Κυριακή 7 Ιουλίου 2013

Πόλεμος φαρακωμάτων

Η κε του μπλοκ επιχειρεί να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε στην προηγούμενη ανάρτηση για το γρηγοριανό ημερολόγιο της ήττας και να συνεχίσει την παρουσίαση του βιβλίου του φαράκου στη στήλη «βιβλία για το καλοκαίρι», με την παράθεση κάποιων χαρακτηριστικών αποσπασμάτων.

Εν αρχή η κριτική του φαράκου στο ζαχαριαδικό σχέδιο προγράμματος του 53’, με κάποια σημεία που προσφέρονται για ιντριγκαδόρικους συνειρμούς.
Το κκε έκανε με το νέο σχέδιο ολέθριο άλμα προς τα πίσω. Άλλαξε τη γενικά σωστή θέση του 1934 για τον χαρακτήρα της επανάστασης (σσ από αστικοδημοκρατική σε σοσιαλιστική) με το τραγελαφικό επιχείρημα πως την επιτάσσει η εξέλιξη. Ενώ μάλιστα αναγνωριζόταν πως η χώρα πέρασε σε ακόμα μεγαλύτερη εξάρτηση από τους ξένους, ότι η ελλάδα έχει γίνει αποικία, όπως έλεγε.

Και τώρα μπαίνουμε στο ζουμί.
Η ηγεσία του κκε άλλαζε θέσεις στρατηγικής που του είχαν δώσει τη δυνατότητα να αναδειχθεί στη διάρκεια της κατοχής σε μεγάλη εθνική πατριωτική δύναμη. Το έπραξε σε μια στιγμή που η ίδια κάτω από τις αδήριτες ανάγκες των πολιτικών εξελίξεων υποχρεωνόταν να μιλάει για πατριωτικό μέτωπο, για πατριωτική δημοκρατική κυβέρνηση. Το σχέδιο του νέου προγράμματος ήταν τόσο έξω από την εσωτερική και τη διεθνή πραγματικότητα ώστε η κε ύστερα από παρέμβαση της ηγεσία του κκσε αναγκάστηκε να το αποσύρει ένα χρόνο μετά, το νοέμβριο του 1954.
Όπου διεθνής πραγματικότητα, διάβαζε το θάνατο του στάλιν και τη σταδιακή άνοδο των δυνάμεων με επικεφαλής το νικήτα. Υπ’ όψιν πως ο φαράκος τηρεί άλλα μέτρα και σταθμά στη συγκεκριμένη περίπτωση και δε φαίνεται να ενοχλείται ιδιαίτερα από «την εξωτερική παρέμβαση των σοβιετικών στα εσωκομματικά του κκε».

Ας δούμε και μια άλλη κριτική του φαράκου σχετικά με το εκλογικό αποτέλεσμα του κόμματος τον ιούνιο του 85’. Η χρονική συγκυρία αλλάζει, αλλά οι ομοιότητες και η σταθερή επανάληψη κάποιων μοτίβων είναι εντυπωσιακή.
Η ηγεσία του κκε δεν είχε συναίσθηση σε ποια κατάσταση είχε βρεθεί το κόμμα. Μόνο ως παραπλανητική μπορεί να ακούγεται η διαβεβαίωση της επόμενης ολομέλειας (οκτώβρης 1985) ότι η κατάσταση αναδείχνει το κόμμα μας κύριο πολιτικό φορέα της αλλαγής. Και επαναλάμβανε τα ίδια που λέγονταν στα δεκάχρονα της μεταπολίτευσης, ενώ τα αποτελέσματα έδειχναν πτωτική τάση, με πιο χαρακτηριστική τη μείωση της εκλογικής δύναμης στα μεγάλα αστικά κέντρα. Το φαινόμενο επισημάνθηκε το 1984, δυνάμωσε το 1985, συνεχίστηκε αργότερα. Ουσιαστικά η ανάπτυξη του κόμματος είχε περάσει σε στασιμότητα, αρχίζει η καθοδική του πορεία.

Αλλά έχει και συνέχεια.
Οι ολομέλειες ιουνίου κι οκτωβρίου 1985 υποχρεώνονται για πρώτη φορά να δουν την πορεία ανάπτυξης του κόμματος και με αυτοκριτικό κάπως τρόπο, γιατί είχαν αρχίσει να ακούγονται στις οργανώσεις εντονότερες παρατηρήσεις. Η απόφαση του ιουνίου για τα αποτελέσματα των εκλογών δεν είχε ικανοποιήσει τα μέλη. Μπορεί να έπαιρναν ομόφωνα θετικές αποφάσεις οι κοβ, η δυσαρέσκεια όμως άρχισε να ανησυχεί την ηγεσία.
Μια έκφραση των ανησυχιών της ήταν η προσπάθειά της να εφαρμοστεί η απόφαση του 11ου συνεδρίου για την απόδοση κομματικών βιβλιαρίων στα μέλη του κόμματος. Στόχος, όπως λεγόταν, να ξεπεραστούν τα φαινόμενα μη στράτευσης κι αδιαφορίας των μελών, να επιδιωχθεί η ποιοτική βελτίωση της δουλιάς τους. Η διαδικασία άρχισε το 1985, διήρκεσε πάνω από δυο χρόνια. Είχε ως αποτέλεσμα να πάψουν να υπολογίζονται μερικές χιλιάδες μέλη, από τα οποία τα περισσότερα δεν ήταν ενεργά κι αναφέρονταν μόνο στα χαρτιά.

Αυτός τουλάχιστον το αντιμετωπίζει ψύχραιμα. Φαντάσου όμως να γινόταν σήμερα κάτι τέτοιο, τι θα ακούγαμε για επικείμενες εκκαθαρίσεις και δε συμμαζεύεται. Το πιο εντυπωσιακό παρόλα αυτά είναι η αναφορά του φαράκου στην «κομματική ηγεσία», λες και ο ίδιος είναι κάτι έξω απ’ αυτήν. Και συνεχίζει να κάνει το ίδιο ακόμα και για τη διετία που βρέθηκε στην ανώτερη θέση της κομματικής ιεραρχίας, ως γενικός γραμματέας!

Η ειδοποιός διαφορά του ωστόσο με άλλους επώνυμους αναλυτές που συνεχίζουν στερεοτυπικά να μιλάνε για «την ηγεσία του κκε» σε διάκριση με τη βάση του, είναι πως ο φαράκος κατακεραυνώνει πολιτικά την ηγεσία της δικής του εποχής, δηλ τον φλωράκη, κι η κριτική του πολλές φορές φτάνει στα όρια της εμπάθειας. Τα πιο διασκεδαστικά που αναφέρει, μεταξύ άλλων, είναι μια καλτ δήλωση του χαρίλαου για τον όρο ανανέωση (και μόνο η λέξη μου προκαλεί ανατριχίλα) αλλά και τον αστικό μύθο για τα αποφθέγματα του φλωράκη, που είχε στείλει λέει να του βρουν ένα ειδικό βιβλίο με παροιμίες ώστε να προετοιμάζεται καλύτερα για τις δημόσιες εμφανίσεις του!

Η εμπάθεια αυτή επεκτείνεται σε κάποιες κρίσεις του και για το κόμμα ή τη νεολαία –είχε οριστεί ως υπεύθυνος από το πγ να παρακολουθεί τη δουλειά της κνε. Όχι τόσο όταν λέει πως «οι παρασκηνιακές χωρίς αρχές μέθοδοι ανάδειξης στελεχών οδηγούσαν σε γενικότερη έκπτωση αξιών και εκφυλιστικά φαινόμενα. Ήταν αποκαρδιωτικό αντιπρόσωποι να αλληλοκατηγορούνται για μοιχείες και συμπεριφορές εκπόρνευσης ή να κατηγορούν άλλους απόντες για ομοφυλοφιλία», γιατί αυτά πρέπει να συνέβαιναν δυστυχώς ως ένα βαθμό σε εκείνες τις δραματικές εποχές για το κόμμα. Αλλά σε κακεντρεχή σχόλια, όπως το παρακάτω για τα ηγετικά στελέχη τα οποία «ικανοποιούνταν μόνο να δημιουργείται ένα σύνολο στελεχών άβουλο αμόρφωτο σε κατάσταση πειθαρχημένης διαβίωσης, που με το βήμα της χήνας στις διαδηλώσεις θα εφάρμοζε τυφλά τις εντολές του κκε». Κι όποιος δε θυμάται τι εστί «βήμα της χήνας» μπορεί να πατήσει εδώ και να δει το σχετικό σύνδεσμο, για να καταλάβει.

Εξίσου βαριά είναι και όσα καταμαρτυρεί ο φαράκος στο υποκεφάλαιο με τη συνόψιση της δουλειάς του στο ριζοσπάστη, όπου είχε διατελέσει διευθυντής στο μεγαλύτερο διάστημα της μεταπολίτευσης χωρίς να γνωρίζω ωστόσο τον αντίλογο της δικής μας πλευράς για τις καταγγελίες του.
Την κατάσταση επιδίωξε να αντιμετωπίσει ο τ. μαμάτσης με μια ακόμα πιο αχαρακτήριστη μεθόδευση. Κατάφερε να εκμεταλλευτεί την αφέλεια ενός συντάκτη και να του εμβάλει τη σκέψη να προκαλέσει με τους άλλους συζητήσεις που να τις μαγνητοφωνήσει κρυφά. Άμεσα αναμίχθηκε στο θέμα ο τάκης αδάμος, αλλά με πλήρη γνώση κι ευθύνη του μαμάτση. Είχε ενημερωθεί ο χ. φλωράκης χωρίς να καταδικάσει και να αποτρέψει τη μεθόδευση. Ο στόχος ήταν απλός: να προκύπτει από τις συνομιλίες ότι υπάρχει φραξιονιστική κίνηση εναντίον αδάμου-μαμάτση που κατευθύνεται ή το λιγότερο είναι ανεκτή από μένα κι έτσι να μπει θέμα απομάκρυνσής μου.

Η μεθόδευση έγινε το δεύτερο εξάμηνο του 1979. Καταγγέλλοντάς τη μέθοδο της υποκλοπής, προσπάθησα να χειριστώ το ζήτημα με πλήρη διαφάνεια. Με μακρές συζητήσεις με όσους έτσι και αλλιώς εμπλέκονταν παρουσία και του μαμάτση ξεκαθαρίστηκαν τα ζητήματα και τελικά έγινε ειδική συνέλευση της κοβ του ριζοσπάστη. Εκεί ασκήθηκε ανοιχτά κριτική κατά της τακτικής των αδάμου και μαμάτση. Καταδικάστηκε η μεθόδευση της υποκλοπής συζήτησης κι αποδείχτηκε περίτρανα πως καμιά φραξιονιστική ομάδα δεν υποκινούνταν από μένα, ενώ αντίθετα, όπως χαρακτηριστικά είπε η δώρα σαρρή, υπάρχει φραξιάρα κατά του φαράκου.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως για όλα αυτά ο φαράκος έχει συγκεκριμένες παραπομπές σε πρακτικά κι αποφάσεις του πγ ή της κε, τα οποία όμως δε διατίθενται για δημοσίευση και επομένως δεν μπορούν να επαληθευτούν ή να διαψευστούν, ούτε να ελέγξουμε αν και κατά πόσο μεταφέρονται πιστά ή βάση δημιουργικών ερμηνειών..

Φυσικά η εναντίωσή μας σε όσα λέει ο φαράκος έχει καθαρά πολιτική βάση, όπως μπορεί να φανεί πχ στις εκτιμήσεις του για το 9ο συνέδριο του κόμματος, που έλαβε χώρα στα χρόνια της χούντας.
Για τις μορφές περάσματος όχι μόνο δεν τονίζεται η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν ειρηνικά μέσα, αλλά ούτε καν ιεραρχείται ως κύρια η σημασία τους, δεν υπογραμμίζεται ειδικότερα η σημασία της κοινοβουλευτικής πάλης… (…) διατηρείται η δικτατορία του προλεταριάτου για τη μορφή του κράτους στο σοσιαλισμό.
Και άλλα τέτοια με ακλόνητη σοσιαλδημοκρατική πίστη στη δύναμη των μεταρρυθμίσεων να αλλάξουν τον κόσμο, που παραπέμπουν στη ρεφορμιστική ανάγνωση του γκράμσι και της τακτικής επεξεργασίας του για τον πόλεμο θέσεων-χαρακωμάτων, που ενέπνευσε -δια του λογοπαιγνίου- και τον τίτλο της ανάρτησης.

Παρόλα αυτά είναι αξιοσημείωτο πώς ακόμα και η δεξιά (για να μιλήσουμε με εντελώς σχηματικούς όρους) κριτική του φαράκου, εντοπίζει και σχολιάζει δηκτικά τις αντιφάσεις και τα αδύναμα σημεία της στρατηγικής του κόμματος εκείνης της περιόδου.
Αν και οι αντιπρόσωποι στο συνέδριο κατανάλωσαν πολλά λόγια γι’ αυτό που ονόμαζαν ενιαίο επαναστατικό προτσές, στο πρόγραμμα προτείνονται πέντε τουλάχιστον φάσεις, περίοδοι, στάδια: το δικτατορικό καθεστώς που έπρεπε να ανατραπεί. Η φάση που θα το διαδεχθεί, με κυβέρνηση ευρύτερης ή στενότερης συνεργασίας. Η περίοδος της λεγόμενης νέας δημοκρατίας. Το αντιιμπεριαλιστικό αντιμονοπωλιακό στάδιο της επανάστασης. Και βέβαια ο σοσιαλισμός.

Η σύγχυση που δημιουργούνταν με αυτόν τον τρόπο ήταν πλήρης. Εκεί όμως που οι πειραματισμοί άγγιζαν τα όρια του παράδοξου ήταν η λεγόμενη φάση της «νέας δημοκρατίας». Από τις άγονες προσπάθειες των ομιλητών να ερμηνεύσουν αυτό το παράδοξο, γίνεται φανερό πως το κατασκεύασμα προήλθε από την ανάγκη να δοθεί απάντηση, ποια θα είναι η μορφή πολιτικής εξουσίας μετά την ανατροπή της δικτατορίας. Το θεωρητικοφανές όμως κατασκεύασμα της νέας δημοκρατίας δε μπορούσε παρά να φαντάζει σαν κάποιο κόλπο, όσο κι αν ορισμένοι αισθάνθηκαν και την ανάγκη να ξορκίσουν μια τέτοια αντίληψη. Η ειρωνεία της τύχης ήρθε έτσι, που ο κ. καραμανλής ονόμασε νέα δημοκρατία το κόμμα που ίδρυσε μετά την πτώση της χούντας. Αυτό και ανάγκασε το κκε να αρχίσει να αποσιωπά το σύνθημά του για νέα δημοκρατία και στο 10ο συνέδριο (1978) να το απαλείψει.

Κάνοντας μια μικρή παρέκβαση, καθόλα σχετική με το θέμα μας, παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του μπίστη που είχα παρουσιάσει σε προηγούμενη ανάρτηση –αυτήν που εγκαινίασε για φέτος τη στήλη «βιβλία για το καλοκαίρι».
Το κκε λοιπόν, για να επιστρέψουμε στη θεωρία των σταδίων, έπρεπε να αποσείσει τη φοβερή κατηγορία ότι έλεγε τα ίδια με το κκε εσωτερικού, απλώς με άλλα λόγια. Τα στάδια των αναθεωρητών δε συνδέονται μεταξύ τους, μας πληροφόρησε η υπεύθυνη διαφώτισης ρούλα κουκούλου. Για του λόγου το αληθές, μας ζωγράφισε με κιμωλία στο μαυροπίνακα τρεις κύκλους σε απόσταση μεταξύ τους. Βλέπετε; Μας είπε θριαμβευτικά. Δεν υπάρχει τρόπος να πας από τον ένα στον άλλο. Ενώ σε εμάς είναι αλλιώς. Και μας ζωγράφισε τρεις κύκλους επάλληλους, όπως τρεις κρίκοι ο ένας μέσα στον άλλο. Σε εμάς, συμπλέκονται τα στάδια. Λίγο πριν τελειώσει το αστικοδημοκρατικό, αρχίζουμε να λύνουμε προβλήματα του δεύτερου σταδίου, του αντιμονοπωλιακού, άρα εμείς έχουμε ενιαίο επαναστατικό προτσές. Για να μην τα πολυλογώ, εκεί που ο πρώτος κύκλος έμπαινε στο δεύτερο και τούμπαλιν, σχηματίζοντας έναν κοινό τόπο, ήταν η τελευταία φάση του πρώτου σταδίου ή η πρώτη του δεύτερου, διαλέγετε και παίρνετε. Και για μη βρεθούμε χαμένοι στο μαυροπίνακα, η ρούλα έβαψε με την κιμωλία την κοινή φέτα των δύο κύκλων. Κόλλησε επάνω το δάχτυλό της και κατέληξε: αυτή εδώ τη φάση τη λέμε νέα δημοκρατία. Δεν είναι πια αστική δημοκρατία, χωρίς όμως να γίνει ακόμα αντιμονοπωλιακή. Κάτι «in-between» θα λέγαμε εμείς σήμερα.
Ή εντός εκτός κι επί τ’ αυτά, όπως το λένε στη διάλεκτο του εξωκοινοβουλίου. Αλλά ας δούμε τι λέει στη συνέχεια ο μπίστης.

