Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Ο Στάλιν στην Κολιμά, ο αντισοβιετισμός στο κόκκινο

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η ιστορία γράφεται με ανυπακοή, όπως λέει η Πωλίνα. Ή αλλιώς με πάλη ταξική, που την καθορίζουν κάποιες νομοτέλειες. Αυτές δεν πρέπει να νοούνται ως σιδερένια, αμετακίνητα διατάγματα, αλλά ως γενικοί νόμοι και αντιθέσεις που διαμορφώνουν ένα πολύπλοκο φάσμα δυνατοτήτων για τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα. Ό,τι συμβαίνει, έχει ερμηνεία, αιτίες και με αυτήν την έννοια είναι νομοτελειακό. Δεν είναι όμως κι αναπόφευκτο, καθώς η ιστορία μας αφήνει πάντα διαφορετικές δυνατότητες εξέλιξης, πχ σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός υπάρχει ως προοπτική κι εναλακτική, δε θα έρθει αναπόδραστα από μόνος του όμως, νέτος-σκέτος, αν δε φροντίσουμε εμείς για αυτό.

Η ιστορία δε γράφεται με "αν" -εκτός κι αν πρόκειται για το "αν" της ανυπακοής. Τα μυθιστορήματα εναλλακτικής ιστορίας όμως έρχονται να πατήσουν ως είδος στα "κενά" της, σε αυτές τις δυνατότητες διαφορετικής εξέλιξης και στις πιο ιντριγκαδόρικες κι αντιδιαλεκτικές υποθέσεις: "τι θα γινόταν αν..."



Το βιβλίο του Μπελαντή έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον, γιατί καταπιάνεται με μια πολύ μεστή περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και με την εσωκομματική διαπάλη μετά το θάνατο του Λένιν. Στην οποία δεν επικρατεί τελικά ο Στάλιν, ούτε κάποιος άμεσος αντίπαλός του, αλλά ο Ράντεκ και οι τροτσκιστές, για το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου. Το οποίο αντιστρέφει σαν καθρέφτης τις αντίπαλες πλευρές και τους ρόλους τους, για να δείξει πιθανότατα πως κάποιες επιλογές-γεγονότα ήταν αντικειμενικά, πέρα από τα διάφορα πρόσωπα και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, ως προσωπικότητες.

Αυτό όμως για το συγγραφέα δε σημαίνει πως η πάλη κι η εξουσία των μπολσεβίκων θα έπαιρναν αναπόφευκτα -για να αποφύγουμε το νομοτελειακά- συγκεκριμένες μορφές και χαρακτηριστικά -εν ολίγοις αυτά που συμπυκνώνει ως όρος η "δικτατορία του προλεταριάτου". Σημαίνει απλώς πως θα είχαμε "μία από τα ίδια", που ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει ως ένα καταπιεστικό, εκμεταλλευτικό καθεστώς, με εκτεταμένη χρήση καταστολής.

Ο Μπελαντής χρησιμοποιεί ένα τσουβάλι, αλλά κι ένα ιδιότυπο "διαλεκτικό" σχήμα διαφοράς-ταυτότητας για την ηγεσία των μπολσεβίκων και τους κλασικούς του μαρξισμού, που δε φτάνουν τη σκαιότητα του (σατανικά κακού, ακόμα κι όταν δεν έχει την εξουσία) Στάλιν, συνδέονται οργανικά όμως με βασικά στοιχεία του "σταλινισμού" και τους λόγους που επικράτησε. Ο Τρότσκι είναι σαφώς πιο διαλλακτικός, ευθύνεται όμως για την αντίληψη της στρατιωτικοποίησης της εργασίας και των συνδικάτων. Ο Λένιν έχει μια αντιγραφειοκρατική αναλαμπή στο "Κράτος κι Επανάσταση", αλλά δεν έμεινε συνεπής σε όσα έγραφε για τη συμμετοχή των μαζών στη διακυβέρνηση. Ούτε καν ο Μαρξ δεν ξεφεύγει από το στόχαστρο της κριτικής για κάποιες εκτιμήσεις του.

Αν αυτό για κάποιους δείχνει ένα ανεξάρτητο κριτικό πνεύμα που αναστοχάζεται και αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμα και για το μαρξισμό, από την άλλη μπορεί να μας βάλει σε σκέψεις για τη σχέση του συγγραφέα με αυτόν (τη μαρξιστική ιδεολογία) και σε ποιο βαθμό τον ασπάζεται ως μέθοδο και θεωρία.

Γιατί κρίνουμε όμως με πολιτικούς όρους ένα μυθιστόρημα;
Γιατί το καθιστά αναπόφευκτο το θέμα του, ακόμα κι αν δεν πολιτικολογούσε εκτενώς ο συγγραφέας του, σε πολλά σημεία και χωρίς λογοτεχνικά προσχήματα. Η σοβιετική πείρα μπορεί να προκαλεί ενδιαφέρον σε διάφορες πτυχές, διαστάσεις της και ζητήματα, που δε στερούνται βέβαια πολιτικής χροιάς, πόσο μάλλον όταν αφορούν την πολιτική ιστορία της ΕΣΣΔ. Η δημιουργική μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορίας είναι θεμιτή, υπόκειται αυτονόητα όμως σε πολιτική κριτική. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας έχει κάθε δικαίωμα να φτιάξει το δικό του ιστορικό σύμπαν με τα υλικά που νομίζει, ενώ εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα να κρίνουμε τι έφτιαξε, αν ακολουθεί κάποιους κανόνες στην "πολιτική κουζίνα" του ή ψάχνει απλώς να δικαιώσει και να ικανοποιήσει τις εμμονές του.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που υπάρχει για ένα συγγραφέα -καθαρά λογοτεχνικά μιλώντας- είναι να παρουσιάσει τους ήρωές του ως φωτοτυπίες του εαυτό του, για να επαναλαμβάνουν όλοι μαζί τις απόψεις του. Και ο Μπελαντής δε φαίνεται να θέλει καν να αποφύγει αυτόν το σκόπελο. Στο δικό του ιστορικό σύμπαν, οι μπολσεβίκοι ηγέτες αυτομαστιγώνονται στους εσωτερικούς τους μονόλογους με τα λόγια του και τις δικές του απόψεις, αναγνωρίζουν τα λάθη τους, πως έχουν ξεστρατίσει από τα επαναστατικά ιδανικά τους, άλλο αν η αυτοκριτική τους δε μεταφράζεται σε έμπρακτη μεταμέλεια. Από τη στιγμή λοιπόν που έχουν λίγο πολύ απεκδυθεί τις δικές τους ιδέες, η μεταξύ τους αντιπαράθεση δεν έχει κανένα περιεχόμενο, καμία πολιτική βάση κι είναι απλώς ένας άθλιος αγώνας για την εξουσία, ανάμεσα σε εξίσου άθλια ανθρωπάρια, που είναι έτοιμα να μεταχειριστούν κάθε μέσο για να επικρατήσουν, ακόμα και την ατομική βόμβα! Ο Μπελαντής δε μας παρουσιάζει τους χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος, αλλά μια δράκα παλιοχαρακτήρες, αδίστακτους και κυνικούς, που παλεύουν για την εξουσία -το μόνο τους ιδανικό- σα βυζαντινοί δελφίνοι, για να επικρατήσει στο τέλος ο δολιότερος, ο πιο αδίστακτος, αλλά βασικά να αλληλοεξοντωθούν.

Οι πιο στενοί συνεργάτες του Στάλιν (Μολότοφ και Μπέρια) παίζουν μεταξύ τους ρώσικη ρουλέτα με ένα περίστροφο για τη θέση του Γκεν Σεκ (Γενικού Γραμματέα), μετά από απόφαση του Πολιτικού Γραφείου! Ενώ ο Στάλιν (που αναφέρεται ως Γιόζεφ, για να κολλάει με το Γεζόφ) χρησιμοποιεί τηλεπάθεια για να επικοινωνήσει με το Γιούρι Γκέλερ και τον Αϊνστάιν και να τον πείσει να του παραδώσει το μυστικό της ατομικής βόμβας, για να την χρησιμοποιήσει εναντίον των εσωκομματικών του αντιπάλων! Το πρόβλημα δεν είναι τα φανταστικά στοιχεία του ιστορικού σύμπαντος του βιβλίου, αλλά τι ακριβώς προσπαθούν να αποδείξουν.

Είναι χαρακτηριστικό πως σε μια παρουίαση του βιβλίου (στην οποία ακούσαμε εγκώμια σχεδόν για κάθε άλλη πολιτική δύναμη της επαναστατικής εποχής, από τους μενσεβίκους και τους εσέρος έως τους αναρχικούς, εκτός από τους μπολσεβίκους, βεβαίως-βεβαίως), ο συγγραφέας περιέγραψε πως τον απασχόλησε το ερώτημα αν μπορούμε να δούμε το Στάλιν ως άνθρωπο και σημείωνε ως θετικό επίτευγμα πως προσπάθησε να δει και να παρουσιάσει και την ανθρώπινη πλευρά του! Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι που δε μας έδιεξε κάποιο τέρας με δύο κεφάλια, τρία χέρια κοκ.

Πώς απέκτησαν όμως οι Σοβιετικοί την ατομική βόμβα; Από Γερμανούς επιστήμονες που βρίσκονταν σε επαφή με τον Τρότσκι. Εξάλλου οι Σοβιετικοί δε φτάνουν σε κανένα επιστημονικό επίτευγμα μόνοι τους, αλλά τα δανείζονται όλα από τη Γερμανία, στην οποία έχουν επικρατήσει οι σοσιαλδημοκράτες, θέτοντας εκτός νόμου τους ναζί και τους κομμουνιστές, που έχουν όμως αρκετά περιθώρια ημινόμιμης δράσης, ενώ όλοι οι κομμουνιστές της Αντιπολίτευσης βρίσκουν σε αυτήν ασφαλές καταφύγιο.

Το συμπέρασμα είναι πως η αστική δημοκρατία είναι μάλλον προτιμότερη ως πλαίσιο πολιτικής δράσης για τους επαναστάτες, ενώ ήταν μάλλον ακίνδυνη αν όχι και... αλληλέγγυα προς τη σοβιετική εξουσία. Η τελευταία οξύνει τα μέσα και τις μεθόδους πάλης κατά των αντιπάλων της, επειδή είναι βίαια και κακή από τη φύση της, στην "εκφυλισμένη" της εκδοχή, και όχι επειδή απειλείται από την ιμπεριαλιστική περικύκλωση -αυτή δεν υφίσταται- από κάποιον πόλεμο, από κάποιον εχθρό με άμεσες επεκτατικές βλέψεις ή με την ατομική βόμβα αργότερα -αυτήν την χρησιμοποίησαν εξάλλου οι ίδιοι εναντίον του εαυτού τους, στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου για την εξουσία.

Αυτή είναι μια μόνιμη επωδός-σταθερά πολλών αστικών αναλύσεων που παρουσιάζουν το Στάλιν σατανικό και σκαιό, πιθανότατα λόγω χαρακτήρα, και τους μπολσεβίκους πιθανότατα εκ φύσεως αιμοσταγείς, και όχι επειδή υφίσταται λυσσαλέα ταξική πάλη ή επειδή υπάρχει η μόνιμη απειλή -που δεν έμεινε στη θεωρία, αλλά πέρασε σύντομα και στην πράξη- της ιμπεριαλιστικής απειλής (η οποία αναφέρεται και στο ιστορικό σύμπαν του βιβλίου ως υπαρκτός αλλά όχι ικανός παράγοντας, που ερμηνεύει αλλά δε δικαιολογεί κάποιες επιλογές). Άλλωστε και το βιβλίο φαίνεται σε πολλά σημεία να απευθύνεται σε αντίστοιχο, αστικό κοινό, παρά στον κόσμο του κινήματος, σε όλες τις αποχρώσεις του, που είναι πιο εξοικειωμένος με το ιστορικό πλαίσιο, την ορολογία και το πλαίσιό του, και βασικά είναι το κατεξοχήν κοινό που το αγόρασε.

Όποιος ψάχνει κινηματικό αποκούμπι θα το βρει στην αυτοδιαχειριζόμενη μικρή παροικία, που χτίζεται ως ουτοπία κάπου στη Σιβηρία, παράλληλα με το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου και τα θέατρα της εμφύλιας μάχης και σε μια αόριστη υπόσχεση του Ράντεκ, που επιστρέφει στα πράγματα, πως βγήκαν διδάγματα από τα λάθη του παρελθόντος και την επόμενη φορά όλα θα γίνουν καλύτερα.
Θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Τόσο για την επανάσταση, όσο και για το επόμενο αντίστοιχο βιβλίο του, τη σκοπιά του και την ποιότητά του.

Τρίτη, 8 Μαΐου 2018

Η Γιουγκοσλαβία του Τίτο και η σημερινή Σερβία

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Τίτο ήταν ένας Κροάτης με Σλοβένα μητέρα, που κράτησε ενωμένη όσο ζούσε τη Γιουγκοσλαβία και λατρεύτηκε από τους Σέρβους, για αυτόν ακριβώς το λόγο. Το μαυσωλείο του βρίσκεται στο Βελιγράδι, σε ένα μικρό δάσος έξω από το κέντρο της πόλης, όπου στεγάζεται σήμερα το Μουσείο της Γιουγκοσλαβίας.


Σε αντίθεση με άλλες πρώην σοσιαλιστικές χώρες της ΚΑ Ευρώπης, οι Σέρβοι δεν έχουν κάποιο “Μουσείο Τρόμου” ή της αντίστοιχης μυστικής υπηρεσίας τους, για να καταγγείλουν τα “εγκλήματα του κομμουνιστικού καθεστώτος”. Πιθανότατα έχουν απομακρύνει κάποια μνημεία κι αγάλματα, παραμένουν όμως πολλά ονόματα δρόμων (όπως της Παρισινής Κομμούνας και του σοβιετικού Στρατηγού Τολμπούχιν, που απελευθέρωσε τα Βαλκάνια) κι ο οβελίσκος που ανεγέρθηκε για την ιδρυτική συνδιάσκεψη του Κινήματος των Αδεσμεύτων στο Βελιγράδι, το 1961.
Ίσως, από μια άποψη, οι Γιουγκοσλάβοι οικοδόμησαν λιγότερα -με ένα sui generis αυτοδιαχειριζόμενο σοσιαλισμό της αγοράς- και είχαν λιγότερα να γκρεμίσουν, για να ολοκληρώσουν την καπιταλιστική παλινόρθωση, συνεπώς δε χρειάστηκε να δαιμονοποιήσουν τα σύμβολα και τους πρωταγωνιστές του προηγούμενου καθεστώτος. Και στη σημερινή αστική Ρωσία εξάλλου -που είναι επίσης συγκαλυμμένος ο αντικομμουνισμός των επίσημων αρχών ως προς το σοβιετικό παρελθόν της χώρας- τιμούν πχ τον Κοσίγκιν που ήταν στέλεχος του ΚΚΣΕ, αλλά οι μεταρρυθμίσεις του άνοιξαν το δρόμο στη σταδιακή επικράτηση καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.


Η σημερινή κυβέρνηση δε διάκειται προφανώς θετικά προς το γιουγκοσλαβικό παρελθόν και τον Τίτο -και ας είναι αμφιλεγόμενος. Κι αυτό ακριβώς εξηγούσε μια Σέρβα υπάλλληλος στην υποδοχή ενός από τα κτίρια του χώρου, σε έναν “αγανακτισμένο τουρίστα” από τη Δύση, που περίμενε προφανώς να συναντήσει τον ωμό αντικομμουνισμό που έχει συνηθίσει και μια σαφή, κατηγορηματική καταδίκη για τα “σημεία και τέρατα” στα χρόνια του Τίτο. Για να προσθέσει στη συνέχεια ότι προσπαθούν στη χώρα της να δουν αντικειμενικά το παρελθόν τους. Αυτό το τελευταίο μεταφράζεται στη μέση οδό του μέσου όρου -κάτι σαν τον “τρίτο δρόμο” του Τίτο: ούτε συμπάθεια και προβολή, ούτε απέχθεια και καταδίκη για το -ούτε σοσιαλιστικό ούτε τυπικά καπιταλιστικό- γιουγκοσλαβικό μοντέλο.
Έτσι μες στο μουσείο, υπάρχουν διαδραστικές οθόνες με συνεντεύξεις διάφορων δημόσιων προσώπων, ιστορικών, οικονομολόγων κτλ, στην πλειοψηφία τους μάλλον αρνητικά διακείμενων στην “ημι-σοσιαλιστική Γιουγκοσλαβία”. Παράλληλα όμως υπήρχαν συνεντευξιαζόμενοι που αναγνώριζαν πχ πως οι λαοί της πρώην Γιουγκοσλαβίας έχουν πολύ περισσότερα κοινά που τους δένουν μεταξύ τους -μολονότι είναι δύσκολο να συνυπάρξουν ξανά σε ένα κράτος.
Ένας εξ αυτών μάλιστα σημείωνε μια μικρή λεπτομέρεια, το δώρο που είχε στείλει ένα νηπιαγωγείο του Σεράγεβο για το πρώτο Συνέδριο των Αδεσμεύτων, και μια ζωγραφιά που απεικόνιζε κορίτσια και αγόρια όλων των φυλών, εκκινώντας από αυτήν για να ξετυλίξει το νήμα της ειδοποιού διαφοράς και υπεροχής των αξιών που δίδασκε στα παιδιά εκείνο το σύστημα. Σε ποιο αστικό σχολείο θα μπορούσε άραγε να συμβεί αυτό σήμερα, όταν τα παιδιά στη Βοσνία κοιτάζουν καχύποπτα όποιον δεν έχει την ίδια θρησκεία και το όνομά του παραπέμπει στην “αντίπαλη” πλευρά;
Στις καπιταλιστικές χώρες, η διαφημιζόμενη ενότητα δεν είναι παρά τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης, που ντύνονται με το μανδύα του εθνικού συμφέροντος και ένα ψευδεπίγραφο “όλοι μαζί”. Στις σοσιαλιστικές χώρες -ακόμα και στη Γιουγκοσλαβία ως ένα βαθμό- το αντίστοιχο ιδανικό ήταν η ενοποίηση της ανθρωπότητας και η φιλία των λαών, έστω κι αν πολιτικά μεταφραζόταν και διολίσθαινε ενίοτε προς την “ειρηνική συνύπαρξη” και τις “οικουμενικές”, αταξικές θεωρήσεις των διεθνών σχέσεων.

Με τα δεδομένα που περιγράφονται παραπάνω, αντιλαμβάνεται κανείς πως η κριτική στάση απέναντι στον Τίτο από κομμουνιστική σκοπιά δεν είναι ιδιαίτερα εύκολο καθήκον στη Σερβία. Για να το πούμε διαφορετικά, είναι πολύ λογικό -αλλά όχι αναπόφευκτο, σίγουρα- οι Σέρβοι κομμουνιστές να υπερασπίζονται (κριτικά ή όχι και τόσο) την όποια οικοδόμηση υπήρξε και να ταυτίζονται ή να αξιοποιούν πολιτικά το μαζικό κύμα νοσταλγίας για τα χρόνια του Τίτο και της Γιουγκοσλαβίας.


