Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σουκατζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα σουκατζίδης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Μαΐου 2024

Ένας δεν ήταν, μα διακόσιοι

Δεν είναι υπερβολή. Όποια πέτρα κι αν σηκώσεις σε αυτόν τον τόπο, θα βρεις κάποιο αποτύπωμα του λαού του και των αγώνων του. Της Αντίστασης. Του κόμματος με τα τρία κόκκινα γράμματα, που έγινε η ψυχή της. Αν σκύψεις λίγο και αφουγκραστείς τα ματωμένα χώματα, τους τοίχους με τα σημάδια από τις σφαίρες, θα ακούσεις να σου ψιθυρίζουν τις ιστορίες τους, που φτιάχνουν την ιστορία αυτής της γωνιάς και του κόσμου. Κι αν κάνεις λίγη ησυχία θα ακούσεις τις τεκτονικές πλάκες της Ιστορίας να κινούνται. Θα αισθανθείς τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Εκτός κι αν είσαι στην Καισαριανή, το μικρό Στάλινγκραντ της Ελλάδας -είναι κι αυτή μια σοβιετική γωνιά. Εκεί που οι τοίχοι δεν ψιθυρίζουν, δε μιλάνε απλώς. Εκεί η Ιστορία παραμονεύει σε κάθε γωνιά, στήνει καρτέρι σε όσους παν να την ξαναγράψουν και βροντοφωνάζει, θαρρείς με μεγάφωνο ή μάλλον με χωνί, όπως τότε. ΕΑΜ-ΕΛΑΣ-ΕΠΟΝ. Ο δρόμος των λαών είχε τη δική του ιστορία. Κάποιοι την έγραψαν στης Καισαριανής τον τοίχο με το αίμα τους.


Ο μόνος τρόπος να μην την ακούσεις είναι να βάλεις ωτοασπίδες στα αυτιά, σαν τους συντρόφους του Οδυσσέα, που υπέκυψαν τελικά στις σειρήνες του συστήματος και αποδεκατίστηκαν, αφήνοντάς τον μόνο του, στη μοναξιά του πιονέρου και της οργανωμένης πρωτοπορίας. Ή σαν τα μέλη της Σκοπευτικής Εταιρείας, που λέρωνε σα μίασμα το Σκοπευτήριο και χρειάστηκαν αγώνες για να καθιερωθεί ως τόπος μνήμης -με πολυήμερη κατάληψη επί ΠΑΣΟΚ το ’83- και να φύγει η εταιρεία το ’16, στα χρόνια του δεύτερου ΠΑΣΟΚ, που η ιστορία επαναλήφθηκε σαν φάρσα, με την κατάθεση στεφάνου από τον Αλέξη, πριν καταλήξουμε στην φαρσοτραγωδία του Στεφάνου, σε ρόλο αριστερού εφοπλιστή.

Κι αν κάνεις λίγη ησυχία, μπορεί να ακούσεις τα κόκαλα των συντρόφων τα ιερά, των 200 -και όχι μόνο- κομμουνιστών να τρίζουν σε κάθε επίσκεψη ροζ αριστεροκάπηλων, που θεωρούν ιερή συμμαχία το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.


Κι αν δεις προσεκτικά το σύνθημα στην πρόσοψη του Μουσείου Εθνικής Αντίστασης, θα βρεις τη διαφορά που κάνει τη διαφορά. Πως μπαίνει πρώτα ο ΕΛΑΣ ως ένοπλο τμήμα, αυτό ακριβώς που αποκηρύσσουν με «απεταξάμην» οι κήρυκες του γλυκερού αφηγήματος, για μια ομελέτα χωρίς σπασμένα αυγά. Κι αν ζούσαν τότε, με τον βοναπαρτισμό που τους διακρίνει -και δεν τους αφήνει να κρυφτούν-, θα είχαν το τέλος ενός άλλου πάλαι ποτέ σοσιαλιστή, φαφλατά και προπαντός φασίστα, που το δείχνουν συμβολικά τα κορίτσια στο βάθος της εικόνας. Κι είδε τη Σκάλα του Μιλάνου ανάποδα...

Βοναπάρτηδες το κίνημα ξέβρασε πολλούς. Αλλά -σε πλήρη αντίθεση με αυτούς- Ναπολέων ήταν ένας, μοναδικός και Σουκατζίδης. Ένας αλλά (Ναπο)λέων. Μοναδικός στο ήθος, τις γνώσεις και τις ικανότητες. Και την αυτοθυσία του, τη συγκλονιστική, την απαράμιλλη, που μιλάει από μόνη της για το ποιόν του και τις αξίες του. Και δε χρειάζεται φτιασίδια, υπερβολές και σεναριακές ευκολίες για να αναδειχθεί, ούτε να τον «ντουμπλάρεις» με έναν γοητευτικό ηθοποιό, γιατί γράφει καλύτερα στην κάμερα από τη δική του φαλάκρα. Αλλά αυτό να ’ταν το πρόβλημα της ταινίας του κυρ-Παντελή.

Όχι, δεν ήταν απλώς 200 πατριώτες, γιατί τους παρέδωσαν Έλληνες για εκτέλεση, οι φασίστες στους ομοϊδεάτες τους, σαν τελετή παραλαβής-παράδοσης, συμπατριώτες στο έθνος των εκμεταλλευτών, που μισούν από κοινού όσους σηκώνουν κεφάλι, ανάστημα, για να φέρουν τα πάνω-κάτω (όπως με τον Μουσολίνι). Αποβράσματα που έδιναν όρκο στον Φύρερ αντί να τον πολεμάνε. Μα φασίστας να πυροβολά φασίστα; Ούτε στο σινεμά τέτοια πράγματα...

Κι αν υπάρχει κάτι επίκαιρο σήμερα, είναι πχ ο βρικόλακας της Ενωμένης Ευρώπης που πίνει το αίμα των λαών. Και η πρώτη φορά που εμφανίστηκε στην ιστορία ήταν επί ναζιστικής Γερμανίας, μια καπιταλιστικά ενοποιημένη Ευρώπη, με (μισθωτούς) σκλάβους και πάμφθηνο εργατικό δυναμικό, που έχει κοινές αξίες και ιδεολογία με τη σύγχρονη. Και εδώ ο συνδετικός κρίκος δεν είναι εθνικός (η Γερμανία) αλλά ταξικός.

