Πέμπτη, 24 Απριλίου 2014

Εκατό χρόνια μοναξιάς

Θα ‘χεις ακούσει πιθανότατα σφε αναγνώστη να μιλάνε κάποια φορά σε αθλητικές εκπομπές για τον πρωτοπόρο του βαθμολογικού πίνακα και τη μοναξιά της κορυφής –λατρεμένο δημοσιογραφικό κλισέ. Κατ’ αναλογία στο κίνημα υπάρχει η μοναξιά του οργανωμένου πιονέρου (δηλ πρωτοπόρου). Με τις αυτόκλητες πρωτοπορίες του εξωκοινοβουλίου, που σεχταρίζουν ενωτικά και μπορεί να μη συγκινούν ευρύτερες εργατικές μάζες, αλλά στη φαντασία τους οδηγούν το κίνημα από κορυφή σε κορυφή (χωρίς τη μοναξιά της) και από μικρή νίκη στο σήμερα σε μικρή νίκη στο σήμερα –και ακόμα μικρότερες αύριο. Και με τους συντρόφους, που –αν και «σεχταρισταί»- οργανώνουν τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις και νιώθουν μοναξιά μέσα στο πλήθος, ψάχνοντας απεγνωσμένα να βρουν κι άλλους που να ‘χουν παρόμοιο τρόπο σκέψης, για να ταιριάξουν και να επικοινωνήσουν. Κάτι σαν εμφιαλωμένα μηνύματα μεσοπέλαγα, που αναζητούν ανταπόκριση.


Κι επειδή ναι μεν δεν τελούμε ακόμα υπό εξαφάνιση, παρά τις φρούδες ελπίδες και τις άοκνες προσπάθειες του (μικρο)αστικού κόσμου, αλλά παραμένουνε σαφής μειοψηφία, θα δεις πολλές φορές του συντρόφους να ενώνουν τις πολιτικές τους μοναξιές και να κλείνονται στις μεταξύ τους παρέες για να αναπαράγουν το είδος μας. Κι ας είναι αυτό ακριβώς που το απειλεί τελικά με εξαφάνιση, εφόσον δεν ανοιγόμαστε στο λαό και τη βασική πηγή της δύναμής μας, όπως ήταν η γη για τον ανταίο.

Οι οργανωμένες πρωτοπορίες τείνουν να τραβάνε μπροστά μόνες τους και να αποκόπτονται ενίοτε στο μικρόκοσμό τους, μακριά από τον πραγματικό κόσμο και τα προβλήματά του· σαν μπαλόνια ασυγκράτητα, που λύνονται και τραβάν μόνα τους για την έφοδο στον ουρανό, χωρίς καμία γείωση στην πραγματικότητα. Κι όταν σκάσει τελικά η φούσκα, η πτώση γίνεται οδυνηρή, τόσο πιο επώδυνη, όσο μεγαλύτερη είναι η αφαίρεση κι η ονειροπόληση.

Μόλις εμφανιστεί όμως ένας κομμουνιστής σε μαζικό χώρο, αυτοί που περιχαρακώνονται είναι οι πολιτικοί του αντίπαλοι, που βγάζουν νύχια και παίρνουν τα κατάλληλα μέτρα, για να πετύχουν να τον απομονώσουν και να εκμηδενίσουν την επιρροή του στους άλλους. Οι σύντροφοι φυσικά δεν είναι τίποτα φτωχοί και μόνοι καουμπόηδες, που θα νικήσουν τους κακούς από μόνοι τους, χωρίς μαζικότητα, με τη βοήθεια της ντόλης και του ιππικού. Αλλά μια ερυθρόδερμη φυλή στο στόχαστρο της άγριας καπιταλιστικής δύσης –όπως έγραφε κι ένας παλιός red blogger- που οφείλει να μείνει ενωμένη και συσπειρωμένη, για να επιβιώσει. Και μαζικοποιείται με σκληρή δουλειά μυρμηγκιού, πόρτα-πόρτα, φωλιά τη φωλιά και κυψέλη την κυψέλη, αλλά όταν έρθει η κρίσιμη ώρα, οι μάζες θα σπεύσουν μόνες τους να τη βρουν και να στελεχώσουν τις γραμμές της.
Κανείς μόνος του στη δύση, όπως θα ‘λεγε και το σύνθημα του πάλαι ποτέ ερυθρόδερμου κκ ηπα.

Το 68’ η νέα αριστερά μίλησε για το μονοδιάστατο άνθρωπο –που συμπεριλαμβάνει το μέσο προλετάριο- και για τη μοναξιά που απασχολεί κι αυτή εκτός από τον ιμπεριαλισμό τη συνείδησή μας. Ξεχνάν ίσως πως η βαθύτερη αιτία της αλλοτρίωσης βρίσκεται στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος κι ότι η μοναξιά προκαλείται, σε τελική ανάλυση, από την κυριαρχία των μονοπωλίων –κι ετυμολογικά δηλ να το δει κανείς.

Τι έχει μείνει σήμερα από όλα αυτά; Κάποια φτηνά διαδικτυακά υποκατάστατα ανθρώπινης συντροφιάς και συλλογικότητας, καθώς και μερικά φαιδρά σκηνικά. Πώς να μην πάρει στην πλάκα πχ ένα νέο που τρέχει στην πλάκα και τα στενά της, φωνάζοντας το σκύλο του «μοναξιά», σε μια ταινία που θέλει να μας δείξει πόσο έχει χτυπήσει η κρίση κάτι ευαίσθητες καλλιτεχνικές ψυχές, με απλά, καθημερινά διώροφα σπιτάκια, κάτω από την ακρόπολη; Και χώνει μέσα και λίγο μίσσιο, για να φανεί πόσο ψαγμένος και προβληματισμένος είναι ο παπακαλιάτης.

Η ίδια μοναχική αριστερά (με το λεωνίδα και τους τριακόσιους, που τώρα όμως δεν προλαβαίνει να δίνει πολιτικό άσυλο σε πασόκους πρόσφυγες, για τη νέα κυβερνητικό έφοδο) που κάποτε έβαζε (δια των ιστορικών της αντιπροσώπων) το σύνθημα «σοβιέτ χωρίς μπολσεβίκους», βάζει στο στόχαστρο της κριτικής της  το σοβιετικό μονοκομματισμό και την οικοδόμηση του υπαρκτού «σε μία μόνο χώρα», θεωρώντας εν τέλει θετική εξέλιξη την πτώση του –αν ποτέ υπήρξε- και την ορφάνια των λαών από τη σοσιαλιστική μητέρα πατρίδα. Γιατί το πισωγύρισμα αυτό μας δίνει χώρο να πάρουμε φόρα για ένα νέο ξεκίνημα προς το χαμένο σοσιαλιστικό ιδανικό, που γλιστράει σαν άμμος μέσα από τα χέρια μας.
Πιο καλή η μοναξιά, από σένα που δε φτάνω, μια σε βρίσκω, μια σε χάνω

Λες και ήταν λάθος των σοβιετικών που τράβηξαν μπροστά μόνοι τους, χωρίς να ακολουθήσουν κι άλλες νικηφόρες επαναστάσεις σε ανεπτυγμένες χώρες κι έτσι έζησαν ‘πίσω από το παραπέτασμα’ το δικό τους αιώνα μοναξιάς, που δεν κράτησε ακριβώς εκατό χρόνια βέβαια, αλλά ήταν ο σύντομος εικοστός αιώνας, όπως τον ορίζει ο χόμπσμπάουμ στην «εποχή των άκρων» -καμία σχέση με την ομώνυμη θεωρία- από το 1917 ως το 91’. Και τώρα μας άφησε αυτή μόνους και βιώνουμε τις συνέπειες της αντεπανάστασης.
Μοναξιά μου όλα, μοναξιά μου τίποτα.

Κάποιοι θεωρούν κακόβουλα τους κομμουνιστές συντηρητικούς καλόγερους, κολλημένους σε βυζαντινολογίες και ‘κονίσματα, που δε θέλουν καμία πολιτική συνεργασία και προτιμούν να μείνουν μοναχοί στο μοναστήρι του κόμματος. Ξεχνάν βέβαια πως την καλογερική την προτίμησαν και την ασκούν, όσοι πήγαν σπίτι τους απογοητευμένοι και ιδιώτευσαν· όχι όσοι συνεχίζουν από το μετερίζι της οργανωμένης πάλης.

Το κόμμα δεν είναι ούτε μόνο του, ούτε μονή. Απαιτεί όμως αφοσίωση κι αφιέρωση πολύ χρόνου από τα οργανωμένα μέλη του. μια σχέση δύσκολη, μοναδική, που έχει πάντα προτεραιότητα, προκαλώντας ακόμα και ζήλια κάποιες φορές σε σφους και σφισσες μη πολιτικής φύσης, που δεν είναι εύκολο να την καταλάβουν: ποια είναι αυτή η κόβα; Και τι παραπάνω έχει αυτή από μένα;

Και αν κάποιοι δεν μπόρεσαν να κρατήσουν αυτή την απαιτητική σχέση και να αντέξουν σε αυτούς τους ρυθμούς, ή ακόμα χειρότερα λύγισαν και πέρασαν στην αντίπερα ταξική όχθη, ε τι να γίνει… το μοναστήρι να ‘ναι καλά και μοναχούς βρίσκουμε




Υγ: Στη μνήμη του συγγραφέα γκαμπριέλ γκαρσία μάρκες

Τρίτη, 22 Απριλίου 2014

Ο μαγικός υπόκοσμος του ποδοσφαίρου

Χτες αναλύσαμε το αξιακό τρίπτυχο της χούντας των συνταγματαρχών, αφήσαμε όμως απέξω το σύγχρονο όπιο του ποδοσφαίρου, που αντικατέστησε σταδιακά το θρησκευτικό, έχοντας πάντως και αυτό ιδιαίτερη θέση κατά τη διάρκεια της επταετίας. Τόση μπάλα (και μπάτσους) από την χούντα είχαμε να δούμε, λέει ένα σύνθημα των αναρχικών στους τοίχους, που αναφέρεται μεταξύ άλλων στη μυθική πορεία του παο στο χ-ου(ντ)έμπλεϊ και τον αστικό μύθο (;) για τη δωροδοκία των παικτών του ρεβιζιονιστικού ερυθρού αστέρα στον επαναληπτικό της λεωφόρου.

Στη σημερινή ελλάδα, που τη δονεί χωρίς να την ενώνει, η θέα της στρογγυλής θεάς, το πολιτικό σκηνικό εξελίσσεται κατ’ εικόνα κι ομοίωση της (ούνα φάτσα ούνα ράτσα) γειτονικής ιταλίας. Ο μαρινάκης είναι ο εκκολαπτόμενος έλληνας μπερλουσκόνι –εκεί δηλ που είχε αποτύχει ο βγενόπουλος με τον παο, ελέω μαρφίν· χάσαμε στο τσακ την υποψηφιότητα του λαζόπουλου με το σύριζα, δίκην νέου πέπε γκρίλο· και μένει να πειστεί τώρα η τζούλια αλεξανδράτου να κατέβει στον πολιτικό στίβο, για να καλύψει το κενό της τσιτσιολίνας αλά γκρέκα –κάτι που ‘χε προσπαθήσει κι η βάνα μπάρμπα με το λαος.

Προς το παρόν ευοδώθηκε μόνο το πρώτο σκέλος του σεναρίου, με την υποψηφιότητα μώραλη στο δήμο πειραιά να έχει όλα τα φόντα να διοικήσει την πόλη με μεθόδους ναπολιτάνικης μαφίας, για να παραμείνει ο παραλληλισμός μας σε ιταλικό έδαφος. Κι ο εκφρασμένος στόχος –δια στόματος του λαγού της χρυσής αυγής, σε ρόλο λαγού της κυβέρνησης, ερυθροπράσινοι λαγοί οε-οε-οε...- είναι να καθαρίσει η ζώνη, το λιμάνι, ο πειραιάς ευρύτερα από «τους λακέδες του παμε» και γενικώς κάθε εργατική αντίσταση. Όλα για τους ευεργέτες εφοπλιστές, που ο ύψιστος να μς κόβει ανάσες και να τους δίνει ούριο άνεμο για τα σαπάκια τους.

Βέβαια, αν αυτό το λέει ένας χρυσαυγίτης, πολύς κόσμος θα αντιδράσει και θα ξεσηκωθεί. Αν όμως το επιβάλλει στην πράξη –χωρίς να το λέει απαραίτητα και δημόσια- ο ιδιωτικός στρατός του προέδρου (ένας είναι ο πρόεδρος), μπορεί να γίνει χωρίς να ανοίξει ρουθούνι και προπαντός κανένα στόμα –παρά μόνο τα αγύριστα κεφάλια ορισμένων κομμουνιστών, που πάνε γυρεύοντας. Άσε που προωθούμε και τη σύμπραξη δημοσίου κι ιδιωτικού τομέα (σδιτ) ως πρότυπο αναπτυξιακό μοντέλο.

Το κατάπτυστο ‘no política’ των οργανωμένων συνδέσμων του ολυμπιακού για τη δολοφονία του παύλου φύσσα, είναι καθαρά πολιτική στάση, όπως και κάθε μορφή απολιτίκ άλλωστε, και αυτό δεν αλλάζει, ούτε μετριάζεται, αν το πούμε σε άλλη γλώσσα, για να φαίνεται πιο ψαγμένο. Το πόσο αντιδραστική είναι αυτή η στάση, θα έχουμε πιθανότατα την ευκαιρία να το δούμε από πρώτο χέρι το επόμενο διάστημα και στις εκλογές του μαΐου.

