Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Άκου τι είπαν

Δεν ξέρω σφε αναγνώστη αν έχεις πέσει ποτέ στο ζάπινγκ πάνω σε ένα καινούριο τηλεπαιχνίδι του άλφα, που έχει για όνομα τον τίτλο της ανάρτησης (άκου τι είπαν) και παρουσιαστή το φερεντίνο. Αν είσαι πάντως κάπου κοντά στα τριάντα και πάνω, θα θυμάσαι ίσως ότι είναι μετεξέλιξη της βασικής ιδέας από τις «κόντρες» με το μπονάτσο και το «κόντρα πλακέ» με το σπύρο παπαδόπουλο. Ο μακαρίτης ήταν μάλλον ο καλύτερος παρουσιαστής από τους τρεις. Είχε μείνει κι η ατάκα του «φοβερό, τρομερό, πάρα πολύ ωραίο», σε αντίθεση με κάποιες άλλες πιο άκαιρες, σαν εκείνο το «χάσατε! Δεν έχει καμία σημασία...» -ε ναι, αφού εμείς χάσαμε, τι σημασία να έχει για σένα...

Στο παιχνίδι αυτό δεν ψάχνεις να βρεις τις σωστές, αλλά τις δημοφιλέστερες απαντήσεις που έδωσε ένα δείγμα εκατό ανθρώπων σε μια ερώτηση. Για αυτό και ο φερεντίνος το παρουσιάζει ως το παιχνίδι της κοινής γνώμης. Που μπορεί να μην είναι μια κοινή, μια πόρνη, όπως λέει ο πανούσης, αλλά αποδεικνύει συχνά με τις απαντήσεις που δίνει ότι είναι αήττητη. Και επειδή εδώ δεν υπάρχει gpo και alco να μαγειρέψουν το αποτέλεσμα –και ευτυχώς δεν ανήκουμε στην κατηγορία των μακάριων συμπολιτών μας που πιστεύουν πως μας ψεκάζουνε, κρίνοντας μάλλον εξ ιδίων- αρχίζουμε απλά να βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα το γενικό κριτήριο και τη συνείδηση του κόσμου που καλούμαστε να (μετα)πείσουμε.

Η ανοησία φυσικά δεν αποκλείει το μαγείρεμα –κι αντιστρόφως. Για την ακρίβεια, σχεδόν προϋποθέτουν το ένα το άλλο και διαπλέκονται τόσο στενά, που να μην μπορείς να διαχωρίσεις πού τελειώνει η αιτία και πού ξεκινά το αποτέλεσμα: η κότα έκανε το αυγό, ή η τιβί το σταύρο; Και αν το αυγό του φιδιού το κλωσσάμε εμείς με το φόβο μας, μέχρι να πάψουμε να περιμένουμε το σωτήρα ηγέτη του κοτετσιού και πάρουμε την υπόθεση στα χέρια μας, αποφασισμένοι να συγκρουστούμε και να σπάσουμε αυγά;
Είναι ζήτημα δηλ αν το ποτάμι του θεοδωράκη πχ, που είναι καθαρά μιντιακό προϊόν χωρίς κοινωνικές αναφορές, στηρίζεται αποκλειστικά στην προβολή των μμε ή αν αξιοποιεί μια ήδη υπαρκτή τάση, από την πολύχρονη πολιτική δουλειά των καναλιών. Γιατί αν το απολιτίκ είναι κι αυτό πολιτική στάση (που όντως είναι), τότε κι η συστημική καλλιέργειά του από οθόνης δεν είναι παρά οργανωμένη, πολιτική δουλειά.

Κάνουμε λοιπόν αφαίρεση από όσους τυχόν τρολάρουν  στο δείγμα μας και από το τελικό μαγείρεμα –που  καθορίζει, όπως το δίπολο προσφορά-ζήτηση, τις διακυμάνσεις ενός ποσοστού με βάση τις ανάγκες της συγκυρίας, αλλά δε μας εξηγεί γύρω από ποια βάση κυμαίνονται οι αυξομειώσεις. Και μπαίνουμε σταδιακά στο γεικό πνεύμα των απαντήσεων που διαμορφώνουν τα δημοσκοπικά ευρήματα και τους πίνακες. Και οι οποίες δεν είναι απαραίτητα σωστές, είναι όμως οι πιο δημοφιλείς.

Δε στέκει λογικά για παράδειγμα ότι σκίζοντας, καταγγέλλοντας, πετώντας, κτλ το μνημόνιο, θα παραμείνουμε στην ευρωζώνη, χωρίς να επηρεαστούν κι οι δανειακές συμβάσεις. Είναι όμως ευρύτατα δημοφιλής αυταπάτη, που επιβραβεύει εκ-λογικά (δηλ εκτός λογικής), όσους την καλλιεργούν. Σε αυτή τη βάση μπορούν να παίξουν μετά οι δημο(σ)κόποι, διατυπώνοντας πχ κατάλληλα το κάθε ερώτημα. Σαν εκείνη την αντικειμενική κι αξιόπιστη δημοσκόπηση για λογαριασμό του δολ, αμέσως μετά την 5η μάη, που ρωτούσε τον κόσμο: πιστεύετε ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει στο ευρώ ή να βγούμε από την ευρωζώνη με κίνδυνο να καταστραφούμε, κτλ; Ίσως να υπερβάλλω κάπως στη διατύπωση, γιατί τη μεταφέρω από μνήμης. Αλλά η  βασική υπερβολή βρισκόταν στην ουσία και τον αρχικό πυρήνα, όχι στη δική μου μεταφορά.

Μπορούν λοιπόν κι οι εταιρίες δημοσκοπήσεων να δανειστούν το μοντέλο του τηλεπαιχνιδιού και νατο κάνουν ως εξής: ρωτήσαμε εκατό άνεργους (το τονίζουμε άνεργους) να μας πουν: «ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας ;» και ψάχνουμε τις επτά δημοφιλέστερες απαντήσεις που είναι κατά σειρά οι εξής:

  1. το υπερτροφικό κράτος κι ότι δεν υπάρχει κράτος
  2. οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα ρετιρέ
  3. η έλλειψη εθνικής ομοψυχίας
  4. τα κλειστά επαγγέλματα που δεν ανοίγουν την αγορά
  5. οι υδραυλικοί που δεν κόβουν απόδειξη
  6. το παμε που κλείνει τα λιμάνια
  7. το μνημόνιο κι η άγονη στάση της αντιπολίτευσης
και βρήκαμε και έναν που μας απάντησε «η τροτσκιστική στροφή του κκε και της ηγεσίας του». Και όποιος παίκτης τολμήσει να υποθέσει την ανεργία, έχει κερδίσει προκαταβολικά το γαϊδουράκι του.

Ή άλλο παράδειγμα. Ρωτήσαμε εκατό αποπειραθέντες αυτόχειρες να εξηγήσουν τους λόγους που τους οδήγησαν στο απονενοημένο διάβημα και οι δημοφιλέστερες απαντήσεις που πήραμε είναι οι εξής.
1. είχαν εντολή σαμαρά
2. για να τσαλακώσουν ύπουλα το κυβερνητικό σαξές στόρι
3. για να πνιγούν στην γκλαμουριά του ποταμιού
4. δε γνώριζαν ακόμα για το πρωτογενές πλεόνασμα
5. εξαιτίας της εγκατάλειψης του ααδμ και του προγράμματος του 15ου συνεδρίου του κκε

Κι ένα τελευταίο, πιο δωρικό. Ρωτήσαμε εκατό αστούς ιστορικούς και ψάχνουμε τη μία και δημοφιλέστερη απάντηση στο ερώτημα: ποιος ήταν κατά τη γνώμη σας –του χίτλερ εξαιρουμένου- ο μεγαλύτερος σφαγέας της ιστορίας. Και θα προχωράει το παιχνίδι με γαϊδουράκια (σαν το μπακούνιν), μέχρι να βρουν το σφο με το μουστάκι, που βγαίνει πρώτος και χειρότερος, με... σταλινικά ποσοστά.

Πέρα από τα σενάρια, που ίσως να μην είναι όσο μακρινά φανταζόμαστε, το παιχνίδι έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που το καθιστούν ενδιαφέρον από τη δική μας σκοπιά. Περιλαμβάνει πχ αρκετή τακτική, χωρίς όμως πολλές συνεργασίες –εξ ου και το όνομα «κόντρες» στην αρχική του μορφή. Ενώ όταν η ομάδα που παίζει δεύτερη, επιχειρεί να κλέψει κάποιους βαθμούς από την πρώτη (που δεν έχει βρει όλες τις απαντήσεις στον πίνακα), τα μέλη της προτείνουν διάφορες πιθανές απαντήσεις στον αρχηγό, που συνήθως εφαρμόζει ευλαβικά το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό κι επιλέγει αυτό που του υπέδειξε η πλειοψηφία. Χώρια το ενδιαφέρον που θα είχε η εμφάνιση στο τηλεπαιχνίδι μιας πεντάδας με δικούς μας συντρόφους και το σατιρικό όνομα που θα διάλεγαν για την ομάδα τους: πχ σταλίνες, λακεδαιμόνιοι, απολιθώματα, σέχτα επαναστατών, κοκ.

Η πραγματική ζωή ωστόσο υπερβαίνει και τα καλύτερα φανταστικά σενάρια. Μια φορά σε κάποιο γύρο πχ ζητούσαν τις δημοφιλέστερες απαντήσεις στο ερώτημα: με τι έχετε συνδέσει το κόκκινο χρώμα; Για το μέσο κόσμο η προφανής απάντηση είναι «ολυμπιακός», αλλά αυτό ήταν δεύτερο κατά σειρά στον πίνακα. {πρώτες σκέψεις: λες;} Ο –εξίσου προφανής- έρωτας, ήταν πιο κάτω, στην τρίτη θέση, το αίμα (χωρίς τιμή και χρυσαύγουλα) ήταν εκτός (!) {δεύτερες σκέψεις: δε μπορεί...} και όσο προχωρούσε ο γύρος, πλήθαιναν τα γαϊδουράκια και αποκλείονταν κάποια πιθανά ενδεχόμενα, χωρίς να γεμίζει ο πίνακας, αρχίζαμε να κοιταζόμαστε μεταξύ μας: βρε λες; Άκου να δεις...

Τελικά η τάξη (όχι η εργατική) αποκαταστάθηκε γρήγορα. Η δημοφιλέστερη απάντηση ήταν «φωτιά» και τα πίσω διαζώματα καλύφτηκαν με άλλες απαντήσεις, χωρίς κανείς από τους εκατό να πει αυτό που περιμέναμε ως προφανές –για εμάς.

Το προφανές όμως ορίζεται κάθε φορά από τον κοινωνικό περίγυρο. Και οι κομμουνιστές –ασταμάτητοι σαν το αύριο, όπως είχε πει κάποτε ένας εκφωνητής για τον τζόρνταν με την κόκκινη φανέλα των μπουλς- δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη στο ιστορικό προσκήνιο..

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι

(ανασκόπηση εβδομάδας)

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Χτες ήταν σάββατο, του λαζάρου, που του είπαν «δεύρο έξω» στις αγορές κι αναστήθηκε, σαν την πατρίδα μας, που βγαίνει επιτέλους από το μνημονιακό γολγοθά και πατάει γερά στα καρφωμένα πόδια της στο σταυρό. Και στο πικάπ του μυαλού μου, που είναι λίγο παλαιομοδίτικο, σοβιετικής τεχνολογίας, μαζί με τα τηλεοπτικά ταρατατζούμ για το μεγάλο θρίαμβο, παίζει ένα ποτ πουρί με διάφορες δημοφιλείς επιτυχίες, διασκευασμένες και επικαιροποιημένες στο πανηγυρικό κλίμα των ημερών.

Όταν θα πάω κυρά μου/αντώνη στο παζάρι,
Θα σου αγοράσω έναν παπαγάλο
Να λέει ζήτω η κυβέρνηση
Σε όλους τους τόνους ως το πρωί

Ναι αλλά αφού βγήκαμε που βγήκαμε στις αγορές, μη μείνουμε και με άδεια χέρια. Μετά λοιπόν, θα σου αγοράσω κι άλλο παπαγάλο κι ύστερα άλλον ένα, ένα παπαγαλάκι, ένα τροπικό παραδείσιο, κτλ. Και τώρα που έχουμε πολλά, μπορούμε να αρχίσουμε να τους δίνουμε κι ονόματα.
Θα σου αγοράσω έναν πρετεντέρη
»           »           έναν πορτοσάλτε
»           »           μία όλγα τρέμη
»           »           έναν παύλο τσίμα
»           »           και μία σπυράκη*

(*πάει όμως αυτή την χάνουμε προσωρινά ως τις ευρωεκλογές. Το τελευταίο διάστημα εξάλλου οι πολιτικοί συντάκτες των καναλιών, ακολουθούν τη γενική τάση και την περίφημη ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής, γίνονται λιγότερο αντικειμενικοί κι από τους ρεπόρτερ ομάδων στο αθλητικό τμήμα, χωρίς να κρατάνε καν τα προσχήματα. Και αυτό είναι καλό από μια άποψη, γιατί μπορούν πχ να μεταφέρουν τους αθλητικογράφους στο πολιτικό ρεπορτάζ (που έχει γίνει πι αρ, από τα αρχικά του) και να καλύπτουν τις προεκλογικές δραστηριότητες του συνδυασμού του μόραλη. Έτσι κι αλλιώς δε θα αλλάξει δραματικά το βασικό τους αντικείμενο: να γλείφουν τη διοίκηση της παε, αναπαράγοντας αμάσητο ό,τι τους δίνει και αφήνει να.. διαρρεύσει. Και αποκλείεται να φτάσουν τους τεμενάδες των κορυφαίων δημοσιογράφων στην κυβέρνηση, την τρόικα και την πολιτική τους. Κλείνει η παρένθεση)

Αβάντι μαέστρο
Όταν θα πάω αντώνη στο παζάρι
Θα σου αγοράσω ένα κοράκι
(με νύχια γαμψά για τα σημειολογία του πράγματος)
Το κοράκι           κρα-κρα
Ο πρετεντέρης     κρα-κρα
Ο πορτοσάλτε      κρα-κρα
Ο παπαγάλος       πλέονασμα-πλεόνασμα
Το παραδείσιο      ανάπτυξη-ανάπτυξη
Το παπαγαλάκι     σωθήκαμε-σωθήκαμε
Ο παπαγάλος       θα λέει τους ξεφύγαμε
Κι ο άλλος          ζήτω η κυβέρνηση
Σε όλους τους τόνους ως το πρωί

Και στο καπάκι, προεκλογική εμφάνιση του μεγάλου λεπά –γόνος πολιτικών προσφύγων από την τασκένδη, για να μην ξεχνιόμαστε
Το ‘παν, το ‘παν οι παπαγάλοι         θα ‘ρθει ανάπτυξη μεγάλη
Θα ‘ρθει ανάπτυξη μεγάλη   το ‘παν, το ‘παν οι παπαγάλοι

Μετά όμως γυρνάει στο ραδιόφωνο, στην μπάντα των εφεμ και ψάχνει η βελόνα (είπαμε σοβιετικό γαρ) συχνότητα.
Μη με πας απ’ το σπίτι, τ’ ακούς; Αγορές να με πας
Α ρε σόιμπλε αλήτη, που χρήμα κι ανθρώπους σκορπάς
[χσχσς… παράσιτα] μυρωδιά [χσχσς… παράσιτα]. Καταλύτη είπε; Το μπαλτάκο, είπε, που ενεργούσε μόνος του με εντολή σαμαρά; Αλλά μην αφήνεις μια ασήμαντη λεπτομέρεια να σου χαλάσει ένα ωραίο σαξές στόρι και να γίνει καταλύτης για την πτώση της κυβέρνησης. Ας αλλάξουμε συχνότητα.

