Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2024

Κόκκινα μαντίλια στο Πάρκο Τρίτση

Ας αρχίσουμε όπως πρέπει, δηλαδή ανάποδα, δηλαδή με τα υστερόγραφα του τετραήμερου, για μια διαλεκτική επανασύνδεση με τα προηγούμενα.

Είναι μία, μόνο μία, η αγαπημένη Διεθνούπολη.
Κι ας μην είχε αποστολές - ΚΝ από το Πιπερού και το Αβγατηγανιστάν του Τριβιζά, όπου αργούν να ωριμάσουν τα μήλα και οι συνθήκες, αλλά έχουν εμπεδώσει τα συνθήματα της «Αλλαγής», φωνάζοντας:
άνθρωποι-ψυγεία, η ίδια συμμορία.

Είχε όμως έναν εναλλακτικό ρασταφάρη από τη Ρουμανία, που αυτή τη φορά δεν έφερε κονκάρδες Τσαουσέσκου -και είναι κρίμα- είχε βάλει όμως αφίσες στη σειρά με ηγετικές μορφές του κινήματος, όπως τον Ντεζ (που ήταν προεδρεύων στην 6η Ολομέλεια που καθαίρεσε τον Ζαχαριάδη και είναι ευτύχημα - ; - που δεν τον πήρε χαμπάρι κάνας ζαχαριαδικός παππούς, να γίνει διπλωματικό επεισόδιο και να διακοπεί το Φεστιβάλ, μέχρι να κατέβει η ρεβιζιονιστική αφίσα), και μια αρκούδα, τον Βόιτσικ! Που δεν το ’χε σκάσει από ταινία του Ξανθόπουλου, δεν ήταν συγγενής του Μίσα, ούτε άλλη σοβιετική άρκτος, αλλά είχε τη δική της αντιφασιστική ιστορία -που μπορείτε να δείτε σε κινούμενα σχέδια ή σε ένα λήμμα της Μπριτάνικα! Και σε βάζει να σκέφτεσαι συνειρμικά συμβολικά κορεό με το Πάνθεον των κομμουνιστών ηγετών και τελευταία προσθήκη τον Βόιτσικ -μετά τον Στάλιν και τον Μάο. Ή τον Λουκάνικο και τη Λάικα -μετά τον Κλοπ- σε μια πιο φασέικη εκδοχή.

Μα είχαμε εμείς ποτέ Μάο; Όχι. Αλλά είχαμε για λίγα χρόνια στη μεταπολίτευση το στάδιο της Νέας Δημοκρατίας -πριν το πάρει ο Καραμανλής και το κάνει κόμμα- που ήταν μαοϊκός όρος. Και αν δεις λίγο προσεκτικά ανάμεσα στις μπροσούρες για το 10ο συνέδριο, υπάρχει ένας μικρούλης Μάο -ή μια πολεμική εναντίον του.


Μιας και το «έφερε η κουβέντα», στο «Νταζβιντάνιγια» του Λάδη, θα κολλούσε γάντι στο εξώφυλλο το νοσταλγικόδάκρυ του Μίσα, από την τελετή λήξης της Μόσχας το ’80 -τότε εξάλλου, πάνω-κάτω, έκανε κι αυτός το πρώτο από τα ταξίδια του στη Σοβιετία. Κι αν φαίνεται κάπως (υπερβολικά) συναισθηματικό, έχει απαντήσει προφητικά στον πρόλογό του ο ίδιος ο συγγραφέας:
Χωρίς τα βιώματα και τα συναισθήματα, πάντα κάτι λείπει, πολύ ουσιαστικό, από την κατανόηση της πραγματικότητας.

Κι αν όλα αυτά οδηγούν σε μια μορφή εξιδανίκευσης;

Μπορεί να αφαιρέσει κανείς από την ανθρώπινη δραστηριότητα αυτή τη συναισθηματική ταύτιση με πρόσωπα και καταστάσεις, αυτόν τον «ωραιοποιητικό» φακό, που -αυτός και μόνο- αναγορεύει τα άτομα σε μαχητές για την υλοποίηση κάποιων μεγάλων στόχων; (...) Υπάρχει έκφανση του ανθρώπου χωρίς αυτή την προβολή, αυτή την εξιδανίκευση, τόσο στις προσωπικές, όσο και στις ευρύτερα κοινωνικές μας σχέσεις; (...) Κανένας διανοούμενος, επισκέπτης ή οπαδός του σοσιαλισμού δεν μπόρεσε να ξεφύγει στην πρώτη του επαφή με τη σοβιετική κοινωνία -τόσο προπολεμικά όσο και μεταπολεμικά- από αυτή την απλοποιητική γραφή, από το «θετικό δέος» μπροστά σε μια κοινωνία, όπου έλειπε -και με θετική κατοχύρωση- το κυνήγι του κέρδους και ο άκρατος ανταγωνισμός.

Όσο για την εικαστική έκθεση -τη μεγαλύτερη στο είδος της εκείνες τις μέρες- θα ήταν παράλειψη να μη γίνει ειδική αναφορά στο «σβησμένο άγαλμα του Τρούμαν», που δεν είναι μόνο συλλογικό απωθημένο του κινήματος, αλλά ό,τι πιο κοντινό έχουμε δει στο κλασικό «Λευκό πάνω στο Λευκό», με το οποίο είχε κάψει το μυαλό του κοινού της η Μηλιαρονικολάκη, πριν κάποια χρόνια, σε κάποια από τις σύντομες τρίωρες παρεμβάσεις της.


Αλλά αν το Φεστιβάλ είναι ένα ετήσιο ταξίδι που κορυφώνεται και κόβεται πάνω στο καλύτερο, τα λακωνικά σχόλια της Ελένης είναι ο ορισμός του «μας ταξίδεψες» και το πάρκο Τρίτση είναι «το πιο μακρύ ταξίδι μου εσύ». Κι αν σου φαίνεται πεζός και κοντινός προορισμός, είναι που δεν το έχεις κάνει σε ώρα αιχμής μέρα Φεστιβάλ, οκτώ η ώρα και νεκρός μέσα στην κίνηση, που είναι το διαλεκτικό ψευδώνυμο της πλήρους ακινησίας: να ψάχνεις μισή ώρα να παρκάρεις -κάνα χιλιόμετρο μακριά από την είσοδο- ή να γράφει αλύπητα το κοντέρ και να πέφτουν οι μονάδες στρέιτ θρου, σαν τη φεστιβαλική βρόχα.

Κι η μόνη ελπίδα να αποκαταστήσει τη φήμη της η (παρεξηγημένη) κίτρινη φυλή είναι να κοκκινίσει -και δεν εννοώ τη χώρα του Μάο, ούτε μόνο στενά τις κάλπες της άλλης βδομάδας στον ΣΑΤΑ, όπου «κόκκινοι και μπολσεβίκοι ρίχνουν ψήφο στον Μαυρίκη» για ένα ταξικό (#diplis) -ταριφικό κίνημα, που θα διαγράφει από το Σωματείο όσους έρχονται να βρουν πελάτες στο Πάρκο και αρχίζουν τα «ένας Παπαδόπουλος σας χρειάζεται».
Ναι αλλά ο Μάκης. Που βάζει διαφάνειες στις διαλέξεις του, για να πιάσει το ευρύ κοινό με σχήματα και εικόνες. Σαν κι αυτήν από τα νιάτα του.


Πώς πήγαν όμως οι υπόλοιπες ομιλίες-εκδηλώσεις του Φεστιβάλ;

Είναι πρακτικά αδύνατο -σα να εξανθρωπίζεις τον καπιταλισμό και να τετραγωνίζεις τον φαύλο κύκλο των κρίσεων υπερσυσσώρευσης- να γίνεις χίλια κομμάτια, μεταμοντέρνα, για να τα προλάβεις όλα, πέρα από σκόρπιες ψηφίδες -λίγο απ’ όλα και συχνά καθόλου από τίποτα. Αυτό που είναι εφικτό είναι να μαζέψεις μετά όλα τα βίντεο, σε μια ωραία «βιντεο-μπροσούρα», που θα μπορούσαν να γίνουν και μια ωραία έκδοση, με τα πρακτικά κάθε εκδήλωσης. Κι όταν αποχαρακτηριστούν τα φεστιβαλικά αρχεία, θα δούμε κι εκείνη την εκδήλωση με τον Παφίλη για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και όλες -και τις τρεις- θέσεις μας για τα άμεσα πρακτικά καθήκοντα: υπεράσπιση κυριαρχικών δικαιωμάτων, με ήττα της αστικής μας τάξης και δουλειά μες στον στρατό, με δικά μας ένοπλα τμήματα. Ή κάπως έτσι...

Η φετινή συζήτηση για τον πόλεμο είχε παρεμβάσεις φωτορεπόρτερ - πολεμικών ανταποκριτών. Και θα ήταν (ακόμα) πιο ενδιαφέρουσα αν ήταν λίγο πιο μικρή η εισήγηση και λίγο μεγαλύτερες οι παρεμβάσεις των φωτορεπόρτερ, που -από τη φύση της δουλειάς τους- δεν έχουν συχνά την ευκαιρία να μιλήσουν κι όταν καλούνται να χωρέσουν χιλιάδες σκέψεις και λέξεις σε λίγα λεπτά, χωρίς εικόνες, μπορεί να αγχωθούν και να μπλοκάρουν, ιδίως όταν πιέζει ο χρόνος -λόγω της βροχής, που πήγε όλο το φεστιβαλικό πρόγραμμα δυο ώρες πίσω.

Η συζήτηση για την Κούβα στη Διεθνούπολη θα ήταν η πιο ενδιαφέρουσα απ’ όλες, αν μπορούσε να γίνει ανοιχτά, χωρίς να αναζητάμε τον χαμένο χρόνο στη μετάφραση και χωρίς τις λεπτές ισορροπίες που πρέπει να κρατηθούν με τους Κουβανούς συντρόφους.

Είναι «νησί της επανάστασης» ή και της οικοδόμησης; Ποιο είναι το γενικό στρατηγικό σχέδιο; Πόσες αυταπάτες και πόση (αντικειμενική) ανάγκη υπάρχει στους συμβιβασμούς των Κουβανών; Είναι άτακτη υποχώρηση ή μια «νέα ΝΕΠ» που παίρνει υπόψη τους αρνητικούς συσχετισμούς; Είναι αναγκαίο κακό ή στρατηγική επιλογή η συμμαχία με τους BRICs; Είναι άραγε μια μορφή αξιοποίησης των εσωτερικών αντιθέσεων του ιμπεριαλισμού;

Αντί για όλα αυτά, μείναμε στα αυτονόητα που συμφωνούμε -για τις καταστροφικές συνέπειες του εμπάργκο. Και το βασικό πρόβλημα δεν είναι η αυτολεξεί ανάγνωση των τοποθετήσεων από το χαρτί -που σκοτώνει τη ζωντάνια- και η χρονοτριβή στις μεταφράσεις -που διπλασιάζουν τον χρόνο- αλλά αν μιλάμε τελικά την ίδια γλώσσα και τι αποχρώσεις έχει η διάλεκτος του καθενός. Κι είναι αλήθεια πως ένα ταξίδι στην Κούβα σε κάνει να αμφιβάλλεις για τα ισπανικά που ξέρεις- ιδίως αν τα έχεις διδαχτεί από Καστιγιάνους κονκισταδόρες...

Στη συζήτηση για την ανισοτιμία της γυναίκας και τις θεωρίες φύλου, τέθηκαν μερικά ενδιαφέροντα ερωτήματα από το κοινό. Πχ αν δεχόμαστε τον όρο «πατριαρχία», που -απ’ όσα κατάλαβα τουλάχιστον- (δεν) απαντήθηκε περιφραστικά, για την ανάλυσή μας που βλέπει τις αιτίες και το οικονομικό υπόβαθρο πίσω από τα φαινόμενα και διάφορα κατάλοιπα, με παραπομπή στο έργο του Ένγκελς -που μιλάει σαφώς για το σύστημα της πατριαρχίας. Το επόμενο ερώτημα είναι κατά πόσο αυτά τα κατάλοιπα επηρεάζουν και τους κομμουνιστές - συντρόφους, που απαντήθηκε επίσης περιφραστικά αλλά καταφατικά, με έμφαση ωστόσο στα αντίθετα παραδείγματα που αντλούμε από την πείρα του κινήματος.

Στη συζήτηση για το εργατικό κίνημα, ο Κρις Σμολς δεν ήταν απλά ο αστέρας της εκδήλωσης, αλλά ένας σταρ της χιπ-χοπ, που έκανε βασικά προθέρμανση για το free-style στη μαθητική σκηνή. Θες να γράψεις μεταξύ σοβαρού και αστείου (που είναι ένας εύκολος κι ανώδυνος τρόπος να μιλήσεις σοβαρά) πως ο Σμολς ήρθε μάλλον να ραπάρει με τους Dead Prez και σε προλαβαίνουν τα γεγονότα κι ο πρωταγωνιστής τους, κάνοντας αυτό ακριβώς. Κι αν δεν είχαν γκριζάρει λίγο τα μέλη του συγκροτήματος -που δεν έχουν ούτε μια άσπρη τρίχα στην ψυχή τους- δεν παίρνω όρκο πως θα τον ξεχώριζα εύκολα ανάμεσά τους...

Οκ, ο άσπρος με το πουκάμισο είναι ο Γραμματέας...

