Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

Εσύ τι είδους κομμουνιστής είσαι;

-Γιατί, το έχετε σε πολλά είδη;
Υπάρχουν πχ αυτοί που είναι αγάπη από την κορυφή ως τα νύχια, όπως έλεγε ο Χικμέτ. Κι αυτοί που αγαπάνε από την κορυφή ως τα νύχια τον εαυτό τους, το σύστημα, τις “ανέσεις” και τις μικροαστικές “ελευθερίες” που τους παρέχει…


Αναδημοσίευση από Κατιούσα (και περαστικά στους ασήμαντους κομπλεξικούς, που κατάλαβαν ό,τι ήθελαν να καταλάβουν).

-Εσείς, τι είδους κομμουνιστής είσθε;
-Γιατί, το έχετε σε πολλά είδη;

Κοιτάξτε, υπάρχουν πχ κομμουνιστές από τα Lidl, σαν τον Κατρούγκαλο.
Υπάρχουν όμως κι αυτοί που το θεωρούν βαρύ τίτλο τιμής και δεν το χαρίζουν εύκολα στον εαυτό τους, αλλά πιστεύουν πως είναι ένα ιδανικό, που πρέπει να προσπαθήσουν πολύ για να το φτάσουν και να αποκτήσουν το δικαίωμα να αποκαλούνται έτσι.

Υπάρχουν αυτοί που πέρασαν και δεν ακούμπησαν. Ή που πέρασαν και τους τα ακούμπησαν, για να περάσουν στην αντίπερα όχθη, όπου εξαργυρώνουν τώρα τα ένσημά τους.

Αυτοί που είναι αγάπη από την κορυφή ως τα νύχια, όπως έλεγε ο Χικμέτ. Κι αυτοί που αγαπάνε από την κορυφή ως τα νύχια τον εαυτό τους, το σύστημα, τις “ανέσεις” και τις μικροαστικές “ελευθερίες” που τους παρέχει, αλλά θέλουν να κρατήσουν τα νύχια τους έξω από το βούρκο, για την καλή έξωθεν μαρτυρία.

Αυτοί που είναι νύχι-κρέας με το λαό, κι αυτοί που είναι μίσος από την κορυφή ως τα νύχια και δεν μπορούν να συσπειρώσουν ούτε τον ίσκιο τους. Κι αυτοί που είναι “από την πόλη έρχομαι και στην κορφή κανέλα”.

Υπάρχουν οι κομμουνιστές του πληκτρολογίου και της οθόνης, αλλά δεν μπορείς να πεις πως είναι χαμένη υπόθεση και δεν εξελίσσονται. Τώρα υπάρχουν και τα κινητά με τις οθόνες αφής… (τα χαϊδευτά, που έλεγε κι ένας σφος, πριν πάρει κι αυτός ένα).

Υπάρχουν κομμουνιστές με Κάπα κεφαλαίο, που εμπνέουν τον κόσμο γύρω τους με το παράδειγμά τους και είναι σημείο αναφοράς. Που είναι πανταχού παρόντες, σε κάθε πρόβλημα, σε κάθε αγώνα, κι ας μην είναι ακόμα και τα πάντα πληρούντες, γιατί δεν είμαστε ακόμα πολλοί κι αρκετά δυνατοί.


Αυτοί που θυσιάζουν το χρόνο τους και την προσωπική τους ζωή (ή απλά τη ζωή τους, ανάλογα με τις συνθήκες κάθε φορά) για να πάψει να κάνει τζάμπα θυσίες, χωρίς αντίκρισμα και στόχο ο δικός μας λαός.


Υπάρχουν οι “ορθόδοξοι κομμουνιστές” κι οι “αιρετικοί”, που θεωρούν εαυτούς ορθόδοξους. Υπάρχουν πολυθεϊστές, που έχουν κάνει ένα δημιουργικό(;) ιδεολογικό αχταρμά. Αυτοί που έχουν τυφλή, θρησκευτική πίστη και βολεύονται στο ρόλο του ποίμνιου, ενώ το ζήτημα είναι να γίνουμε όλοι “ιεραπόστολοι”. Οι αλλαξοπιστήσαντες εικονομάχοι που έλεγαν πως πρέπει να εκσυγχρονιστούμε και κατέληξαν στη μεγάλη αγκαλιά (ή κάπου στα πέριξ) του σημιτικού εκσυγχρονισμού. Κι αυτοί που στερούμενοι κάθε ιδανικού, βλέπουν τα δικά μας ως δόγμα κι αγκυλώσεις, κρίνοντας εξ ιδίων τα αλλότρια.

Υπάρχουν διαβασμένοι διανοούμενοι που ζουν στο συννεφάκι της θεωρίας και δεν προσγειώνονται στην πραγματικότητα, που την θ(ε)ωρούν αφ’ υψηλού, χωρίς να μπορούν ποτέ να την αλλάξουν. Αυτοί που δε διαβάζουν ποτέ, γιατί τους καταπίνουν οι δουλειές και τα καθήκοντα που πρέπει να βγουν, και τρέχουν καθημερινά γύρω από την ουρά τους, χωρίς θεωρητιικό μπούσουλα, για να φωτίσει το δρόμο.

Κι υπάρχουν κι οι οργανικοί διανοούμενοι που βγαίνουν μέσα από τις γραμμές και τα σπλάχνα της εργατικής τάξης, συνδυάζοντας ιδανικά (ή το κατά δύναμιν) πράξη και θεωρία.

Υπάρχουν συνειδητοί κομμουνιστές κι άλλοι που νόμιζαν ότι είναι μέχρι που γύρισε ο τροχός κι επήλθε η αυτογνωσία.



Υπάρχουν -πέραν των άλλων- μαοϊκοί, τροτσκιστές, αλτουσεριανοί, ελευθεριακοί, λουξεμπουργκικοί και λουξεμβουργιανοί ευρωκομμουνιστές, Βρυξελλιώτες, με αγάπη για την ΕΕ και… το πεδίο πάλης της. Ο κομμουνιστής όμως ή θα είναι “σκέτος” (με ολίγη), χωρίς αφρούς και κορδελάκια να τον προσδιορίζουν συμπληρωματικά ή… (αν έχει τα κορδελάκια) δε θα είναι τέτοιος.
Ο σωστός κομμουνιστής πιστεύει πως είναι ένας αλλά λέων (όχι απαραίτητα Τρότσκι) κι όλοι εσείς τυριά. Που για τους σ/φους στη ΛΔ του Βορρά, να ξέρεις, ένα είναι το τυρί (η φέτα), ένα είναι το κόμμα (ΚΚΕ). Κι όλα τα άλλα είναι κασέρια, χωρίς λιπαρά και ουσία. Και αν επιμένεις, σώνει και ντε, χαμουτζή σ/φε να τα λέμε τυριά και κασέρια, να ξέρεις πως ούτως ή άλλως θα είναι κίτρινα σαν τη χρεοκοπημένη δεύτερη διεθνή ή άσπρα σαν τους λευκοφρουρούς της αντίδρασης.

-Δηλαδή είστε αναθεωρητής;
-Όχι παιδάκι μου, εγώ δεν έχω τέτοιες δυνατότητες. Είμαι βοσκός.
(…)
-Α-να-θε-ω-ρη-τής. Είστε;
-Όχι δεν είμαι τέτοιο, είχαμε έναν, τελείωσε, προχτές τον πήρανε.



Μήπως είσαι τότε, σύντροφε, από αυτούς που βλέπουν τα πάντα σαν κουτάκια, και πιστεύουν πως η πολιτική, κομμουνιστική τους ταυτότητα μπορεί να βγει ανάλογα με τα άλφα, τα βήτα και τα γάμα που θα απαντήσει σε ένα τεστ-ερωτηματολόγιο;
-Όχι, αλλά κι αυτά έχουν την πλάκα τους, όσο δεν τα παίρνεις σοβαρά.

Το σημείωμα γράφτηκε με αφορμή το δημοφιλές τεστ που κυκλοφορεί τις τελευταίες ημέρες στο Facebook και βρίσκει “τι κομμουνιστής είσαι”, απαντώντας και σε διάφορα άλλα ερωτήματα, με βάση το προφίλ σου. Μόνο που, όπως με ενημέρωσε το Λαϊκό Στρώμα, δεν είναι καν στο επίπεδο του νεοθετικισμού -λες άλφα, άρα είσαι το βήτα- αλλά μια ανοησία και μισή, που βγάζει τυχαίες απαντήσεις. Οπότε, σ/φε αναγνώστη, αν τυχόν βγήκες τροτσκιστής, ευρωκομμουνιστής (ή κάτι άλλο που δε σε αντιπροσωπεύει) και σου κάνουν καζούρα οι φίλοι σου για την πολιτική σου στροφή, μην απελπίζεσαι και (η μέρα εκείνη) δε θα αργήσει…


Ή στην τελική, ξανακάνε το τεστ, μέχρι να σου βγάλει το αποτέλεσμα που ήθελες.

Τετάρτη, 30 Αυγούστου 2017

Δε μας παίζεις ρε Νταλάρα;

Είναι μεγάλη κουβέντα ποιος και με τι κριτήρια πρέπει να έρχεται στο Φεστιβάλ. Αλλά έχει νόημα με καλοπροαίρετα άτομα, που δεν είναι έτοιμα να δουν το Νταλάρα για να χάσουν το δάσος και το χαρακτήρα της Κόκκινης Πολιτείας που στήνεται κάθε χρόνο.

Αναδημοσίευση από την Κατιούσα

Ας διευκρινιστεί εξ αρχής, για να μην παρεξηγηθεί στη συνέχεια. Το κείμενο που θα διαβάσετε (αν φτάσετε ως το τέλος) δεν προσπαθεί να δικαιολογήσει τίποτα εν είδει στείρας απολογητικής, αλλά να εκφράσει μερικές σκέψεις, προσωπικές και υποκειμενικές προφανώς.

Χτες άρχισε ξαφνικά να γίνεται ένας μικρός χαμός στο μικρόκοσμο των αριστερών social media, γιατί ανάμεσα στα καλλιτεχνικά ονόματα που θα παραστούν στο φετινό Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή είναι και αυτό του Γιώργου Νταράλα, που το έκανε Νταλάρας για λόγους ευφωνίας, αλλά αυτό να ‘ταν το πρόβλημα στη δική του περίπτωση.

