Τρίτη, 30 Σεπτεμβρίου 2014

Το ΕΑΜ μας έσωσε απ’ την πείνα

Το εαμ μας έσωσε από την πείνα και από τη σκλαβιά, γι’ αυτό το πολέμησαν λυσσαλέα, όσοι (ντόπιοι και ξένοι) ήθελαν το λαό πεινασμένο και σκλαβωμένο, στο περιθώριο. Δεν κατάφερε όμως να μας σώσει από το σύστημα της μισθωτής σκλαβιάς, της αδικίας και της εκμετάλλευσης, εν μέρει εξαιτίας των δικών του αντιφάσεων τακτικού και στρατηγικού χαρακτήρα αλλά βασικά λόγω της ιμπεριαλιστικής επέμβασης των άγγλων «συμμάχων», που έφεραν χιλιάδες στρατιώτες από το μέτωπο της ιταλίας κι άλλες περιοχές, ενόσω ακόμα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη ο πόλεμος ενάντια στους ναζί, για να φερθούν «σαν σε κατακτημένη χώρα», όπως έλεγαν οι γραπτές ντιρεκτίβες του τσώρτσιλ.

Το εαμ είχε στα χέρια του την εξουσία και την χάρισε στον αντίπαλο. Το βάρος αυτής της ήττας καθιστά αυτονόητη και υποχρεωτική την κριτική προσέγγιση και επανεξέταση των στρατηγικών εφοδίων και της πολιτικής πρωτίστως του κουκουέ και κατ’ επέκταση του εαμ. Και δε δικαιολογεί τα αρνητικά (σχεδόν υστερικά σε κάποιες περιπτώσεις) αντανακλαστικά ενάντια σε κάθε τέτοια απόπειρα, που αντιμετωπίζεται εξ αρχής ως μηδενισμός, προδοσία, τροτσκιστικό ολίσθημα, κτλ. Όταν οδηγείται σε συντριβή ένα τέτοιο ισχυρό, παλλαϊκό κίνημα, αυτό δεν μπορεί να οφείλεται μόνο σε μια κακή συγκυρία και στον παράγοντα του τυχαίου.

Στον αντίποδα βέβαια, η αρνητική κατάληξη και τα όποια λάθη οδήγησαν σε αυτήν, δεν μπορούν να σβήσουν την αξία και την προσφορά του εαμ, που εξακολουθεί να φωτίζει ως ιστορικό παράδειγμα τις νεότερες γενιές και να δείχνει (μαζί με τον ελας και την επον) το δρόμο των λαών. Πολύ περισσότερο, καμία από τις αδυναμίες και τις αντιφάσεις του εαμ δεν μπορεί να γίνει αιτία κι αφορμή για να χαριστεί ελαφρά τη καρδία στις συριζαϊκού τύπου καρικατούρες του, όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο ιστορικός μαργαρίτης στο άρθρο του για το φασισμό, που δημοσιεύεται στο τρέχον τεύχος των θεμάτων παιδείας.

Πολλοί εδώ ομνύουν στην ανάγκη δημιουργίας αντιφασιστικών μετώπων ενάντια στην Χρυσή Αυγή. Τα μέτωπα που προτείνονται ελάχιστα μοιάζουν με εκείνα του παρελθόντος, παρά τη συχνή επίκληση του ΕΑΜ. Το ΕΑΜ πολεμούσε το φασισμό κάτω από τν πολιτική καθοδήγηση της εργατικής τξάης και του κόμματός της, του ΚΚΕ. Η νίκη επί του φασισμού συνοδευόταν από το αίτημα για Λαοκατία. Ας μην πω Λαϊκή Εξουσία –για λόγους που καταλαβαίνετε. Αλήθεια, η διαχείριση των υποθέσεων και των συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ελλάδα του 2014, όπως έστω τη φαντάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει οποιαδήποτε συγγένεια με τη Λαοκρατία του ΕΑΜ: Ας αφήσουν στην Κουμουνδούρου ήσυχες τις παρακαταθήκες του ελληνικού εργατικού και λαϊκού κινήματος.

Μπορεί σήμερα η λαοκρατία να θεωρείται ολίσθημα προς τη λογική των σταδίων και προβληματική από στρατηγική άποψη (ο στάλιν στις επιστολές του προς το ντιμιτρόφ, που δημοσιεύονται στο ημερολόγιο του τελευταίου, περιγράφει τις λαϊκές δημοκρατίες ως ιδιαίτερο δρόμο περάσματος στο σοσιαλισμό, σε διάκριση με τη δικτατορία του προλεταριάτου που ήταν ο ρώσικος δρόμος προς την ίδια κατεύθυνση). Αυτό δε σημαίνει πως ταυτιζόταν με τη στρατηγική και τους πολιτικούς στόχους της σοσιαλδημοκρατίας (άλλο αν οι διάφορες εκδοχές της στην ελλάδα επιχειρούν διαχρονικά τη λεηλασία της εαμικής πολιτικής κληρονομιάς). Προκύπτει λοιπόν εύλογα το ερώτημα, αν μπορούσε το εαμικό κίνημα να νικήσει με αυτή τη συγκεκριμένη στρατηγική της λαοκρατίας, εφόσον είχε εξ αρχής καλύτερη εκτίμηση της κατάστασης και καθαρή αντίληψη, χωρίς αυταπάτες για το ρόλο των «συμμάχων». {Κάποιοι προσθέτουν σε αυτό ως επιχείρημα ότι κι ο τίτο στη γιουγκοσλαβία κατάφερε να νικήσει έχοντας την ίδια πολιτική γραμμή, αλλά ένα στρατό με πιο σαφή, ταξικά χαρακτηριστικά. Όπως είδαμε όμως σε δύο προηγούμενες αναρτήσεις, αφενός εκεί είχε αποφασιστικό ρόλο η απελευθέρωση του βελιγραδίου απ’ τον κόκκινο στρατό, αφετέρου κάποια ζητήματα τα ξαναβρήκαν μπροστά τους οι γιούγκοι, χωρίς να δώσουν ικανοποιητικές απαντήσεις –τουλάχιστον όχι απ’ τη δική μας πλευρά}. Από την άλλη βέβαια είναι ευνόητο ότι μια θολή, αντιφατική στρατηγική στόχευση καθορίζει αντιστοίχως και αντανακλάται στις τακτικές κινήσεις και επιλογές κάθε πολιτικού φορέα-υποκειμένου. Με άλλα λόγια ο σκοπός (δεν αγιάζει, αλλά) επηρεάζει και καθορίζει τα μέσα που χρησιμοποιούνται κάθε φορά.

Το εαμ κατάφερε να πετύχει αυτό που σημειώνει κάπου ο κάρολος (δεν το μεταφέρω πιστά, αλλά από μνήμης και γι’ αυτό χωρίς παραπομπή) για την εργατική τάξη σε επαναστατική περίοδο, που προβάλλει ως πρωτοπόρος δύναμη ολόκληρης της κοινωνίας, με ηγεμονία και πρωτοβουλία κινήσεων. Η κοινωνία όμως είναι ταξικά διαχωρισμένη και όχι ενιαία. Συνεπώς το εαμ, ως εθνικό απελευθερωτικό μέτωπο, δεν πρέσβευε παρά μόνο το έθνος των εργαζομένων, όπως έλεγε ο λένιν, και πλήρωσε ακριβά την υποτίμηση αυτής της απλής αλήθειας. Στον αντίποδα βέβαια, αν είχε παραμείνει πιστό έστω και σε αυτή την εθνική σκοπιά, έχοντας εξ αρχής καθαρό μέτωπο ενάντια στους άγγλους και το σχεδιασμό τους, θ’ αντιμετώπιζε στη συνέχεια με πολύ ευνοϊκότερους όρους και το ταξικό ζήτημα, δηλαδή το αποδυναμωμένο «έθνος» της ελληνικής αστικής τάξης. Αυτό που θόλωσε το κριτήριο της ηγεσίας του δικού μας ‘έθνους’ ήταν η ιδιομορφία της αντιφασιστικής συμμαχίας, που προέκυψε όμως ως έξυπνος και απαραίτητος τακτικός ελιγμός από την πλευρά των σοβιετικών, για να σπάσουν τη διεθνή τους απομόνωση και ν’ αποκρούσουν από καλύτερες θέσεις την επίθεση των ναζί. Αυτό που ήταν όρος-κλειδί για τη νίκη, μπορεί να γίνει το.. «μυστικό της αποτυχίας» σε μια διαφορετική περίσταση –κάτι που καταδεικνύει πόσο δύσκολο καθήκον είναι η εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης.

Ας σταθούμε όμως σε ένα ακόμα σημείο. Είναι γενικά σωστή η θέση πως η επαναστατική κατάσταση εμφανίζεται αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τις δικές μας επιθυμίες, τη βούληση και τη δράση του εκάστοτε πολιτικού υποκειμένου, το οποίο καθορίζει όμως με τις κινήσεις του και το βαθμό ετοιμότητάς του την τελική της έκβαση (αν δηλ θα εκδηλωθεί το επαναστατικό ξέσπασμα και αν θα είναι νικηφόρο). Το εαμ/κκε άφησε να χαθεί μέσα από τα χέρια του η εξουσία κι η επαναστατική κατάσταση που υπήρχε στην ελλάδα κατά την απελευθέρωση από τους γερμανούς (και αργότερα). Η.. ‘τραγωδία του δεκέμβρη’, όπως τον ονομάζει παραδοσιακά το αναθεωρητικό, ευρωκομμουνιστικό ρεύμα –και θ’ ακούσουμε πολλά τέτοια φέτος, με το στρογγύλεμα της επετείου- δεν ήταν τέτοια επειδή επιλέξαμε τη σύγκρουση (που δεν ήταν εμφύλια αλλά ταξική) αλλά (αφενός εξαιτίας της ωμής επέμβασης των άγγλων και αφετέρου) λόγω των όρων και των αυταπατών με τους οποίους έγινε αυτή η σύγκρουση, χωρίς καθαρή στόχευση από τη δική μας πλευρά, με ένα μικρό μόνο μέρος της στρατιωτικής δύναμης του ελάς, κτλ.

Το εαμ όμως δεν άφησε αναξιοποίητη κάποια ευκαιρία που έπεσε ουρανοκατέβατη και παρουσιάστηκε τυχαία στο δρόμο. Η επαναστατική κατάσταση που εμφανίστηκε στην ελλάδα, προέκυψε ως ένα βαθμό εξαιτίας της δικής του πρωτοπόρας δράσης, της οργάνωσης του λαού, των φύτρων της λαϊκής εξουσίας στο βουνό και την ελεύθερη ελλάδα, κτλ, κι όχι μόνο λόγω των ειδικών συνθηκών του πολέμου και την απελευθέρωση (που υπήρχαν ως όροι και σε άλλες χώρες, χωρίς να παρουσιαστεί εκεί όμως αντίστοιχη ευκαιρία).


Το εαμ έφτασε πολύ ψηλά, σε κορυφές απάτητες για τα ελληνικά δεδομένα, αλλά δεν μπόρεσε λόγω αντικειμενικών κι υποκειμενικών αδυναμιών, να προχωρήσει παραπέρα, στο τελικό άλμα και στην έφοδο προς τον ουρανό. Κι αν τελικά έφτασε στη βρύση, αλλά τα έκανε μούσκεμα, πότισε ωστόσο με το χνάρι του τον εικοστό αιώνα και συνεχίζει να είναι αστείρευτη πηγή διδαγμάτων (θετικών κι αρνητικών) για το λαϊκό κίνημα.

Δευτέρα, 29 Σεπτεμβρίου 2014

Σπάμε την άτιμη την αλυσίδα

Η αλήθεια είναι πως όταν προτείνεις στο κοινό κάτι (μια εκδήλωση, ένα δρώμενο ή μια παράσταση) χωρίς να το έχεις δει ο ίδιος, αλλά το συνιστάς παρόλα αυτά, γιατί σου τραβάει το ενδιαφέρον το διαδραστικό στοιχείο, η ερασιτεχνική προσπάθεια, η πρώτη επανεκτέλεση (με την καινούρια μελωδία) ενός ξεχασμένου λαϊκού τραγουδιού για το μπλόκο της κοκκινιάς, κτλ, έχεις ένα μικρό φόβο μήπως πάει κάτι στραβά και δε φανεί αντάξιο των προσδοκιών το τελικό αποτέλεσμα. Ε λοιπόν καμία σχέση, τις δικές μου προσδοκίες τουλάχιστον τις ξεπέρασε κατά πολύ η εκδήλωση της κο κοκκινιάς για το μπλόκο –κι ιδίως το καλλιτεχνικό κομμάτι.

Ναι αλλά το μπλόκο έγινε αμέσως μετά το δεκαπενταύγουστο του 44’, στις 17 του μηνός. Γιατί έγινε τέλη σεπτέμβρη αυτή η επετειακή εκδήλωση; Ίσως, μεταξύ άλλων, γιατί οι ναζί κι οι γερμανοτσολιάδες ξαναχτύπησαν στα σαράντα του μπλόκου, όταν ο λαός της κοκκινιάς κι άλλων λαϊκών περιοχών, τιμούσε τα θύματά του κι ο εχθρός τον χτύπησε ύπουλα, σημαδεύοντας στο ψαχνό από μια παρακείμενη δεξαμενή.

Το χρονικό με την αναπαράσταση των γεγονότων ήταν άμεσο και ζωντανό, πετυχαίνοντας να γεφυρώσει δύο πολύ διαφορετικές εποχές, όπου στη μία ο λαός πάλευε με κίνδυνο της ζωής του, ενώ στην άλλη ο βασικός μας φόβος ήταν πχ της τάξης του αν θα συγκρατήσει ο συννεφιασμένος ουρανός τα δάκρυά του (που ούτε αυτά φτάνουν ωστόσο για να ξεπλύνουν το αίμα) για να μη βρέξει και αναβληθεί η εκδήλωση. Και σήμερα όμως, οι δυσκολίες κι οι θυσίες συνεχίζονται με άλλον τρόπο, (βλέπε πχ φτώχια, την απειλή της απόλυσης, κτλ) όπως είπε στην ομιλία του ο βαγγέλης μαρούπας. Και το έφερε έτσι η συγκυρία, που μόλις τις προάλλες η τυφλή κι ανεξάρτητη δικαιοσύνη επικύρωσε την απόλυση τριών υπαλλήλων της ικεα για τη συνδικαλιστική τους δράση. Και μία από αυτές τις υπαλλήλους ήταν και η συντρόφισσα που είχε την επιμέλεια του καλλιτεχνικού προγράμματος της εκδήλωσης.