-Τιμάμε τους 200 της Καισαριανής, χωρίς να αποχρωματίζουμε την επέτειο, έλεγε μια σφισσα στο άνοιγμα μιας από τις εκδηλώσεις των ημερών στο Σκοπευτήριο, κι ένιωθες (βασικά εγώ) τα καρφιά να σημαδεύουν σαν πρόκες τον Βούλγαρη, σε μια εκδίκηση των «Εαμοβούλγαρων» που ήταν κομμουνιστές και για αυτό πατριώτες, αλλά δε ντρέπονταν να πουν το πρώτο, ούτε το ψιθύριζαν μονολογώντας, αλλά το βροντοφώναζαν μπρος στο απόσπασμα, με το χωνί και τις πράξεις τους, σαν την Ιστορία που έγραψαν (και δεν ξαναγράφεται ούτε στρογγυλεύεται).

Και όχι, δεν είναι θέμα κομματικού πατριωτισμού. Στους 200 υπήρχαν και κάποιοι τροτσκιστές ή δηλωσίες που είχαν διαγραφεί. Ήταν όμως Ακροναυπλιώτες, ψημένοι στο καμίνι των αγώνων, της πάλης ενάντια στην καταστολή, τις φυλακές και τα βασανιστήρια, και όχι απλά 200 παρμένοι από τον χυλό. 200 ατσάλινοι πρωτοπόροι, που οργάνωσαν το ηθικό και την αντίσταση στο κολαστήριο του Χαϊδαρίου, καταφέρνοντας να αντιστρέψουν το κλίμα της ηττοπάθειας. 200 που έπεσαν για τη ζωή, πάτησαν τον θάνατο με τον δικό τους θάνατο, ταπείνωσαν τους διώκτες τους με τις πράξεις τους και κέρδισαν την αθανασία, όχι με κάποια ανάσταση νεκρών στην οποία δεν πίστεψαν ποτέ -όπως είπε κι ο Μπελογιάννης στην απολογία του- αλλά δίνοντας όρκο αίματος στην επανάσταση, που ήταν βέβαιοι πως θα νικήσει. Κι αυτός είναι ο λόγος -πέρα από την εμβληματική ημερομηνία- που η δική τους μαζική εκτέλεση μνημονεύεται περισσότερο από άλλες, που τότε ήταν στην ημερήσια διάταξη -και αυτή έλεγε να εκτελεστούν 200 κομμουνιστές, όχι γενικά πατριώτες.

200 κομμουνιστές για έναν Γερμανό στρατηγό -και τη συνοδεία του. Ένας δεν ήταν, μα χιλιάδες. Και διακόσιοι που έγιναν μια γροθιά και ένα με τον γίγαντα λαό που θεριεύει. Κι έγινε πράξη το σύνθημα «ένας στο χώμα, χιλιάδες στον αγώνα». 200 στο Σκοπευτήριο, εκατοντάδες χιλιάδες μέλη στο ΚΚΕ και στο ΕΑΜ, ακολουθώντας τη διαλεκτική του αγώνα: να πέφτουν οι ήρωες αλλά να αυξάνονται και να πληθύνονται, να ρίχνουν το λίπασμα της λευτεριάς και να «φυτρώνουν» χιλιάδες στη θέση τους, κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους.

Γιατί όμως τους τιμούν και τους θυμούνται μόνο οι κομμουνιστές; Γιατί δεν τους τίμησε ποτέ το ελληνικό κράτος ως θύματα της ναζιστικής κατοχής;

Μα ποιος ακριβώς να τους τιμήσει; Το κράτος που τους κυνήγησε με το Ιδιώνυμο και τους έστειλε εξορία στα ξερονήσια -πριν ανακαλύψει την τουριστική κότα με τα χρυσά αυγά, που καταστρέφει τις παραλίες; Το κράτος που τους έκλεισε στα μπουντρούμια και τους παρέδωσε στους κατακτητές; Που φόρεσε γερμανική στολή για να τους πολεμήσει - εξοντώσει και υποδέχτηκε σαν «ελευθερωτές» τους Βρετανούς που το γλίτωσαν από τον «ζυγό» της Αντίστασης; Που έστησε άγαλμα της προμάχου Αθηνάς στο Πεδίο του Άρεως για να τιμήσει τους Βρετανούς, τους Αυστραλούς και τους Νεοζηλανδούς, που προστάτεψαν την πόλη από τον ΕΛΑΣ;

Υπάρχει ένα πολύ γλαφυρό επεισόδιο εκείνης της μέρας, στο Κολωνάκι. Το μεταφέρει η Λητώ Καντακουζηνού στο βιβλίο που έγραψε για τον άνδρα της και είναι απολύτως ενδεικτικό για το ταξικό ένστικτο και τις αντιδράσεις των αστών της περιοχής.

