Δευτέρα 18 Νοεμβρίου 2013

Εσύ δρεπάνι πάρε τους το σκαλπ...

…κι εσύ σφύρο πας για τρίτο γύρο

Η προκήρυξη της ανάληψης για την πολιτική ευθύνη της δολοφονίας των χρυσαυγιτών ήρθε μόλις μία μέρα πριν την επέτειο του πολυτεχνείου, μη τυχόν και ξεστρατίσει κανενός η σκέψη και δεν πάει κατευθείαν ο νους του να κάνει τη σύνδεση. Και αν είχαν λίγο χιούμορ τα παιδιά θα μπορούσαν να ονομάσουν τη δική τους οργάνωση 16νοέμβρη για να δέσει το γλυκό.

Το κείμενο ήταν κάπως πιο προσεγμένο από τα αντίστοιχα της σέχτας –όπου έμπαζε ακόμα και το όνομα της οργάνωσης. Μπορεί αυτή τη φορά να είχαν καλύτερη μέθοδο «αντιγραφής-επικόλλησης» από το διαδίκτυο· ή να έβαλαν μια τάξη ασφαλίτες να γράψουν έκθεση ιδεών και να βράβευσαν την καλύτερη με δημοσίευση. Αλλά πέρα από τον ιδεολογικό αχταρμά –για να χωρέσει στο μίγμα όλο το αριστερό άκρο- τους προδίδουν κάποια σημεία με γραφικές διατυπώσεις του στιλ: «να τους ανοίγει τα κεφάλια με σφυρί, να τους κόβει προς παραδειγματισμό το χέρι με δρεπάνι».
Που εμένα προσωπικά μου θύμισε εκείνο το παλιό σύνθημα των αρειανών: εσύ γιαννάκη παρ’ τους τα μυαλά κι εσύ γκάλη παρ’ τους το κεφάλι. Εξ ου και η εισαγωγή του κειμένου με το σχετικό τίτλο (που έχουμε πόσα χρόνια να δούμε στο αλεξάνδρειο).

Κατά τα άλλα η χτεσινή μέρα σημαδεύτηκε από τη γυμνή διαμαρτυρία δυο διαδηλωτών μπροστά σε αστυνομικούς. Όταν λέμε γυμνή εννοούμε κυρίως από στόχευση και πολιτικό περιεχόμενο. Γιατί πιο πολύ και από το να δείξει πως ο βασιλιάς και οι σημερινοί κρατούντες είναι γυμνοί ή να παραπέμψει συμβολικά στα γυμνά στήθη των φοιτητών του πολυτεχνείου μπροστά στα τανκς της χούντας, αυτό που κατέδειξε ήταν η ιδεολογική γύμνια μιας ελαφριάς μερίδας του κινήματος, που βαδίζει ξυπόλητη στα αγκάθια. Τουλάχιστον δε ντύθηκε με τη σοβαροφάνεια άλλων πολιτικών λύσεων και προτάσεων, που είναι εξίσου κενές πλην βαρύγδουπες και γεμίζουν άσκοπα την επικαιρότητα.
Μα οι κυβερνήσεις μένουνε –μαζί με το χρέος- και το ηθικό μας πέφτει.

Αυτά δεν τα γράφω ως κάποια αφ’ υψηλού θεώρηση για την «άμαθη πλέμπα». Είναι ζήτημα εξάλλου αν και τα δικά μας ρούχα είναι επαρκή για αυτές τις συνθήκες. Μπορεί να γινόμαστε κόμμα παντός καιρού αλλά είναι κάποιες μέρες που δεν ξέρεις τι να φορέσεις με τέτοιο παλιόκαιρο κι αν τελικά θα αρέσεις στον κόσμο που σε βρίσκει ξεπερασμένο κι εκτός μόδας. Γιατί δηλ, τι έχουν τα ταγάρια και τα αμπέχονά μας;
Άλλο αυτό όμως και άλλο να κάνεις πολιτικό γυμνισμό από άποψη και να τον ανάγεις σε ιδεολογία, πιστεύοντας πως οτιδήποτε άλλο είναι αφύσικο και σκλαβώνει τον άνθρωπο στον ‘πολιτισμό ως πηγή δυστυχίας’.

Μιας και μιλήσαμε για πολιτισμό (και δυστυχία) ο χτεσινός ρίζος είχε τη διακήρυξη της κετουκε για τα 95χρονα που σηματοδοτεί μια γεμάτη πενταετία μέχρι τα εκατόχρονα του κουκουέ. Του πιο νέου κόμματος, που πρεσβεύει τη νιότη του κόσμου, το σοσιαλισμό-κομμουνισμό. Και κάνει κάλεσμα σε νέους καλλιτέχνες κι επιστήμονες να εμπνευστούν από την επέτειο και να συμβάλουν στον εορτασμό της με τις δημιουργίες τους.

Ιδού η ρόδος για τη γενιά μας να κάνει το άλμα και να φτάσει τους κολοσσούς των χρόνων της μεταπολίτευσης –και προγενέστερων- που παραμένουν αξεπέραστοι. Κι αυτό το βλέπει κανείς –ή μάλλον το ακούει- με εκκωφαντικό τρόπο στα μεγάφωνα των συγκεντρώσεών μας, είτε παίζουν τα ίδια και τα ίδια από το ένδοξο παρελθόν, είτε βάζουν άλλα πιο σύγχρονα που δε συγκινούν κανένα. Και να πεις πως δεν προσφέρεται η εποχή μας για εμπνεύσεις…

Εμπρός για της γενιάς μας τα πολυτεχνεία, σε κάθε επίπεδο. Για να μην χρειαστεί στο ιωβηλαίο να καταφύγουμε σε «πεπατημένες λύσεις» όπως φέτος, με τη συναυλία στο σεφ και το αφιέρωμα στο έργο του θεοδωράκη. Ο οποίος με τη διαδρομή του σε αναγκάζει να δοκιμάσεις κάπως την πίστη σου στο μαρξισμό κι όσα ήξερες για τη διαλεκτική ενότητα του έργου με το δημιουργό και να πας τελικά με την εκδοχή της σχετικής αυτονόμησης του πρώτου από τον δεύτερο, για να μην πέσεις σε τοίχο αδιέξοδο.

Κι ίσως κάποτε «αξιωθούμε» κι εμείς να ζήσουμε στιγμές ανάλογες με τη μαγεία και τον ηλεκτρισμό της πρώτης επετείου του πολυτεχνείου. Τη μέρα που οι κρατούντες προγραμμάτισαν εκλογές, για να σκεπάσουν με τη γιορτή της δημοκρατίας το κίνημα και τον κόσμο που έβγαινε στους δρόμους. Το πολυτεχνείο όμως δεν ήταν γιορτή –κι οπωσδήποτε όχι γιορτή της αστικής δημοκρατίας. Η πορεία μεταφέρθηκε μία εβδομάδα μετά και είχε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου, από το πολυτεχνείο ως το σύνταγμα, σε πυκνές γραμμές. Με το ρίτσο να απαγγέλλει στίχους του και το κοινό να φλέγεται, να χειροκροτεί, να απογειώνεται.



Και το ερώτημα είναι ποιος θα τα δείχνει όλα αυτά στη μικρή οθόνη, τώρα που δεν υπάρχει ερτ και το πολύτιμο αρχείο της. Η οποία θυμήθηκε μέσα στο τριήμερο τις «αγωνιστικές της καταβολές» κι εξέπεμψε ένα πολύ καλό πρόγραμμα με συνεχή ενημέρωση από τις συγκεντρώσεις. Αυτά όμως έχουν μεγαλύτερη αξία όταν γίνονται εγκαίρως κατ’ επιλογήν κι όχι κατ’ ανάγκη εκ των υστέρων –γιατί τότε είναι πολύ αργά.

Κατεβαίνεις λοιπόν στην πορεία του πολυτεχνείου και ψάχνεις το συναίσθημα που είχε περιγράψει ο σαββόπουλος: η συγκέντρωση ανάβει κι όλα είναι συνειδητά. Αλλά πώς να το βρεις σε μια πόλη που νομίζει ότι έχει λυμένα τα προβλήματά της, σαν τα χανιά καλή ώρα..
Αποφεύγεις λοιπόν όσους φαντασιώνονται πως το ξαναζούν εδώ και τώρα (βοήθειάάάάάά τους) –και η ραχήλ στα κάγκελα, μαζί με τα μυαλά. Και καταλαβαίνεις πως πρέπει να το ξαναβρούμε μόνοι μας. Να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα, να ανακαλύψουμε τη φωτιά, για να κρατήσουμε τη φλόγα ζωντανή. Να κομίσουμε γλαύκας εις αθήνας, γιατί πήξαμε στους μπούφους και τις κουτοπόνηρες αλεπούδες.

Αγώνας-γνώση-τόλμη και αντοχή, όπως λέει ένα καινούριο σύνθημα της οργάνωσης. Κι ας θυμίζει λίγο ένα παλιό παρατσούκλι του βουρνούκιου από τους υπεραστικούς: «επιμονή, μυαλό και τόλμη», από το οποίο δικαιολογούσε κυρίως το πρώτο στα σχόλιά του –αλλά δεν πειράζει γιατί σήμερα γιορτάζει και αμαρτίαν ουκ έχει.

Η δική μας ερυθρόδερμη φυλή λοιπόν –περικυκλωμένη από μια άγρια καπιταλιστική δύση- αντιστέκεται στο μεθοδευμένο εκφυλισμό του πολυτεχνείου και των αγώνων. Και είναι από σπάνιο υλικό, που παίρνει τις καλύτερες παραδόσεις της ανθρωπότητας και ατσαλώνεται απ’ τις συνθήκες. Δεν ξεγελιέται από χάντρες και καθρεφτάκια, ούτε μπλέκει σε «ενδοαριστερό εμφύλιο» -γιατί όπως και με τον ελληνικό εμφύλιο, το ζήτημα ήταν ταξικό, όχι από πού κατάγεται ο καθένας.

Και ποια είναι αυτή η περίφημη φυλή των λακεδαιμονίων;
Είμαστε η κόκκινη φυλή των κούτσι (από το όνομα του νέου γγ) ενώ παλιότερα λεγόμασταν η φυλή των αλεκούτσι, με καταγωγή τη (γουινέα) παπαούα.

Υστερόγραφο

Ένα άλλο φετινό σύνθημα ξεκινούσε κάπως έτσι: «εμπρός λαέ άλλαξε σελίδα...». Η οποία μοιάζει να ‘χει κολλήσει όπως σε εκείνα τα παλιά βιβλία που ήταν κολλημένα και χρειάζονταν «σταλινικές μέθοδες» με χαρτοκόπτη. Αν και το βασικό πρόβλημα είναι πως ο λαός έχει κολλήσει στην ίδια σελίδα, επειδή δεν του αρέσει τόσο το διάβασμα, μόνο να του διαβάζουν παραμυθάκια για να αποκοιμάται ήσυχα η ταξική του συνείδηση. Εδώ δεν μπορεί καλά-καλά να βγάλει ένα κεφάλαιο, πόσο μάλλον το Κεφάλαιο του κάρολου ή έστω το κεφάλαιο για την υπεραξία.
Μπορεί ο κάρολος να αφιέρωσε το «Κεφάλαιο» στην εργατική τάξη, αλλά αυτή πολύ δύσκολα θα αφιερώσει στο τέλος μιας δύσκολης μέρας της τον χρόνο και τον κόπο που απαιτείται για την ανάγνωσή του. Και το πιο πιθανό είναι να τον καταβάλλει η κούραση προτού καν προλάβει να γυρίσει σελίδα.

Κι έτσι ανοίγουμε ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο με τα συνθήματα του πολυτεχνείου. Αλλά αυτό θα το δούμε σε επόμενη ανάρτηση.

Κυριακή 17 Νοεμβρίου 2013

Η διαμόρφωση της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος κι η διαπάλη με τον οπορτουνισμό

Στην παρούσα ανάρτηση η κε του μπλοκ κάνει μια επιλογή αποσπασμάτων από την μπροσούρα της ιδεολογικής επιτροπής της κετουκε «θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του κκ» και συγκεκριμένα από το κεφάλαιο για τη «διαμόρφωση της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος» και τη «διαπάλη με τον οπορτουνισμό» (σελ. 185-206). Στα αποσπάσματα αυτά παρουσιάζονται κριτικά οι επιλογές και η πορεία διαμόρφωσης της στρατηγικής της κομμουνιστικής διεθνούς. Ο αναγνώστης καλείται να ανατρέξει και στο τρέχον τεύχος της κομμουνιστικής επιθεώρησης για να διαβάσει παράλληλα τις σχετικές επισημάνσεις του μαΐλη (στο άρθρο του για τη στρατηγική του κουκουέ επί ζαχαριάδη), που θα αξιοποιηθούν και θα παρουσιαστούν σε προσεχή ανάρτηση. Μπορεί επίσης να βρει εδώ ένα παλιότερο άρθρο του κύριλλου παπασταύρου στην κομεπ με τίτλο «αναφορά στην ιστορία της στρατηγικής του κομμουνιστικού κινήματος, όπου πρωτοδιατυπώθηκαν βασικές θέσεις και συμπεράσματα αυτού του κεφαλαίου.


Η πολεμική απέναντι στη συγκροτημένη και προδοτική σοσιαλδημοκρατία (β’ διεθνή) εκ μέρους του κομμουνιστικού κινήματος, της κομμουνιστικής διεθνούς (κδ) υπήρξε έντονη σε όλη τη δεκαετία του 1920.

Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι αυτή η πολεμική δε συνοδεύτηκε πάντα από την αντίστοιχη πρακτική αφού διαχώριζε τις δυνάμεις της σε «δεξιά» και «αριστερή» σοσιαλδημοκρατία. Αυτός ο διαχωρισμός έκφραζε ταλάντευση που επικράτησε στα κόμματα της κδ σχετικά με τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία. Ταλάντευση που αντανακλούσε και τη σχετική διαπάλη στο εσωτερικό των κομμάτων της κδ, στη διαμόρφωση της στρατηγικής της.

Κυριάρχησε η άποψη ότι τα κκ δε θα μπορούσαν να απεγκλωβίσουν εργατικές δυνάμεις που ακολουθούσαν τη σοσιαλδημοκρατία χωρίς πολιτική συμμαχιών με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Η ιστορική πείρα όμως αποδεικνύει ότι το μέρος της λαϊκής βάσης των άλλων κομμάτων κερδίζεται με το ιδεολογικοπολιτικό μέτωπο στην αστική πολιτική και τον οπορτουνισμό.

Η κδ παρά τις όποιες προσπάθειες, δεν κατάφερε να λύσει αντιφάσεις στη διαμόρφωση της ενιαίας στρατηγικής των κομμουνιστικών κομμάτων.
Η υποχώρηση της επαναστατικής ανόδου που σημειώθηκε τα επόμενα χρόνια, καθώς και η διατήρηση μεγάλης επιρροής της σοσιαλδημοκρατίας σε εργατικές μάζες έθεσαν το ζήτημα της γραμμής συσπείρωσης που θα έπρεπε να ακολουθήσει η κδ σε τέτοιες συνθήκες.