Αν πάντως ο μαρινάκης ήταν το ρόδι (το ρο με βήτα) που έπεσε κάτω από τη ροδιά του εφοπλιστή πατέρα του, που ήταν φίλος του (πρόσφατα εκλιπόντα και παλιού προέδρου του ολυμπιακού) νταϊφά, δεν μπορεί να πει κανείς (ακριβώς) το ίδιο για τη στήριξη του πέτρου κόκκαλη, που ντροπιάζει το όνομα του κομμουνιστή παππού του. Αυτοί είναι οι καλύτεροι όμως, από τη σκοπιά του συστήματος, γιατί όταν έχεις ξεπουλήσει ένα τέτοιο βαρύ ιστορικό φορτίο και όνομα, είσαι ο πλέον αδίστακτος κι ικανός για όλα –πόσο μάλλον αν κουβαλάς μαζί σου και την (πρωτοπόρα για την εποχή της) τεχνογνωσία της λδγ στις τηλεπικοινωνίες.

Το σκηνικό συμπληρώνεται: με το μικρό συνονόματο αδερφάκι του ολυμπιακού στο βόλο και την υποψηφιότητα του αγωνιστή της δημοκρατίας αχιλλέα μπέου –που το κατεστημένο τον είχε κλείσει προσωρινά και φυλακή. Με τον άρη (όχι θεσσαλονίκης, ούτε το βελουχιώτη) να ανακοινώνει τη μεταγραφή του κριστόφ βαζέχα στο ψηφοδέλτιό του, για να πάρει ψήφους από τον καμίνη και την καυτή πατάτα του γηπέδου της λεωφόρου. {Έχω την υποψία μάλιστα ότι ο κύριος λόγος που δεν τον είπαμε εξ αρχής βαρτζίχα, όπως είναι το κανονικό του όνομα δηλ, είναι για να παραπέμπει συνειρμικά στο «βαζέλα» και τον βαλέσα}. Με το ζαγοράκη στο ευρωψηφοδέλτιο της νδ να έχει μπροστά του μια προεκλογική περίοδο για να μάθει να μιλάει στρωτά ελληνικά –κι όπως γράφουν κάποιοι στο τουίτερ, μπορεί να πάρει συμβουλές και μαθήματα από το γιάννη ιωαννίδη και το γιώργο ανατολάκη.

Ο σύριζα δεν μπόρεσε να κάνει ρελάνς με τον πιστό στρατιώτη κωφίδη, αλλά έχει τη δούρου να ανασκευάζει τις δηλώσεις της για το γήπεδο της νέας φιλαδέλφειας, προκειμένου να μην έρθει σε σύγκρουση με το μελισσανίδη (που έχει και το πεσκέσι του οπαπ από το σαμαρά) και να μην χρεωθεί το εκλογικό κόστος στην περιφέρεια της αττικής. Ενώ μαζί μας κατεβαίνει στο ευρωψηφοδέλτιο ο παλιός διαιτητής νικάκης, που είναι μόνιμος υποψήφιός μας στην αιτωλοακαρνανία. Βέβαια τους διαιτητές κανείς δεν τους συμπαθεί συνήθως, αλλά κι εμείς ως κόμμα ποτέ δεν κάνουμε επιλογές με ιδιαίτερη επικοινωνιακή λογική.

Όπως είχαμε σημειώσει σε μια πρόσφατη ανάρτηση, ο καμί έλεγε πως το ποδόσφαιρο είναι αυτό που του έχει διδάξει ό,τι γνώριζε περί ηθικής. Εάν αναλογιστούμε όμως τη δήλωση του μαρινάκη «σήμερα διδάξαμε ήθος», μετά από ένα επεισοδιακό ντέρμπι αιωνίων και όσα έγιναν την περασμένη εβδομάδα στον όμορφο ηθικό κι αγγελικά πλασμένο κόσμο του ελληνικού πρωταθλήματος, θα δούμε πως το σύγχρονο επαγγελματικό ποδόσφαιρο μπορεί μόνο να μας διδάξει τα πάντα περί λαμογιάς κι ανηθικότητας.

Ο 2310 ανέλυε πρόσφατα σε ένα κείμενο την ειδοποιό διαφορά (ντεμέκ) των συνδεσμιτών του παοκ από του ολυμπιακού, αλλά ατύχησε να το γράψει λίγες ώρες πριν από τον πρόσφατο ημιτελικό της ντροπής. Και δεν το λέω τόσο για τις ψαροκασέλες, οι οποίες είχαν έως και πλάκα μπορεί να πει κανείς, όπως και το σύνθημα στον τοίχο του σχολείου απέναντι από την τούμπα, που λέει: έξω οι οικογένειες από τα γήπεδα.

Την περασμένη τετάρτη είχε κανείς την εντύπωση πως βλέπει δύο πανομοιότυπες ομάδες, δύο ολυμπιακούς μες στο γήπεδο. Παοκάρα είμαι χάλια, βλέπω έναν έφηβο με δυο κεφάλια. Ο παοκ επιχείρησε να νικήσει (και τα κατάφερε) με στρατηγική «πηδώ και δέρνω» και να αποδείξει ότι μπορεί να γίνει ο επόμενος ολυμπιακός ή πιο ολυμπιακός από την ομάδα του πειραιά. Κι αυτό επικροτήθηκε –στη βάση του τελικού αποτελέσματος- από παίκτες, προπονητή, τον τοπικό τύπο και τον πρόεδρο –που δίδαξε.. ηθική αυτουργία. Και δυστυχώς και από την κερκίδα που πανηγύριζε την πρόκριση.

Η βασική ιδέα είναι παρμένη από τους ιππείς του αριστοφάνη, όπου δύο στρατηγοί (δημοσθένης και νικίας) αποφαίνονται πως ο μόνος που θα μπορούσε να διώξει τον κεκράκτη κλέωνα από την ηγεσία της πόλης είναι ένας αντίπαλος ακόμα πιο βδελυρός, διεφθαρμένος και τιποτένιος. Και τον βρίσκουν στο πρόσωπο ενός αλλαντοπώλη, του αγοράκριτου. Στη διασκευή του έργου σε κόμικ, το δίδυμο αποστολίδη-ακοκαλίδη κάνει μια καυστική σάτιρα της δικομματικής πόλωσης της δεκαετίας με τις βάτες, που παραμένει επίκαιρη μέχρι σήμερα –αλλά αυτό απαιτεί ειδική ανάλυση σε ξεχωριστή ανάρτηση.

Σήμερα όλοι οι οπαδοί ψάχνουν το δικό τους αγοράκριτο, για να εκτοπίσουν με κάθε μέσο τον ολυμπιακό του μαρινάκη από την κορυφή και να πάρει τη θέση του η ομάδα τους. Το πρωτάθλημα γίνεται σκακιέρα συμφερόντων κι ανταγωνισμών, σα μια ουκρανία σε μικρογραφία. Αλλά ο μέσος οπαδός δεν έχει καν αισθητικό κριτήριο –πόσο μάλλον ταξικό και πολιτικό- για να προστατέψει την καψούρα του, αυτό που αγαπά και του δίνει διέξοδο, και να τα βάλει με όσους το εκφυλίζουν και το καταστρέφουν.

Ούτως ή άλλως αν ζεις στην τούμπα πχ και πέφτεις κάθε τόσο πάνω στα λεφούσια των εξαρτημένων οπαδών με τις φανέλες των βυζαντινών, το χαμένο, αδειανό βλέμμα και τη φασίζουσα νοοτροπία, δεν περιμένεις κάτι δραματικά καλύτερο από αυτό. Γιατί είναι φασίζουσα νοοτροπία το «η ομάδα πάνω απ’ όλα» και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού. Το εκπληκτικό είναι πως πολλοί είχαν σπεύσει να χαιρετίσουν από τη δική μας σκοπιά, ως ελπιδοφόρα την κόντρα ανακοινώσεων των οργανωμένων οπαδών του παοκ με την χρυσή αυγή. Δεν χρειάζεται όμως να είσαι χρυσαυγίτης για να είσαι και εσύ φασιστόμουτρο. Κι αυτό προφανώς δεν το λέω μόνο για τους παοκτζήδες –αυτούς απλά τους βλέπω στη γειτονιά μου, πιο συχνά από τους άλλους.

Είναι μεγάλη κουβέντα βέβαια τι παρέμβαση θα μπορούσαμε πιθανόν να έχουμε εμείς στο... «συνδεσμικό-οπαδικό κίνημα». Το πιο τραγικό πάντως δεν είναι ότι ο οπαδός παθιάζεται με το ποδοσφαιρικό όπιο, που είναι η καρδιά ενός άσπλαχνου κόσμου, για να θυμηθούμε ολόκληρο το τσιτάτο του μαρξ για τη θρησκεία, κι αποκούμπι για πολλούς στην κοιλάδα των δακρύων. Ούτε καν ότι παθιάζεται με ένα τόσο χάλια πρωτάθλημα σαν το ελληνικό. Το πιο τραγικό είναι ότι ψηφίζει κιόλας τους πρωταγωνιστές του, που κατεβαίνουν υποψήφιοι, αντί να τους μαυρίσει κι αυτούς, για να ‘ναι ασορτί με τη μαυρίλα του ποδοσφαιρικού σκηνικού ή έστω με τα χρώματα της ομάδας του –εφόσον μιλάμε για παοκτζήδες- και να τους κάνει να το σκεφτούν δυο και τρεις φορές πριν πάρουν την απόφαση να σκεπάσουν με τη λάμψη τους το μαύρο μπλοκ της κυβέρνηση.


Ή για να κοκκινίσει η κάλπη –εφόσον μιλάμε για ολυμπιακούς- όχι από το συνδυασμό του μώραλη, αλλά με κόκκινα ταξικά ψηφοδέλτια. Γιατί στον πειραιά η ελπίδα γράφεται με κόκκινο και τη λένε παντελάκη. Το άλλο κόκκινο, εκείνο με τους μπλε και πράσινους κόκκους, δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια πολύχρωμη απόχρωση του μαύρου.

Δευτέρα, 21 Απριλίου 2014

Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια

Αν πάμε να αναλύσουμε, λόγω της ημέρας, το κλασικό τρίπτυχο της εθνοσωτήριας επετείου, μπορούμε να δούμε πολλά επίπεδα προσέγγισης. Μπορούμε να σταθούμε πχ στην υποκρισία των δοσίλογων που υμνούν και καπηλεύονται την πατρίδα, των οικογενειαρχών που τσιλιμπουρδίζουν με ερωμένες και των θρήσκων που έχουν μόνο θεό τους το χρήμα. Μπορούμε επίσης να πιάσουμε το ζήτημα ιστορικά και να εξετάσουμε την ιδεολογική χρήση του συνθήματος από την χούντα των συνταγματαρχών. Πέρα όμως από την αυτονόητη καταδίκη του, στην οποία πολλοί θα σπεύσουν να συμφωνήσουν, πρέπει να δούμε τους όρους υπέρβασης του κάθε μέρους της.. αγίας τριάδας της επταετίας. Γιατί θεωρητικά, για το σοσιαλισμό αγωνιζόμαστε όλοι, που λέει και ο «σύντροφος γιάννος», αλλά είναι θέμα πώς το εννοούμε αυτό και πώς το αντιλαμβανόμαστε στην πράξη. Και γιατί η αστική εξουσία δε θωρακίζεται μόνο με την υιοθέτηση και την προώθηση του συνθήματος, αλλά και με την επιφανειακή αντίθεση στην τριλογία αυτή, που εξαντλεί - τον ελεγχόμενο προοδευτισμό της σε ένα ρηχό αντί και μας δίνει «αναρχικούς» του γλυκού νερού και «αριστερούς» τύπου δημαρ.

Τι είναι λοιπόν η πατρίδα μας; Μην είναι οι κάμποι, τα βουνά, τα άγρια λαγκάδια; Μην είναι οι εθνικές ομάδες και το έθνος των εργαζομένων; Η εθνική μας οικονομία κι αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό; Κράτος, τράπεζες, σώματα ασφαλείας, η δέλτα της γειτονιάς; Ο πατριωτισμός είναι ντροπαλός εθνικισμός, που δίνει πάτημα στους νεοναζί ή ο φασισμός θεριεύει αξιοποιώντας το κενό που αφήνουμε και τον κόσμο που του χαρίζουμε; Μπορεί να γίνει κρίκος στις εργατικές συνειδήσεις η εθνική κυριαρχία κι ανεξαρτησία; Ή μήπως αυτό θολώνει την ταξική ανεξαρτησία, υπονομεύοντας το στρατηγικό στόχο και την αυτόνομη πολιτική έκφραση της εργατικής τάξης; Πώς προσεγγίζουμε το μεγάλο πατριωτικό πόλεμο των σοβιετικών ενάντια στους φασίστες; Τις ελληνικές σημαίες στις συγκεντρώσεις μας, το εθνικό ζήτημα στην εποχή μας; Τη θέση για τους δύο πυλώνες (πατρίδα και τάξη) στους οποίους πρέπει να πατάει γερά το κίνημα, αν δε θέλει να χωλαίνει;

Εάν συνδέουμε την τάξη με τον αντικαπιταλιστικό αγώνα ενάντια στους εκμεταλλευτές και τους διεθνείς διακρατικούς οργανισμούς με το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο, δε νοείται αντικαπιταλισμός χωρίς αντιιμπεριαλιστική πάλη, ούτε αντιστρόφως ένας γενικός κι αφηρημένος αντιιμπεριαλισμός, που να βγάζει έξω από το κάδρο την εγχώρια αστική τάξη. Ο γκεβάρα υπέγραφε –σε διαφορετικές συνθήκες βέβαια, που ωστόσο δεν ήταν.. κατοχή- στο τέλος κάθε επιστολής με το σύνθημα «πατρίδα ή θάνατος» στο όνομα όμως μιας σοσιαλιστικής πατρίδας, που δεν ήταν καν η δική του. Κι ο άρης βελουχιώτης τόνιζε στο λόγο του στη λαμία την ταξική διάσταση του απελευθερωτικού αγώνα και της πατρίδας πως το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα και εθνικούς δεσμούς, ενώ ο λαός είναι δεμένος με κάθε πεζούλι και ρεματιά αυτού του τόπου.