4 του Μάη, 1944. Ο Βαλής φόρεσε τη μαύρη γραβάτα του, ντύθηκα κι εγώ στα μαύρα και βγήκαμε όξω να συναντήσουμε κανά φίλο να μοιραστούμε τον πόνο μας. Στην πλατεία Κολωνακίου πέσαμε πάνω σε κάτι γνωστούς. «Γιατί μαυροντυμένοι; Τι σας συμβαίνει;» ρώτησαν ανήσυχοι.
«Διακόσιοι Έλληνες τουφεκίστηκαν σήμερα και μας ρωτάτε τι μας συμβαίνει; Σήμερα όλοι οι Έλληνες έπρεπε να μαυροντυθούμε».
«Άγγελε, δεν είσαι με τα καλά σου. Δεν ξέρετε, λοιπόν, ότι όλοι αυτοί ήτανε κομμουνισταί;»
Παγώσαμε. «Δεν ξέρω κι ούτε μ’ ενδιαφέρει. Έλληνες ήταν και πολεμούσαν τον εχθρό. Και σαν Έλληνες έχουμε το χρέος να τους πενθούμε!»
«Άγγελε, πρόσεξε, στραβό δρόμο πήρες, όλοι αυτοί θέλουν να πιον το αίμα μας».
«Τους Γερμανούς, θέλετε να πείτε...»
«Άσ’ τους Γερμανούς, πόλεμο κάνουν οι άνθρωποι. Τους άλλους, αυτούς που πενθείτε σήμερα, αυτούς να φοβάστε. Αυτοί μια μέρα θα μας πάρουνε το βιος μας, αυτοί. Άκουσε καλά αυτό που σου λέμε. Άσε τους ρομαντισμούς και σκέψου πιο ρεαλιστικά».
Ο Βαλής τούς κεραυνοβόλησε με κείνο το αυστηρό και ντρέτο βλέμμα του και δίχως μιλιά τούς γυρίσαμε την πλάτη. «Πάμε πίσω στο σπίτι μας, Λητώ...»
Με τους γονείς μας, το ίδιο θλιμμένοι, τα λέγαμε στο σαλόνι. «Σήμερα, πατέρα, δεχτήκαμε με τη Λητώ διπλό χτύπημα. Η εκτέλεση των παλικαριών στην Καισαριανή και η εκτέλεση μιας μερίδας της κοινωνίας μας. Αυτής που συναναστρεφόμαστε. Και να φανταστεί κανείς ότι είναι άνθρωποι αξίας, έντιμοι, αξιοπρεπείς. Μπροστά στο φόβο, όμως, μιας υλικής καταστροφής, χάσανε μεμιάς την ανθρωπιά τους».

Με αυτό το επεισόδιο άνοιξε την εισήγησή του ο Γκίκας στη βιβλιοπαρουσίαση του βιβλίου του Τζόκα για τον Σουκατζίδη και τις ρίζες του, υπό τη μορφή ιστορικού μυθιστορήματος -πιθανότατα εμπλουτισμένο σε σχέση με το θεατρικό που είχε γράψει πριν κάποια χρόνια με αντίστοιχη θεματική και ελπίζω καλύτερο από το ιστορικό μυθιστόρημα που έγραψε για την οικογένεια του «κιτρινόμαυρου» αλλά βασικά «κόκκινου» Σπύρου Κοντούλη, που είχε κι αυτός μικρασιάτικες ρίζες.

Κι αν σε αυτήν την παρουσίαση συγκεντρώθηκαν περίπου 200 άτομα -για τον συμβολισμό του πράγματος ίσως- την επόμενη μέρα στον τοίχο της Καισαριανής ήρθαν εκατό για κάθε έναν από τους διακόσιους -για τον συμβολισμό ίσως κι αυτό- και στριμώχτηκαν στον τοίχο και όπου έβρισκαν, για τη συναυλία του Λεοντή. Εσύ έμενες με την απορία πώς χωρούσαν εκεί τα πρώτα Φεστιβάλ και οι παλιότεροι μάς έδιναν τα φώτα τους για το πώς ήταν διαμορφωμένος ο χώρος τότε και πώς αξιοποιήθηκε το γήπεδο -πριν χτιστεί το κλειστό της Νήαρ Ηστ, σε μια περιοχή που συνεχίζει να αντιστέκεται στη βαρβαρότητα του Φαρ Ουεστ, που βαφτίστηκε «πολιτισμένος δυτικός κόσμος».

Το ίδιο επεισόδιο (από το Κολωνάκι) αναφέρει και ο Χαραλαμπίδης στο βιβλίο του για τους δωσίλογους. Το οποίο κάνει ένα μικρό ξεπλυματάκι στον Έβερτ της εποχής, γιατί -λέει- το Σώμα του οποίου ήταν επικεφαλής δεν είχε τόσο ενεργή κι εκτεταμένη ανάμιξη σε δωσιλογικές ενέργειες -και οι Μπουραντάδες, κύριε; Αλλά το βασικό του πλεονέκτημα, σε σχέση με την οπτική του «Τελευταίου Σημειώματος» πχ, είναι ότι κάνει ανοιχτά λόγο για την «εθνική κατοχή», που ’χε Έλληνες πρωταγωνιστές, πολιτικά και ταξικά κριτήρια, υπερβάλλοντα αντικομμουνιστικό ζήλο που υπεραίβενε οικειοθελώς τις απαιτήσεις των κατακτητών, και βασικά πολύ μεγαλύτερη έκταση από ό,τι φανταζόμαστε, πιστεύουμε ή τέλος πάντων διδασκόμαστε στα σχολεία -αν το διδασκόμαστε κι αυτό.

Για όλους αυτούς, τις οικογένειές τους και προπαντός τους πολιτικούς απογόνους τους, ίσως είναι κάπως δύσκολο να βρουν τη σωστή πλευρά της ιστορίας σε ένα εκτελεστικό απόσπασμα, με τους αντιστασιακούς από τη μια πλευρά και τους Ναζί από την άλλη να τους σημαδεύουν με τις κάννες των όπλων τους. Ξέρουν πάντα όμως να βρίσκουν εκείνη την πλευρά που υπηρετεί καλύτερα την τσέπη τους και το συμφέρον τους, ως ύψιστο ιδανικό και ιδεολογία...

ΥΓ: Λίγα πράγματα είναι πιο ωραία από το να βλέπεις να γίνεται πράξη το σύνθημα "δεν είναι αργία, είναι απεργία" για την Πρωτομαγιά, όπως την περασμένη Τετάρτη. Αντί άλλης ανταπόκρισης, αφήνω ως πρόταση το μπλουζάκι που φορούσε ένας σφος φοιτητής στο μπλοκ του ΜΑΣ, από τα γνωστά και μη εξαιρετέα Κουτσουμπίνια, που φτιάχνει το Λειρί του Κόκορα...