Αφήνω πίσω μνημόνια, spreads και το στουρνάρα
Θέλω να τρέξω στις αγορές και τα παζάρια
Για δε γνωρίζω το μπαλτάκο
Και μου τον έσκαβε το λάκκο
μου μωρέ
[χσχσς… παράσιτα]
Βρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω
Δώσε λίγο πλεόνασμα παραπάνω
[χσχσς… παράσιτα]
Πρότεινέ μου κάποια λύση
Πώς θα βγούμε από την κρίση
Και θα σου γράφω προσευχούλες
Με τις πιο όμορφες φρασούλες
Στο ρεφρέν
Για την Αγία Τράπεζά μας
Που θέλει όλα τα λεφτά μας
Για καγιέν
[χσχσς… παράσιτα]
Για το χαμένο μας μνημόνιο
Που έφερε εδώ το κάθε όρνιο
Σαν πουλέν

Το τελευταίο εν τω μεταξύ θα μπορούσε να είναι αποκλειστικό απόσπασμα από τους διαλόγους του πρωθυπουργού με τα θεία. Ζω για τη στιγμή που ο πανάγαθος θα φωτίσει τον επί γης εκπρόσωπό του να ακολουθήσει τακτική κασιδιάρη και να υποκλέψει κάποια μεταξύ τους συνομιλία, για να κυκλοφορήσει κι αυτή σε κασέτα να κάνει πάταγο και να ρουμπώσει και όλους τους άθεους.

Υποτίθεται εν τω μεταξύ πως η απεργία στα μμε μετατίθεται μια μέρα πριν από τη γενική απεργία, για να μπορούν να μεταδώσουν νέα κι ειδήσεις σχετικά με τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Αντ’ αυτού τα δελτία ειδήσεων γέμισαν την τετάρτη από χαρμόσυνα μηνύματα κι αισιοδοξία για την ελλάδα και τις αγορές, ενώ το απεργιακό ρεπορτάζ στριμώχτηκε σε κάποια πλάνα λίγων δευτερολέπτων προς το τέλος. Πάλι καλά δηλ που δεν έδειξαν εικόνες από τη συγκέντρωση του παμε να την παρουσιάσουν με τίτλο: μαζικοί πανηγυρισμοί διαδηλωτών στην ομόνοια για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Το κράτος όμως και οι διάφοροι μηχανισμοί του δεν απεργούν ποτέ και συνεχίζουν να κινούν την αστική μηχανή, σαν άγρυπνα καλολαδωμένα γρανάζια –γιατί χωρίς το χρήμα γρανάζι δε γυρνά στον αστικό κόσμο. Πχ η τυφλή κι ανεξάρτητη δικαιοσύνη –αν και τους ξεφεύγει και των ίδιων καμιά φορά η αλήθεια.
Η οποία δικαιοσύνη καταδίκασε τους πρωτεργάτες της ηρωικής και πολύμηνης απεργίας των χαλυβουργών. Και βαυκαλίζεται πως η αναστολή θα αναστείλει το αγωνιστικό τους φρόνημα και θα καταφέρει ό,τι δεν πέτυχε η ανοιχτή καταστολή (και οι δολοφόνοι με στολή) στην υποστολή της σημαίας του αγώνα και του ταξικού κινήματος. Στο πρόσωπο των χαλυβουργών δε στοχοποιεί μόνο τους απεργούς και γενικότερα το δικαίωμα στην απεργία, αλλά συνολικά την εργατική τάξη για την αμέριστη αλληλεγγύη που έδειξε και ιδίως τα πρωτοπόρα κομμάτια της, που διεκδικούν μαχητικά και δε σκύβουν το κεφάλι τους στον τορβά της διαπραγμάτευσης.

Αν είναι κάτι πάντως που μπορεί να αναγνωρίσει κανείς στην αστική δημοκρατία είναι πως καθιστά δυσδιάκριτες τις όποιες διαφορές την χωρίζουν με το φασισμό, που τσακίζει την εργατική τάξη και τις οργανώσεις της. Και αν υπάρχει κάτι που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην κυβέρνηση είναι η τρομερή σημειολογία των πολιτικών της κινήσεων και της χρονικής συγκυρίας που επιλέγεται κάθε φορά. Οι πρωτοπόρποι χαλυβουργοί καταδικάστηκαν ανήμερα της γενικής απεργίας. Η νεριτ ξεκινά με πρόγραμμα στις 21 απρίλη, ανήμερα της «εθνοσωτήριου επανάστασης» των συνταγματαρχών. Κι έτσι όπως το πάει η κυβέρνηση, την πρωτομαγιά μπορεί να κρεμάσει για παραδειγματισμό μερικούς εργάτες, για να τιμήσει το έθιμο του σικάγο και τη νεοφιλελεύθερη οικονομική σχολή της πόλης.

Κλείνουμε με ευρωεκλογές και τα ψηφοδέλτια που ανακοινώνονται ένα-ένα αυτή την περίοδο από όλα τα κόμματα. Το ευρωψηφοδέλτιο του κκε περιλαμβάνει καταρχάς τον «αλαβάνο τον καλό» από το κσ της κνε –έτσι για να σκάνε μερικοί της ανταρσυα, που δεν έκλεισε τελικά η συμφωνία με τον αλέκο. Και έχει αρκετές δυνατές υποψηφιότητες και προσωπικότητες που αν μη τι άλλο καλύπτουν όλα τα γούστα και κερδίζουν το σεβασμό ενός κόσμου ευρύτερου από τη στενή εκλογική επιρροή του κόμματος.

Ένα τέτοιο παράδειγμα ευρύτερης επιρροής ήταν κι ο μιχάλης λεάνης, που μίλησε στην εκδήλωση-παρουσίαση του ψηφοδελτίου, χωρίς να είναι ο ίδιος μεταξύ των υποψηφίων. Και μου ‘κανε εντύπωση αφενός γιατί δουλεύει στο μαγαζί του συριζαίου χελάκη –που είχε απολύσει πρόσφατα τον αντάρσυο ελευθεράτο, που βρήκε τελικά δουλειά στο επίσημο μαγαζί του σύριζα, «στο κόκκινο». Και αφετέρου γιατί το θυμόμουν στη θεσσαλονίκη κάτι σαν εναλλακτικό πασόκο-αριστερό, στο ίδιο περίπου μήκος κύματος με την κοσιώνη, που ήταν στον ευρύτερο κύκλο της πασπ μμε. Η κρίση όμως αλλάζει τον άνθρωπο και τη συνείδησή του –ου μην και τις προσωπικές του σχέσεις, αν δεν το βαστάει η καρδιά σου πχ να συζείς με ένα από τα γνωστότερα μνημονιακά παπαγαλάκια των τελευταίων χρόνων –έστω και σε διεκπεραιωτικό ρόλο παρουσιάστριας.

Σήμερα εν τω μεταξύ συμπληρώνεται ένας χρόνος κι από την ανάδειξη του κουτσούμπα σε γγ στο 19ο συνέδριο. Και μην κοιτάς τώρα που είναι φρέσκος ακόμα σφε αναγνώστη. Του δίνω ένα με δύο χρόνια ακόμα, μέχρι να αρχίσουν και γι’ αυτόν τα γνωστά σενάρια διαδοχολογίας και να βρει ξανά ο αστικός τύπος το αγαπημένο του χόμπι.

Σήμερα ανακοινώνεται και το ευρωψηφοδέλτιο του σύριζα, που καταπώς φαίνεται από τις διαρροές, είναι αριστοτεχνικά καταρτισμένο για να ψαρέψει σε θολά, λιμνάζοντα πασοκονερά αλλά και για να εγκλωβίσει μεγάλο κομμάτι της βάσης του εξωκοινοβουλίου, με υποψηφιότητες τύπου κούνεβα. Κι όσο πλησιάζουν οι εκλογές, αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα η πίεση περί ενότητας και… «μιας κυβέρνησης της αριστεράς, που θα [χσχσς… παράσιτα] το μνημόνιο και θα [χσχσς… παράσιτα] τη δανειακή σύμβαση και τον κατώτατο μισθό.
Ναι, δε λέω, αλλά [χσχσς… παράσιτα]

Δεν είμαστε στην ίδια τη συχνότητα
Δεν είμαστε στον ίδιο το σταθμό
Τα όνειρά σου λεν αντιμνημόνιο
Τα όνειρά μου λεν σοσιαλισμό

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Φασισμός ΑΕ

Κι εσύ πού είδες το ντοκιμαντέρ του χατζηστεφάνου;
Σε μια εκδήλωση μεταπτυχιακών (του εξωκοινοβουλίου) στο θέατρο βλυσίδη στο κουμ καπή, που αποδείχτηκε μικρό για να χωρέσει όλους όσους ήρθαν για να το παρακολουθήσουν. Προτίμησα την εμπειρία της συλλογικής παρακολούθησης από μια απλή (τηλε)θέαση στον υπολογιστή, για να μετρήσω αντιδράσεις και σχόλια, να το συζητήσω με άλλο κόσμο, να δω πτυχές που δε θα είχα σκεφτεί μόνος μου. Κι ως τελική εκτίμηση θα δανειστώ τα λόγια ενός θεατή από το κοινό: καλό αλλά με φάουλ. Παρακάτω θα αναλύσουμε το γιατί.


Ο φασισμός αε είναι πιθανότατα η καλύτερη από τις τρεις ανεξάρτητες παραγωγές της ομάδας του infowar (οι δύο προηγούμενες δουλειές της ήταν το debtocracy και το katastroika). Όπως δηλώνει κι ο τίτλος του, το ντοκιμαντέρ εξετάζει κι αναδεικνύει με μια σειρά παραδείγματα τη σταθερή και διαχρονική σχέση μεταξύ των μεγάλων μονοπωλίων και του φασισμού ως πολιτική έκφραση της κυριαρχίας τους και της επιθετικής τους φύσης. Έτσι έρχεται κατά μία έννοια ως συνέχεια της «ανάκρισης» του πίτερ βάις και όσων είδαμε στην χτεσινή ανάρτηση. Με μια βασική διαφορά: ότι η ανάκριση είναι ένα έργο τέχνης που θυμίζει ντοκιμαντέρ, με πληθώρα στοιχείων για τη ναζιστική φρίκη και πολιτική ανάλυση του φαινομένου. Ενώ ο φασισμός αε είναι ένα ντοκιμαντέρ με πολλά, καλλιτεχνικά στοιχεία που δεν μπουκώνει το θεατή με κατεβατά και πολλές πληροφορίες, ενώ σε κάποια σημεία φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη σημασία στο οπτικό αποτέλεσμα και το αισθητικό κομμάτι παρά στην ανάλυση αυτή καθαυτή –θα επανέλθουμε σε αυτό παρακάτω.

Ο χατζηστεφάνου ανατρέχει σε ιστορικά παραδείγματα, αναζητώντας τις ρίζες του φασισμού: στην ιταλία του μουσολίνι, τη ναζιστική γερμανία του χίτλερ, την ελλάδα του μεταξά (όλοι τους ανήλθαν στην εξουσία δια της «ευθείας δημοκρατικής οδού», χωρίς στρατιωτικό πραξικόπημα)· τα τάγματα ασφαλείας, την χούντα των συνταγματαρχών και δια της περιθωριακής επεν, που υπήρξε πρόδρομος και φυτώριο στελεχών, στη σημερινή χρυσή αυγή, το «σοβαρό λαος» και την ακροδεξιά κυβέρνηση σαμαρά. Εντοπίζει τη μήτρα του φαινομένου στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος και συμπεραίνει ότι ο φασισμός ανθεί εκεί που χάνεται μια επανάσταση.
{Παραμένει ωστόσο ανοιχτό το ερώτημα αν η φασιστική απειλή θεριεύει πάνω στα κομμάτια ενός ηττημένου κινήματος ή αν λειτουργεί προληπτικά για την αστική τάξη ενάντια σε ένα ανερχόμενο μαζικό κίνημα. Για παράδειγμα, στις εισηγήσεις που ακολούθησαν στην εκδήλωση, ένας ομιλητής απέδωσε τη στροφή της αστικής τάξης προς την εφεδρεία της χρυσής αυγής στο φόβο που της προκάλεσε η δυναμική του μαζικού ξεσπάσματος της νεολαίας το δεκέμβρη του 08’)!

Από την αφήγηση και τις συνεντεύξεις κράτησα περισσότερο τρία σημεία:
-το θάρρος της κόρης του βουλπιώτη (επιχειρηματίας συνεργάτης των ναζί) να δεχτεί να μιλήσει για τον πατέρα της σε ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ και την αφοπλιστική ειλικρίνεια του ισχυρισμού της πως «χωρίς τα τάγματα ασφαλείας, η ελλάδα θα ήταν κομμουνιστική». Μπορεί βέβαια, όπως σημείωσε εισηγητικά ο ίδιος ομιλητής, τα τάγματα ασφαλείας να μην είχαν την παραμικρή επίδραση στην τελική έκβαση της μάχης του δεκέμβρη, χωρίς την καθοριστική επέμβαση των άγγλων· είναι όμως αξιοσημείωτη η τοποθέτηση αυτή σε αντίθεση με τα ερμηνευτικά σχήματα της αναθεωρητικής ιστορικής σχολής (καλύβας-μαραντζίδης), που αποδίδει τη συγκρότηση και δράση των ταγμάτων στην «κόκκινη τρομοκρατία».

