Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Της Ομόνοιας τα παιδιά - Στη σωστή πλευρά του Διχασμού

(Σημειώσεις για τον «εθνικό» διχασμό)

Τι έχει να μας προσφέρει η μελέτη ενός μακρινού ιστορικού κεφαλαίου όπως η περίοδος του «εθνικού» διχασμού; Πολλά και σε διάφορα επίπεδα. Μπορεί να βιώνουμε την παρακμή ενός συστήματος που σαπίζει και όχι μια παρατεταμένη belle epoque ή την αισιοδοξία των κατάμαυρων «happy 90’s» αλλά το συσσωρευμένο μπαρούτι στην τρέχουσα συγκυρία προκαλεί ανησυχητικούς (αν όχι ανατριχιαστικούς) συνειρμούς με τα προεόρτια του μεγάλου σφαγείου των λαών του ιμπεριαλισμού στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.


Σε εθνικό επίπεδο, η εφήμερη συνύπαρξη δύο διαφορετικών κυβερνήσεων σε Αθήνα (η επίσημη) και Θεσσαλονίκη (της Εθνικής Άμυνας) δεν παραπέμπει βέβαια σε κάποιο σχήμα δυαδικής εξουσίας (αν και υπήρξε επίθεση στα Ανάκτορα) που εμφανιζόταν την ίδια χοντρικά περίοδο στη Ρωσία. Μεταξύ σοβαρού και αστείου, όμως, είναι η υλοποίηση μιας οπαδικής φαντασίωσης για τη ΛΔ του Βορρά, ενάντια στο «κράτος των Αθηνών». Το σύνθημα για τις «δύο Ελλάδες», ωστόσο, δεν είναι «αιχμάλωτο της Γεωγραφίας» -μονάχα της ταξικής πάλης και όσων δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους.

Για να βρεθούμε στη σωστή πλευρά του διχασμού, πρέπει να ορίσουμε σωστά τις διαχωριστικές γραμμές. Που δεν μπαίνουν στον γεωγραφικό παράλληλο των Τεμπών, για να χωρίσει τις Νέες Χώρες -όχι αν αυτές δεν είναι μέρος ενός Νέου Κόσμου, σοσιαλιστικού, ούτε γενικά από ένα «κόμμα των Τεμπών», που θα μπει πρωτοπορία στον αγώνα ενάντια στη διαφθορά. Και δεν είναι επιφανειακές, δευτερεύουσες, εσωτερικές -για τους φίλους απλώς «ένδο-», πχ ενδοαστικές ή ενδοϊμπεριαλιστικές, όπως στον Α’ Π.Π.

Αν θέλουμε νικηφόρα αποτελέσματα, πρέπει να παλέψουμε για την τάξη μας, όχι κάτω από ξένες σημαίες ή δίχρωμα κασκόλ. Και αν όλο το έθνος προσκυνά σώβρακα και φανέλες (γιατί δε θέλει στη ζωή να κυβερνήσει, αλλά να μείνει οπαδός φανατικός), το βασικό είναι να θυμόμαστε πως το δικό μας «έθνος», το εργατικό, δεν έχει τίποτα κοινό με το έθνος των εκμεταλλευτών, ούτε λόγους να πανηγυρίζει τις νίκες τους, όπως στα χρόνια του διχασμού, ενώ οι ήττες και οι καταστροφές έχουν πρωτίστως ταξικό πρόσημο, γιατί ούτε στη ζωή ούτε στον θάνατο είμαστε ίσα και όμοια.

(Αυτό το τελευταίο φαίνεται να το κατανοεί αρκετά καλά ο Θανάσης Σκρουμπέλος, αλλά υπάρχουν σημεία που σχεδόν το χαίρεται και το διασκεδάζει, διαπιστώνοντάς το βιωματικά στο γήπεδο -στα χρόνια της χούντας αλλά και αργότερα- όπως καταγράφεται τουλάχιστον στο βιβλίο του για «του Μπούκοβι την ομαδάρα» -μία από τις αξιόλογες εκδόσεις των «Κόκκινων Θρησκευόμενων Επιστημόνων», που ως εγχείρημα μάλλον βάλτωσε και χάθηκε στην πορεία. Και πάντως δε φαίνεται να δίνει τον τόνο στις κόκκινες κερκίδες, που θυμούνται το «Νo Politica», όταν δεν έχει άμεσο συμφέρον το αφεντικό τους).

Υπάρχουν διάφορες ενδιαφέρουσες ή «ενοχλητικές» και -γι’ αυτό- σχετικά άγνωστες στο ευρύ κοινό λεπτομέρειες από αυτήν την περίοδο. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τι ήταν τα Ευαγγελικά (από την προϊστορία του Διχασμού) και ότι είχαν μάλλον γεωπολιτικό παρασκήνιο και υπόβαθρο, πέρα από τον συντηρητικό ζήλο του Μιστριώτη και των ομοίων του; Ή για το γεμάτο θεία δόξα και χάρη -αν και ανάμικτο με ειδωλολατρικά έθιμα- ανάθεμα στον Βενιζέλο και τη συνολική ενεργό εμπλοκή της Εκκλησίας στη διαμάχη; Ο ρόλος της τελευταίας ήταν ανέκαθεν πολιτικός, αν όχι μια μορφή εξουσίας -έξω από την κλασική αρίθμηση που τις διακρίνει, αντί να βλέπει την ενιαία ουσία τους- και θεωρείται τόσο δεδομένος, που δε θα ακούσει κανείς ποτέ κάτι υποκριτικό σαν το τετριμμένο «στο ποδόσφαιρο στην εκκλησία δεν έχει καμία θέση η πολιτική», όπως για άλλης μορφής σύγχρονα όπια.

Πόσοι θαυμαστές του Λευτεράκη (που έχει γεμίσει την επικράτεια δρόμους με το όνομά του και αγάλματα, που δε θα χρειαστεί να τα γκρεμίσουμε, λόγω της ομοιότητάς του με τον Βλαδίμηρο, προσθέτοντας μια τρίτη απρόσμενη ζωή στις δύο που ήδη έχει) γνωρίζουν άραγε ότι παζάρευε κυνικά πόλεις, νησιά και πληθυσμούς (σαν την Καβάλα και τη Λέσβο), προσδοκώντας ανταλλάγματα στη Μικρά Ασία, που βρισκόταν στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος (του ίδιου, της τάξης του και πιο ειδικά των στρωμάτων της που εκπροσωπούσε); Κι είναι η άγνοια προϊόν της ιδιώνυμης -sic- ασυλίας που απολαμβάνει χάρη στην ιδιότητα του υποψήφιου «εθνάρχη», από τον οποίο κρατάμε τάχα και αναδεικνύουμε μόνο θετικά σημεία και «καλές σκέψεις»;

Τότε γιατί δε μαθαίνουμε πως επί Βενιζέλου καθιερώθηκε η μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων, θεωρητικά για να πάψουν να είναι έρμαια του ρουσφετιού και της εκάστοτε κυβέρνησης, που έφερνε τον δικό της πελατειακό στρατό; Και ότι η ήδη συντελούμενη (και όχι απλώς επιχειρούμενη, αν δεις πόσοι είναι οι μόνιμοι στο δημόσιο) άρση της μονιμότητας, θα φέρει μία ακόμα μεγαλύτερη στρατιά άχρηστους μετακλητούς, φτηνούς εργολαβικούς, πειθήνιους υποτακτικούς, άβουλους και επισφαλείς συμβασιούχους, χωρίς δικαιώματα, φωνή και σωματειακή εκπροσώπηση; Γιατί επιλέγουμε κάθε φορά από τον μπουφέ της ιστορίας εκείνα τα πιάτα που δεν προκαλούν δυσάρεστους συνειρμούς και χρήσιμα συμπεράσματα για την εποχή μας ή αλλεργίες στην τάξη που κυβερνά και επιλέγει τι θα μάθουμε.

Και πόσοι γνωρίζουν για τους Έλληνες του Γκέρλιτς και τους έλληνες στρατιωτικούς που οδηγήθηκαν αιχμάλωτοι στην Πρωσία/Γερμανία και κατηγορήθηκαν ως προδότες στην επιστροφή τους; Και για την παρουσία του Ρώτα, πολλά χρόνια προτού προσεγγίσει το ΕΑΜ και βρεθεί μια άλλη φουρνιά Ελλήνων στο Γκέρλιτς, αυτή τη φορά ως πολιτικοί πρόσφυγες; Υποθέτω ελάχιστοι.

Εδώ τελειώνουμε το σχολείο, χωρίς να γνωρίζουμε τα βασικά. Ότι δηλαδή είχαμε στρατιωτικό αποκλεισμό του Πειραιά (από Γάλλους και Βρετανούς), θανάτους από την πείνα, κανονιοβολισμό από θαλάσσης της Αθήνας και των ανακτόρων (προτού περάσει στην ιστορία το «Αβρόρα» για αντίστοιχους λόγους) και ωμό εκβιασμό για τον εκθρονισμό του Γερμανόφιλου Κωνσταντίνου. Που το λες και ωμή καταπάτηση εθνικής κυριαρχίας, αλλά η διπλή γλώσσα της εξουσίας είναι διεθνής, εύπλαστη και πολύ πλούσια (σε χρήμα και γενικώς), ώστε να κινηθεί ευέλικτα και να βρει τον κατάλληλο ευφημισμό για την περιγραφή των γεγονότων: πχ η σύλληψη του Μαδούρο για εμπορία-διακίνηση ναρκωτικών.

Και όλα αυτά παραμένουν ευρέως άγνωστα, χωρίς καν το «άλλοθι» ότι είναι εκτός διδακτέας και εξεταστέας ύλης, όπως το ΕΑΜ και ο ΔΣΕ στα δικά μου χρόνια, ή ότι δεν υπάρχει η απαραίτητη χρονική απόσταση για να τα εξετάσουμε και να τα αποτιμήσουμε νηφάλια, όπως πχ η χούντα των Συνταγματαρχών. Είναι απλώς ξεχασμένες σελίδες της Ιστορίας, μπας και ξεχάσουν οι λαοί τα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού.

Και τι μαθαίνουμε αντ’ αυτών; Την (δι)αχρονική, αν-ιστορική καραμέλα ότι οι Έλληνες θριαμβεύουν όταν είναι ενωμένοι (τα λιοντάρια παλεύουν σαν Έλληνες και οι χριστιανοί στην αρένα σαν ανθέλληνες, εξ ου και θεωρούνται οι πρώτοι κομμουνιστές, ενώ κάποιοι επιμένουν να ταυτίζουν τον κομμουνισμό με την «κοινοκτημοσύνη», ενώ διδάσκουν στον λαό την ακτημοσύνη, για να βρει τη μετά θάνατον ανταμοιβή). Αλλά μας τρώει σαν σαράκι η διχόνοια (που αποδίδεται και ως la zizanie στα γαλλικά -τυχαίο και αυτό;), που είναι η κατάρα της φυλής μας και είναι μάλλον βιολογικά-γενετικά καθορισμένη ή οφείλεται στον ανάδρομο Ερμή ή σε κάποιο συνωμοτικό σχέδιο αλλόθρησκων για να μας κρατάν διαιρεμένους και αδύναμους, πάντως σίγουρα δεν έχει κοινωνικές ρίζες και (ίσως για) λόγους ταξικούς.

Κι έτσι μπαίνουν στο μίξερ και το ίδιο σακί (του Αιόλου) όλα: από τον διχασμό μέχρι τον δικομματισμό στα χρόνια της (εν)Αλλαγής και από τις αποσιωπημένες εμφύλιες διαμάχες του ’21 (τους πολέμους εντός του πολέμου της Ανεξαρτησίας) μέχρι τον εμφύλιο και τη δεκαετία του ’40. Για την οποία φταίνε κυρίως οι ξένοι (το λέει και ο Βούλγαρης) και η μοιρασιά που έκαναν στη Γιάλτα, που δεν έγινε στη Γιάλτα αλλά στη Μόσχα, με τα ραβασάκια, χαρτάκια, μπορεί να ήταν και τραπουλόχαρτα και να μας έπαιξαν στο πόκερ, ή μια τράπουλα ΤΑΡΩ με χαρτομαντεία και να έφταιγε ο ανάδρομος Τίτο και οι συνθήκες που δεν είχαν ωριμάσει. Αλλά δεν παίχτηκε η παρτίδα μας ακόμα.

Και να πώς φτάσαμε Έλληνας να τουφεκάει Έλληνα (τα έλεγε ο κυρ-Παντελής), ενώ το πραγματικό ζήτημα είναι πώς φτάσαμε τελικά αστός να τουφεκίζει αστό το ’22. Αλλά αυτό θα το δούμε ίσως στο επόμενο μέρος -αν και εφόσον υπάρξει.

Θε μου πόση διχόνοια ξοδεύεις για να κρύψεις καλά την εθνική μας ομοψυχία και τις ταξικές αντιθέσεις στην πλατεία Ομονοίας -που κάποτε θα την πούμε Μπελογιάννη...

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Ο μπάτλερ το 'κανε

Δύσκολα θα βρεθεί πιο βαρετό θέμα στην επικαιρότητα από το υπό διαμόρφωση (σαν τον πόλο των BRICs) κόμμα της Καρυστιανού. Ακόμα πιο δύσκολα θα αποφύγουμε τους εύκολους συνειρμούς με τους Απαράδεκτους και το ΚΟΛΑΝ (Κόμμα Λαϊκής Νοοτροπίας), τις αρχές και τις φρέσκιες ιδέες του: να το βγάλουμε Βλάσση; Είναι μάλλον τρίσκολο να ισορροπήσεις ανάμεσα στη σοβαρή κριτική, την αυθόρμητη χλεύη για τους θιασώτες του ΠΘΟ και τον σεβασμό στους συγγενείς των θυμάτων και τον αγώνα τους που παραμένει αδικαίωτος -σαν την ταξική πάλη. Ή αλλιώς ανάμεσα στα τρολ της κυβέρνησης και τα εξαρτημένα αντανακλαστικά των οπαδών της Καρυστιανού, που θα στην πέσουν γιατί τόλμησες να την βάλεις στο στόμα σου, είσαι γνήσιο δεκανίκι κοκ. Κι είναι πρακτικά αδύνατο να γλιτώσεις μια τοποθέτηση, όταν σε ρωτάνε ευθέως στην παρέα ή στο πάνελ, όπως έκαναν εμμονικά για τον Βαρουφάκη. Αλλά δεν είναι πολιτικά ορθό να πεις πως το πρόβλημα είναι όσα λέει νηφάλιος και ότι δεν έχει βρεθεί χάπι-θεραπεία για τον ναρκισσισμό.


Και δεν έχει βρεθεί ακόμα κομμουνιστής να αφήσει οτιδήποτε να πέσει κάτω -ούτε καν σε οικογενειακό τραπέζι. Αν τον ρωτήσουν για τον Βαρουφάκη, θα πει τη θέση του κόμματος ενάντια σε όλα τα ναρκωτικά και τα αστικά κόμματα που προωθούν τη νομιμοποίηση της κάνναβης. Αν πιάσουν κουβέντα για τον Καποδίστρια του Σμαραγδή, θα θυμηθεί ένα κείμενο της Αλέκας στον συλλογικό τόμο για το ’21, που τον έκρινε με τα μέτρα της εποχής του, ως αστό πολιτικό ηγέτη -και όχι ως αυταρχικό φασίστα, όπως ο μικρός φασαίος ανιψιός που θέλει να κάνει εντύπωση -αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάρτησης. Και αν μιλήσουν για την Καρυστιανού, έχει μια ευρεία γκάμα επιλογών: ποιητική -για το παλιό που έρχεται ντυμένο σαν νέο, πολιτική -για τα προσωποπαγή κόμματα-κομήτες, ή πιο επιθετική -για τις ψεκασμένες πινελιές που σκιαγραφούν το προφίλ της.