Αυτό που άρχισα να καταλαβαίνω προσωπικά με τον καιρό είναι πως ο διεθνισμός διαφέρει ουσιαστικά από τον (αστικό) κοσμοπολιτισμό, γιατί δε θέλει να καταργήσει τις εθνότητες και τους λαούς, αλλά τα σύνορα που τους διαχωρίζουν τεχνητά και τους εμποδίζουν να έρθουν σε επαφή και να αλληλεπιδράσουν. Το προλεταριάτο έρχεται ως άρνηση του κεφαλαίου και της αστικής τάξης –που δεν έχει πατρίδα- όχι όμως κατ’ εικόνα κι ομοίωσή της. Οι προλετάριοι δεν έχουν (μία μόνο) πατρίδα, αλλά πολλές, όπου γης και πατρίς. Είναι πολίτες του κόσμου, γιατί αγαπάν κάθε γωνιά του πλανήτη και όλους τους λαούς του, σαν το δικό τους. δεν μπορείς να είσαι πραγματικός διεθνιστής, αν δεν αγαπάς το δικό σου λαό, ούτε να προχωρήσεις ποτέ –χωρίς αυτόν- σε κάποια επανάσταση. Ο πολιτισμός και η ιδιοσυγκρασία κάθε λαού αναπτύσσεται κι εξελίσσεται διαλεκτικά στον χρόνο και έρχεται να συνεισφέρει το δικό του λιθαράκι στο συλλογικό πανανθρώπινο πλούτο, που ‘ναι το αλάτι της γης.

Το ίδιο ακριβώς ζητούμενο παραμένει και για το θεσμό της οικογένειας. Ο σκοπός δηλ είναι να λειτουργήσει ως προθάλαμος για την ένταξη στο κοινωνικό σύνολο κι όχι ως φράχτης που οριοθετεί, καλλιεργώντας στην καλύτερη περίπτωση το συλλογικό εγωισμό: εμείς σε διάκριση κι αντιπαράθεση με τους άλλους. Η υπέρβαση του στενού, ατομικού συμφέροντος, περνάει μέσα και από τις εμπειρίες και τη διαπαιδαγώγηση του καθενός στην οικογένεια. Αν μεγαλώσουμε σε ένα άσχημο, οικογενειακό περιβάλλον, χωρίς θαλπωρή και αγάπη, μεταφέρουμε αυτό το έλλειμμα ως αρνητικό φορτίο σε όλες τις διαπροσωπικές μας σχέσεις και δυσκολευόμαστε να ενταχθούμε ομαλά σε ένα σύνολο. Ο σκοπός είναι να υπάρχει συναισθηματική πληρότητα που να μας γεμίζει και να επιδρά θετικά πάνω μας, ώστε να αρχίσουμε να βλέπουμε κι όλους τους άλλους γύρω μας ως δικούς μας: δικά μας αδέρφια, παιδιά, γονείς. Οι ‘άλλοι’ δεν είναι όριο ή η κόλασή μας, αλλά προέκταση και συμπλήρωμά μας.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά; Στις σημερινές συνθήκες, η οικογένεια δεν αποτελεί ιερό θεσμό, αλλά είναι ‘ιερό καθήκον’ για το κίνημα να προστατέψει τη μητρότητα, τη θέση της γυναίκας, το ουσιαστικό δικαίωμα ενός ζευγαριού να ανοίξει δικό του σπίτι και οικογένεια. Στην κοινωνία του μέλλοντος μπορεί το κλασικό σχήμα κι η μορφή της οικογένειας να μετασχηματιστεί ριζικά. Το βασικό όμως είναι η αντιμετώπιση του υποδουλωτικού χαρακτήρα του ατομικού νοικοκυριού, η κρατική μέριμνα για τις χαμαλοδουλειές, η ενεργός ανάμειξη της κοινωνίας στην ανατροφή των παιδιών. Το ζήτημα είναι να υπάρχει συλλογική φροντίδα για κάθε παιδί και πολλά πρότυπα που θα εμπλουτίσουνε τις παραστάσεις του, να έχει δηλ πολλούς ‘γονείς’ κι όχι κανέναν –όπως συμβαίνει συχνά στο σύγχρονο αστικό κόσμο, όπου βλέπει τους δικούς σπάνια έως ποτέ κι η διαμόρφωση της προσωπικότητάς του μοιάζει να έχει πολλές φορές τυχαίο κι άναρχο χαρακτήρα, όπως δηλ η καπιταλιστική παραγωγή.

Συνοψίζοντας για τις δύο παραπάνω έννοιες, ας σημειώσουμε παρενθετικά τη συμπύκνωσή τους στον όρο της μαμάς πατρίδας, που αναφέρεται ταυτόχρονα στη μητέρα αλλά και τα πάτρια και την είχαν αξιοποιήσει ιδανικά οι σοβιετικοί ως ‘χρήσιμο ιδεολογικό μύθο- στα χρόνια του πατερούλη και του μεγάλου πατριωτικού πολέμου, εξοργίζοντας όχι μόνο τους δηλωμένους αστούς αλλά και διάφορους γλυκανάλατους προοδευτικούς –που σημειώσαμε παραπάνω και- που θεωρούν βασικά συντηρητικό τον υπαρκτό και τους κομμουνιστές εν γένει.

Μας απομένει η θρησκεία ως όπιο του λαού. Το οποίο, όπως και όλα τα ναρκωτικά άλλωστε, μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην ιατρική και ως παυσίπονο, για θεραπευτικούς σκοπούς. Η θρησκεία δηλ δεν είναι μόνο ένα όπιο, που εμπορεύονται τα διάφορα ιερατεία, αλλά και παυσίπονο που το παράγει ως αυταπάτη ο ίδιος ο λαός για την ανακούφισή του από την ‘κοιλάδα των δακρύων’ –όπως μας λέει στη συνέχεια το περίφημο τσιτάτο του κάρολου για τη θρησκεία. Η υπέρβασή του απαιτεί οπωσδήποτε μέτωπο ενάντια στους ναρκέμπορους και τους επιτήδειους που πλουτίζουν εις βάρος των πιστών και τους εκμεταλλεύονται, αλλά δεν μπορεί να στρέφεται ενάντια στους «χρήστες» και τις πεποιθήσεις τους. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να γκρεμίσουμε πρώτα την κοιλάδα των δακρύων, που γεννάει στον κόσμο την ανάγκη για (ολική ή μερική) νάρκωση –θρησκευτικού ή μη τύπου.

Να αφυπνιστεί ο λαός και να πραγματοποιήσει την έφοδο στον ουρανό, για να σταματήσει να αποζητά την επουράνια λύση. Να καθορίζει ο ίδιος τις τύχες του και να είναι κύριος της ζωής του κι όλων των όρων της, για να μην εναποθέτει τις ελπίδες του μοιρολατρικά στα χέρια άλλων σωτήρων ή μιας ανώτερης δύναμης, χωρίς να κινήσει και αυτός τη δική του χείρα. Οι μπολσεβίκοι μας έχουν δώσει παραδείγματα συνδυασμού της μαχητικής αθεΐας με τον απόλυτο σεβασμό των πιστών και των δογμάτων τους. Στην κοινωνία του μέλλοντος η ειδοποιός διαφορά θα είναι ότι κανείς δε θα μαθαίνει παπαγαλία στο σχολείο τη λατρεία ενός θεού, ούτε θα νιώθει την ανάγκη να τον βρει από μόνος του στη ζωή του.

Το βασικό είναι να συνειδητοποιήσουμε πως η υπέρβαση της άνωθεν τριλογίας δε θα ‘ρθει με άνωθεν διατάγματα που θα την καταργήσουν και θα τη βάλουν στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με τα άλλα αστικά κατάλοιπα, αλλά έχει πρωτίστως θετικό περιεχόμενο, με την ωρίμανση παραμέτρων του αντικειμενικού και του υποκειμενικού παράγοντα. Και αυτό αποτελεί μπούσουλα κατά τη γνώμη μου και για άλλα κατάλοιπα της ταξικής προϊστορίας, όπως για παράδειγμα τις εμπορευματικές σχέσεις.

Αλλά αυτά θα τα δούμε κάποια άλλη φορά.

Σάββατο, 19 Απριλίου 2014

Διατροφικός υλισμός κι αριστερισμός

Η βασική παρέκκλιση του δια-ματ, με την έννοια του διατροφικού υλισμού, αυτές τις (φ)άγιες μέρες είναι ο αριστερισμός. Πώς εκδηλώνεται όμως αυτή η αριστερή παρέκκλιση;

Ο αριστερισμός εκδηλώνεται πχ στη σπαραξικάρδια ατάκα της χήρας από την ταινία «η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα»: «δεν το ‘φαγες το αρνί μιχαλάκη μου, αυτό σε έφαγε». Αν και όπως λέει απορημένος στην ασπίδα της αρβέρνης ο οβελίξ: «δεν ήξερα πως μπορεί κανείς να παραφάει».

Κι εντάξει ο οβελίξ έπεσε μικρός στην χύτρα με το μαγικό ζωμό και δικαιολογείται. Αριστερισμός όμως είναι η στάση του αρχηγού μαζεστίξ στην ίδια περιπέτεια, που αγνοώντας τις δραματικές συνέπειες του τελευταίου τσιμπουσιού και ότι η μιμίνα ξόδεψε τα καλύτερα χρόνια της ζωής της με ένα βάρβαρο χοντροαγριογούρουνο, μετατρέπει τη διαδρομή του προς τα ιαματικά λουτρά για τη θεραπεία του σε ένα γαστριμαργικό μαραθώνιο, επενδυμένο –όπως κάθε αριστερισμός άλλωστε- με το καταστάλαγμα της λαϊκής σοφίας και τα τσιτάτα των κλασικών: «η κατάχρηση στη σάλτσα, φέρνει στην υγειά στραπάτσα» (από τον κρυφό τρίτο τόμο της γερμανικής ιδεολογίας), ή «όταν έχεις ορεξούλα, όλα πάνε κατ’ ευχούλα». Μετά όμως νιώθει «λίγο βαρύς παιδιά» και ξαπλώνει κάτω από ένα δέντρο, για να ανακαλύψει το νόμο της βαρύτητας του συκωτιού, με ένα φύλλο (συκής) που πέφτει στο στομάχι του, ξεσκεπάζοντας τον πόνο και την αδυναμία του.

Οργανωμένη έκφραση του αριστερισμού, με παντελή απουσία της αίσθησης του μέτρου, είναι πχ κάτι μαζικά τσιμπούσια στα χωριά της θεσσαλίας, από τα μέρη του άβερελ, όπου βρίσκεσαι περικυκλωμένος από θείες και γιαγιάδες εξασκημένες στο «φάε-φάε», που πάντα πιάνει. Κι όπου κάθονται για κάνα μεζέ το πρωί, για να σηκωθούν ξανά κατευθείαν για ύπνο, μια και καλή το βράδυ. Αν δε βρεθούν ξάπλα πιο πριν δηλ να τους κουβαλάν άλλοι, από το πολύ τσίπουρο. Και εδώ χαϊδεύουμε τις παρυφές του πηρήνα του αριστερισμού: το αλκοόλ απ’ όπου κι αν προέρχεται.

Η πιο τυπική μορφή του φαινομένου ωστόσο είναι ο ενθουσιώδης αριστεριστής που χωρίς να το πολυσκεφτεί, θα παραγγείλει (όλο) τον κατάλογο, το κάτι παραπάνω, για τη δόξα και τη γουρουνιά και δε θα φάει ούτε τα μισά. Οπότε ο κλήρος πέφτει στο γενναίο και καλείσαι εσύ σφε αναγνώστη να καθαρίσεις πάλι για αυτόν, να τον καλύψεις πολιτικά –τραβώντας πχ μόνος σου την απεργία- και να πληρώσεις το τίμημα. Αντί για αναγνώριση και ευχαριστίες όμως, θα συγκεντρώσεις τη γενική κατακραυγή και την απαξίωση για τις στρεβλώσεις και τις υπερβολές των διατροφικών νομοτελειών. Ενώ ο πραγματικός υπεύθυνος της κατάστασης, λογίζεται ως οραματιστής, ο ρομαντικός ονειροπόλος που δε δείλιασε στιγμή. Και συνάμα ο πολιτικά λάιτ, με τους λεπτούς τακτικούς χειρισμούς και τη λεπτή περιφέρεια, που είναι πιο ελκυστικός προς τις (θηλυκές) μάζες, μακριά από τα λίπη και τις αρτηριοσκληρώσεις της κομματικής γραφειοκρατίας.

Αριστερισμός είναι τα μεγάλα λόγια κι οι στομφώδεις εξαγγελίες, η πολλή φασαρία για το τίποτα. Γιατί πόσο μπορεί να φάει νομίζεις ένα μικρό κι ευαίσθητο πολιτικά στομαχάκι, που βρυχάται ότι ο τρίτος γύρος θα ‘ναι ο τελικός, ενώ δεν μπορεί να φάει ούτε έναν καλά-καλά; Όσο πιο μικρό είναι όμως ένα στομάχι, τόσο πιο μικροαστικά ανυπόμονο γίνεται, απαιτώντας εδώ και τώρα τη μισή μερίδα που αναλογεί στο «μισή μερίδα άνθρωπο» κύριό του.