Η Παπαρήγα η καλή έχει πει ότι είναι πρόθυμη να καθαρίζει σκάλες -ακόμα και με το «πι», αν της το πει η κετουκε- αλλά η χρέωση που της πάει καλύτερα είναι να προσέχει εγγόνια (άλλων) και να βγαίνει μαζί τους φωτό για τα άλμπουμ του μέλλοντος. Και μια από τις ερωτήσεις του κοινού ήταν στην ουσία κάτι σαν «πώς νιώθετε που είστε εδώ με τη νεολαία» -χωρίς υπερβολή.
Αλλά όποιος υποτιμά την Αλέκα και την περνά για θείτσα, πέφτει πολύ έξω. Η Παπαρήγα ήταν γκατζετάκιας, που είχε καλύτερο κινητό από τον ΓΑΠ και το ’χε γεμίσει εφαρμογές. Κι αν χάζευε με πλάνο βλέμμα την εισήγηση του Ζάχαρη, δεν ήταν γιατί δεν καταλαβαίνει «τι λένε τα κομπιούτερς κι οι αριθμοί», αλλά ίσως έπαιρνε ιδέες τι να κατεβάσει για να παίξει μετά.
Η κορυφαία στιγμή διαλεκτικής (αντίφασης), ωστόσο, ήταν όταν ευχαρίστησε «τον σύντροφο και τα δυο παιδιά» που μίλησαν -όπως έλεγαν «τα παιδιά και τα κορίτσια», στα χρόνια της. Κι ας μην είναι πάντα οργανωμένα μέλη οι επαναστάτες που θα αλλάξουν τον κόσμο -όπως θίχτηκε στην εκδήλωση.

Από τις εισηγήσεις, ξεχώρισα την πολύ εύστοχη σημείωση του Πάνου για το μεταίχμιο της αντεπανάστασης, που άλλαξε θεαματικά τη θεματολογία κόμικ και παιχνιδιών, στρέφοντάς την από τις αισιόδοξες θεωρήσεις των μελλοντικών προοπτικών στον μαύρο κόσμο της δυστοπίας. Και τόνισε πως δεν μπορούμε να τα βάζουμε όλα στο ίδιο σακούλι και να ξεμπερδεύουμε λέγοντάς τα «αμερικανιές». Που είναι γενικά σωστό αλλά σηκώνει αντίλογο και συζήτηση -σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Η συζήτηση στο στέκι αθλητισμού, τέλος, είκοσι χρόνια μετά τους καταστροφικούς αγώνες της Αθήνας και την εμβληματική φεστιβαλική εκδήλωση με τον Συρίγο και τη Λιάνα, ήταν πραγματική αποκάλυψη.
Για την παρουσία των μελών του πάνελ -όπως του δημοσιογράφου Δ. Κωνσταντινίδη από το Γκαζέτα -που θυμήθηκε πως ήταν παρών και στο πρώτο, ως πιτσιρικάς, με τους γονείς του. Για τα στοιχεία σχετικά με τα στάδια που σαπίζουν και την παντελή έλλειψη σχεδιασμού. Για το σύνθημα «βγάλε κομμουνιστή δήμαρχο, για να έχεις γήπεδο», που το επιβεβαιώνει η πράξη -πχ του Πελετίδη και του Παμπελοποννησιακού Σταδίου, που είναι εξαίρεση στον κανόνα και στολίδι για τους Πατρινούς που το χαίρονται. Για τον χορηγό της Ολυμπιακής Επιτροπής, που δεν είναι άλλος από το «ΠΑΜΕ Στοίχημα». Για τους μύθους και για τα ψέματα ότι θα είχε κάθε άθλημα (Ομοσπονδία) το δικό του σπίτι και κάθε σχολείο τον δικό του γυμναστή. Και για μια σειρά παραμέτρους, πληροφορίες και υλικό, που ίσως να αγνοούσαν κι οι πιο μυημένοι.

Οι μονα-δικές μου ενστάσεις είναι σε κάποιες φάλτσες αποχρώσεις, σε κάποια σημεία, όπου οι καλεσμένοι άφηναν να φανεί ότι όλα αυτά είναι ελληνική ιδιαιτερότητα, ενώ στο εξωτερικό υπάρχουν άλλα δεδομένα -λυόμενες εγκαταστάσεις, γήπεδα-στολίδια, πόλεις που αλλάζουν προς το καλύτερο με τους αγώνες κτλ. Στοιχεία που πατάνε σε κάποια εμπειρική βάση, αλλά δεν αλλάζουν τον γενικό κανόνα -που είναι το κυνήγι του κέρδους- και σηκώνουν πολλή συζήτηση. Η οποία όμως δεν μπορούσε να γίνει, γιατί μας πίεζε ο χρόνος και ο κλόουν από το «Κόκκινο Αερόστατο» απέναντι, που ξεκινούσε το δικό του πρόγραμμα.

Καλά όλα αυτά, αλλά τι είναι τα κόκκινα μαντίλια στο Πάρκο Τρίτση;

Έμμεση αναφορά σε ένα ωραίο βιβλίο για τη Λατινική Αμερική. Αλλά κατά βάση αυτό ακριβώς που λέει η φράση. Η επιστροφή των θρυλικών μαντιλιών της ΚΝΕ, που ήταν εκεί στο 1ο Φεστιβάλ στου Ζωγράφου και έκαναν θραύση φέτος στον πάγκο με τα αναμνηστικά. (Μαζί με τα επετειακά μπλουζάκια. Και τις μπλούζες με τη σφεντόνα για την Παλαιστίνη. Και τις τσάντες. Και τις κάρτες με τις αφίσες από κάθε Φεστιβάλ -που είχαν μπόλικη Αλλαγή και Στάθη και...)

Λέγαμε όμως για τα μαντίλια. Που κάποιοι τα έκαναν σαλιάρες για τα μωρά τους. Και άλλοι τα έβαζαν για τη σκόνη, σαν ήρωες γουέστερν, το τελευταίο ερυθρόδερμο ΚΚ που δεν μπόρεσε να βάλει στο χέρι η Άγρια (καπιταλιστική) Δύση. Όπως στο «ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος». Για τον καλό έχουμε ένα κάρο υποψηφιότητες, για τον κακό μας τον καιρό τα φεστιβαλικά πρωτοβρόχια του Σεπτέμβρη και τώρα για άσχημο... Διονύση, ξέρεις. (Είσαι και μεταβατικός, συνδετικός κρίκος για το επόμενο κείμενο, άλλωστε).

Και δεν πιάσαμε ένα σωρό πράγματα. Για της ακρίβειας τον καιρό και το Φεστιβάλ που είναι η απάντηση στην κρίση, αλλά κι αυτό επηρεάζεται από τις ανατιμήσεις. Έξι ευρώ το εισιτήριο, 15 ευρώ η κάρτα για όλες τις μέρες, στο 1,90 το σουβλάκι -το κεμπάπ και το λουκάνικο. Κι οι σφοι-σφισσες στα ταμεία δεν είχαν άβακα, αλλά σκονάκι κι ένα χειρόγραφο πινακάκι με τα πολλαπλάσια του 1,90!

Και για τη σφισσα που άκουσε τον Βασίλη από μακριά να τραγουδά «Χρόνια Πολλά», σαν αφιέρωση στο Φεστιβάλ, και σκέφτηκε πως μια χαρά το λέει. Κι ύστερα πλησίασε και κατάλαβε ότι έπαιζε από τα μεγάφωνα -για αυτό έπιανε τις νότες ο Μπίλης, που ζούμε για να τον ακούμε -αλλά δεν ακούγεται πια. Και ποιος θα του το πει; Πώς - πότε καταλαβαίνεις πως σε έχουν πάρει τα χρόνια και «δεν πάει άλλο»;
Στον πόλεμο με πας με νεροπίστολα, μου κρύβεις κι από πάνω τον εχθρό.

Βασικά όταν κλείνεις τα 5. Ή έστω λίγο μετά τα 20. Όσο νιώθεις εδώ και 20 χρόνια περίπου. Αλλά αυτό είναι ίσως το θέμα ενός επιλόγου (για το Φεστιβάλ) που δε γράφτηκε ακόμα.

Τρίτη 24 Σεπτεμβρίου 2024

Φεστιβάλ με παν-ανθρώπινο πρόσωπο

Θέλουμε ελεύθερα εμείς τα πάρκα και πανανθρώπινο το Φεστιβάλ!

Γιατί βάζει στο κέντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Από κάθε σύντροφο (και επιρροή), ανάλογα με τη χρέωση και το μεράκι του, σε όλο τον κόσμο ανάλογα με τις αντοχές του -στο ξενύχτι και τις συγκινήσεις. Μια μικρογραφία της κομμουνιστικής κοινωνίας, στην ανώριμη βαθμίδα της, με αναπόφευκτες αντιφάσεις: τις ουρές στα σουβλάκια και τις τουαλέτες, και τις σχετικές ελλείψεις αγαθών -σε φαγώσιμα, μπλουζάκια κοκ, λόγω υπερπληθυσμού τύπου ΛΔ Κίνας.

Γιατί είναι άθροισμα ή μάλλον γινόμενο χιλιάδων ανθρώπινων ιστοριών (και όχι stories, χωρίς καμιά ιστορία από πίσω τους). Και όλοι οι συντελεστές, μικροί ή μεγαλύτεροι, δεν ξεχνάνε να πάρουν θέση: πάνω από όλα με τον άνθρωπο! Κι ας μην ήταν εκεί η Νατάσσα, που το ’πε και μπήκε στο στόχαστρο έμμισθων τρολ με ζήλο ανθρωποφύλακα, σαν αυτόν που σάπιζε στο ξύλο τον Μίσσιο, γιατί του είχε κάτσει άσχημα ένας στίχος -και η ελευθερία-, ποιος ξέρει γιατί: πάρε και αυτήν και αυτήν, που την ήθελες και πανανθρώπινη...

Βασικά, το Φεστιβάλ ήταν βαθιά ανθρώπινο τις δυο πρώτες μέρες, που κάποιοι φοβήθηκαν τη βροχή και άφησαν χώρο στους άλλους -εμείς είμαστε οι άλλοι- να κινούνται με άνεση και να τρέφουν αυταπάτες πως τα είδαν όλα -στο Φεστιβάλ και τη ζωή τους. Τις δυο τελευταίες μέρες το Φεστιβάλ γίνεται τόσο ανθρώπινο, που καταλήγει απάνθρωπο. Για τους μικρούς και άμαθους, για όσους ζορίζονται στον προσανατολισμό, όσους πίστεψαν (τη διαφήμιση) πως θα έχουν παντού «σήμα καμπάνα», όσους είδαν να έρχονται πάνω τους κύματα μαζών, σαν ατσάλινο τείχος και λάβα ανθρώπινη. Για όσους έβαλαν νοερά τα κλάματα μες στο πλήθος και ήθελαν να παραδοθούν πίσω από την κεντρική σκηνή, για να τους παραλάβουν οι δικοί τους από το χεράκι. Φρικτά βασανιστήρια, αυτά είναι τα πραγματικά «σταλινικά εγκλήματα», αλλά δεν τολμά να μιλήσει κανείς, γιατί έχουν οικογένειες και ακόμα δεν έχουν έρθει να τους παραλάβουν οι δικοί τους πίσω από τη σκηνή.

Τι είδαμε λοιπόν αυτές τις μέρες; Ας ρίξουμε μικρές ψηφίδες, βοτσαλάκια με αναμνήσεις πίσω μας, για να μη χάσουμε το νήμα. Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσε κλώτσο να γυρίσει, Φεστιβάλ να αρχινίσει.

-Και η Λίνα Νικολακοπούλου; Και ο Λιάτσος (όχι ο Αιμίλιος) που σπούδασε κι αυτός στον σοσιαλισμό για να γίνει Πουτινικός; Ποτέ δεν είναι αργά να ανακαλύψεις, στα γεράματα, τη σωστή Μαριά της ιστορίας, στον δρόμο που χάραξε ο Νότης.

-Η βασική απουσία δεν ήταν καλλιτεχνική, ούτε πολιτική. Ήταν οι πάγκοι των μεταναστών, με τις κουζίνες της πατρίδας τους. Συχωρεμένοι, αλλά να μην επαναληφθεί.

-Η Μακεδονία είναι μία και είναι χάλκινη -όπως και τα Βαλκάνια. Κι όποιος δεν το ήξερε, είχε την ευκαιρία να το διαπιστώσει στη λαϊκή σκηνή, με το Balkan Express και την ορχήστρα από τη γειτονική -και τόσο οικεία- Β. Μακεδονία.

-Ο Τσακνής μας είπε τραγουδώντας «συνένοχο στον φόνο δε θα με έχετε». Εντάξει, Διονύση, αλλά σκουπίσου λίγο, κάτι κόκκινο στάζει από το μανίκι σου.

-Ο Νταράλας είπε στο μικρόφωνο ότι πρέπει να γίνει πράξη το σύνθημα του Φεστιβάλ μας για τον σοσιαλισμό. Για αυτόν αγωνιζόμαστε όλοι άλλωστε, που θα έλεγε ο Γιάννος στην Αννούλα και άλλους παλιούς συντρόφους -που όλοι μαζί τα έφαγαν.

-Ψυχρούλα, ε; Δεν είναι κλιματική αλλαγή, το Φεστιβάλ είναι. Από βδομάδα πάλι 30άρια θα έχει.

-Η «αναρχία του πληκτρολογίου» κλάφτηκε στο Τουίτερ για την «προδοσία» του Buzz -που ξεκίνησε στον χιπ-χοπ καφενέ της Πετρούπολης. Αλλά ισοφάρισε με έξυπνο σχόλιο για τους παράλληλους βίους Μηλιού και Dead Prez. Από το Resistance στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ, μια κρίση δρόμος...

-Του το ’χες του Κότσιρα να συγκινεί τα πλήθη; Κι όμως. Το πέτυχε όσο λίγοι, αφήνοντας το κοινό να ψέλνει «της δικαιοσύνης ήλιε νοητέ», ευλαβικά σαν προσευχή.

-Κάθε τέλος, μια καινούρια αρχή. Τελειώνουν οι λουκου-λουκουμάδες του Εισβολέα και αρχίζει η εισβολή των πιστών του στη λαϊκή. Με καρέκλες παραμάσχαλα και χαμόγελο στο στόμα, μέχρι να βρουν πού θα κάτσουν. Ίσως κάπου προς το πάρκινγκ του Σκλαβενίτη να είχε μείνει λίγος χώρος...