-Τη μπλόφα της μεγάλης καθόδου των μελανοχιτώνων στη ρώμη, που κατ’ ουσίαν ήταν μοναχική πορεία του μουσολίνι στην πρωτεύουσα για να εκβιάσει την πρωθυπουργία. Και τις φωτογραφίες που έβγαζε καθ’ οδόν στο τρένο με πολιτικούς οπαδούς του –κάτι σαν πρόδρομος των σύγχρονων «selfies» που βγάζει σήμερα στα καθ’ ημάς ο υπουργός υγείας.
-Και την παρουσία του μαργαρίτη, που έκανε τη διαφορά κατά τη γνώμη μου με τις καίριες επισημάνσεις του –ξεχωρίζω αυτή για τα ναζιστικά πειράματα ευγονικής στη βάση εξοικονόμησης πόρων και εξόδων για τα νοσοκομεία και τη σύνδεση με τη σημερινή κατάσταση στην ελλάδα και το μέτωπο υγείας. Και ο οποίος, όπως σχολίασε χαριτολογώντας μια σφισσα, έκανε άτυπο εισοδισμό στο πολιτικό στίγμα του ντοκιμαντέρ και τις… περίπου αντάριζα τοποθετήσεις των υπολοίπων (μαρκέτος, τάρικ αλί, κτλ).

Ποιες είναι όμως οι αδυναμίες του ντοκιμαντέρ στις οποίες πρέπει να σταθεί κανείς κριτικά;
Καταρχάς υπάρχουν μερικά σημεία που προσωπικά τα θεωρώ προβληματικά ή τουλάχιστον με άστοχες διατυπώσεις. Πχ η σημείωση για την «παρωδία δημοκρατίας» που οδηγεί στο φασισμό, συγκρούεται με τα ιστορικά γεγονότα (και τις «άψογες κοινοβουλευτικές διαδικασίες» που έφεραν στην εξουσία τον χίτλερ πχ) και μοιάζει να διαχωρίζει με στεγανά την πρώτη από το δεύτερο (δηλ την αστική δημοκρατία από το φασισμό). Το συνδέω αυτό και με κάτι που ειπώθηκε προς το τέλος της εκδήλωσης από τον έτερο εισηγητή: ότι δηλ ο παραγκωνισμός των άλλων αστικών πολιτικών δυνάμεων από τον χίτλερ και το μουσολίνι έρχεται ως η εξαίρεση στον ευρωπαϊκό κανόνα της αγαστής σύμπλευσης του φασισμού με το μπλοκ των παραδοσιακών αστικών κομμάτων.
Αυτά ωστόσο μπορεί να τα κρίνει καλύτερα (και να τα «ξεψειρίσει») ο καθένας μόνος του, χωρίς τις δικές μου υποδείξεις.

Δεύτερο σημείο: η επιμονή σε κάποια ωραία, αφαιρετικά πλάνα, που δεν έχουν πάντα άμεση σύνδεση με όσα εκφωνούνται, θυμίζει ίσως κάτι από σταύρο θεοδωράκη χωρίς σακίδιο. Με την ειδοποιό διαφορά βέβαια πως ο χατζηστεφάνου φροντίζει για την άρτια εικόνα της δουλειάς του κι όχι για τη δική του εικόνα. Πού είναι λοιπόν το κακό στην αναζήτηση μιας ωραία επεξεργασμένης φόρμας που θα αναδεικνύει καλύτερα την ουσία;

Προφανώς η μορφή δεν μπαίνει αντιπαραθετικά προς το περιεχόμενο. Η δική μου ένσταση αφορά στα επίπεδα της συνείδησης που ενεργοποιεί ένα ωραίο, αισθητικό αποτέλεσμα, με κίνδυνο να χαθεί πίσω από τις εικόνες η γενική εικόνα και το νόημα. Εννοώ αυτό που αποτυπώνεται συνήθως στην κλισέ φράση «καλά τα είπε», χωρίς να γνωρίζουμε πάντα τι ακριβώς είπε ο εκάστοτε ομιλητής –πάντως το ‘πε καλά. Και μπορεί να μην ευθύνεται αποκλειστικά ο παραγωγός γι’ αυτό, σίγουρα όμως δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στις γυμνές από αισθητική άποψη ταινίες της αλίντας δημητρίου για να φέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Το τρίτο και τελευταίο σημείο της κριτικής ξεκινά από το δυνατό σημείο αυτής της παραγωγής: την πολιτική ανάλυση και τη σύνδεση του φασιστικού φαινομένου με τον καπιταλισμό. Αυτός ακριβώς δηλ που έλειπε από τις δύο προηγούμενες δουλειές της ομάδας infowar για το χρέος –που ουσιαστικά ήταν μια πολιτική διαφήμιση της ελε και του κορέα στον ισημερινό- και για την καταστροφική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, που θα μπορούσε να την καταδικάσει ακόμα και ένα καθαρά αστικό κόμμα.

Κατανοώ τη συνειδητή επιλογή των παραγωγών να περιοριστούν σε μια απλή ιδέα και να την αναλύσουν σε ένα μίνιμουμ πλαίσιο που θα μπορεί να φτάσει και να γίνει κατανοητό από ένα ευρύτερο κοινό, χωρίς ιδιαίτερη τριβή με αυτά τα ζητήματα. Από τη στιγμή όμως που δεν υπήρχε σύνδεση με το γενικό πλαίσιο και μια πιο βαθιά διεισδυτική ματιά στο συνολικό πρόβλημα και τις αιτίες του, η ανάλυση έμενε μισή και συνιστούσε πολιτική έκπτωση – παραχώρηση σε εκείνη την αριστερά που λειτουργεί σαν... «αντιφασισμός αε», δηλ σαν μια πολιτική επιχείρηση με αποκλειστικό σκοπό την εκλογική υπεραξία στις κάλπες και το σχηματισμό κυβέρνησης. Εκείνη την αριστερά που δε δίνει όραμα και θετική διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση, αλλά επιμένει να αντιτίθεται και να ετεροπροσδιορίζεται επιλεκτικά από συγκεκριμένες πτυχές της, ως αντιμνημονιακή, αντιμερκελική, αντινεοφιλελεύθερη, αντιφασιστική κι αντιρατσιστική ασφαλώς, και γενικώς «αντι-κακή», ποντάροντας ολοένα και περισσότερο στα γνωστά αντιδεξιά σχήματα του πρόσφατου παρελθόντος στα οποία είχε επενδύσει το πασοκ της αλλαγής, για να εκβιάζει το λαό και να εκμαιεύει την ψήφο του.
Και είναι ακριβώς η ποιότητα και το βάθος αυτού του τελευταίου ντοκιμαντέρ, που τονίζει εμφατικά τα κενά των δύο προηγούμενων.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Η ανάκριση

Κάλλιο αργά παρά ποτέ λέει ο θυμόσοφος λαός. Όταν λοιπόν είδαμε πως ο θίασος του καζάκου έρχεται στα χανιά για να ανεβάσει την ανάκριση του πίτερ βάις, δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα για την απόφαση. Στην πορεία μάλιστα νικήθηκαν κι οι όποιοι ενδοιασμοί περί πιθανής… «απεργοσπασίας» (λευκής από την πλευρά μας ως θεατές κι από τη δική τους ως ηθοποιοί), καθώς η παράσταση έδενε άριστα με το απεργιακό κλίμα της χτεσινής ημέρας κι αναδείκνυε μια σημαντική διάσταση για το εργατικό κίνημα και την πάλη του ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο.


Η ανάκριση είναι στην ουσία μια ντοκιμαντερίστικη αφήγηση των «ανδραγαθημάτων» των ναζί στο κολαστήριο του άουσβιτς. Και για εμάς τους αμύητους αποτελεί μια καλή εισαγωγή στην κατανόηση της έννοιας της μπρεχτικής αποστασιοποίησης –που με έχει μπερδέψει περισσότερο και από τη διαλεκτική.
Ο βάις καταγγέλλει τη ναζιστική φρίκη και βάζει το θεατή σε μια σκληρή ψυχική δοκιμασία. Δε στοχεύει όμως στο συναίσθημά του, παρά τα πολύ έντονα συναισθήματα που προκαλεί στο κοινό κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά στην ενεργοποίηση της συνείδησης και του προβληματισμού του. Δε στοχεύει στα κλαμένα πρόσωπα –και είναι αρκετοί αυτοί που δακρύζουν στην παράσταση- ή στο σφίξιμο της καρδιάς, αλλά στις σφιγμένες γροθιές, που παλεύουν και διεκδικούν. Δεν ενδιαφέρεται για τις καλλιτεχνικές φόρμες, αλλά για την ανάλυση του θέματός του. Δε στέκεται στο προσωπικό δράμα των θυμάτων, αλλά το χρησιμοποιεί ως όχημα για να αναδείξει την ουσία του φασισμού, τα αίτια που τον γεννάνε.

Η ανάκριση δεν αποσκοπεί σε μια προσωρινή ταύτιση του θεατή με τους ήρωες του έργου, που σχεδόν δεν αναφέρονται ονομαστικά. Αλλά στο ταρακούνημά του, δίνοντάς του υλικό να σκεφτεί μετά το τέλος της παράστασης. Με αυτή την έννοια, ο ιστορικός-δημοσιογραφικός (επι)λογος του μπογιόπουλου στο κλείσιμο της παράστασης, δεν έρχεται ως κάτι παράταιρο, αλλά ως επιστέγασμα όσων έχουμε παρακολουθήσει πριν κι επιπλέον τροφή για σκέψη κι επεξεργασία. Το έργο δε θέλει να υποδείξει κάποιο έτοιμο συμπέρασμα στο θεατή, ούτε καταλήγει σε εύκολο από σκηνής διδακτισμό. Αντιθέτως, αποφεύγει το σύνηθες αίσιο τέλος και την πολυπόθητη κάθαρση για το κοινό. Ο θεατής καλείται να αναζητήσει τη λύτρωση έξω από την αίθουσα και το «μύθο», στην πραγματική ζωή με τις πράξεις του και τον αγώνα του.

Ίσως λοιπόν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεχνικής αυτής, ακόμα και αν δεν αποδιδόταν στο υψηλότερο επίπεδο ή δεν απευθυνόταν σε κοινό με θεατρική παιδεία και καλλιέργεια, να ήταν σε κάποια θέατρα της σοβιετικής επαρχίας, όπου όσοι ενσάρκωναν το ρόλο πχ του καπιταλιστή ή του κουλάκου, μόλις και μετά βίας γλίτωναν τις επιθέσεις και το λιντσάρισμα από τους εξαγριωμένους θεατές, που έπαιρναν πολύ στα σοβαρά αυτό που έβλεπαν και σχεδόν κυριολεκτικά τη φράση «πάρε την υπόθεση (του έργου) στα χέρια σου».

Οι μόνοι που αναφέρονται ονομαστικά στο έργο είναι οι βασανιστές κι εκτελεστές του στρατοπέδου. Στις οθόνες της σκηνής εμφανίζεται μάλιστα μια φωτογραφία τους με τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου τους και τις ποινές που τους επιβλήθηκαν. Και εκεί διαπιστώνεις δύο πράγματα: αφενός πως πολλά καθάρματα έζησαν αρκετά για να προλάβουν την πτώση του τείχους και την «ενοποίηση» της γερμανίας, για να νιώσουν «ιστορικά δικαιωμένοι» -αν και είχαν ήδη «δικαιωθεί» κι «αποκατασταθεί» από τις αρχές της δυτικής γερμανίας, στελεχώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον κρατικό της μηχανισμό*. Κι αφετέρου πως τελικά τους επιβλήθηκαν αστείες ποινές κάθειρξης, ενώ οι πραγματικοί ένοχοι (τα γερμανικά –κι όχι μόνο- μονοπώλια της κρουπ, της μπάγερ, κτλ) απουσίαζαν από το εδώλιο.

(*κι εκεί αναπόφευκτα κάνεις ορισμένες συγκρίσεις με… την πάλη των τάξεων που έμεινε ιστορικά αδικαίωτη και τους δικούς μας ήρωες. Πχ το μολότοφ που έφυγε πλήρης ημερών το 86’ και σχετικά μακάριος, πριν από την τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης. Ή τη θρυλική πασιονάρια που έφυγε επίσης πλήρης ημερών, τρεις μέρες μετά την πτώση του τείχους. Και δε γίνεται να μην αναλογιστείς την τρομερή σημειολογία και την επίδραση της είδησης στον οργανισμό της –και βασικά στα ψυχικά της αποθέματα. Και προπαντός τους βετεράνους του κόκκινου στρατού, οι οποίοι έχουν μπει στο στόχαστρο των ναζί και των επίσημων αρχών, που παίρνουν εκδίκηση αντιστρέφοντας τους ρόλους της Ανάκρισης).

Οι βασανιστές του στρατοπέδου είναι εκ των τελευταίων τροχών της αμάξης, εκτελεστικά όργανα μιας μηχανής, που σκοτώνει όχι μόνο από μίσος ή ιδεολογία αλλά κυρίως γιατί απέτυχε να πείσει τον κόσμο ότι έχει κάποιο όραμα. Αμετανόητοι ιδεολόγοι χωρίς όμως ιδιαίτερη ιδεολογική κατάρτιση, καθώς δέχονταν διαταγές, υπακούοντας απλώς το νόμο –και δεν είναι δικό τους λάθος που ο νόμος άλλαξε. Με καρικατουρίστικα στοιχεία και κουσούρια που θυμίζουν σε πολλά σημεία τις σύγχρονες φιγούρες του αντικομμουνιστικού εσμού, οι οποίες πάσχουν από επιλεκτική αμνησία, διαπνέονται από θρασύδειλο κυνισμό και τσαμπουκαλεύονται εκ του ασφαλούς και με άνωθεν προστασία.

Η ανάκριση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό που ξεκινά ήδη από το σχολείο και τη μισή ιστορία που μαθαίνουμε. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τις φρικιαστικές λεπτομέρειες για τους θαλάμους αερίων και τις απεγνωσμένες κραυγές των θυμάτων που συνεχίζονταν κάποιες φορές για αρκετά λεπτά; Ή για τη στενή διασύνδεση του άουσβιτς με τις βιομηχανίες της περιοχής; Για την αδρή χρηματοδότηση των ναζί από τα μεγαλύτερα γερμανικά –και όχι μόνο- μονοπώλια, που επένδυσαν πολιτικά στην επικράτηση του φασισμού; Για τη μεταχείριση των εβραίων και των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου; Για τα γενετικά πειράματα στις γυναίκες κρατούμενες του στρατοπέδου; Ή κι ευρύτερα για τα ολοκαυτώματα δεκάδων χωριών στη σοβιετική επικράτεια από τους ναζί (βασικό θέμα της ταινίας του κλίμοφ «έλα να δεις»); Και για την πολλαπλάσια ένταση και κλίμακα των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο του β’ παγκόσμιου, με τους σοβιετικούς να σηκώνουν σχεδόν μόνοι τους από τις συμμαχικές δυνάμεις το βάρος της απόκρουσης του ναζισμού;

Αξίζει να συγκρίνουμε αυτό το κενό με τις «γνώσεις» μας, τον καταιγισμό πληροφοριών και έγκυρων ρεπορτάζ για τη σοβιετική ένωση: τα γκουλάγκ, την εξίσωση με το φασισμό, το διαδεδομένο μύθο για τις σφαίρες που περίμεναν όσους πολεμιστές υποχωρούσαν ή επέστρεφαν από την αιχμαλωσία. Και γενικώς με την αστική ευαισθησία για τα «εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού» και του «κόκκινου ολοκληρωτισμού», τον χυδαίο συμψηφισμό και τη ντροπαλή αποσιώπηση των ναζιστικών εγκλημάτων.

