Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

10 ερωτήματα, 10 χρόνια μετά το Δεκέμβρη

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τι ήταν και τι δεν ήταν ο Δεκέμβρης;

Κάθε εποχή έχει το Δεκέμβρη που της αξίζει. Άλλο τα Δεκεμβριανά του 1944 κι άλλα αυτά του 2008, δεν μπαίνει θέμα σύγκρισης ανάμεσα στις εποχές, τις συνθήκες, τον υποκειμενικό παράγοντα, σε επίπεδο οργάνωσης κι αγωνιστικής ετοιμότητας. Ο Δεκέμβρης του 08′ δεν ήταν μια συγκυρία όπου η εξουσία περπατούσε στους δρόμους, κυλούσε πηχτή στην ατμόσφαιρα, και περίμενε να απλώσουμε το χέρι μας και να την πιάσουμε. Δεν ήταν μια περίοδος, όπου κάθε μέρα μετρούσε σα μήνας. Δεν ήταν η πρώτη εξέγερση στην περίοδο της κρίσης, όπως είχε διαφημιστεί αρχικά. Ήταν μια έκρηξη, που εκ των πραγμάτων φάνηκε πυροτέχνημα, αλλά αυτό δεν ήταν μοιραίο, εξ αρχής δοσμένο, ήταν ρευστό κι ανοιχτό στοίχημα για όσους συμμετείχαν και δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν να βαθύνουν το ρήγμα του.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι τα γεγονότα, που είναι πεισματάρικα και δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Το βασικό πρόβλημα είναι ο τρόπος πρόσληψής τους από κάποιους “μπαρουτοκαπνισμένους άκαπνους”, που χτίζουν το δικό τους αφήγημα, τον εκλαμβάνουν ως εμπειρία ζωής, ως το δικό τους Πολυτεχνείο, που θα έχουν να το διηγούνται στις επόμενες γενιές, αραδιάζοντας στο τραπέζι τα κινηματικά τους παράσημα. Κανείς δεν μπορεί να μειώσει το Δεκέμβρη και τη μνήμη του περισσότερο από αυτούς που τον υψώνουν βερμπαλιστικά στο ύψος του άλλου Δεκέμβρη, στο επίπεδο μιας επανάστασης, μιας εποποιίας, μιας εμπειρίας που δεν πρόκειται να ξαναζήσουμε και είναι το ταβάνι που μπαίνει στις φιλοδοξίες μας.

Ήταν εξέγερση;

Καταρχάς, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε ρωτώντας τι είναι εξέγερση και πώς την ορίζουμε. Η απλή “μετάφραση” θα ήταν ξεσηκωμός. Πολλές φορές τείνουμε να λέμε εξέγερση τις μικρές κι αποτυχημένες επαναστάσεις.

Ο Δεκέμβρης είχε κάποια εξεγερσιακά χαρακτηριστικά. Υπήρχε έκρηξη βίας, που ωστόσο από μόνη της δεν αποδεικνύει κάτι. Υπήρξε ένας γενικευμένος ξεσηκωμός κι αντιδράσεις από μαθητές και νέους, ακόμα και σε μέρη της επαρχίας που ζούσαν για καιρό σε χειμερία νάρκη και δεν είχαν δει αντίστοιχη κινητοποίηση στα χρονικά της Μεταπολίτευσης.

Ο Δεκέμβρης όμως δεν έβαλε ποτέ ζήτημα εξουσίας κι αλλαγής των σχέσεων παραγωγής, όπως κάνει κάθε επανάταση. Δεν εξαπλώθηκε ποτέ σε πλατιά τμήματα της εργατικής τάξης, στους χώρους δουλειάς, δε σταμάτησε τη διαδικασία της παραγωγής -πόσο μάλλον να εγείρει άλλα ζητήματα για το μοντέλο της. Κι είναι ζήτημα -που θα δούμε κι αλλού- ποιο ήταν το βάθος του και τι άφησε πίσω του, όπως θα έκανε πχ μια επανάσταση, ακόμα και ηττημένη.

Η “καθαρή επανάσταση” και ο Λένιν

Πολλές φορές βλέπουμε να επικαλούνται ένα τσιτάτο του Λένιν που λέει πως όποιος περιμένει να δει μια καθαρή επανάσταση, όπου θα είναι από τη μια πλευρά ο στρατός του προλεταριάτου και από την άλλη ο στρατός των εκμεταλλευτών, δε θα την ζήσει ποτέ του. Συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα με τις αντιφάσεις της, να μην τις φοβόμαστε, να μην τις αντιμετωπίζουμε από θέση επαναστατικής καθαρότητας, αλλά να παρεμβαίνουμε με θάρρος σε αυτές, αν θέλουμε να παίξουμε πραγματικά το ρόλο της πρωτοπορίας στο κίνημα.

Γενικά η πραγματική ζωή απεχθάνεται τις καθαρές μορφές. Κατά τον ίδιο τρόπο, όμως, πρέπει κι εμείς να αποφεύγουμε να παίρνουμε από τα Άπαντα του Βλαδίμηρου το τσιτάτο που μας βολεύει κάθε φορά, χωρίς να βλέπουμε συνολικά τη θεωρία του και προπαντός τη δράση του. Από το Λένιν πχ θα μπορούσαμε να σταχυολογήσουμε ένα άλλο απόσπασμα, όπου βάζει τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης.

Η εξέγερση για να πετύχει δεν πρέπει να στηρίζε­ται σε συνωμοσία, ούτε σ’ ένα κόμμα, αλλά στην πρωτοπόρα τάξη. Αυτό είναι το πρώτο. Η εξέγερση πρέπει να στηρίζεται στην επαναστατική άνο­δο του λαού. Αυτό είναι το δεύτερο. Η εξέγερση πρέπει να στηρίζεται σε τέτοιο σημείο στροφής στην ιστορία της αναπτυσσόμενης επανάστασης, όταν στις πρωτοπόρες γραμμές του λαού παρατηρείται η μεγαλύτερη δρα­στηριότητα, όταν οι ταλαντεύσεις στις γραμμές των εχθρών και στις γραμμές των αδύνατων, μεσοβέζικων, αναποφάσιστων φίλων της επανάστα­σης είναι μεγαλύτερες από κάθε άλλη φορά. Αυτό είναι το τρίτο. Και μ’ αυτούς τους τρεις όρους στην τοποθέτηση του ζητήματος της εξέγερσης ξε­χωρίζει ο μαρξισμός από τον μπλανκισμό»

Ο Λένιν απαντά εδώ στην κατηγορία κατά των μπολσεβίκων πως “παραβιάζουν την ιστορία” και βάζει καθαρά τη διαφορά του μαρξισμού από τον μπλανκισμό. Παράλληλα όμως βάζει τρία σωστά κριτήρια για τον καθορισμό της εξέγερσης. Μπορεί να πει κανείς ότι ο Δεκέμβρης πληροί -έστω κατά προσέγγιση- κάποια από αυτά τα κριτήρια;

Στον αντίποδα, μπορεί να αντικρούσει κανείς πως εδώ ο Λένιν σημειώνει τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια εξέγερση για να πετύχει -κι όχι γενικά. Στην τελική όμως αυτό δεν είναι που μας ενδιαφέρει; Εκτός κι αν βυζαντινολογούμε με τους ορισμούς, για να περνάει η ώρα…

Ποιος ήταν ο ταξικός χαρακτήρας του Δεκέμβρη;

Όπως σημειώνεται και πιο πάνω, ο Δεκέμβρης δεν απασχόλησε τους μεγάλους χώρους δουλειάς και πλατιά τμήματα της εργατικής τάξης. Η μοναδική φορά που συνυπήρξαν, κατά κάποιον τρόπο, ο Δεκέμβρης με το οργανωμένο εργατικό κίνημα ήταν στην ήδη προγραμματισμένη απεργία της 10ης Δεκέμβρης, την Τετάρτη μετά τη δολοφονία του Αλέξη.

Ο Δεκέμβρης δεν είχε καν τα ταξικά χαρακτηριστικά που φαίνεται να είχε η εξέγερση στα προάστια του Παρισιού, την ίδια χρονιά. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη σύνθεση, αλλά και με τους όρους με τους οποίους εκδηλώθηκε. Η συμμετοχή φτωχών κι εξαθλιωμένων ατόμων στα γεγονότα ήταν κυρίως σε πλιάτσικα καταστημάτων, κάτι που παραπέμπει σε λούμπεν καταστάσεις, την άρνηση της ταξικής συνείδησης. Επιπλέον, η εκτόνωση που ακολούθησε τις πρώτες οργισμένες βδομάδες είναι μάλλον μικροαστικό στοιχείο -αν και τέτοιου είδους σκαμπανεβάσματα μπορεί να προκύψουν ακόμα και σε έναν εργατικό, ταξικό αγώνα. Η διαφορά είναι πως οι εργατικοί αγώνες έχουν συνέχεια και αφήνουν μια γενική παρακαταθήκη.

Επίσης, αν θεωρήσουμε πως η νεολαία ήταν το βασικό υποκείμενο του Δεκέμβρη, είναι μια διαταξική κατηγορία. Ο Δεκέμβρης εξάλλου ήταν ένα γενικό ξέσπασμα, με αφορμή τη δολοφονία ενός παιδιού από τα Βόρεια Προάστια που βρέθηκε στα Εξάρχεια, και έδειξε σε όλους πως μπορεί να ήταν στη θέση του, πως οι κατασταλτικοί μηχανισμοί δεν κάνουν ακριβώς ταξικές διακρίσεις (αν και είναι σαφές ότι έχουν ταξικές προτιμήσεις για τους στόχους τους).

Ποιος ήταν ο πολιτικός χαρακτήρας του Δεκέμβρη;

Με μία λέξη, η βασική πολιτική έκφραση των γεγονότων που μνημονεύουμε ως “Δεκέμβρης” ήταν η αναρχία, σε διάφορες εκδοχές της. Όσοι αυτοπροσδιορίζονταν ως κόκκινοι (από το εξωκοινοβούλιο) και είχαν συμμετοχή στα γεγονότα, ακολουθούσαν απλώς το ρυθμό και τη ροή τους, χωρίς να παρέμβουν ουσιαστικά -είτε το προσπάθησαν είτε όχι. Όσοι βαυκαλίζονται πως μπήκαν στα γεγονότα, για να τα επηρεάσουν και να μπολιάσουν τη δυναμική τους με διάφορα στοιχεία που έλειψαν από το Δεκέμβρη, μοιάζουν με αυτούς που βγάζουν βόλτα ένα σκύλο που δεν είναι στα μέτρα τους και τελικά καταλήγει να τους πηγαίνει βόλτα αυτός.

Προκύπτει αυτομάτως το ζήτημα της σχέσης αυθόρμητου-συνειδητού, που δεν μπορεί προφανώς να εξαντληθεί σε μια παράγραφο. Αλλά η μεταξύ τους σύνδεση δεν έρχεται όταν το δεύτερο γίνεται ουρά του πρώτου και το ακολουθεί τυφλά. Το αυθόρμητο μαθαίνει από την πείρα του, συνηθίζει, εκπαιδεύεται. Και αυτό που έμαθε σε μεγάλο βαθμό το Δεκέμβρη, είναι τα μπάχαλα ως “σύγκρουση” που λειτουργεί βασικά ως εκτόνωση.

Παρεμπιπτόντως, αν υπάρχει ένα ταμπού με την πολιτική κριτική προς τον αναρχικό χώρο, ένα εξίσου ισχυρό ταμπού είναι η έλλειψη -αν όχι φόβος- κριτικής από το εξωκοινοβούλιο (ή γενικά αυτό που ο Τσίπρας ονόμασε “αριστεροχώρι”) απέναντι στην αναρχία ή μάλλον -για να ακριβολογούμε- απέναντι στα μπάχαλα, η γενική ανοχή, η σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη περιφρούρησης.

Στα πολιτικά αποτελέσματα του Δεκέμβρη -αν και όχι άμεσα- μπορεί ίσως να συμπεριληφθεί κι η ενίσχυση του “κινηματικού προφίλ” του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε δείξει από το φοιτητικό κίνημα του 2006-07 την ικανότητα να καρπώνεται ως εκλογική υπεραξία τη δυναμική κάποιων γεγονότων στα οποία η πραγματική συμμετοχή του ήταν αμελητέα και σίγουρα μη καθοριστική.

Ήταν οργανωμένος ο Δεκέμβρης;

Ως ένα βαθμό σχετίζεται με όσα σημειώνονται παραπάνω για τη σχέση συνειδητού κι αυθόρμητου. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Αν τα γεγονότα κι η βίαια έκρηξη υποκινήθηκε, οργανώθηκε από κάποιο κέντρο. Διάφορες αναλύσεις αναφέρουν τη μαζική αποστολή δεκάδων sms σε λίγα λεπτά, που ήταν πάντως ο βασικός τρόπος επικοινωνίας εκείνες τις στιγμές -και εκείνη την εποχή. Επίσης, ήταν η πρώτη φορά που έκαναν την παρουσία τους τα social media και το διαδίκτυο εν γένει, δείχνοντας πόσο χρήσιμο εργαλείο μπορούν να είναι -χωρίς αυτό φυσικά να βεβαιώνει τη θεωρία του “κινήματος του facebook”, που έπαιξε περισσότερο στις Πλατείες των Αγανακτισμένων.

Άλλες αναλύσεις εντοπίζουν ένα σχέδιο συνωμοσίας κι αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Καραμανλή, που βρέθηκε στο στόχαστρο ξένων μυστικών κι υπηρεσιών και των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Δηλαδή βασικά στο στόχαστρο των ΗΠΑ, που ήθελαν πάση θυσία να ακυρώσουν τη συμφωνία με τη Ρωσία για τους αγωγούς του φυσικού αέριου.

Οι παραπάνω “αφηγήσεις” μπορεί να περιέχουν ψήγματα αλήθειας και να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Γίνονται όμως φαιδρές, όταν φλερτάρουν με τη συνωμοσιολογική αντίληψη των πραγμάτων. Είναι ζήτημα ποιος κινεί τα νήματα και αν τα εμπλεκόμενα μέρη είναι απλές μαριονέτες χωρίς βούληση ή αν τα γεγονότα έρχονται κατά παραγγελία. Οι πράκτορες προφανώς υπάρχουν κι έχουν βασικό ρόλο στις εξελίξεις, δεν είναι όμως το καθοριστικό στοιχείο που θα γείρει την πλάστιγγα. Γεγονότα μεγάλης εμβέλειας μπορούν να αξιοποιηθούν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, όχι όμως να προκληθούν από το μηδέν.

Πώς έδρασαν οι κομμουνιστές;

Είχαν ουσιαστική παρέμβαση στους μαθητές, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη μαζική κινητοποίησή τους. Είχαν τα πιο μαζικά μπλοκ στην απεργιακή συγκέντρωση της 10ης Δεκέμβρη. Συνέχισαν τις κινητοποιήσεις μετά την “αδέσποτη σφαίρα” που χτύπησε ένα μαθητή, μέλος της ΚΝΕ, στο Περιστέρι.
Δεν είχαν τα αντανακλαστικά να βρεθούν στο δρόμο από την πρώτη μέρα. Δε φάνηκε να έχουν κάποιο σχέδιο για να οδηγήσουν τα γεγονότα και τη δυναμική τους σε μεγαλύτερος βάθος κι έκταση. Δεν υστέρησαν ως προς αυτό σε σχέση με άλλες δυνάμεις που τους κατηγορούν, αλλά οι προσδοκίες από αυτούς είναι μεγαλύτερες.

Αυτή είναι η ουσία του πράγματος, ωστόσο τα επίμαχα ζητήματα στα οποία εστιάζει συνήθως η αντιπαράθεση είναι τελείως διαφορετικά -κι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. Το άστοχο κι ακατανόητο διήγημα (προσωπική γνώμη) που δημοσιεύτηκε στον κομματικό Τύπο. Και η επιλογή να πορευτούν τα απεργιακά μπλοκ του ΠΑΜΕ μακριά από τις εστίες επεισοδίων, για να προστατεύσουν τον “άμαχο πληθυσμό”, και αφού είχε προηγηθεί η πορεία της Δευτέρας, όπου είχαν κινδυνεύσει άμεσα οι διαδηλωτές στα μπλοκ των κομμουνιστών.

Σημεία που δεν κάνουν κανέναν σοφότερο ως προς την ουσία του πράγματος, αλλά “περιέργως” συνεχίζουν να βρίσκονται στο επίκεντρο, δίνοντας τροφή και “επιχειρήματα” για αποπροσανατολισμό και εύκολα στερεότυπα.

Ποια τάξη υπηρετούν τα όργανα της τάξης; Είναι φετίχ η βία;

Η οργή του Δεκέμβρη στράφηκε εναντίον της αστυνομίας. Ή αλλιώς των μπάτσων. Πολύ λογικό, καθώς ο δράστης της δολοφονίας ήταν ένας ειδικός φρουρός, ένας εκπρόσωπος της εξουσίας με λογική σερίφη, που σκότωσε εν ψυχρώ τον Αλέξη, χωρίς καν να απειλείται. Και η αστυνομία είναι εκείνη η μορφή της εξουσίας που γίνεται πιο εύκολα κι άμεσα αντιληπτή σε ένα μαθητή, μια νεανική συνείδηση που ακόμα διαμορφώνεται. Αλίμονο όμως αν μείνει μόνο στο όργανο της τάξης και δε σκεφτεί το ζήτημα ποια τάξη είναι αυτή που υπηρετεί (και την βαφτίζουν “δημόσια”).