Η κδ, μετά το 3ο συνέδριό της (1921), επεξεργάστηκε σταδιακά την πολιτική του «ενιαίου μετώπου» μεταξύ των εργατών που ακολουθούσαν τους κομμουνιστές και των εργατών που ακολουθούσαν τη σοσιαλδημοκρατία. Η εκτελεστική επιτροπή (εε) της κδ συζήτησε και κατέληξε στη σχετική απόφαση στις 18 δεκέμβρη 1921. Η απόφαση επεσήμανε: «όταν μιλάμε για ενιαίο εργατικό μέτωπο, πρέπει να εννοούμε την ενότητα όλων των εργατών, που επιθυμούν να παλέψουν ενάντια στον καπιταλισμό». Η συζήτηση για το χαρακτήρα και το ρόλο του ενιαίου μετώπου συνεχίστηκε με διαφωνίες στην εε της κδ και στις γραμμές των κκ. Μια τάση απέρριπτε την ιδέα του ενιαίου εργατικού μετώπου, ενώ μια σειρά δεξιά στοιχεία μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το ενιαίο μέτωπο ως στρατηγική συμφωνία με τη ΙΙ ή τη ΙΙ1/2 διεθνή, χωρίς αρχές.

Το 1922 πραγματοποιήθηκε σύσκεψη μεταξύ αντιπροσώπων της κδ, της ΙΙ και ΙΙ1/2 διεθνούς. Η αντιπροσωπία της κδ, που αποτελούνταν από τους κ. τσέτκιν, ν. μπουχάριν, κ. ράντε, έκανε απαράδεκτες υποχωρήσεις, δεσμευόμενη ότι δε θα επιβληθεί η ποινή του θανάτου στην επικείμενη δίκη των 47 εσέρων που βαρύνονταν με πράξεις κατά της σοβιετικής εξουσίας και δολοφονίας κομμουνιστών και ότι στη δίκη τους θα παρευρίσκονταν αντιπροσωπίες και των τριών διεθνών.

Ο λένιν κάνοντας κριτική σε αυτές τις υποχωρήσεις σημείωνε ότι: «οι εκπρόσωποι της ΙΙ και της ΙΙ1/2 διεθνούς θέλουν το ενιαίο μέτωπο, γιατί ελπίζουν να μας εξασθενίσουν με τις υπερβολικές παραχωρήσεις που θα κάνουμε».

Το επόμενο διάστημα αναπτύχθηκε στους κόλπους της κδ προβληματισμός για τη δυνατότητα διαμόρφωσης «εργατικών κυβερνήσεων» ως κυβερνήσεων του «ενιαίου μετώπου». Το 4ο συνέδριο (1922) κατέληξε στον προσδιορισμό 5 τύπων εργατικών κυβερνήσεων που μπορούσαν να εμφανιστούν και τη στάση των κομμουνιστών απέναντι σε αυτές.

(…) (παραλείπω το απόσπασμα με τη σχετική επεξεργασία του 4ου συνεδρίου της κομιντέρν για τη στάση των κομμουνιστών απέναντι σε κάθε τύπο κυβέρνησης. Ο αναγνώστης μπορεί να τη θυμηθεί ακολουθώντας τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο για το άρθρο του παπασταύρου στην κομεπ και να τη βρει στο μέσο περίπου της σελίδας –ή απλώς να ανατρέξει στο βιβλίο του ου. φόστερ «ιστορία των τριών διεθνών»).

Σε πολλά τμήματα της κδ κυριάρχησαν συγχύσεις στους κόλπους των κκ άρχισαν να ενισχύονται δεξιές οπορτουνιστικές απόψεις σε αντιπαράθεση προς τις θέσεις «αριστερίστικων» τάσεων άρνησης των άμεσων στόχων πάλης στα προγράμματα των κκ.

Κατά τη διάρκεια του 5ου συνεδρίου της κδ (1924) αναπτύχθηκε συζήτηση για το χαρακτήρα της εργατοαγροτικής κυβέρνησης, κυρίως για τις χώρες των βαλκανίων και της ανατολικής ευρώπης. Απορρίφθηκε επίσημα η τοποθέτηση ότι η εργατοαγροτική κυβέρνηση μπορούσε να διαμορφωθεί σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας και ουσιαστικά αναγνωρίστηκε ως δικτατορία του προλεταριάτου. Ταυτόχρονα, στο ίδιο συνέδριο αναδείχτηκαν προβλήματα στο εσωτερικό των κομμάτων και καταδικάστηκαν όλες οι δεξιές θέσεις που είχαν εμφανιστεί εκείνη την εποχή μαζί βεβαίως και με τις θέσεις των τροτσκιστών οι οποίοι διαγράφτηκαν από τις γραμμές της κδ.

Σε αυτές τις συνθήκες προέκυψε η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίου προγράμματος της κδ που θα εξειδικευόταν από τα εθνικά τμήματά της, τα κκ κάθε χώρας με ενιαία κριτήρια. Αυτό το ζήτημα κλήθηκε να αντιμετωπίσει το 6ο συνέδριο της κδ (1928).

Πριν και κατά τη διάρκεια του συνεδρίου εκδηλώθηκε διαπάλη με τις δεξιές οπορτουνιστικές θέσεις που εισηγήθηκε ο ν. μπουχάριν.

Στο συνέδριο υπήρξε σκεπτικισμός και διαπάλη ως προς το χαρακτήρα της επανάστασης ανά κατηγορία χωρών και κυρίως αυτών με σχετικά καθυστερημένη καπιταλιστική ανάπτυξη (με ακόμα μεγάλο μερίδιο των αγροτών στον οικονομικά ενεργό πληθυσμό) αλλά και των αποικιών.

(εδώ παραλείπω το απόσπασμα που ακολουθεί με την απόφαση του 6ου συνεδρίου της κομιντέρν για τους τρεις βασικούς τύπους χωρών –ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξής τους: ανεπτυγμένου καπιταλισμού, μέσου επιπέδου και αποικίες ή μισοαποικίες- και τον χαρακτήρα της επανάστασης που αντιστοιχεί στον καθένα)

Είναι θέμα διερεύνησης η ορθότητα της μεταφοράς της επεξεργασίας των «δυο τακτικών της σοσιαλδημοκρατίας» για την τσαρική ρωσία του 1905, στις συνθήκες της δεκαετίας του 1920, ακόμα και για χώρες με άλυτα αστικοδημοκρατικά ζητήματα (πχ η διατήρηση της μοναρχίας) όπως η ελλάδα. Προς διερεύνηση είναι και η αντικειμενική εκτίμηση των μισοφεουδαρχικών σχέσεων στην αγροτική παραγωγή σε αυτές τις χώρες, ώστε να βαρύνουν στο χαρακτηρισμό της κοινωνίας.

Στα χρόνια του μεσοπολέμου η σοσιαλδημοκρατία πήρε ανοιχτά χαρακτηριστικά αστικού κόμματος διακυβέρνησης στα πλαίσια του αστικού πολιτικού συστήματος. Τα δύο τμήματά της (ΙΙ και ΙΙ1/1 διεθνής) ενώθηκαν σε μια ενιαία διεθνή, η οποία σταδιακά εγκατέλειψε τις όποιες επαναστατικές διακηρύξεις και υιοθέτησε θέσεις περί οργανωμένου καπιταλισμού και σταδιακού περάσματος στο σοσιαλισμό μέσω μεταρρυθίσεων.

Πρωτοστάτησε στον αντικομμουνισμό, λειτουργώντας ως συγκοινωνούν δοχείο σχετικά με την άνοδο του φασισμού σε μια σειρά χώρες, ενώ μια σειρά φασιστικές δυνάμεις ξεπήδησαν μέσα από τους κόλπους των σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων.

Η άνοδος του φασισμού σε μια σειρά χώρες είχε πολύπλευρη επίδραση στο κομμουνιστικό κίνημα και την κδ.

Απασχόλησε η ερμηνεία του φαινομένου και η αντιμετώπισή του από το κομμουνιστικό κίνημα σε συνθήκες καπιταλιστικής οικονομικής κρίσης και έντασης των προετοιμασιών για ένα νέο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, με όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, αλλά και κοινό στόχο τη συντριβή της σοβιετικής ένωσης. Οι φασιστικές δυνάμεις έδωσαν έντονο αντικομμουνιστικό χαρακτήρα στον προσανατολισμό τους, χαρακτηρίζοντας μάλιστα το σύμφωνο ανάμεσα στη γερμανία και την ιαπωνία το 1936 ως «αντι-κομιντέρν σύμφωνο».

Στους κόλπους της κδ αναπτύχθηκε προβληματισμός και διαπάλη, που καταγράφεται άλλωστε και από τους ιστορικούς της κδ (τους μετέχοντες σε αυτή). Κυριάρχησε η άποψη για την ανάγκη διαμόρφωσης ενός ευρύτερου αντιφασιστικού λαϊκού μετώπου (λμ) που θα διεκδικούσε κοινοβουλευτικά την κυβέρνηση και έτσι θα εμπόδιζε την ανάδειξη φασιστικών κυβερνήσεων και ταυτόχρονα θα απέτρεπε τη συγκέντρωση των πιο επιθετικών δυνάμεων ενάντια στην εσσδ.

Οι αποφάσεις του 7ου συνεδρίου (1935), αντανακλώντας και τη διαπάλη στις γραμμές της κδ, προέβλεπαν ορισμένες «δικλείδες», όπως πχ ότι η συγκρότηση της κυβέρνησης του λμ θα ήταν προϊόν όξυνσης της ταξικής πάλης κλπ. Στην πράξη όμως άνοιξε ο δρόμος για άνευ όρων συμφωνίες με σοσιαλδημοκρατικά και αστικά κόμματα, για άκριτη στήριξη των αστικών κυβερνήσεων στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο, ακόμη και παρά την αντίθετη κατεύθυνση της εε της κδ, άνοιξε η συζήτηση για ενοποίηση κομμουνιστικών κομμάτων με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα κ.ά.

Η πράξη απέδειξε ότι η πολιτική του λμ δεν μπόρεσε ούτε να αντιμετωπίσει την άνοδο του φασισμού ούτε όπως ήταν φυσικό να σταματήσει τον πόλεμο.

(…) (παραλείπω μια παράγραφο για την εκδήλωση του οπορτουνισμού στο εσωτερικό της εσσδ με τις απόψεις του τροτσκιστικού και του μπουχαρινικού ρεύματος).

Στα μέσα του πολέμου (1943) η κομμουνιστική διεθνής αποφάσισε την αυτοδιάλυσή της. Αρνητική εξέλιξη για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ήταν η έλλειψη κέντρου συντονισμένης επεξεργασίας της επαναστατικής στρατηγικής για τη μετατροπή του αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο ή στην ξένη κατοχή σε αγώνα για την εξουσία, ως ενιαίο καθήκον που αφορούσε το κάθε κκ στις συνθήκες της δικής του χώρας.

Ανεξάρτητα από τις αιτίες που οδήγησαν στη διάλυση της κδ, είναι αντικειμενική η ανάγκη το κομμουνιστικό κίνημα σε διεθνές επίπεδο να διαμορφώνει ενιαία επαναστατική στρατηγική, να σχεδιάζει και να συντονίζει τη δράση του απέναντι στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα.


Η όλη εξέλιξη έδειξε ότι στις χώρες της κεντρικής και ανατολικής ευρώπης η αντιφασιστική πάλη οδήγησε στην ανατροπή της αστικής εξουσίας και με την άμεση διεθνιστική στήριξη των λαϊκών κινημάτων από τον κόκκινο στρατό. Ωστόσο στην καπιταλιστική δύση τα κκ δεν κατόρθωσαν να διαμορφώσουν στρατηγική μετατροπής του ιμπεριαλιστικού πολέμου ή του απελευθερωτικού αγώνα σε πάλη για την κατάκτηση της εξουσίας. Βρέθηκαν αδύναμα απέναντι στην ευελιξία της αστικής τάξης της χώρας τους να διαμορφώνει συμμαχίες υπεράσπισης της εξουσίας της και να αναδιατάσσει έγκαιρα τις διεθνείς συμμαχίες της.

Σάββατο 16 Νοεμβρίου 2013

Η πορεία αποκατάστασης του επαναστατικού χαρακτήρα του ΚΚΕ

Κείμενο του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ

*Εν όψει της αυριανής επετείου των 95χρονων του κουκουέ η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει σήμερα από το τρέχον τεύχος της κομεπ, το πρώτο μέρος-εισαγωγή από ένα άκρως ενδιαφέρον κείμενο του πγ της κετουκε για την αποκατάσταση του επαναστατικού του χαρακτήρα. Στο κείμενο αυτό μεταξύ άλλων το πγ προαναγγέλλει τη συγγραφή του τρίτου τόμου του δοκιμίου ιστορίας του κόμματος και δίνει κάποιες πρώτες κατευθύνσεις και συμπεράσματα.

-.-.-

Το ΚΚΕ, συμπληρώνοντας 95 χρόνια ύπαρξης και δράσης, μπαίνει στην τελευταία πενταετία για τη συμπλήρωση των 100 χρόνων, το Νοέμβρη του 2018.

Στην πενταετία που προηγήθηκε το Κόμμα μας είχε σημαντικά ιδεολογικά-πολιτικά επιτεύγματα: Την απόφαση του 18ου Συνεδρίου (Φλεβάρης 2009) «Εκτιμήσεις και Συμπεράσματα από τη Σοσιαλιστική Οικοδόμηση στον 20ό αιώνα, με επίκεντρο την ΕΣΣΔ. Η αντίληψη του ΚΚΕ για το Σοσιαλισμό». Το εγκεκριμένο από Πανελλαδική Συνδιάσκεψη (Ιούλης 2011) «Δοκίμκο Ισοτρία του ΚΚΕ, τ. Β’ 1949-1968». Το «Πρόγραμμα του ΚΚΕ», όπως διαμορφώθηκε στο 19ο Συνέδριό του (Απρίλης 2013).

Ένα από τα καθήκοντα της επόμενης πενταετίας είναι να ολοκληρώσει την ιστορική μελέτη της δράσης του για την περίοδο από την ίδρυσή του έως την κρίση του 1991, αλλά και να μελετήσει την ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), τμήμα της οποίας υπήρξε μέχρι την αυτοδιάλυσή της.

Όπως έχουμε ήδη σημειώσει και στον Πρόλογο του Β’ τόμου του Δοκιμίου Ιστορίας του ΚΚΕ, η «επανεκτίμηση θέσεων κα πολιτικών επιλογών, που προκύπτει από την αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας, δε συνιστά λαθολογία, δεν ανοίγει δρόμο στον αναθεωρητισμό και οπορτουνισμό. Οδηγεί σε επαναστατικού χαρακτήρα διόρθωση λαθών. Μηδενισμό και απογοήτευση παράγει η λαθολογία, δηλαδή η χρησιμοποίηση των λαθών για άρνηση της ιστορίας της ταξικής πάλης στην Ελλάδα με την καθοδήγηση του ΚΚΕ, για εγκατάλειψη ιδεολογικών αρχών, για αιτιολόγηση οπορτουνιστικών επιλογών» (σελ. 15).

