Τετάρτη, 22 Μαρτίου 2017

Όταν μεγαλώσω...

Λες όταν μεγαλώσουμε να γίνουμε όλα όσα κατακρίνουμε;
Λες πχ να φτύνουμε στο δρόμο, μπροστά σε άλλους, για να μας "καμαρώσουν"; Να λέμε για τους νέους του μέλλοντος πως δεν είναι όπως εμείς στα χρόνια μας; (Καλά αυτό ήδη το κάνουμε ως ένα βαθμό). Λες να πάρουμε τα κουσούρια των γονιών μας, και να αντιγράψουμε ασυνείδητα αυτό που μισούμε; Να σαπίζουμε στον καναπέ -καλά αυτό το κάνουμε ήδη ως ένα βαθμό- ή μπροστά σε μια οθόνη -αυτό και αν το κάνουμε; Να γκρινιάζουμε μόλις ανέβει το θερμόμετρο πάνω από 25 βαθμούς ή όταν πέσει κάτω από τους δέκα; Και να είναι ο καιρός το πιο σημαντικό θέμα που μας απασχολεί, αντί το πώς θα σταθούμε στο ύψος των καιρών μας; Λες όταν μεγαλώσουμε να μικραίνουμε από τα κουσούρια που κουβαλάμε από μικροί και μεγαλώνουν μαζί μας; Λες να αρχίσουμε να λέμε κι εμείς "σχολειά" (ο τόνος στο "α"), "καφενέδες" και "ποδάρια";

Λες όταν μεγαλώσουμε να γίνουμε αυτό που σιχαινόμαστε; Αυτό που φοβόμαστε και κατακρίνουμε; Όχι πως τώρα είμαστε μικροί. Ούτε ως μέγεθος ούτε ως ιστορία και διαδρομή που κουβαλάμε πίσω μας -ιδίως αν το δεις συγκριτικά, στα χρόνια της αντεπανάστασης, που συρρίκνωσε μαζικά το κίνημα φιλοδοξώντας να γράψει τον επίλογο της ιστορίας. Αλλά όταν ωριμάσουμε πολιτικά και μεγαλώσει το μπόι μας, το πολιτικό μας βάρος, η απειλή που θα νιώθει το σύστημα από τη δράση μας.

Λες να γίνει δεύτερη φύση η εξουσία, συνήθεια που μένει σα γλίτσα πάνω μας, αφήνοντας πίσω την μπόχα και τα ελαττώματά της; Λες να κολλήσει πάνω μας τη σκουριά της η γηραλέα ρεφορμοστική σκέψη, με τη μίζερη ροπή της στο συμβιβασμό, τα φτιασιδώματα και την υποκρισία; Λες αντί για το κράτος να απονεκρωθεί η λειτουργία των συμβουλίων (σοβιέτ), η ζωντανή πολιτική κουβέντα και ο γόνιμος προβληματισμός; Να μας νικήσει η αναπόφευκτη, νομοτελειακή τάση για συγκεντρωτισμό, καταπλακώνοντας τις ανησυχίες και τις αναζητήσεις μας; Λες να λυγίσουμε από το μεγάλο βάρος των απαιτήσεων και να λυγίσουμε; Να φωλιάσει μέσα μας ο φόβος, οι ταλαντεύσεις, οι ταλαντεύσεις κι η αναποφασιστικότητα; Ή τάση για συμβιβασμό και πισωγυρίσματα; Λες να συνεχίσουν να μας καθορίζουν τα πολιτικά παιδικά μας χρόνια κι η (επαναστατική) ανωριμότητας της κατάστασης; Να βρούμε μπροστά μας τα παιδικά μας "τραύματα" αντί να μάθουμε να λύνουμε καινούρια και σύνθετα προβλήματα;

Φυσικά και μπορεί να γίνουν αυτά, ως ένα βαθμό. Ίσως συμβούν κι όλα μαζί. Κανείς μας δεν είναι άτρωτος σε ό,τι μας απειλεί και μας διαβρώνει ύπουλα και αθόρυβα, κι αυτό είναι (φυσιο)λογικό εν μέρει. Μια φυσιολογική αντίδραση στην επανάσταση που μας βγάζει έξω από την "κανονικότητα", τη μίζερη, "κανονική" ροή των πραγμάτων, από όσους μένουν γαντζωμένοι σε αυτήν. Κι η δύναμη της συνήθειας είναι ίσως ο μεγαλύτερος εχθρός της νιότης του κόσμου, ανεξάρτητα από την ηλικία μας.

Γι' αυτό πρέπει να ετοιμαζόμαστε από σήμερα, να εξουδετερώνουμε κάθε στραβό εν τη γενέσει του, προτού γιγαντωθεί μαζί μας. Ούτως ώστε την κρίσιμη στιγμή, να μην είμαστε απλώς έτοιμοι, αλλά ψηλότερα από τον πήχη των περιστάσεων.

Τρίτη, 21 Μαρτίου 2017

Η στρατηγική του ΚΚΕ και η πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες

Ελλείψει χρόνου, η κε του μπλοκ αντιγράφει ένα υποκεφάλαιο -με τον τίτλο της ανάρτησης- από το άρθρο του Β. Όψιμου "Η θεωρία του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό και οι διαστρεβλώσεις της", ως μια βάση για να ανοίξει η συζήτηση. Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το άρθρο στην ΚομΕπ, που κυκλοφορεί και φιλοξενεί στις σελίδες της προσυνεδριακό διάλογο, με περισσότερες από τριάντα παρεμβάσεις.

* * *

Το ΚΚΕ, βγάζοντας συμπεράσματα από την πείρα του ελληνικού και του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος, προχώρησε προς τα μπρος την επεξεργασία της επαναστατικής στρατηγικής του με το 19ο Συνέδριο. Δεν ήταν μια εύκολη κι ευθύγραμμη πορεία μετά τη διάσπαση του Κόμματος και τις αντεπαναστατικές ανατροπές. Κουβαλούσαμε και κάμποση "αρχαία σκουριά" από στρατηγικές επεξεργασίες προηγούμενων δεκαετιών. Με τις επεξεργασίες του τεκμηριώνει ότι:

Ο καπιταλισμός στην Ελλάδα βρίσκεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο ανάπτυξής του, σε ενδιάμεση θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, με ισχυρές ανισότιμες εξαρτήσεις από τις ΗΠΑ και την ΕΕ [...] Μετά την εκδήλωση της κρίσης, επιδεινώθηκε η θέση της ελληνικής καπιταλιστικής οικονομίας στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, της ΕΕ και γενικότερα της διεθνούς ιμπεριαλιστικής πυραμίδας, γεγονός που δεν αναιρεί ότι η ένταξη της Ελλάας στην ΕΟΚ-ΕΕ εξυπηρέτησε τα πιο δυναμικά τμήματα του εγχώριου μονοπωλιακού κεφαλαίου και συνέβαλε στη θωράκιση της πολιτικής του εξουσίας.
Η συμμετοχή της Ελλάδας στο ΝΑΤΟ, οι οικονομικοπολιτικές και πολιτικοστρατιωτικές εξαρτήσεις από την ΕΕ και τις ΗΠΑ, περιορίζουν τα περιθώρια αυτοτελών ελιγμών της αστικής τάξης της Ελλάδας, καθώς όλες οι συμμαχικές σχέσεις του κεφαλαίου διέπονται από τον ανταγωνισμό, την ανισομετρία και συνεπώς την πλεονεκτική θέση του ισχυρού, διαμορφώνονται ως σχέσεις ανισότιμης αλληλεξάρτησης...

Στη σημερινή Ελλάδα η εργατική τάξη, η πρωτοπορία και η βασική κινητήρια δύναμη της σοσιαλιστικής επανάστασης, είναι πολύ πιο πολυάριθμη, καθώς ο καπιταλισμός έχει αγκαλιάσει πολύ περισσότερους κλάδους της παραγωγής και η απασχόληση στην αγροτική οικονομία έχει συρρικνωθεί δραστικά. Ταυτόχρονα, εξακολουθούν να υπάρχουν πολυάριθμα στρώματα αυτοαπασχολούμενων στην πόλη και στην ύπαιθρο -το υπόβαθρο για την αναγκαιότητα της κοινωνικής συμμαχίας που πρέπει να οικοδομήσει η εργατική τάξη γύρω της.

Η Λαϊκή Συμμαχία, όπως την επεξεργάστηκε το 19ο Συνέδριο, είναι ακριβώς η αναγκαία συμμαχία των κοινωνικών δυνάμεων για το σήμερα. Η ενότητα της εργατικής τάξης σε επαναστατική κατεύθυνση και το μάζεμα γύρω της των φτωχών λαϊκών στρωμάτων. "Εκφράζει τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των μισοπρολετάριων, των αυτοαπασχολούμενων και φτωχών αγροτών που δεν μπορούν να κάνουν συσσώρευση, των νέων και των γυναικών από τα εργατικά λαϊκά στρώματα στον αγώνα κατά των μονοπωλίων και της καπιταλιστικής ιδιοκτησίας, κατά της ενσωμάτωσης της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις".

Ο αντικαπιταλιστικός αντιμονοπωλιακός προσανατολισμός της κοινωνικής συμμαχίας εκφράζει με επάρκεια τα αντικειμενικά υλικά συμφέροντα της εργατικής τάξης και των μικροαστικών στρωμάτων: Η εργατική τάξη έχει αντικειμενικό υλικό συμφέρον από την ανατροπή του καπιταλισμού, τα μικροαστικά στρώματα έχουν αντικειμενικό υλικό συμφέρον από τη συντριβή της κυριαρχίας των μονοπωλίων, ανεξάρτητα από τις αυταπάτες τους για τη δυνατότητα μακροημέρευσης μιας οικονομίας στο έδαφος της ατομικής μικρο-ιδιοκτησίας. Οι επιθετικοί προσδιορισμοί "δημοκρατικό" και "αντιιμπεριαλιστικό" (με την έννοια της πάλης ενάντια σε ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και οργανισμούς) που χρησιμοποιούνταν στις παλιότερες κομματικές επεξεργασίες για να προσδιορίσουν το χαρακτήρα της πολιτικής συμμαχιών δεν ανταποκρίνονταν σε κάποιες υπαρκτές αναγκαιότητες της ταξικής διάρθρωσης της ελληνικής κοινωνίας. Αποτελούσαν περισσότερο λεκτικά υπολείμματα και συγχύσεις καλύτερων επεξεργασιών του Κόμματος. Δεν υπάρχουν στη σημερινή Ελλάδα υπαρκτές κοινωνικές-ταξικές δυνάμεις που να έχουν ως συνολικό προσανατολισμό (ο οποίος ανταποκρίνεται στα ιδιαίτερα, δικά τους συμφέροντα) μια "δημοκρατική" ή μια "αντιιμπεριαλιστική" στρατηγική. Η πάλη ενάντια στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις και οργανισμούς, για την αποδέσμευση από την ΕΕ ή η πάλη για τα δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερίες εντάσσονται στα επιμέρους μέτωπα πάλης της κοινωνικής συμμαχίας, αλλά δεν καθορίζουν το χαρακτήρα της και τον κεντρικό της προσανατολισμό. Αυτός μπορεί και πρέπει να καθορίζεται αποκλειστικά από το ποια στρατηγική κατεύθυνση εξυπηρετεί τα συμφέροντα των κοινωνικών δυνάμεων που απαρτίζουν την κοινωνική τους συμμαχία.

Οι αντιλήψεις μιας σειράς οπορτουνιστικών δυνάμεων ότι η πάλη για έξοδο από το ευρώ και την ΕΕ μπορεί να λειτουργήσει ως ο βασικός και ώριμος κρίκος που θα συσπειρώσει σήμερα τις λαϊκές μάζες σε ριζοσπαστική κατεύθυνση υπονομεύουν την πάλη του λαϊκού κινήματος. Συσκοτίζουν καταρχάς τον πραγματικό αντίπαλο, αποσπώντας την πολιτική των ιμπεριαλιστικών επιτελείων (Κομισιόν, ΔΝΤ κτλ) από τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις των αστικών τάξεων, μαζί και της αστικής τάξης στην Ελλάδα που συμμετέχει στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες και συνδιαμορφώνει την πολιτική τους. Ανεξάρτητα από φραστικές διακηρύξεις, δυσκολεύουν στην πραγματικότητα την ανάπτυξη της ριζοσπαστικότητας των λαϊκών μαζών, καλλιεργώντας σε αυτές την αυταπάτη ότι η πάλη τους μπορεί (ή και πρέπει) να σταματήσει τα "προσωρινά" σε ένα ενδιάμεσο σκαλοπατάκι μιας (καπιταλιστικής) Ελλάδας έξω από το ευρώ ή και την ΕΕ, που θα παίξει έναν "αντικειμενικά προοδευτικό ρόλο", με μια εξουσία "η οποία δε θα είναι αστική, δε θα είναι άμεσα η δικτατορία του προλεταριάτου, θα είναι όμως μια πολιτική εξουσία που το κράτος της θα είναι τύπου Κομμούνας..."

Αντικειμενικά, μια τέτοια γραμμή πάλης σπρώχνει τα εργατικά και λαϊκά στρώματα στην αγκαλιά των μερίδων εκείνων του μονοπωλιακού κεφαλαίου που, μπροστά στην όξυνση των αντιφάσεων της καπιταλιστικής ανάπτυξης, καλοβλέπουν σήμερα φυγόκεντρες τάσεις στην ΕΕ και μια αναδιάταξη των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι αντιλήψεις αυτές προβάλλονται σε μια χρονική στιγμή που εγχώριες και ξένες αστικές δυνάμεις ήδη αμφισβητούν τη συνοχή της Ευρωζώνης, αλλά και της ίδιας της ΕΕ, και τείνουν να εγκαταλείψουν την επιχειρηματολογία για νομοτελειακή σύγκλιση των οικονομιών της ΕΕ. Είναι διαφορετικό ζήτημα να αξιοποιεί ένα γερά εξοπλισμένο επαναστατικό κίνημα τις αντιθέσεις ανάμεσα σε μερίδες του κεφαλαίου και τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς για να προωθήσει τους στόχος του και άλλο, θεωρώντας ότι στα λαϊκά στρώματα η αναγκαιότητα σύγκρουσης με τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, να σέρνεται πίσω από αστικούς σχεδιασμούς.