Πλέον δε μιλάμε για μικρά παιδιά με ανώριμες συνειδήσεις που διαμορφώνονται. Αλλά για μεγαλύτερα “παιδιά”, που έχουν προσκολληθεί στην παιδική τους ηλικία (πολιτικά μιλώντας) και μια αντίστοιχα απλοϊκή συνείδηση που δυσκολεύεται να ξεφύγει από το φετιχισμό της σύγκρουσης με τους μπάτσους ή μάλλον φτωχαίνει την έννοια, περιορίζοντάς την σε μπάχαλα και κλεφτοπόλεμο με τα ΜΑΤ. Και αυτά τα αντι-μπατσικά αντανακλαστικά -που είναι απολύτως λογικά αν μιλάμε για την περίοδο του Δεκέμβρη ή για μικρούς μαθητές, που ωστόσο κάπως “εκπαιδεύονται” από την πείρα τους- είναι κάτι που διέκρινε και τις μαζικές κινητοποιήσεις των επόμενων χρόνων, την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων.

Η βία από μόνη της δεν είναι λύση, φετίχ, δεν αποτελεί εξέγερση. Η σύγκρουση μπορεί να είναι πχ μια απεργία, ένας συλλογικός ταξικός αγώνας ενάντια στα αφεντικά -και όχι ενάντια στα όργανά τους- τα βήματα που χρειάζεται για να φτάσουμε ως εκεί, η σύγκρουση με μια σειρά στερεότυπα, κατάλοιπα και κωλύματα στις συνειδήσεις των συναδέλφων. Με δυο λόγια είναι μια διαρκής διαδικασία που γίνεται σε καθημερινή βάση και όχι απλώς μια κορύφωση.

Θα σπάσουν τζάμια στην πραγματική επανάσταση;

Πιθανότατα ναι, αλλά αυτό θα γίνει παρεμπιπτόντως κι όχι ως αυτοσκοπός. Η βία είναι απλώς η μαμή της ιστορίας, που κινείται από την ταξική πάλη, όχι η μητέρα της. Είναι αυτή που επισπεύδει κάποιες τάσεις, βοηθά να επικρατήσουν, αλλά δεν τις γεννάει. Μια νικηφόρος επανάσταση δε θα έρθει αφήνοντας πίσω της συντρίμια, αλλά φαντάζοντας ως το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Κατά κανόνα έρχεται ως κάτι ορμητικό, ακατανίκητο, αναπόφευκτο, που δε χρειάζεται εκτεταμένη βία, αλλά αποφασιστική χρήση της σε κάποια κρίσιμα σημεία για να δείξει τη δύναμή της. Η εύκολη επικράτηση των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα -που δεν πρέπει όμως να το βλέπουμε χώρια από τον αιματηρό Εμφύλιο που ακολούθησε, μετά την ιμπεριαλιστική παρέμβαση 14 χωρών που έσπευσαν να σώσουν τη ρωσική μπουρζουαζία με ταξική αλληλεγγύη.

Η επανάσταση λοιπόν δε θέτει ως αυτοσκοπό να σπάσει τζάμια. Αυτό που θέλει πρωτίστως είναι να τα κάνει δημόσια, λαϊκή, κοινωνική περιουσία. Το σπάσιμο μιας βιτρίνας αυτό καθαυτό δε συνιστά επαναστατική πράξη, δεν αμφισβητεί την ιδιοκτησία, τις σχέσεις παραγωγής, αλλά μένει ακριβώς στη βιτρίνα του συστήματος, σε ένα συμβολικό επίπεδο, ενώ συχνά τείνει να λειτουργεί με όρους της κοινωνίας του θεάματος.

Τι άφησε πίσω του τελικά ο Δεκέμβρης;


Ένα εκκωφαντικό κενό, που καλύφτηκε με αρκετή μυθολογία κι ιδεολογικά σχήματα που δεν έχουν πολλή σχέση με την πραγματικότητα. Κι ωραία λόγια για ένα κίνημα που δεν ήταν η απάντηση, αλλά η ερώτηση. Αλλά δεν αρκούν για να καλύψουν την έλλειψη βάθους ή συνέχειας. Ο Δεκέμβρης ακύρωσε ως ένα βαθμό τα Χριστούγεννα, αλλά το διάστημα των Χριστουγεννιάτικων διακοπών ακύρωσε το Δεκέμβρη και την όποια δυναμική του. Και αλίμονο σε όποιον μπερδεύει τελικά -συνήθως σκόπιμα- το κενό με το βάθος…

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Χαμένοι στη μετάφραση - Δυο ξένοι

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Πριν από μερικές βδομάδες έλαβε χώρα στην Καλλιθέα μια εκδήλωση για τα 80 χρόνια από τη Συμφωνία του Μονάχου. Πέρα από το ενδιαφέρον θέμα, περισσότερο ενδιαφέρον προσέδιδε η σύνθεση στο πάνελ των ομιλητών και η παρουσία του Ελισαίου Βαγενά -του οποίου την ομιλία αναδημοσιεύσαμε εδώ– σε μια ομιλία που διοργάνωνε η Ρωσική πρεσβεία.

Ένας σύντροφος έλεγε πως κάποια σημεία της εκδήλωσης του θύμιζαν σκηνές από τους “Δυο Ξένους”, όπου η Ντένη Μαρκορά και η Μαρούσκα (“ντα γκασπαζά”) λένε τα δικά τους, η καθεμιά στη γλώσσα της και καταφέρνουν τελικά με έναν περίεργο τρόπο να βγάζουν μια χαρά συνεννόηση μεταξύ τους. Έτσι έγινε και στην εκδήλωση, με εξαίρεση όσους περιμέναμε να βγάλουμε άκρη από τη μεταφράστρια στα ακουστικά μας, που έτρεχε ασθμαίνοντας πίσω από τους ομιλητές να τους προλάβει, σα χαμένος συνασπισμός στην κούρσα των εξοπλισμών. Κι εμείς μαζί της, χαμένοι στη μετάφραση, να νιώθουμε “δυο ξένοι” στην ίδια εκδήλωση.

Και δεν ήταν απαραίτητα η γλώσσα το βασικό εμπόδιο στην πολιτική συνεννόηση -έτσι κι αλλιώς ο Βαγενάς και κάποιοι ακόμα δε χρειάζονταν ακουστικά και διερμηνεία. Ούτε και τα επίσημα κοστούμια των ανθρώπων της πρεσβείας, σε αντίθεση με το φοιτητικό ντύσιμο κάποιων συντρόφων της Σπουδάζουσας (και κάποιων άλλων που δεν είναι πια, εδώ και χρόνια φοιτητές ή στην ΚΝΕ).

Δυο διαφορετικοί κόσμοι, σα να λέμε καπιταλιστικός και σοσιαλιστικός. Ή μάλλον, η αντίθεση μεταξύ των κομμουνιστών και όσων βλέπουν τη Ρωσία όπως 30 χρόνια πριν -ή και 80 χρόνια πριν, για να το συνδέσουμε με το θέμα της εκδήλωσης, για τη Συμφωνία του Μονάχου και το ιστορικό της πλαίσιο. Σα να είναι η Ρωσία υποψήφιος σύμμαχος, για να συμπήξουμε μαζί της “δημοκρατικό, αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο”. Και να σκεφτείς πως τριάντα χρόνια πριν όλοι αυτοί ήταν Σοβιετικοί και πιθανότατα σύντροφοι, οργανωμένοι στο ΚΚΣΕ. Για το οποίο ίσχυε αυτό που είχε πει ο Ραφαηλίδης πως σε ένα ΚΚ μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές… Σημεία των καιρών.

Η πρώτη εντύπωση από το χωρό της εκδήλωσης ήταν εντυπωσιακή -κι ας μοιάζει ταυτολογία αυτό. Ανιχνευτής μετάλλων στην είσοδο, έδρανα με υποδοχή για ακουστικά, φορητά ακουσικά με μπαταρία που την καθιστούσαν περιττή. Και η βεβαιότητα πως οι Ρώσοι μπορεί να άργησαν αλλά έπιασαν τελικά το τρένο της ΕΤΕ (επιστημονικοτεχνική επανάσταση), αν ήταν δηλαδή δικός τους ο εξοπλισμός και όχι της αίθουσας του Υπουργείου. Μέχρι που άρχισε να χάνεται κατά διαστήματα η επαφή με τα ακουστικά, μαζί με τις φράσεις που έχανε η μετάφραση, και διαλύθηκε η ψευδαίσθηση, μαζί με κάθε ειρμό. Ακούγαμε πχ τον κύριο ομιλητή (Α. Μπορίσοφ) να κάνει χαριτωμένες παρεμβάσεις για τους vegan και τα γαϊδουράκια στη Σαντορίνη, που προφανώς σε κάποια συμφραζόμενα εντάσσονταν για να βγει νόημα, αλλά άντε να βγάλεις άκρη χωρίς αυτά… Κατά συνέπεια, είναι πρακτικά αδύνατο να γίνει ουσιαστική αποτίμηση σε όσα είπε, πέρα από σκόρπιες σκέψεις και σημεία που ξεχώρισαν.

Ότι ο Λόιντ Τζορτζ είχε χαρακτηρίσει το Χίτλερ ως τον Τζορτζ Ουάσιγκτον της Γερμανίας. Ότι στη Σοβιετική Ένωση αναφέρονταν στη “Συνωμοσία” -και όχι στη συμφωνία- του Μονάχου. Ότι σε κάποιες χώρες που βρέθηκαν υπό ναζιστική κατοχή, υπήρχαν δυνάμεις που ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία τον πόλεμο, πχ για να μην καταστραφεί η μεσαιωνική Πράγα, να μη βουλιάξει η Ολλανδία κοκ -καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται, ακόμα κι αν είναι για να προστατευτείς απέναντι στους φασίστες…

Για το όχι και τόσο υψηλό επίπεδο πολιτικής ετοιμότητας της χιτλερικής μηχανής σε εκείνο το σημείο, καθώς τα μισά χιτλερικά τανκς δεν έφτασαν καν στην Πράγα. Για τη διαμάχη Στάλιν-Τρότσκι και το χαμηλό διανοητικό επίπεδο του πρώτου (;!). Για την αίσθηση που είχε ο Τσάμπερλεϊν πως με αυτή τη συμφωνία, το ζήτημα της ειρήνης είχε λυθεί θετικά για τα επόμενα εκατό χρόνια (!), που θυμίζουν συνειρμικά τις αντίστοιχες “εκτιμήσεις” για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος μετά από κάθε “μεταρρύθμιση”. Για τα υπόλοιπα, πιθανόν να έχουμε διαφορετική προσέγγιση σε αρκετά ζητήματα, αλλά δεν μπορούμε να πούμε σε τι έγκειται αυτή η διαφοροποίηση, αν δε γνωρίζουμε ουσιαστικά τι είπε -κάτι ανέφερε πάντως ο Βαγενάς στη συνέχεια.

Από τα παραπάνω πάντως προκύπτει η πιθανότητα να αναλύθηκαν και πιο ζουμερά σημεία, χωρίς να μας βρίσκουν απαραίτητα σύμφωνους, καθώς και η ώριμη πια ανάγκη για ανασύσταση ενός ελληνοσοβιετικόυ συνδέσμου φιλίας, που έκανεε κάποτε δωρέαν μαθήματα ρωσικών. Εξίσου φανερή ήταν και η βαριά ρώσικη προφορά που παρεισέφρυε σε κάποιες φράσεις του συντονιστή και κάποιων από τους θεατές, όπως το “διαργκανωτές” και τα “πλούτα” (που παράγουμε). Ενώ, παρεμπιπτόντως, δύο άλλα σχεδόν καλτ σημεία από τη μετάφραση, ήταν ότι “αν δεν μπορείς να αποφύγεις τη βία, ξάπλωσε κι απόλαυσέ την” και η απόδοση “συμμετείχε στην απόπειρα [κατά του Τρότσκι] που τελικά δεν έγινε (τι μας κρύβουν;)…

Υπήρχαν όμως πολύ πιο σοβαρά σημεία, για να σταθεί κανείς. Ο πρώτος ομιλητής έκανε μια εισαγωγική ομιλία για τους βασικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας, σημειώνοντας εύστοχα πως δεν αποτελούσε προσωπική επιλογή του Τσάμπερλεϊν η τακτική του κατευνασμού, καθώς και ότι η Τσεχοσλοβακία, που πρακτικά δόθηκε δώρο στο Χίτλερ με τη Συμφωνία του Μονάχου, κάθε άλλο παρά στρατιωτικά αμελητέα δύναμη ήταν.

Από τις παρεμβάσεις του Βαγενά, πιο πολύ ζουμί είχαν δύο σημεία στη συζήτηση που ακολούθησε, όπου στην ερώτηση στα ελληνικά, γιατί δεν αντιδρά το ΚΚΕ ενάντια στη φασιστική κυβέρνηση της Ουκρανίας και την υποτέλεια του Τσίπρα, θυμίζοντας τις πρόσφατες, μαζικές αντι-ιμπεριαλιστικές, αντι-ΝΑΤΟϊκές κινητοποιήσεις σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου υπάρχει ή σχεδιάζεται να γίνει βάση. Και σημείωσε τη βασική διαφορά με τον προηγούμενο ομιλητή για το αν μπορούν να ασκήσουν ανεξάρτητη πολιτική οι ενδιάμεσες-μικρότερες χώρες και αν “προδίδουν” οι κυβερνήσεις-αστικές τάξεις τα “εθνικά συμφέροντα”, συμμετέχοντας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ή αν θεωρούν πως έτσι μπορούν να επωφεληθούν και να τα υπηρετήσουν καλύτερα.

Ενδιαφέρον είχε επίσης το σημείο όπου αναφέρθηκε στις 17 Νατοϊκές επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία του πλανήτη, στις οποίες συμμετέχει ο ελληνικός στρατός, για να τον διακόψει ένα καραβανάς με κεραμιδί μαλλιά και να πει ότι είναι μόλις πέντε, γιατί οι άλλες έχουν την αιγίδα του ΟΗΕ. Ε, τότε αυτό τα αλλάζει όλα…

Το κομμάτι της συζήτησης έκλεισε σχετικά γρήγορα, γιατί όπως είπε κι ο συντονιστής, ακολουθεί δεξίωση με μπουφέ. Εκεί όπου χαλαρώνουν λίγο τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις, και μπορεί να θυμηθείς τα παλιά, τους υπαρκτούς -σαν τον υπαρκτό- δεσμούς, που δεν ήταν όμως ακατάλυτοι (ούτε και ο υπαρκτός σοσιαλισμός, άλλωστε), γιατί είναι πρωτίστως πολιτικοί, όσα κοινά βιώματα κι αν υπάρχουν με το (σοσιαλιστικό) παρελθόν της Ρωσίας. Το αίμα νερό δε γίνεται ίσως πει κανείς. Αλλά αυτό ακριβώς δεν έκαναν όσοι κοιμήθηκαν μια ημέρα κομμουνιστές-κόκκινοι και ξύπνησαν αντισοβιετικοί σε μια νύχτα; Κι αν δε βρίσκουμε πια κοινό σημείο επαφής, δεν είναι η γλώσσα το πρόβλημα.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Ένας αιώνας ΚΚΕ, γιατί…

Αναδημοσίευση από Κατιούσα

Για όλους τους λόγους του κόσμου.

1. Γιατί όπου κι αν βρίσκεσαι σε αυτόν τον τόπο, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις το ιστορικό χνάρι που άφησαν οι κομμουνιστές, σε κάθε πεζούλι, κάθε ρεματιά.

2. Γιατί αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το επανεφεύρουμε, να το φτιάξουμε από την αρχή.

3. Γιατί υπάρχει και θα συνεχίσει να δρα, όσο υπάρχει αδικία, οι αιτίες που την γεννούν, όλα αυτά τα παλιοπράγματα που αποτελούν την ταξική προϊστορία του ανθρώπου.

4. Γιατί το κόκκινο χρώμα είναι από τη θυσία των μελών του, είναι το αίμα του, που δεν το δανείστηκε από κανέναν.

5. Γιατί έβγαλε από τα σπλάχνα του ήρωες με 12 ζωές, που τις θυσίαζαν όλες για το δίκιο του εργαζόμενου λαού.

6. Γιατί γεννάει Μπελογιάννηδες, μικρούς και μεγάλους ήρωες της βιοπάλης, της καθημερινής ζωής. Αυτούς που δρουν και σκέφτονται επαναστατικά σε μη επαναστατικούς καιρούς, με πνεύμα αυτοθυσίας κι ηρωικά σε μη ηρωικές περιόδους.

7. Γιατί είναι ο εφιάλτης της αστικής τάξης, των εκμεταλλευτών και των μαντρόσκυλών τους, της σαπίλας του ντουνιά.

8. Γιατί ενσαρκώνει το όραμα για μια κοινωνία χωρίς τάξεις, κράτος, διακρίσεις και εκμετάλλευση.

9. Για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση.

10. Για να ανθρωπέψει ο άνθρωπος.