-Τσάμικο, ικαριώτικο και ζεμπεκιά ο ΓΓ. Free style στη μαθητική ο Κρις Σμολ -ο πρόεδρος της Άμαζον, όπως τον παρουσίασαν στο Κόκκινο Αερόστατο. Έχουν δυσκολέψει τα ταξικά πόστα στις μέρες μας. Δε φτάνει μόνο η θεωρητική κατάρτιση.

-Τι θα πει «ικαριώτικο γλέντι»; Ξεκινάμε όταν θέλουμε, τελειώνουμε το πρωί. Βάζουμε τον δήμαρχο να βγάζει πολιτικό λόγο και τον γγ να σύρει τον χορό στο ταψί. Και να φανταστείς πως όταν εκλέχτηκε, τα κανάλια τον είχαν για σκυθρωπό γραφειοκράτη...

-Μπλουζάκια καπετάν-Διαμαντής (μπράβο!), μπλουζάκια Οβελίξ (δύο μπράβο!), μπλουζάκια Social Waste (οκ, αλλά μπράβο), μπλουζάκια Κατιούσα -μωρέ μπράβο! Μα από πότε είναι αυτά τα τισέρτ; Απορώ και εγώ...
Μπλουζάκια «Παπαροκάδες» γιατί δεν έχουμε δει όμως;

-Μεσοβδόμαδα ο Ζαραλίκος δεν έβγαλε επεισόδιο. Επισήμως του έφαγε τη φωνή η υγρασία στα Γιάννενα. Ανεπισήμως όλοι υποψιάζονται ξέρουν ότι τη φύλαγε για το πάρκο Τρίτση -που έχει τη δική του ωραία υγρασία.

-Ή με τους γονείς που θρηνούν ή με τους γόνους που κάνουν καριέρα τον πόνο τους. Τάδε έφη Τσολιάς.

-Ο φασισμός ήρθε ντυμένος δικαιώματα. Τάδε έφη Μουζουράκης, αλλά το έσωσε στην πορεία: Κοινή γνώμη δεν είναι εκατό σχολιαστές στο διαδίκτυο, αλλά εκατό χιλιάδες στον δρόμο.

-Κι ο Μυστακίδης να εξομολογείται -μεταξύ μας, έτσι;- πως το Φεστιβάλ της ΚΝΕ τον καθόρισε καλλιτεχνικά. Κι αφού το λέει, έτσι θα είναι. Φαντάσου να ερχόταν κι από παλιότερα, δηλαδή.

-Πολυκοσμία, (η): όταν γίνεται πανικός και δε βρίσκεις ούτε ψωμάκια. Όχι στο Φεστιβάλ, αλλά στην παρακείμενη καντίνα στη Θηβών («Μπάρμπας», να πάτε. Προβατίνα κεμπάπ, κατά προτίμηση).

-Βασίλης, Μίλτος. Η ζωντανή ιστορία των Φεστιβάλ. Δεν περιμένουμε να τελειώσει για να την τιμήσουμε. Πιθανότατα είναι το δίδυμο με τα ρεκόρ συμμετοχών στα Φεστιβάλ. Ο Βασίλης στο σύνολο και ο Μίλτος το σερί -και με διπλές εμφανίσεις, σχεδόν κάθε φορά. Μόνο θεατές και διοργανωτές έχουν περισσότερα φεστιβαλικά ένσημα.

-Οι «διπλοθεσίτες» καλλιτέχνες στις συναυλίες γίνονται κανόνας, ακόμα και για πρωτάρηδες, όπως ο Anser -που έκανε τη μαθητική σκηνή να στενάξει από κόσμο. Απόδειξη ότι δεν είναι περαστικοί -που είδαν ΚΝΕ και μπήκαν- αλλά γουστάρουν να είναι μέρος του Φεστιβάλ.

-Η φωνή του Βασίλη δεν έβγαινε από τη συγκίνηση -και γενικώς. Αλλά μην τολμήσεις να το πεις στα πλήθη των πιστών του, αν δεν τρέχεις αρκετά γρήγορα για να γλιτώσεις το νόμο του Λιντς και τον «Τρίτο Παγκόσμιο» του Λοΐζου. Κι εντάξει, δε φταίει αυτός που πάει τόσο γρήγορα η μουσική και δεν προφταίνει τις ανάσες και την ορχήστρα στο τέλος...

-Μια μέρα πριν την έναρξη, βγήκε ζεστό-σπαρταριστό το νέο βιβλίο του Λάδη, συλλογή κειμένων και άρθρων από τα ταξίδια του στη Σοβιετία. Κι εγώ αναρωτιέμαι -με τρίλημμα φαϊτκλαμπικού τύπου- τι ήταν (το) καλύτερο. Ο πολύ μεστός πρόλογος; Ο τρομερός τίτλος «Ντα Ζβιντάνιγια» - δηλαδή «στο επανιδείν»; Ή μήπως η κυρία, στην ουρά για τις υπογραφές, που ρωτούσε αν ο Ντα Ζβιντάνιγια είναι ο συγγραφέας;

-Κάθε χρόνο, χρόνια τώρα, οι Υπεραστικοί είναι η πιο πολιτική συναυλία του Φεστιβάλ. Με διαφορά. Με πράξεις (τραγούδια), όχι μόνο στα λόγια-συνθήματα. Και με παλαιστινιακές σημαίες παντού.

-Punk is not dead. Άκουσέ το, διάδωσέ το. Μαζί με τα κουπόνια σου και τον Ρίζο.
CCCP is not dead. Communism is not dead.


-Γνωρίζατε μήπως ότι η νεανική σκηνή δε λέγεται φοιτητική -κι ας έχει δίπλα το περίπτερο του ΜΑΣ; Κι αν κάποιος μπερδεύει ακόμα το όνομα, είναι ανθρώπινο -σαν το Φεστιβάλ. Συμβαίνουν αυτά στις ευαίσθητες μεταφοιτητικές γενιές μας. Σημάδια των καιρών -και της ηλικίας μας...

-Όταν έπαιξαν οι πρώτες νότες από Maiden, μια γενιά μεταλόσαυρων πρέπει να έχυσε (δάκρυα χαράς, που έλεγε κι ο αθλητικός τύπος -που δεν αγαπήσαμε). Πού στράβωσε όμως το πράγμα κι έπαψαν να έχουν ιδεολογική ηγεμονία στην οργάνωση; Ποιος μετεωρίτης έπεσε πάνω τους και τους οδηγεί στον αφανισμό; Οι σωστές απαντήσεις στην επόμενη ανάρτηση. Αλλά όσοι νιώθουν είδος προς εξαφάνιση θα έχουν πάντα το Παρίσι - τον Χουλιαρά σαν εικόνα, να ανεβαίνει στις σκαλωσιές της σκηνής για έφοδο στον ουρανό και να φωνάζει: Fuck You, I won’t do what you tell me.

-Αν και ο βασικός ύμνος θα μπορούσε να είναι των Πόλκαρ -και του Γραμμένου: «Είναι η ζωή μου σκατά...». Που η γενιά μας το θεωρεί σχεδόν (αυτο)βιογραφικό, με εξαίρεση κάποια μικρά διαλείμματα, όπως τις μέρες του Φεστιβάλ.
Στο λαιμό σου γαμώτο ηρεμώ...

-Ούτε σε μπόρες, ούτε νεροποντές, ποτέ τους δε λυγίσανε...
Αλλά η απογευματινή βροχούλα πήγε πίσω τα sound-check και δυο ώρες μετά τη ροή των καλλιτεχνών. Οι Μπάμπο Κόρο πχ βγήκαν κατά τις δύο -και ακολουθούσαν οι «Γκιντίκι». Η Τετάρτη είναι το νέο φεστιβαλικό Σάββατο -και πάντως σου έδινε πιο πολλές επιλογές ξενυχτιού από το πρόγραμμα της Παρασκευής.

-Αλλά εμείς δεν ψάχνουμε δικαιολογίες, σαν τον Χατζηγεωργίου στο Καλλιμάρμαρο, που έλεγε πως τα σουτ δεν μπαίνουν γιατί έχει αεράκι -και τα αγριογούρουνα είχαν φάει κάτι αηδίες.

-Πετύχατε-θυμάστε κάτι ιντερνετικά σχόλια για το έμμεσο «σαμποτάζ» στην ετήσια πορεία για τον Φύσσα, που συνέπεσε με την πρώτη μέρα του Φεστιβάλ; Προφητικές μουσμουλιές! Το ξενέρωμα της Μάγδας -και των άλλων παιδιών στον πάγκο του συλλόγου- όταν αγκάλιαζε τον Αμπατιέλο ή στην ομιλία του ΓΓ, δύσκολα αποδίδεται με λόγια σε όσους δεν το είδαν ζωντανά -και γράφουν ό,τι θέλουν από την κοιλιά τους.

-Στη φετινή Διεθνούπολη μπορούσες να βρεις 45 νεολαίες (και 60 μαθητάδες), με διπλές παρουσίες από διάφορες χώρες -που έχει πάντα πλάκα να ψάχνεις τις διαφορές τους- αλλά (επιτέλους) χωρίς τους ευρωκομμουνιστές Ισπανούς -και να ετοιμάζεται η ΕΔΟΝ.

-Μπορούσες να δεις επίσης: Ρώσους και Ουκρανούς να συνυπάρχουν ειρηνικά, όπως τον καιρό της Σοβιετίας. Ισραηλινούς να έχουν κουτί ενίσχυσης για τον αγώνα των Παλαιστίνιων. Τους Μεξικάνους να βγάζουν τα έξοδα για δέκα υπερατλαντικά ταξίδια, ξεπουλώντας τη βαλίτσα με τα μπιχλιμπίδια τους. Τους Βενεζουελάνους να έχουν μπλουζάκι με τον Τσάβες. Και τους Ιταλούς μπλουζάκι με το σύνθημα «ερωτευμένη ναι, αλλά με τον Φιντέλ»!

-Που ήταν στίχος του γνωστού σουξέ «Μαρακαΐμπο» και το ’χε πει μεταξύ άλλων η Ραφαέλα Καρά -που ήταν συντρόφισσα κι ας μην το ήξεραν πολλοί. Αλλά το έκοψε η λογοκρισία που το βρήκε άκρως πολιτικό (!), και το ’κανε «ερωτευμένη, ναι, αλλά με τον Μιγκέλ». Κι όλα αυτά στην Ιταλία του ’70, που είχε θεωρητικά ισχυρό ΚΚ, μια κάποια «ιδεολογική ηγεμονία» και απολάμβανε -υποτίθεται- μεγάλο βαθμό ελευθερίας, αλλά φοβόταν ακόμα τη γοητεία του Φιντέλ και τους κομμουνιστές που θα τους πάρουν τις γυναίκες...

-Πού πάνε οι στιγμές που χάνονται; Σε ποιο κουτί μαζεύονται τα φεστιβαλικά μας παιχνίδια, όταν ξεστήνουμε; Και προπαντός: πού πήγε ο σκοτεινός θάλαμος της κρίσης και του 16ου Φεστιβάλ από την κεντρική έκθεση; Ποιος πήρε σπίτι του τις πλαστικές φιγούρες του Μίκη και του Θάνου που σε ακολουθούσαν με το βλέμμα και σε προσκαλούσαν για φωτογραφία; Και πότε θα βγει στον διαδικτυακό αέρα το ντοκιμαντέρ για την ιστορία του Φεστιβάλ;


-Πού μπορούσε να βρει κανείς τη μεγαλύτερη εικαστική έκθεση -των ημερών μας- στη χώρα μας; Στο Στέκι Πολιτισμού του Φεστιβάλ. Αλλά το πιο εντυπωσιακό -στα δικά μου, απαίδευτα μάτια- ήταν τα αναμνηστικά του Φεστιβάλ του εργαστηρίου Γ. Βαρλάμος, έξω ακριβώς από τον χώρο της έκθεσης, που παρασκευάζονταν μπροστά μας, με μια ιδιαίτερη, ρετρό τεχνική, που είχε κάτι από τη γοητεία παράνομης προκήρυξης και της εποχής του πολύγραφου, με αντίστοιχο αισθητικό αποτέλεσμα.

-Και οι Dead Prez, κύριε; Τόσος ντόρος έγινε, δε θα γράψεις τίποτα;
Να γράψω. Άγριο, καθαρό, τραχύ αφρο-αμερικάνικο ραπ. Τα μηνύματα περίσσευαν, ο ρυθμός επίσης, η μελωδία όχι τόσο -αλλά αυτά είναι υποκειμενικά, σε κάποιους σφους πχ αρέσει το χιπ-χοπ. Μπορεί να μη μάζεψαν όσο κόσμο είχαν οι άλλες σκηνές, αλλά το σημαντικό ήταν ότι μάζεψαν αυτόν τον κόσμο για τον οποίο γράφτηκαν τα τραγούδια τους, όπως είπαν στο μικρόφωνο.

-Έμαθαν να λεν συλλαβιστά την «πειθαρχία» στα ελληνικά -πού να μάθουν και τον «δημοκρατικό συγκεντρωτισμό», που κάποιοι τον συλλαβίζουν στην πράξη και ακόμα να τον μάθουν.

-Έβγαλαν τον Σμολ της Άμαζον επί σκηνής -άλλο που δεν ήθελε αυτός!- και μας ευχήθηκαν για τα 50 χρόνια του Φεστιβάλ και της Επανάστασης!
Ναι, κοιτάξτε, αφενός είναι περισσότερα χρόνια επαναστατικής διαδρομής, αφετέρου έχουμε 50 χρόνια νομιμότητας, αλλά υπάρχει η άποψη πως κακομαθαίνουμε και μας απομακρύνουν από την επανάσταση, κάτι που αγνοεί ωστόσο τη διαλεκτική παράνομης-νόμιμης δουλειάς και τον κομβικό ρόλο της στρατηγικής αντίληψης, από όπου ξεκινούσαν κάποια προβλήματα... Και τέλος πάντων, μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά το Δοκίμιο Ιστορίας -που δεν πρέπει να έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, αλλά συλλαβίζοντας, θα βρείτε άκρη στα βασικά.

