Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαΐνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σαΐνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Το πρόβλημα είναι..

Λύσεις υπάρχουν. Το θέμα είναι να ορίσεις πρώτα το πρόβλημα, για να δεις μετά πώς μπορείς να το αντιμετωπίσεις.

Το πρόβλημα είναι πως ζούμε, κινούμαστε, εργαζόμαστε σε ένα περιβάλλον, όπου αντί να τραγουδάμε για να σμίξουμε (με) τον κόσμο γύρω μας, να πάρουμε και να καλλιεργήσουμε τα καλύτερα στοιχεία του καθενός, για να χτίσουμε πάνω τους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι άλλοι μας τη σπάνε, είναι το σύνορό μας και χτίζουμε τείχη για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο, να τον αποφύγουμε και να περιορίσουμε την επαφή μας μαζί του στα τυπικά κι άκρως απαραίτητα.
Ότι θερίζει γενικά η αποξένωση κι ο αδιέξοδος ατομικός δρόμος, που ξεπηδά σα λογική από χίλιες μπάντες. Και δεν υπάρχουν πλέον πολλοί μαζικοί χώροι δουλειάς και μεγάλα εργοστάσια, σαν το πουτίλοφ της ρωσίας το 17’, οπότε χρειάζεται πιο εντατική και πολύ διαφορετική δουλειά απ’ ό, τι στο παρελθόν.
Το πρόβλημα είναι πως τις περισσότερες φορές νιώθουμε την ανάγκη να αναπαρ(αγ)άγουμε το είδος μας, να κλειστούμε σε ένα οικείο συντροφικό περιβάλλον ασφαλείας, να μοιραστούμε σκέψεις, ανησυχίες και προβληματισμούς με τους δικούς μας, αντί να κάνουμε μαζικό άνοιγμα, για να γίνουν περισσότεροι οι δικοί μας.

Το πρόβλημα είναι πως οι σύντροφοι είναι ιστορικά αισιόδοξοι ότι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, γιατί το γνωρίζουν από την κοσμοθεωρία τους, αλλά καταλήγουν στην πράξη από τους πιο απαισιόδοξους, γιατί έχουν φάει πίκρα κι απογοητεύσεις με το κουτάλι. Καληνύχτα κεμάλ, ο κόσμος αυτός ποτέ δε θα αλλάξει.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές η γενική κατάθλιψη ρίχνει κι εμάς τους ίδιους, χτυπάει το σύντροφο της διπλανής πόρτας. Δεν είναι ακριβώς ότι δεν ξέρεις ποια είναι η διέξοδος ή ότι δεν είσαι πεισμένος για αυτήν. Αλλά δε βλέπεις κάποια προοπτική στο άμεσο μέλλον, ίσως να μην την πιστεύεις πραγματικά, να μην την παλεύουμε ουσιαστικά, σα να βολευόμαστε στη μίζερη ζαχαρένια μας και τα ήδη υπάρχοντα –που όλο και λιγοστεύουν.

Το πρόβλημα είναι πως βολευόμαστε στη λογική της μίνιμουμ προσπάθειας και της γνωστής πεπατημένης, ενώ χρειάζεται τόλμη, φαντασία, πρωτοτυπία, κάτι έξω από τα τετριμμένα. Ότι φτάνουμε να συμμετέχουμε σε μια απεργία ή σε μια κινητοποίηση κάποιες φορές για λόγους αξιοπρέπειας, επειδή το καταλαβαίνουμε ως καθήκον, χωρίς όμως να έχουμε κάνει πολλά για την επιτυχία της, για να είναι δηλ μαζική, που είναι βασικός όρος (αναγκαίος αλλά όχι ικανός) για να νικήσει. Ότι μας λείπει συνήθως το πάθος –και δεν εννοώ τις φανατικές εκτονώσεις των ζηλωτών, που είναι η άλλη όψη στο νόμισμα της απογοήτευσης.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές προχωράει, κουτσά-στραβά, μόνο ο σχεδιασμός που έχει μπει κεντρικά και δεν υπάρχει πρωτόβουλη σκέψη και δράση στη βάση, στα ζωτικά κύτταρα του κόμματος. Ότι δε σπάμε το απόστημα της ανάθεσης που μας τρώει, αλλά το μεταθέτουμε ως ένα βαθμό εντός της οργανωμένης πρωτοπορίας και σε άλλο επίπεδο, της κεντρικής πολιτικής σκηνής, περιμένοντας να φροντίσει το κόμμα να βρει κάποια λύση. Ότι δεν έχουμε μάθει να είμαστε ο καθένας πραγματική πρωτοπορία στον χώρο του, που πείθει και τραβάει τους υπόλοιπους, δεν κάνουμε υλική δύναμη τις ιδέες για τις οποίες είμαστε πεισμένοι.