Επειδή λοιπόν ο λαός άρτι εξελθών από τη δικτατορία υπήρχε κίνδυνος να βολευτεί με την αστική δημοκρατία και να μη θέλει να περιπλανηθεί μέχρι τα σύνορα της νέας, ξεχυθήκαμε στους δρόμους και στις καθημερινές πορείες και διαδηλώσεις που ακολούθησαν την πτώση της δικτατορίας, είχαμε ως βασικό σύνθημα το «εμπρός για νέα δημοκρατία». Το σύνθημα ήταν ωραίο, εύηχο, ελκυστικό. Κάπου θα το άκουσε, παρά τη θρυλούμενη κωφότητά του, ο κανονικός καραμανλής, και ένα πρωί βρεθήκαμε με δύο νέες δημοκρατίες. Μέχρι το βράδυ είχε μείνει μία, αυτή που γνωρίζουμε σήμερα. Η άλλη, η δική μας, παραμένει έκτοτε ζωγραφισμένη στο μαυροπίνακα της ρούλας. Το ωραίο σύνθημα πέρασε στα χείλη των νεοδημοκρατών και αυτόχρημα κατέστη αντιπαθητικό και κακόηχο. Τόσο άδοξα εξαφανίστηκε από προσώπου γης η τελευταία φάση του πρώτου σταδίου της σοσιαλιστικής επανάστασης.
Συνεπώς, η πολιτική αντιπάθεια του μπίστη για το σημερινό κκε και την αριστερίστικη στροφή του (ήδη από το 10’ τα έλεγε ο διορατικός νίκος) μόνο τυχαία δε μπορεί να χαρακτηριστεί.

Αντί επιλόγου στη σημερινή ανάρτηση η κε του μπλοκ έχει τρεις διαφορετικές εκδοχές ως κατάληξη κι οι σφοι αναγνώστες μπορούν να επιλέξουν αυτή της αρεσκείας τους.

Πρώτη εκδοχή, από το αγωνιστικό παρελθόν του φαράκου που μας ενώνει και δείχνει το απάνθρωπο πρόσωπο της αστικής εξουσίας και των κατασταλτικών της μηχανισμών. Μία γλαφυρή σκηνή από τα χρόνια που πέρασε ο φαράκος στις φυλακές της χούντας.
Ένα απόγευμα του μαΐου μόνος στο τσιμεντένιο, κλειστό απ’ όλες τις μεριές μικρό προαύλιο κάνω βόλτες. Σε μισό μέτρο δίπλα μου σιωπηλός ο φύλακας διονύσης σέρβος. Σε ένα σκάσιμο του τσιμέντου έχει καταφέρει να φυρώσει ένα πράσινο χορταράκι. Στέκομαι αμίλητος αρκετή ώρα και το κοιτάζω. Ο φύλακας παρατηρεί για λίγο, πλησιάζει γρήγορα-γρήγορα το λιώνει με την μπότα του. Μένω άφωνος από την έκπληξη. Τον ρωτάω: «γιατί». Κίτρινος από ντροπή και περιδεής, απαντάει, -παραβιάζοντας τον κανονισμό να μη μιλάει στον κρατούμενο: «Απαγορεύεται»…

Δεύτερη καταληκτική εκδοχή ένα σκηνικό από τα καλτ τέλη της δεκαετίας με τις βάτες, όπου έχανε η μάνα σοβιετία το παιδί κι ο σύντροφος την κόβα.
Τον ιανουάριο του 88 στην αίθουσα του περισσού γίνεται προβολή της ταινίας «μετάνοια», που ανεξάρτητα από την αμφισβητήσιμη καλλιτεχνική της αξία, έκανε ήπια κριτική των εγκλημάτων της περιόδου μπέρια. Το πγ ασχολήθηκε σε συνεδρίασή του, για να κατακρίνει την πρωτοβουλία προβολής της ταινίας. Σε επανειλημμένες συνεδριάσεις το πγ ασχολήθηκε με σχετικές προτάσεις και απέκλεισε την οποιαδήποτε προοπτική να γίνει εξέταση ανώμαλων καταστάσεων στο παρελθόν του κκε, γιατί οφείλονταν στη συγκεκριμένη πολεμική περίοδο που σημειώθηκαν τα περιστατικά αυτά. Θεωρούσε ότι δεν υπάρχουν βάσιμα αποδεικτικά στοιχεία.

Το όνομα της ταινίας είναι όλα τα ρούβλια από σημειολογικής άποψης, αν λάβει κανείς υπόψη και τη μεταμέλεια του φαράκου. Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου του υπάρχουν πολλά αντίστοιχα σκηνικά, που θα απαιτούσαν ξεχωριστή ανάρτηση για να εκτεθούν. Αλλά τότε δε θα έμενε τίποτα, για όποιον ψήνεται να αγοράσει από κάποιο παλαιοπωλείο το βιβλίο και να ανακαλύψει μόνος του τα διαμάντια που κρύβει μέσα.

Τρίτη και τελευταία εκδοχή μια συνδετική νότα με τη σύγχρονη επικαιρότητα, από το βιβλίο του μπίστη «προχωρώντας κι αναθεωρώντας».
Τριάντα επτά χρόνια τώρα η νδ με τα πάνω και τα κάτω της, αποτελεί τον αδιαμφισβήτητο εκπρόσωπο της κεντροδεξιάς στην χώρα μας. Με τον αβέρωφ μπατάρισε προς τα δεξιά, με το ράλλη και κυρίως το μητσοτάκη ανοίχτηκε προς το κέντρο, σε γενικές γραμμές πάντως κράτησε τον χώρο τον οποίο προσδιόρισε ο γεννήτοράς της. Ό,τι δεν καταφέραμε οι κομμουνιστές και ο ανδρέας, που βιάστηκε να τη στείλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, υπάρχουν βάσιμες ελπίδες ότι θα το κατορθώσει ο αντώνης σαμαράς. Με τον αντώνη ήμασταν στην ίδια τάξη και στο ίδιο τμήμα για δέκα χρόνια. Είχαμε μια τυπική σχέση, δυο συμμαθητών με διαφορετικά ενδιαφέροντα και διαδρομές. Μία φορά συνεργαστήκαμε στενά: στην ομάδα ποδοσφαίρου της τάξης. Εγώ τερματοφύλακας και εκείνος δεξί (τι άλλο;) μπακ.

Κι όλα αυτά γραμμένα μόλις προ τριετίας. Ποιος να το ‘λεγε στον μπίστη πως θα αναθεωρούσε και σε αυτό ακόμα, και θα γινόταν ο πιο φλογερός υπέρμαχος της κυβερνητικής συνεργασίας με την νδ του σαμαρά. Προφανώς για να τη βάλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας μια ώρα αρχύτερα με την πολιτική του λάμψη, ως τερματοφύλακας και θεματοφύλακας της αστικής δημοκρατίας..

Παρασκευή 5 Ιουλίου 2013

Α-αντι-αντι-ιμπεριαλίστα


Το τελευταίο διάστημα ποικίλες αφορμές «γαργάλησαν» το θυμικό της κε του μπλοκ για αυτήν την ανάρτηση. Από τον βαθιά ειρωνικό και προλεκάλτ συνάμα τίτλο «ένας είναι ο εχθρός ο αντι-ιμπεριαλισμός;» μιας επιστολής στον πρόσφατο προσυνεδριακό διάλογο του κόμματος, που είχε στο τέλος κι ένα.. ρητορικό ερωτηματικό με προφανή απάντηση. Και το διασκευασμένο σύνθημα «στον καπιταλισμό καμιά υποταγή, η μόνη υπερδύναμη είναι οι λαοί» που φωνάξαμε στην πορεία αλληλεγγύης για το λαϊκό ξέσπασμα στη γείτονα τουρκία. Μέχρι το αντι-ιμπεριαλιστικό διήμερο της οργάνωσης, που ξεκινά σήμερα στη σούδα και συνεχίζει για εικοστή δεύτερη συνεχή χρονιά, πάντα με το ίδιο όνομα, γιατί θα ήταν άστοχο κι αστείο ίσως να μετονομαστεί.

Έτσι, η κε του μπλοκ προχώρησε σε μερικές ιντριγκαδόρικες υποθέσεις, με χαλαρή καλοκαιρινή διάθεση και μοναδικό προφανή σκοπό το.. (αυτο)τρολάρισμα, προκειμένου να βγουν πολιτικά συμπεράσματα και το απαραίτητο ηθικό δίδαγμα για το επαναστατικό προτσές.

Αν παίρναμε λοιπόν το κλαδί να το λυγίσουμε από τη μία πλευρά, τότε το διήμερο της οργάνωσης θα λεγόταν αντικαπιταλιστικό και θα διαδηλώναμε στη σούδα έξω από τις καπιταλιστικές βάσεις του αμερικανονατοϊκού καπιταλισμού που γίνονται ορμητήριο για τις καπιταλιστικές επεμβάσεις του ανά την υφήλιο, φωνάζοντας συνθήματα όπως: «ένας είναι ο εχθρός, ο καπιταλισμός» και «οι καπιταλιστές τη γη ξαναμοιράζουν, με των λαών το αίμα τα σύνορα χαράζουν», καταγγέλλοντας το βρώμικο παιχνίδι συμφερόντων και τις ενδοκαπιταλιστικές αντιθέσεις που αναπτύσσονται στην περιοχή με τους αγωγούς και τους υπόλοιπους γεωστρατηγικούς σχεδιασμούς.

Και τώρα ας το λυγίσουμε από την ανάποδη κι ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε το αντίστροφο σκηνικό με τα αντίστοιχα συνθήματα που θα φωνάζαμε στην αυριανή πορεία.
Ματ βία αυταρχισμός, αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός.
Ή εναλλακτικά, ανθρώπινος δε γίνεται ο ιμπεριαλισμός.
Και επίσης
Το μέλλον μας δεν είναι ο ιμπεριαλισμός, είναι…
Όπα, στάσου λίγο. Αν είναι να είμαστε συνεπείς πούροι αντι-ιμπεριαλιστές, δε μπορεί να έχουμε μαξιμαλιστικές αναφορές σε επαναστάσεις και κομμουνισμούς, που τρομάζουν κι απομακρύνουν τον κόσμο. Οπότε πρέπει να προσαρμόσουμε κάπως το σύνθημα.
Το μέλλον μας δεν είναι ο ιμπεριαλισμός, είναι το μεταβατικό πρόγραμμα κι η εθνική ανεξαρτησία.
Πολύ καλύτερα έτσι. Θέλει λίγη δουλειά η ρίμα και το μέτρο βέβαια, αλλά δεν είναι αυτό το κύριο.

Στο βραδινό γλέντι μετά την πορεία, θα διασκεδάζαμε με καζαντζίδη και θα διασκευάζαμε τους στίχους από τη μαντουβάλα. Όχι όπως στους απαράδεκτους, που έκαναν όλα τα φωνήεντα γιώτα. Μιντιβίλι, ιγίπι γλικί μι, λιχτιρί νι ίρθις στιν ιγκιλί μι.
Αλλά με ταξικό νόημα, από τη σκοπιά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.
Καπιτάλα κουφάλα μεγάλη (τιριριν, τιριριν…)
Λαχταρώ να σου φάω το κεφάλι (τιριριν, τιριριν…)
Εκτός κι αν κρινόταν και αυτή η αναφορά αριστερίστικη και το αλλάζαμε σε «ιμπεριάλα». Παλιο-ιμπεριαλόσκυλα θα πεθάνετε..

Αυτή η νέα κατάσταση θα επηρέαζε αναπόφευκτα και τα συνθήματα του εξωκοινοβουλευτικού χώρου. Οι συμπαθείς τροτσκιστές του σεκ πχ θα έτρεχαν σαν παλαβά παιδιά χαρά γεμάτα και θα συνόδευαν το χορευτικό τους με την πολεμική ιαχή α-αντι-αντι-ιμπεριαλίστα (που θα ‘κοβε το αίμα κάθε φασίστα από τα γέλια). Από όπου προέκυψε κι ο τίτλος της σημερινής ανάρτησης.

Σκέψου επίσης το μαρξ να ‘χε προλάβει τη στροφή στον 20ό αιώνα και το μεταίχμιο της μετάβασης στο ιμπεριαλιστικό στάδιο και αντί για το Κεφάλαιο (das Kapital) να είχε γράψει για το Imperium –την αυτοκρατορία- πολύ πριν από τους χαρντ και νέγκρι. Και την πάλαι ποτέ σοβαρή συνιστώσα, που ανακαλύπτει εκ νέου το εθνικό ζήτημα στην εποχή μας, να επαναθεμελιώσει τις θεωρητικές της αναλύσεις και να κάνει λόγο για «ολοκληρωτικό ιμπεριαλισμό» ως μετεξέλιξη του ανώτερου σταδίου που έβαζε ο βλαδίμηρος. Τείνοντας όμως έτσι προς τη θεωρία του υπερκαπιταλισμού και τις υπερταξικές αναλύσεις του καρλ κάουτσκι. Κι είναι ζήτημα να προσέξεις και να μη μπερδέψεις τους καρόλους κατά το προτσές της επαναθεμελίωσης.

Κι έτσι θα αντιστρέφονταν όλα και ο καπιταλισμός θα ήταν το ανώτερο στάδιο του ιμπεριαλισμού· της ιστορίας των υποτελών εθνών, των προτεκτοράτων και του οικονομικού επεκτατισμού (sic). Το ίδιο σχηματικά με την αντίληψη που μας λέει πως η επαναστατική συνείδηση πρέπει υποχρεωτικά να περάσει στο προτσές της διαμόρφωσής της απ’ τη φάση ενός θολού αντι-ιμπεριαλισμού, προτού φτάσει δια της συνεχούς ωρίμανσης στο ανώτατο στάδιο της αντικαπιταλιστικής συνείδησης και στην πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Και να τα αντιπαραθέτει χρονικά, αντί να μάθει να τα συνδέει διαλεκτικά.

Και ποιο είναι το ηθικό δίδαγμα από όλα αυτά σφε αναγνώστη; Τι θέλει να μας πει άραγε η κε του μπλοκ; Α, τίποτα ιδιαίτερο. Απλά πως οι μονομέρειες κάθε είδους είναι κακό πράγμα κι αντίκεινται στη διαλεκτική σκέψη, φτωχαίνοντας τους ορίζοντες της δικής μας.
Κι όσο για το (αντι-ιμπεριαλιστικό) διήμερο, ό,τι αξιόλογο προκύψει κι υποπέσει στις κεραίες της κε θα καταγραφεί ξεχωριστά.

Τετάρτη 3 Ιουλίου 2013

Σφυρί καλεί δρεπάνι


Σχολιασμός επικαιρότητας

Η νέα ελλάδα του σαμαρά είναι σαν το νέο πανιώνιο του μπέου και τις ποδοσφαιρικές ανώνυμες εταιρίες (παε), που όταν χρεοκοπούν αναβαπτίζονται, για να γλιτώσουν από τα χρέη τους με το πρόθεμα «νέο». Όπως δηλ οι νεοναζί, με τους οποίους θέλει να συνεργαστεί ο πολύδωρας. Αλλά δεν τολμάνε να βγουν στη νέα σμύρνη του νέου πανιώνιου, για να μην τους πάρουν χαμπάρι οι πάνθηρες και τους κάνουν τ’ αλατιού. Που πέρσι είχαν στην ομάδα προπονητή τον ελέ, που είναι σαν πρωταγωνιστής του παπακαλιάτη, και παραπέμπει ευθέως στην άλλη ελε, του καμμένου και του λαπαβίτσα, που διαγράφει το απεχθές χρέος. Αλλά η διαφορά είναι ότι δε σβήνουν αυτομάτως τα χρέη αν υποβιβαστείς σε τριτοκοσμική χώρα, όπως γίνεται στο ποδόσφαιρο.

Η νέα ελλάδα του σαμαρά λοιπόν είναι φτιαγμένη με παλιά υλικά από τον καιρό του καραμανλικού κράτους της αντιπαροχής. Και πήρε το όνομά της από το παλιό εκδοτικό των πολιτικών προσφύγων του δσε στην υπερορία, στη δεκαετία του 50’, πιθανότατα για να προκαλέσει τους απαραίτητους συνειρμούς με το μετεμφυλιακό κλίμα της εποχής και το νέο πολιτικό στιλ που φιλοδοξεί να εφαρμόσει ο αντώνης. Με υπουργούς σαν το βορίδη (πριν) και τον άδωνη (τώρα), βγαλμένους θαρρείς από εκείνα τα χρόνια, και με τον ίδιο κεντρικό ΙΔΕΑ ως προς το τι χρειάζεται ο τόπος σήμερα. Που τους λείπει μόνο το άσπρο κοστούμι του παγωτατζή –που ήταν η μόδα της εποχής και την τιμούσε ο καραμανλής ο πρεσβύτερος- και το τρίκυκλο.