Η αποθέωση των πολλών μικρών γευμάτων και των μικρών μπουκιών στο σήμερα, περνάει αμάσητη την κυρίαρχη προπαγάνδα περί σταδιακών μεταρρυθμίσεων και ψευτοβελτιώσεων, που θα ξεγελάσουν την πείνα του λαού με αέρα κοπανιστό και αεροφαγία. Οι μικροαστοί έχουν ίσως ακόμα λίγο λίπος να κάψουνε, αλλά δεν έχουνε συνείδηση, αποθέματα, υπομονή κι εφεδρικό σχέδιο. Και είναι γενικώς ζήτημα ποια τακτική θα αποδειχτεί κατάλληλη στους χαλεπούς καιρούς της κρίσης και ποιοι θα αντέξουν περισσότερο: οι ολιγαρκείς ή οι έχοντες και κατέχοντες λίπος κι αποθέματα, ως επένδυση για το αβέβαιο μέλλον;

Με το λαϊκό στρώμα είχαμε υπολογίσει επιστημονικά κάποτε πως απαιτείται χοντρικά –όνομα και πράγμα- ένα κιλό για κάθε ποσοστιαία μονάδα του χρέους επί του αεπ της χώρας –που τώρα κυμαίνεται σταθερά σε επίπεδα μεγαλύτερα του 150%. Η ουσία όμως είναι πως αυτός που είχε μια περιουσία απογοητεύεται και παραιτείται πιο γρήγορα από κάποιον που δεν είχε ποτέ τίποτα και δεν έχασε και κάτι στην τελική. Η εξαθλίωση που οδηγεί ένα τμήμα του πληθυσμού στη λουμπενοποίηση δεν καθορίζεται μόνο από τους υλικούς όρους, αλλά πρωτίστως στο επίπεδο της (ταξικής) συνείδησης, του ηθικού, της διεκδίκησης και του αγωνιστικού φρονήματος.

Ο αριστερισμός ενεργοποιεί «κατώτερα, ταπεινά ένστικτα» που αντιστοιχούν στα λεγόμενα ‘θανάσιμα αμαρτήματα’ και βασικά στη λαιμαργία –διατροφική και σεξουαλική. Ενεργοποιεί παράλληλα όμως και μηχανισμούς φετιχοποίησης, θεωρώντας πχ πιο σημαντική την εικόνα και τη φωτογράφηση ενός πιάτου από το άδειασμά του, φτάνοντας ενίοτε στα πρόθυρα της διατροφικής πορνογραφίας. Και τα πιάτα παραμένουν απελπιστικά μισοάδεια ή μισογεμάτα –όπως και να το δεις, το ίδιο απελπιστικό είναι- ενώ τα παιδάκια στην αφρική πεινάνε –πήγε όμως ο κανάκης και τους έκανε «κόλλα το» χαρίζοντάς τους στιγμές ευτυχίας.

Όπως γίνεται αντιληπτό, ο αριστερισμός είναι υπεράνω οργανωτικής ένταξης, διαχέεται σε ευρύτερους χώρους και δεν έχει να κάνει με κάποιες απόλυτες τιμές και ποσότητες, αλλά με τη λανθασμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης κατάστασης, την υπερτίμηση των δυνατοτήτων του υποκειμενικού παράγοντα, το αχόρταγο μάτι, που είναι ρεαλιστικό και τα θέλει όλα, τα λιμπίζεται, τα λιγουρεύεται. Στην πραγματικότητα ωστόσο, ο μέσος, τυπικός αριστερισμός καταλήγει στο ακριβώς αντίθετο άκρο των εξαγγελιών του, διαπλάθοντας φουρνιές ολάκερες λιπόσαρκων οδοντογλυφίδων, χορτοφάγων και εναλλακτικών, που έχουν ως βασικό κίνητρο το υγρό στοιχείο, τους χυμούς της ζωής, με άλλα λόγια το αλκοόλ. Και αποτελούν συνήθως την εξαίρεση σε μια σχεδόν παχύσαρκη γενιά, όπου κάθε σύγκριση με τις προηγούμενες μας δίνει εντυπωσιακά αποτελέσματα.

Υπάρχουν βέβαια μερικά ζητήματα πιο ακανθώδη κι από το αγκάθινο στεφάνι του ιησού, όπου είναι δύσκολο να αποφανθούμε και συνήθως προσαρμόζουμε τη θεωρία στην πράξη και σε προειλημμένες αποφάσεις, για να τις δικαιολογήσουμε εκ των υστέρων.

Εγώ πχ ως σαρκοφάγο, που δεν προτιμά ωστόσο τα πασχαλινά αμνοερίφια, εκνευρίζομαι που η περίοδος της νηστείας επηρεάζει άμεσα την κατανάλωση στα γυράδικα –αν και στην τούμπα όχι τόσο. Και δε θεωρώ αριστερισμό αλλά αυτονόητο ότι τις παρασκευές πριν από το πάσχα τρώμε κρέας. Αριστερισμός θα ήταν αν ψήναμε έξω και γεμίζαμε όλη τη γειτονιά τσίκνα, για να προκαλέσουμε ή αν λέγαμε στους πιστούς πως μεγάλες εβδομάδες υπάρχουν μόνο σε μικρά μυαλά. Το εντυπωσιακό πάντως είναι ότι με την κρίση πολύς κόσμος μοιάζει να στρέφεται στα δύο άκρα: είτε έχει δηλ σταθερή παρουσία τη μεγάλη (χάριν συνεννόησης) εβδομάδα στα γυράδικα, γιατί η φτηνή παχυσαρκία είναι η μόνη προσιτή λύση όλο τον χρόνο, είτε επιστρέφει αναγκαστικά στην πατροπαράδοτη νηστεία και τα χρόνια που το κρέας θεωρούνταν και ήταν είδος πολυτελείας.

Οι ίδιοι προβληματισμοί επεκτείνονται και πέραν του διατροφικού ζητήματος. Προσωπικά θεωρώ δεξιά παρέκκλιση στην ψυχολογία της μάζας να πηγαίνει κανείς την ανάσταση στην εκκλησία για 3.. 2.. 1.. και δεύτε λάβετε, εφόσον δεν πιστεύει, για να μην απομονωθεί απλώς από τις μάζες. Ή να συμμετέχει στον επιτάφιο γιατί μοιάζει λέει με πορεία. Κι εδώ δηλ γιατί κανείς δε μιλάει για τις πολλές ξεχωριστές πορείες που παραλύουν την κυκλοφορία και για τον ενοριακό σεχταρισμό εις βάρος της ενότητας;

Στα πλαίσια του εφηβικού μου σεχταρισμού, θυμάμαι πως είχα φτιάξει στο λύκειο με μαρκαδόρο κάτι καρτελάκια που έγραφαν «επίσης» και τα έδινα μετά τις γιορτές σε όποιον συμμαθητή ερχόταν χαρούμενος και με απλωμένο χέρι να κάνει αυτό ακριβώς που ήθελα να αποφύγω: δηλ να ανταλλάξουμε ευχές. Το μόνο πρόβλημα ήταν πως το πάσχα δεν κολλούσε πάντα το ‘επίσης’ γιατί αυτός που θα σου απευθύνει το «χριστός ανέστη», περιμένει θεωρητικά τη δική σου επιβεβαίωση με το «αληθώς». Αν κι εγώ προτιμώ ως πιο ειλικρινή απάντηση το «είναι κι αυτή μια άποψη».


Η ακόμα καλύτερη απάντηση βέβαια θα ήταν να πηγαίνουμε κι εμείς την πρωτομαγιά –που πέφτει πάντα κοντά στο πάσχα- και να λέμε «χρόνια πολλά» σε κάθε εργάτη, για την γιορτή της τάξης μας. Ή να βγάζουμε κόκκινη σημαία στο μπαλκόνι για τη δική μας εθνική εορτή, του έθνους των εργαζομένων. Αριστερισμός του κερατά, θα μου πεις κι ίσως να έχεις δίκιο. Αλλά το βρίσκω απείρως προτιμότερο από το χιλιοειπωμένο κλισέ για την καλή επ-ανάσταση, κάθε λαμπρή. Όχι άλλη επ-ανάσταση ρε συ, ας ρεφορμίσουμε και λίγο και την ξαναπιάνουμε από βδομάδα, δεν τρέχει τίποτα.

Πέμπτη, 17 Απριλίου 2014

Ποιος ασχολείται με το μπάσκετ

Αυτός ήταν ο τίτλος του κειμένου σε ένα παλιό τρίποντο του 91’. Η κε του μπλοκ σήμερα αναδημοσιεύει μια παλιά μπασκετική ιστορία με πολιτικές προεκτάσεις, από το ταξίδι του (ακόμα τότε) πρωταθλητή άρη στη γειτοινική αλβανία για τον προκριματικό γύρο του κυπέλλου πρωταθλητριών. Το ρεπορτάζ υπογράφει ο (κοσμοπολίτης κεντρο-αριστερός από πολιτικής άποψης) νίκος παπαδογιάννης στο 149o τεύχος του περιοδικού με ημερομηνία 17/9/1991.

Για την ιστορία ο άρης είχε νικήσει με 98-79 την τοπική παρτιζάνι, έχοντας πρώτους σκόρερ τον γκάλη στην τελευταία του χρονιά στην ομάδα και τον «ω μπέρι-μπέρι», που έφυγε γρήγορα γιατί δεν τον πλήρωναν, με άξιο συμπαραστάτη τον.. ντίβατς των φτωχών μίροσλαβ πετσάρσκι –ένα κάρφωμα του οποίου κοσμεί και τη φωτογραφία που συνοδεύει το κείμενο. Ο γιαννάκης δεν αγωνίστηκε, συνεχίζοντας την αποχή από τις δραστηριότητες της ομάδας, στα πλαίσια της διεκδίκησης ενός καλύτερου συμβολαίου από τη διοίκηση

Είναι ίσως η πρώτη φορά που βρισκόμαστε σε πλήρη αμηχανία, μπροστά σ’ ένα άδειο χειρόγραφο. Γιατί; Όλη η απάντηση περικλείεται άνετα σε μια και μόνη φράση: Είναι απίθανό, αστείο, ανούσιο, να βρίσκεται κανείς στην Αλβανία και να είναι υποχρεωμένος να ασχοληθεί με μπάσκετ… ΟΚ, γι’ αυτό μ’ έστειλαν εδώ. Για να παρακολουθήσω τον πρώτο αγώνα του Άρη για το εφετινό Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα, να καλύψω κάθε λεπτομέρεια του αγώνα, καθώς και τα παραλειπόμενα του ταξιδιού. Ώστε να δικαιολογείται η ετικέτα «του απεσταλμένου μας». Αλλά, εκεί ακριβώς είναι που υπάρχει το πρόβλημα: στα «παραλειπόμενα του ταξιδιού». Στην αποκάλυψη ενός κόσμου που, πριν τον δούμε, θέλαμε να πιστεύουμε ότι δεν υπάρχει, ότι είναι δημιούργημα των «εχθρών του υπαρκτού σοσιαλισμού».

Έπρεπε να δείτε το βλέμμα του Ουόλτερ Μπέρι όταν τον πλησίασε ένα κοριτσάκι με κομμένο πόδι και του ζητούσε ελεημοσύνη.
Έπρεπε να δείτε την αμηχανία του Παναγιώτη Γιαννάκη όταν κάποιοι ρακένδυτοι Αλβανοί του ζητούσαν να φωτογραφηθεί μαζί τους, με το χαμόγελο του ανθρώπου που νιώθει ευτυχισμένος επειδή, επιτέλους, του δίνουν σημασία.
Έπρεπε να δείτε τα παιδάκια στην πλατεία της Κορυτσάς. Έβαζαν τα δάχτυλα μπροστά στο στόμα και όλοι νομίζαμε ότι μας ζητούσαν τσιγάρο. Αλλά δεν ήθελαν τσιγάρο. Ήθελαν φαγητό.
Έπρεπε να δείτε τα μάτια που γυάλιζαν λίγο μετά τα σύνορα. Να απορήσετε, με την προσπάθεια του αδελφού να προξενέψει την 15χρονη αδελφή του, ώστε να φύγει τουλάχιστον από την χώρα. Να μαυρίσει η ψυχή σας στη θέα ενός 18χρονου που καβάλησε το πούλμαν μας- για τα Τίρανα σε μια απέλπιδα αναζήτηση βίζας.
Έπρεπε ν’ αντικρίσετε τα μάτια των πιτσιρικάδων που άνοιγαν την πόρτα της κουζίνας του ξενοδοχείου και καταβρόχθιζαν τα πάντα με το βλέμμα, ζητιανεύοντας παράλληλα μια «τσίχλα».
Για να μην πάμε μακριά: έπρεπε να δείτε τους παίκτες της Παρτιζάν να αναζητούν, ξυπόλητοι, καταφύγιο μετά τη λήξη του αγώνα. Κάποιος είχε ξεχάσει να ξεκλειδώσει τα αποδυτήριά τους… Και μέσα σ’ όλα, η βεντέτα Γκάζμεντ Τσάτσι, να αναπολεί τη ντόλτσε βίτα των Μεσογειακών: «Υπέροχα περάσαμε τότε», έλεγε…
Έπρεπε να είσασταν εδώ στα Τίρανα, «φορτωμένοι» μ’ ένα δωδεκάωρο ταξίδι στη χειρότερη εθνική οδό της γης, για να καταλάβετε γιατί δεν μπορώ να γράψω μόνο για μπάσκετ…

Ο Άρης έκανε ό,τι μπορούσε για να διεξαχθούν και τα δύο ματς με την Παρτιζάν στη Θεσσαλονίκη και ν’ αποφύγει το ταξίδι στην Αλβανία. Στο φαξ που έστειλε στην Αλβανική Ομοσπονδία, προσφέρονταν να αναλάβει τα έξοδα της τετραήμερης φιλοξενίας και έδινε στην Παρτιζάν όλες τις εισπράξεις του πρώτου αγώνα (ο άλλος αγώνας θα γίνει κεκλεισμένων των θυρών). Η απάντηση όμως ήταν αρνητική.
Όταν οι άνθρωποι του Άρη συνάντησαν τους παράγοντες της Παρτιζάν την Πέμπτη το πρωί και τους ρώτησαν γιατί δε δέχθηκαν την πρόταση, η απάντηση ήταν ένα σοκ: «Ποια πρόταση;» Το φαξ είχε μείνει στα γραφεία της Αλβανικής Ομοσπονδίας! Δεν είχε κοινοποιηθεί ποτέ στην Παρτιζάν! Και οι παράγοντές της, μόνο που δεν έκλαιγαν όταν το έμαθαν!

