Τρίτη 25 Μαρτίου 2025

Αλύγιστοι και ευλύγιστοι

Αν υπάρχει κάτι που να ξεπερνά το μίσος (ταξικό) των αστών για το κόμμα της εργατικής τάξης, θα το βρούμε σίγουρα στο φάσμα του ποικιλώνυμου οπορτουνισμού. Σε δυνάμεις που επιχείρησαν να το διαλύσουν, που μισούν τη δομή τους, τους ηγέτες του, την οργάνωσή του. Μα πάνω από όλα τις θέσεις του, καθώς τάσσεται δογματικά υπέρ της ταξικής πάλης και οτιδήποτε κινεί τον τροχό της ιστορίας προς τη σωστή πλευρά.

Ή μάλλον, όχι. Πάρ’ το από την αρχή.

Δύο πράγματα είναι άπειρα στο γνωστό σύμπαν. Η βλακεία και το μίσος του αριστεροχωρίου για το ΚΚΕ. Και για το πρώτο δεν είμαι εντελώς βέβαιος, αλλά πολλές φορές είναι όρος-προϋπόθεση για το δεύτερο. Το αριστεροχώρι μισεί το κόμμα πιστά, δογματικά, διαχρονικά -μίσος παντούς καιρού και εποχής-, σχεδόν παραπάνω και από το αστικό κράτος. Στην τελική, αυτό (το κράτος) απλώς τη δουλειά του έκανε -πχ να εξορίζει και να σκοτώνει αγωνιστές. Στην πορεία όμως ο οπορτουνισμός ανακάλυψε ότι είναι παρεξηγημένο, ότι μπορεί να αλλάξει, να γίνει φιλικό, κοινωνικό, δημοκρατικό (να μας μυρίσει θέλει). Και πρακτικά το αγάπησαν -παρά τα καβγαδάκια της σχέσης τους. Η αγάπη όλα τα νικά, κινεί βουνά, αλλάζει ακόμα και το (μίσος για το) κράτος -σε αντίθεση με το «απολιθωμένο» κόμμα, που μένει κολλημένο στα ίδια.

Αν κάτι είναι (ακόμα) πιο «γαμάτο» από το να μισείς το ΚΚΕ και να το κάνεις πολιτική άποψη, είναι να χρησιμοποιείς εναντίον του, ως τεκμήρια της εμπάθειας- δικά του εμβληματικά στελέχη, που γεννήθηκαν και αναδείχτηκαν από τις γραμμές του. Πόσο μάλλον -κερασάκι στην τούρτα ενός όχι τόσο ντροπαλού αντικομμουνισμού- αν είχαν φροντίσει με ρητές δηλώσεις και πράξεις να αποτρέψουν αυτό ακριβώς: να λερώσει κάποιος το κόμμα τους, με το όνομά τους.

Τι κι αν ο Πλουμπίδης στήθηκε στο απόσπασμα, φωνάζοντας «ζήτω το ΚΚΕ»; Τι κι αν ήταν βέβαιος πως το κόμμα του θα βρει την αλήθεια και θα τον αποκαταστήσει -όπως και έγινε; Τι κι αν ο Νίκος Ζαχαριάδης έγραψε πως τίποτα δεν έχει να χωρίσει με το Κουκουέδικο; Κι ότι κανείς δεν μπορεί να το χτυπήσει στο όνομά του;

Τι να μας πουν δηλαδή; Λες και αυτοί ξέρουν καλύτερα (από το αριστεροχώρι) τι έλεγαν και τι εννοούσαν. Στο τέλος της μέρας (μιας καφενειακής συζήτησης ή ενός διαδικτυακού σημειώματος), μένεις με την εντύπωση (αν όχι εδραιωμένη βεβαιότητα) πως η πιο σημαντική στιγμή στην πολιτική τους διαδρομή ήταν η ρήξη τους με το κόμμα.

-Για τον Πλουμπίδη πως τον κατήγγειλε ως πράκτορα και αμφισβήτησε την εκτέλεσή του.
-Για τον Βελουχιώτη πως τον διέγραψε και τον οδήγησε στο αδιέξοδο και την αυτοκτονία.
-Για τον Ζαχαριάδη πως αυτοκτόνησε, αφήνοντας το κουφάρι τους στους Μπρέζνιεφ, Κολιγιάννη, Φλωράκη και σία.

Ειδικά για τον Πλουμπίδη, στο τέλος μπορεί να ξεχάσεις ποιος ευθύνεται για την εκτέλεσή του. Το μετεμφυλιακό αστικό κράτος (που τον κυνήγησε, συνέλαβε, φυλάκισε, καταδίκασε) ή το Κόμμα-Κρόνος που τρώει τα παιδιά του και τον αποκήρυξε ως χαφιέ.

Κι αν αυτά έμεναν στο καφενείο ή το διαδίκτυο (από τον Μπάμπη τον Σουγιά, τον Rebel7 ή τον Antifa13) μικρή σημασία θα είχαν -και έχουν. Αν όμως ντύνονται με «επιστημονικό κύρος» από ιστορικούς - πανεπιστημιακούς -με ελαφρώς διαφορετικές διατυπώσεις, αλλά παρόμοια ουσία; Ένας ακαδημαϊκός λόγος, ένα είδος... «επιστημονικού οπορτουνισμού», που δε βλέπει ηρωικές μορφές, που μένουν αλύγιστες, πιστές στις αρχές τους -ακόμα και όταν το κόμματους αδικεί κατάφωρα. Παρά μόνο τραγικές, μοιραίες φιγούρες, τσακισμένες στις μυλόπετρες της ιστορίας, θύματα ενός απάνθρωπου κομματικού μηχανισμού -που τρώει τα παιδιά του αχόρταγα.

Και ο λόγος αυτός (της ανήκει) συνεχίζει αναλόγως.

Ο εμφύλιος δεν ήταν μια ένοπλη κορύφωση της ταξικής πάλης, αλλά διχασμός και συλλογικό τραύμα. Δεν άφησε παρακαταθήκη αλλά μια ανοιχτή πληγή και έναν λαό που πληγώθηκε γιατί πολέμησε -και όχι γιατί δε νίκησε-, «σακάτηδες» της ιστορίας, που ψάχνουν να βρουν τι τους χτύπησε, πώς την πάτησαν. Και εδώ μπαίνει η θεωρία της μπανανόφλουδας. Ο Δεκέμβρης δε δήλωνε την πρόθεση της αστικής εξουσίας να εκμηδενίσει με κάθε μέσο (φωτιά και τσεκούρι) την απειλή του λαϊκού κινήματος. Υπήρχε μονάχα μια παγίδα (μπανανόφλουδα) που την πατήσαμε πρόθυμα, και γίναμε μια ευρωπαϊκή μπανανία -πολιτικά μιλώντας- αντί να τρέχουμε ανέμελοι και ευημερούντες στα κοινοβουλευτικά λιβάδια της αστικής νομιμότητας.

Κατ’ επέκταση, δεν υπάρχει και δικτατορία του προλεταριάτου -ως στόχος για το κίνημα. Γιατί αυτό θα σήμαινε πως υπάρχει και δικτατορία του κεφαλαίου, δηλαδή απόλυτη, απεριόριστη αστική εξουσία, που πρέπει να ανατραπεί. Κι αυτό θα ακύρωνε τον ρόλο τους και τον δικό τους στόχο: να κάνουν αυτό το σύστημα καλύτερο, ανθρώπινο, και να ζήσουμε (ακόμα) καλύτερες μέρες -«σοσιαλιστικές». Μια αλλαγή όπου όλα τριγύρω αλλάζουνε και όλα τα ίδια μένουν -αλλαγές βλέπω, Αλλαγή δε βλέπω, όπως είχε πει και ο Χαρίλαος.

Υπάρχουν μόνο απλοϊκά σχήματα: θύτες και θύματα -ή και τα δύο, σαν τον Ζαχαριάδη. Που χρειαζόταν -και βρήκε- έναν ήρωα (στο πρόσωπο του Μπελογιάννη) και έναν προδότη (στο πρόσωπο του Πλουμπίδη). Και ιδού πώς, μια ιδιωτική φράση, εξόχως φορτισμένη, της Διδώς/ούς Σωτηρίου δημοσιεύεται και προτείνεται ως σοβαρή ιστορική ερμηνεία...

Όσο για τον Πλουμπίδη, είναι μια γλυκιά, μειλίχια μορφή, αγαπητή σε όλους (εκτός από την ηγεσία), που... «πήγε ενάντια στη γραμμή» της τελευταίας, φτιάχνοντας την ΕΔΑ ή παίρνοντας πρωτοβουλία για το ιστορικό συλλαλητήριο επί Κατοχής κατά της πολιτικής επιστράτευσης -επειδή πήρε ορισμένες αποφάσεις ή το ελεύθερο για κάποιους ελιγμούς, υπό χρονική πίεση και χωρίς δυνατότητα άμεσης επαφής με το ΠΓ.

Δεν είναι όμως ο καθοδηγητής της ΟΠΛΑ -που εκτελούσε δωσίλογους, προδότες και εχθρούς του κόμματος. Δεν αναφέρεται ως στέλεχος που αναδεικνύεται στην Ενωτική ΓΣΕΕ και την Προφιντέρν, συμμετέχει στο τελευταίο συνέδριο της Κομιντέρν, γαλουχείται πολιτικά στη Σοβ. Ένωση. Δε χρειάζεται να σκαλίζουμε την ενεργό συμμετοχή του στις αποφάσεις και τη γραμμή του ΚΚΕ ή τις θέσεις του για το πρώτο γράμμα του Ζαχαριάδη (το θεώρησε πλαστό λόγω της αναφοράς στον Μεταξά) και τη στάση των κομμουνιστών στον πόλεμο -από τις γραμμές της «παλιάς ΚΕ».

Κρατάμε μονάχα ό,τι τον παρουσιάζει ως διαλλακτικό, ευλύγιστο, σχεδόν υπερκομματικό. Και βασικά του αφαιρούμε και τον τίτλο-χαρακτηρισμό του αλύγιστου.

Ο Νίκος Πλουμπίδης ανήκει σε μια μακρά σειρά μελών και στελεχών του ελληνικού και του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία κατηγορήθηκαν ως χαφιέδες, απομονώθηκαν, συχνά εξοντώθηκαν, για να αποκατασταθούν αργότερα, όταν οι κομματικές και πολιτικές συνθήκες, καθώς και οι συσχετισμοί είχαν αλλάξει. Στην ελληνική περίπτωση αποτελεί αναμφίβολα την πιο χαρακτηριστική και τραγική περίπτωση. Η τραγικότητα της δικής του περίπτωσης αφορά τη διπλή παράλληλα καταδίκη του: από το μετεμφυλιακό κράτος και από το κομμουνιστικό κόμμα. Με τα γράμματά του επιχειρεί να απαντήσει σε μια κατηγορία που δεν γνωρίζει, ανακαλώντας από τη μνήμη του όσα θεωρεί ότι μπορεί να σχετίζονται, και παράλληλα ανοίγει σε μας ένα μοναδικό παράθυρο στον αξιακό του κόσμο. Η εικόνα του δεν είναι εκείνη του «αλύγιστου» αγωνιστή. Διακατέχεται από μια συνεχή θλίψη, κυρίως για την κομματική καταδίκη του και όχι για τον επερχόμενο θάνατό του, τον οποίο κάποτε αντιμετωπίζει ως λύτρωση. Μέσα από τις χαραμάδες του λόγου του εμφανίζεται η προσωπική πικρία και το συναίσθημα της αδικίας από τους συντρόφους του. «Πολλές φορές με έπιασε από το παράπονο γιατί όλοι οι σ. του ΠΓ με γνώριζαν προσωπικά και ΠΟΤΕ δεν τους κακολόγησα ούτε σαν πρόσωπα, ούτε σαν ηγεσία του κόμματος». Σύντομα όμως, με τη λογική, εξορίζει το συναίσθημα θεωρώντας ότι συσκοτίζει τον πολιτικό χαρακτήρα της υπόθεσης.

Παράπονο, πικρία. «Ομπίντα» που θα έλεγε και ένας μακαρίτης ηθοποιός (παλιός μαοϊκός, υπέρμαχος του «ΝΑΙ» τον Ιούλιο του ’15) σε άλλα συμφραζόμενα, για έναν άλλο αλύγιστο. Πάλι καλά που είχαν το δικαίωμα να γράφουν στιχάκια (να πολεμάνε) και να τραγουδάνε: μην καρτεράτε να λυγίσουμε μήτε για μια στιγμή...

Λογοτεχνική παρένθεση.

Ο «αλύγιστος» του Κ. Κοτζιά είναι ένα πολύ δυνατό μυθιστόρημα, που είχε κυκλοφορήσει αρχικά με διαφορετικό τίτλο -πριν από τη χούντα- για να επανεκδοθεί στη μεταπολίτευση. Αναφέρεται στις τελευταίες μέρες του Πλουμπίδη και κατά έναν τρόπο είναι περίπου ό,τι και η εντολή της Σωτηρίου για το τέλος του Μπελογιάννη και των συντρόφων του. Πιο σκοτεινό, εσωτερικό, με εκτενείς μονολόγους, ένα δυνατό ψυχογράφημα του Πλουμπίδη, της ηρωικής μάχης που έδωσε, των πολλαπλών εμποδίων που είχε να ξεπεράσει, του αγώνα του να μείνει στο ύψος της περίστασης και να τιμήσει το κόμμα του, μέχρι τέλους. Έχει σαφές, έντονο αντιζαχαριαδικό στίγμα, στο πνεύμα της επίσημης κομματικής γραμμής τον καιρό που γράφτηκε Αλλά η βασική αρετή του είναι ότι αναδεικνύει την ανθρώπινη αξία του Πλουμπίδη μέσα από τις πράξεις του. Μας τον παρουσιάζει ως έναν ήρωα που δρα συνειδητά και πολιτικά και όχι ως μια τραγική φιγούρα που τσακίζεται στις συμπληγάδες του κράτους και του κόμματος -με έμφαση πάντα στο δεύτερο σκέλος- και υποτάσσεται μοιραία.