Τρίτη 1 Μαΐου 2018

Το τελευταίο σημείωμα

Έχοντας δει από τις πρώτες μέρες την ταινία, δεν περιμενα να γράψω από τους τελευταίους σημείωμα για το "τελευταίο σημείωμα" του Βούλγαρη, αλλά η ζωή δεν έρχεται πάντα όπως την έχεις φανταστεί. Οπότε μπορείς να κάνεις μια τανία -σαν το Βούλγαρη- για να πάρει εκδίκηση η φαντασία από τη ζωή και την ιστορική πραγματικότητα, όχι απλά για να συμπληρώσει δημιουργικά τα κενά της αλλά για να της αλλάξει τα φώτα.


Το πιο σημαντικό σχετικά με την ταινία είναι ότι αποτέλεσε ουσιαστικά πολιτικό γεγονός. Δε θα μπορούσε να μην είναι τέτοιο και δε θα τραβούσε τόσο πολύ την προσοχή μας αν αντιμετωπιζόταν με αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια. Όταν λέμε πολιτικό γεγονός, εννοούμε κατά βάση το ΚΚΕ, τόσο το παλιό, όσο -πολύ παραπάνω- το σύγχρονο. Αυτό το καταλάβαμε από πρώτο χέρι, πηγαίνοντας στο σινεμά, όπου πετύχαμε στην είσοδο σφους Κνίτες να κάνουν οικονομική εξόρμηση με κουπόνια. Δε θα μπορούσε κανείς άλλος χώρος να είναι εκεί, νιώθοντας/κάνοντας την ταινία δική του υπόθεση. Το αντίθετο θα ήταν πιο περίεργο κι από το να κάνει πολιτικές δηλώσεις ο Μπίγαλης -που ήταν μεταξύ των θεατών και βγήκε μάλλον συγκινημένος από την αίθουσα.

Για να είμαι ειλικρινής, δε συμφωνώ ιδιαίτερα που το κόμμα πήρε στις πλάτες του το Βούλγαρη και την ταινία του -κι είναι κάτι που δε θα έπρεπε να κάνει για καμιά ταινία και κανένα σκηνοθέτη, ούτε τώρα ούτε πολύ περισσότερο μελλοντικά, πχ σε μια άλλη κοινωνία-εξουσία. Καταλαβαίνω απόλυτα όμως γιατί το έκανε, ποιοι λόγοι υπαγόρευσαν αυτήν την κίνηση. Σε αντίθεση με τον -κατανοητό μεν απόλυτα γελοίο δε- ετεροπροσδιορισμό κάποιων διαδικτυακών υπονόμων, που περίμεναν στη γωνία το σεχταριστικό ΚΚΕ που δεν αγκαλιάζει τέτοια έργα, αλλά χάλασε το σχέδιο και βγήκαν κριτικοί από "τα αριστερά", χωρίς να πείθουν ούτε τον εαυτό τους.

Μιλώντας για την ταινία, νιώθω υποχρεωμένος να δανειστώ το σχήμα και τη μέθοδο παρουσίασης του Πουαρώ στο "Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές", όπου έδωσε στο τέλος δύο διαφορετικές εκδοχές της υπόθεσης, καλώντας τους ακροατές του να μη βιαστούν να απορρίψουν την πρώτη -παρά τα κενά και τις εμφανείς λογικές ανακολουθίες της- προτού ακούσουν και τη δεύτερη, που μπορεί να μην τους ήταν ιδιαίτερα αρεστή.

Συνοπτικά λοιπόν, και σε σχέση με τα επίμαχα σημεία που απασχόλησαν τη δημόσια συζήτηση για την ταινία και την οπτική του δημιουργού της, η πρώτη εκδοχή είναι πως το "τελευταίο σημείωμα" είναι μια ωραία ταινία, άκρως συγκινητική και χρήσιμη στον καιρό μας, πηγαίνοντας ενάντια στο ρεύμα της ιστορικής αναθεώρησης, ενώ φέρνει παράλληλα τους νέους σε επαφή με το κόμμα, την ηρωική ιστορία του και το πνεύμα αυταπάρνησης των μελών του. Φαίνεται καθαρά μάλιστα πως οι ήρωες της ταινίας ήταν κομμουνιστές, μαζί με την οργάνωση στις φυλακές και την ιδεολογία του βετεράνου που παρέμεινε πιστός ως το τέλος.

Με τη διαφορά πως όλα όσα μας δείχνει είναι εξαιρετικά αδύναμα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν ο Βούλγαρης μένει πιστός στην ιστορική αλήθεια και παίρνει απλώς καλλιτεχνική αδεία μερικές ελευθερίες για να διασκευάσει δημιουργικά τα γεγονότα, ούτε αν μας παρουσιάζει τους ήρωες με... κασκόλ και σημαίες του ΚΚΕ, για να ικανοποιηθεί ο δικός μας οπαδικός "κομματικός πατριωτισμός". Το ζήτημα είναι αν καταφέρνει να αποδώσει όσα γίνονταν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, την πάλη των κρατουμένων απέναντι στα βασανιστήρια και τις ταπεινώσεις, τη μάχη τους για επιβίωση και για αξιοπρέπεια -όπου το πρώτο περνούσε μέσα από το δεύτερο- το ηθικό μεγαλείο που αντιπαρέταξαν ως μοναδικό τους όπλο απέναντι στους φασίστες.

Νομίζω πως όσοι έχουν διαβάσει πχ το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου -που είναι βασικά λογοτεχνικό κι όχι ιστορικό έργο- και το έχουν ως μέτρο σύγκρισης, θα απαντούσαν μάλλον αρνητικά στα παραπάνω ερωτήματα. Κι όσοι διαφωνούν με τη δεύτερη εκδοχή που αναπτύσσω στη συνέχεια, σε βαθμό που να μην αποδέχονται την ουσία ή έστω κάποιες επιμέρους θέσεις της, ας κρατήσουν τουλάχιστον αυτό και ας πειστούν να διαβάσουν το βιβλίο του Κορνάρου, που ήταν κι αυτός συγκρατούμενος των 200 στο στρατόπεδο -και από αυτήν την άποψη είναι λογικό να έχει πιο δυνατές, βιωματικές περιγραφές για όσα έζησε από πρώτο χέρι.