Και αν πάει το θέμα στα αθλητικά; Το πολιτικό σύστημα είναι σαν τη Ρεάλ Μαδρίτης -τον σύλλογο του κατεστημένου, που ανέκαθεν ήταν ομάδα αρχηγών-ηγετών και ουδέποτε αρχών. Αν έχεις διάφορες καινοτόμες ιδέες, σαν τον Τσάμπι Αλόνσο, πρέπει να τις προσαρμόσεις στο σύστημα, αλλιώς σε τρώει η μαρμάγκα του Φλορεντίνο. Που δεν ιδρώνει το αυτί του απ’ τις αποδοκιμασίες -και λοιπές βαλβίδες εκτόνωσης του πόπολου. Και μπορεί να κάνει τη δουλειά του με κώνους σαν τον (εκάστοτε) Αρμπελόα, τον Σάντσεθ -ή τον Μητσοτάκη, για τους έλληνες ομολόγους του.

Ο Σάνκλι έλεγε πως η μπάλα είναι κάτι παραπάνω από ζήτημα ζωής και θανάτου, αλλά στην Ισπανία αυτές τις μέρες έχουν πολύ σοβαρότερα ζητήματα να τους απασχολούν. Το ζήσαμε και εμείς ως λαός και το καταλαβαίνουνε από πρώτο χέρι. From Greece to Spain, we feel your pain, που έλεγε και ένα οπαδικό πανό τις προάλλες. Όχι γιατί έχουμε κοινή, μεσογειακή (λαϊκή) νοοτροπία και αγανακτισμένους (estamos despiertos ya), ούτε γιατί έχουμε το ίδιο κακούς σιδηρόδρομους. Αλλά γιατί έχουμε τα ίδια κοράκια (με νύχια γαμψά), που βάζουν τα κέρδη τους πάνω από τις ζωές μας, με τον πιο κυνικό τρόπο, από την Ανδαλουσία ως τη Βαρκελώνη και από τα Τέμπη ως το Πέραμα και τη Γλυφάδα. Τα κοράκια αυτά δεν είναι πάντα μαύρα, αλλά με διάφορες αποχρώσεις, σαν τα (γαμψά) νύχια της Τζόινερ (που της χρησίμευαν για να ξεγελά τους ελέγχους για ντόπινγκ), τις οπαδικές κερκίδες και το αστικό πολιτικό φάσμα.

Και δεν είναι εύκολο να βρεις το πιο σιχαμερό αρπακτικό. Είναι άραγε τα δεξιά τρολ που σχεδόν πανηγύριζαν βλέποντας και σε άλλες καπιταλιστικές χώρες αντίστοιχα Τέμπη - κρατικά εγκλήματα; Ή τα «έγκριτα ΜΜΕ» της Κεντρο-αριστεράς, που επιμένουν στη γραμμή «αυτά μόνο στην Ελλάδα (του Μητσοτάκη) γίνονται» και σχεδόν πανηγυρίζουν για τους Ισπανούς. Που έχουν νεκρούς αλλά τουλάχιστον δεν έχουν μπάζωμα, γιατί κυβερνά ο «σοσιαλιστής» φίλος τους. Που δεσμεύτηκε να χυθεί φως στην πηγή του κακού, ενώ ο υπουργός του μιλά για «περίεργο ατύχημα», με ένα ολοκαίνουργιο τρένο και μια προσφάτως συντηρημένη γραμμή. Κι ας υπήρχαν βίντεο με τρένα που πήγαιναν τρέμοντας. Και ας είχαμε και άλλα «περίεργα δυστυχήματα», πριν καν βρεθούν και παγώσουν τα σώματα των θυμάτων στο Ανταμούθ. Κι ας είχαν προειδοποιήσει εγκαίρως οι μηχανοδηγοί για τις δυσλειτουργίες του δικτύου.

Es una verguenza y me da verguenza, που θα έλεγε και μια ψυχή...

Λένε συχνά εκ του πονηρού πως η Καρυστιανού εκφράζει το «κόμμα των Τεμπών» και μια «μονοθεματική αντιπολίτευση». Τι θα έλεγε όμως το κόμμα της για τους νεκρούς στην Ισπανία, που συνδέονται ευθέως με τη «δική της» θεματική; Ότι φταίει η διαφθορά και τα μνημόνια; Κάποια σύμβαση που δεν υπογράφτηκε; Ή μήπως πρέπει να ψάξουμε τις αιτίες στις βάσεις της ΕΕ που αποθεώνει το κέρδος, ξεπουλά κοινωνικά αγαθά, ιδιωτικοποιεί οργανισμούς και ξεχαρβαλώνει δημόσιες υπηρεσίες; (Κι αν πιστεύεις το δεύτερο, πώς γίνεται να λες δημόσια ότι η Καρυστιανού κάνει την πιο σκληρή αντιπολίτευση -και να μην ξέρεις πώς να το μαζέψεις;)

Μια υποκριτική κριτική προς την Καρυστιανού είναι πως δεν έχει θέσεις (για το Ιράν, τους αγρότες, την οικονομία κτλ), πέρα από όσα λέει το «μέσα της», σε αντίθεση με την επαναστατική συνείδηση που έρχεται «απέξω» -αλλά πάντως όχι με πνευματικούς, ούτε με διανομή κατ’ οίκον, αν δε βγεις στον δρόμο. Και ότι θα την κρίνουν όταν διατυπώσει ολοκληρωμένες θέσεις -που «δεν έχει». Γιατί μάλλον δεν ήταν επαρκές πολιτικό στίγμα το Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια στον Τριανταφυλλόπουλο και η κριτική μιας γιατρού στον εμβολιασμό. Και βασικά γιατί τους είπαν να λουφάξουν στη γωνία, για να μην μπουν στο κάδρο του σάπιου συστήματος που στοχοποιεί την Καρυστιανού -οπότε η αποδόμησή της γίνεται δια αντιπροσώπων (τρολ και δημοσιογράφων -καμιά φορά τα όρια είναι δυσδιάκριτα).

Το ΚΚΕ μπορεί να φταίει για πολλά (ή και όχι) και να το κατηγορούν για ακόμα περισσότερα. Κανείς δεν μπορεί να πει όμως ότι κρύβεται πίσω από το δάχτυλό του, μαζί με τις θέσεις του. Ή ότι δεν έχει πολιτική -και μόνο- βάση η κριτική του. Μπορεί να λέει κάτι λάθος, δύσκολο ή μη δημοφιλές (από τα ομόφυλα ζευγάρια, ως την ΠΦΑ και το δημοψήφισμα του ’15), αλλά είναι κόμμα πολιτικό (σχετικά μαζικό, όπως λέει και η ΑΡΑΣ) και τα λέει τσεκουράτα, είτε πρόκειται για πρόσωπα (και ιστορικές προσωπικότητες), είτε για πολιτικά κόμματα, γεγονότα κοκ. Κι έχει τόση προσήλωση στις αρχές του, που επιμένει να μιλάει πολιτικά για τους πάντες: τον προϋπολογισμό της ΝΔ, τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ, το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ, τις εξελίξεις στο εξωκοινοβούλιο. Κάνει κάθε φορά λόγο -σε εκτεταμένη αρθρογραφία στην ΚΟΜΕΠ και στον Ριζοσπάστη- για στρατηγική, ταξικό πρόσημο, διεργασίες και αναδιαρθρώσεις, αφηγήματα και αυταπάτες (πράσινη ανάπτυξη, οικονομία πολέμου κτλ).

Δε θα κρύψει την αλήθεια ή τις θέσεις του (κατά κανόνα συμπίπτουν) προσθέτοντας άλλη μια δυσκολία στις πέντε που σημειώνει σχετικά ο Μπρεχτ, δε θα διανθίσει με κορόνες τον λόγο και την κριτική του (πχ προδότες, γερμανοτσολιάδες και άλλα ηχηρά παρόμοια, που ακούγαμε τα ένδοξα χρόνια του αντιμνημονίου).
Από το ΚΚΕ μπορείς να περιμένει μόνο πολιτική κριτική -τίποτα λιγότερο ή περισσότερο. Και δε θα αλλάξει αυτή την προσέγγιση, είτε έχει απέναντι την Καρυστιανού, είτε το ΚΟΛΑΝ και τον Λεβέντη. Αυτοί είστε -και θα το ακούσετε κατάμουτρα.

Βασικά η μεγαλύτερη δυσκολία είναι να προσέχεις, για να μην πεις πράγματα που θα μετανιώσεις και θα τρέχεις να τα μαζέψεις. Κι αυτό ισχύει περισσότερο για εμάς, παρά για το Κόμμα -αν και θα βρεθούν πολλοί πρόθυμοι να γενικεύσουν για να ταυτίσουν μια δική σου μουσμουλιά με το κόμμα που στηρίζεις.
Ποιοι είμαστε εμείς; Η βάση και ο περίγυρος. Και όσοι έχουν κοινό-επιρροές (εξ ου και influencer) στα ΜΚΔ και ανάγκη να πουν για όλα κάτι -κλασική παιδική αρρώστια του ιντερνετισμού, που δε λύνεται με μαχαίρι, αλλά με διάφορα λάθη που συγκροτούν σταδιακά την πείρα μας. Και τούτες τις μέρες, που ο άνεμος και η βροχή μας κυνηγά, θα βρει κανείς μια σειρά ενδιαφέρουσες επιστολές στον Προσυνεδριακό Διάλογο, που μιλάν για τα ΜΚΔ και την καλύτερη αξιοποίησή τους.

Εμείς βασικά είμαστε όσοι έχουν κουραστεί να βρίσκονται στο ίδιο έργο θεατές και κάνουν σποϊλεριές για τη συνέχεια. Αν πεις στο ευρύ κοινό, που δε σακουλεύεται τα υψηλά τα νοήματα, πως η Καρυστιανού είναι ακροδεξιά, είναι σα να λες στον διπλανό σου στο σινεμά «ο μπάτλερ το έκανε», στα πρώτα λεπτά του έργου. Γιατί είναι προφανές (ήταν δυο και ο ένας δολοφονήθηκε) και βαριέσαι να ξαναδείς το ίδιο έργο. Καλύτερα όμως να είσαι ο «σπαστικός της υπόθεσης» παρά να πέφτεις απ’ τα σύννεφα, σαν κάποιους από το αριστεροχώρι που πίστεψαν στην Καρυστιανού για να ρίξουν τον Μητσοτάκη και δεν είχαν δει την ανατροπή (plot twist) να έρχεται.
-
Μα δεν είχε δώσει ποτέ της δικαιώματα (πχ στο έμβρυο).

Όσο μιλάει η Καρυστιανού, εκτίθεται σε περισσότερους -για τις αμβλώσεις και γενικώς. Και «απαλλάσσει» κάποιους σφους από την ανάγκη να έχουν τακτ και αστική ευγένεια. Όχι όμως και από το καθήκον να ξέρουν από τακτική και από την αλληλεγγύη της τάξης μας. Γιατί ο αγώνας της παραμένει ιστορικά αδικαίωτος. Και δε θα δικαιωθεί με το κόμμα της Καρυστιανού, ούτε όμως χλευάζοντάς την.

Υστερόγραφο

Στην πραγματικότητα, το πιο δύσκολο απ’ όλα ήταν να κρατήσω κάποιο από τα προσχέδια, που να μην αναμασά τα προφανή και να μην καταλήγει στην ανακύκλωση, επειδή το ξεπέρασαν οι εξελίξεις. Και δε ζούμε σε τόσο ενδιαφέροντες καιρούς, όπως ο Βλαδίμηρος που άφησε ημιτελές το «Κράτος και Επανάσταση», για να κάνει πράξη το δεύτερο σκέλος -και να δει πως το πρώτο μέρος ήταν πιο σύνθετο από ό,τι στη θεωρία.

Οπότε ας περάσουμε τροχάδην μερικούς βασικούς άξονες.

-Δεξιός γάτος, αριστερός γάτος, το θέμα για το σύστημα είναι να πιάνει τα ποντίκια στη φάκα, με λίγο τυράκι ή και χωρίς δόλωμα, αν είναι εφικτό. Και αυτό είναι το υπαρξιακό αδιέξοδο της παραδοσιακής σοσιαλδημοκρατίας -και όσων υπόσχονται έναν άλλο εφικτό κόσμο, χωρίς ανατροπές.

-Αλλά όσοι αρνούνται το δίπολο «δεξιά-αριστερά», κατά κανόνα το κάνουν για να κρύψουν φασιστικές απόψεις -έχει αποδειχτεί και εμπειρικά. Και όσα κόμματα διατυμπανίζουν πόσο «αντισυστημικά» είναι, καταλήγουν να συμπληρώνουν και να στηρίζουν το σύστημα.
Η Καρυστιανού κατάφερε κάτι παραπάνω, κάνοντας τον Πλεύρη και τον Σπυράδωνη να μοιάζουν «φιλελεύθεροι», σε ένα κόμμα με θρησκόληπτη, συντηρητική βάση, που έχει ψηφίσει ενάντια στις αμβλώσεις.

-Όσο πιο νωρίς εκδηλωθεί η Καρυστιανού -και το ιδεολογικό της οπλοστάσιο-, τόσο θα ξεφουσκώνει δημοσκοπικά. Αλλά είναι αρκετά πιθανό να μπει στη Βουλή, που έχει πάντα αρκετό χώρο για ακροδεξιά κομματίδια και απειλεί να σπάσει το ρεκόρ του ’23, με (τελική) Λύση, Νίκη, Σπαρτιάτες, τη ΝΔ και τη Ζωή -που αρνείται επίσης τον διαχωρισμό αριστεράς και δεξιάς. Φαντάσου να μην ήμασταν και η «τελευταία Σοβιετία της Ευρώπης»...

-Και με ποιους θα στελεχώσει τελικά το κόμμα της; Φύγε ο ένας, διώξε ο άλλος, τελικά θα συνεργαστεί με τον Μητσοτάκη (τον καλό) και θα κάνει μια κυβέρνηση μουσικών, με Φοίβο, Φριτζήλα κτλ...

-Οι θέσεις της Καρυστιανού γέρνουν ακροδεξιά, αλλά το βασικό κοινό της θέλει απλά να ρίξει τον Μητσοτάκη και κινείται στο κέντρο, πέφτοντας από την αριστερή πλευρά του (ερωτευμένου) σύννεφου. Που ερωτεύεται αθεράπευτα αυταπάτες, εύκολες λύσεις, κάθε επίδοξο σωτήρα, μα πάνω από όλα την ανάθεση, για να μην αλλάξει τίποτα. Και αγνοούσε συστηματικά τόσες κόκκινες -ή μάλλον λευκές προς το κατάμαυρες- σημαίες.

-Η αγαπημένη μου κατηγορία είναι όσοι λένε πως η απήχηση της Καρυστιανού δείχνει πολλά για τη δική μας, τι αντιπολίτευση κάνουμε και πώς απευθυνόμαστε στις μάζες. Αλλά το βασικό που μας λέει αυτή η κριτική είναι για το δικό τους πολιτικό κριτήριο, που ψάχνει άλλοθι και καταφέρνει κάθε φορά να είναι στη λάθος πλευρά της Ιστορίας -στο πεζοδρόμιο και πίσω από το παραβάν.

