολίνου; Ένα προστατευτικό τείχος γύρω από το σοσιαλιστικό μπλοκ, για να ανακόψει την επιθετικότητα και τη διεισδυτικότητα των δυτικών.

Κι ακόμα πιο καθαρό πρέπει να έχουμε πως αυτά είναι ζητήματα που λύνονται μες στον αγωνιστικό χώρο και το στίβο της ταξικής πάλης από όσους αγωνίζονται και παλεύουν· όχι από τους προπονητές της κερκίδας με τη διαχρονική μιζέρια.

Το βασικό ερώτημα λοιπόν, βαρύ κι ασήκωτο σαν το αίνιγμα της σφίγγας, παραμένει. Γιατί χάσαμε;
Μια βασική απάντηση είναι πως τόσο μπορέσαμε, τόσο παίξαμε. Ως εκεί έφτανε το βεληνεκές και η αντίληψη του επιλοχία σιάντου και του κουρέα ιωαννίδη, σε εκείνη τη συγκυρία. Είναι σημαντικό να κρατήσουμε αυτή την παράμετρο και να μην μπλέξουμε με θεωρίες συνωμοσίας και ψάχνουμε να βρούμε προδοσίες, για να ερμηνεύσουμε τα γεγονότα.

Αλλά το ζήτημα παραμένει και δεν επιδέχεται απλών απαντήσεων, όπως άλλα συμβατικά αινίγματα κι υπάρχουν πολλές πτυχές που πρέπει να συνεκτιμήσει κανείς. Πολύ συχνά κάποιοι λυγίζουν από το βάρος τέτοιων υπαρξιακών ερωτημάτων, βρίσκοντας καταφύγιο σε εύκολους αφορισμούς κι απλοϊκές απαντήσεις. Μια εύκολη απάντηση πχ είναι η επιστροφή στο παρελθόν και η επανάληψη της εαμικής εποποιίας στο σήμερα. Σα μια δεύτερη ευκαιρία να σκοράρουμε και να ξορκίσουμε τη ρετσινιά του χαζογκόλη και την προηγούμενη χαμένη φάση –που είναι απολύτως κατανοητή και ως ψυχολογική ανάγκη. Το ζητούμενο ωστόσο δεν είναι να σκοράρουμε με συστήματα του παρελθόντος, αλλά να φτιάξουμε τις δικές μας φάσεις για γκολ στο παρόν, παίρνοντας υπόψη τα διδάγματα της ιστορίας.

Εύκολες απαντήσεις είναι κι όσες αγνοούν τις αντιφάσεις και την πολυπλοκότητα των καταστάσεων κι επισημαίνουν μια πτυχή ως βασική, για να οχυρωθούν πίσω από αυτή, χωρίς γενικότερη ερμηνευτική ισχύ.

Είναι εύκολο δηλ να πούμε ότι το εαμ έκανε το λάθος να ανοιχτεί πιο πλατιά απ’ όσο έπρεπε και να μεταφέρει στο εσωτερικό του την πίεση από τις μικροαστικές ταλαντεύσεις και τις αυταπάτες των συμμάχων του. Αλλά τα ανοίγματα του εαμ δεν ήταν μόνο ο σβώλος πχ κι οι παλινωδίες του, αλλά κι ο (παλιός βενιζελικός) σαράφης ή ο πέτρος κόκκαλης και τόσοι άλλοι που έγιναν μέλη του κκε και τίμησαν ως το τέλος αυτόν τον τίτλο.

Είναι εύκολο να πούμε πως το εθνικο-απελευθερωτικό κριτήριο θόλωσε το ταξικό, αλλά ακόμα και ένα εθνικό μέτωπο μπορούσε νάχει καθαρή στόχευση απέναντι στην ανάμειξη των βρετανών και την επέμβαση τους –πριν καν ολοκληρωθεί ο πόλεμος κατά των χιτλερικών. Η αρχική αφελής ανοχή –ως και συμπάθεια από κάποιες συνιστώσες- του εαμ προς τους άγγλους και τις ραδιουργίες τους, δεν εξηγείται από τον εθνικο-απελευθερωτικό του χαρακτήρα, αλλά από την ιδιαιτερότητα της διεθνούς αντιφασιστικής συμμαχίας.

Ήταν λοιπόν λάθος ο αντιφασιστικός χαρακτήρας που δόθηκε στον πόλεμο –ιδίως μετά την είσοδο της σοβιετικής ένωσης; Όχι σφοι, δεν ήταν. Αλίμονο αν κρίνουμε αυτόν τον τακτικό ελιγμό έξω από την εποχή του, με σημερινά κριτήρια. Αυτή η γραμμή άλλωστε τσάκισε το φασισμό και απέσπασε από το ιμπεριαλιστικό σύστημα μερικές χώρες της κεντρικής και ανατολικής ευρώπης. Με αυτή τη γραμμή θριάμβευσε κι ο τίτο στη γιουγκοσλαβία, αποκρούοντας τους σχεδιασμούς των άγγλων, του βασιλιά και του αντίστοιχου ζέρβα της πατρίδας του (μιχάηλοβιτς). {Παράλληλα βέβαια πρέπει να σημειώσουμε πως το παρτιζάνικο κίνημα στη γιουγκοσλαβία είχε πιο ταξικά χαρακτηριστικά, αλλά και την καταλυτική συμβολή του σοβιετικού στρατού κατά την κρίσιμη ώρα της απελευθέρωσης}.

Χρειαζόμαστε λοιπόν μια σφαιρική κριτική αποτίμηση των λαϊκών αντιφασιστικών μετώπων, ως τακτική της κομιντέρν, που να εξετάζει και να επισημαίνει τα προβληματικά τους στοιχεία, τα λάθη κατά την εφαρμογή τους, την αδύναμη σύνδεσή τους με το στρατηγικό στόχο. Ταυτόχρονα όμως τη συνδρομή τους και τον προπαρασκευαστικό ρόλο για τα αντιστασιακά μέτωπα στην ευρώπη και τη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών, την αλλαγή των διεθνών συσχετισμών με τους ιμπεριαλιστές και τις μεταπολεμικές κατακτήσεις του εργατικού κινήματος.

Καλούμαστε λοιπόν να εξετάσουμε το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει και να εκλαϊκεύσει στον καιρό του ο γληνός στην ομώνυμη μπροσούρα του, πριν τον πρόωρο θάνατό του: τι ήταν και τι ήθελε το εαμ. Και το ζήτημα είναι αν θα ισχυριστούμε πως το εαμ έχασε γιατί δεν είχε καθαρό τι ήθελε και πώς θα καταφέρει αυτό που ήθελε, κατοχυρώνοντας την υλοποίησή του πριν το τέλος του πολέμου κι όχι αργότερα, υπό την εποπτεία των άγγλων. Ή αν πιστεύουμε τελικά ότι έχασε ακριβώς εξαιτίας της ταυτότητάς του, για αυτό που ήταν (δηλ εθνικό μέτωπο) κι αυτό που ήθελε (τη λαοκρατία, ως στάδιο πριν το σοσιαλισμό) ή τα μέσα που (δεν) χρησιμοποίησε.

Πριν να απαντήσουμε σε αυτό όμως, αυτό που πρέπει να αναρωτηθούμε, αντιστρέφοντας το αρχικό ερώτημα, είναι: τι ήταν το εαμ και γιατί έφτασε τόσο κοντά στη νίκη;
Το εαμ λοιπόν ήταν ο οργανωμένος λαός ως ένοπλη δύναμη εξουσίας. Μια μαζική λαϊκή οργάνωση που κινητοποίησε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου σα μια γροθιά και έπιασε τις καλύτερες παραδόσεις του τόπου, καταπολεμώντας χρόνιες ‘παθήσεις’ του λαού μας, όπως η απειθαρχία κι η ανυπομονησία. Το στιβαρό τιμωρό χέρι του λαού. Κι η πολιτική του πρωτοπορία με οργανωμένη δύναμη που λίγο πριν το δεκέμβρη ξεπερνούσε τα διακόσιες χιλιάδες μέλη. Το εαμ ήταν πρωτίστως η συγχώνευση του κομμουνιστικού κόμματος με τις μάζες και δευτερευόντως η συμμαχία του με άλλες οργανώσεις αμελητέας δύναμης. Κι αυτό είναι το βασικό δίδαγμα προς μίμηση στο σήμερα.

Ίσως κάποιοι ισχυριστούν πως η μαζική στρατολόγηση απέβη εις βάρος της ποιοτικής αφομοίωσης των νέων μελών, του επιπέδου συνειδητοποίησης, της αποφασιστικότητας και της λειτουργίας όλου του κόμματος συνολικά. Ο μπαρτζώτας πχ στον πρόλογο του βιβλίου που μνημονεύσαμε προχτές ασκεί κριτική στη μαζική στρατολόγηση αγροτών και διανοούμενων αντί να δοθεί το βάρος στους προλετάριους και την εργατική τάξη.

Κι έχει μερικό δίκιο σε αυτό που λέει. Εδώ δε μιλάμε όμως για μια προσωρινή, καιροσκοπική τάση ταλαντευόμενων στοιχείων, αλλά για την παλλαϊκή στράτευση ενός λαού. Που δεν έψαχνε το βόλεμα στο πλευρό των νικητών, αλλά έδινε τα καλύτερα παιδιά του στον αγώνα για επιβίωση και αναδείκνυε άλλα στη θέση τους. Μιλάμε για το ξεδιάλεγμα των πιο συνειδητών, πρωτοπόρων στοιχείων από ένα κίνημα που συσπείρωνε ενάμισι εκατομμύριο ψυχές και τις ατσάλωνε στην καθημερινή πάλη με τον κατακτητή, τις οργάνωνε, τις κινητοποιούσε, τους δίδασκε τη συλλογικότητα και την πειθαρχία στη δράση τους.


Η ήττα του εαμ άλλωστε δεν καθορίστηκε από τα λάθη και την απειρία της βάσης, αλλά από την ανεπάρκεια της ηγεσίας του.

Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου 2013

Η Ματωμένη Κυριακή

Πριν περάσουμε στην ερμηνεία και τα συμπεράσματα για το δεκέμβρη του 44’, αξίζει τον κόπο να επιμείνουμε λίγο ακόμα στα γεγονότα. Η κε του μπλοκ αντιγράφει το σχετικό κεφάλαιο, με τον τίτλο της ανάρτησης, από το δεύτερο τόμο της «μεγάλης πενταετίας» του πέτρου ρούσου, στελέχους του κόμματος και μέλους του πγ της κε κατά τη διάρκεια της ηρωικής δεκαετίας του 40’.

Μετά την ιταμή προκήρυξη του Σκόμπυ, τα μέτρα του Παπανδρέου και την παραίτηση των υπουργών της εαμικής αντίστασης, η Κεντρική Επιτροπή του ΕΑΜ συνήλθε σε δυο συνεδριάσεις, μια την 1η του Δεκέμβρη, όπως αναφέραμε κιόλας, και μια στις 2 του Δεκέμβρη. Στην πρώτη συνεδρίαση η ΚΕ αποκαλύπτει τα σχέδια των Ελλήνων αντιδραστικών – όχι όμως και των Άγγλων – και καλεί το λαό να αγωνιστεί για να εξασφαλίσει την ησυχία του τόπου, τις ελευθερίες του και την ομαλή εξέλιξη, με βάση τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης.

Την άλλη μέρα, 2 του Δεκέμβρη, η ΚΕ βλέποντας ότι τα μέτρα του Παπανδρέου έκλεινε ο δρόμος για την ομαλή δημοκρατική εξέλιξη, αποφασίζει:

1. Να απευθύνει έκκληση προς τις κυβερνήσεις των μεγάλων συμμάχων Σοβιετικής Ένωσης, Ενωμένων Πολιτειών και Μεγάλης Βρετανίας. Στην έκκληση καταγγέλνει την παρέμβαση του στρατηγού Σκόμπυ («δεν είναι δυνατό να αποτελεί θέλησιν της Μ. Βρετανίας»…)

Σε συνδυασμό μ’ αυτό στέλνεται στο εξωτερικό μεγάλη εαμική αποστολή για να διαφωτίσει τους λαούς και τις κυβερνήσεις και να οργανώσει τη συμπαράσταση στον αγώνα μας. Την αποτέλεσαν οι Π. Ρούσος (μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ) επικεφαλής της αντιπροσωπείας, Γ. Καλομοίρης (ρεφορμιστής γραμματέας της Γενικής Συνομοσπονδίας των εργατών της Ελλάδας), Δ. Στρατής (αριστερός ρεφορμιστής γραμματέας της ΓΣΕΕ), Γ. Ζωιτόπουλος (διευθυντής των υπηρεσιών της  ΠΕΕΑ), Σταμάτης Γιαννακόπουλος (ηγετικό στέλεχος της ΕΠΟΝ και των ανταρτοομάδων της), προστέθηκε στο τέλος και η Καίτη Ζέβγου (μέλος της ΚΕ του ΚΚΕ).

2. Να οργανώσει παλλαϊκό συλλαλητήριο την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη στην Πλατεία του Συντάγματος.
3. Να ανασυγκροτήσει την Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ. Την αποτέλεσαν ο Γ. Σιάντος γραμματέας της ΚΕ του ΚΚΕ, ο Μ. Μάντακας υποστράτηγος και Μ. Χατζημιχάλης υποστράτηγος.
4. Να κηρύξει γενική απεργία σ’ όλη τη χώρα στις 4 του Δεκέμβρη.
Στις 4 του Δεκέμβρη η ΚΕ του ΕΑΜ έστειλε καινούρια έκκληση προς τους μεγάλους συμμάχους.

Την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη 1944 από το πρωί μια λαοθάλασσα, υπακούοντας σαν ένας άνθρωπος στα συνθήματα του ΕΑΜ και στη φιλελεύθερη συνείδησή της, συνέκλινε προς το κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας. Ο Παπανδρέου είχε δώσει αποβραδίς την άδεια για κείνη την ειρηνική διαδήλωση και κατόπιν – ασφαλώς με υπόδειξη των Άγγλων – την ακύρωσε. Ήταν το κορύφωμα του ιστορικού ρόλου του στην κρίσιμη εκείνη στιγμή της Ελλάδας. Εκ των υστέρων (δηλώσεις του της 7 του Δεκέμβρη) πήγε να δικαιολογηθεί πως είχε πληροφορίες ότι τάχα το συλλαλητήριο θα υπήρχαν και ένοπλοι. Η δικαιολογία χρειάστηκε για να καλύψει το μεγάλο έγκλημα: Στις 3 του Δεκέμβρη η αστυνομία του Έβερτ έβαλλε από τα παράθυρα των Παλιών ανακτόρων, της Αστυνομικής Διεύθυνσης και των γύρω ξενοδοχείων κατά του πλήθους των πατριωτών. 54 νεκροί και 70 τραυματίες είναι τα θύματα που έπεσαν στους δρόμους της αντιστασιακής Αθήνας. Μα ο λαός δεν κάμπτεται. Σηκώνει και περιφέρει τους νεκρούς του ζητώντας εκδίκηση και δημοκρατία. Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Σαν» του Σικάγου τηλεγραφεί πως ο μεγαλόψυχος και άοπλος λαός, γυναίκες και κορίτσια, ακόμα και κείνη την τραγική στιγμή, με το χαμόγελο στα χείλη φώναζαν:

-Ζήτω ο Τσώρτσιλ, ζήτω ο Ρούζβελτ, κάτω ο Παπανδρέου, κάτω ο βασιλιάς!
Τίποτα δεν έδειχνε τραγικότερα πόσο δεν είχαμε έγκαιρα αναπροσανατολίσει το λαό.
Όπως έγραφε ο Αμερικανός δημοσιογράφος Πούλος, οι τουφεκισμοί στο συλλαλητήριο της 3 του Δεκέμβρη «ήταν η σπίθα που τόσο επιδίωκαν οι φασίστες, οι δεξιοί, οι βασιλόφρονες».

Την άλλη μέρα, 4 του Δεκέμβρη η κηδεία των θυμάτων ήταν ακόμα πιο πλατιά, μαχητική και επιβλητική. Μα πάλι οι προβοκάτορες μαίνονται. Κρυμμένοι σε χτίρια γύρω στην Πλατεία Ομονοίας δολοφονούν άλλους 70 και τραυματίζουν 150 πατριώτες. Η κηδεία των νέων θυμάτων έγινε μεμονωμένα. Το ποτήρι της οργής του λαού ξεχύλισε.

Ο άλλοτε πρωθυπουργός, αρχηγός του κόμματος των Προοδευτικών Γ. Καφαντάρης θα δηλώσει: «Αιματοκύλισαν την Ελλάδα για να σώσουν το σώμα των Πραιτωριανών»…

Με τους τουφεκισμούς της Ματωμένης Κυριακής στις διαδηλώσεις του λαού κυριάρχησε, γραμμένο σε μεγάλα πανώ, το σύνθημα: «Όταν ένας λαός βρίσκεται μπροστά στον κίνδυνο της τυραννίας διαλέγει ή τις αλυσίδες ή τα όπλα». Και ο δημοκρατικός ελληνικός λαός της Αντίστασης διάλεξε. Τα όπλα είχαν τώρα το λόγο. Από τη στιγμή αυτή όλες οι σκέψεις, όλες οι γνώμες, όλες οι θελήσεις των στελεχών και των απλών αγωνιστών του λαού συγκεντρώθηκαν σε ένα και μόνο στόχο: να καταφερθεί χτύπημα στον αποχαλινωμένο ξένο και ντόπιο δυνάστη.

Αμέσως μετά τη λήψη της απόφασης η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ εγκατέστησε το Στρατηγείο της στη Μονή Κλειστών, κοντά στη Χασιά της Αττικής. Η εγκατάσταση έγινε φυσικά εκ των ενόντων, ουσιαστικά η ΚΕ του ΕΛΑΣ δε διέθετε κοντά της οργανωμένο επιτελείο. Έτσι όμως αχρηστευόταν ουσιαστικά τουλάχιστο σε ό,τι αφορά το κύριο πεδίο της μάχης – την Αθήνα, το συγκροτημένο Επιτελείο του Γενικού Στρατηγείου, που βρισκόταν στη Λαμία.

Πώς και πότε πάρθηκε η απόφαση για την ανασύσταση της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ; Στον τύπο και σε άλλα δημοσιεύματα έγιναν αρκετές συσκοτίσεις γύρω στο ζήτημα. Ο Μούντριχας μάλιστα (Απογευματινή, 21.10.1958) συσχετίζει την επανασύστασή της με την άρνηση που τάχα πρόβαλε ο στρατηγός Σαράφης σε μένα σαν αντιπρόσωπο το ΠΓ του ΚΚΕ, όταν στάλθηκα στο Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ, περνώντας κατά το ταξίδι μου για το εξωτερικό – άρνηση να αναλάβει την αρχηγία των επιχειρήσεων της Αθήνας. Αμφισβητεί ο Μούντριχας την ημερομηνία της πρώτης (ιδρυτικής) διαταγής της ΚΕ του ΕΛΑΣ που παραθέτει ο Σαράφης στο βιβλίο του «Ο ΕΛΑΣ» - 1 του Δεκέμβρη. Και σημειώνει ότι ο Ρούσος έφτασε στη Λαμία το μεσημέρι της 1 του Δεκέμβρη, ενώ εγώ πιστεύω πως έφτασα στις 2 του Δεκέμβρη*. Για την ημερομηνία της διαταγής δεν μπορώ να ξέρω. Αλλά έτσι είτε αλλιώς η ΚΕ του ΕΑΜ αποφάσισε την ανασύσταση της ΚΕ του ΕΛΑΣ μόνο το βράδυ του Σαββάτου 2 του Δεκέμβρη.