Το παράδοξο είναι πως τα περισσότερα ονόματα που θα πάρουν μέρος στις εκδηλώσεις του κεντρικού Φεστιβάλ της Αθήνας έχουν ανακοινωθεί εδώ κι ένα μήνα περίπου, αλλά ο ντόρος γίνεται αναδρομικά, πιθανότατα γιατί τώρα το έβαλε κάποια σελίδα και άρχισε να διαδίδεται -έγινε viral, όπως λέμε- στο ευρύτερο αριστεροχώρι. Έτσι λοιπόν, οι αντιδράσεις μοιάζουν σχεδόν κατευθυνόμενες, χωρίς να είναι απαραίτητα, λες και “πήραν γραμμή” να εκδηλωθούν τώρα. Τα ‘χει όμως αυτά το ίντερνετ κι η διάδοση πληροφοριών απ’ το διαδίκτυο. Το πρόβλημα δεν είναι αυτό, αλλά πως όσοι έμαθαν και σχολίασαν όψιμα την είδηση, δεν πήραν μόνο την πληροφορία, αλλά και την αξιολόγησή της, έτοιμη, πακεταρισμένη, για να τους διαμορφώσει εξ αρχής γνώμη, ενεργοποιώντας εξαρτημένα αντανακλαστικά.

Αυτός ο ντόρος ξεσηκώνεται προβλέψιμα κάθε χρόνο σχεδόν, για διαφορετικά ονόματα κάθε φορά, και είναι πλέον κάτι σα θεσμός, κομμάτι της φεστιβαλικής παράδοσης: φεστιβάλ χωρίς γκρίνια δε γίνεται. Παρακάτω προσπαθώ να πιάσω μερικά ζητήματα, όπως τα αντιλαμβάνομαι, χωρίς να διεκδικώ δάφνες αντικειμενικότητας -την προσωπική μου γνώμη εκφράζω.

Μήπως το Φεστιβάλ κάνει εκπτώσεις και τα θυσιάζει όλα στο βωμό της εμπορικότητας και της εισπρακτικής επιτυχίας του;
Όχι. Ο Νταλάρας κάνει σίγουρα γκελ, στις παλιότερες γενιές κυρίως, αλλά δεν είναι το όνομα-κράχτης που θα φέρει κόσμο. Ίσα-ίσα, που μπορεί να διώξει και μερικούς, για ευνόητους λόγους.

Γιατί έρχεται λοιπόν ο Νταλάρας;
Φέτος συμπληρώνονται 35 χρόνια από το θάνατο του Λοΐζου κι ογδόντα χρόνια από τη γέννησή του. Κατά συνέπεια -υποθέτω πως- θα υπάρξει κάποιο σχετικό αφιέρωμα στο Φεστιβάλ. Στις 7 του Σεπτέμβρη στο Θέατρο Πέτρας, λίγα χιλιόμετρα πέρα απ’ το Πάρκο Τρίτση και μερικές μέρες πριν το Φεστιβάλ, θα γίνει συναυλία προς τιμήν του Λοΐζου, όπου θα τραγουδήσουν οι: Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης. Με αλφαβητική σειρά -γιατί όλα μπορούν να παρεξηγηθούν.

Κατά “σατανική σύμπτωση” είναι οι ίδιοι που θα τραγουδήσουν την τρίτη και τελευταία μέρα του Φεστιβάλ. Η απλή λογική λέει πως θα επαναλάβουν το ίδιο συναυλιακό πρόγραμμα, ενταγμένο στο πλαίσιο σχετικού αφιερώματος στο Μάνο Λοΐζο. Δεν το ξέρω, δεν το λέω ως “πληροφόρηση εκ των έσω”, απλώς το συμπεραίνω κι από άλλες χρονιές. Δεν πρόκειται να έρθει δηλαδή ο Νταλάρας να κάνει μια συναυλία, γενικά κι αόριστα, με “τραγούδια του που αγαπήσαμε”. Θα είναι ενταγμένος στο ίδιο συναυλιακό σχήμα, ενισχυμένο από τη Φαραντούρη, που και αυτή έχει συνδεθεί με το Λοΐζο. Αυτή είναι συνήθης πρακτική, που επαναλαμβάνεται σε κάθε Φεστιβάλ. Σε ένα παρόμοιο σχήμα είχε έρθει πχ πρόπερυσι κι η Βιτάλη (μαζί με τη Γλυκερία) και μας είπε κάποια “χαριτωμένα” υπέρ του Τσίπρα και του Σύριζα, που τους υποστηρίζει. Και έκτοτε δεν ξανάρθε.

Το Φεστιβάλ δεν καλεί γενικά καλλιτέχνες-ονόματα, για να μας πουν τα δικά τους και να τραβήξουν κόσμο. Τους καλεί πολλές φορές σε συγκεκριμένο πλαίσιο, όπως πριν από μερικά χρόνια, με το Λουκιανό Κηλαηδόνη που είχε έρθει μια χρονιά να πει τραγούδια από τους πρώτους του δίσκους, τα “Μικροαστικά” και τα “Απλά Μαθήματα Πολιτικής Οικονομίας”. Σημασία δε έχει μόνο ποιος έρχεται, αλλά με τι όρους το κάνει και τι πρόκειται να μας πει. Κι αυτό ισχύει ακόμα και για την περιβόητη συμμετοχή των Goin’ Through, πριν μερικά χρόνια, που αποδείχτηκε άστοχη επιλογή, όχι όμως για όσα είπαν και έκαναν στη σκηνή του Φεστιβάλ. Αυτό ισχύει και για πολλούς ακόμα καλλιτέχνες, που προσωπικά δε μου κάθονται πολύ καλά (ονόματα δε λέμε, υπολήψεις δε θίγουμε), αλλά στη συνέχεια έμαθα πως είχαν έρθει αφιλοκερδώς και τους εκτίμησα (γι’ αυτό συγκεκριμένα, όχι γενικά).

–Γιατί λοιπόν δεν ανακοινώνεται ότι ο Νταλάρας θα έρθει στα πλαίσια ενός αφιερώματος;
Υποθέτω και πάλι, για εμπορικούς λόγους. Που δεν έχουν να κάνουν με τη διοργανωτική επιτροπή του Φεστιβάλ, αλλά με τις άλλες συναυλίες και τη δική τους εισπρακτική επιτυχία. Γιατί αν μπορείς να έρθεις στο Φεστιβάλ και να ακούσεις με αμελητέο αντίτιμο το ίδιο (πάνω-κάτω) πρόγραμμα, γιατί να σκάσεις ένα σωρό λεφτά στην “κανονική” συναυλία, αφού έχεις τέτοια εναλλακτική; Αυτός είναι νομίζω ο λόγος που μερικές χρονιές, στις προαναγγελίες του φεστιβαλικού προγράμματος υπάρχουν κάποιες “τρύπες”, με τον αινιγματικό τίτλο “μεγάλη συναυλία”, όπου το όνομα ανακοινώνεται τελικά στη συνέχεια, λίγες μέρες πριν το Φεστιβάλ. Δεν υπάρχει κενό που καλύπτεται την τελευταία στιγμή, ο λόγος μάλλον είναι ο ίδιος που αναλύω και παραπάνω.

Κι αυτό είναι σοβαρή, επαρκής δικαιολογία;
Αυτό είναι η σοβαρή, αληθινή εξήγηση, η ερμηνεία. Μετά, μπορούμε να την κρίνουμε και να την συζητήσουμε.

Ο Νταλάρας είχε έρθει και στο Φεστιβάλ του 98′, τελευταία φορά, αν δεν κάνω λάθος, όταν ήταν ακόμα 4ήμερες οι εκδηλώσεις και γίνονταν στα Ιλίσια, στην Πανεπιστημιούπολη. Αλλά τότε δεν είχε γίνει αντίστοιχος ντόρος. Δεν το λέω ως επιχείρημα, απλή διαπίστωση κάνω.

Ο Νταλάρας ήταν διαχρονικά Πασόκος, κάτι που ίσχυε από αρκετά παλιά και δεν περιμέναμε το μνημόνιο και τη σχετική τοποθέτησή του, για να το μάθουμε. Όσοι διαβάζουν τακτικά το Ριζοσπάστη, έστω κι από το διαδίκτυο, θα θυμούνται πχ την κριτική που του έκανε η στήλη “Αποκαλυπτικά”, όταν έκανε φιλάνθρωπες δωρεάν συναυλίες για να χαρεί ο λαός εν μέσω κρίσης, κι ερμήνευε τη θέληση του κόσμου, που δεν είχε ψηφίσει το “ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο”. Σημείωνε λοιπόν, μεταξύ άλλων, ο Ριζοσπάστης το Φλεβάρη του 12′.


Ο Γ. Νταλάρας σερβίρει τη στοίχισή του με την αντιλαϊκή πολιτική, πασπαλισμένη με μπόλικο στυγνό αντικομμουνισμό. Οσες υποκριτικές φιέστες στο όνομα του λαού κι αν διοργανώσει θα είναι στάχτη στα μάτια, αφού ο ίδιος είναι ταγμένος με την πολιτική που καταδικάζει τους εργαζόμενους και τα λαϊκά στρώματα στη φτώχεια και την εξαθλίωση.

Ο Νταλάρας είναι μια συμβιβασμένη φωνή του συστήματος. Αλλά αν θέσουμε πολύ αυστηρά κριτήρια, δε θα βρούμε πολλούς ‘καθαρούς’ καλλιτέχνες, αφού όλοι σχεδόν αναγκάζονται να κάνουν μικρούς ή μεγαλύτερους συμβιβασμούς για να επιπλεύσουν στο χώρο. Κάποιοι είχαν γίνει υπουργοί (χωρίς προφανώς αυτό να κρίνει συνολικά το έργο τους) και κάποιοι άλλοι είχαν τραγουδήσει παλιότερα σε “λευκές νύχτες” ή σε εκδηλώσεις πολυεθνικών εταιριών, για τους Ολυμπιακούς της Αθήνας. Και το χειρότερο είναι ότι τελικά όλα αυτά δεν ήταν υποχρεωτικές επιλογές, για να βγουν τα προς το ζην.

Θέλω να πω ότι το πολιτικό μας κριτήριο για τους καλλιτέχνες δεν μπορεί να είναι το ίδιο αυστηρό με το καθαρά πολιτικό μας κριτήριο. Και δεν είναι τόσο σαφές πού μπαίνει το όριο στους συμβιβασμούς, πότε η ποσότητα οδηγεί σε διαφορετική ποιότητα. Πιθανότατα το όριο είναι ο ίδιος ο Νταλάρας. Συμβαίνει όμως να έχει τραγουδήσει μερικά φοβερά κι ανεπανάληπτα πολιτικά τραγούδια, που άφησαν εποχή κι έχουν συνδεθεί αντικειμενικά με τη φωνή του. Είτε πρόκειται για την Τσιμινιέρα και το Λοΐζο, είτε για το Μικρούτσικο και (πχ μεταξύ άλλων) το Ανεμολόγιο. Κι ας του αξίζει του ίδιου να εισπράξει από την εξέδρα βροχή δεκάρικα.