Αν και στα δικά τους χρόνια ήταν της μόδας το τσεκούρι, για να προτρέξουμε λίγο στο ρου της ιστορίας και να πάμε στη δεκαετία με τις βάτες. Τότε που πέθανε ο τοσίτσας της νδ, έχοντας αναθρέψει γενιές νεοναζί με το βιβλίο του για τον εμφύλιο «φωτιά και τσεκούρι» κι αφήνοντας πολύτιμη παρακαταθήκη στους κενταύρους, τους ρέιντζερς και τις λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις, σαν την επεν του βορίδη. Που δεν ξέρω για τη φωτιά, αλλά τσεκούρι είχε σίγουρα κι υπάρχουν και φωτογραφικά ντοκουμέντα που μας το υπενθυμίζουν. Ενώ μοίραζαν και φυλλάδια με το σχετικό σύνθημα: «φωτιά και τσεκούρι στους προσκυνημένους», πράσινους και βένετους (νδ-πασοκ).

Κι ο άδωνις έχεις το τσεκούρι του
Τώρα όμως έχουν αλλάξει οι καιροί κι ο βορίδης του εθνικού μετώπου κάνει εισοδισμό στο ενιαίο κυβερνητικό μέτωπο των προσκυνημένων, για να το διαβρώσει από μέσα και να το καταπολεμήσει με ένα σατανικό σχέδιο συμμαχίας ακόμα και με το διαβολικό πασόκ που με τον ανδρέα έριξε την χώρα στην ακολασία και την καταστροφή. Ευτυχώς όμως παραμένει το δόγμα «νόμος και τάξη» ως προμετωπίδα της δυομισικομματικής κυβέρνησης, που στρέφεται κατά πάντων, κηρύσσοντάς μας ανοιχτά τον πόλεμο. Κι έχεις την αίσθηση πως ζεις μέσα σε ταινία του δαλιανίδη και θα δεις πχ τους 35 συλληφθέντες συντρόφους του παμε να τους κουρεύουν με την ψιλή και να τους κυκλοφορούν στους δρόμους, κρατώντας πινακίδες, για να τους διαπομπεύσουν: είμαι τέντι μπόης, είμαι συνδικαλιστής, απεργός, είμαι δημόσιος υπάλληλος, είμαι κουκουές.

Ο βορίδης λοιπόν έχει άποψη για τα αίτια της κρίσης και μας λέει: είναι ο ανδρέας παπανδρέου, ανόητε. Αλλά ο άδωνης σπεύδει να διευκρινίσει πως το πρόβλημα είναι οι (όποιες) κατακτήσεις των πρώτων χρόνων της αλλαγής και πως ούτε ο ίδιος ο παπανδρέου δεν ακολούθησε αυτή την πολιτική, όταν επανήλθε στην κυβέρνηση –κι η αλήθεια είναι πως το είχε επισημάνει εγκαίρως στην κριτική του ο παναγιωτακόπουλος, ως φωνή της πασοκικής συνείδησης.

Το πρόβλημα συνεπώς «είναι η δεκαετία του ογδόντα ηλίθιε». Και ο χυδαίος αντικομμουνισμός έχει σα βασικό του όχημα τη βρώμικη προπαγάνδα για το βρώμικο 89’, που εμείς το ξεβρομίσαμε, κατά της χρυσής δεκαετίας και του πάρτι της μεταπολίτευσης, για να μεγαλώσει τις συλλογικές μας ενοχές για τις «σπάταλες κατακτήσεις που είχαμε». Αλλά την ίδια στιγμή προβλέπει και ως «εναλλακτική» και μια καρικατούρα επιστροφής στα 80’ς, που την ενσωματώνει μεταμοντέρνα, προβάλλοντας τον αλέξη ως το επόμενο παιδί της αλλαγής.

Έρχεται κι ο κινέζος παράγοντας της κόσκο με βαρυσήμαντες δηλώσεις, να μας πει πως η ελλάδα βρίσκεται σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι, όπου πρέπει να πάρει δύσκολες αποφάσεις για μεταρρυθμίσεις, όπως η λδ της κίνας, πριν από 30 χρόνια. Κι αν ο λαός μας συνεχίσει να εμπνέεται και να παλεύει κάτω από ξένες σημαίες, σαν τους.. αγανακτισμένους της τιεν αν μεν, που είχαν το άγαλμα της ελευθερίας στα χέρια τους, σε τρεις δεκαετίες περίπου η κινεζοποίηση των μισθών και της εργατικής τάξης θα είναι καθολική και τα 350 ευρώ που τόσο προκλητικά προτείνει σήμερα η τρόικα, θα φαίνονται μισθός πολυτελείας, όπως σε εμάς σήμερα φαίνεται προνομιούχος η γενιά των 700 ευρώ. Αλλά αν ο τσίπρας αντιστοιχεί στον δεξιό κομμουνιστή ντενγκ σιάο πινγκ, τότε ο λαφαζάνης είναι μάλλον κάτι σαν την χήρα του μαο και το ζήτημα είναι τι ρόλο ακριβώς παίζει ο αρθρογράφος του μαο, σπαρίλας.

Μα αν ο μισός μου μισθός βρίσκεται γιατρέ εδώ πέρα, ο άλλος μισός στην κόσκο βρίσκεται. Κι ύστερα γιατρέ, στην κάθε αυγή με τα χαράματα, πάντα με γκαλμπρέιθ και βαρουφάκη συγκλονίζομαι –ή συνετίζομαι.. ή μάλλον όχι, αυνανίζομαι. Γιατί εξηγούν πολύ πειστικά τους λόγους που δεν πρέπει να φοβούνται οι ηπα μια πιθανή κυβέρνηση σύριζα. Και δεν ξέρω για σένα γιατρέ, αλλά εμένα με έπεισαν απολύτως κι άρχισα να φοβάμαι για δικό μας λογαριασμό. Φοβού τους δαναούς και τσίπρα φέροντες.
Ο ομπάμα, το γιν και το γιαν, σκεφτήκαν και βρήκαν πως φταίει η πιονγκ γιανγκ

Με αυτά που λες θυμήθηκα και μια παλιά γελοιογραφία του στάθη για την κυβέρνηση του κινέζου σημίτη, που αντί για ελιές στο κούτελο είχε αριθμούς κι ένας παραδίπλα έλεγε: περνάει ο καθένας και γράφει πάνω του μια πιθανή ημερομηνία λήξης. Κάπως έτσι είναι και με την τωρινή κυβέρνηση, που άρχισε να φαγώνεται πριν καν κλείσει εβδομάδα με την καινούρια της μορφή. Μια κυβέρνηση υπό προθεσμία, που όσο παραμένει γίνεται επικίνδυνη, σαν τα ληγμένα χημικά που πετάνε οι ματάδες στους διαδηλωτές. Αλλά δεν πρόκειται να πέσει σαν ώριμο φρούτο, επειδή ο τσίπρας στην πλατεία συντάγματος φώναζε συλλαβιστά: τε-λει-ώ-σα-τε, λες και μιλούσε κινέζικα. Δεν πέφτουν αν δεν τους ρίξουμε, όπως έλεγε ένα πρόσφατο πρωτοσέλιδο του πριν.

Το οποίο είχε το ρεπορτάζ για την ερτ και την ανακοίνωση της ανταρσύα, για να ‘ρθουν οι εργαζόμενοι στο τιμόνι, αλλά όχι στη (λαϊκή) εξουσία. Άσπρος γάτος, μαύρος γάτος, το θέμα είναι να πιάνει ποντίκια και να ‘χουμε εργατικό έλεγχο, όπως θα έλεγε και ο ντενγκ. Τώρα σε αστική ή σε εργατική-λαϊκή εξουσία, αυτά είναι ψιλά γράμματα και δευτερεύοντα (εκ της δευτέρας παρουσίας του σοσιαλισμού).
Στο τελευταίο του φύλλο μάλιστα ο μαυροειδής αναλαμβάνει την πολεμική κατά του παμε, που δεν έκανε πολιτική συμμαχία για τις καρέκλες και προγραμματικό προεδρείο στο εκα με τις δυνάμεις της ανταρσύα (που μας σέρνει τα μύρια όσα) και με τους εργοδοτικούς του σκλαβενίτη και της αυτόνομης παρέμβασης. Ενότητα και κοινή δράση να υπάρχει και τα άλλα τα βρίσκουμε.

Αλλά ας επιστρέψουμε στο αρχικό θέμα της ανάρτησης, γιατί το 13’ είναι μια χρονιά συνεδριακού οργασμού, καθώς όλοι σχεδόν έχουν πραγματοποιήσει ή προγραμματίσει για φέτος το δικό τους συνέδριο –μέχρι και το ναρ πχ, που τηρούσε ως τώρα τον άγραφο εθιμικό κανόνα για «συνέδριο ανά οκταετία» αλλά φέτος μπορεί να κάνει την έκπληξη και να το βάλει στα επτά! Και μόνο το εεκ του σάββα μιχαήλ πραγματοποιεί σε ετήσια βάση τακτικό συνέδριο, στα χνάρια των καλύτερων παραδόσεων των μπολσεβίκων του λένιν. Αλλά αυτά τα αποσιωπά η κυρίαρχη προπαγάνδα, γιατί δεν τη συμφέρουν.

Στο συνέδριο της νδ λοιπόν συζήτησαν για το αν ο ταπ είναι καλός αγωγός της καπιταλιστικής ανάπτυξης και της κερδοφορίας του κεφαλαίου. Και ο σαμαράς ζορίστηκε και αδιαθέτησε, ενώ ανέπτυσσε το όραμά του για τη νέα ελλάδα του μέλλοντος. Φαντάσου δηλ να το λουζόταν στην πράξη, σαν εμάς, πώς θα.. δροσιζόταν.

Η νδ λοιπόν δεν πρωτοτύπησε με το λεκτικό δάνειο για η νέα ελλάδα. Ακόμα και το όνομά της από εμάς το πήρε. Από τις επεξεργασίες του 9ου συνεδρίου του κκε για το στάδιο της νέας δημοκρατίας, που θα διαδεχόταν το χουντικό καθεστώς μετά την πτώση του –κι όντως επιβεβαιώθηκαν από την ζωή, με τρόπο που δε φανταζόμασταν. Κι ύστερα λέμε για το πασοκ που κατάκλεψε τα δικά μας συνθήματα και λεηλάτησε την εκλογική βάση της αριστεράς. Το επόμενο βήμα θα είναι να μιλήσει ο σαμαράς και για το κόμμα νέου τύπου που θέλει να επανιδρύσει..

Ευτυχώς σε αυτό τον κόσμο με τόσες ραγδαίες ανατροπές, υπάρχουν και μερικές σταθερές που μας βοηθάνε να κρατάμε τον μπούσουλα. Όπως οι γραφικές αφίσες του παναγιωτακόπουλου με τον ανδρέα, κάθε χρόνο τέτοιο καιρό. Και τώρα που έφυγε η αριστερή παρέμβαση από το πασόκ, τι θα κάνουμε εμείς; Ήταν κι αυτή μια κάποια λύση για τη διασκέδασή μας…

Δευτέρα 1 Ιουλίου 2013

Το γρηγοριανό ημερολόγιο της ήττας

Αν το κόμμα είναι ο καθρέφτης της πορείας κάθε συντρόφου τότε οι περιπέτειες του κομμουνιστικού κινήματος στον αιώνα που μας πέρασε δικαιολογούν ένα μεγάλο φάσμα από πρωτότυπες, δαιδαλώδεις προσωπικές διαδρομές και μετακινήσεις πάσης φύσης, με πολιτικούς γυρολόγους σαν τον... (άστο καλύτερα ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε). Συνεπώς στον χώρο μας (με την ευρεία έννοια) μπορείς να συναντήσεις σχεδόν τα πάντα: σκληροπυρηνικούς που μαλάκωσαν κι έγιναν νερόβραστοι, δογματικούς που αλλαξοπίστησαν, ορθόδοξους που αναθεώρησαν, αριβίστες που κοιμήθηκαν κομμουνιστές και ξύπνησαν σοσιαλδημοκράτες, έχοντας δει το όνειρο και το φως το αληθινό (εν τούτω ήττα). Και γενικώς κάθε καρυδιάς καρύδι, που όσο σκληρό κι αν φαινόταν, απέβαλε το περίβλημά του στον καρυοθραύστη του 89-91’. Αλλά και σαν εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα, με ένα λόγο ένα προς πενήντα, κάποιοι από την αντίπερα όχθη, που διέβησαν τον ρουβίκωνα, προς τη δική μας πλευρά και συστρατεύτηκαν με το κομμουνιστικό κίνημα. Κι όσο μεγαλύτερη απόσταση μας χωρίζει απ’ τα γεγονότα και τη στάση τους, τόσο νομίζουμε πως μπορούμε να τα κατανοήσουμε να τα ερμηνεύσουμε χωρίς να τα δικαιολογήσουμε, ακόμα και για όσους «λύγισαν», απογοητεύτηκαν και πήγαν σπίτι τους. Είναι κι αυτή μια στάσις, νιώθεται, που λέει κι ο ποιητής.

Κι εφόσον τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι ξένο, όλα νιώθονται κι όλα εξηγούνται. Προσωπικά όμως εκείνη η κατηγορία που δυσκολεύομαι να κατανοήσω και να ερμηνεύσω τη στάση της είναι οι πρώην σύντροφοι που έζησαν και τις δυο μεγάλες διασπάσεις, το 68’ και το 91’, κι άντεξαν στην πρώτη για να λυγίσουν στη δεύτερη. Το ‘παιξαν δηλ άσο ημίχρονο διπλό τελικό, με ανατροπή αποτελέσματος, της σοβιετικής ένωσης και των ιδανικών στα οποία αφιέρωσαν όλη την προηγούμενη ζωή τους, για να τα εγκαταλείψουν στα γεράματα. Θα μου πεις πως το παλιρροϊκό κύμα της ήττας και η αίσθηση που προκάλεσε ήταν πολύ σφοδρότερα το 91’ κι άγγιξαν πολύ περισσότερο κόσμο και σε πολύ ευρύτερη κλίμακα, ακόμα και στον περίγυρό μας, πέραν των οργανωμένων δυνάμεων, περιορίζοντας αισθητά την εμβέλεια και την ακτινοβολία των ιδεών μας.

Αυτή ακριβώς την ήττα αποπνέει και το βιβλίο με τις μαρτυρίες και τους στοχασμούς του φαράκου, που γράφτηκε στον απόηχο της αντεπανάστασης, εν έτει 1993, κι απλώνει το τραγούδι της ήττας σε όλη την ιστορική του αφήγηση, σκεπάζοντας αναδρομικά τα γεγονότα του πρόσφατου και μακρινού παρελθόντος με την απογοήτευση και το μηδενισμό του δικού του ιστορικού χρόνου.

-Μα ο φαράκος; απορούν παλιοί και νεότεροι.
Οι νεότεροι όταν χάνουν από υπερβολική σιγουριά στο τρίβιαλ την ερώτηση «ποιον διαδέχτηκε στη θέση του γγ της κετουκε η αλέκα παπαρήγα το 91;» και απαντούν γεμάτοι χαρά «τον χαρίλαο» -που ήταν μέχρι τότε στα πράγματα, ως πρόεδρος του συν και πλάστιγγα που έγειρε υπέρ της αλέκας στο κρίσιμο 13ο συνέδριο- αγνοώντας το μεταβατικό πέρασμα του φαράκου κατά τη διετία 89-91.
Και αυτό ακριβώς αναρωτιούνται και οι παλιότεροι (μα ο φαράκος;) που θυμούνται το πέρασμά του απ’ τη θέση του γγ, αλλά δε φαντάζονταν την κατάληξή του: ανανεωτής ο φαράκος που είχε αντέξει στο βουνό και τη διάσπαση του 68’; Που διηύθυνε το ρίζο επί μια 15ετία σχεδόν και μας πρόσφερε μοναδικές προλεκάλτ στιγμές στις διαλέξεις του για την ηθική στις σχέσεις των δυο φύλων, κουβαλώντας έναν αναχρονιστικό πουριτανισμό –ή μάλλον την ηθική της εποχής του; (Η σχετική μπροσούρα είναι στο πρόγραμμα για να παρουσιαστεί στο προσεχές μέλλον σε ειδική ανάρτηση).