Στο Μουσείο μαθαίνουμε πως υπήρχε ένα έθιμο στα γενέθλια του Τίτο, όπου ο απλός λαός έστελνε μαζικά γράμματα στον ηγέτη του, και του έγραφε οτιδήποτε τον απασχολούσε και ήθελε να του πει, από ευχές μέχρι τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, και πως πολλοί οπαδοί του Τίτο συνέχισαν να στέλνουν χιλιάδες γράμματα, ακόμα και μετά το θάνατό του (σαν σήμερα, στα 1980), όπου του έγραφαν πως νοσταλγούν τις παλιότερες εποχές, που ήταν ο ίδιος στα πράγματα.
Στις οθόνες της ίδιας πτέρυγας, πάνω από τη συλλογή με τα δώρα που λάμβανε ο Γιόζιπ (Ιωσήφ κι αυτός με το όνομα, αλλά χωρίς τη χάρη όπως φάνηκε) μπορεί να δει κανείς μαγνητοσκοπημένες συνάξεις παλιών -και όχι μόνο- κομμουνιστών, με τις γιουγκοσλαβικές σημαίες, τα σύμβολα, τις κονκάρδες, τις φορεσιές τους και τα εικονίσματα του Τίτο φυσικά, που στήνουν χορό, τραγούδι και συγκινούνται, καθώς θυμούνται τα παλιά -ή μάλλον το νέο κόσμο που έχασαν.

Στην ακριβώς διπλανή οθόνη, παίζει ένα βίντεο από τη δεκαετία του 60′ και του 70′ και τη μεταφορά της φλόγας (όχι όμως της ολυμπιακής) σε ένα μεγάλο στάδιο, στο πλαίσιο κάποιων αγώνων (ή μήπως των γενεθλίων του Τίτο, που ήταν σαν σήμερα, στις 7 του Μάη;), μέσα από κάμπη, δάση, εργοστάσια και γειτονιές, από χαμογελαστούς δρομείς με ροδαλά μάγουλα, σε στιγμές βγαλμένες από τη χειρότερη καρικατούρα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Που ωστόσο δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να κλάψεις, βλέποντας κάτι μακρινό -όχι τόσο από την άποψη της χρονικής απόστασης, αλλά του απελθόντα νέου κόσμου που τα γέννησε.


Στο ίδιο μουσείο μπορεί να δει κανείς:
-αναπαράσταση από το γραφείο του Τίτο με τη βιβλιοθήκη του, όπου δυστυχώς δεν μπορούσαμε να διακρίνουμε ποια βιβλία περιελάμβανε κι αν είχε και αυτό που του είχε προλογίσει ο Ανδρέας στην Ελλάδα.
-τη “μανία” που έχουν με το σιδηρόδρομο και τα τρένα οι Σέρβοι, που έχουν μάλλον μέτριες, οδικές υπεραστικές συγκοινωνίες, αλλά διαφημίζουν τη σιδηροδρομική τους σύνδεση με τη Ρωσία!
-το βαγόνι στο περίφημο μπλε τρένο του Τίτο, που χρησιμοποιούσε για τις μετακινήσεις του σε όλη τη χώρα, και το οποίο μετέφερε το φέρετρό του από τη Λιουμπλιάνα στην πρωτεύουσα για την κηδεία του.
-μια εικόνα με τους εκατοντάδες πολιτικούς ηγέτες που παραβρέθηκαν στην κηδεία του και τον Μπρέζνιεφ κάπως παράμερα από τους υπόλοιπους.
-Το χάρτη με τις χώρες που έστειλαν κάποιον εκπρόσωπο στην κηδεία και τα λιγοστά χαρακτηριστικά κενά, όπως το λευκό χρώμα στο σημείο της Αλβανίας.

-Τα δώρα που έστελνε στον Τίτο ξεχωριστά κάθε ομόσπονδη δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, με γλυπτά και αγάλματα, που κοσμούν τον κήπο του Μουσείου. Και τους άπειρους πυραύλους-ρουκέτες, που του έστελναν ως προσωπικά δώρα διάφοροι φίλοι κι επίσημοι καλεσμένοι, λες και έκανε συλλογή…




-Και μια περιγραφή με τη χρονική ακολουθία των ιστορικών γεγονότων, από την οποία προκύπτει πως οι φοιτητές και οι λαϊκές μάζες αντέδρασαν έντονα στις μεταρρυθμίσεις της δεκαετίας του 70′ που ενίσχυαν τις ανισότητες και τα στοιχεία της αγοράς -ενώ το κλασικό σχήμα στις επίσημες μετασοσιαλιστικές αφηγήσεις, σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι πως ο λαός αντιδρούσε γιατί ήθελε περισσότερες ελευθερίες και βασικά… περισσότερο καπιταλισμό.


Εν κατακλείδι: οι επαναστάσεις κι οι εξεγέρσεις δεν μπαίνουν σε μουσεία. Αλλά η Γιουγκοσλάβικη ίσως άξιζε όντως μια θέση σε αυτό, για τον ιδιότυπο τρίτο δρόμο της προς το σοσιαλισμό, που δε χρειάστηκε καν αντεπανάσταση για την καπιταλιστική παλινόρθωση -που όμως δεν ήταν βελούδινη, γιατί πέρασε μέσα από τον εμφύλιο (μοναδικό στο είδος του, γιατί είχε λαούς που δεν αισθάνονταν ότι είναι το ίδιο) και τη διάλυση μιας χώρας που την έλεγαν Γιουγκοσλαβία…






Κυριακή, 6 Μαΐου 2018

Δύο χρόνια και μια μέρα - Δύο επέτειοι ενός Μάη

Έχουν μεταξύ τους διαφορά δύο χρόνων και μιας μέρας, αλλά κατά μία έννοια ορίζουν μια περίοδο, για αυτό μπορούν να ιδωθούν μαζί, και αυτό είναι το σκεπτικό που μπαίνουν μαζί, σε μια ανάρτηση με δύο μέρη που δημοσιεύτηκαν στην Κατιούσα.

Α' μέρος: 5 Μάη 2010 - Η ΜΑΡΦΙΝ, το Μνημόνιο και το χρονικό μιας προβοκάτσιας

Τυπικά, η αρχή ήταν στις 23 Απρίλη, με το ΓΑΠ να ανακοινώνει απο το Καστελόριζο, με μια πένθιμη γραβάτα, για τη σημειολογία του πράγματος, πως σκοπεύει να προσφύγει στο ΔΝΤ για οικονομική βοήθεια. Δεν ήταν αυτό ακριβώς που θα περίμενε κανείς από μια… κυβέρνηση αντιεξουσιαστών, όπως διαφημίστηκε αρχικά. Ελάχιστοι όμως είχαν πάρει στα σοβαρά αυτές τις γραφικότητες, και οι πρώτες αντιδράσεις είχαν ξεκινήσει ήδη από το Δεκέμβρη του 09′, δύο μήνες μετά από τις εκλογές, με την πρώτη απεργία που προκηρύχθηκε από τις ταξικές δυνάμεις, παρακάμπτοντας το γραφειοκρατικό μηχανισμό της ΓΣΕΕ, που δεν πήρε σχετική απόφαση, σε τριτοβάθμιο επίπεδο.

Την άνοιξη του 10′ που ακολούθησε, είχαμε διψήφιο αριθμό απεργιακών κινητοποιήσεων στον ιδιωτικό και το δημόσιο τομέα -οι μισές σχεδόν εξ αυτών χωρίς ανώτερη κάλυψη- οι οποίες έδειξαν τον κοινωνικό αναβρασμό και τις αγωνιστικές διαθέσεις ενός κόσμου, που δε θα κατάπινε αμάσητα το μνημόνιο, είχαν όμως ως συνέπεια πολλές απολύσεις πρωτοπόρων στελεχών από το χώρο τους, που αποδεκάτισαν το ταξικό κίνημα σε νευραλγικές θέσεις.

Στις 5 Μάρτη, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ έφερε την πρώτη δέσμη μέτρων, που θεωρητικά θα απέτρεπε τα χειρότερα, αλλά στην πράξη λειτούργησε ως κομμάτι της σκηνοθεσίας και του εκβιαστικού κλίματος. Έκοτε, ο όγκος των διαδηλωτών αυξανόταν σταθερά από κινητοποίηση σε κινητοποίηση, παράλληλα με τον ενθουσιασμό και την αγωνιστική αισιοδοξία, η οποία επέστρεψε μετά από πολλά χρόνια. Τα περισσότερα ρεπορτάζ έκαναν λόγο για τις μεγαλύτερες πορείες των τελευταίων πολλών χρόνων και τις πιο μαζικές απεργίες μετά τη δεκαετία του 90′.

Το αποκορύφωμα ήρθε στις 5 Μάη, την πρώτη μέρα συζήτησης και ψήφισης του Μνημονίου στη Βουλή, με μια ογκώδη διαδήλωση, χωρίς πρόσφατο προηγούμενο. Ουσιαστικά, οι τρεις απεργιακές συγκεντρώσεις εκείνη τη μέρα ενώθηαν, σχηματίζοντας ένα μεγάλο ποτάμι (φουσκωμένο η οργή του λαού) και μια σχετικά ενιαία και αρκετά πυκνή γραμμή που έφτανε από τις Στήλες του Ολυμπίου Διός ως το Πεδίο του Άρεως, σύμφωνα με κάποιες χαρτογραφήσεις -που δεν πρέπει να απείχαν πολύ από την πραγματικότητα. Ακόμα κι αν κάποιες εκτιμήσεις είχαν το στοιχείο μιας αισιόδοξης υπερβολής, δεν έπαυαν να είναι ενδεικτικές τόσο της μαζικότητας, όσο και του μαζικού ενθουσιασμού και της αποφασιστικότητας που φαινόταν να επικρατεί στους διαδηλωτές. Όχι μόνο στους ψημένους συνήθεις υπόπτους, που είχαν σταθερή παρουσία στο κίνημα όλα αυτά τα χρόνια, αλλά και σε πολλούς που ήταν σα να ξυπνάν ξαφνικά από ένα μακρύ λήθαργο και έκαναν το βήμα να κατέβουν για πρώτη φορά σε μια διαδήλωση.

Αυτό το κλίμα, αυτή η αποφασιστικότητα ήταν που καλούνταν να σπάσει, πάση θυσία, η κυβέρνηση και το σύστημα που υπηρετούσε. Μπορεί να μην έτριζε η καρέκλα του ΓΑΠ, που είχε σχετικά νωπή λαϊκή εντολή, αλλά το επόμενο χρονικό διάστημα, η φθορά του ΠΑΣΟΚ ήταν ραγδαία, οδηγώντας σε μια απρόβλεπτη -για τους περισσότερους- εκλογική συρρίκνωση του “Κινήματος” που συνέδεσε την πορεία του με τον κύκλο της Μεταπολίτευσης. Αλλά το πιο βασικό ήταν να μην αμφισβητηθεί το Μνημόνιο ως στρατηγική επιλογή, για τη σημαντική μείωση των μισθών, που θα έφερνε πολλά κέρδη για την αστική τάξη.

Το κατάλληλο εργαλείο για όλα αυτά ήταν η δοκιμασμένη συνταγή ενός δολοφονικού, προβοκατόρικου χτυπήματος στο κατάστημα της ΜΑΡΦΙΝ στη Σταδίου, που προκάλεσε το θάνατο τριών υπαλλήλων -εκ των οποίων η μία ήταν εγκυμονούσα γυναίκα- και η κατάλληλη αξιοποίησή του από τα -σαν έτοιμα από καιρό- κυρίαρχα ΜΜΕ.

Μικρή σημασία έχει αν οι δράστες ήταν συνειδητοί προβοκάτορες ή λειτούργησαν αντικειμενικά ως τέτοιοι, ανεξάρτητα από τις προθέσεις τους. Την επόμενη μέρα, τα κανάλια αφιέρωσαν χρόνο, για να προβάλουν μια σχεδόν κωμική -αν δεν ήταν τόσο τραγική η περίσταση- συγκέντρωση πενθούντων φιλελέδων με κεράκια, μπροστά από το σημείο όπου βρισκόταν το κατάστημα, που περίμεναν αμήχανοι να τους δείξουν οι κάμερες, για να αποκτήσει νόημα η σύναξή τους. Αυτή η θλιβερή -κατά βάθος, παρά την κωμικότητά της- άμαζη μάζωξη κέρδισε περισσότερο χρόνο δημοσιότητας από τις εκατοντάδες χιλιάδες κόσμου που είχαν κατέβει μαζικά στο δρόμο, την προηγούμενη ημέρα.

Παρά τη σχετική τους αποτυχία -ως προς την προβολή της συγκεκριμένης πρωτοβουλίας- ο αντικειμενικός τους στόχος εν μέρει επιτεύχθηκε. Το χτύπημα και τα τρία θύματα προκάλεσαν ένα μούδιασμα σε πολύ κόσμο, σε συνδυασμό και με την ψήφιση τελικά του μνημονίου, χωρίς σημαντικές απώλειες για την κυβέρνηση -πλην της Σακοράφα- χάρη και στο ακροδεξιό δεκανίκι του ΛΑΟΣ, που προαλειφόταν για κυβερνητικός εταίρος, αλλά και για το πολιτικό του τέλος. Οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν τους επόμενους μήνες, χωρίς όμως τον αρχικό ενθουσιασμό και τη μαζικότητα του προηγούμενου διαστήματος.

Παρεμπιπτόντως, ήταν αξιοσημείωτη η ταχύτητα με την οποία τα κανάλια έσπευσαν να σπάσουν την απεργία εκείνης της ημέρας -που αφορούσε ασφαλώς και τα ειδησεογραφικά δελτία- για να πουλήσουν αίμα και τρόμο, και να σκεπάσουν τις μαζικότατες κινητοποιήσεις και τη λαϊκή οργή που ξεχείλιζε. Από τότε, οι 24ωρες απεργίες της ΓΣΕΕ ορίζονται σε διαφορετική μέρα για τα ΜΜΕ, υποτίθεται για να μπορούν να καλύπτουν δημοσιογραφικά τις απεργιακές κινητοποιήσεις -κάτι που δε συμβαίνει ποτέ.

Κάποιες αναλύσεις στέκονται στις εγκληματικές ευθύνες του Ανδρέα Βγενόπουλου, που έδωσε εντολή να παραμείνουν οι υπάλληλοί του στο κατάστημα και τους άφησε να πεθάνουν από ασφυξία, σαν τα ποντίκια, σε ένα κτίριο με ελλιπή μέτρα ασφαλείας, για να μη χάσει και το παραμικρό κέρδος. Στον αντίποδα, υπάρχει και η εκδοχή πως πίσω από το ύποπτο, τυφλό χτύπημα βρισκόταν το μακρύ χέρι των ανταγωνιστών του Mr MARFIN, που ήθελαν -και όντως κατάφεραν- να του κόψουν τη φόρα και τα φτερά, καθώς προχωρούσε σε σειρά επιθετικών επιχειρηματικών κινήσεων, βάζοντας στο μάτι και τον -υπό ιδιωτικοποίηση- ΟΤΕ.

Αυτά όμως είναι δύσκολο να αποδειχτούν, ακόμα και αν δεν πρόκειται για τραβηγμένες θεωρίες συνωμοσίας. Δεν είναι τυχαίο πάντως πως η επίθεση καταγγέλθηκε ακόμα και από οργανώσεις του αναρχικού, αντιεξουσιαστικού χώρου, που σε άλλες περιπτώσεις επιδοκιμάζουν -και βασικά συμμετέχουν σε- αντίστοιχα επεισόδια -τα λεγόμενα “μπάχαλα”, όπως επικράτησε να λέγονται. Αυτό που είναι αντικειμενικό και πέραν κάθε αμφισβήτησης, είναι πως κανένα κομμάτι του κινήματος και του αγώνα, δε θα είχε τόσο ελεεινή συμπεριφορά, για να επιχαίρει με αυτούς που είχαν εγκλωβιστεί στο κτίριο και κινδύνευε η ζωή τους, όπως έκαναν οι προκλητικοί υπάνθρωποι που φώναζαν και αλάλαζαν κάτω από το φλεγόμενο κτίριο εκείνη τη μέρα. Εξίσου αδιαμφισβήτητη είναι η αριστοτεχνική αξιοποίηση του χτυπήματος από το σύστημα, που δε διστάζει να χρησιμοποιεί κάθε θεμιτό ή αθέμιτο μέσο, για να πετύχει τους στόχους του και να στερεώσει την κυριαρχία του.


Οκτώ χρόνια μετά από εκείνα τα γεγονότα, φαίνεται να υπάρχει επιστροφή στην αστική “κανονικότητα”, την πλήρη ακινησία και την αγκαλιά του σύγχρονου ΠΑΣΟΚ -που αναδείχτηκε ως εναλλακτική εφεδρεία για το σύστημα μέσα από τις κινητοποιήσεις εκείνου του διαστήματος. Αυτό που άλλαξε όμως είναι πως υπάρχει ένα πιο υποψιασμένο και θωρακισμένο κίνημα -μια μερίδα του τουλάχιστον, που δεν έτρεφε ποτέ αυταπάτες- για να αξιοποιήσει το επόμενο αντίστοιχο ξεπέταγμα και την αφύπνιση των -απογοητευμένων σήμερα- λαϊκών μαζών.

-.-

6 Μάη 2012: Το ΠΑΣΟΚ πέθανε, ζήτω το (νέο) ΠΑΣΟΚ

Οι εκλογές της 6ης Μάη του 12′ ήταν η κάλπη με το πιο ρευστό σκηνικό στα μεταπολιτευτικά -και όχι μόνο- χρονικά, με τις περισσότερες ανατροπές συγκριτικά με τις προηγούμενες εκλογές του 09′, καθώς και αυτή με τη μεγαλύτερη διασπορά ψήφων και ποσοστών, θυμίζοντας έντονα τις εκλογές του 1950, την πρώτη αναμέτρηση δηλαδή μετά από το τέλος του εμφυλίου. Είναι χαρακτηριστικό πως κανένα κόμμα δεν υπερέβη το 20%, ενώ πρώτη δύναμη -πάνω απ’ τη ΝΔ που είχε το μεγαλύτερο ποσοστό- ήταν αθροιστικά τα κόμματα που έμεναν εκτός Βουλής, χωρίς να πιάσουν το όριο του 3% -δείγμα κι αυτό του ρευστού κλίματος και της διασποράς που σημειώσαμε παραπάνω.

Ενάμιση μήνα μετά, η βεντάλια θα έκλεινε ξανά και θα επιστρέφαμε σε μια νέα μορφή δικομματισμού-διπολισμού κι “αστικής κανονικότητας”, με αλλαγή φρουράς στο σοσιαλδημοκρατικό πόλο, και τον ΣΥΡΙΖΑ να παίρνει τη θέση του καταρρέοντος ΠΑΣΟΚ. Παραλίγο να γίνει μάλιστα κάτι παρόμοιο και στον άλλο πόλο, με τους ΑΝΕΛ στη θέση της ΝΔ, που επίσης συρρικνώθηκε εκλογικά. Τελικά το κόμμα του Καμμένου περιορίστηκε στον πιο ταπεινό ρόλο του μετέπειτα κυβερνητικού συν-εταίρου του ΣΥΡΙΖΑ.