Ζαχαριαδική παρένθεση -με τον τόνο στη λήγουσα και όχι στην προπαραλήγουσα, όπως συνήθιζαν μετά την 6η ολομέλεια...

Ο «αλύγιστος Νίκος» είναι μια φετινή ταινία-ντοκιμαντέρ, που εστιάζει αρκετά στην ανθρώπινη πλευρά του Ζαχαριάδη, τη φιλία του με τον Πάρνη, τη σχέση του με τον γιο του, Σήφη, και το δραματικό τέλος. Πέρα από τις πολλές, σοβαρές αδυναμίες του, πολιτικές, ιστορικές και καλλιτεχνικές (για τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε αναλυτικά εδώ), το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι σε ελάχιστα σημεία δικαιολογεί τον τίτλο της. Αποτυγχάνει συνειδητά να δει το ανθρώπινο μεγαλείο του Ζαχαριάδη μέσα από τις πολιτικές πράξεις του, αγνοεί ακόμα και το (συγκλονιστικό και βαθιά πολιτικό) «γράμμα από την άλλη πλευρά», λίγο πριν την αυτοκτονία του -που είχε επίσης πολιτική ουσία. Μας παραδίδει μια... ευλύγιστη ματιά, που φέρνει στα μέτρα της έναν αλύγιστο της ταξικής πάλης και καταφέρνει μάλλον να τον ευνουχίζει ως προσωπικότητα, παρά να του περιποιεί τιμή.

Κι ο μόνος λόγος που όλα αυτά γράφονται κάπως στρογγυλεμένα και σε χαμηλούς τόνους, είναι ο Σήφης («Αλεξέι» για τους «φίλους» Ρώσους) Ζαχαριάδης, που είχε ενεργό συμμετοχή στην παραγωγή του ντοκιμαντέρ, αλλά τη μικρότερη ίσως ευθύνη για το τελικό αποτέλεσμα (κυρίως φταίνε όσοι μιλάν μαζί του αλλά δεν τον προστάτεψαν), όπως άλλωστε και ο Δ. Πλουμπίδης για τον «Κόκκινο δάσκαλο».

Δεν είναι πως ο Σήφης δε σηκώνει από κριτική. Αλλά είναι τόσο γλυκιά φυσιογνωμία, που σε κάνει να λυγίζεις. Δυσκολεύεσαι να τον κεράσεις «Ομπίντα» και να του πεις την αλήθεια για την ταινία. Ότι είναι καλτ, πρόχειρη και αντισοβιετική, σαν την οπτική του Πάρνη (που ήταν ζαχαριαδικός και αντισταλινικός μαζί) αλλά βασικά της σύγχρονης Ρωσίας και της επίσημης ιστορίας της, σε βαθμό που αναμασά το αφήγημα του Τσώρτσιλ για τα περιβόητα χαρτάκια που μοίρασαν τον κόσμο -ερήμην των ΗΠΑ για κάποιον αδιευκρίνιστο λόγο.

Και δεν είναι επειδή ο Σήφης διατηρεί έναν δίαυλο επαφής με το κόμμα. Είναι γιατί σε κερδίζει αυθόρμητα σαν παρουσία, σαν τίμιος και αγαθός γίγαντας, μια γνήσια... «σοβιετική αρκούδα», λίγο δυσκίνητη, δυστυχώς φιλορωσική -και ας μη του δίνει πλήρη πρόσβαση στα σχετικά αρχεία το ρωσικό κράτος- αλλά με τρυφερή, ευγενική ματιά, για τον πατέρα του και τα πράγματα. Είναι η αγωνία του -στη συνέντευξη τύπου μετά τη δημοσιογραφική προβολή της ταινίας- αν έγραψε ο Ριζοσπάστης, η στενοχώρια του για τα «σπασμένα ελληνικά» του -γιατί δε θυμόταν κάποιο συνώνυμο της αλέας, και η «απολογία» του, γιατί ο πατέρας αποφάσισε να μιλάνε ρωσικά στο σπίτι, όταν ήταν έξι χρονών -και ο Ζαχαριάδης εκτοπίστηκε στο Μποροβίτσι.

Κλείνει η παρένθεση, επιστροφή στην κανονική ροή της ανάρτησης, για τον Πλουμπίδη.

Το απόσπασμα που του αφαιρεί τον τίτλο του «αλύγιστου» είναι από την εισήγηση του Βαγγέλη Καραμανωλάκη «γράμματα από τη φυλακή - η δίκη και οι καταδίκες του Νίκου Πλουμπίδη μέσα από την αλληλογραφία του, 1953-54. Έγινε στο πλαίσιο μιας εκδήλωσης του ιδρύματος της Βουλής για το ιστορικό στέλεχος του ΚΚΕ, το 2019, και τα κείμενα των εισηγήσεων βγήκαν σε ειδική έκδοση-αφιέρωμα. Η σύνθεση των εισηγητών προδίδει «αναθεωρητική ηγεμονία» (Χ. Αθανασιάδης, Η. Νικολακόπουλος, Β. Καραμανωλάκης, Ι. Παπαθανασίου και παρέμβαση της Άλκης Ζέη), υπάρχει όμως και μια συμμετοχή που κάνει τη διαφορά -όπως θα δούμε στο τέλος. Ο λόγος που την αναφέρω είναι ότι δύο από τους παραπάνω εισηγητές βάζουν τη σφραγίδα τους στο ντοκιμαντέρ ο «Κόκκινος Δάσκαλος», συμμετέχοντας ως επιστημονικοί συνεργάτες και δίνοντάς μας εξ αρχής την απάντηση για το πολιτικό του στίγμα.

Τα γράφει πολύ καλά στην κριτική του στον Ρίζο και το μέλος του Τμήματος Ιστορίας της κετουκε (και ακόμα καλύτερα -για άλλο ζήτημα- στο βιβλίο του για τους λογοτέχνες στη δεκαετία του ’40, που αξίζει να διαβαστεί). Για τις σκόπιμες ασάφειες, τις παραλείψεις, όσα ξέχασαν ή δε θέλησαν να πουν -και να αναλύσουν- οι παραγωγοί του ντοκιμαντέρ. Για τις δηλώσεις, το πλαίσιο της παρανομίας, τις διώξεις του αστικού κράτους. Και για τη... γεωγραφική ερμηνεία της πολιτικής γραμμής -ο Μωραΐτης Πλουμπίδης είναι γειωμένος στην ελληνική πραγματικότητα, ενώ ο κοσμοπολίτης Ζαχαριάδης προσδεμένος στην ουτοπία! Κι αν είχε πλάκα θα μπορούσε να συνεχίσει με βάση τα ζώδια. Ή το πολιτικό τρίγωνο με τους Νικολάδες (Ζαχαριάδης, Μπελογιάννης και Πλουμπίδης) και τη νίκη που δεν είδαμε ποτέ -και μην ξεχνάμε τον Μπουχάριν και το ψευδώνυμο του Νικολάι Λένιν. Ή με τις οπαδικές προτιμήσεις των ΓΓ: βάζελος η Αλέκα, γάβρος ο Κουτσούμπας, ΑΕΚτζής ο Ζαχαριάδης. Αλλά μόνο ένας Αρειανός θα κάνει τα σκοτάδια λάμψη, για να δούμε το φως της αυγής («Ζαριά»)...

Ο Β. Μόσχος είναι μάλλον επιεικής και έχει καλή διάθεση για να αναδείξει και τα θετικά σημεία του ντοκιμαντέρ -τη συμμετοχή και την αφήγηση του Πλουμπίδη, τα πλάνα από τα Λαγκάδια, το αισθητικό κομμάτι κτλ. Εγώ πάλι δεν είμαι τόσο καλόπιστος, ως θεατής. Γιατί το ντοκιμαντέρ εστιάζει εξ αρχής -και επανέρχεται διαρκώς εμμονικά- στην καταγγελία του κόμματος για τον Πλουμπίδη. Και μολονότι είναι το κεντρικό του θέμα, περνάει ξώφαλτσα τις συνθήκες παρανομίας, ξεχνάει (;) τις τακτικές της Ασφάλειας (που διέσπειρε με στοχευμένες συλλήψεις την καχυποψία για τους ενδιάμεσους κρίκους που έμεναν ελεύθεροι) ή τις αναφορές άλλων παράνομων στελεχών για συνωμοτικές παραλείψεις - παραβιάσεις του Πλουμπίδη και σχετικές μαρτυρίες -όπως του Κασσιμάτη, στους «Παράνομους», που είναι υπεράνω φιλοζαχαριαδικής υποψίας. 

Και αν δεν τους αρέσουν από τον Ριζοσπάστη, μπορούν να τα βρουν και από άλλες πηγές. Ακόμα και τον Κούλογλου ή τον Πετρόπουλο. Αλλά ο βασικός στόχος είναι άλλος και προφανής: να τα φορτωθεί όλα η καχύποπτη, (ζαχαρι)άδικη ηγεσία και ο ψυχρός μηχανισμός που εξοντώνει τους ανθρώπους.

Αντί άλλου επιλόγου, παραθέτω το κλείσιμο της εισήγησης του Γ. Μαργαρίτη «Η ματαίωση της πολιτικής επιστράτευσης - Η 5η Μάρτη του 1943», στο πλαίσιο της προαναφερθείσας εκδήλωσης του Ιδρύματος της Βουλής (στον «Κόκκινο Δάσκαλο» για το αντίστοιχο κεφάλαιο προτίμησαν τη συμβολή του Μενέλαου Χαραλαμπίδη...)

Ο δικός μας καιρός απέχει 75 χρόνια από τα τότε γεγονότα. Πολλά πράγματα άλλαξαν από τότε, πολλά παραμένουν ίδια. Οι αγώνες της 5ης Μαρτίου, οι αγώνες της Αντίστασης, των αδιάκοπων ταξικών αγώνων, ο Νίκος Πλουμπίδης, οι κομμουνιστές μας καλούν να μελετήσουμε εκείνους τους καιρούς. Να τους μελετήσουμε με σεβασμό, έχοντας πάντοτε ως στόχο την καλλιέργεια εκείνης της γνώσης, της επιστημονικής παιδείας πάνω στην οποία θα μπορέσουμε να στηρίξουμε την αλλαγή του κόσμου.

Όσοι επιζητούν το αντίθετο, όσοι ψάχνουν στα σκουπίδια της ιστορίας να βρουν ό,τι μπορεί να αμαυρώσει, να στρεβλώσει, να διασύρει πρόσωπα και καταστάσεις, την αλλαγή του κόσμου πολεμούν. Θέλουν η αντανάκλαση του χθες να είναι εικόνα και ομοίωση του δικού τους σήμερα: ένα σήμερα υποταγής, υποτέλειας, αέναου προσκυνήματος, συνδιαλλαγής, προσαρμογής και εξαπάτησης. Ένα σήμερα τόσο άθλιο όσο και ο κόσμος της αδικίας, της εκμετάλλευσης και του πολέμου που υπηρετεί. Τυφλώνουν τους λαούς ανάγοντας το επουσιώδες σε ουσιώδες, παραποιώντας τη σημασία λέξεων και αξιών. Ας μοχθούν. Ο Νίκος Πλουμπίδης, οι κομμουνιστές, το Κομμουνιστικό Κόμμα της Ελλάδας ανήκουν στην αγωνιστική παρακαταθήκη του λαού μας. Οι άλλοι πού, αλήθεια, ανήκουν;

Σάββατο 22 Μαρτίου 2025

Οι νεκροί περιμένουν

Σε έναν τάφο βρέθηκε ένα παπούτσι. Κι έτσι κατάλαβαν πως ανήκε σε κάποια γυναίκα. Στους άλλους δε βρήκαν τίποτα. Τους τα είχαν πάρει όλα με πλιάτσικο οι φονιάδες τους.


Δέος, εσωτερική ανατριχίλα. Προσκλητήριο νεκρών, που περιμένουν την ταυτοποίηση. Οι νεκροί περιμένουν. Και τώρα κάθονται εδώ στο Επταπύργιο, κοιτάνε πέρα την αντιφεγγιά του Ολύμπου που βροντάει και αστράφτει. Καντάτα για το Γεντί-Κουλέ. Νύχτωσε χωρίς φεγγάρι. Λογοκρισία.

Προσκλητήριο ζωντανών, συγγενών των εκτελεσμένων. Δε μαζεύονται συγκινημένοι, αλλά για εντελώς πρακτικούς λόγους, για να γίνει η ταυτοποίηση μέσω DNA. Παίρνουν τα αναμνηστικά που τους δίνει η κομματική οργάνωση. Με ένα γαρίφαλο διεκδικούν το δικαίωμα να θάψουν τους νεκρούς τους. Που κέρδισαν την αθανασία με τη στάση τους. Γιατί δεν ήταν αρκετά ευλύγιστοι για να προσκυνήσουν, σαν οσφυοκάμπτες.
Μην καρτεράτε να λυγίσουμε, μήτε για μια στιγμή...


Θανάτω θάνατον πατήσαντες. Προσδοκώμεν ανάσταση λαών. Κι οι διώκτες τους δεν μπόρεσαν να τους εξαφανίσουν. Απέτυχαν οικτρά στην αποστολή τους. Δεν μπορούν να σε εκτελέσουν, όταν εκτελείς το χρέος σου. Και το πρόβλημα δεν είναι ότι βρέθηκαν τα κόκαλά τους, αλλά η σπορά που άφησαν.

Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτόν τον τόπο, θα βρεις κάτω της τρία κόκκινα γράμματα. Το χνάρι των κομμουνιστών, της δράσης τους, των αγώνων τους. Τα κόκαλα των ηρώων τους. Τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, ανεξίτηλη μπογιά από το αίμα τους. Λίγοι καταλαβαίνουν τη συγκλονιστική κυριολεξία αυτής της φράσης. Λίγοι καταλαβαίνουν τι δεσμούς έχει αυτό το κόμμα με τους λαϊκούς αγώνες, γιατί έχει τόσο βαθιές ρίζες.

Αν δε σας αρέσει αυτό, έχω και άλλο. 

Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτή τη χώρα, αυτή την πόλη, θα βρεις πίσω της ένα (παρα)κρατικό έγκλημα. Τον Λαμπράκη, τον Τούσσα, τον Βελδεμίρη, τον Πολκ -και τόσους άλλους. Πέντε μαζικούς τάφους, 33 σκελετούς, 57 ψυχές που ζητούν δικαίωση. Τροπάρια για ατιμώρητους φονιάδες.

Κι ας μην αφήνουν πάντα οι θύτες πίσω τους μάρτυρες (ζωντανούς ή νεκρούς) για το έγκλημά τους. Έστω κάποιο πτώμα, κάτι να θάψουν οι συγγενείς των θυμάτων. Οι εγκληματίες δε νοιάζονται για προσχήματα και άγραφους νόμους -κι ας ουρλιάζουν για το ελληνικό αίμα τους και την «τιμή» τους.

Μαζικές εκτελέσεις αγωνιστών. Μαζικοί ανώνυμοι τάφοι. Γίνονται αυτά στο λίκνο της δημοκρατίας; Στη σύγχρονη Ελλάδα, στην πολιτισμένη Ευρώπη; Στη χώρα των συνταγματαρχών, τη χερσόνησο του generalísimo -στρατηγού Φράνκο;

Παράλληλες μητέρες. Παράλληλες ιστορικές διαδρομές. Παράλληλες δικτατορίες, καχεκτικές δημοκρατίες. Τερατογένεση στη χώρα που γέννησε τη δημοκρατία -και την τυραννία.
Και ο αγώνας για λαοκρατία; Περπατάμε παράλληλα -και όλα είναι κατάλληλα και ώριμα από καιρό, για να σμίξουμε πάλι.

Παράλληλες στρατιωτικές χούντες. Χούντα. Ένωση. Από την ίδια ρίζα που βγαίνει το juntos, δηλαδή «μαζί». Μαζικός, μάζα. Μια συκοφαντημένη έννοια.
Η δική τους ελευθερία είναι πάντα ατομική, σαν την ιδιοκτησία τους. Τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Η δική μας αρχίζει εκεί που ενώνονται και βρίσκουν φωνή, συλλογική έκφραση, μια κοινωνική προέκταση, πέρα από τον εαυτό μας.

Η ελευθερία για εμάς είναι μια ωραία γυναίκα, κοινή για όλους, αλλά δεν εκδίδεται. Δε χαρίζεται, δεν αγοράζεται με λεφτά, δεν κερδίζεται με διατάγματα.
Η ελευθερία για αυτούς είναι ασυδοσία. Το ελεύθερο να εκμεταλλεύονται, να δρουν ανεξέλεγκτα, να εκτελούν όσους σηκώνουν κεφάλι, να τους σκοτώνουν με μανία, να μη σέβονται ούτε τους συγγενείς των νεκρών. 

Αυτό το τηρούν ακόμα...

Φαντάσου να είχαν τότε οι Σκαλούμπαγκες ΜΚΔ. Να κυκλοφορούσαν φωτογραφικά στιγμιότυπα από κάποιο αποχαιρετιστήριο γλέντι, στην πτέρυγα των κρατούμενων, που περίμεναν την εκτέλεση το άλλο πρωί. Και να ρωτούσαν χυδαία από κάτω: σας μοιάζουν αυτοί για μελλοθάνατοι;

Οι νεκροί περιμένουν. Περιμένουν τη δικαίωση. Όχι τόσο/μόνο την απόδοση των οστών τους στους συγγενείς τους, αλλά απόδοση δικαιοσύνης -πρωτίστως κοινωνικής. Να φτάσουμε εμείς στο τέλος του δρόμου που άνοιξαν. Του δρόμου που είχε τη δική του ιστορία, τους δικούς του ήρωες - αγίους, τις δικές του θυσίες. Που ήταν καθαγιασμένος και κόκκινος από το αίμα τους, με την πιο συγκλονιστική κυριολεξία του όρου. Με τις πιο συγκλονιστικές κυριολεξίες να περιμένουν να πάρουν σάρκα και οστά, σαν τα όνειρά μας.

Εκτός από μία. Οι δικοί μας νεκροί δεν πέθαναν ποτέ κυριολεκτικά. Δεν κατάφεραν να τους αφανίσουν. Οι νεκροί περιμένουν. Περιμένουν τη δικαίωση. Εμείς τι ακριβώς περιμένουμε για να σπάσουμε την πτωματική αδράνεια; Οι συνθήκες έχουν ωριμάσει από καιρό...

Δευτέρα 17 Μαρτίου 2025

Μα αυτά τα λένε οι οπορτουνισταί...

Πρόσωπο με πρόσωπο έλα να τα πούμε, δηλαδή να τα πεις, έστω στο απρόσωπο γυαλί της τιβί, με τη διαμεσολάβηση του παρουσιαστή που θέλει να σε διακόψει, γιατί ήσουν σαφής και να σηκώσει άλλο παιδάκι στον πίνακα, σα να λύνουμε ασκήσεις, λες και αν είχες το χάρισμα και τη διακριτική γοητεία της δημιουργικής ασάφειας, θα σε άφηνε να μιλάς ελεύθερα με ξέπλεκες κοτσίδες, όπως τότε που έμενες με τον υπεραστικό Κακοφωνίξ. Αλλά ο παρουσιαστής είναι παλιός ρουφ στο κουρμπέτι, ρωτάει αν πρέπει να φύγουν οι Ιταλοί, -για να ’ρθουν πχ οι Γερμανοί;- του απαντάς. Λες για τις υποδομές του ΟΣΕ που είναι κρατικές και σε μαύρο χάλι και πετιέται ο Μπάμπης, σαν σύντροφος έτοιμος από καιρό, σαν προβοκάτορας: δηλαδή ο Χατζηνίκος είναι πιο κομμουνιστής από εσάς, κ. Σοφιανέ;

Επανακρατικοποίηση, ΔΕΚΟ, δημόσιοι οργανισμοί, βασικοί παραγωγικοί κλάδοι. Μα αυτά τα λένε οι οπορτουνιστές. Όλος ο κόσμος τα λέει, κ. Σοφιανέ. Λες να έγιναν δηλαδή όλοι κομμουνιστές; Να ήταν κρυφοί σύντροφοι που βγήκαν από την ντουλάπα τους; Κι αν εμείς λέγαμε ό,τι και οι άλλοι, δε θα ήταν σημάδι πως ίσως δεν τα λέμε τόσο καλά;


Κοιτάξτε, εμείς παλεύουμε ενάντια στις ιδιωτικοποιήσεις, για έναν ενιαίο δημόσιο φορέα στις συγκοινωνίες και όχι μόνο, αλλά δε θεωρούμε λύση το κρατικό μονοπώλιο σε αυτό το σύστημα.
-Ούτε κρατικά, ούτε ιδιωτικά; Μήπως είστε αναρχικός; Αυτόνομος; Αντιεξουσιαστής;
-Προφανώς και όχι.
Οργή, θυμός, το κράτος ο εχθρός!
Δεν είναι αυτό που νομίζετε.

Και όντως δεν είναι.

Λοιπόν, η σύντομη εκδοχή είναι η εξής. Όλο και περισσότεροι συνειδητοποιούν πως αυτό το κράτος είναι δολοφόνος, που βάζει τα κέρδη πάνω από τη ζωή. Πώς θα του εμπιστευτούμε τις δικές μας, να μας φτιάξει έναν δημόσιο και ασφαλή σιδηρόδρομο; Ή μήπως θέλουμε έναν δολοφόνο με κοινωνικό-εργατικό έλεγχο;

Ανάλυση της σύντομης εκδοχής.

Ο βασικός μας στόχος δεν είναι απλώς ένας κρατικός ΟΣΕ, αλλά η υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα του. Να είναι ασφαλής, φτηνός, σχεδιασμένος για τις ανάγκες μας και όχι εμπόρευμα, με σκοπό το κέρδος. Και αυτό αφορά κάτι πολύ ευρύτερο από το τυπικό ιδιοκτησιακό του καθεστώς.

Στον αντίποδα, η βασική στρατηγική της αστικής τάξης δεν περνά μόνο μέσα από τις ιδιωτικοποιήσεις. Είναι η «απελευθέρωση» -στην προσφιλή τους, οργουελική, διπλή γλώσσα-, η εμπορευματοποίηση, οι εργολαβίες, οι συμπράξεις ιδιωτών με το κράτος (ΣΔΙΤ), ο κατατεμαχισμός των οργανισμών, το ξεπούλημα των φιλέτων, ο μαρασμός και η απαξίωση των υπόλοιπων κομματιών.

Αυτή τη στιγμή, ο παλιός ενιαίος ΟΣΕ δεν είναι αποκλειστικά ιδιωτικός. Το κομμάτι των υποδομών και της συντήρησης παραμένει στο κράτος, με τα γνωστά δολοφονικά αποτελέσματα. Χωρίς πόρους, προσωπικό, με απαρχαιωμένο δίκτυο και όρους ασφαλείας του περασμένου αιώνα. Ακόμα κι αν απαλλοτριώναμε την Hellenic Train χωρίς αποζημίωση, η υπηρεσία θα επέστρεφε σε ένα κράτος-εγκληματία, που λειτουργεί με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια και με τη λογική κόστους-οφέλους, για τη μεγιστοποίηση των κερδών.

Οι ιδιωτικοποιήσεις είναι μόνο ένας από τους άξονες αυτής της στρατηγικής. Η ακύρωσή τους είναι κρίσιμο πεδίο, αλλά από μόνη της δε δίνει συνολική λύση στο πρόβλημα.

Μήπως τότε τα παραπέμπετε όλα στον σοσιαλισμό; Μήπως αρνείστε τα μικρά βήματα που μπορούν να βελτιώσουν εδώ και τώρα -και όχι σε ένα σοσιαλιστικό επέκεινα- τη ζωή του εργαζόμενου λαού, του οποίου τα συμφέροντα θεωρητικά υπερασπίζεστε;

Αυτό είναι ψέμα -συνειδητό και βρώμικο κατά κανόνα. Οι κομμουνιστές δίνουν όλες τις δυνάμεις τους για μικρές κατακτήσεις που ανακουφίζουν τον λαό και δείχνουν τον δρόμο της διεκδίκησης, τονίζοντας βέβαια τον επισφαλή, προσωρινό χαρακτήρα τους στο κυρίαρχο πλαίσιο, όσο δεν αλλάζει ο συσχετισμός και το γενικό πλαίσιο.
Βρίσκονται πίσω από κάθε μικρό ή μεγαλύτερο αγώνα -για αυξήσεις μισθών, συλλογικές συμβάσεις, ακυρώσεις πλειστηριασμών και απολύσεων κτλ. Οργανώνουν απεργίες και τις συλλογικές αντιστάσεις της τάξης μας, όσο κανείς άλλος πολιτικός χώρος-και αυτό ουδείς μπορεί να το αμφισβητήσει σοβαρά.

Η βασική διαπάλη δεν αφορά το ζήτημα αν οι δυνάμεις του ΚΚΕ παλεύουν και καταφέρνουν μικρές βελτιώσεις στο σήμερα, αλλά γιατί δεν υιοθετούν ενδιάμεσους στόχους και συνθήματα, όπως η πτώση της κυβέρνησης, η (επανα)κρατικοποίηση του ΟΣΕ και άλλων βασικών παραγωγικών κλάδων. Ότι δηλαδή δεν υιοθετεί μεταβατικά αιτήματα, πολιτικούς στόχους, για να ξεφύγει από τις οικονομικές διεκδικήσεις και τα στενά όρια του οικονομισμού ή για να ανεβάσει το επίπεδο της μέσης πολιτικής συνείδησης ή για να συσπειρώσει ευρύτερες μάζες γύρω από αυτούς τους τακτικούς στόχους ή για να υλοποιήσει τα πρώτα βήματα ενός τέτοιου προγράμματος που θα προσεγγίσει τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού.

Αν η συζήτηση αυτή σας θυμίζει κάτι, είναι γιατί έχει προϊστορία, τουλάχιστον από την εποχή των μνημονίων, των συνθημάτων περί ρήξης ευρωζώνη και ΕΕ, διαγραφής του χρέους κτλ. Κι αν υπενθυμίζω εδώ κάποιες βασικές πτυχές της, ελπίζω να μην πέσω στην παγίδα της αβάσταχτης επανάληψης των αυτονόητων -για τους παλιούς τακτικούς αναγνώστες, τουλάχιστον.

Το σκεπτικό δεν είναι πάντα/ακριβώς ενιαίο στα σημεία της παραπάνω κριτικής και για τα πολιτικά ρεύματα που εκφράζει. Μια πρώτη βασική διαφοροποίηση είναι μεταξύ όσων μιλάνε για στόχους ζύμωσης και συγκέντρωσης δυνάμεων που θα συγκλίνουν στην πάλη για τον στρατηγικό στόχο και σε όσους θεωρούν την υλοποίησή τους εφικτή (εδώ και τώρα) και αναγκαία για να μας φέρει πιο κοντά στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό, βλέποντας ίσως την «παραγωγική ανασυγκρότηση» με «κρατική ιδιοκτησία» και «κοινωνικό-εργατικό έλεγχο» ως ένα πρόπλασμα της αυριανής σοσιαλιστικής οικονομίας, ένα σκαλοπατάκι που προετοιμάζει μια τέτοια μετάβαση, βοηθώντας τις συνθήκες να ωριμάσουν.

Τέτοιοι ή αντίστοιχοι στόχοι πάλης διατυπώνονται από μια σειρά δυνάμεων, συχνά με αντικρουόμενες αντιλήψεις και σχέδια περί μετώπων, ενδιάμεσων σταδίων, μεταβατικού προγράμματος (ένας όρος με τροτσκιστικές ρίζες) και ιδεολογικών αφετηριών, και αντιθέσεις που ξεπερνούν μάλλον εύκολα, συγκλίνοντας επί του πρακτέου στη σημερινή συγκυρία. Κι αυτό ερμηνεύει και κάποιες φαινομενικά ετερόκλιτες συμμαχίες κατά καιρούς.