-Ενδιάμεσα κατέληξαν στο αυτονόητο συμπέρασμα -αλλά τα αυτονόητα είναι για πολλούς τα πιο δύσκολα: Ούτε Τραμπ, ούτε Κάμαλα Χάρις, αλλά Power to the People. Που όταν το λέγαμε εμείς, οι άλλοι έτρωγαν βελανίδια, σοσιαλδημοκρατικό σανό και μας έλεγαν δογματικούς.
What Plastiras, what Papagos, που λένε και στο Αθαμάνιο της Άρτας.

Αλλά να το μαζεύουμε, σύντροφοι, γιατί περάσαμε τις 2 χιλιάδες λέξεις, έχει τελειώσει και το ξεστήσιμο και στο Βιγιαμπάχο (ναι, έτσι προφέρεται) ακόμα γράφουνε, σκόρπιες εντυπώσεις, μεταμοντέρνες σαν την Γκερνίκα -ναι κι αυτή έτσι προφέρεται.

Το Φεστιβάλ είναι μια ετεροτοπία -ή ετερο-Πολιτεία, με πιο «δικούς μας» όρους. Είναι ένα μαγικό μέρος όπου μπορεί να ψιχαλίσει σε ανέφελο ουρανό, ο Βασίλης μπορεί να βγάλει μαλλιά -αλλά όχι φωνή-, η μέταλ σκηνή γεμίζει με παιδικά μπαλόνια, οι πρόεδροι Σωματείων δεν ξεχωρίζουν από τους ράπερ -κάτι σαν το «5ος Μπιτλ», που έλεγαν για τον Μπεστ- και τα σουβλάκια πολλαπλασιάζονται και φτάνουν για όλους, σαν το θαύμα της Κανά -και ας μην ήρθε φέτος στο Φεστιβάλ, και ας ήταν άλλο το θαύμα του Ιησού με τα ψωμιά. Αλλά τίποτα δε συγκρίνεται με το θαύμα του Πάρκου Τρίτση και τη μαγική εξαφάνιση 100 (και πλέον) χιλιάδων ανθρώπων από τα κανάλια. Περίμενε εσύ να μιλήσουν οι μουγγοί...

Καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα ακολουθήσει και ένα τρίτο μέρος κατά τας γραφάς, με τις συζητήσεις-εκδηλώσεις του 4ήμερου, έναν μικρό απολογισμό της γενιάς μας και πρόχειρες ιδέες για τα καλύτερα Φεστιβάλ που δεν έχουμε ζήσει ακόμα.

Παρασκευή 20 Σεπτεμβρίου 2024

Πότε θα κάμει Φεστιβάλ...

Σκόρπιες, μεταμοντέρνες, κατά βάση (προ)φεστιβαλικές σημειώσεις


Λοιπόν, το Φεστιβάλ είναι κάπως σαν το Μουντιάλ, αλλά χωρίς χορηγούς και ηττημένους, όπου παίζει μπάλα η τάξη μας και δείχνει πόσα ξέρει να κάνει
(θαυμάσια, θαυμάσια, πάντα με την μπάλα, θαυμάσια, που θα έλεγε στα ντουζένια του και ένας δεξιός). Αναρωτιέσαι ποιο ήταν το καλύτερο της ιστορίας, αν θα έπρεπε να γίνεται πιο συχνά, να έχει μεγαλύτερη διάρκεια, περισσότερες συμμετοχές. Ονειρεύεσαι να ανέβεις μια μέρα στη σκηνή του, αλλά έτσι κι αλλιώς είσαι ένα μικρό εξάρτημα της μηχανής του κι αυτό κομμάτι της ζωής σου, αυτό με τις πιο γλυκές αναμνήσεις -χωρίς χορηγούς και τη Λάκτα.

Στο Φεστιβάλ φοράνε όλοι τα καλά τους, δηλαδή το καλό τους πρόσωπο -που δεν είναι όμως προσωπείο. Οι σφοι χαμογελάνε, λάμπουν από έξαψη γιατί ήρθε πάλι εκείνη η εποχή του χρόνου, ο κόσμος δεν γκρινιάζει στις ουρές (είναι ακόμα πρώτες μέρες, γι’ αυτό), μέχρι και οι χαμουτζήδες σφοι μιλάνε σωστά.

Και να, Αθηνέζε αδερφέ μου, που μάθαμε να κουβεντιάζουμε ήσυχα και απλά.
Έτσι να λέμε πια τα σύκα σύκα και τη σκάφη σκάφη.
Και τα σουβλάκια, σουβλάκια. Καταλαβαινόμαστε πλέον. Δε χρειάζονται περσότερα.

Τι ωραίο που ’ναι το 50άρι στο σήμα του Φεστιβάλ με τον Ρίτσο -τη Σωτηρία και άλλους! Αν και ένα κολάζ με φωτογραφίες ίσως να ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακό -λέμε τώρα. Έξω από την οργανωτική επιτροπή πολλά τραγούδια λέμε -δικό σας. Βασικά η αφίσα έπρεπε να έχει σε μια γωνιά και τον Μαλάμη, με ένα κοντόξυλο. Δε λέω, συγκινητικά τα κείμενα επανασύνδεσης, αλλά σαν την περιφρούρηση δεν έχει. Που είναι πρωτίστως πολιτική έννοια, βεβαίως-βεβαίως. Βάρα μας/τους Μαλάμη...
Έχουμε μια ανοιχτή αγκαλιά για όλους.

Για κάποιους περαστικούς που δεν ακούμπησαν το Φεστιβάλ είναι μόνο οι συναυλίες. Για τα κανάλια, που δεν ακουμπάν τέτοια επικίνδυνα θέματα, το Φεστιβάλ είναι δέκα δεύτερα στιγμιότυπα από την ομιλία του ΓΓ. Ενώ για κάποιους πολύ αντισυστημικούς ρεπόρτερ, που δεν κόβουν καν κουπόνι ενίσχυσης, μπορεί να είναι ένα μπλουζάκι για τις Σκουριές, που τους φαίνεται παράταιρο με τα φεστιβαλικά συμφραζόμενα. Κι όταν μεγαλώσει ο εν λόγω αντισυστημικός θα γράψει τη «λέσχη των αθεράπευτα κομπλεξικών», για να κλείσει η τριλογία του Γκενασιά -ο οποίος τουλάχιστον έχει ταλέντο.

Αστερίξ, να του(ς) δείξω πόσο σταλινικός ευγενικός μπορώ να γίνω;
Όχι, Οβελίξ, συγκρατήσου. Η περιφρούρηση εξάλλου είναι πρωτίστως πολ...
-Ναι, ναι, τα έχουμε ξανακούσει. Νια-νια, νια-νια, νια-νια.
Άλλωστε αυτοί είχαν πέσει μικροί στη χύτρα με την αλλεργία στο ΚΚΕ. Χαμένες περιπτώσεις, σαν την άνοιξη του Τσίρκα.

Το Φεστιβάλ δεν είναι (μόνο) οι ομιλίες, δεν είναι (μόνο) οι συναυλίες. Είναι η διαλεκτική τους ενότητα, κάτι παραπάνω από το τυπικό τους άθροισμα, κάτι παραπάνω από ένα Φεστιβάλ -mes que un κόμμα. Είναι ο κόσμος που το αγκαλιάζει και το γιγαντώνει -για να αγκαλιάσει όλον τον κόσμο. Το άπειρο πλήθος, η ποσότητα που γίνεται ποιότητα, οι μάζες που κινούνται -αν και όχι πολύ εύκολα μες στον συνωστισμό- γράφοντας ιστορία, μπρος στα μάτια μας.

Πραγματικά τυφλός είναι όποιος δε θέλει να δει και βλέπει όσα θέλει -για το φεστιβάλ και το κόμμα- με τα μάτια της ψυχής του, διορθώνοντας την πραγματικότητα με τις επιθυμίες του. Κι αν τα κανάλια των εφοπλιστών κάνουν πως δε μας βλέπουν, δεν πάσχουν από μυωπία, ούτε κάνουν τη στρουθοκάμηλο που απωθεί τον φόβο και ξεγελά τον εαυτό της πως δεν υπάρχει. Είναι η ομερτά της σιωπής που επικρατεί για λόγους ταξικούς. Και μόνο.

Κι αν έρθουν ποτέ οι Χατζηφραγκέτα στο Τρίτση, θα δικαιωθεί και ο Τσολιάς, που έλεγε μεταξύ σοβαρού και αστείου για τους πολιτικά άστεγους φασαίους που χτυπάν το κουδούνι του Περισσού, πλακώνονυν κατά κύματα και δε θα ξέρει το κόμμα πώς να τους διαχειριστεί ή να τους διώξει.

Λες να έρθουν όντως -οι ΧΦ, όχι οι φασαίοι; Για φαντάσου... Imagine ρε, που θα έλεγε κι ο Λένιν, εε... δηλαδή ο Λένον, ωχ με συγχωρείτε, ήταν τυχαίο.
-Μα τι ωραία σαρδάμ που κάνετε, κύριε γενικέ; Γι’ αυτό είστε ο δημοφιλέστερος...

Το Φεστιβάλ είναι η νιότη του κόσμου. Αν ψάχνεις το ελιξήριο και αιώνιους έφηβους, δε χρειάζεται να δεις τον Βασίλη αλλά το κοινό του που χτυπιέται από κάτω, τον παλμό των ασπρομάλληδων νέων (πλην Σοφιανού), τον ενθουσιασμό των βετεράνων από το Σπίτι του Αγωνιστή. Να πας λίγο δίπλα τους, να σε ευλογήσουν με την αύρα τους, να νιώσεις ότι πήγες εκεί να καθίσεις με τη νεολαία, με την Ιστορία, με την επανάσταση! Το μυστικό της αιωνιότητας, το νέο που παλεύει να γεννηθεί και να τα αλλάξει όλα από τη ρίζα τους. Αχ, να ’ταν η νιότη (του κόσμου) δυο φορές...

Ίσως κάποιοι νιώθουν πολύ μεγάλοι πια για να ενθουσιαστούν (με το Φεστιβάλ και γενικώς), για να ερωτευτούν, για να αλλάξουν τον κόσμο επαναστατώντας -όλα αυτά είναι περίπου ταυτόσημα. Το 1917 ο Λένιν ήταν 47 χρονών, τον φώναζαν ήδη γέρο και ο ίδιος έλεγε πως την επανάσταση θα την ζήσουν οι επόμενες γενιές. Αλλά δεν κάθισε -με τη νεολαία- να κλαίει τη μοίρα του στο περιθώριο της ιστορίας, ούτε έβαλε μαλλιά, σαν τον Βασίλη (τον Μπογιό και άλλους), παρά μόνο μια περούκα για να κρυφτεί στη Φινλανδία από τους διώκτες του, μέχρι να δώσει το σύνθημα για την έφοδο στον ουρανό και τα χειμερινά ανάκτορα.

Μπορείς άραγε να φυτέψεις νέες φωνητικές χορδές, εκτός από μαλλιά; Και ποιος συνδυασμός μας δίνει τον τέλειο τραγουδιστή, τον καλύτερο στα χρονικά του Φεστιβάλ (κάπως σαν το αντίστοιχο κυνήγι στον «δράκουλα των Εξαρχείων», του Τζίμη και του Τζούμα, που κι αυτός βασικά με το Φεστιβάλ καταπιανόταν. Κράζεις, θαυμάζεις...)


Η φωνή του Βασίλη με την εγκράτεια και τη ζωή -χωρίς καταχρήσεις- του Νταράλα. Η Μποφίλιου, αλλά 40 χρόνια πριν, και με άλλο ρεπερτόριο. Ο Καζαντζίδης -κι ας μην ήρθε ποτέ αυτοπροσώπως- με τον μαγικό ζωμό της αθανασίας, για τους θαυμαστές του. Και ο Μητροπάνος για τους δικούς του -που η νοσταλγία τους γεμίζει σκηνές με την Πέγκυ Ζήνα, για χάρη του. Σ’ αρέσει στα κρυφά και ο Μουζουράκης -αρκεί να μην ανεβαίνει κόκαλο στη σκηνή. Ο Ξυλούρης και ο Μεράντζας, που τραγουδά στο Φεστιβάλ από όταν είχε μούσια και πυκνό μαλλί. 


Κι αν βάλουμε στη συζήτηση κάποιον ράπερ, καλύτερα να μείνει εκεί και να πούμε κάτι άλλο -πχ για τον Μουζουράκη, που μπήκε λαθρεπιβάτης σε αυτή τη συζήτηση. Ή για τον καιρό. Λες να βρέξει;
Φυσικά θα βρέξει, Φεστιβάλ έχουμε...

Πότε θα κά- βρε πότε θα κάμει Φεστιβάλ.
Βρε πότε θα Σεπτεμβρίσει... (...) και την έμορφη Αλέκα.
Να κάμω νότες, να κάμω νότες δίχως γιο (και «γιο» και πάλι «γιο», μπρο).

Ακολουθεί εσωτερικός μονόλογος -διάλογος, αν λάβεις υπόψη τον εσωτερικό αντίλογο. Αλλά βασικά δε χρειάζεται να λάβεις τίποτα υπόψη. (Μη δίνετε σημασία, κάτι δικά μου -και ο αντίλογός τους).

-Το χιπ-χοπ έχει σαφώς λαϊκά, αν όχι ταξικά χαρακτηριστικά. Είναι η καρδιά ενός άκαρδου κόσμου, τρόπος έκφρασης για τους αποκλεισμένους που δεν έχουν άλλο τρόπο να ακουστούν και τα λεφτά για σπουδές σε ένα ωδείο.