Παράλληλα είχαμε την ανάδειξη μιας άλλης κυβερνητικής τσόντας, χωρίς αντιμνημονιακά ταμπού, όπως η ΔΗΜΑΡ -στη θέση του ακροδεξιού ΛΑΟΣ που έμεινε εκτός Βουλής- αλλά και την τρομακτική -όχι τόσο/μόνο ποσοτικά, αλλά ως προς το ποιοτικό της μέγεθος- άνοδο του νεοναζιστικού μορφώματος της χρυσής αυγής. Κάτι που επιβεβαίωνε πως ουσιαστικά βγήκαν ενισχυμένα τα κόμματα που αξιοποίησαν το κίνημα των Αγανακτισμένων κι αναδείχτηκαν στην πάνω και κάτω Πλατεία του Συντάγματος.

Πιο συγκεκριμένα, το ΠΑΣΟΚ υπέστη εκλογική συντριβή, χάνοντας σχεδόν τα 3/4 της δύναμής του συγκριτικά με το 09′. Μια καθίζηση μάλλον απρόβλεπτη ως προς τις διαστάσεις της, δεδομένου ότι ήταν συχνό κι επαναλαμβανόμενο το φαινόμενο των πράσινων “κοψοχέρηδων” που μετανοούσαν την τελευταία στιγμή, παρά τα όσα υπόσχονταν στον εαυτό τους, για να κοροϊδέψουν τους γύρω τους.

Αυτή τη φορά, όμως, είχε φτάσει το πλήρωμα του χρόνου. Όχι μόνο εξαιτίας της συσσωρευμένης λαϊκής οργής κατά των κομμάτων του μνημονίου, αλλά και λόγω των οργανωμένων μετακινήσεων μαζικών στελεχών που διαμόρφωναν την κοινή γνώμη και -εν μέρει- το αποτέλεσμα.

Είναι ζήτημα αν τελικά η κακήν-κακώς απομάκρυνση του ΓΑΠ, μετά τους χειρισμούς του τελευταίου και τις παλινωδίες στο ζήτημα του δημοψηφίσματος για το ευρώ, έπαιξε κάποιο ρόλο στο ποσοστό του ΠΑΣΟΚ, και αν ο αντικαταστάτης του Β. Βενιζέλος ήρθε πολύ αργά για να αντιστρέψει το κλίμα ή το έκανε ακόμα χειρότερο, καθώς ενσάρκωνε απολύτως την αλαζονεία της εξουσίας και το πλέον αντιπαθητικό της πρόσωπο.

Η Νέα Δημοκρατία του Σαμαρά απείχε σοφά μεν, τακτικά μιλώντας, από την υπερψήφιση του πρώτου μνημονίου, αναγκάστηκε όμως να δώσει χείρα βοηθείας στο ΠΑΣΟΚ για το μακροπρόθεσμο και να μπει στο κυβερνητικό σχήμα το 11′, σε ένα “Μεγάλο Συνασπισμό” από τα πάνω -που σύντομα θα έπαυε να είναι “μεγάλος”. Εισέπραξε έτσι ένα μεγάλο μέρος της γενικευμένης οργής -αντί για τα πολιτικά της οφέλη- και έπεσε κάτω από το 20%, σε συνδυασμό με τις διαρροές από τις διασπάσεις της. Ανάμεσά τους και η ΔΗΣΥ της Ντόρας Μπακογιάννη, που έμεινε οριακά εκτός βουλής, την ίδια μέρα που απεβίωνε η Μαρίκα Μητσοτάκη.

Ο άλλος ένοικος της δεξιάς πολυκατοικίας, το ΛΑΟΣ του Καρατζαφέρη, έμεινε επίσης εκτός βουλής, και μπήκε στο περιθώριο της κεντρικής πολιτικής σκηνής, έχοντας προλάβει στο ενδιάμεσο να αναδείξει πολλά ακροδεξιά στελέχη που θα έβρισκαν στέγη στη ΝΔ (Άδωνις, Βορίδης, Πλεύρης) και να παραδώσει την ακροδεξιά σκυτάλη στη χρυσή αυγή -που είχε ρίξει την πρώτη προειδοποιητική βολή για την άνοδό της, με την έδρα που έβγαλε ο Μιχαλολιάκος στο Δήμο Αθηναίων. Το ΛΑΟΣ εισέπραξε κι αυτό την οργή για τη συμμετοχή του στο ενιαίο κυβερνητικό σχήμα και επιχείρησε ανεπιτυχώς έναν ελιγμό με την καταψήφιση του μεσοπρόθεσμου, που έδωσε απλώς το πάτημα στα -σαν έτοιμα από καιρό- στελέχη του, για να μεταπηδήσουν στο μεγάλο μαγαζί της Νέας Δημοκρατίας.

Σε αυτές τις εκλογές, έκανε την εμφάνισή της και η “Δημιουργία Ξανά” του Τζήμερου, χωρίς να μπορέσει ποτέ να περάσει το φράγμα που χωρίζει τα social media από την πραγματική ζωή.

Στον αντίποδα, ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν το κόμμα-υποδοχέας για τους απογοητευμένους ψηφοφόρους του ΠΑΣΟΚ, καταφέρνοντας να τετραπλασιάσει σχεδόν σε πρώτη φάση τα ποσοστά του, και να γίνει μες σε ένα μήνα κόμμα εξουσίας, ενώ μέχρι πρότινος πάλευε για την κοινοβολευτική του επιβίωση. Το φθινόπωρο του 10′, μεσούσης της κρίσης και των μαζικών κινητοποιήσεων, είχε μέτρια αποτελέσματα στις αυτοδιοικητικές εκλογές και τίποτα δεν προμήνυε πως μπορεί να παίξει αυτό το ρόλο. Αυτό που μεσολάβησε ήταν οι πλατείες των αγανακτισμένων, ενώ πολλοί αστέρες τους βρέθηκαν αργότερα στα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ (Τσακαλώτος, Βαρουφάκης, Κατρούγκαλος, Λαπαβίτσας).

Μετά τη 12η Φλεβάρη, και για τρεις σχεδόν μήνες ως τις εκλογές, κινηματικά δεν κουνήθηκε φύλλο. Ο ΣΥΡΙΖΑ έριξε όλο το επικοινωνιακό του βάρος στις εκλογές, προβάλλοντας ως σύνθημα την “κυβέρνηση της Αριστεράς” -πιθανόν με την ιδεολογική σφραγίδα του Κοτζιά, που είχε κάνει αντίστοιχες επεξεργασίες στη δεκαετία του 80′ και τα χρόνια του ενιαίου Συνασπισμού. Σε μια συνέντευξη Τύπου με το Λαφαζάνη, δε δίστασαν να χρησιμοποιήσουν ακόμα κι ένα απόσπασμα από το τότε ισχύον Πρόγραμμα του ΚΚΕ -κόβοντας και ράβοντάς το στα μέτρα τους- για να αναδείξουν το στόχο που σκέπαζε τα πάντα: την κυβέρνηση.

Ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να βγει δεύτερος, περίπου τρεις μονάδες μπροστά από το ΠΑΣΟΚ. Η διαφορά δεν ήταν μεγάλη αλλά έκανε σαφές ότι υπήρχε διάδοχη κατάσταση κι η εναλλαγή επισπεύσθηκε, με τη δεύτερη κάλπη του Ιουνίου. Στο μεσοδιάστημα, η ενωτική πίεση” αυξήθηκε σε βαθμό ασφυξίας, επιχειρώντας να αλώσει οτιδήποτε υπήρχε στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ -και δεν είχε λιγοστά αποτελέσματα.

Το ΚΚΕ πέτυχε ένα αποτέλεσμα που ξεπερνούσε μεν κάθε άλλη πρόσφατη επίδοσή του στις εθνικές εκλογές, αλλά ήταν σαφώς κατώτερο των προσδοκιών που κυμαίνονταν συνήθως πάνω από το φράγμα του διψήφιου ποσοστού. Ενώ στις περισσότερες εκλογικές περιφέρειες της επαρχίας σημειώθηκε διακριτή άνοδος, καταγράφηκε η αντίθετη τάση στα μεγάλα αστικά κέντρα, που έδιναν παραδοσιακά μεγάλη δύναμη στο κόμμα. Παρά το ανοιχτό μέτωπο με τις δυνάμεις του οπορτουνισμού, τα αντανακλαστικά απέναντι στις διεργασίες και τις οργανωμένες μετακινήσεις που παρατηρήθηκαν στην κάλπη, δεν ήταν στο ύψος των περιστάσεων.

Μετεκλογικά, η τότε ΓΓ κάλεσε τους ψηφοφόρους να διορθώσουν την ψήφο τους, ιδίως ως προς την ενίσχυση των νεοναζί της χρυσής αυγής, αλλά τα λόγια της ερμηνεύτηκαν σκοπίμως ως αφ υψηλού κήρυγμα στους ψηφοφόρους κι είχαν το αντίθετο αποτέλεσμα. Χαρακτηριστικό του εκρηκτικού κλίματος και μιας καλλιεργούμενης κακοπιστίας ήταν και μια τηλεοπτική παρουσία των πολιτικών αρχηγών της “Αριστεράς”, όπου το κοινό ξεσπούσε οργισμένο με όσα έλεγε η Αλέκα, για να το καταπραΰνει αργότερα ο Α. Τσίπρας και να το αποκοιμίσει ο μειλίχιος Κουβέλης στο τέλος.



Η εξωκοινοβουλευτική αριστερά, με το μετωπικό σχηματισμό της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, πέτυχε ένα ιστορικό υψηλό με το 1,2% το οποίο όμως κυμάνθηκε πολύ μακριά από τις κοινοβουλευτικές προσδοκίες που καλλιεργούσαν κάποιοι -και τους γύρισαν μπούμερανγκ στη συνέχεια. Η αποτυχία εισόδου στη Βουλή δεν εμπόδισε ωστόσο τα στελέχη της να συναντηθούν στο πλαίσιο των διερευνητικών εντολών (!) με τον Τσίπρα, σε μια ιστορική συνάντηση που έμεινε να μαρτυρά το στίγμα των διαθέσεών της απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ, μέχρι το καλοκαίρι του 15′.

Τα παραπάνω ήταν απλώς κάτι σαν το πρώτο ημίχρονο, που δεν μπορεί να ιδωθεί αυτοτελώς, χωρίς τη συνέχεια των εκλογών του Ιουνίου του 12′. Αλλά για το δεύτερο ημίχρονο, θα περιμένουμε λίγες μέρες την αντίστοιχη επέτειο.

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Εκτός από το μισθό, υπάρχει κι η αλλοτρίωση - Σημειώσεις για τον Παρισινό Μάη

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Μάης του Παρισιού ήρθε σχεδόν 100 χρόνια μετά την Παρισινή Κομμούνα. Δεν είχε ούτε τη δική της διάρκεια, ούτε (κατά προσέγγιση έστω) τη δική της εμβέλεια, δεν έφτασε ποτέ στο σημείο να διεκδικήσει την εξουσία, αφού δεν ήταν καν διακηρυγμένος στόχος του, και φάνηκε να είναι μια τομή χωρίς ουσιαστική συνέχεια στο πολιτικό σκηνικό της Γαλλίας. Από την άλλη όμως, απέκτησε διεθνή διάσταση, κυρίως στην Ιταλία, ενώ κάποιες αναλύσεις -από αστική και τροτσκιστική σκοπιά- τον συνδέουν με την Άνοιξη της Πράγας, και θεωρούν πως σηματοδοτεί μια καμπή. Ή ένα νέο πολιτικό υπόδειγμα, κατά άλλους, το οποίο ανέδειξε τη "Νέα Αριστερά" και σε ένα βάθος χρόνου το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα -το οποίο δεν είχε συγκροτημένη οργανωτική υπόσταση και δεν έπαιξε ουσιαστικό ρόλο στα γεγονότα του Μάη- και επίσης τους Καταστασιακούς και μια συγκεκριμένη εκδοχή της αναρχίας.

Πολλές φορές συμπεριλαμβάνεται στος πολιτικούς καρπούς του Μάη και η εξέγερση του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα, όπου θεωρητικά αργούν να φτάσουν και να εκδηλωθούν οι κυρίαρχες τάσεις και τα μηνύματα από την Ευρώπη. Δεν υπάρχει όμως άμεση σχέση αιτίου-αιτιατού μεταξύ των δύο ή κάποια οργανική σύνδεση μεταξύ τους, καθώς οι συνθήκες και το ιστορικό πλαίσιο ήταν πολύ διαφορετικά. Τα βασικά κοινά γνωρίσματα ήταν οι φοιτητικές κινητοποιήσεις που πυροδότησαν το καζάνι της λαϊκής οργής -που πολλοί τείνουν να απολυτοποιήσουν το ρόλο τους ή να τις δουν ξεκομμένες από το γενικό λαϊκό ξεσηκωμό- και η ενσωμάτωση που ακολούθησε -από άλλες διαδρομές και με διαφορετικούς ρυθμούς- στις δύο περιπτώσεις, με χαρακτηριστικά παραδείγματα επιφανών εκπροσώπων τους, και η οποία οφείλει να μας διδάξει και να μας προβληματίσει ως προς τις αιτίες και τα μέσα επικράτησής της.

Στην Ελλάδα αυτό έγινε σε ένα βάθος χρόνου, καθώς ξεθύμαινε σταδιακά ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός της Μεταπολίτευσης, ενώ στη Γαλλία σχετικά άμεσα, αφού η κυβέρνηση του ντε Γκολ βγήκε ενισχυμένη και πρακτικά παντοδύναμη από τις κάλπες του Ιουνίου, μόλις ένα μήνα μετά το αποκορύφωμα της εξέγερσης, κατά την οποία ο στρατηγός σκεφτόταν ακόμα και το ενδεχόμενο να καταφύγει σε μια στρατιωτική επέμβαση, για να μπορέσει να σπάσει το μαζικό απεργιακό κύμα και να ελέγξει κάπως την κατάσταση. Οι εξεγερσιακές διαθέσεις έμειναν μακριά από την κάλπη και δεν εκφράστηκαν στο αποτέλεσμά της. Στον αντίποδα όμως, δεν είναι λίγα τα παραδείγματα από την ιστορία που μας δείχνουν πως την υποχώρηση ενός κινήματος ή μιας εξέγερσης την διαδέχεται η επικράτηση συντηρητικών διαθέσεων.

Συχνά επιχειρείται η ερμηνεία της πολιτικής κληρονομιάς του Μάη μέσα από κάποια εμβληματικά συνθήματα που βγήκαν εκείνες τις μέρες ή εξέφρασαν το πνεύμα του, αλλά αυτή είναι μια σχετικά επισφαλής προσέγγιση.

Αν εντάξουμε πχ σε αυτήν την κληρονομία το σύνθημα "εκτός από τον ιμπεριαλισμό, υπάρχει και η μοναξιά", αγνοούμε έτσι τις μαζικές αντιπολεμικές κινητοποιήσεις για το Βιετνάμ, που ήταν το πρόπλασμά του, αλλά και την περιπέτεια-υποχώρηση του γαλλικού ιμπεριαλισμού, ως ιστορικό καμβά των εξελίξεων.

Για άλλες προσεγγίσεις, η πολιτική κληρονομία του Μάη συνίσταται στην ανακάλυψη ενός νέου επαναστατικού υποκειμένου στο χώρο της νεολαίας, μακριά από το... "μεσιανισμό του προλεταριάτου" (βλέπε Μαρκούζε). Αλλά η είσοδος της εργατικής τάξης στο προσκήνιο, των σωματείων και των μαζικών απεργιών τους ήταν αυτή που έδωσε μαζική και συγκρουσιακή διάθεση στα γεγονότα του Μάη, κάνοντας την αστική τάξη να νιώσει πως απειλείται και κλονίζονται -στιγμιαία έστω- τα θεμέλια της κυριαρχίας της. Χωρίς αυτά, ο Μάης δε θα έπαιρνε τις ίδιες διαστάσεις ούτε και την εμβέλεια που έχει σήμερα.

Η πολιτική του Γαλλικού ΚΚ, η ετοιμότητά του να μπει μπροστά ως καθοδηγήτρια δύναμη στα γεγονότα, η στρατηγική του αντίληψη για την επανάσταση και ο βαθμός διάβρωσής του από ρεφορμιστικές ιδέες -που έγιναν η βάση του υπό διαμόρφωση ευρωκομμουνιστικού ρεύματος- είναι ζητήματα προς κριτική εξέταση και συζήτηση. Αυτη η διερεύνηση όμως δεν έχει καμία σχέση με αναρχικούς αφορισμούς για τα κομμουνιστικά κόμματα, τη... φαντασιακή υπέρβαση των "παλιών, οργανωτικών σχημάτων", την απέχθεια για κάθε μορφή οργάνωσης και έννοια πρωτοπορίας, με άλλα λόγια την άρνηση της αναγκαιότητας του κόμματος της εργατικής τάξης -μαζί με την άρνηση να αναγνωριστεί η ίδια ως επαναστατικό υποκείμενο.

Αυτές οι μικροαστικές θεωρήσεις είναι γνωστές και διαχρονικές: αποθέωση του αυθόρμητου και της νεολαίας -ως γενική και αόριστη κατηγορία που περιλαμβάνει τα πάντα, μαζί με την αστική άποψη για το "χάσμα γενεών"- ενάντια στις έννοιες της οργάνωσης, της πρωτοπορίας και της ταξικής θεώρησης των πραγμάτων. Με άλλα λόγια, μια "επαναστατική" απόρριψη όλων των βασικών επαναστατικών χαρακτηριστικών, που σε τελική ανάλυση στρέφεται ενάντια στο κομμουνιστικό κίνημα συνολικά και μπορεί να συμπυκνωθεί σε ένα σύνθημα-τίτλο του Κον Μπεντίτ (που έγινε και τίτλος βιβλίου του): "ο αριστερισμός είναι το φάρμακο στη γεροντική άνοια του κομμουνισμού".
Τα αποτελέσματα αυτή της αγωγής, μπορεί να τα δει κανείς σήμερα στο πρόσωπο και τη διαδρομή του "αστέρα" του φοιτητικού κινήματος της εποχής.

Παρόλα αυτά, συνηθίζουμε κάποιες φορές από την πλευρά μας να σπαταλάμε πολύ χώρο για να καθαρίσουμε το Μάη από τη σκουριά των μικροαστικών αφηγήσεων και τις υπερβολές των ερμηνειών αντίπαλων πολιτικών χώρων. Ωστόσο, υπάρχει ένας θετικός πυρήνας που μπορεί και πρέπει να αναδειχθεί, παράλληλα με τα διδάγματα-συμπεράσματα, που βγαίνουν από την αρνητική πείρα του.