Μια δεύτερη διαφοροποίηση και αντινομία αυτής της λογικής αφορά το ζήτημα για το (πολιτικό-ταξικό) υποκείμενο που καλείται να υλοποιήσει τους επιμέρους στόχους ή το σύνολο του προγράμματος. Ουσιαστικά επεκτείνει το ερώτημα «να πέσει η κυβέρνηση για να έρθεις ποιος-τι», που μπαίνει σήμερα στο δημόσιο λόγο. Κάποιες δυνάμεις απαντούν «μια προοδευτική κυβέρνηση», άλλες με το σύνθημα μιας κυβέρνησης στην παλιά λογική του ΑΑΔΜ και άλλες λένε πως την υλοποίηση θα την επιβάλει το κίνημα, με μαζικό λαϊκό εκβιασμό σε μια αδύναμη κυβέρνηση -που ουσιαστικά φτάνει από άλλο δρόμο, στο ίδιο συμπέρασμα.

Το σύνθημα των «αδύναμων κυβερνήσεων» βασίζεται στη λογική πως πρέπει πάντα να υπάρχουν ανίσχυρες κυβερνήσεις που να μην μπορούν να προχωρήσουν τον σχεδιασμό τους -κάτι σωστό γενικά, που αν ειπωθεί όμως από το ΚΚΕ, τότε «διακατέχεται από εκλογικές αυταπάτες» ή «δε θέλει να κυβερνήσει» -τα πάντα και τα αντίθετά τους, συγχρόνως. Αλλά ο βασικός πολιτικός στόχος μας δεν μπορεί να είναι μια ανισορροπία διαρκείας, μια ενδιάμεση κατάσταση -που κάποιοι τη βαφτίζουν «προεπαναστατική» στο μυαλό τους, για να τα έχουν καλά με την ιδεολογία τους. Τηρουμένων των αθλητικών αναλογιών, είναι σα να κατεβαίνεις σε έναν νοκ-άουτ αγώνα με στόχο να μη χάσεις. Ή σα να κατεβαίνεις στο μπάσκετ με στόχο την παράταση! Κι αν το τελευταίο λεπτό ενός αγώνα μπάσκετ είναι ό,τι πιο κοντινό στον συμπυκνωμένο ιστορικό χρόνο, αυτός κυλάει εναντίον μας, μετρώντας χαμένες ευκαιρίες που δε θα ξανάρθουν.

Προκύπτει επίσης το εξής εύλογο ερώτημα: αν το κίνημα έχει τόση δύναμη να επιβάλει τους κρίκους ενός προγράμματος ή -πολύ περισσότερο- τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης με πανίσχυρο λαϊκό έρεισμα, που δεν κάμπτεται από εκβιασμούς-, γιατί δεν πάμε μέχρι τέλους ή απλώς στο επόμενο βήμα και το αφήνουμε μετέωρο;
Αν μη τι άλλο, ένας άλλος τύπος εξουσίας, ως πολιτική έκφραση μιας επαναστατημένης τάξης -κι όχι μιας πρόσκαιρης εκλογικής πλειοψηφίας- έχει πολύ περισσότερα εργαλεία για να αντιμετωπίσει τα άμεσα καθήκοντα και τα προβλήματα που θα προκύψουν από ό,τι μια κυβέρνηση που -όσο καλοπροαίρετη και αν είναι- δεν παύει να παίζει σε εχθρικό έδαφος-γήπεδο.

Ας δούμε συνοπτικά μερικά ακόμα προβληματικά σημεία αυτής της λογικής.

-Η επαναστατική μετάβαση είναι μια πλούσια διαδικασία δυναμικής σύγκρουσης, που οδηγεί σε ένα κρίσιμο, αποφασιστικό άλμα και δεν μπορεί να υποκατασταθεί από οδικούς χάρτες και σκαλοπατάκια ή να χωριστεί σε επιμέρους βήματα, που καταλήγουν στο κενό. Με άλλα λόγια, mind the gap. Προσοχή στο κενό μεταξύ αστικής και σοσιαλιστικής εξουσίας/οικονομίας.

-Η αντίληψη της κρατικής ιδιοκτησίας σε μια καπιταλιστική χώρα ως εν γένει θετικού μέτρου, που προετοιμάζει τους όρους μιας σοσιαλιστικής επανάστασης, κρύβει διάφορες συγχύσεις και προβληματικές επεξεργασίες.

Αγνοεί πχ το ιστορικό των κρατικοποιήσεων σε μια σειρά καπιταλιστικές οικονομίες, το ταξικό τους περιεχόμενο, τους λόγους που τις υπαγόρευσαν -κρίση, συγκεκριμένη φάση καπιταλιστικής ανάπτυξης, χτίσιμο υποδομών κ.ά. Στην τελική της συνέπεια, η αντίληψη αυτή καταλήγει πχ να πάρει τοις μετρητοίς τον όρο «σοσιαλμανία» για τη διακυβέρνηση Καραμανλή, να επικροτήσει τις κρατικοποιήσεις των προβληματικών επί ΠΑΣΟΚ -για να παραδοθούν καθαρές από χρέη στην αγορά- ή να θεωρεί σοσιαλισμό τα κεϊνσιανά μέτρα του Ρούσβελτ την περίοδο του New Deal.

-Η αυτονόμηση και στρατηγική προβολή του αιτήματος της (επανα)κρατικοποίησης συσκοτίζει το ερώτημα «τι δημόσιο τομέα θέλουμε». Ότι δηλ δεν υπερασπιζόμαστε τον σημερινό μίζερο, απαξιωμένο, υποστελεχωμένο δημόσιο τομέα, υπό τον ασφυκτικό έλεγχο της κυβέρνησης, με τις γνωστές παθογένειες (βύσματα, διαφθορά, εργατοπατέρες κτλ), και προπαντός το κερδοσκοπικό κριτήριο της λειτουργίας του με όρους ιδιωτικής επιχείρησης, εις βάρος των δικών μας αναγκών.

Αυτή η τακτική τείνει να προβάλλει ως στόχο μια -ούτως ή άλλως ανέφικτη- επιστροφή στο πρόσφατο -και εξιδανικευμένο σε μεγάλο βαθμό- παρελθόν και αντιστρέφει την πραγματικότητα. Ενισχύει τη ρετσινιά-στερεότυπο περί «κρατισμού» -αγαπημένη καραμέλα διάφορων φιλελέ θιασωτών μιας κατεξοχήν κρατικοδίαιτης ιδιωτικής οικονομίας- και δίνει μια αίσθηση συντηρητικής αναπόλησης του παρελθόντος, μιας ρετροσπεκτίβας, αντί για μια προοπτική διεξόδου από τη σκοπιά των σύγχρονων αναγκών και των δυνατοτήτων του μέλλοντος.

-Η εποχή μας απαιτεί συνολικές λύσεις και μια ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση: πώς μπορεί να λειτουργήσει μια κοινωνία μακριά από τη δολοφονική λογική του κέρδους. Γιατί λοιπόν να αρνούμαστε τη δυνατότητα να προβάλλουμε αυτή την πρόταση, μια συνολική πρόταση εξουσίας, μια εναλλακτική για το πώς θα μπορούσε να είναι τα πράγματα, ακριβώς τη στιγμή που αυτή είναι πιο επίκαιρη από ποτέ;

Όσοι νοσταλγούν τον καιρό που κάποιοι επιμέρους στόχοι είχαν μια σχετική αυτονομία και φαίνονταν εφικτοί (πχ η αποδέσμευση από την ΕΟΚ) τείνουν να ξεχνάν πως τότε υπήρχε μια ριζικά διαφορετική συνθήκη και ένα άλλο διεθνές πλαίσιο, με τη σφραγίδα της σοσιαλιστικής κοινότητας, που έδινε εχέγγυα στήριξης σε οποιαδήποτε χώρα επέλεγε έναν διαφορετικό δρόμο -ή έστω τα πρώτα βήματα μιας άλλης πορείας. Αυτή η συνθήκη σήμερα έχει εκλείψει -όσο και αν κάποιοι επιμένουν να βλέπουν τις χώρες των BRICs ως αντίπαλο «σοσιαλιστικό» δέος. Και δεν είναι τυχαίο ότι η επίθεση στις κατακτήσεις του «χρυσού εικοστού αιώνα» στον δυτικό κόσμο κορυφώθηκε την εποχή της εκδήλωσης της αντεπανάστασης και της ανατροπής του σοσιαλισμού.

Το αξιοπερίεργο (;) είναι ότι αρκετές από τις δυνάμεις που θεωρούν την κρατική ιδιοκτησία ως περίπου προπαρασκευαστικό όρο του σοσιαλισμού, είχαν εκ διαμέτρου αντίθετα κριτήρια και σταθμά για την κρατική ιδιοκτησία στις σοσιαλιστικές χώρες. Έκαναν λόγο για «κρατικό καπιταλισμό», «εκμεταλλευτικές κοινωνίες», ασκούσαν κριτική με το σύνθημα της «κοινωνικοποίησης» ή της «αυτοδιαχείρισης». Για αυτές δεν υπάρχει τίποτα πιο ελπιδοφόρο από την κρατική ιδιοκτησία -αυτή αρκεί να αφορά το σημερινό καπιταλιστικό σύστημα και να μην επεκτείνεται στον σοσιαλισμό...

-Ακόμα και αν υποθέσουμε ότι μια αντίστοιχη κατάσταση σχετικής ισορροπίας είναι εφικτή σήμερα, αυτό προϋποθέτει μια μεγάλη αποφασιστική ενίσχυση του εργατικού, κομμουνιστικού κινήματος διεθνώς, να γίνει ξανά απειλητικό για τη διεθνή άρχουσα τάξη, ώστε να έχει τη δύναμη να αποσπά και επιμέρους κατακτήσεις. Να μπορεί να τα διεκδικεί όλα, ώστε να κερδίζει στην πορεία τα λίγα, ως προσωρινό επωφελή συμβιβασμό. Τους όρους σου μπορείς να τους επιβάλλεις, όταν μιλάς από τη θέση του ισχυρού, με κάποια καλά χαρτιά. Κι αυτό είναι στοιχειώδης γνώση ακόμα και για χαρτοπαίκτες -κι ας αγνοούν τη θεωρία των παιγνίων...

-Τελευταία παράμετρος.

Οι δυνάμεις του ποικιλώνυμου οπορτουνισμού τείνουν να προβάλλουν ένα μεταβατικό πρόγραμμα-τυφλοσούρτη, που παραμένει αμετάβλητο στον χρόνο, έτοιμο για χρήση ανά πάσα στιγμή, δηλαδή χωρίς συγκεκριμένη ανάλυση της συγκυρίας, για να δουν πχ ποια αιτήματα δεν μπορεί να ενσωματώσει η κυρίαρχη τάξη σε μια δεδομένη συγκυρία. Αν είναι πχ μη διαχειρίσιμος στόχος μια έξοδος από την ΕΕ ή η κρατικοποίηση του σιδηρόδρομου και τι μας λέει σχετικά το παράδειγμα της Βρετανίας...

Συμπερασματικά, ο Σοφιανός θα είχε κάθε δικαίωμα να απαντήσει στον Μπάμπη πως κάτι μπερδεύει -ή διαστρεβλώνει- από τα νιάτα του. Και ότι αυτά τα λένε οι οπορτουνιστές. Τι λένε οι κομμουνιστές, είναι το ζήτημα, αλλά μπορούμε να το πιάσουμε στην επόμενη ανάρτηση...

Σάββατο 15 Μαρτίου 2025

Προσωπικά

Είναι γνωστό, τουλάχιστον από την εποχή του Πανούση, ότι ο ανασχηματισμός είναι να παίρνεις πχ τον Βαγγέλη από τα ντραμς και να τον βάζεις να παίξει πλήκτρα στη θέση του Γιάννη, και αντίστροφα. Αλλά ο Γιοκαρίνης δεν απάντησε ποτέ στο ερώτημα «κιθαρίστας ή ντράμερ», ίσως γιατί ήταν πληκτράς και το θεώρησε δευτερεύουσα αντίθεση, ήσσονος σημασίας.

Αλλά τα πρόσωπα έχουν σημασία -σε αντίθεση με τον καπιταλισμό-, μας λέει η Κωνσταντοπούλου, πετώντας απρόσωπες κορόνες περί μαφίας, για να κρύψει τις δικές της αβροφροσύνες πχ με τον Πιερρακάκη (για τα Ωνάσεια) και άλλους υπουργούς. Ατύχησε όμως στην κριτική της, γιατί έπεσε πάνω στο μόνο κόμμα που κατέθεσε πόρισμα και βλέπει ποινικές ευθύνες για συγκεκριμένα πρόσωπα, με προεξάρχοντα τον Μητσοτάκη -δεκανίκι να σου πετύχει.

Όσο για τον Βαγγέλη, μπορεί να μην είναι στα ντραμς ή στα πλήκτρα, αλλά πήρε το δωράκι που ήθελε με την υπουργοποίηση του Παπασταύρου στο Περιβάλλοντος και Ενέργειας. Να δούμε τι θα απογίνουν τώρα οι ορφανοί τηλεθεατές, που είχαν πιστέψει σοβαρά πως το MEGA σηκώνει το λάβαρο της αντιπολίτευσης και της εξέγερσης ενάντια στο κατεστημένο.
The revolution will be televised...

Πέρα από τα πρόσωπα, υπάρχουν οι συμβολισμοί και η ουσία που αναδεικνύουν.

Σε ένα πρώτο γκεστάλτ, η τοποθέτηση του Βορίδη στο Υπουργείο Μετανάστευσης παγώνει το αίμα και γεννά δυστοπικούς ιστορικούς συνειρμούς -σα να μπαίνει ο Αδόλφος υπεύθυνος μιας εβραϊκής μειονότητας. Αλλά αυτά είναι περασμένα ξεχασμένα, όλος ο δυτικός κόσμος έχει μονοιάσει και δε χρειάζεται να σκαλίζουμε τη μνήμη για έναν ατυχή, αδολφοκτόνο πόλεμο.

Σε ένα δεύτερο γκεστάλτ, ο Βορίδης είναι το κατάλληλο άτομο στη σωστή θέση, για να μαζέψει τις προσφυγικές ροές και βασικά τις διαρροές από τα ανήσυχα, δυσαρεστημένα σταγονίδια που λοξοκοιτάζουν προς κάποια άλλη λύση -τελική, ελληνική κτλ- και ζητάνε φωτιά και τσεκούρι στους «λαθρο».