Έχω και μία ακόμα σχετική ένσταση. Δεν ξέρω αν δικαιούνται να μιλάνε για αυτό όσοι ποστάρουν τον ξεπουλημένο Τζιμάκο (όχι άλλο Νταλάρα, Πάριο κι Αλεξίου), τον τρομπαδούρο γελωτοποιό του συστήματος, για να τη βγουν “από τα αριστερά”. Δε μας χέζεις ρε Τζιμάκο;
Αυτοί που λένε πως το Φεστιβάλ ξεπλένει ένα μνημονιακό καλλιτέχνη, ενώ ξέπλεναν το Σύριζα ως κυβέρνηση και έπαιρναν μαζί του “ανάσες αξιοπρέπειας” αντί να κρατάνε τη μύτη τους από την μπόχα του ευρωμονόδρομου που ποτέ δεν έπαψε να πρεσβεύει.
Όσοι κράζουν τη Φαραντούρη, που πήγε στο “Όλοι μαζί μπορούμε”, αλλά κλείνουν τα μάτια τους (αντί για τη μύτη τους) στον “προοδευτικό κι εναλλακτικό” Χαρούλη, που τραγούδησε στην ίδια φιέστα, και πηγαίνουν μαζικά, χωρίς τύψεις, στις συναυλίες του.
Με δυο λόγια, όσοι έχουν δυο μέτρα και σταθμά, ανάλογα με την περίσταση, την περίπτωση του καλλιτέχνη και βασικά το Φεστιβάλ που τραγουδά και την πολιτική νεολαία που το διοργανώνει.
Αλλά αυτό, απλώς παρεμπιπτόντως, χωρίς να αφορά την ουσία του θέματος.

Εσύ δηλαδή δεν έχεις πρόβλημα με το Νταλάρα;
Για να το θέσω απλά: θα προτιμούσα να μην είναι, αλλά δε με χαλάει που είναι. Αν με αρρωσταίνει η παρουσία του, έχω άπειρες επιλογές για να δω και να μη με απασχολήσει ποτέ. Προσωπικά όμως θα πάω να τον ακούσω, ακόμα κι από περιέργεια, λόγω του ντόρου που έχει γίνει. Κι αν τυχόν πει καμιά μουσμουλιά (που δεν το πιστεύω, γιατί ξέρει από “τακτ” ο καλός δημοσιοσχετίστας, Νταλάρας), να του ρίξουμε γιούχα και ντομάτες, όλοι μαζί, οργανωμένα. Ή και προληπτικά, που λέει ο λόγος, από την Πέμπτη, στην παράσταση του Ζαραλίκου. Ο οποίος είχε σατιρίσει κάποτε πολύ εύστοχα και το Μικρούτσικο (που έπαιζε την ίδια μέρα στο Φεστιβάλ):
–Όλο “επτά σε παίρνει αριστερά”, κι όλο ΠΑΣΟΚ είναι…

–Μα δεν καταλαβαίνεις πως η παρουσία του Νταλάρα ενοχλεί και συντρόφους σου, Κουκουέδες;
Μα ναι, ασφαλώς. Με αυτούς όμως θα είχα πολύ διαφορετική βάση συζήτησης. Γιατί ξέρουν πολύ καλά τι είναι το Φεστιβάλ και δεν προσπαθούν να το στρεβλώσουν ή να το κρύψουν πίσω από έναν Νταλάρα. Το Φεστιβάλ είναι μια ανεπανάληπτη εμπειρία, κάτι μοναδικό στο είδος του, μια Πολιτεία που την θάβουν τα πληθωρικά και πολυφωνικά ΜΜΕ, μια εναλλακτική πρόταση με πλούτο ιδεών, εκδηλώσεων, συζητήσεων, μηνυμάτων. Είναι ανοιχτό, πιο μαζικό από οτιδήποτε έχουμε δει οι περισσότεροι στη ζωή μας (εκτός κι αν κάποιος έχει πάει στην πορεία της Πρωτομαγιάς στην Αβάνα ή στην κηδεία του Φιντέλ). Μαζικό άνοιγμα στη νεολαία, στον κόσμο που πρέπει να σηκωθεί από τους καναπέδες του και όχι σε πολιτικές γκρούπες (γιατί κάποιοι έτσι καταλαβαίνουν και μετράνε το άνοιγμα).

Είναι πολύ μεγάλη κουβέντα ποιος και με τι κριτήρια πρέπει να έρχεται στο Φεστιβάλ. Και πολύ ενδιαφέρουσα επίσης. Αλλά χρειάζεται γνώση κάποιων δεδομένων -που εγώ τουλάχιστον δεν την έχω- πριν πετάξουμε το μακρύ και το κοντό μας. Και προπαντός, καλή προαίρεση, από άτομα που δεν είναι πρόθυμα κι έτοιμα από καιρό να σβήσουν όλα τα παραπάνω ή να τα κάνουν γαργάρα, με αφορμή ένα πουκάμισο αδειανό, έναν Νταλάρα. Χρειάζεται κουβέντα με άτομα που τα καταλαβαίνουν όλα αυτά και νιώθουν την ανάγκη να τα προφυλάξουν, να τα κρατήσουν μακριά από τον (κάθε) Νταλάρα. Αυτή είναι η διαφορά, και με αυτούς μπορεί να γίνει συζήτηση. Και ποιος σου λέει ότι δε γίνεται, στην τελική…;

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Η καλοπέραση γεννάει καλοσύνη

Η Σ. γεννήθηκε στο Καζαχστάν. Γύρισε στην Ελλάδα το 90', από δική της επιλογή, γιατί είχαν φύγει όλοι οι Πόντιοι φίλοι της από την πόλη της, και το 'χε απωθημένο να γυρίσει μια μέρα στην πατρίδα, που την είχε στο μυαλό της ως κάτι σπουδαίο, αλλά σύντομα απογοητεύτηκε και την απομυθοποίησε. Στη Σοβιετική Ένωση είχε σπουδάσει Μαθηματικά και στα 26 της είχε δουλέψει ήδη πέντε χρόνια στο Πανεπιστήμιο, πάνω στο αντικείμενό της. Τώρα είναι μεταξύ (μισο)δουλειάς κι ανεργίας, όπως και τα τρία παιδιά της.

Πιστεύει πως πρόλαβε τα καλά χρόνια της Σοβιετικής Ένωσης, κι ας μην είχαν πάνες ή σερβιέτες. Λέει πως την εποχή του Μπρέζνιεφ επικρατούσε μια σταθερότητα-στασιμότητα. Κανείς δεν έπαιρνε πολλά λεφτά, αλλά όλοι έκλεβαν το κράτος, για να βελτιώσουν τη θέση τους. Τα βασικά είδη ήταν πάμφθηνα, αλλά τα είδη πολυτελείας -που δεν έφταναν για όλους- ήταν υπερκοστολογημένα.

Λέει τον Γκορμπατσόφ βλάκα, που συν τοις άλλοις, έσκαψε το λάκκο του, και το μόνο καλό που έκανε, ήταν ότι σταμάτησε τον πόλεμο στο Αφγανιστάν, όπου σκοτώνονταν πολλά νέα παιδιά, που πήγαιναν φαντάροι. Και να πεις πως έκαναν εκεί κάποια επανάσταση, όπως εμείς το 17'...

Δε θυμάται πολλά πράγματα από το Τσέρνομπιλ (που σημαίνει κάτι σα "μαύρος μύθος" ή "μαύρο παρελθόν", γιατί έμεναν πολύ μακριά από την Ουκρανία και τα κανάλια δεν έλεγαν πολλά πράγματα. Δεν υπήρχε διαφάνεια, αλλά μια λογική "όλα πάνε καλά, όλα πάνε καλά" και να κουκουλώσουν τα προβλήματα. Σήμερα τα κανάλια λένε πάρα πολλά, αλλά ποιος ξέρει αν και τι είναι αλήθεια.

Ήταν μέλος της Καμσαμόλ, όπως όλοι σχεδόν στην τάξη της -που πριν ήταν Πιονέροι και πιο μικροί Οκταβριάκια, παιδιά του Οχτώβρη- κι έγινε καμσόρ, που είχε οργανωτικά καθήκοντα, χωρίς να είναι ιδιαίτερα πολιτική θέση -όπως κι η ένταξη στην Καμσαμόλ, άλλωστε, εκείνα τα χρόνια.

Δεν της άρεσε πολύ που στο Πανεπιστήμιο έπρεπε να βοηθάνε στις αγροτικές εργασίες, αλλά τότε ήταν νέοι και δεν τους ένοιαζ ιδιαίτερα. Μια βραδιά που ξεκουράζονταν μετά τη δουλειά, παίζοντας χαρτιά κι ακούγοντας κλασική μουσική στο ραδιόφωνο (συγκίνηση), έμαθαν για το θάνατο του Μπρέζνιεφ. Την αναγγελία έκανε ο Λεβιτάν, που συνέδεσε τη φωνή του με δραματικές, ιστορικές στιγμές και τα πολεμικά ανακοινωθέντα. Άραγε να έχει σχέση με τον Εφραίμ Λεβιτάν που έγραψε το εκπληκτικό "Αστρονομία για Παιδιά", που κυκλοφόρησε και στα ελληνικά από τη Σύγχρονη Εποχή;

Η φωνή του Λεβιτάν την έκανε να πιστέψει πως ερχόταν πόλεμος. Οι συμφοιτητές της στην αίθουσα πάγωσαν, ενώ κάποιοι άρχισαν να κλαίνε. Κι αυτή ένιωσε πως είχε έρθει το τέλος του κόσμου. Ήταν ό,τι πιο κοντινό είχε νιώσει ποτέ στη φημολογούμενη συντέλεια αυτών των ημερών, που τελικά δεν ήρθε ποτέ. Αλλά το τέλος "του νέου κόσμου, του σοσιαλισμού" δεν ήταν πολύ μακριά. Ακόμα κι αν φύγεις, για το γύρο του κόσμου, θα 'σαι πάντα ο δικός μου υπαρκτός, θα 'μαστε πάντα μαζί...

Ο παππούς της γεννήθηκε στον Πόντο, κι έζησε ως έφηβος τη γενοκτονία τους, οι γονείς της μεγάλωσαν στη Γεωργία, από όπου εκτοπίστηκαν για το Καζαχστάν, κι αυτή μεγάλωσε εκεί, αλλά ήρθε στην Ελλάδα και βλέπει τα παιδιά της να σκέφτονται ως λύση το εξωτερικό, για να συνεχίσει η αλυσίδα που θέλει κάθε γενιά να ζει σε άλλο τόπο από την προηγούμενη.

Οι Σοβιετικοί γράφουν πολύ ωραία λαϊκά παραμύθια και η Σ. έχει τη χαρακτηριστική προφορά (που αν δεν ξέρεις ρώσικα και σε τι αναφέρεται ο άλλος, σου φαίνεται πως διηγείται παραμυθάκια), μαζί με την έμφυτη -ή μάλλον επίκτητη- καλοσύνη του νέου τύπου ανθρώπου, του σοβιετικού. Παραμύθι με λυπημένο τέλος. Αλλά ακόμα δεν είπαμε την τελευταία λέξη στην ιστορία.