11. Γιατί ήταν πηγή έμπνευσης για τους πιο ευαίσθητους κι ανήσυχους καλλιτέχνες. Για εκείνο το είδος τέχνης που μένει αθάνατο, γιατί είναι στρατευμένο.

12. Γιατί ήταν η ψυχή του ΕΑΜ και της Εθνικής Αντίστασης, κι αναγεννήθηκε από τις στάχτες του, ενώ έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί.

13. Γιατί δεν προβάλλει την ιστορία του ως εμπόρευμα για εκλογική υπεραξία. Τη μελετά προσεκτικά, διδάσκεται από το μεγαλείο και τα λάθη του.

14. Γιατί μόνο αυτό μπορεί να εμπνεύσει πια μαζικές εκδηλώσεις, να γεμίσει στάδια, να κάνει μεγάλες συγκεντρώσεις.

15. Μόνο αυτό μπορεί να “παράγει τέχνη”, να οργανώσει δρώμενα και παραστάσεις που θα τα ζήλευαν οι κορυφαίοι επαγγελματίες.

16. Γιατί ακόμα και τα αστικά κόμματα προσπάθησαν να μιμηθούν τη δομή του, να αντιγράψουν τα συνθήματά του.

17, Γιατί κόμματα υπάρχουν πολλά. Κομμουνιστικό κόμμα νέου τύπου όμως ένα.

18. Γιατί κινεί προς τα μπρος τα γρανάζια της ιστορίας και της ταξικής πάλης που την καθορίζει.

19. Γιατί έχει βαθιές ρίζες στο λαό και την εργατική τάξη, που το κράτησαν όρθιο τις πιο δύσκολες στγιμές.

20. Γιατί έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, θα φροντίσουμε εμείς για αυτό.

21. Γιατί βάζει ως στόχο του τη δικτατορία του προλεταριάτου, χωρίς ψευδώνυμα. Και όπως έλεγε ο Λένιν, Μαρξιστής δεν είναι αυτός που παραδέχεται την πάλη των τάξεων, αλλά αυτός που αναγνωρίζει πως θα οδηγήσει αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου, ενάντια στους εκμεταλλευτές του.

22. Γιατί σημαδεύει ακόμα κι αυτούς που το πρόδωσαν και εξαργυρώνουν τα παλιά κομματικά τους ένσημα και παράσημα, για να βγάλουν το παντεσπάνι το επιούσιο.

23. Γιατί έχει κάνει τις πιο άρτιες, πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες αναλύσεις για την ελληνική κοινωνία, την οικονομία της και τις προοπτικές της.

24. Γιατί πήγε ενάντια στο ρεύμα της αντεπανάστασης, υπάρχει και μετά τον υπαρκτό και την πτώση του, όταν όλοι περίμεναν πως θα έκλεινε σα μαγαζί, μαζί με την κεντρική αντιπροσωπία της Σοβιετικής Ένωσης.

25. Γιατί είναι παντός καιρού. Και δεν παρέκκλινε ποτέ από το στρατηγικό στόχο. Μηδέ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι.

26. Γιατί είχε την πρώτη γυναίκα πολιτικό αρχηγό.

27. Γιατί είχε αρχηγό έναν καπετάνιο-αντάρτη του βουνού.

28. Γιατί είχε το Νίκο Ζαχαριάδη, ίσως την πιο φωτεινή προσωπικότητα του εικοστού αιώνα, που το μπουντρούμι δεν τον λυγά…

29. Γιατί δεν πέρασε ποτέ στην άλλη πλευρά, ακόμα κι αν δεν πήρε την εξουσία τη στιγμή που έπρεπε.

30. Γιατί είναι το κόμμα της εργατικής τάξης, όταν οι άλλοι λένε πως δεν υπάρχει πια εργατική τάξη.

31. Γιατί είχε σύνθημα από παλιά “σφυρί-δρεπάνι και ψήφο στο φουστάνι” κι έδωσε πρώτη φορά ψήφο στις γυναίκες της Ελεύθερης Ελλάδας.

32. Γιατί υπάρχουν πέντε, δέκα, δεκαπέντε κόμματα, αλλά δύο μόνο πολιτικές. Και τα διλήμματα μεταξύ αστικών κομμάτων ήταν, είναι και θα είναι “Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος…”

33. Γιατί τους κομμουνιστές δεν τους ενδιαφέρει τι ψηφίζεις κι αν είσαι αριστερός, αλλά ποια είναι η θέση σου στην παραγωγή και την κοινωνία.

34. Γιατί έρχεται από πολύ μακριά, έναν αιώνα πριν. Και πηγαίνει πολύ μακριά, στην κοινωνία του μέλλοντος και την υπέρβαση της προϊστορίας του ανθρώπινου είδους.

36. Διότι δε συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις…

37. Γιατί πήγε ενάντια στο ρεύμα του εθνικισμού, την κρίσιμη περίοδο για τη Μακεδονία, όταν όλοι οι άλλοι έπαιρναν μέρος στα σκοπιανοφάγα συλλαλητήρια -πλην Λακεδαιμονίων…

38. Γιατί είναι πραγματικό κόμμα, με Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό, όπου δεν κάνει ο καθένας του κεφαλιού του ή μικρά καπετανάτα.

39. Γιατί οι ήρωες που έβγαλε από τις γραμμές του είναι η ιστορική απόδειξη που γκρεμίζει το στερεότυπο για τη συλλογικότητα που τσαλαπατά τα άτομα και την οργάνωση που βάζει τις μάζες σε καλούπια και δεν τις αφήνει να εκφραστούν.

40. Γιατί η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη.

41. Γιατί σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει.

42. Γιατί δεν παραδέχτηκε την ήττα. Δεν ηττήθηκε ποτέ ηθικά και πολιτικά.

43. Γιατί τα πρώτα εκατό χρόνια ήταν τα δύσκολα. Και ήταν μόνο η αρχή.

44, Γιατί πραγματική, επαναστατική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει χωρίς το ΚΚΕ.

45. Γιατί τρία κόκκινα γράμματα σκίζουν τα σκοτάδια της μαύρης αντίδρασης.

46. Γιατί για ένα κομμάτι ψωμί, δε φτάνει μόνο η δουλειά. Δε φτάνει μια δουλειά που κατεβάζει τον τόνο από ντροπή να μην την πουν δουλεία, ένα κομμάτι ψωμί ενώ παράγουμε όλο το καρβέλι, μια εργασία που θα νοιάζεται για το ψωμί, για τα προς το ζην και δε θα είναι παιχνίδι, χαρά, δημιουργία, αυτοσκοπός.

47. Γιατί ακόμα και στις χειρότερες στιγμές του, ήταν χιλιάδες φορές ψηλότερα από τις καλύτερες στιγμές των αστικών κομμάτων. Μια χρονιά από τη δράση του, ολόκληρη η δική τους…

48. Γιατί για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή. Και δε θα πάψει να δουλεύει για αυτό, παρά μόνο αν γυρίσει ο ήλιος ανάποδα κι αρχίσει να βγαίνει από τη Δύση.

49. Γιατί οι νεκροί περιμένουν… Αλλά όχι τη Δευτέρα Παρουσία…

50. Γιατί “κουφάλες δεν ξοφλήσαμε”, κι ας ξόφλησε πολιτικά αυτός που έγραψε και τραγούδησε το στίχο…

51. Γιατί σε αυτό το κόμμα, τους αγώνες, το ηθικό του πλεονέκτημα, το ιστορικό του φορτίο οφείλεται αυτό που οι Δεξιοί ονομάζουν “ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς…”

52. Γιατί είναι κόμμα αγωνιστών κι όχι τηλεοπτικών αστέρων. Κι όποιος έρχεται μαζί του, το κάνει για να δώσει, κι όχι για να πάρει…

53. Γιατί είναι ώριμο τέκνο της ανάγκης, της Οχτωβριανής Επανάστασης, των ημερών που συγκλόνισαν τον κόσμο…

54. Γιατί μόνο αυτό βασίζεται σε επιστημονική θεωρία, έχει ολοκληρωμένο πρόγραμμα αντί για ψεύτικες, προεκλογικές εξαγγελείς.

55. Γιατί είναι το μόνο κόμμα που έχει πραγματικά ανοιχτό, ουσιαστικό και δημόσιο προσυνεδριακό διάλογο.

56. Γιατί η ζωή τραβάει την ανηφόρα, κι ακολουθεί κι αυτό μαζί της, διαψεύδει όσους κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια και το θεωρούν “κολλημένο”.

57. Γιατί μπορεί να λένε πως έχει ξύλινο λόγο, αλλά ποτέ δεν είναι κούφιος.

58. Γιατί δεν έχει μόνο το όνομα αλλά και τη χάρη.

59. Γιατί η νεολαία του διοργανώνει διαχρονικά τα καλύτερα Φεστιβάλ. Ποτέ άλλοτε τόσο πολλά ΜΜΕ δεν έκαναν γαργάρα -συστηματικά σε ετήσια βάση- ένα τόσο μαζικό πολιτιστικό γεγονός.

60. Γιατί ο σύντροφος είναι η πιο όμορφη λέξη του κόσμου, όσο κι αν πάσχισαν να την μαγαρίσουν.

61. Γιατί η αλήθεια γράφεται με κόκκινο, όπως κι η ομορφιά του αγώνα.

62. Γιατί το Κόμμα δεν έχει μόνο το όνομα αλλά και τη χάρη -και στα τρία συνθετικά του τίτλου του.

63. Γιατί νόμος είναι το δίκιο του εργάτη.

64. Γιατί εκτός από τη μοναξιά, υπάρχει και ο ιμπεριαλισμός, ως ανώτερο στάδιο του εκμεταλλευτικού, ταξικού συστήματος.

65. Γιατί έκανε την ανάγκη ιστορία.

66. Γιατί έχει ιστορία, που δεν μπαίνει σε μουσεία…

67. Γιατί τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα.

68. Γιατί Βάρκιζα τέλος, εδώ και πολλά χρόνια, λίγους μήνες μετά την υπογραφή της.

69. Για να έχει αφίσες να σκίζει ο Τζήμερος και γυναίκες να τον τρομάζουν.

70. Γιατί δε φτάνουν 100 σημεία, 100 σελίδες, 100 χρόνια να κλείσουν την ιστορία του.

71. Γιατί δεν έσπασε, όσες φορές κι αν το διέσπασαν.

72. Γιατί το ΚΚΕ δε θέλει να κυβερνήσει. Θέλει να κυβερνήσεις εσύ.

73. Για τη Μακρόνησο, για τους 200 της Καισαριανής, για όσους δεν υπέγραψαν δήλωση, για τους αλύγιστους της ταξικής πάλης.

74. Γιατί δεν είναι κόμμα του συρμού κι ας το είδαν κάποιοι ως μόδα -ακόμα κι όταν είχε το “Συρμό” στο Μεταξουργείο.

75. Γιατί λογοδοτεί μόνο στο λαό, αλλά δεν του χαϊδεύει αυτιά και τον θέτει προ των ευθυνών του.

76. Γιατί τα κομματικά μέσα του γράφουν αυτά που δε λένε οι άλλοι, χωρίς φαμφάρες και περιτύλιγμα εις βάρος της ουσίαες.

77. Γιατί όταν οι άλλοι δείχνουν το τυράκι, αυτό προειδοποιεί για τη φάκα. Το έκανε και προεκλογικό σποτάκι, για να το θυμούνται όλοι…

78. Γιατί την επόμενη φορά δε θα φτάσει απλά στην πηγή, αλλά θα ξεδιψάσει, χωρίς να τα κάνει μούσκεμα.

79. Γιατί είναι το καλύτερο σχολείο, τόσο που συνωστίζονται οι αστοί για να στρατολογήσουν παλιούς του μαθητές-απόφοιτους.

80. Γιατί οι κομμουνιστές είναι αγάπη από την κορφή ως τα νύχια.

81. Γιατί χαμένη μάχη είναι αυτή που δε δόθηκε. Κι αυτό έχει δώσει τις περισσότερες και τις πιο σκληρές.

82. Γιατί το μέλλον δε θα έρθει μόνο του, νέτο-σκέτο, αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς.

83. Γιατί δεν περιμένει να “ωριμάσουν οι συνθήκες” από μόνες τους, σαν ώριμο φρούτο, ούτε διακατέχεται από μικροαστική ανυπομονησία “επανάσταση θέλω, τώρα την θέλω”.

84. Γιατί οι κομμουνιστές αγαπούν τόσο τη ζωή, που δε δίστασαν να πεθάνουν για αυτή.

85. Γιατί το στηρίζει κανείς με την καρδιά και το μυαλό, λογική και συναίσθημα, σε διαλεκτική σύνδεση.

86. Γιατί δίνει το χέρι του σε όποιον σηκώνεται.

87. Γιατί η Κασσάνδρα είχε τελικά δίκιο. Γι’ αυτό δεν κατάφερε να το αλώσει κανένας από τους Δούρειους Ίππους που έστησαν κάτι καιρούς οι πολυμήχανοι υπονομευτές του.

88. Γιατί δεν κάνει γραμματείς αυτού που λένε οι άλλοι, ή αυτούς που γράφουν καλά στο γυαλί με όρους μάρκετινγκ.

89. Γιατί οι ζευγάδες φεύγουν, αλλά η σπορά μένει.

90. Γιατί τα σπίτια που λέγανε πως θα μας πάρουν οι κομμουνιστές, μας τα πήραν οι τράπεζες

91. Γιατί έχει βρει το ελιξήριο της νιότης του κόσμου, ενάντια στη σαπίλα και την παρακμή.

92. Γιατί ειναι διεθνώς σημείο αναφοράς και βάση ετεροπροσδιορισμού για τους εγχώριους αντίζηλους του.

93. Γιατί μακριά απ’τα στερεότυπα της στείρα άρνησης, εξηγεί στο λαό πότε ειναι κοροϊδία το ΟΧΙ και λέει στη ζωή το μέγα ΝΑΙ.

94. Γιατί είναι ρυάκι που γίνεται μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο και μία μέρα θα παρασύρει τις όχθες που το περιορίζουν.

95. Γιατί την προδοσία πολλοί αγάπησαν, αλλά τους προδότες του ΚΚΕ κανείς.

96. Γιατί είναι το καλύτερο σχολείο, τόσο που οι αστοί συνωστίζονται να στρατολογησουν τους μαθητές του.

97. Γιατί κανείς δεν μπόρεσε να το βάλει στο χέρι, παρά μόνο ο λαός ως τιμωρό χέρι του.

98.Γιατί συνεχίζει να γράφει ιστορία κι ας προδιεγραψαν κάποιοι το τέλος της.

99. Γιατί ένα φάντασμα πλανιέται ακόμα πάνω από την Ευρώπη, την Ελλάδα κι όλο τον κόσμο.

100. Γιατί ένας αιώνας αγώνας και θυσία.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Ο Τσε Γκεβάρα ενάντια στο Φιντέλ, τους Σοβιετικούς και άλλες ιστορίες…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η συνταγή είναι παλιά και δοκιμασμένη, από τον “τσελεμεντέ του μικροαστού”.

Άλλο οι κομμουνιστές κι άλλο το κόμμα τους, η εξουσία τους, ο ένοπλος στρατός τους. Οι πρώτοι μεγαλουργούν, τους θαυμάζουμε και τους οικειοποιούμαστε σαν ηρωικές εμβληματικές μορφές. Τα δεύτερα σφάζουν, καταπιέζουν, προδίδουν τους πρώτους, τους τρώνε όπως ο Κρόνος τα παιδιά του. Πιο κλισέ κι από μπλουζάκι με τον Τσε, κονκάρδα με τον Τσε, μποξεράκι με τον Τσε και όλα τα συμπαρομαρτούντα της εμπορευματοποίησης.

Σιγά μη γλίτωνε ο Ερνέστο Γκεβάρα από αυτήν τη μόδα. Γιατί έφυγε λοιπόν ο Τσε από την Κούβα; Μήπως ήρθε σε ρήξη με το Φιντέλ; Μήπως είχε βαρεθεί να σαπίζει στα γραφεία και τα οφίτσια, για να μη βουλιάξει στη ρουτίνα και γίνει ένα γραφειοκράτης; Μήπως έβλεπε τα χρόνια να περνούν και το στόχο να απομακρύνεται, σαν το βάθος του ορίζοντα όσο τον πλησιάζεις;

Η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική και σίγουρα πιο σύνθετη. Οι Κουβανοί όφειλαν να μείνουν στη χώρα τους για να ολοκληρώσουν την επανάστασή τους, το χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Ο Τσε ήταν Αργεντίνος και δεν είχε τέτοια δέσμευση. Φεύγοντας από την Κούβα, για να συνεχίσει το αντάρτικο σε άλλες χώρες, της πρόσφερε την καλύτερη υπηρεσία που μπορούσε, ως προέκταση του δικού της αγώνα, και έτσι αντιλαμβανόταν το επαναστατικό του καθήκον.

Είχε ποτέ συγκρούσεις ή διαφορετικές αντιλήψεις με τον Κάστρο; Στρατηγικές διαφωνίες, σίγουρα όχι. Αυτή η ομοψυχία ήταν εξάλλου το θεμέλιο της φιλίας τους, αλλά κυρίως της διαρκούς πορείας της επανάστασης σε πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια, με σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Ο Τσε και ο Φιντέλ εξάλλου δε γεννήθηκαν κομμουνιστές. Διαμορφώθηκαν και συνάντησαν στην πορεία το μαρξισμό-λενινισμό, ως φυσική συνέπεια της δικής τους αγωνιστικής συνέπειας.