Σε ένα άλλο γκεστάλτ, όμως, αναρωτιέσαι πού ακριβώς διαφέρει ο τσεκουράτος από την πολιτική των ΗΠΑ (όχι μόνο του Τραμπ), που ηγούνται διαχρονικά του «κόσμου της ελευθερίας», και της ΕΕ με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης για τους μετανάστες, τις επαναπροωθήσεις (από το «go back κυρία Μέρκελ» στα push back στο Αιγαίο, 17 ώρες δρόμος) και τη Μεσόγειο υγρό τάφο για χιλιάδες ανώνυμους κολασμένους της γης -και της θάλασσας.

Εκτός αν κάποιος πιστεύει πως αυτά γίνονταν μόνο στη ναζιστική Γερμανία, την Ισπανία του Φράνκο και τη χώρα που γέννησε την τυραννία και έχτιζε σύγχρονους Παρθενώνες -στη Μακρόνησο- για να βρει 80 χρόνια μετά μαζικούς τάφους αταυτοποίητων εκτελεσμένων -στο Επταπύργιο της Σαλούγκας, που ήταν και εκεί μια γωνιά με ελληνόψυχους βαρβάρους.

Ή εκτός και αν το ζητούμενο είναι να βρεθεί ένας πιο «μετριοπαθής», «συμπαθής» υπουργός να εφαρμόσει απαθής τις ίδιες απάνθρωπες πολιτικές.

Αλλά οι κομμουνιστές δε δικαιούνται να ομιλούν, γιατί βάζουν το σύνολο πάνω από το άτομο, τα κέρδη πάνω από τις ζωές, τον κοινωνικό μετασχηματισμό πάνω από τον κυβερνητικό ανασχηματισμό και το σύστημα πάνω από τα πρόσωπα που το υπηρετούν. Αποπροσωποποιούν τις καταστάσεις και δεν καταλαβαίνουν τον ανθρώπινο πόνο. Αλλιώς θα ένιωθαν το προσωπικό δράμα τόσων μετακλητών που μένουν άστεγοι, τόσων βυσμάτων και δαπιτο-μυστικοσυμβούλων, που ξεβολεύονται με μετακινήσεις και δε βλέπουν τον ανασχηματισμό ως μια ανούσια διαδικασία, χωρίς αντίκρισμα.


Το ΚΚΕ έχει όμως το καλύτερο μάρκετινγκ με διαφορά. Βάζει κάτω τους καλύτερους επικοινωνιολόγους και προκαλεί πάντα τον μεγαλύτερο ντόρο, αρκεί αυτός να είναι εναντίον του. Σε μια ημέρα που ο Ριζοσπάστης είχε αποκλειστικές αποκαλύψεις για τα διαβόητα νατοϊκά φορτία και όλα τα κόκκινα προφίλ -οργανωμένα και μη, μποτάκια, αρβυλάκια και γόβες- προσπάθησαν να το αναδείξουν στις διαστάσεις που του αξίζει και να το κάνουν θέμα συζήτησης (trend topic, μάνα), αυτή τελικά περιστράφηκε γύρω από μια φωτό του νέου ΠτΔ (Τασούλα) με τον Κουτσούμπα και τον Παφίλη, που δε φτάνει όχι μόνο ήταν παρόντες, αλλά δεν ήταν καν βλοσυροί, σαν τον Κοκό με τους χουντικούς -που έστελνε τηλεπαθητικό μήνυμα στον λαό.
Μη χαμογελάς ρε, τι σου ζητάνε...

Τσίμπησε το αριστεροχώρι, που έχει αλάθητο κριτήριο σε κάτι τέτοια, διυλίζοντας «δεκανίκια» και καταπίνοντας τη Ζωή-, τσίμπησε και το βαθύ Τουίτερ, έτοιμο το viral και το θέμα της ημέρας. Δεν ασχολήθηκαν καν με τα Τέμπη ή τις μηνύσεις των συγγενών -ίσως γιατί περιλάμβαναν και τον Σπίρτζη. Ούτε με τη συναυλία των συλλόγων, ούτε με τη συγκινητική παρέμβαση της Μάγδας Φύσσα (σας παρακαλώ, αυτό που ξεκίνησε να μη σταματήσει), ούτε με τα ρούχα της Μποφίλιου, ούτε καν με τη φράση της -στην ανθρωπιά και στο δίκιο θα είμαστε πάντα παρόντες- να ρωτήσουν «ποιο δίκαιο» και «ποιον άνθρωπο», όπως πριν λίγα χρόνια.

Και τι να πουν άραγε; Ότι αυτοί είναι με όποιον βαράει το ντέφι στις ΗΠΑ και τώρα παρακολουθούν αμήχανοι το άδειασμα του Ζελένσκι κι έχουν καταπιεί τη γλώσσα και τις ευαισθησίες τους; Καλύτερα τουμπεκί και στοχοπροσήλωση στο βιολί για το ΚΚΕ.

Ξένισαν και κάποιοι δικοί μας με το στιγμιότυπο, για την ουσία ή για τη συγκυρία του πράγματος. Απάντησαν άλλοι δικοί μας με τα απόρρητα πρακτικά της στιχομυθίας -θα με/μας ανέχεστε για μια πενταετία- και με άλλες φωτογραφίες (Στάλιν-Τσώρτσιλ και Άρη-Ζέρβα) που μας δείχνουν πως... τίποτα απολύτως. Και όλοι είχαν ίσως ένα δίκιο από την πλευρά τους, αλλά η ουσία χάθηκε κάπου στη στρατόσφαιρα, εφοδεύοντας προς τον ουρανό.

Δεν υποτιμώ τις διαφωνίες, ιδίως τις καλοπροαίρετες και ιδίως τους διαλόγους που δείχνουν τη δύναμη να συζητάς δημόσια μια διαφορετική άποψη και να βγαίνουν όλοι σοφότεροι. Δέχομαι ακόμα και το επιχείρημα ότι τίποτα ουσιαστικό δεν έγινε, αλλά θα μπορούσαμε να το αποφύγουμε κάπως, γιατί έχουμε πείρα και ξέρουμε πώς λειτουργεί η επικοινωνία. Αναρωτιέμαι ωστόσο αν η κουβέντα -και η πιο πολιτισμένη, με τους καλύτερους όρους- χάνει την ουσία και πέφτει πρόθυμα και αφελώς στην τρολοπαγίδα.

Προσωπικά, δεν έχω αισθήματα για σένα, φιλικά...

Αλλά ο κόσμος που γεμίζει με σχόλια τον διαδικτυακό μικρόκοσμο αγαπά το ΚΚΕ με έναν τρόπο... εριστικό. Ρωτάει και ανησυχεί, γιατί είναι κατά της επανακρατικοποίησης του ΟΣΕ, γιατί δε θεωρεί λύση το κρατικό μονοπώλιο ή την πτώση της κυβέρνησης, και γιατί λέει τότε για δημόσιες μεταφορές, και μήπως τα παραπέμπει όλα στον σοσιαλισμό και την επανάσταση; Και αν περιμένει την επαναστατική κατάσταση, που θα προκύψει αντικειμενικά κι όχι κατά παραγγελία «εδώ και τώρα», τι άλλο πρέπει να συμβεί μετά τη μεγαλύτερη απεργία-διαδήλωση στα χρονικά της μεταπολίτευσης;
Και τι λέει για όλα αυτά η κε του μπλοκ; Ότι θα τα δούμε και σε επόμενη ανάρτηση.

Μια φωτογραφία σου ήρθε και σε μένα...

Αν μια φωτογραφία μπορεί να λέει ψέματα γιατί αποτυπώνει μια στιγμή αλλά όχι τη δυναμική της και για μια σειρά λόγους, οι δημοσκοπήσεις -που είναι φωτογραφικά στιγμιότυπα μιας ορισμένης συγκυρίας- είναι φτιαγμένες από την κατασκευή τους για να πουν ψέματα -ή μια βολική αφήγηση και μια μισή αλήθεια- ενώ η στατιστική, ως γνωστόν, είναι ο καλύτερος -πιο επιστημονικός- τρόπος να πεις ψέματα.

Προσωπικά δεν έχω αίσθηση
Αυτό που ζούμε αν είναι αλήθεια
Ή παραίσθηση

Η αλήθεια που βλέπω πίσω από τον δημοσκοπικό αέρα στα πανιά της Πλεύσης είναι ότι:

-Η ΝΔ επέλεξε βολικό αντίπαλο και δίνει ρέστα για να τον καθιερώσει-επιβάλει στην πράξη ως «αντίπαλο δέος», αισιοδοξώντας πως μπορεί να την βγάλει καθαρή με μια πρόταση μομφής -το εξάμηνο δωράκι που λέει η Καρυστιανού- και έναν ανασχηματισμό, για να γυρίσει το παιχνίδι.

-Η Πλεύση είναι -μέχρι αποδείξεως του εναντίου- η επόμενη δημοσκοπική φούσκα, το επόμενο προσωποπαγές μόρφωμα που παίρνει τη σκυτάλη από τη ΔΗΜΑΡ, τους Οικολόγους Πράσινους, το αείμνηστο ΚΕΠ του Αβραμόπουλου και άλλα πολύχρωμα «τίποτα», που κάνουν θόρυβο -όπως τα μπαλόνια που ξεφουσκώνουν απότομα- πριν μπουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Οι φούσκες σκάνε μωρέ, το θέαμα μένει -show must go on.

Προσωπικά εγώ τρελαίνομαι
Το παραμύθι σου και να ’μαι
Και να φαίνομαι

-Το σύστημα πασχίζει να στήσει έναν αξιόπιστο δεύτερο πόλο για να έρθει στα ίσια του αλλά στο ενδιάμεσο κινδυνεύει να μείνει χωρίς πρώτο. Οι εφεδρείες του μοιάζουν ανεξάντλητες, αλλά καίγονται γρήγορα και δείχνουν το χαμηλό τους ταβάνι. Μελλοντικά ίσως αναγκαστεί να εγκαταλείψει τον κλασικό δικομματισμό για να μεταβεί σε άλλο διπολικό μοντέλο, αλά ιταλικά, με συνεργασίες και κυβερνητικούς συνασπισμούς. Αλλά αν καταφέρει να σταθεροποιηθεί στην παρούσα εκδοχή του, με άξονες τη ΝΔ και τη Ζωή, αυτό λέει πολλά. Όχι μόνο για τις δικές του στρατηγικές επιδιώξεις, αλλά για το κριτήριο του κόσμου και για τη δική μας αδυναμία να το επηρεάσουμε-ανεβάσουμε.

Υγ: Είχα διαβάσει καλά λόγια για την «Άγρια Ακρόπολη» του Ν. Μάντη, αλλά το φοβήθηκα. Πείστηκα να πάρω μια φυλλάδα που είχε προσφορά το δικό του σπονδυλωτό «Πέτρα-Ψαλίδι-Χαρτί», που διαφημιζόταν ως το «μυθιστόρημα της κρίσης» αλλά τελικά ήταν απλή αναπαραγωγή ασπόνδυλων φιλελέ στερεότυπων για τις δυνάμεις του μίσους που κερδίζουν έδαφος στην κρίση -με πρώτη αλλά όχι μόνη την ακροδεξιά- και το ατελείωτο πάρτι της δεκαετίας του ’80, που προφανώς είχε ημερομηνία λήξης αλλά απέτυχε να νικήσει το μίσος μοιράζοντας αφειδώς χρήμα.

Δεν αποκόμισα αισθητική απόλαυση -αλλά αυτό είναι υποκειμενικό- και σίγουρα δε βγήκα σοφότερος από τον κοινωνικό «προβληματισμό» που βάζει. Μου φάνηκε οριακά πιο χρήσιμο το ξεφύλλισμα της φυλλάδας -για να δεις τον τρόπο σκέψης τους και πώς κατευθύνουν το κοινό τους. Και αν αυτό το υστερόγραφο φάνηκε χρήσιμο για να γλιτώσει κάποιον σφο αναγνώστη να πάρει την ίδια φυλλάδα αύριο, με το επόμενο βιβλίο του, θα έχει επιτελέσει τον σκοπό του.

Πέμπτη 13 Μαρτίου 2025

Τα παιδιά κάτω στον κάμπο κυνηγάνε τους αστούς

Εντυπώσεις από μια εκδήλωση για τα Εγκλήματα.
Τα εγκλήματα ενός συστήματος που διψά για κέρδος.


Ένας φίλος που ήξερε τα κατατόπια στο Πάντειο, έλεγε πως δε θα χωρούσαν ούτε οι διοργανωτές καλά-καλά. Αυτό που δεν ήξερε είναι πως χίλοι καλοί χωράνε, σε ένα αμφιθέατρο με τη μισή -στην καλύτερη- χωρητικότητα, άλλους τόσους στο φουαγιέ, και άλλοι τόσοι απέξω, με ηχεία και οθόνη, όπου οι καρέκλες έφταναν ως τη Συγγρού και ο ουρανός έσταξε κάτι ψιχάλες συγκίνησης αλλά δεν έβρεξε, γιατί... ποτέ δε βρέχει στην Αθήνα -όπως λέει ένας φίλος που ξέρει τα αθηνέζικα κατατόπια.

Παραφράζοντας ένα meme των ημερών, η αίθουσα θα γέμιζε και μόνο με όσους ήταν Υδροχόοι με ωροσκόπο Δίδυμο. Ή μόνο με όσους ήρθαν να ακούσουν μόνο την Καρυστιανού -που μίλησε όμως στο τέλος και έτσι τους άκουσαν σχεδόν όλους. Ή μόνο με τα... «εξωπανεπιστημιακά στοιχεία», όπως είπε ο Καμπαγιάννης σε μια αποστροφή του -χωρίς αποστροφή για αυτά. Ή μόνο με τις πολιτικές μούρες, που έψαχναν θέση στην πρώτη σειρά, για τα πλάνα και τον φακό -εφόσον δεν είχαν δικό τους καμεραμαντζή, σαν την Κωνσταντοπούλου.