Ο Μάης ήταν σκληρή ταξική σύγκρουση, ακριβώς εξαιτίας του ισχυρού εργατικού κινήματος -που έχει ακόμα και σήμερα μεγάλη παράδοση στη Γαλλία- και των μαζικών διαδηλώσεων και απεργιακών κινητοποιήσεων που άρχισαν μερικές μέρες μετά το φοιτητικό ξέσπασμα. Το καινούριο στοιχείο που ξεπήδησε από όλα αυτά, δίπλα στις πάγιες και διαχρονικές διεκδικήσεις (για το μισθό, το ωράριο κτλ) ήταν τα συνθήματα ενάντια στη ρουτίνα, την αλλοτρίωση, την αστική κανονικότητα, την έλλειψη νοήματος στην παραγωγή. Στοιχεία που δείχνουν πως ακόμα και μια σχετικά ευημερούσα αστική κοινωνία -καθώς μιλάμε για τη "χρυσή μεταπολεμική τριακονταετία, πριν από την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του 70'- δεν μπορεί να προσφέρει την αληθινή ευτυχία στους εργαζόμενους, γιατί μέτρο της τελευταίας δεν είναι στενά το εισόδημα και κάποιες ανέσεις, αλλά πρωτίστως η ανάπτυξη κι επιβεβαίωση της προσωπικότητας του καθενός στην εργασία, δηλαδή στην κύρια κοινωνική δραστηριότητά του, και η ελεύθερη δημιουργική αξιοποίηση των κλίσεων και των δυνατοτήτων του.

Βασική αντινομία του, παρόλα αυτά, ήταν πως η δυναμική του φάνηκε να εξαντλείται ακριβώς μετά την υπογραφή μιας συμφωνίας που εξασφάλιζε μισθολογικές αυξήσεις και μερικές ακόμα κατακτήσεις για τους εργαζόμενους -αποδεικνύοντας ότι η αστική τάξη είναι πρόθυμη να κάνει παραχωρήσεις (μόνο) όταν νιώθει πως απειλείται και πρέπει να διασώσει την ταξική της κυριαρχία. Κι είναι ζήτημα αν αυτό ήταν όντως το ταβάνι στο οποίο μπορούσε να φτάσει τη δεδομένη στιγμή το ταξικό κίνημα -και κατάφερε να το πάρει- ή αν άφησε να περάσει αναξιοποίητη μια ευκαιρία -για κάποιους ενδεχομένως και "επαναστατική κατάσταση".

Εν κατακλείδι, το πνεύμα του Μάη δεν μπορεί να το εκφράζουν κάποιοι διάσημοι "κινηματικοί αστέρες" που βολεύτηκαν γρήγορα στην αγκαλιά του συστήματος που θεωρητικά πολεμούσαν, ενίοτε και σε κυβερνητικές θέσεις (όπως ο Κον Μπεντίτ που έγραψε το "Forget May '68"), αλλά μόνο αυτοί που συνεχίζουν να παλεύουν για να το ανατρέψουν.

Τρίτη, 1 Μαΐου 2018

Το τελευταίο σημείωμα

Έχοντας δει από τις πρώτες μέρες την ταινία, δεν περιμενα να γράψω από τους τελευταίους σημείωμα για το "τελευταίο σημείωμα" του Βούλγαρη, αλλά η ζωή δεν έρχεται πάντα όπως την έχεις φανταστεί. Οπότε μπορείς να κάνεις μια τανία -σαν το Βούλγαρη- για να πάρει εκδίκηση η φαντασία από τη ζωή και την ιστορική πραγματικότητα, όχι απλά για να συμπληρώσει δημιουργικά τα κενά της αλλά για να της αλλάξει τα φώτα.


Το πιο σημαντικό σχετικά με την ταινία είναι ότι αποτέλεσε ουσιαστικά πολιτικό γεγονός. Δε θα μπορούσε να μην είναι τέτοιο και δε θα τραβούσε τόσο πολύ την προσοχή μας αν αντιμετωπιζόταν με αμιγώς καλλιτεχνικά κριτήρια. Όταν λέμε πολιτικό γεγονός, εννοούμε κατά βάση το ΚΚΕ, τόσο το παλιό, όσο -πολύ παραπάνω- το σύγχρονο. Αυτό το καταλάβαμε από πρώτο χέρι, πηγαίνοντας στο σινεμά, όπου πετύχαμε στην είσοδο σφους Κνίτες να κάνουν οικονομική εξόρμηση με κουπόνια. Δε θα μπορούσε κανείς άλλος χώρος να είναι εκεί, νιώθοντας/κάνοντας την ταινία δική του υπόθεση. Το αντίθετο θα ήταν πιο περίεργο κι από το να κάνει πολιτικές δηλώσεις ο Μπίγαλης -που ήταν μεταξύ των θεατών και βγήκε μάλλον συγκινημένος από την αίθουσα.

Για να είμαι ειλικρινής, δε συμφωνώ ιδιαίτερα που το κόμμα πήρε στις πλάτες του το Βούλγαρη και την ταινία του -κι είναι κάτι που δε θα έπρεπε να κάνει για καμιά ταινία και κανένα σκηνοθέτη, ούτε τώρα ούτε πολύ περισσότερο μελλοντικά, πχ σε μια άλλη κοινωνία-εξουσία. Καταλαβαίνω απόλυτα όμως γιατί το έκανε, ποιοι λόγοι υπαγόρευσαν αυτήν την κίνηση. Σε αντίθεση με τον -κατανοητό μεν απόλυτα γελοίο δε- ετεροπροσδιορισμό κάποιων διαδικτυακών υπονόμων, που περίμεναν στη γωνία το σεχταριστικό ΚΚΕ που δεν αγκαλιάζει τέτοια έργα, αλλά χάλασε το σχέδιο και βγήκαν κριτικοί από "τα αριστερά", χωρίς να πείθουν ούτε τον εαυτό τους.

Μιλώντας για την ταινία, νιώθω υποχρεωμένος να δανειστώ το σχήμα και τη μέθοδο παρουσίασης του Πουαρώ στο "Έγκλημα στο Όριαν Εξπρές", όπου έδωσε στο τέλος δύο διαφορετικές εκδοχές της υπόθεσης, καλώντας τους ακροατές του να μη βιαστούν να απορρίψουν την πρώτη -παρά τα κενά και τις εμφανείς λογικές ανακολουθίες της- προτού ακούσουν και τη δεύτερη, που μπορεί να μην τους ήταν ιδιαίτερα αρεστή.

Συνοπτικά λοιπόν, και σε σχέση με τα επίμαχα σημεία που απασχόλησαν τη δημόσια συζήτηση για την ταινία και την οπτική του δημιουργού της, η πρώτη εκδοχή είναι πως το "τελευταίο σημείωμα" είναι μια ωραία ταινία, άκρως συγκινητική και χρήσιμη στον καιρό μας, πηγαίνοντας ενάντια στο ρεύμα της ιστορικής αναθεώρησης, ενώ φέρνει παράλληλα τους νέους σε επαφή με το κόμμα, την ηρωική ιστορία του και το πνεύμα αυταπάρνησης των μελών του. Φαίνεται καθαρά μάλιστα πως οι ήρωες της ταινίας ήταν κομμουνιστές, μαζί με την οργάνωση στις φυλακές και την ιδεολογία του βετεράνου που παρέμεινε πιστός ως το τέλος.

Με τη διαφορά πως όλα όσα μας δείχνει είναι εξαιρετικά αδύναμα. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν ο Βούλγαρης μένει πιστός στην ιστορική αλήθεια και παίρνει απλώς καλλιτεχνική αδεία μερικές ελευθερίες για να διασκευάσει δημιουργικά τα γεγονότα, ούτε αν μας παρουσιάζει τους ήρωες με... κασκόλ και σημαίες του ΚΚΕ, για να ικανοποιηθεί ο δικός μας οπαδικός "κομματικός πατριωτισμός". Το ζήτημα είναι αν καταφέρνει να αποδώσει όσα γίνονταν στο στρατόπεδο του Χαϊδαρίου, την πάλη των κρατουμένων απέναντι στα βασανιστήρια και τις ταπεινώσεις, τη μάχη τους για επιβίωση και για αξιοπρέπεια -όπου το πρώτο περνούσε μέσα από το δεύτερο- το ηθικό μεγαλείο που αντιπαρέταξαν ως μοναδικό τους όπλο απέναντι στους φασίστες.

Νομίζω πως όσοι έχουν διαβάσει πχ το Στρατόπεδο Χαϊδαρίου -που είναι βασικά λογοτεχνικό κι όχι ιστορικό έργο- και το έχουν ως μέτρο σύγκρισης, θα απαντούσαν μάλλον αρνητικά στα παραπάνω ερωτήματα. Κι όσοι διαφωνούν με τη δεύτερη εκδοχή που αναπτύσσω στη συνέχεια, σε βαθμό που να μην αποδέχονται την ουσία ή έστω κάποιες επιμέρους θέσεις της, ας κρατήσουν τουλάχιστον αυτό και ας πειστούν να διαβάσουν το βιβλίο του Κορνάρου, που ήταν κι αυτός συγκρατούμενος των 200 στο στρατόπεδο -και από αυτήν την άποψη είναι λογικό να έχει πιο δυνατές, βιωματικές περιγραφές για όσα έζησε από πρώτο χέρι.

Σημειώνω παρεμπιπτόντως για το βιβλίο κι έναν παραλληλισμό που δε δείχνει κάποιες αναλογίες, αλλά το ακριβώς αντίστροφο. Εκατό χρόνια πριν, ο Βλαδίμηρος άφηνε μισή κι ανέσωτη τη μελέτη του "Κράτος κι Επανάσταση", εξαιτίας του κόκκινου Οκτώβρη, γιατί είναι καλύτερο να κάνεις μια επανάσταση παρά να γράφεις για αυτήν. Αντιθέτως, το έργο του Κορνάρου έμεινε ανολοκλήρωτο, χωρίς το τελευταίο κεφάλαιο, που γράφτηκε κανονικά, αλλά καταστράφηκε κατά την παραμονή του σε φυλακές και εξορίες, και το άφησε έτσι, για να θυμίζει το όνειδος και το μίσος των κυβερνήσεων μετά το τέλος του εμφυλίου, που ευθύνονται για αυτό.

Ας επανέλθουμε όμως στο βασικό θέμα, σημειώνοντας συνοπτικά κάποια βασικά σημεία, για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο.

Όπως παρατηρεί ένας σφος, σε αντίθεση με την κυρίαρχη γενική αίσθηση, το "Τελευταίο Σημείωμα" κινείται στο ίδιο μήκος κύματος με την "Ψυχή Βαθιά" του Βούλγαρη και όχι αντιπαραθετικά προς αυτήν. Εκεί οι Έλληνες ντουφεκούσαν Έλληνες, εξαιτίας των μεγάλων δυνάμεων που συγκρούονταν στον Ψυχρό Πόλεμο. Εδώ έχουμε τους ξένους κατακτητές που βασανίζουν κι εκτελεί τους Έλληνες πατριώτες κρατούμενους. Και στις δυο περιπτώσεις, η Ελλάδα πληρώνει τα σπασμένα των ξένων κι αυτό είναι το νόημα της διαβόητης αλλοίωσης της διαταγής των ναζί για την εκτέλεση διακοσίων κομμουνιστών -κι όχι γενικά πατριωτών- στην Καισαριανή.

-Ποιοι ήταν οι 200 της Καισαριανής; Καταρχάς δεν ήταν κρατούμενοι που επιλέχτηκαν στην τύχη ως αντίποινα για την εκτέλεση του Γερμανού στρατηγού. Ασφαλώς δεν ήταν όλοι μέλη του ΚΚΕ. Ήταν ανάμεσά τους και 13 τροτσκιστές, όπως έχει σημειωθεί, και παλιά στελέχη όπως ο Σκλάβαινας -που τον γνωρίζουμε από το σύμφωνο Σοφούλη-Σκλάβαινα που υπογράφτηκε το 36' σε μια προσπάθεια συγκρότησης λαϊκού μετώπου- που αν δεν κάνω λάθος, είχε υπογράψει δήλωση και δεν ήταν μέλος του κόμματος -μπορεί όμως να είχε επανασυνδεθεί ή να με ξεγελά η μνήμη μου.

Ο πυρήνας τους όμως (170 περίπου άτομα) ήταν επίλεκτα κομματικά στελέχη, που είχαν μεταφερθεί στο Χαϊδάρι από την Ακροναυπλία και είχαν δοκιμαστεί και ψηθεί στην ταξική πάλη. Ήταν ουσιαστικά η ηγετική ομάδα των κρατουμένων, που είχε καταλυτικό ρόλο στο να ηττηθεί η μοιρολατρία και να μεταστραφεί το κλίμα στις τάξεις τους. Κατέστησαν σαφές, με το παράδειγμά τους στην πράξη, πως η μάχη για τη ζωή περνάει μέσα από τον αγώνα για αξιοπρέπεια, ενάντια στους βασανιστές και τις ταπεινώσεις, πως ήταν ζωτικής σημασίας να μην υπάρχουν σκυμμένα κεφάλια, ακόμα κι αν πρόκειται να κοπούν κάποια από αυτά που προεξέχουν, σηκώνοντας ανάστημα. Μια σκληρή καθημερινή μάχη ενάντια στους ανθρωποφύλακες, τους ευτελισμούς, το φόβο, τον πόνο, τις ανθρώπινες αντοχές, την έλλειψη νοήματος στις καταναγκαστικές εργασίες, τους δισταγμούς και την εσωτερική σύγκρουση του κάθε κρατούμενου. Ένας αγώνας που έκανε τους εχθρούς να φτάσουνε σε αυτό το σημείο, ώστε να μην μπορούν να σταθούν παρά μόνο σκοτώνοντας.
Είναι ένα πράγμα να προσπαθείς να βρεις τρόπο να περιγράψεις -ή να αποδώσεις στη μεγάλη οθόνη- αυτό το ψυχικό μεγαλείο, κι άλλο, τελείως διαφορετικό, να το βιώνεις και να το ενσαρκώνεις.

Οι 200 της Καισαριανής ήταν άνθρωποι με αδυναμίες, μα προπαντός ήρωες υπεράνθρωποι, ακριβώς γιατί νίκησαν τις αδυναμίες τους, ξεφτίλισαν το θάνατο, και γιατί τους έκαναν οι συνθήκες τέτοιους.
Αν κάποιος αναδεικνύει μόνο το πρώτο κομμάτι, με τις ανθρώπινες στιγμές και τις ταλαντεύσεις που μπορεί να είχαν, υποβαθμίζοντας το δεύτερο, ουσιαστικά τους ευνουχίζει σαν προσωπικότητες κι όχι μόνο πολιτικά. Ιδίως αν το ντύνει με κάποιες ελάχιστα ρεαλιστικές σκηνές, που φλερτάρουν με το μελό -πχ με την αρραβωνιαστικιά του Σουκατζίδη και μια αγκαλιά τους στα γραφεία των ναζί, ενώ σπάνε τον απαγορευτικό κλοιό.

Κάποιοι θα καταλάβουν από τα παραπάνω πως προτείνω να τους παρουσιάσει με ένα κομματικό φωτοστέφανο, ατσάλινους κι αλύγιστους, που δεν ταλαντεύτηκαν ποτέ, γιατί ήταν πιστοί στο κόμμα και τα ανώτερα ιδανικά του αγώνα, χωρίς ανθρώπινα πάθη κι αδυναμίες. Το ζητούμενο όμως είναι το ακριβώς αντίθετο. Να δείξει πως παρόλες τις δεύτερες σκέψεις, τους πειρασμούς και τις αδυναμίες, τους νικούσαν κάθε λεπτό και δε λύγισαν ποτέ, μηδέ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι. Και αν θέλει να δει κανείς πώς γίνεται αυτό, πώς αναδεικνύεται η ανθρώπινη μαζί με την αγωνιστική πλευρά, χωρίς πολιτικά κλισέ και πομπώδεις διακηρύξεις, μπορεί -για να μην παραπέμψω πάλι στον Κορνάρο- να διαβάσει τα λόγια που έγραψε στο δικό του τελευταίο σημείωμα ο Δ. Ρόδας.
Να πείτε στους καπνεργάτες μου ότι δεν τους πρόσβαλα.
Απλά κι ανθρώπινα, χωρίς να χάνεται ούτε η συγκίνηση, ούτε το πολιτικό-ταξικό στοιχείο.

Ένα συχνό αντεπιχείρημα είναι πως ο κινηματογράφος δεν είναι και δεν προσπαθεί να κάνει ιστορία, για να τον κρίνουμε ως τέτοιο.
Καταρχάς, μια ταινία που ασχολείται με αυτό το ζήτημα είναι εκ των πραγμάτων πολιτική και δε θα μπορούσε να είναι απολίτικη η δική μας ματιά. Αλλά δεν είναι αυτό το πρόβλημα. Το ζήτημα είναι πως ο Βούλγαρης άλλαξε, με εντελώς πολιτικό σκεπτικό και για έχει ευρύτερο κοινό απεύθυνσης, τη διαταγή των Γερμανών. Και μαζί με αυτό, έκανε κάποιες αλλαγές που όχι μόνο δεν υπηρετούσαν το κινηματογραφικό συναίσθημα -κι όχι την ιστορική αλήθεια- αλλά πετυχαίνουν μάλλον το αντίθετο.

Προσωπικά θεωρώ εξαιρετικά αδύναμη και ελάχιστα ρεαλιστική τη σκηνή του αποχαιρετιστήριου χορού στο θάλαμο των μελλοθάνατων, μολονότι πολλοί την θεωρούν ως την πιο δυνατή στιγμή του έργου, καθώς μας δείχνει σε αντιπαραβολή τη βουβαμάρα των κατακτητών, που είναι στη θέση του ισχυρού, αλλά νιώθουν ανήμποροι μπροστά στην ψυχική δύναμη των φυλακισμένων.

Μόνο που η πραγματικότητα ήταν κάπως διαφορετική και πολύ πιο κινηματογραφική, όπως φαίνεται πχ κι από το χρονικό που παραθέτει ο σαββατοκυριακάτικος Ρίζος.
Η αναγγελία της μαζικής εκτέλεσης βρίσκει τους κρατούμενους παραταγμένους στην πρωινή αναφορά, να προσπαθούν να μαντέψουν τη μοίρα τους από τα οχήματα που μπαίνουν στο χώρο και να ψυχανεμίζονται -χωρίς να γνωρίζουν ακόμα- το ανακοινωθέν που τους προέγραφε. Ακούνε ένας-ένας τα ονόματά τους και πηγαίνουν σαν ήρωες να συναντήσουν το θάνατο, βροντοφωνάζοντας το "παρών" για να μη δώσουν στους φασίστες ούτε τη χαρά μιας στιγμιαίας αδυναμίας, κι ας τους είχε κόψει τα γόνατα το μαντάτο κι η βασανιστική αναμονή της αναγγελίας των ονομάτων. Περιφρονούν το θάνατο και τον εξευτελίζουν, στήνουν επί τόπου (κι όχι με όργανα και ορχήστρα, όπως δείχνει στην ταινία) τον αποχαιρετιστήριο χορό των μελλοθάνατων. Κι αν δεν κάνω λάθος, τα περισσότερα σημειώματα γράφονται βιαστικά, στο πόδι, και πολλά πετιούνται από τα κάρα που τους μεταφέρουν και τα μαζεύουν τα παιδιά που τρέχουν πίσω τους.