Στον ίδιο ολισθηρό δρόμο οδηγούν και οι αντιλήψεις ότι το σύνολο των αντιδραστικών μέτρων που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας με όχημα τα "μνημόνια" συνιστούν την υλοποίηση ενός οργανωμένου σχεδίου των ιμπεριαλιστικών κέντρων για τη διοχέτευση αξίας από την καπιταλιστική οικονομία της Ελλάδας προς αυτά. Προκύπτει επομένως, σύμφωνα με αυτήν τη λογική, ότι οι εφαρμοζόμενες πολιτικές δεν απαντούν σε αναγκαιότητες της ελληνικής αστικής τάξης, ιδιαίτερα σε καιρούς οικονομικής κρίσης, αλλά συνιστούν ένα εκ των έξωθεν εκπορευόμενων σχέδιο των διεθνών κέντρων που λειτουργούν ως "επικυρίαρχοι". Το ελληνικό μονοπωλιακό κεφάλαιο βγαίνει έξω από το κάδρο των ευθυνών. Το ίδιο αθέατη γίνεται και η καπιταλιστική κρίση της ελληνικής οικονομίας -απλά ο ελληνικός καπιταλισμός επηρεάζεται από την παγκόσμια κρίση.

Στη σημερινή Ελλάδα του μονοπωλιακού καπιταλισμού η αντικειμενική υπαρκτή αντίθεση των συμφερόντων των λαϊκών τάξεων με τις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες δεν μπορεί να λυθεί ξέχωρα από την αντίθεσή τους με τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Η απαλλαγή από την εξουσία του κεφαλαίου είναι ο αναγκαίος όρος για να λειτουργήσει η αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς υπέρ του λαού. Η τοποθέτηση στην προμετωπίδα του λαϊκού κινήματος των στόχων πάλης ενάντια στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, συχνά με την αταξική επίκληση για "υπεράσπιση της εθνικής ανεξαρτησίας", δε συνιστά κάποια δήθεν από αποτελεσματική αξιοποίηση της επαναστατικής τακτικής.

Αποτελεί, όπως έδειξε και η προηγούμενη διάλυση, μια μηχανιστική, αντιδιαλεκτική μεταφορά στο σήμερα μιας τακτικής που χρησιμοποίησε το επαναστατικό κίνημα στο πρώτο μισό του περασμένο αιώνα, τακτική που είχε πολύ πιο συγκεκριμένους αποδέκτες (χώρες με χαμηλό την εποχή εκείνο επίπεδο καπιταλιστικής ανάπτυξης. ή και με μη διαμορφωμένη την αστική κρατική οντότητά τους) και πολύ συγκεκριμένες στοχεύσεις προώθησης της επαναστατικής πάλης. Σήμερα όχι μόνο πρέπει το επαναστατικό κίνημα να υπολογίσει με αυστηρά επιστημονικό επίπεδο την ανάπτυξη του μονοπωλιακού καπιταλισμού που έχει μεσολαβήσει από τότε, αλλά, όντας και σοφότερο από την ενσωμάτωση της ιστορικής πείρας, να διορθώσει και τα στραβοπατήματα των παλιότερων επεξεργασιών του.

Η αναγκαία επαναστατική τακτική χτίζεται στο έδαφος της καθημερινής ταξικής πάλης, των άμεσων διεκδικήσεων, της αντίστασης στα αντιλαϊκά μέτρα. Για την αλληλεγγύη, την επιβίωση, την υπεράσπιση του εργατικού εισοδήματος, για την ανάκτηση των απωλειών στην κατεύθυνση ικανοποίησης των σύγχρονων αναγκών, για την υπεράσπιση των δημοκρατικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων, για την αποδέσμευση από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς. Η οργανωμένη ταξική πάλη, σε σύγκρουση με τη συνολική πολιτική της αστικής τάξης και του κράτους της, με μοχλό την ανασύνταξη του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και την ενίσχυση του ΠΑΜΕ, είναι ο μόνος σίγουρος δρόμος για να συγκεντρωθεί ο στρατός της επανάστασης, οι κινητήριες δυνάμεις της, για να  διαμορφωθεί η αναγκαία κοινωνική συμμαχία, να προετοιμαστεί ο υποκειμενικός παράγοντας για την προοπτική της επανάστασης.

Δευτέρα, 20 Μαρτίου 2017

Κοινωνικοποίηση και σοσιαλισμός

Θα υπάρχουν ΚΤΕΛ στον κομμουνισμό; Και πώς αντιλαμβανόμαστε την κοινωνικοποίησή τους και τη λειτουργία τους σε αυτό το πλαίσιο;
Θα υπάρχουν γυράδικα, ψησταριές με σουβλάκια και καλαμάκια -που για εμάς θα είναι πουρουφάν και για τον Αθηναίο σύμμαχο κάτι άλλο;
Θα τρώμε χοιρινό κρέας και αγριογούρουνα, όπως στο χωρίο του Οβελίξ, ή θα γίνουμε όλοι vegan που θα σέβονται τα δικαιώματα και την προσωπικότητα των ζώων;
Θα υπάρχουν κότερα, κρουαζιερόπλοια, βίτσια και διαστροφές, τζόγος, λιμουζίνες, σαμπάνιες, προϊόντα πολυτελείας, που σπαταλούν πόρους;
Κι οι ερωτήσεις μπορεί να συνεχίζονται επ' αόριστον, διατυπώνοντας φαινομενικά αστείες απορίες, που είναι όμως πολύ σοβαρές, όσο αδυνατούμε βασικά να τις απαντήσουμε.

Ας μείνουμε όμως στο θέμα της κοινωνικοποίησης. Τι είναι αυτό που τη διαφοροποιεί ουσιαστικά από την κρατικοποίηση; Γιατί μιλάμε για κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων στη βιομηχανία και σε άλλους παραγωγικούς τομείς, αλλά επιλέγουμε τη μεταβατική μορφή του συνεταιρισμού για τη γη και τους αγρότες; Οι εμπορικές σχέσεις επιβιώνουν μόνο στην ύπαιθρο ή υπάρχουν στις βιομηχανίες και τις επιχειρήσεις που απαλλοτριώνονται από το κράτος της δικτατορίας του προλεταριάτου;

Μια πρώτη, σχηματική κι ίσως λίγο απλοϊκή απάντηση είναι πως το κράτος παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής, στο όνομα της κοινωνίας συνολικά. Όσο παραμένει λοιπόν -έστω και με άλλη μορφή-περιεχόμενο- η διάκριση μεταξύ κοινωνίας και κράτους, όπου το δεύτερο υπάρχει σα δύναμη πάνω από την πρώτη, για να οργανώνει την παραγωγή της, επιβάλλοντας τους όρους της κυρίαρχης τάξης, θα υπάρχει απόσταση (τυπική ή ουσιαστική) μεταξύ κοινωνικοποίησης και κρατικοποίησης (που είναι αναγκαία αλλά όχι ικανή προϋπόθεση για να φτάσουμε στην πρώτη). Απόσταση που θα εκμηδενιστεί μόνο με την άρση αυτής της αντίθεσης, με την κατάργηση του κράτους, που σταδιακά καθίσταται περιττό κι απονεκρώνεται,

Αυτό κάποιοι σοβιετικοί (πχ Βαζιούλιν) το ονόμαζαν τυπική κοινωνικοποίηση (σε διάκριση με την ουσιαστική) και το εξαρτούν από τους όρους παραγωγής και την αντίθεση μεταξύ των προωθημένων, κομμουνιστικών σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, που δεν είναι ανεπτυγμένες σε αντίστοιχο βαθμό -για να καταστήσουν ουσιαστική την κοινωνικοποίηση. Τη θεωρούν μάλιστα ως τη βασική αντίθεση της σοσιαλιστικής κοινωνίας, όπου το σημαντικό είναι πως και οι δύο πόλοι της εντοπίζονται στη σφαίρα της παραγωγής κι όχι πχ της διανομής (στον καθένα ανάλογα με...).

Ο Ρούσης γράφει κάτι παρόμοιο στο βιβλίο του "ο Μαρξ γεννήθηκε νωρίς", καθώς δανείζεται μια βασική ιδέα του Μαρξ για τον καπιταλισμό (περί τυπικής κι ουσιαστικής υπαγωγής) και την εφαρμόζει στη μετάβαση στον κομμουνισμό, κάνοντας λόγο για τυπική κι ουσιαστική υπαγωγή της παραγωγής στον κομμουνισμό ( κατ' αυτόν το ιστορικό παράδειγμα της ΕΣΣΔ να ανήκει στην πρώτη περίπτωση). Πρόκειται για μια δημιουργική αντιγραφή, με έμφαση όμως στο δεύτερο σκέλος (την αντιγραφή) παρά στο πρώτο (της δημιουργίας) που είναι κάπως αδόκιμο και προβληματικό.

Γιατί υπάρχει όμως αυτή η διάκριση; Τι είναι αυτό που μας εμποδίζει να κοινωνικοποιήσουμε άμεσα (εδώ και τώρα που θα έλεγε μια ψυχή ή με ένα νόμο κι ένα άρθρο, όπως θα πρόσθετε ένα κακέκτυπό της) όλα τα μέσα παραγωγής; Η απάντηση δε βρίσκεται στην έλλειψη της απαραίτητης βούλησης ή σε κάποια ρεφορμιστική αμφιταλάντευση, αλλά στα ίδια τα μέσα παραγωγής, το βαθμό ανάπτυξής τους, τον κοινωνικό τους χαρακτήρα και το χαρακτήρα της εργασίας που συνδέεται με αυτά.

Αυτός είναι ο βασικός λόγος που στη γη προκρίνεται ο συνεταιρισμός, με το Στάλιν να εντοπίζει στην ύπαιθρο την επιβίωση εμπορευματικών σχέσεων στο εσωτερικό της Σοβιετικής Ένωσης (πέρα από το εξωτερικό εμπόριο και τις όποιες συναλλαγές με άλλες καπιταλιστικές χώρες). Θεωρούσε δηλ εμπορευματικές τις ανταλλαγές προϊόντων και τις σχέσεις μεταξύ του κοινωνικοποιημένου βιομηχανικού τομέα και του μη κοινωνικοποιημένου αγροτικού τομέα της οικονομίας.

Η κοινωνικοποίηση δεν είναι μια απλή απαλλοτρίωση. Δεν έχει κανένα νόημα να κοινωνικοποιήσει η σοσιαλιστική εξουσία την ιδιοκτησία φτωχών αγροτών (ένα χωραφάκι και μερικά ζωντανά). Επίσης η αγροτική παραγωγή περιέχει μια σειρά αστάθμητους παράγοντες που δεν υπόκεινται εύκολα στον οικονομικό προγραμματισμό, αλλά υπονομεύουν και δυσχεραίνουν τον (κεντρικό) σχεδιασμό (πχ οι απρόβλεπτες καιρικές συνθήκες.

Η κοινωνικοποίηση συμβαδίζει με την ανάπτυξη, με τη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση -δηλ με τα μονοπώλια ως το τελευταίο σκαλοπατάκι της υλικής προετοιμασίας για το σοσιαλισμό- και με την αυτοματοποίηση που ενισχύει τον κεντρικό σχεδιασμό και ενοποιεί τη διεύθυνση των παραγωγικών μονάδων, απλοποιώντας την και καθιστώντας την περιττή σε βάθος χρόνου.

Με αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να σταθούμε κριτικά απέναντι στην εκτίμηση των σοβιετικών για το αν και σε ποιο βαθμό ήταν πλήρως κι ουσιαστικά κοινωνικοποιημένος ο βιομηχανικός τομέας κι οι επιχειρήσεις που είχαν απαλλοτριωθεί από το εργατικό κράτος. Ένας τομέας στον οποίο ναι μεν συναντούσαμε μεγάλες παραγωγικές μονάδες και σπέρματα εφαρμοσμένης αυτοματοποίησης, αλλά συνυπήρχαν με τη χρήση χειρωνακτικής εργασίας, σε σημαντικό βαθμό, και τον κυρίαρχο ρόλο των μηχανών, δηλ της εκμηχανισμένης παραγωγής. Η οποία ναι μεν κατέστησε εφικτή και άμεσα ορατή την προοπτική του σοσιαλισμού και της διαφορετικής οργάνωσης των παραγωγικών σχέσεων, αλλά δεν αντιστοιχεί στην αυτοματοποίηση και τις απαιτήσεις της κομμουνιστικής προοπτικής.

Αν το ερμηνεύω καλά, αυτοματοποίηση σημαίνει μια τέτοια ανάπτυξη, που θα ενοποιεί το σχεδιασμό και τη δραστηριότητα όλων των παραγωγικών μονάδων σε ένα ενιαίο, οργανικά δεμένο σύνολο, με τον ίδιο τρόπο που ο εγκέφαλος κατευθύνει τις συντονισμένες κινήσεις του σώματος και τις εντολές σε κάθε όργανο, καθιστά αυτονόητη την ενιαία λειτουργία τους, που γίνεται ασυνείδητα, στη βάση της συνήθειας. Κι αυτό συμβαίνει χωρίς να χρειάζεται κάποιο μέτρο για τη μεταξύ τους συνεργασία, με τον ίδιο τρόπο που σε ένα οργανισμό, υπάρχει μεν ισοζύγιο, αλλά οι κινήσεις είναι αυτόματες και δε χρειάζεται κάποιο αποδεικτικό πχ για το οξυγόνο που παρέχουν οι πνεύμονες στο αίμα, ώστε να γίνουν οι καύσεις που απαιτούν οι κινήσεις, κτλ.

Αυτή η κατεύθυνση δίνει βάρος στην περαιτέρω συγκέντρωση της παραγωγής, ώστε όλες οι μονάδες της να λειτουργούν ως ένα σώμα, κι όχι στο μικροαστικό κατακερματισμό και την αναρχική ιδέα της αυτοδιαχείρισης-αυτοδιεύθυνσης, που διαιωνίζει τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό των ξεχωριστών επιχειρήσεων, που δεν υπάγονται στην ίδια διεύθυνση, στο ίδιο σχέδιο και υπηρετούν ανταγωνιστικά ιδιωτικά συμφέροντα.