Όσοι είχαν υπόψη τους φοιτητικούς ρυθμούς και το έθιμο της ωριαίας καθυστέρησης -μέχρι να προσέλθουν άπαντες-, κατάλαβαν αργά το λάθος τους. Το αμφιθέατρο ήταν σχεδόν γεμάτο μία ώρα πριν την έναρξη, σαν το Αλεξάνδρειο τον καιρό της Αυτοκρατορίας (των Νέγκρι-Σαουρίδη), με βάτες και γούνες -αλλά χωρίς χουντάλα και γουναράδικα. Άρης, ωραία χρόνια...

Τηρουμένων των αθλητικών αναλογιών, ήταν σα να παίζει ντέρμπι αιωνίων στο κλειστό του Σπόρτιγκ -όπου παίζει το Σάββατο και ο ΓΓ. Εντάξει, κι αυτό συνέβη κάποτε, 42-40 (σαν σκορ στην κετουκε), τον καιρό που τα έσταζε ο Ουίγκινς, λίγο πριν έρθει ο Φορντ στα μέρη μας. Αλλά ο Έντι το πιστόλι σοκαρίστηκε, γιατί το πέρασε για προπονητικό και νόμιζε πως μετά την προθέρμανση θα πήγαιναν στην κεντρική σάλα.

Και πού κολλάνε οι αθλητικοί συνειρμοί; Πουθενά. Κόλλησα από το αφιέρωμα του Οδηγητή στα 100 χρόνια από τον θάνατο του Λένιν του Ολυμπιακού και τις αναφορές στον Γόδα, τον Αναματερό, τον Μουράτη, τη Μικτή Μακρονήσου και την τραγωδία της Θύρας 7, από την οποία ήμασταν ένα τουρνικέ μακριά -και έναν συνωστισμό κοντά-, σε μια αίθουσα ασφυκτικά γεμάτη, όπου παραλίγο να γίνει πράξη το σύνθημα «δεν έχω οξυγόνο».

Φτάνουν ευτυχώς και άλλοι ηλικιωμένοι νέοι, ο Γκιώνης, ο Κωνσταντίνου του ΣΕΚ, μη νιώθουμε ότι ανεβάζουμε μόνοι μας τον μέσο όρο ηλικίας. Μια κοπέλα μπροστά μας λέει στην παρέα της να μετακινηθούν για να μην κόβουν τη θέα στους κύριους. Πνίγεις ένα αυθόρμητο ΓΜΤΝΤΚ -@@ τη νιότη του κόσμου- και σκέφτεσαι για αντίποινα να μοιραστείς τις γεροντίστικες γνώσεις σου που κανείς δε ζήτησε -πχ για το μπάσκετ και τους Απαράδεκτους.
Δεν ξέρεις τον Κωνσταντίνου; Τον Κωνσταντίνου δεν ξέρεις;
Οκ, την Καίτη Κωνσταντίνου τουλάχιστον;

Λοιπόν. Ο μακαρίτης Μίτσελ είναι ο πατέρας του Άντριου -αυτόν ίσως τον ξέρετε. Ο μακαρίτης Φορντ είναι σύμβολο της Ευρωλίγκα -καμία σχέση με φορντισμό και τεϊλορισμό. Ο Γκιώνης ήταν γραμματέας της ΚΝΕ, νυν μέλος κετουκε. Και ο Κωνσταντίνου από αυτούς που πανηγύριζαν διορατικά την πτώση της δικτατορίας στη Συρία και τώρα τον δικαιώνουν οι εξελίξεις τα Εγκλήματα -χωρίς Σωσώ.

-Δηλαδή Βαρουφάκης;
-Ε... όχι. Περίπου αλλά όχι ακριβώς. Αλλά ναι, μπορείς να το πεις.
-Κατάλαβα, σαν δημοψήισμα...

Βλέπουμε έναν Ισπανό -αλίμονο, ο Μάρτης στη Σαρακοστή και ο φασεϊσμός στην πόλη σας- να λέει πόσο ωραίο είναι το Πάντειο -πολιτικά μιλώντας, υποθέτω. Και φαντάσου πως -μάλλον- δεν ήταν σε θέση να εκτιμήσει τα συνθήματα στους τοίχους. Και την αφίσα της ΠΑΣΠ, «όλοι μαζί για το αυτονόητο»- που δε μας το αναλύει, γιατί τα ευκόλως εννοούμενα παραλείπονται. Ή την άλλη αφίσα, με τη βασική αντίθεση της εποχής «ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες». Που ενίοτε επιλύεται διαλεκτικά και ερμαφρόδιτα.


Κάτι φασέοι, πιθανόν Εαακίτες, μπαίνουν γιολάροντας, με μπίρες και τσιγάρο στο χέρι.
  -Και πώς ξέρεις ότι είναι Εαακίτες; Ναι, είναι λίγο στερεοτυπικό, αλλά το υποθέτουμε εύλογα.
 -Όχι, εννοώ πως ξέρεις ότι είναι ΕΑΑΚ και όχι κάποια διάσπαση-συγκόλληση-μετεξέλιξη ή κάτι άλλο ελπιδοφόρο, σαν το πρόσφατο ιδρυτικό διήμερο του Δικτύου; Έλα ντε, δεν το ξέρω. Κι έχουμε χάσει την μπάλα με όλα αυτά, χρειάζεται ένα επικαιροποιημένο εγχειρίδιο για τον σύγχρονο Αριστερισμό.

Αν είσαι πάντως παλιός, ψημένος Αριστεριστής, δε μασάς από το μπούγιο στο προαύλιο, μπουκάρεις δυναμικά στο αμφιθέατρο, κάνεις αριστερισμό με έφοδο στις πρώτες σειρές, λες λαϊκομετωπικά «ούτε βήμα πίσω», μετά σαλπίζεις ηρωική υποχώρηση και την βαφτίζεις έφοδο στον ουρανό, καταλήγοντας στον εξώστη. Αλλά ξέρεις καλά τα κόλπα και πως ο καλύτερος τρόπος να ακουστείς σε ένα γεμάτο αμφιθέατρο είναι χωρίς μικρόφωνο -για να αναγκαστούν να κάνουν ησυχία και να σε προσέξουν. Και ότι πιάνουμε πάντα τον άλλο αγκαλιά από τον ώμο, για να φαίνεται σαν στοργική αγκαλιά, ενώ του πατάς τα μαλλιά και δεν μπορεί να αντιδράσει.

Αν πάλι είσαι η ντίβα Ζωή, έρχεσαι αργοπορημένη για να σε προσέξουν όλοι, με βιντεογράφο -για να σε προσέξουν και όσοι δε σε είδαν-, σπρώχνεις κόσμο αδιακρίτως και πατάς επί πελμάτων (των άλλων) για να περάσεις. Άραγε να είναι καλή ατάκα γνωριμίας το: Πρόσεξε λίγο, κυρά μου, πού πατάς;


Η εκδήλωση ξεκινάει, ο χαβαλές κόβεται απότομα και η πρώτη εικόνα είναι το πλήθος να χειροκροτεί τους ομιλητές και αυτοί να ανταποδίδουν όρθιοι το χειροκρότημα. Οι περισσότεροι θα έχετε δει ήδη τα βίντεο με τις παρεμβάσεις, οπότε θα περιοριστώ σε σύντομα σχόλια και επιλεκτική παρουσίαση κάποιων σημείων.

-Η πρύτανης του Παντείου έκανε ένα έξυπνο άνοιγμα, για το ανθρώπινο σκέλος που δεν εξαντλήθηκε στο πένθος, και το πολιτικό που έγινε ο κινητήριος μοχλός ενός κινήματος που είχαμε ξεχάσει πως μπορεί να υπάρξει. Γράφω «έξυπνο», σε αντίθεση πχ με τον πρύτανη του ΕΜΠ, που κέρδισε τη γενική κατακραυγή με την αρνητική του στάση στην προηγούμενη αντίστοιχη εκδήλωση.

-Ο Κουτσιαύτης από τους σιδηροδρομικούς, είπε πως όταν συναντιούνται φοιτητές και εργατικά σωματεία, γεννιέται μια δυναμική που δύσκολα ανατρέπεται. Μίλησε για το ιστορικό των αγώνων τους και των εξώδικων που έστελναν για θέματα ασφαλείας, και για την εχθρική αδιαφορία των ΜΜΕ για τα αιτήματά τους. Κι έκλεισε με την αμείλικτη γλώσσα των αριθμών: 5 νεκροί μηχανοδηγοί, 2.100 θέσεις στο οργανόγραμμα του ΟΣΕ, μόλις το 1/3 ήταν καλυμμένες το ’23 -και φέτος ο λόγος είναι ακόμα χειρότερος-, μόλις 1 ρεπό κάθε 15 μέρες για τους εργαζόμενους.

-Ο Μπεκρής από το ΕΚ Πειραιά και το Σωματείο στην COSCO ευχαρίστησε θερμά δυο φορές τους φοιτητές για την πρόσκληση και είπε μεταξύ άλλων: Ότι εμείς θα επιβάλουμε τη δικαιοσύνη που ζητάμε. Ότι προφανώς πρέπει να παραιτηθεί ο Μητσοτάκης αλλά δε θέλουμε μια απλή εκτόνωση με αλλαγή προσώπων ή απλή κυβερνητική εναλλαγή. Ότι αυτό το κράτος - δολοφόνος δεν μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Και ότι είμαστε σίγουροι πως θα τους πάρουμε παραμάζωμα!

Το βασικό όμως είναι ότι κατέδειξε τον ρόλο της ΕΕ για την «απελευθέρωση»-ιδιωτικοποίηση, για τα αξιολογημένα - εγκεκριμένα βαγόνια της Hellenic Train και για το μόλις 14% του ευρωπαϊκού δικτύου, που πληροί τους κανόνες ασφαλείας. Σε αντίθεση δηλαδή με το κλασικό «πότε θα γίνουμε Ευρώπη» και άλλα ρηχά στερεότυπα.

-Ο Καμπαγιάννης έκανε μια αριστοτεχνική ομιλία, που μίλησε πρωτίστως στις ψυχές όσων φώναζαν «κάτω η Νέα Δημοκρατία» -αν και δεν είπε μόνο αυτό. Ευχαρίστησε την πρύτανη, τόνισε ότι μια τέτοια εκδήλωση θα μπορούσε να γίνει μόνο σε ένα δημόσιο πανεπιστήμιο -με όσες παθογένειες κι αν έχει. Κι είπε ότι σκεφτόταν αρχικά μια παρέμβαση με 57 γραπτά σημεία, που θα καρφώνονταν σαν πρόκες (σε κάθε Καλαμπόκες), για να μην τις παίρνει ο άνεμος, αλλά τελικά συνόψισε τη σκέψη του σε επτά ενότητες.

Είπε ότι η εργοστασιακή ρύθμιση αυτού του συστήματος είναι να παράγει αδικία, εισάγοντας έξυπνους νεολογισμούς -πχ «η υπόθεση πήρε τον δρόμο της αδικίας» ή «αφήστε την αδικία να κάνει το έργο της». Σημείωσε ότι η αδικία Δικαιοσύνη δεν έχει τίποτα να φοβάται από το πλήθος, φοβάται όμως την εξουσία, για αυτό χρειάζεται τον Σύλλογο (των συγγενών των θυμάτων), τον λαό και τις παρεμβάσεις του, για να λειτουργήσει. Δεν μπορεί όμως να λειτουργήσει σωστά όσο παραμένουν αυτά τα άτομα στην κυβέρνηση -και έκανε αναλυτικές ονομαστικές αναφορές στους υπουργούς, τις οποίες το κοινό χειροκροτούσε. Κι αν απομόνωνες τη σκηνή χωρίς τα συμφραζόμενα, έμοιαζε κάπως σουρεάλ, σα να επευφημούνται τα στελέχη της κυβέρνησης που υποκινούν τις μαζικές κινητοποιήσεις -εγώ τουλάχιστον αυτό ακούω, που λέει και ο Μητσοτάκης.

Σημείωσε ότι η κυβέρνηση πρέπει να φύγει, όχι όμως για να επιστρέψουν οι ίδιες πολιτικές, προτείνοντας να αποσυρθούν οι μεταφορές -και όχι μόνο- από τη σφαίρα του εμπορεύματος και την επανακρατικοποίηση της Hellenic Train με εργατικό έλεγχο, για να προσθέσει στο ακροτελεύτιο σημείο ότι οφείλουμε να σκεφτούμε τι κράτος και τι κοινωνία θέλουμε, μακριά από τη λογική του κέρδους.

Πολιτικά μιλώντας, η ομιλία έμοιαζε άρτια και ολοκληρωμένη. Δεν είχε, όμως, ούτε μία λέξη κριτικής για την αντιπολίτευση και την ΕΕ.

-Ο Φοίβος Δεληβοριάς στάθηκε στο σύνθημα «δε γίνεται να ζούμε έτσι». Όχι άλλο πια, όχι στον αιώνα μας -ήδη από τα χρόνια της φούσκας του Χρηματιστηρίου και του Big Brother. Είπε ότι καταφέραμε, πέρα από κόμματα, τάξεις, ιδεολογίες και άλλους διαχωρισμούς να ενωθούμε και να συγκροτηθούμε σαν κοινωνία, ενάντια στη χυδαία προπαγάνδα για αντικοινωνική στάση που δεν εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη και μας οδηγεί στο χάος. Μίλησε για το ατελείωτο squid game που βιώνουμε και την ατελείωτη παρέλαση προστυχιάς από τρολ, κρατικοδίαιτες γραφίδες, πρωτοκλασάτους υπουργούς, διανοούμενους κτλ -που ξεπερνά και τη δική του υβρεοπομπή. Και έκανε αναφορά στη Νέμεση, που μας μετράει με τον πήχη και το χαλινάρι, ζυγίζει τη σκέψη μας και τη δράση μας.