Τι φοβερή εσωτερική δύναμη χρειάζεται για να δείξεις τέτοιο θάρρος αυτήν την ώρα. Τι τρομερή κινηματογραφική σκηνή που θα πρόσφερε η αναπαράσταση αυτής της υπερβατικής στιγμής. Και πόσο ακατανόητο είναι να την αλλάζεις και να την καταστρέφεις, παρουσιάζοντας στη θέση της κάτι άλλο...

Συμπερασματικά: ο Βούλγαρης αποτυγχάνει να δώσει το συναίσθημα και την ψυχική δύναμη των 200 της Καισαριανής, του αγώνα τους που έφτασε στο αποκορύφωμά του με την εκτέλεσή τους στο Σκοπευτήριο και την ηρωική τους στάση, χωρίς να αποφεύγει τους εύκολους συναισθηματισμούς, πχ τη στιγμή της εκτέλεσης που είναι επιεικώς υπερβολική, και σε αργή κίνηση...
Παράλληλα, αποτυγχάνει να αποδώσει και το πολιτικό-ιστορικό κομμάτι, ή μάλλον πετυχαίνει συνειδητά κάτι τελείως διαφορετικό, ρηχό κι εύπεπτο, που ήταν σχεδόν πάντα ο Βούλγαρης, χωρίς να προδίδει όσα μας έδειξε σε άλλες ταινίες του, όπως η "Ψυχή βαθιά".

Μη βιαστείτε όμως -ακόμα κι αν σας έπεισε- να υιοθετήσετε αυτή τη δεύτερη εκδοχή. Το "τελευταίο σημείωμα" παραμένει μία χρήσιμη ταινία για τον καιρό που ζούμε, που μπορεί όντως να φέρει τους νέους σε επαφή με το κόμμα, την ιστορία και την ιδεολογία του. Με τον ίδιο τρόπο που το έκανε πχ στη δική μου γενιά "ο άνθρωπος με το γαρίφαλο", χωρίς να έχει λιγότερα προβλήματα από πολιτική άποψη (η ταινία βγήκε στα πρόθυρα της "Αλλαγής" και έβγαζε καλό τον Πλαστήρα, την κυβέρνηση που συνέργησε στο έγκλημα εναντίον του Μπελογιάννη και των συντρόφων του).

Εσείς ποια από τις δύο εκδοχές προτιμάτε;

Πέμπτη, 26 Απριλίου 2018

Το μόνο λάθος που κάνουμε

Ο Δραγασάκης θεωρεί πως το μόνο λάθος του Σύριζα ήταν πως δεν έπεισε τον κόσμο για να γίνει κυβέρνηση νωρίτερα, κι έχει δίκιο. Κατά τα άλλα, η εξαπάτηση του λαού πέτυχε στην εντέλεια και δεν υπήρξε κανένα λάθος σε αυτό…


Αν κάναμε κάτι “λάθος”, είναι ότι δεν πείσαμε νωρίτερα τον ελληνικό λαό να μας αναδείξει στην κυβέρνηση. Γιατί μια κυβέρνηση της Αριστεράς/με κορμό την Αριστερά ήταν και είναι εκείνη που θα έκανε τις βαθιές τομές και τους μεγάλους μετασχηματισμούς που είχε και έχει ανάγκη η χώρα.

Τάδε έφη Γιάννης Δραγασάκης. Ο άνθρωπος που έχασε για τέσσερις ψήφους την ευκαιρία να γίνει ΓΓ του ΚΚΕ -που είναι πολύ αμφίβολο αν θα υπήρχε σήμερα, βέβαια, σε αυτήν την περίπτωση. Ο μετέπειτα υπεύθυνος προγράμματος του Σύριζα -που είναι κι η βασική ιδιότητα που θα μας απασχολήσει. Κι ο αντιπρόεδρος της σημερινής κυβέρνησης. Θα μπορούσε να συμπληρώσει στο βιογραφικό του ως μεγαλύτερο ελάττωμά του την υπέρμετρη αυτοκριτική και το αυτομαστίγωμα στο οποίο υποβάλλει τον εαυτό του και το έργο της κυβέρνησης.

Ας το δούμε όμως και γραπτό, για να βεβαιωθούμε πως δεν είναι κάποια τρολιά.



Ο Δραγασάκης δεν είναι κάποιο τυχαίο στέλεχος του κυβερνώντος κόμματος. Ως υπεύθυνος προγράμματος του Σύριζα είχε συγγράψει βιβλία κι έχει συμμετάσχει σε συλλογικούς τόμους για την κυβέρνηση της Αριστεράς και τους “μεγάλους σχηματισμούς” που θα έφερνε σε πέρας. Αργότερα ήρθε η περαιτέρω “ρεαλιστική προσαρμογή” με το περιβόητο “Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης”, του οποίου ήταν βασικός εμπνευστής, και το οποίο χαρακτηρίστηκε ως “μετριοπαθής νεο-κεϊνσιανισμός” ακόμα κι από υποψήφιους βουλευτές του ίδιου του Σύριζα (Λαπαβίτσας). Κι είναι αυτός που κατηγορούν σχεδόν όλα τα βασικά στελέχη του Σύριζα που διαφοροποιήθηκαν ή απομακρύνθηκαν στην πορεία (από το Μηλιό ως το Βαρουφάκη) για τη “διολίσθηση του ριζοσπαστικού Σύριζα” στο μνημονιακό ρεαλισμό και τη διαχείρισή του.

Στην πράξη βέβαια, δεν εφαρμόστηκε κανένα “Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης”. Υπογράφτηκε τρίτο μνημόνιο (αντί να σκιστούν τα προηγούμενα), άρχισαν οι πλειστριασμοί πρώτης κατοικίας, αθετήθηκαν πολλές βασικές προεκλογικές υποσχέσεις, σε τελική ανάλυση δεν ικανοποιήθηκε ούτε καν ο μίνιμουμ στόχος που έλεγαν πολλοί ψηφοφόροι του, λέγοντας προεκλογικά “έστω κι ένα να κάνει…”.

Ο Γιάννης Δραγασάκης δε νιώθει την ανάγκη για καμία αυτοκριτική τοποθέτηση. Το μόνο λάθος που έκανε ο Σύριζα, είναι ότι δεν έπεισε το εκλογικό σώμα να τον εμπιστευτεί νωρίτερα, για να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες και να κάνει περίπου ό,τι και τώρα (“μεγάλους κοινωνικούς σχηματισμούς που έχει ανάγκη η χώρα…”).

Δε νιώθει καμία ανάγκη να χτίσει ένα αφήγημα σχετικά κοντά στα πραγματικά γεγονότα και τη δεδομένη επιθυμία κάποιων στελεχών του -αν όχι σύσσωμης της ηγετικής του ομάδας- να μην κερδίσουν τις δεύτερες εκλογές του 12′, για να μη βρεθούν να διαχειρίζονται μια καυτή πατάτα και να συνεχίσουν την εύκολη, αντιμνημονιακή “αντιπολίτευση” και τη λογική του “ώριμου φρούτου” για την πτώση της κυβέρνησης Σαμαρά, χωρίς κινηματικές αιχμές και “εξαλλοσύνες”.

Την ίδια στιγμή βέβαια υπήρχαν στελέχη του Σύριζα που τον Ιούνη του 12′, σε προεκλογικές συζητήσεις, άφηναν να εννοηθεί πως τότε ήταν η μεγάλη ευκαιρία να αναδειχτεί μια αριστερή κυβέρνηση και να αιφνιδιάσει το σύστημα, προτού αυτό προλάβει να οργανώσει τις άμυνές του απέναντι σε αυτό το ενδεχόμενο. Μια κάλπη πριν νωρίς, μια κάλπη μετά αργά, τώρα είναι η στιγμή και η “επαναστατική κατάσταση” διά της κάλπης…

Υπήρχαν επίσης στελέχη του (όπως ο Μπελαντής, που αποχώρησε στη συνέχεια) που διατείνονταν πως δεν ήταν η προσαρμογή του Σύριζα και ταυτόχρονα η εκλογική προσμονή για την άνοδό του στην κυβέρνηση -που θα έφερνε τη λύση χωρίς κόπο- που καθόρισαν την πτώση του κινήματος και των αγωνιστικών διεργασιών, μετά το 2012, αλλά το αντίστροφο: δηλαδή η πτώση του κινήματος ήταν υπεύθυνη για την τάση προσαρμογής και συμβιβασμού του Σύριζα. Από αυτήν την άποψη, ο μόνος υπεύθυνος για το τρίτο μνημόνιο ήταν το λαϊκό κίνημα, όχι για τις αυταπάτες που έδειξε ένα τμήμα του για το Σύριζα, αλλά γιατί δεν τον ώθησε σε μια επαναστατική έφοδο…

Σε κάθε περίπτωση, ο Δραγασάκης έχει δίκιο. Η “κυβερνώσα Αριστερά” δεν έκανε κανένα απολύτως λάθος. Ήταν πολιτικοί απατεώνες και η εξαπάτησή τους πέτυχε πλήρως. Μόνο μια “αριστερή κυβέρνηση” με κορμό το Σύριζα, είχε τη δεδομένη στιγμή την ευχέρεια να περάσει το τρίτο μνημόνιο και τις αναδιαρθρώσεις που έχει ανάγκη το σύστημα και η αστική τάξη της χώρας. Σε αυτό έχει δίκιο κι οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε.

Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι να περιμένουμε την αυτοκριτική του Σύριζα. Αλλά να δούμε τι λάθος (εντός ή εκτός εισαγωγικών) κάναμε εμείς από την πλευρά μας -ακόμα κι όσοι δε φάγαμα ποτέ τη φόλα της “πρώτης φοράς Αριστερά” και προειδοποιούσαμε τον εργαζόμενο λαό για τα αποτελέσματα της διακυβέρνησής της. Αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάλυσης και δεν μπορούμε να το στριμώξουμε στον επίλογο αυτού του κειμένου.

Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

Κανείς δεν είναι σαν το Λένιν

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Γερμανός ιστορικός Γκοσβάιλερ -που έζησε μέχρι τα 100 του χρόνια-  έγραφε σχετικά με τη δεκαετία του 80′ και την επικράτηση της αντεπανάστασης στη Σοβιετική Ένωση πως ναι μεν ο Γκορμπατσόφ και η Περεστρόικα ήρθαν να εκφράσουν την αντεπανάσταση, συμπυκνώνοντας αντικειμενικές τάσεις της περιόδου, και κάθε εποχή βρίσκει την προσωπικότητα που αναζητά, αλλά γιατί να μη θεωρήσουμε πως η εποχή εκείνη χρειαζόταν ένα Λένιν;
Και ποια εποχή δε χρειάζεται ένα Λένιν, αλήθεια; Πόσο εύκολο είναι όμως να τον βρει;

Κανείς δεν είναι σαν το Βλαδίμηρο. Που ένας άλλος Βλαδίμηρος, ο Μαγιακόφσκι, έλεγε πολύ εύστοχα μετά το θάνατο του Λένιν, πως είναι πιο ζωντανός κι από εμάς τους ζωντανούς. Και με αυτό προφανώς δεν εννοούσε το μαυσωλείο του, αλλά όσα έλεγε, έγραφε κι όσα έκανε.

Κανείς δεν είναι σαν το Λένιν. Και τίποτα δεν είναι πιο φαιδρό από τις προσπάθειες κάποιων αστών ιστορικών να αναλύσουν και να ερμηνεύσουν “ψυχολογικά” την προσωπικότητά του, με βάση την εκτέλεση του μεγάλου αδερφού του για την εκτέλεση του τσάρου, λες και ο Λένιν έγινε επαναστάτης, ψάχνοντας εκδίκηση. Μα τότε γιατί αυτός, κι όχι κάποιος άλλος συγγενής από τους χιλιάδες εκτελεσμένους και φυλακισμένους του τσαρικού καθεστώτος; Κανείς άλλος δεν ήθελε να το εκδικηθεί;

Ας δούμε κάποια κωδικοποιημένα σημεία, πέρα από τα βιογραφικά στοιχεία.

-Καμία άλλη μεγάλη μορφή στην ιστορία των επαναστάσεων και κανείς άλλος σύγχρονος δεν έχει καταφέρει να δείξει τέτοια αξιοσημείωτη τακτική ευελιξία, χωρίς να χαθεί στις τακτικές στροφές, στη βάση της πιο αταλάντευτης στρατηγικής στόχευσης, επιδιώκοντας πάντα να την υπηρετήσει, με ολοκληρωτική αφοσίωση και στοχοπροσήλωση στο κεντρικό ζήτημα της εξουσίας και της επανάστασης -ακόμα κι όταν πίστευε πως ήταν πολύ γέρος και πως δε θα προλάβαινε να ζήσει την τελευταία.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό πχ το ζήτημα της αυτοδιάθεσης των εθνών, που το πρόβαλε ως απαράβατο όρο για την επαναστατική δράση, χωρίς να μπλέξει ούτε στιγμή στα γρανάζια του εθνικισμού, όντας παράλληλα ο πιο σφοδρός πολέμιος του σοσιαλ-σωβινισμού -και διάφορων ντροπαλών παραλλαγών του- κολυμπώντας ενάντια στο ρεύμα της εποχής, που κατάπιε τη μεγάλη πλειοψηφία των κομμάτων της Β’ Διεθνούς στην Ευρώπη.

Ήταν έτοιμος να πάει ενάντια και στο ίδιο του το κόμμα, αν χρειαζόταν (εάν δεν έπειθε τους συντρόφους του για τη δική του άποψη), αλλά και να μεταπειστεί, αν είχε άδικο. Κι είχε τέτοια τακτική ευελιξία, ακολουθώντας τις ρευστές συνθήκες που αλλάζουν, που δυστυχώς κάποιοι μπορούν να βρουν στα άπαντά του, κάτι αλλά και το αντίθετό του, για να πάρουν αυτό που τους βολεύει στο σήμερα, έξω από τα συμφραζόμενα και το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, για να “αποδείξουν” ή να υποστηρίξουν μια θέση τους. Δεν υπάρχει ίσως πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα από τους υποστηρικτές της Περεστρόικα και του “σοσιαλισμού της αγοράς”, που καλούσαν να επιστρέψουμε στα τελευταία γραπτά του Λένιν -επειδή ακριβώς συνέπιπταν με τον τακτικό ελιγμό της ΝΕΠ, που ήθελαν να τους προσδώσουν στρατηγική σημασία.

-Ο Λένιν ήταν οι ιδέες που γίνονται υλική δύναμη, η διαλεκτική σύνδεση θεωρίας και πράξης. Έγραφε θεωρητικές, αλλά εκλαϊκευμένες μπροσούρες, προσιτές και στον τελευταίο εργάτη που γνώριζε γράμματα (αν και αυτό δεν ήταν αυτονόητο στην τσαρική Ρωσία με τα μεγάλα ποσοστά αναλφαβητισμού), προσανατολισμένες στη δράση και γύρω από τα σημαντικά πρακτικά ζητήματα που απασχολούσαν το επαναστατικό κίνημα. Δεν τον κατάπινε η ρουτίνα και ο πρακτικισμός, δεν προσκολλούνταν σε παλιά σχήματα που τα ξεπερνούσε η ζωή (ακόμα κι αν είχαν επιβεβαιωθεί) ούτε αποκόπτονταν στο συννεφάκι της θεωρητικολογίας και της αφ υψηλού θεώρησης της πραγματικότητας.

Είναι πολύ χαρακτηριστικό αυτό που αφορά δύο από τα πιο σημαντικά-κομβικά έργα του. Έγραφε το “Κράτος και Επανάσταση” στην παρανομία, παραμονές της επανάστασης, και σταμάτησε τη συγγραφή του -την οποία ποτέ δεν ολοκλήρωσε- λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης, ακριβώς γιατί είναι προτιμότερο να ζεις παρά να γράφεις για την επανάσταση. Είναι όμως αυτές ακριβώς οι σημειώσεις (στο περίφημο γαλάζιο τετράδιό του, όπως λέγεται και το έργο του Καζακίεβιτς), προσανατολισμένες στα άμεσα επαναστατικά καθήκοντα των μπολσεβίκων σε εκείνη την περίοδο, που είναι άκρως διαχρονικά και επίκαιρα, συμπυκνώνοντας την ουσία του επαναστατικού μαρξισμού για αυτό το ζήτημα.

Στον αντίποδα, η μελέτη του για τον “Ιμπεριαλισμό (ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού)” γράφτηκε μες στη φωτιά των γεγονότων του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με το Λένιν στην εξορία, να χάνεται για ώρες στις βιβλιοθήκες και να μελετά τον καπιταλισμό της εποχής του, όχι από στε(γ)νά θεωρητικό ενδιαφέρον, αλλά για να βασίσει σε αυτήν την ανάλυση και τη θεωρία της ανισόμετρης ανάπτυξης του καπιταλισμού, την επεξεργασία για τον αδύναμο κρίκο της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας και το καθήκον της επανάστασης -που ήταν άμεσο και ας μη φαινόταν τότε στον ορίζοντα και τη μαυρίλα του πολέμου.

-Ο Λένιν είναι η απόδειξη και η “διάψευση” της κλασικής θεώρησης για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Η επανάσταση μπορεί να ξεσπούσε χωρίς το Λένιν και τους μπολσεβίκους, αλλά κανείς δεν ξέρει αν έτσι θα είχαμε τη νικηφόρο Οκτωβριανή Επανάσταση ή πχ μια ηρωική επανάληψη (με σχήμα πρωθύστερο) της ήττας των λαϊκών μαζών και των Σπαρτακιστών στη Γερμανία. Κανείς δεν μπορεί επίσης να ξέρει αν οι μπολσεβίκοι θα είχαν την ίδια στρατηγική, χωρίς την αποφασιστική συμβολή του Λένιν. Η οποία δεν καταρρίπτει όσα ξέρουμε για τα όρια της δράσης ενός ατόμου στην ιστορία, αλλά δείχνει πόσο καθοριστικός μπορεί να γίνει ο ρόλος τους ιδίως σε κρίσιμες, επαναστατικές καμπές.

Ο Λένιν εξάλλου δε δρούσε μόνος του, αλλά στο πλαίσιο του κόμματος, της επαναστατικής πρωτοπορίας. Δως μου ένα κόμμα (σα μοχλό) και θα κινήσω τη γη -για να παραφράσουμε τον Αρχιμήδη. Οι μπολσεβίκοι ατσαλώθηκαν στη διάρκεια των πλούσιων επαναστατικών γεγονότων της Ρωσίας και στη διαπάλη τους με άλλα οπορτουνιστικά, σοσιαλιστικά ρεύματα (μενσεβίκοι, εσέροι), κι αυτό τους κατέστησε έτοιμους την κατάλληλη στιγμή, δηλαδή τον Οκτώβρη (μια μέρα πριν νωρίς, μια μέρα μετά αργά).

Από την άλλη, απέχει πολύ από την πραγματικότητα να φανταστούμε τους μπολσεβίκους ως ένα κόμμα που ήταν εξ αρχής πανίσχυρο. Ακόμα και στο οργανωτικό ζήτημα, παρά την καθαρή και επίκαιρη αντίληψη του Λένιν για το κόμμα Νέου Τύπου, δεν είχαν αποκοπεί πλήρως και οριστικά, από οργανωτική άποψη, από τους μενσεβίκους, μέχρι και λίγους μήνες πριν από το επαναστατικό ξέσπασμα.