Ίσως στο μέσο θεατή φανεί το έργο πολύ.. στρατευμένο, γραμμένο από κομμουνιστές για κομμουνιστές. Ο συγγραφέας του ήταν μαθητής του μπρεχτ, οι πρωταγωνιστές-κρατούμενοι του στρατοπέδου μέλη του κκ γερμανίας, ο φασισμός καταγγέλλεται ως η πιο επιθετική κι απροκάλυπτη εκδοχή του καπιταλισμού. Κομμουνιστές είναι εξάλλου κι οι περισσότεροι θεατές κάθε παράστασης, αλλά κι αρκετοί από τους συντελεστές της: ο καζάκος, ο μπογιόπουλος, ο ορκόπουλος ως γιατρός σε προηγούμενες παραστάσεις –που είναι και στο ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος που ανακοινώθηκε σήμερα. Ίσως πάλι ένας κόσμος να ψάχνει στις εξόδους του κάτι ανάλαφρο και διασκεδαστικό, ως καταφύγιο από τα προβλήματά του και να αποφεύγει ένα έργο που θεωρεί ότι θα τον ψυχοπλακώσει.

Στην πραγματική ζωή όμως δεν υπάρχουν τέτοιες νησίδες και καταφύγια. Και η φασιστική απειλή ξαναθεριεύει όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια. Εφόσον λοιπόν αναγνωρίζουμε την αξία και την επικαιρότητα του έργου, ας αναλογιστούμε τα εξής: ποιος άλλος –αν όχι ο θίασος του κομμουνιστή καζάκου- θα ανέβαζε στις μέρες μας ένα τέτοιο δύσκολο και «αντιεμπορικό» έργο; Ποιος άλλος –αν όχι οι φίλοι του κόμματος- θα γέμιζε τις θεατρικές αίθουσες, με ομαδικά εισιτήρια για συντρόφους και ραντεβού που θυμίζουν προσυγκεντρώσεις; Ποιος άλλος –αν όχι οι κομμουνιστές- θα έδινε μια τέτοια διαλεκτική κι αμφίδρομη σχέση μεταξύ της τέχνης για το λαό και του λαού που στηρίζει από το υστέρημά του αυτούς τους καλλιτέχνες;

Και σε τελική ανάλυση, τι θα ήταν το αντιφασιστικό κίνημα σήμερα, χωρίς τους κομμουνιστές και τη δράση τους, καρφί στο μάτι των αφεντικών και των σκυλιών που τα φυλάνε;

Τετάρτη, 9 Απριλίου 2014

Πίσω από το Ντόνετσκ δεν υπάρχει γη

Μια μέρα θα ξανάρθουμε και η γη θα τρέμει. Όχι ο άδωνις και οι σιχαμεροί ομοϊδεάτες του –αυτοί άλλωστε δεν έφυγαν και ποτέ από το προσκήνιο· μονάχα δέρμα άλλαζαν. Θα ξαναγυρίσουμε, όπως ξανανέβηκε στο ντόνετσκ της ουκρανίας η σοβιετική σημαία, φλογίζοντας ξανά μετά από χρόνια τις ψυχές εκατομμυρίων ανθρώπων.

Θυμάμαι στο ποδόσφαιρο πριν από καμιά δεκαριά χρόνια που πρωτοεμφανίστηκε η ομάδα της πόλης στις ευρωπαϊκές διοργανώσεις, σπάζοντας το «μονοπώλιο» της ντιναμό κιέβου, ενώ εμείς προβληματιζόμασταν πώς προφέρεται το όνομά της. Και ο πανούτσος τρόλαρε στο μέγκα έναν αθλητικό συντάκτη της σούπερ μπάλας, που την είχε προφέρει «σαχτιόρ» και του ‘λεγε: «περάσαμε όμορφα κι ευτυχισμένα χρόνια λέγοντας αυτή την ομάδα σαχτάρ ντόνετσκ και τώρα έρχεσαι εσύ να μας τα ανατρέψεις όλα;» Εντάξει, δεν ξέρω σε πόσους φαίνεται αστείο έτσι, ίσως να χάνει αν δεν το βλέπεις ζωντανά, αλλά διατηρεί ακέραια τη σημειολογία του.

Οι σοβιετικοί πολίτες του ντόνετσκ πέρασαν πραγματικά όμορφα κι ευτυχισμένα χρόνια, μέχρι που ‘ρθε ένας ουκρανός γόνος κουλάκων, επικεφαλής της αντεπανάστασης και της διαφημιστικής καμπάνιας της πίτσας χατ, να τα ανατρέψει όλα –ή ό,τι είχε μείνει όρθιο τέλος πάντων. Και τώρα που τον ξέβρασε η ιστορία –ή μάλλον το τέλος της- σα στυμμένη λεμονόκουπα, έχει μείνει στα αζήτητα κι ούτε για συντάκτης σε μεταμεσονύκτιες εκπομπές του κρατικού μέγκα δε θα περνούσε η μπογιά του. Όπως ξεφτίζει γενικώς δηλ σε διεθνή κλίμακα η μπογιά της σοσιαλδημοκρατίας πλέον.

Περνούσαμε ωραία στη μικρή μας δημοκρατία, όπως λέει στις ζωές των άλλων, προς το τέλος της ταινίας, ο διεφθαρμένος υπουργός της λδγ. Όπου η φράση «μικρή δημοκρατία», πονηρά βαλμένη, δεν υπονοεί μόνο τη μικρή σε έκταση ddr, αλλά και την ποιότητα της λαϊκής δημοκρατίας της. Μόνο που, όπως σημείωνε έναν αιώνα πριν ο βλαδίμηρος, η χειρότερη σοσιαλιστική δημοκρατία είναι εκατομμύρια φορές πιο δημοκρατική από την καλύτερη αστική δημοκρατία. Και δεν είναι μόνο ποσοτικό το ζήτημα, αλλά πρωτίστως ποιοτικό, καθώς το προλεταριάτο και οι σύμμαχοί του επιβάλλουν τη δικτατορία τους σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που χάνουν τα προνόμιά τους.

Κι ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι. Η σοβιετική δημοκρατία ήταν 1,5 με 2 εκατομμύρια φορές ανώτερη από τη δική μας αστική δημοκρατία, που απολαμβάνουμε σήμερα. Μία φορά για κάθε άνεργο στα μητρώα του οαεδ, τη στιγμή που στη σοβιετία το γραφείο εύρεσης εργασίας είχε μείνει χωρίς δουλειά και αντικείμενο, ήδη από το 1930. Κι έλα μετά να συζητήσουμε τι σημαίνει πρόοδος και τι οπισθοδρόμηση ή ποιος έχει μείνει κολλημένος στη δεκαετία του 30’.

Σκέφτεσαι τη σημερινή απεργία και το μυαλό σου αρχίζει να παίζει διασκευασμένα τα τραγούδια της συγκέντρωσης στο πικάπ του.
«Δεν είναι αργία, είναι ανεργία», εφιαλτική και μακροχρόνια για την (αν)εργατική τάξη και τη νεολαία της.
«Λιώνουν τα νιάτα μας στην ανεργία» και «με τα κομμάτια μας» χτίζεται το σαξές στόρι της πλουτοκρατίας και των αμύθητων κερδών της.

Γιατί να είμαστε όμως μίζεροι και αρνητικά προκατειλημμένοι; Οσονούπω θα βάλουμε τα καλά μας, τα μεταξωτά και να φυσάει, και θα βγούμε στις αγορές να παζαρέψουμε τα φιλέτα μας αντί πινακίου φακής. Και ο λαός θα μείνει στην απέξω, να κοιτάζει τις βιτρίνες σαν το κοριτσάκι με τα σπίρτα και ούτε καν να αγγίζει. Αν όμως δε βρούμε τελικά δάνεια στις αγορές, θα φταίει μάλλον η σαββατοκυριακάτικη αργία, που ήταν κλειστή η εκτ (ευρωπαϊκή κεντρική τράπεζα) και δε βρήκαμε λεφτά να ψωνίσουμε. Να την καταργήσουμε λοιπόν κι αυτή να τελειώνουμε (την αργία, όχι την τράπεζα).

Και δεν είναι μόνο τα δύο εκατομμύρια (επισήμως) ανέργων αλλά και η εργαζόμενη μειοψηφία που σκύβει το κεφάλι, γιατί φοβάται κι αυτή τον μπαμπούλα της ανεργίας, ή έχει στο σπίτι της άλλους ανέργους να θρέψει –ένας τουλάχιστον εργαζόμενος σε κάθε σπίτι, όπως υποσχόταν κι ο γαπ. Και το ζυγίζουν δύο και τρεις φορές, προτού κάνουν το βήμα να απεργήσουν: εκείθε με τα χρήματα, εδώθε με τον χάρο της απόλυσης και την αξιοπρέπεια, που ωστόσο δεν τρώγεται, και με τον εφιάλτη της ανεργίας. Για να ξεκινήσεις από την αρχή να κυλάς το βράχο του σίσσυφου, ώσπου να προσαρμοστείς, να γίνεις ελαστικός, φτηνός, ανταγωνιστικός, σύγχρονος με τις εξελίξεις των καιρών.

Μας κάνουν να ντρεπόμαστε, να εσωτερικεύουμε την ενοχή, το φταίξιμο για αυτή την κατάσταση, να γινόμαστε ανθρωπάκια με περισσευούμενα προσόντα, αλλά λιγοστή πείρα –επαγγελματική και κινηματική-αγωνιστική. Όμως καμία ανεργία δεν είναι ντροπή –για να παραφράσουμε μια γνωστή φράση. Ντροπή είναι να  μην πνίγουμε στο αίμα αλλά στα δάκρυα το θυμό μας για αυτό που γίνεται, που είναι ντροπή και στίγμα για όλη την κοινωνική πρόοδο, την ανθρωπότητα στο κατώφλι του 21ου (καπιταλιστικού μεσ)αιωνα.
Ντροπή στον εργάτη στο σκλάβο ντροπή στο αίμα αν δεν πνίξει μια τέτοια ζωή.

Ούτε ένας χαφιές δουλειά να μη βρίσκει
Χριστούλη μου όμορφη που ‘ναι η προφητεία αυτή
Ναι αλλά ο χριστούλης, ακόμα κι αν ήταν ο πρώτος κομμουνιστής, όπως λένε μερικοί –που δεν ήταν, αλλά δε θα μαλώσουμε γι’ αυτό τώρα- δεν πρόκειται να κάνει κάτι γι’ αυτό αν εμείς γινόμαστε προδότες της τάξης μας και του αγώνα της. Ή αν δεν κουνήσουμε το χεράκι μας (συν αθηνά) και εναποθέσουμε τις ελπίδες μας στη δευτέρα παρουσία και τη σωτηρία που θα έρθει σα μάννα εξ ουρανού –κι όχι με έφοδο στον ουρανό, για να βρούμε το κρυμμένο μάννα.

Να σου δώσω λοιπόν εγώ μια άλλη προφητεία. Θα ξαναγυρίσουμε κι η γη θα γίνει κόκκινη. Ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από θάνατο. Σαν την κόκκινη σοβιετική σημαία που υψώθηκε προχτές στο ντόνετσκ της ουκρανίας.

Θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό...

Τρίτη, 8 Απριλίου 2014

Ο χάρτης της κρίσης

Ένα καλό παράδειγμα (αν και όχι το πιο χαρακτηριστικό) του πώς εννοεί η αστική τάξη και οι δημοσιολόγοι της ότι η κρίση δημιουργεί νέες ευκαιρίες (σσ: για κερδοφορία) είναι και ο χώρος του βιβλίου. Όπου, πέρα από την υπόθεση που έχει προκύψει για το σπάσιμο της ενιαίας τιμής και την ενίσχυση των μονοπωλίων, έχει ανοίξει τα τελευταία χρόνια μια φάμπρικα παραγωγής βιβλίων για την τρέχουσα καπιταλιστική κρίση (ο χάρτης της κρίσης, το λεξικό της κρίσης, ο μινώταυρος του χρέους, κοκ), με μπεστ σέλερ που κεντρίζουν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού κι αποφέρουν ζεστό χρήμα στους εκδοτικούς οίκους –χώρια το προφίλ των «ανήσυχων εκδόσεων» με κοινωνικό προβληματισμό, που τους χαρίζουν.

Είναι επίσης αξιοσημείωτο ότι μες σε αυτή την πλουραλιστική πολυφωνία, μπορεί να βρει κανείς πολλά κι ενδιαφέροντα στοιχεία και να διαβάσει σχεδόν τα πάντα για την κρίση και τα βασικά της χαρακτηριστικά, εκτός από την ουσία (εξαιρούνται οι συνήθεις λακεδαιμόνιοι που επιβεβαιώνουν απλώς τον κανόνα): ότι πρόκειται δηλ για μια καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίου. Κι όπου τελικά συναντάται αυτός ο όρος, αναφέρεται μάλλον τυχαία, ως ίσος μεταξύ άλλων, που τον ακυρώνουν και αναιρούν την ουσία του.

Ο δραγασάκης για παράδειγμα σε ένα άρθρο του (στο συλλογικό «κυβέρνηση της αριστεράς» από τις εκδόσεις τόπος), αναφέρει κάπου την κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων μαζί με την κρίση του ευρωσυστήματος και του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Κι έτσι είναι καλυμμένος από κάθε πλευρά. Αν του ασκήσουμε κριτική ότι συσκοτίζει τον πραγματικό χαρακτήρα της κρίσης, θα μας παραπέμψει στο σχετικό απόσπασμα όπου αναφέρει την κρίση υπερσυσσώρευσης. Κι αν απευθύνεται σε άλλο κοινό με διαφορετικές αναφορές κι απαιτήσεις, θα προτάξει την εκδοχή της κρίσης του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού, κλείνοντας το μάτι σε πιο κεϊνσιανές συνταγές διαχείρισης. Αλλά «και στην υπερσυσσώρευση πιστεύομεν», όπως θα ‘λεγε και μια ψυχή.