Σημειώνω παρεμπιπτόντως για το βιβλίο κι έναν παραλληλισμό που δε δείχνει κάποιες αναλογίες, αλλά το ακριβώς αντίστροφο. Εκατό χρόνια πριν, ο Βλαδίμηρος άφηνε μισή κι ανέσωτη τη μελέτη του "Κράτος κι Επανάσταση", εξαιτίας του κόκκινου Οκτώβρη, γιατί είναι καλύτερο να κάνεις μια επανάσταση παρά να γράφεις για αυτήν. Αντιθέτως, το έργο του Κορνάρου έμεινε ανολοκλήρωτο, χωρίς το τελευταίο κεφάλαιο, που γράφτηκε κανονικά, αλλά καταστράφηκε κατά την παραμονή του σε φυλακές και εξορίες, και το άφησε έτσι, για να θυμίζει το όνειδος και το μίσος των κυβερνήσεων μετά το τέλος του εμφυλίου, που ευθύνονται για αυτό.

Ας επανέλθουμε όμως στο βασικό θέμα, σημειώνοντας συνοπτικά κάποια βασικά σημεία, για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο.

Όπως παρατηρεί ένας σφος, σε αντίθεση με την κυρίαρχη γενική αίσθηση, το "Τελευταίο Σημείωμα" κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με την "Ψυχή Βαθιά" του Βούλγαρη και όχι αντιπαραθετικά προς αυτήν. Εκεί οι Έλληνες ντουφεκούσαν Έλληνες, εξαιτίας των μεγάλων δυνάμεων που συγκρούονταν στον Ψυχρό Πόλεμο. Εδώ έχουμε τους ξένους κατακτητές που βασανίζουν κι εκτελεί τους Έλληνες πατριώτες κρατούμενους. Και στις δυο περιπτώσεις, η Ελλάδα πληρώνει τα σπασμένα των ξένων κι αυτό είναι το νόημα της διαβόητης αλλοίωσης της διαταγής των ναζί για την εκτέλεση διακοσίων κομμουνιστών -κι όχι γενικά πατριωτών- στην Καισαριανή.

-Ποιοι ήταν οι 200 της Καισαριανής; Καταρχάς δεν ήταν κρατούμενοι που επιλέχτηκαν στην τύχη ως αντίποινα για την εκτέλεση του Γερμανού στρατηγού. Ασφαλώς δεν ήταν όλοι μέλη του ΚΚΕ. Ήταν ανάμεσά τους και 13 τροτσκιστές, όπως έχει σημειωθεί, και παλιά στελέχη όπως ο Σκλάβαινας -που τον γνωρίζουμε από το σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα που υπογράφτηκε το 36' σε μια προσπάθεια συγκρότησης λαϊκού μετώπου- που αν δεν κάνω λάθος, είχε υπογράψει δήλωση και δεν ήταν μέλος του κόμματος -μπορεί όμως να είχε επανασυνδεθεί ή να με ξεγελά η μνήμη μου.

Ο πυρήνας τους όμως (170 περίπου άτομα) ήταν επίλεκτα κομματικά στελέχη, που είχαν μεταφερθεί στο Χαϊδάρι από την Ακροναυπλία και είχαν δοκιμαστεί και ψηθεί στην ταξική πάλη. Ήταν ουσιαστικά η ηγετική ομάδα των κρατουμένων, που είχε καταλυτικό ρόλο στο να ηττηθεί η μοιρολατρία και να μεταστραφεί το κλίμα στις τάξεις τους. Κατέστησαν σαφές, με το παράδειγμά τους στην πράξη, πως η μάχη για τη ζωή περνάει μέσα από τον αγώνα για αξιοπρέπεια, ενάντια στους βασανιστές και τις ταπεινώσεις, πως ήταν ζωτικής σημασίας να μην υπάρχουν σκυμμένα κεφάλια, ακόμα κι αν πρόκειται να κοπούν κάποια από αυτά που προεξέχουν, σηκώνοντας ανάστημα. Μια σκληρή καθημερινή μάχη ενάντια στους ανθρωποφύλακες, τους ευτελισμούς, το φόβο, τον πόνο, τις ανθρώπινες αντοχές, την έλλειψη νοήματος στις καταναγκαστικές εργασίες, τους δισταγμούς και την εσωτερική σύγκρουση του κάθε κρατούμενου. Ένας αγώνας που έκανε τους εχθρούς να φτάσουνε σε αυτό το σημείο, ώστε να μην μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας.
Είναι ένα πράγμα να προσπαθείς να βρεις τρόπο να περιγράψεις -ή να αποδώσεις στη μεγάλη οθόνη- αυτό το ψυχικό μεγαλείο, κι άλλο, τελείως διαφορετικό, να το βιώνεις και να το ενσαρκώνεις.

Οι 200 της Καισαριανής ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, μα προπαντός ήρωες υπεράνθρωποι, ακριβώς γιατί νίκησαν τις αδυναμίες τους, ξεφτίλισαν το θάνατο, και γιατί τους έκαναν οι συνθήκες τέτοιους.
Αν κάποιος αναδεικνύει μόνο το πρώτο κομμάτι, με τις ανθρώπινες στιγμές και τις ταλαντεύσεις που μπορεί να είχαν, υποβαθμίζοντας το δεύτερο, ουσιαστικά τους ευνουχίζει σαν προσωπικότητες κι όχι μόνο πολιτικά. Ιδίως αν το ντύνει με κάποιες ελάχιστα ρεαλιστικές σκηνές, που φλερτάρουν με το μελό -πχ με την αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη και μια αγκαλιά τους στα γραφεία των ναζί, ενώ σπάνε τον απαγορευτικό κλοιό.