Δεν πρέπει επίσης να ξεχνάμε πως ήταν μάλλον αδύναμοι, τη στιγμή που ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με την ηγεσία του κόμματος να είναι είτε στην εξορία της παγωμένης Σιβηρίας, είτε αναγκαστικά εκτός Ρωσίας -όπως ο Λένιν- για να αποφύγουν τη σύλληψη. Αυτό που άλλαξε τα δεδομένα ήταν η αστική επανάσταση του Φλεβάρη του 17′. Και σε κάθε περίπτωση, η δική τους απαράμιλλη επαναστατική δράση δε θα ήταν αρκετή αν δεν υπήρχε ήδη επαναστατικός αναβρασμός κι η δημιουργία των σοβιέτ, με άλλα λόγια “επαναστατική κατάσταση” η οποία δεν προκύπτει κατά παραγγελία, αλλά αντικειμενικά.

Αυτό που θα μπορούσαμε και θα έπρεπε να ζηλέψουμε πάντως από τους μπολσεβίκους, είναι οι συνεδριακές τους διαδικασίες, που γίνονταν τακτικά, ακόμα και στην παρανομία, με πολυήμερη διάρκεια, σημαντικές συζητήσεις και έλεγχο της δράσης, των καθηκόντων που είχαν μπει το προηγούμενο διάστημα, της συγκυρίας και των κατάλληλων επεξεργασιών, με καταμερισμό στις εισηγήσεις και έντονες, ουσιαστικές συζητήσεις -χωρίς αυτό να τους κάνει ποτέ λέσχη συζητήσεων, όπως μοιάζουν να είναι σήμερα τα συνέδρια και οι διαδικασίες πολλών χώρων που έχουν θεωρητικά ως σημείο αναφοράς τους μπολσεβίκους.


Κανείς δεν είναι σαν το Λένιν. Επιβάλλεται όμως να προσπαθήσουμε να γίνουμε, έστω ένα κλάσμα του, ακολουθώντας το παράδειγμά του στην εποχή μας.

Σάββατο, 21 Απριλίου 2018

ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Μια Μεταβατική Αναμέτρηση.

Για να σπάσει λίγο η νέκρα των τελευταίων ημερών, που σημειώνει ο ratm, βάζω ένα κείμενο του ΛΣ για τον Αριστερισμό που [δεν] αγαπήσαμε, τη Συνδιάσκεψη της Ανταρσυα και κάποιες νέες διεργασίες, που ομολογώ πως γίνονται πλέον σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες, ακόμα και για τους πιο μυημένους.

Μια απ’ τις πιο κρίσιμες στιγμές στην ιστορία της Ανταρσύα(ς) αναμένεται μα λάβει χώρα το διήμερο 21-22/4 στο κλειστό κέντρο πυγμαχίας στο Περιστέρι οπού θα πραγματοποιηθεί η 4η Συνδιάσκεψη της.

Στην πραγματικότητα όχι. Αυτό που μόλις διαβάσατε, όπως και ο τίτλος του κειμένου ονομάζεται στη δημοσιογραφική γλώσσα impact boosting μέσω misleading wording1 ή όπως έλεγε ο πατέρας μου: «Κάνανε την τρίχα-τριχιά2


Ένα γρήγορο recap

Η Ανταρσύα είναι ο μεγαλύτερος σχηματισμός της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς. Και λέω ο μεγαλύτερος όχι γιατί η ΛΑΕ δεν είναι εξωκοινοβουλευτική ή γιατί δεν είναι μεγαλύτερη αλλά γιατί η ΛΑΕ ανήκει περισσότερο στον κεντροαριστερό χώρο, περίπου σαν τον Συνασπισμό του Νίκου Κωνσταντόπουλου ένα πράμα, αν και αισθητικά είναι περισσότερο καφενειακή και τσιπουράτη και όχι café-bistrάτη όπως ο ΣΥΝ των 90’s. Η Ανταρσύα ιδρύθηκε το 2009 ως μέτωπο οργανώσεων-κομμάτων, τεχνικά «αριστερότερο» του ΚΚΕ, ενώ πέρασε μια κάπως οδυνηρή διάσπαση το Σεπτέμβρη του ’15 όταν οι δεξιότερες οργανώσεις προσχώρησαν στη ΛΑΕ. Νωρίτερα είχε περάσει δεξιότερα του ΚΚΕ, ολόκληρη.

Σήμερα, η ζωή μου όλη σήμερα

Αυτό το σαββατοκύριακο λοιπόν πραγματοποιείται η συνδιάσκεψη της Ανταρσύα(ς), το ανώτατο σώμα της, το οποίο φιλοδοξεί να γίνει η απαρχή της ανατροπής, της απαύτωσης και της ξεπάτωσης του καπιταλιστικού συστήματος. Ο προσυνδιασκεπτικός διάλογος υπήρξε ως συνήθως πλούσιος, με τα θέματα που απασχόλησαν να είναι οργανωτικής υφής αλλά φυσικά και πολιτικής. Άλλωστε όπως λέει και μια παλιά παροιμία από το Πράσινο Ακρωτήρι3 «τα οργανωτικά ζητήματα είναι και πολιτικά». Το πολιτικό ζουμί λοιπόν είναι αυτό το προαιώνιο ερώτημα που ταλανίζει κάθε αριστερό σχηματισμό από το 1848 και έπειτα. Βαθύ ή Ρηχό; Στενό ή Πλατύ; «Σούπα» ή «καθαρότητα»; Απ’ τη μια έχουμε την «αριστερή» πτέρυγα υπό τους ΝΑΡ, ΑΡΙΣ αλλά και ΣΕΚ. Η πλευρά αυτή δεν αρνείται την «κινηματική» συνεργασία με τη ΛΑΕ αλλά αρνείται οριζοντιοκάθετα την κεντρική-πολιτική και επιδιώκει την εκβάθυνση και ισχυροποίηση των «κομμουνιστικών χαρακτηριστικών» της Ανταρσύα(ς).

-Των ποιών;
-Αυτών. 1-0.

Θεωρεί δε, ότι το πρόγραμμα της Ανταρσύα(ς) πρέπει να είναι αμιγώς «αντικαπιταλιστικό» και εν πάση περιπτώσει να θέτει θέμα εξόδου απ’ την ΕΕ και όχι απλώς εξόδου απ’ το Ευρώ όπως λέει η ΛΑΕ.

Απ’ την άλλη έχουμε την 5η φάλαγγα της ΛΑΕ μέσα στην Ανταρσύα με κορμό τη νέα ομαδοποίηση με τίτλο «Μετάβαση» καθώς και κάποιους ανένταχτους. Το τμήμα αυτό δεν θέλει ντούρο μπετοναρισμένο μονομπλόκ (σιγά τα αίματα) «αντικαπιταλισμό» αλλά, σύμφωνα με τους επικριτές του, μια «αντιμνημονιακή σούπα». Μια σούπα τόσο ρευστή που αποκλείεται να είναι βελουτέ. Έστι δε Μετάβαση, η πλατφόρμα/καρότσα/τρέηλερ που προέκυψε με τη συμμετοχή της ΕΠΠΔ4 (πρώην μερίδα ΑΡΑΝ) καθώς και των πρόσφατα αποχωρησάντων «δεξιών» (ή και δεξιών) του ΝΑΡ. Οι τελευταίοι, φέρονται να έχουν εξυφάνει το πιο περίπλοκο σχέδιο άλωσης σχηματισμού από καταβολής κόσμου, σχέδιο που θυμίζει κάτι απ’ τα τσαλίμια των ΑΡΑΝ-ΑΡΑΣ στην εποχή του ΜΑΡΣ το ‘14-‘15, τότε που συνδιαλεγόμενοι κάθονταν και απ’ τις δύο πλευρές του τραπεζιού. Εκτός λοιπόν από τη συμμετοχή τους στη Μετάβαση που όπως είδαμε συμμετέχει στην Ανταρσύα, έχουν ιδρύσει την «Αναμέτρηση» η οποία δε συμμετέχει στην Ανταρσύα και ψιλοείναι ψιλοκανονική ψιλο-οργάνωση. Η Αναμέτρηση στα ιδρυτικά της κείμενα ζητάει να «φτιάξουμε τον τόπο που θα συναντηθούμε ξανά» αφού μετρήσουμε το αμέτρητο και ξαναμετρήσουμε το μετρημένο. Το πιο κουφό απ’ όλα όμως είναι το άλλο. Η Αναμέτρηση έχει μεν μέλη της στη Μετάβαση, άρα ασκεί πίεση στο μαλακό υπογάστριο της Ανταρσύα(ς), αλλά όλα τα μέλη της Αναμέτρησης… δεν υποχρεούνται να είναι και μέλη της Ανταρσύα(ς). Υπάρχουν δηλαδή και «σκέτοι» Αναμετρητές και Αναμετρητές «μεταβατικοί» και «αντάρτικοι»! Για τους παλιούς εαακίτες, η Αναμέτρηση είναι «εντός, εκτός κι εναντίον» (και μαζί), για τους υπόλοιπους…


Δίπλα στο κύριο ερώτημα «ολάνθιστο κρίνο ή κλειστό καβούκι» τριβές αναμένεται να προκληθούν και ανάμεσα στο ΣΕΚ και λίγο πολύ όλους τους άλλους καθότι το ΣΕΚ κατηγορείται σφοδρά από πολλούς, μέσα και έξω, για «ξέπλυμα του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού», υποστήριξη απάλευτων ψιλο-αλλά-όχι-ακριβώς τζιχαντοειδών στη Συρία κλπ. Η αμηχανία των πρόσφατων εξισορροπιστικών ταπανταολικών ανακοινώσεων της Ανταρσύα(ς) είναι ενδεικτική αυτών των τριβών στον τομέα αυτό.

Το φοιτητικό πολύ το αγαπώ

Παρεμπίπτον ζήτημα είναι το ζήτημα των ΕΑΑΚ που, θέλοντας και μη, είναι αντικειμενικά η λίγο-πολύ κοινή έκφραση των Ανταρσύα-ΛΑΕ στα πανεπιστήμια. Καθώς οδεύουμε προς τις φοιτητικές εκλογές στα μέσα Μάη εντείνονται οι τριγμοί στο εσωτερικό (ή μάλλον στο «εσωεξωτερικό») τους. Ένα σήριαλ με πολλά επεισόδια τα τελευταία 2-3 χρόνια καθώς οι δυνάμεις που αναφέρονται στην Ανταρσύα θέλουν να δώσουν στα ΕΑΑΚ ένα σαφές στίγμα «παράταξης» της στα πανεπιστήμια, ακόμα και αν δεν το δηλώνουν φανερά, ενώ απ’ την άλλη οι δυνάμεις της ΛΑΕ προτιμούν έναν πιο μετωπικό-νερόβραστο χαρακτήρα, χρησιμοποιώντας και ως όχημα τεμάχια της πρώην νεολαίας Σύριζα. Στα πλαίσια αυτά έχουν δημιουργήσει τους σχηματισμούς ΑΡΕΝ και ΑΡΔΙΝ, τίτλους τους οποίους κοτσάρουν δίπλα στον τίτλο ΕΑΑΚ. Αυτό είχε/θα έχει ως αποτέλεσμα κάποια διπλά «κατεβάσματα» τύπου ΕΑΑΚ-ΑΡΕΝ-ΑΡΔΙΝ (ανάμικτο) και ΕΑΑΚ (σκέτο) σε κάποιες σχολές. Συχνότερα, η ηγεμονεύουσα δύναμη σε κάθε σχήμα/σχολή απλώς εκπαραθύρωνε τα άτομα απ’ τις μειοψηφούσες οργανώσεις και κατοχύρωνε το brand name. Και όταν λέμε «εκπαραθύρωνε», δεν εννοούμε κυριολεκτικά «πετούσε απ’ το παράθυρο» αν και μετά απ’ όσα έχουμε δει και ακούσει δεν αποκλείεται ανάμεσα στα σούτια και τα μπουκέτα που αντηλλάγησαν πέρσι να έφυγε όντως και κανένας απ’ το παράθυρο. Το πανηγύρι βέβαια συμβαίνει στα αποτελέσματα των τελευταίων ετών με τους εαακίτες να προσπαθούν να σώσουν τα ασυμμάζευτα. Ειδικά οι εκ της Ανταρσύα(ς) θίγονται όταν τους λες «κατεβαίνετε μαζί Ανταρσύα-ΛΑΕ αλλά όταν έρθει η ώρα προσθαφαιρούν ό,τι κινείται σε ακτίνα 500 χιλιομέτρων.

Καλά εσύ (ΑΡΑΝ) έφυγες νωρίς

Οπότε ερχόμαστε στο καταφατικά διατυπωμένο ερώτημα του τίτλου του κειμένου. Είναι πραγματικά η Ανταρσύα μπροστά σε μια μεταβατική αλλά κρίσιμη αναμέτρηση; Βραχυπρόθεσμα, σίγουρα όχι. Η δεξιά πτέρυγα είναι αδύναμη να διεκδικήσει κάτι χειροπιαστό. Η «αριστερή» απ’ την άλλη, παρότι έχει την ηγεμονία, έχει ακόμα τις δευτερεύουσες εσωτερικές αντιθέσεις της. Η πραγματική ευκαιρία των μετωπικών ήταν το ‘15 όταν αφού «εκβίασαν» ανεπιτυχώς τη συνεργασία Ανταρσύα-ΛΑΕ, κάποιοι έφυγαν και κάποιοι έμειναν. Μιλάμε ουσιαστικά για έναν ιδιότυπο νόμο του Μέρφι, ο οποίος διατυπώνεται αδόκιμα στο «Λίγο μετά απ’ όταν φύγεις από μια οργάνωση/μέτωπο όπου είσαι μειοψηφία, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις να την “πάρεις”». Αλλά και ένα νόμο ακόμα «Όταν είναι να φύγεις από κάπου που είσαι μειοψηφία γιατί απηύδησες που τρως φάπες και δεν αποφασίζουν και οι φίλοι σου να φύγουν, το αποτέλεσμα είναι και η δυναμική της φυγής να μικραίνει και οι φίλοι σου να μένουν ξεκρέμαστοι».

Μπορεί να ξέρουμε συνεπώς ποια πτέρυγα θα «πάρει» τη Συνδιάσκεψη (η «αριστερή»), αλλά μακροπρόθεσμα όπως λέγεται στα πηγαδάκια… «τίποτα δεν έχει τελειώσει».

1. Konnikova, M. (2014) «How headlines change the way we think», The New Yorker [online], 17 Δεκέμβρη
2. Πατέρας, Λ.Σ. (1996) «Λοιπόν κάτσε να σου πω πέντε πράγματα», ιδιωτική συζήτηση, κάμποσο Ιούλη
3. Ντουάρτε, Μ. (1978) «Αιμάτινο γραπτό»
4. Ενωτική Πρωτοβουλία Παρέμβασης και Διαλόγου, πρώην «αριστερή» ΑΡΑΝ και ανένταχτοι

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2018

Λ.Δ Ουγγαρίας. Μικρή ιστορική ανασκόπηση (γ’ μέρος).

Το τρίτο και τελευταίο μέρος (αλλά πρώτο που ολοκληρώνεται και δημοσιεύεται) μιας ιστορικής μελέτης του Άναυδου για την πορεία της ΛΔ Ουγγαρίας προς την επαναστατική υποχώρηση, την ενίσχυση και επικράτηση των δυνάμεων της αντεπανάστασης, των λόγων και των παραγόντων που καθόρισαν αυτήν την εξέλιξη.

Άναυδος – Φεβρουάριος 2018

Περιεχόμενα

α. Εισαγωγή

β. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις

γ. Επίλογος

α. Εισαγωγή.

Το παρακάτω κείμενο θα ήταν το τρίτο μέρος μιας επισκόπης της ιστορίας της Λ.Δ. Ουγγαριας. Ωστόσο η στενότητα του χρόνου άφησε πίσω τα 2 πρώτα μέρη. Νομίζω όμως ότι μπορεί να σταθεί και αυτόνομο περιγράφοντας την αργή διαδικασία που οδήγησε στην αντεπανάσταση το 1989.

β. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις.

Η στρατιωτική και πολιτική ήττα της αντεπανάστασης του 1956 δεν είχε την αντανάκλασή της στον οικονομικό τομέα. Οι μεταρρυθμίσεις, δηλαδή η αντιστροφή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού, συνεχίστηκαν με τον Γ. Καντάρ να παίζει έναν εξισορροπητικό ρόλο μεταξύ των ακραίων μεταρρυθμιστών και των συνεπών σοσιαλιστικών δυνάμεων. Υπήρξαν τρία κύματα μεταρρυθμίσεων το 1956-57, το 1968 και το 1978.

Από τα πρώτα μέτρα της κυβέρνησης Καντάρ το 1956-57 ήταν η εκ νέου κατάργηση των υποχρεωτικών παραδόσεων του αγροτικού τομέα (συνεταιριστικού και ιδιωτικού) στο κράτος. Το αποτέλεσμα αυτής της παραχώρησης ήταν να ενισχυθεί η αγορά αγροτικών προϊόντων υποχρεώνοντας το κράτος να προσφέρει ελκυστικές (αυξημένες κατά 80% σε σύγκριση με το 1955) τιμές ώστε να αγοράζει το πλεόνασμα της αγροτικής παραγωγής. Επίσης παραχωρήθηκε ξανά η δυνατότητα αποχώρησης από τα κολχόζ. Ανάμεσα στις προτάσεις των μεταρρυθμιστών ήταν η αποδοχή των κουλάκων στα κολχόζ, η κατάργηση του κεντρικού σχεδίου και η επιβολή ελεύθερα κυμαινόμενων τιμών. Οι προτάσεις αυτές απορρίφθηκαν μετά από τη σφοδρή αντίδραση της παλιάς φρουράς. Ωστόσο αποφασίστηκε η μείωση των ποσοτικών δεικτών του κεντρικού σχεδίου και η εισαγωγή ενός περιορισμένου σχήματος μπόνους με βάση το κέρδος. Το 1957 μειώθηκαν κατά 20% οι φόροι στους αυτοαπασχολούμενους.

Μετά το 22ο συνέδριο του ΚΚΣΕ, ο Κανταρ εξαπέλυσε οξύτατη επίθεση ενάντια στον Ράκοσι χαρακτηρίζοντας τον τύραννο μέσα από τις σελίδες της Πράβντα. Συστάθηκε ειδική επιτροπή της ΚΕ για να ερευνήσει τις πολιτικές δίκες και τις πρακτικές της καταστολής της περιόδου Ράκοσι. Η επιτροπή αποφάνθηκε το καλοκαίρι του 1962 ότι οι δίκες ήταν στημένες και σα συνέπεια οι Ράκοσι, Γκέρο και άλλα 23 ηγετικά στελέχη διαγράφτηκαν από το κόμμα. Ταυτόχρονα ξεκίνησαν εκτεταμένες εκκαθαρίσεις στον κρατικό μηχανισμό από συνεπείς κομμουνιστές ενώ απομακρύνθηκαν και πολλά μέλη της κυβέρνησης όπως οι Κ. Κις, Γ Μαροζαν κλπ. Το 1963 ο Κανταρ ανακοινώνει γενική αμνηστία για όσους συμμετείχαν στα γεγονότα του 1956i. Η Νέα Πορεία του 1953 αποτέλεσε τη βάση των οικονομικών μεταρρυθμίσεων που ξεκινούν δειλά-δειλά το 1964.