Ε ναι λοιπόν, ο φαράκος. Που καταφέρνει τουλάχιστον να τα ‘χει καλά με την ύστερη συνείδησή του και παραμένει συνεπής στην εσωτερική λογική των γεγονότων, δικαιώνοντας αναδρομικά το κκε ες και «την πολύτιμη συμβολή του στην υπόθεση της ανανέωσης του κομμουνιστικού κινήματος». Και αναθεωρώντας ταυτόχρονα το παρελθόν του, τις θέσεις του και τη δική του στάση κατά τη 12η ολομέλεια και τη διάσπαση του κόμματος. Γιατί δε γίνεται να διαχωρίσουμε την πολιτική ουσία της διάσπασης του 68’ απ’ αυτήν του 91’. Η δεύτερη έρχεται ως συνέπεια της πρώτης, τη συμπληρώνει και την οδηγεί στις τελικές της συνέπειες. Και ο κοινός τους τόπος, το κοινό πολιτικό περιεχόμενό τους, δεν είναι άλλο από τη διάλυση του κκε –είτε με τη διάχυση-αυτοδιάλυσή του σε ευρύτερα πολιτικά μορφώματα (εδα, ενιαίος συν) είτε με την υποκατάστασή του από αυτά- κι η απώλεια των επαναστατικών του χαρακτηριστικών. Και σε τελική ανάλυση η άρνηση του «απαρχαιωμένου, μαρξιστικού δόγματος» και της κομμουνιστικής ιδεολογίας.

Για να το κάνουμε πιο λιανά, το πολιτικό απότοκο της διάσπασης του 68’ ήταν το κκε εσ, η καραμανλική αριστερά, όπως πολύ εύστοχα την είχε βαφτίσει ο φαράκος της εποχής, η οποία πολύ γρήγορα απέβαλε και τυπικά τον όρο «κομμουνιστικό» από τον τίτλο της και με τα πολλά μετεξελίχθηκε στη σημερινή υπεύθυνη δημαρ, το αποσμητικό χώρου της συγκυβέρνησης, όπως την χαρακτήρισε ο (επίσης προερχόμενος από το εσωτερικού) παπαδημούλης του σύριζα, θεωρώντας προφανώς μυρωδάτο λουλούδι τον δικό του χώρο. Ο οποίος προέκυψε από τη διάσπαση του 91’ –που είχε ως πολιτικό της πρελούδιο το «ελληνικό 68’»- κι ετοιμάζεται κι αυτός για τα κυβερνητικά πόστα, αλλά με πρωταγωνιστικό ρόλο. Αν λοιπόν αποτελεί κοινή παραδοχή πως η (νεο)δημοκρατική αριστερά του κουβέλη έχει μόνο το όνομα, αλλά καμία απολύτως αριστερή χάρη που να το δικαιολογεί, τι είναι αυτό που θα διαφοροποιούσε τα συμπεράσματά μας για το πολιτικό προϊόν της δεύτερης σχάσης, που δικαίωσε αναδρομικά το κκε εσ. και ακολούθησε με λίγα χρόνια διαφορά την ίδια ακριβώς πορεία προς τη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη; Η διαφορά ιστορικής φάσης; Ο λαφαζάνης και το αριστερό ρεύμα; (Θα μιλήσουμε και για αυτούς στο δεύτερο μέρος).

Ίσως κάποιοι μαοϊκοί, ζαχαριαδικοί ή όπως αλλιώς αυτοπροσδιορίζονται διαφωνήσουν με την παραπάνω ανάλυση και πουν πως δεν υπάρχει καμία λογική αντίφαση, θεωρώντας πως το κκε είχε διαλυθεί κατ’ ουσίαν πολύ νωρίτερα, με την έκτη ολομέλεια και όσα ακολούθησαν στις οργανώσεις της τασκένδης, έχοντας μπει προ πολλού σε ρότα μετάλλαξης. Και ότι η πολιτική λογική του φαράκου ήταν αντιπροσωπευτικό δείγμα της ομάδας του κολιγιάννη, που δε διέφερε ουσιαστικά από την ομάδα παρτσαλίδη κι όσους συγκρότησαν στη συνέχεια το λεγόμενο κκε εσωτερικού.
Ανεξάρτητα όμως από το βαθμό σοβαρότητας ή γραφικότητας όσων ασκούν αυτή την κριτική –γιατί υπάρχουν διάφορες διαβαθμίσεις στον χώρο- όλοι τους επαναλαμβάνουν το ίδιο λάθος με την ανάλυσή τους για τον παλινορθωμένο –ήδη από το 56’- καπιταλισμό στη σοβιετική ένωση και τη νέα αστική τάξη (νατ). Σημειώνουν μάλιστα ως παραδείγματα που ενισχύουν τον ισχυρισμό τους την περίπτωση της λδ κίνας και αρκετών κκ που μεταλλάχτηκαν εν μία νυκτί σε σοσιαλδημοκρατικά, διατηρώντας όμως το όνομα και την εξωτερική μορφή.

Ξεχνάνε όμως πως η σοβιετία δεν ήταν κίνα και το κκε δεν ήταν σαν τα ευρωκομμουνιστικά κόμματα της γαλλίας και της ιταλίας. Κι αυτό δε σημαίνει πως δεν υπήρχε οπορτουνιστική στροφή μετά το εικοστό συνέδριο, αλλά ότι η οριστική εξάλειψη των επαναστατικών τους χαρακτηριστικών (του κκε και της σοβιετίας) περνούσε υποχρεωτικά μέσα από τη διάλυσή τους, τον τερματισμό της υπόστασής τους σαν πολιτικές οντότητες. Στην περίπτωση της εσσδ το κατάφεραν, με το κκε όμως απέτυχαν οριακά. Κι αυτό είναι που τους στοιχειώνει μέχρι σήμερα, μαζί με το σοβιετικό φάντασμα που πλανάται πάνω από την ευρώπη κι όλο τον κόσμο.

Θεωρητικά τα παραπάνω προορίζονταν να είναι ένα σύντομο προλογικό σημείωμα για την παρουσίαση του βιβλίου του φαράκου που ανέφερα, στη σειρά βιβλία για το καλοκαίρι. Στην πορεία ωστόσο ξέφυγε αρκετά σε έκταση και κατέληξε να γίνει ξεχωριστό κείμενο. Οπότε η παρουσίαση του βιβλίου μετατίθεται χρονικά για επόμενη ανάρτηση.

Σάββατο 29 Ιουνίου 2013

Το καλύτερο πράγμα του κόσμου

Τα ωραιότερα πράγματα στη ζωή δεν είναι πράγματα, μας λέει ένα τηλεοπτικό μήνυμα (σλόγκαν) ιδιωτικού σταθμού. Ναι αλλά ποιο είναι το ωραιότερο πράγμα στη ζωή; Ο ύπνος! Το φαΐ! Η μπάλα! Το σεξ! Θα ήταν μάλλον οι δημοφιλέστερες απαντήσεις. Αλλά αν περιορίζαμε μεταξύ μας την έρευνα, θα συμφωνούσαμε πως το καλύτερο πράγμα του κόσμου είναι η παγκόσμια επανάσταση και ο κομμουνισμός, έστω και στην ανώριμη σοσιαλιστική βαθμίδα του, όπως τη ζήσαμε στην περίπτωση της σοβιετίας –αν και υπάρχουν αρκετοί πολιτικά ανώριμοι επίδοξοι ή αυτοπροσδιοριζόμενοι κομμουνιστές που θα έσπευδαν να μας βεβαιώσουν πως δεν ήταν ποτέ σοσιαλιστική.

Μιλάμε για μια κοινωνία όπου δε θα υπάρχουν χαρμάνια οπαδοί, παρά μόνο φίλαθλοι και αθλούμενοι. Δε θα υπάρχουν άυπνοι, που δε μπορούν να κλείσουν μάτι από το άγχος του αγώνα για επιβίωση, ούτε νηστικοί, που δεν έχουν να βάλουν μια μπουκιά στο στόμα τους και πεθαίνουν της πείνας. Αλλά ούτε και μπακούρια, παρά μόνο ως εξαίρεση και ταξικό κατάλοιπο, οπότε και θα εφαρμόσουμε τη λύση που προκρίνει ο αριστοφάνης για την ουτοπία του στις εκκλησιάζουσες: κάθε όμορφος νέος θα πρέπει να πηγαίνει με μια «άσχημη γριά», προτού ζευγαρώσει με τη νέα της επιθυμίας του και το αντίστροφο θα ισχύει και για την τελευταία. Αν και τότε ο καθένας μας θα καλλιεργεί την προσωπικότητά του ως σύνολο, αναδεικνύοντας την εσωτερική του ομορφιά· ενώ η εξωτερική του μορφή θα συνοδεύει το περιεχόμενο, χωρίς να το επισκιάζει φορμαλιστικά.
Γιατί ο κομμουνισμός καλύπτει τις βασικές ανάγκες, αλλά δεν είναι απλώς σεξ, φαΐ και μπάλα για όλους. Στην πραγματικότητα είναι κάτι πολύ ευρύτερο, (mes que un sistema economic όπως θα συμπλήρωναν οι καταλανοί), που αναπτύσσει ολόπλευρα την ανθρώπινη προσωπικότητα, αξιοποιώντας τις ιδιαίτερες κλίσεις και τα ταλέντα του καθενός..

Αυτά όμως ανήκουν στη σφαίρα της φαντασίας, που οργιάζει, όσο παραμένουμε μπακούρια από επαναστατικής απόψεως. Ενώ το θέμα είναι να είμαστε ρεαλιστές, επιδιώκοντας το άμεσο και το εφικτό –κι όχι το αδύνατο όπως λένε κάποιοι ρομαντικοί μαξιμαλιστές. Να μην κάνουμε όνειρα τρελά, αλλά να μπαζώσουμε πρώτα για να χτίσουμε, όπως λέει μια γνωστή σεξιστική ρήση. Ή με άλλα λόγια να βάλουμε τη στρατηγική στο τιμόνι και την τακτική στις ταχύτητες –αν και τώρα τελευταία μόνο η όπισθεν δουλεύει. Κι αφού τα κάνουμε όλα αυτά να σκεφτούμε σοβαρά και να απαντήσουμε: ποιο είναι το δεύτερο καλύτερο πράγμα του κόσμου;

Μα φυσικά η μετάβαση προς το πρώτο. Ο δρόμος που οδηγεί στην ιθάκη –που ίσως να είναι πιο φτωχική απ΄ όσο τη φανταστήκαμε. Και ένα μεταβατικό πρόγραμμα που μας οδηγεί σαν οδικός χάρτης από μυστικά μονοπάτια στην κοινωνία του μέλλοντος: παύση πληρωμών, έξοδος από το ευρώ, ρήξη με την εε, κρατικοποίηση τραπεζών… και τέλος πάντων το έχουμε ακούσει όλοι τόσες φορές που δεν χρειάζεται να το επαναλάβουμε μέχρι τέλους, εκτός και αν διακατεχόμαστε από κάποιον ιδιαίτερο μαζοχισμό.
Μια άλλη εκδοχή της παραπάνω λογικής, κάπως διαφοροποιημένη και ελαφρώς ελαφρύτερη, για να είναι πιο εύπεπτη από το ευρύ κοινό, εστιάζει σε άλλα σημεία-αιχμές: πραγματική δημοκρατία (μπέσα όμως, όχι στα ψέματα), να πέσει η κυβέρνηση (ουστ!) και πέφτοντας, πάρτε το μνημόνιο και φύγετε από εδώ (αλλιώς ονειρευόμαστε τον ολυμπιακό).

Αυτό είναι μέσες άκρες το πολιτικό(;) σκεπτικό που επικράτησε στις πλατείες και έδωσε τον τόνο στη διπλή εκλογική μάχη της χρονιάς που ακολούθησε. Που δεν ήταν η άρνηση και η συνέπεια του ξεφουσκώματος των πλατειών, αλλά η φυσική συνέχεια και το επισφράγισμα της λογικής τους, σε αντίθεση με όσους είδαν σε αυτές, με τα μάτια της ψυχής τους, μια αυθόρμητη λαογέννητη μορφή και το προπαρασκευαστικό υλικό για μια ελληνική εκδοχή των σοβιέτ.
Ένα κίνημα χωρίς ουσιαστική πολιτική στόχευση, μόνο τέτοιο πολιτικό περιεχόμενο μπορούσε να πάρει, γιατί ακόμα και το απολιτίκ ακομμάτιστο έχει βαθιά πολιτικό (κι αντιδραστικό) χαρακτήρα και βρίσκει την κατάλληλη πολιτική έκφραση που του ταιριάζει. Και δε θα ψάξει για μεσοβέζικες μεταβατικές λύσεις, αλλά θα στραφεί νομοτελειακά προς τους πιο αυθεντικούς εκφραστές αυτής της λογικής.
Είναι ζήτημα λοιπόν αν οι παραπάνω κρίκοι μπορεί να σταθούν αυτοτελώς και πού ακριβώς μεταβαίνουν σε τελική ανάλυση.

Συνεπώς δικαιούμαστε να θέσουμε κι εμείς από την πλευρά μας ένα ερώτημα αντιστρέφοντας το αρχικό σκεπτικό. Ποιο θα ήταν το καλύτερο σενάριο από τη σκοπιά της αστικής τάξης; Ένας λαός υπνωτισμένος, ζαλισμένος από τη νίκη της αντεπανάστασης, πειθήνιος και αδρανής στο ξήλωμα των κατακτήσεών του και τις προωθούμενες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Και ως ένα βαθμό πράγματι το πέτυχαν τα πρώτα χρόνια μετά τις ανατροπές, με τα κίβδηλα οράματα της ένταξης στην ονε και των ολυμπιακών. Αλλά η καπιταλιστική κρίση οξύνει τις αντιφάσεις και δημιουργεί αντικειμενικά το εκρηκτικό έδαφος για λαϊκά ξεσπάσματα και κοινωνικές διεργασίες. Συνεπώς δε μπορούσαν να αποφύγουν το ξέσπασμα της λαϊκής οργής. Μπορούσαν όμως να επιχειρήσουν να ελέγξουν το βάθος και τον χαρακτήρα αυτού του ξεσπάσματος.

Ποιο είναι λοιπόν σε αυτές τις συνθήκες το (δεύτερο) καλύτερο σενάριο για τους αστούς; Ένα χύμα κίνημα εκτόνωσης με τηλεοπτικούς όρους και θολή στόχευση, χωρίς βαθύτερα ταξικά και πολιτικά χαρακτηριστικά που θα το καθιστούσαν επικίνδυνο. Κι αυτή ακριβώς ήταν εν ολίγοις η περίπτωση των ελληνικών πλατειών. Το δεύτερο καλύτερο σενάριο για το ανώδυνο καναλιζάρισμα των λαϊκών αντιδράσεων και το εναλλακτικό σχέδιο βήτα για την κινηματική ενσωμάτωση της διογκούμενης δυσαρέσκειας και τους εγκλωβισμού της σε μια κίνηση που διακηρύσσει πως είναι το παν, για να μη γίνει ποτέ τίποτα.

Αν τώρα κάποιος διαβάζοντας τα παραπάνω καταλαβαίνει ως βασική θέση του κειμένου πως οι πλατείες ήταν εξ αρχής μια κατασκευή των αστικών επιτελείων, είτε έχει πρόβλημα κατανόησης είτε δικά του κατασκευασμένα συμπεράσματα, που τα φοράει σαν έτοιμο καλούπι στον αντίλογο και τα γεγονότα –που αν δε συμφωνούν μαζί του, τόσο το χειρότερο για αυτά. Η κριτική μου όμως δεν αφορά το πώς και το γιατί, αλλά κυρίως τους όρους και τον χαρακτήρα αυτού του κινήματος που καθόρισαν εν τέλει και το ταβάνι του. Κι οι αιχμές μου δεν κατευθύνονται φυσικά στον κόσμο που αντέδρασε και κατέβηκε στο δρόμο εκείνες τις μέρες, αλλά τις οργανωμένες δυνάμεις που τις μετρούσαν σαν μήνες –γιατί όταν έχουμε επαναστατική κατάσταση τα γεγονότα και ο πολιτικός χρόνος συμπυκνώνονται δραματικά και κάθε μέρα μετράει σα μήνας στο ρου της ιστορίας.
Θα μου πεις πως όταν μιλάμε για κίνηση, τα πάντα είναι ανοιχτά. Και το ζητούμενο δεν είναι να μείνουμε στην απέξω και να δικαιωθούμε, βλέποντας τη μπάλα να βγαίνει κι αυτή έξω. Αλλά να δούμε τι πορεία μπορούμε να της δώσουμε για να καταλήξει στα δίχτυα. Να αξιοποιήσουμε δηλ τις δυνατότητες που έχουμε και να δούμε πώς θα τις αυξήσουμε.