Γιατί έγινε αυτό; Η απάντηση, δια στόματος μέλους της διοίκησης του Άρη: «Μα, αυτοί κάτι τέτοια περιμένουν για να χαμογελάσει λίγο ο κόσμος, να έχει κάτι ν’ ασχοληθεί». Σωστά. Μόνο που ο κόσμος δεν έχει πια διάθεση να χαμογελάσει. Όταν ο Άρης είχε αντιμετωπίσει πάλι την Παρτιζάν, το 1985, το γήπεδο γέμισε κι έμειναν και 2-3 χιλιάδες κόσμος απ’ έξω. Αυτή τη φορά, υπήρχαν ουκ ολίγα κενά καθίσματα στο όμορφο γυμναστήριο.
Άλλωστε, έπρεπε να πληρώσει κανείς για να μπει στο γήπεδο. Και το εισιτήριο κόστιζε 3 λεκ. Με 5 λεκ, αγοράζει κανείς ένα καρβέλι ψωμί. Και, καλός μεν ο συνδυασμός άρτου και θεαμάτων, αλλά τι να τα κάνει κανείς τα θεάματα, όταν δεν υπάρχει άρτος…

Ο Άρης ετοιμάζεται τώρα να κάνει παρόμοια πρόταση στη Σλασκ Βρότσλαβ, ελπίζοντας ότι η Πολωνική Ομοσπονδία θα σκεφτεί και το συμφέρον της Σλασκ, εκτός από το χαμόγελο του λαού του Βρότσλαβ…
Και μέσα σ’ όλα, στο όλο σοκ που λέγεται Αλβανία, θα πρέπει να βρούμε κέφι και για να ασχοληθούμε με μπάσκετ – αυτό είναι εφικτό μόνο αν πιστεύουμε ότι το άθλημα είναι μια πηγή χαμογέλου γι’ αυτούς τους δυστυχισμένους που μας περιτριγυρίζουν εδώ και οκτώ ώρες. Α, η αλήθεια είναι ότι σ’ έναν επαρχιακό δρόμο, καταμεσής ενός ρημαγμένου αγρού, είδαμε δύο παλιές, ξύλινες μπασκέτες, που μας φάνηκαν ό,τι πιο απίθανο περιμέναμε να δούμε σε μια χώρα βυθισμένη στο δικό της μεσαίωνα. Ελπίζουμε ότι αυτοί που βρήκαν το κουράγιο να τις στήσουν θα πήραν ένα χαμόγελο την Πέμπτη το βράδυ…

Ακόμα και στον… υπουργό Εσωτερικών της Αλβανίας απευθύνθηκαν οι άνθρωποι του Άρη για να φύγουν μια ώρα γρηγορότερα από τη χώρα. Η είδηση ότι τα σύνορα κλείνουν (!) από τις 11 τη νύχτα ως τις 6 το πρωί, πανικόβαλε τους «κίτρινους», αφού θα έπρεπε να ξεκινήσει το πούλμαν τους, όχι αμέσως μετά το ματς, αλλά γύρω στα μεσάνυχτα της Πέμπτης –όπερ και τελικώς εγένετο, αφού η επίσημη παρέμβαση δεν έφερε αποτέλεσμα.
Παρά το αρχικό σχέδιο, η ομάδα δε διανυκτέρευσε στην Οχρίδα, λόγω των ταραχών στην περιοχή του Κοσσυφοπεδίου, ενώ και όλες τους οι μετακινήσεις σε αλβανικό έδαφος έγιναν με αστυνομική συνοδεία, για το φόβο των Ιουδαίων.
Και μόνο τα πιτσιρίκια που στήνουν ενέδρες στους δρόμους και πετάνε… πέτρες στα πούλμαν, αρκούν για να τρομοκρατήσουν τον ανύποπτο ταξιδιώτη.

Υγ: όχι εσύ δηλ ήξερες σφε αναγνώστη ότι το τρίποντο της εποχής αναδημοσίευε από το ρίζο μια μεταφρασμένη από τα ρώσικα συνέντευξη του μάτζικ τζόνσον στην εφημερίδα σαβιέτσκι σπορτ;
Τι λες τώρα...

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

Άκου τι είπαν

Δεν ξέρω σφε αναγνώστη αν έχεις πέσει ποτέ στο ζάπινγκ πάνω σε ένα καινούριο τηλεπαιχνίδι του άλφα, που έχει για όνομα τον τίτλο της ανάρτησης (άκου τι είπαν) και παρουσιαστή το φερεντίνο. Αν είσαι πάντως κάπου κοντά στα τριάντα και πάνω, θα θυμάσαι ίσως ότι είναι μετεξέλιξη της βασικής ιδέας από τις «κόντρες» με το μπονάτσο και το «κόντρα πλακέ» με το σπύρο παπαδόπουλο. Ο μακαρίτης ήταν μάλλον ο καλύτερος παρουσιαστής από τους τρεις. Είχε μείνει κι η ατάκα του «φοβερό, τρομερό, πάρα πολύ ωραίο», σε αντίθεση με κάποιες άλλες πιο άκαιρες, σαν εκείνο το «χάσατε! Δεν έχει καμία σημασία...» -ε ναι, αφού εμείς χάσαμε, τι σημασία να έχει για σένα...

Στο παιχνίδι αυτό δεν ψάχνεις να βρεις τις σωστές, αλλά τις δημοφιλέστερες απαντήσεις που έδωσε ένα δείγμα εκατό ανθρώπων σε μια ερώτηση. Για αυτό και ο φερεντίνος το παρουσιάζει ως το παιχνίδι της κοινής γνώμης. Που μπορεί να μην είναι μια κοινή, μια πόρνη, όπως λέει ο πανούσης, αλλά αποδεικνύει συχνά με τις απαντήσεις που δίνει ότι είναι αήττητη. Και επειδή εδώ δεν υπάρχει gpo και alco να μαγειρέψουν το αποτέλεσμα –και ευτυχώς δεν ανήκουμε στην κατηγορία των μακάριων συμπολιτών μας που πιστεύουν πως μας ψεκάζουνε, κρίνοντας μάλλον εξ ιδίων- αρχίζουμε απλά να βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα το γενικό κριτήριο και τη συνείδηση του κόσμου που καλούμαστε να (μετα)πείσουμε.

Η ανοησία φυσικά δεν αποκλείει το μαγείρεμα –κι αντιστρόφως. Για την ακρίβεια, σχεδόν προϋποθέτουν το ένα το άλλο και διαπλέκονται τόσο στενά, που να μην μπορείς να διαχωρίσεις πού τελειώνει η αιτία και πού ξεκινά το αποτέλεσμα: η κότα έκανε το αυγό, ή η τιβί το σταύρο; Και αν το αυγό του φιδιού το κλωσσάμε εμείς με το φόβο μας, μέχρι να πάψουμε να περιμένουμε το σωτήρα ηγέτη του κοτετσιού και πάρουμε την υπόθεση στα χέρια μας, αποφασισμένοι να συγκρουστούμε και να σπάσουμε αυγά;
Είναι ζήτημα δηλ αν το ποτάμι του θεοδωράκη πχ, που είναι καθαρά μιντιακό προϊόν χωρίς κοινωνικές αναφορές, στηρίζεται αποκλειστικά στην προβολή των μμε ή αν αξιοποιεί μια ήδη υπαρκτή τάση, από την πολύχρονη πολιτική δουλειά των καναλιών. Γιατί αν το απολιτίκ είναι κι αυτό πολιτική στάση (που όντως είναι), τότε κι η συστημική καλλιέργειά του από οθόνης δεν είναι παρά οργανωμένη, πολιτική δουλειά.

Κάνουμε λοιπόν αφαίρεση από όσους τυχόν τρολάρουν  στο δείγμα μας και από το τελικό μαγείρεμα –που  καθορίζει, όπως το δίπολο προσφορά-ζήτηση, τις διακυμάνσεις ενός ποσοστού με βάση τις ανάγκες της συγκυρίας, αλλά δε μας εξηγεί γύρω από ποια βάση κυμαίνονται οι αυξομειώσεις. Και μπαίνουμε σταδιακά στο γεικό πνεύμα των απαντήσεων που διαμορφώνουν τα δημοσκοπικά ευρήματα και τους πίνακες. Και οι οποίες δεν είναι απαραίτητα σωστές, είναι όμως οι πιο δημοφιλείς.

Δε στέκει λογικά για παράδειγμα ότι σκίζοντας, καταγγέλλοντας, πετώντας, κτλ το μνημόνιο, θα παραμείνουμε στην ευρωζώνη, χωρίς να επηρεαστούν κι οι δανειακές συμβάσεις. Είναι όμως ευρύτατα δημοφιλής αυταπάτη, που επιβραβεύει εκ-λογικά (δηλ εκτός λογικής), όσους την καλλιεργούν. Σε αυτή τη βάση μπορούν να παίξουν μετά οι δημο(σ)κόποι, διατυπώνοντας πχ κατάλληλα το κάθε ερώτημα. Σαν εκείνη την αντικειμενική κι αξιόπιστη δημοσκόπηση για λογαριασμό του δολ, αμέσως μετά την 5η μάη, που ρωτούσε τον κόσμο: πιστεύετε ότι η χώρα πρέπει να παραμείνει στο ευρώ ή να βγούμε από την ευρωζώνη με κίνδυνο να καταστραφούμε, κτλ; Ίσως να υπερβάλλω κάπως στη διατύπωση, γιατί τη μεταφέρω από μνήμης. Αλλά η  βασική υπερβολή βρισκόταν στην ουσία και τον αρχικό πυρήνα, όχι στη δική μου μεταφορά.

Μπορούν λοιπόν κι οι εταιρίες δημοσκοπήσεων να δανειστούν το μοντέλο του τηλεπαιχνιδιού και νατο κάνουν ως εξής: ρωτήσαμε εκατό άνεργους (το τονίζουμε άνεργους) να μας πουν: «ποιο είναι κατά τη γνώμη σας το μεγαλύτερο πρόβλημα της χώρας ;» και ψάχνουμε τις επτά δημοφιλέστερες απαντήσεις που είναι κατά σειρά οι εξής:

  1. το υπερτροφικό κράτος κι ότι δεν υπάρχει κράτος
  2. οι δημόσιοι υπάλληλοι και τα ρετιρέ
  3. η έλλειψη εθνικής ομοψυχίας
  4. τα κλειστά επαγγέλματα που δεν ανοίγουν την αγορά
  5. οι υδραυλικοί που δεν κόβουν απόδειξη
  6. το παμε που κλείνει τα λιμάνια
  7. το μνημόνιο κι η άγονη στάση της αντιπολίτευσης
και βρήκαμε και έναν που μας απάντησε «η τροτσκιστική στροφή του κκε και της ηγεσίας του». Και όποιος παίκτης τολμήσει να υποθέσει την ανεργία, έχει κερδίσει προκαταβολικά το γαϊδουράκι του.

Ή άλλο παράδειγμα. Ρωτήσαμε εκατό αποπειραθέντες αυτόχειρες να εξηγήσουν τους λόγους που τους οδήγησαν στο απονενοημένο διάβημα και οι δημοφιλέστερες απαντήσεις που πήραμε είναι οι εξής.
1. είχαν εντολή σαμαρά
2. για να τσαλακώσουν ύπουλα το κυβερνητικό σαξές στόρι
3. για να πνιγούν στην γκλαμουριά του ποταμιού
4. δε γνώριζαν ακόμα για το πρωτογενές πλεόνασμα
5. εξαιτίας της εγκατάλειψης του ααδμ και του προγράμματος του 15ου συνεδρίου του κκε

Κι ένα τελευταίο, πιο δωρικό. Ρωτήσαμε εκατό αστούς ιστορικούς και ψάχνουμε τη μία και δημοφιλέστερη απάντηση στο ερώτημα: ποιος ήταν κατά τη γνώμη σας –του χίτλερ εξαιρουμένου- ο μεγαλύτερος σφαγέας της ιστορίας. Και θα προχωράει το παιχνίδι με γαϊδουράκια (σαν το μπακούνιν), μέχρι να βρουν το σφο με το μουστάκι, που βγαίνει πρώτος και χειρότερος, με... σταλινικά ποσοστά.