Είναι πάρα πολύ δύσκολο να αγγίξεις το σύγχρονο θεατή με κάτι που έγινε εβδομήντα χρόνια πριν, να το μεταφέρεις στο κλίμα της εποχής, τη θέση των πρωταγωνιστών και την ψυχολογία τους, καθώς έδιναν με χαρά τη ζωή τους για έναν κόσμο στο μπόι των ανθρώπων και των ονείρων. Και είναι τα διαδραστικά ευρήματα της μπρεχτικής αποστασιοποίησης που βοηθάν να κοπούν αυτές οι αποστάσεις, καταρχάς η χρονική αλλά κρίως αυτή μεταξύ της σκηνής και των θεατών. Οι χαφιέδες τσολιάδες έψαχναν με φακούς μέσα στο πλήθος, όπου κρύβονταν οι αγωνιστές, η πένθιμη πομπή περνούσε ανάμεσα από τις σειρές των καθισμάτων κι η οβα της κοκκινιάς μοίρασε στους θεατές την αυθεντική κομματική ανακοίνωση του 44’, που ζητούσε εκδίκηση και το ξεκλήρισμα του κατακτητή, ενώ οι (ερασιτέχνες) ηθοποιοί πετούσαν τρικάκια κι έγραφαν συνθήματα στο μπροστινό μέρος της σκηνής: σπάμε την άτιμη την αλυσίδα.



Μπορεί η ομάδα να αποτελούταν από ερασιτέχνες, αλλά δεν ξέρω πολλές επαγγελματικές παραστάσεις που να χαρίζουν τόσο έντονα συναισθήματα. Αρχικά ο κόσμος ήταν κουμπωμένος και δεν ακολούθησε το σύνθημα μιας κοκκινιώτισσας γιαγιάς (λες και δεν είχαν φάει το αυγό τους, όπως σχολίασε δηκτικά στο καπάκι η ταξική γιαγιά). Στη συνέχεια όμως, του ήταν πολύ δύσκολο να μην χειροκροτάει ανάμεσα στις σκηνές και τα τραγούδια, όπως μας είχαν ζητήσει οι συντελεστές της παράστασης. Και ήταν τόση η ορμή και το συναίσθημα που είχαν συσσωρεύσει μέσα τους οι θεατές, που στο τέλος τραγουδήσαμε όλοι μαζί με σφιγμένες γροθιές «παιδιά σηκωθείτε να βγούμε στους δρόμους» και βιαζόμασταν να τελειώσει το τραγούδι, για να αρχίσει το χειροκρότημα. Καθώς όμως είχαν καταργηθεί τα όρια μεταξύ σκηνής και κερκίδας, δεν ήταν το κοινό που χειροκροτούσε τους συντελεστές, αλλά όλοι μαζί τους πάντες. Και αυτή η αντίδραση, το πάθος και η αλληλεπίδραση με τους θεατές μου άφησαν την εντύπωση –όσο υπερβολική κι αν ακουστεί- πως αυτό που παρακολουθήσαμε ήταν ίσως ό,τι κοντινότερο υπάρχει στη λειτουργία και την ατμόσφαιρα που είχε το θέατρο του βουνού.

Το νόημα της αποστασιοποίησης όμως δεν είναι η έκκληση στο συναίσθημα, αλλά στη συνείδηση, να μετατρέψει τον πόνο και την οργή σε σκέψη και κυρίως σε πράξη, για να βρει το αίμα που κύλησε (όχι απλά εκδίκηση, όσο) τη δικαίωση που ζητάει. Το κόκκινο σεντόνι που σκέπαζε τα θύματα του μπλόκου περνάει στα χέρια της νέας γενιάς. Και οι νεκροί, που παραμένουν πεσμένοι επί σκηνής κατά τη διάρκεια του έργου, ζωντανεύουν στο τέλος με τους δικούς μας αγώνες, όταν μπαίνουν στον χώρο διαδηλωτές με κόκκινα λάβαρα και ένα πανό που γράφει: το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, είναι ο νέος κόσμος, ο σοσιαλισμός.

Κι αν δεν είναι αυτό το μέλλον μας, τότε μας περιμένει η φασιστική φρίκη, ως η πιο ακραία και επιθετική μορφή του καπιταλισμού, ινά πληρωθή το διαχρονικό δίλημμα «σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Γιατί η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, ως φάρσα ή ως τραγωδία, και θα είναι τραγωδία, για το λαό της κοκκινιάς ιδιαίτερα, να ξαναζήσει τη φασιστική κτηνωδία –όσο κι αν μοιάζουν οι χρυσαυγίτες ηγέτες με πρωταγωνιστές κακόγουστης φάρσας. Αλλά η αφηγήτρια υποσχέθηκε ένα νέο στάλινγκραντ σε όσους ονειρεύονται σήμερα μια καινούρια βαϊμάρη, θυμίζοντας την πατρίδα των εργατών, τη σοβιετική ένωση, που τσάκισε τα σκουπίδια της ιστορίας. Θα φροντίσουμε εμείς γι’ αυτό. Και όσο η σφισσα τραγουδούσε το φασισμό του λάδη, σκεφτόμουν συνειρμικά τις τραγικές αυταπάτες της κίνησης φίλων και συγγενών του φύσσα, από το γειτονικό κερατσίνι: το φασισμό βαθιά κατάλαβέ τον, δε θα πεθάνει μόνος, μόρφωσέ τον.

Ενδιάμεσα ο αφάζα κι ο μέγας είχαν κάνει τη σύνδεση με το σήμερα, δίνοντας ένα αναλυτικό χρονικό των ιμπεριαλιστικών επεμβάσεων από το 44’ ως τις μέρες μας σε ένα πολύ καλό τραγούδι, με δυνατούς στίχους που για μένα τουλάχιστον ήταν ευχάριστη έκπληξη κι ως δομή μου θύμισαν κάπως συνειρμικά το ντουέτο μαχαιρίτσα-παπακωνσταντίνου. Να δεις τι σου ‘χω για μετά..


Μήπως όμως σφοι όλα αυτά ήταν υπερβολική δόση σοσιαλιστικού ρεαλισμού; Ναι σφοι, μπορούμε να ισχυριστούμε άφοβα πως ήταν ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός στα καλύτερά του. Αλλά από πότε είναι αυτό μειονέκτημα δηλ;

Υστερόγραφα
-Παρακαλώ να χαμηλώσετε τα κινητά σας. Πολύ σωστά. Τα μικρά παιδιά όμως πώς ακριβώς χαμηλώνουν κι απενεργοποιούνται, μπορείς να μου πεις;
-Νομίζω πως το δρώμενο μαγνητοσκοπήθηκε κι ελπίζω να ανέβει άμεσα στο διαδίκτυο, για να μεταφέρει το κλίμα και σε όσους δεν είχαν την ευκαιρία να δώσουν το ‘παρών’ στο κηποθέατρο της νίκαιας. Αλλιώς βασιζόμαστε στους θεατές και τα δικά τους ερασιτεχνικά βιντεάκια με κινητά και άλλα μέσα, καθώς είναι μία από τις σπάνιες παραστάσεις, όπου κάτι τέτοιο δεν απαγορεύεται αλλά ενδείκνυται ή κι ενθαρρύνεται.


Την επομένη το απόγευμα, ήταν προγραμματισμένη η εκδήλωση στην έδρα της κε στον περισσό, για την οποία μπορείτε να διαβάσετε εδώ το αναλυτικό ρεπορτάζ του 902. Προσωπικά μου ερχόταν συνειρμικά κι η αντίθεση με τις φαιδρότητες που είχε πει ο σαμαράς την ίδια μέρα στην χαλκιδική, για τα δικά τους 40χρονα της νδ. Φαντάζεσαι πχ τον κύριλλο να λέει ανέλαβα μια χειρομβοβίδα αλλά την εξουδετέρωσα –και σε πρώτο ενικό μάλιστα; Θα γελούσαμε όλοι μέχρι δακρύων και θα ξαναπλημμύριζε ο περισσός.

Αλλά έτσι που τα ‘φερε η συγκυρία της μεταπολίτευσης πέφτουν μαζί φέτος μια σειρά στρόγγυλες επέτειοι. Με τη διαφορά πως το κκε και ο ριζοσπάστης υπήρχε από πριν, ενώ οι άλλοι βάλανε απλώς τα ρούχα τους αλλιώς –άντε να πεις ότι το πασόκ πρωτοτύπησε λίγο γιατί δεν υπήρχε ως τότε παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία στην ελλάδα. Το κκε όμως, όταν λέει πως έχει βαθιές ρίζες με το λαό και την ιστορία, δεν εννοεί τα δέντραπου ψήφισαν κάποτε την ερε του εθνάρχη, αλλά στενούς δεσμούς αίματος. Μόνο ο ριζοσπάστης έχει να επιδείξει περισσότερους αγωνιστές που έδωσαν τη ζωή τους στις επάλξεις του αγώνα από τη νδ του σαμαρά που έχει κάνει σημαία τον μπακογιάννη και μιλάει για αγώνες(;!)

Κατά τα άλλα η ομιλία του κύριλλου έπιασε περισσότερο το γενικό πολιτικό κομμάτι, σαν εισήγηση, και είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον στο σημείο που ανέφερε το παράδειγμα της βιομηχανίας Ν&Κ (βλέπε και τις πρόσφατες εκδόσεις της σύγχρονης εποχής) κάνοντας λόγο για λαϊκούς ανταποκριτές και διακινητές της εφημερίδας. Ενώ ο μωραΐτης (που δεν πρόλαβε μόνο το πρώτο νόμιμο φύλλο της επανέκδοσης αλλά και το τελευταίο νόμιμο φύλλο του 47’, ως αντάρτης στον παρνασσό, πριν βγει εκτός νόμου ο ριζοσπάστης) σημείωσε την επέτειο της ίδρυσης του εαμ (στην οποία είχε παραλείψει να αναφερθεί ο παπασταύρου) κι εξέφρασε την απορία του πώς πέρασαν έτσι τα χρόνια, αφού νιος ήταν και γέρασε –αλλά όχι πάρα πολύ. Και έδειξε όντως πως παραμένει αγέραστος, σαν το ριζοσπάστη, με έναν πολύ ζωντανό κι άμεσο λόγο για τα πρώτα νόμιμα φύλλα της μεταπολίτευσης (σε γκαστρωμένες μέρες, όπως έλεγε και ο χαρίλαος) χωρίς να περιμένουν το επίσημο οκέι –αυτό δα έλειπε. Και για το ριζοσπάστη, που ξεκίνησε με λίγα νέα και άπειρα στελέχη, που έτρεχαν για όλα, αλλά έγινε σύντομα ολόκληρη σχολή δημοσιογραφίας, όπως απέδειξε κι η αξιοποίηση όσων έφυγαν στα αστικά μέσα –αλλά χαλάλι τους.

Στο κλείσιμο έπαιξε ένα μικρό βιντεάκι με διάφορα ιστορικά πρωτοσέλιδα της 40χρονης διαδρομής του νόμιμου ρίζου, με ένα χάρακα στο κάτω μέρος να δείχνει τις χρονολογίες. Και ο κόσμος χειροκροτούσε αυθόρμητα σε διάφορα σημεία, πχ για τον χαρίλαο, τον χαράκτη τάσσο και άλλα. Αλλά το θερμότερο χειροκρότημα ήρθε σε δύο συγκεκριμένα πρωτοσέλιδα. Του 91’ με την ελπίδα των λαών και την κόκκινη σημαία (μετά την υποστολή της από το κρεμλίνο). Και ένα πιο πρόσφατο με την αναγγελία της έναρξης των εργασιών του 19ου συνεδρίου, που προκάλεσε και τον ενθουσιασμό της μαρίας του 19ου δίπλα μου..


Υγ: τις μεγαλύτερες νίκες μας δεν τις έχουμε δει ακόμα, είπε κάπου στο κλείσιμο ο σαμαρά –είδες τι σου είναι οι σύμβουλοι με το αριστερό παρελθόν; Και τρίξανε τα κόκαλα του χικμέτ στον τάφο του..

Κυριακή, 28 Σεπτεμβρίου 2014

Γιουγκοσλαβία – H εργατική αυτοδιαχείριση στην υπηρεσία του καπιταλισμού

Το ιστορικό ένθετο της κε του μπλοκ φιλοξενεί σήμερα μια (ακόμα) πολύ αξιόλογη και προσεγμένη δουλειά του Άναυδου, που έρχεται κατά κάποιον τρόπο ως συνέχεια μιας προηγούμενης μελέτης του για την κίνα και το δικό της «μοντέλο οικοδόμησης». Αυτή τη φορά εξετάζει τον «τρίτο δρόμο» της γιουγκοσλαβίας του τίτο, θεωρητικά κι ιστορικά, τη σχέση του με το σοσιαλιστικό στρατόπεδο και τον.. υπαρκτό καπιταλισμό Το κείμενο έχει αρκετά μεγάλη έκταση, αλλά αξίζει κατά τη γνώμη μου να διαβαστεί ως το τέλος. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση στα σχόλια είναι κάτι παραπάνω από ευπρόσδεκτη.