Ναι αλλά είναι ζήτημα αν σε παίρνει η μπάλα παραμάζωμα και εσύ φαντασιώνεσαι πως της αλλάζεις πορεία. Αν υποτάσσεσαι άνευ όρων στο «αυθόρμητο» και πιστεύεις πως το διαπαιδαγωγείς και του διαμορφώνεις συνείδηση. Ή αν η ομάδα είναι καλώς τα παιδιά τα τρία μηδέν κι εσύ μιλάς για τετ α τετ και μεγάλες ιστορικές ευκαιρίες. Ενώ η βασική σου τακτική –που την έχεις βαγγέλιο, την κλίνεις σε όλες τις πτώσεις και την έχεις βάλει στις ταχύτητες, δίπλα στο τιμόνι- είναι «πάμε γερά, με τσαμπουκά» σαν μπουλούκι, χωρίς την παραμικρή οργάνωση.
Ο χειρότερος τρόπος να καταδικάσεις μια αυθόρμητη έκρηξη και να σκάσει στα μούτρα σου σαν τα δώρα που κάνει ο χαχανούλης από τα στρουμφάκια, είναι να καλοπιάνεις τις μάζες (παικταρά μου εσύ, τους έχεις όλους, κτλ) χωρίς να τις εξοπλίζεις ιδεολογικά για να δώσουν πιο σκληρές μάχες.

Δικαιούμαστε λοιπόν να θέσουμε το ερώτημα «τι έκανες στον (ταξικό) πόλεμο θανάση»; Και να κάνουμε ένα μικρό απολογισμό δράσης για αυτού που «δε δίστασαν να λερώσουν τα χέρια τους με το επίπεδο συνειδητοποίησης του κόσμου και να επιχειρήσουν να το ανυψώσουν». Πώς ακριβώς το πάλεψαν όμως αυτό το τελευταίο; Με τι σχέδιο δράσης κινήθηκαν; Πού σκόνταψε και πώς το τροποποίησαν για να πετύχει; Τι συγκεκριμένα βήματα μέτρησαν σε αυτή την κατεύθυνση; Και πώς συμβάδιζαν όλοι αυτοί οι τακτικοί ελιγμοί, που έγιναν στο όνομα της παρέμβασης στην αντιφατική συνείδηση των μαζών, όχι μόνο με τον υφέρποντα φασισμό της πάνω πλατείας αλλά και με την απογειωμένη αμεσοδημοκρατία της κάτω βουλής που ψήφισε μεταξύ άλλων την κατάργηση του χρήματος και των πολιτικών κομμάτων;
Αυτό κι αν είναι ώριμος κομμουνισμός, ε; Όχι σαν τους σοβιετικούς που είχαν το κόμμα στην εξουσία κι είχαν διατηρήσει σα μορφή το χρήμα για να γεμίζουν με ρούβλια τους έλληνες συντρόφους τους και να αγοράζουν κότερα στον χαρίλαο.

Όσα εγκώμια ή επετειακά κείμενα κι αν διαβάσει κανείς όμως, δε θα βρει καμία σοβαρή απόπειρα να απαντηθούν τα παραπάνω ερωτήματα. Μονάχα μια ρηχή κι αυτάρεσκη αυτοκριτική του τύπου, δε μπορέσαμε να μπολιάσουμε το κίνημα με πολιτικά χαρακτηριστικά, προφανώς από καθαρή ατυχία –σα να λέμε δοκάρι, για να συνεχίσουμε τον ποδοσφαιρικό μας παραλληλισμό. Και έτσι επισημαίνουμε «αυτοκριτικά» και τις δικές μας ανεπάρκειες, έχοντας ήσυχη την πρωτοπόρα μας συνείδηση και συνεχίζουμε τον ύπνο του δικαίου με το ίδιο πλευρό.

Για το κόμμα αντιθέτως ο συλλογικός μύθος μας λέει πως σνόμπαραν το κίνημα των πλατειών, όπου βρέθηκαν όλοι πλην λακεδαιμονίων, και συμμετείχαν στον μαζικό εξεγερσιακό διονυσιασμό. Οι κομμουνιστές όμως δεν απαρνήθηκαν την πολιτική τους ταυτότητα πριν αλέκτωρ λαλήσαι τρις. Και προσπάθησαν να προσεγγίσουν το πλήθος των αγανακτισμένων με τους δικούς τους όρους. Με οργανωμένα μπλοκ σωματείων κι εργαζομένων. Την κατάληψη του παρακείμενου υπουργείου οικονομικών. Ευέλικτες απεργιακές συγκεντρώσεις που πέρασαν ή και έμειναν στην πλατεία αλλά αποδοκιμάστηκαν ενίοτε από κάποιους όχι και τόσο… αυθόρμητους αγανακτισμένους πολίτες. Τι από τα παραπάνω έχουν να επιδείξουν άραγε στο ενεργητικό τους οι φλογεροί υμνητές πλαταιείς, που δεν έμειναν να φυλάττουν θερμοπύλες δίπλα στους λακεδαιμόνιους;

Τα παραπάνω πάντως δεν γράφονται από μια σκοπιά αυτάρεσκης επιβεβαίωσης, αλλά ως διμέτωπες κριτικές παρατηρήσεις: ενάντια στον ταξικό εχθρό που μπορεί να πάρει πολλά προσωπεία και να εμφανιστεί ως πέμπτη φάλαγγα μες στις γραμμές του κινήματος. Και κατά συνέπεια ενάντια στον οπορτουνισμό, που πρέπει να τσακιστεί. Και αυτό δε σημαίνει να στοχοποιήσουμε τον απλό κόσμο με τις αυταπάτες και τις αντιφάσεις του, ούτε μόνο τους πολιτικούς χώρους που τον εκφράζουν, αλλά να τον χτυπήσουμε συνολικά ως λογική, με την έννοια της επιρροής της αστικής τάξης στο ταξικό κίνημα –που μπορεί να εμφιλοχωρεί ακόμα και στις δικές μας γραμμές ή τον περίγυρό μας.

Το πιο σημαντικό όμως είναι τι κάνουμε εμείς στη δική μας δράση. Κι αυτό το κομμάτι δεν το έχω συμπεριλάβει –κι είναι ζήτημα κατά πόσο μπορεί να λυθεί εκτός δράσης σ’ ένα θεωρητικό κείμενο. Κάθε πολεμική-κριτική δε μπορεί να λειτουργεί ως καθαρτήρια αυτοεπιβεβαίωση (μπράβο μας, δίκιο έχουμε, καλά του τα ‘παμε) και να αφήνει έξω από την οπτική της το δισάκι με τις δικές μας αδυναμίες, παρά να αποτελεί αφορμή για γόνιμο προβληματισμό ως προς τα δικά μας.

Πέμπτη 27 Ιουνίου 2013

Απολιθωμένες Αμπελοφιλοσοφίες στον Κόκκινο Πλανήτη 09

Η ένατη ραδιοφωνική απόπειρα της επίλεκτης ομάδας red bloggers ασχολείται με την επικαιρότητα και το μείζον θέμα της ερτ ως καταλύτη των πολιτικών εξελίξεων, δοκιμάζει τη γλύκα του ανασχηματισμού στο εσωτερικό της, συγκινείται με το ρετρό του αλέξη στο ρόλο του παιδιού της αλλαγής, καταπιάνεται με τον αγγελικά πλασμένο και μαγικό κόσμο της δημοσιογραφίας, καθώς και με τις σιωνιστικές συνωμοσίες της νερίτ, για να καταλήξει με το… σταλινικό παραλήρημα του ιβάν σαββίδη και με ένα δραματικό κάλεσμα προς τη λαϊκή βάση του παοκ να βγάλει πολιτικά συμπεράσματα.
Σε αυτό μπορεί να τους βοηθήσει και το νέο πόνημα του κώστα γκόντζου, πολέμιου της παναθη-λαϊκής συμμαχίας, που τα βάζει με τον κουτσούμπα και τον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό. Έξω οι τσάτσοι του βαρδινογιάννη, ζήτω η αντικειμενική ενημέρωση του αλαφούζου και των μέσων του.

Περιμένουμε τις παρατηρήσεις και την κριτική σας επί του περιεχομένου στα σχόλια.



Δευτέρα 24 Ιουνίου 2013

Έθνος και ταξική συνείδηση - Το δεύτερο μέρος

Η κε του μπλοκ παραμένει μέχρι νεωτέρας εξωτερικός παρατηρητής στις συζητήσεις που ανοίγουν στα σχόλια –χωρίς ωστόσο να τις σνομπάρει- και συνεχίζει τις αναρτήσεις επί του ίδιου θέματος, τη σύνδεση του έθνους με την ταξική συνείδηση, πιάνοντας το νήμα από εκεί που το είχε αφήσει χτες.

Ο εθνικισμός αποτελεί ένα –φαινομενικά μόνο- παράδοξο πρότυπο για την «κοσμοπολίτικη» αστική τάξη. Όπως είδαμε πριν εκφράζει την κοινωνική συμμαχία του κόσμου της ιδιοκτησίας, ταυτόχρονα όμως προσφέρει μια αίσθηση κοινότητας που είναι απαραίτητη για να συσπειρώσει ευρύτερα λαϊκά στρώματα, σε έναν αιματηρό αγώνα για τα συμφέροντα της αστικής τάξης –ενώ αντίθετα ο αστικός ατομικός φιλελευθερισμός δεν αρκεί για να εμπνεύσει κάποια αντίστοιχη στάση στις μάζες. Το πιο σημαντικό ωστόσο είναι πως η ιδέα του έθνους καταφέρνει να συνδέει φαντασιακά με υπερταξικό τρόπο την κοινωνία των ιδιωτών, χωρίς να αρνείται και να αμφισβητεί την ιδιωτική ιδιοκτησία.

Η αστική τάξη λοιπόν υιοθετεί μια εξόχως αντιιστορική αντίληψη για το έθνος, που το θεωρεί αιώνιο κι αχρονικό: ήταν είναι και θα είναι (για να θυμηθούμε και το γνωστό σύνθημα των σκοπιανοφάγων για τη μακεδονία). Συνεπώς χάνει την ικανότητα να σκέφτεται ορθολοικά και παραιτείται από κάθε στοιχείο ορθού λόγου που ήταν το βασικό πνευματικό της όχημα στην περίοδο του διαφωτισμού και στηρίζεται πλέον στην ψευδή συνείδηση, που αγγίζει τα όρια της μυθολογίας.

Τα απαραίτητα επόμενα βήματα σε αυτήν την πορεία είναι η φυσικοποίηση του έθνους, που εφόσον δε σχετίζεται με την ιστορική εξέλιξη, αποκτά βιολογική οντότητα και θεωρείται στοιχείο της φύσης. Η κοινότητα της βιολογικής φύσης των μελών του έθνους, που αναγνωρίζει μεν την ύπαρξη τάξεων, αλλά επαγέλλεται την υπέρβασή τους και την ταξική αλληλεγγύη στο όνομά της. Η νομοτελής ροπή προς το ρατσισμό, την ιδέα της βιολογικής ανωτερότητας και της εθνοφυλετική καθαρότητας, που πρέπει να προστατεύεται από προσμείξεις με κατώτερα γένη. Η φυσικοποίηση του ανταγωνισμού και ο μισανθρωπισμός, που θεωρεί ότι ο πόλεμος βρίσκεται στη φύση του ανθρώπου και αρνείται να δώσει κάποια άλλη προοπτική στην ανθρωπότητα, κηρύσσοντας ένα ιδιότυπο «τέλος της ιστορίας».

Θα παρακάμψουμε χωρίς περαιτέρω ανάλυση ένα υπαινικτικό σχόλιο του περικλή για τους εθνικούς πολιτισμούς, για να προχωρήσουμε στο ζήτημα της σχέσης του εθνικισμού με τους ταξικούς αγώνες. Καταρχάς ο περικλής διαχώρισε τον εθνικισμό ως επιθετική αστική ιδεολογία απ’ τον επαναστατικό πατριωτισμό που επηρέασε τα επαναστατικά σκιρτήματα του εικοστού αιώνα και τον είδαμε ενεργό από τη ρωσία του 17’, την κίνα και το βιετνάμ, μέχρι την κούβα και την ελλάδα, συχνά με ένα αντιιμπεριαλιστικό περίβλημα, που ενσαρκώνει τον αμυντικό αγώνα για την υπεράσπιση της πατρίδας από κάποιον εξωτερικό εχθρό. Γι’ αυτό και η κυρίαρχη αντίθεση γινόταν αντιληπτή μεταξύ «λαού και ξένων», ενώ η αστική τάξη που συνεργαζόταν με τους δεύτερους θεωρούνταν δωσίλογη, προδοτική και ξεπουλημένη.

Παρόλα αυτά η κριτική για πατριδολαγνεία που ασκείται στα κκ του εικοστού αιώνα είναι απλοϊκή και άθλια, αδυνατώντας να διαβάσει διαλεκτικά την ιστορία και το εκάστοτε επίπεδο συνείδησης –καθώς ο πλειοψηφικός κορμός αυτών των κινημάτων είναι ο αγροτικός πληθυσμός, που είναι βαθιά συνδεμένος με τη γη του και την υπεράσπισή της. Αλλά του διαφεύγει η γνήσια διεθνιστική σκοπιά, καθώς έχει ως άνω όριό της την αλληλεγγύη προς άλλα καταπιεζόμενα έθνη και στην καλύτερη μια κοινότητα αλληλέγγυων λαών, χωρίς όμως προοπτική υπέρβασής τους. Κατεξοχήν αγροτική ήταν πχ η κινέζικη επανάσταση, που ήταν με χοντροκομμένες αναλογίες κατά ένα 20% κομμουνισμός και κατά ένα 80% αγροτικός πατριωτισμός –που οδήγησε στο ουτοπικό σοσιαλιστικό μοντέλο με βάση την αγροτική κομμούνα. Τέτοιες δυνάμεις αναδεικνύονται σήμερα πχ και στο κίνημα των ιθαγενών της βολιβίας, που θεωρούν τη γη κοινή τους μητέρα, δοσμένη από το θεό.

Κι ερχόμαστε στην εποχή μας, όπου κάποιοι προβάλλουν την αντιιμπεριαλιστική πτυχή και τη συγκρότηση εθνικών λαϊκών μετώπων ως το βασικό θεμέλιο για μια επαναστατική τακτική. Αυτοί οι κρίκοι όμως οδηγούν σε αποτελέσματα, μόνο όταν είναι υποταγμένοι στα ταξικά προτάγματα, διαφορετικά οδηγούν στην ήττα –όπως στην περίπτωση του εαμικού κινήματος, με την ασθενή δυστυχώς ταξική ανάλυση, αλλά και της εδα που πάτησε εν μέρει στο εαμικό κεκτημένο.

Όσοι ιεραρχούν σήμερα τέτοιους επιμέρους κρίκους ψηλότερα από το ταξικό στοιχείο, φαίνεται να αγνοούν πως αυτά τα προτάγματα δε διερμηνεύουν καμία πηγή της σημερινής κακοδαιμονίας. Όσοι προβάλλουν για προπαγανδιστικούς λόγους πχ την έξοδο από την ευρωζώνη ως πρώτο βήμα για μια σοσιαλιστική προοπτική, φαίνεται να υποτιμούν πως η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ένωση δεν είναι κάτι που επιβλήθηκε έξωθεν στην ελληνική αστική τάξη αλλά μια εσωτερική ανάγκη και στρατηγική της επιλογή, χωρίς την οποία δύσκολα θα μπορούσε να επιβιώσει. Παράλληλα μοιάζουν να ξεχνάνε πως το κίνημα δε θα μπορούσε να μείνει σε αυτό το πρώτο βήμα, αλλά θα έπρεπε να προχωρήσει ταυτόχρονα και στο έκτο, το έβδομο και το όγδοο, προς τη μοναδική εναλλακτική προοπτική που ανοίγεται μπροστά του και δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική. Συνεπώς ακόμα κι η καλοπροαίρετη ανακύκλωση σχημάτων του παρελθόντος καταλήγει να παίζει στο γήπεδο του αντιπάλου με τους δικούς του όρους και να είναι εκτός εποχής.

Σήμερα η αιχμή του δικού μας πολιτικού λόγου δε μπορεί να είναι το εθνικό ζήτημα, αλλά η καλλιέργεια της ταξικής συνείδησης, όχι από μια στενά εργατίστικη σκοπιά, αλλά από το πρίσμα της πανανθρώπινης χειραφέτησης και της μοναδικής προοπτικής που μπορεί να ενώσει πραγματικά την ανθρωπότητα. Ο περικλής συνέδεσε μάλιστα τις δυνατότητες αυτής της ζύμωσης με το επίπεδο της σύγχρονης μορφωμένης εργατικής τάξης, που χρειάζεται να πειστεί και να εμπνευστεί να παλέψει για τη σοσιαλιστική προοπτική, κι όχι να συρθεί σε αυτή την πάλη με το «τέχνασμα» ενός «χρήσιμου» εθνικού μύθου. Κι έκλεισε την εισήγησή του με μια πολύ εύστοχη σπόντα και τον σαφή διαχωρισμό του απ’ όσους απογοητεύτηκαν από τη στασιμότητα του ταξικού κινήματος και γοητεύτηκαν από τα εθνικά προτάγματα, ακολουθώντας το παράδειγμα της αλεπούς του αισώπου με τα κρεμαστάρια

Από τη συζήτηση που ακολούθησε, ξεχωρίζω μια σύντομη αναφορά του σοβιετικού κυριούλη στον όρο του αδύναμου (ή ασθενή κατά το ρεύμα της ΛτΙ) κρίκου, που δεν πρέπει να νοείται μόνο με την έννοια της όξυνσης των αντιφάσεων και της δυνάμει επαναστατικής κρίσης, αλλά και με αυτήν της απόσπασης του κρίκου από την ιμπεριαλιστική αλυσίδα και της αυτόνομης ύπαρξής του έξω από το διεθνή καπιταλιστικό καταμερισμό παραγωγής. Συνεπώς δε μπορεί να είναι μια οποιαδήποτε χώρα –όπως δεν ήτανε η ρωσία του 17’, με το ένα έκτο των εδαφών του πλανήτη και το πλούσιο υπέδαφος που διέθετε- πόσο μάλλον στις σημερινές συνθήκες έντασης της αλληλεξάρτησης των επιμέρους εθνικών οικονομιών. Γι’ αυτό και το πιο πιθανό είναι οι αδύναμοι κρίκοι της δικής μας εποχής να μην αφορούν έθνη-κράτη αλλά ολόκληρες περιοχές.