Η ολοκλήρωση της κολεκτιβοποίησης της γεωργίας έγινε δυνατή με σημαντικές παραχωρήσεις όπως το αυξημένο ποσοστό ατομικής ιδιοκτησίας στα μέλη των κολχόζ, αλλά και η σημαντική χρηματοδότηση από την κεντρική κυβέρνηση. Έτσι ενώ στην ΕΣΣΔ το ατομικό κτήμα αφορούσε την οικογένεια σαν σύνολο, στην Ουγγαρία η παραχώρηση αυτή έγινε σε κάθε μέλος της οικογένειας χωριστά. Με αποτέλεσμα ήδη από το 1965 τα ιδιωτικά κτήματα να αντιπροσωπεύουν το 22% των αγορών του κράτους. Μέρος της γης των κολχόζ καλλιεργούταν από συγκεκριμένη ομάδα (συνήθως συγγενικές οικογένειες) και αμείβονταν όχι μόνο με βάση τις εργατοώρες αλλά και με ένα ποσοστό της σοδειάς (25-50%). Τα μέλη των κολχόζ από 168.920 το 1958 εκτοξεύτηκαν σε 1.182.894 το 1961 ii. Αν και αρχικά όλες αυτές οι παραχωρήσεις θεωρήθηκαν προσωρινές ως και καπιταλιστικές αποκλίσεις από το ΟυΣΕΚ, στην πορεία των χρόνων δεν έγινε καμία προσπάθεια ανάκλησής τους και εντέλει κατέληξαν μόνιμες.

Το 1968 ξεκινά η εφαρμογή στην Ουγγρική οικονομία του Νέου Οικονομικού Μηχανισμού (ΝΟΜ). Ο βασικός συντάκτης ήταν ο Ρ. Νιερς, πρώην σοσιαλδημοκράτης, ενώ στην επιτροπή συμμετείχαν οικονομολόγοι πρώην μέλη του κόμματος των μικροϊδιοκτητών. Ο ΝΟΜ αποτέλεσε ένα νέο πρότυπο σοσιαλιστικής οικονομίας που στηριζόταν εξίσου στην κοινωνική και συνεταιριστική ιδιοκτησία. Ο βασικός λόγος που οδήγησε στην υιοθέτησή του ήταν η αντιμετώπιση των χρόνιων ελλείψεων και η άνοδος της αποτελεσματικότητας της σοσιαλιστικής οικονομίας. Είχε πολλές ομοιότητες με τις μεταρρυθμίσεις Κοσύγκιν (1965) και με τον συνονόματό του ΝΟΜ της Τσεχοσλοβακίας (1965). Κεντρική ιδέα του ΝΟΜ ήταν η κατάργηση της εξειδίκευσης του γενικού/κεντρικού πλάνου, και η αντικατάστασή του από οικονομικούς ρυθμιστές όπως το κέρδος, οι τιμές, οι φόροι και η πίστη/επιχορήγηση. Αν και οι κεντρικές οικονομικές προτεραιότητες δεν άλλαζαν, οι επιχειρήσεις απέκτησαν μεγαλύτερη αυτονομία και σε κάποιες περιπτώσεις πήραν άδεια εξαγωγών. Δημιουργήθηκε ένα μικτό σύστημα τιμών όπου το 70% των τιμών του τομέα Ι (μέσα παραγωγής) ήταν κεντρικά προσδιορισμένο και το 30% κυμαινόταν ελεύθερα ενώ το ποσοστό των τιμών των τελικών αγαθών που προσδιόριζε η αγορά ήταν περίπου 50%.

Το κέρδος έγινε ο αποφασιστικός οικονομικός ρυθμιστής στη διοίκηση των επιχειρήσεων. Αποτελώντας το βασικό κριτήριο για τις επενδύσεις αλλά και για τα μπόνους και τις μισθολογικές απολαβές των εργαζομένων δημιούργησε εισοδηματικές ανισότητες στο εσωτερικό της εργατικής τάξης. Βέβαια προκειμένου να αποφευχθεί το κλείσιμο των μη κερδοφόρων επιχειρήσεων υπήρξε μέριμνα αναδιανομής μέρους των κερδών στις λιγότερο αποτελεσματικές επιχειρήσεις. Η κατάργηση της εξειδίκευσης του κεντρικού πλάνου έδωσε επιπλέον αυτονομία στις διοικητικές αποφάσεις στο επίπεδο των επιχειρήσεων, με αποτέλεσμα σε όλο και μεγαλύτερο βαθμό τα κριτήρια του τι και πώς θα παραχθεί κάτι να καθορίζονται με όρους αγοράς και όχι με τις ανάγκες της κοινωνίας. Ο λογαριασμός του μισθού στην επιχείρηση έπαψε να υπόκειται σε περιορισμούς, ενώ μέρος των κερδών έμενε στη διάθεση της επιχείρησης για επενδυτικά σχέδια.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές συνάντησαν ισχυρή αντίδραση από το βιομηχανικό προλεταριάτο, τα συνδικάτα, τις διοικήσεις των μεγάλων επιχειρήσεων και από μεγάλο μέρος των κομματικών στελεχών. Έβλεπαν σε αυτές την εγκατάλειψη θεμελιωδών σοσιαλιστικών αρχών και την υποχώρηση σε μικροαστικές συμπεριφορές. Στον αντίποδα βρίσκονταν προσωπικότητες σαν τον Γ. Λούκατς. Σε μεγάλο βαθμό η αντίδρασή τους εστιαζόταν στα αρνητικά αποτελέσματα της μεταρρύθμισης στα εισοδήματα των εργατών και στο γεγονός ότι το μέσο αγροτικό εισόδημα ξεπερνούσε αυτό του βιομηχανικού τομέαiii με αποτέλεσμα οι μεταρρυθμίσεις να θεωρηθούν ουδέτερες ταξικά, ενώ όπως θα δούμε στη συνέχεια δεν ήταν. Η Σοβιετική ηγεσία επίσης αντέδρασε και προειδοποίησε το ΟυΣΕΚ για τις επικίνδυνες τάσεις που αναπτύσσονταν στη χώρα. Σαν αποτέλεσμα πολλοί από τους εμπνευστές των μεταρρυθμίσεων διαγράφηκαν από το κόμμα το 1972 και απομακρύνθηκαν από τις θέσεις τους χωρίς όμως οι ίδιες οι μεταρρυθμίσεις να ανακληθούνiv.

Τον Οκτώβριο του 1977 η ΚΕ του ΟυΣΕΚ διακήρυξε ότι τα προβλήματα που δημιούργησαν οι μεταρρυθμίσεις του ΝΟΜ απαιτούσαν ακόμη μεγαλύτερη σύνδεση μεταξύ αποτελεσματικότητας και αμοιβής. Οι νέες μεταρρυθμίσεις έδωσαν τη δυνατότητα σε ιδιώτες μέλη των κολχόζ να νοικιάζουν επιπλέον γη. Σαν αποτέλεσμα ενισχύθηκε η εκτός κράτους αγορά αγροτικών προϊόντων που είχε σαν αποτέλεσμα ο αγρότης να έχει μεγαλύτερο εισόδημα από το βιομηχανικό εργάτη. Στα κολχόζ δόθηκε η δυνατότητα να αναπτυχθούν και σε άλλες οικονομικές δραστηριότητες εκτός από τη γεωργία. Πολλά κολχόζ επεκτάθηκαν στην τυποποίηση τροφίμων, στην οικοδομή, το εμπόριο και την εστίαση. Το ποσοστό των μη αγροτικών δραστηριοτήτων στο συνολικό εισόδημα έφτασε το 34% το 1985v. Αποσύρθηκαν οι περιορισμοί στα ιδιωτικά αγροκτήματα σχετικά με τη ιδιοκτησία μηχανημάτων, μεγάλων ζώων κλπ. Ενώ πριν τη μεταρρύθμιση θεωρούταν αστικό κατάλοιπο το ιδιωτικό χωράφι, στην πορεία του χρόνου θεωρήθηκε συστατικό της σοσιαλιστικής οικονομίας. Τα βοηθητικά αγροκτήματα των κατοίκων της πόλης μετατράπηκαν σε ιδιωτικές φάρμες αποτελώντας μια ημινόμιμη διέξοδο για τις ιδιωτικές επενδύσεις. Από 11% της συνολικής αγροτικής παραγωγής το 1966, έφτασαν να αντιπροσωπεύουν το 15% το 1984. Πολλά κολχόζ μετατράπηκαν σε φασονάδικα για δυτικές εταιρίες. Το αποτέλεσμα ήταν η διείσδυση της συλλογικής ιδιοκτησίας και στη μεταποίηση. Στα χωριά ο πλούτος μεταφραζόταν σε σπίτια που δίνονταν για προίκα, αυτοκίνητα κλπ.

Οι νέες μεταρρυθμίσεις ωφέλησαν και τους αυτοαπασχολούμενους με την απόσυρση του κράτους από δραστηριότητες όπως επισκευές, οικοδόμηση ιδιωτικής κατοικίας κλπ και την περεταίρω απελευθέρωση των τιμών. Η δουλειά στην οικοδομή το σαββατοκύριακο έφτασε να αποφέρει περισσότερα από το μηνιαίο μισθό. Οι ιδιωτικοί συνεταιρισμοί στην οικοδομή ήταν το πρόπλασμα του ιδιωτικού κεφαλαίου στην Ουγγαρία (όπως οι αντίστοιχοι σαμπάσνικ στην ΕΣΣΔ)vi. Συνεταιρισμοί επιτράπηκαν τόσο στη μεταποίηση όσο και στις μεταφορές, το εμπόριο, την οικοδομή και ορισμένες υπηρεσίες. Τον Φεβρουάριο του 1980 η ΚΕ του ΟυΣΕΚ διακήρυξε επίσημα ότι η δραστηριότητα της ιδιωτικής οικονομίας είναι γενικά χρήσιμη γιατί καλύπτει υπάρχοντα κενά. Ο επίσημος ιδιωτικός τομέας από 58χιλ απασχολούμενους το 1953 έφτασε τους 164 χιλ το 1984, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 4,2% της απασχόλησης και το 5,5% του εθνικού εισοδήματος. Σαν συνέπεια των μεταρρυθμίσεων δημιουργήθηκαν χιλιάδες νέες μικρές ιδιωτικές επιχειρήσεις. Εννοείται ότι οι ιδιοκτήτες/εργοδότες αυτοί άνηκαν στην υψηλή εισοδηματική τάξη της χώρας.

Η ιδιωτική οικονομία βρήκε διαθέσιμα χέρια από τη μείωση του εργάσιμου χρόνου αλλά και από πολλούς συνταξιούχους διαθέσιμους να αυξήσουν το εισόδημά τους. Τη δεκαετία του ’80 η ιδιωτική οικονομία (νόμιμη και μη) αντιπροσώπευε ίσως και το 20% του ΑΕΠ. Μία μελέτη του 1985 αποκάλυπτε ότι το 33% του εργάσιμου χρόνου δαπανιόταν στην ιδιωτική οικονομία ενώ το 55% των νέων οικοδομών γινόταν από ιδιώτες όπως και το 87% των επισκευώνvii. Όπως αναφέραμε και παραπάνω, οι βασικοί τομείς που δραστηριοποιούνταν το ιδιωτικό κεφάλαιο ήταν η παραγωγή αγροτικών προϊόντων η οικοδομή (το 1980 το 71.4% του οικοδομικού αποθέματος ήταν στα χέρια ιδιωτών με το υπόλοιπο να ανήκει στο κράτος, το 85,7% των νεόδμητων κατοικιών το 1985 ήταν ιδιωτικές). Άλλος τομέας ήταν οι μεταφορές και ειδικά οι επισκευές των ιδιωτικών αυτοκινήτων, η αγορά μεταχειρισμένων όπως και τα ιδιωτικά ταξί (που επιτράπηκαν το 1982). Επιπρόσθετα, υπηρεσίες όπως η φύλαξη παιδιών ή ηλικιωμένων, υπενοικίαση σπιτιών και εξοχικών. Ήδη από τη δεκαετία του ’80 υπήρχαν κάποιες εταιρίες μικτής ιδιοκτησίας (ξένων και του Ουγγρικού κράτους), ενώ το κράτος υπενοικίαζε (leasing) ορισμένες επιχειρήσεις του σε ιδιώτες (κυρίως εστιατόρια, το 37% το 1984). Επίσης αυξήθηκε σημαντικά η εργολαβική δραστηριότητα ακόμη και στις κρατικές επιχειρήσεις. Το αποτέλεσμα ήταν η ύπαρξη μεγάλης ποσότητας λιμνάζοντος κεφαλαίου που δεν μπορούσε νόμιμα να επενδυθεί. Το 1985 σχεδίαζαν το σπάσιμο του τραπεζικού τομέα σε μια κεντρική τράπεζα (με εκδοτικό προνόμιο) και μικρότερες (κρατικές) τράπεζες, που ωστόσο θα ανταγωνιζόταν η μία την άλλη τόσο για τις καταθέσεις όσο και για τα δάνεια. Σιωπηλοί μέτοχοι υπήρχαν στις λίγες ιδιωτικές επιχειρήσεις.

Η αγορά εργασίας στα πρώτα σοσιαλιστικά χρόνια επέβαλε αρκετούς περιορισμούς. Δύσκολα π.χ. κάποιος μπορούσε να αλλάξει επιχείρηση, απαγορευόταν η εργασία στην πόλη χωρίς σχετική άδεια, ενώ μεγάλο μέρος του μισθού δινόταν σε είδος από την επιχείρηση (κατοικία, φροντίδα παιδιών, τρόφιμα, αναψυχή κλπ). Με τις μεταρρυθμίσεις οι 2 προηγούμενοι περιορισμοί καταργήθηκαν ενώ η αγορά αντικατέστησε σε μεγάλο βαθμό τις άμεσες παροχές.


Παρά τις αρχικές αντιδράσεις της σοβιετικής ηγεσίας στις νέες μεταρρυθμίσεις, το 1983 ο νέος γ.γ. του ΚΚΣΕ Γ. Αντρόποφ έδωσε την έγκρισή του να συνεχιστούν. Έτσι τον Απρίλιο του 1984 η ΚΕ του ΟυΣΕΚ αποφάσισε να προχωρήσει τις μεταρρυθμίσεις με σκοπό μια ελεγχόμενη οικονομία της αγοράς που θα βασιζόταν στη μεικτή ιδιοκτησία (κρατική συνεταιριστική και ιδιωτική). Αποφασίστηκε επίσης να αποδοθεί το ιδιοκτησιακό δικαίωμα του κράτους στα συμβούλια των εργαζομένων, μια αντιγραφή δηλαδή του γιουγκοσλαβικού μοντέλου. Και φυσικά οι φωνές άρχισαν να δυναμώνουν για πολιτική έκφραση των στρωμάτων που ωφελούσε η μεταρρύθμιση είτε αρχικά διαμέσου του ΟυΣΕΚ είτε αυτόνομα.

Η έννοια της μεταρρύθμισης σε όλες τις σοσιαλιστικές χώρες τις δεκαετίες του 1950 και 1960 είχε σαν αποκλειστικό στόχο να περιορίσει τον κεντρικό σχεδιασμό και συντονισμό και να ενισχύσει το ρόλο της αγοράς. Μετά την Κίνα και τη Γιουγκοσλαβία, όπου ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός ανατράπηκε ήδη από την πρώτη πενταετία της νίκης του λαϊκού μετώπου, η Ουγγαρία ήταν η χώρα που διένυσε το μεγαλύτερη απόσταση προς αυτή την κατεύθυνση. Ενώ το πλάνο στα πρώτα χρόνια ήταν καθολικό και υποχρεωτικό, κάτω από την πίεση των στρωμάτων που ήθελαν μεγαλύτερη ελευθερία στην κατανομή του πλεονάσματος, έγινε σε μεγάλο βαθμό ενδεικτικό.

Ο κεντρικός σχεδιασμός δεν ήταν απαλλαγμένος από προβλήματα, τα σημαντικότερα εκ των οποίων ήταν:
-Η ακαμψία του κ.σ. από τη στιγμή που οι στόχοι έχουν καθοριστεί και οι δείκτες έχουν μοιραστεί στις μονάδες παραγωγής

-Συνήθως δεν προβλεπόντουσαν εφεδρείες με αποτέλεσμα η οποιαδήποτε αρνητική συγκυρία να προκαλεί αλυσιδωτά προβλήματα.

-Οι αποδέκτες (επιχειρήσεις) υιοθετούν μια αμυντική τακτική απέναντι στους στόχους αποκρύπτοντας τις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητές τους ώστε να λάβουν εφικτό στόχο.

-Πολλές φορές κατέφευγαν σε παράνομες ή αναποτελεσματικές πρακτικές για να πετύχουν το στόχο (π.χ. αν ο στόχος δινόταν σε αξία, τότε ενσωμάτωναν στο τελικό προϊόν ακριβά υλικά, αντίθετα αν ο στόχος δινόταν σε ποσότητα, τότε συνήθως παράγονταν βαριά προϊόντα -αν ο δείκτης ήταν σε κιλά- ή λεπτότερα του κανονικού υφάσματα -αν ο δείκτης ήταν σε μέτρα- κλπ.)
-Αγνοούνταν συνήθως οι δευτερεύοντες στόχοι αναφορικά με την ποιότητα, το λανσάρισμα νέων προϊόντων, η μείωση του κόστους αλλά και η ορθή συντήρηση μηχανημάτων και κτιρίων (κοστοβόρες δραστηριότητες που περιόριζαν τους πόρους της επιχείρησης για αμοιβές).
Ήταν αδύνατο να εμποδιστεί η οριζόντια επικοινωνία μεταξύ επιχειρήσεων με αποτέλεσμα ορισμένες να καταφεύγουν σε ανεπίσημες συμφωνίες μεταξύ τους.

-Οι επιχειρήσεις διακρατούσαν μεγάλες ποσότητες αποθεμάτων κυρίως πρώτων υλών αλλά και ενέργειας.

-Επειδή η επενδυτική αποτυχία δεν τιμωρούταν υπήρχε η τάση για σπατάλη πόρων.