 ‘Ο Τίτο επιβίωσε με τη βοήθεια των Δυτικών δημοκρατιών’ … ‘Κάθε Ανατολικοευρωπαϊκή χώρα που έρχεται σε ρήξη με τη Μόσχα … μπορεί να βασίζεται στην Αμερικάνικη βοήθεια’… ‘Για να δικαιούται την Αμερικάνικη βοήθεια μια Ανατολικοευρωπαϊκή χώρα δεν χρειάζεται να είναι δημοκρατική, ήταν αρκετό να ακολουθήσει το μοντέλο του Τίτο και να φύγει από το Σύμφωνο της Βαρσοβίας’[1]
                   
1.      Εισαγωγή
Η φράση τι θα γινόταν αν ή αλλιώς η εναλλακτική ιστορία δεν είναι δημοφιλής ανάμεσα στους ιστορικούς. Ωστόσο ανάμεσα στους αντικομουνιστές της αριστεράς υπάρχει η βεβαιότητα ότι αν στο μπολσεβίκικο κόμμα είχαν επικρατήσει οι αντίπαλοι του Στάλιν η ΕΣΣΔ θα είχε μετατραπεί περίπου σε επίγειο  παράδεισο. Παρόλα αυτά στην ιστορία υπάρχουν το παράδειγμα της Κίνας (εδώ η ανάλυση) αλλά και της Γιουγκοσλαβίας όπου οι απόψεις της Εργατικής Αντιπολίτευσης (και του Προυντόν) για τον έλεγχο των εργοστασίων από τους εργάτες, του Μπουχάριν για το σταδιακό και ειρηνικό πέρασμα των κουλάκων στο σοσιαλισμό αλλά και του Τρότσκι ενάντια στη γραφειοκρατική παραμόρφωση του εργατικού κράτους  εφαρμόστηκαν στην πράξη. Με άλλα λόγια η Γιουγκοσλαβία του Τίτο ήταν ο ‘παράδεισος’ που σήμερα προτείνουν στην χώρας μας οι μικροαστοί της Ανταρσυα, της αναρχίας και ορισμένες συνιστώσες του Σύριζα ανεξάρτητα αν αναγνωρίζουν τον εαυτό του στον γιουγκοσλαβικό καθρέφτη. Το τραγικό τέλος της Γιουγκοσλαβίας έχει την ρίζα του ακριβώς στην εφαρμογή της εναλλακτικής  ‘σοσιαλιστικής’ οικοδόμησης.

Επιπρόσθετα η περίπτωση της Γιουγκοσλαβίας είναι άλλη μία απόδειξη ότι αν και τα λαϊκά μέτωπα μπορεί να θεωρηθούν μία επιτυχημένη στρατηγική ενάντια στον φασισμό και την υπεράσπιση της ΕΣΣΔ από την άλλη αδυνατούσαν από την φύση τους να μετασχηματίσουν σοσιαλιστικά μία χώρα.

2.      Το τέλος του πολέμου
Ο Κόκκινος Στρατός διέσχισε τα ρουμανο-γιουγκοσλαβικά σύνορα την 1η Οκτωβρίου του 1944 και μαζί με δυνάμεις του γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Απελευθερωτικού Στρατού (ΛΑΣ) απελευθέρωσε το Βελιγράδι στις 20 του ίδιου μήνα. Ο Κόκκινος Στρατός ωστόσο δεν παρέμεινε στη Γιουγκοσλαβία αλλά συνέχισε την προέλαση του στην Ουγγαρία και μετά στη Γερμανία κι έτσι η υπόλοιπη χώρα απελευθερώθηκε από τις δυνάμεις του ΛΑΣ . Στις 7 Μαΐου του 1945 ο Τίτο σχημάτισε την προσωρινή κυβέρνηση της Γιουγκοσλαβίας όπου το Λαϊκό Μέτωπο κατέλαβε τα περισσότερα υπουργία.  Στις εκλογές του Νοεμβρίου του 1946 το Λαϊκό Μέτωπο απέσπασε το 96% των ψήφων.

Το Λαϊκό Μέτωπο στο οποίο συμμετείχαν εκτός από το ΚΚΓ και μια σειρά άλλων κομμάτων ήταν μια κοινωνική συμμαχία της εργατικής τάξης με την αγροτιά, τους μικροαστούς και μικρό μέρος της αστικής τάξης. Στο πρόγραμμα του μετώπου του 1943 αναφερόταν η ατομική ιδιοκτησία σαν ιερή και αναγνωριζόταν η σημασία της ιδιωτικής πρωτοβουλίας στη βιομηχανία το εμπόριο και τη γεωργία. Το μεγαλύτερο βάρος του αντιφασιστικού αγώνα το σήκωσε η ύπαιθρος ενώ η συμμετοχή των πόλεων ήταν ασήμαντη σε αντίθεση με άλλες ανατολικοευρωπαϊκές χώρες όπου το αντιφασιστικό κίνημα έδρασε κυρίως στις πόλεις και στα εργοστάσια. Σαν αποτέλεσμα της αποφασιστικής συμβολής της υπαίθρου στον αντιστασιακό αγώνα η αστική και μικροαστική τάξη του χωριού βρέθηκαν επικεφαλής στην προσπάθεια για την ανόρθωση της χώρας  Μετά την απελευθέρωση η ηγετική ομάδα του ΚΚΓ και οι  θεωρητικοί του (Τζίλας. Πιγιάντε) υποστήριζαν ότι η ηγετική τάξη της γιουγκοσλάβικης κοινωνίας είναι η αγροτιά γεγονός που επιβεβαίωνε και η σύνθεση του ΚΚΓ. Από τα 12.000 προπολεμικά μέλη του τα 8.000 σκοτώθηκαν στη διάρκεια του αντιστασιακού αγώνα. Το 1948 το ΚΚΓ έφτασε περίπου τα 460.000 μέλη.  Η στρατολογία περιελάμβανε χιλιάδες αστούς μικροαστούς και κουλάκους ενώ το ποσοστό των εργατών μειώθηκε σημαντικά (10% περίπου αρκετοί εκ των οποίων ήταν αυτοαπασχολούμενοι και όχι εργάτες) Συνεπώς η ηγεσία του ΚΚΓ όχι μόνο αρνούταν τον πρωτοπόρο ρόλο της εργατικής τάξης στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό αλλά και ερμήνευε την συμμαχία αγροτιάς και προλεταριάτου σαν συμμαχία με όλη την αγροτιά και όχι μόνο με τα φτωχό και μεσαίο τμήμα της. Σαν απόρροια της πολεμικής προσπάθειας το ΚΚΓ είχε μετατραπεί σε ένα αγροτικό κόμμα.

3. Η ανοικοδόμηση (1945-1948).
Το πρώτο καθήκον της νέας κυβέρνησης ήταν η ανόρθωση της χώρας. Ο αριθμός των θυμάτων του πολέμου ήταν τεράστιος: οι νεκροί ξεπέρασαν το 1,7 εκατομμύριο 3,5 εκατομμύρια είχαν χάσει τα σπίτια τους ενώ η παραγωγή έφτανε το 30% του προπολεμικού επιπέδου. Το 36% των παγίων της βιομηχανίας και το μεγαλύτερο μέρος των υποδομών είχε καταστραφεί. Συνεπώς το βασικότερο πρόβλημα της Γιουγκοσλαβικής ηγεσίας μετά το 1944 ήταν ο τρόπος με τον οποίο θα προχωρούσε η ανοικοδόμηση και η εκβιομηχάνιση της χώρας με δεδομένη τη χαμηλή κεφαλαιακή επάρκεια που την καθιστούσε ευάλωτη στις πιέσεις των άλλων κρατών.

Με δεδομένο ότι η βαριά βιομηχανία βρισκόταν στα χέρια είτε των Γερμανών και των συνεργατών τους είτε στα χέρια των αγγλόφιλων υποστηρικτών του πρώην βασιλιά ήταν σχεδόν μονόδρομος για την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου να προχωρήσει στην εθνικοποίηση της περιουσίας των εχθρών της. Έτσι από τον Νοέμβριο του 1945 ως τον Απρίλιο του 1948 εθνικοποιήθηκε σταδιακά η περιουσία όσων χαρακτηρίστηκαν εχθροί του καθεστώτος. Οι εθνικοποιήσεις ξεκίνησαν με τη δήμευση της περιουσίας του Γερμανικού κράτους, των εγκληματιών πολέμου και των δοσίλογων. Η διαδικασία ήταν σχετικά εύκολή μιας και οι δυνάμεις του Άξονα είχαν δημεύσει τα περισσότερα ορυχεία και βιομηχανικές μονάδες της χώρας για να ενισχύσουν την πολεμική τους προσπάθεια. Οι Γερμανοί έλεγχαν τα ορυχεία μολύβδου και ψευδάργυρου (προπολεμική ιδιοκτησία των Βρετανών) τα ορυχεία χαλκού (Γαλλία) κλπ και μαζί με τους συνεργάτες τους συνολικά περίπου το 55% της Γιουγκοσλαβικής βιομηχανίας αλλά και το 6% της αγροτικής γης.  Στον αγροτικό τομέα ήδη από το 1944 η γη που άνηκε στον εχθρό και τους συνεργάτες του δημεύθηκε όπως επίσης και κάθε ιδιοκτησία άνω των 1.000 στρεμμάτων που άνηκε είτε σε ιδιώτες είτε σε μοναστήρια τράπεζες κλπ. Εθνικοποιήθηκε επίσης το μέρος της  βιομηχανίας (27%) που άνηκε στο φιλοβασιλικό και αγγλόφιλο μέρος της αστικής τάξης της χώρας.   Εκπονήθηκε το πρώτο πεντάχρονο πλάνο (1946) το οποίο όμως ήταν το άθροισμα των αντίστοιχων πεντάχρονων των δημοκρατιών.

Η οικονομική πολιτική του Λαϊκού Μετώπου  συνοψιζόταν στον  έλεγχο των επενδύσεων και των δημοσιοοικονομικών στο εσωτερικό ενώ η οικονομία παρέμενε ανοικτή αναζητώντας βοήθεια και εμπορικές σχέσεις με τις καπιταλιστικές χώρες.  Ωστόσο η πολιτική των εθνικοποιήσεων δεν μπορούσε να είναι αποτελεσματική  αν δεν συνοδευόταν από την άνοδο της παραγωγικότητας στο αγροτικό τομέα. Η άνοδος της παραγωγικότητας όμως ήταν εφικτή μόνο μέσω της γρήγορης κολεκτιβοποίησης της γης. Ο έλεγχος του εμπορίου από μόνος του δεν ήταν αρκετός για να αποκτηθεί πρόσβαση στο αγροτικό πλεόνασμα και να περιοριστεί ο πληθωρισμός που δημιουργούσε ο χαμηλότερος ρυθμός αύξησης της βιομηχανικής παραγωγής αποτέλεσμα της χαμηλής κεφαλαιακής επένδυσης.

Η αντιπολίτευση στο κόμμα και το μέτωπο (Χεμπράντ, Ζούγιοβιτς) πίστευε ήδη από το 1946 ότι η εξάρτηση από το νόμο της αξίας και ο ονομαστικός μόνο έλεγχος του δημόσιου τομέα χωρίς ριζικές αλλαγές στις σχέσεις  παραγωγής δεν ήταν παρά κρατικός καπιταλισμός με όλες τις συνέπειες του. Ο έλεγχος των  πόρων που ήταν απαραίτητοι για  τις επενδύσεις βρισκόταν  στα χέρια των ομόσπονδων δημοκρατιών και όχι της κεντρικής κυβέρνησης με αποτέλεσμα να μην προχωρεί με ταχύτητα η ανασυγκρότηση της οικονομίας. Η άρνηση της ηγεσίας της Γιουγκοσλαβίας να προχωρήσει σε ριζικές αλλαγές στην αγροτική οικονομία και στη συγκέντρωση των πόρων σε κεντρικό επίπεδο άφηνε άλυτο το πρόβλημα της προτεραιότητας μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης. Χωρίς αλλαγή στις σχέσεις παραγωγής μόνο δύο εναλλακτικές υπήρχαν για ανάπτυξη: η απλήρωτη ή φτηνή  εργασία και η ξένη βοήθεια.  Η εθελοντική απλήρωτη εργασία αναστήλωσε κυρίως τις κατεστραμμένες υποδομές η ξένη βοήθεια όμως ήταν αυτή που καθόρισε τις μετέπειτα εξελίξεις. Η αύξηση της παραγωγικότητας και ο περιορισμός των μισθών είχε να αντιμετωπίσει την αντίδραση των συνδικάτων η οποία κάμφθηκε  με την εισαγωγή των εργατικών συμβουλίων και της αυτοδιαχείρισης  Επίσης πέρασαν νόμους που έδεναν τον εργαζόμενο σε συγκεκριμένη επιχείρηση και εξασφάλιζαν στο τομέα της ατομικής ιδιοκτησίας ένα συγκεκριμένο επίπεδο διαβίωσης σύμφωνα με τα πιστεύω του αγροτικού σοσιαλισμού που πρέσβευε ότι αν ο ατομικός ιδιοκτήτης αφεθεί απερίσπαστος να δουλέψει στην ιδιοκτησία του θα παράγει θαύματα βοηθούμενος φυσικά από το κέρδος που θα του παρέχει η ελεύθερη αγορά.