Αν ρίξεις μια ματιά στο λεξικό του Νταλ, θα δεις πως η λέξη "καλοσύνη" (ντομπροτά) προέρχεται από τη λέξη "καλοπερνώ" (ντομπροβάτ) -ζω στην αφθονία, καλά... που σσημαίνει ότι υπάρχει όταν υπάρχει σταθερότητα και αξιοπρέπεια...

(από το βιβλίο "το τέλος του Κόκκινου Ανθρώπου")

Νομίζω πως τα γνωρίσματα που περιγράφω είναι μια χαρακτηριστική περιγραφή, που ο καθένας μας έχει συναντήσει κάποια στιγμή στη ζωή του, στο περιβάλλον του. Καλοκάγαθοι τύποι, φιλότιμοι, που έχουν μεγαλώσει στη Σοβιετία κι έχουν τη χαρακτηριστική, παραμυθένια προφορά. Πειθαρχημένοι, αλλά χωρίς πρωτόβουλα πνεύμα συνήθως. Κι ίσως αυτό να είναι κλειδί για να εξηγήσει τους λόγους επικράτησης της αντεπανάστασης, μαζί με μια ειλικρινή αφέλεια και μια αυθόρμητη αδιαφορία για την πολιτική, από μεγάλα τμήματα του λαού, που εκφράζεται σε αντίστοιχα απλοϊκές απορίες για τις εξελίξεις: μέχρι το 80' όλα πήγαιναν καλά, μετά με την Περεστρόικα άρχισαν να χαλάνε, δεν ξέρω τι έφταιξε...

Η καλοπέραση γεννάει καλοσύνη. Αυτός είναι ένας γενικός κανόνας, που βρήκε ισχύ στο σοβιετικό λαό και τη στάση του, στα γενικά χαρακτηριστικά του. Η καλοπέραση αυτή ήταν ασύμβατη με την προκλητική, αλόγιστη πολυτέλεια, και δεν ήταν απαλλαγμένη από αντικειμενικά δύσκολες συνθήκες (τα "καλά" της ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης), εξασφάλιζε όμως τα απαραίτητα σε όλους, για να μη λείπουν από κανέναν, εξαλείφοντας τη φτώχεια, τον αναλφαβητισμό, καλύπτοντας με δυο λόγια τις βασικές λαϊκές ανάγκες, κάτι που παραμένει ζητούμενο πχ για τον καπιταλισμό της εποχής αλλά και του εικοστού πρώτου αιώνα.

Η σοβιετική καλοσύνη, ωστόσο, δεν πήγαζε πρωτίστως από υλικά αγαθά, αλλά από ανώτερα ιδανικά και την παγκόσμια, πανανθρώπινη προοπτική της κομμουνιστικής κοινωνίας. Η νίκη απέναντι στη ναζιστική πολεμική μηχανή, τη φονικότερη που είχε γνωρίσει ως τότε η ιστορία, δεν ήρθε ως καρπός μίσους και μεγαλύτερης κτηνωδίας από τους ναζί, αλλά από την αγάπη για τη σοβιετική πατρίδα και τον άνθρωπο. Ο κομμουνιστής είναι αγάπη από την κορφή ως τα νύχια, έστω κι αν αυτό περιλάμβανε απεριόριστο μίσος για τους φασίστες, που ήταν εχθροί του ανθρώπου. Ο πραγματικός ουμανισμός άλλωστε δεν είναι αφηρημένος. Και δεν μπορεί παρά να είναι μίσος για τους εκμεταλλευτές και τους εχθρούς της ανθρωπότητας που χαντακώνουν τις προοπτικές της για το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.
Μπορεί να κούγεται ως χοντροκομμένο, απλοϊκό κλισέ, αλλά σε αυτήν την περίπτωση, η απέραντη καλοσύνη νίκησε το απόλυτο κακό, κι ας μην είναι τόσο απλό, όσο αυτή η διατύπωση...

Ου γαρ έρχεται μόνον, όμως. Η καλοπέρασηγεννάει επίσης τη χαλάρωση της επαγρύπνησης και των αντανακλαστικών, μια α-πολίτικη συνείδηση, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένα προβλήματα, όπως στον καπιταλισμό, για να τροφοδοτείται "αυτόματα" από την πραγματική ζωή. Αυτό προφανώς δεν είναι αναπόφευκτο -όπως γενικά δεν είναι μηχανιστική η επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος στη συνείδηση- αλλά έχει αντικειμενική βάση.

Η καλοπέραση γεννάει επίσης ένα πλεόνασμα στο παραγόμενο κοινωνικό προϊόν, που είναι το αντικειμενικό έδαφος για να υπάρξουν αντιθέσεις, που μπορεί να μετεξελιχθούν σε ανταγωνιστικές, ταξικές, αν δεν προσεχτούν.
Έχω την εντύπωση πως κάτι παρόμοιο συνέβη και στην Ελλάδα του εικοστού αιώνα, όπου τα ισχυρά κατάλοιπα του κοινωνικού κεκτημένου ήρθαν σε όσμωση με το μαζικό λαϊκό κίνημα, καλλιεργώντας μια έντονη δόση συλλογικότητας και συντροφικότητας. Κάτι που χάθηκε σταδιακά και εκφυλίστηκε στη βάση της προσωρινής και επίπλαστης ευημερίας των μεταπολεμικών και μεταπολιτευτικών ετών, με τον εκμαυλισμό συνειδήσεων, την Πασοκική λαίλαπα και τη μαζική ενσωμάτωση-ιδιώτευση. Αυτό όμως είναι σημαντικό ζήτημα, για να στριμωχθεί σε μερικές αφοριστικές φράσεις.

Συμπερασματικά, το ντομπροβάτ (καλοπερνώ) δε φέρνει μόνο ντομπροτά (καλοσύνη) αλλά και ντουβρουτζά, ένα μεγάλο σοκ, εφόσον αδυνατίσουν τα επαναστατικά χαρακτηριστικά και μειωθεί η απαραίτητη επαγρύπνηση. Το πρόβλημα δεν είναι ότι πάσχουμε από υπερβολική καλοσύνη. Αλλά ότι η επαναστατική συνείδηση δεν τροφοδοτείται αυθόρμητα σε μια κοινωνία χωρίς έντονες, ταξικές αντιθέσεις. Κι ότι η "καλοσύνη" πρέπει να είναι υποψιασμένη, να οπλιστεί με τα κατάλληλα εργαλεία ελέγχου, για να μην την πατήσει από τους εκάστοτε "κακούς". Κι αυτό δεν είναι ηθικολογία ή χοντροκομμένες απλοποιήσεις, αλλά νομοτέλεια κι απλά διδάγματα απ' την ήττα της επανάστασης, που μεταξύ άλλων απαιτούν ανάπτυξη της θεωρίας (της σοσιαλιστικής οικοδόμησης) για να μη χαθεί και ξεστρατίσει η προοπτική.

Τετάρτη, 16 Αυγούστου 2017

Citius, altius, fortius

Ο Ροσμέρ λέει κάπου στο βιβλίο του (για τη Μόσχα του Λένιν και βασικά για την παρουσία του στα πρώτα βήματα της Κομιντέρν και της Προφιντέρν) ότι δεν μπορείς να κάνεις ουσιαστική κριτική σε μια επανάσταση αν δεν την συμπαθείς και δεν είσαι θετικά διακείμενος προς αυτήν. Κι έχει δίκιο σε μεγάλο βαθμό. Με την ίδια έννοια -θα έλεγα- που η Αλέκα είχε πει πως ο διάλογος έχει νόημα μεταξύ ατόμων που συμφωνούν μεταξύ τους, τουλάχιστον στα βασικά.

Αντίστοιχα, πιστεύω πως η κριτική στον αθλητισμό και τα κακώς κείμενα του χώρου έχει πραγματική αξία μόνο όταν προέρχεται από άτομα που τον αγαπούν πραγματικά και πληγώνονται όταν βλέπουν την παιδική τους αγάπη να φθείρεται και να ξοδεύεται σε παράγοντες, "προεδράρες", στοιχήματα, στησίματα, διαιτησίες, αναβολικά, τη σκοπιμότητα του αποτελέσματος με κάθε πιθανό -θεμιτό ή αθέμιτο- μέσο, που γίνεται αυτοσκοπός και νοθεύει το παιχνίδι και την παιδική αθωότητα που το περιβάλλει ή μάλλον βρίσκεται στον πυρήνα. Γιατί το παιχνίδι έχει την ίδια ετυμολογική ρίζα με το παιδί, κι η αγάπη για αυτό είναι πάντα μια μορφή ανεμελιάς κι ώριμου παλιμπαιδισμού.

Αν όμως η κριτική προέρχεται από ορκισμένους επικριτές, θα βγάζει απλώς την ξινίλα κάποιων διανοούμενων, που δεν αγάπησαν ποτέ το παιχνίδι -ούτε καν ως παιδιά πιθανότατα- και την άθληση και το εκδικούνται αναδρομικά. Κι αυτό δεν είναι προβληματικό μόνο για την προσωπικότητά τους, που δεν είναι σφαιρικά συγκροτημένη κι ολοκληρωμένη (νους υγιής εν σώματι υγιεί) αλλά και για τη μονομέρεια της σκέψης τους, που φλερτάρει ανοιχτά με την εμπάθεια.

Στον αντίποδα, υπάρχουν κάποιοι που πιστεύουν πως είναι -κατά Γκράμσι- οργανικοί διανοούμενοι της εργατικής τάξης και του λαού, επειδή παθιάζονται με το κατεξοχήν λαϊκό άθλημα, το ποδόσφαιρο. Το θεοποιούν και το βλέπουν ως θρησκεία χωρίς απίστους, στους οποίους κηρύσσουν πόλεμο. Θεωρούν πως το ποδόσφαιρο τους έμαθε ό,τι γνωρίζουν περί ηθικής, αγνοώντας (;) πως είναι καθρέφτης, που αντανακλά κοινωνικές τάσεις, και μπορεί κατά περίπτωση, ανάλογα και με τις συνθήκες, να καλλιεργήσει και να διδάξει τον ατομισμό, την πλεονεξία και την πάση θυσία νίκη, ως απόλυτη αξία. Αλλά την πατάνε γιατί η συμπεριφορά τους στο γήπεδο είναι πιστός καθρέφτης του χαρακτήρα μας, βγάζοντας στην επιφάνεια τα καλύτερα και τα χειρότερα στοιχεία μας. Αλλά όταν κάποιος δε δίνει πάσα ούτε από το δεξί στο αριστερό, εκθέτει ανεπανόρθωτα τον εαυτό του και το υπερτροφικό του εγώ -σαν ένας Κριστιάνο Ρονάλντο της αριστεράς.

(Παρεμπιπτόντως, ο Μέσι στο Μπερναμπέου έδειξε απλά τη φανέλα -τη δική του και της ομάδας του. Ενώ ο Κριστιάνο έψαχνε απλώς αφορμή να επιδείξει τους κοιλιακούς του και να αποδείξει πως η -απο-μίμηση είναι στοιχείο του ειλικρινούς θαυμασμού του προς κάτι ανώτερο).