Το πρόβλημα είναι πως δεν έχουμε μάθει να λειτουργούμε και να δουλεύουμε με σχέδιο που να λέει: αυτή είναι η ρίζα του κακού, αυτή η λύση του, αυτά τα μέτρα που απαιτούνται, ας ελέγξουμε τι πετύχαμε και τι όχι, για να δούμε τι άλλο χρειάζεται. Και δεν υπάρχει χειρότερο είδος μεταφυσικής από το να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας την ίδια μέθοδο.
Το πρόβλημα είναι ο πρακτικισμός, όπου μοιάζουμε κάποιες φορές να κυνηγάμε την ουρά μας και να τρέχουμε πίσω της να την πιάσουμε. Το πρόβλημα είναι και η θεωρητικοποίηση, οι δικαιολογίες για τη δική μας στάση, αφού δεν τραβά το κόμμα, το κίνημα, οι συνθήκες..

Το πρόβλημα είναι πως είμαστε εν μέρει κομμάτι του προβλήματος και πρέπει να αλλάξουμε πολλά για να γίνουμε όντως κομμάτι της λύσης του. Ότι κι αυτά εδώ μεταξύ μας τα λέμε, και εγώ που στα γράφω είναι ζήτημα τι και πόσα θα κάνω/αλλάξω στην πράξη. Και δεν είμαι καν σίγουρος αν τελικά το πρόβλημα συνοψίζεται κι εδράζεται στα παραπάνω ή είναι κάτι πιο σύνθετο


Πρόβλημα, πρόβλημα, πες μου πώς το λύνεις…

Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ο καλός μπάτσος

Οι μπάτσοι δεν είναι του λαού παιδιά. Δηλ είναι, γιατί κυρίως φτωχόπαιδα πάνε σε τέτοιες δουλειές και δεν υπάρχει κάποιος που να έχει λυμένο το βιοποριστικό και να τις κάνει για ευχαρίστηση. Τρεις κι εξήντα παίρνετε και τον κόσμο δέρνετε, όπως φώναζε ο κόσμος στις πορείες. Άλλο αν στην πορεία (τους) μαθαίνουν να το ευχαριστιούνται κιόλας σαδιστικά.

Δεν μπορούμε λοιπόν βάση θέσης και του ρόλου που καλούνται να παίξουν να υπολογίζουμε πως θα συμπεριφερθούν σύμφωνα με την καταγωγή τους. Δεν είναι δηλ σαν τους φαντάρους, που μπορεί την κρίσιμη ώρα να περάσουν μαζικά με το μέρος μας και ν’ απειθαρχήσουν στις διαταγές των ανωτέρων τους. Και δεν είναι τυχαίο πως στο πολυτεχνείο, όταν έριξε την πύλη το τανκ, οργίασαν οι ασφαλίτες, ενώ μες στους στρατιωτικούς μπορεί να ‘ταν και πιο μετριοπαθή στοιχεία με στοιχειώδη αξιοπρέπεια που έσωσαν κάποιους φοιτητές απ’ το ξύλο και τη σύλληψη.

Θα μου πεις, (ακόμα) παλιότερα, υπήρχαν κάποιοι δικοί μας –ή απλώς έντιμα στοιχεία- και στην χωροφυλακή. Αλλά ο κρατικός μηχανισμός εξελίσσεται και διορθώνει τα αδύναμα σημεία του. Το ίδιο έκανε και με το πολυτεχνείο. Τότε δεν υπήρχαν ματ. Αυτά δημιουργήθηκαν επί… δημοκρατίας. Κι ο δοτός πρωθυπουργός της (πειραματικής φιλελευθεροποίησης της) χούντας μαρκεζίνης είχε πει πως αν η κυβέρνησή του είχε στη διάθεσή της τέτοιες μονάδες, δε θα χρειαζόταν η επέμβαση του στρατού για να αποκαταστήσει την τάξη. Διόλου τυχαία λοιπόν η οργάνωση (κνε) είχε από τα πρώτα της συνέδρια ως θέση και στόχο πάλης την κατάργηση των ματ.