{* «Έτσι το έφερε η ζωή μας στις 2 του Δεκέμβρη 1944 τις πρωινές ώρες να γυρίζω στη Μακεδονία (με τον Αναστασιάδη). Τώρα προς Μακεδονία και για τη Βουλγαρία έρχονταν μαζί μας και ο Πέτρος Ρούσος». (Από αδημοσίευτο άρθρο του Λ. Ματσούκα 16.12.1966)}

Φαίνεται όμως πως μπροστά στην όξυνση της πολιτικής κρίσης το Α’ Σώμα Στρατού του ΕΛΑΣ διέταξε νωρίτερα ορισμένες προληπτικές μετακινήσεις μονάδων που ανήκαν στη ΙΙ Μεραρχία. Ο Σαράφης στο έργο του «ο ΕΛΑΣ» αναφέρει ότι ο Σιάντος με τηλεγράφημά του πληροφορεί το ΓΣ του ΕΛΑΣ ότι παραιτήθηκαν οι υπουργοί μας, η κατάσταση είναι κρισιμότατη και παρακαλεί το ΓΣ να προωθήσει τάχιστα προς τη Θήβα το Σταθμό Διοίκησης της Ομάδας μεραρχιών Στερεάς, της ΧΙΙΙ μεραρχίας, το 52 σύνταγμα πεζικού και την ταξιαρχία ιππικού.

Επίσης ο Μούντριχας αναφέρει μιαν (ανεπαλήθευτη) διαταγή του Σιάντου:

«Συνταγματάρχην Παπασταματιάδην Πάτρας

Υπουργοί μας παραιτήθηκαν. Ανάγκη απόλυτος διαλύσετε αμέσως Εθνοφυλακήν με πολιτικά και εν ανάγκη με βίαια μέσα. Πολιτοφυλακή παραμένει θέσιν της. Κατάστασις κρισιμώτατη, αγόμεθα προς σύγκρουσιν. Προετοιμάσετε μεταφοράν μέρους δυνάμεών σας δια ξυράς προς Μέγαρα, είτε δια θαλάσσης προς όρμον Γερμενού. Πραγματοποιήσετε μετακίνησιν άμα πέρατι προετοιμασίας άνευ ετέρας διαταγής.

2/12/1944
Γέρος

(Το τηλεγράφημα το παραθέτει ο Μούντριχας και προσθέτει: απ’ αυτή τη μέρα ο Σιάντος διατάζει τον ΕΛΑΣ).

Ο Σαράφης γράφει ότι απάντησε στην ΚΕ του ΕΑΜ πως η μετακίνηση τμημάτων χωρίς να ξέρει το Γενικό Στρατηγείο τείνει να εξαρθρώσει τη διάταξη, πως πρέπει να γίνεται με καθορισμένο μελετημένο σχέδιο ενέργειας και έθετε ζήτημα πως αυτός που θα διευθύνει τις επιχειρήσεις πρέπει να είναι τυπικά και ουσιαστικά υπεύθυνος αλλιώς είναι αδύνατη πραγματική και ουσιαστική διεύθυνση επιχειρήσεων. Σε λίγο ο Σαράφης παίρνει την πρώτη διαταγή της ΚΕ του ΕΛΑΣ που διέταζε την υπαγωγή του Γενικού Στρατηγείου στην αρμοδιότητά της. Ο Σαράφης δεν ξεκαθαρίζει ημερομηνία. Ο Σαράφης δεν έβλεπε με καλό μάτι εκείνες τις κινήσεις που αν και επιβλήθηκαν ραγδαία από τα γεγονότα δεν έπαυαν να είναι σπασμωδικές. Ο Σαράφης προσθέτει: «ως τις 2 του Δεκέμβρη καμιά μονάδα του ΕΛΑΣ δεν είχε μετακινηθεί και κανένα μέτρο δεν είχε παρθεί που να δείχνει προπαρασκευή επίθεσης». (σελ 583)

Δεν ήμουν πια στην Αθήνα όταν ανακοινώθηκε η ανασύσταση της ΚΕ του ΕΛΑΣ που έθετε όλες τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ μαζί και το Γενικό Στρατηγείο κάτω από τις διαταγές της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ, αφαιρώντας τις από τη δικαιοδοσία της κυβέρνησης και του Σκόμπυ. Δεν έχω συνεπώς προσωπική αντίληψη. Αλλά είναι φανερό πως η ανασύσταση έγινε μετά την ιταμή προκήρυξη – διαταγή του ΣΚόμπυ της 1ης του Δεκέμβρη, ιδιαίτερα για διάλυση της Πολιτοφυλακής και του ΕΛΑΣ, και την παραίτηση των εαμικών υπουργών την ίδια μέρα.
Τα γεγονότα κάλπαζαν σα να καιγόταν το φιτίλι σε μια βόμβα εγκαιροφλεγή.

Έπρεπε να ξεκινήσω για τα Βαλκάνια περνώντας πρώτα από το Γενικό Στρατηγείο του ΕΛΑΣ στη Λαμία, να μιλήσω με το στρατηγό Σαράφη και τον καπετάνιο Άρη και να τους ενημερώσω για την κατάσταση.

(…)

Στις 2 του Δεκέμβρη φτάνω στη Λαμία και έχω μια συνομιλία με το στρατηγό Σαράφη· τον ενημερώνω για την κατάσταση. Μιλώ και με τον Άρη και άλλα στελέχη μας. Ο Σαράφης δε φαίνεται ευχαριστημένος από την εξέλιξη μα ούτε από τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε την κατάσταση. Το σπουδαιότερο είναι ο διχασμός του ενιαίου της στρατιωτικής ηγεσίας και η ουσιαστική αχρήστευση του Γενικού Στρατηγείου στην κρίσιμη ώρα. Δεν μπορώ να πω πως είχε άδικο.

Η στάση του Σαράφη πάντως ήταν πατριωτική. Ζήτησε την άδεια να χτυπήσει τις διάσπαρτες στην υπόλοιπη Ελλάδα αγγλικές δυνάμεις και δέχτηκε τη διεύθυνση των επιχειρήσεων κατά του Ζέρβα. Επέστρεφε σε λίγο το αγγλικό μετάλλιο που του είχε απονεμηθεί.

Σε λίγες μέρες με διαταγή της της 5 του Δεκέμβρη η ΚΕ του ΕΛΑΣ καθόριζε σαν αποστολή του Γενικού Στρατηγείου την ασφάλεια των συνόρων, τη διάλυση των τμημάτων του Ζέρβα στην Ήπειρο και του Τσαούς Αντών στη Μακεδονία, την επιτήρηση των αγγλικών τμημάτων στις επαρχίες.

-.-.-

Ενδιάμεσα ο Ρούσος παραθέτει την αρχή του άρθρου που συνέγραψε και παρέδωσε, πριν φύγει, για την κομμουνιστική επιθεώρηση της 1ης Δεκέμβρη. Το άρθρο έγραφε ανάμεσα σε άλλα.

Βρισκόμαστε εκεί που αρχίζουν να ξεχωρίζουν οι σκοποί και οι προθέσεις… Κανείς δεν παραγνωρίζει τις δυσκολίες μιας Κυβέρνησης σαν τη σημερινή. Μα και κανείς περισσότερο από το ΚΚΕ δεν έκαμε και δεν κάνει τόσες υποχωρήσεις για τη διατήρηση της ενότητας. Μα οι υποχωρήσεις του βασανισμένου λαού μας απέναντι σε κείνους, που δεν έχουν κανένα δικαίωμα κερδισμένο με πάλη ενάντια στους καταχτητές, τελειώνουν εκεί που αρχίζει η υπαναχώρηση στο ζήτημα των δοσίλογων, εκεί που μπαίνει υπό αμφισβήτηση η εθνική ανεξαρτησία μας, εκεί που παραβιάζονται οι δημοκρατικοί σκοποί του αγώνα μας και των συμμάχων… Πρέπει να βγει από το μυαλό οποιουδήποτε ότι μπορεί ποτέ ο λαός μας να παρατήσει το όπλο, που άρπαξε από τους καταχτητές, χωρίς να έχει προηγουμένως να κατοχυρωθεί ότι οι συνεργάτες, που τον δολοφονούσαν, τιμωρούνται, ότι η κάθαρση από κάθε τι το φασιστικό άρχισε, ότι όλοι θα σεβαστούν τη λαϊκή κυριαρχία. Αν οι μαύρες δυνάμεις που εχθρεύονται και τρέμουν την εθνική μας ενότητα εξακολουθούν ανενόχλητες να ταράζουν την ησυχία του τόπου για να επιβάλουν αντιλαϊκές πραξικοπηματικές λύσεις, και η κυβέρνηση του κ. Παπανδρέου παραμένει θεατής, δημιουργείται μια κατάσταση, που οδηγεί κατευθείαν στον εμφύλιο πόλεμο. Ξέρουμε ποιοι τον θέλουν στην Ελλάδα, ξέρουμε ποιοι τον θέλουν σ’ όλον τον κόσμο. Το κόμμα μας δεν πρόκειται ν’ αναλάβει την ευθύνη για το ξαπόλυμά του… Θα την έχουν εκείνοι που στην κρισιμότερη στιγμή της Ελλάδας και του κόσμου παραβιάζουν τη συμφωνία του έθνους και των συμμάχων μας για τη συντριβή του φασισμού και τη δημοκρατική αναγέννηση της Ελλάδας


Μπορείτε επίσης να παρακολουθήσετε σε δύο μέρη (εδώ και εδώ) ένα συγκλονιστικό φωτογραφικό αφιέρωμα στις μέρες του δεκέμβρη από το ιστολόγιο "εχθρός του ΄λαού", που αναδημοσίευσε ο οικοδόμος.

Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

Πώς άρχισε ο μεγάλος Δεκέμβρης

Το παλλαϊκό συλλαλητήριο της 3 του Δεκέμβρη 1944 και η γενική απεργία. Οι πρώτες συγκρούσεις Η ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΚΥΡΙΑΚΗ - 3 του Δεκέμβρη 1944

{Η κε του μπλοκ αντιγράφει το ομώνυμο κεφάλαιο από το βιβλίο του βασίλη μπαρτζώτα (γραμματέα της κοα κατά τα δεκεμβριανά) "Εθνική Αντίσταση και Δεκέμβρης 1944". Μπορείτε επίσης να πατήστε εδώ και να ακολουθήσετε το σύνδεσμο για μια παλιότερη ανάρτηση με το περιεχόμενο της επιστολής του μπαρτζώτα στο βήμα, εν έτει 1980, που απαντά στις αιτιάσεις του υπουργού της νδ τότε, μιλτιάδη έβερτ (απόγονος του αστυνομικού διευθυντή επί κατοχής. Υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα σημεία στο κείμενο, επιφυλάσσομαι να τα πιάσουμε στα σχόλια, εφόσον ανοίξει κουβέντα σχετικά από τη βάση του μπλοκ}.

Ο Μεγάλος Δεκέμβρης άρχισε με το μεγαλειώδικο συλλαλητήριο του λαού της Αθήνας και του Πειραιά στην πλατεία του Συντάγματος, την Κυριακή 3 του Δεκέμβρη 1944 και με την κήρυξη ΓΕΝΙΚΗΣ ΑΠΕΡΓΙΑΣ.

Και οι δύο αυτές εκδηλώσεις οργανώθηκαν πολύ καλά, επιτελικά, απ’ την Κομματική Οργάνωση της Αθήνας. Την 1η του Δεκέμβρη 1944 έγινε στα Γραφεία της ΚΟΑ, στην Κυψέλη, ένα μεγάλο ακτίφ, στο οποίο πήραν μέρος οι Γραμματείς των αχτίδων και άλλα στρατιωτικά και πολιτικά μας στελέχη.

Την εισήγηση, εκ μέρους του Γραφείου της ΕΠ της ΚΟΑ, την έκανε ο Γραμματέας της ΚΟΑ*. Αφού αναφέρθηκε στις τελευταίες πολιτικές εξελίξεις και το τελεσίγραφο του στρατηγού Σκόμπυ, έβγαλε το συμπέρασμα ότι τραβάμε αναπόφευχτα για ένοπλη σύγκρουση. Εξήγησε τη μεγάλη σημασία του παναθηναϊκού συλλαλητηρίου και της γενικής απεργίας σαν πρώτης απάντησης στο ιταμό τελεσίγραφο του Σκόμπυ και πρότεινε σειρά από πραχτικά μέτρα για την καλύτερη οργάνωση του συλλαλητήριου και της γενικής απεργίας. Υπογράμμισε ότι όλες οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ Αθήνας – Πειραιά πρέπει να βρίσκονται «επί ποδός πολέμου», για να συναντήσουμε τα επερχόμενα γεγονότα.

{*Τα βασικά ζητήματα της εισήγησής μου τα είχαμε δει και συζητήσει ξεχωριστά με τους Γιώργη Σιάντο και Γιάννη Ιωαννίδη και είχαν συμφωνήσει}.

Μίλησαν μέσα σε ατμόσφαιρα μεγάλου ενθουσιασμού πολλά πολιτικά και στρατιωτικά μας στελέχη, όπως ο Σπύρος Καλοδίκης, ο Βασίλης Μαρκεζίνης, ο καπετάν Νέστορας (Σπύρος Κωτσάκης), ο Μπάμπης Πατάκας (Παναγόπουλος), ο Βασίλης Κωτσάκης, η Καίτη Νισυρίου-Ζεύγου, ο Μπάμπης Γρηγοριάδης, ο Γιάννης Πυριόχος, ο Χρ. Μαχαιρόπουλος, ο Κορνήλιος Νικολαΐδης, ο Κώστας Λυκούρης, ο Αθηνέλλης, ο Αλεξάνδρου και πολλοί άλλοι.

Στο τέλος βγήκε οργανωτική επιτροπή του συλλαλητήριου, με επικεφαλής το σ. Σπύρο Καλοδίκη, δεύτερο Γραμματέα της ΕΠ της ΚΟΑ, και δόθηκαν συγκεκριμένες οδηγίες στους επικεφαλής της φράξιας μας στο Εργατικό Κέντρο Αθήνας, Μαχαιρόπουλο και Λυκούρη, για την οργάνωση της γενικής απεργίας.

Στο ακτίφ μπήκε το ζήτημα, αν έπρεπε να κατεβάσουμε στο συλλαλητήριο τμήματα του ΕΛΑΣ με τα όπλα, για να το υπερασπίσουν, στην περίπτωση που ο εχθρός θα χρησιμοποιούσε τα όπλα, και αποφασίσαμε, προς το παρόν, να μην κατέβουμε με τα όπλα. Ο ΕΛΑΣ, όμως, της Αθήνας – Πειραιά θα ‘ταν σε αυστηρή επιφυλακή και πλήρη πολεμική κινητοποίηση.

… Ξημέρωσε Κυριακή, 3 του Δεκέμβρη 1944. Η μέρα αυτή θα ανοίξει μια καινούρια χρυσή σελίδα στην ιστορία της Νεώτερης Ελλάδας και θα μείνει αξέχαστη… Δεν πέρασαν περισσότερο από 52 μέρες, απ’ τις 12 του Οχτώβρη 1944, που απελευθερώσαμε την Αθήνα απ’ τους γερμανούς φασίστες και πάλι έτοιμοι για καινούριους αγώνες ενάντια στους άγγλους ιμπεριαλιστές, την αγγλοκρατία.

Η τεράστια προετοιμαστική δουλιά που έγινε από την ΚΟΑ, το ΕΑΜ της Αθήνας – Πειραιά και την ΕΠΟΝ –εκατοντάδες χιλιάδες προκηρύξεις και τρικ, χιλιάδες τηλεβόες, συνελεύσεις στα εργοστάσια και τα καταστήματα, γύρισμα από σπίτι σε σπίτι κτλ. κτλ – έφερε τους καρπούς της.. Από νωρίς το πρωί, οι λαοθάλασσες της Αθήνας και του Πειραιά ξεκίνησαν από τις προσυγκεντρώσεις τους σε όλες τις πλατείες, ξεχύθηκαν στους δρόμους της Αθήνας και  κατευθύνονταν με τα λάβαρά τους και τα πλακάτ με τα εαμικά συνθήματα, στην πλατεία του Συντάγματος. Εκατοντάδες χιλιάδες λαού με επικεφαλής την εργατική τάξη της Αθήνας –Πειραιά κατακλύζουν την πλατεία Συντάγματος και τους γύρω δρόμους. Οι διαδηλωτές απαιτούν την κατοχύρωση των ελευθεριών του λαού. Κυριαρχούν τα συνθήματα: «Λαοκρατία,… «Λαοκρατία», «Όχι άλλη κατοχή», «Παπανδρέου παραιτήσου», «ΕΑΜ – Λαοκρατία», «Ζήτω το ΚΚΕ», «ΕΑΜ – ΚΚΕ».

Δε θα ‘ταν περισσότερο από τις 11 η ώρα. Τότε μπροστά στο Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, οι διαδηλωτές δέχονται τα δολοφονικά πυρά των αστυνομικών και των χαφιέδων που είχαν οχυρωθεί κάτω από την προστασία των βρετανικών τανκς στα Παλαιά Ανάκτορα και την ταράτσα της αστυνομικής διεύθυνσης Αθηνών. Το αιματοκύλισμα, η ματωμένη Κυριακή της 3ης του Δεκέμβρη έγινε με προσωπική εντολή του πρωθυπουργού Γ. Παπανδρέου και την καθοδήγηση του αστυνομικού διευθυντή Αθηνών, Άγγελου Έβερτ. Από τα δολοφονικά όπλα έπεσαν 24 νεκροί και πάνω από 140 τραυματίες. Επικράτησε πανικός. Η πλατεία άδειασε για λίγα λεπτά. Έμειναν μόνο οι νεκροί και οι τραυματίες που τους σήκωνε ο κόσμος για να τους δόσει τις πρώτες βοήθειες. Οι συγκεντρωμένοι έφευγαν, για να σωθούν. Έμειναν μόνο οι νεκροί μας και πάνω από 140 βαριά τραυματίες, μαζί με τους αστυνομικούς, που… νικητές (;;) μπήκανε με τα όπλα στο χέρι στην πλατεία του Συντάγματος!

Ναι! Επρόκειτο για μια οργανωμένη και αισχρή δολοφονία! Ο αμερικανός συνταγματάρχης Μπάιφορντ – Τζόουνς, που παραβρέθηκε προσωπικά, εκείνη την ώρα, στην πλατεία του Συντάγματος, λέει στο βιβλίο του «Ελληνική Τριλογία», ότι η αστυνομία, χωρίς καμιά αφορμή, άνοιξε πυρ ενάντια στον ειρηνικό και τον άοπλο λαό.

Ο ανταποκριτής της εφημερίδας «Τσικάγο Σαν» ανακοίνωσε ότι η διαδήλωση στις 3 του Δεκέμβρη 1944 ήταν «ειρηνική έκφραση διαμαρτυρίας άοπλου λαού» και ότι τη στιγμή της διαδήλωσης «γυναίκες κρατούσαν στα χέρια τους μικρά παιδιά».

Ήμασταν μαζί με το Σπύρο Καλοδίκη στο «Στρατηγείο του συλλαλητήριου», απ’ το πίσω μέρος της Μητρόπολης. Αμέσως, με τους συνδέσμους μας, δόσαμε εντολή στην εφεδρική κολώνα, να τραβήξει και να μπει στην πλατεία του Συντάγματος και παράλληλα ειδοποιήσαμε τον καπετάν Νέστορα να διατάξει τα προχωρημένα τμήματα του ΕΛΑΣ, να κατέβουν και να πιάσουν την οδό Σόλωνος.

