Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Δύο σε ένα νοικοκυρεμένα

Η σημερινή ανάρτηση είναι σαν το σαμπουάν της γνωστής διαφήμισης, δύο σε ένα, και αποτελείται από δύο αυτοτελή μέρη. Έναν επίλογο για τον απεργιακό αγώνα των καθηγητών που δεν ξεκίνησε ποτέ και ένα δεύτερο με κάποιες σύντομες εντυπώσεις από την χτεσινή ομιλία του κουτσούμπα στη θεσσαλονίκη.

Α. παρακολουθώντας κανείς τις εξελίξεις στο μείζον θέμα του απεργιακού αγώνα και τις επιστρατεύσεις των καθηγητών, αναρωτιέται τι μπορεί να καταλαβαίνει απ’ όλα αυτά ο έξω κόσμος. Κι εννοώ ακόμα και τους πιο υποψιασμένους, που δεν αρκούνται στην προκάτ ενημέρωση των καναλιών και δεν απαντάνε στις –ούτως ή άλλως στημένες- δημοσκοπήσεις ό,τι (τους) έμαθαν στα δελτία ειδήσεων (κατά της απεργίας, υπέρ της επιστράτευσης, κοκ). Αλλά πώς να μη σκοντάψουν στα στερεότυπα της κυρίαρχης προπαγάνδας με όσα συμβαίνουν και πώς να τους εξηγήσεις τα όσα ευτράπελα γίνονται τις τελευταίες ημέρες;

Αν του μιλήσεις για το παιχνίδι εντυπώσεων και την αγωνιστική παράσταση που έστησε η ηγεσία της ολμε, δε θα επιβεβαιώσει το στερεότυπο για τους εργατοπατέρες συνδικαλιστές –που γενικεύεται αυθαίρετα και τους βάζει όλους στο ίδιο τσουβάλι; Αν του μιλήσεις για το συμπληρωματικό ρόλο της αυτόνομης παρέμβασης του σύριζα και την κωλοτούμπα που έκανε την κρίσιμη στιγμή της ψηφοφορίας, δε θα συμπεράνει ότι η αριστερά –συλλήβδην, γενικά κι αόριστα- είναι μία από τα ίδια με τους άλλους;

Θα μου πεις, οι παρεμβάσεις ήταν η μόνη παράταξη που ψήφισε μαζί μας υπέρ της απεργίας. Δεν έχω την πρόθεση να την τσουβαλιάσω μαζί με τους υπόλοιπους, αλλά μπαίνει από μόνη της στο κάδρο των ευθυνών ως κομπάρσος. Και θα βρει μπροστά της τις τακτικές επιλογές και τις συμμαχίες της στο μαζικό κίνημα –τη συνεργασία με το σύριζα σε κάποιες ελμε,  ή τη συμφωνία με τη δακε για το περίφημο 30%, που νομιμοποιεί τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για το χτύπημα των απεργιών.

Πέραν αυτού όμως πάει πολύ να στοχοποιούν το παμε και να το κατηγορούν για υπονόμευση του αγώνα, αυτοί που απείχαν ανοιχτά από την απεργία της τρίτης, ακριβώς την επόμενη μέρα από την επιστράτευση. Ή όταν η αυτόνομη παρέμβαση αποκαλύπτει –σε μια φαιδρή κατά τα άλλα ανακοίνωση- ότι κάποιοι πρόεδροι ελμε από τις παρεμβάσεις ψήφισαν λευκό για την υλοποίηση της απόφασης για απεργία. Όπως έγραψε κάπου κι ένας σφος, παραφράζοντας μπρεχτ: Εκεί που χρωστάμε ολόκληρες στάνες, μαντριά και βουστάσια, παίρνουμε και το βόδι.

Έγραφα στο προηγούμενο κείμενο ότι όσοι απεργήσαμε την τρίτη για αλληλεγγύη στους επιστρατευμένους εκπαιδευτικούς –αλλά χωρίς τη συμμετοχή της ολμε που ήταν και η άμεσα ενδιαφερόμενη- νιώσαμε κάπως σαν τους βλάκες της υπόθεσης. Φαντάσου όμως πώς θα ένιωσαν οι ίδιοι οι καθηγητές. Που έφευγαν από τις συνελεύσεις χωρίς να ξέρουν τι απόφαση είχαν πάρει τελικά: απεργία ναι μεν αλλά ίσως συμβολικά, αυτό ακριβώς τίποτα άλλο.
Που άκουσαν τη φατούρου από τις παρεμβάσεις να λέει ότι οι περισσότεροι που ψήφισαν υπέρ το έκαναν για το γαμώτο της υπόθεσης, χωρίς να είναι αποφασισμένοι για αγώνα διαρκείας. Και ότι η λύση θα ήταν να απεργήσουν μόνο οι συνδικαλιστές που δε θα υποστούν κυρώσεις.

Και είδαν τους προέδρους των ελμε να προβαίνουν σε ψηφοφορία με στάδια, όπου στο μεν πρώτο ψήφιζαν υπέρ της απεργίας και στο δεύτερο αποφαίνονταν ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να γίνει. Με το ίδιο σκεπτικό θα μπορούσαν να ψηφίσουν ακόμα κι υπέρ της επανάστασης ή της λαοκρατίας (σε πρώτη φάση) για να την απορρίψουν στη συνέχεια, γιατί δεν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις. Ή να δώσουν το καλό παράδειγμα στην επίδοξη κυβερνώσα αριστερά, η οποία πχ τάσσεται υπέρ της αναστολής του μνημονίου, αλλά δε θα δεσμεύεται σε τίποτα γι’ αυτό, εφόσον δεν υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Τι ηθικό άραγε μπορεί να έχει ο μέσος καθηγητής μετά από αυτήν την παρωδία που εκτυλίσσεται στις πλάτες του;

Ο εξωτερικός παρατηρητής μένει συνήθως στην επιφάνεια και με την απορία για τις προτάσεις και τα διαφορετικά πλαίσια που κατεβαίνουν. Πίσω από τις επιφανειακές μικροδιαφορές στη μορφή όμως βρίσκεται η ουσία και η αντίληψη (ή οι αυταπάτες) του καθενός για τον κλάδο και τις κινητοποιήσεις του, για την προετοιμασία που χρειάζεται ένας απεργιακός αγώνας (και μάλιστα διαρκείας) και την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο φασιστικό μέτρο της επιστράτευσης –αν δηλ πρέπει να είναι άμεση ή συμβολική για το γαμώτο.

Δηλ το παμε δεν χρειάζεται να κάνει την αυτοκριτική του; Πιθανότατα ναι, όχι όμως για αυτά που του καταλογίζουν –δηλ για την απεργία της τρίτης ή γιατί «ξανάζησε μέρες μαϊούνη» και «έμεινε μακριά από τον παλμό και τις διαθέσεις του κόσμου», όπως γράφτηκε κατά κόρον αυτές τις μέρες. Προσωπικά θα την εστίαζα μάλλον στο επικοινωνιακό κομμάτι και το πώς βγήκε παραέξω η θέση μας για την απεργία. Με μερική ευθύνη ίσως και κάποιων τοποθετήσεων δικών μας στελεχών, πχ της αρχικής του σοφιανού –τον οποίο θεωρώ γενικά πολύ καλό στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις, για να προλάβω τα σχόλια κάποιων καλοθελητών, που θα σπεύσουν να πουν τα δικά τους.

Αλλά αυτά είναι λάθη τελείως διαφορετικής ποιότητας και δε μπορούν να μπουν στο ζύγι μαζί με τα υπόλοιπα. Η ουσία δε μπορεί να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακές κραυγές για το «προδοτικό παμε, που ξεπούλησε τον αγώνα» -αν και το διαδίκτυο προσφέρεται για τη δημιουργία εντυπώσεων με ψέματα που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα κι αποκτούν κύρος αλήθειας δια της επανάληψης.

Αν ήταν τόσο απλό, η δυναμική των πραγμάτων θα το προσπερνούσε και θα εξελισσόταν χωρίς αυτό. Τώρα όμως που αποδείχτηκε πως τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα –όπως κι η οργάνωση μιας απεργίας εξάλλου- είναι ώρα για περισυλλογή κι έμπρακτη αυτοκριτική για όσους καθηγητές ενδιαφέρονται για αυτά που έχουμε μπροστά μας –κι όχι μόνο για το συνέδριο του επόμενου μήνα.

Συνδετική γέφυρα με ένα πρόσφατο καλτ εξώφυλλο της εστίας
B. Χτες η κε του μπλοκ παρακολούθησε ζωντανά την ομιλία του κουτσούμπα στο άγαλμα βενιζέλου, μαζί με πολλούς συμπολίτες που συνέρρευσαν από περιέργεια να δουν από κοντά το νέο γγ, αλλά κι από ανάγκη για μια δόση ενθουσιασμού, που θα τονώσει το ηθικό του. Προσωπικά ο κουτσού δε με ενθουσιάζει σαν ομιλητής, αλλά αναγνωρίζω ότι προσπαθεί και βελτιώνεται σταδιακά, και σίγουρα απέχει πολύ από την εικόνα του αγέλαστου, σκληρού γραφειοκράτη που πήγαν να περάσουν τα αστικά μέσα, προτού καν τον δουν.

Ο κούτσι μέχρι στιγμής αποδεικνύεται λαϊκός και πρόσχαρος. Ξεκινάει τις ομιλίες του φωνάζοντας συνθήματα μαζί με τον κόσμο, σαν οργανωτής κερκίδας και συνεχίζει κατά τη διάρκεια να συνομιλεί με το λαό (έτσι ακριβώς είναι, κτλ). Χρησιμοποιεί στίχους από τραγούδια, όπως ένα ρεφραίν των κατσιμιχαίων, που του ‘χε χαρίσει όταν βγήκε γγ ο εργατικός αγώνας –ο οποίος παρεμπιπτόντως μάλλον το πάει για να μετεξελιχθεί σε οργάνωση. Και πετάει διάφορες ατάκες, όπως αυτή για το λαό που πρέπει να τους χορέψει στο ταψί σε ρυθμούς ποντιακού πυρρίχιου και να αφήσει το τάνγκο και το μπλουζ με αυτούς που σέρνουν τώρα τον χορό.

Πιστεύω πως το επόμενο χτύπημα της αστικής προπαγάνδας θα είναι… εξίσου πολιτικό και θα αφορά τη βαθύτατα λαϊκή προφορά του συντρόφου από τη ρούμελη. Ο οποίος προσπαθεί φιλότιμα να κόψει κάτι φθόγγους που του βγαίνουν αυθόρμητα και το έχει καταφέρει σε ένα βαθμό, με ένα ποσοστό κοντά στο 50% (μία στις δύο λέξεις). Αλλά πόσα να διορθώσει κι αυτός όταν η ομιλία του περιέχει προτάσεις σαν κι αυτή: Είναι φτηνή προπαγάνδα ο ισχυρισμός της συγκυβέρνησης ότι όλα αυτά τα μέτρα που παίρνει το κάνει «για το καλό του κοινωνικού συνόλου». Ούτε επίτηδες να το ‘κανε αυτός που έγραψε την ομιλία.

Πολύ χαρακτηριστική ήταν κι η στιγμή που ο κουτσούμπας φώναζε με το λαό το σύνθημα «εμπρός λαέ στην πρώτη τη γραμμή, με το κκε για την ανατροπή», όπου θυμήθηκε μάλλον τα νιάτα του και φώναζε «με το κκε για την αλλαγή». Βρε ας έρθει μαζί μας ο λαός κι ας είναι και για μια κυβέρνηση του ααδμ, που λέει ο λόγος. Κι εμείς μετά θα τον ταξιδέψουμε μέχρι τέλος, σε μέρη που δεν έχει φανταστεί.

Πάντως ο κούτσι είναι σε πολύ καλό δρόμο. Εδώ πρόλαβαν και του σκάρωσαν από το πουθενά ολόκληρο αστικό μύθο για τη θέση μας για το ευρώ -όπως με την περιβόητη δήλωση της αλέκας. Κι αυτό είναι αδιάψευστος μάρτυρας. Σε άλλη περίπτωση θα ανησυχούσαμε.

Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

Όλοι μαζί βρε ντιρλιντί

Συνεχίζοντας σε χακί ρυθμούς και σε αντίστοιχο κλίμα με την προηγούμενη ανάρτηση, η κε του μπλοκ καταπιάνεται με το θέμα της προληπτικής επιστράτευσης των εκπαιδευτικών –πριν καν απεργήσουν- κι ως εξωτερικός παρατηρητής ευπειθώς αναφέρει τα εξής, ως ανταπόκριση από το μέτωπο.