Πέρα από τα σενάρια, που ίσως να μην είναι όσο μακρινά φανταζόμαστε, το παιχνίδι έχει κάποια συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, που το καθιστούν ενδιαφέρον από τη δική μας σκοπιά. Περιλαμβάνει πχ αρκετή τακτική, χωρίς όμως πολλές συνεργασίες –εξ ου και το όνομα «κόντρες» στην αρχική του μορφή. Ενώ όταν η ομάδα που παίζει δεύτερη, επιχειρεί να κλέψει κάποιους βαθμούς από την πρώτη (που δεν έχει βρει όλες τις απαντήσεις στον πίνακα), τα μέλη της προτείνουν διάφορες πιθανές απαντήσεις στον αρχηγό, που συνήθως εφαρμόζει ευλαβικά το δημοκρατικό συγκεντρωτισμό κι επιλέγει αυτό που του υπέδειξε η πλειοψηφία. Χώρια το ενδιαφέρον που θα είχε η εμφάνιση στο τηλεπαιχνίδι μιας πεντάδας με δικούς μας συντρόφους και το σατιρικό όνομα που θα διάλεγαν για την ομάδα τους: πχ σταλίνες, λακεδαιμόνιοι, απολιθώματα, σέχτα επαναστατών, κοκ.

Η πραγματική ζωή ωστόσο υπερβαίνει και τα καλύτερα φανταστικά σενάρια. Μια φορά σε κάποιο γύρο πχ ζητούσαν τις δημοφιλέστερες απαντήσεις στο ερώτημα: με τι έχετε συνδέσει το κόκκινο χρώμα; Για το μέσο κόσμο η προφανής απάντηση είναι «ολυμπιακός», αλλά αυτό ήταν δεύτερο κατά σειρά στον πίνακα. {πρώτες σκέψεις: λες;} Ο –εξίσου προφανής- έρωτας, ήταν πιο κάτω, στην τρίτη θέση, το αίμα (χωρίς τιμή και χρυσαύγουλα) ήταν εκτός (!) {δεύτερες σκέψεις: δε μπορεί...} και όσο προχωρούσε ο γύρος, πλήθαιναν τα γαϊδουράκια και αποκλείονταν κάποια πιθανά ενδεχόμενα, χωρίς να γεμίζει ο πίνακας, αρχίζαμε να κοιταζόμαστε μεταξύ μας: βρε λες; Άκου να δεις...

Τελικά η τάξη (όχι η εργατική) αποκαταστάθηκε γρήγορα. Η δημοφιλέστερη απάντηση ήταν «φωτιά» και τα πίσω διαζώματα καλύφτηκαν με άλλες απαντήσεις, χωρίς κανείς από τους εκατό να πει αυτό που περιμέναμε ως προφανές –για εμάς.

Το προφανές όμως ορίζεται κάθε φορά από τον κοινωνικό περίγυρο. Και οι κομμουνιστές –ασταμάτητοι σαν το αύριο, όπως είχε πει κάποτε ένας εκφωνητής για τον τζόρνταν με την κόκκινη φανέλα των μπουλς- δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη στο ιστορικό προσκήνιο..

Κυριακή, 13 Απριλίου 2014

Όταν θα πάω κυρά μου στο παζάρι

(ανασκόπηση εβδομάδας)

Αγαπημένο μου ημερολόγιο,

Χτες ήταν σάββατο, του λαζάρου, που του είπαν «δεύρο έξω» στις αγορές κι αναστήθηκε, σαν την πατρίδα μας, που βγαίνει επιτέλους από το μνημονιακό γολγοθά και πατάει γερά στα καρφωμένα πόδια της στο σταυρό. Και στο πικάπ του μυαλού μου, που είναι λίγο παλαιομοδίτικο, σοβιετικής τεχνολογίας, μαζί με τα τηλεοπτικά ταρατατζούμ για το μεγάλο θρίαμβο, παίζει ένα ποτ πουρί με διάφορες δημοφιλείς επιτυχίες, διασκευασμένες και επικαιροποιημένες στο πανηγυρικό κλίμα των ημερών.

Όταν θα πάω κυρά μου/αντώνη στο παζάρι,
Θα σου αγοράσω έναν παπαγάλο
Να λέει ζήτω η κυβέρνηση
Σε όλους τους τόνους ως το πρωί

Ναι αλλά αφού βγήκαμε που βγήκαμε στις αγορές, μη μείνουμε και με άδεια χέρια. Μετά λοιπόν, θα σου αγοράσω κι άλλο παπαγάλο κι ύστερα άλλον ένα, ένα παπαγαλάκι, ένα τροπικό παραδείσιο, κτλ. Και τώρα που έχουμε πολλά, μπορούμε να αρχίσουμε να τους δίνουμε κι ονόματα.
Θα σου αγοράσω έναν πρετεντέρη
»           »           έναν πορτοσάλτε
»           »           μία όλγα τρέμη
»           »           έναν παύλο τσίμα
»           »           και μία σπυράκη*

(*πάει όμως αυτή την χάνουμε προσωρινά ως τις ευρωεκλογές. Το τελευταίο διάστημα εξάλλου οι πολιτικοί συντάκτες των καναλιών, ακολουθούν τη γενική τάση και την περίφημη ποδοσφαιροποίηση της πολιτικής, γίνονται λιγότερο αντικειμενικοί κι από τους ρεπόρτερ ομάδων στο αθλητικό τμήμα, χωρίς να κρατάνε καν τα προσχήματα. Και αυτό είναι καλό από μια άποψη, γιατί μπορούν πχ να μεταφέρουν τους αθλητικογράφους στο πολιτικό ρεπορτάζ (που έχει γίνει πι αρ, από τα αρχικά του) και να καλύπτουν τις προεκλογικές δραστηριότητες του συνδυασμού του μόραλη. Έτσι κι αλλιώς δε θα αλλάξει δραματικά το βασικό τους αντικείμενο: να γλείφουν τη διοίκηση της παε, αναπαράγοντας αμάσητο ό,τι τους δίνει και αφήνει να.. διαρρεύσει. Και αποκλείεται να φτάσουν τους τεμενάδες των κορυφαίων δημοσιογράφων στην κυβέρνηση, την τρόικα και την πολιτική τους. Κλείνει η παρένθεση)

Αβάντι μαέστρο
Όταν θα πάω αντώνη στο παζάρι
Θα σου αγοράσω ένα κοράκι
(με νύχια γαμψά για τα σημειολογία του πράγματος)
Το κοράκι           κρα-κρα
Ο πρετεντέρης     κρα-κρα
Ο πορτοσάλτε      κρα-κρα
Ο παπαγάλος       πλέονασμα-πλεόνασμα
Το παραδείσιο      ανάπτυξη-ανάπτυξη
Το παπαγαλάκι     σωθήκαμε-σωθήκαμε
Ο παπαγάλος       θα λέει τους ξεφύγαμε
Κι ο άλλος          ζήτω η κυβέρνηση
Σε όλους τους τόνους ως το πρωί

Και στο καπάκι, προεκλογική εμφάνιση του μεγάλου λεπά –γόνος πολιτικών προσφύγων από την τασκένδη, για να μην ξεχνιόμαστε
Το ‘παν, το ‘παν οι παπαγάλοι         θα ‘ρθει ανάπτυξη μεγάλη
Θα ‘ρθει ανάπτυξη μεγάλη   το ‘παν, το ‘παν οι παπαγάλοι

Μετά όμως γυρνάει στο ραδιόφωνο, στην μπάντα των εφεμ και ψάχνει η βελόνα (είπαμε σοβιετικό γαρ) συχνότητα.
Μη με πας απ’ το σπίτι, τ’ ακούς; Αγορές να με πας
Α ρε σόιμπλε αλήτη, που χρήμα κι ανθρώπους σκορπάς
[χσχσς… παράσιτα] μυρωδιά [χσχσς… παράσιτα]. Καταλύτη είπε; Το μπαλτάκο, είπε, που ενεργούσε μόνος του με εντολή σαμαρά; Αλλά μην αφήνεις μια ασήμαντη λεπτομέρεια να σου χαλάσει ένα ωραίο σαξές στόρι και να γίνει καταλύτης για την πτώση της κυβέρνησης. Ας αλλάξουμε συχνότητα.

Αφήνω πίσω μνημόνια, spreads και το στουρνάρα
Θέλω να τρέξω στις αγορές και τα παζάρια
Για δε γνωρίζω το μπαλτάκο
Και μου τον έσκαβε το λάκκο
μου μωρέ
[χσχσς… παράσιτα]
Βρε μπαγάσα, περνάς καλά κει πάνω
Δώσε λίγο πλεόνασμα παραπάνω
[χσχσς… παράσιτα]
Πρότεινέ μου κάποια λύση
Πώς θα βγούμε από την κρίση
Και θα σου γράφω προσευχούλες
Με τις πιο όμορφες φρασούλες
Στο ρεφρέν
Για την Αγία Τράπεζά μας
Που θέλει όλα τα λεφτά μας
Για καγιέν
[χσχσς… παράσιτα]
Για το χαμένο μας μνημόνιο
Που έφερε εδώ το κάθε όρνιο
Σαν πουλέν

Το τελευταίο εν τω μεταξύ θα μπορούσε να είναι αποκλειστικό απόσπασμα από τους διαλόγους του πρωθυπουργού με τα θεία. Ζω για τη στιγμή που ο πανάγαθος θα φωτίσει τον επί γης εκπρόσωπό του να ακολουθήσει τακτική κασιδιάρη και να υποκλέψει κάποια μεταξύ τους συνομιλία, για να κυκλοφορήσει κι αυτή σε κασέτα να κάνει πάταγο και να ρουμπώσει και όλους τους άθεους.

Υποτίθεται εν τω μεταξύ πως η απεργία στα μμε μετατίθεται μια μέρα πριν από τη γενική απεργία, για να μπορούν να μεταδώσουν νέα κι ειδήσεις σχετικά με τις απεργιακές κινητοποιήσεις. Αντ’ αυτού τα δελτία ειδήσεων γέμισαν την τετάρτη από χαρμόσυνα μηνύματα κι αισιοδοξία για την ελλάδα και τις αγορές, ενώ το απεργιακό ρεπορτάζ στριμώχτηκε σε κάποια πλάνα λίγων δευτερολέπτων προς το τέλος. Πάλι καλά δηλ που δεν έδειξαν εικόνες από τη συγκέντρωση του παμε να την παρουσιάσουν με τίτλο: μαζικοί πανηγυρισμοί διαδηλωτών στην ομόνοια για την έξοδο της χώρας στις αγορές.

Το κράτος όμως και οι διάφοροι μηχανισμοί του δεν απεργούν ποτέ και συνεχίζουν να κινούν την αστική μηχανή, σαν άγρυπνα καλολαδωμένα γρανάζια –γιατί χωρίς το χρήμα γρανάζι δε γυρνά στον αστικό κόσμο. Πχ η τυφλή κι ανεξάρτητη δικαιοσύνη –αν και τους ξεφεύγει και των ίδιων καμιά φορά η αλήθεια.
Η οποία δικαιοσύνη καταδίκασε τους πρωτεργάτες της ηρωικής και πολύμηνης απεργίας των χαλυβουργών. Και βαυκαλίζεται πως η αναστολή θα αναστείλει το αγωνιστικό τους φρόνημα και θα καταφέρει ό,τι δεν πέτυχε η ανοιχτή καταστολή (και οι δολοφόνοι με στολή) στην υποστολή της σημαίας του αγώνα και του ταξικού κινήματος. Στο πρόσωπο των χαλυβουργών δε στοχοποιεί μόνο τους απεργούς και γενικότερα το δικαίωμα στην απεργία, αλλά συνολικά την εργατική τάξη για την αμέριστη αλληλεγγύη που έδειξε και ιδίως τα πρωτοπόρα κομμάτια της, που διεκδικούν μαχητικά και δε σκύβουν το κεφάλι τους στον τορβά της διαπραγμάτευσης.

Αν είναι κάτι πάντως που μπορεί να αναγνωρίσει κανείς στην αστική δημοκρατία είναι πως καθιστά δυσδιάκριτες τις όποιες διαφορές την χωρίζουν με το φασισμό, που τσακίζει την εργατική τάξη και τις οργανώσεις της. Και αν υπάρχει κάτι που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε στην κυβέρνηση είναι η τρομερή σημειολογία των πολιτικών της κινήσεων και της χρονικής συγκυρίας που επιλέγεται κάθε φορά. Οι πρωτοπόρποι χαλυβουργοί καταδικάστηκαν ανήμερα της γενικής απεργίας. Η νεριτ ξεκινά με πρόγραμμα στις 21 απρίλη, ανήμερα της «εθνοσωτήριου επανάστασης» των συνταγματαρχών. Κι έτσι όπως το πάει η κυβέρνηση, την πρωτομαγιά μπορεί να κρεμάσει για παραδειγματισμό μερικούς εργάτες, για να τιμήσει το έθιμο του σικάγο και τη νεοφιλελεύθερη οικονομική σχολή της πόλης.

Κλείνουμε με ευρωεκλογές και τα ψηφοδέλτια που ανακοινώνονται ένα-ένα αυτή την περίοδο από όλα τα κόμματα. Το ευρωψηφοδέλτιο του κκε περιλαμβάνει καταρχάς τον «αλαβάνο τον καλό» από το κσ της κνε –έτσι για να σκάνε μερικοί της ανταρσυα, που δεν έκλεισε τελικά η συμφωνία με τον αλέκο. Και έχει αρκετές δυνατές υποψηφιότητες και προσωπικότητες που αν μη τι άλλο καλύπτουν όλα τα γούστα και κερδίζουν το σεβασμό ενός κόσμου ευρύτερου από τη στενή εκλογική επιρροή του κόμματος.