Οι αναρχο-μπάχαλοι βέβαια στοχοποιούν φετιχιστικά το όργανο της τάξης ή γενικά το κράτος, χωρίς να εμβαθύνουν πολύ στο ζήτημα ποια είναι τέλος πάντων αυτή η τάξη που αποκαθιστούν τα ματ (μονάδες αποκατάστασης της τάξης). Απ’ αυτόν τον χώρο βγήκε και το σύνθημα «μπάτσος καλός μόνο νεκρός» που απαντάει και στο κλισέ αστυνομικό κόλπο του καλού και του κακού μπάτσου στις ανακρίσεις.

Ο μαγικός κόσμος της τηλεόρασης διορθώνει το κλισέ από την ανάποδη, παρουσιάζοντας μια ειδυλλιακή εικόνα του καλού και του (ακόμα) καλύτερου μπάτσου. Η μικρή οθόνη είναι γεμάτη από ήρωες μπάτσους, ευαίσθητους μπάτσους, μπάτσους ατακαδόρους, μπάτσους γαμάτους, μπάτσους cool, μπάτσους πρότυπα προς μίμηση. Κι έτσι κατορθώνει να εξοικειώσει εν μέρει το κοινό της με τον αστυνόμο, να τον καταστήσει κομμάτι της καθημερινότητας, έναν από εμάς, συμπαθή σε τελική ανάλυση.
Οι μπάτσοι είναι φίλοι μας…

Η κε του μπλοκ κάνει σήμερα μια σχετική αναδρομή στις τηλεοπτικές –κι όχι μόνο- αναμνήσεις της από φιγούρες μπάτσων με τέτοιες κι αλλιώτικες περιπτώσεις.

Ο πρώτος μπάτσος που συμπάθησα ήταν ο βασιλιάς της γκάφας αστυνόμος σαΐνης. Μαζί και τον επιθεωρητή κουίμπι που την πατούσε με κάθε πιθανό τρόπο με τα χαρτάκια που αυτοκαταστρέφονταν σε δέκα δευτερόλεπτα. Αν και θα ήθελα να δω κι ένα εναλλακτικό φινάλε με μια νίκη του μαντ –όπως σε κάποιους είχε γίνει απωθημένο να πιάσει επιτέλους ο γούλι κογιότ το αναθεματισμένο μιτ-μιτ κι είχαν πληρώσει κιόλας για να γυριστούν τέτοια επεισόδια. Η πραγματικά αντιπαθής στην όλη υπόθεση ήταν μάλλον η ανιψιά του πένι, με το γκατζετάκι που νικούσε τα πάντα.
Σήμερα το χιούμορ του σαΐνη μου φαίνεται προφανώς παιδικό και ξεπερασμένο. Αλλά αυτό που δεν μπόρεσα ποτέ να ξεπεράσω είναι οι φοβερές φωνές της μεταγλώττισης και η μουσική από το σήμα έναρξης –και στις δύο ελληνικές του εκδοχές.

Σχέδιο κι αίσθημα ευθύνης. Αστυνόμος σαΐνης…

Στην κατηγορία των παιδικών συμπεριλαμβάνεται το μίκυ μυστήριο, στην πιο συμπαθητική εκδοχή ενός γενικά αντιπαθητικού ποντικού, ο αστυνόμος της φρουτοπίας με τη φωνή του τάσου κωστή και το δίδυμο της συμφοράς με τους αξιαγάπητους αδελφούς ντιμπόν από τον –όχι το ίδιο αξιαγάπητο- τεν-τεν. Στην ίδια κατηγορία συγκαταλέγεται μάλλον ο ρόμποκοπ και ο υπαστυνόμος ρεξ, που πήρε μάλλον την ιδέα από το λαγωνικό Κ-9 σε μια ταινία με τον μπελούσι.

Από τα παιδικά χρόνια προέρχεται κι η ανάμνηση του έντι μέρφι ως μπάτσος του μπέβερλι χιλς, που έδωσε ρεσιτάλ –αλλά αυτό είναι μάλλον υποκειμενικό. Αυτό που δεν είναι υποκειμενικό είναι το μουσικό θέμα της ταινίας, που αντικειμενικά τα σπάει.


Από την ίδια δεκαετία ξεχωρίζει ο (μακαρίτης πια) λέσλι νίλσεν στις τρελές σφαίρες –διαχρονικά η πιο κωμική αστυνομική ανάμνηση. Εκτίμησα με σχετική καθυστέρηση τη μεγάλη των μπάτσων σχολή. Άκρως αντιδραστική ιδέα οι αστυνομικές περιπολίες πολιτών, αλλά ξεχώριζε μεταξύ πολλών άλλων ο τίμιος γίγαντας χάιτάουερ που έπαιζε παλιά ράγκμπι κι απεβίωσε κι αυτός πρόσφατα. Δε με τρέλανε ιδιαίτερα ο μελ γκίμπσον στο φονικό όπλο, αλλά μου έχει μείνει η σκηνή που βγάζει μόνος του τον ώμο του για να κερδίσει ένα στοίχημα και τον ξαναβάζει στη θέση του αργότερα.