Είναι φυσικό ότι η παραπάνω εκτίμηση δεν αφορά μόνο την περίοδο 1949-1968, αλλά και την προηγούμενη, καθώς και την επόμενη. Αναμφίβολα η ιστορία θ’ αναδείξει αδυναμίες και ανεπάρκειες και της τελευταίας περιόδου, αυτής που ξεκίνησε το 1991. Αυτό δε σημαίνει ότι θα χάσουν την ισχύ τους τα συμπεράσματα που βγήκαν ως καταστάλαγμα της ιστορικής έρευνας και μελέτης προηγούμενων περιόδων, όπως αυτά που αφορούσαν τη στρατηγική του Κόμματός μας, πολλών ΚΚ, της ίδιας της ΚΔ, τη στάση απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία, στο ζήτημα της κυβέρνησης χωρίς επαναστατική ανατροπή της αστικής εξουσίας.

Εδώ κι ενάμισι χρόνο, αναπτύσσεται μία επίθεση η οποία, ανεξάρτητα από πού προέρχεται, έχει ως στόχο να πετύχει ό,τι δεν κατάφερε ο οπορτουνισμός το 1968 και το 1991: Να μετατραπεί το ΚΚΕ σε συνιστώσα της οπορτουνιστικής και ρεφορμιστικής Αριστεράς. Να είναι το Κόμμα εγκλωβισμένο σε περίπτωση που ξεσπάσει κάποια μορφή κοινωνικής εξέγερσης. Έτσι, από ένα ευρύ φάσμα οπορτουνιστικών, σοσιαλδημοκρατικών, αστικορεφορμιστικών δυνάμεων βάλλεται η άρνηση του Κόμματός μας να συμπράξει ή να πρωτοστατήσει στη διαμόρφωση μιας κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας για την ανάδειξη μιας «αριστερής», «αντιμνημονιακής», «αντιφασιστικής» κυβέρνησης.

Στην αρχή ο ΣΥΡΙΖΑ (όσο ακόμα ήταν πιο διακριτά συγκροτημένες οι οπορτουνιστικές δυνάμεις ως ξεχωριστά κόμματα στο συμμαχικό σχήμα ΣΥΡΙΖΑ), στη συνέχεια τμήμα αυτού, αλλά και ανώνυμοι εκ των έσω διαφωνούντες με τη στρατηγική του ΚΚΕ, άδραξαν την ευκαιρία του εκλογικού αποτελέσματος για να ξεμπερδέψουν με το Κόμμα, αλλά για μια ακόμη φορά δεν τα κατάφεραν, παρά τις σοβαρές πολιτικές εκλογικές απώλειές του. Τροφοδότησαν και τροφοδοτούν την αυταπάτη αριστερού «αρώματος», ότι μέσω της αντιμνημονιακής πολιτικής και αστικών εκσυγχρονιστικών μεταρρυθμίσεων θ’ ανακοπεί η επιδείνωση της θέσης του λαού, θα πραγματοποιηθεί παραγωγική ανάπτυξη προς όφελος του λαού, ακόμα και ότι μπορεί ν’ ανοίξει ο δρόμος για το σοσιαλισμό, σιγά-σιγά, εξελικτικά, «με το μαλακό». Βεβαίως ο σοσιαλισμός που επαγγέλλονται δεν είναι τίποτε άλλο παρά ατόφιος καπιταλισμός με αριστερό αστικό κυβερνητικό σχήμα. Όμως είναι γνωστό ότι το κοινωνικοοικονομικό σύστημα δε χαρακτηρίζεται από το κόμμα που είναι στην εξουσία, αλλά από τον τρόπο παραγωγής που κυριαρχεί, από τις σχέσεις ιδιοκτησίας που προστατεύονται συνολικά από την πολιτική εξουσία (απ’ όλη τη νομοθεσία και τους μηχανισμούς της, αναπόσπαστο μέρος των οποίων είναι και η κυβέρνηση). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, με το Κομμουνιστικό Κόμμα στην εξουσία, αλλά με οικονομία αναπτυσσόμενη καπιταλιστική που την έχει φέρει μάλιστα στη δεύτερη θέση κατάταξης στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, ενώ οι μισθοί είναι από τους χαμηλότερους διεθνώς.

Αλλά υπάρχουν και πολλά αρνητικά παραδείγματα συμμετοχής ή στήριξης αστικών κυβερνήσεων από ΚΚ (πχ το Χιλιανό, το ΚΚ Γερμανίας το 1923, του δικού μας Κόμματος το 1944 με την απελευθέρωση) που τελικά αυτή η συμμετοχή λειτούργησε σε βάρος του εργατικού κινήματος στο συσχετισμό της πάλης του με την αστική εξουσία.

Έχει λοιπόν σημασία να θυμηθούμε διαχρονικά την τακτική του οπορτουνισμού, μέσα κι έξω από το Κόμμα, στην πολεμική που άσκησε στο ΚΚΕ, στην πλειοψηφία της ΚΕ σε κρίσιμες στιγμές της διαπάλης, πράγμα που αποδεικνύει τους τυχοδιωκτικούς ελιγμούς που κάνει για να πετύχει το σταθερό κι απαρέγκλιτο σκοπό του.

Το 1968 και μετά (περίοδος άνθησης του ευρωκομμουνισμού, όταν η μεταπολεμική ανασυγκρότηση και ανάπτυξη της καπιταλιστικής Ευρώπης χρειάστηκε την κεϊνσιανή διαχείριση κι επομένως επέτρεπε ορισμένες παραχωρήσεις στην εργατική τάξη, εν μέρει και ως μέσο ενσωμάτωσης-ανάσχεσης της ελκτικής επιρροής της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) κατηγορούσαν το ΚΚΕ ως δογματικό κόμμα που δεν έβλεπε την ανάγκη «αναθεώρησης» του μαρξισμού-λενινισμού στο ζήτημα του κράτους και της πολιτικής εξουσίας, στο ρόλο των μεταρρυθμίσεων κλπ.

Στο αποκορύφωμα της διαπάλης την περίοδο 1989-1991 πολεμούσαν το ΚΚΕ γιατί δεν εγκατέλειπε το μαρξισμό-λενινισμό αντικαθιστώντας τον μ’ ένα εκλεκτικό χαρμάνι από τις ιδέες του διαφωτισμού, διάφορων οπορτουνιστικών ρευμάτων μαζί με ορισμένες ιδέες του Μαρξ, κυρίως από τα πρώτα χρόνια ενασχόλησής του με τη διαμόρφωση της νέας επαναστατικής θεωρίας, όταν υποχρεωτικά στηρίχτηκε σε ρεύματα της αστικής φιλοσοφίας που υιοθετούσαν τη διαλεκτική μέθοδο, αλλά όχι το διαλεκτικό και ιστορικό υλισμό. Η οπορτουνιστική πολιτική έριχνε «στο πυρ το εξώτερον» τον Λένιν, τη λενινιστική ανάπτυξη του μαρξισμού πριν απ’ όλα το ζήτημα του εργατικού-σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης, της δικτατορίας του προλεταριάτου, τη θέση για τον αδύνατο κρίκο σε σχέση με την επαναστατική κατάσταση και τη σοσιαλιστική επανάσταση σε μια χώρα, τον επαναστατικό εργατικό χαρακτήρα του Κόμματος.

Το 2012-2013 (περίοδο των εκλογικών αναμετρήσεων και προσυνεδριακή του 19ου Συνεδρίου) κατηγορούσαν το ΚΚΕ για παρέκκλιση, παραβίαση του Προγράμματος του Κόμματος του 15ου Συνεδρίου, ανευθυνότητα, αδιαφορία κι ανοχή για το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης με κορμό τη ΝΔ. το άλλοθι για μια τέτοια επίθεση βρέθηκε κυρίως σε μια φράση του Προγράμματος του 15ου, σύμφωνα με την οποία αντιμετωπιζόταν όχι ως επιδίωξη, αλλά ως πιθανότητα ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων μετά από εκλογική διαδικασία.

Βεβαίως ο ΣΥΡΙΖΑ και οι διάφοροι οπορτουνιστές που πολέμησαν το Κόμμα, ανάμεσά τους μερικοί κρυμμένοι στην ανωνυμία, αλλοίωσαν το πραγματικό νόημα αυτής της θέσης, την κυβέρνηση που περιέγραφε την ταύτισαν με την αντιμνημονιακή κυβέρνηση με κορμό του ΣΥΡΙΖΑ. Τακτική τους είναι να χρησιμοποιήσουν ορισμένη ορολογία από την ιστορία του ΚΚΕ και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος για να στηρίξουν ότι μέσα από μεταρρυθμίσεις στο αστικό κράτος και με τη στήριξη του λαϊκού κινήματος μπορεί να υπάρξει φιλολαϊκή διέξοδος από την κρίση, ανατροπή της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και πέρασμα στο σοσιαλισμό, ένα σοσιαλισμό που κάθε τάση, ομάδα, τον αντιλαμβάνεται όπως την βολεύει.

Η προσυνεδριακή περίοδος γέμισε από άρθρα και σχόλια ακόμα και στον αστικό Τύπο ότι το ΚΚΕ μεταλλάχτηκε, απομακρύνθηκε από το μαρξισμό-λενινισμό, δεν είναι πραγματικό κομμουνιστικό κόμμα, υιοθετεί τον τροτσκισμό, ξεχνώντας ότι κατά την προσυνεδριακή περίοδο προς το 18ο Συνέδριο αποκαλούσαν το ΚΚΕ «νεοσταλινικό» κόμμα. Πρόκειται για ύπουλη και υποκριτική πολεμική, κρυμμένη πίσω από την ψευτο-υπεράσπιση του μαρξισμού-λενινισμού.

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι διαχρονικά ο ταξικός αντίπαλος και ο οπορτουνισμός αξιοποίησαν δικά μας ιδεολογικοπολιτικά προβλήματα και παρεκκλίσεις. Αξιοποίησαν δηλαδή αδυναμίες, ελλείψεις και καθυστερήσεις στην ιστορική διαδρομή του Κόμματος ως προς τον ολοκληρωμένο τρόπο στην πορεία αποκατάστασης του χαρακτήρα του, ή τι άφηνε ως ένα βαθμό μέσα στο Κόμμα και γύρω του η διαπάλη με τον οπορτουνισμό, που οδήγησε δύο φορές, το 1968 και το 1989-1991, στην απόσχιση ενός τμήματος στελεχών και μελών του Κόμματος, στο σχηματισμό αντιΚΚΕ φορέα.

Η διαπάλη με τον οπορτουνισμό στις συγκεκριμένες συνθήκες είναι δυνατό ν’ αφήσει αποτυπώματα μέσα στο Κόμμα –ως ένα είδος διαβρωτικής υγρασίας- όταν η αποκατάσταση της φυσιογνωμίας του Κόμματος δεν είναι πλήρης ή πλήρως επεξεργασμένη, όταν διατηρούνται ή αναπαράγονται λανθασμένες προσεγγίσεις κι επιλογές στο Πρόγραμμά του, σε ζητήματα στρατηγικής σημασίας.

Αναφερόμαστε δηλαδή σε παράγοντες που λειτουργούν ανασταλτικά στην πορεία ανασυγκρότησης του Κόμματος, οι οποίοι κάτω και από την επίδραση αντικειμενικών συνθηκών φορτώνουν το Κόμμα μ’ ευάλωτα στοιχεία, που περικλείουν δυνατότητα να δημιουργήσουν εστίες αντικομματικής δουλειάς, δημιουργούν προϋποθέσεις νέας κρίσης, την οποία βεβαίως δεν πρέπει να την αντιμετωπίζουμε με όρους νομοτέλειας. Τέτοιοι παράγοντες επέδρασαν στην έκταση και στο βάθος της κρίσης της περιόδου 1989-1991. Το γεγονός ότι ο οπορτουνισμός ως υποπροϊόν της αστικής ιδεολογίας έχει κοινωνική βάση στο ιμπεριαλιστικό στάδιο του καπιταλισμού δε συνεπάγεται ότι νομοτελειακά μπορεί να κυριαρχήσει μέσα στο Κόμμα.

Στοιχείο ισχυροποίησης του Κόμματος στην πάλη του απέναντι στον οπορτουνισμό είναι ο τρόπος διόρθωσης των λαθών του. Δεν αρκεί το Κόμμα ν’ αλλάξει μια εκτίμηση ή και ολόκληρο το Πρόγραμμα, πρέπει, έστω μετά από ένα όσο γίνεται πιο σύντομο χρονικό διάστημα, να δίνεται απάντηση γιατί και κάτω από ποιους παράγοντες, υποκειμενικούς κι αντικειμενικούς, εσωτερικούς κι εξωτερικούς έφτασε το Κόμμα σε κρίση. Τότε μπορούμε να προλαμβάνουμε επανάληψη λαθών σε απότομες στροφές, να έχουμε πρόγνωση, διορατικότητα, αποφασιστικότητα.

Δεν αρκούν τα κομμουνιστικά αντανακλαστικά, δεν αρκεί η αποκατάσταση της φυσιογνωμίας του Κόμματος, δηλαδή του χαρακτήρα του, των αρχών και των κανόνων συγκρότησης και λειτουργίας του, η αναγνώριση ως θεωρίας – καθοδήγησης του μαρξισμού-λενινισμού και του προλεταριακού διεθνισμού. Αυτές τις θεμελιακές αρχές τις κράτησε το Κόμμα σε όλη την πορεία του, πλην του 13ου Συνεδρίου (1991), όμως δεν ήταν δυνατός αυτός ο θώρακας, αφού στα περισσότερα προγράμματά του διατύπωνε με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη λαθεμένη στρατηγική των σταδίων, υπό την καθοδήγηση και της ΚΔ. Στην πορεία επίσης έπαιξε ρόλο το 7ο Συνέδριο της Διεθνούς για το αντιφασιστικό μέτωπο, οι εκτιμήσεις για τους παράγοντες που έπαιξαν ρόλο μετά από το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στη νίκη της σοσιαλιστικής εξουσίας στις 8 χώρες της Κεντρικής κι Ανατολικής Ευρώπης, που υποτιμούσαν τον καθοριστικό ρόλο του Κόκκινου Στρατού που στήριξε τα λαϊκά κινήματα. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η δεξιά οπορτουνιστική στροφή του ΚΚΣΕ το 1956.

Από τη στιγμή που εμφανίζονται μεθοδολογικά προβλήματα στην εκτίμηση της ανάπτυξης του καπιταλισμού στην Ελλάδα και στη σχέση της αστικής τάξης με τον ξένο παράγοντα (ΕΟΚ, ΗΠΑ, ΝΑΤΟ κλπ), δε γίνεται ή αδύναμα γίνεται αντικειμενική εκτίμηση των πολιτικών εξελίξεων, του αστικού πολιτικού συστήματος, των αντιφάσεων, των αντιθέσεων εντός της αστικής τάξης και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος. Επηρεάζεται επίσης αρνητικά η ιδεολογικοπολιτική δράση του Κόμματος, η οργανωτική του πολιτική, η ποιότητα της σχέσης του με το εργατικό και λαϊκό κίνημα, η στοχοπροσήλωση στην εργατική σύνθεση και η κομμουνιστική διαπαιδγαγώγηση.

Όταν διορθώνεται με λανθασμένες θέσεις με αλλαγές στα ντοκουμέντα, όσο σωστές να είναι, όταν δε δίνεται συγκεκριμένη απάντηση που βρίσκεται η ρίζα του προβλήματος, ποιοι αντικειμενικοί και κυρίως υποκειμενικοί παράγοντες οδήγησαν στην παρέκκλιση, τότε τα λάθη δε συνειδητοποιούνται βαθιά, δε βγαίνουν χρήσιμα συμπεράσματα.