-Ναι αλλά δε βλέπετε πως η στοχευμένη απαξίωση της Καρυστιανού βλάπτει τον αγώνα για τα θύματα των Τεμπών;
Ναι αλλά βλέπουμε πως τελικά τον βλάπτει η ίδια, επιχειρώντας το αντίθετο. Και ο δρόμος προς την κόλαση είναι συνήθως στρωμένος με καλές προθέσεις.

Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

Τσάκα την τσαπού

Και ήρθε πάλι εκείνη η ώρα (και μέχρι να κουνήσω να το γράψω πέρασε), η επέτειος του θανάτου του Γράψα, που καλά αυτός χάθηκε νωρίς αλλά όχι πριν δει τον τοίχο στο βάθος του τούνελ. Και η σπορά που έμεινε, ο Μήτσος από το Φυσικό, μπορεί να είναι από τους (όχι ακριβώς) ανα-μετρημένους στα δάχτυλα που ονειρεύονται ένα άλλο ΜέΡΑ(25) ή να ιδιώτευσε πίσω από ένα λευκό παραπέτασμα του Καστανιώτη, αλλά δεν τον έπεισα να πει δημόσια τις παιδικές του αρρώστιες αναμνήσεις (ίσως τον πείσει η Νάντια να τα πει αλλού), πχ για το Λάντα της οργάνωσης, που νομίζω ήταν μπλε, σαν τα σφυροδρέπανα της Α3ΡΟΦΛΟΤ, και ποιος ξέρει πού να βρίσκεται. Τώρα για σέρβις μας ξαποστέλνουν και για χαμόμηλο. Εδώ ο σφος Άβερελ έδωσε το δικό μας άσπρο Λάντα, με όλες τις εφημερίδες μέσα, σαν ελληνίδα μάνα που εγκληματεί στο παιδικό σου αρχείο, ύπουλο χτύπημα εκ των έσω -σαν του Εσ. στο κομματικό αρχείο. Θ.Ν.

Και να το κλασικό αφιέρωμα στην «ανταρσία της ΚΝΕ», που τουλάχιστον δεν ήταν ανορθόγραφη, με «υ» -σαν τον ύστερο καπιταλισμό του Μαντέλ και τα ύστερα του κόσμου-, ένα λάθος μες στο κεφάλαιο του λάθος λήμματος -ή μήπως ήταν; Στο δικό μου μυαλό πάντως ο απογαλακτισμός του ’89 ήταν λιγότερο ηρωικός και αποφασιστικός από ό,τι τον αφηγούνται εκ των υστέρων, κάπως αντιφατικός, σχεδόν υποχρεωτικός (όταν καθαιρέθηκε το ΚΣ της ΚΝΕ) παρά συνειδητή επιλογή, όχι πολύ ωφέλιμος για την κρίσιμη σύγκρουση που ακολούθησε με τους Αναθεωρητές. Και πάντως μη αναστρέψιμος -όσοι ήταν να φύγουν ή να γυρίσουν το έκαναν μεμονωμένα στα χρόνια της κρίσης και τέλος. Και ψάξε να βρεις ποιος ήταν η Μπελούτσι -που εμένα ποτέ δεν ήταν του (νέου) τύπου μου- και ποιος (παρα)βίασε τις βασικές μας τις αρχές και τις σιδερένιες νομοτέλειες, που ως έννοια για κάποιους μεταλλαγμένους βρωμούσαν σταλινισμό και αιτιοκρατία.

Κι αν οι Ναρίτες είναι μεταλλαγμένοι Κνίτες, που γίνονται αγνώριστοι αν τους ταΐσεις μετά τα μεσάνυχτα του κόσμου αναρχία, αγνωστικισμό, οργανωτικό φιλελευθερισμό και άλλες πνευματικές τροφές που προκαλούν αλλεργία, σε καιρούς τεράτων και Γκρέμλιν, όπου ο Γκίζμο δεν είχε ακόμα γεννηθεί και η ιδεολογική ηγεμονία των 80’ς δε λέει να πεθάνει, οι Κομαπίτες είναι μεταλλαγμένοι Ναρίτες. Και εσύ μένεις με την απορία αν η μετάλλαξη της μετάλλαξης είναι σαν την αλλαγή της Αλλαγής και την άρνηση της άρνησης, διαλεκτική επιστροφή σε ανώτερο σημείο της ίδιας κόκκινης γραμμής, στην εξέλιξη της σπείρας που δεν εξαρθρώθηκε ποτέ. Και (αναρωτιέσαι) γιατί δε συγκροτείται ως ανάγκη των καιρών το ΟΑ.ΝΑΡ, στα χνάρια του ΟΑΜΕΡΑ που δε φτιάχτηκε ποτέ, για να καταγγέλλει τον ρωσόδουλο Σάββα και λοιπούς συνοδοιπορούντες. Και επίσης γιατί καμία γκρούπα δεν κατοχύρωσε ακόμα το «κομμουνιστική μετάλλαξη» στον τίτλο της, με σήμα τον Λισένκο.

Οπότε έχουμε τη μετάλλαξη, που είναι η μετάλλαξη της μετάλλαξης (την μετάλλαξη, ω μετάλλαξη), τη μετάλλαξη εις την νι, τον ξάδερφο του ανιψιού του παιδιού του γιου του Γκέκα, την επανανοηματοδότηση του κομμουνιστικού οράματος, τον επαναπροσδιορισμό της αλλαγής της αλλαγής, τον επανακαθορισμό του επαναπροσδιορισμού της μετάλλαξης. Και την ιδιότυπη βιολογία του εξωκοινοβουλευτικού βάλτου βιότοπου, που θα ανακηρυχθεί προστατευόμενος στην κοινωνία του μέλλοντος κι έχει ήδη πετύχει την πολυδιάσπαση του ατόμου και των λιγοστών πυρήνων του, απεμπλουτισμένων από μαρξισμό-λενινισμό.

Και τι νόημα έχουν όλα αυτά, σε τελική ανάλυση; Ίσως αυτό που δε βρήκε ο Λεωνίδας -που είχε καταγγείλει τους Λακεδαιμόνιους, που δεν είχαν προσκυνήσει τον κυρίαρχο εθνικισμό το ’92- ακούγοντας τις λεκτικές ακροβασίες του Ανδρέα. Τσάκα την τσαπού. Οε-οε...

Αλλά το όνομά μας είναι η ψυχή μας, όπως φώναζαν οι σύγχρονοι Μακεδονομάχοι. Και ήδη υπάρχουν διάφορες εκδοχές και επίδοξοι νονοί για το νέο εγχείρημα. Κου-Α (από το νΚΑ), Κομ-απ (γκετ-απ, στεντ-απ φορ γιορ ράιτ) και άλλες που απαντώνται σε ανακοινώσεις τρίτων, όπως Κ-ΑΠΕ (πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία, όπως στον Μαϊούνη) και Κομ-Απελ, που έχει κάτι από το φρέσκο αεράκι του Παρισινού Μάη και της Νέας Αριστεράς (του Χαρίτση).
-Κομαν τουταπέλ; -Ζεμαπέλ Κομαπέλ! -Κε μπελ! 


Μία από αυτές τις ανακοινώσεις ήταν της ΑΡΑΣ από την Ολομέλειά της, που έγινε πέρσι, αλλά το κείμενο της απόφασής της ανέβηκε χτες (τη μέρα της Ρόζας, του Χικμέτ και του παππού Κόκκαλη) στον ιστότοπο της ΛαΕ, για να μας κάνει σοφότερους και σίγουρα πιο χαρούμενους.

Σε αυτήν μπορεί να βρει κανείς τα πάντα -ακόμα και κομμουνιστές, όπως έλεγε ο Ραφαηλίδης για το Κόμμα. Πχ τη διαλεκτική σχέση του αντιοργανωτισμού και του αντικομμουνισμού. Τη συντηρητική στροφή στους πολιτικούς συσχετισμούς και πώς επηρεάζουν τον χώρο της Άκρας Αριστεράς -sic. Τη συνεπή στάση αρχών της ΛαΕ, αντίστοιχη με αυτή που είχαν στο τρίτο μνημόνιο, απεμπολώντας βουλευτικές και υπουργικές θέσεις -και τώρα μια θέση δίπλα στον Γιάνη, με το ένα νι και τις μηδέν έδρες. Τις μονομερείς ενέργειες του ΜεΡΑ25 -που τερμάτισε τη συνεργασία τους- και έναν μικρό κύκλο ανθρώπων του που υποτιμούσαν την κινηματική προσφορά της ΑΡΑΣ, πιστεύοντας πως θα έμπαιναν στη Βουλή χωρίς συμμάχους. Αλλά για αυτό πιθανόν να μην έφερε ευθύνη ο επικεφαλής του ΜέΡΑ25, μολονότι το σχήμα είχε προσωποπαγή χαρακτήρα χωρίς οργανωτικό ιστό.

Βρίσκουμε επίσης: Τη «σκληρή αυτοκριτική» της ΑΡΑΣ γιατί περιφρούρησε αποτελεσματικά το Πολυτεχνείο αλλά ίσως έπρεπε να ιεραρχήσει ψηλότερα την ενότητα του ΜέΡΑ25 και να εντάξει ευρύτερες μάζες στην περιφρούρηση. Μια εκ των υστέρων πληροφορία για την αναρχοαυτόνομη ομάδα που (τους) επιτέθηκε στο Πολυτεχνείο, μαχαιρώνοντας έναν φοιτητή, χωρίς άλλες δυσάρεστες συνέπειες (!) -πάλι καλά που δεν πάθαμε και τίποτα, όπως λέει το ανέκδοτο. Και τέλος μπηχτές για τον αριστερισμό της ΚΑΠΕ (ΝΑΡ) που διέσπασε την πορεία του Πολυτεχνείου στην Αθήνα και τα ΕΑΑΚ, ενώ τα βρίσκει με τους αναρχο-αυτόνομους. Καθώς και για τις επώνυμες περσόνες, που έχουν επαφές με μιντιακούς ομίλους και στοχοποιούν την ΑΡΑΣ -για ποιο Ζεύγος να χτυπάει η καμπάνα;

Κι αν κάποιοι έχουν την κούραση του Ρος, καθώς διαβάζει το 18σέλιδο γράμμα της Ρέιτσελ (μπρος και πίσω) και δεν έχουν αρκετή υπομονή για τις 40 εκτεταμένες παραγράφους-σημεία της Απόφασης, φροντ εντ μπακ, ένα σημείο μπρος - δυο σημεία πίσω, ας κρατήσουν τουλάχιστον το εξής: Κανείς δεν μπορεί να εκτοπίσει την ΑΡΑΣ, όπως θέλουν και ζητούν οι αναρχο-αυτόνομοι, αλλά είναι γελασμένοι. Γιατί; Γιατί η ΑΡΑΣ είναι μια σχετικά μαζική κομμουνιστική οργάνωση!

Οι κακεντρεχείς ίσως αμφισβητούσαν/θεωρούσαν σχετικό τον όρο «κομμουνιστική» ή και τον όρο «οργάνωση» -υπονοώντας πως λειτουργεί με όρους συμμορίας, που δε συνάδουν με την Αριστερά. Άλλοι ίσως αναρωτιούνται πώς ορίζεται αυτό το «σχετικά μαζική», για να βρουν την απάντηση στην αρχή της θέσης 16, σχετικά με το ΚΚΕ, που «παραμένει ένα σχετικά μαζικό κόμμα της αριστεράς».
Κι αυτή είναι μια νέα συμβολή της ΑΡΑΣ στη θεωρία της σχετικότητας, όπου οι ενέργειες κάθε οργάνωσης εξαρτώνται από τη μαζικότητά της ή μάλλον την κρίσιμη μάζα μελών που συγκεντρώνει την ώρα της μάχης με τον εχθρό -που δεν είναι ο ταξικός, αλλά δεν έχει σημασία, και στο γαλατοχώρι το ίδιο έκαναν.

Σχετικά, τα πάντα είναι σχετικά. Και για όλα αναδρομικά έρχεται η ώρα που πληρώνουμε, για αυτό και οι Αρασίτες κυκλοφορούν προσεκτικά με τον Δία, σαν ρωμαϊκή περίπολος στο δάσος του Αστερίξ, πάντοτε σε ομάδες. Ούτως ή άλλως όλα σχετίζονται διαλεκτικά και είναι απολύτως σχετικά -εξαρτάται τι στόχους και τι μέτρο σύγκρισης έχεις. Και κανείς μας δε γλιτώνει από τον αμείλικτο νόμο της σχετικότητας.

Τα πάντα ρει και σχεδόν ουδείς μένει, στον μαγικό κόσμο του εξωκοινοβουλίου. Οι περισσότεροι Ναρίτες που γνώριζε η κε του μπλοκ έχουν φύγει σε άλλες Πολιτείες (αναρχικές ή ρεφορμιστικές) και (μου) έχουν μείνει ο Άβερελ -που έδωσε μπιρ παρά το Λάντα, για να μην ξεχνιόμαστε- και το πολιτικό εκκρεμές του Βουρνούκιου, που δρα στο μουσικό του σχήμα σε συνθήκες κομμουνιστικής περικύκλωσης. Το Λαϊκό Στρώμα έχει πάντα μια θέση στην καρδιά του για το ΝΑΡ αλλά η ζωή το έριξε στα δίχτυα της ΑΡΙΣ και τις 50 αποχρώσεις της συνοδοιπορίας με το ΚΚΕ -μία για κάθε μέλος που ξέρει. Το ΝΑΡ παραμένει η σχετικά πλειοψηφούσα οργάνωση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ που έχει χάσει τη δυναμική της, όπως η ΚΟΜΑΠ στους φοιτητές, όπου η ΑΡΑΣ διατηρεί μια σχετική ηγεμονία, όχι μόνο για λόγους ξύλου, και μια σχετική ανυπαρξία έξω από τα αμφιθέατρα.

Μίλα καθαρά, Απολίθωμα. Τι θες να πεις με όλα αυτά;

Θέλω να πω ότι ο Γιάγκος Δράκος πέθανε και αμέσως η Giant άρχισε να έχει οικονομικά προβλήματα και να μην πληρώνει τους εργαζόμενούς της -που όμως συσπειρώνονται στο ΠΑΜΕ και δεν τσιμπάνε το παραμύθι του καλού αφεντικού που νοιάζεται για το προσωπικό της εταιρείας. Αλίμονο σε όσους μένουν πίσω -και δεν έρχονται με την πρωτοπορία του κινήματος.

Υστερόγραφο

Ο βασικός λόγος που η κε του μπλοκ ξεκίνησε να γράφει ξανά συστηματικά στο μπλοκ είναι γιατί εδώ ένιωθα ελεύθερος να εκφραστώ και να γράφω αυτό που θέλω χωρίς να λογοδοτώ, να με ενδιαφέρουν οι ισορροπίες και τι θα πουν οι τρίτοι. Δε χρειάζεται να το σεβαστεί κανείς, απλά να το έχει υπόψη, όταν μπαίνει στο μπλοκ για να διαβάσει τα κείμενα. Ή (και) τα σχόλια. Τα οποία δεν είναι προσυνεδριακός διάλογος, για να έχουν πολύ αυστηρούς κανόνες, αλλά μια μικρή παραμόρφωση (αντανάκλαση) της ζωής. Στην οποία παίζουν μπάλα όλοι -από φίλους, εχθρούς, ιδεολογικούς αντιπάλους, μέχρι έμμισθα τρολ. Στα σχόλια του μπλοκ μπορείς να βρεις τα πάντα -όπως θα έλεγε και ο Ραφαηλίδης...