Ο ρόλος του εξωτερικού εμπορίου ήταν κεντρικό θέμα στις συζητήσεις σχετικά με τη στρατηγική της εκβιομηχάνισης στην Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920. Ήταν επίσης ένα θέμα που διαχώρισε τους μπολσεβίκους από τους τροτσκιστές που αρνήθηκαν τη δυνατότητα οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μία μόνο χώρα ακριβώς γιατί η οικοδόμηση αυτή θα ήταν αδύνατη χωρίς την εξωτερική βοήθεια Η ηγετική κλίκα της Γιουγκοσλαβίας βάσισε τη στρατηγικής της στην πεποίθηση  ότι ο διεθνής συσχετισμός είχε αλλάξει μετά το τέλος του Β΄ΠΠ. Η ΕΣΣΔ καταρχήν σαν σύμμαχος και σοσιαλιστική χώρα ήταν η πρώτη υποψήφια πηγή βοήθειας και ενίσχυσης  από την άλλη όμως η ΕΣΣΔ βγήκε από τον πόλεμο με σημαντικές απώλειες συνεπώς οι δυνατότητες της για ουσιαστική βοήθεια ήταν περιορισμένες. Από την άλλη έστω και με δυσκολίες υπήρχε η αναγνώριση από ΗΠΑ-Βρετανία ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν ο κύριος σύμμαχος στα Βαλκάνια που άξιζε βοήθεια. Ήδη στην περιγραφή της διεθνούς κατάστασης από τη γιουγκοσλάβικη ηγεσία η έννοια της  καπιταλιστικής περικύκλωσης αντικαταστάθηκε από την έννοια της ειρηνικής συνύπαρξης.  Η αρχική αίτηση της Γιουγκοσλαβίας τον Ιούνιο του 1945 για βοήθεια ύψους 300 εκ.$ αναβαλλόταν επ’ αόριστο γιατί οι ΗΠΑ απαιτούσαν αποζημιώσεις για τις εθνικοποιήσεις, ενίσχυση του ρόλου των αντιδραστικών κομμάτων και μετά το 1946 να σταματήσει η Γιουγκοσλαβία να ενισχύει τον ΔΣΕ. Η Γιουγκοσλαβία αν και ιδρυτικό μέλος του ΔΝΤ αδυνατούσε να πάρει δάνειο από την Παγκόσμια Τράπεζα. Η μόνη πηγή εξωτερικής βοήθεια ήταν  η βοήθεια της UNRRA . Στα δύο χρόνια που είναι ανάμεσα (1945-1947) δόθηκαν στη χώρα περίπου 415 εκ$ σε τρόφιμα και σπόρους αλλά και μηχανολογικό εξοπλισμό.

Η δήθεν διεύρυνση του σοσιαλιστικού τομέα στο χωριό το 1948 περιορίστηκε στη δημιουργία κυρίως προμηθευτικών και καταναλωτικών συνεταιρισμών και όχι παραγωγικών. Αφού στον αγροτικό τομέα η ιδιωτική πρωτοβουλία είχε αφεθεί περίπου ανενόχλητη θα έπρεπε να βρεθεί τρόπος η παραγωγικότητα στο δευτερογενή τομέα να αυξάνεται γρηγορότερα από την κατανάλωση των εργατών και αυτό έπρεπε να επιτευχθεί με το ελάχιστο κοινωνικό και πολιτικό κόστος.

Στις 5 Μαΐου 1948 ο Τίτο ανακοινώνει την απομάκρυνση των Χέμπραγκ και Ζουγιοβιτς από τις θέσεις τους στην κυβέρνηση και εκκαθάρισε τα υπουργία Οικονομικών Βιομηχανίας και την  επιτροπή προγραμματισμού από τους οπαδούς τους. Συνελήφθησαν και οι δύο τους τέσσερις ημέρες μετά και δικάστηκαν για προδοσία. Στις 8 Οκτωβρίου ελαττώνει σημαντικά τη ροή βοήθεια προς τον ΔΣΕ. Τον Σεπτέμβριο, 1948  καταφθάνει στο Βελιγράδι μία ομάδα από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και της Παγκόσμιας Τράπεζας για να επανεκκινήσει τις διαπραγματεύσεις σχετικά με τις πιστώσεις και δάνεια που ζητούσε η κυβέρνηση ενώ  το Υπουργείο Εξωτερικών των ΗΠΑ επιτρέπεται σε δύο αμερικανικές εταιρείες να υποβάλουν αιτήσεις για έκδοση πιστοποιητικών εξαγωγής μηχανημάτων προς τη Γιουγκοσλαβία  με αντάλλαγμα μετάλλευμα. Ήδη από τον Απρίλιο του 1948 η Γιουγκοσλαβία συνάπτει διμερείς συμβάσεις με τις Βρετανία, Αργεντινή, Ιταλία, Βέλγιο, Ολλανδία, Σουηδία, Ελβετία, Τουρκία και Γαλλία.

Δεν είναι τυχαίο ότι η απομάκρυνση από τις αρχές του σοσιαλισμού συνοδεύτηκε από την εισαγωγή των εργατικών συμβουλίων στην βιομηχανία την εγκατάλειψη της κολεκτιβοποίησης αλλά και τη μετονομασία του κομμουνιστικού κόμματος σε Λίγκα των Κομμουνιστών σηματοδοτώντας την παραίτηση του από την άμεση διοίκηση της κοινωνίας και της οικονομίας.

Για μία σύντομη περίοδο μετά τον Β’ ΠΠ η Γιουγκοσλαβική οικονομία βάδισε στα χνάρια της Σοβιετικής Ένωσης. Υιοθέτησε τον κεντρικό σχεδιασμό, την κρατικοποίηση των επιχειρήσεων (εκτός από την γεωργία όπου το μεγαλύτερο μέρος έμεινε στα χέρια των ιδιωτών) και επέβαλε το κρατικό μονοπώλιο στις κυριότερες σφαίρες της οικονομίας (επένδυση, τραπεζικός τομέας, εξωτερικό εμπόριο) καθώς και το διοικητικό έλεγχο στις τιμές των περισσότερων αγαθών.



4. Η ρήξη με την Κομινφόρμ.
Στις 27 Μάρτη του 1948 η ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) απέστειλε μια επιστολή στον Τίτο και την ΚΕ του ΚΚΓ. Στην επιστολή αυτή η ΕΣΣΔ εξηγούσε τους λόγους που την οδήγησαν στην απόσυρση των σοβιετικών ειδικών από τη Γιουγκοσλαβία. Υπογράμμισε τη σκαιά συμπεριφορά των γιουγκοσλαβικών αρχών απέναντι στους σοβιετικούς ειδικούς που η ίδια η γιουγκοσλαβική κυβέρνηση είχε ζητήσει σαν μέρος της βοήθειας για την ανόρθωση της χώρας. Διαμαρτυρόταν για τις συκοφαντικές κατηγορίες που εξαπέλυσε εναντίον των ειδικών ο Μ. Τζίλας αλλά και για την ανοικτή αντισοβιετική προπαγάνδα από ηγετικά στελέχη του ΚΚΓ. Εξέφραζε την ανησυχία της και τον προβληματισμό της σχετικά με το γεγονός ότι το ΚΚΓ τέσσερα χρόνια μετά την απελευθέρωση δρούσε σε μια ημι-παράνομη μορφή χωρίς να δημοσιεύονται οι αποφάσεις στον τύπο.  Πιο σημαντική ωστόσο ήταν η κατηγορία ότι

(…) Στο Γιουγκοσλάβικο Κομμουνιστικό Κόμμα δε γίνεται αντιληπτό το πνεύμα της ταξικής πάλης. Η ενίσχυση των καπιταλιστικών στοιχείων στα χωριά και στις πόλεις προχωράει και παράλληλα η καθοδήγηση του Κόμματος δεν παίρνει μέτρα για το περιορισμό των καπιταλιστικών στοιχείων. Το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας βαυκαλίζεται με τη σάπια οπορτουνιστική θεωρία της ειρηνικής ενσωμάτωσης των καπιταλιστικών στοιχείων στο σοσιαλισμό, που την πήραν από τους Μπερνστάιν, Φόλμαρ, Μπουχάριν

Σύμφωνα με τη θεωρία του μαρξισμού-λενινισμού το Κόμμα θεωρείται η βασική καθοδηγητική δύναμη της χώρας, έχει το πρόγραμμά του και δε διαλύεται στις ακομμάτιστες μάζες. Στη Γιουγκοσλαβία αντίθετα βασική καθοδηγητική δύναμη θεωρείται το Λαϊκό Μέτωπο και το κόμμα τείνουν να το διαλύσουν στο Λαϊκό Μέτωπο. Στην ομιλία του στο δεύτερο συνέδριο του Λαϊκού Μετώπου της Γιουγκοσλαβίας ο σύντροφος Τίτο είπε:
«Εχει άραγε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γιουγκοσλαβίας κάποιο άλλο πρόγραμμα, το οποίο να διαφέρει από το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου; Οχι! Το Κομμουνιστικό Κόμμα δεν έχει άλλο πρόγραμμα. Το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου είναι το πρόγραμμά του»[2]. (…)

Τέλος εξέφραζε την απορία αλλά και την ανησυχία της σοβιετικής κυβέρνησης γιατί ο πράκτορας των άγγλων Βέλεμπιτ παρέμενε στη θέση του αναπληρωτή υπουργού εξωτερικών.

Στην απάντηση της η γιουγκοσλαβικής πλευρά απέφυγε να αναφερθεί στις συγκεκριμένες κατηγορίες των σοβιετικών και περιορίστηκε να τις αρνηθεί γενικά  ορκιζόμενη πίστη στον μαρξισμό-λενινισμό και στη φιλία με την ΕΣΣΔ.

Στη δεύτερη επιστολή της περίπου ένα μήνα μετά η ΚΕ του ΠΚΚ(μπ) αναφέρθηκε σε όλα τα ζητήματα της πρώτης αλλά και στο πρόβλημα της Τεργέστης λέγοντας στους Γιουγκοσλάβους ότι παρά τις διπλωματικές προσπάθειες οι ιμπεριαλιστές

(…)κατέλαβαν την Τεργέστη με τα στρατεύματά τους τα οποία βρίσκονταν στην Ιταλία. Και έτσι εξαντλήθηκαν όλα τα άλλα μέσα για απόδοση της Τεργέστης στη Γιουγκοσλαβία, για τη Σοβιετική Ένωση δεν έμενε τίποτε άλλο παρά να αρχίσει τον πόλεμο ενάντια στους Αγγλο-Αμερικάνους για την Τεργέστη και να την καταλάβει δυναμικά. Οι Γιουγκοσλάβοι σύντροφοι θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι η ΕΣΣΔ μετά το τέλος του αιματηρού πολέμου δεν μπορούσε να πάει σε νέο πόλεμο. Και παρ’ όλα αυτά, αυτή η περίπτωση προκάλεσε τη δυσαρέσκεια των Γιουγκοσλάβων συντρόφων, η οποία εκφράστηκε και στην ομιλία του συντρόφου Τίτο (…)

Αναφορικά με την αντισοβιετική προπαγάνδα μέσα στη Γιουγκοσλαβία η επιστολή ανέφερε ηγετικά στελέχη του ΚΚΓ που μιλούσαν ανοικτά  για «εκφυλισμό» της ΕΣΣΔ σε ιμπεριαλιστικό κράτος, το οποίο τείνει «να υποτάξει οικονομικά τη Γιουγκοσλαβία», αλλά και τη συκοφαντική καμπάνια των καθοδηγητών του ΚΚ Γιουγκοσλαβίας για «εκφυλισμό» του ΠΚΚ (μπ) το οποίο τείνει «μέσω της Κομινφόρμ να κατακτήσει τα άλλα κόμματα», για το ότι «ο σοσιαλισμός στην ΕΣΣΔ έπαψε να είναι επαναστατικός».

Η επιστολή αναφέρθηκε στο ζήτημα της οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη χώρα εκφράζοντας σοβαρές αμφιβολίες για το δρόμο που είχε επιλέξει η γιουγκοσλαβικής ηγεσία:

(…) Η υποτίμηση της εμπειρίας του ΠΚΚ (μπ) στο ζήτημα της εξασφάλισης των βασικών όρων οικοδόμησης του σοσιαλισμού στη Γιουγκοσλαβία είναι γεμάτη από επικίνδυνες συνέπειες και ανεπίτρεπτη για μαρξιστές, καθώς είναι αδύνατον να οικοδομηθεί ο σοσιαλισμός μόνο στην πόλη, μόνο στη βιομηχανία, είναι αναγκαίο να οικοδομηθεί και στο χωριό, και στην αγροτική οικονομία.  Δεν είναι τυχαίο που οι Γιουγκοσλάβοι σύντροφοι προσπερνούν το ζήτημα της ταξικής πάλης και του περιορισμού των καπιταλιστικών στοιχείων στο χωριό. Πολύ περισσότερο στις ομιλίες τους οι Γιουγκοσλάβοι καθοδηγητές σχεδόν πάντα αποσιωπούν το ζήτημα της ταξικής διαφοροποίησης στο χωριό, εξετάζουν την αγροτιά σαν ένα ενιαίο όλο, και το κόμμα δεν κινητοποιείται στο ξεπέρασμα των δυσκολιών οι οποίες είναι συνδεδεμένες με την άνοδο των εκμεταλλευτικών στοιχείων στο χωριό(…)

Στο τέλος αναφέρθηκε  στη σύνθεση του Λαϊκού μετώπου σαν υπεύθυνη για την πορεία των γεγονότων στη χώρα:
(…) Δεν είναι δυνατό να διαφεύγει από το οπτικό πεδίο ότι στο Λαϊκό Μέτωπο της Γιουγκοσλαβίας συμμετέχουν διάφορα στοιχεία με την ταξική έννοια, συμμετέχουν κουλάκοι, έμποροι, μικροί εργοστασιάρχες, αστική διανόηση καθώς και ανακατεμένες πολιτικές ομάδες, συμπεριλαμβανομένων και μερικών αστικών κομμάτων. Αυτό το γεγονός, ότι στο πολιτικό σκηνικό της Γιουγκοσλαβίας εμφανίζεται μόνο το Λαϊκό Μέτωπο και το κόμμα και οι οργανώσεις του δεν εμφανίζονται εξ ονόματός τους ανοικτά μπροστά στο λαό, όχι μόνο υποτιμά το ρόλο του κόμματος στην πολιτική ζωή της χώρας αλλά και υποσκάπτει το κόμμα σαν αυτοτελή πολιτική δύναμη, που είναι υποχρεωμένη να κατακτά όλο και περισσότερο την εμπιστοσύνη του λαού, να κατακτάει υπό την επιρροή του όλο και πιο πλατιές μάζες εργαζομένων με την ανοικτή πολιτική δραστηριότητα, με την ανοικτή προπαγάνδα των απόψεων του και του προγράμματός του.(…)

Στη συνάντηση των κομμάτων της Κομινφόρμ στο Βουκουρέστι στις 28 Ιουνίου 1948 στην οποία αρνήθηκε να παραστεί το ΚΚΓ αποφασίστηκε ομόφωνα η έξωση του ΚΚΓ από την οργάνωση. Στο κοινό ανακοινωθέν επαναλαμβάνονται τα περισσότερα σημεία που έθιγαν οι επιστολές του ΚΚΣΕ και χαρακτηριζόταν το ΚΚΓ σαν ένα λαϊκίστικο κουλάκικο κόμμα. Επιπλέον προειδοποιούσε την ηγεσία της Γιουγκοσλαβίας ότι η προσπάθεια τους να βρουν στήριξη από τους Αγγλοαμερικάνους ιμπεριαλιστές θα μετέτρεπε τη χώρα τους σε αποικία.