Με βάση επίσημα συλλογικά ντοκουμέντα του Κόμματος, αλλά και την εμπειρία που ζήσαμε, κατανοούμε ότι υπάρχουν ζητήματα, και μάλιστα κρίσιμα και καθοριστικά, που η διαπάλη με τον οπορτουνισμό το 1968 και στη συνέχεια άφησε στο Κόμμα, ενώ βαρίδια παρέμειναν και μετά από το 1991.

Η αποσαφήνιση του χαρακτήρα της εποχής μας ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η θέση ότι η επαναστατική αλλαγή στην Ελλάδα θα είναι σοσιαλιστική ανεξάρτητα από το συσχετισμό δυνάμεων, ότι δεν υπάρχει ενδιάμεση πολιτική εξουσία ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό, άρα είναι θέμα αρχής η μη συμμετοχή του Κόμματος σε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού, είναι θέματα που διαδραματίζουν καθοριστικό ρόλο στην επεξεργασία του προγράμματος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το συνολικό ζήτημα, πώς το Κόμμα αντιπάλεψε τον οπορτουνισμό και τη διαλυτική δουλειά του, πώς αντιμετώπισε την αποκατάσταση του επαναστατικού του χαρακτήρα, θα φωτιστεί συλλογικά κι ολοκληρωμένα με τη μελέτη πλούσιο αρχειακού υλικού, στο πλαίσιο της επεξεργασίας του Δοκιμίου της Ιστορίας του ΚΚΕ της περιόδου 1968-1991, που έθεσε ως καθήκον το 19ο Συνέδριο. Ακόμα πιο ουσιαστική απάντηση στο ερώτημα αυτό θα δώσει η νέα επεξεργασία του πρώτου τόμου του Δοκιμίου της περιόδου 1918-1949, που επίσης συνιστά απόφαση του πρόσφατου Συνεδρίου.


Ωστόσο έχουμε και σήμερα σημαντικά εργαλεία στα χέρια μας ώστε να δώσουμε ώθηση στην κατεύθυνση της μελέτης, στον προβληματισμό, αλλά και κάποιες πρώτες απαντήσεις. Τέτοια εργαλεία είναι οι αποφάσεις του 19ου Συνεδρίου, του 18ου Συνεδρίου όσον αφορά την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, το «Δοκίμιο Ιστορίας του ΚΚΕ, τ. Β’, 1949-1968», συζητημένα στο Κόμμα, τα οποία επιτρέπουν να προβληματιστούμε και τώρα για τις αντιφάσεις κι επιβιώσεις που σημάδεψαν τη μάχη με τον οπορτουνισμό.

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Γιατί (όχι) Χούντα;

Η κε του μπλοκ αξιοποιεί σήμερα ένα μεστό τριπλό σχόλιο του σεχτάρ του τρομερού σε παλιότερη ανάρτηση, μετά τις συλλήψεις ηγετικών στελεχών της χρυσής αυγής, που αξίζει κατά τη γνώμη μου να προβληθεί ξεχωριστά εν όψει της επετείου του πολυτεχνείου και των ερωτημάτων που προκύπτουν από την ιστορική μελέτη της επιβολής και της πτώσης της χούντας. Υπενθυμίζω ότι σε εκείνη την ανάρτηση εξετάζαμε το ερώτημα τι είχε καθορίσει την επιβολή της χούντας κι αν αυτοί οι λόγοι συντρέχουν υποθετικά και σήμερα. Αν θέλετε μπορείτε να ακολουθήσετε εδώ το σύνδεσμο που θα σας κατευθύνει στη συγκεκριμένη ανάρτηση, για να θυμηθείτε τα προλεγόμενα του σχολίου που άφησε στη συνέχεια ο σεχτάρ.

Αφού τότε μάλλον δε ζούσες, Κάπταιν, αυτό το "τι ήταν αυτό που καθόρισε την επιβολή της χούντας;", δείχνει καλή μελέτη εκείνης της εποχής, και μου ξυπνάει στη μνήμη θυελλώδεις συζητήσεις του '71. 
Η γνώμη μου: Το "γιατί Χούντα;" θάπρεπε να αντικατασταθεί με το "γιατί όχι Χούντα;" Λυτά ήταν τα χέρια τους, ό,τι θέλανε κάνανε. Πάντα ο φασισμός, στις ποικίλες εκδοχές του, βολεύει καλύτερα τον Καπιταλισμό από οικονομικής πλευράς. [Και η "απελευθέρωση" του Κεφαλαίου επί χούντας παραμένει ακόμη ασυναγώνιστη τηρουμένων των αναλογιών...]. Το αν θα τον εφαρμόσουν είναι θέμα πολιτικών συσχετισμών. Και όποιος δεν είχε παρωπίδες τότε, τώβλεπε, πως σαν κόμμα, άρα και σαν λαϊκό κίνημα, είμασταν ξεβράκωτοι. Οργανωτικά, αλλά κυρίως, (όπερ και χείρον), ιδεολογικά. Και αντανάκλαση της ιδεολογικής γύμνιας ήταν η πεποίθηση, πως, για τον Καπιταλισμό, το ιδανικότερο εποικοδόμημα είναι η Κοινοβουλευτική Δημοκρατία, ξεχνώντας, πως απέχουμε πολύ πια από τα χρόνια του Ανταμ Σμιθ. Πεποίθηση, που βλέπουμε μια χαρά να επιβιώνει στην "Αριστερά", ενώ ευτυχώς υποχωρεί στο Κόμμα... 

Tέσπα, αντίπαλος αξιόλογος στο εσωτερικό δεν υπήρχε. Υπήρχε μόνο η κοινή γνώμη, που, σε Δύση και Ανατολή, και μόλις ~22 χρόνια μετά τη φρίκη, ούτε να ακούσει ήθελε για δικτατορίες και φασισμούς, βάλε και τον Κευνσιανισμό, που ακόμη τότε μεσουρανούσε και σκόρπιζε απλόχερα "κοινωνικό κράτος", αρνητικό περιβάλλον λοιπόν. Ομως, αυτούς τους ενδοιασμούς των δυτικών "δημοκρατών" βραχυκύκλωνε εύκολα η ψυχροπολεμική προπαγάνδα για τον βλοσυρό επεκτατικό μπολσεβίκο, βάλε και την γεωστρατηγική θέση (είχε αρχίσει να σκάει και ο Σοβιετικός Στόλος έξω από τα Δαρδανέλια), την ανάγκην φιλοτιμίαν ποιούμενοι οι "δημοκράτες" περιορίστηκαν σε φραστικές καταδίκες. Αλλωστε, δεν έσπαγε και καμιά παρθενιά, στην Ιβηρική είχαν ξεμείνει ακόμη δυό δικτατορίες, από τον μεσοπόλεμο, "ξεχασμένες"....

Εγινε λοιπόν η Χούντα, ήρθε και ο Αγκνιου, πλάκωσε και το μονοπωλιακό κεφάλαιο, δόστου "ανάπτυξη", τότε έγιναν και οι πύργοι, που στέκουν σαν μπαμπούλες πάνω από την Αθήνα, ...αλλά η δουλειά σκάλωσε στις ενδοκαπιταλιστικές κόντρες και ήρθε καπάκι και η κρίση του '73, κι εκεί ...σκάτωσε! Οι δυτικοευρωπαίοι κεφαλαιοκράτες δε βλέπανε με καλό μάτι την αμερικανική επέκταση στην Ελλάδα (και την Ευρώπη...), και θυμήθηκαν, πως γι αυτούς ο Κέυνς ήταν καλύτερος από τον Χάγιεκ. Ανέλαβαν λοιπόν οι σοσιαλιστές να βγάλουν τα κάστανα από την φωτιά, ρίξανε κάποια λεφτά για υποστήριξη αντιστασιακών, κλείνοντας προσωρινά τα μάτια ακόμη και σε κουμμουνιστές, κι έτσι, βρεθήκαμε, το '71, καμιά διακοσαριά "τσογλάνια" κύρια σε ΕΜΠ, Νομική-Φιλοσοφική και Εμπορική, να ξεκινάμε ανοιχτό κίνημα με μαζικούς όρους, όχι πια "βομβιστές" κι έτσι. Η γνώμη μου επίσης είναι, πως οι "δυτικοί" παρακινήθηκαν γιατί πολύ φοβήθηκαν, εκείνο, που μέχρι τότε δεν φοβούνταν: Το κόμμα, που μετά το '68 άρχισε να γίνεται και πάλι απειλητικό και επιθετικό. Η κάθοδος καθοδηγητικών στελεχών του "εξωτερικού" στην Ελλάδα, γνωστή και από τις αναπόφευκτες συλλήψεις, άρχισε να τους μυρίζει, πως κάτι "ψήνεται", κι έτρεξαν να προλάβουν. Αλλωστε, ήταν φανερό πως ανάμεσα στα "διακόσια τσογλάνια" υπήρχαν και πολλοί φρεσκο-οργανωμένοι κνίτες (άσχετο αν σήμερα οι περισσότεροι δε θέλουν ούτε να το θυμούνται...), που θύμιζε πολύ το "οκνίτες", προς φρίκη των ασφαλιτών και των αλήστου μνήμης Λαμπράκη-Κωνσταντόπουλου (του Σάββα, όχι αυτουνού του κεφτέ). Και ήταν πολύ πιο πλατειά η διάχυτη, μη οργανωμένη, επιρροή του ΚΚΕ, που περιβαλλόταν και με την αχλύ ενός ολοζώντανου μύθου. Να θυμίσω, πως το '72-'73 έκαναν την εμφάνισή τους στον μαζικό αντιδικτατορικό αγώνα και οι οικοδόμοι του αλησμόνητου Τερζάκη, και ήταν σκέτο ΚΚΕ αυτοί... Πάνω από την Ελλάδα πλανιόταν το φάντασμα του ΚΚΕ. Από εκεί και πέρα, τα πράγματα πήραν τον δρόμο τους, κι όπως είπα, ήρθε καπάκι και η κρίση το '73 και την έστειλε την Χούντα.

Να προσθέσω, πως την πρόσεχαν ιδιαίτερα την Ελλάδα γιατί συνόρευε με το Σύμφωνο της Βαρσοβίας και τυχόν επανάσταση μπορούσε να υποστηριχτεί από την ΕΣΣΔ, με πολύ καλύτερους πια όρους από το '47-'49. Τώρα υπήρχε στρατιωτική ισορροπία, και το μόνο αντίμετρο, ο πυρηνικός πόλεμος, ήταν πολύ βαρύ, ένας δε συμβιβασμός, αλα Κούβα (="ούτε ΝΑΤΟ-ούτε Βαρσοβία", που φώναζαν οι Εκκετζήδες τότε!), δε συζητιόταν από τους ιμπεριαλιστές, γιατί θα έκανε την Μέση Ανατολή μαλλιά-κουβάρια καθώς θα ανάγκαζε το ΝΑΤΟ να τραβηχτεί πίσω από την Σικελία. Αντίο Τουρκία-Περσία-Ισραήλ, αντίο Αραβία, αντίο πετρέλαια, μήπως και αντίο Καπιταλισμός; Παίχτηκαν πολλά τότε...

Το ρεζουμέ είναι, όπως σωστά υπογραμμίζεις, πως το κίνημα, και βασικά το ΚΚΕ "εξ", τότε ακύρωσαν την "φιλελευθεροποίηση", (που υποστήριζαν και οι "ρηγάδες" της ΕΑΔΕ, πολιτικοί πρόγονοι του Ανταρσυριζοπασόκ, μην ξεχνιόμαστε....) και εξεβίασαν, εκ των ενόντων, μια πιο μαχητική λύση, που βασικά συμπυκνώθηκε στην ντε φάκτο νομιμοποίηση του ΚΚΕ, μια που η "αποχουντοποίηση" έμεινε στα χαρτιά. Συγκριτικά, την ίδια περίπου εποχή, η φιλελευθεροποίηση του φρανκισμού πέρασε άνετα στην Ισπανία, με τις ευλογίες της Ντολορές Ιμπαρούρι (και των φοβερών-τρομερών ισπανών αναρχικών, που ήδη από το '39 είχαν γίνει κότες και σήμερα επανδρώνουν όλα τα αστικά και μικροαστικά η αποσχιστικά κινήματα), ενώ στην Πορτογαλία το ΚΚ του Αλβάρο Κουνιάλ αιφνιδίασε τους πάντες, Ιμπεριαλισμό και μικροαστούς, διαβρώνοντας τον φασιστικό στρατό και αχρηστεύοντας έτσι το βασικότερο εργαλείο καταστολής της αστικής τάξης. Η επανάσταση, που φυσικά ακολούθησε, πολεμήθηκε με απίστευτη λύσσα κύρια από τους "συντρόφους" της ευρωκομμουνιστές, αλλά και από τους πορτογάλλους μικροαστούς, και πνίγηκε εν τη γενέσει της...


Το "γιατί όχι Χούντα" λοιπόν του ΄67, έγινε "αρκετά με την Χούντα" το '73, και η πρωτοβουλία των άμεσων κινήσεων ανήκε στους αστούς -έτσι στρώσαμε (ήδη από τον "Λίβανο", που δεν καταφέραμε να ανατρέψουμε το '49) έτσι θα πλαγιάζαμε. Και το "Πολυτεχνείο" θα πείς, τι ρόλο έπαιξε; Ηταν κλασσική περίπτωση "συμπαράταξης" (αναγκαστικής...) κομμουνιστών με μικροαστούς. Καθένας είχε τις προοπτικές του, και γίνονταν συμβιβασμοί. Αυτοί βιάζονταν για μια γρήγορη "ανατροπή" της Χούντας, (όπως καληώρα, τώρα βιάζονται για μια γρήγορη ανατροπή του Σαμαρά, η σε παραλλαγή, με "μεταβατικό πρόγραμμα") σε καπιταλιστικά πλαίσια κι ας μην τώλεγαν ρητά. Τότε αντισοβιετισμός σήμαινε καπιταλισμός, έστω και γιουγκοσλάβικος, όλοι τώξεραν. Εμάς μας ξύνιζε να χαθεί τέτοια ευκαιρία αποσταθεροποίησης του αστικού καθεστώτος χωρίς ουσιαστικά επαναστατικά κέρδη, θέλαμε βαθύτερη δουλειά ζύμωσης, ίσως γιατί ψυχανεμιζόμασταν, πως αυτό, που θα προέκυπτε τελικά με τις βιασύνες (συνήθως προβοκαρισμένες, η "Πανσπουδαστική Νο8" είχε απόλυτο δίκηο επί της ουσίας) θα ήταν ένας "Ανδρέας", όπερ και εγένετο. Το "Πολυτεχνείο" δεν έρριξε την Χούντα, απλά ήταν η μοιραία, και γι αυτό τελευταία, εκδήλωση ενός κινήματος, που έκοψε τις γέφυρες Μαρκεζίνη-Παρτσαλίδη-Βασιληά, χωρίς, εξ αιτίας του "Πολυτεχνείου", να δίνει λύση. Το κίνημα τις έκοψε, και μάλλον τις είχε ήδη κόψει τον Νοέμβριο του '73, η ΕΑΔΕ και οι αστοί το είχαν χάσει αυτό το παιχνίδι. Αλλά δεν πρέπει να μας διαφεύγει από την άλλη, ότι μετά το "Πολυτεχνείο" και μέχρι τις 24 Ιουλίου 1974, ΔΕΝ ΥΠΗΡΞΕ ΠΙΑ ΜΑΖΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ. Νέκρωσαν τα πάντα και ξαναγυρίσαμε σε μια κατάσταση όπως πριν το '71, τρόμου και βασανιστηρίων, αλλά σε ακόμη βαθύτερο χάσμα με τον Λαό, λόγω και της σφαγής της 17ης, που αδυνάτισε τα μικροαστικά ερείσματα της χούντας. Η όπως-όπως εκπαραθύρωση της χούντας έδοσε τέλος σε μια εκκρεμότητα, που οι αστοί δεν ήθελαν με κανένα τρόπο να παραταθεί και αυτό συνδυάστηκε με την καταστροφή της Κύπρου. Ισως η 8-μηνη παράταση της εκκρεμότητας να σχετίζεται με τις λεπτομέρειες του διαμελισμού της Κύπρου. Ο καθένας πήρε ό,τι μπορούσε: Οι Αμερικανοί την "Κύπρο", οι Ευρωπαίοι την "Μεταπολίτευση" στην Ελλάδα, οι έλληνες μικροαστοί και οι αστοί τον Παπαντζή ΙΙ, όλοι μαζί την ακεραιότητα του ΝΑΤΟ, όλοι ευχαριστημένοι.