Η αλήθεια είναι ότι με πιάνει συχνά το αντι-οργανωτικό μου (χωρίς στάλα αντικομμουνισμό). Η κε του μπλοκ λέει ό,τι θέλει να πει εισηγητικά κι η (όποια) κουβέντα γίνεται στα σχόλια δε χρειάζεται τη δική της συμμετοχή ή διεύθυνση, για να εξελιχθεί. Ούτε κάποιον διαιτητή ή παιδονόμο, για να μοιράζει αποβολές και ποινές. Αν κάποιο τρολ ή φασίστας γαμάει τη συζήτηση -που θα έλεγε και μια ψυχή-, θα υπάρξει παρέμβαση. Αφενός όμως αυτό θα είναι έσχατο μέτρο και σαν ομολογία «ήττας» -ότι δεν μπορέσαμε να το λύσουμε αλλιώς ή να το αγνοήσουμε και χρειάστηκε μια «κρατική» παρέμβαση ή η «αόρατη χειρ» (της αγοράς). Και αφετέρου, ένας κανόνας στο ποδόσφαιρο λέει ότι όποιος παίκτης ζητάει να πάρει κάρτα ο αντίπαλός του, καταλήγει να την παίρνει (και) ο ίδιος. Που δε θα το κάνω προφανώς, απλά το σημειώνω. Με την ελπίδα ή βασικά την πρόθεση να μη χρειαστεί περαιτέρω ανάλυση και να μην αναλωθούμε σε αυτό.

Πέραν αυτού, κάθε παρατήρηση δεκτή. Και βλέποντας και κάνοντας -και ας μη μου αρέσουν πολύ οι αυτοσχεδιασμοί, γιατί με πιάνει και το (φιλ)οργανωτικό μου πολλές φορές. Μια φορά κνίτης κτλ...

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2026

Η Βενεζουέλα ΔΕΝ κείται μακράν

-Καλή χρονιά είπαμε;
Όχι, γιατί δεν είναι και φάνηκε εξ αρχής. Και δεν πρόκειται να είναι, αν δεν κάνουμε κάτι για να το αλλάξουμε. Το ξέρουν καλά αυτό όσοι είναι στον δρόμο και παλεύουν να το αλλάξουν. Όπως στη διαδήλωση του Σαββάτου για την επέμβαση στη Βενεζουέλα -ποδαρικό για τις φετινές κινητοποιήσεις. Όπου είχαμε την ευκαιρία να αλλάξουμε ευχές για τον νέο χρόνο, όσο δεν αλλάζουν οι συσχετισμοί και οι συνθήκες για έναν νέο κόσμο, που δε θα έρθει με (προσ)ευχές αλλά θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό.

Το Σάββατο είχαμε αρκετό κόσμο -κι ας μην είναι ποτέ αρκετός για αυτά που αντιμετωπί-ζουμε- και άμεσα αντανακλαστικά για τα δεδομένα ενός έκτακτου καλέσματος μερικών ωρών. Χρειάζονται, όμως, πολύ περισσότερα για να πούμε ότι κάνουμε κάτι ουσιαστικό. Ή έστω με υψηλό συμβολισμό, όπως για την Παλαιστίνη -με τον αποκλεισμό φορτίων προς το Ισραήλ από σωματεία- ή παλιότερα για τη Γιουγκοσλαβία.


Για κάποιους άλλους βέβαια η Βενεζουέλα κείται μακράν -όπως και η οδός Βενεζουέλας στη Γλυφάδα. Δεν είναι μόνο ο ωκεανός που μας χωρίζει από τον πάλαι ποτέ Νέο Κόσμο που χτίστηκε εποικίστηκε με τα παλιά-μπαγιάτικα υλικά της γηραιάς ηπείρου και ενός παρακμασμένου συστήματος που σαπίζει. Ούτε η ταξική άβυσσος (αριθμός μηδέν) που μας χωρίζει με τους κωλόχαρτους, που τώρα πανηγυρίζουν τον (ρωμαϊκό) «θρίαμβο της δημοκρατίας». Όσο μια θάλασσα πλατιάς και αδιαπέραστης αδιαφορίας, που πνίγει κάθε σκέψη, ανησυχία και διάθεση αλληλεγγύης.

Αυτής που έγινε θεμέλιο της δαπίτικης «ηγεμονίας» στα πανεπιστήμια, γιατί «δε γίνεται να διακόπτουμε το μάθημα με παρεμβάσεις για τις επεμβάσεις στη Γρανάδα και τη Νικαράγουα». Καθώς και της κυρ-παντελίδικης νοοτροπίας «μακριά απ’ τον κώλο μας και όπου θέλει ας είναι». Ακόμα και αν μιλάμε για φλόγες πολέμου στη γειτονιά μας, που είναι γεμάτη μπαρούτι. Ή για τον άστεγο και τη φτώχεια στο απέναντι πεζοδρόμιο, που δεν είναι μεταδοτική αλλά απειλεί τον ανθό της μονίμως μέτριας, μετρημένης και αποδεκατισμένης «μεσαίας τάξης», που προτιμά να μη βλέπει καν εικόνες από τα δικά της «προσεχώς». Καταναλώνει όμως αποχαυνωμένη εικόνες από μάχες, εισβολές και πραξικοπήματα, από κάθε γωνιά του πλανήτη, που δεν είναι επίπεδος και δισδιάστατος σαν τις οθόνες, που αμβλύνουν τις γωνίες, ούτε σαν την ενημέρωση που σπανίως είναι σφαιρική.

Μα ο ιμπεριαλισμός δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, που μικραίνουν τις αποστάσεις (από κάθε γωνιά του πλανήτη) χωρίς ίχνος αποστασιοποίησης (μπρεχτικής και γενικώς) από την κυρίαρχη προπαγάνδα και αυξάνουν μόνο την απόσταση του τηλεοπτικού ποίμνιου από τον πραγματικό κόσμο. Τελικά όμως δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόσταση απ’ αυτήν που χωρίζει τον καναπέ του τηλεθεατή από τον δρόμο -ως πεδίο αγώνα και διεκδίκησης. Ο δρόμος κείται μακράν για κάθε κυρ-Παντελή, που προτιμά να πηγαίνει από το πεζοδρόμιο και τον καναπέ. Καναπές-πες κάτι θα μείνει στο τέλος στον πιστό τηλεθεατή.

Η ιστορική γνώση κείται μακράν.

Η επέμβαση στη Βενεζουέλα είναι ο Αττίλας στην Κύπρο -που του ξέφυγε ο Μακάριος αλλά έκανε κουρελόχαρτο το διεθνές δίκαιο. Είναι η γκανγκστερική απαγωγή του Οτσαλάν, που φέρει φαρδιά-πλατιά την υπογραφή-συνενοχή του ελληνικού κράτους. Είναι η περιφορά του αιχμαλώτου ως τρόπαιο -όπως κάπουε με τα κομμένα κεφάλια ανταρτών στους φανοστάτες. Είναι μια μορφή ωμής, μερικής κατοχής -όπως κάποτε στον Κριμαϊκό και τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και τον ένοπλο εκβιασμό εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής. Είναι οι δωσίλογοι, οι Ναπάλμ, το «φερθείτε σαν σε κατακτημένη πόλη» στα Δεκεμβριανά.

Αλλά αν όλα αυτά τα επικρότησε -ή στην καλύτερη αποσιώπησε- μια τάξη δεμένη με την ομερτά του συμφέροντος, τι καταδίκη περιμένουμε σήμερα να ακούσουμε από το πολιτικό της προσωπικό;

Η Αμερική κείται μακράν.

Και οι ΗΠΑ μπορούν να επιβάλουν ανενόχλητες το νέο δόγμα Μονροέ, που ορίζει την αμερικάνικη ήπειρο ως την πίσω αυλή τους, όπου κανείς άλλος δεν έχει λόγο ή ανάμιξη. Και αν τελειώσουν τη δουλειά στη Βενεζουέλα, ακολουθούν η Κούβα, η Νικαράγουα, ακόμα και η (κάποτε στρατηγική σύμμαχος) Κολομβία ή η Γροιλανδία -και ας κείται σε άλλη ήπειρο. Μια Κούβα που την βλέπουν όπως κάποτε ο Περικλής την Αίγινα: σαν σκουπιδάκι στο μάτι τους.

Η κανονικότητα κείται μακράν.

Σε ένα μακρινό και εξιδανικευμένο παρελθόν, όπου η ύπαρξη του σοβιετικού «αντίπαλου δέους» δε γινόταν πάντα επαρκής ασπίδα ενάντια στα εγκλήματα του ιμπεριαλισμού, τις ωμές, αιματηρές επεμβάσεις του (Βιετνάμ, Γρανάδα κτλ), τις απαγωγές και τις δολοφονίες ηγετών -ακόμα και δικών του μαριονετών, όπως του Νοριέγκα στον Παναμά το 1989 ή τη θεαματική εκτέλεση του Σαντάτ, μπροστά στις κάμερες, το 1981 στην Αίγυπτο.

Όσοι πιστεύουν πως αυτά τα ανδραγαθήματα είναι αποκλειστικότητα του Τραμπ και των Ρεπουμπλικάνων, ζουν στο δικό τους συννεφάκι, όπου ο πραγματικός κόσμος κείται μακράν. Και όσοι ψάχνουν το «αντίπαλο δέος» στα BRICs, θα πέσουν πολλές φορές ακόμα από το δικό τους σύννεφο, βλέποντας το ξετύλιγμα της μοιρασιάς και το κυνικό παζάρι στο οποίο συμμετέχουν οι «προστάτες των λαών», ξεπουλώντας τους «συμμάχους» τους.

Τα προσχήματα κείνται μακράν

Δε χρειάζεται η έγκριση κανενός ΟΗΕ, Κονγκρέσου, ΕΕ και άλλων διακοσμητικών κομπάρσων. Και η δικαιολογία για τον πόλεμο κατά των ναρκωτικών είναι για τα μικρά παιδιά που ζητάν με γράμματα από τον Άι-Βασίλη παγκόσμια ειρήνη. Κι αν βάλεις τις ΗΠΑ να ελέγχουν την πηγή που τα παράγει, θα γίνει ό,τι και στο Αφγανιστάν: μια τρύπα στο νερό. Και μια μπίζνα με δισεκατομμύρια κέρδη -εξαρτάται από ποια σκοπιά το βλέπεις. Είναι σα να βάζεις τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα και την ΕΛΑΣ να αναλάβει τη δίωξη ναρκωτικών και τη διάλυση των κυκλωμάτων. Χρειάζονται όμως μεγάλες δόσεις ναρκωτικών ουσιών, για να πιστέψεις πως η Pax Americana θα φέρει επί γης ειρήνη και δικαιοσύνη, σαν βασική της προϋπόθεση.

Η διορατικότητα κείται μακράν -για όσους πανηγυρίζουν τουλάχιστον. Εκτός κι αν θεωρούν κάποιοι πως τα (όποια) κοιτάσματα του Αιγαίου έχουν μαγικές ειρηνευτικές ιδιότητες, σε αντίθεση με το πετρέλαιο της Βενεζουέλας, και θα μας φέρουν ευημερία και μακροχρόνια ειρήνη.

Η αλήθεια κείται μακράν, καλά κρυμμένη πίσω από την οργουελική διπλή γλώσσα των κυρίαρχων, που βαφτίζει το κρέας ψάρι και την απαγωγή «σύλληψη και δίκη».
Η δικαιοσύνη κείται μακράν. Δεν έχει καμία θέση εκεί που επικρατεί ο νόμος της ζούγκλας και του ισχυρού.
Η αξιοπρέπεια κείται μακράν, θαμμένη στο μαύρο, λασπερό χρώμα που κρύβει μπόλικο πετρέλαιο. Αλλά δεν ευθύνεται αυτό για τη βρωμερή γλίτσα των κρατούντων.
Η νομιμότητα κείται μακράν. Αλλά δεν ήρθε η ώρα να την εξετάσουμε, όπως μας είπε ο Μητσοτάκης, επικαλούμενος το δικαίωμα της σιωπής σχετικά.
Το διεθνές δίκαιο κείται μακράν. Αλλά δεν ξέρεις με ποιον να θυμώσεις περισσότερο: με αυτούς που το καταπατούν βάναυσα, αυτούς που το παίρνουν σοβαρά ή αυτούς που το θυμούνται επιλεκτικά και υποκριτικά.

Η δημοκρατία κείται μακράν. Αλίμονο, όμως, σε όσους πίστεψαν πως η αστική δημοκρατία είναι κάτι άλλο, ριζικά διαφορετικό από τον αυταρχισμό, τα πραξικοπήματα και τις στρατιωτικές επεμβάσεις. Όπου δεν πίπτει λόγος, πίπτει ράβδος. Όπου δεν πέφτουν μόνες τους οι ανεπιθύμητες κυβερνήσεις, πέφτουν βόμβες. Εκεί που δεν πετυχαίνουν οι παρδαλές (αντ)επαναστάσεις, μιλάει η ωμή δύναμη των όπλων. Και η δημοκρατία τους βρωμάει φασισμό από μακριά, με τον ίδιο τρόπο που η ειρήνη τους φέρνει νομοτελειακά τον πόλεμο -και το σύννεφο τη βροχή.

Υπάρχουν και άλλα ενδιαφέροντα ζητήματα-ερωτήματα.

Αν η «μπολιβαριανή δημοκρατία» ήταν η πρακτική εφαρμογή μιας παλιάς προγραμματικής θέσης του κόμματος για το ΑΑΔΜ και μια αντι-ιμπεριαλιστική κυβέρνηση. Τι βάθος είχε, τι δυνατότητες και τι περιορισμούς ανέδειξε; Τι ρόλο έχει ένα ΚΚ στο πλαίσιο μιας τέτοιας διαδικασίας; Και τι έκαναν στην πράξη οι κομμουνιστές της Βενεζουέλας; Βοήθησαν στην προώθηση επαναστατικών διεργασιών; Έμπλεξαν -ανεξάρτητα από τη θέληση και τις προθέσεις τους- στα γρανάζια μιας σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης; Ή της made in USA αντιπολίτευσης -στραβώνοντας το κλαδί από την ανάποδη;

Αν στα χρόνια του Τσάβες υπήρχε άλλη δυναμική, με τον λαό στο προσκήνιο να αποτρέπει με μαζικές διαδηλώσεις μια αντίστοιχη εξέλιξη (πραξικόπημα και απαγωγή του ηγέτη του). Αν ο Μαδούρο είναι ένας ηγέτης με σαφώς μικρότερο ανάστημα, και ορισμένα φαιδρά χαρακτηριστικά, που δε στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων. Και αν η δική μας οπτική πρέπει να ξεφεύγει από τα μεμονωμένα άτομα, να βλέπει τον ρόλο της προσωπικότητας σε συγκεκριμένο πλαίσιο, εξετάζοντας τις γενικές τάσεις και τους νόμους που τις καθορίζουν. Αν η εύκολη ήττα της βενεζολάνικης ηγεσίας και η εκ των έσω διάβρωσή της δείχνει ποιο ήταν το βάθος του πολιτικού της εγχειρήματος. Και τέλος, αν μια χώρα με πλούσια κοιτάσματα έχει καλύτερη υλική αφετηρία για να γίνει (και να συνεχίσει να είναι) ο αδύναμος κρίκος της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας ή πρέπει να είναι έτοιμη να αντιμετωπίσει τις πιο ισχυρές πιέσεις -ακριβώς για αυτόν τον λόγο.