Το τι έγινε τότε, είναι ανώτερο από κάθε περιγραφή… Οι φάλαγγες της εφεδρικής κολώνας, απ’ τους δρόμους Φιλελλήνων, Μητροπόλεως, Ερμού, η εργατιά απ’ το Ζάππειο και οι διανοούμενοι απ’ το Μοναστηράκι δεν περπατούσαν μα έτρεχαν, για να πάρουν θέση μάχης στην πλατεία του Συντάγματος. Μόλις έφτασαν εκεί άρχισαν τις ζητωκραυγές –στην ουσία πολεμικές ιαχές- αφόπλισαν τους αστυνομικούς (πάνω από 200 πιστόλια έφεραν, αργότερα, στην ΚΟΑ, στην Κυψέλη), σήκωσαν τους νεκρούς και τραυματίες, βάφοντας με το νωπό αίμα τους τα μαντήλια τους.

Τότε πρωτακούστηκε το τραγούδι:
«Το ‘χουμε γράψει στο Σύνταγμα με αίμα,
ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ και όχι κατοχή».

Ο λαός είχε πια κυριαρχήσει στο κέντρο της Αθήνας. Απ ‘τα Γραφεία της ΚΕ του ΚΚΕ μίλησαν στο συγκεντρωμένο λαό ο Μήτσος Παρτσαλίδης, Γενικός Γραμματέας της ΚΕ του ΕΑΜ και ο Γιάννης Ζεύγος, εκ μέρους των παραιτηθέντων υπουργών μας. Οι ομιλητές καυτηρίασαν το καινούριο έγκλημα – τη δολοφονία αόπλων διαδηλωτών και κάλεσαν το λαό, να βρίσκεται σε επιφυλακή!

Άφησα το Σπύρο Καλοδίκη στο «Στρατηγείο του Συλαλλητήριου» και πήγα στα Γραφεία της ΚΟΑ στην Κυψέλη, για να δούμε τι θα κάναμε παρακάτω. Στο αναμεταξύ, ο αγαναχτισμένος από τις ομαδικές δολοφονίες λαός ξεχύθηκε στους δρόμους της Αθήνας, αυτός ήταν ο κυρίαρχος εκείνες τις δραματικές στιγμές στην Αθήνα, φωνάζοντας:
-Λαοκρατία! Να μπει τέρμα στο καθεστώς των δολοφόνων!
-Να φύγουν αμέσως οι Άγγλοι!
-Ανεξαρτησία και όχι αγγλική κατοχή!

Οι Άγγλοι, τρομαγμένοι απ’ αυτό το πρωτόφαντο λαϊκό ξέσπασμα, που στο διάβα του σάρωνε το καθετί, απ’ αυτή τη λαϊκή θύελλα, κλείστηκαν στο άντρο τους, το Μετοχικό Ταμείο. Ούτε ένα αγγλικό τανκ, ούτε ένας άγγλος στρατιώτης δε βρισκόταν στους δρόμους. Οι δολοφόνοι αστυνομικοί του Έβερτ εξαφανίστηκαν. Στους δρόμους κυριαρχούσε απόλυτα ο λαός!

Στα Γραφεία της Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ έγινε κοινή συνεδρίαση του Γραφείου της ΕΠ και της διοίκησης του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας (διοικητής συνταγματάρχης Πυριόχος, επιτελάρχης συνταγματάρχης Προκάκις και ο καπετάνιος συνταγματάρχης Νέστορας). Στη συνεδρίαση παραβρέθηκε και το μέλος του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ Χρύσα Χατζηβασιλείου. Αφού εξετάσαμε την κατάσταση που δημιουργήθηκε, καταλήξαμε ομόφωνα στην απόφαση, να προτείνουμε στην ΚΕ του ΕΛΑΣ, ν’ αρχίσουμε αμέσως τις στρατιωτικές επιχειρήσεις και να δόσουμε εκείνη την ώρα το βασικό χτύπημα, πιάνοντας το τρίγωνο Μακρυγιάννη – Μνημείο Φιλοπάππου – Βεΐκου, τσακίζοντας σύμφωνα με το σχέδιό μας τις δυνάμεις του Παπανδρέου που βρίσκονταν εκεί και αναγκάζοντας τους Άγγλους, να φύγουν προς το Φάληρο ή να παραδοθούν.

Το απόγευμα προς το βράδυ της 3 του Δεκέμβρη 1944 ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή και έμπαινε σε μας το δίλημμα: Ή τώρα ή ποτέ! Μπορούσαμε και μόνο με τις δυνάμεις του Α’ Σώματος Στρατού του ΕΛΑΣ Αθήνας να κάνουμε γενική έφοδο και να ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ.

Αποφασίσαμε να πάμε, εγώ με την Χρύσα Χατζηβασιλείου, στο συνοικισμό της Φιλαδέλφειας, όπου βρισκόταν η ΚΕ του ΕΛΑΣ κι εκεί να βάλουμε και να υπερασπίσουμε την πρότασή μας. Ο Γιώργης Σιάντος μας άκουσε, σαν να μην ήμασταν μέλη του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ αλλά τίποτα… περαστικοί. Είπε ότι θα συνεννοηθεί με τους στρατηγούς Μάντακα και Χατζημιχάλη, κι εκεί που περιμέναμε την απάντηση, τον βλέπουμε να φεύγει στο αυτοκίνητο μαζί με τους δυο στρατηγούς προς την Αττική, λέγοντας σε μας να περιμένουμε διαταγή της ΚΕ του ΕΛΑΣ… Αλληλοκοιταχθήκαμε με την Χρύσα Χατζηβασιλείου και δεν ξέραμε πώς να χαρακτηρίσουμε τη στάση αυτή του Γιώργη Σιάντου.

Αναγκαστήκαμε να γυρίσουμε πίσω στα Γραφεία της ΚΟΑ (Κυψέλη) και να περιμένουμε. Κατά τις 10 η ώρα το βράδυ της 3 του Δεκέμβρη 1944 ήρθε η διαταγή (η βασική διαταγή) των επιχειρήσεων της ΚΕ του ΕΛΑΣ. Τη διαβάσαμε με προσοχή, έχοντας μπροστά μας τον χάρτη της Αθήνας, οι Πυριόχος, Προκάκις, καπετάν Νέστορας κι εγώ. Μείναμε κατάπληχτοι. Η βασική διαταγή με τις υπογραφές Μάντακας – Χατζημιχάλης – Σιάντος ανάτρεπε ολοκληρωτικά το παλιό μας στρατηγικό σχέδιο με κύρια αποστολή την κατάληψη του τρίγωνου Μακρυγιάννη –Μνημείο Φιλοπάππου – Βεΐκου. Η διαταγή αυτή έδινε δευτερεύουσες αποστολές στο Α’ ΣΣ του ΕΛΑΣ Αθήνας, όπως η κατάληψη των αστυνομικών τμημάτων! Η διαταγή έδινε αποστολή στην ΙΙ Μεραρχία του ΕΛΑΣ Αττικής, να εξοντώσει την 3η Ορεινή Ταξιαρχία, που ήταν οχυρωμένη στο Γουδί. Η γενική διαταγή επιχειρήσεων της ΚΕ του ΕΛΑΣ ήταν στο σύνολό της λαθεμένη. Και με τέτια λαθεμένη διαταγή θα αρχίζαμε ένα τόσο μεγάλο αγώνα…

Δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Η διαταγή είναι διαταγή και ο πόλεμος είναι πόλεμος και δε γίνεται χωρίς διαταγή, ούτε με τη γνώμη και τις διαθέσεις των κατώτερων διοικητών, έστω κι αν είναι σωστές. Αναγκαστήκαμε να βγάλουμε ειδική διαταγή του Α’ Σώματος Στρατού στα Τμήματά μας, σύμφωνα με τη γενική διαταγή επιχειρήσεων της ΚΕ του ΕΛΑΣ, για την έναρξη των επιχειρήσεων στις πρωινές ώρες της 4ης του Δεκέμβρη.

Ταυτόχρονα στείλαμε με το αυτοκίνητο τον επιτελάρχη του Α’ ΣΣ του ΕΛΑΣ Πυριόχο Γιάννη στην έδρα της ΚΕ του ΕΛΑΣ, για να ζητήσει διευκρινίσεις πάνω στη διαταγή των επιχειρήσεων και παράλληλα να τους πει τις γνώμες μας – του Α’ ΣΣ Αθήνας (και δικό μου προσωπικό σημείωμα στο Γ. Σιάντο), που συγκεντρώνονταν σε τούτο το βασικό σημείο: Να πολεμήσουμε, σύμφωνα με το παλιό στρατηγικό σχέδιο του ΕΛΑΣ Αθήνας.

Αποτραβηχτήκαμε στις 11 η ώρα, για να κοιμηθούμε για μερικές ώρες. Δεν προφτάσαμε, όμως, να κλείσουμε τα μάτια στη 1 η ώρα τα μεσάνυχτα μας ξύπνησαν, για να μας αναγγείλουν την πρώτη αποτυχία μας στη μάχη του Δεκέμβρη! Το καλύτερο Σύνταγμα της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ Αττικής, με διοικητή το συνταγματάρχη Παπαζήση και με καπετάνιο τον ανθυπίλαρχο Δημητρίου (καπετάν Νικηφόρο) κατέβαινε στην Αθήνα δια μέσου της λεωφόρου Κηφισιάς, με τραγούδια και λουλούδια στις κάνες των όπλων, σα να πήγαινε σε γιορτή… Πηγαίνοντας για να πάρει τις θέσεις εξόρμησής του στο Γηροκομείο σταμάτησε στη Φιλοθέη, στη Μάντρα του Αγγλικού Κολλέγιου για να ξεκουραστεί. Δεν πάρθηκε κανένα μέτρο προφύλαξης, οι αντάρτες ξάπλωσαν κατά μήκος της Μάντρας σαν μπουλούκι… τους πήρε ο ύπνος κι εκεί τους αιφνιδίασαν οι άγγλοι. Τα αγγλικά τανκς περικύκλωσαν το Σύνταγμα, το αφόπλισαν χωρίς αντίσταση και το αιχμαλώτισαν. Πολλοί αντάρτες κατόρθωσαν να ξεγλυστρίσουν. Δεν πιάστηκε και ο καπετάνιος Νικηφόρος που είχε πάει στη διοίκηση του 5ου Συντάγματος (Προαστείων) του Α’ ΣΣ στη Κηφισιά-Μαρούσι για να φροντίσει – όπως είπε – για την εκκαθάριση των εχθρικών εστιών της περιοχής, ενώ δεν είχα καμιά αρμοδιότητα. Ο Νικηφόρος χωρίς το Σύνταγμά το ήρθε στο Σταθμό Διοίκησης του Α’ ΣΣ του ΕΛΑΣ συντριμένος, κυριολεκτικά ράκος.