Συμπέρασμα; Το προλεταριάτο να μην ελπίζει σε συμμαχίες με πολιτικούς εκπροσώπους των μικροαστών. Η Επανάσταση θα γίνει κόντρα και σ' αυτούς η θα είναι αντ-επανάσταση. Αν σήμερα μπορούν να βγάλουν έναν παπαντζή ΙV μόνοι τους, ακόμη καλύτερα, και να τον λουστούν μόνοι τους. Αν δεν μπορούν, ας στριγγλίζουν σαν γεροντοκόρες. Η ελπίδα αυτή την φορά δεν πρέπει να πεθάνει, ξέρουμε πια τόσα και τόσα. 

Και όσο για την επικαιρότητα, να θυμώμαστε πως η Χρυσαυγή είναι Φασισμός, αλλά ο Φασισμός είναι κάτι πολύ περισσότερο από την Χρυσαυγή. Και δεν είναι καν σίγουρο, πως θα απαλλαγούμε, έστω κι από αυτήν....

Πέμπτη 14 Νοεμβρίου 2013

Το αντιχουντικό κίνημα το φθινόπωρο του 1973

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από κομματικό ντοκουμέντο της 4ης ολομέλειας του κκε το 1976 που ενέκρινε την τελική «έκθεση και (τα) συμπεράσματα για τα γεγονότα του νοέμβρη 1973». Το κομμάτι αυτό επισημαίνει τη συνειδητοποίηση και τις δυνατότητες του φοιτητικού κινήματος, τη σωστή πολιτική γραμμή που χάραξε το κόμμα ενάντια στο εγχείρημα της «φιλελευθεροποίησης» της χούντας, αλλά στέκεται αυτοκριτικά απέναντι στις ελλείψεις και τις αδυναμίες της παρέμβασης των δυνάμεών μας.

-.-.-

α) Μετά τον Αύγουστο '73, κι ιδιαίτερα τον Οκτώβρη - Νοέμβρη '73, βαθαίνει πολύ περισσότερο η κρίση του καθεστώτος της χούντας. Το λαϊκό κίνημα βρίσκεται σε έξαρση, πετυχαίνει εντονότερη ανάπτυξη των μαζικών διεκδικητικών αγώνων, καλύτερη σύνδεση των οργανώσεων με τους μαζικούς φορείς.
Αυτό φαίνεται καθαρότερα στο ΦΚ, όπου οι μαζικοί φορείς δραστηριοποιούνται, καθιερώνονται, πετυχαίνουν κάποιο συντονισμό της δράσης τους. Πολύ πιο προχωρημένο, έτοιμο για απότομα πετάγματα είναι το ΦΚ. Αυτό δίνει στα στελέχη του ενθουσιασμό, αυταπάρνηση, άλλα και υπερβολική αυτοπεποίθηση στις δικές τους, αποκλειστικά, δυνάμεις, που καταντάει, σε τελευταία ανάλυση, να είναι λαθεμένη (τα γεγονότα της Ταϋλάνδης, με το διαστρεβλωμένο μάλιστα τρόπο που φωτίζονται από τον Τύπο, έπαιξαν επίσης κάποιο ρόλο προς την κατεύθυνση αυτή). Πιστεύουν, έστω και αν δεν το συνειδητοποιούν και δεν το διακηρύσσουν ανοιχτά, ότι το ΦΚ μπορεί μόνο του, χωρίς το ανέβασμα της πάλης όλου του λαϊκού κινήματος, να εξαναγκάσει έκτακτες καταστάσεις, που να οδηγήσουν ακόμα και στην ανατροπή της δικτατορίας. Το Κόμμα και η ΚΝΕ σωστά προφύλασσαν από την αντίληψη αυτή, αλλά και δεν κατάφεραν να την περάσουν σε όλο το ΦΚ. Ούτε τα ίδια τα δικά μας στελέχη τη συνειδητοποιούν πλήρως. Το δίδαγμα που βγαίνει από τη διαπίστωση αυτή, είναι πολύ σημαντικό. Το φοιτητικό κίνημα, όπως και το κίνημα νεολαίας γενικά, πρέπει να καταφέρνει να συντονίζει στο έπακρο τη δράση του με το υπόλοιπο λαϊκό, το εργατικό πριν απ' όλα, κίνημα. Κι αυτό όχι μόνο γιατί είναι γνωστή - και σωστή - η θέση μας για τη ρόλο της εργατικής τάξης, αλλά και γιατί, γενικά, ο αγώνας κάποιου τομέα, όταν βάζει ευρύτερους στόχους, δεν μπορεί να πετύχει, αν δεν συνδεθεί με τους αγώνες των άλλων τομέων του κινήματος.
Αναμφισβήτητα, πάντως, η κατάσταση είναι ώριμη, αντικειμενικά, για μεγάλα ξεσπάσματα. Κάτι το καινούργιο κυοφορείται. Και παρόλο που ο υποκειμενικός παράγοντας, οργανωτικά κυρίως (αλλά, σε ορισμένο βαθμό, και πολιτικά - ιδεολογικά) δεν είναι έτοιμος, ο καθένας ένοιωθε πως τα ξεσπάσματα δεν έπρεπε να αποκλείονται.

β) Το χουντομαρκεζινικό καθεστώς καταλαβαίνει την κατάσταση. Επιχειρεί να την αντιμετωπίσει με την παραπέρα προώθηση του ελιγμού της «φιλελευθεροποίησης», διακηρύσσει ότι προετοιμάζει «εκλογές» και προσπαθεί επίμονα να κερδίσει τη συμπαράσταση του πολιτικού κόσμου ή τουλάχιστο την ανοχή του. Ή προσπάθεια του πέφτει και πάλι στο κενό. Στο σύνολό του σχεδόν ο πολιτικός κόσμος (με θλιβερή, πάντα, εξαίρεση την ηγεσία των αναθεωρητών) απορρίπτει τον ελιγμό. Ιδιαίτερη σημασία έχει η σωστή και καθαρή θέση του ΚΚΕ, η μόνη πλήρης, ολοκληρωμένη και χωρίς ταλαντεύσεις θέση, που παίζει σοβαρό ρόλο στην όλη εξέλιξη του λαϊκού κινήματος τότε. Πρόκειται για μια περίπτωση, όπου, ακόμα μια φορά και πολύ χαρακτηριστικά, εκδηλώθηκε η εξαιρετικά μεγάλη, καθοριστική συμβολή του ΚΚΕ στον όλο αντιχουντικό αγώνα της εφταετίας. Και αναμφισβήτητα, μέχρι σήμερα αποτελεί πολύτιμο πολιτικό κεφάλαιο.
Στο φοιτητικό χώρο η χούντα επίσης επιχειρεί ελιγμό, κάνει μερικές υποχωρήσεις, προσπαθώντας να δεσμεύσει το ΦΚ με «εκλογές» όπως αυτή τις ήθελε, που θα διεξαχθούν μετά τις βουλευτικές. (Επιδιώκει να γίνουν οι φοιτητικές μετά τις βουλευτικές εκλογές, γιατί έτσι έλπιζε να σταθεροποιήσει τη θέση της και να μπορέσει, υστέρα, να ανακόψει τη ριζοσπαστικοποίηση του ΦΚ και να το χτυπήσει ευκολότερα). Ούτε όμως το ΦΚ εξαπατήθηκε. Αντίκρουσε τον ελιγμό. Κι εδώ τη σωστή κατεύθυνση έδωσαν η ΚΝΕ και Α/Ε που καθόρισαν ενεργητική αποχή και ταυτόχρονα αγώνα για κατάχτηση, στην πράξη, αμέσων και ελεύθερων εκλογών, σε αντίθεση με τη στάση του ΡΦ (αναμονή, να μην απορρίψουμε το νόμο της χούντας) και τη στάση των αριστερίστικων ομάδων (καμιά συζήτηση, ούτε πάλη για άλλες εκλογές στους φοιτητές). Η σωστή γραμμή της ΚΝΕ και της Α/Ε επικράτησε κι αυτή έδωσε αγωνιστική προοπτική και συνέχεια στην πάλη των φοιτητών.

γ) Το Κόμμα είχε σωστά, πολιτικά, εκτιμήσει τον ελιγμό της «φιλελευθεροποίησης» και την εξαγγελία των «εκλογών». Στην πολιτική του γραμμή υπήρχε σαφής προοπτική της ανάπτυξης των αγώνων του λαού, της κλιμάκωσής τους μέχρι και την ανατροπή της δικτατορίας. Η αντίθετη άποψη, ότι δεν υπήρχε τέτοια προοπτική που θα αποτελούσε καθοδηγητική γραμμή για τους αγώνες του λάου μας και θα προέβλεπε μια κλιμακωμένη χρησιμοποίηση των διάφορων μορφών πάλης για την ανατροπή της δικτατορίας, δεν είναι σωστή. Πραγματικά, το Κόμμα δεν είχε την προοπτική κλιμάκωσης των αγώνων, εκείνη τη στιγμή, ως την ανατροπή της δικτατορίας. Και σωστά. Γιατί αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει μόνο με το ΦΚ, χωρίς την ανάλογη ανάπτυξη αγώνων της εργατικής τάξης, που, παρόλο ότι είχαν ανέβει, δεν ήταν στο επίπεδο εκείνο που θ' απαιτούσε μια τέτοια σύγκρουση, αν όχι με εντελώς σίγουρες, τουλάχιστον με λίγο-πολύ αρκετές πιθανότητες επιτυχίας. Αυτό δεν ήταν δυνατό να γίνει επίσης, γιατί το επίπεδο ανάπτυξης της οργάνωσης των δυνάμεων της πρωτοπορίας ήταν σε χαμηλό επίπεδο, κάτω από τις διαθέσεις των μαζών (και αυτό ισχύει και για το ΦΚ). Η αντίθετη άποψη, που αναφέρθηκε παραπάνω, οφείλεται σε αβανγκαρντίστικη υπερτίμηση του ΦΚ, είναι μια αντίληψη που και στην πορεία, συνειδητά ή όχι, επικράτησε σε στελέχη του ΦΚ και είχε ορισμένες αρνητικές συνέπειες.
Ωστόσο, η πολιτική μας θέση-γραμμή, σε κείνες τις στιγμές, αν και σωστή, δεν ήταν πλήρης και ολοκληρωμένη.
Η έλλειψη βρισκόταν στο ότι δεν υπήρξε συγκεκριμένη προοπτική και επεξεργασία του τρόπου που οι οργανώσεις μας έπρεπε να παρέμβουν σε απότομα ξεσπάσματα, του τρόπου που έπρεπε να δράσουν σε τέτοιες περιπτώσεις, των στόχων που έπρεπε να βάλουν μπροστά στις μάζες, των μορφών πάλης που έπρεπε να προωθούν. Στα ντοκουμέντα της ΚΕ υπάρχει γενικά και η προοπτική για απότομα ξεσπάσματα, έστω κι αν δεν γινόταν συγκεκριμένη και σαφής προβολή της θέσης. Η έλλειψη αυτή ήταν πιο ουσιαστική για την πολιτική που, πιο συγκεκριμένα, έπρεπε να χαράξει το Γραφείο Κλιμακίου της ΚΕ. Πάντως, σ' αυτά τα σημεία πρέπει να εντοπιστεί η έλλειψη πολιτικής προετοιμασίας.
Πέρα απ' αυτό, υπήρξε, βέβαια, η σοβαρή έλλειψη οργανωτικής και τεχνικής προετοιμασίας, ακόμα και για την παρακολούθηση (πολύ περισσότερο για την καθοδήγηση) τέτοιων καταστάσεων. Σ' αυτό συντέλεσε σημαντικά η σχεδόν ανύπαρκτη, από το Γραφείο Κλιμακίου, μελέτη και επεξεργασία της πείρας των αγώνων της άνοιξης του 1973.
Στα ίδια πλαίσια, όπως ήταν επόμενο, κινούνται κι οι ελλείψεις της καθοδήγησης της ΚΝΕ. Κι εδώ όμως είναι λαθεμένη η κριτική που γίνεται ότι οι θέσεις της στρέφονταν σε αγώνες μόνο για τα φοιτητικά αιτήματα. Αντίθετα, η ΚΝΕ προωθώντας σωστά την προβολή των φοιτητικών αιτημάτων - και των μερικών και γενικότερων για τις συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες - τα συνδύαζε με την όλη αντιχουντική πάλη, τα έντασσε μέσα στα πλαίσια αυτής της πάλης, υπογραμμίζοντας (σωστά) την ανάγκη συντονισμού με ολόκληρο το λαϊκό κίνημα. Αυτό αποδείχνεται και από τα ντοκουμέντα της KNΕ, που μερικά αναφέρθηκαν. Υπάρχει, βέβαια, ένα άλλο ζήτημα: αν και σε ποιο βαθμό, έγινε δυνατό η γραμμή της αυτή να φτάσει σωστά ως τα στελέχη της ΚΝΕ και της Α/Ε, που μέσα στους φοιτητικούς χώρους τη χειρίζονταν. Υπήρξαν εδώ αδυναμίες κι η γραμμή αυτή, ορισμένες φορές, εφαρμόστηκε μονοκόμματα, - επιμονή για φοιτητικά μόνον αιτήματα και αποκλεισμός γενικότερων συνθημάτων αντιχουντικής και αντιιμπεριαλιστικής πάλης - πράγμα που προκάλεσε δυσκολίες.