Κάποιοι θα καταλάβουν από τα παραπάνω πως προτείνω να τους παρουσιάσει με ένα κομματικό φωτοστέφανο, ατσάλινους κι αλύγιστους, που δεν ταλαντεύτηκαν ποτέ, γιατί ήταν πιστοί στο κόμμα και τα ανώτερα ιδανικά του αγώνα, χωρίς ανθρώπινα πάθη κι αδυναμίες. Το ζητούμενο όμως είναι το ακριβώς αντίθετο. Να δείξει πως παρόλες τις δεύτερες σκέψεις, τους πειρασμούς και τις αδυναμίες, τους νικούσαν κάθε λεπτό και δε λύγισαν ποτέ, μηδέ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι. Και αν θέλει να δει κανείς πώς γίνεται αυτό, πώς αναδεικνύεται η ανθρώπινη μαζί με την αγωνιστική πλευρά, χωρίς πολιτικά κλισέ και πομπώδεις διακηρύξεις, μπορεί -για να μην παραπέμψω πάλι στον Κορνάρο- να διαβάσει τα λόγια που έγραψε στο δικό του τελευταίο σημείωμα ο Δ. Ρόδας.
Να πείτε στους καπνεργάτες μου ότι δεν τους πρόσβαλα.
Απλά κι ανθρώπινα, χωρίς να χάνεται ούτε η συγκίνηση, ούτε το πολιτικό-ταξικό στοιχείο.

Ένα συχνό αντεπιχείρημα είναι πως ο κινηματογράφος δεν είναι και δεν προσπαθεί να κάνει ιστορία, για να τον κρίνουμε ως τέτοιο.
Καταρχάς, μια ταινία που ασχολείται με αυτό το ζήτημα είναι εκ των πραγμάτων πολιτική και δε θα μπορούσε να είναι απολίτικη η δική μας ματιά. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι πως ο Βούλγαρης άλλαξε, με εντελώς πολιτικό σκεπτικό και για έχει ευρύτερο κοινό απεύθυνσης, τη διαταγή των Γερμανών. Και μαζί με αυτό, έκανε κάποιες αλλαγές που όχι μόνο δεν υπηρετούσαν το κινηματογραφικό συναίσθημα -κι όχι την ιστορική αλήθεια- αλλά πετυχαίνουν μάλλον το αντίθετο.

Προσωπικά θεωρώ εξαιρετικά αδύναμη και ελάχιστα ρεαλιστική τη σκηνή του αποχαιρετιστήριου χορού στο θάλαμο των μελλοθάνατων, μολονότι πολλοί την θεωρούν ως την πιο δυνατή στιγμή του έργου, καθώς μας δείχνει σε αντιπαραβολή τη βουβαμάρα των κατακτητών, που είναι στη θέση του ισχυρού, αλλά νιώθουν ανήμποροι μπροστά στην ψυχική δύναμη των φυλακισμένων.

Μόνο που η πραγματικότητα ήταν κάπως διαφορετική και πολύ πιο κινηματογραφική, όπως φαίνεται πχ κι από το χρονικό που παραθέτει ο σαββατοκυριακάτικος Ρίζος.
Η αναγγελία της μαζικής εκτέλεσης βρίσκει τους κρατούμενους παραταγμένους στην πρωινή αναφορά, να προσπαθούν να μαντέψουν τη μοίρα τους από τα οχήματα που μπαίνουν στο χώρο και να ψυχανεμίζονται -χωρίς να γνωρίζουν ακόμα- το ανακοινωθέν που τους προέγραφε. Ακούνε ένας-ένας τα ονόματά τους και πηγαίνουν σαν ήρωες να συναντήσουν το θάνατο, βροντοφωνάζοντας το "παρών" για να μη δώσουν στους φασίστες ούτε τη χαρά μιας στιγμιαίας αδυναμίας, κι ας τους είχε κόψει τα γόνατα το μαντάτο κι η βασανιστική αναμονή της αναγγελίας των ονομάτων. Περιφρονούν το θάνατο και τον εξευτελίζουν, στήνουν επί τόπου (κι όχι με όργανα και ορχήστρα, όπως δείχνει στην ταινία) τον αποχαιρετιστήριο χορό των μελλοθάνατων. Κι αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα σημειώματα γράφονται βιαστικά, στο πόδι, και πολλά πετιούνται από τα κάρα που τους μεταφέρουν και τα μαζεύουν τα παιδιά που τρέχουν πίσω τους.

Τι φοβερή εσωτερική δύναμη χρειάζεται για να δείξεις τέτοιο θάρρος αυτήν την ώρα. Τι τρομερή κινηματογραφική σκηνή που θα πρόσφερε η αναπαράσταση αυτής της υπερβατικής στιγμής. Και πόσο ακατανόητο είναι να την αλλάζεις και να την καταστρέφεις, παρουσιάζοντας στη θέση της κάτι άλλο...

Συμπερασματικά: ο Βούλγαρης αποτυγχάνει να δώσει το συναίσθημα και την ψυχική δύναμη των 200 της Καισαριανής, του αγώνα τους που έφτασε στο αποκορύφωμά του με την εκτέλεσή τους στο Σκοπευτήριο και την ηρωική τους στάση, χωρίς να αποφεύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς, πχ τη στιγμή της εκτέλεσης που είναι επιεικώς υπερβολική, και σε αργή κίνηση...
Παράλληλα, αποτυγχάνει να αποδώσει και το πολιτικό-ιστορικό κομμάτι, ή μάλλον πετυχαίνει συνειδητά κάτι τελείως διαφορετικό, ρηχό κι εύπεπτο, που ήταν σχεδόν πάντα ο Βούλγαρης, χωρίς να προδίδει όσα μας έδειξε σε άλλες ταινίες του, όπως η "Ψυχή βαθιά".

Μη βιαστείτε όμως -ακόμα κι αν σας έπεισε- να υιοθετήσετε αυτή τη δεύτερη εκδοχή. Το "τελευταίο σημείωμα" παραμένει μία χρήσιμη ταινία για τον καιρό που ζούμε, που μπορεί όντως να φέρει τους νέους σε επαφή με το κόμμα, την ιστορία και την ιδεολογία του. Με τον ίδιο τρόπο που το έκανε πχ στη δική μου γενιά "ο άνθρωπος με το γαρίφαλο", χωρίς να έχει λιγότερα προβλήματα από πολιτική άποψη (η ταινία βγήκε στα πρόθυρα της "Αλλαγής" και έβγαζε καλό τον Πλαστήρα, την κυβέρνηση που συνέργησε στο έγκλημα εναντίον του Μπελογιάννη και των συντρόφων του).