Αυτά μπορεί να μην απαντούν άμεσα στον καταιγισμό των εισαγωγικών ερωτήσεων, που θυμίζουν τις επίμονες απορίες ενός παιδιού, χωρίς να είναι απαραίτητα παιδιάστικες (από μικρό κι από τρελό, εξάλλου...). Δίνουν όμως, πιστεύω, μια καλή βάση για την κατανόηση της κοινωνικοποίησης, σε ένα γενικό πλαίσιο, που χρειάζεται εξειδίκευση, κατά περίπτωση...

Κυριακή, 19 Μαρτίου 2017

Οι νόμοι του ταξικού πολέμου

Στη σημερινή ανάρτηση, και το κυριακάτικο ιστορικό ένθετο, η κε του μπλοκ παραθέτει ένα απόσπασμα από το πολύ ενδιαφέρον βιβλίο του Β. Σερζ (αναρχικός που έγινε κομμουνιστής και μετά πέρασε με την αντιπολίτευση του Τρότσκι, χωρίς να ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις θέσεις του και την πρακτική του όμως) το "Έτος Ένα της Επανάστασης" που κυκλοφόρησε φέτος από το εκδοτικό του Μαρξιστικού Βιβλιοπωλείου (με πολιτική αναφορά στο ΣΕΚ). Ένα βιβλίο που αξίζει ίσως να παρουσιαστεί ξεχωριστά σε άλλη ανάρτηση. Είναι εντυπωσιακό όμως ότι η κυκλοφορία του φιλοξενήθηκε ως είδησης και στις σελίδες του Βήματος!

Στο παρακάτω απόσπασμα ο Σερζ μιλάει για τους νόμους του ταξικού πολέμου, την ασυγχώρητη επιείκεια που έδειξαν αρχικά οι μπολσεβίκοι και την αδίστακτη στάση της εκάστοτε άρχουσας τάξης που φέρεται στις υποτελείς κοινωνικές ομάδες ως κατώτερο έθνος.



Αυτές οι πρώτες μέρες σημαδεύτηκαν επίσης από τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του εμφυλίου πολέμου. Σε αυτό το σημείο, οι Κόκκινοι, αδαείς ακόμα περί την τεχνική της καταστολής και την αναγκαιότητά της, έχοντας την τάση να αυταπατώνται σχετικά με τη φύση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, είναι ένοχοι για απαράδεκτη επιείκεια. Αρκεί να συγκρίνουμε τους όρους που υπέβαλε η ΣΕΕ της Μόσχας μετά τη νίκη επί της Επιτροπής Δημόσιας Ασφάλειας, με εκείνους που η Λευκή Επιτροπή προσπάθησε να επιβάλει στη ΣΕΕ, όταν η τελευταία απείχε πολύ από τη νίκη. Οι Λευκοί σφαγιάζουν τους εργάτες στο Οπλοστάσιο και στο Κρεμλίνο: οι Κόκκινοι απελευθερώνουν το θανάσιμο εχθρό τους, το στρατηγό Κρασνόφ, με βάση το λόγο της τιμής του. Οι Λευκοί ορκίστηκαν να επαναφέρουν την τάξη με ανελέητες μεθόδους: αλλά οι Κόκκινοι διστάζουν να απαγορεύσουν τον αντιδραστικό Τύπο. Η παντελής απειρία είναι ένας από τους κύριους λόγους αυτής της επικίνδυνης επιείκειας από τη μεριά των Κόκκινων.

Η αντεπανάσταση, από την άλλη μεριά, ανακαλύπτει το χρέος της ενστικτωδώς, άμεσα και απόλυτα. Είναι αλήθεια ότι η πύρινη λαίλαπα του εμφυλίου πολέμου πυροδοτείται σιγά-σιγά, με τη βοήθεια των ξένων δυνάμεων. Αλλά ήδη από τις 26 του Οκτώβρη η πάλη ήταν πολύ πιο άγρια απ' ό,τι στους πολέμους ανάμεσα σε κράτη. Αυτοί οι πόλεμοι περιορίζονται, μιλώντας γενικά, από ορισμένους νόμους και υπάρχουν κανόνες στους οποίους βασίζονται. Αλλά στον πόλεμο ανάμεσα σε τάξεις δεν υπάρχουν κανόνες, ούτε Σύμβαση της Γενεύης, ούτε ιπποτικές συνήθειες, ούτε μη εμπόλεμος πληθυσμός. Από την αρχή κιόλας, η αστική και η μικροαστική τάξη καταφεύγουν στις απεργίες και τη δολιοφθορά σε όλες τις κοινωφελείς υπηρεσίες, σε όλες τις διοικητικές υπηρεσίες: αυτό είναι ένα όπλο εντελώς έξω από τις συνήθειες του πολέμου. Όταν έγινε η εισβολή στο Βέλγιο και τη Γαλλία, πουθενά οι τεχνικοί δεν κατέβηκαν σε απεργία καθώς ο εχθρός έμπαινε στην περιοχή τους. Το σαμποτάζ συνίστατο στην προσπάθεια να προκληθεί πείνα, δηλαδή να πληγεί το σύνολο του πληθυσμού, χωρίς διάκριση ανάμεσα σε μαχητές και μη μαχητές. Εξίσου σημαντική ήταν η χρήση των αλκοολούχων ποτών. Και όλη αυτή η αντεπαναστατική συνωμοσία έστρωσε το δρόμο για τη Λευκή τρομοκρατία.

Διότι οι πόλεμοι μεταξύ κρατών είναι συνήθεις πόλεμοι μεταξύ τοπικών κατεχουσών τάξεων, που διαθέτουν κοινές ταξικές ηθικές αξίες και κοινή αντίληψη περί του τι είναι σωστό και αρμόζον. Κάποιες εποχές μάλιστα υπήρχε η τάση να υποβαθμίζουν την τέχνη του πολέμου σε ένα μάλλον συμβατικό παιχνίδι. Η σύγχρονη τέχνη του πολέμου μετρά τις μέρες της από τη Γαλλική Επανάσταση, που έριξε ένα ένοπλο έθνος υπό αστική ηγεσία ενάντια στους επαγγελματικούς στρατούς των ξεπερασμένων μοναρχιών, στρατούς που βασίζονταν στην καταναγκαστική επιστράτευση και τη χρήση μισθοφόρων και που διοικούνταν από ευγενείς: με αυτόν τον τρόπο η επανάσταση κατέστρεψε άμεσα τις παλιές, ξεπερασμένες συμβάσεις της στρατηγικής και της τακτικής. Οι Ευρωπαίοι παρεκκλίνουν από τους τρέχοντες κανίνες του πολέμου μόνο όταν έχουν να κάνουμε με λαούς που πιστεύουν ότι είναι κατώτεροι*: το ίδιο συμβαίνει και στους πολέμους που κάνουν οι άρχουσες τάξεις ενάντια στην εργατική τάξη, με την πεποίθηση ότι υπερασπίζουν τον 'πολιτισμό' ενάντια στη 'βαρβαρότητα'. Όλα τα μέσα θεωρούνται επιτρεπτά. Τα συμφέροντα που διακυβεύονται είναι τόσο μεγάλα που όλες οι συμβάσεις ακυρώνονται και οι ηθικές αρχές (διότι δεν υπάρχει ανθρώπινη ηθική, μόνο ηθικέ των τάξεων και των κοινωνιών) δεν μπορούν να αμβλύνουν το πάθος με το οποίο πολεμούν οι ανταγωνιζόμενες δυνάμεις: η αντεπανάσταση βλέπει τις εκμεταλλευόμενες τάξεις που εξεγείρονται σαν 'απόβλητα της ανθρωπότητας'.

Αυτές τις αλήθειες μπορούμε να τις δούμε ολοζώντανα στο τέλος της πρώτης βδομάδας της νέας Σοβιετικής εξουσίας. Αργότερα, θα δούμε ότι η σφαγή των αιχμαλώτων γίνεται ρουτίνα στον εμφύλιο πόλεμο. Και, για μια ολόκληρη περίοδο ετών, τα καπιταλιστικά κράτη θα μεταχειριστούν την Κομμουνιστική Ρωσία σαν παράνομο έθνος.


*Οι Γάλλοι ρήμαξαν την Καβυλία (περιοχή της Βόρειας Αλγερίας, ανατολικά της πρωτεύουσας) αρκετές φορές όταν κατακτούσαν τη χώρα. Μπορούμε επίσης να θυμηθούμε τις τεχνικές του πολέμου και του ελέγχου που χρησιμοποίησαν οι Βρετανοί στην Ινδία. Τη λεηλασία του Χειμερινού Ανακτόρου στο Πεκίνο από ευρωπαϊκά στρατεύματα το 1900. Τις ωμότητες των Ιταλώων στην Τριπολίτιδα (ΒΔ Λιβύη), των Γάλλων στην Ινδοκίνα και το Μαρόκο, των Βρετανών στο Σουδάν. Και σε κανέναν πόλεμο της σύγχρονης εποχής δεν μεταχειρίστηκαν με τόση αγριότητα τους ηττημένους όσο εκείνους της Παρισινής Κομμούνας του 1871.

Σάββατο, 18 Μαρτίου 2017

Δεν είμαστε καλά

αθλητική επισκόπηση της εβδομάδας

Γι' αυτό είναι ο βασιλιάς των σπορ το ποδόσφαιρο, ακούς να λένε συχνά-πυκνά. Αν και ο στίβος είναι ο βασιλιάς των ολυμπιακών αγώνων -και ο υγρός στίβος αντιβασιλέας (sic). Κι εμείς; Δεν είμαστε από θέση αρχής κατά των βασιλιάδων;

Μπορεί όλα αυτά να μην έχουν την παραμικρή σημασία, αλλά είναι απείρως πιο ενδιαφέροντα από την πολιτική επικαιρότητα (βάλε μερικές ντουζίνες εισαγωγικά στο καθένα) των ημερών, τα ντιμπέι (που λέει μια ερυθρόλευκη ψυχή), τα δέματα με τις βόμβες και τη συσσωρευμένη βλακεία που μας βομβαρδίζει από οθόνης και μας δένει χειροπόδαρα το μυαλό (φτηνούτσικο λογοπαίγνιο).

Το κοινωνικό προτσές στην Ελλάδα είναι ένα παιχνίδι, όπου παίζει 11 εκατομμύρια κόσμος (και παραπάνω άμα συνυπολογίσεις τους αναπληρωματικούς και τους μετανάστες) και στο τέλος νικάν (σχεδόν) πάντα οι αστοί.
Η Ελλάδα είναι μια όμορφη χώρα με ένα λαό που προτιμά να βλέπει survivor, χαβαλεδιάζοντας με έναν πρώην ποδοσφαιριστή (που ήταν πρώην προτού τελειώσει τυπικά την καριέρα του) παρά τσου-λου και το ιστορικό Μπάρτσα-Παρί.

Το ελληνικό ποδόσφαιρο είναι ένα σύντομο ανέκδοτο, όπου η κλήρωση των ημιτελικών του Κυπέλλου με την εμπορική τετράδα (ΠΟΚ και ΠΑΟΚ, ένα γράμμα αλλάζει μόνο) αναβλήθηκε λόγω τηλεφωνήματος για τοποθέτηση βόμβας (χωρίς να αναλάβει την πολιτική ευθύνη κάποιο στέλεχος της ΝΔ, αυτή τη φορά), και βασικά για να μην επισκιάσει την κλήρωση των προημιτελικών του Τσου-Λου, την ίδια μέρα. Όπου η Ρεάλ είχε δύσκολο ζευγάρωμα για πρώτη φορά μετά από τρία χρόνια (οι φούρνοι που γκρεμίστηκαν στο ενδιάμεσο είναι σαφώς περισσότεροι).

Το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα μπορεί να συνοψιστεί σε μια φράση από την περιβόητη συνέντευξη του Αλεξανδρή -που τον μάθαμε Αλέκο, θυμίζοντας λίγο τον Αλεξανδράκη, αλλά τον φωνάζουν Αλέξη, που ταιριάζει περισσότερο και στο συμβολισμό του πράγματος) για τον πρωταθλητισμό και τις πάση θυσία νίκες, για τις οποίες θα μπορούσε να πει ψέματα και στο παιδί του. Ή το αμίμητο "εντάξει, εγώ πέφτω, εσύ πρέπει να το δώσεις;" προς τους διαιτητές και τα πέναλτι που κέρδιζε.
Η νίκη με κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο, που βάζει πάνω από όλα (θέαμα, αξίες, ευ αγωνίζεσθαι) το αποτέλεσμα, είναι ο κανόνας στο σύγχρονο, εμπορευματοποιημένο αθλητισμό, και αυτό φυσικά δεν περιορίζεται στα ελληνικά σύνορα.



Ο Αλεξανδρής καταφέρνει όμως να συμπυκνώσει σε μια συνέντευξη το φαινόμενο ΠαΣοΚ και τη λογική του νεοέλληνα (που είναι κάτι ευρύτερο από τη λογική του γάβρου ή του μέσου οπαδού). Το "εγώ πέφτω, εσύ γιατί το δίνεις;" κυκλοφορεί στην κοινωνία σε διάφορες παραλλαγές και μπορεί να σημαίνει τα πάντα και τα αντίθετά τους. Πχ, εντάξει εγώ παρανομώ, αλλά εσύ γιατί το σφυρίζεις και δεν κάνεις τα στραβά μάτια;

Ο Αλεξανδρής λέει πολλά, ενδιαφέροντα και μη. Καταφέρνει πάντως να είναι τίμιος και ειλικρινής Πασόκος, σε αντίθεση με πολλούς επικριτές του, που πέφτουν από τα σύννεφα με όσα λέει και περιμένουν να πάρουν πέναλτι.
Αλλά και η (αστική) υποκρισία ΠαΣοΚ είναι. Όπως και η ντεμέκ αντιπολίτευση του ΠαΣοΚ, που είναι κι αυτή αθάνατη πασοκιά, όπως η κριτική των σοκαρισμένων στον Αλεξανδρή.