δ) Η μορφή αγώνα - κατάληψη - ξεπήδησε στις μέρες του Νοέμβρη «αυθόρμητα». Πρέπει σωστά όμως να κατανοηθεί αυτό το «αυθόρμητο». Σα μορφή αγώνα, η κατάληψη είχε χρησιμοποιηθεί και την άνοιξη του '73, - μια φορά με επιτυχία, μια δεύτερη όχι με πλήρη επιτυχία. Το σύνθημα για κατάληψη κυκλοφορούσε στους φοιτητές, είχε και συγκεκριμένα προβληθεί στις εκδηλώσεις 8 και 9 Νοέμβρη. Και τελικά είχε ωριμάσει μέσα στη συνείδηση των φοιτητών. Επίσης, ήταν μέσα στη λογική της ανάπτυξης των αγώνων που προωθούσαν τα στελέχη του ΦΚ και πριν απ' όλα οι αριστεριστές, αλλά και τα στελέχη της ΚΝΕ και της Α/Ε. Με αυτή την έννοια, το αυθόρμητο στοιχείο περιορίζεται, δεν είναι δηλαδή η κατάληψη απλώς ένα τυχαίο κι έξω από κάθε προοπτική ξέσπασμα. Είναι όμως και αυθόρμητο, γιατί: 1) Δεν υπήρξε σχέδιο καμιάς οργάνωσης, ούτε των αριστεριστών. 2) Δεν υπήρξε καμιά απόφαση για ν' αρχίσει η κατάληψη, απόφαση που να πάρθηκε έστω κι εκείνη τη στιγμή.
Η μορφή αυτή δηλαδή επιβλήθηκε «εκ των πραγμάτων», χωρίς και οι ίδιοι οι φοιτητές έγκαιρα να το συνειδητοποιήσουν: Μέσα στο γενικό κλίμα ξεσηκωμού και κάτω από την πίεση συνθημάτων, που γενικά κι αόριστα, πίεζαν για πιο «δυναμικές» μορφές πάλης. Μέσα στο πλαίσιο της ταλάντευσης που έδειξαν τα στελέχη της Α/Ε, που, επειδή ήσαν απροετοίμαστα να προτείνουν συγκεκριμένες μορφές παραπέρα πάλης, δέχτηκαν, «παθητικά», χωρίς να παίρνουν θέση, μια κατάσταση που επιβαλλόταν. Μπορεί να μελετηθεί παραπέρα το ζήτημα, αν τα στελέχη της A/Ε θα μπορούσαν, - από τη στιγμή που έγκαιρα και σχεδιασμένα υπεράσπιζαν κάποιες άλλες, συγκεκριμένες θέσεις (όχι πάντως άρνηση απλή, αλλά θετικές προτάσεις άλλων μορφών πάλης), - να στρέψουν όλο το ΦΚ σε κάποια άλλη μορφή αντιμετώπισης. Κάτι τέτοιο, φαίνεται, όχι μόνο δεν πρέπει να αποκλείεται, αλλά αντίθετα είναι μάλλον βέβαιο ότι αν η ΚΝΕ ήταν σωστά προετοιμασμένη και τα στελέχη της δούλευαν έγκαιρα, σωστά και επιτόπου μέσα στο ΦΚ, με αυτή την κατεύθυνση, θα ήταν δυνατό ή να μην επιλεγεί καθόλου η μορφή της κατάληψης ή, και αν προσωρινά πραγματοποιούνταν, να στρεφόταν γρήγορα προς άλλες εξελίξεις. Πρόκειται για συμπέρασμα που έχει πάντοτε, και σήμερα, αξία. (ΣΗΜ.: Είναι φανερό πως κι εδώ κι όπου αλλού γίνεται λόγος για αδυναμίες της καθοδήγησης της ΚΝΕ, αυτές αντανακλούν άμεσα τις ελλείψεις βοήθειας του Κόμματος στην ΚΝΕ).
Πάντως, είχε μεγάλη σημασία ότι από τη στιγμή που επιβλήθηκε η μορφή κατάληψης, τα στελέχη της ΚΝΕ και η Α/Ε έμειναν και προσπάθησαν να αντιδράσουν, όπως νόμιζαν καλυτέρα, στις παραπέρα εξελίξεις. Πρόκειται για μια θετική πείρα που επίσης πρέπει να αξιοποιηθεί.

ε) Τα γεγονότα των ημερών εκείνων (και όχι μόνο η κατάληψη του Πολυτεχνείου) αποτέλεσαν αιφνιδιασμό για το Γραφείο του Κλιμακίου. Κι αυτό εξαιτίας της έλλειψης της πολιτικής και οργανωτικής προετοιμασίας που αναφέρθηκε προηγούμενα. Κι ακόμα γιατί το Γραφείο Κλιμακίου δεν είχε προβληματιστεί για το ενδεχόμενο τέτοιων εκδηλώσεων. Μια τέτοια έλλειψη προβληματισμού είναι λάθος, πολύ περισσότερο που υπήρχαν τα γεγονότα της άνοιξης '73, υπήρξε και τώρα ένα κλίμα, που έδειχνε ότι μορφές αγώνα, σαν αυτές ή παρόμοιες, δεν έπρεπε να αποκλείονται. Και θα πρέπει να υπογραμμιστεί η σημασία που έχει το να μπορεί η καθοδήγηση, και σε οποιασδήποτε συνθήκες παρανομίας, να ενημερώνεται πολύ γρήγορα στις οποιεσδήποτε απότομες αλλαγές και εξελίξεις. Αυτό δεν μπόρεσε να το καταφέρει τότε το Γραφείο Κλιμακίου. Ανάλογες αδυναμίες υπήρξαν και στην ΚΝΕ. Επίσης: Ήταν σωστή η θέση του Γραφείου Κλιμακίου (και της ΚΝΕ) για αποφυγή απρογραμμάτιστων ενεργειών, άλλα έπρεπε να συνοδεύεται με θέσεις για αντιμετώπιση των καταστάσεων αυτών, όταν «εκ των πραγμάτων» επιβάλλονται.
(Η πείρα αυτή είναι όχι μόνον για το μέλλον, αλλά και για σήμερα πολύ σημαντική). Έτσι το Γραφείο του Κλιμακίου και το Γραφείο ΚΣ της ΚΝΕ βρέθηκαν, σε μεγάλο βαθμό, απροετοίμαστα μπροστά στα γεγονότα.
Το Γραφείο του Κλιμακίου της ΚΕ ήταν, βέβαια, τότε απορροφημένο με την προσπάθεια ανασυγκρότησης των οργανώσεων, το πέρασμα στελεχών στην παρανομία, την αποστολή στελεχών για το 9ο Συνέδριο και δεν πρόλαβε ν' αντιμετωπίσει πλήρως και σωστά όλα τα προβλήματα. Ωστόσο, αυτές οι δυσκολίες θα μπορούσαν, ίσως, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, να αντιμετωπιστούν. Ανεξάρτητα όμως από τις δυσκολίες αυτές και το αν ήταν δυνατόν, και σε ποιο βαθμό, να αντιμετωπιστούν από το Γραφείο Κλιμακίου, είναι φανερό πως οι αδυναμίες κι οι ελλείψεις αυτές πρέπει να υπογραμμιστούν, σαν απαραίτητα διδάγματα για το κίνημα.

-.-.-

Πατώντας εδώ μπορείτε να μεταβείτε στην ιστοσελίδα του κόμματος και να διαβάσετε ολόκληρο το σχετικό ντοκουμέντο, το οποίο αποτελείται από τα εξής μέρη:

Κεφάλαιο 1
Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΟ ΛΑΪΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ TOΥ 1973
1. Η κρίση της δικτατορίας βαθαίνει
2. Αναπτύσσεται και δυναμώνει η λαϊκή αντίθεση
3. Το επίπεδο οργάνωσης των λαϊκών δυνάμεων
4. Το πείραμα «φιλελευθεροποίησης»

Κεφάλαιο 2
ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ. ΤΟ ΞΕΣΠΑΣΜΑ ΤΟΥΣ
1. Μπροστά στα γεγονότα. Οι θέσεις μας
2. Διαμόρφωση ατμόσφαιρας ξεσηκωμού
3. Το ξεκίνημα για την κατάληψη

Κεφάλαιο 3
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ 14 - 18 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973
1. Τα γεγονότα μέσα στο Πολυτεχνείο
2. Ο ρόλος της καθοδήγησης απ' το Κόμμα και την ΚΝΕ
3. Η επέκταση των εκδηλώσεων. Η έξοδος
4. Η τακτική των δυνάμεων του εχθρού

Κεφάλαιο 4
Γενικές εκτιμήσεις.
Συμπεράσματα και διδάγματα
4.1. Κρίση του χουντικού καθεστώτος και άνοδος των αγώνων
4.2. Το αντιχουντικό κίνημα το φθινόπωρο του 1973
4.3. Οι μέρες του Πολυτεχνείου

Φοβάμαι

Τριάντα χρόνια μετά

Φοβάμαι
τους ανθρώπους που τριάντα πέντε χρόνια
έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι
κι ένα ωραίο απόγευμα –μεσούντος κάποιου μαΐου-
βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας:
«να καεί, να καεί το μπουρδέλο η βουλή».
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που με την αντιφασιστική τους συνείδηση
να κοιμάται για χρόνια τον ύπνο του δικαίου
πασχίζουν τώρα να βγάλουν σκάρτη τη δική σου.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που σου ‘κλειναν την πόρτα
μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια και ριζοσπάστη
και τώρα τους βλέπεις στο ραδιομέγαρο
να περνιούνται για αριστεροί, επειδή είπαν όχι στο μνημόνιο.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που γέμιζαν τις μπουάτ και τα κουτούκια
και τώρα καταθέτουν γαρδένιες στα μπουζούκια
κάθε βράδυ
και τους βλέπεις να δακρύζουν με καψουροτράγουδα
ή όταν θυμούνται τα παλιά
και να έχουν κι «απόψεις» για την καλλιτεχνική παρακμή του φεστιβάλ.
Φοβάμαι τους ανθρώπους
που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν
και τώρα σε λοιδορούν
γιατί λέει δεν ενωθήκαμε να φτιάξουμε μια κυβέρνηση.
Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους

Την τελευταία τριετία φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Απολιθωμένες αμπελοφιλοσοφίες στον Κόκκινο Πλανήτη 15

Σε αυτή την εκπομπή επιστρέφουμε στο σχολιασμό της επικαιρότητας και τα θέματα που την απασχόλησαν το τελευταίο διάστημα. Το θέατρο σκιών που παίχτηκε στη βουλή κατά τη συζήτηση της πρότασης δυσπιστίας που κατέθεσε ο σύριζα, η εισβολή των ματ στο ραδιομέγαρο της ερτ, η πανεργατική απεργία της περασμένης βδομάδας κι ο απόηχος της δολοφονίας των χρυσαυγιτών είναι τα βασικότερα εξ αυτών. Ευπρόσδεκτη η κριτική και οι παρατηρήσεις σας στα σχόλια.


Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Άμα δεν έχει σόου Θανάση…

Σε τι μας έκανε σοφότερους η τριήμερη συζήτηση στη βουλή σχετικά με την πρόταση δυσπιστίας; Ομολογώ, σε ελάχιστα πράγματα. Ίσα-ίσα που μπορεί να χαζέψει κανείς με τόσο κακής ποιότητας σόου. Κι άμα δεν έχει σόου θανάση, δε σε προσέχουν, όπως είπε χτες από το βήμα της βουλής σε κάποια φάση κι η αλέκα.


Που ρώτησε κι απάντηση δεν πήρε από τους πολιτικούς εκπροσώπους του ευρωμονόδρομου, αν νιώθουν δικαιωμένοι από το ευρωπαϊκό όραμα, τη συμμετοχή της χώρας στη λυκοσυμμαχία και τη σημερινή κατάσταση της εε. Ή αν έχουν μείνει στην εποχή των… μεγάλων ευρωπαίων ανδρών με τα στιβαρά χέρια και τις παλιές ευρωπαϊκές ιδέες. Έ-λε-ος δηλ, όπως τόνισε συλλαβιστά στο τέλος η πάλαι ποτέ γγ.

Κι έλεος στο τετράγωνο θα πρόσθετα εγώ. Γιατί το σόου ήταν σχεδόν αντιαισθητικό, δίνοντάς σου την (αντι)αίσθηση πως σε κάποια στιγμή θα έσκαγε μύτη από κάπου κι ο σεφερλής για το shefer-lee show· αλλά τελικά αρκεστήκαμε στον χαϊκάλη.

Το σημειώνω αυτό γιατί ως τώρα ο κυβερνητικός λόγος και οι εκπρόσωποί του κατάφερναν να γίνουν αποκρουστικοί ακόμα και σε έναν πολιτικά απαίδευτο κόσμο, αν όχι με καθαρό πολιτικό κριτήριο ή κάποιο υποσυνείδητο ταξικό ένστικτο, έστω με όρους στοιχειώδους αισθητικής. Οι γνωστές τσιρίδες του άδωνη, η αλαζονεία του βενιζέλου, η ψευτομαγκιά του τσεκουράτου βορίδη, το κακό υποκριτικό ταλέντο του σαμαρά, τα ελληνικά του σταμάτη και πάει λέγοντας. Μπορεί κάποιες φορές να έτειναν να επικαλύψουν την πολιτική ουσία της κριτικής αλλά δε στερούνταν τελείως πολιτικού περιεχομένου και τέλος πάντων είχαν κι αυτά τη σημασία τους.

Αυτή ωστόσο ήταν η πρώτη φορά ίσως που ο αντιπολιτευτικός λόγος του σύριζα, ως εκφορά και ως περιεχόμενο, ανταγωνίστηκε επάξια αν δεν υπερκέρασε σε γραφικότητα τον αντίστοιχο κυβερνητικό. Οι υστερικές φωνές της (ατσαλωμένης στους δρόμους και το κίνημα) κωνσταντοπούλου. Οι ατάκες του παναγούλη (που εξαργυρώνει το όνομα και τον αγώνα του αδελφού του) για τις φυλακές. Οι φαντασιώσεις περί νέου πολυτεχνείου στο ραδιομέγαρο με τη μακρή των ανελ στα κάγκελα. Η ομιλία του τσίπρα που θύμισε αμερικάνικη σειρά με τα χάχανα από το κοινό σε κάθε δεύτερη ατάκα. Χώρια τα ήξεις-αφήξεις από πολιτική άποψη, που έδωσαν πάτημα ακόμα και σε αυτή την κυβέρνηση να τα εκθέσει και να ξεγλιστρήσει από την ουσία.

Γνωρίζω πολύ καλά ποιο είναι το ποιόν κι η ακροδεξιά ιδεολογία της κυβέρνησης σαμαρά –πόσο μάλλον που η καπιταλιστική κρίση αφαιρεί το καρότο από τα χέρια του εκάστοτε διαχειριστή και του αφήνει μόνο το μαστίγιο, καθιστώντας εντελώς τυπικές και δυσδιάκριτες τις διαφορές μεταξύ χούντας και αστικής δημοκρατίας –που δεν παύει να είναι κι αυτή δικτατορία του κεφαλαίου ως προς το ταξικό της περιεχόμενο. Αλλά ο σύριζα αυτό το τριήμερο έκανε τα πάντα για να μπει στο ίδιο τσουβάλι ως άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, ακόμα κι από αισθητική άποψη.