Δεν ξέρω όμως τι φίλαθλος μπορεί να θεωρείται κανείς, αν δεν τον συγκινεί ο κλασικός αθλητισμός. Είναι -τηρουμένων των αναλογιών- σα να δηλώνει κομμουνιστής, αλλά να μην του λένε τίποτα οι κλασικοί του μαρξισμού και το έργο τους. Κάτι που δεν απαλλάσσει φυσικά τον κλασικό αθλητισμό από τις αντιφάσεις του.

Από μια άποψη, ο στίβος είναι η οργανωμένη μετεξέλιξη της αυθόρμητης συνήθειας-ανάγκης των παιδιών να παραβγούν μεταξύ τους, που από μόνη της δεν σημαίνει απαραίτητα ανταγωνισμό, αλλά μια μορφή άμιλλας. Ποιος τρέχει πιο γρήγορα, πηδάει πιο μακριά ή πιο ψηλά. Και είναι δύσκολο -για μένα τουλάχιστον- να μείνει κανείς ασυγκίνητος, βλέποντας τους αθλητές να φτάνουν τα όριά τους και να προσπαθούν να τα υπερβούν, σε μια μάχη ενάντια στον εαυτό τους πρωτίστως.

Από την άλλη, αυτά τα χωρίζει μια πολύ λεπτή διαχωριστική γραμμή από το τρίπτυχο "citius, altius, fortius", που είναι η βάση του σύγχρονου επαγγελματικού αθλητισμού κι η αθλητική εκδοχή του κυνηγιού της ολοένα μεγαλύτερης παραγωγικότητας. Αν η καπιταλιστική αγορά είναι μια ζούγκλα, όπου επικρατεί ο νόμος του ισχυρού και όλα επιτρέπονται, στο στίβο τα ρεκόρ, οι επιδόσεις και τα μετάλλια δε συνδέονται μόνο με αγκωνιές και υπόγεια σπρωξίματα, αλλά και με την υπόγεια ώθηση που μπορούν να δώσουν στους αθλητές τα αναβολικά κι άλλες μικρές απάτες, πάντα στα πλαίσια του ευ αγωνίζεσθαι, που είναι κάτι σαν τα ευχολόγια για τους κανόνες της "εύρωστης, αυτορυθμιζόμενης αγοράς". Ενώ η κούρσα του ντόπινγκ με το αντιντόπινγκ κοντρόλ, όπου το πρώτο βρίσκεται πάντοτε ένα βήμα μπροστά, θυμίζει κάπως το παράδοξο του Αχιλλέα, που όλο τρέχει και δε φτάνει ποτέ τη χελώνα (με τη διαφορά πως εδώ δεν υπάρχει τίποτα παράδοξο, αλλά μια σειρά λογικές αιτίες) ή τους φορολογικούς ελέγχους, που πιάνουν μόνο τα μικρότερα ψάρια.

Μπορεί κανείς να βλέπει ανέμελος αγώνες στίβου (και όχι μόνο), να ενθουσιάζεται ειλικρινά με τις προσπάθειες των αθλητών, όταν ξέρει ότι όλα αυτά βασίζονται σε ένα ψέμα που έχει κοντά ποδάρια; Ή μήπως έχει βάση το ξέσπασμα του Γιουσέιν Μπολτ, όταν μια δημοσιογράφος υπαινίχθηκε πως οι χαμηλότεροι χρόνοι στη φετινή κούρσα της μιας ανάσας οφείλονται στους αυστηρότερους ελέγχους; Σημαντική λεπτομέρεια: από τους τριάντα ταχύτερους χρόνους στην ιστορία του αγωνίσματος, οι 21 ανήκουν σε αθλητές που κάπως-κάπου-κάποτε έχουν εμπλακεί σε υπόθεση ντοπαρίσματος. Οι άλλοι εννιά ανήκουν σε έναν και μόνο καθαρό (;) αθλητή, που ονομάζεται Γιουσέιν Μπολτ.

Δεν είναι αυταπάτη όμως να πιστεύει κανείς πως μπορεί να υπάρχει κάτι αγνό και καθαρό σε κορυφαίο επίπεδο, που μένει αμόλυντο από τη γενική σήψη και τον καπιταλιστικό περίγυρο; Ούτε καν ο σοσιαλισμός δεν είχε μείνει ανεπηρέαστος από τον ανταγωνισμό με το καπιταλιστικό μπλοκ, υιοθετώντας στην περίπτωση της ΓΛΔ την... επιστημονική υποστήριξη των επιδόσεων των αθλητών της με φάρμακα και αναβολικές ουσίες. Αλλά αν αυτό είναι το αθλητικό αντίστοιχο της υιοθέτησης καπιταλιστικών συνταγών στη σοσιαλιστική οικονομία (αφού η βάση καθορίζει το εποικοδόμημα), δεν μπορεί ωστόσο να κρύψει τη βάση του πραγματικά μαζικού και λαϊκού αθλητισμού, στην οποία πάτησαν αυτές οι επιτυχίες και η ανάδειξη κορυφαίων, μοναδικών ταλέντων.

Ξαναγυρνάμε στο σημείο από όπου ξεκινήσαμε. Δικαίωμα κριτικής (ή πολεμικής) έχουν όλοι, αλλά η κριτική αυτών που αγαπάνε το χώρο έχει ειδικό βάρος. Η δική μας προσέγγιση δεν μπορεί να είναι μια αφ' υψηλού κριτική κι απόρριψη, αλλά να αγκαλιάζει τους φιλάθλους, ό,τι υγιές υπάρχει σε αυτό το χώρο, και να το συσπειρώσει. Να πιάσει την οργή του για αυτά που γίνονται, το όραμά του για το πώς θα μπορούσαν να γίνουν, τις ευαισθησίες του, την όρεξή του να δράσει, και να το κάνει κομμάτι (ρυάκι που λέγαμε παλιά) της συμμαχίας που θέλουμε να φτιάξουμε. Προφανώς αυτό δεν είναι τόσο εύκολο να το κάνεις, πόσο μάλλον όταν υπάρχει μια ντεμέκ προοδευτική τάση που εξυμνεί κι εξαίρει την οπαδική κουλτούρα (συνδέσμους ultras, κτλ), χωρίς διάθεση να πιάσει το θετικό τους πυρήνα για να επιδράσει και να ανεβάσει το επίπεδο της παρέμβασής τους. Αλλά η δική μας απουσία από αυτόν το χώρο (όπου συχνά εκκολάπτεται και το αυγό του φιδιού, πατώντας στο κενό που αφήνουμε εμείς) είναι δείγμα αδυναμίας, ότι δεν είμαστε (ακόμα) όσο δυνατοί θέλουμε, και δε χρειάζεται να την βαφτίζουμε συνειδητή επιλογή.

Σάββατο, 12 Αυγούστου 2017

Είναι τόσο απλό

Μια μελέτη σύγχρονων αμερικανών συγγραφέων, με σχετικά καλές θέσεις για τη Σοβιετική Ένωση, έφερε το χαρακτηριστικό τίτλο Socialism Betrayed. Δηλαδή προδομένος σοσιαλισμός, που ωστόσο υπήρξε προτού προδοθεί, σε αντίθεση με όσους λένε πχ πως προδόθηκε κάτι που δεν υπήρξε ποτέ.

Καλή (;) ώρα όπως ο Τρότσκι, που δεν κάνει λόγο για σοσιαλισμό, αλλά για προδομένη επανάσταση, που θα έπρεπε να είναι διαρκής κι εξαγόμενη, αλλά προδόθηκε στα κλειστά σύνορα του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα, που ήταν το ένα έκτο του κόσμου, αλλά δεν ήταν αρκετό.

Αυτή ήταν μια βασική, στερεότυπη κατηγορία, μετά την αντεπανάσταση, στην κριτική του κόμματος ενάντια στην Περεστρόικα και τον Γκόρμπι που ηγήθηκε της διαδικασίας της παλινόρθωσης, με απατηλά συνθήματα για περισσότερο σοσιαλισμό. Έλεγαν δηλαδή πως το κόμμα αντιμετωπίζει τα γεγονότα κάπως απλοϊκά, σα μια συνωμοσία, και τα ερμηνεύει σαν καρπό της προδοσίας ενός πράκτορα της CIA, χωρίς να βλέπει τις εσωτερικές αιτίες, τη χρεοκοπία και την κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου. Λες και η ανατροπή δεν είναι ταξικός (άρα κι εσωτερικός) αλλά γεωγραφικός όρος. Και η αντεπανάσταση έρχεται μόνο απέξω (παραγγελιά, όπως η επαναστατική συνείδηση για την εργατική τάξη).

Παρόμοια κριτική έγινε και σε πιο πρόσφατες κομματικές επεξεργασίες πχ για τον κομβικό ρόλο του εικοστού συνεδρίου του ΚΚΣΕ, γιατί -λέει- το θέμα δεν είναι να αναλύσουμε την ιστορία με όρους ηθικής, καλοί-κακοί, συνεπείς-οπορτουνιστές, αλλά υλιστικά, να βρούμε τους αντικειμενικούς παράγοντες που την καθορίζουν και την ερμηνεύουν.

Σε αυτήν τη συλλογιστική, υπάρχουν πολλά παρακλάδια, πχ πολιτικός ή οικονομικός αναγωγισμός, που απολυτοποιούν τη μία ή την άλλη πλευρά, αλλά δε θα μας απασχολήσουν αναλυτικά σε αυτή τη φάση.

Ένα πρώτο βασικό συμπέρασμα είναι πως σε πρώτη φάση οφείλουμε να καταλάβουμε τα γεγονότα, αντί να εκφέρουμε αξιολογικές κρίσεις. Η προδοσία από μόνη της δε μας λέει πολλά, αν πρώτα δεν καταλάβουμε τους παράγοντες που κατέστησαν εφικτή την επικράτησή της και το σημείο όπου οι όποιες καλές προθέσεις έστριψαν λάθος, και οι λανθασμένες επιλογές (που αντιμετώπιζαν υπαρκτά προβλήματα) κατέληξαν σε μια πορεία χρόνου να ενισχύουν τη συνειδητή αντεπαναστατική δράση.

Το δεύτερο κι εξίσου σημαντικό: ποιος λέει πως δεν το κάνουμε ήδη;
Είναι αυτονόητο πως η κριτική στην Περεστρόικα πχ δεν αφορά τη μοχθηρία και τις σατανικές ικανότητες του Γκόρμπι, αλλά τις κοινωνικές δυνάμεις που εκπροσωπούσε κι ανέρχονταν δυναμικά στο προσκήνιο, διεκδικώντας να ανατρέψουν το σοσιαλισμό. Το αυτό ισχύει και για το Νικήτα, σε άλλη φάση και με άλλη μορφή.