Εν τω μεταξύ, ένας άλλος Αλέξης ετοιμάζεται να συνδέσει το όνομά του με το γήπεδο της ΑΕΚ και του ΠΑΟ, (αν και το πιο σωστό θα ήταν να τις αναφέρουμε ως ΠΑΕ και να μιλάμε για τα γήπεδα του Αλαφούζου και του Μελισσανίδη). Έχει έτσι την ευκαιρία να αποτινάξει τις... αντιπολιτευτικές εξαλλοσύνες του πρόσφατου παρελθόντος και να διασκεδάσει τις εντυπώσεις από τους κορμοράνους του Βοτανικού -αν δεν κάνω λάθος, αυτοί που ανέδειξαν την ιστορία τότε δεν έχουν απομακρυνθεί πολιτικά από το Σύριζα.

Στη μία περίπτωση, είναι ενδιαφέρον πως τα σχέδια της κυβέρνησης για το Γουδί και τη Λεωφόρο "διέρρευσαν" και δημοσιεύτηκαν στις εφημερίδας του Μπόμπολα, Έθνος και Goal News, (με ένα πρωτοσέλιδο που παρέπεμπε ευθέως στο "λεφτά υπάρχουν").

Κάπως αλλιώς ήθελαν να το πουν, αλλά...
Ας μην ξεχνάμε βέβαια το σανό πως ο Σύριζα χτυπάνε τα συμφέροντα, για αυτό τον χτυπάνε κανάλια, μεγαλοεκδότες, μονοπώλια, κοκ.

Στην άλλη περίπτωση, η κυβέρνηση θεωρεί πιο βολικό να φορτώσει τις ευθύνες στον "αδιάλλακτο δήμαρχο" που πήγε με τη ΛαΕ και θέτει απλώς κάποιες προϋποθέσεις, χωρίς να αντιτίθεται από θέση αρχής στην κατασκευή του γηπέδου. Αλλά το παιχνίδι χοντραίνει με το στρατό του Μελισσανίδη να στοχοποιεί με τραμπούκικες μεθόδους μια κατάληψη και γενικώς οποιονδήποτε δεν ευθυγραμμίζεται με το αφεντικό (του ΟΠΑΠ μεταξύ άλλων, που ο Σύριζα θα τον επανακρατικ... όχι, δεν μπορώ να το γράψω χωρίς να με πιάσουν τα γέλια) και δεν προσκυνά τον "τίγρη" και το όραμα για την Αγιασοφιά.

Οι περισσότεροι ΑΕΚτζήδες τσιμπάνε το τυράκι και συμμετείχαν μαζικά στο συλλαλητήριο, για να περάσει το σχέδιο του Μελισσανίδη για την κατασκευή του γηπέδου. Η αστυνομία έκλεισε το δρόμο στους αναρχικούς, που οργάνωσαν δική τους συγκέντρωση από το κέντρο, αλλά τους εμπόδισαν να φτάσουν στη Φιλαδέλφεια. Και η Κόντρα κλιμακώνεται, με ορισμένα παράπλευρα φαιδρά επεισόδια, όπως την ντεμέκ ιδεολογική ανακοίνωση της Ορίτζιναλ -που πρέπει να ανέβηκε και στο Ιντιμίντια για λίγη ώρα- για τους αντιεξουσιαστές που δεν πρέπει να γίνονται κολαούζοι της εξουσίας και του δημάρχου -ενώ προφανώς δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα να είναι τσιράκια ενός μεγαλοκαπιταλιστή. Και με την "Ώρα για Σπορ" να κάνει το άσπρο-μαύρο, επιχειρώντας να στήσει ένα ψεύτικο σκηνικό τρομοκράτησης των αθώων πολιτών που θέλουν το γήπεδο από τους κακούς κουκουλοφόρους.

Η προσφυγιά διώκεται παντού
Σε κάθε περίπτωση, είναι εντυπωσιακό πόσο βαθιά έχει εμποτιστεί η λεγόμενη κοινή γνώμη (μια κοινή, μια πόρνη) από τα κυρίαρχα ιδεολογήματα, που εκφράζονται ανάγλυφα στο γηπεδικό ζήτημα κάθε ΠΑΕ.

Πώς έχουν τα πράγματα;
Οι μεγαλοκαπιταλιστές περιμένουν ζεστό κρατικό παραδάκι και καταπάτηση κάθε περιβαλλοντικού κανόνα, για να κατασκευαστούν τα γήπεδα κι οι παράπλευρες επιχειρηματικές δραστηριότητες, που θα εκτοξεύσουν τα κέρδη τους, ενώ χρησιμοποιούν τους οπαδούς ως μοχλό πίεσης για τα ιδιωτικά τους συμφέροντα.

Πώς παρουσιάζονται στην πράξη;
Οι καπιταλιστές έχουν τολμηρά σχέδια για επενδύσεις, που θα φέρουν θέσεις εργασίας κι ανάπτυξη, αλλά βρίσκουν μια σειρά γραφειοκρατικά εμπόδια από τον αρτηριοσκληρωτικό κρατικό μηχανισμό (που δε βγάζει τσακ-μπαμ τις άδειες) από αντίπαλα συμφέροντα (δηλ καπιταλιστές ανταγωνιστές) και τους πληρωμένους υπαλλήλους τους, που εξυπηρετούν κάποιες συντεχνίες.
Ακόμα κι η ευθυγράμμιση του Σύριζα με τα σχέδια των ΠΑΕ ερμηνεύεται ως προεκλογικό τρικ (που δεν αποκλείεται όντως να είναι) κι όχι ως πλήρες ξεπούλημα και ξεμασκάρεμα.

Και τα μυαλά στα κάγκελα...

Υγ: σήμερα πέθανε κι ο ιστορικός εκδότης της εφημερίδας "Φως των Σπορ", Θ. Νικολαΐδης. Από τη στιγμή που δεν υπάρχει ουσιαστικά Αθλητική Ηχώ, πρόκειται για την παλιότερη ελληνική αθλητική εφημερίδα, που αρνείται πεισματικά να προσαρμοστεί στο ταμπλόιντ σχήμα, τα αισθητικά δεδομένα και τις αλλαγές στο σύγχρονο Τύπο (κάτι που γίνεται αντιληπτό με μια απλή ματιά στο πρωτοσέλιδο, που χρειάζεσαι πέντε λεπτά για να το διαβάσεις ολόκληρο) και πολύ καλά κάνει.

Το Φως είναι ίσως η μοναδική εφημερίδα που αντιστέκεται με αξιοπρέπεια στη δημοσιογραφία του διαδικτύου και του copy-paste (που είναι καταδικαστική για τον Τύπο που αργοπεθαίνει ούτως ή άλλως). Και προπαντός είναι εφημερίδα που ποτέ δεν έκρυψε την ταυτότητά της και δεν πούλησε "αντικειμενικότητα" και "ουδετερότητα", αλλά απέχει έτη φωτός (των σπορ) από τη νοοτροπία του νεο-γάβρου (κατά το νεοέλληνας) και δεν προσβάλλει τον αναγνώστη της, ανεξάρτητα από οπαδικές προτιμήσεις (ακόμα κι όταν είχε Νικολακόπουλο και Γαβαθιώτη στις τάξεις της).

Παρασκευή, 17 Μαρτίου 2017

Η τέταρτη διάσταση της επανάστασης

Αν κοιμηθώ νωρίς, θα (ξε)σηκωθώ νωρίς
κι όταν θα κάνω την έφοδο, θα είναι νωρίς.
Αν κοιμηθώ αργά...

Το νωρίς δεν έχει να κάνει με τον ορισμό του σοσιαλισμού ως πρώιμου, ανώριμου κομμουνισμού. Αλλά με τη σωστή εκτίμηση των πραγμάτων, τη συγκεκριμένη ανάλυση της κατάστασης, που είναι η ουσία του μαρξισμού και το πιο δύσκολο επαναστατικό καθήκον. Έχει να κάνει με την τέταρτη διάσταση της επανάστασης, που μπορεί να προστεθεί στην τριάδα των προϋποθέσεων της εξέγερσης που σημειώνει ο Βλαδίμηρος ως ειδοποιό διαφορά του μαρξισμού από τον μπλανκισμό, όπως και στην τριάδα των κλασικών όρων για την επιτυχία της: ανεβασμένο επίπεδο συνειδητοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης της εργατικής τάξης, οργανωμένη πρωτοπορία κι ατσαλωμένο κόμμα, που διευθύνει τον αγώνα, αδυναμία των από πάνω κι επαναστατική κατάσταση.

Έχει να κάνει επίσης με την περίφημη φράση του Λένιν για την επιλογή της κατάλληλης στιγμής: μια μέρα πριν ήταν νωρίς, μία μέρα μετά θα είναι αργά, τώρα είναι η ευκαιρία.

Στην Πετρούπολη (που αργότερα ονομάστηκε Λενινούπολη-Λένινγκραντ κι ως τέτοιο έχει χαραχτεί στη μνήμη μας), οι διαθέσεις των εργατικών μαζών ήταν ώριμες για την επαναστατική κατάληψη της εξουσίας ήδη από τον Ιούλιο. Οι μπολσεβίκοι μπήκαν μπροστά ως όφειλαν, παρά τη διαφωνία τους με τη χρονική στιγμή του ξεσπάσματος, προκειμένου να μην αποκοπούν από τις μάζες. Αλλά δεν παρασύρθηκαν από αυτές κι είχαν διαφορετική εκτίμηση ως προς την κατάλληλη στιγμή για το γενικό έναυσμα και την επαναστατική ετοιμότητα στην υπόλοιπη χώρα. Αν το κόμμα ακολουθούσε τυφλά τις μάζες, δε θα είχε λόγο ύπαρξης ως διακριτή οργανωμένη πρωτοπορία. Κι αν έκρινε την κατάσταση μόνο από το επίπεδο συνειδητοποίησης κι ωριμότητας στις γραμμές του και τον περίγυρό του, γενικεύοντας αυθαίρετα το μερικό στο σύνολο, θα ξέπεφτε στο επίπεδο της επαναστατικής λογοκοπίας -ίσως τίμιας κι ειλικρινούς, παρόλα αυτά επικίνδυνης.

Η συμμετοχή τους στο ξέσπασμα του Ιούλη κι η οργανωμένη συγκράτησή του επέτρεψε στους μπολσεβίκους μια συγκροτημένη υποχώρηση και τη διατήρηση των δυνάμεών τους, παρά την παρανομία και τις δύσκολες μέρες που ακολούθησαν (με το Λένιν να καταφεύγει στη Φινλανδία, για να προστατευτεί). Αλλά ο τροχός ξαναγύρισε μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα του Κορνίλοφ και την υπεράσπιση της προσωρινής κυβέρνησης (του εσέρου Κερένσκι) από τους μπολσεβίκους και το προλεταριάτο της Πετρούπολης.
Κάτω τα χέρια από την αστική δημοκρατία, είναι δική μας δουλειά να τη ρίξουμε, θα μπορούσε να είναι το σύνθημά τους.

Η αποτυχία αυτού του πραξικοπήματος και η σωτηρία της αστικής κυβέρνησης υπέγραψε παράλληλα τη θανατική της καταδίκη, αλλά από την ανάποδη. Ενώ απέδειξε παράλληλα, πως κατά έναν παράδοξο τρόπο, κι η αντίδραση οφείλει να παίρνει υπόψη της κάποιους παράγοντες και να αντιμετωπίσει παρόμοια πολιτικά προβλήματα με τους επαναστάτες, επιλέγοντας την κατάλληλη στιγμή για την εκδήλωση της αντεπανάστασης, αν δε θέλει να την οδηγήσει σε αποτυχία.

Η προσωρινή αποτυχία της επανάστασης ενίσχυσε την προσωρινή κυβέρνηση και την αντίδραση, που πίστεψε στη νίκη της, εκτίμησε λανθασμένα την κατάσταση -χωρίς να έχει πολλά περιθώρια για κάτι διαφορετικό ούτως ή άλλως- και ευνόησε με τη σειρά της την επικράτησης της επανάστασης, που έμοιαζε πρόσκαιρη κι επισφαλής, αλλά ουδέν μονιμότερο του προσωρινού. (Και δεν είναι τυχαίο ίσως πως η νίκη αυτή αποδείχτηκε στην πράξη προσωρινή, ακριβώς όταν για τους περισσότερους έμοιαζε μόνιμη και δεδομένη).

Η κατάσταση έμοιαζε κατά μία έννοια με το πατητό, που παίζαμε ως παιδιά, με μισά-πλάγια βήματα ή μεγάλα και θαρραλέα, που ξανοίγονται και μπορεί να αποδειχτούν μετέωρα και να την πατήσεις -αντί να πατήσεις τον αντίπαλο, που είναι κι ο στόχος του παιχνιδιού- πέφτοντας έξω ένα βήμα, λίγα εκατοστά, μία μέρα (νωρίς ή αργά) και μία αιωνιότητα, που κρινόταν το 17' για τις επαναστάσεις του σύντομου εικοστού αιώνα -που ήταν μια σύντομη εισαγωγή στην κοινωνία του μέλλοντος.
Το μετέωρο βήμα της επανάστασης...

Θυμάμαι μάλιστα πως τότε παίζαμε συνήθως με ομάδες και τις συλλαβές τους, που αντιστοιχούσαν σε ένα βήμα -μισό ή ολόκληρο- και για αυτό προτιμούσαμε τα ονόματα-σιδηρόδρομους: Ο-λυ-μπι-α-κός Βό-λου, Α-να-γέν-νη-ση Καρ-δί-τσας, κοκ, που σου έδιναν πλεονέκτημα για την τελική επίθεση. Κι ίσως έτσι να μας έμεινε κι εμάς η ροπή προς τα πολυσύλλαβα μακρινάρια που μπερδεύουν τον κόσμο: ευρωμονόδρομος, λυκοσυμμαχία, αντικαπιταλιστική-αντιμονοπωλιακή συσπείρωση, δικτατορία του προλεταριάτου, επαναστατική πρωτοπορία, φτου σκουληκομερμηγκότρυπα.
Τι κρίμα να μην τις ξέρουμε σαν παιδιά αυτές τις λέξεις, για να τις χρησιμοποιούμε στο παιχνίδι μας...