Και γιατί επιμένεις σφυροδρέπανε τόσο πολύ στο αισθητικό κομμάτι και δεν αναλύεις το πολιτικό; Γιατί θεωρώ πως δεν υπάρχει τίποτα άξιο λόγου προς ανάλυση από πολιτική σκοπιά και πως ακόμα και το χτεσινό ολυμπιακός-παοκ θα άντεχε σοβαρότερης κριτικής.
Τι ήρθε να σηματοδοτήσει πολιτικά η πρόταση δυσπιστίας; Ο σύριζα δεν είναι ο δύσπιστος (κι όχι άπιστος όπως έχει επικρατήσει να λέγεται) θωμάς, που δεν πιστεύει αν δε δει την ανάπτυξη και το πρωτογενές πλεόνασμα. Κατέθεσε τα δικά του διαπιστευτήρια στην άλλη άκρη του ατλαντικού κι επέστρεψε στη βάση του, για να ασκήσει το αντιπολιτευτικό του έργο ως υπεύθυνο αστικό κόμμα, με τις προβλεπόμενες κοινοβουλευτικές διαδικασίες –που απέρριπτε δια στόματος του αρχηγού του μερικούς μήνες πριν, στην έκθεση- και με την τακτική του ώριμου φρούτου –που δεν είναι ακόμα αρκετά ώριμο για να φέρει αυτοδυναμία και πρέπει να παραμείνει στο κλαδί του για λίγο διάστημα.

Και ποια ήταν τα βαθύτερα ελατήρια αυτής της κίνησης; Μια εκδοχή λέει πως έγινε για εσωτερική κατανάλωση, για να συσπειρώσει ο αλέξης τους δικούς του, να μαζέψει κάπως τη δυσαρέσκεια και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από όσα είπε στο τέξας. Η άλλη πως το έκανε για να στριμώξει και να εκθέσει τη δημαρ, που κράτησε ίσες αποστάσεις και κινδυνεύει να μείνει πρόωρα κι οριστικά εκτός παιχνιδιού στις επόμενες εκλογές. Και ένα τρίτο προχωρημένο σενάριο ότι ο σύριζα έκανε ένα δώρο στην κυβέρνηση για να τη συσπειρώσει και να κρατήσει ως τις ευρωεκλογές του μαΐου, όπου θα βγει νικητής ο σύριζα και θα κυνηγήσει με ευρω-εκλογικό αέρα και καλύτερες πιθανότητες την άπιαστη προς το παρόν αυτοδυναμία.

Αυτό το τελευταίο σημαίνει πως ο πολιτικός σχεδιασμός του σύριζα εξυπηρετείται άριστα από το σκηνικό της πόλωσης και της ενίσχυσης του νέου δικομματισμού. Και πως –όσο και αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως παράδοξο- δεν έχει κανένα λόγο να απειλήσει αυτή τη στιγμή την κυβέρνηση και τη συνέχιση της θητείας της. Με άλλα λόγια ο σύριζα επιθυμεί σταθερότητα κι αυτήν ακριβώς είναι που εξυπηρετεί με τις κινήσεις του.

Θεωρητικά βέβαια η επιλογή του σύριζα έρχεται να εκφράσει πολιτικά και να αγκαλιάσει τη λαϊκή αγανάκτηση από την κυβερνητική πολιτική και τους χειρισμούς της στο θέμα της ερτ, που ήταν κι η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Αλλά στην πράξη καταφέρνει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα, μετατοπίζοντας το επίκεντρο των εξελίξεων από το δρόμο και το κίνημα στο ναό της δημοκρατίας –που απειλείται- σπάζοντας κάθε προηγούμενη επίδοση κοινοβουλευτικού κρετινισμού. Έβαλε βέβαια ως κινηματικό άλλοθι ‘παλλαϊκή’ συγκέντρωση έξω από τη βουλή την ώρα της ψηφοφορίας, για να μαζέψει μερικές χιλιάδες οπαδούς του, που το διέλυσαν και αυτοί γρήγορα για να δούνε τη συνέχεια από την τηλεόραση. Κι αντί να παίξει μπάλα στο γήπεδο της πολιτικής, την πέταξε στην κερκίδα της παραπολιτικής εκλογολογίας, όπου κάθεται ο λαός τρώγοντας πατατάκια κι επιλέγοντας στο τουίτερ την καλύτερη ατάκα της βραδιάς.

Το καλύτερο είναι πως ό,τι κι αν γίνεται τελευταία –από τη δολοφονία των χρυσαυγιτών μέχρι την εισβολή των ματ στην ερτ- η μόνιμη επωδός είναι πως απειλείται η δημοκρατία. Και την ίδια στιγμή η αστική δημοκρατία, η διαφημιζόμενη κι ως καλύτερη δημοκρατία που είχαμε ποτέ, δουλεύει ρολόι ως προς τους σκοπούς της, χωρίς καμία εκτροπή από το ταξικό της περιεχόμενο.

Ναι αλλά γιατί υποτιμάμε το σύνθημα να πέσει η κυβέρνηση του μαύρου, των απολύσεων και των μνημονίων; Μωρέ να πέσει χίλιες φορές και να γκρεμοτσακιστεί, αλλά να μη μας φορέσουν την ίδια πολιτική με άλλο, προοδευτικό φερετζέ. Αυτή είναι η ουσία για την οποία μαλλιάζει η γλώσσα μας. Κι όπως είπε χτες κι η αλέκα όταν ο λαός αποφασίσει να βγει στην εξουσία, το ΚΚΕ θα αναλάβει τις ευθύνες του για μια κυβέρνηση της εργατικής τάξης και των συμμάχων της. Καθαρά και ξάστερα.

Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Τι μου προτείνεις να διαβάσω για τη σοβιετία;

Στο πρώτο μέρος είχαμε ξεκινήσει με τα έργα των ηγετών της σοβιετικής ένωσης. Ένα άλλο κριτήριο ταξινόμησης των βιβλιοπροτάσεων είναι να πάρουμε τις θέσεις κομμάτων, πολιτικών οργανώσεων και διεθνών φιλοσοφικών ρευμάτων σχετικά με την κοινωνική φύση της σοβιετικής ένωσης και την ερμηνεία των εξελίξεων που οδήγησαν στη διάλυσή της.

Το κουκουέ είχε κάνει μια πρώτη επεξεργασία στην πανελλαδική συνδιάσκεψη του 95’ (τα υλικά της οποίας κυκλοφόρησαν σε ξεχωριστή μπροσούρα) και τη συμπλήρωσε στα δύο τελευταία συνέδριά του με την απόφαση του 18ου στο πρώτο θέμα για το σοσιαλισμό (που επίσης κυκλοφόρησε σε ειδική μπροσούρα) και την προγραμματική επεξεργασία του 19ου με την αντίληψη του κόμματος για τη σοσιαλιστική κοινωνία. Η τελευταία περιέχει αρκετές επισημάνσεις για τα όργανα και τον χαρακτήρα της σοβιετικής εξουσίας, ωστόσο εκκρεμεί (αν έχω καταλάβει καλά) η συνέχιση και το δεύτερο μέρος της μελέτης που ξεκίνησε στο 18ο συνέδριο και θα εστιάζει στο πολιτικό εποικοδόμημα.

Παράλληλα με αυτά μπορούν να διαβαστούν:
Οι τρεις εκλαϊκευτικές μπροσούρες του κσ της κνε στη σειρά «αλήθειες και ψέματα για το σοσιαλισμό» που εστιάζουν κατά σειρά στην οικονομία, τη σοβιετική εξουσία και την παραχάραξη της ιστορίας κι έχουν διατηρήσει το στιλ γραφής και σελιδοποίησης του οδηγητή.
Η αρθογραφία της κομεπ, όπου μπορεί να δει κανείς πώς διαμορφώθηκε και εξελίχθηκε στον χρόνο η αντίληψη του κόμματος, καθώς και τις διεθνείς αναφορές του που την επηρέασαν –με ορόσημο τις εισηγήσεις στα πλαίσια θεματικής διημερίδας που ‘χε οργανώσει το κόμμα πριν από το 18ο συνέδριο
Και τα πρώτα βήματα διαμόρφωσης αυτής της αντίληψης κατά τη δεκαετία του 90, με τη σειρά «προβλήματα σοσιαλισμού», στα πλαίσια της οποίας είχαν εκδοθεί μεταξύ άλλων «οι σημειώσεις από τη φυλακή» του έριχ χόνεκερ και το συλλογικό «σύγχρονος αναθεωρητισμός και αντεπανάσταση» με συλλογή κειμένων κι εισηγήσεων, όπου μπορεί να βρει κανείς δυο κείμενα του γερμανού ιστορικού κουρτ γκοσβάιλερ και μια ανάλυσή του για τα πολλά στρώματα του κρεμμυδιού γκορμπατσόφ και τη σοσιαλδημοκρατική καρδιά του. Τη μετάφραση από τα γερμανικά έχει κάνει αν θυμάμαι καλά ο θανάσης βόρειος (ψευδώνυμο) που, όπως λένε οι πηγές της κε του μπλοκ, ζει και βασιλεύει στα εκατό και πλέον χρόνια του!

Από εκεί και πέρα. Το εγχώριο τροτσκιστικό ρεύμα έχει μείνει στην ασφάλεια του των επεξεργασιών των αδελφών κομμάτων από το εξωτερικό. Από την εγχώρια παραγωγή μπορώ να θυμηθώ μόνο μια συλλογή κειμένων του σεκ με τίτλο «πώς χάθηκε η ρώσικη επανάσταση» (που κι αυτή συμπαραγωγή με το βρετανικό σεκ είναι) από την οποία μου έχει μείνει χαρακτηριστικά μια γελοιογραφία του ιωάννου από το ελληνικό κοινοβούλιο των ύστερων ογδόντα, που οι πολιτικοί αρχηγοί υμνούσαν το φαινόμενο γκόρμπι.
Μητσοτάκης: -Γιατί όπως λέει κι ο κ. γκορμπατσόφ…
Παπανδρέου: -Δε θα μας πείτε εσείς τι λέει ο φίλος γκορμπατσόφ.
Χαρίλαος: -Κάτω τα χέρια σας από το σύντροφο γκορμπατσόφ.

Το εγχώριο μ-λ ρεύμα ήταν μάλλον πιο παραγωγικό επί του θέματος. Από τις δικές του εκδόσεις ξεχωρίζω τη μπροσούρα «οι εξελίξεις στις χώρες του ανατολικού συνασπισμού» που γράφτηκε στα τέλη της δεκαετίας με τις βάτες κι είναι αρκετά διεισδυτική για την εποχή της –εκεί είχα διαβάσει πρώτη φορά και για τη διάκριση-αντίθεση οικονομικών και πολιτικών στελεχών εντός του στρώματος της γραφειοκρατίας (ή νέας αστικής τάξης κατά τη μαοϊκή ανάλυση). Ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια ανάλυση της κοε με τίτλο «ρεβιζιονισμός, παλινόρθωση και νέα τάξη πραγμάτων», όπου μιλάει για την κατεύθυνση στο προτσές της οικοδόμησης και το βελάκι που άλλαξε κατεύθυνση (περίπου όπως στο μπάσκετ, μετά το τζάμπολ).

Αυτή νομίζω πως είναι κι η μόνη ολοκληρωμένη ανάλυση που μπορεί να βρει κανείς από τον χώρο του σημερινού σύριζα. Ίσως να έχουν βγάλει κάτι κι οι τροτσκιστές της δεα ή οι θέσεις του μηλιού, που δε συνιστούν όμως πολιτική συνιστώσα. Γενικά η παραγωγή της λεγόμενης νέας αριστεράς είναι απογοητευτική και φανερώνει από αδιαφορία μέχρι ρηχότητα (και βασικά πιθανόν το ένα εξαιτίας του άλλου). Αυτό ισχύει εν μέρει και για οργανώσεις κι ανάδελφα ρεύματα του εξωκοινοβουλίου σαν το ναρ, το οποίο δανείζεται κι αναμιγνύει στοιχεία από άλλες θεωρήσεις (αναρχική, τροτσκιστική και μια ιδέα από το βιβλίο του κάππου), έχοντας μείνει βασικά στην προ 15ετίας επεξεργασία του πρώτου συνεδρίου του, την οποία επανέκδωσε αυτούσια σχετικά πρόσφατα.

Ενδιάμεσα είχε οργανώσει και ένα τριήμερο εκδηλώσεων αφιερωμένο στα 90χρονα του οκτώβρη, αλλά αυτό το είχε κάνει ακόμα κι ο συνασπισμός {χωρίς να είναι πολύ προφανές γιατί τιμούσε την επικράτηση των μπολσεβίκων, όντας γνήσιος πολιτικός απόγονος των μενσεβίκων. Θα μπορούσε να κάνει κάλλιστα όμως ένα αφιέρωμα στην επανάσταση του φλεβάρη και την πτώση της χούντας του τσάρου –που είναι πάντα επίκαιρη- για να βγαίνει νόημα}. Παρόμοια αφιερώματα για τον οκτώβρη έχουν γίνει κατά καιρούς στο διαδίκτυο και τον έντυπο περιοδικό τύπο, αλλά δεν κρίνω σκόπιμο να επεκταθούμε σε αυτή την κατηγορία. Αναφέρω ενδεικτικά το πρόσφατο αφιέρωμα του περιοδικού «μαρξιστική σκέψη», που –χωρίς να με βρίσκει σύμφωνο στην πολιτική του κατεύθυνση- παραθέτει μεταφρασμένα στα ελληνικά πολλά ενδιαφέροντα κείμενα και ντοκουμέντα από τους πρωταγωνιστές της εποχής.

Για να επιστρέψουμε όμως στο ναρ, μπορούμε να σταθούμε στο βιβλίο του ευτύχη μπιτσάκη «ένα φάντασμα πλανάται», που γράφτηκε αμέσως μετά τις ανατροπές και κυκλοφόρησε πρόσφατα σε νέα έκδοση από το κψμ. Δυστυχώς το περιεχόμενο είναι απογοητευτικό, θυμίζοντας σε κάποια σημεία αλμανάκ καταγραφής γεγονότων, που αναπαράγει αρκετά αστικά στερεότυπα. Μια πιο συνοπτική και ουσιαστική προσέγγιση του μπιτσάκη περί «κρατικού σοσιαλισμού» (που δεν εκφράζει το ρεύμα του) μπορεί να βρει κανείς σε ένα παλιότερο άρθρο του για τον χαρακτήρα των κοινωνιών σοβιετικού τύπου, που ίσως αποτελέσει αντικείμενο κριτικής σε κάποια μελλοντική ανάρτηση.

Τα παραπάνω μας εισάγουν στο κεφάλαιο των διάφορων θεωριών σχετικά με την κοινωνική φύση της σοβιετικής ένωσης και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε –αν και δε θα συμφωνήσουν όλοι με αυτό το τελευταίο, δηλ τον όρο σοσιαλισμός.

Μια γνωστή θεωρία είναι η ανάλυση του τρότσκι περί εκφυλισμένου γραφειοκρατικού κράτους που διατηρεί ωστόσο τον εργατικό του χαρακτήρα που την αναπτύσσει στην «προδομένη επανάσταση». Ένα παρακλάδι του τροτσκισμού (που συγγενεύει με το σημερινό σεκ και τη δεα) διαφωνώντας με αυτή την εκτίμηση (που συνδεόταν με τα πρακτικά καθήκοντα στον επικείμενο πόλεμο) άσκησε πιο αιχμηρή κριτική στη μετεξέλιξη της σοβιετικής εξουσίας, που εκφράστηκε θεωρητικά στη μελέτη του τόνι κλιφ για τον ‘κρατικό καπιταλισμό’ στη ρωσία, με το συγγραφέα να επιχειρεί να τεκμηριώσει την ύπαρξη και πραγματοποίηση υπεραξίας (που θα πιστοποιούσε την καπιταλιστική φύση της εσσδ) στις διεθνείς εμπορευματικές σχέσεις της και τον τομέα της πολεμικής βιομηχανίας!