Εσείς ποια από τις δύο εκδοχές προτιμάτε;

Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 2016

Σε όποιο γήπεδο κι αν ΠΑΜΕ

Στη δουλειά και στον αγώνα, κόντρα πάμε στο χειμώνα...

Εδώ υπάρχει ΠΑΜΕ, δεν είναι Ιρλανδία -που πόσο χειρότερα μπορεί να είναι δηλ από εμάς. Έχουμε ελληνική ιδιαιτερότητα, υψηλά ποσοστά ιδιοκατοίκησης -μέχρι να μας πάρουν τα σπίτια οι αριστεροί πλειστηριασμοί- και σχετικά υψηλές θερμοκρασίες -που εμποδίζουν όμως τη Ρένα Δουρου-τι να ζωγραφίζει αγγελάκια στο χιόνι.

Άμα έχεις μάθει στο Βαρδάρη, η Αθήνα και το κρύο της σου φαίνονται σαν δροσερό χάδι στο μάγουλο. Προσωπικά όμως, το χειρότερο ξεπάγιασμα το έχω ζήσει σε κρύα σπίτια της πρωτεύουσας, με α(συγ)χρόνιστα σώματα -ενώ στο βορρά, δε σε παίρνει να το διαπραγματευτείς, χωρίς ζέστη, ούτε καν 17 ώρες, ακόμα κι αν δε δικαιούσαι το αστείο επίδομα θέρμανσης. Κι είναι να απορεί κανείς με τον κόσμο που δυσανασχετεί πχ με τον κεντρικό σχεδιασμό και τον έλεγχο στις καταναλωτικές του "ανάγκες", αλλά τρώει αμάσητο -κι ας το δαγκώνει- τον περιορισμό σε μια βασική ανάγκη του (να μην ξεπαγιάζει) και την κεντρική θέρμανση "με το δελτίο", σε προκαθορισμένες ώρες. Κι αυτή αν έχει λεφτά για πετρέλαιο η πολυκατοικία.

Στις συγκεντρώσεις έχεις πάντως περισσότερα όπλα για να αντιμετωπίσεις τη βαρυχειμωνιά παντός είδους, ακόμα και το αγιάζι μιας πρωινής περιφρούρησης: συντρόφους παντός καιρού κι αδιάβροχους στη λάσπη, την αλυσίδα με τους συναδέλφους που έσπασαν τις αλυσίδες τους κι απέργησαν (πιο κοντά, πιο κοντά, μουσκεμένα χιλιόμετρα). Και προπαντός το κασκόλ του ΠΑΜΕ, στα χρώματα της Γιουγκοσλαβίας και του Πανιώνιου, που λάνσαρε το χρηματοπιστωτικό, αλλά δυστυχώς έπρεπε να τα επιστρέψουν στο τέλος, μαζί με τις σημαίες. Και δεν έχουμε να το βάλουμε σε φωτογραφία, χωρίς πρόσωπα -που δεν ξέρω αν θα ήθελαν τέτοιου είδους "δημοσιότητα".
Οπότε ας περιοριστούμε σε ένα άλλο, εξίσου εντυπωσιακό, στιγμιότυπο.

xandra photo από το twitter
Σε όποιο γήπεδο κι αν ΠΑΜΕ, δεν τα σπάμε -γιατί ξέρεις, η πραγματική εξέγερση... Αλλά με κάτι τέτοια, φτιάχνουμε ωραίο, γηπεδικό κλίμα. Κι όπως λέει ένας σφος, θα έπρεπε κάπως να μαζέψουμε όλα αυτά τα μεμοράλια -sic- ενθύμια κι αναμνηστικά, που βγάζουν κάθε χρόνο διάφορες κομματικές οργανώσεις, στο πλαίσιο της οικονομικής εξόρμησης. Ένα ετήσιο φεστιβάλ-επίδειξη φαντασίας και πρωτοτυπίας (ή της απουσίας της) που ξεκινά από τα κλασικά ημερολόγια και τις πανομοιότυπες ατζέντες, για να φτάσει στα τετράδια με το Λένιν και τον Κόκκινο Στρατό (που είναι κεντρικά) και την έκδοση-αφιέρωμα στον Ναπολέοντα Σουκατζίδη. Με αποκορύφωμα το κλασικό πια λαχνό με το τάμπλετ και το γουρουνόπουλο, που απέκτησε μυθικές διαστάσεις. Όχι επειδή κάποιοι ανακαλύπτουν το ΚΚΕ, αλλά γιατί ανακαλύπτουν τον εαυτό τους κι έρχονται αντιμέτωποι με την αλήθεια, που είναι πως κι οι ίδιοι κατά βάθος, το γουρουνόπουλο θα προτιμούσαν. Ε Αστερίξ;

Μου 'παν έλα να ΠΑΜΕ να δεις.

Οι καλλιτέχνες με τα κρουστά έδιναν χριστουγεννιάτικο κλίμα, σε ρόλο μικρού τυμπανιστή. Το ΣΕΤΗΠ είχε πολύ μαζικό μπλοκ κι επιτροπές από διάφορες επιχειρήσεις, αλλά ποτέ δεν καταλάβαμε γιατί φορούσαν φωσφορίζοντα γιλέκα και πού ακριβώς τους χρησιμεύουν. Το εξίσου μαζικό μπλοκ του ΜΑΣ μας άφησε με την απορία, γιατί να μη γίνονται πιο συχνά μαζικά, φοιτητικά συλλαλητήρια -όπως αυτό του Νοέμβρη- με όλον αυτόν τον κόσμο. Το ΣΜΤ ήρθε με απόφαση συνέλευσης, αλλά χωρίς ενωτική υλοποίησή της από το εξωκοινοβούλιο (πολύ πρωί και πολύ ΠΑΜΕ για κάτι τέτοιο).
Με την ευκαιρία να διορθώσω και μια παλιότερη, εσφαλμένη εντύπωσή μου για το όνομα-τίτλο της "αδελφότητας των κομμωτών" -αλλά να ξέρετε ότι ο κομπλεξικός θα βρει ούτως ή άλλως πάτημα και στερεότυπα, για να τους "κοροϊδέψει.