Κλείνοντας αυτή τη διπλή ανάρτηση, θέλω να σταθώ σε ένα βασικό σημείο. Ο εθνικισμός είναι μόνο μία πτυχή του φασιστικού φαινομένου, που πρέπει να ιδωθεί και να εξεταστεί παράλληλα με τη μαρξιστική θεωρία για τον ιμπεριαλισμό και τις καπιταλιστικές κρίσεις. Όποιος γκρινιάζει ωστόσο για τη θεωρητική ανεπάρκεια του μαρξισμού και τους κομμουνιστές που πιάστηκαν στον ύπνο με το δυνάμωμα και την προέλαση των νεοναζί (αγνοώντας μεταξύ άλλων τη σχετική θεωρητική δουλειά που έχει γίνει σχετικά στη λδγ) για να μας σερβίρει ένα δικό του θεωρητικό πασάλειμμα με μπόλικη δόση αυταρέσκειας και ξαναζεσταμένα υλικά, το μόνο που καταφέρει να αποδείξει περίτρανα είναι το δικό του θεωρητικό έλλειμμα. Και πέραν τούτου ουδέν.

Κυριακή 23 Ιουνίου 2013

Έθνος και ταξική συνείδηση

Η κε του μπλοκ θεωρεί πως ο σοβιετικός κυριούλης ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που έχουν σχεδόν πάντα κάτι ενδιαφέρον να πούνε –ιδίως όταν έχει μελετήσει ή ετοιμάσει το θέμα του. Στην παρούσα ανάρτηση θα επιχειρήσω να παρουσιάσω δημιουργικά –κι αυτό σημαίνει πως οι όποιες τυχόν στρεβλώσεις και αστοχίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα- κάποια σημεία από την εισήγησή του για το έθνος και τη σχέση της εθνικής συνείδησης με την ταξική πάλη.

Μια εισήγηση που δόθηκε στα πλαίσια μιας εκδήλωσης της νΚα στο στέκι στη θεολογική· αλλά δεν έδωσαν αυτοί τον τόνο κι αυτό θα φανεί και στη συνέχεια. Εδώ θα αναφέρω ενδεικτικά μια αποστροφή του λόγου του περικλή, που δύο φορές μίλησε για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής αριστεράς, προσαρμόζοντας τον όρο στο κοινό του, αλλά την τρίτη δεν κρατήθηκε: εννοώ κατά βάση την κομμουνιστική αριστερά και για αυτή μόνο έχω όρεξη να μιλάω. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που συμπαθούμε το σοβιετικό κυριούλη και που κερδίζουμε σε τελευταία ανάλυση ως κόμμα τη δική του συμπάθεια και προτίμηση. Άλλο αν δεν είναι αμοιβαία ακριβώς τα αισθήματα.

Η εισήγηση του περικλή κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες: την ιστορική αναγκαιότητα και τους περιορισμούς του έθνους, και στον ιδεολογικό του ρόλο και την αναμέτρησή του με την ταξική συνείδηση και τους κοινωνικούς αγώνες που αναπτύσσονται. Για όσους γνωρίζουν μάλιστα τη διαδρομή και τις παλινωδίες ενός τμήματος των ομίλων και του διεθνούς ρεύματος της λογικής της ιστορίας (ΛτΙ), το δεύτερο κομμάτι ειδικά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το έθνος δεν αποτελεί βουλησιαρχική κατασκευή· εμφανίζεται αρχικά ως τάση εντός ακόμα της φεουδαρχικής κοινωνίας, ως θεμέλιο της αναδυόμενης καπιταλιστικής αγοράς και εκφράζει τις τάσεις συνένωσης των μικρών κατακερματισμένων φέουδων, που αποτελεί προϋπόθεση για την προώθηση των εμπορευματικών συναλλαγών και των καπιταλιστικών σχέσεων. Και η εκάστοτε συγκρότηση της εθνικής οντότητας αντιστοιχεί ακριβώς στο δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων.

Σε αυτή την πρώτη ιστορική μορφή του εθνικισμού είναι κυρίαρχη η πολιτική διάσταση και η διεκδίκηση της εξουσίας από την αστική τάξη, με πιο κλασικό παράδειγμα την περίπτωση της γαλλίας, όπου η περιβόητη «τρίτη τάξη» συνάπτει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία κατά της αριστοκρατίας και των φεουδαρχικών προνομίων. Αποτελεί δηλ την κοινωνική συμμαχία του κόσμου της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ένα ανώτατο υποκείμενο εξουσίας, που ολοκληρώνει τη συνειδητοποίησή του με την άνοδό του στην εξουσία και το μετασχηματισμό του φεουδαρχικού εποικοδομήματος –και όχι νωρίτερα. Η αστική τάξη εμφανίζεται ως εθνική τάξη, σε αντίθεση με τους φεουδάρχες, μιλάει εξ ονόματος του έθνους και κάνει λόγο για εθνικό συμφέρον, για την εθνοσυνέλευση και τον εθνικό στρατό, αλλά και για εθνική παιδεία.

Ο ιδεολογικός ρόλος του σχολείου είναι κομβικής σημασίας, καθώς προβάλλει την αστική συνείδηση ως εθνική, διδάσκει την εθνική γλώσσα –που εκτοπίζει σταδιακά τα διάφορα τοπικά ιδιόλεκτα- και διαμορφώνει την εθνική ιστορική μνήμη και ταυτότητα, η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο δια της διδασκαλίας της ιστορίας και μιας επεξεργασμένης αντίληψης για το παρελθόν. Οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιθέτως, που βασίζονται στην προφορική παράδοση, δεν έχουν βαθιά ιστορική μνήμη, κι ό,τι πηγαίνει πριν τη γενιά των προπάππων τους, ανάγεται κατ’ ουσίαν στη σφαίρα της μυθολογίας.

Η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίας εθνικής ταυτότητας και της υπέρβασης της πανσπερμίας που κληροδότησε η φεουδαρχία στον αστικό κόσμο καθίσταται επιτακτική για δυο βασικούς λόγους: κατά πρώτον αποτελεί όπως είδαμε όρο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τις διευρυμένες οικονομικές ανταλλαγές και την ευέλικτη εμπορική συνεννόηση. Κατά δεύτερο διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και μια αίσθηση κοινότητας σε μια κοινωνία ιδιωτών, που χάνει σταδιακά τον προταξικό κοινοτισμό της και δομείται στο θεμέλιο του κοινωνικού ανταγωνισμού, που ξεσκίζει τις σάρκες της. Και με αυτή την έννοια αποτελεί μια πρωτότυπη μορφή διαχείρισης των ταξικών συγκρούσεων.

Αυτά ως προς την πρώτη ιστορική μορφή του εθνικισμού, για να περάσουμε –κάπως σχηματικά- στον εθνικισμό της εποχής του ιμπεριαλισμού, δηλ της δικής μας εποχής. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η βιομηχανική επανάσταση κι η παραγωγή σε μαζική κλίμακα καθιστούν επιτακτική ανάγκη την εύρεση νέων αγορών, μετά την εξάντληση των εθνικών ορίων, δηλ μια επεκτατική, ιμπεριαλιστική πολιτική. Κι όταν τελειώνει το μοίρασμα του κόσμου, η σύγκρουση κι ο πόλεμος γίνεται απαραίτητος όρος ύπαρξης για τον καπιταλισμό.

Μέχρι το 1945, ο εθνικισμός έχει μετατραπεί από μια μορφή εθνικής συνείδησης ενάντια στο φεουδαρχικό κατακερματισμό σε μια επιθετική μορφή που βασίζεται στην ιδέα της υπεροχής του ημέτερου έθνους έναντι των άλλων. Κι αυτό το επιθετικό σοβινιστικό περιεχόμενο δεν έχει προηγούμενο ούτε καν στους ναπολεόντιους πολέμους, όπου οι γάλλοι στρατιώτες εμφορούνται περισσότερο από την ιδέα ότι δρουν απελευθερωτικά –κι όντως το κάνουν ως ένα βαθμό –αλλά όχι σοβινιστικά.

Αυτός ο εθνικισμός σαν ιδεολογία αντιστοιχεί στον καπιταλισμό της παρακμής, και είναι τέκνο της παρακμής αυτής –με το λένιν να διακρίνει τα πρώτα της σημάδια ήδη στην αυγή του ιμπεριαλισμού. {Ας θυμηθούμε και τον ορισμό του βλαδίμηρου για τον καπιταλισμό που σαπίζει, όχι με την έννοια ότι θα πέσει αυτομάτως, σαν ώριμο φρούτο, αλλά ότι οδηγεί την ανθρωπότητα σε αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις και πως η ανάπτυξή του προϋποθέτει την καταστροφή ενός μέρους της πρώτης}. Ο αστικός εθνικισμός σφραγίζει πλέον τη συγκρότηση μιας επιθετικής κοινωνικής συμμαχίας, με αξιοσημείωτη συμμετοχή του λούμπεν προλεταριάτου, που σηματοδοτεί ένα διπλό ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον εξωτερικό αλλά και τον εσωτερικό εχθρό της αστικής τάξης: το προλεταριάτο. Και αυτό φανερώνει το στίγμα της, τον στρατηγικό της στόχο και το πραγματικό της πρόσωπο, σε αυτή την τελευταία ιστορική φάση της, πριν την εξάλειψή της.

Ο αστικός εθνικισμός δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το κλασικό φασιστικό παράδειγμα του γερμανικού ναζισμού, αλλά ρέπει αναπόδραστα προς τα εκεί, αντλεί στοιχεία από το καθαρό εθνικιστικό του πρότυπο, την πιο καθαρή αντεπαναστατική μορφή της ιστορίας. Ο ναζιστικός φασισμός –κι άλλα παρόμοια καθεστώτα- βρίσκει στον εθνικισμό το ιδεολογικό θεμέλιο για να αντιπαλέψει την πρωτοφανή για την αστική τάξη απειλή ενός οργανωμένου και ακαταμάχητα αισιόδοξου κομμουνιστικού κινήματος. Σε αυτόν κατέφυγε και το 17’ η ρώσικη αντεπανάσταση, χωρίς ωστόσο να τον έχει καλλιεργήσει συστηματικά και προετοιμάσει η ίδια –το βρίσκει έτοιμο, καθώς προκύπτει αυθόρμητα. Μετά από αυτήν την ήττα της η διεθνής αστική τάξη παρουσιάζει πρωτόγνωρη ταξική συνειδητοποίηση και ετοιμότητα-ευελιξία απέναντι στον ταξικό της εχθρό. Έχει δηλ συνείδηση των ιστορικών της ορίων και ξέρει τι να περιμένει. Κι όσο πιο συνεπής μένει σε αυτή τη συνείδηση και τα ταξικά της συμφέροντα, τόσο ρέπει νομοτελειακά προς το φασισμό

Το γιατί συμβαίνει αυτό, φαίνεται αν εξετάσουμε τα ιδεολογικά στοιχεία του φασισμόυ. Κάτι που θα το δούμε (καλώς εχόντων των πραγμάτων) αύριο, στο δεύτερο και τελευταίο μέρος.

Παρασκευή 21 Ιουνίου 2013

ΤΣΟ και ΛΟ στον οπορτουνισμό

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Τα αστικά μμε πασχίζουν να μας πείσουν πως όλα κρέμονται από μια κλωστή, που είναι έτοιμη να σπάσει. Αλλά το πολιτικό σκηνικό είναι τόσο φαιδρό και ελαφρύ, που η κλωστή βαστάει γερά και τους κρατάει όλους, ακόμα και το βενιζέλο. Τόσες διαβουλεύσεις, διαπραγματεύσεις, κόντρα διαπραγμάτευση, ούτε το μνημόνιο να ήταν. Και ενώ οι λεπτές ισορροπίες που διαμορφώνονται, στηρίζονται σε μια τρίχα και ο κόσμος καλείται να τσουτσουρώσει από την αγωνία και να ανατριχιάσει με τις τρίχες που του σερβίρουν για ενημέρωση, το μόνο που σπάει είναι τα νεύρα του. Και κρατάει την ανάσα του, όχι απ’ την αγωνία, αλλά από την μπόχα των παζαριών και του παρασκηνίου.

Εν τω μεταξύ ο αλέξης προσπαθεί να μοιάσει στον παπανδρέου τον β’ και να μας επιστρέψει στα χρόνια του παπανδρέου του γ’ του μακρύτερου και το μαγικό 2009, προ κρίσης. Αλλά όπως λέει κι ο σκιτσογράφος της καθημερινής, ο χάρρυ κλυνν τον μιμούνταν καλύτερα.



Κι ενώ ο χαρούλης είχε βρει για τη σχέση του λεωνίδα με τον ανδρέα εκείνο το φοβερό επαναπροσδιορισμό της αλλαγής της αλλαγής, η σύγχρονη μετάφρασή του από τον αλέξη, επάξιο πολιτικό τέκνο και των δύο, θα μπορούσε να είναι πχ κάτι σχετικό με το χρέος, που αυξάνεται με ραγδαίους και επιταχυνόμενους ρυθμούς. Επομένως μια κυβέρνηση της αριστεράς θα μπορούσε να θέσει μια σειρά κλιμακούμενους στόχους. Από την ανεξέλεγκτη αύξηση στην ελεγχόμενη. Και από τη γεωμετρική στην προοδευτική. Ή την απομείωση των τοκοχρεολυσίων και του επαχθούς χρέους. Κι από εκεί στη μείωση της επιτάχυνσης του (μη επαχθούς) χρέους. Και την επιτάχυνση της μείωσης της επιτάχυνσης του χρέους. Και μετά στη μείωση της αύξησης του χρέους και στην επιτάχυνση της μείωσης της αύξησης του χρέους. Με ενδιάμεσο σταθμό τη σταθερή αύξηση του χρέους –χωρίς καμία επιτάχυνση. Και τελικό στόχο την αναστολή και το πάγωμά του. Τσάκα την τσαπού, οε-οε. Μέχρι την εε και την τελική νίκη. Μια πορεία από κορυφή σε κορυφή και πολλές μικρές νίκες. Hasta la reforma siempre.

Η ανάγκη του κόσμου για μικρές νίκες που θα τονώσουν το ηθικό του, τον οδηγεί στην (σχεδόν) πειθαναγκαστική επινόησή τους. Καλή ώρα όπως η ένεση αισιοδοξίας με τη νίκη της ερτ και την απόφαση του ΣτΕ, που την δικαιώνει καταργώντας την. Και έρχεται ο κλασικός κουκουές με την ενσταλαγμένη ηττοπάθεια και τη μιζέρια του κόμματός του, που αρνείται αυτές τις μεγάλες μικρές νίκες στο σήμερα και τη σπάει στον κόσμο που θέλει να γιορτάσει. Αλλά εμείς δε θέλουμε θλιμμένους στη γιορτή μας. Ποιους θέλουμε;

Η πολιτική ταυτότητα του μέσου έλληνα είναι πολυσυλλεκτική και διχασμένη. Πρώτα και κύρια είναι πασόκ –που όπως λέει ο σεχτάρ, δεν είναι απλά νοοτροπία και στάση ζωής αλλά κοινωνική τάξη. Συνεπώς είναι και σύριζα, που είναι το πασοκ της νέας εποχής. Είναι όμως και χρυσή αυγή, ακόμα κι αν δεν την ψηφίζει γιατί αναπαράγει όλες τις χρυσαυγίτικες βλακίες που πλημμυρίζουν το διαδίκτυο –πχ τον αστικό μύθο για το πολιτικό εγκώμιο της αλέκας στον εθνάρχη καραμανλή. {Ο κυρίαρχος πολιτικός λόγος παράγει μαζικά χρυσαυγίτες, όπως παλιότερα η τηλεόραση δεξιές, αγράμματες γιαγιάδες. Και έρχονται τάχα εκ των υστέρων να προσαρμοστούν στις αυθόρμητες προτιμήσεις του κοινού, που ήδη διαμόρφωσαν). Είναι όμως και νδ, επειδή κάνει αυτά ακριβώς που θα ‘κανε η χρυσή αυγή, αν ερχόταν στα πράγματα.
Είναι και με τον αλαβάνο, που ενσαρκώνει το κόμμα της δραχμής και τη νίκη του άρθρου δεκάξι. Θα μπορούσε να είναι και με την αρας με τις μικρές νίκες στο σήμερα. Ή με την υστερική εμμονή του σεκ να βλέπει νίκες παντού και πάντα, ενώ δεν περνάμε τη σέντρα.
Αυτό ακριβώς τίποτε άλλο. Κι άντε μετά να τους πείσεις πως κατά βάθος όλοι είναι λίγο κουκουέ μέσα τους –κι ας μην το ξέρουν.