Προχτές στη λδ του βορρά είχαμε απογευματινές πορείες αλληλεγγύης στους επιστρατευμένους καθηγητές, όπου συνέβησαν μια σειρά παράδοξα, που ζητούσαν εξήγηση.
Αφενός οι άλλοι, (δηλ οι πλην λακεδαιμονίων), «μας πήραν» το άγαλμα βενιζέλου, όπου δίνουμε κλασικά τα δικά μας αγωνιστικά ραντεβού κι έτσι εμείς συγκεντρωθήκαμε στην αγία σοφία. Αλλά δεν πειράζει, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικιά μας θα ‘ναι (όχι η αγιά σοφιά, η πλατεία γύρω από το άγαλμα του βενιζέλου).
Αφετέρου προχωρήσαμε κι εμείς προς το άγαλμα βενιζέλου κι ακολούθησε κοινή πορεία –όπου στη διαδρομή είδαμε μεταξύ άλλων την αφίσα μιας συναυλίας με θέμα «η μουσική κατά της βίας» και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι γυρεύουν εκεί ο χαρούλης κι ο τσακνής, που είναι και ο πιο πολιτικοποιημένος. Παρεμπιπτόντως, κάθε φορά που γίνεται κάτι τέτοιο και μας βγαίνει ο ενωτικός αριστερός που κρύβουμε μέσα μας –όπως είχε γράψει παλιότερα σε άλλα συμφραζόμενα ο άθλιος- μου έρχεται συνειρμικά στο νου ένας στίχος από το δωμάτιο στο άμστερνταμ του άσιμου –εξ ου και ο τίτλος της ανάρτησης. Αλλά για αυτό σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Αφετρίτου, αυτή τη φορά οι άλλοι ήταν περισσότεροι από εμάς. Αν και όλοι μαζί ήμασταν μόλις κάτι σε μικρό τετραψήφιο, πολύ μακριά από τις ανάγκες και το διακύβευμα της συγκυρίας. Μπορεί βέβαια να φταίει το ξαφνικό της κινητοποίησης, οι βιαστικές ειδοποιήσεις της τελευταίας στιγμής ή ακόμα κι οι καιρικές συνθήκες –μια φορά έγινε κοινή πορεία και παραλίγο να ανοίξουν οι ουρανοί. Αλλά που ήταν κρυμμένες όλες αυτές οι κοχλάζουσες αγωνιστικές διαθέσεις για απεργία διαρκείας και γιατί δε βγήκαν μαζικά στους δρόμους να εκφραστούν και να αντιδράσουν στην επιστράτευση; Μήπως κρατάνε δυνάμεις για την παρασκευή;

Στην αθήνα απ’ ό,τι μου μετέφεραν τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα, οι συσχετισμοί στο δρόμο διαφορετικοί υπέρ μας, αλλά ο παρονομαστής κοινός: αξιοπρεπής παρουσία και μαζικότητα, αλλά τελείως αναντίστοιχη με τις απαιτήσεις. Ένα μέρος του κόσμου φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται τι σημαίνει επιστράτευση απεργών ή να μην τον απασχολεί εφόσον δεν καλούν τη δική του κλάση. Πρώτα ήρθαν να στρατολογήσουν τους ναυτεργάτες, δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ναυτεργάτης, μετά ήρθαν να στρατολογήσουν τους καθηγητές, κοκ. Αλλά ακόμα κι όταν έρθει τελικά η σειρά του, παγιδεύεται στη λογική της ατομικής λύσης και ψάχνει να βρει κάνα γιώτα, για να εξαιρεθεί από τα μέτρα, ή κάποιο βύσμα για να βολευτεί κάπως καλύτερα στο στρατόπεδο εργασίας, χωρίς να αμφισβητεί τους γενικούς όρους του.

Τελικά η πορεία ξέφυγε από το καθιερωμένο δρομολόγιο κι έστριψε στην αριστοτέλους για να συνεχίσει παραλιακά, μπροστά από τα καφέ στη νίκης, όπου ο ντουντουκιέρης μας σε μεγάλες στιγμές έμπνευσης φώναξε: εσείς που τώρα κοιτάτε με απορία, αφήστε το φραπέ και ελάτε στην πορεία. Αλλά το καλύτερο ήταν ένα άλλο σύνθημα που έλεγε «όχι στην κρατική τρομοκρατία, αγώνας για δημόσια και δωρεάν παιδεία». Που έτσι γραμμένο δεν προκαλεί καμία αίσθηση στο σφο αναγνώστη, αλλά πρέπει να το τραγουδήσει από μέσα του, για να δει πώς πάει το πρώτο μισό.
Ό-ΧΙ  ΣΤΗΝ  ΚΡΑ/ (παύση) ΤΙ-ΚΗ  ΤΡΟ-ΜΟ-ΚΡΑ-ΤΙ-Α
Κι έτσι όπως τονίζαμε στο τέλος αυτό το «κρα…», σκεφτόσουν συνειρμικά τα μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, που έπεσαν πάνω στην εργατιά κι επιστρατεύουν όσους κλάδους τολμούν να αντιδράσουν.

Αλλά η πορεία είχε πάει στην παραλία χωρίς κάποιο προφανή λόγο κι εμείς είχαμε εσωτερικά την ίδια απορία με αυτούς που μας κοιτούσαν, προσπαθώντας να μαντέψουμε πού θα κατέληγε. Στο λευκό πύργο για να θυμηθούμε τις πλατείες; Εκεί που αρχίζουν τα όνειρά μας; Στο σπίτι ενός συναγωνιστή που ξέχασε το κολατσιό του και θα ανέβει να το πάρει; Μα τέλος πάντων, που πορευόμαστε κύριοι;
Τελικά αυτοί έστριψαν στην αγγελάκη και συνέχισαν στους δρόμους της πόλης, ενώ εμείς τερματίσαμε  στο ΚΡΑ
τικό θέατρο (κθβε) και τους ευχηθήκαμε καλή συνέχεια και στο επανιδείν.

Αλλά δεν τους ξαναείδαμε, γιατί στην χτεσινή απεργία της αδεδυ οι περισσότεροι προχώρησαν ανοιχτά σε επαναστατική απεργοσπασία, πάντα στο όνομα της απεργίας διαρκείας με προοπτικές αργής ή γρήγορης μετεξέλιξης σε εξέγερση –με την εξαίρεση ενός φιλοσοβιετικού αντάρτη καθηγητή, που ερχόταν συχνά και στις συναντήσεις του ομίλου και που κάποιες φορές μοιάζει να βρίσκεται σε λάθος χώρο, με βάση τις απόψεις του.

Κι έτσι εμείς που ήμασταν ακόμα λιγότεροι από τη δευτέρα, καμιά εκατοστή συνολικά, πορευτήκαμε από το ίδιο σημείο στην αγίας σοφίας προς το άγαλμα για να βρούμε εκεί το δσ της εδοθ και καμιά δεκαριά σεκίτες, που αποφάσισαν να… παρέμβουν στις μάζες μας και κατάφεραν να δημιουργήσουν από το πουθενά μια μικροένταση, χωρίς όμως να δοθεί συνέχεια. Και ήμασταν τόσο λίγοι αθροιστικά, που δεν έγινε καν πορεία..!

Το ηθικό δίδαγμα είναι πως, ενώ κατά τους δημοφιλείς αριστερίστικους μύθους το παμε αρνείται τους αγώνες που δε μπορεί να ελέγξει κι εμποδίζει με ηττοπάθεια τις εργαζόμενες μάζες να συρρεύσουν σε απεργίες διαρκείας, μόνο οι δικές μας δυνάμεις απέργησαν χτες –και συνολικά μέχρι στιγμής.
Κάποια στέλεχη των παρεμβάσεων μας στηλιτεύουν σε μια δήλωσή τους κι αναρωτιούνται στον τίτλο της αν είμαστε ηλίθιοι ή προβοκάτορες. Μάλλον το πρώτο, θα απαντούσα εγώ. Γιατί είμαστε πάλι οι «βλάκες της υπόθεσης» που σήκωσαν έμπρακτα την απεργία, παρά τις μεγαλοστομίες και τις ονειρώξεις των άλλων. Κι αν τελικά αποφασίσουν οι ελμε να προχωρήσει κανονικά η απεργία –κι όχι συμβολικά, κατά τα γιαπωνέζικα εργασιακά έθιμα- οι δικοί μας θα είναι πάλι στην πρώτη γραμμή να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Την ίδια στιγμή που οι καθεστωτικές παρατάξεις παίζουν χοντρό παιχνίδι εντυπώσεων και στήνουν μια κακόγουστη παράτα –με διάφορους κομπάρσους- για τις δικές τους εκλογικές σκοπιμότητες, με το βλέμμα στραμμένο στο συνέδριο της ολμε του άλλου μήνα.

Αντί επιλόγου η κε του μπλοκ συνιστά ανεπιφύλακτα στη βάση την ανάγνωση δύο πολύ καλών σχετικών κειμένων του 2310 νετ για την απεργία των εκπαιδευτικών και την επιστράτευση –που πρέπει να πετύχει.
Συμπληρωματικά μπορείτε να διαβάσετε επίσης μια ανάλυση του στέργιου από το blog αριστερά και πολιτική και κάποια εύλογα ερωτήματα που θέτει ο γιώργος σαρρής στο δικό του ιστολόγιο.

Δευτέρα 13 Μαΐου 2013

Ιστορίες από την κρύπτη των πενταμήνων

Όσοι σφοι αναγνώστες είχαν διαβάσει παλιότερα αυτό το ασφαλίτικο σχόλιο, θα έχουν καταλάβει με τι ακριβώς ασχολείται τον τελευταίο καιρό η κε του μπλοκ στο μη ελεύθερο χρόνο της. Ο εν λόγω ασφαλίτης υπονοούσε πως βρήκα αυτή τη δουλειά μέσω του κόμματος, το οποίο φροντίζει για τα «κόκκινα παιδιά» κι όσους λιβανίζουν τη γραμμή της ηγεσίας. Με το ίδιο σκεπτικό βέβαια, βάση των προσλήψεων που έγιναν, πρέπει να υποθέσουμε ότι είχαν τη δύναμη να τακτοποιήσουν τους δικούς τους και το ναρ, το σεκ, το πίσω μ-λ κι η οκδε σκέτο. Εκτός κι αν τους βόλεψε κι αυτούς το κόμμα στα πλαίσια της αριστερίστικης στροφής της ηγεσίας, μπούρου-μπούρου..

Η δεύτερη αυθόρμητη σκέψη είναι πως αν κάποιος είχε πραγματικά βύσμα, θα είχε φροντίσει να χωθεί κάπου αλλού κι όχι στα πεντάμηνα. Εκτός κι αν δεν είχε πολύ γερό βύσμα, θα μου πεις· όπως ακριβώς στο στρατό –κι αυτός δεν είναι ο τελευταίος χακί συνειρμός του κειμένου. Το πιο τραγικό ωστόσο δεν είναι η ύπαρξη βυσμάτων –που ούτως ή άλλως κατοχυρώνονται κι ημιεπίσημα στην επόμενη φουρνιά προγραμμάτων, με την προσθήκη ενός σταδίου προσωπικής συνέντευξης για την επιλογή των επιτυχόντων. Το πιο τραγικό είναι η σημερινή κατάσταση, που θα οδηγούσε κάποιους να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές, ακόμα και για τέτοιες κωλοδουλειές των 600 ευρώ. Και να φανταστείς ότι εμείς είμαστε και προνομιούχοι, γιατί από την επόμενη προκήρυξη οι όροι των προγραμμάτων χειροτερεύουν. Αλλά δεν πειράζει, εξάλλου μιλάμε για ανέργους, όπως είχε πει κι ο στουρνάρας. Όχι για κανονικούς ανθρώπους..