Αν και η ρήξη με την Κομινφόρμ έμοιαζε με κεραυνό εν αιθρία ωστόσο δεν ήταν καθόλου τέτοια. Όπως αναφέραμε πιο πάνω ήδη από τα μέσα του 1947 η ηγετική ομάδα του ΚΚΓ είχε απορρίψει την κολεκτιβοποίηση της αγροτικής οικονομίας  Οι κουλάκοι έλεγαν ότι αφού πήραν μέρος στον αντιφασιστικό αγώνα δεν είναι όμοιοι με τους κουλάκους τους ΕΣΣΔ και συνεπώς σαν μη δογματικοί δεν θα τους εξόντωναν. Ένας από τους λόγους της ρήξης που δεν αναφέρεται στις επιστολές ήταν η προσπάθεια της Γιουγκοσλαβίας να προσαρτήσει την Αλβανία σε μία προσπάθεια να λύσει αυτόματα το πρόβλημα της αλβανικής μειονότητας  στο Κόσσοβο

Η ρήξη με την Κομινφόρμ είχε σαν αποτέλεσμα ο Τίτο και η κλίκα του να εξαπολύσουν έναν ανηλεή διωγμό ενάντια στα μέλη του ΚΚΓ που δεν συντάχθηκαν μαζί τους. Επιφανή μέλη της ηγεσίας του ΚΚΓ (όπως ο Χέμπραντ και ο Ζούγιοβιτς) δολοφονήθηκαν στις φυλακές του καθεστώτος καθώς και ο επικεφαλής του επιτελείου των παρτιζάνων Α. Γιοβάνοβιτς.  Πάνω από 200.000 ήταν τα μέλη του ΚΚΓ (σε σύνολο 460.000) που διώχτηκαν από το κόμμα (ολόκληρες κομματικές επιτροπές κυρίως σε Σερβία και Μαυροβούνιο). Μεταξύ 1948 και 1953 η χώρα έζησε σε συνθήκες εμφυλίου πολέμου, 200.000 άνθρωποι συνελήφθησαν στη Γιουγκοσλαβία με την κατηγορία ότι συντάσσονταν  με το ψήφισμα της Κομινφόρμ, εκ των οποίων περίπου το ένα τρίτο καταδικάστηκε σε κάποια ποινή. Πολλοί υψηλόβαθμοι στρατιωτικοί δραπετεύσαν ακολουθούμενοι από απλούς στρατιώτες.  Πάνω από 30,000 άτομα φυλακίστηκαν ή εξορίστηκαν[3]. Η Γιουγκοσλαβική εκδοχή της Μακρονήσου ονομαζόταν Γκόλι Οτόκ (Γυμνό Νήσι) για τους άνδρες και Σβέτι Γεργκούρ (Αγ. Γεώργιος) για τις γυναίκες και τα δύο νησιά της Αδριατικής όπου μαρτύρησαν χιλιάδες κομμουνιστές οι περισσότεροι παλιοί παρτιζάνοι. Περίπου 3.200 από τους κρατούμενους πέθαναν εκεί[4]. Πολλοί άλλοι αναγκάστηκαν να αυτοεξοριστούν στις λαϊκές δημοκρατίες. 

Η πιο αποτρόπαιη πράξη των τιτοϊκών ήταν η προδοσία του αγώνα του ΔΣΕ. Έδωσε άδεια στον μοναρχοφασιστικό στρατό να κτυπήσει τον ΔΣΕ περνώντας μέσα από το έδαφος της Γιουγκοσλαβίας  ενώ με το κλείσιμο των συνόρων τον Ιούνιο του 1949  απέκοψε τον ΔΣΕ από πολύτιμα εφόδια και εφεδρείες. Ωστόσο η υπονομευτική πολιτική τους είχε ξεκινήσω αρκετά πιο νωρίς με την ενθάρρυνση των λιποταξιών των ένοπλων ομάδων των Κεραμιτζίεφ, Μιτροβσκι και Γκότσε . Η κινητήρια δύναμη πίσω από την αρχική υποστήριξη του ΔΣΕ δεν ήταν ο προλεταριακός διεθνισμός αλλά ο επεκτατισμός της Γιουγκοσλαβίας προς την ελληνική Μακεδονία αλλά και προς την Αλβανία με το πρόσχημα της επίθεσης του μοναρχοφασιστικού στρατού.

Ο Τίτο και οι συνεργάτες του κατηγόρησαν τον Στάλιν ότι μετά τη ρήξη σχεδίαζε  στρατιωτική εισβολή για την ανατροπή τους. Συνένοχους στη συκοφαντία αυτή βρήκαν τον αρχηγό των χερσαίων δυνάμεων του Ουγγρικού στρατού Μπέλα Κίραλι που αποσκίρτησε στη Δύση το 1956 και φυσικά τον Χρουστσόφ στον περίφημο μυστικό του λόγο το 1956. Ωστόσο η σύγχρονη έρευνα απέδειξε ότι τα δήθεν στοιχεία που παρουσιάστηκαν επρόκειτο για μυθεύματα και αντισοβιετική προπαγάνδα.[5]  Όπως ο ίδιος ο Στάλιν έγραφε στον Κλιμέντ Γκόντβαλντ στις 12/6/1948 χρειάζεται υπομονή και ότι το καθεστώς του Τίτο αναπόφευκτα θα καταρρεύσει.[6]  Η Γιουγκοσλαβία αθέτησε τις οφειλόμενες πληρωμές αλλά και παραδόσεις για τα αγαθά που έλαβε μέχρι και το 1949 από τις υπόλοιπες λαϊκές δημοκρατίες.

Αρκετά νωρίς οι τιτοϊκοί προσπάθησαν να διεισδύσουν στα άλλα κομμουνιστικά κόμματα των χωρών της  Ανατολικής Ευρώπης υπονομεύοντας τα και προωθώντας τον αποκαλούμενο ‘εθνικό κομμουνισμό’ δηλ. τον ιδιαίτερο ανά χώρα δρόμο προς το σοσιαλισμό. Μόνο το 1949  εξέχουσες πολιτικές προσωπικότητες, όπως ο υπουργός άμυνας και εσωτερικών της Αλβανίας Κότσι Τζότζε, ο υπουργός εξωτερικών της Ουγγαρίας Λάζλο Ράικ αλλά και ο αναπληρωτής πρωθυπουργού της Βουλγαρίας  Τράικο Κοστόφ δικάστηκαν, καταδικάστηκαν σε θάνατο και εκτελέστηκαν σαν πράκτορες του Τίτο. Μεταξύ 1948 και 1955 έγιναν πάνω από σαράντα αντιτιτοϊκές δίκες  στις Λαϊκές Δημοκρατίες.

Μετά την αποπομπή της από την Κομινφορμ η Γιουγκοσλαβία ξεκίνησε μυστικές επαφές και συνομιλίες  με τις ΗΠΑ με σκοπό να γίνει και αυτή παραλήπτης της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας. Η πρώτη επίσημη και δημόσια συμφωνία στρατιωτικής βοήθειας Γιουγκοσλαβίας-ΗΠΑ υπεγράφη στις 14 Νοεμβρίου 1951 και επιβεβαίωσε ότι η Γιουγκοσλαβία και η ηγεσία της είχε μετατραπεί σ’ ένα από τα σημαντικότερα περιουσιακά στοιχεία της προπαγάνδας της Δύσης στο ιδεολογικό πόλεμο κατά των Σοβιετικών, αλλά και ένα ζωτικό στρατηγικό στοιχείο της δυτικής συμμαχίας. Μεταξύ 1950 και 1955, η Γιουγκοσλαβία έλαβε περίπου 1,5 δισεκατομμύρια δολάρια οικονομικής και στρατιωτικής βοήθειας, κυρίως από της ΗΠΑ και Μ. Βρετανία περισσότερη από πολλά άλλα κράτη-μέλη του ΝΑΤΟ. Αμερικάνικες εξορυκτικές εταιρίες πήραν την άδεια για την εκμετάλλευση των ορυχείων χαλκού της χώρας. Ορισμένοι  αμερικάνοι υποστήριζαν ότι ενώ για την καταστολή στην Ελλάδας ξόδεψαν 1 δις$ η βοήθεια στο Τίτο ήταν πιο φθηνός τρόπος περιορισμού του κομμουνισμού [7].

5. Επαναπροσέγγιση.
Ο Β’ΠΠ είχε αφήσει μια εκκρεμότητα μεταξύ Γιουγκοσλαβίας και Ιταλίας την περιοχή της Τεργέστης.  Η διαφιλονικούμενη αυτή περιοχή επρόκειτο να δοθεί από τους Αγγλοαμερικάνους στην Ιταλία τον Μάρτη του 1948 με σκοπό να επηρεάσουν το εκλογικό αποτέλεσμα προς όφελος των χριστιανοδημοκρατών. Ωστόσο έχοντας ήδη πληροφορηθεί ότι οι σχέσεις της Γιουγκοσλαβίας με την ΕΣΣΔ βρίσκονταν σε κρίση και θέλοντας να μην δημιουργήσουν προβλήματα στον Τίτο έθεσαν το όλο ζήτημα στον πάγο ζητώντας από τους Ιταλούς να κάνουν το ίδιο. Ωστόσο το καλοκαίρι του 1953 πάλι ενόψει εκλογών η Ιταλική κυβέρνηση ανακινεί το θέμα απειλώντας με αποχώρηση από το ΝΑΤΟ. Τον Οκτώβριο του 1953 οι Αγγλοαμερικάνοι παραδίδουν την Τεργέστη στην Ιταλία Στη Γιουγκοσλαβία ξεσπούν μεγάλες αυθόρμητες διαδηλώσεις ενώ οι πρεσβείες τα προξενεία αλλά και τα μορφωτικά ιδρύματα των Αγγλοαμερικάνων δέχτηκαν την επίθεση του οργισμένου πλήθους. Η Γιουγκοσλαβία βρέθηκε στο χείλος του πολέμου με την Ιταλία και στράφηκε στην ΕΣΣΔ για υποστήριξη. Η ΕΣΣΔ από τη μεριά  της προσπάθησε να εκμεταλλευτεί τη σύγκρουση αυτή για να ματαιώσει τις συνέπειες της συμφωνίας της Άγκυρας που μετέτρεπαν τη Γιουγκοσλαβία σε προτεκτοράτο του ΝΑΤΟ.

Το Ιανουάριο του 1954 ο Μιλοβαν Τζιλας μέχρι τότε ο επιφανέστερος θεωρητικός της Λίγκας και στενός συνεργάτης του Τίτο απομακρύνεται από όλα του τα αξιώματα. Η βασικότερη αιτία ήταν η επιμονή του για μετατροπή του συστήματος σε πολυκομματικό αλλά και για περισσότερες οικονομικές ελευθερίες . Αν και η επιτροπή που συστάθηκε από το προεδρείο της ΚΕ του ΚΚΣΕ μετά τον θάνατο του Στάλιν αποφάνθηκε ότι η Γιουγκοσλαβία παρέμενε μία  χώρα φασιστική  οι Σοβιετικοί  εκτίμησαν  ότι η αποπομπή Τζίλας  σηματοδοτούσε κάποια στροφή της Γιουγκοσλαβίας. Στην επαναπροσέγγιση αντιδρούσαν τόσο ο Μολότοφ όσο και οι Σουσλόφ, Βοροσίλοφ μέλη του ΠΓ.  Ωστόσο ο Χρουστσόφ εκμεταλλευόμενος τη μακρά απουσία του Μολότοφ σε διπλωματικά ταξίδια επέβαλε την επαναπροσέγγιση και την απόρριψη των συμπερασμάτων της επιτροπής. Έστειλε μια επιστολή στον Τίτο επιζητώντας προσέγγιση και ρίχνοντας το φταίξιμο για τη ρήξη του 1948 στον Λ. Μπέρια (είχε ήδη εκτελεστεί) και Β. Αμπακούμοφ (ήδη στη φυλακή) οι οποίοι φυσικά δεν είχαν καμία σχέση με την υπόθεση. Από ότι φαίνεται δεν ήταν ακόμη η ώρα για την ευθεία επίθεση στον Στάλιν.  Οι Γιουγκοσλάβοι αν και προβληματίστηκαν από την πιθανότητα της διακοπής της δυτική στρατιωτικής και οικονομικής βοήθειας αποφάσισαν να συζητήσουν με τους Σοβιετικούς.

 Επιπλέον λόγοι που οδήγησαν τους; Γιουγκοσλάβους στην επαναπροσέγγιση ήταν η άθλια κατάσταση της οικονομίας τους μετά από μια σειρά ετών ξηρασίας αλλά και το δυσβάσταχτο πλέον εξωτερικό χρέος της χώρας.  Παρόλα αυτά τον Αύγουστο του 1954 η Γιουγκοσλαβία υπέγραψε με την Ελλάδα και την Τουρκία το Βαλκανικό Σύμφωνο.  Οι Σοβιετικοί σαν ένδειξη καλής θέλησης πρότειναν τη διάλυση της Ένωσης των Γιουγκοσλάβων Πατριωτών τη μόνη κομμουνιστική αντιπολίτευση στον Τίτο και έκλεισαν τους ραδιοφωνικούς σταθμούς της  (Ελεύθερη Γιουγκοσλαβία).  Τον Οκτώβριο του1954 λύνεται το θέμα της Τεργέστης αφού οι Γιουγκοσλάβοι λαμβάνοντας περί τα 30 εκ. δολάρια από τους Αγγλοαμερικάνους αφήνουν την πόλη στους Ιταλούς  Σαν πληρωμή για το Βαλκανικό Σύμφωνο έλαβαν περί το 1 εκ τόνους σιτάρι από της ΗΠΑ και διευθέτηση μέρους του χρέους τους με την εξαγορά του από αμερικάνικη τράπεζα. Η ομαλοποίηση των σοβιετογιουγκοσλαβικών σχέσεων που επισφραγίστηκε από την επίσκεψη του Χρουστσόφ στο Βελιγράδι τον Μάιο του 1955 αποτέλεσε την αρχή της επίθεσης στην εξωτερική πολιτική του Στάλιν που επεκτάθηκε στην εσωτερική πολιτική του με το 20ο συνέδριο του ΚΚΣΕ.