Ένα μικρότερο τμήμα της τέταρτης διεθνούς αποστάτησε πλήρως από τον τροτσκισμό και το μαρξισμό εν γένει και προχώρησε σε άλλα θεωρητικά μονοπάτια, με τον μπάρναμ να συγγράφει την «επανάσταση των διευθυντών», σύμφωνα με την οποία τα δύο ανταγωνιζόμενα κοινωνικά συστήματα (καπιταλισμός και σοσιαλισμός) συγκλίνουν σε ένα καινούριο οικονομικό μοντέλο που τα υπερβαίνει και στο οποίο άρχουσα τάξη θα είναι όσοι ασχολούνται με τη διεύθυνση και τον προγραμματισμό της παραγωγής.

Ο μίλοβαν τζίλας, -κορυφαίο στέλεχος του γιουγκοσλάβικου κκ, προτού πέσει στη δυσμένεια του τίτο, φυλακιστεί και καταφύγει στη δύση- αναπτύσσει μια παρόμοια θεωρία στη «νέα τάξη» του. Αν και προσωπικά προτιμώ το λιγότερο θεωρητικό πλην ιντριγκαδόρικο ‘συνομιλίες με το στάλιν’, όπου περιγράφει ένα διεφθαρμένο πολιτμπιρό που επιδιδόταν σε ολονύχτια κραιπάλη και αποτοξινωνόταν μια φορά την εβδομάδα με χυμούς φρούτων και λαχανικά· ενώ ήταν απολύτως αδύνατο να αποφύγει κανείς το αλκοόλ, εφόσον έπεφταν βροχή οι προπόσεις στο στάλιν, στον τίτο, στην ακατάλυτη φιλία των δύο λαών, στον… στον… Ε και πώς να αρνηθείς; Μήπως δεν είσαι κατά βάθος με τη φιλία των δύο λαών –άλλο αν τελικά δεν αποδείχτηκε ακριβώς ακατάλυτη;

Στο ίδιο περίπου μήκος κύματος κινείται το βιβλίο για τη «νομενκλατούρα» του μιχαήλ βοσλένσκυ, σοβιετικού αξιωματούχου, που κατέφυγε επίσης στη δύση και δίνει από «πρώτο χέρι» στοιχεία για τη διαφορά μισθών και το νεποτισμό των στελεχών που συνθέτουν τη νομενκλατούρα, χωρίς αξιόλογο θεωρητικό υπόβαθρο.
Υπάρχει επίσης το δίτομο έργο του μπετελέμ για τους ταξικούς αγώνες στην εσσδ κατά την περίοδο 1917-30, που έχει μαοϊκές επιρροές κι επικρίνει τους σοβιετικούς για οικονομισμό, υπερτίμηση των παραγωγικών δυνάμεων κι υποτίμηση της ταξικής πάλης.

Από την ελληνική βιβλιογραφία ξεχωρίζει η μελέτη του κώστα κάππου (που έλεγε ότι κατέληξε σε διαφορετικά θεωρητικά συμπεράσματα απ’ αυτά που πίστευε πριν την ξεκινήσει) για την κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, όπου κάνει λόγο για ιστορικά ανέκδοτη κοινωνική μορφή και διακρίνει τη δτπ (δικτατορία του προλεταριάτου) ως ξεχωριστή φάση από το σοσιαλισμό· μια εκτίμηση που σε αυτό το σημείο θυμίζει αρκετά την επεξεργασία της κοα ανασύνταξη, όπως μπορεί να τη δει κανείς κυρίως στο βιβλίο του μπατίκα «η μαρξιστική θεωρία της επαναστατικής μετάβασης στο σοσιαλισμό –κομμουνισμό».

Σε πολλές από τις παραπάνω θεωρίες απαντά κριτικά το βιβλίο του παυλίδη για «το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην εσσδ», που στο δεύτερο μέρος του αναπτύσσει τη θέση της σχολής της λογικής της ιστορίας (ΛτΙ) περί πρώιμου σοσιαλισμού με τυπική κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής στη σοβιετική ένωση.

Εδώ ολοκληρώνεται, πριν πάρει πολύ μεγάλη έκταση, και το δεύτερο μέρος των βιβλιοπροτάσεων για την οκτωβριανή επανάσταση. Αφήνω εν γνώσει μου εκτός αρκετές κατηγορίες και προτάσεις που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν και να αποτελέσουν ένα τρίτο διαφορετικό κείμενο. Τα κρατάμε κάβα για του χρόνου κι επιφυλάσσομαι να τα πιάσω σε κάποια μελλοντική ανάρτηση. Εσείς μπορείτε βέβαια να εμπλουτίσετε τον ενδεικτικό κατάλογο με τις δικές σας προτάσεις και παρατηρήσεις.

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Goodbye Lenin

Με αφορμή τη σημερινή επέτειο της πτώσης του τείχους (ένα είναι το τείχος) η κε του μπλοκ βγάζει στην επιφάνεια το νίκο αντωνάκο που έκρυβε μέσα της για την κριτική της ταινίας goodbye lenin. Η πρώτη φορά που την είδα ήταν στο σινεμά και βγήκα από την αίθουσα με τις χειρότερες εντυπώσεις, γιατί είχα πάει με προδιάθεση και ισχυρά αντανακλαστικά. Τα οποία βρήκαν αρκετές αφορμές και στην ίδια την ταινία να ερεθιστούν. Πχ οι πρώτες σκηνές με τα τζάμια και τα γυαλικά του σπιτιού να τρίζουν από τις ερπύστριες των τανκς στη στρατιωτική παρέλαση της λδγ. Και η άρρωστη μάνα του πρωταγωνιστή, που παραμένει φαινομενικά πιστή ως το τέλος στη λδγ και τα ιδανικά της, αλλά σε κάποια στιγμή λυγίζει και εξομολογείται πως έχει μετανιώσει που δεν ακολούθησε τον πατέρα της οικογένειας στην απόδρασή του στη δυτική γερμανία.

Γράφω παραπάνω «και στην ίδια την ταινία», γιατί η αρνητική προδιάθεση και η ενεργοποίηση των αντανακλαστικών μου οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στον ‘περίγυρο’ της ταινίας, τις κριτικές και την πρώτη ανάγνωση που τη συνόδευαν κατά την προβολή της στον κινηματογράφο (πχ μια καταδίκη του ανελεύθερου καθεστώτος, του σταλινισμού που κατέρρευσε, κτλ) και δευτερευόντως στο περιεχόμενό της.

Χρειάστηκαν μερικές προβολές ακόμα, για να περάσω στη δεύτερη και την τρίτη ανάγνωση. Βασικά όμως χρειάστηκε να λειτουργήσει καταλυτικά η σύγκριση και αντιπαραβολή με τις πολυβραβευμένες «ζωές των άλλων» και τον χυδαίο τρόπο που εκμαίευαν συναισθηματικά τη συμφωνία του θεατή με το πολιτικό τους συμπέρασμα, χρησιμοποιώντας μια σειρά προβλέψιμα κλισέ: τον κοιλαρά υπουργό, τη μεταστροφή του ανήσυχου καλλιτέχνη (που μέχρι τότε ήταν αφοσιωμένος στο καθεστώς), τους αλλοτριωμένους ασφαλίτες της στάζι που ικανοποιούνται σεξουαλικά με πόρνες, τη διαφθορά και τη σαπίλα που σκέπαζαν τα πάντα, und so weiter, und so weiter

Και στο goodbye lenin υπάρχει, όπως είδαμε, κριτική και σάτιρα στα στραβά και τις αδυναμίες της λδ-γερμανικής κοινωνίας. Η μάνα αγνοεί τις κοσμογονικές αλλαγές κι απορεί πώς παραδόθηκε τόσο γρήγορα το αυτοκίνητο –πριν κλείσει καν πενταετία από την παραγγελία του. Ο γιος της βάζει να δει μαγνητοσκοπημένα προγράμματα και δελτία ειδήσεων, που έπαιζαν εναλλάξ τα ίδια ακριβώς θέματα και μπορούσαν να ξαναπαιχτούν αυτούσια μερικούς μήνες αργότερα, χωρίς να αλλάξει τίποτα. Και η σοβιετική φίλη του πρωταγωνιστή (άλεξ) αποδεικνύεται πιο αλλοτριωμένη και από τους δυτικούς, συμβολίζοντας θαυμάσια την παρακμή της πατρίδας και του λαού της στα χρόνια της περεστρόικα.

Η ειδοποιός διαφορά είναι πως o φον ντόνερσμαρκ (ζωές των άλλων) παρουσιάζει μηδενιστικά και με λεπτομέρειες ένα κοινωνικό σύστημα που δε γνώρισε ποτέ από πρώτο χέρι. Και μιλάει για τις ζωές των «άλλων», των ανατολικών, συμπληρώνοντας τα κενά της διήγησής του με τα στερεότυπα της δυτικής προπαγάνδας. Αντιθέτως ο (επίσης δυτικογερμανός) μπέκερ (goodbye lenin) αφήνει αρκετές αιχμές για το καπιταλιστικό σύστημα –που απείχε πολύ από τον παράδεισο που υποσχέθηκαν στους λδ-γερμανούς: πχ την πολύ άσχημη αντιμετώπιση του πρωταγωνιστή από την καπιταλιστική τράπεζα που αρνείται να δεχτεί εκπρόθεσμα τα ανατολικά μάρκα του. Και την καταναλωτική αλλοτρίωση της αδελφής του και του γαμπρού του –ακόμα και του πατέρα του που πέρασε στην άλλη μεριά και τους ξέχασε πολύ γρήγορα, φτιάχνοντας καινούρια ζωή κι οικογένεια.

Το goodbye lenin καταφέρνει να κρατήσει λεπτές ισορροπίες, στέλνοντας έναν τρυφερό, νοσταλγικό αποχαιρετισμό στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, με παιδική σχεδόν αγάπη για τη μητέρα πατρίδα, κι όχι ένα χαιρέκακο «στα τσακίδια» των νικητών που ξαναγράφουν την ιστορία. Το άγαλμα του λένιν δεν γκρεμίζεται, ούτε αποκαθηλώνεται ατιμωτικά, αλλά ανελήφθη στους ουρανούς –εν είδει εφόδου- με ένα ελικόπτερο (καμία σχέση με το αργεντινάσο και τα δικά μας αγανακτισμένα «ουστ»). Και η αποσβολωμένη μητέρα του άλεξ (κριστιάν) που κοιτάει το βλαδίμηρο να φεύγει και παθαίνει σαν κι αυτόν το δεύτερο εγκεφαλικό επεισόδιο, αποτυπώνει πολύ γλαφυρά την αμηχανία της παγκόσμιας κοινής γνώμης, καθώς έβλεπε τον κραταιό υπαρκτό σοσιαλισμό να γκρεμίζεται. Κι είναι ίσως η πιο χαρακτηριστική απεικόνιση της υπαρξιακής αγωνίας των κομμουνιστών (και όχι μόνο) της εποχής, που είχε συμπυκνώσει άριστα στους απαράδεκτους ο σπύρος παπαδόπουλος με το περίφημο ρητορικό ερώτημα: τι έγινε ρε παιδιά; Μας την πέσανε;

Να μας ξανάρθεις...


Η παραμυθένια εξέλιξη της λδγ στο τέλος είναι μια ουτοπική εναλλακτική ιστορία, που ως ένα βαθμό εκφράζει το μύχιο πόθο πολλών λδ-γερμανών –ενδεχομένως και του σκηνοθέτη. Που κατά βάθος θα ονειρεύονταν τη ddr μια πραγματικά ανώτερη κοινωνία, με ικανή ηγεσία, που δε θα έχανε το τρένο της ετε και θα ενσωμάτωνε αυτή με τη δύναμή της τη δυτική γερμανία. Ουσιαστικά ο μπέκερ δίνει απάντηση και σε ένα δύσκολο θεωρητικό ερώτημα: αν μπορεί να υπάρξει σοσιαλισμός στους τοίχους ενός μόνο δωματίου, της κατάκοιτης μητέρας του άλεξ.

Κι αυτό μας οδηγεί σε ένα ακόμα επίπεδο ανάγνωσης της ταινίας, που δεν είναι ιδιαίτερα θετικό κι αισιόδοξο. Η άρρωστη μητέρα (πατρίδα) μπορεί να συμβολίζει παράλληλα και το λδ-γερμανικό λαό, με την απλότητα και τις αντιφάσεις του, που ξαφνιάζεται όταν ξανασυναντά μετά από χρόνια τις σβάστικες στον τοίχο του ασανσέρ κι είναι ασφαλής μόνο όσο παραμένει στο τείχος που ξανάχτισε ο γιος (το κόμμα) και δεν αφήνει τίποτα να το διαπεράσει και να επηρεάσει την οικιακή γαλήνη. Έτσι όμως αφήνει αδύναμο κι απροετοίμαστο το λαό για τη ζώσα πραγματικότητα, που βρίσκει τρόπο να τρυπώσει από τις χαραμάδες και τα παράθυρα, για να ανατρέψει τα πάντα.

Ο στόχος του σοσιαλισμού μοιάζει λοιπόν μ’ ένα γλυκό, παιδικό παραμύθι, σαν αυτό που ετοίμασε ο άλεξ για τη μητέρα του κι αυτή –όπως κι εμείς- είχε την ανάγκη να το πιστέψει. Αλλά ήταν φτιαγμένο από μπαγιάτικα υλικά, σαν τις κονσέρβες και τα τρόφιμα που βρήκε ο μικρός σε ένα εγκαταλειμμένο σπίτι και τα σέρβιρε στη μητέρα του με δικό μας περιτύλιγμα για να κρύψει το αστικό περιεχόμενο. Συνεπώς το όραμα αυτό είχε ημερομηνία λήξης κι ήταν καταδικασμένο να αποτύχει.

Μπορεί να πει κανείς πως επιλέγοντας τις ίσες αποστάσεις το goodbye lenin μένει στην πεπατημένη του τρίτου δρόμου, που προσπαθεί τάχα να συνδυάσει τα θετικά από κάθε κοινωνικό σύστημα και σε μια αντίστροφη ανάγνωση καταδικάζει τα αρνητικά τους, εφαρμόζοντας τη «θεωρία των δύο άκρων».


Ωστόσο, πέρα από την αρνητική προδιάθεση που μπορεί να προκαλέσει αρχικά ο τίτλος (και δεν χρησιμοποιήθηκε τυχαία από τους απόγονους του μανιαδάκη), η ταινία εντάσσεται με έναν ιδιαίτερο τρόπο στο ανερχόμενο τότε κύμα της ostalgie, της ρομαντικής νοσταλγίας για αυτό που ήταν η ddr. Το οποίο μπορεί να φαίνεται (και όντως είναι) ουτοπικό κι αδιέξοδο σε τελική ανάλυση, παράλληλα όμως είναι γνήσια αυθόρμητο, δηλ τίμιο κι ειλικρινές. Κι αυτή είναι η βασική αίσθηση που μπορεί να κρατήσει κανείς στο τέλος από την ταινία. Έστω κι αν του πάρει μερικές προβολές παραπάνω για να τη βρει και να την εμπεδώσει.