Από σειρές υπήρχαν η ομάδα δράσης 21, ένα αγγλικό σίριαλ με τον μπιν (rowan atkinson) και τις καθημερινές ιστορίες ενός αστυνομικού τμήματος και ο στρίπερ με στολή αστυνομικού ντάνι ντεβίτο ως guest στα φιλαράκια. Από τα πιο πρόσφατα υπάρχουν διάφορες σειρές: dexter, lapd, csi για τις οποίες η κε του μπλοκ δεν έχει προσωπική γνώμη, αλλά θεωρεί πως προωθούν πιο εκλεπτυσμένα και συστηματικά την εικόνα του γαμάτου μπάτσου. Η τελευταία μάλιστα είχε μια καλτ μεταφορά ή έστω αντιγραφή στα ελληνικά δεδομένα με τη σειρά «ίχνη».

Κι αφού αναφερθήκαμε σε ελληνικές σειρές, η πιο συμπαθητική φυσιογνωμία μπάτσου είναι πιθανότατα ο πέτρος φιλιππίδης στις έκτακτες εμφάνισή του στους απαράδεκτους (σκασμός εγώ μιλάω)· όπου έφαγε τον περίδρομο και ζητούσε εξηγήσεις για τους ανατρεπτικούς στίχους: θα σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε, για να φτιάξω μια καινούρια κοινωνία άλληνε.

Ο πιο απογοητευτικός ρόλος ήταν μετά τις ανατροπές, στο κανάλι του κυριακού, με το βέγγο να παίζει τον υπαστυνόμο θανάση παπαθανάση. Μια μάλλον ατυχής στιγμή ως προοίμιο του άσχημου υστερόγραφου που μας άφησε με την ατάκα του στην «ψυχή βαθιά» του βούλγαρη: μα έλληνες να τουφεκάνε έλληνες; Ο βέγγος συμπρωταγωνιστούσε με τον χατζηχρήστο και στην ταινία ο ηλίας του 16ου.

Στον αστυνόμο παπαθανάση έπαιζε κι ο ηθοποιός που έκανε τον καλό μπάτσο και στην ταινία του δαλιανίδη «όταν οι ρόδες χορεύουν», όπου πήγαινε να φρονηματίσει τους ταραξίες ενός κοινοβίου κι αυτοί του έπιαναν την κοινωνική ανάλυση: είμαστε παιδιά προβληματικά, είδαν τα ματάκια μας πράγματα κακά, ζήσαμε στη φτώχια και την αγωνία, σ’ όλα φταίει η άτιμη η παλιοκοινωνία…

Το προλεκάλτ στα καλύτερά του!

Θυμάμαι επίσης το βλαδίμηρο κυριακίδη στους ασυνήθεις ύποπτους (δε φωνάζω, έμφαση δίνω) και το δικό μας lapd με τον ιεροκλή μιχαηλίδη. Αλλά οι πραγματικά μεγάλες κωμωδίες ήταν το τμήμα ηθών με το σύντροφο γκλέτσο κι ο αστυνόμος θεοχάρης (που ελάχιστοι θυμούνται με το πραγματικό του όνομα) από το καλημέρα ζωή του φώσκολου.


Τι έχει μείνει αταξινόμητο για το κλείσιμο;
Ο μπαλούρδος της ελληνοφρένειας. Οι παρα-αστυνομικοί παρακρατικοί ήρωες τύπου πουαρώ και σέρλοκ χολμς. Ο αρκουδέας από τη δεκαετία με τις βάτες (με ματ κι ανδρέα για μια ελλάδα νέα). Κι η κατά λάθος ηρωίδα των δελτίων ειδήσεων που ήταν μπροστά στη δολοφονία του παύλου φύσσα και επενέβη για πει: ε όχι και μαχαίρι…


Ίσως βέβαια όλα αυτά να έπρεπε απλώς να μπουν σε μια ψηφοφορία στο πλάι και να μην ταλαιπωρούν τη βάση του μπλοκ που διψά για πιο σοβαρές αναλύσεις. Αλλά νομίζω πως οι ψηφοφορίες ανήκουν πια στο παρελθόν και σε μια προηγούμενη φάση της κε του μπλοκ που εξελίσσεται –όχι πάντα προς το καλύτερο…