Μια άλλη εκδοχή αυτής της λογικής, μπορούμε να συναντήσουμε σε διάφορες αναλύσεις περί κρίσης χρέους, που περιορίζουν τη διέξοδο απ’ αυτήν σε μερικά αιτήματα γύρω από τη διαχείριση-εξάλειψή του και κάποια συναφή μέτρα, που απορρέουν άμεσα από αυτή την κίνηση. Τα οποία με τη σειρά τους μπορεί να κυμαίνονται από την παύση πληρωμών ως τη συνολική διαγράφη του χρέους και από την υιοθέτηση εθνικού νομίσματος ως την πλήρη ρήξη-αποδέσμευση από την εε -ανάλογα και με την πολιτική ένταξη του αναλυτή-οικονομολόγου. Όσοι εξ αυτών μάλιστα δεν έχουν πετάξει στον κάδο της αναθεώρησης το μαρξ και την ανάλυση του κεφαλαίου για τις κρίσεις, νιώθουν υποχρεωμένοι να κάνουν ένα διαχωρισμό με βάση τις διαλεκτικές κατηγορίες της Λογικής του χέγκελ (φαινόμενο-ουσία), για να καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ναι μεν υπάρχει κρίση υπερσυσσώρευσης κεφαλαίων, αλλά εκδηλώνεται με τη μορφή της κρίσης χρέους.

Κι έτσι ανοίγει μια παλιά ενδιαφέρουσα συζήτηση μεθοδολογικού χαρακτήρα γύρω από την ουσία και το φαίνεσθαι, τη μορφή και το περιεχόμενο, την αιτία και το σύμπτωμα· σε τελική ανάλυση για το δίπολο τακτική-στρατηγική και τη μεταξύ τους σύνδεση. Οι όψιμοι εραστές της τακτικής θεωρούν μεθοδολογικά λάθος να αγνοούμε την ειδική μορφή εκδήλωσης του φαινομένου, με σωστές αλλά αφηρημένες εκτιμήσεις για το γενικό του χαρακτήρα και να μην καθορίζουμε την τακτική μας στη συγκυρία, συνυπολογίζοντας κι αυτή την παράμετρο.

Μεθοδολογικά μιλώντας βέβαια, όταν το πρόβλημα που έχουμε να αντιμετωπίσουμε είναι η κρίση και ζητούμενο η διέξοδος προς όφελος του λαού, η λύση που προτείνουμε δεν μπορεί να περιοριστεί στην παράμετρο του χρέους και στην καταπολέμηση ενός συμπτώματος. Είναι δηλ τηρουμένων των αναλογιών, σα να προσπαθούμε να εξουδετερώσουμε ένα μικρόβιο ή μια ασθένεια με αντιπυρετικά, που αντιμετωπίζουν το σύμπτωμα, αφήνοντας όμως στο απυρόβλητο τη γενεσιουργό του αιτία. Ή σε ένα άλλο επίπεδο, να αναποδογυρίζουμε τη βασική αιτιακή σχέση, θεωρώντας πχ πως το μνημόνιο έφερε την κρίση –κι όχι αντίστροφα. Ενώ, όπως είχε πει σε μια ομιλία του και ο γόντικας, ο σεισμός φέρνει το τσουνάμι κι όχι το τσουνάμι το σεισμό.

Με άλλα λόγια η βασική προϋπόθεση για την αντιμετώπιση ενός προβλήματος –εν προκειμένω της κρίσης- είναι να συμφωνήσουμε πρώτα στον εντοπισμό της ουσίας του. Επανερχόμαστε έτσι στον αρχικό προβληματισμό και την πληθώρα προσεγγίσεων, που σκεπάζουν σα σωρός από σκουπίδια και συσκοτίζουν το πραγματικό ερώτημα: ποιος έχει κρίση και τι είδους είναι αυτή;

Προτού σταχυολογήσουμε μερικές πιθανές κι απίθανες απαντήσεις, που έχουν δοθεί κατά καιρούς σε αυτό, θέλω να σταθώ σε δύο ακόμα προσεγγίσεις, που εκκινούν από τη θεωρία της υπερσυσσώρευσης, για να διαφοροποιηθούν στα σημεία, όχι τόσο απ’ αυτό καθαυτό το θεωρητικό σχήμα, αλλά από την πρόταση του κκε.

Έχω καταρχάς υπόψη μου μια προσέγγιση του μ-λ χώρου (που δεν έχω καταλάβει ακόμα τι στάση θα κρατήσει στις ευρωεκλογές, αν και λογικά οι πισωμουλούδες θα επιμείνουν στην αποχή), που έχει μαοϊκή προέλευση, ήδη από τα χρόνια του σινοσοβιετικού σχίσματος, με τους κινέζους να έχουν την πολιτική στο τιμόνι και να κατηγορούν τους σοβιετικούς για στείρο οικονομισμό και υποτίμηση της πολιτικής διάστασης. Τα ίδια περίπου πολιτικά κουσούρια, αν έχω καταλάβει καλά, αποδίδουν και τα μ-λ στο κόμμα, γιατί τάχα μιλάει για στενά οικονομική κρίση κι όχι συνολικά για κρίση του καπιταλισμού.

Την ίδια κατηγορία περί οικονομισμού χρεώνουν στο κκε διάφορες οπορτουνιστικές ομάδες, επειδή αρνείται να θέσει μεταβατικούς πολιτικούς στόχους στα πλαίσια του συστήματος και περιορίζεται σε άμεσες, οικονομικές διεκδικήσεις στο σήμερα. Εκκινούν ωστόσο από τελείως διαφορετική αφετηρία σε σχέση με τα μ-λ. που απορρίπτουν επίσης ως ρεφορμιστικό το λεγόμενο μεταβατικό πρόγραμμα, αλλά σχεδόν και κάθε άλλη άμεση διεκδίκηση.

Διαφορετική αφετηρία –εφόσον απαρνείται συνολικά κάθε έννοια πολιτικής- αλλά σχετικά παρόμοιο σκεπτικό, με υπερτίμηση-αποθέωση του υποκειμενικού παράγοντα, ακολουθεί και ένα κομμάτι της αναρχίας, που θεωρεί την κρίση αποτέλεσμα όχι κάποιων οικονομικών νόμων, αλλά αποκλειστικά καρπό των αυξημένων εργατικών αντιστάσεων και των μικρών παραγωγικών σαμποτάζ στους χώρους δουλειάς.

Η δεύτερη προσέγγιση προέρχεται κι αυτή από το εξωκοινοβούλιο και κάνει λόγο για δομική κρίση του καπιταλισμού –που δεν ξέρω αν απαντάται ως όρος στους κλασικούς ή αν έχει αλτουσεριανή προέλευση, αλλά δε μου φαίνεται εντελώς λάθος, εφόσον εννοεί ότι η κρίση αφορά κι απορρέει από τη φύση και την εσωτερική λογική του συστήματος κι όχι από κάποια τυχαία εξωτερικά χαρακτηριστικά του, που επιδέχονται διορθώσεων. Το πρόβλημα αρχίζει, όταν αντιπαρατίθεται το σχήμα της δομικής κρίσης, στην εκτίμηση του κόμματος περί κυκλικής καπιταλιστικής κρίσης, που υποτιμά –λέει- το βάθος της και την αντιμετωπίζει ως ‘μία από τα ίδια’ και όχι ως το μεγαλύτερο κλονισμό του συστήματος μετά το παγκόσμιο κραχ του 29’.

Κάτι τέτοιο όμως αφενός δεν προκύπτει από μια στοιχειωδώς σοβαρή εξέταση επίσημων θέσεων και ντοκουμέντων του κκε. Αφετέρου καταλήγει σε κάπως προβληματικά συμπεράσματα – διαπιστώσεις. Γιατί αν απορρίψουμε τον κυκλικό και επαναλαμβανόμενο κύκλο των καπιταλιστικών κρίσεων ως νομοτέλεια του συστήματος και ως στιγμή που εμπεριέχεται διαλεκτικά στις φάσεις ανάπτυξής του, είναι σα να υποκύπτουμε στον πειρασμό της εσχατολογίας, προσδίδοντας στην παρούσα συγκυρία χαρακτήρα τελικής κρίσης –μετανοείτε- και επιθανάτιου ρόγχου του καπιταλισμού. Αυτό ωστόσο απέχει πολύ από την πραγματικότητα και καταλήγει στο άλλο άκρο, να υποτιμά δηλ τις αντιφατικές δυνατότητες της κεφαλαιοκρατίας για σχετική υπέρβαση της κρίσης εις βάρος του εργαζόμενου λαού –όσο αυτός δεν οργανώνει τις αντιστάσεις του- οι οποίες [δυνατότητες] συμβαδίζουν χέρι-χέρι με τα αδιέξοδα και τις εγγενείς της αντιφάσεις.

Ας επανέλθουμε λοιπόν στο ερώτημα που θέσαμε πριν και να δούμε τι έχουμε ακούσει τα τελευταία χρόνια γι’ αυτό. Ποιος έχει κρίση και τι είδους είναι αυτή στον πυρήνα της;

Είναι μια κρίση ηθική, πνευματική, αξιών και προτύπων; Είναι κρίση της ευρωζώνης (που το 08’ θα μας προστάτευε λέει με τα τείχη της  από την κρίση, στο απάνεμο λιμάνι της), του ευρωσυστήματος ή της παρούσα δομής-αρχιτεκτονικής της εε; Είναι κρίση του παραγωγικού μοντέλου που είχαμε, όπου καταναλώναμε περισσότερα από όσα παράγουμε; Είναι κρίση του νεοφιλελευθερισμού και του καζινοκαπιταλισμού που εκτόπισε την πραγματική οικονομία; Και πόσο πλασματική είναι άραγε η ένταση της εκμετάλλευσης, η κεροδοφορία και η συγχώνευση του χρηματιστικού και βιομηχανικού κεφαλαίου που σημείωσε ο βλαδίμηρος έναν αιώνα πριν; Είναι μήπως κρίση χρέους, δημοσιονομική; Και ποιος πάσχει τελικά από κρίση; Το κράτος; Οι τράπεζες; Η οικολογία; Η εθνική μας οικονομία, γενικά κι αόριστα; Λες δηλ να έχουμε κρίση ανταγωνιστικότητας και παραγωγικότητας, όπως λέει ο λαπαβίτσας, από «αριστερή σκοπιά», υιοθετώντας πλήρως τις έννοιες και τα αναλυτικά εργαλεία των αστών οικονομολόγων; Μήπως είναι κρίση πολιτική, του δικομματισμού, λανθασμένης διαχείρισης κι αποφάσεων; Μην είναι κρίση της αριστεράς, που δεν έχει αξιόπιστη πρόταση και πάσχει από τακτικό και στρατηγικό έλλειμμα; Μην είναι όλα αυτά μαζί και τίποτα συνάμα; Μήπως είναι τελικά θέμα ψυχολογίας, που λέει ο σαμαράς; Ή μια οφθαλμαπάτη, που αφήνουμε πίσω μας τώρα που θα φορέσουμε τα καλά μας για να ξαναβγούμε στις αγορές και έρχεται η ανάπτυξη;

Τίνος είναι βρε γυναίκα η κρίση αυτή;
Τίνος είναι βρε γυναίκα η κρίση αυτή;
Μία μου φωνάζει χρέος, μία μου φωνάζει spreads,
τίνος είναι βρε γυναίκα η κρίση αυτή;

Όχι σφε αναγνώστη, δεν είναι τίποτα από τα παραπάνω. Η κρίση δεν ήρθε γιατί τάχα δεν υπάρχουν αρκετά λεφτά ή κεφάλαια και πρέπει να γίνουμε φτηνοί κι ανταγωνιστικοί για να τα προσεγγίσουμε ή να κάνουμε το απαυτό μας παξιμάδι για να τα βγάλουμε πέρα και να μεγαλώσουμε την πίτα. Και να μείνει ολόκληρη για τα αφεντικά και τα σκυλιά που τα φυλάνε, για να μας δώσουν τα ψίχουλα που θα περισσέψουν. Η κρίση είναι η ομολογία ότι έχει συγκεντρωθεί τόσος πλούτος, ότι έχουν συσσωρευτεί τόσα κεφάλαια, που δεν μπορούν να είναι το ίδιο κερδοφόρα με πριν. Κι ότι πρέπει να βγουν από το παιχνίδι κάποιοι ανταγωνιστές –κατά κανόνα οι μικρότεροι παίκτες- για να μείνει αρκετός χώρος για τους υπόλοιπους. Και εκτός από τα κεφάλαια να απαξιωθεί κι η εργατική δύναμη, που τους πλουτίζει, για να αυγατίζουν τα κέρδη τους και να διασφαλίσουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή τους.

Η ουσία της κρίσης είναι τόσο απλή, όσο την είχε περιγράψει ένας παλιός κομμουνιστής στις αρχές του αιώνα. Ένα μεγάλο παλούκι που έχουν στον πισινό τους οι αστοί και θέλουν να το χώσουνε στο δικό μας. Κι η λύση δε θα έρθει για όλους μαζί από κοινού, ούτε με διαπραγματεύσεις γύρω από την επιμήκυνσή του ή τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του.


Σίγουρα μένουν ανοιχτά προς μελέτη κι έρευνα αρκετά ζητήματα για την κρίση, πχ για την πορεία εξέλιξής της, το συγχρονισμένο χαρακτήρα της, τη μετατροπή της σε πολιτική, επαναστατική κρίση, την αναιμική ανάκαμψη της οικονομίας, κτλ. Αυτά όμως έρχονται επιπρόσθετα ως εξειδίκευση κι όχι για να συσκοτίσουν το βασικό πυρήνα.

Δευτέρα, 7 Απριλίου 2014

Φίδι είσαι, δε θα αλλάξεις

Τις τελευταίες ημέρες έχει γίνει ένας μικρός χαμός στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με την καινούρια ιστοσελίδα της οργάνωσης για την ευρωπαϊκή ένωση και τη στήλη με τα εξεγερσιακά αυτοκόλλητα –rise up! stickers- όπως τα ονομάσαμε, με διάφορες (πετυχημένες ή όχι και τόσο, πάντως) πιασάρικες ατάκες, που παίρνουν δικαιωματικά θέση στο προλεκάλτ πάνθεο. Οι αντιδράσεις ποικίλουν. Κάποιοι εκπλήσσονται που οι κνίτες έχουν τελικά χιούμορ. Κάποιοι άλλοι μας προτιμούσαν όπως πριν, χωρίς πολλές διακυμάνσεις και εκπλήξεις. Κι οι περισσότεροι ούτως ή άλλως κάτι αρνητικό θα έβρισκαν να σημειώσουν.


Εγώ πάλι πιστεύω πως στο δημόσιο λόγο μόνο οι κομμουνιστές μπορούν να έχουν γνήσια αίσθηση του χιούμορ (όταν την έχουν) και γενικά αυθεντική συμπεριφορά. Κι αυτό γιατί αγνοούν επιδεικτικά κάθε επικοινωνιακό τρικ ή κανόνα· δεν προσπαθούν να το παίξουν ‘κάπως’, για να φανούν πιο άνετοι, χαλαροί, φρέσκοι, με κρύα, τυποποιημένα «αστεία»· κι έχουν μακράν την πιο ανεπιτήδευτη εικόνα –ακόμα κι αν φαίνεται αποκρουστική σε κάποιους. Η αλήθεια δεν είναι πάντα αρεστή κι οι σύντροφοι δεν πρόκειται να τη στρογγυλέψουν ή να τη φτιασιδώσουν, για να γίνουν πιο δημοφιλείς.