Αυτό δεν αποκλείει να είχαν διαφορετική αντίληψη για επιμέρους ζητήματα. Συνήθως αναφέρεται ως τέτοιο η στάση τους απέναντι στους Σοβιετικούς, οι εμπορικές σχέσεις και η συνεργασία με την ΕΣΣΔ. Είναι γνωστό πάντως πως αμφότεροι είχαν απογοητευτεί με τη στάση του Χρουτσόφ και την υπαναχώρησή του κατά την “κρίση των πυραύλων” που τους άφησε εκτεθειμένους. Ο Φιντέλ ήταν όμως υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τα πράγματα από τη θέση του ως ηγέτης μιας χώρας, να εξασφαλίσει στρατηγικούς συμμάχους κι επέλεξε συνειδητά να είναι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και στο πλευρό των Σοβιετικών, ακόμα και στα χρόνια της Περεστρόικα. Ο Τσε αντιθέτως είχε μεγαλύτερο περιθώριο κι ελευθερία κριτικής και κινήσεων -θα επιστρέψουμε σε αυτό παρακάτω.

Πώς προκύπτει όμως η ρήξη στη σχέση των δύο ανδρών; Με ποιο κριτήριο διαχωρίζουμε τον ένα από τον άλλον; Ο Τσε έπρεπε να κρυφτεί και να αναχωρήσει μυστικά από τη χώρα, χωρίς επίσημες τελετές αποχαιρετισμού, για λόγους συνωμοτικότητας. Ο Φιντέλ δεν τον άφησε να φύγει σε μια αποστολή αυτοκτονίας χωρίς γυρισμό, αλλά βρισκόταν σε συνεχή επαφή μαζί του, του έδωσε εκλεκτούς συντρόφους και κάθε πιθανή βοήθεια, πιστεύοντας στον αγώνα του και τη δυνατότητα να νικήσει. Και όταν ήρθε το τέλος, έκλαψε ειλικρινά για την απώλειά του και τον ανέφερε ως παράδειγμα: αν με ρωτούν πώς θέλουμε να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, θα έλεγα πως θέλουμε να γίνουν σαν τον Τσε.

Όσοι προσπαθούν να διαχωρίσουν το ηγετικό δίδυμο της κουβανικής επανάστασης -όπου έχει θέση βέβαια και ο Ραούλ και ο Σιενφουέγος και όλος ο κουβανικός λαός- ματαιοπονούν. Πλασάρουν την εικόνα του επαναστάτη που παράτησε τα αξιώματα, ενάντια στον Κάστρο που έμεινε πίσω, γαντζωμένος τάχα στην εξουσία. Στην πραγματικότητα μισούσαν το Φιντέλ και την κουβανική επανάσταση γιατί νίκησε, και τυλίγουν τον Τσε με το “φωτοστέφανο” που βάζουν στους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς.

Ποια ήταν όμως η στάση του Τσε απέναντι στους Σοβιετικούς; Τι σημασία είχε ο λόγος του στο Αλγέρι; Ο Τσε έκανε καταρχάς συντροφική κριτική στο “σοβιετικό μοντέλο” εννοώντας βασικά την τότε κυρίαρχη γραμμή της και τη στροφή στα κριτήρια της οικονομίας της αγοράς. Άσκησε κριτική στην προτεραιότητα που δινόταν στα υλικά κίνητρα θεωρώντας τα μοχλό που οδηγεί στον καπιταλισμό και προκρίνοντας στη θέση τους τη χρήση ηθικών κινήτρων που προωθούν τη διαμόρφωση μιας άλλης προσωπικότητας με κομμουνιστικά στοιχεία. Είναι η κριτική ενός κομμουνιστή που δε βάζει απέναντι τη Σοβιετική Ένωση αλλά σημειώνει σχεδόν “προφητικά” εκείνους τους παράγοντες που δυναμιτίζουν τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας. Είναι, με άλλα λόγια, ακριβώς το είδος της κριτικής που έπρεπε να γίνει αλλά έλειπε σε μια κρίσιμη καμπή για το κομμουνιστικό κίνημα διεθνώς, όταν ακόμα και μια καλοπροαίρετη επισήμανση μπορούσε να θεωρηθεί ως διαφοροποίηση που δίνει πάτημα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο.

Οι διαφορές δεν εξαντλούνταν στο “μοντέλο” σοσιαλιστικής οικοδόμησης αλλά αφορούσαν και την επαναστατική στρατηγική-τακτική και σε άλλες χώρες. Όση κριτική κι αν ασκηθεί πχ στη λογική του “φοκισμού”, των πολλών ένοπλων εστιών που θα προωθήσουν τον πολιτικό αγώνα και δεν έρχονται ως επιστέγασμά του, είναι σίγουρα άλλης τάξης από αυτή που μπορεί να γίνει στην πολιτική του ειρηνικού περάσματος και τις αυταπάτες που καλλιέργησε.

Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για την κριτική και τα “λάθη” ενός κομμουνιστή που ήταν ενάντια σε όσα αδυνάτιζαν το σοσιαλισμό, τη Σοβιετική Ένωση και το κομμουνιστικό κίνημα και όχι ενάντια στους κομμουνιστές και τις σοσιαλιστικές χώρες. Κι αυτό δεν μπορεί να αλλοιωθεί και να αλλάξει, είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Το σοβιετικό Σύνταγμα του 77′ και το “παλλαϊκό κράτος”

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τις προάλλες συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από την έγκριση του νέου σοβιετικού Συντάγματος, στην περίοδο της διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ. Το νέο Σύνταγμα περιείχε 28 άρθρα από το προηγούμενο που είχε ψηφιστεί το 1936, και διατηρούσε αρκετά προοδευτικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας μεταξύ άλλων τον πρωτοπόρο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Η βασική αλλαγή ωστόσο αφορούσε ακριβώς αυτό το στοιχείο, το χαρακτήρα του κράτους, που θεωρούνταν πλέον παλλαϊκό, κράτος όλου του λαού, και όχι κράτους της εργατικής τάξης, δηλαδή “δικτατορία του προλεταριάτου”.

Πιστοποιούσε έτσι και στο επίπεδο του εποικοδομήματος, σε ένα σημαντικό τομέα, τη στροφή που είχε σηματοδοτήσει είκοσι χρόνια πριν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τη διαδικασία της αποσταλινοποίησης. Ρίζες αυτής της αντίληψης, ωστόσο, μπορούμε να βρούμε και σε αρκετά προγενέστερες επεξεργασίες, που αντιμετώπιζαν πχ τη Λαϊκή Δημοκρατία ως εναλλακτικό δρόμο στο σοσιαλισμό, διαφορετικό από τη ΔτΠ (δικτατορία του προλεταριάτου) που ήταν ο σοβιετικός δρόμος που ακολούθησε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Ουσιαστικά, στο επίκεντρο βρισκόταν αυτή ακριβώς η έννοια, στην οποία κατά καιρούς έχει ασκηθεί πολύπλευρη κριτική από διάφορες σκοπιές, με το Λένιν ωστόσο να γράφει πως μαρξιστές δεν ήταν όσοι παραδέχονταν γενικά την ταξική πάλη -κάτι που έκαναν ακόμα και αστοί αναλυτές- αλλά μονάχα όσοι δέχονταν πως οδηγεί υποχρεωτικά σε αυτό το αποτέλεσμα: την εργατική εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Κατά κανόνα, η κριτική αυτή είχε μικροαστική αφετηρία, που λυγίζει κι αναδιπλώνεται μπροστά στις δυσκολίες της ταξικής πάλης, απορρίπτει τη βία και τη “δικτατορία” -που όμως διαιωνίζει τη δικτατορία της αστικής τάξης, με όλους τους δημοκρατικούς μανδύες της- και αποκόβει τα δύο συνθετικά του όρου. Την απασχολεί δηλαδή πως η ΔτΠ θα πάψει να είναι “δικτατορία”, και όχι πώς θα συνεχίσει -ή αν θα πάψει- να είναι “εργατική”, του προλεταριάτου. Αυτή η σοσιαλδημοκρατική τάση φαινόταν να επηρεάζει το ΚΚΣΕ, κυριαρχώντας σταδιακά στις γραμμές του, κι αυτός ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους ήταν που αναιρούνταν από το θεωρητικό σχήμα του “παλλαϊκού κράτους”, παρά την ανελέητη κριτική που είχαν ασκήσει οι Κλασικοί σε αντίστοιχες έννοιες στην εποχή τους, όπως πχ ο Μαρξ στην μπροσούρα του για το Πρόγραμμα της Γκότα.

Παρόλα αυτά, και στο προηγούμενο Σύνταγμα υπήρχαν αδύνατα σημεία, καθώς ο διαχωρισμός των εκλογικών περιφερειών γινόταν σε εδαφική βάση, ανά περιοχές δηλαδή, κι όχι με βάση τις παραγωγικές μονάδες και τους χώρους δουλειάς. Προφανώς υπήρχε παράλληλα και κάποια σχετική διαπάλη, που συνεχιζόταν στο χρόνο, χωρίς να είναι τίποτα δεδομένο, ως οριστική κατάκτηση.

Πέρα από την κριτική ενός λάθους πάντως, ή μάλλον για να είναι ολοκληρωμένη αυτή η κριτική, είναι απαραίτητο να δούμε ποια σημεία μπορεί να ερμηνεύουν ένα ατόπημα, ποιοι παράγοντες το ευνόησαν και ποια υπαρκτά προβλήματα κλήθηκαν να λύσουν οι Σοβιετικοί, που προχώρησαν σε αυτές τις λανθασμένες επιλογές.

Είναι γνωστό πως μια τάξη που βρίσκεται στην πρωτοπορία, καταφέρνει να προβάλλει ως εκπρόσωπος όλου του έθνους, να συσπειρώσει γύρω της τις υπόλοιπες τάξεις, για να παίξει αυτόν τον ηγεμονικό ρόλο. Είναι επίσης γνωστό πως κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά των ναζί -που ονομάστηκε Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και ας μην ήταν στενά τέτοιος- οι Σοβιετικοί επιδίωξαν με διάφορους τρόπους και ελιγμούς την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης -αφού εκκαθάρισαν πρώτα τις δικές τους γραμμές στο Κόμμα από ασταθή και ύποπτα στοιχεία- ιεραρχώντας ως απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Είναι επίσης εύλογο πως μια συνταγή που πετυχαίνει αποτελέσματα και νικάει, μπορεί να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε ένα άλλο πλαίσιο, με διαφορετικές συνθήκες, που δε δικαιολογούν τη συνέχισή της.

Είναι σημαντικό όμως πως η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης δεν πάλευαν γενικά και αόριστα ενάντια στον εισβολέα, αλλά για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας -ενώ όσοι έβλεπαν τα συμφέροντά τους να θίγονται από αυτήν, πέρασαν ανοιχτά με το πλευρό των Ναζί. Είναι επίσης σημαντικό πως η εργατική τάξη και η πολιτική της πρωτοπορία θα πετύχει αυτή την ευρεία συσπείρωση με την επιβεβαίωση του ρόλου της στην πράξη, σε μια σειρά καθήκοντα, και όχι κάνοντας από θέση αρχής υποχωρήσεις απέναντι σε άλλες, σύμμαχες τάξεις, στο όνομα μιας εθνικής ή παλλαϊκής ενότητας.

Ένα δεύτερο θεωρητικό ζήτημα που έμπαινε γενικά, είναι το εξής: αν η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η μεταβατική μορφή μέχρι την εμφάνιση του κομμουνισμού και η ταξική πάλη οξύνεται στο σοσιαλισμό -όπως είχε γράψει ο Στάλιν- τότε πώς και πότε ακριβώς φτάνουμε στην απονέκρωση του κράτους, που θα μας οδηγήσει στο κομμουνιστικό στάδιο; Πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός της όξυνσης, εφόσον το κόμμα των μπολσεβίκων εκτιμούσε πχ τη δεκαετία του 30′ πως έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και έχουν εξαλειφθεί οι εναντίον του απειλές από τη σοβιετική κοινωνία;

Παράλληλα, υπήρχε μια αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού μετώπου, όπου είχαν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και οι βασικές κοινωνικές τάξεις (εργατική τάξη, αγροτιά, διανόηση) δεν είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, και του εξωτερικού τομέα, με τον Ψυχρό Πόλεμο και τα σφυριά του ιμπεριαλισμού να βαράνε συντονισμένα στην ίδια κατεύθυνση, βάζοντας στο στόχαστρο τη Σοβιετική Ένωση. Ασφαλώς αυτά τα δύο δε χωρίζονταν με στεγανά, δημιουργούνταν όμως μια ιδιαίτερη “παράδοξη” κατάσταση, που προκαλούσε και αντίστοιχες παραδοξολογίες σε θεωρητικό επίπεδο, όπως πχ το σχήμα του “κομμουνιστικού κράτους”, με τις κρατικές, πχ στρατιωτικές δομές, να διατηρούνται ενάντια στις εξωτερικές απειλές, τη στιγμή που στο εσωτερικό θα ξεκινούσε η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάποια πράγματα μπορεί να μοιάζουν προφανή, αλλά τα συμπεράσματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ταξική πάλη προφανώς δε σταματά ποτέ, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης παραμονεύει και δίπλα μας θα φτάσει κάποια μέρα, αν χάσουμε τα ταξικά γυαλιά μας, για να παραφράσουμε ένα γνωστό στίχο του Φώντα Λάδη. Η οικοδόμηση δεν είναι ένα προτσές που προχωρά αυθόρμητα, από μόνο του, χωρίς συνειδητή δράση. Κι έιναι ζητούμενο πώς θα κερδίζεται συνεχώς το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των μαζών σε αυτήν, παράλληλα με την απαιτούμενη εγρήγορση ενάντια στον ταξικό εχθρό, που δεν είναι άμεσα ορατός και κρύπτεσθαι φιλεί ή μπορεί να βρίσκεται μέσα μας, στη δύναμη της συνήθειας, του παλιού που αργοπεθαίνει, αλλά αντιστέκεται κι επιβιώνει με χίλιους τρόπους, από κάθε πιθανή χαραμάδα. Όσο για την απονέκρωση, είναι οπωσδήποτε κάτι που θα απασχολήσει τις επόμενες γενιές, ακόμα και αν υποθέσουμε πως εμείς θα “αξιωθούμε” να προλάβουμε μια επανάσταση στα κοντά.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να κρατήσουμε ως γενική αρχή πως παρά τα όσα λέγονταν -και είχαν μια κάποια βάση- για το γιγαντισμό και την υπέρμετρη διόγκωση του δημόσιου τομέα στη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, στην πράξη είχαμε εφαρμογή αυτού που σημείωνε ο Ένγκελς για το “μισο-κράτος”, που παύει να είναι ουσιαστικά τέτοιο από τη στιγμή που παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας και σταδιακά -σε βάθος χρόνου- παύει να είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός, εφόσον εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία και τα συμφέροντά της ενάντια σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που υπερασπίζονται το παλιό.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Πάει κι αυτό το Φεστιβάλ κι ας καρτερούμε ένα άλλο

Πηγή: Κατιούσα

Σα βγεις στον πηγαιμό για το Ίλιο, να εύχεσαι να είναι μακρύς και σίγουρος ο δρόμος. Τώρα θα γίνει δικός σου αυτός ο δρόμος. Αλλά είναι συλλογικός, όχι ατομικής χρήσης, τον έχουν διαλέξει πολλοί σαν κι εμάς, για αυτό κι έχει μποτιλιάρισμα, μια δυσκολία στη στάθμευση, και τα αυτοκίνητα προχωρούν σημειωτόν, σα να κάνουν μαζί αλυσίδες και βήμα ρυθμικό.

Και μένουμε στάσιμοι, όπως στα δύσκολα χρόνια, και δεν μπορεί να πει ο Ελευθέριος Ριλοάδης το δικό του αγαπημένο κλισέ “προχωράμε”. Αν και τότε ακριβώς κολλάει, γιατί είναι πάντα ειρωνικό, ιδίως από όταν το έπιασαν στο στόμα τους τα κυβερνητικά παπαγαλάκια: “Τρίτο Μνημόνιο; Προχωράμε…”. “Μόρια; ΜΑΤ; Ασφαλιστικό; Προχωράμε…” Γιατί η κυβέρνηση προχωρά χωρίς να κοιτάζει τη μελαγχολία του αριστεροχωρίου. Και τα ΜΜΕ προχωράνε χωρίς να βλέπουν πουθενά Φεστιβάλ, την Ταμίμι, τον κόσμο που ήρθε να την δει.
-100 χιλιάδες και πλέον κόσμου σε τρεις ημέρες; Προχωράμε…

Η πρώτη βδομάδα μετά το Φεστιβάλ είναι ουσιαστικά η πρώτη βδομάδα του Χειμώνα. Το επιβεβαιώνει και η πτώση της θερμοκρασίας σήμερα, αν και ουσιαστικά έχουμε χειμώνα παντός καιρού και πασών συνθηκών, ακόμα και 30 βαθμούς να είχε, κάπως σαν την επιλόχειο κατάθλιψη, που τίποτα πια δε σε συγκινεί σαν αυτό που έχεις ζήσει. Κι αναρωτιέσαι γιατί να μην είναι έτσι όλες οι μέρες, το ίδιο γεμάτες, το ίδιο μαζικές και συλλογικές, να συσπειρώνουν κόσμο, να κερδίζουν συνειδήσεις με το μέρος μας, να κάνουν δικό τους αυτό το δρόμο. Χαλάλι μετά το μποτιλιάρισμα, αν είναι να γίνει ακόμα πιο μαζικό το Φεστιβάλ. Και πού να είχε και κάποιο σταθμό του Μετρό κοντά στο Πάρκο…

Το ζητούμενο εξάλλου είναι να επιταχύνουμε τους νόμους του ιστορικού προτσές, κι εκεί οι όροι αντιστρέφονται, ο συλλογικός δρόμος είναι ο πιο γρήγορος, ο πιο σίγουρος, μακριά από τα αδιέξοδα του ατομικού, όπου φτάνεις μόνος σου και χωρίς εφόδια. Κι ας είναι ανηφορικός ο δικός μας δρόμος, δεν υπάρχει άλλη λύση αν θες να κάνεις την έφοδο προς τον ουρανό. Ακόμα κι αυτή η χαρά του Φεστιβάλ δεν είναι ένας ανέμελος δρόμος στα λιβάδια (με ξέπλεκες κοτσίδες όπως λέει και το κλισέ), αλλά έχει άπειρη δουλειά και πειθαρχία πίσω της.