Στα πεντάμηνα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το πλήρες όνομά τους, νιώθεις οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελής (για το κοινό καλό δηλ) και γενικώς ωφέλιμος. Και θυμάσαι συνειρμικά τις ιστορίες από το στρατό, με την εξής διαφορά: εκεί που τελειώνει η έννοια της οργάνωσης, αρχίζει το ελληνικό δημόσιο.
Κι άντε μετά να παλέψεις με τη στρατηγική σου, όπως λένε οι θέσεις, και να εξηγήσεις στο συνάδελφο, που πιστεύει ακράδαντα ότι το κράτος είναι μπουρδέλο –και το επιβεβαιώνει πανηγυρικά από την εμπειρία του- πως αυτό το μπουρδέλο είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, με πολύ συγκεκριμένο ρόλο και περιεχόμενο. Πώς να του το πεις εκλαϊκευτικά να το καταλάβει; Ότι πρέπει να οργανωθούμε, για να μην τον παίρνουμε συνέχεια εμείς και να γυρίσει ο τροχός, για να πηδήξει ο φτωχός; Ότι πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να γίνουμε οι τσατσάδες που ελέγχουν το κράτος, μέχρι να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για τον ελεύθερο έρωτα, όπου δε θα υπάρχει πια ανάγκη για κανένα μπουρδέλο;

Το ποιοτικά καινούριο στοιχείο που ανακαλύπτεις είναι ότι αυτές οι προσλήψεις δεν έχουν ως λογική να δώσουν τη δουλειά ενός μόνιμου υπαλλήλου σε ένα συμβασιούχο με λιγότερα δικαιώματα, αλλά μία και μοναδική σκοπιμότητα: να μοιράσουν τους ανέργους σε διάφορα πόστα, για να φανεί ότι καταπολεμούν την ανεργία και πετυχαίνουν να τη μειώσουν. Την ίδια στιγμή βέβαια έχουν υπολογίσει με ακρίβεια πως ο χρόνος της σύμβασης –που κάνεις αρκετό καιρό να τη δεις, αφού την υπογράψεις- δεν πρέπει να υπερβαίνει το πεντάμηνο, για να μην κατοχυρώνει ο συμβασιούχος δικαίωμα για επίδομα ανεργίας. Κι αν υπολογίζει να συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο με μια εποχιακή καλοκαιρινή απασχόληση, μπορεί να ανακαλύψει στην πορεία πως τα ένσημά του είναι περιορισμένης ευθύνης (πχ ότι δεν είναι συντάξιμα κι ενδέχεται να μη μετράνε και για το επίδομα –δε μας το έχουν διευκρινίσει ακόμα). Τέτοιος είναι ο πόνος τους για τους άνεργους.

Διαβάζοντας κανείς τον παραλληλισμό με το στρατό, μπορεί να σκεφτεί πως στα προγράμματα υπάρχει και στρατιωτική πειθαρχία. Αλλά αυτά πάνε ευθέως ανάλογα με τις συνθήκες και τη σοβαρότητα της δουλειάς. Κι η δική μας δεν ανήκει σε αυτή την περίπτωση –πλην των εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η σύνδεση γίνεται γιατί τις πρώτες μέρες κυκλοφορείς άσκοπα και περιμένεις να πάρεις οδηγίες, ένα γραφείο ή έστω αρβύλες και στολή παραλλαγής. Μετά το άσκοπο ξεροστάλιασμα της πρώτης μέρας, σε διώχνουν κι αρχίζει η εβδομάδα προσαρμογής, που μπορεί να κρατήσει πολύ περισσότερο, να γίνει δεκαπενθήμερο ή και μήνας, μέχρι να βρουν πώς να σε αξιοποιήσουν –ενώ είναι ολοφάνερο πως περισσεύεις και δε σε χρειάζονται. Για να υπάρξει όμως αξιοποίηση, πρέπει να υπάρχει πρώτα κάποια αξία. Κι εσύ, χρόνια άνεργος, αισθάνεσαι εκ νέου άχρηστος, σκουπίδι χωρίς καμία χρηστική αξία. Η μόνη αξία που υπάρχει δυνάμει πάνω σου είναι η ανταλλακτική αξία της εργατικής σου δύναμης, που γίνεται εμπόρευμα. Οπότε προτιμάς να σου δώσουν κάποια δουλειά να κάνεις, οποιαδήποτε, για να είσαι τουλάχιστον εμπόρευμα με κάποια αξία και όχι αναλώσιμο σκουπίδι. Αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο απαραίτητα.

Ναι, αλλά ούτε αυτό είναι ακριβώς εύκολο. Αφενός γιατί δεν υπάρχει κάποια δουλειά για σένα, εφόσον δεν καλύπτεις κάποια οργανική θέση, παρά μόνο μειώνεις την ανεργία, χάνοντας απλώς τα μόρια της κάρτας σου για κάποιο διάστημα. {Κι αυτό το λέω χοντροκομμένα, ως πολύ γενικό κανόνα, χωρίς να αποκλείω τις εξαιρέσεις. Γιατί μπορεί πχ να έχεις προσληφθεί ως εργάτης παραλίας στο δήμο πυλαίας (!) –ανειδίκευτος πάντα, άλλο αν έχεις κουβαλήσει όλα σου τα πτυχία, για να πάρεις τη θέση- μπορεί όμως να δουλεύεις και στο κάτεργο της «άρσις», σε συνθήκες μεταλλωρυχείου, ή να σου χώσουν όλη τη λάντζα και τη βρώμικη δουλειά, μιας και σε βρήκαν εύκαιρο.

Αφετέρου γιατί σύντομα ανακαλύπτεις πως βάση της σύμβασης που υπέγραψες δεν υπάγεσαι καν στην εργατική νομοθεσία. Κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι πού ακριβώς υπάγεσαι κι αν τέλος πάντων είσαι κάποιο ζώο ή ομιλούν εργαλείο, όπως όριζε ο αριστοτέλης τους δούλους, για να δεις σε ποιο δίκαιο εμπίπτει η δική σου υπόθεση.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι η κατάσταση στο δημόσιο τομέα μπορεί να είναι συγκριτικά πιο άνετη και να υπάρχουν κατακτήσεις που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ούτε θα μπορούσαν να φανταστούν (πχ ρεπό υπολογιστή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, άδειες αιμοδοσίας ή για το βάψιμο των αυγών στις γυναίκες –που τελικά δε δόθηκε φέτος) αλλά εμείς δε δικαιούμαστε τίποτα από όλα αυτά (κι αυτό προφανώς δεν το λέω με τη γνωστή μίζερη λογική «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», αλλά με το σκεπτικό ότι θα ‘πρεπε να τα δικαιούνται όλοι). Δε δικαιούμαστε δηλ άδειες (πλην κάποιων αναρρωτικών κι αυτό υπό προϋποθέσεις) και –το καλύτερο- ούτε καν απεργία.

Μπορεί δηλ να είναι εργοδότης σου το ινστιτούτο της γσεε (ινε-γσεε), που συν τοις άλλοις παίρνει μια προμήθεια για να μας νοικιάσει στο δήμο (που δε θα μπορούσε να κάνει προσλήψεις με τέτοιους όρους) και τσεπώνει αρκετές χιλιάδες ευρώ στις πλάτες μας. Αλλά δε θεωρούμαστε εργαζόμενοι, για να μπορούμε να απεργήσουμε κιόλας –στην απεργία που προκηρύσσει ο εργοδότης μας.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο κοινωφελής χαρακτήρας σημαίνει ότι η εργασία αυτή είναι αμοιβαία επωφελής για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως γιατί να απεργήσεις ως ωφελούμενος από κάτι που είναι προς όφελός σου; Το κακό σου θέλεις;

Συνεπώς για να επιστρέψουμε σε χακί κλίμα όλο το σύστημα σου υπαγορεύει συστηματικά τη λούφα –με παραλλαγή ή χωρίς. Εφόσον όλα αυτά γίνονται για ένα ξεροκόμματο και επιπλέον στερούνται του παραμικρού νοήματος, πολύ λογικά οδηγούν σε μια συγκεκριμένη στάση αδιαφορίας –ή έστω παθητικής ανάμειξης- για όσα συμβαίνουν στον χώρο εργασίας. Εφόσον νιώθεις πως δε σε αφορούν και δε σε εκφράζουν, δεν ενεργοποιούν την πιο δημιουργική σου πλευρά, όπως θα το έκανε ακόμα και η πιο κοπιαστική χειρωνακτική δουλειά. Κι αυτή η αλλοτρίωση πολύ δύσκολα σπάει με κάποια μισθολογικά αιτήματα (που είναι η απαραίτητη βάση) ή κάτι άλλο εξίσου αποσπασματικό. Έχει να κάνει συνολικά με το πώς βλέπει ο υπάλληλος το κράτος, αν το θεωρεί δική του υπόθεση, που απορρέει και περνάει μέσα από αυτόν, ή μια απρόσωπη καταπιεστική δύναμη «πάνω από την κοινωνία». Κι η αντιμετώπισή του απαιτεί βαθιές ριζικές αλλαγές, που να είναι επαναστατικές –και πάλι δε σημαίνει ότι θα εξαλειφθεί δια μιας κι αυτομάτως.

Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση να σπάσει το τείχος της απάθειας και να γίνει ενεργός δραστηριότητα –πόσο μάλλον αγωνιστική στάση. Ακόμα κι όταν προκύπτουν άμεσα και πιεστικά ζητήματα αιχμής, η μέση ταξική συνείδηση λουφάζει και βγαίνει συνήθως α/α στο γενικό προσκλητήριο. Υπάρχει συσσωρευμένη σκουριά στις λαϊκές συνειδήσεις, που δύσκολα φεύγει. Κι όταν προκαλούνται ρήγματα, υπάρχει ως ταβάνι και δίχτυ ασφαλείας, η μυωπική λογική του συντεχνιακού πνεύματος που χάνει τα ταξικά γυαλιά της.

Τι γίνεται λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις και πώς ξεδιπλώνεται ο αγώνας; Αυτό θα το δούμε σε επόμενο επεισόδιο, μαζί με κάποια άλλα ζητήματα.

Παρασκευή 10 Μαΐου 2013

Η 9η Μάη των λαών

Ob es nicht Stalin gab, wurden sie noch deutch sprechen

Που μεταφρασμένο στα ελληνικά (από τα σπαστά μας γερμανικά) σημαίνει: αν δεν υπήρχε ο στάλιν, θα μιλούσατε ακόμα γερμανικά. Κάτι τέτοιο θέλαμε να γράψουμε στη σχολή σε μια αφίσα μας. Που θα απαντούσε σε μια άλλη της πασπ, που ήταν απάντηση σε μια προηγούμενη δική μας, και πάει γράφοντας ανακοινώσεις, σε έναν ιδιότυπο πόλεμο με εφημερίδες τοίχου –ή ντατζεμπάο επί το μαοϊκότερον- που κατέληγαν σε ταπετσαρίες.

Δεν είμαι σίγουρος αν το βάλαμε τελικά, γιατί ασθενώντας η μνήμη στρογγυλεύει τις γωνίες και συμπληρώνει δημιουργικά με τη φαντασία τα κενά της διήγησής της. Εάν όντως το βάλαμε, πρόκειται μάλλον για την κορυφαία στιγμή αδιαμεσολάβητης καφρίλας στη σύντομη θητεία μας στη σπουδάζουσα. Και αν όχι, τόσο το καλύτερο, γιατί αποφύγαμε ένα σοβαρό λάθος. Αφενός γλωσσικής φύσης –γιατί αποκλείεται να είναι έτσι όπως το σκεφτήκαμε ο υποθετικός λόγος, αλλά ως εκεί έφταναν τα γερμανικά μας. Αφετέρου φιλοσοφικής, γιατί το ιστορικό προτσές δεν επηρεάζεται τόσο δραματικά από την παρουσία ή απουσία μιας προσωπικότητας.

Αν και είναι προφανές πως κάθε αναφορά στο σύντροφο με το μουστάκι υποδηλώνει κάτι πολύ ευρύτερο από το πρόσωπό του. Οι αστοί το κατάλαβαν αυτό πολύ καλύτερα από κάποιους μαρξιστές που ψάχνουν τον υπαίτιο της προδομένης επανάστασης και μιλούν με φρίκη για τον αποτρόπαιο σταλινισμό, για να μειώσουν τη σοβιετική πείρα και συνολικά το σοσιαλιστικό ιδεώδες –γιατί γνωρίζουν πως τα πρόσωπα δεν είναι πάνω από το κοινωνικό σύστημα που τα γεννάει. Αλλά έχουν... τακτική ευελιξία στα κριτήρια και τα σταθμά τους, όταν θέλουν να πουλήσουν φρούδες ελπίδες στον κόσμο για τον τάδε μεγάλο ηγέτη που φέρνει φρέσκο αέρα στην πολιτική σκηνή και θα τα αλλάξει όλα. Κι έχουν πλήρη επίγνωση των συμβολισμών και της σημασίας τους, γι’ αυτό και θέλουν να αλλάξουν την επέτειο της 9ης μάη και να την κάνουν ημέρα της ευρώπης.

Το είχαν προσπαθήσει και στη ρωσία να γιορτάσουν τα 60χρονα χωρίς την ιστορική σημαία του κόκκινου στρατού αλλά δεν τους πέρασε. Η αντιφασιστική νίκη έχει καθιερωθεί ως όρος και περιεχόμενο στη συλλογική μνήμη των λαών και δεν είναι εύκολο να ξεριζωθεί και να αλλάξει.
Κάτι που ισχύει και από την ανάποδη. Δε θα μπορούσαμε δηλ να κάνουμε λόγο για αντικαπιταλιστική νίκη των λαών, επειδή θεωρούμε πολιτικά ρηχό τον άλλο όρο. Όπως δε θα ήταν λογικό να βαφτίσουμε αντικαπιταλιστικά τα αντι-ιμπεριαλιστικά διήμερα της οργάνωσης {χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο τη σημασία τους. Αντιθέτως αποδεικνύει τη σύνδεση των δύο όρων και την πολιτική μονομέρεια όσων επιμένουν στη στείρα αντιπαράθεσή τους}. Οι σοβιετικοί ονόμασαν μάλιστα μεγάλο πατριωτικό πόλεμο τον αγώνα κατά της ναζιστικής γερμανίας, ήταν όμως η σοσιαλιστική πατρίδα και οι κοινωνικές της δομές που επικράτησαν του φασισμού, και όχι η «ρώσικη ψυχή» ή ο «στρατηγός χειμώνας» της στέπας.