Εννοείται πως στην πολιτική σκηνή μπορεί να βρει κανείς πολλά πράγματα για να γελάσει: φαιδρές καταστάσεις, ατάκες και πρόσωπα. Αλλά αυτά εμπίπτουν κυρίως στην κατηγορία του γελοίου. Ή του χαβαλέ, εφόσον μιλάμε για κωμικές (;) εκπομπές, που απέχουν ωστόσο πολύ απ’ το να είναι πολιτική σάτιρα –και μάλιστα πετυχημένη. Ίσως ακουστεί κάπως απόλυτο και τραβηγμένο από τα μαλλιά ως συμπέρασμα, αλλά η σάτιρα προϋποθέτει κριτήριο, πολιτικό στίγμα και λαϊκότητα, που σαν πακέτο, το έχουν κυρίως οι κομμουνιστές, καθώς όλοι οι άλλοι, πλην λακεδαιμονίων, στριμώχνουν το λόγο τους σε νεοταξίτικα, απολιτίκ καλούπια, με το περιτύλιγμα του αντικειμενικού.

Δε σημαίνει απαραίτητα πως κάθε κομμουνιστής έχει χιούμορ –κάθε άλλο. Αλλά για να είσαι καλός κωμικός –κι όχι απλός σάτυρος- πρέπει να είσαι, με τον τρόπο σου έστω, κοντά στους κομμουνιστές και το λαό, ακόμα κι αν δεν το ξέρεις. Ή τέλος πάντων, έχεις σημαντικό πλεονέκτημα, εφόσον είσαι. Δείτε εξάλλου και την εξέλιξη που είχαν στον χρόνο κωμικοί σαν τον χάρρυ κλυνν και το λαζόπουλο, σε συνάρτηση με την πολιτική τους ένταξη, και θα διαπιστώστε του λόγου το αληθές.

Ένα δεύτερο ασφαλές συμπέρασμα από αυτή την ιστορία είναι πως η οργάνωση τον τελευταίο καιρό αν μη τι άλλο δοκιμάζει πράγματα και διάφορες μορφές απεύθυνσης στη νεολαία, με αξιοσημείωτη ευελιξία: απ’ τα βιντεάκια για τους χρυσαυγίτες και το σοφοκλή σχορτσιανίτη, που είχε κάνει το γύρο του διαδικτύου, σε αυτό για την ημέρα των ερωτευμένων (σεβ-σύριζα), που έκανε το γύρω των ειδησεογραφικών δελτίων. Κι από τα πρόσφατα αυτοκολλητάκια ή τις σατιρικές στήλες του οδηγητή, στην πολυμορφία των μαθητικών φεστιβάλ, όπου ακόμα και η δική μου γενιά –που δεν την έχουνε πάρει ακριβώς τα χρόνια- μπορεί να νιώσει πρόωρα γερασμένη με τις καινούριες κι άγνωστες λέξεις που συναντάει (πχ παρκούρ).

Η πείρα δείχνει ότι –αν δεν το έχουμε, τουλάχιστον- το ψάχνουμε. Και πως αν θέλουμε μπορούμε. Οπότε το θέμα είναι γιατί δεν μπορούμε και σε άλλους τομείς, που μοιάζει σχεδόν σα να το κάνουμε επίτηδες, γιατί δε θέλουμε. Αλλά αυτό δεν είναι της παρούσης.

Κι ερχόμαστε τώρα σε αυτά καθαυτά τα αυτοκόλλητα της εξέγερσης και τις αντιδράσεις που προκάλεσαν. Υπάρχει ζήτημα άραγε που η κνε χρησιμοποιεί ένα στίχο του παντελίδη –όπως με πληροφορούν από το κοντρόλ, γιατί ομολογώ πως δεν το γνώριζα-; Και είναι κάτι που δείχνει την «παρακμή» και το επίπεδό μας στο κομμάτι του πολιτισμού; Ή μήπως αυτό είναι το κλειδί για να πιάσουμε τον παλμό της μάζας κα να τη βάλουμε στο τριπάκι να σκεφτεί πέντε πράγματα, που δε θα μπορούσε σε άλλη περίπτωση; Και αν ναι, θα φτάσει άραγε στο σημείο να καταλάβει τις προεκτάσεις του συμβολισμού;


Ότι δηλ τα φίδια δεν εξαφανίζονται οριστικά, όταν πέφτουν σε χειμερία νάρκη και περιμένουν απλώς τις κατάλληλες συνθήκες για να επιστρέψουν, πατώντας πάνω στην ανεμελιά μας; Ή ότι ο σύριζα είναι σαν αριστερή ανακόντα, που θέλει να μας σφίξει υποκριτικά στην αγκαλιά της και να μας πνίξει από την πολλή αγάπη και ενότητα, καθώς έρπει με κάθε τρόπο προς την εξουσία; Κι ο αρχηγός τους λέει πως θα φτιάξουν σοσιαλισμό, μόλις η κυβέρνησή τους σταθεί γερά στα πόδια της (που κανένα ερπετό δε διαθέτει). Αλλά το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, όπως άλλωστε κι οι πολιτικοί χαμαιλέοντες. Τσίπρας είσαι, δε θα αλλάξεις.

Μπορούν όμως να γίνουν κι άλλα αυτοκόλλητα, με πηγή έμπνευσης το μεγάλο ηγέτη και το πλούσιο υλικό που προσφέρει.
Μπορούμε πχ να θυμηθούμε τις μεγάλες ενωτικές στιγμές του σύριζα με τη μαγική εξαφάνιση του σφυροδρέπανου της κοε από τις φωτογραφίες και της υπογραφής «κκε» από τα πανό του κόμματος στην ακρόπολη και να γράψουμε.
Ο ΣΥΡΙΖΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΨΕΙ ΤΟ ΧΡΕΟΣ. ΜΕ ΦΟΤΟΣΟΠ.
(Υγ: για να μην είμαι και λογοκλόπος, αυτή την ιδέα την είχε πρώτος ο Μώμος)

Ή να παίξουμε με το επίθετο του αλέξη και να βγάλουμε ένα σύνθημα ενάντια στα εκβιαστικά ψευδοδιλήμματα των εκλογών.
ΤΙ ΠΛΑΤΣΙΠΡΑΣ ΤΙ ΠΑΠΑΓΟΣ. ΟΛΟΙ ΟΙ ΣΚΥΛΟΙ ΜΙΑ ΓΕΝΙΑ

Μπορούμε επίσης –όπως είδαμε και σε μια πρόσφατη ανάρτηση- να αξιοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του αλέξη από την πρόσφατη διακαναλική, με μια μικρή παραλλαγή, για να βγαίνει η ρίμα.
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ ΜΑΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ Ο ΚΑΖΙΝΟΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ
ΕΙΝΑΙ Η ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗ ΚΑΙ Ο ΚΕΪΝΣΙΑΝΙΣΜΟΣ ΣΥΡΙΖΑ

Ή να σταθούμε στη συνέντευξη του αλέξη στο εναλλακτικό έντυπο unfollow με το δυναμικό τίτλο: «θα συγκρουστώ με τους τσιφλικάδες». Αστέ ετοιμάσου, έρχεται η σειρά σου.
Η σύγκρουση βέβαια είναι ευέλικτος όρος, που μπορείς να τον δεις σε πολλά επίπεδα. Σύγκρουση είχαν κάνει πχ κάποτε και τα εαακ στον αστέρα της βουλιαγμένης, για να κυκλοφορήσει μετά και σε βιντεάκι στο δίκτυο. Σύγκρουση θεωρητικά είχε κάνει ακόμα και ο καραμανλής ο νεότερος με τους νταβατζήδες για το βασικό μέτοχο. Κι όλοι θυμόμαστε πόσο.. σφοδρή ήταν, πώς κατέληξε και πώς κατέληξε γενικά ο καραμανλής, όταν προσπάθησε να ανοίξει μπίζνες με το ρώσικο ιμπεριαλισμό για τον αγωγό μπουργκάς-αλεξανδρούπολη. Αν εννοούμε δηλ τόσο φαντασμαγορικές συγκροήσεις, να πάρουμε καλύτερα αστικό πατατάκι και ποπ-κορν και να καθίσουμε αναπαυτικά να την απολαύσουμε

Από την άλλη βέβαια, ο τσίπρας σε ρόλο μαρίνου αντύπα, δεν μπορεί παρά να ταρακουνά συθέμελα την εγχώρια και διεθνή πλουτοκρατία. Συνεπώς, έτοιμο και το επόμενο αυτοκόλλητο στο ρυθμό του μπεζεντάκου.
ΟΙ ΑΣΤΟΙ ΤΡΟΜΑΞΑΝΕ ΚΑΙ ΚΑΣΤΡΑ ΦΤΙΑΞΑΝΕ
ΝΑ ΦΥΛΑΧΤΟΥΝ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΡΙΖΑ
ΜΑ ΑΥΤΟΣ ΜΕ ΜΙΑ ΓΡΟΘΙΑ ΕΣΠΑΣΕ ΤΑ ΔΕΣΜΑ
ΚΑΤΑΡΓΗΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΝΗΜΟΝΙΑ
Αν και ο αλέξης, σε συγκρουσιακό ρόλο, πιο πολύ τον τραγουδιστή αντύπα θυμίζει, παρά το μαρίνο αντύπα και τον πάνο τζαβέλλα.

Του Πάνου Ζάχαρη από το Ποντίκι
Μπορούμε βέβαια να πατήσουμε και στα ήδη υπάρχοντα αυτοκόλλητα και να τα προσαρμόσουμε και σε άλλες θεματικές. Πχ η ατάκα για το θεοδωράκη «μαμά ποιος είναι αυτός που έφτιαξε κόμμα και παριστάνει το μητσικώστα;», θα μπορούσε να γίνει «μαμά ποιος είναι αυτός που παριστάνει τον ανδρέα και πάει για πρωθυπουργός;» -αν και τα σημερινά παιδιά δεν έχουν προλάβει τον ανδρέα για να ξέρουν, ενώ τα λίγο μεγαλύτερα που τον έζησαν, ακόμα μυαλό δεν έβαλαν και περιμένουν πώς και πώς να τους τάξουν γλειφιτζούρια και παραμυθάκια, για να δώσουν την ψήφο τους.

Μπορούμε να συνδυάσουμε και το φιδίσιο αυτοκόλλητο με ένα παλιότερο προεκλογικό σύνθημα του κόμματος για τον τότε δικομματισμό και να απευθυνθούμε στον κόσμο ως εξής.
ΤΑ ΦΙΔΙΑ ΔΕΝ ΑΛΛΑΖΟΥΝΕ (ΠΑΡΑ ΜΟΝΟ ΔΕΡΜΑ). ΑΛΛΑΞΕ ΕΣΥ!

Κι αν κάποιος θέλει να ανοίξει διάλογο, υπάρχει έτοιμη πληρωμένη απάντηση από το παράδειγμα του πιστού κι αμετανόητου κουκουέ μεταλλά σάββα κωφίδη, που ξεκαθάρισε χτες μια και καλή τη σχέση του με το κόμμα κι όσους θέλουν να τον εμπλέξουν με την κυβερνώσα αριστερά.
ΚΩ-ΦΙΔΗ ΕΙΣΑΙ, ΔΕ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙΣ

(και μεγάλη δική μου παράλειψη, που δεν τον συμπεριέλαβα στη δεξιά στήλη, στην ψηφοφορία για τις μεγάλες μορφές του κινήματος. Κάνω αναδρομικά και δημόσια την αυτοκριτική μου).

Κυριακή, 6 Απριλίου 2014

Ο δικός μας ο δρόμος

Σήμερα, στο ιστορικό ένθετο, πιάνουμε το νήμα από εκεί που το είχαμε αφήσει την τελευταία φορά (δρόμοι του πουθενά) για να δούμε συνοπτικά το δεύτερο μέρος της εκδήλωσης με το μαργαρίτη και να σταθούμε σε κάποια σημεία της συζήτησης που ακολούθησε με το κοινό. Το οποίο δεν έκανε μόνο φιλικές ή αβανταδόρικες ερωτήσεις, αλλά έθεσε προβληματισμούς από διάφορες σκοπιές, που βοήθησαν να διευκρινίσουν κάποια ζητήματα και να γίνει ουσιαστική κουβέντα.

Στο πρώτο ερώτημα πχ κάποιος παρατήρησε ότι δεν αναλύθηκε εκτενώς και με τους ίδιους όρους ο ρόλος του ρώσικου ιμπεριαλισμού -αν και το αρχικό θέμα της εκδήλωσης ήταν ούτως ή άλλως ειδικά για τον χαρακτήρα της εε. Ο μαργαρίτης βρήκε την ευκαιρία να διευκρινίσει πως από ταξική σκοπιά η ουσία δεν αλλάζει, τόσο για τη ρωσία, όσο και για το προηγούμενο καθεστώς στην ουκρανία ( επί γιανουκόβιτς). Στην ουκρανία συγκρούονται δύο ιμπεριαλιστικοί πόλοι, που είναι κι οι δύο εχθρικοί κι όποιος κερδίσει θα προωθήσει τα δικά του συμφέροντα εις βάρος των λαών. Το γεγονός ότι στεκόμαστε στον πιο επιθετικό πόλο του ευρωνατοϊκού ιμπεριαλισμού κι αναδεικνύουμε τις ευθύνες του, δε σημαίνει καθόλου ότι αθωώνουμε την άλλη πλευρά. Έφερε μάλιστα ένα πιο ειδικό παράδειγμα από τη ναζιστική εισβολή στην πολωνία το 39’, που ήταν αυτονόητα καταδικαστέα, αν και το πολωνικό καθεστώς μπορεί να ήταν... «ο θεός να μας φυλάει», όπως είπε χαρακτηριστικά. Στο ερώτημα αν είμαστε με τη ρωσία ή με τη δύση, εμείς απαντάμε πως είμαστε με τους λαούς.

Ακολούθησε μια σχετικά αβανταδόρικη ερώτηση για τις εξόφθαλμες αντιφάσεις της αξιωματικής αντιπολίτευσης σχετικά με τη στάση της και τις αυταπάτες που καλλιεργεί για την εε, με το μαργαρίτη να απαντά πως θα ήταν ενδιαφέρον να τη θέσουμε στον ίδιο το σύριζα. Έδραξε ωστόσο την ευκαιρία για κάποιες φαρμακερές ατάκες για το νέο και ωραίο μεσσία-ηγέτη, που προβάλλει ως η ελπίδα της ευρώπης για την κρίση· και μπορεί να του ξεφεύγουν μερικές φράσεις (σε ντοκιμαντέρ), τουλάχιστον όμως τις λέει με αυτοπεποίθηση. Κι έχει στο οπλοστάσιό του φρέσκα εργαλεία, σαν το new deal και το σχέδιο μάρσαλ, που υπήρξαν εξόχως αντιλαϊκά. Αν δεν κάνω λάθος, σημείωσε ο μαργαρίτης, ο στάινμπεκ συνέγραψε τα σταφύλια της οργής κατά την περίοδο εφαρμογής του νιου ντιλ, που έσωσε τις τράπεζες, όχι όμως και το λαό. Σε ένα σημείο μάλιστα χρησιμοποίησε ως παράδειγμα τους δροσουλίτες πολεμιστές που πολέμησαν κάποτε ενάντια στον τούρκικο στόλο και τη μυθική οπτασία στο νότιο τμήμα της κρήτης, για να την παραλληλίσει με μια πτυχή του ουτοπικού πολιτικού λόγου του σύριζα.