Το ίδιο κάνει κι η μελέτη Socialism Betrayed, που εξετάζει το σημαίνοντα ρόλο της σκιώδους (μαύρης, παρα-)οικονομίας στο προτσές της ανατροπής. Το ίδιο επιχειρεί από τη δική του σκοπιά κι ο Τρότσκι στην Προδομένη Επανάσταση, ερμηνεύοντας το "σταλινικό Θερμιδώρ" ως έκφραση της νίκης της γραφειοκρατίας και κάποιων προνομιούχων στρωμάτων της σοβιετικής κοινωνίας, που δεν είχαν συμφέρον να συνεχίσει η επανάσταση, για να στερεώσουν την εξουσία τους.

Δε λέω ότι με πείθει ή ότι έχει δίκιο. Αλλά κι αυτός καταλαβαίνει πως οφείλει (να προσπαθήσει) να δώσει μια συνολική ερμηνεία. Ισχύει ωστόσο πως πολύ συχνά αυτοί που μας κατηγορούν για απλοϊκές, συνωμοσιολογικές αντιλήψεις, κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια, κι είναι αυτοί που κατεξοχήν αναφέρονται σε προδοσία, ψάχνοντας απλά το χρονικό σημείο στο οποίο συντελέστηκε.

Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμα. Η αποστασία είναι μια χαρά πολιτικός όρος-χαρακτηρισμός, που περιγράφει αντικειμενικά μια κατάσταση, χωρίς να μπλέκει με μεταφυσικές ηθικολογικές κρίσεις, "το καλό και το κακό". Και δυστυχώς, αποστάτες δεν έχει μόνο η αστική τάξη, αλλά και το κομμουνιστικό κίνημα. Κι αυτό έχει μια βαθύτερη -συγκεκριμένη κάθε φορά- ερμηνεία, που γενικά έχει να κάνει με την (οικονομική και ιδεολογική) επίδραση της αστικής τάξης στο κίνημα και την υποχώρηση μπροστά στις δυσκολίες και τα πισωγυρίσματα της ταξικής πάλης. Ο οπορτουνισμός καταλήγει στην προδοσία της τάξης μας, αλλά είναι κατεξοχήν πολιτική κατηγορία.

Υπάρχει και κάτι άλλο, που αφορά άμεσα τη συνείδηση των στελεχών της πρωτοπορίας, χωρίς να τα ερμηνεύει όλα ιδεαλιστικά, βάση αυτού.
Ο Τσε πχ αρνούνταν πεισματικά να έχει το παραμικρό προνόμιο που απέρρεε από τη θέση του και "καταδίκαζε" τον εαυτό του σε σπαρτιατική λιτότητα, εφόσον αυτό ήταν που μπορούσε να δώσει στο λαό το σοσιαλιστικό κράτος. Ο Βλαδίμηρος από την άλλη, λέγεται πως όταν τον ρώτησαν γιατί στο τρένο ταξιδεύει στην πρώτη θέση, τους είπε πολύ σωστά πως ο δικός μας στόχος δεν είναι να καταργήσουμε την πρώτη, αλλά την τρίτη θέση.

Δεν επιχειρώ να αντιπαραθέσω τον ένα στον άλλο, αλλά να εκφράσω μια σκέψη λίγο απλοϊκά και χοντροκομμένα -για να γίνει κατανοητό- για να καταδείξω κάτι.
Οι ανισότητες στο σοσιαλισμό δε στοιχειοθετούν προφανώς ταξική διαστρωμάτωση της κοινωνίας, όχι με την έννοια που γίνεται αυτό σε μια αστική κοινωνία τουλάχιστον, κι εκμεταλλευτικές σχέσεις. Αποτελούν όμως μια σοβαρή αντίθεση, που αν δεν την προσέξουμε, μπορεί να εξελιχτεί σε ανταγωνιστική. Ο εξισωτισμός -ειδικά στις πιο... "ισοπεδωτικές" εκδοχές του- δε δίνει λύση στο πρόβλημα, ούτε εξουδετερώνει τον κίνδυνο.

Από την άλλη όμως, αν διασφαλίζαμε πως τα στελέχη του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού, αυτοί που αποτελούν σημαντικά γρανάζια της οικοδόμησης και της οργανωμένης συνειδητής πρωτοπορίας, δεν έχουν το παραμικρό παράπλευρο όφελος από την πολιτική τους δραστηριότητα ή μια διευθυντική θέση που μπορεί να αναλάβουν, θα ήταν άραγε τόσο εύκολο να εκδηλωθεί και να επικρατήσει μια αντεπανάσταση από τα πάνω;

Τίποτα δεν είναι απλό φυσικά. Αλλά και το να λες πως κάτι δεν είναι απλό, δεν είναι τελικά τόσο απλό και χρειάζεται πάντα να σκεφτόμαστε αν και γιατί αναιρείται ο βασικός πυρήνας. Στην τελική αν όλοι είναι "καλοί", δε θα φτάναμε ποτέ στην προδοσία. Και ναι δεν είναι τόσο απλό, αλλά μήπως είναι; Τόσο απλό, σαν τον κομμουνισμό, που είναι απλός και κατανοητός (όπως λέει ο Μπρεχτ στο σχετικό εγκώμιο)...

Τρίτη, 8 Αυγούστου 2017

Βιβλική ανάρτηση ΙΙ

Συνεχίζουμε από εκεί που είχαμε μείνει, και ρίχνουμε μια ματιά στο ευρύτερο αριστεροχώρι και κάποιες εκδόσεις του.

Η ΔΕΑ και το εκδοτικό Red Marks (ενδιαφέρον λογοπαίγνιο) κυκλοφόρησαν φέτος στα ελληνικά μια ογκώδη βιογραφία του Μαρξ, γραμμένη από το Φραντς Μέρινγκ, το σύντροφο της Λούξεμπουργκ και του Λίμπκνεχτ, που πέθανε δύο βδομάδες μετά τη δολοφονία τους, πιθανότατα καταπονημένος από την ήττα της εξέγερσης των Σπαρτακιστών. Μια βιογραφία που ήρθε ως συνέχεια της χρέωσης που ανέλαβε στο SPD να επιμεληθεί της έκδοσης της αλληλογραφίας των Μαρξ-Ένγκελς, αλλά έχει δεχτεί βάσιμη κριτική για κάποια σημεία και εκτιμήσεις της. Στα αξιοσημείωτα πως η κυβερνητική ΕφΣυν έκανε διαγωνισμό μες στο Μάη, όπου τρεις αναγνώστες της κέρδιζαν ισάριθμα αντίτυπα.

Υπάρχει επίσης μια καινούρια έκδοση της μικρής μπροσούρας του Τζόνι Ριντ "πώς λειτουργούν τα σοβιέτ", αλλά κρατάω μια επιφύλαξη, καθώς δεν είμαι σίγουρος αν πρόκειται για το ίδιο εκδοτικό ή για πρωτοβουλία άλλου χώρου.

Ένα άλλο βιβλίο που εξέδωσαν είναι το "Έτος Ένα της Επανάστασης", του Βίκτορ Σερζ, αναρχικού που προσέγγισε για μερικά χρόνια τους μπολσεβίκους και την τρίτη διεθνή και γράφει για τα εμπόδια και τις δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει η επανάσταση, κάτι που υπαγόρευσε σε μεγάλο βαθμό τα μέσα που έπρεπε να μεταχειριστεί απέναντι στους αντιπάλους της. Ο ίδιος ωστόσο δε βρισκόταν στη σοβιετική Ρωσία εκείνη την περίοδο, γι' αυτό προσωπικά βρήκα πιο ενδιαφέρον το "αναμνήσεις ενός επαναστάτη" που έχει κυκλοφορήσει κι αυτό στα ελληνικά.

Το ωραίο της υπόθεσης είναι πως την ίδια ακριβώς ι-ΔΕΑ για την επέτειο είχε και το ΣΕΚ (από το οποίο προέκυψε ως διάσπαση η ΔΕΑ) που εξέδωσε σχεδόν ταυτόχρονα το ίδιο βιβλίο από το δικό του εκδοτικό (Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο). Έτσι μπορεί να δει κανείς τα δύο βιβλία (που είναι ένα) δίπλα-δίπλα σε κάποια βιβλιοπωλεία, σε φάση "βρείτε τις διαφορές".

Παρόμοια περίπτωση με το Βίκτορ Σερζ είναι ο Αλφρέντ Ροσμέρ, αναρχοσυνδικαλιστής και στέλεχος της Προφιντέρν στα πρώτα της βήματα, που έγραψε τη "Μόσχα του Λένιν", αν και ο τίτλος είναι λιγάκι παραπλανητικός, καθώς γράφει ελάχιστα για την καθημερινή ζωή στην πρωτεύουσα της χώρας των Σοβιέτ κι αναφέρεται περισσότερο στην πολιτική του δραστηριότητα, τους μήνες που έμεινε σε αυτήν, μέχρι το θάνατο του Λένιν, κάνοντας σε αρκετές περιπτώσεις εκτενές ρεπορτάζ για διάφορες συνεδριάσεις -κάτι που έχει σαφώς μια σχετική αξία, αλλά και συγκεκριμένο ταβάνι.

Κι αυτό το βιβλίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις "Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο". Κι έχει ένα ενδιαφέρον, γιατί μπορεί οι Σερζ και Ροσμέρ να συμπίπτουν με τους τροτσκιστές στην καταγγελία του "σταλινικού Θερμιδώρ", αλλά στη συνέχεια διαφώνησαν και συγκρούστηκαν και με τον ίδιο τον Τρότσκι.

Περνάμε στο ΚΨΜ, που είχε τις προάλλες εκπτώσεις 50% για φοιτητές και ανέργους (και βασικά για όλο τον κόσμο). Το οποίο είναι κάπως διαφορετικό και ευρύτερο από τις προηγούμενες περιπτώσεις, με την έννοια που το ΝΑΡ είναι ευρύτερο και πιο πολυσυλλεκτικό σε σχέση με τους τροτσκιστές. Το ΚΨΜ εξάλλου έχει πολιτική αναφορά στο ΝΑΡ αλλά δεν ανήκει σε αυτό και είναι κατά μία έννοια το αντίπαλο δέος στο εκδοτικό "Τόπος" στο χώρο της "αριστερής διανόησης". (Παρεμπιπτόντως, από αυτό το εκδοτικό κυκλοφόρησε ένα σύντομο χρονικό της Επανάστασης με τίτλο "Ικάρια Πτήση" και ένα βιβλίο του Χ. Κεφαλή για το Λένιν που κριτικάρει της διαστρεβλώσεις του από "την κυρίαρχη ιδεολογία και το σταλινισμό"...)