Αλλά δεν είναι η ώρα να ψάξουμε αυτές τις απαντήσεις, όπως θα έλεγε και ένας πρωθυπουργός.

Τετάρτη 31 Δεκεμβρίου 2025

Οι πρώην και οι επόμενοι - Φοβού τους πρώην και ψήφους φέροντας

Μετακείμενο, με σημειώσεις που τις έσβησε το κύμα της αμνησίας και της τεμπελιάς, αλλά δεν ήθελαν να φύγουν χωρίς να γίνουν κείμενο όταν μεγαλώσουν.

Κάθε σπίτι μια γωνιά του μικρού Χριστού; Όχι ακριβώς. Μα κάθε γειτονιά είναι ένα μικρό εργοτάξιο. Έρχονται για τον αγωγό που έσπασε, για τον δρόμο, για την οπτική ίνα, για τις γραμμές (του τρένου ή της άσπρης σκόνης), για κάτι κεραίες, για το ΚΑΦΑΟ. Ράβε-ξήλωνε, τρύπα-σκάψε, δουλειά να μη σου λείπει. Κάτι καινούριο μέρα-παραμέρα και εις διπλούν ή τριπλούν, γιατί δεν υπάρχει εργατικό κράτος και κάθε ιδιώτης-εταιρία κάνει τα δικά του. Παραγωγικός ορθολογισμός με αόρατη χείρα (που κινείται παλινδρομικά, σαν δείκτης κερδών) και μ-λ-κίες. Κι αν ρωτήσεις τους φίλους σου, διαπιστώνεις εμπειρικά ότι παντού έχουν μία από τα ίδια και νοσταλγούν τη χαμένη ησυχία τους. 

Μετακομίστε, μας έλεγαν, θα γνωρίστε ένα ήσυχο, ανθρώπινο περιβάλλον, μας έλεγαν.

Μικρός τσιγκλούσες τους μηχανικούς σφους να σου πουν το όραμά τους για τις πόλεις του μέλλοντος, με τα ιπτάμενα οχήματα, τις αερογραμμές του τρένου και την πλήρως ελεγχόμενη αυτοματοποιημένη κίνηση. Και είκοσι χρόνια μετά έρχεται η αληθινή ζωή να σε προσγειώσει στην μπαλωμένη άσφαλτο, με ένα σύνθημα των τεχνικών που ήθελαν να σκάψουν κάτω απ’ το αμάξι και έγραψαν στη γειτονιά: ΜΗΝ ΠΑΡΚΑΡΕΤΕ! Και ούτε ένα «σε αγαπώ» ή «μετακομίστε στο μέλλον της ανθρωπότητας» που θα είναι κόκκινο σαν το σπρέι τους και δε θα ξεθωριάσει ποτέ.

-.-

Οι πρώην είναι έρωτας, κόλλημα αξεπέραστο. Και βασικά φταίνε για όλα. Ιδίως αν πρόκειται για σχέση ζωής, όπως με το κόμμα ή την οργάνωση.

Οι πρώην είναι ξαναζεσταμένο φαγητό που δεν τρώγεται με τίποτα αλλά λυπάσαι να το πετάξεις -τα παιδάκια στην Αφρική είναι πάντα ένας καλός ανθρωπιστικός λόγος να ξανακυλήσεις σαν εξαρτημένος.
Μερικοί το προτιμούν καυτό -και μετά φυσάν και το γιαούρτι, αφού καούν στον οργανωτικό χυλό.
Κάποιοι το προτιμούν κρύο, όπως την πίτσα, τα γεμιστά ή τα ντολμαδάκια -τυχαίο παράδειγμα, χωρίς πολιτικές προεκτάσεις
Αλλά κανείς στα χρονικά δεν το προτιμά ξαναζεσταμένο.
Και η κουζίνα του μέλλοντος προφανώς δε θα έχει έτοιμες μαγικές συνταγές για όλα. Ό,τι φαγητό και αν μας σερβίρει, όμως, δε θα είναι μια απλή επανάληψη του παρελθόντος, με μπαγιάτικα υλικά και οράματα.

Οι πρώην είναι γυαλί που ράγισε, μαζί με την καρδιά μας. Και δεν ξανακολλά. Κι όσοι παν να συγκολληθούν τεχνητά στην κάλπη, είναι σαν το παιδάκι που βάζει τα θρύψαλα του καθρέφτη στη θέση τους, για να μην το καταλάβει η μαμά του και το μαλώσει. Καθρέφτη-καθρεφτάκι μου ποιος είναι ο πιο αριστερός; Και έναν καθρέφτη συνεχώς έχω μπροστά μου, σχετικά αντικειμενικό μες στην παραμόρφωσή του. Καθρέφτης σου είμαι κοινωνία και σου μοιάζω. Αλλά ο καθρέφτης έσπασε, ο δρόμος χαράχτηκε.

Οι πρώην είναι το δις εξαμαρτείν ου κόμματος σοφού, γιατί διδασκόμαστε από την πείρα μας, χωρίς να ξεπέφτουμε στη λαθολογία του συρμού, όπως διάφοροι επαγγελματίες λαθολόγοι. Και μην απορήσεις αν δεις τα ίδια άτομα που μας χτυπάν τη Βάρκιζα (τέλος) να αποφαίνονται με ύφος πως το ΚΚΕ υποτιμά και αποκηρύσσει την πείρα του ΕΑΜ -που οι ίδιοι αντιθέτως τιμούν, αλλά Βάρκιζα τέλος και ντροπή σε όσους την υπέγραψαν.

Οι πρώην είναι πάντα οι καλύτεροι, που κανείς δεν μπορεί να τους φτάσει και να συγκριθεί μαζί τους. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να τα νοσταλγείς, να λειαίνεις τις γωνίες, τις άσχημες αναμνήσεις. Πιες σε όλες τις ωραίες μας στιγμές και ξέχνα βολικά τις υπόλοιπες. Ναζνταρόβιε.

Οι πρώην είναι πάντα οι χειρότεροι, αυτοί που φταίνε για όλα και την καμένη γη που παραλάβαμε. Προδότες, ανανήψαντες, υποκριτές, που στρέφονται εναντίον μας με τον μεγαλύτερο ζήλο, όπως οι βασανιστές της Μακρονήσου, για να ξορκίσουν το παρελθόν τους, που έδειχνε πως θα είχαν γίνει άλλοι.

Το αποτύπωσε ωραία σε ένα σκετς του ο Χάρρυ Κλυνν, στα χρόνια της Περεστρόικα (λίγο πριν γίνει πρώην και αυτός), με το αχτίφ και τον ινστρούχτορα που ρωτάει τα Κνιτάκια: ποιος είναι ο μεγαλύτερος προδότης στην ιστορία του κινήματος;

-Ο Στάλιν, κύριε. -Μπράβο, παιδί μου.
-Ο Χρουτσόφ, κύριε. -Εύγε και γεια.
-Ο Γκορμπατσόφ, κύριε. Χάνει το χρώμα του, χαστουκίζει τον Κνίτη.
-Λέγε, ρε, ποιος σου έδωσε τα θέματα της επόμενης χρονιάς...

Σε ένα άλλο σκετς του, ο Χάρρυ Κλυνν έψαχνε τη ρίζα του κακού, που έπρεπε να την ψάξουμε στο παρελθόν, πριν την Αλλαγή, πριν τη Χούντα, πριν τον εμφύλιο και την Κατοχή, πριν τον Μεταξά, πριν τον τυχοδιωκτισμό στη Μικρασία, πριν τους Βαλκανικούς, πριν, πριν, πριν... για να καταλήξουμε πως για όσα γίνονται φταίει αντικειμενικά ο... Καποδίστριας!
Αλλά τι φταίει και αυτός (ο Γιάννης) για τη μουσμουλιά του Σμαραγδή και όσους συρρέουν μαζικά να την δούνε; Λες να τους δίνουν τζάμπα πατατάκια (αστικά) και ποπ κορν;

Οι πρώην είναι η μεγαλύτερη δύναμη -πρώτο κόμμα- της Αριστεράς. Μια αστείρευτη δεξαμενή ψήφων, οπαδών, απεργών ή μαύρων σκυλιών που πέρασαν απέναντι, όπου μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές (χωρίς κόμμα). Αυτοί που έκαναν κάποτε το μεγάλο βήμα και οργανώθηκαν, και ύστερα δύο βήματα πίσω, ακολουθώντας τις οδηγίες του Βλαδίμηρου και μένοντας τώρα με τη λενινιστική απορία «τι να κάνουμε». Μα ίσως κάτι κράτησαν και αν γίνεις μια φορά κόκκινος, μένεις τέτοιoς για πάντα. Να δεις που πάλι σύντροφοι θα ’μαστε στους αγώνες...

Το ίδιο το ΚΚΕ είναι μια συλλογή πρώην (σφων και στιγμιότυπων), συνθηκών που άλλαξαν, παλιών ιδεών που ωρίμασαν σε μια πορεία χρόνου, σχημάτων που ξεπεράστηκαν. Πρώην Φεντερασιόν, πρώην ΣΕΚΕ, πάλαι ποτέ παράνομο, πάλαι ποτέ με την Αλλαγή και τη θεωρία των σταδίων, πρώην ΑΑΔΜ, κάποτε με την ανεξάρτητη Μακεδονία, πάντα με το γεωγραφικό όνομα της πρώην ΠΓΔΜ, σταθερά και διαχρονικά με τους εργάτες και την επανάσταση.

Το κόμμα έχει μια μεγάλη αγκαλιά για όποιον (ξανα)σηκώνεται -επιτρέπεται να πέσει, επιβάλλεται κτλ- αλλά όχι πάντα, όχι ακριβώς. Φοβού τους πρώην και ψήφους φέροντας. Αλλά ακόμα και αν κάποια επαναπροσέγγιση δεν πήγε πολύ καλά, δε χρειάζονται αφηρημένες γενικεύσεις, ούτε λιγότερη μεγαθυμία. Απλώς πιο προσεκτικά κριτήρια, λογικά και όχι τόσο εκλογικά. Ναι στην εκλογίκευση, αλλά χωρίς κάλπες.


Και γιατί μας τα λες τώρα όλα αυτά, Απολίθωμα; Πώς συνδυάζονται όλα τα παραπάνω; Μήπως είναι καλύτερα να γίνεις πρώην από το να σε έχουν παρκαρισμένο σε καμιά εδαφική και να ενοχλείς όσους θέλουν να δουλέψουν;

Πολύ καλή ερώτηση, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ τη σωστή απάντηση-αφορμή. Ίσως να ήταν ένας πρώην Πασόκος, που έγινε πρώην ροζ Πασόκος και έβλεπε στα δόντια τους άλλους πρώην -που δεν ήταν καθαροί, σαν την αφεντιά του- αλλά μας άφησε παρακαταθήκη την ομοφοβία του, πριν γίνει πρώην ΚΚΕ και γεμίσει το κενό της ζωής του, φτύνοντας εκεί που έγλειφε, σαν γνήσιο άτομο με αρχές. Ή κάτι άλλοι πρώην που είχαν όλους τους λόγους του κόσμου να τον εκθέσουν, αλλά παραλίγο να τον κάνουν μάγκα με μια λαθροχειρία χωρίς λόγο ύπαρξης.

Ίσως να ήταν ένας άλλος πρώην που ξαναπροσέγγισε με θόρυβο και μεταφράσεις το κόμμα, για να το εγκαταλείψει με πάταγο, επειδή αυτό εγκατέλειψε τον αντι-ιμπεριαλισμό (δηλαδή τη Ρωσία) και τις θέσεις του για τα ομόφυλα -το μάθατε πρώτοι εκεί, εμείς όλα τελευταίοι τα μαθαίνουμε. Και κατάφερε να αποχωρήσει από μια προσωποπαγή οργάνωση, που τον αποχαιρέτησε με πολιτικό πολιτισμό, σαν γυρολόγο, τύπου: του ευχόμαστε καλή συνέχεια στον επόμενο σταθμό της καριέρας του.

Ίσως φταίει απλά ο παλιός ο χρόνος, που κοντεύει να γίνει πρώην και θέλει να κλείσει κάποιες εκκρεμότητες, πριν συμπυκνωθεί ιστορικά στις μνήμες μας. Κι άλλος τέτοιος να μη μας βρει. Αρκεί να μη μας κάνει το ’26 να τον νοσταλγήσουμε. Και οι πρώην είναι συνήθως οι καλύτεροι χειρότεροι -καλή ώρα αυτός που διαβάζετε...

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2025

Πόλη ανάδελφη

Μισεύω/γυρίζω και τα μάτια μου δακρύζουν παγωμένα
Αχ Σαλούγκα μου γλυκιά/θες τσεκούρι και φωτιά (σαν το ’17)
Αχ Σαλούγκα μου γλυκιά/σφυρί, δρεπάνι και γροθιά (σαν το ’17)


Τι κάνει ένα έθνος να ξεχωρίζει από τα υπόλοιπα; Έχει αντικειμενική υπόσταση/οντότητα ή είναι νοητική κατασκευή; Και αν το ένα δεν αποκλείει απαραίτητα το άλλο και πρέπει να ψάξουμε ποιο είναι το πρωτεύον; Και τι άλλο θα ήταν αυτό πέρα από την παραδοχή πως τα έθνη είναι ένα ιστορικό φαινόμενο, οργανικά συνδεμένο με την εμφάνιση-εξέλιξη του καπιταλισμού και την επιδίωξη των αστικών τάξεων να βγουν στο προσκήνιο και να δημιουργήσουν ενιαίες μεγάλες αγορές; (Αυτό δηλαδή που τις ωθεί σήμερα να παραχωρούν κομμάτι της εθνικής κρατικής κυριαρχίας σε διακρατικές, ιμπεριαλιστικές ενώσεις, χωρίς να απεμπολούν όμως την εθνική βάση δράσης και εκπροσώπησής τους).

Κι αν τέλος πάντων έπρεπε να φέρουμε τον σφο με το μουστάκι και την εργασία του για το εθνικό ζήτημα, στον 21ο αιώνα, ποια θα διακρίναμε ως τα γνωρίσματα ενός εθνικού κράτους; Μην είν’ θρησκεία με θεό τον Γκάλη, Ολυμπιακάρα και ξερό ψωμί και ΠΑΟ ολέ και γκολ με το τσουβάλι και τρίποντα; Αν ήταν έτσι, θα ’χαμε άσβερκους όρτοντοξ μπρατς για πατριώτες και το ξανθό γένος του Βλαδίμηρου (όχι του Τκατσένκο). Και αν η μυρωδιά των μπούρεκ σε μια pekara στο Μπέογκραντ ή μιας πλεσκάβιτσα σε στρόγγυλο ψωμάκι δε σε γυρίζει στα παιδικά σου χρόνια, που είναι η μόνη μας πατρίδα, δεν απομένει στον κόσμο ελπίδα καμιά.