-Αυτό δε λέει κάτι από μόνο του. Πολλές μουτζούρες στην τέχνη -και την ιστορία- είχαν αντίστοιχο ταξικό υπόβαθρο, χωρίς αυτό να τους δίνει άλλοθι. Δεν είναι η μουσική των καταπιεσμένων -πολύ περισσότερο ενάντια στην καταπίεση.
-Και τι ήθελες δηλαδή; Οργανωμένη καχυποψία για το είδος, όπως κάποτε για το ρεμπέτικο;
-Όχι απαραίτητα. Θα ήθελα όμως διαπάλη, διάλογο και κριτικές προσεγγίσεις, πχ για τον άκρατο μιμητισμό της εγχώριας σκηνής, χωρίς να υπάρχει -κατά κανόνα- ένα δημιουργικό πάντρεμα με κάποια δικά μας στοιχεία.
-Μα ό,τι ακούς και έχεις αποδεχτεί (ποπ, ροκ και δε συμμαζεύεται) είναι εξίσου δυτικότροπα και εισαγόμενα, σαν τον Λαλάκη. Να τα αποκηρύξουμε και αυτά και να ξεμπερδεύουμε;
-Και τι θα ήταν σήμερα η λαϊκή (ποπ) κουλτούρα, χωρίς «αμερικανιές»; Χωρίς ντραγκζ, χασίσια και όλα αυτά για τα οποία -δεν- αγωνιστήκαμε;

Τοίχος, αδιέξοδο, τέλος εσωτερικής διαπάλης. Οι χτεσινές εισηγήσεις στη συζήτηση για τη λαϊκή κουλτούρα, έβαλαν καλύτερα κάποια πράγματα.

Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Η σχέση του Φεστιβάλ με την Ιστορία. Που την αποτυπώνει σαν καθρέφτης, ακόμα και στις χειρότερες στιγμές, όπως τη διετία 1989-91, που στην κεντρική έκθεση του Φεστιβάλ μπαίνει συμβολικά σε έναν σκοτεινό θάλαμο, σαν στενωπό -στενεύουν τα περάσματα, οι φίλοι μου φαντάσματα, που πλανώνται επίμονα πάνω από τον γηραιό κόσμο που σαπίζει.

Πότε ήταν όμως το καλύτερο Φεστιβάλ; Το (πιο) μεγάλο, ωραίο και συγκλονιστικό; Ήταν όσα δεν προλάβαμε ή αυτά που δεν έχουμε ζήσει ακόμα; Αυτά που ζήσαμε ή αυτά που ζούμε τώρα;

Η αίγλη και τα ιερά τέρατα (των πρώτων χρόνων) της Μεταπολίτευσης; Η ανατριχίλα από τις συναυλίες, από την ανακοίνωση στα μεγάφωνα για τον θάνατο του Λοΐζου, που πάγωσε μια κόκκινη Πολιτεία; Ήταν τότε που στήναμε εννιαήμερο Φεστιβάλ -για τη σημειολογία του πράγματος- στο Γαλάτσι; Όταν φέρναμε τη Σόσα Μερσέντες και κάναμε -στον απόηχο του τιρινίνι- μια από τις μεγαλύτερες συναυλίες ρέγκε;

Ήταν στα Ιλίσια Πεδία, όταν φέρναμε την μπάντα Μπασότι να τραγουδά μες στη βροχή;
(Τελικά είναι πιο εύκολο να στηθεί ένα Φεστιβάλ στο μπόι των ονείρων μας, παρά στο μπόι των ωραιοποιημένων αναμνήσεων. Μην πας μακριά -ηλικιακά-, σκέψου απλώς όσους συνεχίζουν να θεωρούν την Πανεπιστημιούπολη ιδανικό μέρος για Φεστιβάλ. Και πού θα χωρούσε τόσος κόσμος; Έλα μωρέ τώρα. Εδώ υπάρχει ένα Φεστιβάλ μεγάλο και εσύ κολλάς σε κάτι πράγματα μικρά -σαν τον χώρο που έχουμε να σταθούμε).

Ή μήπως όσα ζούμε τώρα και θα λέμε μια μέρα πως ήμασταν κι εμείς εκεί; Τώρα που φέρνουμε τον συνδικαλιστή της Άμαζον και τους Ντεντ Πρεζ;
(Θα είμαι ειλικρινής. Εγώ και ο μισός μου κύκλος, από τη γενιά μου, τους αγνοούσε εντελώς. Θα γίνω ακόμα πιο ειλικρινής. Η ιστορία και το συγκρότημα μπορούν να αντέξουν το χτύπημα της μοίρας και να συνεχίσουν χωρίς να κοιτάν τη δική μας άγνοια και τη μελαγχολία που τους προκαλεί).
Μόνο αν περάσουν λίγα χρόνια, θα εκτιμήσουμε την πραγματική τους διάσταση.

Κι όμως, το Φεστιβάλ είναι ήδη σημείο αναφοράς, με διεθνή εμβέλεια. Ο Σμολς μας βλέπει ως τεράστιους, πρότυπο για μίμηση, οι αποστολές των άλλων νεολαιών θέλουν να γίνουν σαν την ΚΝΕ όταν μεγαλώσουν. Ο κόκκινος πλανήτης μπορεί να μην είναι πια το 1/6 και το 1/3 του κόσμου, μπορεί να θυμίζει τον Μικρόκοσμο του Μικρούτσικου, αλλά έχει το Φεστιβάλ ως την κορυφαία στιγμή στο παγκόσμιο εορτολόγιό του, φανερό καμάρι με κρυφή ζήλια σε μικρές δόσεις, όπως έβλεπαν κάποτε οι δικοί μας τη γιορτή της Ουμανιτέ στη Γαλλία, τον καιρό που ασφυκτιούσαμε στην παρανομία.

Και ήταν όλοι τους εκεί (η Καιτούλα και ο Σταμάτης) -με ηχηρές εξαιρέσεις, που είχαν ωστόσο νόημα και αιτία. Ακόμα και οι άλλοι απόντες, που έλειψαν για ό,τι πρέπει και για αυτό είναι μέσα σε όλα. Και δε θα μπορούσε να λείπει ασφαλώς ο επίσημος απρόσκλητος, που ήταν πάντα εκεί, σε όλες τις μεγάλες στιγμές, σε όλα όσα δεν έπρεπε να είναι.

Καλοκαίρι με ανομβρία και ρεκόρ λειψυδρίας; Ναι.
Που έχει καύσωνα διαρκείας και ξεραίνονται ακόμα κι οι ελιές; Ναι.
Σε ένα λεκανοπέδιο, που δεν έχει ποτέ αρκετό νερό για τους κατοίκους του.
Ωραία.
Και τι καιρό θα κάνει τις μέρες του Φεστιβάλ; Θα βρέχει.
Κάντε λιτανείες και χορούς της βροχής εσείς...

Κι όμως, όλα αυτά δεν είναι μεταφυσική. Τα εξηγεί πολύ καλά μια παλιά παιδική έκδοση της Σύγχρονης Εποχής, για το ταξίδι της σταγόνας, της βροχής -ή κάπως έτσι. Συσσωρεύονται δάκρυα και συγκινήσεις. Οι ήρωες παρελαύνουν νοερά μπροστά μας, όπως στην τοποθέτηση του Ντε Νίρο στο 13ο Συνέδριο. Αυξάνεται εκθετικά η υγρασία στα μάτια, στην ψυχή, στις αναμνήσεις και στην ατμόσφαιρα. Ο ουρανός βαραίνει από συγκίνηση, από τα πλήθη που εφορμούν να τον καταλάβουν. Το νερό επιστρέφει σαν ευλογία και σαν θυμίαμα, για την έφοδο. Μια λάθος νότα, μια άκαιρη τσιρίδα στις πρόβες, μια παραφωνία είναι ικανές να επισπεύσουν το κακό.

Αλλά δεν πειράζει, λίγη λάσπη μετά τη βροχούλα θα την αντέξουμε. Εδώ έχουμε αντέξει τις χειρότερες εκδοχές της -και βροχής και άλλου είδους λάσπης. Κι αν συνεχίσει ο καιρός το ίδιο βιολί, θα ’ναι πάλι Φεστιβάλ παντός καιρού και το Σάββατο θα δούμε λασπομαχίες για μια καρέκλα -και γύρω σύντροφοι με ποπ-κορν.

Ούτε σε καταιγίδες, ούτε και με βροχές... Πολεμάμε και τραγουδάμε.

Μήπως όμως τραγουδάμε πολύ και πολεμάμε λιγότερο; Μήπως έχει συγκροτηθεί μια κάστα πανηγυρτζήδων (σιγά μην είναι και στρώμα), που ακολουθεί το κόμμα όπως οι γκρούπις το αγαπημένο τους συγκρότημα και κάθεται εδώ -με τη νεολαία και την επανάσταση; Που καταναλώνει στιγμές, με το... «ΚΚΕ travel» για τις εκδρομές, με ένα κόμμα εγγύηση για τον Πολιτισμό, για συναυλίες και Φεστιβάλ, με μαχητικά στελέχη που τους δίνουν ατάκες και υλικό για τα social, για να πουλάν μούρη με δανεική μαγκιά συντρόφων -πώς τους πετσόκοψε και πώς τα είπε έτσι...

Και τι να κάνουμε ρε εσύ; Να τους δίνουμε όπλα στην είσοδο να πολεμήσουν;
Να πάρω το, να πάρω το ντουφέκι μου. Και την έμορφη-η-η Αλέκα...

Αντιλαμβάνομαι τον προβληματισμό, αλλά γιατί να χάσουμε από την οπτική μας τη μεγάλη εικόνα; Την Κόκκινη Πολιτεία, που δεν έχει ούτε έναν χορηγό, δε χρειάζεται εργολάβους, ούτε ιδιώτες, είναι φτιαγμένη από την αρχή ως το τέλος με μεράκι και ανιδιοτελή προσφορά. Και πάνω από όλα δείχνει τι μπορεί να πετύχει η τάξη μας, όταν οργανωθεί και έχει πρόγραμμα. Εικόνα απ’ τα προσεχώς κι από το πώς θα μοιάζει η κοινωνία του μέλλοντος.

Και στο επόμενο πάνελ που θα ρωτήσουν κάποιον δικό μας, τάχα για να τον στριμώξουν: μα πού βρήκαν εφαρμογή αυτά που λέτε; Πού τα είδατε να γίνονται πράξη και να πετυχαίνουν;
Πρέπει βασικά να τους πει.
Στο Φεστιβάλ της ΚΝΕ. Αυτός είναι ο κόσμος που θα φτιάξουμε.
Και ο δικός σας, που σαπίζει, δεν αντέχει καμία σύγκριση μαζί του.

Υστερόγραφο

Δηλαδή μόνο πρόλογος; Για το Φεστιβάλ, αυτό καθαυτό δε θα πεις τίποτα;
Όχι, γιατί ξεφύγαμε πολύ σε έκταση. Αλλά ας πούμε αυτό, σαν πρόγευση-προδημοσίευση.
Τι σχέση έχει το «Μαρακαΐμπο» και η ιταλική ντίσκο με το νησί της επανάστασης;
Τι σχέση είχε η Ραφαέλα Καρρά με τον Φιντέλ; Και πώς συνδέονται όλα αυτά με το Φεστιβάλ;


Η απάντηση στο επόμενο επεισόδιο, όταν και όποτε γραφτεί...

Σάββατο 17 Αυγούστου 2024

Εδώ είναι Βαλκάνια, σου το 'πα - Νους υγιής, σε σώμα καμπυλωτό

Βελιγράδι, καλοκαίρι 2024. Σε κάθε γωνιά μια pekara σου σπάει τη μύτη, σα να ’σουν φασίστας που προκαλεί. Τα πλήθη συνωστίζονται (στην προκυμαία), αναμένουν τη μεγάλη στιγμή, σκαρφαλώνουν αλαφιασμένα σε κολόνες, πεζούλια, αγάλματα, σε πεκάρες, σε κάθε ραχούλα, κάθε ρεματιά, περιμένοντας να ακούσουν το όνομά Του.
-Και τώρα μαζί μας, ο εν ταμπλό αδεφός Νίκολααααα Γιόκιτς!
Ουρανομήκεις επιδοκιμασίες, θυελλώδικα χειροκροτήματα. (Γκουντ)ουραααααα...

Σαν σκηνή από το 19ο Συνέδριο. (Του ΚΚΣΕ, ντάξει;). Ή από τη ζωή του Μπράιαν, του κατά φαντασίαν Μεσσία, που τον βάφτισε «προφήτη» στον τίτλο η ελληνική μετάφραση.
Romanus eunt domus...

Ο Νίκολα θα μπορούσε να ξεπροβάλει στο παράθυρο, σαν ποδοβολητό Σελήνης -ή σαν τον Φραγκιόγλου που έκανε το ποδοβολητό Σελήνης, πριν πάει τουαλέτα και προτού γίνει Χλαπάτσας-, γυμνός και ανέμελος ή έστω με ακάλυπτη κοιλιά, σε κοινή θέα. Κι αντί να τρομάξει από το σμήνος των πιστών -ή το σμήνος από την κοιλιά του επαγγελματία αθλητή- που συρρέουν όπως οι μύγες στο φαγητό, για να πάρουν ψίχουλα από τη λάμψη του, να το σκεφτεί μια στιγμή αμήχανος και τελικά να δεχτεί τον τίτλο του:

-Δε γαμιέται. Είμαι ο Μεσσίας.
-He is, he is the Messiah...

Κι όταν ήταν μικρός, οι τρεις μάγοι με τα δώρα (Τζόρτζεβιτς, Ντίβατς, Ντανίλοβιτς) του έφεραν κεμπάπια, πλεσκάβιτσα και μια πορτοκαλί μπάλα με σπυράκια. Για να μάθει τα βασικά του μπάσκετ και της σέρβικης φυλής, που είναι σχεδόν ταυτόσημα, σαν ομοούσιος τριάδα.