Κάποιοι λένε συχνά σαν κλισέ για τις χρονιάρες μέρες πως πρέπει τότε να φροντίσουμε να είμαστε λίγο καλύτεροι άνθρωποι από ό,τι τον υπόλοιπο χρόνο -που προφανώς δε μας ενδιαφέρει το ίδιο. Κατ’ αντιστοιχία, για εμάς το Φεστιβάλ είναι η δική μας γιορτή -το λέει κι η λέξη- οι δικές μας χρονιάρες μέρες, που βγαίνει ο καλύτερος εαυτός μας, τα πιο ευχάριστα συναισθήματα. Κι όταν φτάνει η ώρα για να ξεστήσεις, έχεις τη λύπη που νιώθει ένα μικρό παιδί, όταν του λέει η μητέρα του να μαζέψει τα παιχίδια του και να τα βάλει στο κουτί τους, χαλώντας την Πολιτεία που είχε φτιάξει.

Η επιτυχία του Φεστιβάλ φαίνεται κι από κάποιους επαγγελματίες γκρινιάρηδες -και δεν εννοώ τους καλοπροαίρετους, αλλά αυτούς που θα ψάξουν να βρουν κάτι με το ζόρι. Γιατί χορεύετε; Γιατί υπάρχετε; Γιατί τρώτε σουβλάκια; Γιατί χαίρεται και χαμογελά ο κόσμος πατέρα; Και γιατί είναι τόσο πολύς ο κόσμος; Γιατί τα κάνετε όλα αυτά, ενώ ο κόσμος καίγεται; Γιατί χορεύει ο Γραμματέας; Γιατί έχει τέτοιο εκτόπισμα; Γιατί φέρατε την Αχέντ Ταμίμι; Γιατί χαίρεστε που συμβάλατε στην άρση απαγόρευσης εξόδου; Γιατί ακούτε Μποφίλιου; Γιατί…;

Αν τους πετύχετε πουθενά, μην τους πάρετε σοβαρά και μην τους ξεσυνερίζεστε. Είναι κατά βάθος ο δικός τους τρόπος να χαρούν και αυτοί το Φεστιβάλ, ζηλεύοντάς το.

Τα καλύτερα Φεστιβάλ μας δεν τα έχουμε ζήσει ακόμα. Κι αν κάποιοι αναρωτιούνται πώς θα γίνει αυτό πράξη, πώς θα βελτιωθούν, πώς θα ξεφύγουμε από την πεπατημένη και κάποιες επαναλήψεις, πώς θα βρούμε κι άλλα νέα στοιχεία, να προκαλούν ενθουσιασμό, και πώς, και τι, κτλ… στην πραγματικότητα θέτουν ένα άλλο ερώτημα: πώς θα γίνουμε πιο δυνατοί ως κίνημα. Πώς θα κερδίζουμε τα πιο ανήσυχα μυαλά, τους πιο ευαίσθητους καλλιτέχνες με το μέρος μας, πώς θα μπολιάζουμε τη σκέψη τους και τη δημιουργία τους με ιδανικά. Πώς θα γίνουμε πιο μαζικοί, για να βγάζουμε πιο πολλά ταλέντα, από τα οποία θα ξεχωρίσουν τα καλύτερα. Πώς θα έχουμε περισσότερες κατακτήσεις, γιατί τώρα πολλοί καλλιτέχνες δημιουργούν από το υστέρημα του χρόνου τους, παράλληλα με την καθημερινή βιοπάλη. Ελάχιστοι μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους και αυτοί αναγκάζονται να κάνουν κι αρκετούς συμβιβασμούς, για να επιβιώσουν.

Το επιμύθιο είναι πως πρέπει να τα δώσουμε όλα, για να γίνουμε πιο δυνατοί και καλύτεροι. Και τότε θα ζήσουμε όχι μόνο τα καλύτερα Φεστιβάλ μας, αλλα και τις καλύτερές μας μέρες -που δεν έχουν καμία σχέση με τις “καλύτερες μέρες” και τα ψέματα του εκάστοτε ΠΑΣΟΚ.

Και του χρόνου…

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

Γκριγκόρι Ζινόβιεφ – Λεβ Κάμενεφ: Οι διόσκουροι μπολσεβίκοι που εκτελέστηκαν ως εχθροί του λαού

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Ζινόβιερ και ο Κάμενεφ είναι δύο περιπτώσεις προσωπικοτήτων με σχεδόν κοινή διαδρομή και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανήκαν στην παλιά φρουρά των μπολσεβίκων και ήταν για πολλά χρόνια στελέχη του Πολίτ-Μπιρό του κόμματος, αλλά δε συνέδεσαν το όνομά τους με τις πιο ηρωικές στιγμές και τις μεγάλες, επαναστατικές κορυφώσεις -αντιθέτως. Συνδέθηκαν ωστόσο μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό, που κατά κανόνα αναφέρονται μαζί ως Διόσκουροι.


Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ γεννήθηκε το 1883 στην Ουκρανία και το πραγματικό του όνομα ήταν Οβσέι-Γκέρσον Αρόνοβιτς Ραντομισίσκι. Γενέτειρά του ήταν το Ελισάβετγκραντ, που πήρε προσωρινά το όνομά του κι αργότερα το όνομα του Κίροφ, που η δολοφονία του συνδεόταν κατά τραγική ειρωνεία και με την καταδίκη του Ζινόβιεφ. Αυτό δείχνει πάντως πως η προσωπολατρία ήταν ένα γενικό φαινόμενο της εποχής (εξάλλου και ο Τρότσκι απέκτησε για ένα μικρό διάστημα πόλη με το δικό του όνομα) κι όχι κάτι που απέρρεε από τη θέληση του “Πατερούλη” Στάλιν -κι αυτό, αν υποθέσουμε πως πρέπει να εντοπίσουμε την εκδήλωσή του στη μετονομασία πόλεων που είχαν διατηρήσει ονόματα από την τσαρική εποχή.

Ο Ζινόβιεφ σπούδασε Φιλοσοφία, Ιστορία και Λογοτεχνία. Συνδέθηκε στα φοιτητικά του χρόνια με το ΣΔΕΚΡ και πήρε το μέρος του Λένιν τόσο στη διάσπαση με τους μενσεβίκους, όσο και στη σύγκρουσή του με τον Μπογκντάνοφ. Έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία μέλος της ΚΕ, ενώ ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρήκε πολιτικό εξόριστο στην Ελβετία. Επέστρεψε το 17′ στο Πέτρογκραντ μαζί με το Λένιν και το περίφημο σφραγισμένο βαγόνι του, ενώ τον ακολούθησε στη Φινλανδία το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, για να γλιτώσουν την εκδικητική οργή της Προσωρινής Κυβέρνησης, μετά τις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις του Ιουνίου. Αυτή η περίοδος αποτυπώνεται λογοτεχνικά και στο “Γαλάζιο Τετράδιο” (Εκδ. Σύγχρονη Εποχή) του Καζακίεβιτς, με το Λένιν να κρατά σημειώσεις για την μπροσούρα “Κράτος κι Επανάσταση” και το Ζινόβιεφ να διαφωνεί και να αμφιταλαντεύεται.

Αυτός κι ο Κάμενεφ είναι τα μόνα μέλη της ΚΕ των μπολσεβίκων, που τις παραμονές της επανάστασης, ψηφίζουν ενάντια στην επικείμενη εξέγερση. Δημοσιεύουν μάλιστα τη συμφωνία τους σε μια μενσεβίκικη εφημερίδα, προδίδοντας ουσιαστικά το σχέδιο και τις προθέσεις των Μπολσεβίκων -χωρίς αυτό να είναι από μόνο του ικανό να αντιστρέψει τη ροή των γεγονότων.

Ο Λένιν ήταν εξοργισμένος με τη στάση τους, απαιτώντας τη διαγραφή τους από το κόμμα, αλλά δε λήφθηκε άμεσα τέτοια απόφαση. Στη συνέχεια, και λόγω των πυκνών εξελίξεων, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ αξιοποιήθηκαν σε άλλες θέσεις κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, υποστήριξαν το Λένιν και παρέμειναν στην ΚΕ. Ο πρώτος μάλιστα ήταν και ο επικεφαλής των οργανώσεων του Λένινγκραντ, αλλά και της Κομιντέρν -όπου είχε πχ ενεργό ανάμειξη στις ζυμώσεις και τη συζήτηση για τη σχέση της εργατικής κυβέρνησης με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Παρόλα αυτά ο Λένιν σημείωνε στη “διαθήκη” του πως η διαφωνία τους το 17′ δεν ήταν τυχαίο γεγονός.


Ο Κάμενεφ γεννήθηκε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς με το Ζινόβιεφ στη Μόσχα κι είχε εβραϊκή καταγωγή. Σπούδασε στην Τιφλίδα όπου συνδέθηκε με τους σοσιαλδημοκράτες (έτσι ονομάζονταν τότε τα επαναστατικά κόμματα) και μετά τη σύλληψή του, ακολούθησε την πορεία του επαγγελματία επαναστάτη. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1905 και συνδέθηκε με το Λένιν και τους μπολσεβίκους, μολονότι είχε παντρευτεί την αδερφή του Τρότσκι -που διαφωνούσε μαζί τους μέχρι το 1917.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε τον Κάμενεφ σε διευθυντική θέση στην (μπολσεβίκικη) Πράβδα, η αρθρογραφία της οποίας τον οδήγησε γρήγορα στη σύλληψη και την εξορία της Σιβηρίας. Επέστρεψε στην πρωτεύουσα μετά την πτώση του τσάρου από την αστική επανάσταση του Φλεβάρη. Είχε μάλλον συμφιλιωτικές τάσεις, δυσκολευόμενος να αποδεχτεί την καινούρια γραμμή των Μπολσεβίκων, με βάση τις θέσεις του Απρίλη, και να προσαρμοστεί στα δεδομένα της.

Αφού καταψηφίζει το σχέδιο της εξέγερσης, αξιοποιείται σε διάφορες θέσεις πχ ως επικεφαλής των οργανώσεων στη Μόσχα, και έχει ουσιαστικά κοινή πολιτική πορεία με το Ζινόβιεφ. Μετά από το θάνατο του Λένιν, συμμαχούν προσωρινά με το Στάλιν εναντίον του Τρότσκι στον οποίο διαβλέπουν τάσεις βοναπαρτισμού και το μεγαλύτερο κίνδυνο για το Κόμμα. Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης, “ξεθάβουν” κριτικές για διάφορα προγενέστερα γεγονότα, σύντομα όμως κάνουν στροφή 180 μοιρών και συγκροτούν μαζί του την “Ενωμένη Αντιπολίτευση” που γνωρίζει συνεχόμενες πολιτικές ήττες μες στο Κόμμα.

Κορυφώνουν την αντιπολιτευτική τους δραστηριότητα το 27′, στην επέτειο για τα δέκα χρόνια από την Οχτωβριανή Επανάσταση, και διαγράφονται. Μετανοούν όμως, ασκούν δημόσια αυτοκριτική, κι έτσι γλιτώνουν τις συνέπειες για δεύτερη φορά στην πολιτική τους διαδρομή. Γίνονται μάλιστα εκ νέου δεκτοί στο κόμμα, μαζί με άλλα στελέχη, στο 17ο Συνέδριο, που είχε πανηγυρικό κλίμα κι ονομάστηκε “Συνέδριο των Νικητών”.

Το κλίμα αλλάζει θεαματικά όμως μετά τη δολοφονία του Κίροφ, το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς. Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν μια πιο σκληρή στάση της ηγεσίας και την εκκαθάριση του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού (εν όψει και της επικείμενης πολεμικής σύγκρουσης, καθώς τα σύννεφα ολοένα και πυκνώνουν πάνω από την ΕΣΣΔ), που πλήττει κυρίως μεσαία και ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη.

Η καταδίκη των Ζινόβιεφ, Κάμενεφ κι ορισμένων άλλων στελεχών εγκαινιάζει τις λεγόμενες “Δίκες της Μόσχας”, που είναι αδύνατο να αναλυθούν εκτενώς στο πλαίσιο του σημειώματος, για αυτό θα περιοριστούμε στα γεγονότα κι ορισμένες αφοριστικές εκτιμήσεις.

Οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ παραδέχονται αρχικά την επαφή τους με ανήθικα άτομα, ενώ στο Λένινγκραντ όπου έγινε η δολοφονία του Κίροφ, υπάρχουν ακόμα κάποιοι οπαδοί του Ζινόβιεφ. Στη συνέχεια στοιχειοθετείται η κατηγορία της συνειδητής κι οργανωμένης αντισοβιετικής δράσης ενός “τροτσκιζηνοβιεφικού κέντρου” που έχει επαφές και με τον Τρότσκι στο εξωτερικό.

Όλες οι καταδίκες βασίζονται και στις ομολογίες των κατηγορούμενων, που έχουν σπασμένο ηθικό, μακριά από το υψηλό φρόνημα που θα άρμοζε σε έναν επαναστάτη. Η δίκη είχε πρακτικά, που κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, κι έγινε δημόσια, παρουσία ξένων αξιωματούχων, στοιχεία που δε συνηγορούν υπέρ του κλασικού σχήματος περί “δίκης-παρωδίας”.

Η θεωρία συνωμοσίας που εξηγεί τη δολοφονία του Κίροφ ως έργο της σταλινικής ηγεσίας για να εξαπολύσει κυνήγι μαγισσών κι ενα λουτρό αίματος κατά των εσωκομματικών αντιπάλων της, αδυνατεί να εξηγήσει γιατί χρειαζόταν σε αυτήν την περίπτωση η “σκηνοθεσία” του Συνεδρίου των Νικητών που επανέφερε στο προσκήνιο τα στελέχη μιας πολιτικά ηττημένης Αντιπολίτευσης. Όπως και να έχει είναι μάλλον φαιδρό να ισχυρίζεται κανείς πως η σοβιετική εξουσία επέβαλε ένα κύμα “κόκκινης τρομοκρατίας”, σκιαμαχώντας εναντίον ενός φανταστικού εχθρού, χωρίς να υπάρχει καμία αντιπολιτευτική δράση με αντικαθεστωτικές αιχμές κι επαφές με το εξωτερικό, που θα μπορούσε να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη σε ένα ενδεχόμενο πολέμου, διασπώντας το ενιαίο αρραγές μέτωπο. Κι αυτή ίσως να είναι η πολιτική ουσία πέρα από όσα στοιχεία προέκυψαν στη διάρκεια των δικών.


Ο επίλογος της υπόθεσης γράφεται μισό αιώνα αργότερα, με την αποκατάσταση των Ζινόβιεφ και Κάμενεφ από την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Μια κίνηση που ασφαλώς δεν ήταν τυχαία, δεν κατατάσσει απαραίτητα όμως τους Διόσκουρους στο ίδιο τσουβάλι με τον συνειδητά αντεπαναστάτη Γκορμπατσόφ που μπορούσε να αξιοποιήσει τα πάντα και τους πάντες στον αντισταλινικό, αντισοβιετικό ζήλο του.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Ο καπιταλισμός ή θα είναι καταπιεστικός κι εκμεταλλευτικός ή δε θα υπάρξει…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αν η διάσπαση του ΚΚΕ το 68′ είχε διεθνή διάσταση, αυτή θα ήταν η εμφάνιση του ρεύματος του ευρωκομμουνισμού. Και για κάποιους, η “άνοιξη της Πράγας”. Ίσως κάποιοι “ανανεωτές” βρήκαν σε αυτήν το ιδεολογικό άλλοθι που χρειάζονταν, για να καλύψουν τη διαφωνία τους, ενώ θα είχαν άλλη άποψη αν είχαν κερδίσει την υποστήριξη των Σοβιετικών. Ακόμα κι έτσι ωστόσο δεν παύει να υπάρχει ένας βαθύτερος οργανικός δεσμός, έστω κι αν συνειδητοποιήθηκε αργότερα στην πορεία.
Το βασικό θεωρητικό ζήτημα που τέθηκε -σύμφωνα με τις δικές τους διακηρύξεις- είναι ο περιβόητος τρίτος δρόμος, το ερώτημα αν μπορούσε να οικοδομηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο σοσιαλισμού, που θα μπορούσαμε να το παραφράσουμε (διακωμωδώντας το) κι ως εξής: είναι εφικτός ένας άλλος άλλος κόσμος;

Σε μια πρόσφατη έκδοση του ΔΟΛ για τα 50 χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ, ο Πρετεντέρης έγραφε πως το 68′ ήταν μια εμφατική αρνητική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα: ο σοσιαλισμός και το κομμουνιστικό κίνημα ήταν καταδικασμένο να υπάρξουν με τη συγκεκριμένη μορφή κι ανίκανα να μεταρρυθμιστούν ή να εξελιχθούν. Κρατήθηκαν με αυτά τα χαρακτηριστικά για άλλα είκοσι χρόνια κι οδηγήθηκαν υποχρεωτικά -νομοτελειακά θα λέγαμε στη δική μας διάλεκτο- στη χρεοκοπία και την “κατάρρευση”.