Χτες εν τω μεταξύ υπήρχε κίνηση σε τρία μέτωπα. Αρχικά στη σύσκεψη του παμε δημοσίου, με τους δημοσίους υπαλλήλους που μπορεί να κοιμηθούν το βράδυ εργαζόμενοι και να ξυπνήσουν το πρωί άνεργοι· αλλά το θέμα είναι να αφυπνιστούν γενικώς, εάν δε θέλουν να προσγειωθούν απότομα από όνειρο στην πραγματικότητα. Estamos despiertos ya.

Κι από εκεί στην εκδήλωση-εξπρές (μισάωρης περίπου διάρκειας) του ελληνοκουβανικού με τον κουβανό πρέσβη, που πάντρεψε διαλεκτικά τον αντι-ιμπεριαλισμό με τον αντικαπιταλισμό, ενώ μίλησε για τα καπρίτσια της ιστορίας και την ιδιαιτερότητα της κούβας, που ήταν η τελευταία χώρα που απέκτησε την ανεξαρτησία της από την ισπανική αποικιοκρατία, αλλά η πρώτη που έσπασε τα δεσμά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού και βάδισε προς τη σοσιαλιστική προοπτική. Η «μεγάλη είδηση» πάντως ήταν η αλλαγή του περίφημου κλασικού συνθήματος για τους πέντε κουβανούς πατριώτες, μετά την απελευθέρωση του ρενέ γκονζάλες. Αλλά όπως είπε ο πρέσβης, για εμάς παραμένουν πέντε μέχρι να απελευθερωθεί και ο τελευταίος.

Η μέρα έκλεισε με ένα σύντομο πέρασμα από το φοιτητικό φεστιβάλ. Αν και έχω την υποψία ότι έπρεπε να είχαμε προτιμήσει την πρώτη μέρα για να δούμε το λάκη να προσπαθεί να σηκώσει το ειδικό του βάρος μες στον καύσωνα –ενώ συνήθως βαριέται και υπό νορμάλ συνθήκες. Αλλά και την τοποθέτηση της πλακέτας στη μνήμη του διαμαντή που μπήκε σε αρκετά ψηλό σημείο, ώστε να αποθαρρύνει κάθε απόγονο εκοφίτη που θα επιχειρούσε να τη βεβηλώσει.

Χτες μάθαμε και τα αποτελέσματα στις εκλογές της εσηεα –που δεν περιλαμβάνει την πλέμπα των επισφαλών δημοσιογράφων, αλλά μόνο όσους πληρώνονται για ένα διάστημα με το μισθό που προβλέπει η σύμβαση κι είναι μέλη της ένωσης. Κι όσα επιβαρυντικά κι αν βρει κανείς για το κόμμα –που ως ένα βαθμό πλήρωσε τον αντίκτυπο της ιστορίας με τις απολύσεις- δε φαίνονται αρκετά για να εξηγήσουν αυτό το αποτέλεσμα. Ιδίως όταν είναι τόσο νωπή η περίπτωση της ερτ.

Εκτός και αν μας τιμώρησαν για την απουσία του μπογιόπουλου από το ψηφοδέλτιο. Ο οποίος μπογιό δίνει ρεσιτάλ τις τελευταίες μέρες. Μία με το χτεσινό του άρθρο για την τρικομματίλα της συγκυβέρνησης και τους κομμουνιστές που υπερασπίζονται μια ερτ που δεν υπάρχει ουσιαστικά Και μια δεύτερη με την εμφάνισή του στη ζούγκλα, όπου αντιδρώντας στο τηλεοπτικό πογκρόμ που έχει εξαπολυθεί εναντίον των δημοσίων υπαλλήλων, είπε πως το μόνο που δεν τους έχουνε καταλογίσει ακόμα, είναι να τους πουν και μικροτσούτσουνους..!
Η παρέα με τον αποστόλη της ελληνοφρένειας, αποδίδει πλέον καρπούς.

Ο ρίζος πάντως ήταν το μόνο πραγματικά απεργιακό φύλλο που κυκλοφόρησε αυτές τις μέρες. Κι άσε τους ψευδώνυμους να φωνάζουν για απεργοσπασία, γιατί τους καίει επί προσωπικού το ζήτημα και ψάχνουν κάπου να ρεφάρουν.  Το φύλλο κυκλοφόρησε χωρίς τα κυριακάτικα ένθετα και με την απεργιακή ύλη να καλύπτει τα δύο τρίτα της εφημερίδας. Καμία σχέση δηλαδή με τα απεργοσπαστικά φύλλα που κυκλοφόρησαν την ίδια μέρα και με αυτά που σεβάστηκαν τυπικά την απεργία της εσηεα, για να κυκλοφορήσουν με την κανονική τους ύλη με μικρή καθυστέρηση μερικών ημερών.

Στο χτεσινό φύλλο πάντως είχαμε την ευκαιρία να υποκλιθούμε για άλλη μια φορά στο ταλέντο της τζίας γιοβάννη, που έχει θέσει ήδη πολύ ψηλά τον πήχη για τον επόμενο. Δείτε πιο κάτω ένα μικρό δείγμα από τη γλαφυρή κριτική της στην ταινία «ο καλός στρατιώτης σβέικ». Τον Σβέικ υποδύεται ο Ρούντολφ Χρουζίνσκι, ο πιο αγαπητός ίσως Τσέχος ηθοποιός της γενιάς του, που με το πρόσωπό του ίδιο φεγγάρι ολόγιομο και τα γοητευτικά του μάτια λες και γεννήθηκε για να παίξει αυτό το εγγενούς ηλιθιότητας, άκρατου αυθορμητισμού και παρορμητισμού, «ζυμαρένιο» αγόρι του Χάσεκ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Δείτε κι εδώ τη σχετική φωτό, για να καταλάβετε τι σημαίνει ολόγιομο φεγγάρι.



Το απόλυτο σουξέ των ημερών πάντως μαζί με το "νόμος και τάξη" για την κυβέρνηση σαμαρά, είναι το "ξίδι και χολή στο νεράκι της επαναστικοδημοκρατικής φρασεολογίας" του λένιν που αναδημοσιεύτηκε στο ρίζο, τον 902 και διάφορα redblogs. Το επόμενο βήμα μπορεί να είναι κάτι γηπεδικό σαν το σύνθημα στον τίτλο της ανάρτησης. Και δεν πειράζει που δεν το είχε πει ο βλαδίμηρος. Σημασία έχει να μένουμε πιστοί στο πνεύμα του και όχι στο γράμμα. Κι αν μπορούσε να μιλήσει ο βλάντο μέσα από τη γυάλα του μάλλον θα το φώναζε μαζί μας.

ΥΓ: Φόρος τιμής και bonus track για την υπεύθυνη αριστερά που (δεν) επαναστάτησε και θα συνεχίσει το γνωστό της δρόμο.

Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013

Βρε δεν έχετε νερό…

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στην αίθουσα του δημοτικού συμβουλίου της λδ του βορρά, για να παρακολουθήσει την ημερίδα του κκε με τίτλο «νερό: εμπόρευμα ή κοινωνικό αγαθό;», όπου παρουσιάστηκαν οι θέσεις του κόμματος για το φλέγον ζήτημα της ιδιωτικοποίησης των οργανισμών ύδρευσης και αποχέτευσης (ευαθ, ευδαπ) και της διαχείρισης του νερού ως αγαθού συνολικά.
Πλήρες κι αναλυτικό ρεπορτάζ για τις ομιλίες και τις παρεμβάσεις στα πλαίσια της ημερίδας, μπορείτε να βρείτε τόσο στο ριζοσπάστη της επόμενης ημέρας (που το είχε και βασικό θέμα στο πρωτοσέλιδό του) όσο και στο portal του 902, όπου μπορείτε να διαβάσετε και το πλήρες περιεχόμενο των εισηγήσεων του μάκη παπαδόπουλου από το τμήμα οικονομίας της κε, του μέλους του τμήματος περιβαλλοντικής πολιτικής του κόμματος μπάμπη ζιώγα και του σωτήρη ζαριανόπουλου, γραμματέα του εργατικού κέντρου της πόλης και μέλους του γραφείου της κοκμ (κο κεντρικής μακεδονίας).
Εγώ θα σταθώ επιλεκτικά σε κάποια σημεία της ημερίδας και κάποιες επίκαιρες προεκτάσεις τους, όπου κριθεί απαραίτητο.

Μια βασική κοινή αφετηρία πολλών τοποθετήσεων είναι αυτή που υπονοείται και στον τίτλο της ημερίδας. Ότι δηλ το νερό από τη φύση του πρέπει να είναι κοινωνικό αγαθό, προσβάσιμο σε όλους και δε μπορεί να αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα.
Ένας ακαδημαϊκός πχ στην παρέμβασή του –μετά τις εισηγητικές ομιλίες- είπε πως το νερό είναι ζωτικής σημασίας και δε μπορεί να το αντιμετωπίζουμε όπως τον οπαπ που πωλείται στο μελισσανίδη –αν και εκεί το σκάνδαλο αφορά βασικά την εκχώρηση μιας καθ’ όλα κερδοφόρας εταιρίας στο ιδιωτικό κεφάλαιο.

Ναι αλλά ποιο αγαθό μπορεί να αντιμετωπιστεί ως εμπόρευμα και να μην είναι προσιτό σε όλο το λαό; ρωτάω εγώ –και δεν περιλαμβάνω φυσικά τον τζόγο στην κατηγορία αυτή. Ποιο είναι δηλ εκείνο το αγαθό, που πρέπει να το αποκτά κανείς βάση της οικονομικής του δυνατότητας και να μην είναι προσβάσιμο για όλους; Η υγεία; Η παιδεία; Μήπως οι συγκοινωνίες; Το δικαίωμα στην ψυχαγωγία και τον παραθερισμό; Στην κατοικία; Ποια ανάγκη των λαϊκών στρωμάτων πρέπει να μην ικανοποιείται καθολικά, αλλά βάση διατίμησης; Καμία απολύτως είναι η απάντηση. Κι αυτή είναι μόνο μια πτυχή που μας οδηγεί στο σημείο-κλειδί της κοινωνικοποίησης και του κεντρικού σχεδιασμού.

Αλλά οι εισηγήσεις έπιασαν το ζήτημα σφαιρικά, τόσο από τη σκοπιά του στρατηγικού στόχου, όσο και από τη σκοπιά ενός συνολικού πλαισίου άμεσων διεκδικήσεων (φτηνό ποιοτικό νερό και άμεση μείωση τιμολογίων, κατάργηση της κοινοτικής οδηγίας για το νερό, τεχνικά έργα, ενιαίος φορέας δασοπροστασίας, κ.ά.) οι οποίες συνδέονται με την τελική προοπτική. Εξάλλου δεν ήταν μια απλή εκδήλωση, αλλά ημερίδα –σαν κι αυτές που διοργάνωνε κάποτε το κμε- με συνολική παρουσίαση των θέσεων και των σχετικών επεξεργασιών του κόμματος. Αυτή η διαδικασία που γίνεται και σε άλλους τομείς –πχ κοβα ναυτεργατών και η μπροσούρα της για τις θέσεις του κόμματος–είναι η καλύτερη απάντηση σε όσους αναμασάν το αβάσταχτο κλισέ για το κόμμα που δεν έχει συγκεκριμένες θετικές προτάσεις κι αναλώνεται τάχα σε μια στείρα, γενική καταγγελία του συστήματος και βασικά των πάντων. Γι’ αυτό συνίσταται στους σφους αναγνώστες να μελετήσουν επισταμένα τις εισηγήσεις και τα υλικά της ημερίδας –που θα μπορούσαν ίσως να συγκεντρωθούν και σε μια ξεχωριστή έκδοση, σαν μπροσούρα, ή σε κάποιο φυλλάδιο.

Μία μέρα πριν την ημερίδα είχε προηγηθεί στη θεσσαλονίκη η ομιλία του τσίπρα, που ως πολιτικός εραστής των άμεσων κι εφικτών λύσεων, περιορίστηκε στην προβολή του δημοψηφίσματος για το νερό και την υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του. Αυτήν ακριβώς την κοντόθωρη λογική αποδόμησε στην εισήγησή του ο μάκης παπαδόπουλος, κάνοντας μερικές καίριες επισημάνσεις.
Ποια πολιτική διασφαλίζει την αξιοποίηση του νερού για την ικανοποίηση των λαϊκών αναγκών; Αρκεί η αλλαγή της κυβέρνησης, όπως υπέδειξε ο αλ. τσίπρας; Αρκεί μήπως η διατήρηση της σημερινής κατάστασης και του δημόσιου-δημοτικού χαρακτήρα των επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης; Όποιος απαντά καταφατικά, καλό θα ήταν να ξανασκεφτεί και να διδαχτεί από την πορεία που μας έφερε στη σημερινή κατάσταση.

Κι αμέσως προχώρησε με συντριπτικά στοιχεία σε μια συνοπτική περιγραφή αυτής της πορείας, που είχε δρομολογηθεί πολύ πριν την κρίση και τα μνημόνια των τελευταίων ετών, περνώντας μέσα: από κοινοτικές οδηγίες που προωθούν την εμπορευματοποίηση του νερού στο όνομα της εξοικονόμησής του, τη μετοχοποίηση της ευαθ ως προθάλαμο για την ιδιωτικοποίησή της, τις απολύσεις και τις ελαστικές σχέσεις εργασίας, παρά την αύξηση της κερδοφορίας της εταιρίας. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο μεμονωμένο παράδειγμα, καθώς παρόμοια πορεία ακολούθησε η ευδαπ στην αθήνα (που είχε εισαχθεί στο ΧΑΑ εν έτει 2000).

Ο μάκης ανέδειξε (κι απέδειξε) επίσης στην ομιλία του.
Την προώθηση της καπ μέσα από την κοινοτική οδηγία-πλαίσιο για το νερό. Την αστική υποκρισία της αρχής «ο ρυπαίνων πληρώνει» -χαρακτηριστικό παράδειγμα η περίπτωση του ασωπού. Την προτίμηση των καπιταλιστών στην σύμπραξη με το δημόσιο τομέα και τις σδιτ (έναντι της πλήρους ιδιωτικοποίησης) για να αναλαμβάνουν μόνο τα κερδοφόρα φιλέτα των οργανισμών και όχι το σύνολό τους. Τους περιορισμούς του αποκαλούμενου κινήματος επαναδημοτικοποίησης, που δεν αμφισβητεί την επιχειρηματική δράση, την ανταποδοτική λειτουργία των υπηρεσιών και τον εμπορευματικό τους χαρακτήρα. Και τις περίεργες διασυνδέσεις της αντίστοιχης κίνησης στη θεσσαλονίκη (η κίνηση 136, με σύνθημα 136 ευρώ ανά πολίτη, για εξαγορά της ευαθ) με το ίδρυμα Billy Gates και αμερικάνικες τράπεζες κοινωνικής ευθύνης.

Ενώ κλείνοντας ανέπτυξε την πολιτική πρόταση του κκε: τους άμεσους ριζοσπαστικούς στόχους που αναφέραμε παραπάνω και τη μοναδική ελπιδοφόρο διέξοδο της εργατικής εξουσίας με την υπεροχή του κεντρικού σχεδιασμού.
Υπάρχουν όμως δυο βασικά σημεία στα οποία πρέπει να σταθούμε.
α. οι δήμοι είναι το μακρύ χέρι του αστικού κράτους, που φέρνει την ιδιωτικοποίηση από την πίσω πόρτα -συνεπώς δε μπορεί να θεωρείται σύμμαχος στο πλευρό του λαϊκού κινήματος. β. η κρατική-δημοτική ιδιοκτησία ενός οργανισμού -ή του πλειοψηφικού πακέτου των μετοχών του- δε διασφαλίζει στο παραμικρό το δημόσιο χαρακτήρα του αντίστοιχου αγαθού και των υπηρεσιών που αφορά.

Κι αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά της δικής μας αντίληψης από τον οπορτουνιστικό χυλό που βλέπει τη διέξοδο από την κρίση στο μέτρο των κρατικοποιήσεων και τα αμεσοδημοκρατικά δημοψηφίσματα. Αυτή είναι σε τελική ανάλυση η διαφορά μας και στο ζήτημα των ημερών με το κλείσιμο της ερτ. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που θεώρησα επίκαιρο αυτό το θέμα -μολονότι έχουν περάσει δύο εβδομάδες από την πραγματοποίηση της ημερίδας.