Εν τω μεταξύ, δεν προλαβαίνεις να δεις ένα ωραίο στιγμιότυπο, όπως του Γουέμπι με τον Ιάπωνα ή του Γουέμπι με τον Κάρι κι αμέσως βγαίνουν καμιά δεκαριά πανομοιότυπα τουί γεμάτα έμπνευση: «ελαιογραφία σε καμβά», και ξαναδώστου «λάδι σε καμβά». Εντάξει, παιδιά, ψόφησε λίγο το αστείο. Κι αν θέλετε -που έλεγε η Αλέκα-, πραγματικό έργο τέχνης είναι οι αγώνες του λαού. Και η φωτό του Γιόκιτς να πίνει μπίρα.
Αν θες να γίνεις σαν τον Γκραντ Χιλ, προπονήσου σκληρά.
Αν θες να γίνεις Νίκολα Γιόκιτς, χαλάρωσε και πιες μια μπίρα.

Το βλέμμα του Μπόγκι είναι η λεπτομέρεια που απογειώνει τον πίνακα. Βασικά ο Μπογκντάνοβιτς θα μπορούσε να είναι ο μικρός Νικόλας ενήλικος, αν μεγάλωνε από το πενάκι του Σανπέ. Αλλά το πιο εκπληκτικό (επιβλητικό, μυστηριακό και πιο μεγάλο) είναι ο άλλος «μικρός Νικόλας», πώς ήταν δηλαδή μικρός ο Γιόκιτς. Και ότι βασικά έμοιαζε μάλλον με τον Αλσέστ, που δεν έχανε σουτγεύμα.

Σε μια άλλη σκοτεινή εποχή, ο (ντεφορμέ) βασιλιάς Βασίλιε, ο πρίγκιπας Μπόγκι και ο φίλος τους Joker, με στολή γελωτοποιού και ταλέντο που κάνει τον Ρίβερ Φοίνιξ (και τον Ντουράντ του Φοίνιξ) να νιώθει λίγος κι ατάλαντος, θα ήταν μια παρέα άσβερκων Σέρβων μισθοφόρων, λίγο άξεστων, κυριλλικά αναλφάβητων, που θα γίνονταν λιάρδα, μεθώντας στη μάχη, πίνοντας τόνους κρασί και ανέρωτο αίμα από τα κρανία των αντίπαλων στρατηγών αντί για κύπελλα.

Στον σύγχρονο (εργασιακό) μεσαίωνα, θα ήταν πάλι άσβερκοι -ο Νίκολα τουλάχιστον- αλλά με υπογάστριο και υπεργάστριο, όχι τίποτα ιμπεριαλιστικά γουρούνια. Θα ήταν πάλι επαγγελματίες μισθοφόροι, με χρυσά συμβόλαια στο ΝΒΑ. Και θα έπιναν το νέκταρ της επιτυχίας από το σκαλπ του Λεμπρόν, αν οι διαιτητές δεν προστάτευαν τον ντεμέκ GOAT. Για γέλια και για κλάματα. Τραγωδία -δηλαδή ωδή στον τράγο, μόνο που αυτός δεν είναι ο Λεμπρόν, αλλά ένας καμπυλόγραμμος Βαλκάνιος. Και διαφέρει από όλους τους άλλους γιατί δεν παίζει σαν μισθοφόρος.

Οι πιο πολλοί αστέρες είναι κολλημένοι με το άθλημα, θα έπαιζαν μπάσκετ έτσι κι αλλιώς, γιατί είναι αυτό που ξέρουν να κάνουν καλύτερα από οτιδήποτε άλλο. Υπάρχει όμως μια λεπτή διαχωριστική γραμμή: άλλο να ζεις για το μπάσκετ και άλλο να ζεις από αυτό. Ο Γιόκιτς είναι ο μόνος μισθοφόρος που δεν αλλάζει συνήθειες και θα ήταν πάντα στο ίδιο επίπεδο, καταβάλλοντας -έτσι ή αλλιώς- την ίδια ακριβώς -μίνιμουμ- προσπάθεια και ούτε μια παραπανίσια σταγόνα ιδρώτα που θα ξεχείλιζε το ποτήρι, στερώντας του τη χαρά του παιχνιδιού. Που είναι να κάνεις αυτό που αγαπάς, χωρίς να είσαι επαγγελματίας -η πορνεία σκοτώνει τον έρωτα.

Στην κοινωνία του μέλλοντος, θα θυμούνται τον Γιόκιτς σαν προφήτη -δε γαμιέται, είμαι προφήτης- και εικόνα από τα προσεχώς. Ένας ασύγκριτος παικταράς, που έπαιζε εκπληκτικό μπάσκετ, επειδή δεν τον ένοιαζε (μόνο/τόσο) το μπάσκετ. Το πρωί ήταν καλαθοσφαιριστής, το μεσημέρι ψαράς, το απόγευμα ποιητής-φιλόσοφος και στο τέλος της ημέρας όλα τα παραπάνω και τίποτα από όλα αυτά.
Ή περίπου έτσι. Τη μέρα έπαιζε μπάσκετ, ενδιάμεσα σκεφτόταν τα άλογα και τις ιπποδρομίες κι η μέρα έκλεινε με μπίρες, βαλκανικό γλέντι και αγριογούρουνα γύρω από τη φωτιά. Ή σαν ένα άλλο σύγχρονο γαλατικό χωριό, που ζει στον κλοιό του εμπάργκο, με τα ίδια χρώματα στη σημαία και ένα αστέρι, όπως η παλιά καλή (;) Γιουγκοσλαβία.

Που ίσως να μην ήταν ποτέ αδέσμευτη, όπως δήλωνε το «κίνημα» που ηγήθηκε, αλλά αν ψάχνουμε έναν καλό ορισμό της ανεξαρτησίας, θα μπορούσαμε να παραφράσουμε λίγο έναν ήδη γνωστό, του δικηγόρου με τη γενειάδα.
Ανεξαρτησία είναι να έχεις το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του λες προκλητικά «άντε γαμήσου».
Ή ακόμα καλύτερα: να πιστεύει ότι σου έχει φάει το κεφάλι και εσύ να τραγουδάς και να γλεντάς, σα να έχεις κερδίσει. Όπως οι τρελο-μπρατ στο πούλμαν της αποστολής τους.

Curry is on fire...
Σα να λέμε: Always look on the bright side of death!
Εδώ είναι Βαλκάνια, σου το 'πα. Παίξε, γέλασε και μη σιωπάς ποτέ...

Κάποιοι πιστεύουν ότι ο Γιόκιτς είναι τεράστιος παίκτης, μολονότι έχει τεράστια κοιλιά, δεν είναι αθλητικός ή πολύ γρήγορος και παίζει ως αδιάφορος. Φαντάσου λέει να είχε και φυσική κατάσταση! Δεν έχουν καταλάβει τίποτα από αθλητισμό. Ο Γιόκιτς είναι τεράστιος παίκτης, ακριβώς λόγω της μεγάλης κοιλιάς του και του τρόπου που παίζει. Είναι ο ομφαλός του μπασκετικού πλανήτη -ου μην και ο αφαλός του-, η γη της επαγγελίας, η υπόσχεση ενός άλλου καλύτερου κόσμου, χωρίς γραμμές (συνόρων και μυών) να χαράσσουν το σώμα του πλανήτη και την κοιλιά μας.

Γι’ αυτό το μπάσκετ είναι ο βασιλιάς των σπορ. Γιατί παίζεται πρωτίστως με το μυαλό και δευτερευόντως με τα μούσκουλα. Γιατί είναι άκρως δημοκρατικό (ούτε καν πεφωτισμένη δεσποτεία) όπου πρέπει να τα κάνεις όλα καλά (άμυνα, επίθεση, ατομικές και ομαδικές προσπάθειες) και μπορούν να παίξουν όλοι. Ψηλοί-κοντοί, φτερά στον άνεμο και μπουλουκάκια (σε σέρβικα μπουλούκια που σκορπούν τρόμο και θάνατο από το τρίποντο) ή απλώς εύσωμοι, με μυικό πάχος, αλλά ούτε ένα γραμμάριο λίπους στο παιχνίδι τους.

Ο Γιόκιτς είναι μια περίπτωση Αϊνστάιν. Όχι μόνο γιατί είναι μπασκετική ιδιοφυία. Αλλά γιατί δίνει ελπίδα σε όλα τα παιδιά ότι μπορούν να παίξουν μπάσκετ στο πιο υψηλό επίπεδο, όπως και να ’ναι ο κόσμος, όσα κι αν έχει στραβά το κορμί τους. Όπως ήταν και το δικό του, πριν βάλει σε μπόι τα κιλά του -ντάξει, όχι όλα. Κι όπως ο Αλβέρτος είχε κάποτε μέτρια βαθμολογία στην τάξη του -και παραλίγο να τον βγάλουν άχρηστο και να χαντακώσουν το ταλέντο του.

Κι αν ο Αϊνστάιν έλεγε κάποτε ότι ο σοσιαλισμός και ο κεντρικός σχεδιασμός είναι το μέλλον και η διέξοδος της ανθρωπότητας από τα προβλήματά της, ο Γιόκιτς και οι όρτοντοξ μπρατ μάς θύμισαν με τον δικό τους τρόπο κάτι άλλο: ανίκητος δεν είναι ο ιμπεριαλισμός. Ακόμα και όταν νικάει με το στανιό...

Ο Γιόκιτς είναι νους υγιής σε ένα σώμα ανθρώπινο, καμπυλόγραμμο, όχι χτιστό και φουσκωμένο. Είναι τετραπέρατος και κατακτά τα πέρατα της γης. Είναι εγκεφαλικός σαν γυναικείος οργασμός, χυμώδης και απολαυστικός, σαν τις καμπύλες του Παρθενώνα, τις γραμμές του που αρνούνται τη γράμμωση και την ευθυγράμμιση, ξεγελώντας γλυκά το ανθρώπινο μάτι και τον αντίπαλο. Έχει κάτι από την μπιροκοιλιά του χτίστη στο γιαπί, από την ομορφιά της τάξης μας, από τη γοητεία των Βαλκανίων, από τον γείτονα που ρεμβάζει στο μπαλκόνι με το σώβρακο, που κατεβάζει τα σκουπίδια με το φανελάκι Μινέρβα, κρατώντας στο χέρι μια φέτα καρπούζι με τυρί (πες μου τώρα ότι κάτω από τα Τέμπη νογάνε κασέρι. Και τι εννοούν με τη «φέτα» καρπούζι άραγε; Γιόκιτς, αγάπη μου, έλα πάρε με από εδώ. Έτσι κι αλλιώς κι εμείς Σλάβοι ήμασταν μέχρι πρόσφατα...).

Ο τύπος είναι ένα κινούμενο meme -με την καλύτερη των εννοιών. Φαίνεται σαν ανέκδοτο, αλλά έχει ανατροπή και κάνει τους άλλους να γελοιοποιούνται. Σαν εκείνες τις κρύες τις αμερικανιές με το hold my beer -ή απλώς χλιαρές, αν είναι βρετανικές- αλλά στην κυριολεξία. Κράτα λίγο την μπίρα μου να φέρω ένα μετάλλιο.

Μέχρι πρότινος, το μεγαλύτερο αντιαδιαλεκτικό ερώτημα της μπασκετικής ιστορίας ήταν τι θα γινόταν αν η χρυσή γενιά της ενιαίας Γιουγκοσλαβίας -που έπεσε πάνω στις ανατροπές και τη διάλυση- είχε προλάβει να αντιμετωπίσει τους επαγγελματίες του ΝΒΑ. Αν όχι το ’92, ενάντια στην πρώτη -και μοναδική- «ομάδα όνειρο», τότε ίσως το ’94 με το Μουντομπάσκετ που ήταν προγραμματισμένο να γίνει στο Βελιγράδι, πριν καταλήξει -λόγω του εμπάργκο- στον Καναδά του Νας. Πολλοί μεταφέρουν το ίδιο ερώτημα στο σήμερα, φτιάχνοντας μια βαλκανική ομάδα-όνειρο με τις φυλές της παλιάς Γιουγκοσλαβίας.

Πλέον όμως το βασικό ερώτημα είναι άλλο: αν οι ΗΠΑ έπρεπε να φέρουν ό,τι καλύτερο έχουν και 3 παίκτες από το πάνω ράφι του hall of fame για να νικήσουν οριακά τη Σερβία, τι θα κάνουν χωρίς αυτούς στις επόμενες διοργανώσεις;
Και αν τελικά χρειάστηκαν έναν «νατουραλιζέ» σαν τον Εμπίντ -που τον γιούχαραν οι Γάλλοι για την «προδομένη υπόσχεσή του» και τώρα λέει πως θέλει να επιστρέψει με τη φανέλα του Καμερούν!- τι θα γινόταν αν ασκούσαν το ίδιο δικαίωμα και οι Σέρβοι; Όχι με κάποιον Αμερικάνο, αλλά με δικό τους αίμα, πχ τον Λούκα Ντόνσιτς, που είναι κατά το ήμισυ Σέρβος. Κι όποιος αμφιβάλλει, δεν έχει παρά να δει το σώμα του «ζυμαρούλη», πώς προκαλεί τους αντιπάλους του, το μπασκετικό του IQ και τις κραυγαλέες ομοιότητες με τον Νίκολα Γιόκιτς.
Βρήκε ο Σέρβος τη γενιά του...

Λέγε, μπρατ! Θα γίνεις Σέρβος;

Imagine all the Γιούγκους living life in peace...

Β’ Μέρος

-Είναι τεράστιος αθλητής ο Λεμπρόν; Αθλητής σίγουρα ναι. Καλαθοσφαιριστής όχι απαραίτητα -το «τεράστιος» τουλάχιστον.
Είναι μεγάλη προσωπικότητα, που βγήκε μπροστά με το θάρρος της γνώμης του, για το Black Lives Matter; Ναι, όπως και για την εκλογή της Χίλαρι επίσης. Μα πάνω απ’ όλα είναι μια περσόνα με υπερτροφικό εγώ. Θεωρεί τον εαυτό του μεγαλύτερο από το άθλημα και ότι όλοι χειροκροτούν -παντού και πάντα-μόνο αυτόν.
Είναι GOAT; Δεν ήταν καν ο MVP της ομάδας του. Και αν δεν ήταν ο Κάρι (και ο Ντουράντ), θα είχε πάει αυτός από νωρίς για νάνι...