Με αφορμή μια ερώτηση-τοποθέτηση που συμπεριελάμβανε έναν προβληματισμό για τον πολιτικό ορίζοντα και τη στόχευση κάποιων κινημάτων –πχ ενάντια στην εν πλω υδρόλυση των χημικών της συρίας στη μεσόγειο- ο μαργαρίτης έκανε μια γενικότερη κριτική στη νέα αριστερά και το μάη του 68’, όπου αναβαπτίστηκαν ως ιδεολογικά ινδάλματα της αριστεράς φιλόσοφοι όπως ο (θετικά διακείμενος προς τους ναζί) χάιντεγκερ. Και συνέχισε κριτικάροντας τα διάφορα παρδαλά κινήματα διαμαρτυρίας, που καθίστανται εύκολα ελεγχόμενα και καταλήγουν στην πολιτική τους ουσία σα μικρές, πορτοκαλί επαναστάσεις.

Όταν τέθηκε πιο ειδικά το ζήτημα αν πρέπει ή όχι να συμμετέχουν οι κομμουνιστές σε αυτά τα κινήματα, για να επιδράσουν στην ωρίμανση και την πολιτική τους κατεύθυνση, ο μαργαρίτης διευκρίνισε αρχικά ότι χρειάζεται συγκεκριμένη κάθε φορά αντιμετώπιση και πως δε θα μπορούσε να μιλήσει ειδικά για την περίπτωση των χημικών στη συρία και των κινητοποιήσεων στην κρήτη –για τις σκουριές ρωτήστε με ό,τι θέλετε, πρόσθεσε. Για να καταλήξει πολύ εύστοχα στο ότι οι κομμουνιστές δεν πρέπει να είναι ο φτωχός συγγενής και διακοσμητικό συμπλήρωμα σε τέτοιες κινήσεις, όταν αποφασίζουν να συμμετέχουν, ούτε να παρασύρονται από το ποτάμι (του θεοδωράκη και γενικώς).

Η επόμενη ερώτηση έθιγε ένα πολύ ενδιαφέρον ζήτημα σχετικά με τους λόγους που επιλέχθηκε τώρα η χρησιμοποίηση των ναζί (που απαιτεί θεωρητικά μεγαλύτερη κάλυψη-δικαιολόγηση για να το αποδεχτεί η κοινή γνώμη) κι αν υπάρχει ως ενδεχόμενο για την ελλάδα ένα αντίστοιχο πραξικόπημα, με άξονα τους νεοναζί της χρυσής αυγής.
Ο μαργαρίτης απάντησε πως αυτό που διαφοροποιεί σχετικά το ναζισμό από τον κλασικό φασισμό είναι ότι δεν περιορίζεται σε εθνική κλίμακα, αλλά είχε ένα συνολικό σχέδιο για την αποκατάσταση της θέσης της ευρώπης στο διεθνή κεφαλαιοκρατικό καταμερισμό και την ανάκτηση των πρωτείων απ’ τις ηπα, με μοχλό ένα μοντέλο δουλικής εκμετάλλευσης των λαών μέχρι θανάτου, που δε θα μπορούσαν να το ακολουθήσουν οι ανταγωνιστές της. Σε αυτά τα πλαίσια δημιουργήθηκε πχ το 43’ στο κολαστήριο του άουσβιτς κι η περίφημη βιομηχανία ελαστικών continental.

Αυτός είναι ο λόγος που όλες σχεδόν οι άρχουσες τάξεις της ευρώπης συμμάχησαν πρόθυμα με το ναζισμό και γοητεύονται ως και σήμερα από τις ιδέες του, γιατί έχει κάτι να πει για την εποχή μας –σε αντίθεση με τη σοσιαλδημοκρατία πχ που ψελλίζει πως «λεφτά υπάρχουν» ως αντανάκλαση του ιστορικού χαρακτήρα της ήδη από το 19ο αιώνα και του αιτήματος για μια πιο δίκαιη διανομή των αποικιακών λάφυρων. Αυτό δε σημαίνει βέβαια πως επιστρέφουμε στα ίδια –προπαντός γιατί δεν υπάρχει τόσο ισχυρό αντίπαλο δέος, όπως η σοβιετική ένωση και οι λαοί που θα συνασπίζονταν γύρω της σε περίπτωση μιας εναντίον της επίθεσης. Έτσι προς το παρόν οι ιμπεριαλιστές τρώγονται μεταξύ τους.

Ακολούθως αναφέρθηκε στο ελληνικό παράδειγμα, στην πολυτέλεια της εγχώριας αστικής τάξης να βασίζεται στον αγγλικό παράγοντα και στην αξιοποίηση των φασιστικών οργανώσεων –πχ τη στρατολόγηση των μελών της τρία έψιλον ως ελεύθερων σκοπευτών στα γεγονότα του μάη του 36’. Όταν όμως ρωτήθηκε πιο ειδικά αν αισιοδοξεί τελικά πως στην ελλάδα δεν έχει τόσο βαθιές ρίζες ο φασισμός, για να παίξει αντίστοιχο ρόλο, δεν το απέκλεισε κατηγορηματικά, προσθέτοντας: πολύ θα το ‘θελαν οι έλληνες φασίστες, αλλά δεν έχουν στο ενεργητικό τους τη «δόξα» και τα κατορθώματα των ναζί με τις εκατόμβες θυμάτων σε αυτές τις χώρες.

Στην επόμενη απάντησή του ο μαργαρίτης έδωσε κάποια στοιχεία για την περίοδο του χολομοντόρ και την αμέσως επόμενη περίοδο, όπου η δράση του ουκρανικού αντάρτικου κατά των ναζί απέδειξε τη δημοφιλία της σοβιετικής εξουσίας. Παρέθεσε την εκπληκτική εκτίμηση του πολύ μαζάουερ ότι ο χίτλερ έκανε απλώς σε κάποιες μειονότητες, ό,τι έκανε ο στάλιν εις βάρος όλου του αγροτικού πληθυσμού της ρωσίας! Και τη συνέκρινε με την ευαισθησία των αστών ιστορικών στην περίπτωση της ιρλανδίας και της εξόντωσης πολυάριθμων αντιστασιακών ιρλανδών από τους βρετανούς. Αναφέρθηκε στους εκτοπισμούς πληθυσμών που συνεργάστηκαν με τους ναζί από στρατηγικές περιοχές της εσσδ αλλά συνεχίζουν προφανώς να υπάρχουν μέχρι σήμερα, καθώς τιμωρήθηκαν μόνο οι ηγέτες τους (πχ οι αταμάνοι των τσετσένων). Και μίλησε για την ψυχολογία του φασισμού που σε κάνει να μισείς τους πάντες και τον ίδιο τον εαυτό σου σε τελική ανάλυση, και για τη στρατιά του μπαντέρα που διακρίθηκε κυρίως στις σφαγές άμαχων πληθυσμών, όχι όμως και στις μάχες κατά του κόκκινου στρατού.

Οι σημειώσεις δε με βοηθάν ιδιαίτερα στη σύνδεση με το επόμενο σημείο, πάντως έγινε κάποια ερώτηση σχετικά με την ικανότητα να προβλέπουμε τις εξελίξεις, όπου ο μαργαρίτης ανέφερε ένα σπαρταριστό περιστατικό με τον πασίγνωστο αναλυτή φρόιντ. Που το 14’ είχε γράψει μια εκτενή 25σέλιδη ανάλυση, όπου εξηγούσε τα κοινά συμφέροντα και τους λόγους που θα απέτρεπαν το ενδεχόμενο πολέμου μεταξύ των μεγάλων δυνάμεων της εποχής. Τελικά το ξέσπασμά του τον βρήκε στις διακοπές του κι η οικογένειά του δεινοπάθησε μέχρι να καταφέρει να επιστρέψει πίσω.

Στη συνέχεια ο μαργαρίτης σκιαγράφησε με πολύ γλαφυρό τρόπο την ψυχολογία του μικροαστού που νιώθει να χάνει το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια του, τον τρόπο με τον οποίο η επίπλαστη καταναλωτική ευημερία μεταφράζεται πολιτικά σε ρατσισμό και φασισμό, και την καταγγελτική μανία των συναδέλφων του ακαδημαϊκών που θέλουν να περάσουν από πειθαρχικό όποιον και ό,τι δεν τους αρέσει (από φοιτητικά πάρτι μέχρι κινητοποιήσεις ενάντια στην αξιολόγηση). Από αυτή την άποψη, είπε, ευτυχώς που η ακαδημαϊκή κοινότητα δεν πείθει ευρύτερα τον κόσμο. Για να το φέρει σε αντιδιαστολή με ένα σχόλιο από κάποιον στο κοινό για το κκε που δεν μπορεί να πείσει τις μάζες.

Κι αφού εξήρε το κόμμα, γιατί αυτό τουλάχιστον έχει επιστημονική πρόταση και ταξική σκοπιά στο εργατικό κίνημα, είπε ότι το κκε δεν είναι ζορό να πάρει την εξουσία για λογαριασμό κάποιου άλλου, παρά μόνο όταν το αποφασίσουν οι ίδιοι εργαζόμενοι. Και ανέτρεξε σε ιστορικά παραδείγματα, για να πει πως το 44’ η ελλάδα είχε πολύ περισσότερους κομμουνιστές απ’ ό,τι το 39’, που είχαν μείνει μόλις δύο χιλιάδες κομματικά μέλη σε φυλακές κι εξορίες –όπως αντιστοίχως και στην ισπανία του 39’ σε σχέση με το 36’. Οι μάζες δηλ συναντάνε την κρίσιμη ιστορικά στιγμή τους κομμουνιστές· δεν τις στρατολογεί, έναν προς έναν, το κόμμα –κάτι τέτοιο εξάλλου θα ήταν πολύ κουραστικό και πρακτικά αδύνατο σε συνθήκες σαν κι αυτές στις οποίες έδρασε το κκε στην κατοχή.
Όταν επέμεινε ο ερωτών κι έβαλε το θέμα άλλες περιχαράκωσης, ο μάργκαρετ είπε πολύ εύστοχα πως όταν εμφανιστεί άλλες κομμουνιστής σε κάποιο συλλογικό χώρο, οι άλλες δυνάμεις είναι αυτές που περιχαρακώνονται, για να τον αντιμετωπίσουν κι όχι το αντίστροφο.

Για το τέλος άφησε ένα δύσκολο ερώτημα –που δε συνδεόταν άμεσα με το θέμα της εκδήλωσης- σχετικά με τη γιουγκοσλαβία. Η οποία ενώθηκε ιστορικά δύο φορές, τη μία για να αντιμετωπίσει τον «κομμουνιστικό κίνδυνο» και τη δεύτερη με κομμουνιστικά λάβαρα για να αντιμετωπίσει τους ιμπεριαλιστές. Παρόλα αυτά αποδέχτηκε τη «βοήθεια» του σχεδίου μάρσαλ, που χρησιμοποιήθηκε μαεστρικά για να δυναμώσει τις αποσχιστικές τάσεις μεταξύ των λαών της (εστιάζοντας στη σλοβενία πχ κι όχι στο νότο ή το κοσυφοπέδιο). Προφανώς όμως σήμερα πρέπει να έχουν αλλάξει με κάποιο θαυματουργό τρόπο οι στόχοι κι ο χαρακτήρας του σχεδίου μάρσαλ, γι’ αυτό και το συναντάμε στη ρητορική της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Πρόσθεσε μάλιστα ότι έχει και μια διδακτορική διατριβή που ασχολείται με αυτά τα θέματα, από την οποία έχει μάθει κι ο ίδιος αρκετά πράγματα. Κι ίσως να κάνω λάθος αλλά νομίζω ότι πρόκειται για τη διατριβή της –πάλαι ποτέ red blogger- παρτιζάνας για τη γιουγκοσλαβία.

Άντε και καλή δημοσίευση.

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Για σένα δεν κοιμάμαι

(αυτοδιοικητικές ιστορίες της συμβασιλεύουσας και των πέριξ)

Από τη στιγμή που άρχισα να καταλαβαίνω τον κόσμο γύρω μας (και δεν εννοώ το περιβάλλον, αλλά τις άλλες χώρες) και να με κερδίζει η γεωγραφία, θυμάμαι να ψάχνω για κάθε νέα χώρα που μάθαινα τα βασικά της στοιχεία: έκταση, πληθυσμό, νόμισμα (πριν το εκιού και το ευρώ), πρωτεύουσα και… συμπρωτεύουσα. Εντάξει, στην ισπανία ήταν η βαρκελώνη –κι ας μην είναι ενιαία χώρα- στην ιταλία (που ούτε αυτή είναι ακριβώς ενιαία, αλλά για άλλους λόγους) το μιλάνο, αν και θα έπρεπε να είναι η νάπολη, για τη σοβιετική ένωση το λένινγκραντ της καρδιάς μας και στη γαλλία είναι μάλλον η λιόν –ή μήπως το μπορντώ; Στις ηπα είναι μάλλον η νέα υόρκη και στην τουρκία η κωνσταντινούπολη. Αλλά στην αγγλία ποια είναι; Το λίβερπουλ ή μήπως το μάντσεστερ; Και στη γερμανία; Η βόννη για ιστορικούς λόγους ή μήπως το μόναχο; Και γιατί όχι το αμβούργο;
Τελικά μου πήρε λίγο καιρό να καταλάβω ότι η έννοια της συμπρωτεύουσας είναι φρούτο καθαρά ελληνικής (ου μην και βυζαντινής) παραγωγής, που δεν ευδοκιμεί στο σύγχρονο δυτικό κόσμο.