Ο τρόπος που κατέβαινε το Σύνταγμα αυτό στην Αθήνα, δε δείχνει μόνο το ότι δεν υπήρχε ούτε η παραμικρή στρατιωτική προετοιμασία, μα και συνδέεται με το όνομα του καπετάν Ορέστη, καπετάνιου της ΙΙ Μεραρχίας, πρώην ενωμοτάρχη με σκοτεινό παρελθόν. Επίσης, είναι πολύ περίεργο, πώς ένα τόσο έμπειρος στρατιωτικός, ο συνταγματάρχης Ρήγος, διοικητής της μεραρχίας, επέτρεψε στο Σύνταγμα Παπαζήση – Νικηφόρου να κατέβει στην Αθήνα μ’ αυτό τον… πανηγυρικό τρόπο.

Στο αναμεταξύ, γύρισε απ’ την έδρα της ΚΕ του ΕΛΑΣ (σ’ ένα χωριό της Αττικής) ο συνταγματάρχης Πυριόχος, που μας είπε, ότι οι Σιάντο – Μάντακας –Χατζημιχάλης δε συμφωνούν με τις προτάσεις μας κι έβγαλαν καινούρια διαταγή, που ανέστελλε τη βασική τους διαταγή επιχειρήσεων, ύστερα απ’ το ατύχημα του Συντάγματος Παπαζήση – Νικηφόρου… μέχρι νεωτέρας διαταγής!

Στείλαμε και την καινούρια διαταγή στις μονάδες του Α’ Σώματος Στρατού. Όμως δεν μπορούσαμε πια να κάνουμε τίποτε. Ήταν ξημερώματα και οι στρατιωτικές επιχειρήσεις άρχισαν πρώτα στον Πειραιά, γιατί δεν έφθασε στη διοίκηση του 6ου Ανεξάρτητου Συντάγματος του ΕΛΑΣ η διαταγή της αναστολής των επιχειρήσεων. Τα μέλη του ΠΓ της ΚΕ που μίλησα μαζί τους είχαν την ίδια γνώμη με μένα, ότι δεν μπορεί να αναβληθεί η σύγκρουση. Άλλωστε δεν αντέδρασε ούτε η τριμελής Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ, όταν έμαθε πως άρχισαν οι επιχειρήσεις!

Εδώ πρέπει να υπογραμμίσουμε, για άλλη μια φορά, ότι ο Μεγάλος Δεκέμβρης, η ένοπλη σύγκρουση, άρχισε, ενώ η ΚΕ του ΕΛΑΣ είχε αναστείλει την εφαρμογή της βασικής της διαταγής επιχειρήσεων! Το ζήτημα αυτό θέλει παραπέρα έρευνα και μελέτη, όταν αυτό γίνει δυνατό με βάση τα Αρχεία της ΚΕ του ΕΛΑΣ. Μόνο το «ατύχημα» του αφοπλισμού από τους Άγγλους του Συντάγματος Παπαζήση – Νικηφόρου της ΙΙ Μεραρχίας του ΕΛΑΣ δε δικαιολογεί την αναστολή αυτή.

Τη Δευτέρα της 4 του Δεκέμβρη 1944, τα ξημερώματα, άρχισε η επίθεση των τμημάτων του ΕΛΑΣ Αθήνας για τον αφοπλισμό όλων των αστυνομικών τμημάτων της Αθήνας και των Ταγμάτων Εθνοφρουράς του Παπανδρέου. Το 6ο Ανεξάρτητο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ Πειραιά (διοικητής Κυβέλος Σωτήρης –καπετάνιος Κεπέσης Νίκανδρος) με μια ορμητική επιχείρηση κατέβηκε στο κέντρο της πόλης –στο λιμάνι- και το κατέλαβε, διώχνοντας τους Άγγλους προς το Μοσχάτο*! Έτσι άρχισε ο Μεγάλος Δεκέμβρης!

{*Σημείωση: Ό,τι γράφω στο κεφάλαιο αυτό για τον ΕΛΑΣ της Αθήνας (τα 5 συντάγματά του) ισχύει και για το 6ο Σύνταγμα του ΕΛΑΣ Πειραιά, που πάλεψε ηρωικά και με μαστοριά στη διάρκεια των μαχών του Δεκέμβρη. Αποφεύγω τις λεπτομέρειες γιατί δε διαθέτω τα απαραίτητα στοιχεία}

Το πρωί – 11.00 η ώρα – της 4 του Δεκέμβρη 1944 έγινε η κηδεία των θυμάτων του μεγάλου συλλαλητηρίου της Κυριακής 3 του Δεκέμβρη. Πήραν μέρος πάνω από 300.000 λαού. Κατά την επιστροφή από την κηδεία (στο Α’ Νεκροταφείο) των θυμάτων, αστυνομικοί, δοσίλογοι και χίτες επιτέθηκαν αιφνιδιαστικά κατά του λαού. Καινούρια θύματα: 40 νεκροί και 70 τραυματίες! Όμως, τούτη τη φορά, το λαό το συνόδευε ο ένοπλος ΕΛΑΣ, που τσάκισε και διάλυσε τους χίτες και τους αστυνομικούς!

Στις 4 του Δεκέμβρη 1944 ο άγγλος στρατηγός Σκόμπυ κήρυξε το στρατιωτικό νόμο. Ο λαός ξεσηκώνεται και βρίσκεται στο δρόμο. Όταν ο ΕΛΑΣ αφόπλιζε τα αστυνομικά τμήματα, ο συγκεντρωμένος λαός φώναζε στους αστυνομικούς και χωροφύλακες να παραδοθούν. Το βράδυ της 4ης του Δεκέμβρη ο πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου υπόβαλε την παραίτησή του.

Στις 5 του Δεκέμβρη 1944 ο ΕΛΑΣ Αθήνας είχε κιόλας καταλάβει σχεδόν όλα τα αστυνομικά τμήματα κι είχε αφοπλίσει τους αστυνομικούς που βρίσκονταν σ’ αυτά. Πολλοί απ’ τους εαμίτες αστυνομικούς κατατάχτηκαν στον ΕΛΑΣ. Επίσης, ο ΕΛΑΣ είχε καταλάβει και διαλύσει όλα τα Τάγματα Εθνοφρουράς του Παπανδρέου.

Ο στρατηγός Σκόμπυ ζήτησε απ’ τον αρχηγό των Φιλελεύθερων Θεμιστοκλή Σοφούλη να υποστηρίξει τον Γ. Παπανδρέου. Ο Σοφούλης αρνήθηκε. Επέμβηκε ο Τσώρτσιλ, για να ματαιώσει κάθε τυχόν ειρηνική διευθέτηση της κρίσης. Είπε στον Σκόμπυ:
«Μην ασχολείσθε πλέον με τους διαφόρους ελληνικούς κυβερνητικούς συνασπισμούς».

Ύστερα από διαταγή του Τσώρτσιλ, τα αγγλικά τανκς έβαλαν κατά του ΕΛΑΣ στην οδό Πατησίων. Ήμουνα προσωπικά εκείνη τη στιγμή στο τμήμα του ΕΛΑΣ που απόκρουσε την επίθεση των αγγλικών τανκς. Ο λαός απαντά στη βία με τη βία. Οι συνοικίες της Αθήνας και όλος ο Πειραιάς απελευθερώνονται. Οι Άγγλοι και η αντίδραση κρατούν μόνο το κέντρο της Αθήνας (οδό Σταδίου και μέρη απ’ το Κολωνάκι), λιγότερο από ένα τετραγωνικό χιλιόμετρο! Σωστά χαρακτήρισαν οι τότε εφημερίδες του εξωτερικού το κράτος του Παπανδρέου – Σκόμπυ: Κράτος της οδού Σταδίου! Το… κράτος αυτό έμεινε χωρίς νερό, γιατί απεργούσαν οι εργάτες της Εταιρείας Ούλεν. Οι αστικές εφημερίδες δημοσίεψαν τις φωτογραφίες της Κυβέλης, τότε γυναίκας του Γ. Παπανδρέου, που συγύριζε… μόνη της το διαμέρισμα στο ξενοδοχείο της «Μεγάλης Βρετανίας». Απεργούσε, επίσης, και το προσωπικό του πολυτελέστατου αυτού ξενοδοχείου. Δημιουργήθηκε κατάσταση πολύ δύσκολη, δραματική και τραγική (όπως ομολογεί ο στρατηγός Τσακαλώτος) για τις αγγλικές δυνάμεις του στρατηγού Σκόμπυ!

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Τι είναι αυτό που το λένε αγάπη

Το κουκουέ έχει σταθερούς δεσμούς με το λαό. Έχει οικοδομήσει μαζί του σχέσεις εμπιστοσύνης, που είναι βασικό συστατικό και προϋπόθεση της αγάπης. Και με αυτή την έννοια η σχέση του σφου –οργανωμένου ή μη- με το κόμμα είναι πάνω απ’ όλα μια ερωτική σχέση ζωής. Όχι με την έννοια ενός πρόσκαιρου συναισθηματισμού, που ξεθυμαίνει με τον καιρό. Αλλά μια έλλογη συνειδητή πίστη παντός καιρού, που μένει σταθερή κι αναλλοίωτη στον χρόνο, όσο κι αν κλονίζεται κατά διαστήματα Μια αγάπη που δοκιμάζεται, ατσαλώνεται και δε φθείρεται από τις καθημερινές προστριβές.