-Μερικά ακόμα αναπάντητα ρητορικά ερωτήματα.
Πότε έγινε τόσο μαλάκας ο Κάρι και πανηγυρίζει σαν σπαστικό; Πότε έγιναν τόσο αμερικανάκια τα γαλλάκια που φώναζαν Λεμπγόν (ούτε καν USA), αντί να στηρίξουν αυθόρμητα τους Σέρβους ως θεωρητικό αουτσάιντερ (άγραφος νόμος) ή έστω τις ρεαλιστικές πιθανότητες της Γαλλίας για το χρυσό σε έναν πιο βατό τελικό; Πότε είχαν τέτοια ασυλία οι ΗΠΑ; Α, ναι. Πάντα. Είτε μιλάμε για κοράκια (με σφυρίχτρες γαμψές) είτε για το ντόπινγκ και τη WADA.

Και πότε έγινε τόσο τραγική η ειρωνεία της ιστορίας, που σε κάνει να δυσανασχετείς με τους ποζεράδες απόγονους των σκλάβων από την Αφρική και να υποστηρίζεις αυθόρμητα άριες φυλές (πέρσι στο Μουντομπάσκετ), ξανθά γένη και όρτοντοξ μπρατηδες, ως θύματα του ιμπεριαλισμού;

-Από την επαγγελματική παρθενιά, που είναι πάντα γλυκό να στην παίρνει αργεντίνος εραστής, ως την ακόμα πιο γλυκιά εκδίκηση των Σέρβων, μες στο σπιτάκι του μπάσκετ (Ιντιανάπολις), ένα χρόνο μετά τους δίδυμους πύργους, εν είδει αναπαράστασης.
Από τα χαστούκια στους Ολυμπιακούς της Αθήνας -ακόμα και από προτεκτοράτα-άτυπες Πολιτείες, σαν το Πουέρτο Ρίκο- στο έπος της Σαϊτάμα, που θα το έχουμε πάντα -σαν το Παρίσι-, ακόμα και αν είχαμε χάσει με 50 στον τελικό από τη φαμίλια.
Κι από το Μουντομπάσκετ του ’19 -που έμειναν εκτός εξάδας- μέχρι το περσινό, όπου έμειναν εκτός μεταλλίων. 

Ποτέ και πουθενά ίσες αποστάσεις. Κάθε ήττα της Team USA είναι μια μικρή νίκη της ανθρωπότητας. Αρκεί να μην μπερδεύεις το αυθόρμητο αθλητικό συναίσθημα με πολιτικό κριτήριο -και αυτό είναι δύσκολος στόχος για όσους έχουν μάθει να σκέφτονται πρωτίστως οπαδικά.

-Όλα αυτά έχουν προφανώς συμβολική αξία και τίποτα άλλο πέραν αυτής. Αλλά τι δυνατοί συμβολισμοί, ε; Δεν υπάρχουν πολλά πεδία που να γεννάν τέτοιους, πια, πλην του αθλητισμού.

Στον αντίποδα, η αθλητική ισχύς μια χώρας δεν είναι ακριβώς συμβολική. Κατά κανόνα είναι καθρέφτης της γενικής δύναμης ενός κράτους -οικονομικής, στρατιωτικής κτλ- που αποτυπώνεται και στην «αθλητική της παραγωγή». Οι πρώτες θέσεις της κατάταξης των μεταλλίων είναι σχεδόν σα να διαβάζεις τη λίστα με τα κράτη-μέλη του G8, του G20 κοκ. Οι λιγοστές εξαιρέσεις αφορούν βασικά χώρες με ειδικό βάρος (βλέπε και τον επίλογο), όταν δεν επιβεβαιώνουν απλώς τον γενικό κανόνα.

Οι ΗΠΑ είχαν τα περισσότερα μετάλλια, αλλά πήραν την πρωτιά πάνω στο νήμα, ισοφαρίζοντας μόλις την τελευταία μέρα τα χρυσά της Κίνας. Αν μη τι άλλο θα ’χε πλάκα να έμενε δεύτερη μια χώρα, με τόσα μετάλλια και βασικό σύνθημα «ο πρώτος είναι το παν, ο δεύτερος δεν είναι τίποτα». Και η οποία βλέπει αργά αλλά σταθερά τα πρωτεία να γλιστράνε από τα χέρια της -και στον αθλητισμό. Τα κράτησε οριακά στο Παρίσι, θα τα διατηρήσει λογικά και στο Λος Άντζελες, παίζοντας εντός έδρας -όπως τα είχε χάσει το ’08 στο Πεκίνο από τους οικοδεσπότες Κινέζους- αλλά το ’32 μπορεί να επισημοποιηθεί η αλλαγή φρουράς και σε αθλητικό επίπεδο.

Κι έχουμε οκτώ χρόνια μπροστά μας για να δούμε πόσοι θα δουν σε αυτό μια νίκη-επιβεβαίωση του κεντρικού σχεδιασμού και όχι ένα ακόμα γκεστάλτ ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών.

-Και η Κούβα, κύριε;

Το νησί της επανάστασης έχει ειδικό βάρος, που του έδινε πάντα μια θέση κοντά στην κορυφή, και του δίνει την πρώτη θέση στα μετάλλια ανάμεσα στις χώρες της Λατινικής Αμερικής -μακράν της δεύτερης Βραζιλίας. Η σχετική πτώση των τελευταίων ετών δε δείχνει τόσο κάποια υποχώρηση στο προτσές της οικοδόμησης, αλλά τις δυσκολίες της Κούβας και του λαού της, που ψάχνει πια -όλο και περισσότερο- μια διέξοδο μακριά από αυτό. Ιδίως αν μιλάμε για τους αθλητές, που έχουν αρκετές πιθανότητες διάκρισης στο εξωτερικό.

Δύσκολα θα βρει κανείς πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τον τελικό του τριπλούν των ανδρών στο Παρίσι, όπου οι αθλητές του βάθρου γεννήθηκαν στην Κούβα, αλλά ο «μόνος Κουβανός» τερμάτισε όγδοος και τα μετάλλια πήγαν στον ευρωπαϊκό νότο (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία). Πάντα υπάρχει όμως μια εξαίρεση, σαν τον Μιχαΐν Λόπες στην πάλη, που έγραψε ιστορία με το πέμπτο χρυσό ολυμπιακό μετάλλιο (αν δεν το μάθατε, είναι ίσως γιατί δεν το πέτυχε κάποιος αθλητής των ΗΠΑ), αλλά κυρίως με τις δηλώσεις του για τον Φιντέλ και τη δύναμη που του δίνει η επανάσταση. (Ίσως επίσης να μη μάθατε πως ο αντίπαλός του στον τελικό ήταν κι αυτός Κουβανός, που κατέφυγε στη Χιλή, γιατί στο νησί, θα έμενε αναπόφευκτα στη σκιά του Λόπες και όχι για ιδεολογικούς λόγους).

Εξαίρεση στον κανόνα κι αυτός. Αλλά τι εξαίρεση και τι συμβολισμός! Μόνο ο αθλητισμός μπορεί -στις μέρες μας- να δώσει τέτοιους...


Υγ: Ευχές σε εσάς Νικόλα και μπρατ -τώρα που πλησιάζει και η επέτειος...

Τετάρτη 7 Αυγούστου 2024

Μήλο μου κόκκινη...

Σαν βγεις στον πηγαιμό για τη Μήλο, νιώθεις ένα νεφρό ελαφρύτερος για τα ακτοπλοϊκά, είτε πάρεις το γρήγορο του Ηλιόπουλου που δείχνει μόνο «Ε» και όχι Ολυμπιακούς Αγώνες -ίσως γιατί έχουν ολυμπιακούς κύκλους και πινακίδες- είτε είναι μακρύς ο δρόμος, με το άλλο που κάνει στάση στις μισές Κυκλάδες.
Κι όπως αγναντεύεις το πέλαγος, σου παίρνει τα μαλλιά ο αέρας -πριν σου πέσουν τελείως- και τα μυαλά ο Μήλος της αντίδρασης και της πλουτοκρατίας, ένα σωρό χαζά λογοπαίγνια, χωρίς λόγο και χιούμορ, το ένα πίσω από το άλλο, σαν τις ασίστ του Μήλος Τεόντοσιτς.
Κι όταν πια φτάσεις στα Πολλόνια, ψάχνεις να βρεις τον παρουσιαστή που θα σου πει «χαμογέλα, είσαι στο ΗΓΔΕΚΚ» (Η γεωγραφία δεν είναι καθόλου κουλ) και τη λωρίδα του Γκντανσκ στον ορίζοντα. Και ο Γ’ Παγκόσμιος Πόλεμος θα ξεκινήσει για καθαρά υλικούς λόγους και ένα ανέμελο άρθρο που θα εξηγεί ότι η λαδένια και η καρπουζόπιτα είναι ανώτερες από την μπουγάτσα -λες και ξέρουν να τρώνε ή τι είναι οι μπουγάτσες. Αλλά σαν την μπουγάτσα -την κανονική, την ορθόδοξη, όχι σαν τις μίζερες τις δικές τους- δεν έχει.

Φεύγοντας από τη Μήλο, το αλάτι κάνει μπούκλες τα μαλλιά, το μυαλό μένει πίσω δεσμώτης των αναμνήσεων κι έχει μια σειρά καλούς λόγους για αυτό, με τους οποίους δύσκολα διαφωνεί κανείς, ακόμα κι αν είναι πνεύμα αντιλογίας από την Αντίμηλο. Μη μου (αντι)μηλάς για καλοκαίρια...


Το βασικό ατού - προϊόν της Μήλου είναι οι παραλίες. Είναι δεκάδες και δεν είναι σχεδόν καμία μέτρια. Ή πρέπει να προσπαθήσεις για να βρεις μια μέτρια -να πας στην τύχη και αυτή να σε έχει μουντζώσει, να πας συστημένος και να μη σε συμπαθεί αυτός που σε έστειλε. Ή να μην προσπαθήσεις καθόλου -να πας δίπλα στο λιμάνι γιατί βαριέσαι ή να βαρύνεις μετά το φαΐ στον Εμπουριό, όπου τρως πάνω στο κύμα, συνήθως κυριολεκτικά, παρά τον μουσαμά του μαγαζιού και να το μετρήσεις για μέτριο μπάνιο.

Λίγα νησιά έχουν τόσο δαντελωτή ακτογραμμή και βάλλονται πανταχόθεν από «θάλασσες μας ζώνουν, κύματα μας κλειουν», σε βαθμό που να μη βοηθούν πολύ στον αυτόματο προσανατολισμό, γιατί είναι παντού και προς όλες τις πιθανές κατευθύνσεις. Η Μήλος έχει τόσες παραλίες που θα μπορούσε να τις εξάγει σε άλλα νησιά ή σε άλλες χώρες -πχ της Σύρου. Προς το παρόν εισάγει μαζικά τουρίστες -κυρίως Ιταλούς, Ισπανούς και Γάλλους- χωρίς συστάσεις στους ντόπιους να αποφεύγουν τις μετακινήσεις και την άσκοπη κατανάλωση αέρα. Στο κοντινό μέλλον βέβαια οι ντόπιοι τουρίστες θα είναι είδος προς εξαφάνιση, κλεισμένοι σε πόλεις-κλουβιά, για να μην ενοχλούν την ανάπτυξη. Και το ερώτημα «σε ποιον ακριβώς απευθύνονται» για τις τιμές (δωματίων, ακτοπλοϊκών κτλ) θα γίνει ρητορικό. Τα έχουμε για τους ξένους, σαν τα σοκολατάκια -που λένε και στο Τουίτερ. Εκτός και αν σκάσει η φούσκα στο ενδιάμεσο και γλιτώσουμε από τόση ανάπτυξη.

Παρένθεση: είναι ακριβό νησί η Μήλος; Σίγουρα δεν είναι φτηνό -ποτέ δεν ήταν (και δεν το λέω στην σκουληκιάρικη, επίσημη γλώσσα, πχ των δημάρχων Μυκόνου και Σαντορίνης, για να φτιασιδώσουν την αλήθεια). Για την ακρίβεια -που μας βαράει αλύπητα- χρειάζεται ένα γενναίο κονδύλι (και ακόμα πιο γενναίους χρηματοδότες) για να την γυρίσεις όλη και να την χαρείς. Έχει όμως σχετικά μικρές αποστάσεις -για τη βενζίνη- και σχεδόν αθηναϊκές τιμές στην εστίαση. Αλλά πουθενά δεν είναι φτηνό να τρως κάθε μέρα έξω.

Το «φτηνά» είναι πολύ σχετική έννοια πια. Τα πάντα ακριβαίνουν ταχύτατα, κανένα νησί δεν κάνει εκπτώσεις Ιούλιο και Αύγουστο και η Μήλος πλέον μπορεί να είναι απλώς «λίγο τσιμπημένη», συγκριτικά με τον μέσο όρο στην ισοτιμία του νεφρού. Αν πχ μια διανυκτέρευση στα 60 ευρώ για δύο άτομα θεωρείται πια κελεπούρι, το πρόβλημα δεν είναι οι τιμές της Μήλου αλλά ο γενικός τιμάριθμος και η... «ελεγκτική αρχή» που λέει πως δεν μπορεί να βάλει χέρι στο αόρατο χέρι της ελεύθερης ζούγκλας της αγοράς, που βάζει χέρι στα οπίσθιά μας. Κι αν βλέπεις τους πιο πολλούς σφους (συντρόφους και συναδέλφους) γύρω σου να μην έχουν χρήματα ούτε για λίγες μέρες διακοπές, δεν είναι ότι έχεις ανέβει κοινωνική τάξη. Ούτε χρειάζεται όμως να κάνεις σαν Αντουανέτα, λέγοντας: αν δεν μπορούν να φύγουν σε νησί, ας κάνουν staycation για ξεκούραση.