Σε κάθε περίπτωση, ο χρόνος είναι πολύ σημαντική διάσταση για την επανάσταση, όπου κάθε μέρα μετράει σα μήνας, είναι γεμάτη γεγονότα που τρέχουν και προσπαθούν να καλύψουν το κενό και την χρόνια, συσσωρευμένη αδράνεια του προηγούμενου διαστήματος. Με άλλα λόγια, όσα δε φέρνει ο χρόνος, τα φέρνει η ώρα κι η στιγμή, η κρίσιμη, επαναστατική συγκυρία που συγκεντρώνει τη δυναμική και τις τάσεις εξέλιξης των πραγμάτων, σπρώχνοντας το μέλλον για να έρθει πιο κοντά στην εποχή μας. Επισπεύδοντας τη γέννηση του καινούριου ενάντια στο παλιό που αρνείται να (αργο)πεθάνει, με την επαναστατική βία να βοηθάει τη γέννα ενός μωρού, που είναι πρώιμο(ς) (κομμουνισμός) και αδύνατο, σαν επταμηνίτικο, αλλά ικανό να πνίξει τα φίδια που το ζώνουν στην κούνια του, όπως ο Ηρακλής κι η νεογέννητη σοβιετική εξουσία. Που πέτυχε μια σειρά θαυμαστούς άθλους, κουβαλώντας στις πλάτες της την παγκόσμια επαναστατική προοπτική, σαν το μυθολογικό Άτλαντα, ενάντια στα μαύρα κοράκια και τις Στυμφαλίδες Όρνιθες που έπεσαν να τη φάνε. Και ας απέτυχε τελικά να εκτρέψει το ρου της ιστορίας και του Αλφειού (ή μήπως του Πηνειού) για να καθαρίσει τον κόπρο του Αυγεία και τα κατάλοιπα-βρομιές του ταξικού παρελθόντος, που επιβιώνουν μέσα μας.

Κατορθώματα κι άθλοι συλλογικοί κι ανθρώπινοι, που έφεραν μια πραγματική κοσμογονία, που μοιάζει με έργο θεού. Τι θεού, ημίθεου και βάλε... Αλλά πρέπει να προσέχουμε το Νέσσο και το δηλητήριο του κέρδους και του σοσιαλισμού της αγοράς, γιατί μια οικονομία δεν μπορεί να είναι σαν Κένταυρος, με ανθρώπινο, σοσιαλιστικό σώμα και καπιταλιστικά πόδια αλόγου.

Εν κατακλείδι, καθώς ο χρόνος της ανάρτησης τελειώνει: η επανάσταση δε θα έρθει ως μια σπασμωδική αντίδραση στην ιστορία που κυλάει πολύ αργά για τις επαναστατικές μας προτιμήσεις. Έρχεται όμως να την επιταχύνει, ισοφαρίζοντας με ένα άλμα την καθυστέρηση ολόκληρων δεκαετιών. Δεν μπορούμε να παίζουμε με αυτήν -όπως ένα παιδί με το ρολόι του- αλλά από τη στιγμή που θα ξεσπάσει, πρέπει να οδηγηθεί αποφασιστικά μέχρι τέλους. Κι όσο πιο αποφασιστικά κινηθεί, τόσο πιο εύκολη κι αναίμακτη θα είναι η νίκη της (όπως αποδεικνύει και το παράδειγμα της εφόδου στα χειμερινά ανάκτορα, σε διάκριση με την πιο δύσκολη επικράτηση της επανάστασης στη Μόσχα, όπου το αρχηγείο της αμφιταλαντεύτηκε κι υπέπεσε σε οδυνηρά σφάλματα).

Το κακό επίσης είναι ότι η επανάσταση δεν έχει πολλά περιθώρια για λάθη, ούτε πολύ χρόνο στη διάθεσή της για να τα διορθώσει. Κι είναι ζήτημα πόσο μπορεί τελικά να προχωρήσει το ρολόι της ιστορίας και ποιες φάσεις μπορεί να παρακάμψει, όπως στη σοβιετική Ρωσία, όπου παρέκαμψαν το καπιταλιστικό στάδιο ανάπτυξης, ως υποχρεωτικό σταθμό της εξέλιξης, αλλά είχαν παράλληλα να αντιπαλέψουν πολλά προκαπιταλιστικά -ακόμα και προταξικά- κατάλοιπα κατά τη διάρκεια του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού (και με αυτό το πολυσύλλαβο ονομαστικό σύνολο, τσακίσαμε κάθε αντίπαλο στο πατητό και μπορούμε να δώσουμε ένα απότομο τέλος στην ανάρτηση).

Πέμπτη, 16 Μαρτίου 2017

Ειρήνη κι ειρηνική συνύπαρξη

Η λέξη ειρήνη [мир] στα ρώσικα σημαίνει κόσμος. Μιρ όμως λέγονταν κι οι μικρές αγροτικές κοινότητες, στις οποίες πίστευαν πως μπορούν να βασιστούν οι ναρόντνικοι επαναστάτες του 19ου αιώνα, και να τις καταστήσουν κύτταρο της σοσιαλιστικής κοινωνίας που οραματίζονταν. Για τους αγρότες αυτά τα δύο мир ταυτίζονταν και με μια άλλη έννοια, καθώς ο κάμπος ήταν όλος ο κόσμος τους, όλη η ζωή τους. Κι ο πολιτικός, επαναστατικός τους ορίζοντας καθοριζόταν απ' τις παραστάσεις του ρώσου μουζίκου, που δεν είχε φύγει ποτέ από το χωριό του κι είχε αντικρίσει μόνο ό,τι χωρούσε στον ορίζοντα του χωραφιού του. Καθοριζόταν δηλ από τη μονότονη επανάληψη που διακρίνει την ύπαιθρο και την αγροτική ζωή κι έκανε ένα ναρόντνικο να λέει πως "η ιστορία κινείται πολύ αργά" και "πρέπει να την επιταχύνουμε". Σε τελική ανάλυση καθορίζεται από τον περιορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα της αγροτικής παραγωγής, που παραμένει ως πρόβλημα προς επίλυση στη σοσιαλιστική κοινωνία.

Αυτό δείχνει γιατί η ρωσική επανάσταση μπορούσε να θριαμβεύσει μόνο ως εργατική επανάσταση. Μόνο το εργατικό κίνημα μπορούσε να βρεθεί στη θέση της επαναστατικής πρωτοπορίας, θέτοντας ως στρατηγικό στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού και την αλλαγή των παραγωγικών σχέσεων. Το ότι αυτό έγινε σε μια κατεξοχήν αγροτική χώρα, καθυστερημένη κι ημιφεουδαρχική, και το ότι οι μπολσεβίκοι αναγκάστηκαν να χτίσουν τη δικτατορία του προλεταριάτου, με τα πρωτοπόρα στοιχεία της εργατικής τάξης αποδεκατισμένα από τις συνεχείς μάχες, και με μια εργατική τάξη με έντονο το σημάδι της αγροτικής της καταγωγής, είναι μερικές κρίσιμες ιδιαιτερότητες που καθόρισαν σημαντικά τις δυσκολίες και τα επαναστατικά καθήκοντα των μπολσεβίκων.

мир όμως σημαίνει και ειρήνη, δημιουργώντας έτσι ένα πολύ όμορφο ζευγάρι και μια αισιόδοξη οπτική, που δεν ανταποκρίνεται, ωστόσο, συχνά στην πραγματικότητα ενός κόσμου που διέπεται από αντιθέσεις και συγκρούσεις και όπου ο πόλεμος είναι πατέρας των πάντων, όπως λέει ο Ηράκλειτος. Η ταύτιση αυτή καταδεικνύει όμως τα καλύτερα στοιχεία και τις προοπτικές του ανθρώπινου γένους (όταν αποτινάξει τα κατάλοιπα της προϊστορίας του κι αρχίζει να δημιουργεί συνειδητά την ιστορία του).

Πολύ όμορφη είναι κι η ταύτιση που πετυχαίνει στα ελληνικά η λέξη "κόσμος", συνδέοντας ιδανικά τα πράγματα γύρω μας και το περιβάλλον, με τους ανθρώπους που ζουν και δρουν σε αυτό. Μπορείς να επισκεφτείς πχ ένα μέρος και να σε εντυπωσιάσει με τα αξιοθέατα, τη γοητεία και την αύρα που αποπνέει. Δεν μπορείς όμως να αγαπήσεις πραγματικά έναν τόπο, αν δε γνωρίσεις τους ανθρώπους του και την ιστορία τους, αν δε δεθείς μαζί τους, με τη νοοτροπία και τον τρόπο ζωής τους. Κι είναι προφανές πως δε γίνεται να αλλάξουμε τον κόσμο, χωρίς τη μαζική συμμετοχή του κόσμου, που θα πάρει την τύχη στα χέρια του. Ούτε (γίνεται) όμως να περιμένουμε πχ να αλλάξει η συνείδηση του κόσμου, προτού καταπιαστούμε με την αλλαγή του κόσμου, αφού αυτά τα δύο είναι αλληλένδετα.

Οι Σοβιετικοί χρησιμοποίησαν την ελληνική λέξη "κόσμος" για τους δικούς τους κοσμοναύτες, που κατακτούσαν ένα γενναίο, νέο κόσμο: το διάστημα. Κι ονόμασαν συμβολικά мир το διαστημικό τους σταθμό, όπου είχε μείνει το 91' ένας κοσμοναύτης, και όταν επέστρεφε στη Γη, βρήκε τη Σοβιετική Ένωση διαλυμένη, κι έπρεπε να επιλέξει την καινούρια του εθνικότητα. Εγώ στη θέση του μπορεί να διάλεγα να μείνω εκεί που είμαι, ως υποκατάστατο της επουράνιας εφόδου, που προσγειώθηκε λίγο απότομα, και ψάχναμε το μαύρο κουτί, που θα μας δείξει τα αίτια της πτώσης.

Οι Σοβιετικοί δεν ήταν οι μόνοι που έβαζαν τόσο ψηλά το мир με τις δυο του έννοιες. Στα χρόνια της μεταπολίτευσης, πολλοί σφοι γονείς διάλεγαν να βαφτίσουν τα κορίτσια τους Ειρήνη, περιέχοντας κι ένα σαφή πολιτικό συμβολισμό στην επιλογή τους. Τον ίδιο που είχε δηλ το ΣΕΦ (Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας -άλλο αν στην πράξη συνδέθηκε με τελείως διαφορετικές έννοιες), σε μια εποχή που δεν ήταν απλώς καλύτερη (αυτό είναι το μόνο εύκολο συγκριτικά με σήμερα) αλλά κρατούσε ζωντανή και την προοπτική -κι ίσως για αυτό ακριβώς ήταν καλύτερη.

Θυμάμαι επίσης στις ταξιδιωτικές εντυπώσεις του Βάσου Γεωργίου από την Αλβανία του Χότζα, το 1980, το συγγραφέα να ρωτάει τους Αλβανούς γιατί δεν έχουν πουθενά κάποιο σύνθημα υπέρ της ειρήνης, κάτι που γινόταν συστηματικά στις άλλες σοσιαλιστικές χώρες.
Το πρώτο σκέλος της απάντησης θα ήταν πως η απομονωμένη Αλβανία ένιωθε σαν πολιορκημένο φρούριο, που απαγορευόταν να χαλαρώσει την επιφυλακή της, γιατί εξαρτούσε από αυτό το κομμάτι την επιβίωσή της. Το δεύτερο σκέλος είναι πως έβλεπαν με καχυποψία τους ρεβιζιονιστές (εντός ή εκτός εισαγωγικών) και τα συνθήματα του ειρηνικού περάσματος στο σοσιαλισμό και της ειρηνικής συνύπαρξης των δύο συστημάτων, σοσιαλιστικού και καπιταλιστικού, σε παγκόσμια κλίμακα.

Την τελευταία βέβαια δεν την ανακάλυψαν οι ρεβιζιονιστές, καθώς αναφέρεται ήδη στο Λένιν, τονίζοντας την "ανακωχή" που χρειαζόταν η Σοβιετική Ρωσία για να σταθεί στα πόδια της, να αναπτυχθεί και να ξεδιπλώσει τις παραγωγικές της δυνατότητες. Μια ιδιαίτερη μορφή αυτής της συνύπαρξης ήταν εξάλλου κι η υπογραφή του Συμφώνου μη επίθεσης Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, προκειμένου να κερδίσουν οι σοβιετικοί χρόνο και να προετοιμάσουν καλύτερα την άμυνά τους.

Το σύνθημα της ειρηνικής συνύπαρξης δεν προέκυπτε ως ιδεοληψία ενός λαού που ταυτίζει λεκτικά τον κόσμο με την ειρήνη, αλλά ως αναγκαιότητα για ένα λαό που έχτιζε το σοσιαλισμό. Που ακόμα κι όταν πάτησε πιο γερά στα πόδια του, κι αντιμετώπιζε από καλύτερες θέσεις το διεθνή συσχετισμό -που παρέμενε αρνητικός- αιμορραγούσε οικονομικά, για να ακολουθήσει το ιμπεριαλιστικό μπλοκ στην κούρσα των εξοπλισμών, χάνοντας πολύτιμους πόρους που θα μπορούσα να αξιοποιηθούν επωφελώς σε άλλους, ζωτικούς τομείς (σε αντίθεση με τους καπιταλιστές και το λεγόμενο στρατιωτικο-βιομηχανικό μπλοκ, που έστηνε μια κερδοφόρα μπίζνα με τους εξοπλισμούς κι ενίσχυε τη θέση του, αποδυναμώνοντας το αντίπαλο δέος).