Μια σχέση δεμένη με αιώνιους όρκους, όπως στους γάμους, μέχρι ο θάνατος να τους χωρίσει. Μόνο που σε αντίθεση με τους παντρεμένους, που ξεχνάνε γρήγορα τους όρκους, οι συνεπείς κομμουνιστές τους τηρούν ως το τέλος, όπως δείχνουν, μεταξύ άλλων, οι θυσίες των εκτελεσμένων συντρόφων στην κατοχή και τον εμφύλιο. Και δεν είναι τυχαίο πως τυχόν πρόωρο διαζύγιο με το κόμμα ο σύντροφος το παίρνει βαρέως, σαν πολιτικό θάνατο και κάνει καιρό να συνέρθει από το πένθος και να επιστρέψει στα εγκόσμια, για να συνεχίσει τη ζωή του κανονικά, σα να μην έχει συμβεί τίποτα.

Αυτό μπορούμε να το διαπιστώσουμε κι από την ανάποδη στην ψυχολογία του πρώην που δρα σαν απατημένος εραστής, ιδίως αν το διαζύγιο επήρθε με επεισοδιακό τρόπο, που του άφησε πικρία. Κι εκ των υστέρων τα βλέπει όλα στραβά, γιατί τόσο καιρό τον τύφλωνε ο έρωτας και δεν τα πρόσεχε, και θυμάται μόνο τις άσχημες στιγμές. Τι νόημα έχει όμως να μειώνεις το παρελθόν, που είναι και δικό σου; Οι παλιές αγάπες πάνε στον παράδεισο –σαν τους red bloggers που σταμάτησαν- κι αφού δεν μπόρεσες να την κάνεις όπως την ήθελες, προσπάθησε τούτο τουλάχιστον όσο μπορείς: μην την εξευτελίζεις. Γιατί η ξεφτίλα αντανακλά πρωτίστως στο πρόσωπό σου.

Αγάπη λοιπόν θα πει να θυσιάζεις κομμάτια του εαυτού σου και να τα βρίσκεις στη σχέση, όπου τα αναπληρώνεις στο πολλαπλάσιο, να γεμίζεις σε ένα άλλο ανώτερο επίπεδο, όσο περισσότερα δίνεις. Η αγάπη δηλ, για να παραφράσουμε μια γνωστή ρήση είναι αυτό το δόσιμο, να μη ρωτάς τι μπορεί να σου δώσει το κόμμα, αλλά να σκέφτεσαι τι μπορείς εσύ να προσφέρεις ανιδιοτελώς.

Αγάπη είναι να δέχεσαι τον άλλο με τα ελαττώματα και αδυναμίες του αλλά να μην τα αποσιωπάς για ν’ αποφύγεις τις συγκρούσεις και καταλήξεις ένας άβουλος κόλακας χωρίς το θάρρος της γνώμης. Αγάπη είναι να εξελίσσεσαι συνεχώς, μαζί με τον άλλο, χωρίς να το εκλαμβάνεις αυτό ως προδοσία ή απιστία.

Κάποιοι βέβαια αντιστρέφουν τα δεδομένα της σχέσης κυνηγώντας κυρίως τη δική τους επιβεβαίωση κι ανάδειξη· και παύουν να συμμετέχουν μόλις πάψει να υφίσταται αυτή η συνθήκη. Μπερδεύουν έτσι την αγάπη για το κόμμα με την αυταρέσκεια, την αγάπη για τον εαυτό τους. Πιστεύουν ακράδαντα πως μόνο αυτοί πρεσβεύουν τη σωστή άποψη, ενώ όλοι οι υπόλοιποι προδίδουν τη σχέση. Ούτως ή άλλως η αγάπη ενέχει πολλές φορές αυτό το στοιχείο της αποκλειστικότητας.

Αγαπησιάρικο κόμμα πάντως δε σημαίνει να αλλάζεις ταυτότητα και φυσιογνωμία για να γίνεσαι αρεστός, όπως κάνουν οι διπρόσωποι κι οι καιροσκόποι, που προσαρμόζονται ταχύτατα στις επιταγές του πολιτικού μάρκετινγκ και τους κατασκευασμένους φόβους της «κοινής γνώμης», για να γίνουν πολιτική εφεδρεία του αντιπάλου. Αν αγαπάς το λαό, δεν του χαϊδεύεις τα αυτιά· του λες την αλήθεια –κι ας φαίνεται καμιά φορά πως του κουνάς επιτιμητικά το δάχτυλο. Γίνεσαι αυστηρός μαζί του γιατί έχεις προσδοκίες και γνωρίζεις τις δυνατότητές του που μένουν αναξιοποίητες, όσο δεν αφυπνίζεται. Και δεν πρόκειται να ξυπνήσει αν δεν τον ταρακουνήσει με φωνές κάποιος.

Το αγαπησιάρικο δεν υπονοεί μια χαζοχαρούμενη ενότητα, που τους χωράει όλους μαζί (ντιρλιντί) αγαπημένους. Αλλά ένα κόμμα που εμπνέει με τη στάση, το πρόγραμμά του, τη δύναμη των ιδεών και των ιδανικών του, την αυταπάρνηση των ανθρώπων του.

Ένα κόμμα ανοιχτό. Όχι νάναι ξέφραγο αμπέλι στις διαδικασίες του για τα κανάλια, ενώ τα πάντα αποφασίζονται στο παρασκήνιο –πολλές φορές σε συνεννόηση και με τους ίδιους τους καναλάρχες. Αλλά ανοιχτό στις μάζες, να αγκαλιάζει το λαό που αμφιταλαντεύεται αλλά αγωνίζεται. Και δεν είναι τυχαίο πως η πιο ερωτεύσιμη εκδοχή του κουκουέ είναι μάλλον στη λαοθάλασσα του φεστιβάλ της κνε και τις δεκάδες χιλιάδες κόσμου στις απεργιακές συγκεντρώσεις του παμε.

Ένα κόμμα που στη βάση της πιο αδιάλλακτης στάσης ως προς το πρόγραμμα, τις αρχές και τη στρατηγική του, κάνει πλατύ άνοιγμα στο λαό, ανεξάρτητα από τη θολούρα που κουβαλά στο μυαλό του και το κόμμα που ψήφιζε ως τώρα, για να σμίξει με τον κόσμο και όχι να ξεχωρίσει από αυτόν. Που αγωνιά να μαζικοποιήσει τους αγώνες, να φέρει στις κινητοποιήσεις νέες πρωτόπειρες μάζες που θα ψηθούν στην ταξική πάλη. Που πιάνει το σφυγμό του λαού και κάνει σε κάθε ευκαιρία την αγωνία του αγώνα και διεκδίκηση αντί για μοιρολατρία. Πέφτει στο επίπεδο της συνείδησής του, όχι για να κυλιστεί στο βούρκο και τις αντιφάσεις του αυθόρμητου, αλλά για να το πιάσει και να το ανεβάσει, να πιαστεί από τις αντιφάσεις του, για να το διαπαιδαγωγήσει. Να κάνει όποιον τρέμει από αγανάκτηση για κάθε αδικία σύντροφό μας, όχι στην αγανάκτηση, ούτε απαραίτητα στο κόμμα, αλλά στον αγώνα. Ανοίξαμε τις αλυσίδες κι έγινες ένας από εμάς. Οι προλετάριοι δεν έχουν παρά μόνο να χάσουν τις αλυσίδες τους και να μπουν στη δική μας.

Για μια εξουσία που η πρωτοπόρα εργατική τάξη δε θα μοιράζεται με κανένα. Αλλά με αγώνα που θα τον μοιραστούν όλα τα φτωχά λαϊκά στρώματα, που έχουν συμφέρον να το κάνουν, γιατί αν δεν μοιραστούν τον αγώνα μας, τότε την ήττα μας θα μοιραστούν. Και πτυχές αυτής της οδυνηρής ήττας είναι που ζούμε καθημερινά.

Με μέλη που να νιώθουν άνεση στο πλήθος, να τους αναγνωρίζουν όλοι, να ελκύουν τις μάζες με το λόγο και την πράξη τους, νάναι πραγματικά μαζικά στοιχεία –κι υπόψη πως εγώ που τα γράφω αυτά, μόνο τέτοιο δεν είμαι. Κι όχι με στριφνά σοβαροφανή πρόσωπα, χωρίς ζεστασιά και κατανόηση. Με μειλίχιους, γλυκούς ανθρώπους κι όχι με γλυκερά κηρύγματα για μια γλυκανάλατη ενότητα (όλοι με όλους και καθείς για την πάρτη του). Με ψυχή βαθιά που να χωράει τις έγνοιες και τις δυσκολίες του άλλου, όχι στεγανή και στενάχωρη, με τον ανθρωποδιώκτη μέσα της.  Πολλές φορές κι ο τρόπος ή το ύφος έχει σημασία και μπορεί να κάνει τη διαφορά.

Ζητούμενο δεν είναι η υπέρβαση του σεχταρισμού με ένα ενωμένο σεχταριάτο, όπου θα ενωθούν όλες οι πολιτικές ομαδούλες για να βασιλεύσει ο νόμος του ισχυρού. Αλλά η υπέρβαση του καθημερινού ‘σεχταρισμού’ (κατά τον ‘καθημερινό φασισμό’ του ρομ) που συγχέει την αναγκαία κι αναντικατάστατη πάλη κατά του οπορτουνισμού και το ξεσκέπασμά του, με την αντιφατική συνείδηση, τις αυταπάτες και τα μικροαστικά κατάλοιπα που κουβαλάει ο λαός –ακόμα κι εμείς ως ένα βαθμό- και δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο.

Με συντρόφους παντός καιρού, ανθεκτικοί στη θύελλα που μαίνεται ακόμα, αλλά κατάλληλοι και για τη λιακάδα, που δε θάναι μονίμως συννεφιασμένοι. Και θα έχουν αφομοιώσει την καθημερινή τους πρακτική το τσιτάτο του μαρξ για την ολοκλήρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας που έχει ως βασική της προϋπόθεση την αντίστοιχη ανάπτυξη των άλλων.