Ένα τέτοιο παράδειγμα ευρύτερης επιρροής ήταν κι ο μιχάλης λεάνης, που μίλησε στην εκδήλωση-παρουσίαση του ψηφοδελτίου, χωρίς να είναι ο ίδιος μεταξύ των υποψηφίων. Και μου ‘κανε εντύπωση αφενός γιατί δουλεύει στο μαγαζί του συριζαίου χελάκη –που είχε απολύσει πρόσφατα τον αντάρσυο ελευθεράτο, που βρήκε τελικά δουλειά στο επίσημο μαγαζί του σύριζα, «στο κόκκινο». Και αφετέρου γιατί το θυμόμουν στη θεσσαλονίκη κάτι σαν εναλλακτικό πασόκο-αριστερό, στο ίδιο περίπου μήκος κύματος με την κοσιώνη, που ήταν στον ευρύτερο κύκλο της πασπ μμε. Η κρίση όμως αλλάζει τον άνθρωπο και τη συνείδησή του –ου μην και τις προσωπικές του σχέσεις, αν δεν το βαστάει η καρδιά σου πχ να συζείς με ένα από τα γνωστότερα μνημονιακά παπαγαλάκια των τελευταίων χρόνων –έστω και σε διεκπεραιωτικό ρόλο παρουσιάστριας.

Σήμερα εν τω μεταξύ συμπληρώνεται ένας χρόνος κι από την ανάδειξη του κουτσούμπα σε γγ στο 19ο συνέδριο. Και μην κοιτάς τώρα που είναι φρέσκος ακόμα σφε αναγνώστη. Του δίνω ένα με δύο χρόνια ακόμα, μέχρι να αρχίσουν και γι’ αυτόν τα γνωστά σενάρια διαδοχολογίας και να βρει ξανά ο αστικός τύπος το αγαπημένο του χόμπι.

Σήμερα ανακοινώνεται και το ευρωψηφοδέλτιο του σύριζα, που καταπώς φαίνεται από τις διαρροές, είναι αριστοτεχνικά καταρτισμένο για να ψαρέψει σε θολά, λιμνάζοντα πασοκονερά αλλά και για να εγκλωβίσει μεγάλο κομμάτι της βάσης του εξωκοινοβουλίου, με υποψηφιότητες τύπου κούνεβα. Κι όσο πλησιάζουν οι εκλογές, αναμένεται να αυξηθεί κατακόρυφα η πίεση περί ενότητας και… «μιας κυβέρνησης της αριστεράς, που θα [χσχσς… παράσιτα] το μνημόνιο και θα [χσχσς… παράσιτα] τη δανειακή σύμβαση και τον κατώτατο μισθό.
Ναι, δε λέω, αλλά [χσχσς… παράσιτα]

Δεν είμαστε στην ίδια τη συχνότητα
Δεν είμαστε στον ίδιο το σταθμό
Τα όνειρά σου λεν αντιμνημόνιο
Τα όνειρά μου λεν σοσιαλισμό

Σάββατο, 12 Απριλίου 2014

Φασισμός ΑΕ

Κι εσύ πού είδες το ντοκιμαντέρ του χατζηστεφάνου;
Σε μια εκδήλωση μεταπτυχιακών (του εξωκοινοβουλίου) στο θέατρο βλυσίδη στο κουμ καπή, που αποδείχτηκε μικρό για να χωρέσει όλους όσους ήρθαν για να το παρακολουθήσουν. Προτίμησα την εμπειρία της συλλογικής παρακολούθησης από μια απλή (τηλε)θέαση στον υπολογιστή, για να μετρήσω αντιδράσεις και σχόλια, να το συζητήσω με άλλο κόσμο, να δω πτυχές που δε θα είχα σκεφτεί μόνος μου. Κι ως τελική εκτίμηση θα δανειστώ τα λόγια ενός θεατή από το κοινό: καλό αλλά με φάουλ. Παρακάτω θα αναλύσουμε το γιατί.


Ο φασισμός αε είναι πιθανότατα η καλύτερη από τις τρεις ανεξάρτητες παραγωγές της ομάδας του infowar (οι δύο προηγούμενες δουλειές της ήταν το debtocracy και το katastroika). Όπως δηλώνει κι ο τίτλος του, το ντοκιμαντέρ εξετάζει κι αναδεικνύει με μια σειρά παραδείγματα τη σταθερή και διαχρονική σχέση μεταξύ των μεγάλων μονοπωλίων και του φασισμού ως πολιτική έκφραση της κυριαρχίας τους και της επιθετικής τους φύσης. Έτσι έρχεται κατά μία έννοια ως συνέχεια της «ανάκρισης» του πίτερ βάις και όσων είδαμε στην χτεσινή ανάρτηση. Με μια βασική διαφορά: ότι η ανάκριση είναι ένα έργο τέχνης που θυμίζει ντοκιμαντέρ, με πληθώρα στοιχείων για τη ναζιστική φρίκη και πολιτική ανάλυση του φαινομένου. Ενώ ο φασισμός αε είναι ένα ντοκιμαντέρ με πολλά, καλλιτεχνικά στοιχεία που δεν μπουκώνει το θεατή με κατεβατά και πολλές πληροφορίες, ενώ σε κάποια σημεία φαίνεται να δίνει μεγαλύτερη σημασία στο οπτικό αποτέλεσμα και το αισθητικό κομμάτι παρά στην ανάλυση αυτή καθαυτή –θα επανέλθουμε σε αυτό παρακάτω.

Ο χατζηστεφάνου ανατρέχει σε ιστορικά παραδείγματα, αναζητώντας τις ρίζες του φασισμού: στην ιταλία του μουσολίνι, τη ναζιστική γερμανία του χίτλερ, την ελλάδα του μεταξά (όλοι τους ανήλθαν στην εξουσία δια της «ευθείας δημοκρατικής οδού», χωρίς στρατιωτικό πραξικόπημα)· τα τάγματα ασφαλείας, την χούντα των συνταγματαρχών και δια της περιθωριακής επεν, που υπήρξε πρόδρομος και φυτώριο στελεχών, στη σημερινή χρυσή αυγή, το «σοβαρό λαος» και την ακροδεξιά κυβέρνηση σαμαρά. Εντοπίζει τη μήτρα του φαινομένου στα θεμέλια του καπιταλιστικού συστήματος και συμπεραίνει ότι ο φασισμός ανθεί εκεί που χάνεται μια επανάσταση.
{Παραμένει ωστόσο ανοιχτό το ερώτημα αν η φασιστική απειλή θεριεύει πάνω στα κομμάτια ενός ηττημένου κινήματος ή αν λειτουργεί προληπτικά για την αστική τάξη ενάντια σε ένα ανερχόμενο μαζικό κίνημα. Για παράδειγμα, στις εισηγήσεις που ακολούθησαν στην εκδήλωση, ένας ομιλητής απέδωσε τη στροφή της αστικής τάξης προς την εφεδρεία της χρυσής αυγής στο φόβο που της προκάλεσε η δυναμική του μαζικού ξεσπάσματος της νεολαίας το δεκέμβρη του 08’)!

Από την αφήγηση και τις συνεντεύξεις κράτησα περισσότερο τρία σημεία:
-το θάρρος της κόρης του βουλπιώτη (επιχειρηματίας συνεργάτης των ναζί) να δεχτεί να μιλήσει για τον πατέρα της σε ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ και την αφοπλιστική ειλικρίνεια του ισχυρισμού της πως «χωρίς τα τάγματα ασφαλείας, η ελλάδα θα ήταν κομμουνιστική». Μπορεί βέβαια, όπως σημείωσε εισηγητικά ο ίδιος ομιλητής, τα τάγματα ασφαλείας να μην είχαν την παραμικρή επίδραση στην τελική έκβαση της μάχης του δεκέμβρη, χωρίς την καθοριστική επέμβαση των άγγλων· είναι όμως αξιοσημείωτη η τοποθέτηση αυτή σε αντίθεση με τα ερμηνευτικά σχήματα της αναθεωρητικής ιστορικής σχολής (καλύβας-μαραντζίδης), που αποδίδει τη συγκρότηση και δράση των ταγμάτων στην «κόκκινη τρομοκρατία».

-Τη μπλόφα της μεγάλης καθόδου των μελανοχιτώνων στη ρώμη, που κατ’ ουσίαν ήταν μοναχική πορεία του μουσολίνι στην πρωτεύουσα για να εκβιάσει την πρωθυπουργία. Και τις φωτογραφίες που έβγαζε καθ’ οδόν στο τρένο με πολιτικούς οπαδούς του –κάτι σαν πρόδρομος των σύγχρονων «selfies» που βγάζει σήμερα στα καθ’ ημάς ο υπουργός υγείας.
-Και την παρουσία του μαργαρίτη, που έκανε τη διαφορά κατά τη γνώμη μου με τις καίριες επισημάνσεις του –ξεχωρίζω αυτή για τα ναζιστικά πειράματα ευγονικής στη βάση εξοικονόμησης πόρων και εξόδων για τα νοσοκομεία και τη σύνδεση με τη σημερινή κατάσταση στην ελλάδα και το μέτωπο υγείας. Και ο οποίος, όπως σχολίασε χαριτολογώντας μια σφισσα, έκανε άτυπο εισοδισμό στο πολιτικό στίγμα του ντοκιμαντέρ και τις… περίπου αντάριζα τοποθετήσεις των υπολοίπων (μαρκέτος, τάρικ αλί, κτλ).

Ποιες είναι όμως οι αδυναμίες του ντοκιμαντέρ στις οποίες πρέπει να σταθεί κανείς κριτικά;
Καταρχάς υπάρχουν μερικά σημεία που προσωπικά τα θεωρώ προβληματικά ή τουλάχιστον με άστοχες διατυπώσεις. Πχ η σημείωση για την «παρωδία δημοκρατίας» που οδηγεί στο φασισμό, συγκρούεται με τα ιστορικά γεγονότα (και τις «άψογες κοινοβουλευτικές διαδικασίες» που έφεραν στην εξουσία τον χίτλερ πχ) και μοιάζει να διαχωρίζει με στεγανά την πρώτη από το δεύτερο (δηλ την αστική δημοκρατία από το φασισμό). Το συνδέω αυτό και με κάτι που ειπώθηκε προς το τέλος της εκδήλωσης από τον έτερο εισηγητή: ότι δηλ ο παραγκωνισμός των άλλων αστικών πολιτικών δυνάμεων από τον χίτλερ και το μουσολίνι έρχεται ως η εξαίρεση στον ευρωπαϊκό κανόνα της αγαστής σύμπλευσης του φασισμού με το μπλοκ των παραδοσιακών αστικών κομμάτων.
Αυτά ωστόσο μπορεί να τα κρίνει καλύτερα (και να τα «ξεψειρίσει») ο καθένας μόνος του, χωρίς τις δικές μου υποδείξεις.

Δεύτερο σημείο: η επιμονή σε κάποια ωραία, αφαιρετικά πλάνα, που δεν έχουν πάντα άμεση σύνδεση με όσα εκφωνούνται, θυμίζει ίσως κάτι από σταύρο θεοδωράκη χωρίς σακίδιο. Με την ειδοποιό διαφορά βέβαια πως ο χατζηστεφάνου φροντίζει για την άρτια εικόνα της δουλειάς του κι όχι για τη δική του εικόνα. Πού είναι λοιπόν το κακό στην αναζήτηση μιας ωραία επεξεργασμένης φόρμας που θα αναδεικνύει καλύτερα την ουσία;

Προφανώς η μορφή δεν μπαίνει αντιπαραθετικά προς το περιεχόμενο. Η δική μου ένσταση αφορά στα επίπεδα της συνείδησης που ενεργοποιεί ένα ωραίο, αισθητικό αποτέλεσμα, με κίνδυνο να χαθεί πίσω από τις εικόνες η γενική εικόνα και το νόημα. Εννοώ αυτό που αποτυπώνεται συνήθως στην κλισέ φράση «καλά τα είπε», χωρίς να γνωρίζουμε πάντα τι ακριβώς είπε ο εκάστοτε ομιλητής –πάντως το ‘πε καλά. Και μπορεί να μην ευθύνεται αποκλειστικά ο παραγωγός γι’ αυτό, σίγουρα όμως δε θα μπορούσε ποτέ να συμβεί στις γυμνές από αισθητική άποψη ταινίες της αλίντας δημητρίου για να φέρω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.

Το τρίτο και τελευταίο σημείο της κριτικής ξεκινά από το δυνατό σημείο αυτής της παραγωγής: την πολιτική ανάλυση και τη σύνδεση του φασιστικού φαινομένου με τον καπιταλισμό. Αυτός ακριβώς δηλ που έλειπε από τις δύο προηγούμενες δουλειές της ομάδας infowar για το χρέος –που ουσιαστικά ήταν μια πολιτική διαφήμιση της ελε και του κορέα στον ισημερινό- και για την καταστροφική πολιτική των ιδιωτικοποιήσεων, που θα μπορούσε να την καταδικάσει ακόμα και ένα καθαρά αστικό κόμμα.