Ο Πρετεντέρης μας σερβίρει το χρεοκοπημένο ιδεολόγημα περί τέλους της ιστορίας, φτιάχνοντας όμως ένα δίπολο με τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν δεν είσαι μαζί του και με το τέλος της ιστορίας, είσαι με τους ανανεωτές και τις ελπίδες για την άνοιξη της Πράγας. Αλλιώς ανήκεις στα χρεοκοπημένα “απολιθώματα” της ιστορίας. Είναι όντως έτσι;

Ο περίφημος τρίτος δρόμος κατέληξε σύντομα στην αγκαλιά του καπιταλισμού, τόσο στη δυτική όσο και στην “ανατολική” του εκδοχή. Στην Τσεχοσλοβακία έδειξε με είκοσι χρόνια απόσταση τι σήμαιναν στην πράξη οι ωραίες διακηρύξεις του για έναν καλύτερο σοσιαλισμό, με μια “βελούδινη” αντεπανάσταση που τον ανέτρεψε. Στη Δύση, ο ευρωκομμουνισμός έχασε σύντομα κάθε λόγο διακριτής ύπαρξης από τη σοσιαλδημοκρατία, ενώ σήμερα δείχνει επί τω έργω κι από κυβερνητικές θέσεις το είδος του “κομμουνισμού” και της Αριστεράς που πρεσβεύει.

Τα φληναφήματα για ένα σοσιαλισμό χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου κατέληξαν στη δικτατορία της αστικής τάξης. Και η γλυκερή αυταπάτη ενός δημοκρατικού τρίτου δρόμου χωρίς επαναστατική βία -που είναι ενάντια στη “δημοκρατία”- οδήγησε στην ταχύτατη ενσωμάτωση στο σύστημα που θεωρητικά επιχειρούσαν να αλλάξουν από τα μέσα, με τα δικά του εργαλεία (πχ εκλογές). Αν αποδείχτηκε κάτι από όλα αυτά, δεν είναι η αδυναμία του σοσιαλισμού να εξελιχθεί, αλλά η ουτοπία ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και μιας αστικής τάξης που θα πειθόταν με δημοκρατικά μέσα να απαρνηθεί τα προνόμιά της και τη φύση της. Για να το θέσουμε παραφράζοντας ένα γνωστό σύνθημα των ευρωκομμουνιστών: “ο καπιταλισμός ή θα είναι εκμεταλλευτικός-καταπιεστικός ή δε θα υπάρξει…”

Κάτι ακόμα, σχετικά με αυτό το “από μέσα”. Ο σοσιαλισμός μπορούσε όντως να αλωθεί από μέσα, δηλαδή από τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος, γιατί δεν επικρατεί αυτόματα-μηχανιστικά. Παλεύει με τις επιβιώσεις του παλιού, φέρνει στο προσκήνιο ως βασικό παράγοντα την πολιτική, δηλαδή τη συνειδητή δράση των υποκειμένων και σε αυτήν δεν είναι τίποτα δεδομένο, μια για πάντα. Ούτε καν ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος, της οργανωμένης πρωτοπορίας, που τελικά αλώθηκε από εχθρικά στο σοσιαλισμό στοιχεία, με προβιά κομμουνιστή και συνθήματα για έναν καλύτερο (ή περισσότερο) σοσιαλισμό.

Όπως ο καπιταλισμός δε νοείται χωρίς τα βασικά χαρακτηριστικά του, που είναι η εμπορευματική παραγωγή και το κυνήγι του κέρδους -ενώ το πολιτικό εποικοδόμημα μπορεί να ποικίλει- έτσι και ο σοσιαλισμός δεν υφίσταται χωρίς κάποιες δικές του βασικές προϋποθέσεις: την εξάλειψη των ιδιωτικών κεφαλαίων και του ιδιωτικού κέρδους, την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τη δικτατορία του προλεταριάτου, που είναι ευρέως συκοφαντημένη έννοια.

Η σοσιαλιστική εξουσία έχει ως σκοπό της το μετασχηματισμό του κόσμου και η λειτουργία της έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την έννοια της καλλιέργειας. Για να αποδώσει καρπούς, δεν πρόκειται να αφήσει γενικά “όλα τα λουλούδια να ανθίσουν”, γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν αγριόχορτα, παράσιτα και ζιζάνια, που πρέπει ασφαλώς να καταπολεμηθούν, με “διοικητικά” μέτρα.
Όταν η σοσιαλιστική εξουσία καλείται να λάβει δυναμικά μέσα αντιμετώπισης μιας κατάστασης, αυτά έχουν κυρίως αμυντικό χαρακτήρα, όπως ακριβώς το Τείχος του Βερολίνου. Δεν είναι μια δικτατορική επίδειξη δύναμης, αλλά μια “αδυναμία” έγκαιρης αντιμετώπισης των προβλημάτων, προληπτική αντιμετώπιση των αδυναμιών στις οποίες πατά η αντεπανάσταση για να εκδηλωθεί και να οξύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Η δικτατορία του προλεταριάτου περιλαμβάνει αναπόφευκτα βίαια και κατασταλτικά μέτρα -αλλιώς δε θα ήταν δικτατορία- χωρίς όμως να εξαντλείται σε αυτά. Κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε μια αποστροφή των κλασικών που όριζαν την επανάσταση ως το πιο “βίαιο κι αυταρχικό” πράγμα που μπορεί να δει κανείς. Αλίμονο αν πιστεύει κανείς πως μπορούμε να κάνουμε χωρίς τέτοιες μεθόδους -ιδιαίτερα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στις οποίες εμφανίστηκαν τα επαναστατικά εγχειρήματα του εικοστού αιώνα- ή ότι η πορεία της επανάστασης θα είναι εύκολη κι ανέμελη νίκη, σαν υγιεινός περίπατος στην εξοχή (στα λιβάδια, με ξέπλεκες κοτσίδες, όπως λέει το σχετικό κλισέ). Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη δικτατορίας, αλλά πως αυτή θα είναι όντως του προλεταριάτου, θα επιβεβαιώνει τη λειτουργία της ως όργανο κυριαρχίας μιας τάξης που αλλάζει επαναστατικά τον κόσμο και δε θα εκφυλιστεί, ούτε θα την οικειοποιηθούν ηγετικά στελέχη που θα βλέπουν το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.

Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού μια μεταβατική διαδικασία, μια διαρκής εξέλιξη, ένα προτσές, προς την αταξική κοινωνία του μέλλοντος. Δεν μπορεί να μείνει στάσιμος, γιατί αλλιώς θα υποχωρήσει -όπως περίπου έγινε και στις επαναστάσεις στην Ευρώπη. Διδάσκεται από την πείρα του, από τα ίδια τα λάθη και τις αντιφάσεις του. Θα γυρίσει στο ιστορικό προσκήνιο δριμύτερος και πιο σοφός, χωρίς τις αυταπάτες του παρελθόντος, όχι όμως χωρίς λάθη και άλλες αντιφάσεις -αλλιώς δε θα ήταν σοσιαλισμός και θα περνούσαμε κατευθείαν στον κομμουνισμό.

Ο σοσιαλισμός και οι κομμουνιστές μπορούν να αλλάξουν, να εξελίσσονται διαρκώς, αυτός είναι όρος της ύπαρξής τους -πολύ διαφορετικός από την “ανανέωση” που επαγγέλλονταν οι ευρωκομμουνιστές και τη σοσιαλδημοκρατική σκουριά στην οποία κατέληξαν. Αυτό που δε γίνεται όμως είναι να απολέσουν τα βασικά τους χαρακτηριστικά και να συνεχίσουν να είναι κομμουνιστές, να επιδιώκουν δηλαδή να αλλάξουν τον κόσμο και να τον απαλλάξουν από την εκμετάλλευση και την καταπίεση.


Με αυτήν -και μόνο με αυτήν- την έννοια, έχει δίκιο ο Πρετεντέρης. Οι κομμουνιστές μπορούσαν να υπάρξουν μόνο με αυτή τη συγκεκριμένη μορφή και όχι σα μια εκδοχή κυβερνώσας αριστεράς που ζούμε σήμερα -άσχετα αν ο ίδιος ο Πρετεντέρης και το ΔΟΛ κάνουν τα πάντα για να μας τους παρουσιάσουν ως “κομμουνιστές”.

Κυριακή, 12 Αυγούστου 2018

La casa de papel – Η ονείρωξη του Λαφαζάνη

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Το “χάρτινο σπίτι” όπως μεταφράζεται επί λέξει το “Casa de Papel”, είναι μια σειρά ισπανικής παραγωγής που αναφέρεται σε μια ληστεία στο Εθνικό Νομισματοκοπείο στη Μαδρίτη. Στα ελληνικά μεταφέρθηκε με τον τίτλο “η τέλεια ληστεία” αν και στην πραγματικότητα βλέπουμε πώς περιπλέκεται και στραβώνει το αρχικό “τέλειο σχέδιο” οκτώ ληστών και του καθηγητή που τους εκπαίδευσε, ως ο εγκέφαλος της επιχείρησης. Ως εδώ η περιγραφή μοιάζει λίγο με το “The Κόπανοι” του Γ. Κωνσταντίνου, αλλά οι ομοιότητες είναι απλά και μόνο εξωτερικές.

Η δράση είναι πυκνή, ενίοτε καταιγιστική και τα 15 επεισόδια των δύο πρώτων κύκλων αναφέρονται σε γεγονότα που δεν ξεπερνούν συνολικά τη μια βδομάδα, στο χωροχρόνο της σειράς, αν και υπάρχουν συχνές αναδρομές στους πέντε μήνες της προετοιμασίας και της εκπαίδευσης των ληστών για την εφαρμογή του σχεδίου.


Η επιτυχία της σειράς ήταν τέτοια που έκανε το γνωστό Netflix να ενδιαφερθεί και να αγοράσει τελικά τα δικαιώματά της. Μια λογική κίνηση αφού το Casa de Papel τα έχει στην κυριολεξία όλα. Κι η κυριολεξία εδώ περιλαμβάνει ακόμα και τις άσχημες πλευρές, αδυναμίες κι αντιφάσεις.

Η σειρά έχει πχ σκηνές που μοιάζουν, μυρίζουν ή μάλλον βρωμάνε Ταραντίνο από χιλιόμετρα, με τους ληστές να σημαδεύουν ο ένας τον άλλο με πιστόλια, αλλά (τους βάζει να) αναγνωρίζουν με αυτοσαρκασμό, γιατί δεν παίζουν σε δική του ταινία και πρέπει να ηρεμήσουν.

Έχει στοιχεία “αμερικανιάς” και μερικά κλισέ, αλλά δεν εξυμνεί τους καλούς αστυνομικούς, όπως θα έκανε κάθε made in USA παραγωγή που σέβεται την τηλεθέαση, τους χορηγούς και το μέλλον της στην τηλεόραση. Ίσα-ίσα που δεν τηρεί καν ίσες αποστάσεις και παίρνει θέση υπέρ των ληστών, παρουσιάζοντάς τους ανθρώπινους, συμπαθείς, ακόμα και ιδεολόγους, ως ένα σημείο. Λίγο-πολύ στο πνεύμα των γνωστών στίχων του Σιδηρόπουλου.

Ληστέψανε την τράπεζα
και τι με νοιάζει εμένα
δεν είμαι με κανένα.
Σου λέω καλά της κάνανε
γιατί μας προκαλούσε,
γεμάτη εκατομμύρια,
ενώ κι ο Θεός πεινούσε.
(…)
Άντε και καλή τύχη μάγκες…

Μεγάλο μέρος της επιτυχίας του σχεδίου εξάλλου βασίζεται ακριβώς στην έξωθεν καλή μαρτυρία των ληστών, ενάντια στην εκστρατεία συκοφάντησής τους από την αστυνομία. Προς το τέλος καταλήγουν μάλιστα να κάνουν κάτι σαν… ληστεία λαϊκής βάσης, μια επιχείρηση σοσιαλ-ληστών, αλλά αυτά θα τα δείτε καλύτερα και μόνοι σας.


Η ιστορία είναι αρκετά ρεαλιστική για να σε κρατήσει, φαίνεται ιδιοφυής στη σύλληψη, αλλά όσο προχωρά και ξετυλίγεται το νήμα της, μένουν διάφορα κενά και τρύπες στην εξέλιξη, ενώ κάποια γεγονότα είναι τραβηγμένα από τα μαλλιά, με μια σειρά συμπτωματικών συμπτώσεων, για να προκληθεί σασπένς σε κάθε επεισόδιο. Κατά συνέπεια το πράγμα αρχίζει να ξεχειλώνει σε κάποια σημεία, αφήνοντάς μου προσωπικά παρόμοια αίσθηση με τον “Κώδικα Ντα Βίντσι” όπου εντυπωσιάζεσαι από τις πρώτες σελίδες, αλλά κάπου χάνεις το ενδιαφέρον σου, γιατί πρόκειται για μια κορύφωση διαρκείας, που ακυρώνει εν μέρει τον εαυτό της.

Μιας και μιλάμε για ξεχείλωμα, είναι απορίας άξιο τι θα βρουν να κάνουν οι υπεύθυνοι της σειράς στον τρίτο κύκλο της, που έχει προαναγγελθεί για το 19′, μολονότι οι δύο πρώτοι στέκονται αυτοτελώς και δεν αφήνουν την ανάγκη για έναν τρίτο. Οι λόγοι είναι εύλογοι και η ανάλυσή τους περισσεύει, από τη στιγμή που μπήκε στη μέση το Netflix. Κι αυτή η δικτατορία της επιτυχίας είναι μια βασική αιτία που καταστρέφει πολλές σειρές που έγιναν όμηροι της δικής τους απήχησης, παρασύρθηκαν, σύρθηκαν παραπάνω από όσο έπρεπε δηλαδή και δεν έκλεισαν εγκαίρως τον κύκλο τους, παρά περιφέρονταν ως άταφα πτώματα, μέχρι που άρχισαν να σαπίζουν.

Η σειρά έχει πολύ καλές ερμηνείες, υψηλότατου επιπέδου, αλλά και μια βασική πρωταγωνίστρια-αφηγήτρια, την Τόκιο (γιατί οι δράστες έχουν βασικά ονόματα πόλεων ως ψευδώνυμα) που είναι αρκετές σκάλες κάτω από όλους τους άλλους, κατά τη γνώμη μου, κερδίζει όμως το ενδιαφέρον των ανδρών τηλεθεατών, αλλά και των ελληνικών ΜΜΕ, με την πρόσφατη παρουσία της στη χώρα μας.

Παρά τα διάφορα κενά, το Casa de Papel φροντίζει να δημιουργεί πολύ δυνατούς χαρακτήρες-ρόλους (papel εξάλλου σημαίνει και ρόλος εκτός από χαρτί) και έντονες σχέσεις μεταξύ τους, καθημερινές κι ανθρώπινες. Όπως μου είπε και μια φίλη, με την οποία συζητούσαμε για τη σειρά, είχε αγωνία κάθε βράδυ που πήγαινε για ύπνο, μετά από δύο-τρία επεισόδια, να μην πάθουν κάτι κακό στα επόμενα. Έχει όμως κι εξαιρέσεις στον κανόνα, την εξής μία (καλά θα την/τον καταλάβετε από την πρώτη αρχή), που εύχεσαι να πεθάνει από τα πρώτα λεπτά και φτάνει όντως κοντά, αλλά είναι πάντα εκεί, γιατί έχει ένα συγκεκριμένο ρόλο να επιτελέσει.
Άφησα για το τέλος το καλό (;) για να κάνουμε πολιτικό φινάλε. Η σειρά έχει ξεκάθαρες αναφορές στους αγανακτισμένους που ξεκίνησαν άλλωστε από την Ισπανία (Que hora es, estamos despiertos ya…), την αστυνομική τους καταστολή, τη μητριαρχία και την πατριαρχία εντός της ομάδας των ληστών -αλλά ούτε ένα τσιτάτο του Ένγκελς απ’ την καταγωγή της οκογένειας… Κάνει μια ανάλυση επιπέδου Βαρουφάκη στο τελευταίο επεισόδιο για τα χρήματα που μπορεί να αντιστοιχούν σε αέρα κοπανιστό αλλά βαφτίζονται ένεση ρευστότητας για το τραπεζικό σύστημα. Έχει μάσκες του Νταλί και κόκκινες φόρμες, που παραπέμπουν κάπως συνειρμικά στη μάσκα του V for Vendetta. Και επιβεβαιώνει το Ζαραλίκο που εκτιμά πως παράγουμε περισσότερο “Bella Ciao” από όσο μπορούμε να καταναλώσουμε. Υπάρχει μάλιστα μια σκηνή με τον εγκέφαλο και τον υπαρχηγό, που το τραγουδάνε συγκινημένοι, την τελευταία νύχτα πριν την επιχείρηση, λες και ξεκινάν να βγουν στο βουνό (αλλά την κατέβασαν από το Youtube).