Και κάτι ακόμα τελευταίο. Όλα αυτά δεν τα αναφέρω κυρίως ως στοιχεία που λείπουν σήμερα, αλλά από τη σκοπιά του μέλλοντος, ως αυτά που πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω και να κατακτήσουμε σε ακόμα μεγαλύτερο βαθμό, για να έχουμε το κόμμα που θέλουμε πχ εν όψει των εκατόχρονων του κουκουέ από την ίδρυσή του.

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ο κύριος μπαμπάς

-Κι από εδώ ο μπαμπάς της φίλης μου, ο κύριος… τάδε.
-Χαίρετε.
Αυτός ήταν ο ουδέτερος χαιρετισμός στον οποίο είχε καταλήξει με τα χρόνια. Τον είχε διαλέξει ως λιγότερο κοινότυπο από το «γεια σας» κι ελαφρώς πιο ανώδυνο από οποιονδήποτε άλλο. Στην ηλικία του κυρίου μπαμπά βέβαια, μπορεί να ήταν πιο χρήσιμη η ευχή να υγιαίνει, αλλά δε βαριέσαι…

Την ίδια στιγμή έπαιζε στο μυαλό του τη σκηνή με τον τραμπάκουλα και τον ινστρούχτορα από το «αλαλούμ».
-Χαίρετε; Ποιος χαίρεται; Βλέπεις εσύ κανέναν εδώ να χαίρεται; Χαμένε, α χαμένε…
Η αλήθεια είναι πως δεν έβλεπε κάποιον χαρούμενο γύρω του και δεν ήταν επειδή (τους) έκρινε από τη δική του διάθεση.
Περίμενε λοιπόν να συνεχίσει η στιχομυθία, όπως ο διάλογος στη σκηνή.
-Τέλος πάντων, καλησπέρα σας…
-Α μπα; Τέλος πάντων κι εγώ καλησπέρα σας…
Αλλά ο συνομιλητής του χτύπησε με κάτι σαφώς χειρότερο.
-Γεια σου νεαρέ.
Νεαρέ…

Αυτή η κατάληξη σε -(α)ρός, παραήταν καθαρός υπαινιγμός για να μην τον προσέξει. Με μια δόση επιτίμησης, σα να παρέπεμπε σε κάτι μιαρό. Ή ακόμα χειρότερα σε μαλλιαρό, όπως μπορεί να τους έλεγαν ακόμα στην εποχή του κ. μπαμπά τους τεντιμπόηδες της δημοτικής. Βοηθούσε συνειρμικά κι η εμφάνισή του.
Πού πας έτσι με τα μούσια και την κοτσίδα, κόκκινο πανί για τα μέλη της καλής κοινωνίας; Άντε κουρέψου νεαρέ.
Δεν έχει τόση σημασία αν είσαι κόκκινος αλλά το περιτύλιγμα, που τους ερεθίζει. Γιατί οι νεοφιλελεύθεροι ταύροι του μάνου έχουν αχρωματοψία και περνούν για κόκκινο οτιδήποτε περιλαμβάνει τρίχες. Τις οποίες προτιμούν να τις λένε παρά να τις βλέπουν.

Πέρασαν στο καθιστικό με το βιτρό και τα κρύσταλλα, σαν υαλοπωλείο και προσποιούνταν πως είχαν κοινά ενδιαφέροντα να συζητήσουν. Μα ο δικός του νους έτρεχε αλλού. Ακούς εκεί νεαρέ… Και να σκεφτείς πως μόλις είχε πιάσει τα πρώτα -άντα. Ο χόνεκερ βέβαια ήταν γραμματέας της νεολαίας σχεδόν μέχρι τα πρώτα –ήντα, με άσπρα μαλλιά σαν του σοφιανού. Αλλά αυτό ήταν διαφορετικό.

Εξάλλου οι νέοι εκείνα τα χρόνια, του συντρόφου έριχ και του κυρίου μπαμπά, έμοιαζαν μεσήλικες από τα είκοσι. Πρόωρα γερασμένοι από τις δυσκολίες της ζωής, με σκληρά πρόσωπα, υποχρεωμένοι να φοράνε κοστούμι στο πανεπιστήμιο. Είχαν σχεδόν γεννηθεί μεγάλοι. Και μεγάλωναν ακόμα περισσότερο, για να φτάσουν και να χωρέσουν τα μεγάλα γεγονότα της εποχής τους. Ενώ τώρα…

Τώρα η εποχή μοιάζει μικρή για να χωρέσει σκέψεις κι ανάσες και τις συμπιέζει μέχρι να τις πνίξει, να μην έχουμε πια όνειρα και σφυγμό. Και ο παλιμπαιδισμός ανάγεται σε αυταξία για μια ανώριμη πλην γερασμένη κοινωνία, που πνέει τα λοίσθια και τρώει τις σάρκες της για να ζήσει, ρουφώντας τα νιάτα μας, σαν αμοιβάδα.

Και τι φταίει ο τριαντάρης, που δεν μπόρεσε να φύγει ακόμα από το σπίτι και μένει ακόμα με τους γονείς του; Πώς να μεγαλώσεις και να γίνεις γονιός, να μεγαλώσεις μια άλλη ψυχή, όταν δεν μπορείς να θρέψεις καν τον εαυτό σου; Παλιά, θα μου πεις, ήταν πιο εύκολα δηλ τα πράγματα για τους γονείς; Όχι, μάλλον. Αλλά είχαν σε κάτι να ελπίζουν τουλάχιστον. Πως θα σπάσουν το τείχος της μιζέριας και θα ‘ρθουν (ακόμα) καλύτερες μέρες. Τον κόσμο εμείς θα φέρουμε στα μέτρα μας πριν να μας φέρει εκείνος στα δικά του.

-Να σας κεράσω κάτι; Ρώτησε η οικοδέσποινα.
-Εε, ναι… μήπως σας βρίσκεται λίγο περγαμόντο;

Ναι αλλά δεν είναι αυτό το επίδικο, όπως έλεγε κι ένας φίλος του φοιτητής. Το θέμα είναι πως ο κ. μπαμπάς τον υποτιμούσε για την εμφάνισή του και όσα αυτή συμβόλιζε στο παλαιομοδίτικο μυαλό του, άλλο αν στην προκείμενη έπεφτε μέσα. Αυτό όμως δεν ήταν παρά μια σύμπτωση άνευ σημασίας.

Έπιασε στον αέρα τον αρνητισμό του κυρίου απέναντι και τον ανταπέδωσε ασυνείδητα με τη γλώσσα του σώματος, κοφτές τυπικές φράσεις και λοξές ματιές που απαξιούσαν να συναντήσουν το βλέμμα του συνομιλητή του και να τον επιβραβεύσουν με την προσοχή τους. Άρχισε να παρατηρεί το χρυσό ρολόι του κυρίου μπαμπά, τα ασημένια μανικετόκουμπα, την ακριβή γραβάτα και την καρφίτσα που ίσως κάτι συμβόλιζε –οτιδήποτε εκτός από το πρόσωπό του. Κι αναγνώρισε εύκολα τη νεοπλουτική επιτήδευση που πάσχιζε να κρύψει άτσαλα μια ούτως ή άλλως ξεχασμένη λαϊκότητα. Σκέφτηκε πως τα δικά μας γεροντάκια, τα ταξικά, θα ξεχωρίζουν πάντα, θαρρείς απ’ τη λάμψη στο βλέμμα, ακόμα κι αν έχουν μάθει να ντύνονται με τον ίδιο τρόπο (κοστουμιά-πουκαμισιά). Αν κι εκείνη την εποχή όλοι σχεδόν δικοί μας ήταν, λίγο-πολύ.

Μήπως έτσι όμως γινόταν σνομπ και μισάνθρωπος; Μήπως αδικούσε τους γύρω του και τους απομάκρυνε; Γιατί να μείνει οχυρωμένος στην πρώτη εντύπωση και να πέσει στο ίδιο λάθος που έκανε μαζί του ο κύριος μπαμπάς; Γιατί να αποφύγει μια ενδιαφέρουσα αναμέτρηση και –γιατί όχι;- μια πολιτική συζήτηση με αβέβαια κατάληξη; Δεν έπρεπε να φανεί υπεράνω, μαζικό στοιχείο, χωρίς γρύλλους και προκαταλήψεις; Στην ανάγκη, αν βρει αντίδραση, θα κληθεί να κάνει ένα φλογερό κήρυγμα και να αποστομώσει με επιχειρήματα τον αντίπαλό του, όπως ο ήρωας της σιδερένιας φτέρνας, ερνέστος έβερχαρντ. Δεν ήταν μια σπουδαία πρόκληση; Κι όταν περάσουν πολλά χρόνια από αυτή τη συζήτηση και βρεθεί στο χείλος της χρεοκοπίας η επιχείρηση του κυρίου μπαμπά, θα την ανακαλέσει στο νου του και θα αναφωνήσει μετανιωμένος πριν ανέβει στην πυρά: νεαρέ, νεαρέ, νεαρέ, πόσο δίκιο είχες…
Ναι καλά, σιγά μην έδινε και βιογραφικό να οργανωθεί. Αυτά μόνο στα βιβλία γίνονται. Εκεί καλά τα πάμε, στη ζωή χωλαίνουμε λίγο.

Κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια τον κύριο μπαμπά, πούχε μείνει από ώρα σιωπηλός. Αυτός σηκώθηκε απ’ τη θέση του, κατευθύνθηκε στο μπαρ του σύνθετου με αργό βήμα και τον ρώτησε.
-Να σου βάλω κάτι να πιεις; Τζόνι γουόκερ, τζακ ντάνιελς;
-Τζακ λόντον έχετε; Σκέφτηκε να πει, αλλά μετάνιωσε και το κατάπιε.
-Όχι, ευχαριστώ, δεν πίνω ουίσκι.


Ήταν ένα πρώτο δειλό βήμα προσέγγισης, μια κίνηση καλής θέλησης. Ο πάγος έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε. Κι ο κύριος μπαμπάς πήρε δυο θρυμματισμένα παγάκια και τα έβαλε στο ποτήρι του...