Η αντιφασιστική νίκη λοιπόν μπορεί να απέσπασε κάποιες χώρες απ’ την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, αλλά δεν ήταν ακριβώς αντικαπιταλιστική κι είναι ζήτημα αν θα μπορούσε να εξελιχθεί σε τέτοια. Αν δηλ ο αντιφασιστικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας μπορούσε να οδηγήσει σε μια κοινωνική επανάσταση και πώς μπορούσε να συνδεθεί με το ζήτημα της εξουσίας. Το οποίο με τη σειρά του συνδέεται με την εκτίμηση που είχε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα της εποχής  για τον χαρακτήρα του β’ παγκοσμίου πολέμου. Που ξεκίνησε ως ιμπεριαλιστικός για να γίνει αντιφασιστικός μετά την επίθεση των ναζί κατά των σοβιετικών –που τον ονόμασαν μεγάλο πατριωτικό κι ως τέτοιο τον πέρασαν στην ιστορία τους.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν η λογική συνέχεια του πρώτου, μετά την ανάπαυλα του μεσοπολέμου· κάτι σαν δεύτερο ημίχρονο, αν μιλήσουμε με αθλητικούς όρους, με τους ηττημένους του πρώτου να αναζητούν ρεβάνς και «ζωτικό χώρο» για τα συμφέροντά τους. Αλλά το βασικό χαρακτηριστικό εκείνης της ιστορικής ανάπαυλας ήταν η σταδιακή εξάπλωση του φασισμού. Που δεν ερχόταν από το μέλλον –καινούριο τάχα κάτι να μας φέρει- αλλά ως απάντηση των αστών στην κοινωνία του μέλλοντος και την αυξανόμενη ακτινοβολία του οκτώβρη. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι ο φασισμός επικράτησε σε χώρες με ισχυρό λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα, όπως η ιταλία και λίγο αργότερα η ισπανία και η γερμανία.

Όπως δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική κατευνασμού των αγγλο-γάλλων έστρεψε μεθοδικά τους ναζί στο «δρόμο προς ανατολάς», που οδηγούσε κατευθείαν πάνω στη σοβιετική ένωση. Το μέγεθος των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο, που άνοιξε δύο χρόνια μετά από το δυτικό, ήταν εικοσαπλάσιας κλίμακας και δε μπορεί να τεθεί σε οποιαδήποτε σοβαρή σύγκριση. Άλλωστε τους περισσότερους νεκρούς στον πόλεμο, μετά τους σοβιετικούς που τσάκισαν το φασισμό και τους ηττημένους γερμανούς, δεν τους έδωσαν οι άγγλοι ή οι αμερικάνοι, αλλά τα αντιστασιακά κινήματα της ελλάδας και των λαών της γιουγκοσλαβίας.

Ohne Stalin, hatten Sie immer noch deutch gesprochen
Όλη η ουσία του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου είναι η φασιστική επίθεση στην εσσδ κι αυτή είναι που καθορίζει ιστορικά και τον χαρακτήρα του. Αλλά η επίθεση αυτή ήταν συγχρόνως και ιμπεριαλιστική, εφόσον ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα των μονοπωλίων και οι ιμπεριαλιστές που βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα είχαν αγαστή συνεργασία κατά του κοινού σοβιετικού εχθρού –όπως αναδεικνύει και το ελληνικό παράδειγμα, με την αγγλογερμανική συμφωνία ειρηνικής παράδοσης της χώρας από τους μεν στους δε, εν μέσω πλήρους εξέλιξης των πολεμικών επιχειρήσεων στα άλλα μέτωπα.

Έχουμε να κάνουμε δηλ με έναν ιδιότυπο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, χωρίς ουσιαστική εμπλοκή των ιμπεριαλιστών –πλην γερμανίας- μέχρι το καλοκαίρι του 44’ οπότε και άνοιξαν στη νορμανδία το δεύτερο μέτωπο, για να μην αφήσουν στους σοβιετικούς όλη τη δόξα και τα οφέλη της νίκης. Και με έναν ιδιότυπο αντιφασιστικό πόλεμο, όπου οι ιμπεριαλιστές αναγκάστηκαν να συμμαχήσουν απρόθυμα με τους σοβιετικούς ενάντια στο γερμανικό φασισμό, που οι ίδιοι είχαν αφήσει να θεριέψει για να κατασπαράξει τους κομμουνιστές. Κι έσπασαν τη συμμαχία την επαύριο κιόλας της νίκης, με τον περίφημο λόγο του τσώρτσιλ στο φούλτον για το «σιδηρούν παραπέτασμα» που χωρίζει στα δύο την ευρώπη.

Ο αντιφασιστικός αγώνας εν κατακλείδι έχει σχετική αυτοτέλεια, χωρίς όμως να γίνεται αυτοσκοπός. Αλλά η αυτοτέλεια συγγενεύει ετυμολογικά με τον αυτοσκοπό, γι’ αυτό το βάρος πρέπει να δίνεται στο σχετική και όχι αντίστροφα. Δε νοείται εξάλλου αυτοτέλεια ενός φαινομένου από τα αίτια που τον γεννάνε (του φασισμού από τα μονοπώλια, της κρίσης από τον καπιταλισμό, κτλ). Γι’ αυτό κι οι λαοί, τιμώντας την αντιφασιστική νίκη, πρέπει παράλληλα να προβληματιστούν για τους λόγους που την άφησαν ημιτελή και να διδαχτούν από τα λάθη τους, αν δε θέλουν να τα ξαναβρούν μπροστά τους.

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Ο παίκτης του εικοστού πρώτου αιώνα

Με αφορμή τον χτεσινό φιλικό αγώνα άρης-λιμόζ προς τιμήν του νίκου γκάλη στο αλεξάνδρειο, που κάποτε πρέπει να πάρει το όνομά του (σσ: τελικά η πολιτεία εδέησε να το ανακοινώσει χτες, το κείμενο όμως είχε γραφτεί νωρίτερα), η κε του μπλοκ σκέφτηκε να καταγράψει μερικές σχετικές σκέψεις και συνειρμούς.

Για τον γκάλη και τη σημασία του στο ελληνικό, αθλητικό στερέωμα μπορείτε να διαβάσετε εδώ κάποια πολύ ωραία κείμενα του βασίλη σκουντή, ή ένα συνοπτικό του salot sor σε πιο ερασιτεχνικό επίπεδο. Εγώ από τη δική μου πλευρά το μόνο που θα είχα να προσθέσω είναι ότι νιώθω τυχερός που πρόλαβα να τον δω, έστω και προς το τέλος της καριέρας του, να παίζει μπάσκετ στον άρη. Και ξέρω πολύ καλά πως αυτός ήταν ο βασικός λόγος που έγινα αρειανός, αν και μεγάλωσα στην τούμπα. Που τα ξαδέλφια μου στη γλυφάδα δήλωναν κι αυτοί αρειανοί για κάποιο διάστημα, πριν γίνουν ολυμπιακός. Που η συχωρεμένη η γιαγιά μου δεν ήξερε μεν τι χρώμα έχει η κίτρινη κάρτα στο ποδόσφαιρο, αλλά δε θα έχανε κρίσιμο αγώνα του άρη και της εθνικής στο μπάσκετ. Που στο σχολείο συζητούσαμε για τα ντέρμπι με τον παοκ δέκα μέρες πριν και δέκα μετά τον αγώνα. Και που χωριζόμασταν να παίξουμε αρειανοί-παοκτσήδες κι αυτοί σχεδόν ντρεπόντουσαν να πουν τι ομάδα είναι και ερχόντουσαν με την ομάδα μας –κι όποιος θέλει το πιστεύει.

Ο σοβιετικός γκομέλσκι είχε πει ότι ο γκάλης είναι ο παίκτης του εικοστού πρώτου αιώνα· την ίδια περίπου περίοδο που ο μίμης ανδρουλάκης επισκεπτόταν τη σοβιετία κι έγραφε για το σοσιαλισμό στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα. Αλλά είναι εντελώς αμφίβολο αν θα μπορούσε να σταθεί σήμερα, με το σύγχρονο τρόπο παιχνιδιού, κάποιος παίκτης με το στιλ του γκάλη, που έδινε πάντα παράσταση για ένα ρόλο –για το σοσιαλισμό του μίμη και των ομοίων του, δεν το συζητάμε καν.

Ένας έλληνας προπονητής, ο «κίτσος» διαμαντόπουλος, είχε πει για το άδοξο τέλος της καριέρας του γκάνγκστερ: «εδώ δικάσαμε τον κολοκοτρώνη, ο γκάλης θα γλίτωνε;». Και έχει δίκιο μες στην υπερβολή του ο κίτσος, αλλά ξεχνά μια πολύ σημαντική παράμετρο. Αυτός ακριβώς είναι ο επαγγελματικός αθλητισμός και δεν καταλαβαίνει από συναισθήματα κι αχαριστίες. Κι ένας από τους επαίνους που συνηθίζουν να επιδαψιλεύουν στον γκάλη είναι ότι αυτός πρωτόφερε στην ελλάδα τη νοοτροπία του επαγγελματία. Που μπορεί να σημαίνει πχ, πλάι στα άλλα, ότι θα ήθελε να υπογράψει το καλύτερο συμβόλαιο, ή να κάνει τη διαφήμιση του αγνό -που συγκαταλέγεται στο πάνθεον του καλτ μαζί με μια άλλη του φάνη χριστοδούλου.

Κάπου την έχουμε πάρει λάθος όμως την ιστορία με την επαγγελματική νοοτροπία του αθλητή. Σκοράρει πχ ο τάδε παίκτης απέναντι στην παλιά του ομάδα που τον ανέδειξε κι αρχίζουν αμέσως τα κλισέ: «τη σκότωσε, γιατί την αγαπούσε» και «είναι σωστός επαγγελματίας». Μα αν το βλέπεις ως επάγγελμα, γι’ αυτό ακριβώς πληρώνεσαι: για να σκοράρεις. Πού είναι λοιπόν το περίεργο για να γίνει είδηση; Τη διαφορά δεν την κάνει ότι είσαι μισθοφόρος και σκόραρες, αλλά ότι αγαπάς την παλιά σου ομάδα και δε θέλεις να το πανηγυρίσεις. Αλλιώς γιατί να συγκινηθεί ο κόσμος; Που τη σκότωσες γιατί την αγαπούσες; Αν ήταν έτσι θα καθόταν σπίτι του και θα ‘βλεπε σίριαλ ή ειδήσεις στην τηλεόραση.

Η αυτοκρατορία του άρη χτίστηκε σε μια πόλη που δεν είχε τα λεφτά της αθήνας, και σε μια εποχή που στο ποδόσφαιρο πήραν τίτλους η αεκ, ο παοκ, η λάρισα –κι αν συμπεριλάβουμε τα κύπελλα, η καστοριά και ο οφη. Ήταν δηλ μια αθλητική εκδοχή της εποχής της ανόδου των μη προνομιούχων, που φυσικά δε μπορούσε να κρατήσει επ’ άπειρο και θα κατέληγε νομοτελειακά στη συγκέντρωση τίτλων σε λίγα χέρια. Σήμερα μιλάμε ουσιαστικά για ανταγωνισμό μεταξύ… μιάμισης ομάδας, της εξής μίας: οσφπ. Όπου και αυτό ακόμα το τέως ποκ χτυπήθηκε από την ανισόμετρη ανάπτυξη, και πρακτικά διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη: η αεκ υποβιβάστηκε, ο παναθηναϊκός βολοδέρνει, και ο ολυμπιακός έχει το (κρατικό) μονοπώλιο στα πρωταθλήματα.

Η ρομαντική νοσταλγία εκείνης της εποχής έχει κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Η αυτοκρατορία του άρη κατέρρευσε σχεδόν ταυτόχρονα με τη σοβιετική αυτοκρατορία του κακού, όπως τη βάφτισε η δυτική προπαγάνδα και συνέπεσε με την τελευταία χρονιά του μαραντόνα στη νάπολι και τους τελευταίους καλούς δίσκους του χάρρυ κλυνν και του βασίλη παπακωνσταντίνου. Όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μας, μιας ανατροπής μύριες έπονται.