Αλλά όπως σημειώνει μια άλλη φίλη, αποφεύγει τα “σεσημασμένα” και χρωματισμένα τραγούδια του ισπανικού εμφυλίου, που μπορεί να ξυπνούσαν πάθη και αντιδράσεις στο τηλεοπτικό της κοινό που αργότερα βέβαια έγινε διεθνές. Ενώ το Bella Ciao είναι πιο διεθνές και -δια της συχνής επανάληψης ακόμα και σε διασκευή στη Μύκονο- αποφορτισμένο.

Σε κάθε περίπτωση, έχουμε να κάνουμε με νομισματοκοπείο, έκδοση χρήματος, που είναι η ονείρωξη του Λαφαζάνη και μια ληστεία που αν ήμασταν σε πιο πολιτικοποιημένες εποχές, θα την παρουσίαζαν -ξέρω εγώ- σα συνέχεια των αντίστοιχων επιχειρήσεων των μπολσεβίκων στον Καύκασο, για να χρηματοδοτήσουν τις επαναστατικές δράσεις τους, παρά τις αντιδράσεις των μενσεβίκων, που σοκάρονταν με τέτοιες μεθόδους. Κι αν είχε γυριστεί μέχρι το 2015, είναι εντελώς σίγουρο πως το διαφημιστικό της ΛΑΕ με το Λάφα, δε θα είχε απλά ένα ταξί, αλλά κανονική σκηνή απ’ τη σειρά. Μη σου πω κιόλας ότι οι (σοσια)ληστές θα έβαζαν μάσκα Λαφαζάνη, αντί για μάσκα Νταλί, δείχνοντας με τη δράση τους πως το αστικό κράτος κι οι δυνάμεις καταστολής του δεν είναι πανίσχυρα, όπως νομίζουμε.

Δεν είναι εύκολο να αποφασίσεις τελικά αν τα αριστερίζοντα στοιχεία συγκαταλέγονται στα θετικά ή τα αρνητικά σημεία της σειράς. Σίγουρα όμως δίνουν ένα ιδιαίτερο χρώμα και μια καλτ αίσθηση. Ή μάλλον προλεκάλτ, αφού έχουμε ακόμα κι έναν ανθρακωρύχο από την Αστούρια, γεννημένο την Πρωτομαγιά, που έφαγε τη μισή ζωή του σκάβοντας τούνελ και θέλει να βρει μια διέξοδο, κάτι διαφορετικό, να νιώσει τη γλυκιά πλευρά της ζωής, ότι είναι ωραία, λα βίτα ε μπέλα.


Ω μπέλα τσάο, μπέλα τσάο, μπέλα τσάο-τσάο-τσάο…

Παρασκευή, 10 Αυγούστου 2018

Γάτα – ο σύντροφος με τα μουστάκια

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Χτες ήταν η παγκόσμια ημέρα της γάτας, η οποία συμπίπτει με την παγκόσμια ημέρα του οργασμού κι ίσως να μην είναι τυχαίο. Πολλοί βέβαια βλέπουν στις γάτες ένα υποκατάστατο για τον ερωτικό σύντροφο που δεν έχουν, οπότε δε συνδυάζουν τις δύο γιορτές. Κι είναι σαν ιστορία από τη σειρά Καστράτο του Αρκά, με την Λουκρητία που είναι απελπιστικά διαθέσιμη και απεγνωσμένη για σεξουαλική επαφή.

Ο οργασμός είναι ζωώδης κι εγκεφαλικός ταυτόχρονα, κάπως σαν τις γάτες που συνδυάζουν και τα δυο στοιχεία. Μπορεί πχ να μην ασχοληθεί μαζί σου, παρά μόνο τη στιγμή που θα πεινάσει και θα σου τριφτεί για να την ταΐσεις, μένοντας απόμακρη και ξαπλωμένη όλη την υπόλοιπη ώρα. Παρόλα αυτά παραμένει εξαιρετικά ευκίνητη, για να σου ξεφύγει, ενώ το ανθρώπινο είδος αν ακολουθήσει την ίδια συνταγή (μαμ-κακά και νάνι), θα καταλήξει μπαούλο ακίνητο, όπως πολλοί άρρωστοι του ανεπτυγμένου κόσμου που πάσχουν από παχυσαρκία.

Την άλλη στιγμή όμως, η γάτα μπορεί να γίνει δραστήρια, χαδιάρα και παιχνιδιάρα. Εκεί δεν είναι άλλωστε που επιβεβαιώνουμε και εμείς την ανθρώπινη υπόστασή μας; Όταν κάνουμε κάτι για τη δική μας ευχαρίστηση και όχι γιατί είμαστε υποχρεωμένοι, όπως με την εργασία και τον καταναγκαστικό χαρακτήρα της. Καμία γάτα όμως δε θα ήταν τόσο χαζή ώστε να δουλέψει για να εξασφαλίσει το προς το ζην. Κάτι που μας θυμίζει μια ατάκα του Ψάλτη για τις διαφορές του ανθρώπου από τα ζώα, καθώς ο πρώτος ασφαλίζεται στο ΙΚΑ -που κανένα ζώο δε θα δεχόταν να το κάνει.

Ο άνθρωπος βλέπει στη γάτα μια αρχοντική ομορφιά, μιλάει για γατίσια μάτια, για γυναίκες που γίνονται γατούλες ή ενίοτε και αγριόγατες, βγάζοντας νύχια, αν και λίγα πράγματα προσφέρουν πιο γελοίο θέαμα από ανθρώπους που προσπαθούν να μιμηθούν τη χάρη της γάτας και διάφορα κακέκτυπα της Αλίκης Βουγιουκλάκη, που νιαουρίζουν: “Νιάου βρε γατούλα, με τη ροζ μυτούλα…”
Οι γάτες γουργουρίζουν από ευχαρίστηση όταν τις χαϊδεύεις, τρίβονται για να κερδίσουν την προσοχή σου, αλλά καλύτερα να περιορίσεις τους παραλληλισμούς και τα “ψιτ” μονάχα στις τετράποδες γατούλες, αλλιώς σου αξίζει να γίνεις βούκινο και να φύγεις σα βρεγμένη γάτα.

Αλλά η σεξουαλική επαφή για τις γάτες δεν έχει πολλά εγκεφαλικά στοιχεία. Προσφέρει πόνο για τις θηλυκές και ικανοποίηση ενός βιολογικού ενστίκτου για τα αρσενικά, που παίρνουν την πρωτοβουλία και φωνάζουν κατά τη διάρκεια της πράξης. Ο Ιωαννίδης (ο παλιός προπονητής του μπάσκετ) είχε πει σε μια συνέντευξη τύπου “σκούζει ο γάτος, ενώ είναι από πάνω”, υπονοώντας πως ο αντίπαλος προπονητής διαμαρτυρόταν για τη διαιτησία, ενώ τον είχαν ευνοήσει. Ήταν όμως κι εξαιρετικά προληπτικός, οπότε είχε τρελαθεί βλέποντας σε ένα Φάιναλ Φορ του Άρη πως η ομάδα κατέλυσε σε ένα ξενοδοχείο που είχε στο θυρεό του μια μαύρη γάτα.

Εκτός από την ομορφιά, ο άνθρωπος απέδωσε στις (μαύρες) γάτες και την κακοτυχία, μες στην τόση “σοφία” του. Κι αυτό είχε εμπνεύσει κάποιους αναρχικούς να βαφτίσουν έτσι “μαύρος γάτος” τη δική τους ομάδα στη Θεσσαλονίκη. Αν και μπορεί να πήραν την έμπνευση από το ομώνυμο τραγούδι των δύο Παπακωνσταντίνου (με την ερμηνεία του Βασίλη και τους στίχους του Θανάση). Αλλά οι γάτες είναι κυρίως έξυπνες, παμπόνηρες και αποτυπώθηκε και αυτό σε διάφορα τραγούδια κατά καιρούς.










Μια άλλη τετριμμένη ανάλυση είναι πως οι γάτες είναι αστικά ζώα, εγωίστριες και καπιταλιστές, που δε σε αγαπούν πραγματικά αλλά σε θέλουν για να σε εκμεταλλευτούν κι ύστερα δε σου δίνουν καμία σημασία. Σε αντίθεση με τους σκύλους που είναι πιστοί κι αφοσιωμένοι, μέχρι θανάτου. Στην πραγματικότητα, οι γάτες είναι απλώς ανεξάρτητες, πιο αυτάρκεις, δε χρειάζονται αφεντικά και έχουν την ουρά τους κυρίως για να κρατάνε ισορροπία κι όχι για να την κουνάνε με υποτέλεια στους ανώτερους, γεμίζοντάς τους σάλια, ούτε για να γίνουν ουρά κάποιου άλλου.

Είναι μεγάλο ψέμα όμως πως δεν αγαπάν τους ανθρώπους που τις φροντίζουν κάθε μέρα και πως δεν έχουν αισθήματα. Και η μοναδική τους σχέση με το σύστημα, είναι πως έχουν και αυτές την έγνοια να σκεπάσουν τις ακαθαρσίες τους, για να μην τις μυριστεί κανείς. Με τη διαφορά βέβαια πως αυτές είναι πολύ καθαρά ζώα, σε αντίθεση με την ανίατη κι εγγενή βρομιά του συστήματος, και πλένουν οι ίδιες τον εαυτό τους -κι ας φοβούνται το νερό.

Οι γάτες δε χρειάζονται τη βασική αντίθεση με τους σκύλους, γιατί έχουν τις δικές τους διαλεκτικές αντιφάσεις να λύσουν. Μπορεί πχ να σκαρφαλώσουν σε ένα δέντρο, με θαυμαστό θάρρος και ευλυγισία, αλλά να εγκλωβιστούν και να αρχίσουν να νιαουρίζουν καλώντας σε βοήθεια, αν βρεθούν πολύ ψηλά. Και όταν σπεύσει η ανθρώπινη βοήθεια, να φοβούνται όταν τις πλησιάσει πολύ κάποιος άγνωστος και να ξεφεύγουν μόνες τους, για να τον αποφύγουν…

Οι γάτες είναι πολύ καλοί τερματοφύλακες, που πιάνουν πουλιά στον αέρα -ενίοτε στην κυριολεξία και υπάρχουν μια σειρά ανεβασμένα βίντεο που το αποδεικνύουν. Καμία γάτα δε θα έτρωγε πχ τα γκολ που δέχτηκε ο Κάριους στον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ και ο Γιάννης Α-Γιάννης το ξέρει αυτό από πρώτο χέρι. Μπορεί να μη διακρίνουν πολλά σε μεγάλη απόσταση, αλλά μες στη μικρή περιοχή καθαρίζουν όλες τις φάσεις κι ό,τι κινείται: από ποντίκι, μέχρι κουβάρια με κλωστή, σα σύγχρονος Θησέας.

Οι γάτες είναι επίσης πολύ καλοί… απορροφητήρες κάθε έγνοιας και στενοχώριας. Και το μόνο που σου ζητούν για αντάλλαγμα, είναι να ρουφάς εσύ τις τρίχες τους, με την ηλεκτρική σκούπα, που μπορεί να τις φοβίζει με το θόρυβο που κάνει.


Οι γάτες, με δυο λόγια, μπορεί να μην είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου, γιατί είναι αυτάρκεις και δεν έχουν ανάγκη από φίλους, είναι όμως ένας πολύ καλός σύντροφος. Σα να λέμε ο σύντροφος με τα μουστάκια, όπως και τα γατιά στη φωτογραφία…


*Όπως με πληροφόρησε ένας σ/φος η ομάδα λέγεται “Μαύρη Γάτα” (κι όχι μαύρος γάτος) και πήρε το όνομά της από το αντίστοιχο σύμβολο της ισπανικής αναρχοσυνδικαλιστικής οργάνωσης CNT. Το σημειώνω ως υστερόγραφο προς αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας.

Τετάρτη, 1 Αυγούστου 2018

Και τι να έκανε η κυβέρνηση; -Και τι δεν έκανε…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Πρέπει να είναι κανείς απονήρευτος ή απλά τυχερός για να μην έχει δει τις τελευταίες μέρες μια συστηματική και λυσσασμένη παρέμβαση των λεγόμενων Συριζοτρόλ στο διαδίκτυο που επιχειρούν να βγάλουν λάδι την κυβέρνηση, κάνοντας το άσπρο-μαύρο ή μάλλον το μαύρο από τα καμένα ρόδινα.

-Ακόμα και μετεωρίτης να πέσει, για εσάς θα φταίει ο Τσίπρας. Και τι μπορούσε να κάνει η κυβέρνηση με τέτοιες συνθήκες, τέτοια ακραία καιρικά φαινόμενα και ένα οργανωμένο σχέδιο με τόσες ταυτόχρονες εστίες φωτιάς;

Πάρα πολλά είναι η απάντηση. Και για τη στελέχωση του πυροσβεστικού σώματος και για τον εξοπλισμό του και για τις αντιπυρικές ζώνες και για την αυθαίρετη δόμηση και για τα δάση, για τη γη συνολικά και την πολιτική αξιοποίησής της. Δεν είναι τα μέτρα και οι προτάσεις που έλειπαν, αλλά η πολιτική βούληση.

Όλα αυτά βέβαια αφορούν το “πριν”, το κομμάτι της πρόληψης, και δε γίνονται κατόπιν εορτής. Υπάρχει όμως και ο τομέας της αντιμετώπισης των πυρκαγιών, αφού ξεσπάσουν. Κι εδώ μπορούμε να δούμε και να κρίνουμε αυτά που έκανε η κυβέρνηση και τι θα μπορούσε, τουλάχιστον, να μην κάνει.

Αρχικά η κυβέρνηση και ο επικοινωνιακός στρατός της στα social media έπαιξαν το χαρτί της υποβάθμισης των πυρκαγιών και της πραγματικής τους έκτασης, για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις. Μόλις αυτή έγινε αντιληπτή, κάποιοι άρχισαν το τροπάρι πως δεν μπορούμε να μιλάμε για “πρωτοφανή καταστροφή”, γιατί υπήρχαν και οι αντίστοιχες πυρκαγιές στην Ηλεία, που είχαν επίσης δεκάδες θύματα.

Ύστερα ακούσαμε από τα πλέον επίσημα χείλη, του πρωθυπουργού, τη θεωρία για τα “ασύμμετρα φαινόμενα” που την πήραν οι κολαούζοι και την ανέπτυξαν, αφήνοντας υπονοούμενα για ξένα κέντρα και πράκτορες άλλων κρατών που ήθελαν να… αποσταθεροποιήσουν την κυβέρνηση.
Μετά η βελόνα κόλλησε στις ακραίες καιρικές συνθήκες και τους ισχυρότερους ανέμους των τελευταίων ετών και η ευθύνη έπεσε πάνω τους. Και στα ασύμμετρα φαινόμενα. Και στο φαύλο παρελθόν, από το οποίο παρέλαβαν καμένη γη, συνεπώς τι να έκαναν; Και στους πράκτορες του ΣΚΑΪ που βρίσκονται αμέσως στα πύρινα μέτωπα, σα να έχουν εσωτερική ενημέρωση. Και στον Καραθανασόπουλο που εμφανίστηκε στο ΣΚΑΪ, στο ίδιο πάνελ με το Α. Γεωργιάδη -τον Άδωνη κι αν ξεπλένεις, το κομμούνι σου χαλάς…

Αλλά αν κάποιος τολμούσε να μιλήσει για τις ευθύνες τις κυβέρνησης, απαντούσαν αμέσως πως δεν είναι ώρα για να καταλογίσουμε ευθύνες, και όποιος μιλούσε για αυτές, έκανε μικροπολιτική με τα απανθρακωμένα πτώματα. Κρίμα που δεν είχαν ένα καθρεφτάκι να δουν τον εαυτό τους, το μοίρασαν μαζί με τις χάντρες στους ιθαγενείς.

Ναι αλλά είχαμε και συνέχεια. Διέρρευσαν και διέδωσαν το ψέμα (τα αγαπημένα τους “fake news”) για το νόμο περί μονιμοποίησης πυροσβεστών που έφερε τάχα η καλή κυβέρνηση στη Βουλή, αλλά το καταψήφισαν τα κόμματα της αντιπολίτευσης -κι ανάμεσά τους το ΚΚΕ. Ντράπηκαν και τα ψέματα που έλεγαν, για λογαριασμό τους…

Βρήκαν ρεπορτάζ με παλιότερες αντιδράσεις, από το 2015, ντόπιων ιδιοκτητών αυθαίρετων κατοικιών, για να τους φορτώσουν την ευθύνη για την καταστροφή. Ξέχασαν (;) βολικά όμως πως οι δικές τους εφημερίδες πανηγύριζαν με πρωτοσέλιδα, μόλις ένα χρόνο πριν, για τη διευθέτηση του ζητήματος με τα αυθαίρετα και τη νομιμοποίησή τους.