-Οι εξαγωγικές εταιρίες πουλούσαν πολύ φθηνά για να αυξήσουν τα συναλλαγματικά διαθέσιμα τους.
Η εισαγωγή στοιχείων της αγοράς υποστήριζαν οι μεταρρυθμιστές θα βελτίωνε τον κ.σ. και θα ανέβαζε το επίπεδο της αποτελεσματικότητας της Ουγγρικής οικονομίας. Μάλιστα η αποτυχία των πρώτων μεταρρυθμίσεων να λύσουν τα προβλήματα που υποτίθεται στόχευαν, οδηγούσε σε ένα νέο κύκλο ακόμη πιο επιθετικών αγοραίων μεταρρυθμίσεων. Η θεωρητική θεμελίωση των μεταρρυθμίσεων δηλ. της χρήσης του μηχανισμού της αγοράς για τη βελτίωση της σοσιαλιστικής οικονομίας και του πλάνου ήταν βασισμένη στην ύπαρξη ελλείψεων. Οι ελλείψεις όμως στο σοσιαλισμό δεν ήταν όλες αποτέλεσμα των αστοχιών του κ.σ. Επιπλέον πηγές ελλείψεων ήταν η χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας που ωστόσο αμείβεται κανονικά, τα διάφορα εμπάργκο που επέβαλε ο ιμπεριαλισμός αλλά και οι διαφορετικές προτεραιότητες του σοσιαλισμού αναφορικά με τις επενδύσεις. Έτσι οι ελλείψεις δεν εμπόδιζαν την ύπαρξη αυξημένων αποθεμάτων, και υποχρησιμοποιημένου δυναμικού. Σύμφωνα με τους οπαδούς της μεταρρύθμισης η απλή αναπαραγωγή έπρεπε να ρυθμίζεται από την αγορά ενώ η διευρυμένη από τον κ.σ. και την αγορά. Φυσικά αγνοούσαν, εκούσια ή ακούσια λίγη σημασία έχει, ότι η απλή αναπαραγωγή εύκολα μπορεί να μεταβληθεί σε διευρυμένη.

Στην πραγματικότητα οι μεταρρυθμίσεις δεν απέδωσαν τα υπεσχημένα. Δημιούργησαν μεγαλύτερα και περισσότερα προβλήματα από αυτά που δήθεν θα έλυναν. Το βασικότερο είναι ότι ενίσχυσαν αποφασιστικά τις δυνάμεις της αντεπανάστασης και διέσυραν το σοσιαλιστικό όραμα στη συνείδηση των εργαζομένων υπονομεύοντας την αποτελεσματικότητα του κ.σ.:

-Ο ιδιωτικός τομέας ήταν σε θέση να προσφέρει πιο ανταγωνιστικούς μισθούς σε σχέση με τον κρατικό αλλά και η δυνατότητα παράλληλης απασχόλησης έριξε κάθετα την παραγωγικότητα στον σοσιαλιστικό τομέα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην αποδίδει αυτά που έπρεπε στην κοινωνία.

-Η καλοπληρωμένη παράλληλη και μαύρη εργασία ήταν ισχυρό δόλωμα για τους εργαζόμενους στον σοσιαλιστικό τομέα της οικονομίας. Το πιο σημαντικό ήταν διαβρωτική στο ιδεολογικοπολιτικό επίπεδο. Οι εργαζόμενοι αδυνατούσαν να καταλάβουν ότι οι υψηλές αυτές αμοιβές ήταν αποτέλεσμα του ασφυκτικού περιοριστικού πλαισίου που έθετε το σοσιαλιστικό κράτος σε αυτού του είδους τις δραστηριότητες και τρόπους απόσπασης υπεραξίας και πλουτισμού. Πίστευαν ότι αν η ιδιωτική δραστηριότητα αφεθεί ελεύθερη, οι ευκαιρίες αύξησης του εισοδήματός τους θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες. Δεν μπορούσαν να δουν ότι ο καπιταλισμός ήταν γενναιόδωρος από ανάγκη και όχι από τη φύση του. Αυτό το μάθημα θα περίμεναν μερικά χρόνια για να το πάθουν.

-Ανάμεσα στα μέτρα της μεταρρύθμισης ήταν η δυνατότητα να δημιουργούνται θυγατρικές των μεγάλων επιχειρήσεων. Η αρετή των θυγατρικών ήταν ότι λόγω του μικρού μεγέθους τους δεν ελέγχονταν σχολαστικά και συχνά από τους ελεγκτικούς μηχανισμούς του σοσιαλιστικού κράτους. Το 1985 δόθηκε η δυνατότητα οι διευθυντές των επιχειρήσεων να εκλέγονται είτε έμμεσα είτε άμεσα από τους εργαζόμενους.

-Δημιουργήθηκε μια αγορά μεταξύ επιχειρήσεων με αποτέλεσμα να ανταγωνίζονται μεταξύ τους. Ο πληθωρισμός που δημιουργήθηκε ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού καθώς και της γκρίζας οικονομίας και από περίπου 1% μέχρι το 1967 ανέβηκε στο 7.5% το 1984.

-Η παραβίαση των νόμων και των κανονισμών από το εκκολαπτόμενο κεφάλαιο οδήγησε στην ενδημική διαφθορά δημοσιών υπαλλήλων και κομματικών στελεχών. Σα συνέπεια οι εργαζόμενοι έχασαν την πίστη τους στη δικτατορία του προλεταριάτου ενώ οι φύλακες της πέρασαν με το μέρος του εχθρού της.
Ωστόσο η ελπίδα ότι θέτοντας το κέρδος σαν το απόλυτο κριτήριο και κίνητρο όλες οι επιχειρήσεις θα μετατρέπονταν σε κερδοφόρες δεν έγινε ποτέ πραγματικότητα. Όπως δείχνουν τα στοιχεία οι ζημιογόνες εταιρίες παρέμειναν ζημιογόνες ενώ οι κερδοφόρες παρέμειναν κερδοφόρες. Το κράτος με τη σειρά του ήταν υποχρεωμένο να στηρίζει τις ζημιογόνες επιχειρήσεις και να μην τις αφήνει να κλείσουν και δημιουργηθεί ανεργία έχοντας ωστόσο λιγότερους πόρους από ότι πριν τη μεταρρύθμιση. Η αποκέντρωση των επενδυτικών αποφάσεων συνεχίστηκε σε όλη την πορεία των μεταρρυθμίσεων κι έτσι ενώ στην αρχή της μεταρρύθμισης (1968-1970) το κεντρικό κράτος χρηματοδοτούσε το 40% των επενδύσεων το 1981-84 το ποσοστό αυτό έπεσε στο 21% αποδυναμώνοντας τον κ.σ.

Ο κεντρικός σχεδιασμός δέχτηκε πλήγμα στα θεμέλια του και στην αποτελεσματικότητα του αφού μεγάλο μέρος της οικονομίας αλλά και κρίσιμες παράμετροι του πλάνου αφέθηκαν στην αγορά να τους ρυθμίσει. Αποδείχτηκε ότι όλα τα μακροοικονομικά μεγέθη πήραν την κατιούσα σαν αποτέλεσμα των μεταρρυθμίσεων, όπως δείχνει και ο παρακάτω πίνακας. Μάλιστα οι υψηλές επιδόσεις μετά το 1970 στηρίχθηκαν κυρίως στον εξωτερικό δανεισμό που με τη σειρά του έπαιξε υπονομευτικό ρόλο.
Ποσοστιαία μεταβολή1957-671967-731973-751978-84
Εθνικό εισόδημα
5,7
6,1
5,2
1,3
Επένδυση
12,9
7,0
7,8
-3
Μέσος Μισθός
2,6
3,1
3,2
-1,4
Κατά κεφαλή κατανάλωση
4,2
4,6
3,6
1,4
Εξωτ χρέος σε μη μετατρέψιμο νόμισμα 
16
38,9
2,8

Η προσπάθεια της Ουγγαρίας στα μέσα του 1980 να απεξαρτηθεί από το εξωτερικό της χρέος επιχειρήθηκε να γίνει με την υποκατάσταση των εισαγωγών από τον κρατικό τομέα αλλά και από την αύξηση των εξαγωγών γεγονός που επηρέασε αρνητικά το διαθέσιμο εισόδημα δημιουργώντας επιπλέον τριβές μεταξύ του σοσιαλιστικού κράτους και των εργαζόμενων.

Οι μεταρρυθμίσεις έβαλαν την σοσιαλιστική οικονομία σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο δεν μπόρεσε να βγει. Ακριβώς επειδή περιόριζαν το εύρος εφαρμογής του κ.σ., του δημιουργούσαν επιπλέον προβλήματα χωρίς φυσικά να λύνουν αποτελεσματικά τα αρχικά προβλήματα που θεωρητικά θα έλυναν. Το αποτέλεσμα ήταν πίεση για περισσότερες μεταρρυθμίσεις ενώ παράλληλα ενισχύονταν τα εχθρικά προς το σοσιαλισμό στρώματα. Η ανοχή και η καλυπτόμενη ενθάρρυνση στο μικρό ιδιωτικό κεφάλαιο παραγνωρίζει ότι τα πράγματα δεν μένουν στατικά και σε βάθος χρόνου το μικρό κεφάλαιο αναπαράγεται σε διευρυμένη κλίμακα και η πίεσή του αυξάνεται για αλλαγές εκ βάθρων. Η παρουσία του δημιουργεί δυσαρέσκεια στις πιστές στο σοσιαλισμό τάξεις και κοινωνικά στρώματα που βλέποντας τη δικτατορία του προλεταριάτου να το ανέχεται, παύουν να πιστεύουν στο σοσιαλισμό ή στέκονται ουδέτερα απέναντι του. Το αποτέλεσμα ήταν η αναίμακτη καπιταλιστική παλινόρθωση το 1989.

Η ανατροπή του σοσιαλισμού ήταν το αποτέλεσμα της διάβρωσης της απασχόλησης του συνόλου του εργατικού δυναμικού από το κράτος και της παράλληλης εμφάνισης του ιδιωτικού τομέα. Στην Ουγγαρία αποδείχτηκε ότι η κομματική και κρατική ηγεσία ήταν έτοιμη να εγκαταλείψει το σοσιαλισμό πιστεύοντας ότι οι τύχες της θα ήταν καλύτερη στον ιδιωτικό τομέα. Η αντικατάσταση του εξωτερικού εξαναγκασμού αλλά και της ιδεολογίας με την κρατική απασχόληση.

Οι εξελίξεις στις λαϊκές δημοκρατίες είχαν επίπτωση στην ίδια την ΕΣΣΔ. Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις στην Ουγγαρία έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στο να πείσουν τη Σοβιετική ηγεσία ότι η σοσιαλιστική οικονομία μπορούσε να μεταρρυθμιστεί και η περεστρόικα ήταν δυνατή. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 μεγάλος αριθμός σοβιετικών (αλλά και κινέζων) ειδικών φιλικών στις μεταρρυθμίσεις επισκέπτονταν τη Βουδαπέστη και διάβαζαν την ουγγρική οικονομική βιβλιογραφία viii.

Μία παράμετρος που διαφοροποιεί τον καπιταλισμό από το σοσιαλισμό είναι ότι στο σοσιαλισμό κάθε ελάττωμα, αβλεψία, δυστύχημα κλπ αποδίδεται στο κράτος στο κόμμα και κατά συνέπεια στο σύστημα. Από το λερωμένο τραπεζομάντηλο στο κρατικό εστιατόριο, τα ελαττωματικό παπούτσι ή το κακοκτισμένο σπίτι, ο αγενής υπάλληλος, όλη η δυσαρέσκεια και τα παράπονα από τέτοιους είδους συμπεριφορές, παραλείψεις ή σκόπιμες ενέργειες κατευθύνονται στο σύστημα. Αντίθετα στον καπιταλισμό μεγάλο μέρος αυτού του είδους της ευθύνης τη φέρει ο ατομικός επιχειρηματίας με αποτέλεσμα να διαχέεται και να εξατομικεύεται η δυσαρέσκεια.

Απλώς να σημειώσω ότι εντυπωσιακό είναι το γεγονός ότι η αγροτική παραγωγή στον καπιταλισμό από το 1989 ως το 2007 μειώθηκε κατά 27%ix ενώ για πολλά χρόνια αποτελούσε αποδεικτικό στοιχείο για κάθε αντικομουνιστή ότι ο σοσιαλισμός είναι ένα αποτυχημένο οικονομικό υπόδειγμα!!!

7. Επίλογος- Ορισμένα συμπεράσματα.

Θα επιχειρήσω μια ανάλυση για την οποία δεν διεκδικώ δάφνες του αλάθητου. Από ό,τι φαίνεται στις σοσιαλιστικές κοινωνίες του 20ου αιώνα υπήρχαν τρία πολιτικά ρεύματα που συνήθως συγκατοικούσαν στο ίδιο κόμμα. Το πρώτο ρεύμα ήταν οι αδιάλλακτοι μαρξιστές-λενινιστές αυτοί που είχαν στόχο να τραβήξουν μέχρι το τέλος το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό ολόκληρης της υφηλίου. Η ταξική τους βάση ήταν η εργατική τάξη.

Το δεύτερο ρεύμα ήταν οι μεταρρυθμιστές (ρεφορμιστές, αναθεωρητές) οι οποίοι αναζητούσαν πάντα ένα συμβιβασμό στη σοσιαλιστική οικοδόμηση τόσο με τον εσωτερικό όσο και με τον εξωτερικό εχθρό. Γι αυτούς οι θυσίες ήταν ήδη αρκετές και έπρεπε επιτέλους να δρέψουν τους καρπούς που έσπειραν με τόσο κόπο. Το μεγαλύτερό τους έγκλημα ήταν ότι οι πολιτικές τους πέρα από το φρένο ή και την αντιστροφή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού γέννησαν και ενδυνάμωσαν το τρίτο και πιο επικίνδυνο ρεύμα αυτό της αντεπανάστασης. Η ταξική βάση των μεταρρυθμιστών εντοπιζόταν κυρίως στα συνεταιριστικά αγροκτήματα αλλά και στο διευθυντικό προσωπικό. Αντλούσαν τη δύναμη τους από τη συλλογική ιδιοκτησία σε αντιδιαστολή με την κοινωνική. Το επιμέρους συμφέρον της μεμονωμένης επιχείρησης, του συλλογικού αγροκτήματος κλπ κυριαρχούσε σε βάρος του κοινωνικού. Είχε μια επιπλέον επιπλοκή, εξασφάλιζε στις πολιτικές αυτές κοινωνική βάση που τρεφόταν από το μέρος του πλεονάσματος που οι επιμέρους επιχειρήσεις διακρατούσαν και δεν αποδίδοταν στο κέντρο.

Το τρίτο ρεύμα είχε την ταξική του βάση στα απομεινάρια των παλιών εκμεταλλευτικών τάξεων που είτε είχαν παραμείνει εντός των σοσιαλιστικών χωρών είτε δρούσαν στο εξωτερικό αλλά και στα στρώματα εκείνα της ιδιωτικής οικονομίας που, είτε επίσημα είτε ανεπίσημα, υπήρχε σε όλες τις σοσιαλιστικές χώρες. Η επέκταση της ιδιωτικής οικονομίας είχε σαν αποτέλεσμα να τραβηχτούν με το μέρος της αντεπανάστασης το μεγάλο μέρος των μεταρρυθμιστών. Βασικός ιμάντας μεταφοράς ήταν η διαφθορά ή εξαγορά τους.

Οι δυσκολίες της σοσιαλιστικής οικοδόμησης στην Ουγγαρία σε μεγάλο βαθμό εδράζονταν στον τρόπο επικράτησης του προλεταριάτου. Ήρθε στην εξουσία σε συμμαχία με εκείνες τις μερίδες της αστικής τάξης που εναντιώθηκαν στους ναζί και έχασε πολύτιμο χρόνο συγκυβερνώντας μαζί τους πριν έρθει σε σύγκρουση. Επειδή η σύγκρουση δεν έλαβε τη μορφή εμφυλίου δεν ξεκαθάρισε η χώρα από τα υπολείμματα των παλιών εκμεταλλευτικών τάξεων που αρκετοί έμειναν εν ζωή. Στη χώρα υπήρχε ένα είδος «δυαδικής εξουσίας», όπως υπήρχε το 1917 τον καιρό του Κερένσκι: έστεκε η μία δίπλα στην άλλη, αλληλοδιαπλεκόμενη και παλεύοντας η μία εναντίον της άλλης, η παλιά που τραβούσε προς τον καπιταλισμό, και η νέα που πάλευε για το σοσιαλισμό. Από εκεί και περά διαλυτικό ρόλο έπαιξε η παλινδρόμηση από το 1953 και μετά, που έδωσε παράταση ζωής και ελπίδα στα εκμεταλλευτικά στρώματα ότι μια ρεβάνς ήταν πιθανή.


Λάθος ήταν και η συγχώνευση του ΣΔΚ με το ΚΚΟυ. Όσο κι αν οι λόγοι της κίνησης αυτής είχαν βάση, εκ του αποτελέσματος η συγχώνευση αποδείχτηκε καταστροφική. Την ώρα της κρίσης αφαίρεσε από τους κομμουνιστές τη μόνη δύναμη που έχουν για να αντιπαρατεθούν στον ταξικό εχθρό, την οργάνωσή τους. Οι εξωφρενικοί στόχοι της οικονομικής πολιτικής στο πρώτο πεντάχρονο έπαιξαν και αυτοί το ρόλο τους, αυξάνοντας τη δυσαρέσκεια στην εργατική τάξη. Ωστόσο μεγαλύτερη ζημία προκάλεσε η αναστροφή του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού με τις πολιτικές της Νέας Πορείας το 1953 και ακόμη περισσότερο ο διασυρμός της κομματικής ηγεσίας.

Η ιστορία της αντεπανάστασης του 1956 οδηγεί σε δυο συμπεράσματα σχετικά με τη μελλοντική οικοδόμηση του σοσιαλισμού:

1. δεν πρέπει τα λάθη και οι δυσκολίες να ανακόπτουν τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό μιας χώρας. Δίνεται έτσι η δυνατότητα στον ταξικό εχθρό να δυναμώσει και να ενισχύσει τη συμμαχία του με τα ταλαντευόμενα κοινωνικά στρώματα.

2. η προληπτική καταστολή κι ο σεβασμός της κομματικής πειθαρχίας είναι πολύ πιο οικονομική λύση (τόσο σε αίμα όσο και σε υλικές καταστροφές) από το να αφήσεις τον εχθρό να ισχυροποιηθεί με συμβιβασμούς και υποχωρήσεις. Αν όπως έγινε στην περίπτωση Ράικ, ο Νάγκυ είχε εξουδετερωθεί μόνιμα, χιλιάδες Ούγγροι και Σοβιετικοί θα είχαν γλυτώσει από το θάνατο, το κύρος της ΕΣΣΔ δεν θα είχε τρωθεί, η ουγγρική οικονομία δεν θα είχε υποστεί σημαντικές ζημιές.

i  B. Lomax The Hungarian Revolution of 1956 and the Origins of the Kadar Regime, Studies in Comparative Communism Vol XVIII SUMMER/AUTUMN 1985
ii  The agrarian theses and rapid collectivization. Bianca Adair, Journal of Communist Studies and Transition Politics vol 17 no 2
iii  Zsuzsanna Varga Reshaping the socialist economy: the Hungarian case
iv  Ignác Romsics. Economic Reforms in the Kádár Era
v  J. Kornai: The Hungarian Reform Process. Journal of Economic Literature vol XXIV Dec 1986
vi  Canadian-American Review of Hungarian Studies, Vol. V, No. 1 (Spring 1978) Social Change in Post-Revolutionary Hungary, 1956-1976 – Ivan Volgyes
vii  J. Kornai: The Hungarian Reform Process. Journal of Economic Literature vol XXIV Dec 1986
σελ. 1767
viii  The Great Surprise of the Small Transformation p. 12
ix  The Situations of Hungarian Agriculture. Anna Burger Institute of Economics of the Hungarian Academy of Sciences