Εξάλλου η πολιτική λογική του μικροαστού και της παθητικής αναμονής ενός μεγάλου ηγέτη που θα έρθει να τα αλλάξει όλα, παραπέμπει ακριβώς στο στιλ παιχνιδιού εκείνης της εποχής και τη μαγεία του γκάλη. Μόνο που αν περιμένει κανείς σήμερα από κάποιον παίκτη να βάζει σαράντα και πενήντα πόντους σε κάθε αγώνα και να τους καθαρίζει όπως ο γκάλης, θα ήταν σα να ‘χε την προσδοκία από τη νδ και το σύριζα να πάρουν 45% και να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ή από το κουκουέ να πάρει την εξουσία μέσω μιας κυβέρνησης του μετώπου ή της λαϊκής συμμαχίας Αυτά πλέον όμως δε γίνονται ούτε ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
The eye of th tiger και... τα φρύδια του καραμανλή

Η άλλη όψη του νομίσματος της μικροαστικής νοσταλγίας για τον χαμένο παράδεισο, είναι ο άκρατος θαυμασμός για το εξωτερικό, όπου όλα είναι υπέροχα. Εκεί έχουν οργάνωση, ανταγωνιστικές ομάδες, σαν τις επιχειρήσεις τους, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του παιχνιδιού και της οικονομίας, θέαμα και σπουδαίους (πολιτικούς) παίκτες, καλές διαιτησίες και ελάχιστη διαφθορά. Μέχρι που σκάει το σκάνδαλο της ζίμενς κι αυτό με τους στημένους αγώνες στη γερμανία κι η πραγματικότητα χαμογελά ειρωνικά στα στερεότυπά μας για τα λαμόγια που ανθούν τάχα μόνο στο ελληνικό ποδόσφαιρο και για τον καπιταλισμό που ουδέποτε είχαμε κι αναπτύξαμε στην καθυστερημένη χώρα μας.

Η λαμογιά όμως είναι σύμφυτη με τον επαγγελματικό αθλητισμό, τον καπιταλισμό ειδικά και τις ταξικές κοινωνίες εν γένει –όπως ακριβώς τα εμπορεύματα προϋπήρχαν του καπιταλισμού, αλλά μόνο στην κεφαλαιοκρατία υπάρχει γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή. Και αρχικά θα μας πάρει πολύ καιρό να εξαλείψουμε αυτό το κατάλοιπο στην κοινωνία του μέλλοντος –ιδίως εφόσον κληθούμε να την οικοδομήσουμε παράλληλα με το αντίπαλο στρατόπεδο. 
Ενώ η συγκέντρωση τίτλων σε λίγα χέρια δεν είναι ελληνικό προνόμιο, αλλά νομοτελής τάση τόσο στα εθνικά πρωταθλήματα, όσο και στις μεγάλες διεθνείς οργανώσεις, όπου πρωταγωνιστούν σταθερά οι ίδιες πάντα ομάδες.

Κάποτε κατηγορούσαν τους κομμουνιστές πως θα έρχονταν να μας πάρουν τα σπίτια και τις γυναίκες –που δεν είχαμε. Σήμερα όμως που η κίτρινη κερκίδα τραγουδά δεν έχω σπίτι, δεν έχω δουλειά, δεν έχω γκόμενα, δεν έχω λεφτά, χρειάζεται κάτι πιο δραστικό για να στρατολογήσει τους οπαδούς στη λούμπεν αρμάδα και τους ιδιωτικούς στρατούς των προέδρων. Δεν είναι πια μακριά ο καιρός που οι διάφοροι κινδυνολόγοι θα φοβίζουν τον (φίλαθλο) κόσμο λέγοντάς του ότι θα ‘ρθουν οι κομμουνιστές να του πάρουν το όπιο και τους καναπέδες· ή το στοίχημα και το τσάμπιονς λιγκ. Ενώ οι πίτσες κι οι μπίρες θα διανέμονται σποραδικά με δελτίο.

Αλλά αν κάποιος αγαπά πραγματικά τον αθλητισμό. Αν σιχάθηκε τον τζόγο, τους χορηγούς και τα σικέ παιχνίδια. Αν βαρέθηκε τους σωτήρες μεγαλοεπενδυτές που κάνουν λεζάντα εις βάρος της ομάδας· και τη γλυκιά ουτοπία των ομάδων λαϊκής βάσης με καθεστώς αυτοδιαχείρισης. Αν θέλει να βλέπει γήινους αθλητές, χωρίς υπερφυσικά προσόντα κι εξωπραγματικά ρεκόρ. Αν θέλει να δει παίκτες που να αγωνίζονται για τη φανέλα και να μπορεί να ταυτιστεί μαζί τους. Αν θέλει να έχει ένα πραγματικά συναρπαστικό πρωτάθλημα, όπου τίποτα δε θα είναι προκαθορισμένο κι όλοι θα έχουν πιθανότητες να το κατακτήσουν. Αν θέλει δηλ να ξαναβρεί την χαμένη χαρά του παιχνιδιού και το θέαμα, μακριά από τη στείρα σκοπιμότητα του αποτελέσματος και της πάση θυσία νίκης…

...τότε πρέπει να παλέψει για να πάρουν πόδι τα μεγάλα συμφέροντα που λυμαίνονται τον χώρο και την καψούρα του για το αντικείμενο. Κι έχει αγώνα αύριο. Να αλλάξει τον κόσμο και μαζί τον σύγχρονο αθλητισμό, γιατί το χρειάζονται.

Δευτέρα 6 Μαΐου 2013

Η ελευθερία για εμάς

Η ελευθερία για εμάς, είναι μια ωραία γυναίκα, έλεγε ο ποιητής, πριν τελικά ξεπουληθεί στις αξίες του «ελεύθερου» δυτικού κόσμου, με τις τέσσερις βασικές ελευθερίες του μάαστριχτ και βασικά την εξής μία: την ελευθερία του κεφαλαίου, της νεκρής αντικειμενοποιημένης εργασίας, να υποτάσσει και να εκμεταλλεύεται τον κόσμο της ζωντανής εργασίας.
Η ελευθερία στον αστικό κόσμο είναι κατά βάση αυτό που περιγράφει μια ανόητη, τηλεοπτική διαφήμιση, όπου τα πλήθη συγκεντρώνονται για να μάθουν από τις αρχές με τις μεσαιωνικές περούκες, πως στο εξής θα ακούνε μόνο ένα τραγούδι (συγκεκριμένα το μακαρένα), και θα μπορούν να οδηγούν μόνο ένα αυτοκίνητο –δε μας λέει ποιο, αλλά είμαι σίγουρος πως θα ήθελε να πει το λάντα, ένα τράμπαντ, ή στην καλύτερη το ζάσταβα. Αλλά ο αγέρωχος δημοκρατικός πρωταγωνιστής αγανακτεί κι αρνείται να υπακούσει τυφλά σε ό,τι του λένε. Τους πετάει στα μούτρα ένα περήφανο «why?» και φεύγει χωρίς να περιμένει να ακούσει καν την απάντηση, για να πάει να οδηγήσει το… αμάξι που μας προτείνει η διαφήμιση.

Η ελευθερία είναι να έχεις την ψευδαίσθηση μιας ποικιλίας επιλογών, αλλά να επιλέγεις ελεύθερα αυτό που προβάλλει η τηλεόραση και είναι της μόδας, είτε μιλάμε για απλά προϊόντα, είτε για πολιτικά προϊόντα και καλλιτεχνικά εμπορεύματα μιας χρήσης, χωρίς άλλη χρηστική αξία. Ελευθερία είναι να αγοράζεις με αιματηρές θυσίες ένα αυτοκίνητο και να μη μπορείς να το μετακινήσεις, γιατί η βενζίνη έχει φτάσει στα δύο ευρώ –πότε επιτέλους θα βάλετε μυαλό; Ελευθερία είναι να αποθεώνεις τη μοναδική αίσθηση της αυτοκίνησης έναντι της ομαδικής μετακίνησης του όχλου, για να καταλήξεις πλήρως ακινητοποιημένος στη μέσης ενός ωραιότατου μποτιλιαρίσματος στο κέντρο της πόλης, όπου αισθάνεσαι πραγματικός άνθρωπος, σαν παστή σαρδέλα. Ελευθερία είναι το δικαίωμα στην ψευδαίσθηση για όσα θεωρητικά θα μπορούσες να έχεις ή να κάνεις και η αντίδρασή σου μπροστά σε μια ενδεχόμενη απώλεια αυτής της ψευδαίσθησης και όποιον απειλεί να σου την αφαιρέσει βίαια.

Η ελευθερία για εμάς είναι μια ωραία γυναίκα. Έχει υπογάστριο και υπεργάστριο, ενδεχομένως και μερικά πιασιματάκια, ή κυτταρίτιδα και κοιλίτσα. Δεν είναι κάνα χοντρογούρουνο αστικό, ούτε το ανορεξικό του αντίστροφο. Έχει καμπύλες κι ατέλειες που τονίζουν την ομορφιά της. Έχει ιδιοτροπίες κι ιδιαιτερότητες, που την κάνουν μοναδική, χωρίς να τη βάζουν πάνω από τις άλλες γυναίκες, αποθεώνοντάς την σαν άτομο, σα μονάδα.

Η ελευθερία για αυτούς είναι μια βιτρίνα. Μια γυναίκα-καρικατούρα, που δεν τα έχει καλά με τον εαυτό της και προσπαθεί να μιμηθεί τα πρότυπα ομορφιάς που της βάζουν. Κι όσο περισσότερο προσπαθεί να διαφέρει από τις άλλες, τόσο περισσότερο καταλήγουν να μοιάζουν μεταξύ τους σαν τις σταγόνες του νερού, όπως λέει κι ο wekwerth, που ντύνονται, διασκεδάζουν και συμπεριφέρονται πανομοιότυπα, σα να βγήκαν από το ίδιο καλούπι.

Η ελευθερία για εμάς σημαίνει ελεύθερη σκέψη. Όπου ένας –πρώην έστω- σύντροφος μπορεί να γράψει στίχους για την ελευθερία, που είναι μια ωραία γυναίκα. Κι ένας άλλος να διαφωνήσει και να πει ότι αυτό είναι σεξιστικό. Ένας τρίτος να κάνει την κριτική παρατήρηση πως το θέμα δεν είναι «κανένας χαφιές δουλειά να μη βρίσκει», αλλά να μην υπάρχουν καθόλου χαφιέδες, ούτε ανεργία. Κι ένας τέταρτος να έχει κάποια ένσταση σχετικά με το «χριστούλη μου, όμορφη που είναι η προφητεία αυτή», γιατί ρέπει κάπως προς τον ιδεαλισμό. Την ίδια στιγμή που το αστικό στρατόπεδο χαιρετίζει σύσσωμο με –προσποιητό και άνωθεν υπαγορευόμενο- ενθουσιασμό τους αιρετικούς στίχους του κωνσταντίνου μπογδάνου. Οι κομμουνιστές διαψεύδουν συχνά τη ρετσινιά του συγκεντρωτισμού, όπως ακριβώς οι αστοί διαψεύδουν με πολλούς και ποικίλους τρόπους το βασικό, υποτιθέμενο πλεονέκτημα του «ελεύθερου» κόσμου τους, δηλ αυτό της ποικιλίας.

Η ελευθερία για αυτούς είναι μια φτηνή γυναίκα που εκδίδεται και τους κάνει όλα τα βίτσια. Το ελεύθερο να γράφουν το μακρύ τους και το κοντό τους, και να πληρώνονται για αυτό. Γιατί αν επρόκειτο απλώς για το πρώτο, χωρίς το δεύτερο, αυτό θα ήταν το μόνο εύκολο στην εποχή των ιστολογίων και του διαδικτύου. Η ελευθερία για αυτόν είναι η μικροαστική αναπόληση του παρελθόντος κι η εναντίωση στο κόμμα των σταλινικών, όπου με μια απλή έκφραση διαφωνίας, απειλείται η κομματική σου υπόσταση. Είναι γνωστές εξάλλου οι εκατόμβες των θυμάτων από τις εκκαθαρίσεις του περισσού, μετά τον πρόσφατο προσυνεδριακό διάλογο. Ελευθερία γενικώς είναι να γράφεις χοντράδες και να μην χρειάζεται να απολογείσαι για αυτό, ή έστω να ελέγχεις αν ισχύουν.

Ελευθερία είναι η ολόπλευρη ανάπτυξη κι έκφραση του ατόμου, πολιτική και καλλιτεχνική. Ακόμα κι αν τη βλέπεις μπροστά σου –όπως στα πρόσφατα μαθητικά φεστιβάλ- και νιώθεις ξεπερασμένος από την εποχή σου. Πόσα έχουν αλλάξει άραγε από τότε που ήμασταν εμείς στη νεολαία;

Ξεκινάμε με έναν χορό οριεντάλ (κατ' ευφημισμόν όρος για το τσιφτετέλι), από τη νατάσα μας -όπως την ανήγγειλε ο εκφωνητής της εκδήλωσης- που τον απέδωσε με άψογη μπρεχτική αποστασιοποίηση.