Έτσι λοιπόν, μπορεί να δει κανείς σε μια συλλογική έκδοσή του για τα 100 χρόνια της Οχτωβριανής κείμενα του Μαργαρίτη και του Μπογιόπουλου (που συνεργάζονται έτσι κι αλλιώς με το εκδοτικό). Η πολυσυλλεκτικότητα αποτυπώνεται και στα τετράδια με διάφορες μορφές του κομμουνιστικού κινήματος -σαν τις φιγούρες του Λαϊκού Στρώματος για την Κομμουνόπολη- που έχουν από το Λένιν μέχρι τον Γκράμσι και τον Τρότσκι. Αλλά αυτό που κάνει θραύση είναι φυσικά το τετράδιο που έχει το σφο με το μουστάκι, που αφήνει τους άλλους να τρώνε τη σκόνη του.


Στον ίδιο (πολιτικό-εκδοτικό) χώρο μπορεί να βρει κανείς το διπλό αφιέρωμα που κάνουν τα Τετράδια Μαρξισμού (η αντίστοιχη δική τους Κομεπ, αλλά κι αυτή πιο πολυσυλλεκτική) στον κόκκινο Οχτώβρη. Αλλά το μεγαλύτερο ενδιαφέρον είναι μάλλον σε αυτά που έρχονται.
-το βιβλίο του Παυλίδη "Ιστορία και Κομμουνισμός" -που υποθέτω πως συνεχίζει από εκεί που είχε σταματήσει στο βιβλίο του για το φαινόμενο της γραφειοκρατίας στην ΕΣΣΔ.
-ένα βιβλίο των Μηνακάκη-Μαυροειδή, που θα λέει τα δικά τους (για ανέκδοτο ιστορικά πλην εκμεταλλευτικό κοινωνικό σχηματισμό).
-και κάτι ακόμα από δική μας σκοπιά (χωρίς εισαγωγικά), που δεν ξέρω όμως αν είναι ανακοινώσιμο ακόμα.

Κάνουμε ευχάριστο φινάλε με λίγη σταλινολογία.
Αυτό το διάστημα κυκλοφόρησε μια βιογραφία της κόρης του σφου με το μουστάκι, Σβετλάνας Αλληλούγεβνα, που είχε φύγει στη Δύση ως αντιφρονούσα, για να επιστρέψει και να ξαναφύγει στη συνέχεια, και έχει γράψει ένα βιβλίο (20 επιστολές σε ένα φίλο) με αρκετές αναφορές στις τρυφερές, προσωπικές στιγμές που είχε με τον πατέρα της (αν τον αγνοείς, σφε αναγνώστη, κοίτα τη φωτό πιο πάνω).

Κυκλοφόρησε επίσης ένα καθαρά αντικομμουνιστικό βιβλίο για τις "τελευταίες μέρες του Στάλιν" του Τζόσουα Ρουμπενστάιν. Μπορείτε να διαβάσετε μια συνέντευξή του σε ελληνική ιστοσελίδα, με φοβερές ερωτήσεις του στιλ:

Ο φόβος που ενέπνεε ο Στάλιν σε οποιονδήποτε βρισκόταν κοντά του φαίνεται να ήταν καθοριστικός στο τέλος της ζωής του, καθώς όπως σημειώνετε έμεινε για ώρες αβοήθητος -αφού κανένας από τους φρουρούς του δεν τολμούσε να μπει στο δωμάτιο του προκειμένου να βεβαιωθεί πως είναι καλά, ενώ και οι γιατροί αρχικά ήταν διστακτικοί στο να τον πλησιάσουν. Θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτή την εξέλιξη ως ένα «πλήρωμα του χρόνου» για έναν άνθρωπο που όπως λέτε αντλούσε ικανοποίηση στο να ασκεί φόβο, ενώ παράλληλα τον ενδιέφερε ιδιαίτερα η ασφάλειά του;

Κι επίσης...

Έχοντας μελετήσει σε βάθος τόσο την πορεία, όσο και την ψυχοσύνθεση του Στάλιν, ποια είναι η δική σας ερμηνεία για τόσο αραιές ομιλίες του; Ήταν μία στρατηγική κίνηση ώστε να διατηρηθεί η φήμη της απόλυτης μαρξιστικής αλήθειας πίσω από τα λεγόμενά του, ή θεωρείτε πως υπάρχει και άλλη εξήγηση;


Από τις φωτογραφίες του βιβλίου, όπου Ρώσοι εμιγκρέδες
κερνάνε μπορς για το θάνατο του Στάλιν
Αν το όνομα της δημοσιογράφου σας θυμίζει κάτι, δεν κάνετε λάθος, δεν είναι απλή συνωνυμία. Κάτι που μας δίνει την αφορμή για μια τελευταία βιβλική αναφορά. Ο διευθυντής των ΑΣΚΙ, που κάποτε ήταν στο ρεύμα που γνωρίσαμε (αλλά δεν αγαπήσαμε) κι αργότερα στους θρυλικούς επτά, έγραψε το βιβλίο "κόκκινη Αμερική" (για τους Έλληνες μετανάστες και το όραμα για ένα διαφορετικό κόσμο), που έχει σχέση, τόσο με τη διδακτορική του διατριβή, όσο και με το σενάριο του ντοκιμαντέρ "Ταξισυνειδησία" που υπογράφει ο ίδιος. Στο οπισθόφυλλο του βιβλίου, βρίσκουμε ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του συγγραφέα, όπου διαβάζουμε πως αυτόν τον καιρό ετοιμάζει το νέο βιβλίο του για την ελληνική αριστερά στον εικοστό αιώνα.
Κι εκεί είναι που σκέφτεσαι πως είναι θαυμάσια ιδέα, κι αυτός ίσως ένα από τα πιο κατάλληλα άτομα για να αναλάβει το θέμα. Αλλά πέντε-έξι χρόνια πριν. Όχι τώρα που είδε το φως το αληθινό και έγινε Συριζαίος...

Υγ: η παραπάνω λίστα είναι σαφώς ενδεικτική κι όχι εξαντλητική...

Σάββατο, 5 Αυγούστου 2017

Βιβλική ανάρτηση

Εν όψει της εκατοστής επετείου της Οκτωβριανής, κάθε χώρος/οργάνωση/εκδοτικός οίκος (πολλές φορές αυτά ταυτίζονται, αλλά όχι απαραίτητα) ετοιμάζουν ή βγάζουν ήδη διάφορες εκδόσεις για να τιμήσουν την επέτειο. Εδώ ισχύει το "ο καθένας ανάλογα με το μέγεθος και τις δυνατότητές του", αλλά απέχουμε πολύ ακόμα από το να φτάσουμε στο "σύμφωνα με τις ανάγκες" και τις απαιτήσεις του συγκεκριμένου καθήκοντος.

Το οποίο σημαίνει δύο πράγματα: αφενός πως πρέπει να μεγαλώσουμε, για να μπορούμε περισσότερα. Αφετέρου πως δεν πρέπει να σταματήσουμε μετά την εκατοστή επέτειο, που πρέπει να είναι απλώς έναυσμα για να βγουν ακόμα περισσότερες σχετικές εκδόσεις.

Ξεκινάμε από τα δικά μας χωράφια. Εκτός από το πολύ σημαντικό και μεστό κείμενο της διακήρυξης της κετουκε, το τμήμα για τη δουλειά στο συνδικαλισμό επιμελήθηκε μια έκδοση για τις κατακτήσεις της εργατικής τάξης στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, με επίκεντρο τη Σοβιετική Ένωση.

Στα θετικά της έκδοσης συμπεριλαμβάνονται τα εξής:
-είναι επίκαιρη, αποδεικνύοντας πως ο σοσιαλισμός του εικοστού αιώνα είχε λύσει προβλήματα, όπως την ανεργία, που στον καπιταλισμό παραμένουν ακόμα και σήμερα ανεπίλυτα και οξύνονται, γιατί είναι σύμφυτα με την ύπαρξή του.
-είναι εκλαϊκευτική και προσιτή στον καθένα, θυμίζοντας αρκετά στη μορφή μια σειρά μπροσούρες που είχε επιμεληθεί το ΚΣ της ΚΝΕ με τίτλο "αλήθειες και ψέματα για το σοσιαλισμό".
-είναι πολύτιμο εργαλείο για να ανοίξουν συζητήσεις για το σήμερα και τις δυνατότητες που μένουν αναξιοποίητες.
-είναι φτηνή, συνεπώς προσιτή από κάθε άποψη.
Και ας σημειωθεί παρεμπιπτόντως πως τις προάλλες παρουσιάστηκε στο κατάμεστο δημοτικό θέατρο του Αιγάλεω, δείγμα για το ενδιαφέρον που δείχνει ο κόσμος για αυτό το θέμα και την υπεράσπιση της προσφοράς του υπαρκτού σοσιαλισμού.

Το αρνητικό κατά τη γνώμη μου είναι πως στηρίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό σε εκδόσεις και στοιχεία της μπρεζνιεφικής εποχής -όπως το συλλεκτικό βιβλιαράκι "εκατό ερωτήσεις-απαντήσεις για την ΕΣΣΔ- και τα περισσότερα στοιχεία αναφέρονται στην περίοδο μέχρι το 75', ενώ ίσως να 'ταν πιο χρήσιμο να γίνει κάτι διαφορετικό και πιο γόνιμο.

Στο πλαίσιο της επετείου, εντάσσεται η κυκλοφορία της συλλογής κειμένων του Λένιν "απ' τη μαχητική πείρα των μπολσεβίκων", που εστιάζει αρκετά και στο οργανωτικό σκέλος της εξέγερσης ή της προετοιμασίας για επαναστατική δράση, ενώ έρχεται σαν συνέχεια άλλων εκδόσεων, όπως πχ το βιβλίο "η πορεία των μπολσεβίκων προς τη νίκη".

Μια άλλη πρόσφατη έκδοση είναι το βιβλίο για την ελληνικής καταγωγής ουντάρνικα, Πάσα (ή Πάσια) Αγγελίνα (άξιο τέκνο ενός καταξιωμένου λαού), η οποία έγινε οδηγός τρακτέρ κι εκπαίδευε άλλες γυναίκες για αυτή τη θέση, σπάζοντας το φράγμα της προκατάληψης, μαζί με αυτό των παραγωγικών δεικτών. Το βιβλίο συνοδεύεται από ένα ζουμερό πρόλογο του Αναστάση Γκίκα, ενώ παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η Πάσα συμπληρώνει το βιογραφικό ερωτηματολόγιο ενός αμερικάνικου περιοδικού (που θέλει να καταγράψει την πορεία της) και διαπιστώνει πως παρά την πληθώρα ερωτήσεων και τις λεπτομέρειες που καλείται να συμπληρώσει, λείπει το πιο σημαντικό. Κι αυτό δεν είναι τα δικά της ατομικά χαρακτηριστικά, αλλά οι κοινωνικές συνθήκες που τα ανέδειξαν στην ίδια και σε πολλές άλλες περιπτώσεις, σαν τη δική της.