Από τις ομιλίες και τους χαιρετισμούς στην αρχή, κράτησα το λόγο του εκπρόσωπου των εργαζομένων στην εταιρία "αφοί Βλάχου", που βρίσκονται σε κινητοποιήσεις εδώ και λίγες μέρες, σπάζοντας τους τεχνητούς διαχωρισμούς: νέοι-παλιοί, μόνιμοι-συμβασιούχοι, κτλ. Κράτησα και το σαρδάμ-λογοπαίγνιο του ομιλητή με τους μόνιμους-νόμιμους εργαζόμενους, που είναι ο πιο ύπουλος διαχωρισμός (νόμιμοι-παράτυποι) και πολλοί συνηθίζουν να μισούν τη μαύρη επιδερμίδα κάποιων συναδέλφων τους αντί για τη μαύρη, ανασφάλιστη εργασία, που τους "προσφέρει" το αφεντικό τους.

Τις άλλες ομιλίες δεν τις άκουσα καλά, γιατί δεν υπήρχαν μεγάφωνα πέρα από την Αιόλου. Αντιθέτως, η ΓΣΕΕ, που είχε συγκέντρωση στο Πεδίο του Άρεως, έβαλε μεγάφωνα μέχρι το Μουσείο -για να καλύψει τη λαοθάλασσά της- που το πρωί έπαιζαν το Μεγάλο μας Τσίρκο -ασορτί με το δικό της θίασο.

Η δική μας πορεία ήταν μαζική, σίγουρα κάτι πενταψήφιο, αν και όσο στην απεργία του Φλεβάρη, που ήταν διαφορετικό το κλίμα. Η πορεία του Μουσείου δε μου φάνηκε ιδιαίτερα μαζική, εξαρτάται όμως με τι συγκρίνει κανείς, πχ την ανυπαρξία της ΓΣΕΕ ή με προηγούμενες συγκεντρώσεις τους που ήταν αποκαρδιωτικές.
Το βασικό όμως είναι πως εδώ και λίγο καιρό -αν καταλαβαίνω καλά- δεν υφίσταται (πια) ο Συντονισμός Πρωτοβάθμιων Σωματείων, αλλά μια πρωτοβουλία για τον (επανα)συντονισμό τους, δείγμα πιθανότατα κάποιων αδιεξόδων και των εσωτερικών ζητημάτων που αντιμετωπίζει ο χώρος.

Στον Πειραιά, όπου συνεχίζεται η απεργία της ΠΝΟ, έγινε ξεχωριστή συγκέντρωση. Κι είναι άκρως διδακτικό πώς η ΕΡΤ κι η κυβέρνηση χρησιμοποιούν πατροπαράδοτες συνταγές κοινωνικού αυτοματισμού του παλιού κακού ΠΑΣΟΚ. Ο καλός πρωθυπουργός απαλλάσσει κάποια νησιά από το αυξημένο ΦΠΑ, ενώ οι κακοί απεργοί τα αποκλείουν και παραλύουν την (ανθούσα) οικονομία τους. Το μόνο που μένει είναι να πλακώσουν τώρα τα ΜΑΤ μαζί με τους ΟΥΚάδες, για να ολοκληρώσουν οι Συριζαίοι τον εκσυγχρονιστικό ολοκληρωτισμό τους.

Οφείλουμε πάντως να τους αναγνωρίσουμε ότι έχουν ποικίλες πολιτικές αναφορές κι αντλούν από διάφορα ιστορικά παραδείγματα, χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες. Βλέπε πχ τα 500άρικα του Σαμαρά από το πλεόνασμα, που είχαν βιαστεί να τα χλευάσουν ως αντιπολίτευση. Βλέπε πχ την ιστορία της δολοφονίας της Σωτηρίας Βασιλακοπούλου, που παραλίγο να επαναληφθεί ως τραγωδία χτες, με το ζήλο της εργοδοσίας της Connect360 να σπάσει την περιφρούρηση και τον τραυματισμό απεργού. Βλέπε τους υπαλλήλους που δουλεύουν στα υπόγεια, την καταγγελία για την επίθεση (ξυλοδαρμός) εργοδότη σε εργαζόμενη στον επισιτισμό κι άλλα παραδείγματα που διαιωνίζουν τις πρακτικές του Μεσαίωνα, κι άλλων ευτυχισμένων εποχών, χωρίς συνδικαλιστές κι αγκυλώσεις, που ροκανίζουν τον κρατικό κορβανά.

Ευτυχώς όμως η ΔΦΑ μας δίνει αφορμές να πετάξουμε στον έβδομο ουρανό (όλοι αδέρφια). Γιατί ο Τσίπρας ανακοίνωσε ότι θα μοιράσει ψίχουλα από το πλεόνασμα, που δε φτάνουν ούτε το ΕΚΑΣ που κόπηκε την τελευταία διετία, κάτι σαν 13η σύνταξη (που είναι όμως εφάπαξ, ενώ το κόψιμο της 13ης και 14ης σύνταξης είναι μόνιμο και νόμιμο-νόμος του κράτους, με τα μνημόνια. Και δεν περίμενε να τα πει στη συζήτηση για τον προϋπολογισμό, αλλά έσπευσε να τα ανακοινώσει διαγγελματικά, ανήμερα της απεργίας...

Αντί επιλόγου, μια σημείωση-κάλεσμα για το ιστορικό συνέδριο "διαστάσεις του εμφυλίου" στην Πάντειο, που διεξάγεται ως τη Δευτέρα, με πολύ ενδιαφέρουσες συζητήσεις (βάζω εδώ το σύνδεσμο για να δείτε αναλυτικά το Πρόγραμμα και να σημαδέψετε τις συζητήσεις που σας ενδιαφέρουν). Από το σημερινό πρόγραμμα, νομίζω πως αξίζει να σημαδέψετε την εισήγηση με θέμα "νέα κύματα και παλιά ιδεολογήματα στην ιστοριογραφία του Εμφυλίου".