Στο τέλος το κοινό της ζητούσε "κι άλλο, κι άλλο" και η νατάσα μας έκανε πράξη τη λαϊκή απαίτηση βάσης και ξαναχόρεψε.

Συνεχίζουμε με λίγο τάνγκο, στους ήχους του βασίλη παπακωνσταντίνου -γιατί είπαμε να αλλάξουμε κάποια πράγματα, αλλά υπάρχουν και μερικές διαχρονικές σταθερές αξίες.




Και κλείνουμε θεαματικά, με ένα ντίσκο-ποπ κομμάτι, που για τις ανάγκες της παράστασης βαφτίστηκε ροκ εν ρολ.


Σε κάποια φάση "ροκάρει" θεαματικά κι ο εικονολήπτης και βλέπουμε τη λήψη στα πλάγια. Αλγεινή εντύπωση προκάλεσε ωστόσο η ακραία συμπεριφορά μιας μικρής μειοψηφίας κάφρων που κοιτούσε τις μίνι φούστες των χορευτριών και φώναζε φύσα αγέρι, φύσα αγέρι, για να ικανοποιηθεί τελικά κάπου στη μέση του κομματιού, όταν μια μαθήτρια έκανε ρόδα και στη συνέχεια κεφαλοκλείδωμα με τα πόδια στον παρτενέρ της, που παρέμεινε ψύχραιμος.

Κι έλα μετά εσύ να μου πεις για την ελευθερία έκφρασης στην τέχνη, και τους ζντανοφικούς που την καταπνίγουν..

Παρασκευή 3 Μαΐου 2013

Τώρα είναι καιρός

Τι σημαίνει πρακτικά η φράση «κόμμα παντός καιρού»;
Έχεις όλο τον χρόνο να το σκεφτείς και να το φιλοσοφήσεις στην πορεία της πρωτομαγιάς (όπου άλλοι τιμάν το σικάγο και τους διακόσιους της καισαριανής, κι άλλοι την εξοχή, τον άιρτον σένα, ή στην καλύτερη τον αλέκο παναγούλη), καθώς στέκεσαι μες στο λιοπύρι και λιώνεις για μια θέση στον ήλιο –που αυτή τη φορά υπάρχει για όλους. Κι έχεις την ευκαιρία να συγκεντρωθείς για να βγάλεις το νόμο του μέρφι σχετικά με τις πορείες και τις καιρικές συνθήκες, που λέει περίπου τα εξής:

Εάν τη μέρα της πορείας, ή του φεστιβάλ, υπάρχει στον ορίζοντα ένα μοναχικό, ακίνδυνο συννεφάκι, αυτό θα φωνάξει μες σε λίγα λεπτά τους φίλους του και θα γίνει απειλητικό. Και αν τελικά δε βρέξει, θα έχει τρομάξει τον πολύ κόσμο να μην έρθει. Εάν πάλι βρέξει, τότε θα φυσάει ταυτόχρονα, για να έρχεται το νερό απ’ όλες τις κατευθύνσεις και να μην χρησιμεύουν σε τίποτα απολύτως οι ομπρέλες, εκτός από το να σου προβάλλουν αντίσταση, ενώ περπατάς –όταν δεν αχρηστεύονται εξ αρχής στον άνεμο που τις λυγίζει. Έτσι γυρίζεις σπίτι και νιώθεις την ανάγκη να σε πάρεις και να σε απλώσεις με μανταλάκια, μαζί με τα υπόλοιπα ρούχα που στεγνώνουν.
Ενώ όταν έχει ζέστη, ο κόσμος κρύβεται σε όποια σκιά βρει και ξαφνικά γίνεται διπλάσιος, μόλις τελειώνει η συγκέντρωση κι αρχίζει η πορεία. Εκεί που ο ιδρώτας γίνεται ένα με τη λαϊκή οργή και ξεχύνεται σαν ποτάμι χειμαρρώδες, που δε γυρίζει πίσω πια.

Και αν χιονίζει, και αν βρέχει, και αν φυσάει, πάλι ο σύντροφος αντέχει. Σαν το αγριολούλουδο, που περιμένει, ακόμα τούτη η άνοιξη, να ανθίσουν οι καρποί του. Πριν τις εκλογές είχε προειδοποιήσει το λαό πως έρχεται θύελλα και πως για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή, γιατί η έφοδος προς τον ουρανό δε θα ‘ναι ένας απλός περίπατος στη λιακάδα. Αλλά αυτός μας περνά για μετεωρολόγους κι αναρωτιέται γιατί δε βάζουμε κάνα ωραίο κοριτσάκι με μίνι φούστα να τα πει, αντί για την αλέκα και τον κουτσούμπα, για να βελτιωθούμε επικοινωνιακά. Ενώ αυτά που του λέμε είναι πολύ βαριά και μακροσκελή για τις αντοχές του και του φαίνονται σαν τα δελτία καιρού του αρναούτογλου στην ετ3 και τους λόγους του φιντέλ στον οηε.

Γι’ αυτό αναπολεί τον πράσινο ήλιο της αλλαγής, που μας κατάκλεψε τα συνθήματα και τη βάση των παλιών εαμιτών. Και σήμερα ψηφίζει όσους του υπόσχονται μια σύντομη και εύκολη επιστροφή στο καλοκαίρι των αναμνήσεών του, προ κρίσης. Καταλαβαίνει πολλές φορές πως τον ταΐζουν με ψεύτικα μεγάλα λόγια, αλλά υποκύπτει στα ψευτοδιλήμματα και συμβιβάζεται μοιρολατρικά με τη λογική «στην αναβροχιά, καλό είν’ και το χαλάζι». Ενώ παράλληλα χάφτει αμάσητους τους αστικούς μύθους που του σερβίρουν για το κόμμα –απ’ τις μετοχές στο γερμανό, μέχρι τα κότερα του χαρίλαου. Αλλά καθαρός ουρανός, αστραπές δε φοβάται..

Το κόμμα κουβαλά συλλογικά τις καλύτερες παραδόσεις των σοβιετικών, που έχουν ατσαλωθεί στο λιοπύρι της ταξικής πάλης, της επανάστασης και του πολέμου. Αλλά μετά έζησαν την φρούδα άνοιξη της πράγας, το σύντομο καλοκαίρι όπου έτρωγαν απ’ τα έτοιμα υποτιμώντας την υποδιαίρεση Ι, το μελαγχολικό φθινόπωρο της μπρεζνιεφικής εποχής και τη βαρυχειμωνιά της αντεπανάστασης, όπου σκορπίσαμε στους πέντε ανέμους της αλλαγής και της περεστρόικα. Δεν πρόσεξαν τα συννεφάκια –που συμβόλιζαν τις μη ανταγωνιστικές αντιθέσεις, όπως έλεγαν οι κινέζοι- και τα άφησαν να συσσωρευτούν και να ξεσπάσουν σε καταιγίδα.

Ο καιρός εξάλλου είναι μια βασική παράμετρος της παραγωγής, που δεν είναι εύκολο να προβλεφθεί και να συνυπολογιστεί στον κεντρικό σχεδιασμό, δυσκολεύοντας έτσι την πλήρη κοινωνικοποίηση του αγροτικού τομέα –μέχρι να περάσουμε απ’ τη γεωπονία στην υδροπονία κι αεροπονία. Οι σοβιετικοί βέβαια είχαν μετρήσει βήματα σε αυτό τον τομέα και μπορούσαν να διαλύσουν τα σύννεφα για να μη βρέξει τη μέρα των μεγάλων παρελάσεων ή κατά την διάρκεια των ολυμπιακών αγώνων της μόσχας. Τα άφησαν όμως να μαζεύονται σε άλλους νευραλγικής σημασίας τομείς, όπου δεν αρκούσε ένας βομβαρδισμός και μια τεχνητή βροχή, για να τα διαλύσουν.

Σε ένα πρόσφατο φύλλο του πριν ο συντάκτης του αναρωτιόταν αθώα: «κόμμα παντός καιρού ή μήπως εκτός καιρού;» υπονοώντας σαφώς το δεύτερο. Τον κακό του τον καιρό. Αλλά αν το πνεύμα των καιρών είναι να μη μιλάμε για τη δικτατορία του προλεταριάτου και για τη θετική πείρα του υπαρκτού και των επαναστάσεων του εικοστού αιώνα· ή αν επιτάσσει να προβάλλουμε εύκολες, μεσοβέζικες λύσεις εδώ και τώρα, αντί να «τα παραπέμπουμε όλα στην δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού»· αν με άλλα λόγια το πνεύμα της εποχής είναι η υποταγή σε πτυχές της αντεπανάστασης και στην πίεση για ενσωμάτωση… τότε είναι τιμή για ένα κόμμα να είναι «εν γένει εκτός τουκλίματος». Και να το θεωρούν άκαιρο, εκτός τόπου και χρόνου, ενώ μιλάει για το σοσιαλισμό, που είναι πιο επίκαιρος από ποτέ στις μέρες μας.

Σήμερα λοιπόν καλούμαστε να ανακαλύψουμε αν υπάρχει ζωή μετά το σοβιετικό ήλιο που έδυσε και φώτιζε σα φάρος τις επαναστατικές προσπάθειες σ’ όλο τον κόσμο, χωρίς να νοσταλγούμε ρομαντικά τον παλιό καλό καιρό. Οι μεταμοντέρνοι καιροί που ζούμε δεν είναι μενετοί για τους επαναστάτες, που αντιμετωπίζουν ακραία καιρικά φαινόμενα αντεπανάστασης. Αλλά ο βρεγμένος των ανατροπών, τη βροχή δε φοβάται. Μπορεί οι συνθήκες να μη φαντάζουν ακόμα ώριμες, αλλά ξέρουμε ότι καιρός φέρνει τα λάχανα, καιρός τα κακοπούλια. Ξέρουμε δηλ πως θα γυρίσει ο τροχός της ιστορίας, για να κυβερνήσει κι ο φτωχός. Και θα ‘ρθουν καιροί ευτυχισμένοι, σκλάβοι δε θα είναι πλέον οι λαοί.

Σήμερα ο καπιταλισμός φανερώνει σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής τη σαπίλα του. Η αστική τάξη λυσσομανάει εν μέσω κρίσης, για να διαφυλάξει τα κέρδη της. Κι ο κόσμος γυρίζει την πλάτη και φτύνει το πολιτικό σύστημα, που νομίζει πως ψιχαλίζει. Σήμερα έχει έρθει η ώρα να σπάσουμε το απόστημα της εκμετάλλευσης και να κάνουμε το άλμα στο βασίλειο της ελευθερίας.

Τώρα είναι καιρός…

Τρίτη 30 Απριλίου 2013

Κι άλλο Μπρεχτ, κι άλλο Μπρεχτ

(…Άρη είμαι Μπρεχτ)

Το κείμενο αυτό είχε αρχίσει να γράφεται το φλεβάρη, μετά τη συναυλία του μικρούτσικου στον περισσό για τον μπρεχτ κι ολοκληρώθηκε λίγο πριν μπει ο μάης, οπότε πιθανόν να παρουσιάζει κάποια χάσματα –όχι μόνο χρονικά.

Το 2013 έχει κηρυχθεί άτυπα σε έτος μπέρτολντ μπρεχτ κι η αθήνα έχει γεμίσει με καλλιτεχνικές εκδηλώσεις παντός είδους, όχι μόνο με την ανάμειξη ή την αιγίδα του κόμματος. Κι όχι μόνο με στρατευμένους καλλιτέχνες –εκτός κι αν θεωρείται τέτοια η ντορέτα παπαδημητρίου, που κατέχει την τεχνική της μπρεχτικής αποστασιοποίησης και την περνούσε τα βράδια της κυριακής και στις χορευτικές της παραστάσεις, από οθόνης. Σε βαθμό που να αναρωτιέσαι πού κρυβόταν τόσος μπρεχτ; Κι αν είναι αυθεντικό το ενδιαφέρον για το έργο του ή μια παροδική μόδα για το εμπορικό κομμάτι της υπόθεσης.

Μία ακόμα διαχρονική απορία είναι πώς ακριβώς ορίζεται η περίφημη έννοια της αποστασιοποίησης κι αν αποδίδεται σωστά στα ελληνικά με αυτόν τον όρο. Κι εδώ υπάρχουν πολλές και διάφορες απαντήσεις που με το πλήθος τους μάλλον συσκοτίζουν παρά διευκρινίζουν το περιεχόμενό της. Είναι περίπου όπως το καλτ, που ο καθένας το εξηγεί με το δικό του τρόπο μες στο μυαλό του και τον θεωρεί κοινώς αποδεκτό απ’ όλους. Κι ο συνειρμός ήταν προφανής και άμεσος γιατί την ίδια ακριβώς μέρα με τη συναυλία του μικρούτσικου στην έδρα της κετουκε –που εγκαινίασε το δεύτερο κύκλο εκδηλώσεων του τμήματος πολιτισμού για τον μπρεχτ- διεξαγόταν το καλτ φέστιβαλ στο κλαμπ γκαγκάριν –να και άλλος συνδετικός κρίκος.