Δεν τις παρουσιάζω αναλυτικά, γιατί θα έβγαινα εκτός θέματος, αλλά σημειώνω παρεμπιπτόντως και μερικές άλλες εκδόσεις:
-το βιβλίο για τα ηρωικά στελέχη του ΚΚΕ και της κεντρικής του επιτροπής που δεν προσκύνησαν το αστικό κράτος και βρήκαν το θάνατο αγωνιζόμενοι κι αλύγιστοι, είτε στο μέτωπο του αγώνα, είτε στις φυλακές, είτε στο εκτελεστικό απόσπασμα. Και μόνο ο τίτλος (παρμένος από την απολογία ενός μέλους της κετουκε) είναι ενδεικτικός για το (πολύ ενδιαφέρον) περιεχόμενο: δεν αναγνωρίζω κανένα νόμο, ούτε το κράτος σας...
-την επανέκδοση του έργου του Θέμου Κορνάρου για το στρατόπεδο Χαϊδαρίου (είχε προηγηθεί η αντίστοιχη επανέκδοση του βιβλίου του-χρονικού για το Μάη του 36' στη Θεσσαλονίκη).
-την έκδοση του ΣΠ Ηπείρου-Κέρκυρας-Λευκάδας της ΚΝΕ για τους ηρωικούς φαντάρους του Καλπακίου, όπου έγινε φέτος, προς τιμήν τους, και το διήμερο της οργάνωσης.

Κλείνοντας αυτή τη σύντομη παρουσίαση, ως προς μερικές, ενδεικτικές εκδόσεις του κόμματος σχετικές με την Οχτωβριανή Επανάσταση και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση, σημειώνω μια βασική παράμετρο, που είναι κι η πιο σημαντική δυσκολία κατά τη γνώμη μου. Το κόμμα φαίνεται να δίνει -και δικαιολογημένα- βάρος στην επέτειο των δικών του εκατό χρόνων, στην ανάδειξη της ιστορίας του και της ηρωικής του διαδρομής. Συνεπώς υπάρχει μια "διάσπαση δυνάμεων" και κάποιες προτεραιότητες (γιατί προφανώς κι αποτελεί προτεραιότητα) δεν προχωρούν το ίδιο γρήγορα με τις υπόλοιπες.

Αυτή είναι καθαρά προσωπική εκτίμηση-εικασία, αλλά μπορεί να πέφτω τελείως έξω. Όπως δική μου εκτίμηση (που δε βασίζεται προφανώς σε κάποια πληροφόρηση) είναι πως ως το τέλος του 17', θα υπάρξουν και άλλες εκδόσεις, πχ ένα αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ ή κάποια συλλογική έκδοση, όπως αυτές που επιμελήθηκε το τμήμα ιστορίας της κετουκε για τα Δεκεμβριανά ή για τη Δικτατορία των Συνταγματαρχών. Πρόσχωμεν...

Στο επόμενο μέρος, θα δούμε αντίστοιχες εκδόσεις και ενδιαφέρουσες κυκλοφορίες από τον (πολιτικό-εκδοτικό χώρο) του ευρύτερου αριστεροχωρίου -και όχι μόνο...

Τετάρτη, 2 Αυγούστου 2017

Στον τάφο του Νίκο Ζαχαριάδη - Ψηλά το φέρετρο σύντροφοι

Ανταπόκριση και συνειρμοί από ένα πολιτικό μνημόσυνο

Σε τέτοιες εκδηλώσεις, το αναπόδραστο κλισέ -σαν το "ας πούμε" σε αμφιθεατρική τοποθέτηση- είναι κάποιος που σημειώνει πως δεν πρόκειται για πολιτικό μνημόσυνο.
Όχι, για αυτό ακριβώς πρόκειται. Μια σύντομη τελετή στη μνήμη ενός προσώπου. Τα υπόλοιπα -βαδιζουμε στα χνάρια, συνεχίζουμε τον αγώνα, κτλ- θα τα αποδείξεις σε άλλο γήπεδο, πάντως όχι στο νεκροταφείο.

Μνημόσυνο πχ -με τη χειρότερη έννοια- ήταν η παράσταση του Κοτανίδη, που παρουσίαζε ένα θλιβερό γεροντάκι, χτυπημένο από τη μοίρα κι από ανώτερες δυνάμεις, εξουσίες, που τον τσάκισαν σα συμπληγάδες πέτρες, στη θέση ενός αλύγιστου, συνειδητού επαναστάτη, που και την αυτοκτονία του ακόμα την διάλεξε ως πολιτική πράξη και όχι ως διέξοδο στην απελπισία του και κακοκάρδισμα (αμπίντα). Ένας φτωχός (στο επαναστατικό φρόνημα) Ζαχαριάδης, χωρίς αξία για τους σύγχρονους επαναστάτες, παρά μόνο για συστημικές αναγνώσεις της προσωπικότητάς του.

Η τελετή ήταν σεμνή, με την έννοια πως κράτησε λίγο (μες σε δέκα λεπτά είχε λάβει τέλος) και πως σεβαστήκαμε τον αιώνιο ύπνο στο κοιμητήριο, χωρίς συνθήματα και με... σιγή νεκροταφείου, που θα έλεγε κακεντρεχώς κάποιος παλιός αριστεριστής, με πολυφωνία Βαβέλ στο χώρο του. Ο Μεντρέκας μόνο έβγαλε το λόγο από ντουντούκα, κι οι φωτογράφοι του πόρταλ πάτησαν σε κάτι σκαλοπατάκια-τάφους (σχεδόν επί πτωμάτων που λένε) για να τραβήξουν καλύτερα στιγμιότυπα.

Ο λόγος ήταν πολύ καλός, με γενναία αυτοκριτική, καθώς σημείωσε ότι ο Ζαχαριάδης έφυγε πικραμένος και συκοφαντημένος από το κόμμα του. Το οποίο όμως από το 73' και μετά, ουσιαστικά δεν αποδέχεται τις συκοφαντικές κατηγορίες σε βάρος του, και στη συνέχεια τον αποκατέστησε πλήρως. Απέφυγε όμως την αγιοποίηση, γιατί "δεν την χρειαζόμαστε, ούτε εμείς, ούτε εκείνος..."
Κι αυτό είναι πολύ σωστό, αν κι ο Ζαχαριάδης δικαιωματικά συγκαταλέγεται στους (καθ' υπερβολή) αγίους του κομμουνιστικού κινήματος).

Σε ένα άλλο σημείο είπε πως αν ο Ζαχαριάδης τα έβαζε με το κόμμα του, θα τον παραδεχόταν όλος ο αστικός κόσμος σα μεγάλο, αντιδογματικό, ανανεωτή ηγέτη, ενώ τώρα δεν του συγχωράν ότι έμεινε πιστός στο κόμμα του, γιατί τους είναι άγνωστη η αφοσίωση που βασίζεται στη συνειδητή πίστη και την ερμηνεύουν ως ένα είδος θρησκοληψίας.

Η πλάκα είναι ότι σε ένα βιβλίο του, ο γιος του Φοίβου Τσέκερη (του τελευταίου επιζώντα της μάχης του Πολυτεχνείου στα Δεκεμβριανά, μέχρι πέρυσι που έφυγε από τη ζωή) που έχει πάει με τους αναθεωρητές, το κάνει ούτως ή άλλως, παρουσιάζοντας τον κάπως σαν Έλληνα Τολιάτι, με το σχήμα των δύο πόλων στο 7ο Συνέδριο, και πρόδρομο της ανανέωσης...
Πάνω-κάτω στην ίδια λογική με την παράσταση του Κοτανίδη, που τον παρουσίασε ως εθνικό κομμουνιστή.

Μιας και είπαμε αναθεωρητές (είχαμε έναν τέτοιο, πέθανε, πάει τον πήρανε).
Λίγους τάφους πιο πέρα από το Ζαχαριάδη είναι ο Παρτσαλίδης, ενώ ακριβώς από κάτω ο Μπανιάς, στη γειτονιά των τραγουδιστών, μαζί με τον Ξυλούρη, που είναι ακριβώς δίπλα στο Μητροπάνο και πίσω τους κείται ο Στράτος Διονυσίου. Έχω επίσης την εντύπωση ότι στη διαδρομή πετύχαμε και τον οικογενειακό τάφο του Μανιαδάκη (του γνωστού).
Και ασφαλώς πολλούς άλλους που θα χρειαζόταν πιο αργό βήμα για να τους προσέξει κανείς.

Δίπλα στο Ζαχαριάδη, είναι θαμμένος ο Κιτσίκης. Και δε νομίζω να υπάρχουν πολλοί ακόμα δικοί μας στο πρώτο νεκροταφείο, όπου πέρα από τους διάσημους, όλοι οι υπόλοιποι είναι λεφτάδες, με παράδες, που έχουν να πληρώσουν για αυτήν τη θέση, αποδεικνύοντας πως οι ταξικές διακρίσεις συνεχίζονται μετά θάνατον.

Στον τάφο του είναι χαραγμένο ένα απόσπασμα από το περίφημο πρώτο γράμμα που περιέχει και τον όρο "ιμπεριαλιστική εξάρτηση". Το οποίο όμως δεν πρέπει να το βλέπουμε ξεκομμένο από τα άλλα δύο. Κι η οποία δείχνει τις αντιφάσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στη στρατηγική του, κτλ, κτλ...


Έξω από το νεκροταφείο, μια επιγραφή έλεγε πως απαγορεύεται η μεταφορά κάθε αντικειμένου από την κεντρική είσοδο. Και σκέφτηκα συνειρμικά προς στιγμήν πως αν ζούσε ο Φρέντυ Γερμανός, θα πήγαινα και θα του έκανα ειρωνικά "χα!" και τίποτα άλλο -στο στιλ του Λαϊκού Στρώματος- και θα τον άφηνα με την απορία.


Ο Σήφης ήρθε κι ήταν εμφανώς συγκινημένος, αλλά δε μίλησε. Δεν πειράζει, του χρόνου ίσως που θα είναι τα 45χρονα. Αρκεί που δεν έφερε μαζί του το συντάκτη της Εφημερίδας των Συντακτών, για να γελάσουμε -κι ας ήταν μνημόσυνο. Γάμος χωρίς κλάμα και κηδεία χωρίς γέλιο, που λένε...

Να θυμίσω τέλος πως η σορός του Ζαχαριάδη είχε επιστρέψει στην Ελλάδα το Δεκέμβρη του 91', στην κορύφωση της αντεπανάστασης, ενώ η Σοβιετική Ένωση διένυε και τυπικά τις τελευταίες μέρες της και το κόμμα προερχόταν από βαριά κρίση και τη διάσπαση, αλλά τον ίδιο μήνα γινόταν το 14ο Συνέδριο της ανασυγκρότησης. Η τελετή ήταν άκρως συγκινητική, ο κόσμος φώναζε συνθήματα για το Στάλιν και τη Σοβιετική Ένωση που έφευγε, ενώ οι οργανώσεις του μ-λ χώρου περίμεναν τη σειρά τους, για να κάνουν αυτοί ξεχωριστό μνημόσυνο στον τάφο του ιστορικού ηγέτη.
Ψηλά τη σημαία (και το φέρετρο) σύντροφοι...