Η συνύπαρξη αυτή δεν ήταν ασφαλώς ειρηνική, αλλά μια "ισορροπία τρόμου" που βαφτίστηκε μεταπολεμικά ψυχρός πόλεμος, αλλά απέτρεψε μια σειρά θερμές συγκρούσεις και ματοκυλίσματα, βάζοντας εμπόδια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς. Και δεν εξασφάλιζε προφανώς συνθήκες εργαστηρίου για το προτσές της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, ούτε κάποια περίοδο συμφιλίωσης με τους ιμπεριαλιστές -που εξακολουθούσαν να ασκούν στο ακέραιο την πίεσή τους- συνδεόταν όμως με την αντιιμπεριαλιστική πάλη των λαών του κόσμου, πετυχαίνοντας ως ένα βαθμό τη συσπείρωσή τους σε προοδευτική κατεύθυνση.

Το πρόβλημα ήταν ότι σταδιακά η ειρηνική συνύπαρξη έπαψε να θεωρείται ως ειδική μορφή συνέχισης της ταξικής πάλης, κάτι που διακηρύχθηκε επίσημα το 90' από το Σεβαρντνάτζε, που ήταν υπουργός εξωτερικών της ΕΣΣΔ, ως διαβεβαίωση στο καπιταλιστικό μπλοκ ότι ο δρόμος-κατήφορος της Περεστρόικα ήταν χωρίς επιστροφή.

Το πρόβλημα επίσης ήταν ότι η ειρήνη ταυτίστηκε λανθασμένα με την κοινωνική ειρήνη και το λεγόμενο πασιφισμό, που ακύρωνε στην πράξη την ταξική πάλη, στο όνομα μιας δημοκρατικής μετάβασης, χωρίς επαναστάσεις, αίματα και μίση. Κάτι που διαψεύστηκε πανηγυρικά στην πράξη, αλλά θα το δούμε αναλυτικά σε προσεχή ανάρτηση.

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Η σκέψη του Τσε κι η Κούβα σήμερα

Τις προάλλες είχα αντιγράψει ένα απόσπασμα από έναν παλιό λόγο του Φιντέλ, σημειώνοντας πως δεν είχε άμεσες προεκτάσεις στη σημερινή συγκυρία.
Σήμερα η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει από την ίδια συλλογή ομιλιών και συνεντεύξεων (ο Φιντέλ Κάστρο μιλάει για τον Τσε, εκδόσεις Μαλλιάρη) ένα άλλο απόσπασμα που έχει όμως άμεσες προεκτάσεις στη σημερινή συγκυρία.

Είναι από μια συνέντευξη του Φιντέλ στο Νικαραγουανό Τόμας Μπόρχε, το (κάθε άλλο παρά) σωτήριο έτος 1992, αμέσως μετά την επικράτηση της αντεπανάστασης στην Ευρώπη και διεθνώς, όπου ο Κάστρο επιχειρεί να εξηγήσει γιατί είναι επίκαιρη η σκέψη του Τσε Γκεβάρα και με ποιον τρόπο συνδέεται με τις εξελίξεις στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, βοηθώντας μας να τις ερμηνεύσουμε.
Τα σχόλιά του είναι πολύ εύστοχα κι αξίζει να διαβαστούν από τη σκοπιά της σημερινής συγκυρίας, και της κρίσιμης καμπής στην οποία βρίσκεται η επανάσταση στην Κούβα.


Ανέκαθεν εμείς οι Κουβανοί δίναμε ιδιαίτερη σημασία στον τρόπο σκέψης του Τσε. Εγώ ο ίδιος, μάλιστα, δεν έπαψα ποτέ να έχω έντονη στο μυαλό μου τη σκέψη του, από τότε που αρχίσαμε τη διαδικασία της αποκατάστασης, πολύ πριν εμφανιστούν όλα αυτά τα προβλήματα στους κόλπους του σοσιαλιστικού στρατοπέδου και πολύ πριν εμφανιστεί στον ορίζοντα η περεστρόικα. Θυμάμαι ότι σε μία επέτειο του θανάτου του Τσε -νομίζω πως ήταν η 20ή επέτειος- αναφέρθηκα εκτενώς στον Τσε και σε όλα αυτά τα θέματα.

Ο θαυμασμός και το αίσθημα συντροφικότητάς μου για τον Τσε έχουν αυξηθεί, βλέποντας όλα αυτά που συνέβησαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο, καθώς ήταν κατηγορηματικά αντίθετος με τη χρήση καπιταλιστικών μεθόδων στην οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Ένας από τους συντρόφους μας, ένας οικονομολόγος, συγκέντρωσε όλες τις ιδέες που είχε παρουσιάσει ο Τσε γύρω από το θέμα αυτό, στα γραπτά και τις ομιλίες του, τις συνέλεξε και τις ταξινόμησε. Η αξία τους είναι τεράστια, και πρέπει να γίνουν αντικείμενο μελέτης, γιατί πιστεύω ότι η χρήση αυτών των καπιταλιστικών μεθόδων και αντιλήψεων επέφερε την αποξένωση στους κόλπους των σοσιαλιστικών χωρών.

Με ρωτήσατε για πιο λόγο απέτυχε ο σοσιαλισμός στις χώρες αυτές.
Πιστεύω ότι ο Τσε ήταν προικισμένος με μία προφητική ματιά όταν, ήδη από τα πρώτα χρόνια της δεκαετία τους 1960, διέβλεψε όλα τα μειονεκτήματα και τις επιπτώσεις της μεθόδου οικοδόμησης του σοσιαλισμού που εφαρμοζόταν στην Ανατολική Ευρώπη.

Είχε πει ότι δεν υπήρχε λόγος να καταφύγουμε σε αυτές τις μεθόδους και σε αυτή την καπιταλιστική φιλοσοφία. Σε κάποια χρονική στιγμή, αρχίσαμε να χρησιμοποιούμε τον οικονομικό σχεδιασμό και τις μεθόδους διαχείρισης που είχαμε αντιγράψει από τη σοσιαλιστική εμπειρία της Ευρώπης. Οι αντιλήψεις αυτές είχαν αρχίσει να επικρατούν, εξαιτίας του τεράστιου γοήτρου που είχε η Σοβιετική Ένωση και άλλες σοσιαλιστικές χώρες στην Κούβα και εξαιτίας των ιδεολογικών σφαλμάτων που κάναμε τα πρώτα χρόνια της επανάστασης. Όλα αυτά καλλιέργησαν μια κουλτούρα ευνοϊκή για την εμφάνιση και εφαρμογή στην Κούβα των μεθόδων οικοδόμησης του σοσιαλισμού που εφαρμοζόταν στη Σοβιετική Ένωση και σε άλλες σοσιαλιστικές χώρες.

Ανέκαθεν ξεχώριζα τη Σοβιετική Ένωση από τις υπόλοιπες χώρες, επειδή εκεί, η οικοδόμηση του σοσιαλισμού δε γινόταν αποκλειστικά με βάση τις μεθόδους αυτές. Αναφέρομαι λοιπόν κυρίως στις μικρότερες χώρες του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, γιατί τα αναπτυξιακά προγράμματα στη Σοβιετική Ένωση ήταν πολύ δυναμικά και επειδή οι βασικές αποφάσεις που κατέστησαν δυνατή τη μεγάλη οικονομική ανάπτυξη της Σοβιετικής Ένωσης δε σχετίζονταν με την ικανότητα δημιουργίας εσόδων, με την καπιταλιστική έννοια, ή με κάποια άλλη παρεμφερή αντίληψη.

Αυτή ήταν η φιλοσοφία που εφαρμόστηκε στη χώρα μας. Ύστερα από 10 ή 11 χρόνια, και ενώ βρισκόμασταν σε αναμονή των αποτελεσμάτων της, συνέβησαν τόσο πολλές παραμορφώσεις και τόσο πολλές αποκλίσεις, ώστε έπρεπε να σταματήσω, να σκεφτώ και να έχω διαρκώς στο νου μου τον Τσε, τα προαισθήματά του και την απόρριψη εκ μέρους του αυτών των μεθόδων οικοδόμησης του σοσιαλισμού. Έχω την αίσθηση ότι όλα όσα συνέβησαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο καθιστούν πιο επίκαιρη από ποτέ την οικονομική σκέψη του Τσε, σχετικά με την οικοδόμηση του σοσιαλισμού.

Με την έναρξη της διαδικασίας αποκατάστασης ενθάρρυνα την έκδοση αυτών των βιβλίων σχετικά με τον Τσε και την εξάπλωση της οικονομικής σκέψης του, όχι όμως για να χρησιμεύσουν ως εγχειρίδια, ή ως κάτι το αλάθητο, καθώς δεν πρέπει ποτέ να αντιμετωπίζεται μία σχολή πολιτικής σκέψης, ή η σκέψη οποιουδήποτε θεωρητικού ή πολιτικού ως κάτι το άκαμπτο, ως κάτι το δογματικό.

Υπήρξα εχθρός των δογμάτων σε όλη μου τη ζωή. Έχουμε το χρέος να αποτρέψουμε τη δογματοποίηση της σκέψης όλων των επιφανών πολιτικών και των πιο εξαιρετικών επαναστατών, καθώς κάθε σκέψη ανταποκρίνεται σε μία δεδομένη στιγμή, σε δεδομένες περιστάσεις στο δεδομένο σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών και στη δεδομένη εμπειρία. Κατά συνέπεια, η φόρμουλα που ο Λένιν θεωρούσε ως κατάλληλη για την αντιμετώπιση μιας ορισμένης κατάστασης, ίσως να μην είναι εφαρμόσιμη σε άλλες διαφορετικές περιστάσεις ή σε άλλους καιρούς.

Οι ιδέες του Μαρξ, του Ένγκελς, του Λένιν και του Τσε δεν αποτελούν δόγματα, αποτελούν λαμπρά δείγματα ταλέντου και πολιτικού, κοινωνικού και επαναστατικού οραματισμού σε μία δεδομένη χρονική περίοδο. Πάντα θα βρίσκουν εφαρμογή, αρκεί να μην αντιμετωπίζονται ως αμετάβλητα δόγματα. Αν κάναμε κάτι τέτοιο, τότε θα ήταν σαν να αφαιρούσαμε το επιστημονικό, πολιτικό και επαναστατικό τους πλαίσιο και να τα μετατρέψουμε σε θρησκευτικά δόγματα.

Όταν είδαμε ότι η Σοβιετική Ένωση και το υπόλοιπο σοσιαλιστικό στρατόπεδο έπαιρναν ένα διαφορετικό δρόμο, που τους οδηγούσε όλο και πιο μακριά από τη σκέψη του Τσε, όταν άρχισαν να προσανατολίζονται προς μία εκτενέστερη χρήση του συστήματος και των μηχανισμών του καπιταλισμού, κατέβαλα προσπάθειες για την ευρεία εξάπλωση των ιδεών του Τσε. Ενώ, δηλαδή, επιχειρούσαν να βελτιώσουν το σοσιαλισμό, χρησιμοποιούσαν όλο και μεγαλύτερες ποσότητες του δηλητηρίου που σκότωνε το σοσιαλισμό. Αυτή είναι και μία από τις αιτίες για όσα συνέβησαν στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο.

* * *

Εύλογα αναρωτιέται κανείς αν οι Κουβανοί στρέφονται σήμερα συνειδητά σε αυτό το μεγαλύτερο, αν πιστεύουν πως το χρησιμοποιούν σε ελεγχόμενες ποσότητες, ως αναγκαίο κακό, ή αν πιστεύουν πως έχουν εφεύρει κάποιο αντίδοτο.

Παραθέτω συμπληρωματικά κι ένα μικρότερο απόσπασμα από την ομιλία του Φιντέλ στην 20ή επέτειο από την εκτέλεση του Τσε στη Βολιβία, όπου κατ' ουσίαν αναφέρεται στα υλικά και ηθικά κίνητρα, τη διαμόρφωση συνειδήσεων και την αξία τους για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Μην έχετε την εντύπωση ότι ο Τσε ήταν αφελής, ένας ιδεαλιστής ή κάποιος που δεν είχε επαφή με την πραγματικότητα. Ο Τσε καταλάβαινε και λάμβανε υπόψη του την πραγματικότητα. Αλλά ο Τσε πίστευε στους ανθρώπους . Και αν δεν έχουμε πίστη στους ανθρώπους, αν πιστεύουμε ότι είναι αδιόρθωτα μικρά ζώα, ικανά να προοδεύουν μόνο αν τα ταΐζει κάποιος με χορτάρι ή μόνο αν τα δελεάζει κάποιος με ένα καρότο ή αν τα χτυπάει κάποιος με ένα μαστίγιο- όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος για αυτό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ επαναστάτης. Όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος για αυτό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ σοσιαλιστής. Όποιος το πιστεύει αυτό, όποιος είναι πεισμένος για αυτό, δεν πρόκειται να γίνει ποτέ κομμουνιστής.

Τρίτη, 14 Μαρτίου 2017

Χούντα και εκσυγχρονισμός

Το απόσπασμα που (ανα)δημοσιεύω σήμερα δεν προέρχεται από την πιο αξιόπιστη πηγή, αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι η αξιοπιστία της παράθεσης, αλλά το ακριβές περιεχόμενό της. Πρόκειται για το απομαγνητοφωνημένο (ή κατασκευασμένο) κείμενο του διαλόγου ανάμεσα στον Α. Παπανδρέου και τον Παττακό, μετά την απελευθέρωση του πρώτου από τη χούντα, όταν ο δεύτερος του παρέδωσε το διαβατήριό του, για να φύγει στο εξωτερικό. Η κε του μπλοκ το ψάρεψε στο βιβλίο "Ανδρέας" του Δήμου Μπότσαρη, που είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση λιβελογράφου, που ωστόσο δεν μπορεί να ξεπεραστεί με ελαφριά καρδιά, χωρίς να απαντηθούν οι βασικές αιτιάσεις του.
Στο μέτρο που οι διάλογοι αυτοί είναι δυνατό να εκτιμηθούν, τα συμπεράσματα για το χαρακτήρα του Ανδρέα είναι τραγικά. Ο διάλογός του με τον Παττακό δεν έχει αμφισβητηθεί, αφού υπάρχει στο αρχείο του η κασέττα, που ο κάτοχός της ισχυρίζεται ότι είναι γνήσια και αυθεντική. Απομαγνητοφώνηση της κασέττας έχει δημοσιευθεί σε καθημερινή εφημερίδα της Αθήνας που δεν κυκλοφορεί σήμερα.
Αυτά μας λέει ο συγγραφέας του βιβλίου, προτού παραθέσει την εκδοχή των πραγμάτων, όπως την παρουσιάζει ο ίδιος ο Α. Παπανδρέου στο βιβλίο του "η Δημοκρατία στο Απόσπασμα", για να την αντιπαραθέσει στη συνέχεια με το απομαγνητοφωνημένο (;) κείμενο που δημοσιεύτηκε, να κάνει τη σύγκριση και να βγάλει συμπεράσματα για το χαρακτήρα του Παπανδρέου.