Ο Χρουστσόφ αφελώς πίστευε ότι μπορούσε να αποσπάσει τη Γιουγκοσλαβία από το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Στην ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΣΕ τον Ιούλιο του 1955 ο Μολότοφ καταδίκασε ανοικτά τις προσπάθειες ομαλοποίησης με τη Γιουγκοσλαβία και τις χαρακτήρισε σαν προδοσία   στις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού. Ωστόσο στη μάχη αυτή βρέθηκε μόνος στο ΠΓ. Αν και ο Χρουστσόφ απέρριψε το νεοφανή για την εποχή θεωρητικό ακροβατισμό για τον γιουγκοσλαβικό δρόμο προς το σοσιαλισμό ωστόσο η ολομέλεια κατέληξε ότι ορισμένα συγκεκριμένα προβλήματα μπορεί να λυθούν με βάση ιστορικές και εθνικές ιδιαιτερότητες.

Το 1955 η Γιουγκοσλαβία έλαβε βοήθεια και από τα δύο στρατόπεδα. Η συνολική αμερικάνικη βοήθεια προς τη Γιουγκοσλαβία έφτασε το μισό δις$ (κυρίως επιχορηγήσεις αλλά και αγαθά),  επιπλέον 80 εκ.$ ήρθαν από Γαλλία και Μ. Βρετανία. Η στρατιωτική βοήθεια έφτασε το  788 εκ.$. Τον Ιούλιο του 1955 η ΕΣΣΔ ακύρωσε το Γιουγκοσλαβικό χρέος των 77εκ$ ενώ έδωσε νέο δάνειο ύψους 110εκ$ με επιτόκιο 2%.  Ωστόσο ο αμερικάνος ΥπΕξ αλλά και η CIA πίστευαν ότι ο Τίτο δεν υπάρχει περίπτωση να επανενταχθεί στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και παρέμενε αξιόπιστος στο να αποσπάσει κι άλλες χώρες από τη σφαίρα επιρροής της ΕΣΣΔ. Ο Καρντέλι έλεγε στον βρετανό πρέσβη ότι ο Χρουστσόφ και η ομάδα του πρέπει να υποστηριχθούν ενώ δυο αντίγραφα από την περίφημη ‘μυστική’ έκθεση στο 20ο συνέδριο στάλθηκαν προσωπικά από τον ίδιο τον Χρουστσόφ στον Τίτο.

Οι ψευδαισθήσεις των σοβιετικών κατέρρευσαν όταν αντιλήφθηκαν την  ενεργή υποστήριξη της Γιουγκοσλαβίας στον Β. Γκομούλκα αλλά κυρίως στον Ι. Νάγκυ. Τον Ιούνιο του 1956 ο Μολότοφ παραιτείται από ΥπΕξ. Ωστόσο η ομάδα γύρω από τον Χρουστσόφ  αντιλήφθη  ότι οι καπιταλιστές ήθελαν να διασπάσουν το σοσιαλιστικό στρατόπεδο ώστε μετά να ασχοληθούν με την κάθε μία χώρα ξεχωριστά. Ο ίδιος ο Χρουστσόφ υποστήριξε ότι μέση θέση μεταξύ σοσιαλισμού και καπιταλισμού είναι αδύνατη. Η Γιουγκοσλαβία τόσο φανερά όσο και κρυφά υποστήριξε μέχρι τέλους τον Ι. Νάγκυ και μόνο όταν έγινε φανερό ότι οι φασίστες είχαν πλέον το πάνω χέρι στην αντικομουνιστική εξέγερση συναίνεσαν στη δεύτερη επέμβαση του Συμφώνου της Βαρσοβίας. Έδωσαν ωστόσο πολιτικό άσυλο στη μαριονέτα τους και σε 52 συνεργάτες του.  Σε συνδυασμό με την παρουσία στην Γιουγκοσλαβία μεγάλης στρατιωτικής αποστολής των ΗΠΑ ο Χρουστσόφ απέστειλε μια επιστολή στις 29/12/1956 ακυρώνοντας το μεγαλύτερο μέρος των εμπορικών συμφωνιών και την επαναπροσέγγιση.  Αντίθετα από το 1948 ωστόσο οι διπλωματικές σχέσεις των δύο χωρών δεν διακόπηκαν ενώ και η οικονομική συνεργασία συνεχίστηκε αν και σε μικρότερη έκταση.

Ήδη το 1955 στην ομιλία του στη Ραγκούν όπου άνοιξε το δρόμο για τη δημιουργία του κινήματος των Αδεσμεύτων μαζί με το Νεχρού και το Νασέρ ο Τίτο  πρόλαβε τον Μάο κατά 8 περίπου χρόνια αποκαλώντας την ΕΣΣΔ  ιμπεριαλιστική χώρα λέγοντας:
(…) Σήμερα υπάρχουν δύο παγκόσμιες δυνάμεις σήμερα - η Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες. Μεταξύ τους έχουν αναλάβει να χωρίζουν τον κόσμο. Από την αμερικανική πλευρά, αυτό γίνεται με το πρόσχημα και συνθήματα του αγώνα κατά της εξάπλωσης του κομμουνισμού από την άλλη πλευρά, αυτό γίνεται στο όνομα του αγώνα για την επανάσταση, για την κοινωνική αλλαγή στην οποία, φυσικά, η Σοβιετική Ένωση έχει να διαδραματίσει τον ηγετικό ρόλο. Και οι δύο είναι εξίσου επικίνδυνο. Εγώ δεν γνωρίζω ποια στην πραγματικότητα είναι η πιο επικίνδυνη για τα μικρά έθνη(…)[8]

Το Σεπτέμβριο του 1961 21 χώρες του ‘τρίτου’ κόσμου υπέγραψαν την ιδρυτική διακήρυξη του κινήματος των αδεσμεύτων στο Βελιγράδι.


Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η στρατηγική του ΚΚΕ το Δεκέμβρη του 1944

Σήμερα είναι η επέτειος ίδρυσης του θρυλικού εαμ, που σημάδεψε την ιστορία του εικοστού αιώνα στην ελλάδα. Η κε του μπλοκ όμως, θα κρατήσει για λίγο στην εφεδρεία το κείμενο που ετοίμαζε για την περίσταση, αντιγράφοντας σήμερα ένα απόσπασμα από την εισαγωγή του τμήματος ιστορίας της κετουκε στην πρόσφατη έκδοση της σύγχρονης εποχής για το δεκέμβρη –που ένας είναι, σαν το κόμμα- (‘δεκέμβρης του 44’, κρίσιμη ταξική σύγκρουση) και πιο συγκεκριμένα το υποκεφάλαιο που εξετάζει κριτικά τη στρατηγική του κκε (και του εαμ κατ’ επέκταση) κατά το δεκέμβρη, ψηλαφώντας ουσιαστικά και τα αίτια της ήττας του.

Μπορούσαν άραγε το ΕΑΜ-ΚΚΕ να καταλάβουν την εξουσία τις μέρες της απελευθέρωσης της Αθήνας (12 Οκτώβρη 1944);

Παρότι η ιστορία δε γράφεται με υποθετικά σχήματα, η κατάκτηση της εργατικής εξουσίας7 προϋπέθετε διαχωρισμό των ΕΑΜικών δυνάμεων από τους πολιτικούς και στρατιωτικούς στόχους των «συμμάχων» και της κυβέρνησης Παπανδρέου, γεγονός που θα όξυνε πολύ περισσότερο την ταξική πάλη. Προϋπέθετε ακόμα αναδιάταξη των συμμαχιών μέσα στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ σε βάση επαναστατική και μετατροπή των φύτρων εξουσίας (λαϊκός στρατός, λαϊκή δικαιοσύνη) σε όργανα της επαναστατικής δράσης. Ακόμα: έπρεπε να προετοιμαστεί το Κόμμα και ισχυρές λαϊκές δυνάμεις για την εφαρμογή σχεδίου κατάληψης της Αθήνας, μετά την αποχώρηση των Γερμανών. Αυτό, σε συνδυασμό με αντίστοιχη δράση και συγκέντρωση δυνάμεων για την κατάληψη και άλλων βασικών κέντρων της χώρας, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης.
Το Κόμμα μας ήταν ιδεολογικά-πολιτικά ανέτοιμο για να διαμορφώσει τέτοιες εξελίξεις.

Το στάδιο της αστικοδημοκρατικής επανάστασης, που είχε χαράξει η 6η Ολομέλεια της ΚΕ, το Γενάρη του 1934 (και επικύρωσε λίγο αργότερα το 5ο Συνέδριο του ΚΚΕ), αποτέλεσε τη βάση πάνω στην οποία προσαρμόστηκε η στρατηγική του «αντιφασιστικού μετώπου», που υιοθέτησε το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ8 (Δεκέμβρης 1935), σύμφωνα με τις αποφάσεις του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ (Ιούλης-Αύγουστος 1935).
Η στρατηγική των αντιφασιστικών μετώπων πάλης στηριζόταν στην ανάλυση ότι «...οι εργαζόμενες μάζες σε μια σειρά καπιταλιστικές χώρες είναι υποχρεωμένες σήμερα να διαλέξουν συγκεκριμένα όχι ανάμεσα στη δικτατορία του προλεταριάτου και στην αστική δημοκρατία, αλλά ανάμεσα στην αστική δημοκρατία και το φασισμό»9.
Στο 7ο Συνέδριο επίσης τέθηκαν οι πρώτες βάσεις για την αυτοδιάλυση της Κομμουνιστικής Διεθνούς (ΚΔ), που τελικά πραγματοποιήθηκε στις 15 Μάη 1943. Με αυτή την απόφαση η ΚΔ παραμέριζε τον χαρακτήρα της διάσπασης της Β’ Διεθνούς και μάλιστα το βασικό πρόβλημα που αποτέλεσε το συγκεκριμένο παράγοντα της προδοσίας της: τη στάση του ΚΚ απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και τη στρατηγική σύνδεσής του με τη σοσιαλιστική επανάσταση.

Η στρατηγική του 7ου Συνεδρίου υλοποιήθηκε και πριν τον πόλεμο και η εμπειρία από την εφαρμογή της ήταν αρνητική, αφού υπέστη ταπεινωτικό πλήγμα στη Γαλλία και στην Ισπανία. Πρόκειται για δύο χώρες όπου σχηματίστηκαν κυβερνήσεις του Λαϊκού Μετώπου, στην πρώτη με τη στήριξη του ΚΚ Γαλλίας προς τη κυβέρνηση του σοσιαλιστή Λεόν Μπλουμ και στη δεύτερη με τη συμμετοχή του ΚΚ Ισπανίας στην κυβέρνηση του Λάργκο Καμπαλέρο. Κατά τον εμφύλιο πόλεμο η γαλλική κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου απαγόρευσε την εξαγωγή όπλων για τον εξοπλισμό του Δημοκρατικού Στρατού Ισπανίας και σε συνεννόηση με τη Βρετανία ζήτησε από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να ακολουθήσουν απέναντι στην Ισπανία πολιτική «ουδετερότητας», την ίδια στιγμή που η Γερμανία και η Ιταλία τροφοδοτούσαν τον Φράνκο με τεράστιας ισχύος πολεμικά μέσα και με στρατό.

Αμέσως μετά το 7ο Συνέδριο της ΚΔ και πριν το 6ο Συνέδριο του ΚΚΕ, η 4η Ολομέλεια της ΚΕ (27-28 Σεπτεμβρίου 1935) αποφάσισε ότι:
«...το ΚΚΕ συνεργάζεται όχι μόνο με τα σοσιαλιστικά και αγροτικά κόμματα (...) αλλά και όλα τα άλλα κόμματα (...) που στέκονται σε μια ελάχιστη δημοκρατική-αντιφασιστική βάση (...) όπως των Φιλελευθέρων»10.
Είχε προηγηθεί η απόφαση της ΚΕ (Αύγουστος 1935), η οποία έθετε το στόχο για τον «... σχηματισμό της αντιφασιστικής-δημοκρατικής κυβέρνησης», με τη συμμετοχή του ΚΚΕ.
Η ουσία του 6ου Συνεδρίου, όπως και της 4ης Ολομέλειας ήταν: Μέσα από την πάλη κατά του μοναρχοφασισμού, στη δημοκρατική επανάσταση και μετά στο σοσιαλισμό.

Το ΚΚΕ αντιμετώπισε και το Δεκέμβρη με βάση την παραπάνω στρατηγική.
Τα πράγματα επομένως ήταν πιο σύνθετα και αποτελούν απλούστευση και παραγνώριση της πραγματικότητας διαπιστώσεις όπως του ιστορικού Φίλιππου Ηλιού, ο οποίος έγραψε:
«Το να μπορείς να πάρεις την εξουσία και να μην την παίρνεις είναι ένας νεωτερισμός. Το δικό μας Κομμουνιστικό Κόμμα, το νεωτερισμό αυτόν το μορφοποίησε το 1944»11
Εδώ όμως ο Φ. Ηλιού δεν εννοεί την πραγματική εργατική εξουσία, αλλά μια κυβέρνηση του ΕΑΜ στο έδαφος του καπιταλισμού, που θα υλοποιούσε την πολιτική της «εθνικής ενότητας».