Οι προλετάριοι χρειάζονται πάντα παυσίπονα, για να αντέξουν τη σύγχρονη κοιλάδα των δακρύων και την Ελλάδα των Τεμπών -που είναι κομμένη στα δύο, ταξικά παρά γεωγραφικά. Αλλά το σύγχρονο όπιο των λαών είναι η στρογγυλή θεά κάθε απόχρωσης. Μπάλα είναι και γυρίζει, σαν τον τροχό της ιστορίας, που μένει κολλημένος στη λάσπη, σε ακατάλληλα γήπεδα και συνθήκες, σαν τις εκλογές. Ή τα μυαλά των παιδιών στην κερκίδα, που είναι υπάλληλοι και σκοτώνουν κάθε ελπίδα, και γενικώς ό,τι κινείται -για να αλλάξει.

Και μετά... Μετά... Μετά πήγε και έπεσε στον γκρεμό και στο κενό μεταξύ πραγματικότητας και ΕΤΕ. Όρκο παίρνω καλό κείμενο μπορεί να γινόταν. Αλλά η κε του μπλοκ έχει απομακρυνθεί χωροχρονικά και ψυχικά από το ταξίδι στη ΛΔ του Βορρά, για να πιάσει το νήμα των συνειρμών που γεννήθηκαν στη διάρκειά του. Ό,τι ακολουθεί είναι απλώς μια μικρή διάσωση σπαραγμάτων, σαν ερείπια της μνήμης και άλλοθι στον ψυχαναγκασμό μου να μην αφήσω εκκρεμότητες και ατελή προσχέδια σημειώσεων.

Σαν βγεις στον πηγαιμό για τη ΛΔ, διαβάζεις τα νέα των Αθηνέζων -σε site και ομαδικές συνομιλίες. Βροχές, πλημμύρες, κατακλυσμός, δευτέρα παρουσία -χωρίς σοσιαλισμό. Ακυρώνονται μαθήματα, πιλάτες, εγχειρίσεις, ραντεβού για νύχια, κλείνουν τα σχολεία, παίρνουν άδειες ειδικού σκοπού για τη δουλειά. Σε ρωτάνε ανήσυχοι οι φίλοι σου τι γίνεται κάτω, παίρνεις το σκυθρωπό, αγέλαστο βλέμμα που αρμόζει στη σοβαρότητα της κατάστασης και απαντάς λιτά και δωρικά: έβρεξε. Μία λέξη, μία πόλη, ένα δράμα.

Την ίδια στιγμή, τα Γιάννενα πλημμύρισαν από γέλια μέχρι δακρύων. Και εσύ βλέπεις την πρόβλεψη του καιρού για μια πόλη γεμάτη υγρασία και ερωτισμό, που κάνει το μαλλί σου Κατσαρό (σαν της Μόνικα στα Μπαρμπέιντος) και σου δίνει εφόδια για την ξηρασία του μέλλοντός μας. Βροχές, ψιχάλες, έντονες βροχοπτώσεις και λίγες καταιγίδες για ποικιλία. Κι η λιακάδα θα ’ναι μόνο, κάνα δυο φορές τον χρόνο. Μια ψιχάλα απ’ τη ζωή μας, ολόκληρη η δική τους...

Ένας φίλος λέει πως στην Αθήνα δε βρέχει ποτέ κι οι συνάδελφοί του τον παίρνουν στο ψιλό. Αλλά αυτός ξέρει -γιατί έχει σπουδάσει στην Πάτρα. Ξέρει πως δε βρέχει ποτέ -δηλαδή σπάνια, ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα και την κατάρα του Ποσειδώνα για μια πόλη που ονειρεύεται τα λιβάδια της Ποσειδωνίας και το καλοκαίρι βλέπει τις ελιές της να ξεραίνονται από λειψυδρία.

Θα τα βρούμε τα πράσινα λιβάδια
Θα το βρούμε το μαγικό νερό.
Φλερτάρω με τον θάνατο ή με τη ζωή
Δεν είναι πια δική μου επιλογή

Στην Αθήνα, λοιπόν, δε βρέχει. Όταν βρέχει, βασικά ψιχαλίζει για λίγη ώρα και σταματά. Αν βρέξει δυνατά, δε θα είναι για πολλή ώρα. Και αν κρατήσει πολύ, αντίο ζωή. Η πόλη βουλιάζει, σπίτια πλημμυρίζουν, χάνει η μάνα το παιδί, που κάνει τα θρανία του γέφυρα για να γλιτώσει, ενώ η γιαγιά περιμένει το κλαρκ για να βγει από τον ηλεκτρικό και ο μπαμπάς μπορεί να ζει τον μύθο του εγκλωβισμένος σε ένα αστικό, που βουλιάζει κάθε νύχτα στη στεριά.

Οι Αθηνέζοι αντιμετωπίζουν τη βροχή, όπως οι Ινδοί το χιόνι (σαν εξωτικό, ακραίο καιρικό φαινόμενο) κι είναι ικανοί να πνιγούν σε μια κουταλιά νερό. Στην άλλη μισή Ελλάδα γελάνε ειρωνικά, όχι επειδή έχουν καλύτερες πόλεις, απλώς γιατί έχουν συνηθίσει -τη βροχή, τις πλημμύρες, τους δρόμους που γίνονται ποτάμια (επειδή χτίστηκαν πάνω σε ποτάμια), τα μπαζωμένα ρέματα κτλ. Όλες οι πόλεις μας είναι απέραντα μπουρδέλα χωρίς φωτάκια -σχέδιο πόλης κι αμοιβές για τους ενοίκους. Και η πιο σοβαρή «αντιπλημμυρική προστασία» τους είναι η ηλιοφάνεια και το αμφιθεατρικό τους χτίσιμο (αν έχουν).

Ναι αλλά ποτίστηκε η αττική γη, σκέφτεσαι. Να γλιτώσουν τουλάχιστον τα δεντράκια. Κι ύστερα διαβάζεις για το ιστορικό χαμηλό στα αποθέματα νερού και τον οξυμένο κίνδυνο για γενικευμένη λειψυδρία στο λεκανοπέδιο. Το αθηνέζικο κράτος είναι η καλύτερη εισαγωγή στη διαλεκτική ως τέχνη των αντιθέσεων -όπως όταν διψάς, σχεδόν κορακιάζεις, αλλά σε πιέζει η φούσκα σου για τουαλέτα. Ή όταν έχεις βουλιάξει στην αρχαία σκουριά της σοσιαλδημοκρατίας και μιλάς για ανανέωση, με όχημα κόμματα της σειράς που πάνε κατευθείαν στην πολιτική ανακύκλωση.

Σε λίγα χρόνια, η αθηναϊκή πολιτεία θα είναι σαν σκηνικό του Γκοσινί στην «Κούρσα του Μισισσιπή», όπου ο ποταμός πλημμυρίζει και ξεραίνεται πιο γρήγορα από τη σκιά του (1 Mississipi, 2 Mississipi) και τα ψάρια έμεναν για λίγο μετέωρα στον αέρα πριν πέσουν ψόφια στο νερό -ή ό,τι είχε μείνει από αυτό.

Η Σαλούγκα όμως σε ποιο έθνος-κράτος ανήκει;

Κλιματικά μιλώντας είναι αλλού, σχεδόν Ευρώπη, απέραντος βάλτος όπου ευδοκιμεί ο φασισμός και η σπορά των ηττημένων του '45. Δεν έχει τυχαία ως τοπόσημο ένα αφηρημένο έργο με ομπρέλες -και ας μην την βοηθάν τόσο να μην πνιγεί στο φασιστικό σκατό και τους νοσταλγούς της χούντας. Πρέπει να βρει πολλές ιδέες εξάλλου για να καλύψει το χνάρι της Φεντερασιόν και του δικού της Μάη (του '36).

Θρησκεία της έχει το κέρδος και τον επιχειρηματία της ομάδας -όπως ακριβώς οι χαμουτζήδες. Ποντάρει στον θρησκευτικό τουρισμό για ανάκαμψη, αλλά έμεινε χωρίς τα τουριστικά στίφη του απόκληρου ξανθού γένους. Και γκρινιάζει για τις λιγοστές αφίξεις επισκεπτών, αλλά αυτή είναι η βασική της ελπίδα να κρατήσει κάτι αυθεντικό στην ταυτότητά της -αν υποθέσουμε ότι της έχει μείνει κάποια.

Διατροφικά βάζει ένα σωρό μπαχάρια για να κρύψει τις αδυναμίες της και είναι μια μικρογραφία της Πόλης -που είναι καλύτερο να την φάμε, παρά να την πάρουμε πολεμώντας- με θέα στη Μεσόγειο και συνταγές δύο ηπείρων και πέντε θαλασσών. Η κουζίνα είναι άλλωστε το μοναδικό προϊόν που εξάγει -κυρίως στο κράτος των Αθηνών.

Γλωσσικά, βγάζει κουτσά-στραβά συνεννόηση με την υπόλοιπη Ελλάδα, εκτός αν μιλάμε για φαγητό -πιτόγυρα και κασέρια (όπως λέμε cheese, queso ή Käse). Αλλά μιλά με το ζόρι κάποιας μορφής ελληνικά, ενώ κάποτε οι κάτοικοί της ήξεραν τα βασικά σε 4-5 ιδιώματα τουλάχιστον, για να συνεννοούνται μεταξύ τους. Ποιος είπε πως η εξέλιξη είναι πάντα συνυφασμένη με την πρόοδο;

Μουσικά παν να γίνουν όλα ίσωμα, στο πλαίσιο ενός παγκόσμιου χωριού, με κοινοτάρχη-δισκοβόλο τις ΕΠΑ. Αλλά η Σαλούγκα διατηρεί ισχυρά οθωμανικά κατάλοιπα και μια χάλκινη, μακεδονική ψυχή, που την κρατά σε επαφή με τους γείτονες, όταν δεν επικρατεί ο θόρυβος και η μαστούρα της εθνικιστικής υστερίας-καθαρότητας.

Όσο για πολιτισμό, επικαλείται κάτι βαρύγδουπα τρισχιλιετή ιστορικά σχήματα, που είναι σαν τα χοντροκομμένα ψέματα που βάζεις για να γεμίσεις τα κενά στο βιογραφικό σου.

Παρά τις ελαφριές, σχεδόν κωμικοτραγικές καταστάσεις που ζει -σαν το Μετρό της και την ιστορία του Ραφαηλίδη- είναι σε όλα της πιο βαριά: από τον ουρανό και το κλίμα, μέχρι τις γεύσεις και τα πιάτα της (για να αντιμετωπίσει το κρύο). Κι από τη βαριά παλικαρίσια αναπνοή ή την προφορά του λάμδα, μέχρι το μακιγιάζ και τα ρούχα των γυναικών της. Ή τις προοπτικές που (δεν) ξανοίγονται στον ορίζοντα, μια μέρα τυλιγμένη στην ομίχλη.

Και είναι τρομερό -σχεδόν διαλεκτικό- πώς η πόλη αυτή βαυκαλίζεται πως έχει μείνει αναλλοίωτη στον χρόνο, λες και ανήκε στη χώρα των Βάσκων, ανακαλύπτοντας παράλληλα μια σειρά φαντασιακούς ιστορικούς δεσμούς και αφηγήματα στη θέση όλων αυτών που την συνδέουν με τη βαλκανική γειτονιά της. Κι αν είσαι μουσικό συγκρότημα καλύτερα να μην παίζεις, να μη γελάς και απλά να σωπαίνεις με τόση εθνικιστική βλακεία γύρω μας. Αλλά πώς να σωπάσεις μέσα σου την ομορφιά του κόσμου.

Κι ενώ απολαμβάνεις στην Τούμπα (στο Maple της Διαγόρα) το καλύτερο βάσκικο τσιζκέικ των Βαλκανίων και έχει πέσει ο μισός Ατλαντικός πάνω σου μες σε ένα τριήμερο, πετυχαίνεις τα τοπικά τάγματα εφόδου του Ιβάν να φωνάζουν χωρίς προφανή λόγο: Πουτάνας γιοι αναρχικοί! -ζέσταμα μετά το ντέρμπι για το επόμενο ΕΠΑΛ. Και αν καθαρό τον βρήκες τον ουρανό μας, δε σε γέλασε, ούτε σου έδωσε ποτέ δείγματα πως θα είναι εύκολη και ανέφελη η έφοδός μας σε αυτόν.

Κάπου εκεί παραδίδεις πνεύμα -αλλά όχι τα όπλα. Παραγγέλνεις δέκα βάσκικα για τον δρόμο. Και αναφωνείς: Αθήνα, αγάπη μου. Έλα πάρε με από εδώ...

Σάββατο 27 Δεκεμβρίου 2025

Ένα, δύο, πολλά Βιετνάμ - βιβλία

Μπορούμε να νικήσουμε τον φασισμό με βιβλία; Εδώ δε νικήσαμε τον ιμπεριαλισμό με Βιετνάμ, ίσως γιατί ήταν δύο (το νότιο και το δικό μας που νίκησε) και δεν έγιναν χιλιάδες. Μήπως τότε θα τον νικήσουμε με χιλιάδες βιβλία (και Βιετνάμ); Όχι σφοι, δεν μπορούμε να το πούμε αυτό. Ούτε καν με πολλά τα-ξίδια. Ούτε καν αν βγάλουμε το οριστικό άρθρο, μείνουν τα ξίδια και τα βλέπουμε όλα διπλά -ή χιλιάδες. Και δεν ήταν τυχαία η έκδοση για τον αλκοολισμό κι η αναφορά στις Θέσεις για φαινόμενα εξάρτησης σε κάποιους σφους (και δεν εννοεί ανισότιμης).


Στην τελική, ποιος διαβάζει σήμερα; Λιγότεροι και από όσους κάνουν ταξίδια μακρινά και ακριβά -αλλά πιο φτηνά από ό,τι οι πτήσεις εσωτερικού. Οι περισσότεροι πάσχουν από διάσπαση προσοχής -και αυτός ο φλύαρος πρόλογος έχει ήδη υπερβεί το όριο ανοχής του μέσου χρήστη ΜΚΔ -χωρίς να γίνομαι αρνητής η ΜΚΔμάχος. Αλλά ποια ταξική συνείδηση να αποκτήσεις με ένα θρυμματισμένο μυαλό, χίλια μεταμοντέρνα κομμάτια τα 24 της καράτια -σαν τη χρυσή λάρνακα της Βεργίνας, σύμβολο για κάθε Μακονομάχο, που αντιστέκεται στην Banda Entopica και τους Σλάβους που μας κλέβουν τις νότες και τον Βουκεφάλα. Και έχει ένα σωρό βιβλία (του Άδωνη και του Λιακόπουλου) που του μαθαίνουν το μεγαλείο της φυλής του -κι εγώ ξένος μετανάστης σου, Ελλάς.

Ανακεφαλαιώνοντας -χωρίς κεφάλαιο: με τα βιβλία δε θα νικήσουμε τον φασισμό, μπορούμε όμως να καταπολεμήσουμε την οργανωμένη πλήξη και να φτιάξουμε ωραίες λίστες, σαν αυτή που ακολουθεί. Αλλά για να διαφέρει απ’ τις άλλες, δεν περιλαμβάνει προτάσεις με τα καλύτερα της χρονιάς, αλλά ενδιαφέροντα βιβλία, από τα οποία ωστόσο η κε του μπλοκ κρατά κριτικές αποστάσεις -μικρές ή μεγαλύτερες, ανάλογα την περίπτωση.