-Η ομιλία της Καρυστιανού είχε νομίζω σαφείς επιρροές και πρακτικά τα έβαλε όλα μαζί: Αριστοτέλη, Καζαντζάκη, ισονομία, ανθρώπινα δικαιώματα, τις διαχρονικές ευθύνες των πολιτικών -και τους τελευταίους που είναι οι χειρότεροι-, τα γενναία γονίδια, το υπόλογο καθεστώς, τον ευτελισμό του Συντάγματος και της Δημοκρατίας, τους βουλευτές που θα μπορούσαν να παραιτηθούν αλλά δε θέλουν να ξεβολευτούν, την άρση του απορρήτου του κινητού του πρωθυπουργού, τα τοστ, την προπαγάνδα περί μιζέριας και ένα σωρό άλλα, κάνοντας το αμφιθέατρο να σείεται.

Και δεν πρόκειται να σταθεί κανείς στις όποιες αντιφάσεις της. Όχι από τακτ ή υποκριτική (=αστική) ευγένεια, ούτε επειδή έχει κάνει ήδη πολλά -πολύ περισσότερα από ό,τι της αναλογούσαν. Αλλά επειδή λέει πως ο πόνος της για το νεκρό παιδί της είναι ο μόνος δρόμος να διεκδικήσει για αυτό που έμεινε ζωντανό όσα δε διεκδίκησε για τη Μάρθη. Και ότι αυτό πρέπει να το κάνουμε όλοι μαζί, να μη σταματήσουμε να διεκδικούμε στον δρόμο, για να τα αλλάξουμε όλα σε αυτή τη χώρα.

Κι αν στην τελική τσιτάρει Καζαντζάκη, για τη δικαιοσύνη που δεν έχει πόδια και θα την σηκώσουμε εμείς στους ώμους μας για να την φέρουμε, και όχι Μαγιακόβσκι για το μέλλον που δεν πρόκειται να έρθει μόνο του νέτο-σκέτο, δεν έχει και τόση σημασία. Και δε θα την κρίνουμε για αυτό.

-Πολύς κόσμος έφυγε στο καπάκι -γιατί είχε έρθει για την Καρυστιανού- και έχασε τη συνέχεια. Το μίνι συντονιστικό με τις σύντομες -για μέτρα συντονιστικού- παρεμβάσεις φοιτητών, την παρέμβαση δημοσιογράφου που έχει ζήσει περισσότερα διήμερα ΕΑΑΚ από ό,τι όλοι αυτοί μαζί και πλησίασε τον χρόνο των βασικών ομιλητών, και το τραγούδι του Φοίβου που του έδωσε όνομα καθώς ερχόταν στην εκδήλωση: Αν δε βρω το τέρμα. Και δεν πρέπει να αφήσουμε τους γονείς-συγγενείς να το βρουν μόνοι τους.

Αντί επιλόγου και ηθικού διδάγματος.

Ο Μπεκρής ήταν το κατάλληλο πρόσωπο στο σωστό σημείο -διαχυτικός, εκδηλωτικός, με παλμό και λέγειν. Ίσως οι άλλοι -και εμείς δεν είμαστε οι άλλοι, επειδή είμαστε στο ίδιο πάνελ- λένε πιο εύπεπτα πράγματα, που κερδίζουν πιο εύκολα το ακροατήριο, επιδοκιμασίες και χειροκροτήματα. Αλλά το κοινό έρχεται σε επαφή και με όσα λέμε, τα επεξεργάζεται, ακούει κάτι διαφορετικό που μπορεί να του μείνει -όπως το σύνθημα «τα κέρδη τους, οι ζωές μας». Κι ίσως δώσει ακόμα περισσότερο τον τόνο στην πορεία. Αρκεί αυτή να μην είναι μοναχική αλλά στον δρόμο.

Ή έστω στον κάμπο -και την κοιλάδα του. Όπου τα παιδιά θα κυνηγάνε πάντα τους αστούς, σαν ερινύες.

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2025

Κινηματικές ιστορίες

Στην αρχή πήραν το αμάξι. Εκείνο όπου είχαν διανυκτερεύσει ένα βράδυ, τον περασμένο Αύγουστο, γιατί η φωτιά ήταν έξω από το σπίτι τους. Το αρχικό σχέδιο ήταν να πάνε Κηφισιά και από εκεί ηλεκτρικό για Ομόνοια.
-Άδειοι είναι οι δρόμοι, είπε ο οδηγός. Πάμε καλύτερα μέχρι Πανόρμου.

Καλή ιδέα, την είχαν κι άλλοι. Ο πρώτος συρμός περνά γεμάτος, ο δεύτερος φίσκα, και ο τρίτος διερχόμενος -μία από τα ίδια. Ο επόμενος δεν τους βρήκε εκεί, το πήραν με τα πόδια. Ως το Μέγαρο είχαν φτιάξει μια μικρή πορεία, βασικά με οργανωμένους του ΠΑΟ -θρησκεία -θύρα 13, δεν ήτανε ατύχημα ήταν δολοφονία.

Έφτασαν με το ζόρι στα Λουλουδάδικα. Τους πήρε μιάμιση ώρα να βρουν κάτι φίλους στην άλλη πλευρά της πλατείας. Ο δρόμος της επιστροφής ήταν άλλη μια μικρή Οδύσσεια, με αίσιο τέλος χωρίς ανατροπή. Δεν πέτυχαν πουθενά τον Πρετεντέρη για να τον πάρουν μαζί τους.

-.-

Πρωινή στάση, για καφέ και μία με κρέμα, σε κομμάτια.
-Έφτασε.
Έφτασε κομμένη στα τέσσερα. Μικρός αναστεναγμός. Περίμενε για τον καφέ.

-Χτες το άνοιξες;
-Γιατί, έπρεπε; θύμωσε ο άλλος.
-Όχι, ρε. Καλά έκανες. Κατέβηκες κάτω;
-Θα έλειπα εγώ; Πήρα και την κόρη μαζί. Αλλά ήμουν άτυχος.
-Άτυχος, γιατί; Τι έγινε;
-Ήμουν άτυχος, που δεν πέτυχα πουθενά τα μαλακισμένα με τις κουκούλες, να τους πω δυο φωνήεντα.
-Εντάξει, τους σταμάτησαν άλλοι. Στο τέλος μόνο βρήκαν χώρο και χτύπησαν.
-Ρε αν τους πετύχαινα, θα τους έκοβα κομματάκια, σαν μπουγάτσα. Τους αλήτες...

(Λέξεις-φράσεις για την καρτέλα: μπουγάτσα, δυτική αλητεία, περιφρούρηση, ατυχία, τύχες στα χέρια).

-.-

-Πώς τα βλέπεις τα πράγματα;
-Επιτέλους, κάτι αρχίζει να κινείται.
-Στον κλάδο εννοείς ή γενικά;
-Γενικά. Στον κλάδο τίποτα, μαύρη μαυρίλα.

Η Ένωση δεν έβγαλε καν στάση εργασίας. Και καλά για να καλύψουν την απεργία. Όντως, πρώτη φορά που το κράτησαν -τα πιο πολλά ΜΜΕ τουλάχιστον. Αλλά αυτό δε δίνει άλλοθι στη μαυρίλα.

-Κι αν πιάνατε τους μικρούς, που βγάζουν τη λάντζα και δεν τους καλύπτει κανείς;
-Λες να μην το δοκιμάσαμε; Αυτοί συνήθως είναι χειρότεροι. Όσοι δεν έχουν περάσει από αμφιθέατρα με συνελεύσεις αγνοούν τα στοιχειώδη, είναι αδιάφοροι.
Κι η ζωή προχωρά, χωρίς να κοιτάζει τη δική σου μελαγχολία. Και τον κλάδο σου.

Πριν φύγει, ασήμαντο υστερόγραφο.
-Κοίτα, καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να βγάλουμε ανακοίνωση στήριξης, χυδαία στοχοποίηση κτλ, αλλά το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι η προβολή του και το viral, όχι το κίνημα.

-.-

Πήρε τον μάρσιπο και το αγωνιστικό καρότσι, που είναι πια βετεράνος και περνά από γενιά σε γενιά διαδηλωτών. Ζαλώθηκε τον μικρό και βγήκε έξω. Όλα κλειστά, οι δρόμοι γεμάτοι. Έφτασε στο ύψος της Ιπποκράτους, εντόπισε έναν διάδρομο διαφυγής για ώρα ανάγκης και έμεινε εκεί.

Δε θα θυμόταν τίποτα ο μικρός, αλλά θα του τα πει αυτή, όταν μεγαλώσει. Κι αν δεν τον είχε πάρει μαζί της, τέτοια μέρα, μπορεί να μην της το συγχωρούσε -αυτή σίγουρα δε θα το συγχωρούσε. Ενώ τώρα ήταν εκεί, μαζί με όλους, μέσα σε όλα όσα πρέπει να είναι. Κι ήρθαν ξανά, οικογενειακώς, την Τετάρτη, που τους πετύχαμε.

Μας έκανε τις συστάσεις με τον μικρό, που τον κρατούσε ο πατέρας του -από εδώ τα παιδιά.
Τελικά ήθελε να μας γνωρίσει στον σύζυγο, που τον είχαμε δει τόσες φορές...

Είναι φορές που τα χάνεις από τη συγκίνηση. Και που η μνήμη αποβάλλει κάτι λεπτομέρειες, για να χωρέσει τα μεγάλα που ζεις εκείνη τη μέρα.

-Ιστορία, από εδώ τα παιδιά. Παιδιά, η ιστορία...

-.-

-Θα κατέβεις και σήμερα στο Σύνταγμα;

Δεν είχε εκδηλωθεί ποτέ, κρατούσε ευλαβικά το μυστικό, αλλά ήταν κοινό σε όλους. Το πρόδιδε μια δύσκολη λέξη, κάποια ειδική γνώση -πχ για τα ένσημα-, μια αδιόρατη γκριμάτσα όταν άκουγε πολλές βλακείες.

Αλλά πριν τις 28 έκανε τα αποκαλυπτήρια και δήλωσε απεργία. Ο μικρός συνάδελφος ζήλεψε, προβληματίστηκε. Ήθελε να έρθει και αυτός. Δεν ήξερε καν τη διαφορά απεργίας και άδειας -τι χάνεις, τι ρισκάρεις. Του εξήγησε μέσες άκρες. Προβληματίστηκε περισσότερο. Τον άφησε να το σκεφτεί μόνος του, χωρίς πίεση.

Τώρα αυτός ήταν που επιδίωκε κουβέντα. Μιλούσε με ενθουσιασμό για τις εντυπώσεις του -ωραία δεν τα ’πε ο τάδε;-, για τον απόηχο. Και για τη συνέχεια.
-
Θα πας και σήμερα;

-Ναι θα πάω.
-Α, εσύ είσαι δικιά μας, της είπε γελώντας, σαν μαθητούδι.
Πόσα είχε μάθει θα φανεί, στο χειροκρότημα...

-.-

Μάθημα πιλάτες. Επιχείρηση «τύψεις», στη γυμνάστρια για να κλείσει.
-Μην ανοίξεις το απόγευμα. Τι πάει να πει ως τις 3; Δεν είναι ημιαργία. Καλύτερα να ανοίξεις Καθαρά Δευτέρα, που λέει ο λόγος.
-Λες;

Την άλλη βδομάδα, μια μικρή έλεγε την εμπειρία της, από τη δουλειά της στο κέντρο. Ένας παππούς ήρθε να εξυπηρετηθεί και του είπαν ότι είναι ο τελευταίος πελάτης, γιατί θα έκλειναν. Ο κυρ-Παντελής μέσα του εξαγριώθηκε.
-Μα πώς κάνετε όλοι έτσι για ένα απλό ατύχημα;
Και δεν εννοούσε τη σύλληψή του.

-Είναι δυνατόν να έχουν τέτοιες απόψεις; απορούσε η μικρή.
Και πρόσθετε μόνη της.
-Κλείσαμε για ένα τρίωρο και μετά δουλειά ως το βράδυ.
Και ξαναπρόσθετε.
-Ντροπή, το ξέρω...
Κι άμα το ξέρεις, είναι ένα μικρό βήμα για να το λύσεις. Αρκεί να μην τα λες μόνη/ος σου.

(λέξεις για την καρτέλα: (κάνω) πιλάτες, (κάνω) πλάτες, πιλατεύω, αυτογνωσία, ταξισυνειδησία, ΑΣΚΙ, ευελιξία, οσφυοκαμψία)

-.-

-Μα κανείς σας δεν κατέβηκε;
Όλοι έπεφταν από τα σύννεφα αυτές τις μέρες, με γνωστούς που ούτε περίμεναν να δουν στον δρόμο. Και μόνο εμείς ανάποδα, την τύχη μας μέσα.

Το ένα προβατάκι δεν το κάλυπτε ο κλάδος του -δικαιολογημένο. Το άλλο δεν το άφηνε το Σύνταγμα να κατέβει στο Σύνταγμα. Το τρίτο δεν το άφηνε ο γιατρός. Το παράλλο έμεινε στα κεντρικά. Το τελευταίο -δεν μπορούσα, καταλαβαίνεις...
Όχι, δεν καταλαβαίνω. Τι να καταλάβω;

Κι όταν ήρθε η σφαγή των αμνών, η σιωπή τους ήταν ενοχή και κανένα δεν ήταν αθώο του αίματός του. Κι άντε να βρεις άκρη «ποιος το έκανε» -χουντάνιτ-, σαν τον Πουαρό στα «πέντε μικρά γουρουνάκια», προβατάκια -πες το κι έτσι.

Ελπίζω τουλάχιστον να ακύρωσαν το τραπέζι που είχαν κλείσει για το βράδυ.
Με λένε Αρτέμη
...

-.-

Έφτασα νωρίς. Δεν μπορούσα να κάνω βόλτα στην πλατεία, να εκτιμήσω το πλήθος. Δεν είχα σήμα στο κινητό να δω εικόνες στο διαδίκτυο. Ούτε είχε μεγάφωνα σε όλο το μήκος για να ακούς τις ομιλίες. Σαν κάτι αγώνες που πας γήπεδο, δεν έχεις καλή θέση, δεν πιάνεις πολλά από την εξέλιξη και θα το έβλεπες καλύτερα σπίτι, σε 55άρα οθόνη. Αλλά τι θα είχες νιώσει από τον παλμό και την ουσία, αν δεν το είχες ζήσει από κοντά;

Ζήλεψα τις εικόνες από πάνω. Αδιανόητος κόσμος! Μια πόλη-φάντασμα, στοιχειωμένο κίνημα, υγρασία και μουχλιασμένα μυαλά. Οι αναμνήσεις παίρνουν εκδίκηση, σάρκα και οστά, γίνονται λάβα, πυρκαγιά που καίει την πόλη, σαν αυτή του ’17.