Η πολιτική της «εθνικής ενότητας», που βρισκόταν πίσω και από το στάδιο της λεγόμενης αστικοδημοκρατικής επανάστασης, ήταν γενική γραμμή του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος στα χρόνια του πολέμου και στα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια κι αυτή υλοποιήθηκε και στις χώρες που αποσπάστηκαν τελικά από το ιμπεριαλιστικό σύστημα (Πολωνία, Ρουμανία, Γιουγκοσλαβία, κλπ). Με μια μεγάλη διαφορά: Ότι σε αυτές υπήρχε η άμεση παρουσία του Κόκκινου Στρατού, ενώ ταυτόχρονα ασκούσε γενικότερη επίδραση ο αποτρεπτικός στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς ρόλος της Σοβιετικής Ένωσης. Για παράδειγμα ο Τίτο έφτασε στο Βελιγράδι στις 27 Οκτώβρη 1944, αφού προηγουμένως, στις 20 του ίδιου μήνα, ο Κόκκινος Στρατός είχε απελευθερώσει τη γιουγκοσλαβική πρωτεύουσα μαζί με παρτιζάνικο στρατό12. Αντίθετα στην Ελλάδα υπήρχε ο βρετανικός στρατός.

Μια σειρά επικριτές του Δεκέμβρη και του ΚΚΕ ισχυρίζονται ότι η πολιτική γραμμή του Κόμματος ήταν αντιφατική, επειδή, όπως λένε, κινούνταν ανάμεσα στην πολιτική λύση και τον ένοπλο αγώνα για την κατάκτηση της εξουσίας με τη βία.
Όμως το βαθύτερο αντιφατικό γεγονός ήταν ότι το ΚΚΕ, όντας καθοδηγητής της ένοπλης λαϊκής πάλης, συμμετείχε σε μια αστική κυβέρνηση με πολιτικό στόχο την ομαλή αστική δημοκρατική εξέλιξη ως μεταβατική στην πάλη για το σοσιαλισμό. Τέτοια εξέλιξη ήταν ανεδαφική. Η ανατροπή του συσχετισμού δυνάμεων, όπως είχε διαμορφωθεί προς το τέλος της Κατοχής, προϋπέθετε ταξική σύγκρουση, αιματηρή τρομοκρατία εκ μέρους της αστικής τάξης, ανεξάρτητα πόσο το συνειδητοποιούσε το ίδιο το Κόμμα. Έτσι και στις δύο πλευρές υπήρχαν χιλιάδες νεκροί και τεράστιες υλικές καταστροφές, ταυτόχρονα με το όργιο της πτωματολογίας και της προβοκάτσιας που οργάνωσαν οι Βρετανοί και οι εγχώριοι κρατικοί μηχανισμοί. Ποια ομαλότητα ήταν δυνατό να έρθει, για παράδειγμα, μετά από το δολοφονικό όργιο των οργάνων της αστικής τάξης, των λαομίσητων Ταγμάτων Ασφαλείας, εναντίον χιλιάδων αγωνιστών, ακόμα και ανθρώπων που δεν είχαν ενεργή ανάμιξη στην οργανωμένη πάλη;

Άλλωστε ο αστικός πολιτικός κόσμος που αντιστεκόταν στους κατακτητές παίρνοντας το μέρος της βρετανικής πλευράς, συνέδεε την απελευθέρωση με τη διατήρηση της καπιταλιστικής εξουσίας. Παρέμεινε αταλάντευτος σε αυτή τη θέση, ακόμα και τότε που δεν μπορούσε ούτε στην Αθήνα να έρθει από την Αίγυπτο, δίχως τον εγγλέζικο στρατό και τους συμβιβασμούς του ΚΚΕ και του ΕΑΜ.
Το ΚΚΕ αντιμετώπισε τον ένοπλο αγώνα των 33 ημερών ως μέσο επίτευξης ενός στόχου που δεν έβγαινε από το πλαίσιο της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Όμως η ταξική πάλη έχει τους δικούς της αδήριτους νόμους.

Ενώ ο Δεκέμβρης διαρκούσε, η απόφαση του ΠΓ της ΚΕ, στα μέσα της φωτιάς (17 Δεκέμβρη 1944), ανέφερε:
«Στην περίοδο της απελευθέρωσης όταν οι αντίπαλοί μας φοβόνταν ότι θα καταλάβει την εξουσία, όπως μπορούσε να το κάνει, το ΚΚΕ απόδειξε περίτρανα την ειλικρίνεια και εντιμότητα των δημοκρατικών του σκοπών. Εξασφάλισε απόλυτη τάξη στην πρωτεύουσα και στις άλλες πόλεις και ζήτησε από το λαό να περιμένει από την κυβέρνηση ικανοποίηση των αιτημάτων του. (...) Μέσα και έξω από την κυβέρνηση το ΚΚΕ και το ΕΑΜ έκαμαν τα πάντα για να μπουν σε εφαρμογή δημοκρατικές λύσεις, για να προληφθεί η αιματοχυσία»13.
Συνεχίζοντας η απόφαση του ΠΓ, αφού κατάγγελε την κυβέρνηση Γ. Παπανδρέου και τους Λίπερ-Σκόμπι, ότι «παραβιάζουν αρχές πολέμου, σύμφωνα Λιβάνου Καζέρτας, κυβερνητικές επαγγελίες, κουρελιάζουν την εθνική μας ανεξαρτησία και αξιοπρέπεια, ποδοπατούν τα δικαιώματα του ελληνικού λαού, ετοιμάζουν εμφύλιο πόλεμο και νεοφασιστική τυραννία»14, κατέληγε με τα εξής:
«Όλοι επί ποδός πολέμου (...) Να σταματήσει η φονική και διαλυτική του έθνους μας ξενική επέμβαση. Να συγκροτηθεί ελληνική δημοκρατική κυβέρνηση πραγματικής εθνικής ενότητας, που θα λύσει όλα τα εσωτερικά ζητήματα. (...) Για τη λευτεριά και την ανεξαρτησία! Για τη δημοκρατία!»15

Τη θέση του ΚΚΕ για «ομαλή δηοκρατική εξέλιξη» είχε υπογραμμίσει ο Γιώργης Σιάντος, γραμματέας της ΚΕ, μιλώντας στη μεγάλη συγκέντρωση της Αθήνας για την επέτειο των 26 χρόνων από την ίδρυση του Κόμματος, λίγο καιρό πριν αρχίσει ο Δεκέμβρης (19 Νοέμβρη 1944). Συγκεκριμένα είπε:
«Είμαστε υπερασπιστές της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης της πολιτικής ζωής του τόπου. Καταπολεμούμε τις δυναμικές-διχτατορικές λύσεις. (...) Μετέχουμε και υποστηρίζουμε την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας γιατί βασικά συμφωνούμε με τους προγραμματικούς της σκοπούς. (...) Αγωνιζόμαστε για να γίνει γρήγορα ελέυθερο δημοψήφισμα για το πολιτειακό. Μόνο έτσι θα μπούμε πραγματικά στο δρόμο της ομαλής δημοκρατικής εξέλιξης. (...) Αγωνιζόμαστε για την άμεση προετοιμασία εκλογών Συνταχτικής Εθνοσυνέλευσης, γιατί μόνο έτσι, μπαίνουμε πραγματικά στον ομαλό πολιτικό βίο και την πραγματική ανοικοδόμηση της Ελλάδας»16.
Από αυτές τις εκτιμήσεις εξηγείται και το γεγονός, γιατί οι μάχες του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ το Δεκέμβρη περιορίστηκαν κυρίως στην Αθήνα και τον Πειραιά και δεν επεκτάθηκαν σε όλη την Ελλάδα.

Αντίθετα για λογαριασμό της αστικής τάξης, συνόψισε τους νόμους της ταξικής πάλης ο Γ. Παπανδρέου:
«Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβρος μπορεί να θεωρηθή “δώρον του Υψίστου”. Αλλά, δια να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχωμεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνο με την συμμετοχήν και του ΚΚΕ εις την κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και δια να ευρεθούν εδώ οι Βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι διά τη Νίκην, έπρεπε προηγουμένως να είχεν υπογραφή το Σύμφωνον της Καζέρτας. Και δια να γίνη Στάσις - “το δώρον του Υψίστου”- έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσο αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμόν του ή να επιχειρήση τη Στάσιν, υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι ωδήγουν εις την συντριβήν του. Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια»17.

Η στάση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ να μην υποχωρήσουν και να απορρίψουν το τελεσίγραφο του Σκόμπι ήταν σωστή. Υποχώρηση, θα σήμαινε απόλυτη πολιτική και ηθική απαξίωση του ΚΚΕ και του ΕΑΜ. Και όπως σωστά είπε ο Γ. Σιάντος, θα ήταν «...μια προδοσία από μέρους της ηγεσίας ενός τέτοιου κινήματος, εν γνώσει ότι θα επακολουθήσει μια κατάσταση πολύ χειρότερη από τη σημερινή»18.
Μια τέτοια ήττα, χωρίς μάχη, για πάρα πολλά χρόνια θα απαξίωνε το ΚΚΕ και θα τσάκιζε το εργατικό κίνημα. Βέβαια η αντίφαση ήταν και ότι στη συνέχεια το ΚΚΕ προσχώρησε σε νέο απαράδεκτο συμβιβασμό, τη Συμφωνία της Βάρκιζας (12 Φλεβάρη 1945).

Αξίζει να επισημανθεί ότι ο ηρωικός αγώνας οδήγησε από τις πρώτες δύο ημέρες του σε νέα εκρηκτική όξυνση των ενδοαστικών αντιθέσεων σχετικά με την τακτική που έπρεπε να ακολουθήσουν απέναντι στο ΕΑΜ. Στις 4 του Δεκέμβρη ο Γ. Παπανδρέου παραιτήθηκε κάτω από την κατακραυγή που ακολούθησε για τα αιματηρά γεγονότα της 3 και 4 του μήνα, ζητώντας από τον Θεμ. Σοφούλη να σχηματίσει κυβέρνηση. Ο Σοφούλης συμφώνησε. Επίσης συμφώνησαν ο Γεώργιος Καφαντάρης και άλλοι αστοί πολιτικοί (Π. Ράλλης, Στεφ. Στεφανόπουλος κ.ά.), βλέποντας και εκείνοι ότι η κατακραυγή κατά της κυβέρνησης Παπανδρέου ήταν μεγάλη. Την αντικατάσταση της κυβέρνησης Παπανδρέου ευνοούσε αρχικά και ο πρέσβης της Βρετανίας Ρ. Λίπερ, ο οποίος πρότεινε στον Ίντεν (υπουργό Εξωτερικών της Μ. Βρετανίας) να αναλάβει την πρωθυπουργία ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Όμως ο Γ. Παπανδρέου υπαναχώρησε, δίχως να δεχτεί ποτέ ότι είχε παραιτηθεί. Η υπαναχώρηση οφειλόταν στην παρέμβαση του Τσόρτσιλ.
Ας σημειωθεί ότι το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, βλέποντας θετικά το γεγονός διαμήνυσε στο Σοφούλη ότι ήταν πρόθυμο να πάρει μέρος στην κυβέρνηση.

Σοβαρότατο πρόβλημα αποτέλεσε η λειτουργία του ΠΓ της ΚΕ του ΚΚΕ κατά τη διάρκεια των μαχών του Δεκέμβρη. Από τις πολλές κριτικές που έχουν ασκηθεί στο ΠΓ, παραθέτουμε τη μαρτυρία του Βασίλη Μπαρτζιώτα, που ήταν τότε μέλος του ΠΓ:
«... ο Αναστασιάδης και ο Στρίγγος βρίσκονταν στις οργανώσεις που καθοδηγούσαν, στην Καβάλα και τη Θεσσαλονίκη. Ο Ρούσος είχε σταλεί σε αποστολή. Ο Πλουμπίδης και η Χρύσα Χατζηβασιλείου έφυγαν, πριν τελειώσει η μάχη του Δεκέμβρη, στη Θήβα και στα Τρίκαλα. Στην Αθήνα μείναμε (...) εγώ, ο Γιάννης Ζέβγος και ο Μήτσος Παρτσαλίδης» που «ήταν απασχολημένοι στις πολιτικές επαφές με τους συμμάχους μας στο ΕΑΜ, στις συνεδριάσεις της ΚΕ του ΕΑΜ, καθώς και με τις διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση του Γ. Παπανδρέου με τους Άγγλους»19. Έτσι, με την καθοδήγηση του Δεκέμβρη απασχολούνταν μόνο ο Γ. Σιάντος...