Κι εκεί είναι που έρχεται η ανατροπή, πάνω ακριβώς που νόμιζες πως έχεις καταλάβει περί τίνος πρόκειται κι έχεις βγάλει μια άκρη. Γιατί αν ο βούλγαρης θεωρείται καλτ κινηματογράφος, πρέπει να τα βάλουμε κάτω και να ορίσουμε ξανά κάποιες βασικές έννοιες –εκτός κι αν μεταφράζουμε τις καλτ ταινίες ως καμένες, όπως το κάψιμο του κέντρου βιετνάμ, οπότε πάσο. Αλλά πάντα προκύπτει κάτι καινούριο που σου ανατρέπει το συλλογισμό κι όσα είχες ως σταθαρές. Πχ ο όρος προλεκάλτ που έρχεται να προσδώσει στο καλτ μια ταξική, εργατική πτυχή από τη σκοπιά της προοπτικής και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ή οι προεκτάσεις της τεχνικής της αποστασιοποίησης σε άλλα χωράφια, πέραν του θεάτρου. Τι σημαίνει πχ η αποστασιοποίηση σε ένα μουσικό κομμάτι και πώς εφαρμόζεται στη μουσική πράξη στον μπρεχτ;

Αποστασιοποίηση λοιπόν είναι…
Μας το εξήγησε σχηματικά ο μικρούτσικος στα προλεγόμενα της συναυλίας. Να μη μπαίνεις στο πετσί του ρόλου, κατά το στανισλαφσκικό πρότυπο, αλλά… αλλά αυτός ζει πάντα στο πετσί της δικής του μουσικής κι εκστασιάζεται πάνω στο πιάνο του, μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό στο κοινό του. Όπως στη συναυλία στον περισσό, όπου μετά το πρώτο τραγούδι ο κόσμος χειροκροτούσε και δεν έλεγε να καθίσει με τίποτα. Σε βαθμό που να θυμάσαι συνειρμικά το γνωστό σοβιετικό ανέκδοτο και να σκέφτεσαι ότι ο πρώτος που θα κάνει το λάθος να σταματήσει, θα υποστεί κυρώσεις. Και στην επόμενη παύση μεταξύ των τραγουδιών, μια θαυμάστρια έσπασε την ησυχία και φώναξε: θάνο, είσαι μεγάλος..!! Αλλά ο συνθέτης αγνόησε από θέση αρχής τις εκδηλώσεις προσωπολατρίας και συνέχισε απτόητος τη μουσική πράξη στον μπρεχτ. Που δεν ήταν το μόνο γερμανικό στοιχείο στην αίθουσα συνεδρίων της έδρας της κε, καθώς υπήρχε και το υλικό επένδυσης των τοίχων, που προερχόταν από τη λδγ και της χάριζε κορυφαία ακουστική –ίσως την καλύτερη στην ελλάδα μετά το μέγαρο μουσικής.

Η αποστασιοποίηση λοιπόν είναι μια σύνθετη έννοια, σαν τη διαλεκτική, όπου πρέπει να κατέχεις απόλυτα το έργο και τις απαιτήσεις του, αλλά να μπορείς να βγεις έξω απ’ αυτό, για να προ(σ)καλέσεις το κοινό σου να μπει στην ουσία του. Μπορείς να πλατσουρίζεις τριγύρω από αυτές τις έννοιες και επαναλαμβάνεις μηχανικά κάποιους ορισμούς που έχεις διαβάσει, χρειάζονται όμως πολύ περισσότερα για να μάθεις να κολυμπάς στα βαθιά τους νερά και να τις εφαρμόζεις στην πράξη. Κι αυτό είναι το ζητούμενο για κάθε σύντροφο ξεχωριστά.

Η απόσταση εξάλλου –σε διάκριση με μια καθολική αποστασιοποίηση από τα πράγματα και την αφ’ υψηλού θεώρησή τους- είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορούμε να κάνουμε αφαίρεση, δηλ να είμαστε σε θέση να γενικεύουμε και να βγάζουμε συμπεράσματα. Ο σύντροφος λοιπόν καλείται να χρησιμοποιήσει δημιουργικά τη φαντασία του κι όσα τεχνικά μέσα διαθέτει για να νικήσει τη δύναμη της συνήθειας και να αλλάξει την καθιερωμένη σχέση μεταξύ κοινού και πρωτοπορίας. Να βγάλει το λαό από τη νιρβάνα του παθητικού θεατή και να τον καταστήσει πρωταγωνιστή, που δε φοβάται και δεν χάνει τα λόγια του, όταν βγαίνει στο προσκήνιο της ιστορίας. Να ενεργοποιήσει το φιλότιμο και την περιέργεια του κόσμου, για να σκεφτεί και να προβληματιστεί, έξω από όσα έχει μάθει να θεωρεί δεδομένα κι αιώνια· να μη δει τα πράγματα στατικά, αλλά στην κίνησή τους και να πειστεί να παλέψει να αλλάξει τον κόσμο, γιατί το χρειάζεται.

Πιο απλά ο κάθε σύντροφος καλείται να διαβάσει το κείμενο του μπρεχτ για τις πέντε δυσκολίες να πει κανείς την αλήθεια. Και να σκεφτούμε πώς μπορούμε να κατακτήσουμε συλλογικά την τέχνη να κάνουμε την αλήθεια ευκολομεταχείριστη σαν όπλο και την πονηριά να τη διαδώσουμε σε πολύ κόσμο. Και να προετοιμαστούμε έτσι για τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Δευτέρα 29 Απριλίου 2013

Απολιθωμένες αμπελοφιλοσοφίες στον Κόκκινο Πλανήτη 07

Σε αυτή την έβδομη ραδιοφωνική μας απόπειρα, η εκπομπή επιστρέφει στη συνηθισμένη της μορφή και το σχολιασμό της τρέχουσας επικαιρότητας των τελευταίων ημερών. Έτσι λοιπόν καταπιανόμαστε με την απεργία της πρωτομαγιάς -που φέτος αποκτά ξεχωριστή σημασία- τις απολύσεις στο δημόσιο, το πολυνομοσχέδιο της κυβερνητικής τρόικας και την υπεύθυνη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τις ματωμένες φράουλες της μανωλάδας, τις φοιτητικές εκλογές και τις συνεδριακές διαδικασίες του κόμματος.
Μόνιμος κι απαραίτητος σύντροφός μας σε αυτή την προσπάθεια, με ανελλιπή παρουσία στις τελευταίες ηχογραφήσεις, κάποια τεχνικά προβλήματα, που ευτυχώς δε φαίνονται τόσο, χάρη στην αγόγγυστη και μεθοδική δουλειά του ψαλιδοχέρη redfly.
Ελπίζουμε το τελικό αποτέλεσμα να δικαιώνει την προσπάθειά μας και τον χρόνο που θα αφιερώσετε για να ακούσετε την εκπομπή, και περιμένουμε στα σχόλια τις κριτικές σας παρατηρήσεις.





Κι ΕΔΩ για όσους τυχόν έχουν προβλήματα με το Youtube και την πολιτική προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων που ακολουθεί.

Μουσική - αφιέρωμα Poser Rock

 01 - Wild child /W.A.S.P.
 02 - Coma /Guns n' Roses 
 03 - Bad Medicine /Bon Jovi
 04 - He's back (The Man Behind the Mask /Alice Cooper
 05 - I was made for lovin you / KISS
 06 - I know where you live /Alic Cooper
 07 - Pour some sugar on me / Def Leppard
 08 - Were not gonna take it /Twisted Sister
 09 - Estranged /Guns n' Roses
 10 - Born to be my baby/ Bon Jovi
 11 - Fallen Angel /Poison
 12 - Jaded / Aerosmith

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Τι καταλογίζει κανείς στον Μπρεχτ

Με αφορμή το διήμερο συνέδριο για τον μπρεχτ στην έδρα της κετουκε, η κε του μπλοκ σκέφτηκε να αναδημοσιεύσει αποσπάσματα από το δοκίμιο του Manfred Wekwerth «τι καταλογίζει κανείς στον μπρεχτ;», που παραλλάσσει ελαφρά στον τίτλο την αρχή του γνωστού μπρεχτικού ποιήματος για τον κομμουνισμό.
Ο wekwerth, νεαρός βοηθός σκηνοθέτης του μπρεχτ κάποτε, ήταν ο τελευταίος καλλιτεχνικός διευθυντής του μπερλίνερ ανσάμπλ και ο τελευταίος πρόεδρος της ακαδημίας καλών τεχνών της γλδ, πριν την ενοποίησή της (vereinigung) με την οδγ, που κατά βάση ήταν προσάρτηση (anschluss). Το κείμενο αυτό (δημιουργικά αναπλασμένο ανά σημεία από την κε του μπλοκ) είναι το περιεχόμενο μιας διάλεξής του στους φοιτητές του χούμπολτ, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό das argument, για να μεταφραστεί αργότερα στα ελληνικά από το δημήτρη μαράκα και να συμπεριληφθεί στη συλλογή δοκιμίων «μπέρτολντ μπρεχτ, κριτικές προσεγγίσεις», με πρόλογο κι επιμέλεια της ν.βαλαβάνη.

Σε αυτό ο wekwerth καταπιάνεται με βασικές ενστάσεις πάνω στο έργο του μπρεχτ, παραθέτοντας το δικό του αντίλογο. Γιατί όπως σημειώνει, ο απεριόριστος έπαινος στον μπρεχτ είναι ο χειρότερος περιορισμός που του επιβάλλεται, ενώ οι αντιρρήσεις τον τιμούν και προκαλούν αντίλογο, ακόμα και όταν είναι άδικες.

Στα 100 χρόνια του μπρεχτ, ο βαυαρός πρωθυπουργός πανηγύριζε, γιατί η βαυαροί ήταν αυτοί που τον χάρισαν στην ανθρωπότητα. Ενδιάμεσα όμως αρνούνταν επί δεκαετίες την τοποθέτηση μιας απλής πινακίδας στο άουγκσμπουργκ, που να δείχνει το σπίτι, όπου γεννήθηκε.
Τα δεκάδες τηλεοπτικά αφιερώματα και η υποτιθέμενη συσσωρευμένη γνώση καθιστούν τον μπρεχτ αγνώριστο, πετυχαίνοντας ίσως αυτό που δεν κατάφεραν ποτέ η αποσιώπηση και το μποϊκοτάζ του παρελθόντος. Δημιουργείται η υποψία ότι οι πανηγυρισμοί αφορούν τις (υποτιθέμενες) πλάνες του μπρεχτ, για να καλύψουν το φόβο μήπως τελικά είχε δίκιο. Τον αντιμετωπίζουν δηλ ως μια τραγική μορφή, από αυτές που έσφαλλαν δίχως να το έχουν καταλάβει.

Αλλά ο καθολικός, απεριόριστος έπαινος της ανθρωπότητας προς τον μπρεχτ αποσιωπά ότι αυτός ήθελε να την αλλάξει, γιατί το χρειάζεται. Όχι βέβαια προς την κατεύθυνση που άλλαξε τα τελευταία χρόνια. Ακόμα κι αυτό όμως είναι μια απόδειξη ότι ο κόσμος αλλάζει κι ότι τίποτα δε μένει στάσιμο κι αναλλοίωτο στον χρόνο. Κι ο μπρεχτ θα ήταν ο τελευταίος που δε θα κριτίκαρε ένα σχέδιο που απέτυχε –ας σκεφτούμε μόνο το εγκώμιό του στην αμφιβολία.

Όπως λέει το σύνθημα μιας αφίσας, ο καπιταλισμός δε νίκησε, απλώς απέμεινε, με όλες τις αντιθέσεις του οξυμένες από την απώλεια του εχθρού που συγκρατούσε τη συνοχή του. Ο μαρξ έχει πεθάνει και μαζί του ο μαρξιστής μπρεχτ κι η ουτοπία στην οποία πίστευε, μας λένε (κι αυτό συνιστά την πρώτη βασική αντίρρηση στο μπρεχτικό έργο). Αλλά όπως σημειώνει κι ένας ευαγγελιστής ιερέας: ούτε κι ο ίδιος ο ιησούς δε θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα σήμερα χωρίς το μαρξ.

Η δεύτερη αντίρρηση αφορά την παρεμβατική σκέψη του μπρεχτ στο θέατρο, με σκοπό τη διάδοση της λογικής, ώστε οι άνθρωποι να αναγνωρίζουν τις καταστάσεις και να τις αλλάζουν. Και συνεχίζει υποστηρίζοντας πως η λογική, θεωρούμενη ως γενικό θεραπευτικό μέσο από την εποχή του ντεκάρτ, αποδείχτηκε ότι είναι η ίδια η ασθένεια. Η πίστη στις επιστήμες ήταν μια μοιραία πλάνη, ο κόσμος δεν είναι γνώσιμος.