Κι όταν φτάσεις με τη σχεδία σου, Οδυσσέα -για οικονομία στα ακτοπλοϊκά με τις τριήρεις- στο Κιρκονήσι -όχι την Κρήτη του Λεωνίδα- θα δεις όλους τους συντρόφους σου να μεταμορφώνονται σε γουρούνες, που είναι πηγή ηχορρύπανσης και ατυχημάτων, μία από τις 107 ανοιχτές πληγές του τουρισμού με τις φαραωνικές εγκαταστάσεις και τους σύγχρονους σκλάβους της κοινωνικής πυραμίδας -η τελευταία λέξη του σύγχρονου εργασιακού μεσαίωνα, που δουλεύει 7 στα 7, ήλιο με ήλιο, και θα θεωρούσε κατάκτηση το 6ήμερο-13ωρο του νόμου Γεωργιάδη, με την 78ωρη εργάσιμη εβδομάδα.

Λέγαμε όμως για τις παραλίες, που είναι όλες μία προς μία, εκλεκτές και για κάθε γούστο -εκλεκτικό και μη. Οργανωμένες και μη (απλές επιρροές), μαζικές με λαϊκό προσκύνημα ή σκέτα γκρουπούσκουλα με δυο-τρεις παρέες που μοιράζονται τις φυσικές καβάτζες για σκιά, με εύκολη πρόσβαση ή μόνο με καραβάκι ή με ζόρικες καταβάσεις, έτσι για την περιπέτεια, στην πρωτοπορία του τρεντισμού ή του φασεϊσμού, και σχεδόν όλες κορυφαίες, στη λίστα των υποψήφιων για την καλύτερη παραλία της Ελλάδας.

Κατά την ακραία υποκειμενική μου γνώμη, το ξακουστό Σαρακήνικο δεν είναι μία από αυτές. Είναι ένα τρομερό σεληνιακό τοπίο, κατάλληλο για τα στούντιο της NASA, από το ’69 μέχρι σήμερα, αρκεί να βρει τρόπο να διώξει τα μυριάδες ερασιτεχνικά συνεργεία των ινσταγκραματζούδων -wannabe influencer- με τον επαγγελματικό ζήλο που έχουν καταλάβει τον χώρο για γύρισμα και δε θα το διέκοπταν ούτε αν κατέβαιναν εξωγήινοι (και εξωσελήνιοι), απορροφημένες στο πάθος τους. Περνάς μπροστά από δεκάδες κάμερες που ψάχνουν τη σωστή γωνία λήψης για τα φίλτρα που θα μπουν αργότερα, εστιάζεις στα γατιά -τα μόνα συμπαθή ψώνια-μοντέλα της περιοχής που αξίζουν την προσοχή σου-, χαλάς την πιάτσα με απλές λήψεις από το κινητό και στην επιστροφή πετυχαίνεις τις πρωταγωνίστριες στο ίδιο σημείο που τις άφησες -άντε να πήγαν ένα βήμα παραπέρα. Ένα μικρό βήμα για τις influencer, δύο τεράστια βήματα πίσω για το ανθρώπινο είδος μας -που του πήρε εκατομμύρια χρόνια να μάθει να βαδίζει στα δυο του πόδια και να ποζάρει στον ευρυγώνιο φακό αλλά σπανίως στέκεται πραγματικά όρθιο. Μπορεί το Σαρακήνικο να είναι προστατευόμενη περιοχή Natura και ευτυχώς αλλά (είναι κόλπο για να κάνει γυρίσματα η NASA και) δεν έχει επαρκή προστασία από την ανθρώπινη βλακεία που είναι αήττητη και -κατά τη γνώμη της- απείρως φωτογενής.


Τα άλλα δύο σημεία του νησιού που δεν έχουν λόγο να ζηλέψουν τις δόξες του Σαρακήνικου είναι το κάστρο της Χώρας, από όπου έχεις πιάτο το μισό Αιγαίο, και τα σύρματα στο Κλίμα -και αλλού- (παλιά και πολύχρωμα ψαράδικα σπίτια) που ήταν υπέροχο μέρος μέχρι να γίνει πασίγνωστο λόγω ίνσταγκραμ. Σήμερα είναι πανάκριβες ενοικιαζόμενες κατοικίες για πελάτες που θέλουν να βιώσουν «αυθεντικές εμπειρίες» και πώς είναι να μένεις δίπλα στο κύμα («ο βίος αβίωτος» είναι η σωστή απάντηση, αν ρωτήσουμε τους ψαράδες που το έκαναν αναγκαστικά όλο τον χρόνο), ενώ στην πράξη βλέπουν τους μισούς τουρίστες του νησιού να περνάνε από μπροστά τους -μια στενή λωρίδα γης, όταν δεν την καλύπτει το κύμα- ιδίως πριν το ηλιοβασίλεμα. Μοναδική εμπειρία...


Αντιθέτως, αν πας με καραβάκι στο Κλέφτικο -που ήταν κάποτε άντρο πειρατών και δε χρειάζεται να ρωτήσεις καν το γιατί, μόλις το δεις- είναι μια στάση που νιώθεται να πεις ότι έχεις κλείσει σαν κολυμβητής και πως όλα τα άλλα σου φαίνονται συμβατικά ή μέτρια. Μέχρι να πας στη Γαλάζια της Πολύαιγου, όπου είναι μια στάση που νιώθεται να βγάλεις -πάνω στον ενθουσιασμό σου- το Κλέφτικο μια μέτρα, συμβατική εμπειρία.


Αξίζει επίσης τον κόπο -και τον χωματόδρομο- να δοκιμάσεις τα Θειωρυχεία, με τις εγκαταλειμμένες εγκαταστάσεις να σου θυμίζουν πόλη-φάντασμα, και το δυτικό κερατάκι του νησιού: Άγιο Ιωάννη, Τριάδες, Αρχονταρίκι ή τη Συκιά αν μπορείς να πάρεις - νοικιάσεις κάποιο είδος σκάφους. Εμείς δεν είχαμε και μείναμε με την όρεξη. Αλλά από ένα σημείο και έπειτα παθαίνεις Κίμωλο-κορεσμό και δε σου κάνει τίποτα αίσθηση από το επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Φυσική ομορφιά, πεντακάθαρα νερά, παραλίες με σπήλαια, ανάγλυφα έργα τέχνης στα βράχια, τα μισά από το χέρι της φύσης (το κύμα) και τα άλλα από τον άνθρωπο, σεληνιακά τοπία. Όλο τα ίδια και τα ίδια, φτάνει πια...


Στο πολύ ιδιαίτερο Τσιγκράδο, δίπλα στη Φιριπλάκα, η κατάβαση -όπως και η ανάβαση- γίνεται από μια πρόχειρη (ανεμο)σκαλα. Η μισή απόλαυση είναι το ανθρώπινο μποτιλιάρισμα (Ελλαδάρα, παντού ουρές) κι οι γνωριμίες στην αναμονή. Αλλά το κέφι απογειώνεται όταν φυσήξει ένα ελαφρύ αεράκι, σημαίνοντας την έναρξη της αμμοβολής και του ομαδικού σιχτιρίσματος -ευλαβικού σαν προσευχή- λίγο πριν έρθει η ανταμοιβή μετά την κάθοδο. Και δεν παλιώνει ποτέ το αστείο-καμάρι των παλιών, που κοιτάν υποτιμητικά τους «φλώρους» της νέας γενιάς, γιατί στα χρόνια τους δεν υπήρχε σκάλα και κατέβαιναν μόνο με ένα σχοινί, με ένα πόδι, (περ)πατώντας μόνο στα χέρια ή και απευθείας με βουτιά, όπως ο Μπαρδέμ στο «η θάλασσα μέσα μου».

Σαν τους γερο-θαλασσόλυκους καπετάνιους της Κιμώλου που σε περνάνε απέναντι στην -κάθε άλλο παρά πολύβουη- Πόλυβο και κάνουν χάζι τον κύκλο της ζωής και του ηθικού των επιβατών. Στην αρχή ο αέρας σου χαϊδεύει τα μαλλιά απέξω και το στομάχι εσωτερικά, που διαμαρτύρεται. Τσιμπάς μια σπιτική λαδένια, που σου φαίνεται το καλύτερο έδεσμα του κόσμου -πλην της μπουγάτσας. Σκέφτεσαι πως η θάλασσα σου πάει πολύ καλύτερα από τα κατσάβραχα, ότι δεν είσαι κατσίκι και ότι αν ξανακάνουμε αντάρτικο στα κοντά, θα ζητήσεις να καταταγείς στον ΕΛΑΝ, με το ψευδώνυμο «Μπουρλότο(ς)».

Δέκα λεπτά αργότερα, το αεράκι έχει δυναμώσει, εσύ έχεις μετανιώσει για τη λαδένια και ό,τι έχεις φάει το τελευταίο δίμηνο, αναρωτιέσαι γιατί κουνάει τόσο το καράβι και πώς δεν πέφτει με βάση τους νόμους της Φυσικής. Βλέπεις στο τραπέζι το πιάτο με τα σταφύλια και ότι δεν έχει πέσει ούτε ρώγα, σκέφτεσαι μήπως τσιμπήσεις μια, αλλά μετανιώνεις στο επόμενο κύμα. Στο τέλος βγαίνεις με γαλόνια επιζώντα ναυμαχίας και τη βεβαιότητα πως έχεις ζήσει το θαλάσσιο αντίστοιχο από το τρενάκι του τρόμου. Μέχρι να σου ξηλώσει γαλόνια ο κάπτεν λέγοντας ότι είχαμε μπουνάτσα... (Λες να μην ξέρουν ούτε την μπουγάτσα ούτε την μπουνάτσα;). Και ότι χρειάζεται και λίγο survivor στη ζωή μας. Αρκεί στο τέλος να επιζήσεις, για να τα διηγηθείς...

Το πιο ενδιαφέρον με την Πόλυβο, το μεγαλύτερο ακατοίκητο νησί της χώρας, είναι πως είχε κατοίκους περίπου ως το ’85, που τα παιδιά τους πήγαιναν σχολείο στην Κίμωλο (!) -όταν μπορούσαν- και εγκατέλειψαν το νησί όταν είδαν τον πολιτισμό/ηλεκτρισμό να φτάνει απέναντι και να σταματά εκεί, χωρίς να περνά απέναντι. Και εσύ δεν ξέρεις αν πρέπει να κλάψεις ή να γελάσεις. Αν είναι τραγωδία που ένα νησί εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του, γιατί τους εγκατέλειψε το κράτος. Ή αν είναι κατά λάθος ευλογία γιατί άφησε το νησί σχεδόν παρθένο, αμόλυντο από την άγρια τουριστική ανάπτυξη και το κυνήγι του κέρδους -που μας έμαθαν να το λέμε «ανθρωπογενή παράγοντα», για να μην το λέμε με το όνομά του: καπιταλισμός.

Στο νησί δεν υπάρχουν κάτοικοι αλλά υπάρχουν ακόμα κτήσεις και ιδιοκτήτες, δηλαδή καμιά 15αριά οικογένειες που αρνούνται πεισματικά να πουλήσουν τα εδάφη τους στους εργολάβους για τα χτίσουν-μαγαρίσουν. Αλλά ίσως είναι ζήτημα χρόνου -και μιας γενιάς- να λυγίσουν. Μέχρι τότε η Πόλυβος παραμένει πανέμορφη, σαν γαλατικό χωριό υπό πολιορκία, και υπενθύμιση του πώς θα ήταν τα νησιά μας -στο Αιγαίο, το Ιόνιο, το Μυρτώο, το Ικάριο και στο Λιβυκό μη σου πω- αν δεν είχε μεσολαβήσει ο παράγοντας «άνθρωπος» -δηλαδή ο καπιταλισμός.

Αν πρέπει -εάν λέμε- οπωσδήποτε να βρεις κάτι αρνητικό στο νησί, είναι ίσως ότι δεν έχει την πιο εντυπωσιακή Χώρα -αν και το Κάστρο από μόνο του σε αποζημιώνει- και δεν έχει τόσο έντονη νυχτερινή ζωή -που για την κε του μπλοκ δεν είναι καν μειονέκτημα, χώρια που αντισταθμίζεται από διάφορα μαζικά πανηγύρια, με έντονο ντόπιο στοιχείο. Τη λύση και στα δύο αυτά ζητήματα την προσφέρει η μικρή γειτόνισσα, η Κίμωλος, που είναι ένα ήσυχο κρυφό διαμάντι, με πολύ ιδιαίτερη Χώρα και το κερασάκι με τις παρεμβάσεις των «Κιμωλίστας» -καμία σχέση πιστεύω με τους Ατενίστας που ξεκολλούσαν τσίχλες από τα παγκάκια- όπως οι ανοιχτές δανειστικές βιβλιοθήκες, χωρίς έλεγχο και δερβέναγες.


Και θα χωρούσαν πολλά ακόμα.

Για το «Μεταλλευτικό Μουσείο» που θα γίνει στην κοινωνία του μέλλοντος Εκ-μεταλλευτικό Μουσείο, για να εκθέτει όσους βάλουμε στο χρονοντούλαπο της (προ)ιστορίας, σαν παλιοπράγματα - απόβλητα της κοινωνικής εξέλιξης.
Για το «Νι» στα αυτοκίνητα των Μηλίων που δεν υποδηλώνει τους νέους οδηγούς αλλά τους νησιώτες - ντόπιους που έχουν πάντα προτεραιότητα στον δρόμο.

Και για τα νησιά, που είναι σαν τους ερωτικούς συντρόφους. Δεν υπάρχει ακριβώς το ιδανικό αλλά ψάχνεις να βρεις αυτό που σου ταιριάζει πιο πολύ, ως φάρμακο στα προβλήματα, την αφραγκιά και όσα σκοτώνουν τον έρωτα, σε μια εξόχως μουντή εποχή, όπου κάθε χρόνο μας λείπουν περισσότερο τα καλοκαίρια μας (μισά), οι διακοπές, ο έρωτας και η επανάσταση. Με αυτή τη σειρά -κορύφωσης- και ας είναι σχεδόν συνώνυμα...