Σημειώσεις
7. Ο χαρακτηρισμός της ΕΑΜικής πάλης ως επαναστατικής, που έχει υποστηριχτεί και από μια σειρά συγγραφείς (βλέπε πχ Θανάση Χατζή, Η νικηφόρα επανάσταση που χάθηκε), δεν έχει αντικειμενική υπόαση. Η σύνθεση πρώτα απ’ όλα της ίδιας της κυβέρνησης του βουνού (Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης – ΠΕΕΑ), ιδιαίτερα μετά τον ανασχηματισμό της, στην οποία κυριαρχούσαν αστικές-σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις (Αλ. Σβώλος, Ευρ. Μπακιρτζής, Ηλ. Τσιριμώκος, Νικ. Ασκούτσης, Αγγ. Αγγελόπουλος, Σταμ. Χατζήμπεης, κ.ά.), ήταν χαρακτηριστική του προσανατολισμού της, ενώ προβλεπόταν η ακόμα μεγαλύτερη διεύρυνσή της. Ήταν επίσης χαρακτηριστικό ότι προτάθηκε στον Γ. Παπανδρέου να αναλάβει πρωθυπουργός στην κυβέρνηση του βουνού, αλλά ο Παπανδρέου απέρριψε την πρόταση. Επιπλέον, πριν το Σύμφωνο του Λιβάνου, το ΕΑΜ «πρότεινε να διευρυνθεί η κυβέρνηση του Καΐρου με συμμετοχή σε αυτήν των αντιπροσώπων της αντίστασης και να δημιουργηθούν δυο κλιμάκια, που ένα από αυτά θα έδρευε στην Ελεύθερη Ελλάδα για να καθοδηγεί άμεσα τον αγώνα του λαού για την εθνική απελευθέρωση. Και η έκκληση αυτή δε βρήκε καμιά ανταπόκριση (Ιστορία της Αντίστασης 1940-45, τόμ. Γ’, σελ 1050, εκδ. Αυλός, Αθήνα, 1979). Ο προσανατολισμός επομένως ήταν ασαφής.
8. Το 6ο Συνέδριο εξάλειψε και τις θεωρούμενες ως αριστερίστικες πλευρές της 6ης Ολομέλειας, όπως, για παράδειγμα, το ότι η αστικοδημοκρατική επανάσταση στρεφόταν ενάντια στο σύνολο της αστικής τάξης.
9. Ινστιτούτο Μαρξισμού-Λενινισμού της ΚΕ του ΚΚΣΕ, Κομμουνιστική Διεθνής, σελ. 403, εκδ. Ελεύθερη Ελλάδα, 1973.
10. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 4ος, σελ 246, Πολιτικές και Λογοτεχνικές Εκδόσεις, 1968
11. Φίλιππος Ηλιού, Ο ελληνικός εμφύλιος πόλεμος, σελ 354, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 2004
12. Ο Γ. Τίτο είχε παρατηρήσει: «Χωρίς τη Σοβιετική Ένωση θα ήταν αδύνατο να νικήσουμε τους φασίστες κατακτητές, θα ήταν αδύνατο να απελευθερώσουμε τη Γιογκοσλαβία, θα ήταν αδύνατο να δημιουργήσουμε την καινούρια Γιουγκοσλαβία». (Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τομ Χ, σελ 574, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα, 1965).
13. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 5ος, σελ 245, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981.
14. Ό.π., σελ 246
15. Ό.π., σελ 248-9
16. Ό.π., σελ 240,241,242,243
17. Γεώργιος Παπανδρέου, «Ο Δεκέμβριος 19444», Η Καθημερινή, 2 Μάρτη 1945
18. Το ΚΚΕ, Επίσημα Κείμενα, τομ. 5ος, σελ 422, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1981.
19. Βασίλη Μπαρτζιώτα, Εξήντα χρόνια κομμουνιστής, σελ 219, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1986.

Παρασκευή, 26 Σεπτεμβρίου 2014

Σαράντα χρόνια σύντροφος

Η σχέση των κομμουνιστών –και όσων δηλώνουν τέτοιοι, χωρίς να είναι απαραίτητα- με την εφημερίδα (τους) είναι ιδιαίτερη· σχεδόν ερωτική. Δεν είναι τυχαίο πως στις πιο δύσκολες συνθήκες, όταν το κόμμα έκανε τα πρώτα βήματά του ή όταν έβγαινε στην παρανομία και έπρεπε να τα ξανακάνει από την αρχή, το πρώτο πρακτικό καθήκον που έβαζαν οι σύντροφοι, μόλις μαζευόταν έστω μια μικρή ομάδα, ήταν να εκδώσουν κάποιο φύλλο, για να ανοιχτούν στον κόσμο, να δείξουνε την ύπαρξή τους, να οργανώσουν τη ροή πληροφοριών σε ένα ενιαίο κέντρο, να βοηθήσουν τα μέλη να ενημερώνονται σφαιρικά για όλα όσα γίνονται στην κεντρική πολιτική σκηνή, σε κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής, οπουδήποτε δηλ δρα και παρεμβαίνει το κόμμα.


Εξ ου λοιπόν τα δεκάδες τοπικά εαμίτικα φύλλα κατά τη διάρκεια της κατοχής, τακτικές ή περιστασιακές εκδοτικές προσπάθειες, ερασιτεχνικές και ενίοτε χειρόγραφες, που αποτύπωναν τη ζωτική ανάγκη των αγωνιστών να καταγράφουν τα νέα τους, να υπάρχει ένας «ζωντανός οργανισμός» με συνέχεια, πέρα από τη δική τους αμφίβολη βιολογική συνέχεια, που διακυβευόταν κάθε μέρα στο πεδίο της μάχης. Εξ ου κι οι δεκάδες ηρωικές στιγμές αυτοθυσίας συντρόφων χρεωμένων στα κρυφά τυπογραφεία της οργάνωσης για την παράνομη έκδοση του ριζοσπάστη, που έκλεισε χτες τα σαράντα χρόνια κυκλοφορίας από την επανέκδοσή του και το πρώτο νόμιμο φύλλο της μεταπολίτευσης.

Εξ ου και η επιμονή του βλδίμηρου για τη σημασία ενός κομματικού οργάνου και ο αναντικατάστατος (επιμορφωτικός κι όχι μόνο) ρόλος της ίσκρα στην ενότητα του νεοσύστατου κόμματος (σδεκρ) και τη διαμόρφωση του μπολσεβίκικου ρεύματος. Μόνο που το παράδειγμά του βρήκε μια σειρά κακέκτυπα, που πίστευαν πως το μιμούνται πιστά. Το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη έστησε τη διαδικτυακή ίσκρα, αν και φέρνει μάλλον στον ύστερο πλεχάνοφ και τους συντρόφους του, που αποτελούσαν τη συντακτική επιτροπή της αυθεντικής ίσκρα, μετά από την αποχώρηση του λένιν. Το «πριν», ως μηνιαίο περιοδικό επί ενιαίου συνασπισμού, ήταν ο προάγγελος της συγκρότησης του νέου αριστερού ρεύματος. Ο χώρος της σακε μετεξελίχθηκε σε εφημερίδα («κόντρα»), οπότε μπορεί κανείς να οργανώθηκε ως μέλος σε πολιτική συλλογικότητα, για να βρεθεί μέλος μιας συντακτικής επιτροπής. Παρόμοια πορεία πρέπει να είχε και ο χώρος της κόκκινης ορχήστρας. Γενικά, αν υπήρχε παλιότερα το διαδίκτυο, πολλές διασπαστικές τάσεις θα ξεθύμαιναν εκεί και δε θα έμπαιναν στον κόπο να βαφτίσουν πολιτική κίνηση/κόμμα/οργάνωση την ομάδα/παρέα τους. Στο σύριζα κατάργησαν τις συνιστώσες, αλλά καθεμιά κράτησε την εφημερίδα της (αυγή, εποχή, κτλ) ως χώρο έκφρασης. Ενώ η ανταρσύα, που δεν έχει συνιστώσες (αλλά οργανώσεις), δεν αποτολμά να στήσει μια ενιαία εφημερίδα, γιατί αυτό θα σήμαινε πιθανόν το τέλος της, είτε πολιτικά, με την όξυνση διαφωνιών που θα προέκυπταν, είτε οικονομικά, αν για κάθε θέμα θα πρέπει να αναφέρεται η άποψη όλων των οργανώσεων ξεχωριστά, και βγαίνει κοντά στις εκατό σελίδες το κάθε φύλλο.

Τα 40χρονα του νόμιμου ρίζου συνέπεσαν σχεδόν χρονικά με την κορύφωση των εκδηλώσεων του 40ου φεστιβάλ, όπου κυκλοφόρησε κι η ειδική επετειακή έκδοση του ριζοσπάστη, μια προσεγμένη κι αξιόλογη δουλειά, που θα μπορούσε να ενταχθεί ίσως σε ένα ευρύτερο αφιέρωμα, με το βιντεάκι που θα προβληθεί στην αυριανή εκδήλωση, στην έδρα της κετουκε γι’ αυτήν την επέτειο. Ένα αφιέρωμα, όπου θα είχε θέση κατά τη γνώμη μου, ως προλεγόμενα, ένα σημείο από τον «παράνομο» του κοτζιά για την προδικτατορική αυγή και το διευθυντή της, που του άρεσε να περιγράφει το ειρηνικό πέρασμα με κάτι ακατανόητες χειρονομίες και σχήματα στον αέρα –από τα οποία ούτε το κόμμα ήταν πλήρως απαλλαγμένο, μετά απ’ τη διάσπαση του 68’. Και μετά, εικόνες από τις πρώτες μέρες της μεταπολίτευσης, όπου το κόμμα δρομολογούσε την ντε φάκτο νομιμοποίησή του (και με την επανέκδοση του ρίζου μεταξύ άλλων). Αναφορά στο σατιρικό ρίζο της δευτέρας· και στην πρώτη, που ήταν ο πρώτος κρίκος στην αλυσίδα της εξέλιξης της ελευθεροτυπίας και των σημερινών απογόνων της, ως στιλ εφημερίδας. Στα ειδικά αφιερώματα για το τσέρνομπιλ και την εοκ· τις επεισοδιακές συνεδριάσεις της κοβ ριζοσπάστη, που διέρρεαν στον αστικό τύπο, όταν μαζί με τη φυσιογνωμία του κόμματος αμφισβητούνταν παράλληλα ο ρόλος της εφημερίδας ως κομματικό όργανο. Στις πλημμύρες του 95’ στον περισσό, που δεν ανέστειλαν ούτε για μια μέρα την κυκλοφορία-λειτουργία της εφημερίδας. Το πρωτοσέλιδο του 91’ για την κόκκινη σημαία, αμέσως μετά την υποστολή της απ’ το κρεμλίνο. Και τον πρωτοσέλιδο τίτλο «γρηγορείτε έλληνες» στους βομβαρδισμούς της γιουγκοσλαβίας. Την ανηφόρα της ανασυγκρότησης (του κκε και του ριζοσπάστη), με τη διεύθυνση του μακαρίτη τσίγκα και του τωρινού γγ, του κουτσούμπα. Και μια ομάδα επίλεκτων με τις καλύτερες γραφίδες-πενάκια που έχουν φιλοξενήσει οι στήλες της εφημερίδας αυτά τα χρόνια: καραντηνός, χουρμουζιάδης, ραφαηλίδης –αν δεν κάνω λάθος, για ένα φεγγάρι-, παπαϊωάννου, ο παλιός στάθης, για να μην πιάσουμε και τα χρόνια πριν από τη δικτατορία (βάρναλης, ζαχαριάδης, διδώ σωτηρίου, καραγιώργης, γληνός και πόσοι άλλοι), ως τους νεότερους και αυτούς που θα αναδειχθούν από την καινούρια φουρνιά, μες στα επόμενα χρόνια.

Ο ριζοσπάστης βγήκε τραυματισμένος από την κρίση και την ανάγκη για περικοπές στις σελίδες του και το έμψυχο δυναμικό του. Ενώ παράλληλα ανοίγει μια συζήτηση για το μέλλον των εφημερίδων συνολικά και τον Τύπο που αργοπεθαίνει στην εποχή του διαδικτύου, χωρίς προοπτικές ανόδου της κυκλοφορίας του –ιδίως όταν κάθε φύλλο ανεβαίνει από το πρωί διαδικτυακά και μπορεί να το διαβάσει δωρεάν κάθε χρήστης, χωρίς να το αγοράσει από το περίπτερο. όπως συμβαίνει δηλ με το ριζοσπάστη. Και δεν ξέρω πολλές εφημερίδες, πλην λακεδαιμονίων, που να το κάνουν αυτό.

Οι εφημερίδες μπορεί να είναι καταδικασμένες να πεθάνουν, όπως άλλωστε κάθε τι εφήμερο –το λέει και το όνομά τους. Ο ριζοσπάστης όμως είναι ‘καταδικασμένος’ να συνεχίσει να υπάρχει, ακριβώς γιατί ειναι διαχρονικό κι αναντικατάστατο εργαλείο, η εφημερίδα που ξεφεύγει από αυτόν τον εφήμερο χαρακτήρα και μπορείς να ανατρέξεις στο αρχείο της για κάθε θέμα για να βρεις παλιά ή καινούρια άρθρα, ζωντανά, επίκαιρα κι ενδιαφέροντα –ακόμα κι αν λείπει η πιο ζουμερή περίοδος πριν από το 95’. Και θα συνεχίσει να έχει λόγο ύπαρξης, όσο εξακολουθεί να γράφει (για) αυτά, που δεν πρόκειται να βρεις πουθενά αλλού, πχ το εργατικό ρεπορτάζ από τους χώρους δουλειάς (κι όχι απ’ τους διαύλους του υπουργείου εργασίας).

Θα υπάρχει, όσο υπάρχουμε (καζαντζίδης) κι όσο υπάρχουν σύντροφοι.. που βλέπουν σαν ιεροτελεστία το διάβασμά του, τον μυρίζουν καθώς τον ξεφυλλίζουν –αν και για κάποιο διάστημα είχε το καλύτερο, οικολογικό φύλλο, χωρίς έντονες μυρωδιές- πριν τον διπλώσουν ευλαβικά στα τέσσερα, για να χωρέσει κλασικά στην κωλότσεπη του παντελονιού. Και όσο θα υπάρχουν παππούδες σύντροφοι που αναζητούν κάθε πρωί τον καθημερινό τους σύντροφο, τον περιμένουν στην πόρτα σε κάθε εξόρμηση, βάζουν τους άλλους να τους τον διαβάζουν, όταν αδυνατίζει η όρασή τους, και δακρύζουν από χαρά και συγκίνηση, όταν θα τους τον φέρουν μετά από καιρό, πχ στο εξωτερικό.


Εξαρτημένα αντανακλαστικά και θρησκοληψίες, μπορεί να σκεφτεί κάποιος. Θα ήταν τέτοια όμως, αν έβλεπαν απλά τον τίτλο και ένα σφυροδρέπανο, χωρίς να τους νοιάζει το περιεχόμενο, χωρίς να έχουν άποψη για όσα γράφει, όπως οι εγκλωβισμένοι αναγνώστες-ψηφοφόροι, που δεν μπορούν να αλλάξουν συνήθειες/κόμμα/εφημερίδα. Αλλά ο ρίζος δεν είναι συνήθεια, ούτε έχει συνηθισμένους αναγνώστες. Δεν είναι καψούρα, αλλά μια συντροφική σχέση που δοκιμάζεται κι επιβεβαιώνεται κάθε μέρα. Γιατί η σχέση των κομμουνιστών με την εφημερίδα τους είναι ιδιαίτερη· σχεδόν ερωτική..