Επαναλαμβάνω όμως ότι αυτό δεν έχει καμία σημασία για το σκοπό της ανάρτησης. Ακόμα και αν το κείμενο δεν έχει πειραχτεί ή κατασκευαστεί εξ αρχής από τους υπεύθυνους της χούντας, ορισμένα σημεία θα μπορούσαν εν μέρει να ερμηνευτούν -και όχι να δικαιολογηθούν- από την αντικειμενική κατάσταση και τη δύσκολη θέση στην οποία βρισκόταν ένας πρώην πολιτικός κρατούμενος, που δε θα μπορούσε να είναι σίγουρος, μέχρι την τελευταία στιγμή, πως θα πάρει όντως το διαβατήριό του και ότι δεν τον εμπαίζουν οι συνταγματάρχες.

Ανεξάρτητα όμως από το ποιος είπε ή έγραψε-διασκεύασε τα παρακάτω σημεία, παρουσιάζουν κατά τη γνώμη μου ενδιαφέρον ως μια αποτίμηση της χούντας, που περισσότερο από το να την εξωραΐζει, εκτιμά σχετικά νηφάλια από τη σκοπιά των αστικών συμφερόντων, την αξία χρήσης του καθεστώτος για την άρχουσα τάξη.

* * *

Παττακός: Ποια είναι η κρίση σας για την πολιτική της Εθνικής Κυβερνήσεως;
Ανδρέας: Θέλετε την κρίση μου;
Παττακός: Ναι.

Ανδρέας: Ευχαριστώ που με ρωτάτε. Νομίζω... Και αφού μου επιτρέπετε και με ρωτάτε θα σας πω τη γνώμη μου: Νομίζω ότι το κοινωνικό και οικονομικό περιεχόμενο της επαναστάσεώς σας είναι σε γραμμή που ανταποκρίνεται στις ανάγκες του τόπου. Συγχρόνως νομίζω ότι το προχωρείτε με τέτοιο γρήγορο ρυθμό ώστε η μηχανή να κλωτσάη. Είναι τόσο γρήγορος ο ρυθμός ώστε κλωτσάει η μηχανή. Θέλει λίγο γράσσο. Θέλει μαλακώτερα, σιγώτερα και όχι σκληρότερα. Αλλά τα μέτρα να μην είναι πολλά και πολύ γρήγορα. Θέλω να πω ότι μπουκώνει η μηχανή. Όταν ο επιχειρηματίας κάθε μέρα βλέπει ένα καινούργιο μέτρο, δεν μπορεί να προσαρμοσθή στο μέτρο. Θέλει χρόνο να το απορροφήση, να το ζήση, να προσαρμόση τη δική του μηχανή στο νέο μέτρο. Τα μέτρα, δηλαδή, μπορεί να είναι σωστά. Αλλά θέλουν κι αυτά κάποιαν εις χρόνον κλιμάκωσιν. Βλέπω εκεί μια δυσκολίαν. Αλλά γενικά εις τον τομέα τον οικονομικόν, τον κοινωνικόν, προοδευτική είναι η πολιτική σας και ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αναπτύξεως.
Στο θέμα της Παιδείας, εκεί ανησυχώ εγώ λιγάκι. Ανησυχώ, το λέω ειλικρινά αυτό, διότι φοβούμαι ότι η επάνοδος εις την αρχαίαν και η έμφασις εις την καθαρεύουσαν, όσο σωστή να είναι από απόψεως παραδόσεως -και ποιος αρνείται πως είναι;- αφαιρεί χρόνο πολύ σημαντικό από τα σύγχρονα προβλήματα της εποχής μας για τους μαθητάς του Γυμνασίου. Και χρειάζονται τεχνικοί. Χρειάζονται άνθρωποι εκσυγχρονισμένοι... Και φοβούμαι ότι είναι μεγάλη η έμφασις εις την παράδοσιν. Όχι ότι δεν είναι χρήσιμη η παράδοσις, αλλά νομίζω ότι έχετε δώσει...

Παττακός: Διαβάσατε το νομοσχέδιο;
Ανδρέας: Όχι πλήρως...
Παττακός: Έχετε υπ' όψιν σας ότι δίδομεν έμφασιν εις την καθομιλουμένην, την γλώσσαν των εφημερίδων, λίγα από αρχαία, πολύ λίγα κεφάλαια εις την αρχαίαν, αλλά όλη η αρχαία φιλοσοφία να διδαχθή ερμηνευθείσα...

Ανδρέας: Α καλά τότε... τότε το είχα παρεξηγήσει. Βέβαια και εγώ διάβασα εφημερίδες... δεν εδιάβασα το νομοσχέδιο. Και θέλω να ελπίζω στον άλλο τομέα, να πούμε, στον τομέα του Συντάγματος, ότι δεν θα έπρεπε να αργήση αυτό το πράγμα. Και θα έπρεπε να δώσετε ένα δημοκρατικό Σύνταγμα, το οποίον θα είναι ένας τίτλος τιμής. Ένα Σύνταγμα που να είναι δυτικώτερον του ευρωπαϊκού, προσαρμοσμένο, βέβαια, στα ελληνικά μας προβλήματα και πλαίσια. Αλλά θα είναι τίτλος τιμής, αν η κατάστασις αυτή φύγη δίδουσα εις τον τόπον δημοκρατικόν Σύνταγμα. Και στέρεον Σύνταγμα, του βασιλέως τις προνομίες σαφώς κανονισμένες, διότι από κει ξεκινήσανε τα μεγάλα μας προβλήματα. Η παρερμηνεία του Συντάγματος. Άλλο λέγαμε εμείς, άλλο έλεγε ο βασιλιάς. Θέλει ένα ξεκαθάρισμα αυτό το πράγμα. Και αν αυτό το πράγμα γίνει και γίνει σε χρονικά όρια σύντομα σχετικά, αναγγείλατέ το.

Παττακός: Νομίζω ότι τα χρονικά όρια τα οποία έχουμε αναγγείλει είναι καλά. Δεν σας ικανοποιούν;
Ανδρέας: Ναι. Για το Σύνταγμα, ναι. Ακριβώς. Ύστερα έχετε το μέγα θέμα των εκλογών, το οποίο, βέβαια, δε γνωρίζω... Δεν έχετε αναγγείλει τα όρια και ίσως δεν μπορείτε κιόλας. Γιατί, τότε, δεν θα μπορείτε να κάνετε καλά και τη δουλειά σας.
Παττακός: Θα το αναγγείλωμεν αιφνιδιαστικών, αλλά πάντως οπωσδήποτε θα πάμε δι' εκλογάς.

* * *

Είτε είναι του Παπανδρέου η παραπάνω ανάλυση, είτε της χούντας που μαγείρεψε τα λεγόμενά του, η ουσία δεν αλλάζει: πρόκειται για μια ακριβή και νηφάλια εκτίμηση για το ρόλο που καλείται να επιτελέσει το καθεστώς, τα κίνητρα που την επέβαλαν και τους σκοπούς-συμφέροντα που υπηρετεί. Που διαπλέκονται σαφώς με τον εξωτερικό παράγοντα (ΗΠΑ, ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο) αλλά δε θα μπορούσαν να εξαντλούνται σε αυτόν, αν δεν έδεναν και με τις εσωτερικές διεργασίες στη χώρα μας και με την ανάγκη εκσυγχρονισμού του αστικού πολιτικού συστήματος για την καλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητά του.

Είναι ενδιαφέρον ότι οι όποιες ενστάσεις ενάντια στην πολιτική της χούντας, εκφράζονται από αυτήν ακριβώς τη σκοπιά, είτε για τη χρήση της καθαρεύουσας, είτε για το σύνταγμα και τις εκλογές, κι όχι από κάποια δημοκρατική ανησυχία ή γενικά από έγνοια για τα λαϊκά στρώματα, τα δικαιώματά τους και τις ελευθερίες τους.

Συναφής με τα παραπάνω είναι και η πρόσφατη ανακοίνωση της κετουκε για την 50ή επέτειο από την επιβολή του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών, που αξίζει να διαβαστεί και να συζητηθεί.

Άλλοι προτεινόμενοι σύνδεσμοι από το Ρίζο είναι οι εξής:
Το κείμενο του Κ. Σκολαρίκου, συνεργάτη του τμήματος ιστορίας της κετουκε, με αφορμή ένα ιστορικό ένθετο της φιλοκυβερνητικής εφημερίδας Documento (για το Ζαχαριάδη, το Βαφειάδη και τον Καραγιώργη), που εκτός από τη "βελούδινη" παραχάραξη της ιστορίας, αναδεικνύει τη σύγκλιση του πολιτικού αναθεωρητισμού με το αναθεωρητικό, νεοφιλελεύθερο ρεύμα στην ιστοριογραφία.

Το κοινό κάλεσμα διεθνιστικής πάλης ενάντια στον καπιταλισμό από το ΚΚ Τουρκίας και το Νέο ΚΚ Ολλανδίας, που δείχνουν τι κρύβεται πίσω από την τεχνητή ένταση των σχέσεων των δύο χωρών και των αστικών τους τάξεων.

Το κάλεσμα πάλης του ΚΚΕ ενάντια στα νέα μέτρα, με θέσεις αιχμής την αποδέσμευση από την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και κάθε ιμπεριαλιστικό σχεδιασμό (που κουμπώνει με τη συζήτηση που έχει ανοίξει και σε προηγούμενη ανάρτηση).


Το εργατικό - λαϊκό κίνημα, στην Ελλάδα και σε όλη την Ευρώπη, μπορεί να αξιοποιήσει τα ρήγματα και τις αντιθέσεις μέσα στις ιμπεριαλιστικές συμμαχίες για την αποδυνάμωσή τους.
Να συνδέσει την πάλη για αποδέσμευση από την ΕΕ με την πάλη για ανατροπή της εξουσίας του κεφαλαίου, που όσο υπάρχει θα οδηγεί σε τέτοιες αντιδραστικές αντιλαϊκές συμμαχίες.

Χρειάζεται να δυναμώσει η πάλη με στόχο:
  • Την έξοδο της Ελλάδας από τους ιμπεριαλιστικούς συνασπισμούς, το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
  • Καμιά συμμετοχή της χώρας σε αποστολές εκτός συνόρων.
  • Κλείσιμο των ξένων βάσεων στην Ελλάδα - ΕΞΩ το ΝΑΤΟ από το Αιγαίο.

Αυτός είναι ο δρόμος για να προετοιμάσουμε τις νέες αναμετρήσεις, τους νέους νικηφόρους αγώνες.
Με στόχο την πραγματική εξουσία του λαού, τη μόνη που μπορεί να ικανοποιήσει τις σύγχρονες ανάγκες του, σύμφωνα με τις επιστημονικές και τεχνολογικές κατακτήσεις, τις δυνατότητες της χώρας. Να διαγράψει το χρέος, να αποδεσμεύσει την Ελλάδα από ιμπεριαλιστικές συμμαχίες.

Δευτέρα, 13 Μαρτίου 2017

Ένα άχρηστο κείμενο

-Άλλο παιχνίδι είδαμε-βλέπουμε...

Τι είναι αυτό που μας κάνει να βλέπουμε τις ίδιες φάσεις, τα ίδια γεγονότα στη ρέουσα πραγματικότητα, και να τα ερμηνεύουμε τελείως διαφορετικά, βγάζοντας εκ διαμέτρου αντίθετα συμπεράσματα;
Είναι ο σύνθετος χαρακτήρας αυτής της πραγματικότητας, που σου επιτρέπει να εστιάζεις σε διάφορες πηγές και να τις αναδεικνύεις σε κυρίαρχες. Οι παραστάσεις και το διαμορφωμένο κριτήριο του καθενός, η κοινωνική του θέση που καθορίζει τη συνείδησή του. Εννοούμε δηλ την κοσμοθεωρία που ακολουθεί ο καθένας, και όταν δεν την έχει ως μπούσουλα και ερμηνευτικό εργαλείο, πέφτει στο δίχτυ της συστημικής προπαγάνδας (που είναι ασφαλείας μόνο για την άρχουσα τάξη). Όταν δεν έχει κανείς δική του γνώμη, δανείζεται την κυρίαρχη, για να καλύψει την άγνοιά του, διαιωνίζοντάς την.

Ναι αλλά τι γίνεται όταν δε μιλάμε για κοσμοθεωρητικά ζητήματα, παρά για απλές φάσεις-επεισόδια μιας κοινωνικής ή ποδοσφαιρικής αναμέτρησης; Γιατί αδυνατούμε κάποιες φορές να συμφωνήσουμε τουλάχιστον στα γεγονότα, στο "τι είναι τελικά αυτό που βλέπουμε", και όχι πώς το βλέπουμε και το ερμηνεύουμε; Να συμφωνήσουμε πχ για τα πραγματικά γεγονότα της 20ής Οκτώβρη (Κοτζαρίδης) ή για μια αμφισβητούμενη φάση, για πράγματα δηλ που είναι (;) αντικειμενικά και ανεξάρτητα από τη θέλησή μας.
Ναι αλλά η σχέση μας με αυτά και η γνώμη που σχηματίζουμε δεν είναι ανεξάρτητη (από τη θέλησή μας -που επηρεάζει αντίστοιχα και την κρίση μας).