Τζόναθαν Κόου - Μέση Αγγλία (Εκδόσεις Πόλις)


Ο Κόου έχει χιούμορ, ωραία γραφή και καλές προθέσεις -που στρώνουν συχνά τον δρόμο προς την κόλαση. Θέλει να μας μιλήσει για τον καθημερινό φασισμό και τους ρατσιστές της διπλανής πόρτας και τις τοξικές συμπεριφορές που ευδοκιμούν στο έδαφος της κρίσης. Παρουσιάζει ορισμένους χαρακτήρες που ξεχνάνε την ανθρωπιά και τα ταξικά τους γυαλιά -το πρώτο ακριβώς λόγω του δεύτερου- ξεσπώντας ενάντια στους ξένους, και καταστάσεις διχασμού και κοινωνικής αποσύνθεσης -, όπως στα χρόνια των πρώτων μνημονίων και του δημοψηφίσματος -μια ενδιαφέρουσα γέφυρα της πλοκής με τα καθ’ ημάς.

Έχει διάφορες συγγραφικές αρετές, έχει όμως και συγκεκριμένο πολιτικό ταβάνι, που μοιάζει να είναι η κριτική στήριξη στους Εργατικούς -με περιθώρια συνεννόησης με τους μετριοπαθείς Τόριδες- ή αλλιώς ο πόλεμος εναντίον των άκρων. Διαβάζοντας το βιβλίο στα ελληνικά δεδομένα, τον κατατάσσεις νοερά στους μετριοπαθείς ακροκεντρώους του «Μένουμε Ευρώπη». Κι οι δύο Αγγλίες-Βρετανίες που διακρίνει ο Κόου δεν έχουν ταξικό πρόσημο, αλλά είναι του Brexit και του Bremain (αποχώρηση vs παραμονή στην ΕΕ). Ή με γεωγραφικούς όρους, το δύσκολο, εξωστρεφές, συναρπαστικό Λονδίνο, με τα χίλια πρόσωπα και ισάριθμες φυλές, σε αντίθεση με την οπισθοδρομική επαρχία των Midlands, που βουλιάζει στην παρακμή της αποβιομηχάνισης και γίνεται η κοιτίδα του συντηρητισμού -αν και τα πιο πολλά αστικά φυντάνια ξεπηδάνε από το φυτώριο της Οξφόρδης. Ή με εκπαιδευτικούς όρους, η διανόηση ενάντια στην ανειδίκευτη εργατιά και τα ξεπεσμένα, λούμπεν τμήματα της κοινωνίας.

Το βιβλίο έχει πολλές καλές στιγμές, ρεαλιστικούς διαλόγους - χαρακτήρες, ωραία χρήση της ειρωνείας και μια σειρά προβληματισμούς για τη διαπλοκή πολιτικού και προσωπικού στις καθημερινές μας σχέσεις (φιλικές, ερωτικές) ή τα όρια της ανοχής μας στους πολιτικούς μας αντιπάλους, όταν εκφράζουν ακραίες -και όχι απλώς αντίθετες- απόψεις. Κι ο φασισμός δεν είναι απλώς άλλη μια άποψη.

Στο τέλος, όμως, θα μάθουμε όλοι να συνυπάρχουμε. All we need is love. And European Union. Ίσως και τα means of production, θα πρόσθετε κάποιος. Ίσως σε κάποιο επόμενο βιβλίο - Thank you next.

Ο Σωτήρης Πέτρουλας μέσα από τα χειρόγραφά του (εκδόσεις Εύμαρος)


Τι μαθαίνουμε για τη σκέψη του Πέτρουλα, μέσα από τα γραπτά του και κάποιες χειρόγραφες σημειώσεις του; Μας παρουσιάζεται μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπικότητα υπό διαμόρφωση, με ανησυχίες και προβληματισμούς, που μπορεί να μην έχει φτάσει ακόμα σε κορυφές πολιτικής ωριμότητας (μιλάμε άλλωστε για έναν 23χρονο φοιτητή της ΑΣΟΕΕ), μας καλεί όμως σε καινούρια μονοπάτια, όχι με τα τραγουδισμένα γαλάζια μάτια του ή την αυτοθυσία του, αλλά με το κριτικό του πνεύμα ή τις αποστάσεις που φαίνεται να παίρνει από την πολιτική ουράς προς την Ένωση Κέντρου και τις σοσιαλδημοκρατικές τάσεις στις γραμμές της.

Η δολοφονία του από το αστικό κράτος ήταν πιθανότατα στοχευμένη -και όχι τυχαίος θάνατος (ενός αριστερού)-, αν συνυπολογίσουμε τις σχετικές μαρτυρίες για τις απειλές που λάμβανε από (παρα)κρατικά όργανα, για να κάτσει στα αυγά του -τις οποίες μοιράστηκε με τους σφους του, χωρίς να τις πάρει τοις μετρητοίς, θεωρώντας ίσως ότι είναι μια απόπειρα εκφοβισμού του.

Η δολοφονία αυτή έγινε στο αποκορύφωμα των Ιουλιανών αλλά και σε μια ιδιαίτερη συνθήκη για την ΕΔΑ, που σε εκείνη τη συγκυρία διακρινόταν από ένα ιδιότυπο αντιφατικό μίγμα «πολιτικού φιλελευθερισμού»-ρεφορμισμού, με αντίστοιχα «ανοίγματα» αλλά και αυστηρές οργανωτικές αρχές, εν μέρει κληροδοτημένες από τη δομή των κομμάτων Νέου Τύπου, αλλά κυρίως ως καρπός της ανάγκης, λόγω της... «βαθιάς ημιπαρανομίας» της ΕΔΑ -και της παρανομίας του ΚΚΕ που δρούσε μέσα από τις γραμμές της.

(Σημειώνω παρενθετικά πως ο συγκεντρωτισμός, ως πόλος στη διαλεκτική έννοια του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού», δεν υπαγορεύεται ως οργανωτική αρχή μόνο σε αυταρχικά και δικτατορικά καθεστώτα, όπως υποστηρίζει πχ η Έλλη Παππά στην μπροσούρα της «ο Λένιν χωρίς λογοκρισία και εκτός μαυσωλείου». Και επίσης πως το μοναδικό, σύγχρονο δείγμα ενός μαζικού «συγκεντρωτικού ρεφορμισμού» είναι ίσως το ΑΚΕΛ, που κράτησε σε μεγάλο βαθμό την οργανωτική μορφή ενός ΚΚ χωρίς το πολιτικό περιεχόμενο -κάτι που εξηγεί εν μέρει γιατί άργησαν να φανούν στο εσωτερικό του ρήγματα και τάσεις αμφισβήτησης της πορείας ενσωμάτωσής του στο αστικό πολιτικό σκηνικό).

Ο Πέτρουλας υφίσταται πειθαρχικά μέτρα και ποινές, με την κατηγορία του φραξιονισμού -για τις συναντήσεις της ομάδας του, με το όνομα Σοσιαλιστική Συνειδητοποίηση (ΣΟΣΥΝ)- αλλά γλιτώνει προσωρινά τη διαγραφή χάρη και στη μετεξέλιξη της Νεολαίας ΕΔΑ στο πιο ανοιχτό σχήμα των Λαμπράκηδων, που είναι μια άλλη οργανωτική δομή.

Παρακάμπτω τα ενδιαφέροντα πλην πολυσυζητημένα ερωτήματα για τα Ιουλιανά, αν υπήρχε επαναστατική κατάσταση και πώς χειρίστηκε η ΕΔΑ το ζήτημα της κηδείας του Πέτρουλα. Καθώς και το ζήτημα της δυναμικής ανάπτυξης των Λαμπράκηδων, της ιδεολογικής ηγεμονίας και μιας πολλά υποσχόμενης δεκαετίας, που διακόπηκε απότομα και πραξικοπηματικά, σηματοδοτώντας μια «χαμένη άνοιξη», όπως έγραψε ο Τσίρκας, αποδίδοντας λογοτεχνικά -μεταξύ άλλων- μια εποχή και την κηδεία του Σωτήρη -χωρίς να με προσβάλει προσωπικά σαν αναγνώστη, τουλάχιστον όχι όπως στις «Ακυβέρνητες Πολιτείες», πολιτικά μιλώντας πάντα.

Τι άλλο κρατάμε από το βιβλίο; Τους γόνιμους, σχεδόν «γκεβαρικούς» προβληματισμούς του Πέτρουλα για τους κομμουνιστές και την ανάγκη να ζουν σύμφωνα με τις αρχές τους -και όχι σε χαλαρή, θεωρητική και μόνο σύνδεση μαζί τους. (Ενδιαφέρον ζήτημα που σηκώνει κουβέντα και μια σειρά προεκτάσεις).

Και τις αφηγήσεις του παλιού του σ/φου -και εν ζωή ακόμα- Γιώργου Βοϊκλή. Πχ για το φωτεινό σφυροδρέπανο που έλαμψε στο δημαρχείο του Περιστερίου, χάρη σε ένα (επιστημονικο)τεχνικό τέχνασμα του «κόκκινου δάκτυλου», που δεν είχε όμως την έγκριση της καθοδήγησης της ΕΔΑ. Και για την εκλογή του εμβληματικού Δημ. Φωλόπουλου στο Δήμο, χωρίς την ενεργό συμμετοχή του ίδιου στον προεκλογικό αγώνα, για να μην έρθει σε αντιπαράθεση με την επιλογή της ΕΔΑ να στηρίξει τον υποψήφιο της Ένωσης Κέντρου!

Δεν έχουμε, ωστόσο, πολλά να κρατήσουμε από το επίμετρο του Κεφαλή, που έχει άπειρες πολιτικές εμμονές και αν είχε blog θα μπορούσε να υπογράφει τα κείμενά του ως γκορμπατσοφικό απολίθωμα (ίσως ο τελευταίος «μαρξιστής» -κατά δήλωσή του τουλάχιστον- που υποστηρίζει τον επαναστατικό μεταρρυθμιστικό χαρακτήρα της Περεστρόικα).

Αντιθέτως, ο αναγνώστης μπορεί να κερδίσει περισσότερα από τη μυθιστορηματική βιογραφία του Σ.Π. από τον Αλεξάτο -που σέβεται τα ιστορικά γεγονότα και δεν αυτονομείται σε ενοχλητικό βαθμό, ούτε έχει -κατά τη γνώμη μου πάντα- τις αδυναμίες μιας προγενέστερης λογοτεχνικής του απόπειρας για την πλατεία Μπελογιάννη -μυθιστόρημα εναλλακτικής ιστορίας.

Η ακροδεξιά βία της γερμανικής Επανένωσης (εκδόσεις ΚΑΜΙΟΝΕΤΑ)


Θέμα ξεχασμένο -για την ακρίβεια αποσιωπημένο- στην επίσημη ιστοριογραφία και άκρως ενδιαφέρον. Το τελικό αποτέλεσμα όμως είναι μάλλον απογοητευτικό. Το βιβλίο είναι κακογραμμένο -χωρίς να ξέρω αν αυτό αφορά κυρίως τη μετάφραση ή τα γλωσσικά φετίχ του χώρου. Το μεγαλύτερο μέρος της έκδοσης αποδελτιώνει απλώς δημοσιεύματα του Τύπου και αναπαράγει κάποιες μαρτυρίες -μάλλον φλύαρες και όχι τόσο ζουμερές.

Ακόμα και έτσι, μιλάμε για συνταρακτικά γεγονότα (οργανωμένες επιθέσεις και πογκρόμ εναντίον μεταναστών και αριστερών-αναρχικών ομάδων) και μια εξόχως γλαφυρή σημειολογία, με τη δυναμική επανεμφάνιση των νεοναζί στη συγκυρία της Επανένωσης και του «δημοκρατικού θριάμβου». Οπότε κι οι πιο απλές ιστορικές αναφορές έχουν μεγάλη αξία. Αρκεί να μη σκοντάψουμε σε πολιτικούς σκοπέλους.

Στο πλαίσιο ενός «συνεπούς αντικρατικού πολιτικού αφηγήματος», το βιβλίο δείχνει την ιστορική συνέχεια του ναζισμού και της «σποράς των ηττημένων του ’45» στη Γερμανία, αποτυγχάνοντας όμως να δείξει τη σημασία της τομής του ’89-’90 -δηλαδή της επίμαχης περιόδου. Όση κριτική κι αν χωράει (διόρθωση: επιβάλλεται) για τη δολοφονία δύο Κουβανών στο Μερσεβούργο το ’79 (για την οποία θα είχε ενδιαφέρον πάντως να βρίσκαμε κάποια κουβανική πηγή και να δούμε τη δική της οπτική), όσους προβληματισμούς και αν σηκώνει το ζήτημα της επιβίωσης ρατσιστικών, ναζιστικών νοοτροπιών (σε μια κοινωνία που είχε συνταχθεί, είτε σιωπηλά είτε με θόρυβο, με τους στόχους των Ναζί και του Γ’ Ράιχ) στη ΓΛΔ, χρειάζονται πολλά αυθαίρετα βήματα για να ταυτίσεις τις δύο Γερμανίες και τις πολιτικές τους ηγεσίες -για τον ρατσισμό, τον φασισμό, τους μετανάστες.

Σε κάθε περίπτωση, αν σας ενδιαφέρει το θέμα και η περίοδος, αξίζει να προμηθευτείτε τη συγκεκριμένη έκδοση, εν γνώσει των συνεπειών και των περιορισμών της.

Στα αξιοσημείωτα και η γλωσσική-γραμματική επιλογή των επιμελητριών της ελληνικής έκδοσης να προτάσσουν ή να χρησιμοποιούν αποκλειστικά το θηλυκό γένος για όλα σχεδόν τα ουσιαστικά, που καταλήγει συχνά σε αμφίβολης αισθητικής και ευκρίνειας ελληνικά. -ή σε ασυνεπή κριτήρια και αντιφάσεις. Πχ:

Σε ορισμένες πόλεις συμμετείχαν και πολίτες στις επιθέσεις των νεοναζί, οι οποίες-οι δεν ανήκαν στην ακροδεξιά σκηνή. Ένας αυτόπτης μάρτυρας περιγράφει την επίθεση στον ξενώνα των βιετναμέσων-συμβασιούχων εργατριών-ών στο Μαγδεβούργο-Όλβενστεντ.

Αλλά αυτό δεν είναι σημαντικό -ούτε καν κομμάτι της κριτικής μου, βασικά.
Το βασικό και κύριο είναι ότι ο φασισμός ευδοκιμεί ακριβώς εκεί που υποχωρεί ο σοσιαλισμός και οι κομμουνιστές. Οποιαδήποτε κι οποιοσδήποτε το χάνει αυτό από την οπτική της-του, δεν πρόκειται να δει πολύ μακριά, πέρα από την επιφάνεια των γεγονότων.

Υστερόγραφο

Ασφαλώς χωρούσαν και άλλες προτάσεις στη συγκεκριμένη κατηγορία -την κατηγορία «δοκάρι (και έξω)» ή αλλιώς, με τη γλώσσα των κινηματογραφικών κριτικών του Αντωνάκου στον Ρίζο, φτάσαμε στην πηγή αλλά νερό δεν ήπιαμε. Οι τακτικοί αναγνώστες θα έχουν δει πχ σε πρόσφατες αναρτήσεις κάποιες κριτικές αναφορές σε ορισμένα βιβλία, χωρίς όμως να επεκταθώ στις ενστάσεις.