Όταν το μπερλίνερ ανσάμπλ έκανε την πρώτη του περιοδεία στο παρίσι, έγινε μια ιστορική συνάντηση μπροστά από το θέατρο σάρα μπερνάρ μεταξύ του μπρεχτ και του ιονέσκο. Ο τελευταίος είχε φέρει μαζί ένα πλήθος υποστηρικτές του και κάλεσε τον μπρεχτ σε απολογία: σας κατηγορώ για τη θανάτωση των συναισθημάτων πάνω στη σκηνή και για την τρομοκρατία της λογικής. Μην προσπαθείτε άδικα ο κόσμος δεν είναι γνώσιμος. Ο μπρεχτ κουνούσε περίσκεπτος το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, όπως έκανε πάντα όταν δυσανασχετούσε κι απάντησε: αν ο κόσμος δεν είναι γνώσιμος, τότε εσείς πως το γνωρίζετε;

Η λογική του μπρεχτ δεν καταστρέφει κάθε αυθορμητισμό προς όφελος της συνειδητής δράσης. Ο μπρεχτ πίστευε ότι μπορεί κανείς να έχει μια συνειδητά αυθόρμητη συμπεριφορά και το εφάρμοζε στην πράξη στις θεατρικές πρόβες, καλώντας τους ηθοποιούς να ξεχάσουν τις προκατασκευασμένες ιδέες κι υπολογίζοντας στις συμπτωματικές λύσεις. Κατηγορούν τον μπρεχτ ότι παραδέχεται μόνο ό,τι γνωρίζει κανείς με βεβαιότητα κι αγνοεί το υποσυνείδητο, επειδή περιγελά το ντιβάνι του φρόιντ. Αλλά η υποσυνείδητη συμπεριφορά του δε στρέφεται καθόλου κατά του υποσυνείδητου.

Αυτή η λογική δεν έρχεται σε αντίθεση με τα συναισθήματα. Η ικανότητα των ανθρώπων να δρουν λογικά, δηλ να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους, προϋποθέτει κυρίως τη θέληση να τα επιβάλουν, δηλ το πάθος. Δεν είναι αυτή η λογική, που κάποιοι κάποτε αποκαλούν ερήμωση, που θα βοηθούσε το θέατρο να μην ερημώσει πραγματικά από την έλλειψη περί-σκεψης και την προσπάθειά του να γίνει αρεστό; Αν το θέατρο δε θέλει να είναι κωφάλαλο, χρειάζεται το άγγελμα, το καλό όσο και το κακό.

Τρίτη αντίρρηση: ο μπρεχτ θέλει να κάνει πολιτικό θέατρο.
Μια αντίρρηση που προβάλλει σκέτη, χωρίς αιτιολόγηση, καθώς σήμερα φαίνεται ως αξίωμα ότι το πολιτικό θέατρο είναι ξεπερασμένο, αναχρονιστικό, ακόμα και γελοίο. Η άρνηση των θεατράνθρωπων να κάνουν πολιτικό θέατρο, πολλές φορές δεν οφείλεται στην απόρριψη αλλά στην παραίτησή τους, η οποία ακολούθησε μια υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του. Ο μπρεχτ όμως δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι το θέατρο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί βεβαίως να ενδυναμώσει ή να φρενάρει πολιτικά-κοινωνικά κινήματα, αλλά δε μπορεί να τα αντικαταστήσει. Έχει τη δυνατότητα, περισσότερο από άλλες τέχνες να εκφράσει την επιθυμία για αλλαγή και να συμβάλει σε αυτή.

Είναι λάθος όμως να περιορίσει κανείς το πολιτικό θέατρο στο πολιτικό θέμα ενός έργου. Ένα έργο όπως οι μέρες της κομμούνας είναι κατεξοχήν πολιτικό θέατρο, όχι όμως επειδή το θέμα του είναι πολιτικό, αλλά επειδή παίρνει μια πολιτική στάση. Αντίστροφα, μπορεί ένα έργο, όπως οι γάμοι των μικροαστών, στο οποίο δεν ακούγεται ούτε μια πολιτική φράση, να διαθέτει μια ιδιαίτερη πολιτική εκρηκτικότητα απομοντάροντας το μικροαστισμό.
Το πολιτικό θέμα ενός θεατρικού έργου ήταν για τον μπρεχτ απολίτικο, αν το έργο ήταν ανιαρό. Γιατί η πλήξη παράγει κι αυτή μια πολιτική στάση: ενάντια στην πολιτική.

Η τέταρτη βασική αντίρρηση έχει να κάνει με το στιλ του μπρεχτ που παραδέχεται μόνο την ύπαρξη αιτιών και αδυνατεί τάχα να παρουσιάσει τις σημερινές αβύσσους.
Ο μπρεχτ ονομάζει τις αβύσσους, σαν παλιός χεγκελιανός, με το παλιό τους όνομα, ως αντιθέσεις. Και εκεί που σε άλλους αρχίζει η πίστη στις αιώνιες αβύσσους, στον μπρεχτ αρχίζει η αμφιβολία «ποιος είναι ο υπαίτιος για τις αβύσσους;». Όχι για να τις μειώσει, αλλά για να τις κάνει βαθύτερες. Οι αντιθέσεις γίνονται τόσο βαθύτερες, όσο λιγότερο τις αποδέχεται κανείς ως πάντα ισχύουσες, ως κάτι παντοτινό. Ο στόχος του μπρεχτ δεν είναι η βραχυπρόθεσμη αποσαφήνισή τους κι ο παραμερισμός τους, αλλά η κορύφωσή τους μέχρι να γίνουν αφόρητες και να τεθούν σε κίνηση όλα τα φαινόμενα μεταξύ των ανθρώπων που έχουν παγώσει και μετατραπεί σε συνήθειες. Η αρχή της κίνησης αποτελεί το άλφα και το ωμέγα όλων των προσπαθειών του στο θέατρο. Επιχειρούσε μέσω των ηθοποιών και της σκηνοθεσίας να τα δείχνει όλα σαν μια πορεία σε εξέλιξη –ακόμα και την ίδια την ακινησία.

Ο μπρεχτ μιλούσε για την κριτική στάση, που οφείλει να υπάρχει έναντι της πραγματικότητας, αλλά και έναντι του θεάτρου. Για αυτόν ήταν μια κατεξοχήν απολαυστική, άρα καλλιτεχνική στάση. Μια ανθρώπινη δραστηριότητα ζωής, που οδηγεί στην αλλαγή της πραγματικότητας και ανακαλύπτει σε αυτήν τις πραγματικές της απολαύσεις.

Ο μπρεχτ δεν είδε ποτέ τον εαυτό του ως φιλόσοφο. Σε ένα άρθρο στο spiegel μάλιστα αναφέρεται ότι ο μπρεχτ ήταν υποφερτός δραματουργός κι ένας υπέροχος λυρικός ποιητής, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν θεωρητικός. Έχω την άποψη πως ο φιλόσοφος μπέρτολτ μπρεχτ περιμένει να ανακαλυφτεί, ακόμη κι αν ο ίδιος δε θέλησε ποτέ να είναι τέτοιος.

Οι μετέπειτα δάσκαλοί του τον οδήγησαν σε ένα είδος σκέψης που την ονόμαζε χαμογελώντας «φιλοσοφία του καθημερινού».
Με τρώει μια αχόρταγη περιπέτεια σε σχέση με τους ανθρώπους, δεν χορταίνω να τους βλέπω και να τους ακούω. Πώς συναναστρέφονται μεταξύ τους, πώς κάνουν εχθρούς και φίλους, πώς σχεδιάζουν πολεμικές εκστρατείες, πώς παντρεύονται, πώς ράβουν κοστούμια, πώς κυκλοφορούν κάλπικο χρήμα, πώς παρατηρούν τα αστέρια, πώς εξαπατούν ο ένας τον άλλον, πώς ευνοούν, πώς διδάσκουν, πώς εκτιμούν, πώς ακρωτηριάζουν, πώς υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον, πώς συνεδριάζουν, και πώς μηχανορραφούν. Θέλω να ξέρω πώς διευθύνουν τις επιχειρήσεις του και με ποια αποτελέσματα, και με ενδιαφέρει να αναγνωρίσω σε όλα αυτά μερικές νομοτέλειες, που μπορούν να με καταστήσουν ικανό να κάνω προβλέψεις.
Εδώ συναντάται ο μπρεχτ με τον αντόνιο γκράμσι και τις σκέψεις του για μια νέα λαϊκή φιλοσοφία.

Πού μπορεί να βρει κανείς σήμερα το φιλοσοφικό λαϊκό θέατρο; Πού μπορεί να βρει κανείς σήμερα τον μπρεχτ; Γιατί –κι αυτό ήταν επίσης ένα από τα αποφθέγματά του- η πουτίγκα αποδεικνύει την αξία της στο φάγωμα. {Στη συνέχεια ο wekwerth αναλύει τη βασική έννοια του gestus στον μπρεχτ, που είναι εξίσου σημαντική με τον τύπο του αϊνστάιν και τη μετάφραση της βίβλου από το λούθηρο, όπου η γραπτή γλώσσα του σχολαστικισμού μετατράπηκε στην καθομιλουμένη γλώσσα, αλλά δεν το παραθέτω με πιο εκτενή αποσπάσματα, για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο}.

Τον μπρεχτ το βρίσκει κανείς παντού, όπου υπάρχει μια ορισμένη στάση χειραφέτησης έναντι της πραγματικότητας, μια στάση που έχει σαν αφετηρία της την ανακάλυψη και την αλλαγή και η οποία από εκεί αντλεί, εφευρίσκει κι αλλάζει τα μορφικά της μέσα. Δεν υπάρχει κάποιο μπρεχτικό στιλ, που να έχει έτοιμα προς χρήση για όλες τις παραστάσεις συγκεκριμένα θεατρικά μέσα, άσχετα από το περιεχόμενό τους.

Ο κάθε τρόπος παιξίματος, που οδηγεί στην ανάδειξη των αντιθέσεων και σε ανακαλύψεις για το πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τις αντιθέσεις, είναι ευπρόσδεκτος. Τραγωδία ή φάρσα, στίχος ή αργκό, φαντασία ή ντοκουμέντο, συναίσθημα ή ψυχρότητα, διαφάνεια ή παράλογο, οικοδόμηση ή κατεδάφιση.
Σε κάθε περίπτωση ο τρόπος εργασίας του μπρεχτ μπορεί να απελευθερώσει περισσότερα θεατρικά μέσα απ’ όσα οι κατευθύνσεις που είναι στη μόδα, οι οποίες συχνά μοιάζουν μεταξύ τους όσο και δύο αυγά. Αν κάποιον το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να μοιάζει διαφορετικός από τον άλλο και ο άλλος κάνει το ίδιο, κι οι δύο γίνονται όλο και περισσότερο όμοιοι μεταξύ τους.

Το ότι ο μπρεχτ αποδέχεται μόνο αιτίες κι εμποδίζει τους ηθοποιούς να παραστήσουν τις σημερινές αβύσσους, το ισχυρίζονται συχνά κάποιοι άνθρωποι του θεάτρου, που αποδέχονται μία και μοναδική αιτία: συγκεκριμένα, τον ίδιο τους τον εαυτό.
Μιλάνε για φαντασία, κι αυτό που βγαίνει είναι συχνά μόνο εικονικότητα. Αν όμως κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, αποδεικνύονται απλώς νέο ντιζάιν. Παραδέχονται μόνο όσα αντιλαμβάνονται και απορρίπτουν την ύπαρξη της αλήθειας. Αλλά το να έχει ισχύ μόνο ό,τι βλέπουμε, ακούμε, μυρίζουμε αγγίζουμε και γευόμαστε, αποτελεί άλμα στον προηγούμενο αιώνα: πρόκειται για νατουραλσιμό, και μάλιστα με τα πόδια στον ουρανό.

Κάθε γενιά έχει το δικαίωμα να αποτινάξει από πάνω της την προηγούμενη. Η συντριβή παραδοσιακά αποδεκτών μέσων και ιστοριών είναι θεμιτή, κι ο μπρεχτ έκανε ευρεία χρήση αυτού του δικαιώματος. Πάντα όμως με μια προϋπόθεση. Η κατεδάφιση πρέπει να δημιουργεί ελεύθερους χώρους, κι όχι σωρούς από συντρίμμια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να παιχτεί θέατρο κι ο μπρεχτ είναι μόνο ένας απ’ αυτούς. Όταν όμως επικαλείται κανείς τον μπρεχτ, άσχετα αν συμφωνεί μαζί του ή τον απορρίπτει, θα πρέπει να τον γνωρίζει.