Ο ζιώγας στη δική του εισήγηση ανέδειξε περισσότερες περιβαλλοντικές πτυχές κι έκανε μια ολοκληρωμένη ανάλυση, που έπιασε από τον ασωπό και την λίμνη κορώνεια μέχρι τα ορυχεία χρυσού στις σκουριές. Και αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι ότι η έγνοιά του για το θέμα που ανέπτυξε, πέρασε (ασυνείδητα ίσως) και στο λόγο του: πχ «στόχος η μεγιστοποίηση των κερδών και μάλιστα αβρόχοις ποσί» ή για τις κυβερνήσεις και τα κόμματα του ευρωμονόδρομου που πίνουν νερό στο όνομα της φιλονοπωλιακής οδηγίας για τα νερά.

Από την εισήγηση του ζαριανόπουλου ξεχώρισα το ανέκδοτο που διηγήθηκε με ένα σφο στην ευαθ, που προκάλεσε ανοιχτά όσους πιστεύουν πως η αριστερή κυβέρνηση του τσίπρα θα σταματήσει την ιδιωτικοποίησή της, να στοιχηματίσουν μαζί του· αλλά δε βρέθηκε ούτε ένας να αποδεχτεί το στοίχημα –ούτε καν απ’ αυτούς που χειροκροτούσαν το προηγούμενο βράδυ τον αλέξη στο θέατρο κήπου.
Στο καπάκι ο ζαριά κάλεσε τους εργαζόμενους της ευαθ να μην τυπώσουν μπλουζάκια με τη φάτσα του αλέξη –όπως είχαν κάνει με τον αλησμόνητο γιωργάκη- αλλά αυτή τη φορά να βάλουν για στάμπα τα πρόσωπα τα δικά τους και της εργατικής τάξης, που έχουν καθαρή ματιά και πίστη στις δυνάμεις τους.

Από τις παρεμβάσεις στο τέλος ξεχώρισα μια σφισσα που δουλεύει στον αντίστοιχο οργανισμό των σερρών και την αναφορά της στο κουνουπόσημο(!) που καλούνται να πληρώσουν οι κάτοικοι του νομού.
Αλλά και τον πρόεδρο των εργαζομένων στην ευαθ, ο οποίος: μας έδωσε ένα ενδεικτικό παράδειγμα για την κερδοφορία των εταιριών εμφιάλωσης, που πουλάνε το μισόλιτρο μπουκαλάκι 50 λεπτά στον καταναλωτή, ενώ αγοράζουν (αν σημείωσα καλά) 43 λεπτά τα χίλια λίτρα (δηλ δυο χιλιάδες μπουκαλάκια). Σημείωσε την ανάγκη να απλώσει ο αγώνας πέρα από τους 200 τόσους εργαζομένους της ευαθ και τη σημαντική συμβολή του παμε «με τη σπουδαία υποδομή» (sic) σε αυτή την υπόθεση. Ενώ πρόσθεση –με μια μικρή δόση λουδιτισμού- πως ο στόχος τους είναι να κάνουν έναν αγώνα με επιθετικό χαρακτήρα και αντίστοιχα μέσα, ώστε να αποτρέψουν κάθε επίδοξο ιδιώτη να επενδύσει στην ευαθ!

Στη συζήτηση που ακολούθησε μίλησε κι ένας πράσινος παράγοντας από κάποιο επιμελητήριο, που είχε έρθει ειδικά για την ημερίδα από τη βέροια, για να (ανα)φέρει τη θετική πείρα από τη ματαίωση της ιδιωτικοποίησης ενός τοπικού οργανισμού, με τη συμμετοχή και των δυνάμεων του παμε κι αναρωτήθηκε γιατί δε γίνεται κάτι αντίστοιχο και στην περίπτωση της ευαθ. Ο μάκης απάντησε ότι ο συσχετισμός δύναμης είναι κάτι ρευστό και δε μπορεί να αποτελεί επιχείρημα για την επιλογή συμμαχιών στον αγώνα. Ενώ επανέλαβε όσα είχε πει κι εισηγητικά για το ποια είναι η πραγματική διέξοδος από το πρόβλημα.
Εδώ θα μπορούσε να γίνει κι ένας παραλληλισμός με τη στάση μας στην ερτ. Αλλά αυτό το αφήνω για κάποια επόμενη ανάρτηση –ή για τους σφους αναγνώστες στα σχόλια.

Τρίτη 18 Ιουνίου 2013

Εγώ δε θέλω στη ζωή να κυβερνήσω

Κι αν τελικά τα αστικά κόμματα φθαρούν τόσο πολύ κι έρθουν έτσι τα πράγματα που να μπορούμε να πάρουμε τις εκλογές και να σχηματίσουμε κυβέρνηση; Αν δηλαδή επαληθευτεί το ενδεχόμενο που έβαζε το προηγούμενο πρόγραμμα του κόμματος;
Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων κι απότομης φθοράς των αστικών κομμάτων, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση...
Όπου είναι ζήτημα αν αυτό το μπορεί σημαίνει ενδέχεται ή δύναται. Γιατί άλλο η μετωπική κυβέρνηση κι άλλο το κυβερνητικό μέτωπο. Άλλο δηλ να σου προκύψει αυτό το ενδεχόμενο στην πορεία των πραγμάτων κι άλλο να συνάψεις ένα μέτωπο με αυτόν το σκοπό.

Αν και εφόσον εννοούμε την πρώτη περίπτωση όμως, γιατί να κλοτσήσουμε την ευκαιρία και να την αποκλείσουμε εκ των προτέρων; Κι επιπλέον. Δεν είχαμε πέρσι, στις εκλογές του μαΐου, αυτές ακριβώς τις συνθήκες που περιέγραφε το κομμάτι από το παλιό πρόγραμμα; Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή για να προβάλουμε το σύνθημα μιας κυβέρνησης του ααδμ και να το ζυμώσουμε στον κόσμο;

Αυτά τα ερωτήματα ξανάρχονται συνειρμικά στο μυαλό με αφορμή την χτεσινή επέτειο, πάνω στον χρόνο από τις δεύτερες εκλογές του ιουνίου. Και –όσο κι αν διατυπώνονται ως ρητορικά πολλές φορές- η απάντηση δεν είναι αυτονόητα καταφατική. Όχι σ’ όλα τα σκέλη τουλάχιστον.

Ναι, είχαμε σκληρές ταξικές αναμετρήσεις και συνθήκες μεγάλης κι απότομης φθοράς των αστικών κομμάτων –αν και το επίπεδο της πάλης απείχε πολύ από εκείνες τις καταστάσεις που περιέγραφαν οι κλασικοί, για τους από πάνω που δε μπορούν, κτλ. Υπήρχαν όμως και πολλά αστικά αναχώματα που απορρόφησαν και καναλιζάρισαν τη δυσαρέσκεια, προτού εκτραπεί σε επικίνδυνα μονοπάτια.

Αν λοιπόν η πράξη είναι το πεδίο όπου επαληθεύονται ή διαψεύδονται τα προγράμματα κι οι θεωρίες μας, η διπλή εκλογική αναμέτρηση της περσινής χρόνιάς ήταν μια πολύ σοβαρή ένδειξη, αν όχι απόδειξη, πως όχι σύντροφοι, δε θα μπορούσε να προκύψει κυβέρνηση του μετώπου –με τη συμμετοχή ή όχι του κκε σε αυτήν. Γιατί η διεθνής αστική τάξη είναι πλέον ιστορικά πολύ πιο έμπειρη κι υποψιασμένη, για να αφήσει τα πράγματα στην τύχη τους, να εξελιχθούν σε «καθαρές συνθήκες εργαστηρίου», χωρίς τη δική της ανάμειξη.

Για να συμφωνήσουμε όμως στο τελικό συμπέρασμα, πρέπει να ξεκινήσουμε από κάποιες κοινές βασικές αποδοχές. Για παράδειγμα:

Το κουκουέ είχε ένα άσχημο αποτέλεσμα που το πισωγύρισε στα ποσοστά του 93. Κάτι που οφείλεται πρωτίστως στις διπλές εκλογές και στα εκβιαστικά διλήμματα που επικράτησαν, οδηγώντας στην πόλωση της δεύτερης αναμέτρησης (όπου οι περισσότεροι λειτούργησαν με τη λογική του δεύτερου γύρου). Συνεπώς δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο για την τακτική του κκε. Όπως είχε γράψει και ο Τrash παλιότερα, αν το 81’ πχ (που είχαμε ενωτική τακτική, μιλώντας για άθροισμα δημοκρατικών δυνάμεων) δεν έβγαινε με την πρώτη ο ανδρέας και πηγαίναμε σε επαναληπτικές, το κόμμα μπορεί να μην έβρισκε ούτε την ψήφο του μες στην κάλπη –που λέει ο λόγος. Αλλά αυτό δε θα ‘χε καμία σχέση με την πολιτική και την τακτική του σε εκείνη την περίοδο –ανεξάρτητα από τη γνώμη που μπορεί να έχει κανείς για αυτές.

Το θέμα λοιπόν είναι αν μπορούσε να πετύχει καλύτερο αποτέλεσμα στις εκλογές του μάη. Εκεί όπου φαινόταν να έχει μια υπολογίσιμη δυναμική –μέχρι και λίγες εβδομάδες πριν από την κάλπη- και περιμέναμε μάλλον μεγαλύτερη άνοδο. Έχοντας πάντα υπ’ όψιν ωστόσο ότι αυτό δε θα ανέκοπτε την πτώση του ιουνίου, αλλά θα την ξεκινούσε από υψηλότερη βάση, περιορίζοντας την έκτασή της. Κι αυτό ακριβώς σημαίνει η εκτίμηση του κόμματος πως το αρνητικό αποτέλεσμα δεν οφείλεται στις όποιες υποκειμενικές του αδυναμίες. Δε λέγεται εκ του πονηρού, για να υποτιμήσει την πτώση, ούτε για να αρνηθεί αυτές τις αδυναμίες, όπως το καταλαβαίνω εγώ τουλάχιστον.

Ας κάνουμε συνεπώς μια υπόθεση εργασίας. Ας υποθέσουμε πως το κουκουέ είχε καλύτερη προεκλογική τακτική, πιο πειστικές απαντήσεις στο κρίσιμο ζήτημα της διακυβέρνησης, στο οποίο φάνηκε να «στριμώχνεται» και να το πληρώνει και διατηρούσε τη δυναμική που είχε τον απρίλη. Πόσο ψηλά θα μπορούσε να φτάσει; Θα τσιμπούσε μερικές μονάδες φτάνοντας πιθανόν σε διψήφιο ποσοστό -το οποίο εξελίσσεται σε απωθημένο για τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες που κρύβει μέσα του ο κάθε σφος. Αλλά πόσο δραματικά θα άλλαζε κάτι τέτοιο τα δεδομένα της γενικής εικόνας; Πραγματικά ελάχιστα.

Ας υποθέσουμε ακόμα πως το κόμμα κατέθετε σε εκείνες τις εκλογές την πρότασή του για κυβέρνηση του ααδμ και έπειθε μαζικά τους ψηφοφόρους που περίμεναν πώς και πώς μια τέτοια διέξοδο και θα το αναδείκνυαν πρώτη δύναμη, μπροστά από τη νδ και τον σύριζα. Ούτε σε αυτήν την περίπτωση όμως, δε θα μπορούσε –εκτός συγκλονιστικού απροόπτου- να σχηματίσει αυτοδύναμη μετωπική κυβέρνηση. Οπότε θα έμπαινε επί τάπητος ως ζήτημα αξιοπιστίας για την κυβερνητική μας πρόταση, με ποιες δυνάμεις θα συμμαχούσαμε για να την σχηματίσουμε. Ένα πολύ συγκεκριμένο ερώτημα, στο οποίο αρνούνταν πεισματικά να απαντήσουν όσοι μιλούσαν προεκλογικά για κυβέρνηση του ααδμ –ίσως για να μην έρθουν αντιμέτωποι με τις τελικές συνέπειες της πρότασής τους. Την κυβέρνηση της αριστεράς, σε συνεργασία με το σύριζα. Χωρίς αυτό το δεδομένο, η πρόταση στερούνταν κάθε νοήματος τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή.

Μένει μία σημαντική πτυχή, που δε γίνεται να την αγνοήσουμε (εκτός κι αν εθελοτυφλούμε) και έχει να κάνει με την εκλογική άνοδο του σύριζα. Πέρα απ’ την απλοϊκή ερμηνεία για την αριστερά που συγκίνησε τις μάζες σηκώνοντας το γάντι της κυβέρνησης (σε αντίθεση με το κκε που απέτυχε να επικοινωνήσει με τις αγωνίες και τον ενθουσιασμό τους) υπάρχουν δυο βασικά δεδομένα: το δημοσκοπικό φούσκωμα το σύριζα του 08’ και η πρόβα τζενεράλε για την αντικατάσταση του πασοκ από κάποια διάδοχη σοσιαλδημοκρατική κατάσταση. Και η οργανωμένη μετακίνηση των στελεχών κι ενός μέρους του πράσινου μηχανισμού προς τον σύριζα, που δούλεψαν συνειδητά και μεθοδικά προς όφελος του τελευταίου –δύο στοιχεία άκρως δηλωτικά για τον χαρακτήρα και το ταβάνι του χώρου. Και αν υπάρχει κάτι μεμπτό κι ανησυχητικό σε όλα αυτά για το κόμμα είναι ότι δεν συνέλαβε εγκαίρως από τις επαφές του με τον κόσμο την ουσία και το μέγεθος αυτής της μετακόμισης. Όχι ότι δεν αποτέλεσε τον τελικό της προορισμό.

Σήμερα οποιοσδήποτε κυβερνητικός στόχος στις σημαίες μας θα έριχνε νερό στο μύλο του κυβερνητισμού του σύριζα και του αλέξη. Που αν δεν είχαμε καύσωνα, μέχρι και ζιβάγκο θα φορούσε στην χτεσινή του ομιλία στο σύνταγμα –κι ίσως καλύτερα από μία άποψη, για να μη βλέπαμε τον ιδρώτα να φτιάχνει σχέδια στις μασχάλες και στο πουκάμισό του. Και τότε θα μπορούσε να πάει στο σόου του αντένα με τις μιμήσεις και να τα σαρώσει όλα.
Ένας είναι ο δρόμος λαέ για να νικάς, τώρα κυβέρνηση της αριστεράς.

Θα ήταν ολέθριο να αναλωθούμε σε μια θεωρητική συζήτηση για το τι έκανε η κομιντέρν στο τρίτο ή το τέταρτο συνέδριό της, με την ανάλυση για τους πέντε τύπους κυβέρνησης, και να χάσουμε το δάσος της δικής μας ανάλυσης στη συγκεκριμένη κατάσταση. Και είναι τελείως διαφορετικό να είσαι προετοιμασμένος για την πιθανότητα να προκύψει μια προσωρινή επαναστατική κυβέρνηση, που θα την χωρίζει τυπική απόσταση από την επαναστατική εξουσία, από το να ποντάρεις σήμερα, σε συνθήκες μη επαναστατικής κατάστασης, σε έναν κυβερνητικό στόχο για την αφύπνιση του υποκειμενικού παράγοντα και το σπάσιμο της λογικής της ανάθεσης. Να παίρνεις δηλαδή ένα πιθανό και προσωρινό ενδεχόμενο και να το προβάλλεις ως μόνιμο και βασικό στόχο-κρίκο της στρατηγικής σου, περιμένοντας ίσως μια βελτιωμένη επανάληψη της εκδοχής του αλιέντε, για να φτάσουμε ειρηνικά στο σοσιαλισμό.

Η λογική του κρίκου παίρνει θεωρητικά υπ’ όψιν της το χαμηλό επίπεδο συνείδησης του κόσμου, αλλά το βασικό είναι να μην το απολυτοποιούμε και να βλέπουμε ποιος στόχος προωθεί κάθε φορά αυτό το επίπεδο. Σε κάθε περίπτωση, όποιον στόχο και αν προβάλλει κανείς σήμερα, η πραγματοποίησή του απαιτεί ως προϋπόθεση το ουσιαστικό ανέβασμα της συνειδητοποίησης του κόσμου και της αγωνιστικής ικανότητας του κινήματος. Είτε έχει κανείς το μεταβατικό πρόγραμμα, είτε την εργατική (ή λαϊκομετωπική) κυβέρνηση, είτε την επανάσταση γραμμένη στις σημαίες του, η βασική προϋπόθεση για να το πετύχει είναι ένα ισχυρό λαϊκό κίνημα που θα τα επιβάλει. Οι πρώτοι δύο στόχοι όμως το διαπαιδαγωγούν με εύκολες λύσεις, χωρίς να σπάνε το απόστημα της ανάθεσης. Αυτή είναι η διαφορά.

Στην κατηγορία των επετειακών κειμένων εκκρεμεί και μία ανάλυση για τις πλατείες. Αλλά αυτά εν καιρώ.