Για παράδειγμα, το Black Power του Θανάση Μήνα είναι μια πολύ καλή εισαγωγή στο κίνημα των Αφροαμερικάνων για ισότητα και χειραφέτηση. Πολυπρισματική -με την έννοια ότι πιάνει και το πολιτιστικό κομμάτι-, δύσκολα δε θα σου αφήσει περισσότερες γνώσεις για επιμέρους στοιχεία ή βιβλιογραφία. Μια βασική αδυναμία είναι πως εστιάζει σε κάποια εμβληματικά πρόσωπα (και τα ζητήματα που προβάλλουν με τη δράση τους) αλλά μας λέει ελάχιστα πχ για τον Φρεντ Χάμπτον -στο κεφάλαιο για τους Μαύρους Πάνθηρες-, ενώ έχει συγκεκριμένα όρια (χωρίς προσωπικές αυταπάτες, αλλά με τους περιορισμούς της «ανανεωτικής αριστεράς») για γεγονότα όπως η εκλογή του Ομπάμα.

Αντίστοιχους περιορισμούς έχει η αξιόλογη μελέτη του Μενέλαου Χαραλαμπίδη για τα Δεκεμβριανά, όταν αναφέρεται στην περίοδο μετά το τέλος της μάχης και τη Συμφωνία της Βάρκιζας, όταν οργίαζε η αστική προπαγάνδα και η «πτωματολογία», ενώ άνοιγαν μαζικά και αδιακρίτως διάφοροι τάφοι, για να βρεθούν «αποδείξεις» για τα θύματα της Εαμικής βίας. Το ΕΑΜ επιχειρεί να απαντήσει απαντήσει σε αυτό τον καταιγισμό, συγκεντρώνοντας χαρακτηριστικά παραδείγματα της σκευωρίας σε μια έκδοση που κυκλοφόρησε με τίτλο «το Ελληνικό Κατύν». Κι η υποσημείωση του συγγραφέα μας ενημερώνει σχετικά πως ήταν ένα έγκλημα που παραδέχτηκε με χρονική καθυστέρηση η σοβιετική πλευρά...

Μεγαλύτερο ενδιαφέρον θα είχε η κριτική που θα έκανε ένας ιστορικός -πχ ο Μαργαρίτης, που ειδικεύεται και στην ίδια περίοδο- στο έργο του Χαραλαμπίδη, ομολογώ όμως ότι δεν έχω παρακολουθήσει πολύ στενά το ζήτημα, για μια στοιχειώδη έστω παρουσίαση.

Αλλάζοντας κατηγορία, κλείνουμε με αθλητικά -όπως στα δελτία ειδήσεων- και το βιογραφικό «Μάτζικ», που δεν πέρασε τον πήχη των δικών μου τουλάχιστον προσδοκιών. Γιατί δεν είναι ούτε εγκεκριμένη βιογραφία -που θα είχε μπόλικο υλικό, ρεπορτάζ εκ των έσω, παρασκηνιακό πατατάκι, ποπ-κορν κτλ- ούτε όμως αρκετά αποστασιοποιημένη μελέτη, για να κάνει στον βιογραφούμενο αστέρα ουσιαστική κριτική σε κρίσιμα ζητήματα. Επ’ αυτού όμως ίσως πιο αναλυτικά σε κάποια άλλη ανάρτηση - χρονιά.

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2025

Σπασμένα νεύρα

Τι θα έκανες αν είχες κάποια υπερδύναμη (πχ ΓΓ του ΚΚΣΕ) για μια μέρα (που μετράει σαν μήνας) και μπορούσες να αλλάξεις τον κόσμο;

Ο Πλιάτσικας πχ θα ξανάβαφε γαλάζια τη θάλασσα. Άλλοι θα ζητούσαν να έχουν χιλιάδες ευχές και θα ξόδευαν μία από αυτές για να σταματήσουν οι τελευταίες συναυλίες των Πυξ Λαξ (Μάνο, λείπεις). Κάποιοι σφοι θα ζητούσαν τον κομμουνισμό επί της, που όμως δεν έρχεται ως μάννα εξ ουρανού, αλλά με έφοδο σε αυτόν. Και πάντως δε θα έρθει ως θείο δώρο μιας ανώτερης δύναμης πέρα από τον υλικό κόσμο, αλλά όταν οι ιδέες κατακτήσουν τις μάζες, γίνουν υλική δύναμη και συνεπώς ακατανίκητες.

Εγώ πάλι, μπορεί να στρεφόμουν σε λιγότερο ουτοπικά εγχειρήματα, έναν άλλο στόχο που είναι (;) εφικτός και θα χάριζα στην ανθρωπότητα και τον ελληνικό κινηματογράφο το αντίδοτο για το σύνδρομο Οικονομίδη. Για το οποίο δε φταίει (μόνο) ο ίδιος, αλλά ας το ονομάσουμε συμβατικά έτσι, χάριν συνεννόησης.

Ξέρεις τι είναι να αγαπάς με πάθος τον ρεαλισμό στην τέχνη; Να ακούς βερεσέ όσους μιλάνε υποτιμητικά για κοινωνικό νατουραλισμό; Να έχεις βαρεθεί τους αφύσικους διαλόγους σε μεγάλη και μικρή οθόνη, που δεν είναι παρά εναλλασσόμενοι μονόλογοι και ηθικοπλαστικά λογύδρια, χωρίς ένταση, χωρίς λάμψη (ίσως μόνο του Φώσκολου) και προπαντός χωρίς να διακόπτει ποτέ ο ένας τον άλλον; Σε ποιο σπίτι, ποιον χώρο δουλειάς, ποιο μετερίζι αγώνα και σε ποια παρέα γίνονται όλα αυτά; Πάντως όχι στα δικά μου.

Και ξέρεις τι είναι να σου λεν πως οι ταινίες του Οικονομίδη είναι φτιαγμένες για σένα, πως εκεί θα βρεις όλα όσα ζητάς από το σινεμά, να πηγαίνεις με υψηλές προσδοκίες, λίγο άγχος σα να είχες ραντεβού (με την Ιστορία) και μετά από λίγη ώρα να θες -που λέει ο λόγος- να ξεράσεις από τα μάτια, σαν τον Μπισμπίκη στην αφίσα της ταινίας, και βασικά από τα αυτιά; Να χτυπάνε τα δόντια σου από την ένταση και να μετράς αντίστροφα μέσα σου για να φτάσει το τέλος του μαρτυρίου; Και αντί για σπασμένη φλέβα να καταλήγεις τελικά με σπασμένα νεύρα; Και αν όλα αυτά έχουν προφανώς κάποια δόση υπερβολής, τι θα ήταν η τέχνη χωρίς αυτήν; Σκέτος ρεαλισμός και μπινελίκια;


Κάποιοι λένε ενθουσιασμένοι πως αυτή δεν είναι μια τυπική ταινία Οικονομίδη που σου φέρνει ταράκουλο και ότι μπορείς να την παρακολουθήσεις σχεδόν ευχάριστα, ήρεμα και απλά (καταλαβαινόμαστε τώρα). Κάποιοι άλλοι λένε απογοητευμένοι πως αυτή η ταινία του Οικονομίδη δυστυχώς δε μοιάζει καθόλου με τις πρώτες δουλειές του, που ήταν πολύ πιο ώριμες και πρωτοποριακές.
Εγώ πάλι είδα ένα τυπικό δείγμα (τουλάχιστον του ύστερου) Οικονομίδη (για τον πρώιμο ομολογώ πως δεν έχω άποψη), απλά με λιγότερα ντεσιμπέλ και λιγότερες σκηνές που σου δίνουν την εντύπωση πως γυρίστηκαν απλώς για να γίνουν viral -στο Luben, το tik-tok ή τα shorts του YouTube. Αλλά (τα σκαμπό μου και το ποπ-κορν μου μέσα) δεν κατηγορώ κανέναν άλλον, πέρα από μένα, που πείστηκα ότι θα δούμε κάτι ριζικά διαφορετικό από την «Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» ή το θεατρικό «Στέλλα κοιμήσου» -γιατί αυτά έχω ως μικρό δείγμα γραφής και δε νομίζω να το μεγαλώσω μελλοντικά.

Στο τέλος της ταινίας, μένεις με την απορία της Παυλίνας από τον Ριζοσπάστη (που δείχνει να αγαπά τον σκηνοθέτη και να ψάχνει να του βρει ελαφρυντικά, χωρίς καταδίκη): η μοίρα μας είναι ο χαρακτήρας μας, αλλά τι είναι αυτό που τον διαμορφώνει (και ποιος φταίει για τους μοιραίους του Βάρναλη, θα πρόσθετα εγώ -πέρα από το κρασί ή τον θεό που μας μισεί);
Διαβάζεις ενθουσιώδεις κριτικές -κάποιες μεγαλόστομες και φλύαρες, σαν τις δικές μου- για τη βαθιά ματιά του σκηνοθέτη και το νυστέρι που μπήγει στην ελληνική κοινωνία και αναρωτιέσαι σε ποια φλέβα κρύβονταν όλα αυτά και γιατί δεν τα βρήκες κι εσύ. Και τέλος πάντων, αν χρειάζονταν τόσα ξεσπάσματα, ένταση και μπινελίκια, δε θα ήταν καλύτερα να παίξει ο Μπαρτζώκας, αντί του (γερο)Μπισμπίκη τον ρόλο του πρωταγωνιστή;
Γ@μημέν@ καλά Χριστούγεννα...

Μια σφισσα λέει πως η ένταση είναι ίσως μια συνειδητή επιλογή, σαν σκηνοθετικό εύρημα, για να κρατήσει ζωντανό το ενδιαφέρον μιας φουρνιάς θεατών, μικρών και μεγάλων, που πάσχουν από διάσπαση προσοχής και σβήνουν σαν μπαταρία όταν πέφτουν σε κάτι που ξεπερνά την έκταση ενός μικρού βίντεο (ή μιας ανάρτησης στο παλιό Τουίτερ). Αυτό θα ήταν ίσως μια καλή αφορμή να μιλήσουμε για την «ολοφοβία» -που είναι συνώνυμο του μεταμοντερνισμού. Αλλά είναι αδύνατο να αγνοήσεις τον χρυσό κινηματογραφικό κανόνα πως οι πιο δυνατές σκηνές είναι σχεδόν πάντα αυτές που έχουν εσωτερική ένταση κι υποβλητική ατμόσφαιρα. (Όχι αυτές που σε πιάνουν από τα μαλλιά -και τα αυτιά- για να υποχρεωθείς να νιώσεις κάτι έντονο -ακόμα και δυσφορία). Και ότι οι πολλές φωνές και η κινηματογραφική φασαρία είναι σαν αντιπερισπασμός που προσπαθεί να κρύψει κάτι (πχ την απουσία νοήματος).

Το θέμα δεν είναι αν ο Οικονομίδης διχάζει το κοινό -και είτε τον λατρεύεις, είτε δεν μπορείς να τον αντέξεις, όπως λέει η τελευταία γραμμή άμυνας των υπερασπιστών του. Αλλά το αν έχει κάτι ουσιαστικό να πει. Και ως προς αυτό, ομολογώ πως ζηλεύω όσους κατάφεραν να δουν τόσο πολλά πράγματα στην τελευταία του ταινία, χωρίς να είναι ιδιαίτερα εμφανή -σε μένα τουλάχιστον. Γιατί προσωπικά ένιωσα να παίρνω από τη «Σπασμένη φλέβα» ό,τι θα έπαιρνα κοιτάζοντας ένα από τα δεκάδες συνθήματα που γεμίζουν τους αθηνέζικος τοίχους, γράφοντας «CΗΨΗ» -απλά, λιτά, δε χρειάζονται περσότερα. Με τη διαφορά πως δε χρειάζεται εισιτήριο ή να κοιτάς τον τοίχο για δύο ώρες.


Την κοινωνική σήψη την βλέπουν όλοι -ακόμα και αυτή που δεν την παραδέχονται για να χτίσουν ένα αναπτυξιακό αφήγημα και να κρύψουν τον δικό τους πρωταγωνιστικό ρόλο σε αυτήν. Το θέμα είναι πόσο βαθύτερα σε βοηθάει να δεις μια ταινία. Και αν θα μας πει κάτι για να αλλάξουμε τη μοίρα μας -και δεν εννοώ τον χαρακτήρα μας, που είναι ίσως δώρο-άδωρο να τον αλλάξεις, αν δεν αλλάξεις πρώτα τον κόσμο. Απίστευτος ο κόσμος και ο χαρακτήρας μας, αλλά πρέπει να δεις ποιος πόλος διαμορφώνει τον άλλο και από πού πρέπει να ξεκινήσουμε να τον αλλάζουμε. Πχ από το χρώμα της θάλασσας ή από τα μέσα παραγωγής -που στην τελική την μολύνουν κιόλας, στο παρόν σύστημα. Στην τύχη θα πούμε το δεύτερο. Αλλιώς θα μείνουμε έρμαια της τύχης μας, δειλοί και άβουλοι αντάμα, να κοιτάμε το βούλιαγμα στον βούρκο με ηδυπάθεια, σαν εξωτερικοί παρατηρητές της ζωής μας, απολαμβάνοντας την παρακμή -κι αγνοώντας, κατά κανόνα, τον Μπέντζαμιν.

Ένας φίλος, που ευτυχώς δε διαβάζει πολύ συχνά το μπλοκ, θα έλεγε πως αυτή η κριτική είναι λίγο κνίτικη. Αφενός, όμως, δε βρίσκω κάτι κακό σε αυτό -δηλαδή να έχεις απαιτήσεις από έναν ικανό δημιουργό. Αφετέρου κι αυτός δικός μας είναι, άλλο αν πέρασε από άλλη νεολαία στα νιάτα του -που δεν ήταν η νιότη του κόσμου. Να δεις που πάλι σύντροφοι θα ’μαστε στις οθόνες.

Κι αν ήμασταν λίγο πανκ στην ψυχή και στη μορφή (του αγώνα), επιλέγοντας κάτι πιο άγριο και εξωστρεφές -αντί για τις αυταπάτες του «Εσωτερικού-, θα πηγαίναμε μαζικά στις αίθουσες προβολής και θα φωνάζαμε στην αρχή κάθε ταινίας: «Παίξτε πανκ σοσιαλιστικό ρεαλισμό, ρε!»

Τι είναι άλλωστε ο ρεαλισμός αν δεν είναι σοσιαλιστικός; Σκέτος νατουραλισμός. Ό,τι (δεν) είναι ο συγκεντρωτισμός όταν δεν είναι πραγματικά δημοκρατικός. Με άλλα λόγια, ο ρεαλισμός ή θα είναι σοσιαλιστικός ή δε θα υπάρξει!

Πιάνοντας το νήμα από την προηγούμενη ανάρτηση, ο πραγματικός λόγος που δεν είχα εναλλακτική πρόταση (συμπληρωματικά στο «47») ήταν πως δεν είμαι ιδιαίτερα σινεφίλ -ούτε καν ουδέτερα διακείμενος με παπάκι. Και η πιο πρόσφατη από τις λιγοστές απόπειρες να αποκτήσω άλλοθι, έπεσε στον τοίχο που ήταν γραμμένη η «CΗΨΗ» και ο Οικονομίδης. Και να φανταστείς πως ήμουν βέβαιος πως η ταινία δε σου δίνει καν τροφή για πολλή σκέψη και συζήτηση. Και αυτό θα ήταν απλώς μια μικρή γέφυρα για δύο παραστάσεις και τον σοσιαλισμό (στην τέχνη και γενικώς). Αλλά κάποια άλλη φορά χρονιά.

Καλές γαμημένες γιορτές (ηλιούγεννα, Σταλινούγεννα, Χάνουκα, ό,τι γιορτάζει ο καθένας) και κρατήστε την ένταση για τους αγώνες.