Έστησαν μια θεατρική παράσταση με την εσπευσμένη επιστροφή του Τσίπρα από τη φιέστα στη Βοσνία και την… ενημέρωσή του από τους αρμόδιους, ενώ όλα δείχνουν πως γνώριζαν ήδη την αλήθεια για τα πρώτα πτώματα που διακομίζονταν απανθρακωμένα στο νεκροτομείο και φρόντισαν να την αποκρύψουν για να κερδίσουν χρόνο και εντυπώσεις, με απίστευτο κυνισμό.

Έστησαν μια διυπουργική συνέντευξη τύπου για να κάνουν τον απολογισμό και να πουν με θράσος πως όλα ήταν καλώς καμωμένα και δε διαπιστώθηκαν σοβαρά επιχειρησιακά λάθη. Φαντάσου δηλαδή να είχαν γίνει και λάθη, τι θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε σήμερα…

Στο καπάκι έστησαν και μια συμπληρωματική παράσταση, με έκτακτο υπουργικό συμβούλιο και τον Τσίπρα να κάνει αργοπορημένα το αυτονόητο, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη, για να συμμαζέψουν τις αλγεινές εντυπώσεις από την προηγούμενη ημέρα.

Είπαν ψέματα, κάλυψαν τη λερωμένη φωλιά τους, λειτούργησαν σαν επιχείρηση που σκέφτεται λογιστικά το (πολιτικό εν προκειμένω) κόστος και έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους, για να το μειώσουν. Όταν δεν έβγαινε μια συνταγή, δοκίμαζαν το επόμενο τέχνασμα και όλα μαζί ταυτόχρονα. Σκέφτηκαν θρασύδειλα πως η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση, και βγήκαν με αλαζονικό ύφος ακόμα κι απέναντι στους ίδιους τους πληγέντες για να τους ρίξουν την ευθύνη. Δεν κράτησαν καν χαμηλούς τόνους, για τα μάτια του κόσμου.

Και μόνο για αυτό, η συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι κατάπτυστη. Όχι για την εγκληματική της αμέλεια, όχι για όσα δεν έκανε, ενώ ήταν στο χέρι της. Αλλά για αυτά που έκανε, για να συγκαλύψει τις ευθύνες της και να σκεπάσει τις αρνητικές εντυπώσεις, παίζοντας το επικοινωνιακό παιχνίδι των εντυπώσεων.

Θα ρωτήσει κανείς: μα η κυβέρνηση είναι ο ένοχος; Όχι ακριβώς. Ένοχος για το έγκλημα αυτό είναι η πολιτική που ευθύνεται για την ανύπαρκτη αντιπυρική προστασία, το αστικό κράτος που εμφανίζεται δια της απουσίας του και δείχνει την πραγματική του φύση, το μοντέλο ανάπτυξης στο οποίο βασίστηκε η δόμηση και η τουριστική ανάπτυξη στη χώρα μας, το κέρδος, η αρπαχτή, οι κυβερνήσεις που τα νομιμοποίησαν, με δυο λόγια το καπιταλιστικό σύστημα και οι πολιτικοί του υπηρέτες.

Κι αν ευθύνονται για κάτι οι αριστεροί υπηρέτες αυτού του συστήματος, είναι για αυτό ακριβώς. Γιατί το υπηρετούν με αριστερό προσωπείο και με τον πιο χυδαίο τρόπο, για να διασφαλίσουν την κερδοφορία του και να γίνουν ακόμα πιο αποτελεσματικοί από τους δεξιούς ανταγωνιστές τους σε αυτό το κομμάτι.


Εκτός κι αν τα Συριζοτρόλ πιστεύουν πως τους παίρνει να παίξουν πάλι το χαρτί της “καλής κυβέρνησης” που δεν έχει όμως την εξουσία, έχει δεμένα τα χέρια της και τα μεγάλα συμφέροντα δεν της επιτρέπουν να προωθήσει τα μέτρα που θέλει και το… σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της χώρας.

Κυριακή, 1 Ιουλίου 2018

Ο Στάλιν στην Κολιμά, ο αντισοβιετισμός στο κόκκινο

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η ιστορία γράφεται με ανυπακοή, όπως λέει η Πωλίνα. Ή αλλιώς με πάλη ταξική, που την καθορίζουν κάποιες νομοτέλειες. Αυτές δεν πρέπει να νοούνται ως σιδερένια, αμετακίνητα διατάγματα, αλλά ως γενικοί νόμοι και αντιθέσεις που διαμορφώνουν ένα πολύπλοκο φάσμα δυνατοτήτων για τα δρώντα ιστορικά υποκείμενα. Ό,τι συμβαίνει, έχει ερμηνεία, αιτίες και με αυτήν την έννοια είναι νομοτελειακό. Δεν είναι όμως κι αναπόφευκτο, καθώς η ιστορία μας αφήνει πάντα διαφορετικές δυνατότητες εξέλιξης, πχ σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ο σοσιαλισμός υπάρχει ως προοπτική κι εναλακτική, δε θα έρθει αναπόδραστα από μόνος του όμως, νέτος-σκέτος, αν δε φροντίσουμε εμείς για αυτό.

Η ιστορία δε γράφεται με "αν" -εκτός κι αν πρόκειται για το "αν" της ανυπακοής. Τα μυθιστορήματα εναλλακτικής ιστορίας όμως έρχονται να πατήσουν ως είδος στα "κενά" της, σε αυτές τις δυνατότητες διαφορετικής εξέλιξης και στις πιο ιντριγκαδόρικες κι αντιδιαλεκτικές υποθέσεις: "τι θα γινόταν αν..."



Το βιβλίο του Μπελαντή έχει εξ ορισμού ενδιαφέρον, γιατί καταπιάνεται με μια πολύ μεστή περίοδο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης και με την εσωκομματική διαπάλη μετά το θάνατο του Λένιν. Στην οποία δεν επικρατεί τελικά ο Στάλιν, ούτε κάποιος άμεσος αντίπαλός του, αλλά ο Ράντεκ και οι τροτσκιστές, για το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου. Το οποίο αντιστρέφει σαν καθρέφτης τις αντίπαλες πλευρές και τους ρόλους τους, για να δείξει πιθανότατα πως κάποιες επιλογές-γεγονότα ήταν αντικειμενικά, πέρα από τα διάφορα πρόσωπα και τα ιδιαίτερα γνωρίσματά τους, ως προσωπικότητες.

Αυτό όμως για το συγγραφέα δε σημαίνει πως η πάλη κι η εξουσία των μπολσεβίκων θα έπαιρναν αναπόφευκτα -για να αποφύγουμε το νομοτελειακά- συγκεκριμένες μορφές και χαρακτηριστικά -εν ολίγοις αυτά που συμπυκνώνει ως όρος η "δικτατορία του προλεταριάτου". Σημαίνει απλώς πως θα είχαμε "μία από τα ίδια", που ο συγγραφέας μας τα παρουσιάζει ως ένα καταπιεστικό, εκμεταλλευτικό καθεστώς, με εκτεταμένη χρήση καταστολής.

Ο Μπελαντής χρησιμοποιεί ένα τσουβάλι, αλλά κι ένα ιδιότυπο "διαλεκτικό" σχήμα διαφοράς-ταυτότητας για την ηγεσία των μπολσεβίκων και τους κλασικούς του μαρξισμού, που δε φτάνουν τη σκαιότητα του (σατανικά κακού, ακόμα κι όταν δεν έχει την εξουσία) Στάλιν, συνδέονται οργανικά όμως με βασικά στοιχεία του "σταλινισμού" και τους λόγους που επικράτησε. Ο Τρότσκι είναι σαφώς πιο διαλλακτικός, ευθύνεται όμως για την αντίληψη της στρατιωτικοποίησης της εργασίας και των συνδικάτων. Ο Λένιν έχει μια αντιγραφειοκρατική αναλαμπή στο "Κράτος κι Επανάσταση", αλλά δεν έμεινε συνεπής σε όσα έγραφε για τη συμμετοχή των μαζών στη διακυβέρνηση. Ούτε καν ο Μαρξ δεν ξεφεύγει από το στόχαστρο της κριτικής για κάποιες εκτιμήσεις του.

Αν αυτό για κάποιους δείχνει ένα ανεξάρτητο κριτικό πνεύμα που αναστοχάζεται και αμφιβάλλει για τα πάντα, ακόμα και για το μαρξισμό, από την άλλη μπορεί να μας βάλει σε σκέψεις για τη σχέση του συγγραφέα με αυτόν (τη μαρξιστική ιδεολογία) και σε ποιο βαθμό τον ασπάζεται ως μέθοδο και θεωρία.

Γιατί κρίνουμε όμως με πολιτικούς όρους ένα μυθιστόρημα;
Γιατί το καθιστά αναπόφευκτο το θέμα του, ακόμα κι αν δεν πολιτικολογούσε εκτενώς ο συγγραφέας του, σε πολλά σημεία και χωρίς λογοτεχνικά προσχήματα. Η σοβιετική πείρα μπορεί να προκαλεί ενδιαφέρον σε διάφορες πτυχές, διαστάσεις της και ζητήματα, που δε στερούνται βέβαια πολιτικής χροιάς, πόσο μάλλον όταν αφορούν την πολιτική ιστορία της ΕΣΣΔ. Η δημιουργική μυθιστορηματική ανάπλαση της ιστορίας είναι θεμιτή, υπόκειται αυτονόητα όμως σε πολιτική κριτική. Με άλλα λόγια, ο συγγραφέας έχει κάθε δικαίωμα να φτιάξει το δικό του ιστορικό σύμπαν με τα υλικά που νομίζει, ενώ εμείς έχουμε κάθε δικαίωμα να κρίνουμε τι έφτιαξε, αν ακολουθεί κάποιους κανόνες στην "πολιτική κουζίνα" του ή ψάχνει απλώς να δικαιώσει και να ικανοποιήσει τις εμμονές του.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος που υπάρχει για ένα συγγραφέα -καθαρά λογοτεχνικά μιλώντας- είναι να παρουσιάσει τους ήρωές του ως φωτοτυπίες του εαυτό του, για να επαναλαμβάνουν όλοι μαζί τις απόψεις του. Και ο Μπελαντής δε φαίνεται να θέλει καν να αποφύγει αυτόν το σκόπελο. Στο δικό του ιστορικό σύμπαν, οι μπολσεβίκοι ηγέτες αυτομαστιγώνονται στους εσωτερικούς τους μονόλογους με τα λόγια του και τις δικές του απόψεις, αναγνωρίζουν τα λάθη τους, πως έχουν ξεστρατίσει από τα επαναστατικά ιδανικά τους, άλλο αν η αυτοκριτική τους δε μεταφράζεται σε έμπρακτη μεταμέλεια. Από τη στιγμή λοιπόν που έχουν λίγο πολύ απεκδυθεί τις δικές τους ιδέες, η μεταξύ τους αντιπαράθεση δεν έχει κανένα περιεχόμενο, καμία πολιτική βάση κι είναι απλώς ένας άθλιος αγώνας για την εξουσία, ανάμεσα σε εξίσου άθλια ανθρωπάρια, που είναι έτοιμα να μεταχειριστούν κάθε μέσο για να επικρατήσουν, ακόμα και την ατομική βόμβα! Ο Μπελαντής δε μας παρουσιάζει τους χαρακτήρες ενός μυθιστορήματος, αλλά μια δράκα παλιοχαρακτήρες, αδίστακτους και κυνικούς, που παλεύουν για την εξουσία -το μόνο τους ιδανικό- σα βυζαντινοί δελφίνοι, για να επικρατήσει στο τέλος ο δολιότερος, ο πιο αδίστακτος, αλλά βασικά να αλληλοεξοντωθούν.

Οι πιο στενοί συνεργάτες του Στάλιν (Μολότοφ και Μπέρια) παίζουν μεταξύ τους ρώσικη ρουλέτα με ένα περίστροφο για τη θέση του Γκεν Σεκ (Γενικού Γραμματέα), μετά από απόφαση του Πολιτικού Γραφείου! Ενώ ο Στάλιν (που αναφέρεται ως Γιόζεφ, για να κολλάει με το Γεζόφ) χρησιμοποιεί τηλεπάθεια για να επικοινωνήσει με το Γιούρι Γκέλερ και τον Αϊνστάιν και να τον πείσει να του παραδώσει το μυστικό της ατομικής βόμβας, για να την χρησιμοποιήσει εναντίον των εσωκομματικών του αντιπάλων! Το πρόβλημα δεν είναι τα φανταστικά στοιχεία του ιστορικού σύμπαντος του βιβλίου, αλλά τι ακριβώς προσπαθούν να αποδείξουν.

Είναι χαρακτηριστικό πως σε μια παρουίαση του βιβλίου (στην οποία ακούσαμε εγκώμια σχεδόν για κάθε άλλη πολιτική δύναμη της επαναστατικής εποχής, από τους μενσεβίκους και τους εσέρος έως τους αναρχικούς, εκτός από τους μπολσεβίκους, βεβαίως-βεβαίως), ο συγγραφέας περιέγραψε πως τον απασχόλησε το ερώτημα αν μπορούμε να δούμε το Στάλιν ως άνθρωπο και σημείωνε ως θετικό επίτευγμα πως προσπάθησε να δει και να παρουσιάσει και την ανθρώπινη πλευρά του! Με αυτά τα δεδομένα, πρέπει να είμαστε ικανοποιημένοι που δε μας έδιεξε κάποιο τέρας με δύο κεφάλια, τρία χέρια κοκ.

Πώς απέκτησαν όμως οι Σοβιετικοί την ατομική βόμβα; Από Γερμανούς επιστήμονες που βρίσκονταν σε επαφή με τον Τρότσκι. Εξάλλου οι Σοβιετικοί δε φτάνουν σε κανένα επιστημονικό επίτευγμα μόνοι τους, αλλά τα δανείζονται όλα από τη Γερμανία, στην οποία έχουν επικρατήσει οι σοσιαλδημοκράτες, θέτοντας εκτός νόμου τους ναζί και τους κομμουνιστές, που έχουν όμως αρκετά περιθώρια ημινόμιμης δράσης, ενώ όλοι οι κομμουνιστές της Αντιπολίτευσης βρίσκουν σε αυτήν ασφαλές καταφύγιο.

Το συμπέρασμα είναι πως η αστική δημοκρατία είναι μάλλον προτιμότερη ως πλαίσιο πολιτικής δράσης για τους επαναστάτες, ενώ ήταν μάλλον ακίνδυνη αν όχι και... αλληλέγγυα προς τη σοβιετική εξουσία. Η τελευταία οξύνει τα μέσα και τις μεθόδους πάλης κατά των αντιπάλων της, επειδή είναι βίαια και κακή από τη φύση της, στην "εκφυλισμένη" της εκδοχή, και όχι επειδή απειλείται από την ιμπεριαλιστική περικύκλωση -αυτή δεν υφίσταται- από κάποιον πόλεμο, από κάποιον εχθρό με άμεσες επεκτατικές βλέψεις ή με την ατομική βόμβα αργότερα -αυτήν την χρησιμοποίησαν εξάλλου οι ίδιοι εναντίον του εαυτού τους, στο πλαίσιο του εμφυλίου πολέμου για την εξουσία.

Αυτή είναι μια μόνιμη επωδός-σταθερά πολλών αστικών αναλύσεων που παρουσιάζουν το Στάλιν σατανικό και σκαιό, πιθανότατα λόγω χαρακτήρα, και τους μπολσεβίκους πιθανότατα εκ φύσεως αιμοσταγείς, και όχι επειδή υφίσταται λυσσαλέα ταξική πάλη ή επειδή υπάρχει η μόνιμη απειλή -που δεν έμεινε στη θεωρία, αλλά πέρασε σύντομα και στην πράξη- της ιμπεριαλιστικής απειλής (η οποία αναφέρεται και στο ιστορικό σύμπαν του βιβλίου ως υπαρκτός αλλά όχι ικανός παράγοντας, που ερμηνεύει αλλά δε δικαιολογεί κάποιες επιλογές). Άλλωστε και το βιβλίο φαίνεται σε πολλά σημεία να απευθύνεται σε αντίστοιχο, αστικό κοινό, παρά στον κόσμο του κινήματος, σε όλες τις αποχρώσεις του, που είναι πιο εξοικειωμένος με το ιστορικό πλαίσιο, την ορολογία και το πλαίσιό του, και βασικά είναι το κατεξοχήν κοινό που το αγόρασε.

Όποιος ψάχνει κινηματικό αποκούμπι θα το βρει στην αυτοδιαχειριζόμενη μικρή παροικία, που χτίζεται ως ουτοπία κάπου στη Σιβηρία, παράλληλα με το ιστορικό σύμπαν του βιβλίου και τα θέατρα της εμφύλιας μάχης και σε μια αόριστη υπόσχεση του Ράντεκ, που επιστρέφει στα πράγματα, πως βγήκαν διδάγματα από τα λάθη του παρελθόντος και την επόμενη φορά όλα θα γίνουν καλύτερα.
Θα φροντίσουμε εμείς για αυτό. Τόσο για την επανάσταση, όσο και για το επόμενο αντίστοιχο βιβλίο του, τη σκοπιά του και την ποιότητά του.