Κατανοώ τη συνειδητή επιλογή των παραγωγών να περιοριστούν σε μια απλή ιδέα και να την αναλύσουν σε ένα μίνιμουμ πλαίσιο που θα μπορεί να φτάσει και να γίνει κατανοητό από ένα ευρύτερο κοινό, χωρίς ιδιαίτερη τριβή με αυτά τα ζητήματα. Από τη στιγμή όμως που δεν υπήρχε σύνδεση με το γενικό πλαίσιο και μια πιο βαθιά διεισδυτική ματιά στο συνολικό πρόβλημα και τις αιτίες του, η ανάλυση έμενε μισή και συνιστούσε πολιτική έκπτωση – παραχώρηση σε εκείνη την αριστερά που λειτουργεί σαν... «αντιφασισμός αε», δηλ σαν μια πολιτική επιχείρηση με αποκλειστικό σκοπό την εκλογική υπεραξία στις κάλπες και το σχηματισμό κυβέρνησης. Εκείνη την αριστερά που δε δίνει όραμα και θετική διέξοδο από τη σημερινή κατάσταση, αλλά επιμένει να αντιτίθεται και να ετεροπροσδιορίζεται επιλεκτικά από συγκεκριμένες πτυχές της, ως αντιμνημονιακή, αντιμερκελική, αντινεοφιλελεύθερη, αντιφασιστική κι αντιρατσιστική ασφαλώς, και γενικώς «αντι-κακή», ποντάροντας ολοένα και περισσότερο στα γνωστά αντιδεξιά σχήματα του πρόσφατου παρελθόντος στα οποία είχε επενδύσει το πασοκ της αλλαγής, για να εκβιάζει το λαό και να εκμαιεύει την ψήφο του.
Και είναι ακριβώς η ποιότητα και το βάθος αυτού του τελευταίου ντοκιμαντέρ, που τονίζει εμφατικά τα κενά των δύο προηγούμενων.

Πέμπτη, 10 Απριλίου 2014

Η ανάκριση

Κάλλιο αργά παρά ποτέ λέει ο θυμόσοφος λαός. Όταν λοιπόν είδαμε πως ο θίασος του καζάκου έρχεται στα χανιά για να ανεβάσει την ανάκριση του πίτερ βάις, δεν χρειάστηκε δεύτερη κουβέντα για την απόφαση. Στην πορεία μάλιστα νικήθηκαν κι οι όποιοι ενδοιασμοί περί πιθανής… «απεργοσπασίας» (λευκής από την πλευρά μας ως θεατές κι από τη δική τους ως ηθοποιοί), καθώς η παράσταση έδενε άριστα με το απεργιακό κλίμα της χτεσινής ημέρας κι αναδείκνυε μια σημαντική διάσταση για το εργατικό κίνημα και την πάλη του ενάντια στο φασιστικό κίνδυνο.


Η ανάκριση είναι στην ουσία μια ντοκιμαντερίστικη αφήγηση των «ανδραγαθημάτων» των ναζί στο κολαστήριο του άουσβιτς. Και για εμάς τους αμύητους αποτελεί μια καλή εισαγωγή στην κατανόηση της έννοιας της μπρεχτικής αποστασιοποίησης –που με έχει μπερδέψει περισσότερο και από τη διαλεκτική.
Ο βάις καταγγέλλει τη ναζιστική φρίκη και βάζει το θεατή σε μια σκληρή ψυχική δοκιμασία. Δε στοχεύει όμως στο συναίσθημά του, παρά τα πολύ έντονα συναισθήματα που προκαλεί στο κοινό κατά τη διάρκεια του έργου, αλλά στην ενεργοποίηση της συνείδησης και του προβληματισμού του. Δε στοχεύει στα κλαμένα πρόσωπα –και είναι αρκετοί αυτοί που δακρύζουν στην παράσταση- ή στο σφίξιμο της καρδιάς, αλλά στις σφιγμένες γροθιές, που παλεύουν και διεκδικούν. Δεν ενδιαφέρεται για τις καλλιτεχνικές φόρμες, αλλά για την ανάλυση του θέματός του. Δε στέκεται στο προσωπικό δράμα των θυμάτων, αλλά το χρησιμοποιεί ως όχημα για να αναδείξει την ουσία του φασισμού, τα αίτια που τον γεννάνε.

Η ανάκριση δεν αποσκοπεί σε μια προσωρινή ταύτιση του θεατή με τους ήρωες του έργου, που σχεδόν δεν αναφέρονται ονομαστικά. Αλλά στο ταρακούνημά του, δίνοντάς του υλικό να σκεφτεί μετά το τέλος της παράστασης. Με αυτή την έννοια, ο ιστορικός-δημοσιογραφικός (επι)λογος του μπογιόπουλου στο κλείσιμο της παράστασης, δεν έρχεται ως κάτι παράταιρο, αλλά ως επιστέγασμα όσων έχουμε παρακολουθήσει πριν κι επιπλέον τροφή για σκέψη κι επεξεργασία. Το έργο δε θέλει να υποδείξει κάποιο έτοιμο συμπέρασμα στο θεατή, ούτε καταλήγει σε εύκολο από σκηνής διδακτισμό. Αντιθέτως, αποφεύγει το σύνηθες αίσιο τέλος και την πολυπόθητη κάθαρση για το κοινό. Ο θεατής καλείται να αναζητήσει τη λύτρωση έξω από την αίθουσα και το «μύθο», στην πραγματική ζωή με τις πράξεις του και τον αγώνα του.

Ίσως λοιπόν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της τεχνικής αυτής, ακόμα και αν δεν αποδιδόταν στο υψηλότερο επίπεδο ή δεν απευθυνόταν σε κοινό με θεατρική παιδεία και καλλιέργεια, να ήταν σε κάποια θέατρα της σοβιετικής επαρχίας, όπου όσοι ενσάρκωναν το ρόλο πχ του καπιταλιστή ή του κουλάκου, μόλις και μετά βίας γλίτωναν τις επιθέσεις και το λιντσάρισμα από τους εξαγριωμένους θεατές, που έπαιρναν πολύ στα σοβαρά αυτό που έβλεπαν και σχεδόν κυριολεκτικά τη φράση «πάρε την υπόθεση (του έργου) στα χέρια σου».

Οι μόνοι που αναφέρονται ονομαστικά στο έργο είναι οι βασανιστές κι εκτελεστές του στρατοπέδου. Στις οθόνες της σκηνής εμφανίζεται μάλιστα μια φωτογραφία τους με τις χρονολογίες γέννησης και θανάτου τους και τις ποινές που τους επιβλήθηκαν. Και εκεί διαπιστώνεις δύο πράγματα: αφενός πως πολλά καθάρματα έζησαν αρκετά για να προλάβουν την πτώση του τείχους και την «ενοποίηση» της γερμανίας, για να νιώσουν «ιστορικά δικαιωμένοι» -αν και είχαν ήδη «δικαιωθεί» κι «αποκατασταθεί» από τις αρχές της δυτικής γερμανίας, στελεχώνοντας σε μεγάλο βαθμό τον κρατικό της μηχανισμό*. Κι αφετέρου πως τελικά τους επιβλήθηκαν αστείες ποινές κάθειρξης, ενώ οι πραγματικοί ένοχοι (τα γερμανικά –κι όχι μόνο- μονοπώλια της κρουπ, της μπάγερ, κτλ) απουσίαζαν από το εδώλιο.

(*κι εκεί αναπόφευκτα κάνεις ορισμένες συγκρίσεις με… την πάλη των τάξεων που έμεινε ιστορικά αδικαίωτη και τους δικούς μας ήρωες. Πχ το μολότοφ που έφυγε πλήρης ημερών το 86’ και σχετικά μακάριος, πριν από την τελική εκδήλωση της αντεπανάστασης. Ή τη θρυλική πασιονάρια που έφυγε επίσης πλήρης ημερών, τρεις μέρες μετά την πτώση του τείχους. Και δε γίνεται να μην αναλογιστείς την τρομερή σημειολογία και την επίδραση της είδησης στον οργανισμό της –και βασικά στα ψυχικά της αποθέματα. Και προπαντός τους βετεράνους του κόκκινου στρατού, οι οποίοι έχουν μπει στο στόχαστρο των ναζί και των επίσημων αρχών, που παίρνουν εκδίκηση αντιστρέφοντας τους ρόλους της Ανάκρισης).

Οι βασανιστές του στρατοπέδου είναι εκ των τελευταίων τροχών της αμάξης, εκτελεστικά όργανα μιας μηχανής, που σκοτώνει όχι μόνο από μίσος ή ιδεολογία αλλά κυρίως γιατί απέτυχε να πείσει τον κόσμο ότι έχει κάποιο όραμα. Αμετανόητοι ιδεολόγοι χωρίς όμως ιδιαίτερη ιδεολογική κατάρτιση, καθώς δέχονταν διαταγές, υπακούοντας απλώς το νόμο –και δεν είναι δικό τους λάθος που ο νόμος άλλαξε. Με καρικατουρίστικα στοιχεία και κουσούρια που θυμίζουν σε πολλά σημεία τις σύγχρονες φιγούρες του αντικομμουνιστικού εσμού, οι οποίες πάσχουν από επιλεκτική αμνησία, διαπνέονται από θρασύδειλο κυνισμό και τσαμπουκαλεύονται εκ του ασφαλούς και με άνωθεν προστασία.

Η ανάκριση έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο κενό που ξεκινά ήδη από το σχολείο και τη μισή ιστορία που μαθαίνουμε. Πόσοι γνωρίζουν άραγε τις φρικιαστικές λεπτομέρειες για τους θαλάμους αερίων και τις απεγνωσμένες κραυγές των θυμάτων που συνεχίζονταν κάποιες φορές για αρκετά λεπτά; Ή για τη στενή διασύνδεση του άουσβιτς με τις βιομηχανίες της περιοχής; Για την αδρή χρηματοδότηση των ναζί από τα μεγαλύτερα γερμανικά –και όχι μόνο- μονοπώλια, που επένδυσαν πολιτικά στην επικράτηση του φασισμού; Για τη μεταχείριση των εβραίων και των σοβιετικών αιχμαλώτων πολέμου; Για τα γενετικά πειράματα στις γυναίκες κρατούμενες του στρατοπέδου; Ή κι ευρύτερα για τα ολοκαυτώματα δεκάδων χωριών στη σοβιετική επικράτεια από τους ναζί (βασικό θέμα της ταινίας του κλίμοφ «έλα να δεις»); Και για την πολλαπλάσια ένταση και κλίμακα των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο του β’ παγκόσμιου, με τους σοβιετικούς να σηκώνουν σχεδόν μόνοι τους από τις συμμαχικές δυνάμεις το βάρος της απόκρουσης του ναζισμού;

Αξίζει να συγκρίνουμε αυτό το κενό με τις «γνώσεις» μας, τον καταιγισμό πληροφοριών και έγκυρων ρεπορτάζ για τη σοβιετική ένωση: τα γκουλάγκ, την εξίσωση με το φασισμό, το διαδεδομένο μύθο για τις σφαίρες που περίμεναν όσους πολεμιστές υποχωρούσαν ή επέστρεφαν από την αιχμαλωσία. Και γενικώς με την αστική ευαισθησία για τα «εκατομμύρια θύματα του σταλινισμού» και του «κόκκινου ολοκληρωτισμού», τον χυδαίο συμψηφισμό και τη ντροπαλή αποσιώπηση των ναζιστικών εγκλημάτων.

Ίσως στο μέσο θεατή φανεί το έργο πολύ.. στρατευμένο, γραμμένο από κομμουνιστές για κομμουνιστές. Ο συγγραφέας του ήταν μαθητής του μπρεχτ, οι πρωταγωνιστές-κρατούμενοι του στρατοπέδου μέλη του κκ γερμανίας, ο φασισμός καταγγέλλεται ως η πιο επιθετική κι απροκάλυπτη εκδοχή του καπιταλισμού. Κομμουνιστές είναι εξάλλου κι οι περισσότεροι θεατές κάθε παράστασης, αλλά κι αρκετοί από τους συντελεστές της: ο καζάκος, ο μπογιόπουλος, ο ορκόπουλος ως γιατρός σε προηγούμενες παραστάσεις –που είναι και στο ευρωψηφοδέλτιο του κόμματος που ανακοινώθηκε σήμερα. Ίσως πάλι ένας κόσμος να ψάχνει στις εξόδους του κάτι ανάλαφρο και διασκεδαστικό, ως καταφύγιο από τα προβλήματά του και να αποφεύγει ένα έργο που θεωρεί ότι θα τον ψυχοπλακώσει.

Στην πραγματική ζωή όμως δεν υπάρχουν τέτοιες νησίδες και καταφύγια. Και η φασιστική απειλή ξαναθεριεύει όσο ποτέ άλλοτε τα τελευταία χρόνια. Εφόσον λοιπόν αναγνωρίζουμε την αξία και την επικαιρότητα του έργου, ας αναλογιστούμε τα εξής: ποιος άλλος –αν όχι ο θίασος του κομμουνιστή καζάκου- θα ανέβαζε στις μέρες μας ένα τέτοιο δύσκολο και «αντιεμπορικό» έργο; Ποιος άλλος –αν όχι οι φίλοι του κόμματος- θα γέμιζε τις θεατρικές αίθουσες, με ομαδικά εισιτήρια για συντρόφους και ραντεβού που θυμίζουν προσυγκεντρώσεις; Ποιος άλλος –αν όχι οι κομμουνιστές- θα έδινε μια τέτοια διαλεκτική κι αμφίδρομη σχέση μεταξύ της τέχνης για το λαό και του λαού που στηρίζει από το υστέρημά του αυτούς τους καλλιτέχνες;

Και σε τελική ανάλυση, τι θα ήταν το αντιφασιστικό κίνημα σήμερα, χωρίς τους κομμουνιστές και τη δράση τους, καρφί στο μάτι των αφεντικών και των σκυλιών που τα φυλάνε;