Κάτι άλλο που σκεφτόμουν μικρός ήταν η δυνατότητα να ακολουθήσουμε την παλιά γραμμή του κόμματος για «ανεξάρτητη μακεδονία» και να φτιάξουμε ένα δικό μας αύταρκες κράτος στη λδ του βορρά, πάνω απ’ τα τέμπη. Θα είχαμε βιομηχανία (πριν μας φύγει στη βουλγαρία) (αλλά και εμάς εαμοβούλγαρους, δε μας λένε;), αγροτική παραγωγή από το σερραϊκό κάμπο, ηλεκτρική ενέργεια συμπτολεμαΐδα, που λένε κι οι πόντιοι, τα πετρέλαια του πρίνου, πλωτή σύνδεση με το δούναβη, τα ψηλότερα βουνά και τα μεγαλύτερα ποτάμια, τουρισμό στην χαλκιδική (αλλά σαν τη θάσο καμιά), φιλικές σχέσεις με τη σαμοθράκη, για να πιάσουμε και το ευρύ εναλλακτικό κοινό, το συνάλλαγμα που θα άφηναν οι λαρισαίοι στον πλαταμώνα, δικό μας νόμισμα κι ιδίωμα με δική μας γραμματική για τις προσωπικές αντωνυμίες, πλούσια ιστορία και τη δική μας μεγάλη ιδέα για την επέκταση της μακεδονίας στα σύνορα της αυτοκρατορίας του αλέξανδρου. Θα συμμετείχαμε και στην αδριατική λίγκα του μπάσκετ, για να συνεχίσει τη δική του αυτοκρατορία ο άρης –και δε θα χρειάζονταν κι οι ελληνοποιήσεις! Με δυο λόγια η θεσσαλονίκη θα γινόταν η πρωτεύουσα των βαλκανίων, αν και είναι θέμα, ποια θα ήταν η συμπρωτεύουσα.


Για φέτος η θεσσαλονίκη έχει οριστεί πρωτεύουσα νεολαίας (συμπρωτεύουσα δεν ξέρω ποια θα είναι) με ένα σήμα μεταξύ περικεφαλαίας και μοϊκάνας, που προσφέρεται για διάφορους συνειρμούς. Αλλά εφόσον μιλάμε για νεολαία, ο μόνος τίτλος που θα μπορούσα να φανταστώ είναι η «πρωτεύουσα της ανεργίας» -και από υποψήφιες συμπρωτεύουσες, άλλο τίποτα. Οι άνεργοι βέβαια, δεν προσφέρονται ιδιαίτερα για εντυπωσιακές φιέστες με «χάπενινγκς» και «ιβέντς», εκτός και αν τους συγκεντρώσουμε όλους μαζί και τους κάψουμε φαντασμαγορικά, σαν το βασιλιά καρνάβαλο, να μην χαλάνε το σαξές στόρι της κυβέρνησης. Ή εκτός και αν θεωρούνται χάπενινγκ τα πεντάμηνα προγράμματα του οαεδ για τους ανέργους, που τα χρησιμοποιεί κατά κόρον ο δήμος θεσσαλονίκης για να εξαφαλίσει φτηνό, ευέλικτο δυναμικό. Αλλά την ίδια στιγμή πηγαίνει και «μάρτυρας υπεράσπισης» στο δικαστικό αγώνα κάποιων συμβασιούχων, για να χτίσει ανέξοδα φιλεργατικό προφίλ.

Η θεσσαλονίκη είχε την ευλογία να καεί και να καταστραφεί το σωτήριο έτος 1917, όχι απ’ τη φλόγα της επανάστασης που εξαπλωνόταν σε όλη την ευρώπη, αλλά από κανονική πυρκαγιά, που οδήγησε στον ανασχεδιασμό και σε μερική ανακατασκευή της από γάλλο αρχιτέκτονα –κι έτσι σχεδόν κάθε τι λειτουργικό (πχ ρυμοτομία) κρατάει από εκείνη την εποχή. Τότε περίπου όμως χτύπησε την πόλη κι η μεγαλύτερη κατάρα της: η σταδιακή απώλεια του πολυεθνικού χαρακτήρα της, με αποκορύφωμα ίσως το ναζιστικό πογκρόμ κατά των εβραίων –τη μνήμη των οποίων τιμά μέχρι σήμερα ο δήμος, περισσότερο όμως για να ανοίξει τουριστικές μπίζνες με το ισραήλ.
Και δεν είναι στενά εθνικό το ζήτημα γιατί ο πολιτισμός της μπετονιέρας και της αντιπαροχής σάρωσε και το ελληνικό παραδοσιακό στοιχείο, που σώζεται κάπως ευτυχώς στην άνω πόλη και τις περιοχές γύρω από τα κάστρα, που είναι κι οι πιο ωραίες για να ζει κανείς –αν εξαιρέσεις την αραιή συγκοινωνία και τις μεγάλες ανηφόρες.

Στη θεσσαλονίκη ισχύει στο ακέραιο –όπως περίπου και στην αθήνα- ο τυπικός διαχωρισμός μεταξύ δυτικών κι ανατολικών συνοικιών, με τις πρώτες να ‘ναι πιο λαϊκές, προλεταριακές, με περισσότερους μετανάστες και δήμους με κατακόκκινο παρελθόν, όπου κάποτε, επί αλλαγής, ο άβερελ κι ο θηλυκός γονιός είχαν κάνει έναν από τους πρώτους πολιτικούς γάμους στην ελλάδα. Δεν είναι τυχαία άλλωστε η επιτυχία του φεστιβάλ της οργάνωσης τα τελευταία χρόνια, που μετακόμισε δυτικά.

Λέω τυπικός διαχωρισμός, με τη διαφορά βέβαια ότι στον εικοστό αιώνα οι δικοί μας ήταν ανέκαθεν οι ανατολικοί (κι ουδέποτε πολεμούσαμε την ανατολασία). Και ότι εμείς δεν έχουμε δυτικό βερολίνο να μας κλέβει τους καλύτερους επιστήμονες και τα παραγωγικά στελέχη. Αλλά δεν μπορούμε ούτως ή άλλως να τα κρατήσουμε στον τόπο μας και να τα απορροφήσουμε, οπότε φεύγουν να διακριθούν στην πρωτεύουσα, που την τροφοδοτούμε σταθερά, όπως παλιά ο συνασπισμός το πασόκ –και τώρα αντίστροφα.

Πρέπει να ζήσει κανείς ένα διάστημα στη θεσσαλονίκη, για να ξύσει κάτω από την επιφάνεια της φαγητούπολης (που είναι), με την ερωτική διάθεση (δε διαφωνώ, γάμησέ τα είναι η κατάσταση) και το ρομαντικό μοβ ουρανό τις νύχτες (ευφημισμός για την υγρασία που τρυπάει κόκαλα κι ευθύνεται για το δύσκολο πρωινό ξύπνημα). Πρέπει να φύγεις μακριά της, στην αθήνα πχ, για να εκτιμήσεις αυτό που έχασες, τις (πιο) ανθρώπινες συμπεριφορές και αποστάσεις, και να τη νοσταλγήσεις. Και πρέπει να επιστρέψεις στην πόλη, για να καταλάβεις πόσο ραγδαία αθηνοποιείται και συγκεντρώνει τα στραβά μιας κλασικής μεγαλούπολης.

Όπως επίσης πρέπει να έρθεις σε επαφή με τους αθηναίους, για να καταλάβεις πως μερικά πράγματα δεν είναι πολύ εύκολο να τα πιάσεις διαλεκτικά από σκοπιά μαρξιστική και παγκοίνως αποδεκτή. Δεν είμαστε εμείς κομπλεξικοί, αυτοί είναι χαμουτζήδες και δεν ξέρουν να τρων γύρο και μπουγάτσα. Κι όχι, δεν είναι θέμα διατύπωσης, πώς θα το ζητήσεις και αν βγάζεις τελικά συνεννόηση (σα δυο σφους στη σπουδάζουσα, που εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια και την καλή πίστη μιας άλλης σφισσας και την έστειλαν στο γυράδικο να παραγγείλει μια «κρεατόβεργα», γιατί «έτσι τα λένε εδώ». Αλλά ουσίας, τι θα φας κι αν όντως τρώγεται αυτό που σου φέρνουν ή αν είναι τρεις μπουκιές, σαν ορεκτικό.

Και τι πάει να πει χαλλλαρά άραγε; Χαλαρά σε σχέση με τι και με ποιο κριτήριο; Θυμάμαι τον «πιο παλιό», όπως υπογράφει εδώ καμιά φορά, όταν είχαμε βρεθεί μαζί στην αθήνα για κάτι υποχρεώσεις, να με σταματά λίγο ενώ προχωρούσαμε και να μου δείχνει έντρομος πώς έτρεχαν οι άλλοι γύρω μας, σαν κουρδισμένοι. Και στο καπάκι τον έπιασε μια ακατανίκητη νοσταλγία για τα πάτρια εδάφη, όπως το γεωργάτο στην ίντερ, με τη φράξια του φραπέ.

Ή το άλλο στα διήμερα της οργάνωσης, που φωνάζαμε εμείς ρυθμικά για χαβαλέ το οπαδικό «βρε δεν έχετε νερό, τι σκατά θα κάνετε, όλοι θα πεθάνετε» και αυτοί απαντούσαν «βρε δεν έχετε μετρό». Και πώς να έχουμε, φίλε χαμουτζή, που όλη η πόλη είναι χτισμένη σε βυζαντινά ερείπια κι όπου και να σκάψεις, όλο και κάτι θα πετύχεις. Και τώρα που η κατασκευή του συνάντησε την παλιά μέση οδό στο σταθμό της βενιζέλου, έχει γίνει ένα κουβάρι με τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης που θέλει στην ουσία να καταστρέψει το εύρημα για να τελειώνει το έργο, με την ανάδοχο εταιρία που προσπαθεί να εκμαιεύσει μάλλον περισσότερα χρήματα, για να σωθεί το σημείο και να το παρακάμψει, και με τον μπόμπολα που πιέζει και καραδοκεί στη γωνία να το αναλάβει αυτός.

Αλλά εγώ είμαι με το φουτουριστικό όραμα του ρεντ φλάι, που ονειρεύεται κάτι υπέργεια μετρό και λεωφόρους σε υπερυψωμένο επίπεδο, πάνω από την πόλη –κι ανάθεμα αν θα τα δούμε όλα αυτά στα κοντά, πριν από τον όψιμο, ώριμο κομμουνισμό. Το μόνο παρήγορο είναι πως τώρα με την κρίση, δεν κυκλοφορούν πολλά αυτοκίνητα, γιατί υπό άλλες συνθήκες του πρόσφατου παρελθόντος, τα έργα θα έκοβαν την πόλη στα δύο με το μποτιλιάρισμα που θα προκαλούσαν.

Υπάρχει βέβαια και μια άλλη στάση, που δεν ξέρουμε τι θα γίνει τελικά, κοντά στον ευκλείδη, γιατί τσινάει η εκκλησία για μια έκταση που της ανήκει. Κι είναι κάποιες φορές που η πόλη αυτή μοιάζει θεοκρατούμενη, με τις σαράντα εκκλησιές (πολύ ωραίο μέρος) πάνω από το καυτατζόγλειο κι άλλες τόσες διάσπαρτες στο κέντρο της πόλης, να συναγωνίζονται σε συχνότητα τα περίπτερα –που λέει ο λόγος. Γι’ αυτό κι ο μπουτάρης, που εκτός από άθεος είναι πάνω απ’ όλα επιχειρηματίας, τα βρίσκει μια χαρά με το μητροπολίτη σε επίπεδο μπίζνας και θέλει να προωθήσει το θρησκευτικό τουρισμό, παρέχοντας δωρεάν εκμάθηση της ρωσικής στους επιχειρηματίες –που το έχουν και ανάγκη. Και η βασική αντίδραση στη διοίκησή του είναι γιατί θέλει να φέρει και τούρκους τουρίστες στο σπίτι του κεμάλ, όπου βρίσκεται τώρα το τούρκικο προξενείο και να μετονομάσει την αποστόλου παύλου σε οδό κεμάλ ατατούρκ. Από εκεί να καταλάβεις πόσο ελπιδοφόρα είναι τα πράγματα.

Τι είναι λοιπόν η θεσσαλονίκη από πολιτική άποψη -εκτός από παοκ και θρησκόληπτη; Είναι βασικά μια δεξιούπολη, που κατέβασε εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου στα συλλαλητήρια για τη μακεδονία και τις ταυτότητες, όπου ευδοκιμεί η ακροδεξιά, αλλά δεν έχει αυτόνομο χώρο έκφρασης, γιατί την έχει εγκολπώσει αρμονικά η επίσημη δεξιά, που αφαιρεί (ή μήπως παρέχει) το ζωτικό χώρο των νεοναζί (lebensraum, όπως το λένε κι οι ίδιοι). Με έντονες αριστερές καταβολές –αν όχι από την κομμούνα των ζηλωτών, τουλάχιστον- από τη φεντερασιόν, το μάη του 36’ και κάποιες εκλογικές πρωτιές της εδα στα μεταπολεμικά χρόνια. Όπου ο ανδρέας επί αλλαγής είχε κάνει τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις της σύγχρονης ιστορίας της κι ο τσοχατζόπουλος είχε να λέει για κάτι εκλογές, που ήταν μπροστά η δεξιά μέχρι το τέλος και έμενε μόνο η δημοκρατική τούμπα στην καταμέτρηση (με το πασοκοράδιο φωνή της τούμπας στους 105,5, εκεί που εξέπεμπε αργότερα ο ροκ εφεμ), που έφερε την ανατροπή.

Μια χαλαρή πόλη που βρήκε έναν «άνετο» δήμαρχο για να γελάει με τις προγραμματισμένες ατάκες του, να τον αποδοκιμάζει σε δημόσιες εμφανίσεις του, αλλά να τον (επαν)εκλέγει στο τέλος. Που τη δήλωναν όλοι σχεδόν οι πολιτικοί αρχηγοί δεύτερη περιφέρεια, για να δώσουνε ώθηση στα ποσοστά τους. Και θυμόμουν συνειρμικά τα παλιά «παιχνίδια χωρίς σύνορα» (όχι τη σημερινή άνοστη εκδοχή τους), όπου όλες οι χώρες έπαιζαν μαζί το τζόκερ στο ίδιο παιχνίδι κι αναπόφευκτα κάποιες έβγαιναν χαμένες. Εμείς δηλ συνήθως, που θαλασσοπνιγόμασταν όπου υπήρχε πισίνα και παλεύαμε στα ίσα με τους μαλτέζους για την τιμητική τελευταία θέση.

Τώρα όμως η κρίση τα αναποδογύρισε όλα, τα παιχνίδια χωρίς σύνορα με την μπουλέ στον αντένα είναι ντροπή να φέρουν αυτό το όνομα και δεν υπάρχουν πια παγιωμένες πολιτικές σταθερές. Ο άκης μπήκε στην μπουζού, στα πλαίσια της κάθαρσης του πολιτικού συστήματος, μαζί κι ο προηγούμενος δήμαρχος, ο παπαγεωργόπουλος, ενώ στο τσακ τη γλίτωσε ο ζορό ψωμιάδης. Μόνο θεσσαλονικείς βάζουν στο στόχαστρο όμως και εμένα μου μυρίζει δάχτυλος του αθηναϊκού κατεστημένου. Το λέει κι ο μπάμπης ο σουγιάς άλλωστε…


Αντί επιλόγου το τραγούδι από το οποίο προέρχεται κι ο τίτλος της ανάρτησης.