Σκέφτομαι όσα αξιωθήκαμε να ζήσουμε, ξεσπάσματα, διαδηλώσεις, μεγάλες στιγμές. Οι μεγαλύτερες στα χρονικά, λένε. Και εγώ φοβάμαι και ελπίζω, λέφτερος. Να μην ήταν η κορύφωση, οι πιο όμορφες μέρες που ζήσαμε. Να μην είναι απλό στιχάκι, αλλά να το κάνουμε πράξη.

Ίσως περιμένω να γίνει μόνο του, ίσως έπρεπε να κάνω περισσότερα. Ίσως οι συνθήκες να μη μας περιμένουν μια ζωή να ωριμάσουμε. Θέλω κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό, όπως όλοι -κι ας μην ξέρουν πώς θα φτάσουμε ως εκεί. Αρκεί να λύσουμε, να ξεκινήσουμε. Όχι πάμε και όπου βγει, αλλά για την Ιθάκη, που ουδέποτε μας γέλασε.

Με κόκκινο πανί ένα καράβι απ’ το ’50 έχει να φανεί. Κι η Πηνελόπη έχει κουραστεί.

Σάββατο 8 Μαρτίου 2025

Ξανά λαός

Μαζικές προσυγκεντρώσεις, στοχευμένες ομιλίες. Πολλά σωματεία, λίγες πινελιές, εξωκοινοβούλιο στις γωνίες. Αραιές γραμμές στην αρχή, μετά πολύς χύμα κόσμος, γέμισε τα κενά. Ψάχναμε ο ένας τον άλλο, που σήκωνε το αυτοσχέδιο πλακάτ, -βλέπεις ένα «δολοφόνοι»; Βλέπω πολλούς δολοφόνους παντού, αλλά τους έχουμε πολιορκήσει.

Στο τέλος ο κόσμος δεν έφευγε, ζητούσε κάτι παραπάνω, μια κορύφωση, αλλά η κάθαρση δεν είναι μονόπρακτο για της βουλής τα έδρανα. Κάποιοι θέλουν περισσότερα, κάποιοι κάνουν την γκρίνια άποψη, αλλά δεν είναι λίγα όσα έχουμε την άλλη βδομάδα. Η συναυλία, η εκδήλωση των φοιτητών, το κάλεσμα στο Εφετείο για το Μάτι -ναι αλλά για το κράτος που δε θέλει να δώσει λεφτά για αποζημιώσεις δε λέτε τίποτα...


Για στάσου, όμως. Ένα ακαταμάχητο ντεζαβί -το Μάτι σου αυτό μου είναι τόσο γνωστό. Σα να τα έχουμε ζήσει όλα αυτά, κάπου τα έχω γράψει -ακριβώς δυο μέρες πριν. Σαν τη μέρα της κινηματικής μαρμότας, αλλά δεν τιμωρεί εμάς, δεν είναι ο βράχος του Σίσυφου -βράχο-βράχο τον καημό μου. Θα τη ζούμε ξανά από την αρχή, ως τη δική τους τιμωρία, μέχρι τέλους. Ξανά λαός. Ξανά λαός...

Και τι εστί τέλος; Τέλος εστί σκοπός, που είναι η δικαίωση και έχει πολλές διαβαθμίσεις. Από τις ποινικές ευθύνες στους δολοφόνους της κυβέρνησης, ως τους δημόσιους σιδηρόδρομους, τις ασφαλείς συγκοινωνίες και τους πολιτικούς όρους που θα τους διασφαλίσουν, έξω από το σύστημα που γεννά Τέμπη και μας βλέπει σαν αριθμούς. Και αυτούς στρεβλά...

157 υπέρ, μείον 57 θύματα, περισσεύουν 100, να τα δώσουμε στους ένστολους. 100 ευρουλάκια θα πάρω από σένα, που έλεγε κι ο Μπαλούρδος -δεν έχει μόνο ο Μητσοτάκης το χάρισμα του προφήτη. Μείον ένας, που τον διέγραψαν για τα προσχήματα -κι ούτε αυτό τελικά, απλή παραπομπή με ερώτημα διαγραφής. Δύο εκατομμύρια στον δρόμο, από την άλλη, με τη δική τους πρόταση μομφής. Ξεκάθαρη πλειοψηφία η κυβέρνηση, απλά μαθηματικά.

Κάποτε ο Ντε Γκολ έλεγε πως πρεσβεύει τη μουγγή πλειοψηφία, που παλεύει για το δικαίωμά της στη νιρβάνα και το πατατάκι, και «μίλησε» στην κάλπη, ένα μήνα μετά τον Μάη του ’68 -κάπως σαν τα καθ’ ημάς με τα Τέμπη, που κάποιοι τα βλέπουν ως το νέο Πολυτεχνείο, που κάποιοι το είδαν ως τον απόηχο του Παρισινού Μάη, αλλά είχε πολύ βαθύτερο ιστορικό αποτύπωμα.

Αυτοί εδώ όμως ούτε πλειοψηφία είναι, ούτε σιωπηλοί. Ξαμολάνε μαντρόσκυλα να γαβγίζουν στις οθόνες, και όποτε ανοίγουν το στόμα τους βγάζουν οχετό ενάντια στα θύματα, τους συγγενείς -τώρα και για τις γυναίκες. Τράβα κάνε κανά παιδί, να μεγαλώσει, να το σκοτώσουν σε κάποια Τέμπη και αυτό, και να σε βρίζουν πάλι. Μια απέραντη κοιλάδα δακρύων και Τεμπών.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να τιμήσεις τη μέρα. Να στείλεις τη γυναίκα σπίτι, στην κουζίνα ή στο κρεβάτι για τεκνοποίηση. Να καμαρώνεις ότι είσαι η μόνη γυναίκα αρχηγός, ξύνοντας από το βιβλίο της ιστορία την Αλέκα -ακόμα και τη Φώφη. Να καμαρώνεις τη Ζωή γιατί... «έχει τα αρχίδια που δεν έχουν οι άλλοι στη βουλή». Ή να μοιράσεις λουλούδια στις γυναίκες, σαν τον ΓΓ -ή όπως έκαναν στη Σοβιετία. Γη και τριαντάφυλλα...


Μπορείς να σκεφτείς την ελευθερία σαν μια ωραία γυναίκα. Αλλά αντί να κάνεις έρωτα μαζί της, να αυνανιστείς -σαν τα μαλακισμένα που διαλύουν με μπάχαλα μια συγκέντρωση, ό,τι ώρα τους γκαβλώσει (πχ ελεύθερη ή ώρα για σπορ). Αλλά αν τα αυτιά τους δεν είναι μόνο για χάιδεμα, ίσως άκουσαν την αναφορά του γγ στον Κατσούρη και τη δολοφονία του που μπαίνει στο αρχείο -επιτέλους επιτελικό κράτος και δικαιοσύνη, όχι αστεία.
Κι είπε κι άλλα ωραία που χάνονται αν δε γίνουν βιντεάκια στο Λούμπεν -για τον Μητσοτάκη που παράκουσε στο «παραιτήσου», για την αξιολογημένη Hellenic Train, και τις θεωρίες για το φορτίο που μπορεί τελικά να ήταν νταμιτζάνες με τσίπουρα...

Θα μπορούσαμε ακόμα να διαδηλώνουμε ή να απεργούμε. Έστω όπως στην Ισπανία, που βιώνουν machismo και γυναικοκτονίες σε καθημερινή βάση. Μπορεί οι περισσότεροι να μην ξεπερνάν το ταβάνι του αστικού φεμινισμού -γιατί «αν ήταν Πούτινα, δε θα είχαμε πόλεμο», και πάρε τώρα έναν Τραμπ να ’χεις. 


Τουλάχιστον όμως αντιδρούν και έχουν ένα επίπεδο ευαισθητοποίησης, που αποτυπώνεται ακόμα και στον αθλητικό τύπο, σε αντίθεση με εδώ που... Α, ναι. Υπάρχει και το Sportime. Που υπερασπίζεται τα δικαιώματα των εμβρύων και τη ζωή. Όλα ταιριαστά.


Σε άλλα ακροδεξιά νέα, ο Καρατζαφύρερ διαγράφτηκε από το ΛΑΟΣ -με απόφαση Καμπούρη. Αν μη τι άλλο είναι επίτευγμα να σε διαγράφουν από το κόμμα που ίδρυσες και να τελειώνει άδοξα η καριέρα σου. Αλλά και αν φεύγουν οι ζευγάδες, η σπορά (των ηττημένων του '45) μένει μωρέ και τον κόσμο βασιλεύει -Άδωνης, Βορίδης, Πλεύρης και σκατοψυχιά παντού. Και για κάθε χαμένο κεφάλι, έρχονται δύο στη θέση του, χρυσές αυγές εφεδρείες του συστήματος. Ξανά ΛΑΟΣ, ξανά ΛΑΟΣ...

Πέρα από τον Βόλγα δεν υπάρχει γη. Αλλά πέρα από την ουσία υπάρχει το πατατάκι, που απειλεί να τα σκεπάσει όλα -σαν κίνημα της πατάτας. Κι αλίμονο αν ήταν απλές «πατάτες» όσα κάνει ο κυβερνητικός λόχος -που και εντολή να είχε να ανεβάσει τη Ζωή, δε θα μπορούσε να της κάνει τόσο καλή διαφήμιση. Και να πώς φτιάχνονται οι βολικές αντιπολιτεύσεις. Ψήφισε Ωνάσεια, δώσε το 16, να σου δώσω το 86 περί ευθύνης υπουργών, έκλεισε η κολεγιά και τα ιδιωτικά κολέγια.

Ρίξε και δυο δημοσκοπήσεις να φουσκώνουν Λύση και Πλεύση, καβάλα στο κύμα της οργής. Και η Ζωή να περνά (και χάνεται) στο πλήθος της συγκέντρωσης, χωρίς να έχει την παραμικρή σχέση με το κίνημα. Έχει όμως βίντεο και δύο κάμερες να καταγράφουν το πέρασμά της και να ζηλεύουν οι υπουργοί που δεν έχουν τέτοια άνεση. Μάθε μπαλίτσα και μάρκετινγκ...

Η αντίσταση κορυφώνεται με τα τρικάκια της νεολαίας ΝεΑΡ (της ποιας;), με σύνθημα «είστε ένοχοι», αλλά ξέχασαν τον Σπίρτζη. Κι ο Μητσοτάκης να λέει πως συμβαίνουν αυτά -σε ζωντανές εκπομπές και σόου της κακιάς ώρας. 


Αλλά όταν «μαλώνουν» -τόσοι γάιδαροι- στο κτίριο της βουλής, η αντιπολίτευση είναι στους δρόμους. Και είναι ωραίο να μην το λες μόνος, αλλά να το ακούς κι από τους γονείς που έρχονται να μιλήσουν στις συγκεντρώσεις.

Το πρωί γέμισε όλη η Σταδίου φοιτητές και μαθητές. Τους κοιτούσαν αμήχανα κάτι τουρίστες με μπλουζάκια «I love Greece», μες στο κλίμα, γιατί εδώ υπάρχει ΠΑΜΕ και ελληνική ιδιαιτερότητα, γραφικά ηλιοβασιλέματα και φοιτητικό μπλοκ Ρουβίκωνα -sic... Καλά τα ταξίδια, αλλά τι να το κάνεις το εξωτερικό και τις μητροπόλεις του άμα δεν έχει κίνημα.


Come with us για να την βρεις, να διαδηλώσουμε together.
Crisis pay the plutocracy.

Οι Υπεραστικοί είπαν θανασομάλαμα, «μες στην κοιλάδα των Τεμπών» -και μέσα ο γουγού να λέει για τσίπουρα, αλλά οι φασαίοι γουστάρουν Ζωή και θα μείνουν ως τις 4 η ώρα, να μιλάει όσο θέλει. Και στο καπάκι «ξανά λαός», «ξανά λαός». Σα θα βγούμε πάλι στους δρόμους, το σκοτάδι θα καίμε με φως!

Και οι μάνες των νεκρών να σε αφήνουν πάλι βουβό, με ανοιχτό στόμα. Για το παιδί που σκοτώθηκε στα Τέμπη και δεν πρόλαβε να μάθει το «άριστα» που πήρε σε μια εργασία του, στο Φυσικό του ΑΠΘ -αν είχαν και άλλοι το μυαλό του, δε θα ακούγαμε τόσες ανοησίες για τα έλαια σιλικόνης.
Και για το «ευχαριστώ» που μας είπαν, γιατί είμαστε εκεί για τα παιδιά τους. Ενώ εσύ νιώθεις τεράστια ευγνωμοσύνη, που βρίσκουν τη δύναμη να βγουν μπροστά και συσπειρώνουν τόσο κόσμο.


Και που σε κάνουν, επιτέλους, λίγο περήφανο για αυτόν τον λαό. Μπορεί να έχει καταπιεί τόσα, να είναι αναίτια απαθής κάποιες φορές, αλλά είναι κοιμώμενος γίγαντας. Μπορεί να τρέξει πρόθυμα να πατήσει την πρώτη μπανανόφλουδα στη γωνία, να κάνει πλάγια βήματα σαν καβουράκι η συνείδησή του και να έχει ένα σωρό αντιφάσεις -που είναι και η πηγή της εξέλιξης-, αλλά όταν αφυπνίζεται και βλέπει τη δύναμή του, είναι υπέροχος.

Ξανά λαός. Ξανά λαός!


Υγ: Πάμε όλοι μαζί

Κράτος δολοφόνος, σάπια πολιτεία
Δεν ήτανε ατύχημα, ήταν δολοφονία

(Πάλι καλά, δεν είπαμε πουτ@ν@ πολιτεία)

Και επίσης.

Οργή, θυμός
Το κράτος ο εχθρός

Τι έγινε, ρε παιδιά; Γίναμε αναρχία και δεν το ξέρουμε;