Εδώ κάποιοι θα πουν ότι αυτή είναι η ομορφιά της ζωής και των ανθρώπων, που δε μοιάζουν πάντα για να μπουν στο ίδιο καλούπι, και σχηματίζει ο καθένας τη δική του αλήθεια, τη δική του εικόνα για τον κόσμο. Ενώ -σου λένε- οι σύντροφοι και το κόμμα που υποστηρίζουν ότι η πραγματικότητα είναι αντικειμενική και μπορούμε να τη γνωρίσουμε, πως η αλήθεια είναι σχετική και ταξικά καθορισμένη, αλλά επίσης αντικειμενική και γράφεται με κόκκινο, αρνούνται αυτήν την όμορφη ποικιλία, θέλουν να τα ζωγραφίσουν όλα παύλα-τελεία, για να χωρέσουν με το ζόρι την περίπλοκη πραγματικότητα στο δικό τους ερμηνευτικό σχήμα, τη δική τους.. αφήγηση. Και αν τα γεγονότα δε συμφωνούν μαζί της, τόσο το χειρότερο για αυτά.

Είναι θέμα λοιπόν πώς η υποκειμενική σχέση του καθενός με τον κόσμο γύρω του, η ιδιαιτερότητα κι η μοναδικότητα αυτής της σχέσης, θα εναρμονιστεί με μια γενική αφαίρεση, και δε θα βουλιάξει στο βούρκο του υποκειμενισμού και του αγνωστικισμού (αφού όλα είναι υποκειμενικά, δεν μπορούμε να γνωρίσουμε τίποτα).

Κι αν κάποιοι εκλαμβάνουν την ιδεολογική σκοπιά ως παραμορφωτικό φακό (με έναν αλτουσεριανής κοπής -θα έλεγα- διαχωρισμό της πραγματικότητας από την ιδεολογία και τους μηχανισμούς της, που την αλλοιώνουν και τη στρεβλώνουν), αλίμονο αν χάσουμε τα κόκκινα, ταξικά γυαλιά μας. Που δεν τα φοράμε για να βλέπουμε όλες τις επίμαχες φάσεις υπέρ μας και να δικαιολογούμε τα πάντα, αλλά για να λειτουργήσουν ως μεγεθυντικός φακός που αναδεικνύει την ουσία, ενάντια σε μια αταξική θολούρα (αστιγματισμό) και την απολίτικη μυωπία.

Θα μπορούσε να πει κανείς πολλά ακόμα για το ρόλο του διαιτητή και του ιστορικού και κατά πόσο μπορούν να είναι αντικειμενικοί ή ουδέτεροι. Έχουμε ήδη όμως μια επαρκή βάση-εισαγωγή, για να δικαιολογήσουμε το λόγο ύπαρξης του κειμένου και να προχωρήσουμε σε πιο ποταπές λεπτομέρειες, στις οποίες εύκολα πάντως μπορεί να βουλιάξει κανείς. Ακολουθούν μερικά παραδείγματα τέτοιων άχρηστων λεπτομερειών-ερωτημάτων.

-Αν έπρεπε να φάει δύο κάρτες ο Βεράτι και να είναι έξω. Αν ο Ντι Μαρία σουτάρει πριν ανατραπεί ή πρέπει να πάρει φάουλ μετά το σουτ, όπως στο μπάσκετ. Αν είναι όντως τόσο αδιαμφισβήτητη και καθαρή η φάση του Σουάρες -πέρα από το καταγέλαστο θέατρο του Ουρουγουανού, που πιάνει το λαιμό τους, λες και τον δάγκωσαν.
-Αν θυμάται κανείς αυτή τη φάση από το Τσέλση-Μπάρτσα, το 09', ότι η Μπάρτσα γυρίζει παίζοντας με δέκα, και πάει στον τελικό, ουσιαστικά χωρίς πλάγιους μπακ. Ή πόσες φορές πέφτει μόνος του ο "fucking disgrace" Ντρογκμπά, για να εκμαιεύσει ένα πέναλτι.
-Αν η Μπάρτσα δικαιούταν να ομιλεί, πχ όταν έχανε 4-0 με κάτω τα χέρια από την Μπάγερν, κι ενώ υπήρχαν επιθετικά φάουλ τουλάχιστον στα μισά γκολ των Βαυαρών ή έπρεπε να το βουλώσει, γιατί είχε παίξει άθλια -κι η απουσία του Μέσι δεν ήταν ελαφρυντικό.

-Αν πιστεύει κανείς ότι η ΟΥΕΦΑ στήνει παιχνίδια για να προστατέψει μια συγκεκριμένη ομάδα ή το προϊόν της. Κι όχι, δεν είναι το ίδιο, γιατί προστατεύει καλύτερα το προϊόν της, όταν διασφαλίζει πως θα έχει διαφορετικό νικητή κάθε χρόνο και φροντίζει μεθοδικά για αυτό, με κυκλικές εναλλαγές, σαν τον επιλοχία που μοιράζει τις εξόδους των φαντάρων.
-Αν πιστεύει κανείς ότι ο στημένος διαιτητής περιμένει να εκτεθεί στο 90', με μια φάση που δεν καθορίζει τίποτα ακόμα, λες και υπήρχε εγγύηση πως θα ακολουθήσει το έκτο γκολ στο 95'. Ή όταν δείχνει αρχικά άουτ στην ανατροπή του Νεϊμάρ, αλλά ο βοηθός που τον διορθώνει, έχει σύνδεση με τα κεντρικά απευθείας: με ενημερώνουν από το κοντρόλ ότι... δώσε πέναλτι.
Άλλο πράγμα να είναι κανείς ανυποψίαστο παιδί των λουλουδιών, που νομίζει πως ζει σε ένα κόσμο όμορφο και ηθικό, αγγελικά πλασμένο. Κι άλλο να φροντίζουμε να έχουν μια στοιχειώδη λογική και συνοχή οι θεωρίες μας, για να μη γίνουν συνωμοσιολογίες ψεκασμένων. Υπάρχει και μια μέση λύση που εκφράζει την κοινή λογική.

Αντ' αυτών μερικά καταληκτικά σημεία, ως κατακλείδα.
-Η φρενίτιδα που προκάλεσε η μεγάλη ανατροπή ξέφυγε κατά πολύ από τα όρια της Μπάρτσα και του κοινού της, για να ερμηνευτεί με όρους συμπαθούντων και αντιφρονούντων (πχ οι αντιδράσεις στα αποδυτήρια της Ντόρντμουντ, στα στούντιο της αγγλικής τηλεόρασης, κοκ. Λες ο Λίνεκερ να πρέπει να ανασκευάσει το διάσημο ρητό-ορισμό του για το άθλημα: το ποδόσφαιρο είναι ένα πολύ ωραίο σπορ, που στο τέλος νικάει πάντα η  Μπαρτσελόνα και οι αντίπαλοι διαμαρτύρονται για τη διαιτησία).

Κι εντάξει για τους πρώτους, δεν είναι αντικειμενικοί, και η μαρτυρία τους και το βίωμά τους, αν και αυθεντικά, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ως αξιόπιστα. Οι άλλοι όμως; Είναι και αυτοί στο κόλπο;
Όσο για τους δεύτερους, αν δεν καταφέρνουν να αποστασιοποιηθούν από την αντιπάθειά τους, για να συλλάβουν -χωρίς να χαρούν απαραίτητα- τη στιγμή και τη μοναδικότητά της, πάσχουν ίσως από κάποιο είδος συναισθηματικής αναπηρίας (αν κι η τσαντίλα δείχνει συνήθως αντεστραμμένη αγάπη). Σαν να σου δείχνουν το φεγγάρι και να κοιτάζεις το δάχτυλο ή έστω τους κρατήρες στην επιφάνειά του. Σαν να βλέπεις την παράσταση του Μαραντόνα με τους Άγγλους, και να στέκεσαι στο γκολ που έβαλε με το χέρι κι αλλοίωσε το αποτέλεσμα (πολλοί βέβαια έπιασαν αμέσως τον παραλληλισμό και έσπευσαν να υπερασπιστούν το είδωλό τους, τον Ντιέγκο, από τη βέβηλη σύγκριση, για να την απονομιμοποιήσουν).

Όσο για τους οπαδικούς μηχανισμούς που ενεργοποιήθηκαν στην Ελλάδα, δείχνουν μπόλικη σαπίλα κι αρρώστεια. Οι μισοί, διψασμένοι κι αδικημένοι -κατά φαντασία ή μη- έχουν συνηθίσει να βάζουν κάθε αγώνα στο μικροσκόπιο και να ασχολούνται με τις αποφάσεις του διαιτητή. Και οι άλλοι μισοί σπεύδουν να διαπιστώσουν πως αυτά συμβαίνουν παντού, για να καλύψουν τα δικά τους.
Αρρώστεια...
Δεν είναι τυχαίο πως μόνο στη Μαδρίτη και στην Ελλάδα ασχολήθηκαν τόσο πολύ με τη διαιτησία του αγώνα, ξεπερνώντας ακόμα και τους ίδιους τους Γάλλους, που την άφησαν σε δεύτερο πλάνο.

Κι ένα ενωτικό υστερόγραφο. Αν ο Μητσοτάκης είχε χιούμορ, θα μπορούσε να τουιτάρει κάτι για τα στημένα, απαντώντας στο τιτίβισμα του Τσίπρα. Υπονοούμενο για στημένες εκλογές, βίας, νοθείας, κτλ. Εξάλλου ο Κυριάκος είχε από βρέφος αντιστασιακή δράση στην πόλη του φωτός και της Παρί Σεν Ζερμέν...

Το πιο βασικό όμως είναι να μη βλέπουμε άλλο ή το ίδιο παιχνίδι, αλλά να αρχίσουμε να παίζουμε για να αλλάξουμε τους όρους του και να επιβάλουμε τους δικούς μας. Να μη βλέπουμε δηλ αλλά να παίζουμε άλλο παιχνίδι, αντί να μείνουμε στο ίδιο έργο θεατές.

Κυριακή, 12 Μαρτίου 2017

Πάντα θα υπάρχουν λόγοι να μην πολεμήσει κανείς

Επειδή οι καιροί είναι πονηροί και κάποια πράγματα παρερμηνεύονται, η σημερινή ανάρτηση είναι ένα απόσπασμα από κάτι που τυχαίνει να διαβάζω αυτόν τον καιρό (ο Φιντέλ μιλάει για τον Τσε) και μου φάνηκε ενδιαφέρον και διαχρονικό -για να μη μείνει κενή η ημέρα, χωρίς κείμενο. Δεν υπάρχουν πονηρές προεκτάσεις για το επίμαχο θέμα της σχέσης με το ΚΚ Κούβας, που ίσως εξεταστεί κάποια στιγμή στο κοντινό μέλλον, στην κατάλληλη συγκυρία.

Στο συγκεκριμένο απόσπασμα, λίγους μήνες μετά το θάνατο του Τσε, ο Φιντέλ ανακοινώνει στο λαό της Κούβας την έκδοση του ημερολογίου και των σημειώσεων που κρατούσε ο Τσε στο αντάρτικο της Βολιβίας, ενώ επί της ευκαιρίας βάζει στο στόχαστρο το Μόνχε (τον τότε ΓΓ του ΚΚ Βολιβίας, που πολύ σύντομα διασπάστηκε) και όσους θεωρούσαν τυχοδιωκτική τη δράση και την τακτική του Γκεβάρα. Μιλάμε εξάλλου για μια περίοδο, κατά την οποία το παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα αντιμετώπιζε σοβαρά στρατηγικό προβλήματα -που εκδηλώθηκαν την ίδια χρονιά μεταξύ άλλων και με την εμφάνιση του ευρωκομμουνισμού.

* * *

Μεταξύ αυτών που ίσως ενδιαφέρονται να παραμείνει το ημερολόγιο αδημοσίευτο συγκαταλέγονται κι οι ψευδοεπαναστάτες, οι καιροσκόποι και κάθε είδους απατεώνες. Οι άνθρωποι αυτοί αυτοαποκαλούνται μαρξιστές, κομμουνιστές και δίνουν στον εαυτό τους πολλούς άλλους παρόμοιους τίτλους. Δε δίστασαν, ωστόσο, να αποκαλέσουν τον Τσε έναν τυχοδιώκτη που παρερμηνεύτηκε ή, με έναν πιο ήπιο χαρακτηρισμό, έναν ιδεαλιστή του οποίου ο θάνατος σηματοδοτεί το κύκνειο άσμα του ένοπλου επαναστατικού αγώνα στη Λατινική Αμερική. "Αν ο ίδιος ο Τσε", λένε, "ο μεγαλύτερος εκφραστής των ιδεών αυτών και ένας έμπειρος αντάρτης πολεμιστής, πέθανε στον αντάρτικο αγώνα και το κίνημά του απέτυχε να απελευθερώσει τη Βολιβία, τότε φαίνεται πόσο λάθος έκανε!" Πόσοι από αυτούς τους δυστυχισμένους ανθρώπους χάρηκαν με το θάνατο του Τσε και δεν ντράπηκαν καθόλου στη σκέψη ότι η στάση και τα επιχειρήματά τους συμπίπτουν απόλυτα με αυτά του ιμπεριαλισμού και των πιο αντιδραστικών ολιγαρχιών!

Έτσι λοιπόν δικαιολογούν τον εαυτό τους. Και έτσι δικαιολογούν και τους ύπουλους ηγέτες τους, οι οποίοι σε μια δεδομένη στιγμή δε δίστασαν να εμπλακούν σε έναν ένοπλο αγώνα, με την πρόθεση -όπως θα αποκαλύπτονταν στη συνέχεια- να καταστρέψουν τα αντάρτικα αποσπάσματα, να βάλουν τροχοπέδη στην επαναστατική αντίδραση και να επιβάλουν τα δικά τους ξεδιάντροπα και γελοία πολιτικά σχέδια, διότι ήταν απολύτως ανίκανοι να ακολουθήσουν οποιαδήποτε άλλη γραμμή. Έτσι δικαιολογούν παραπέρα και αυτούς που δε θέλουν να πολεμήσουν, που δεν πρόκειται ποτέ να πολεμήσουν για το λαό και την ελευθερία του. Έτσι δικαιολογούν, τέλος, αυτούς που έχουν μετατρέψει τις επαναστατικές ιδέες σε μια καρικατούρα και που τις καθιστούν ένα είδος δόγματος-ναρκωτικού για τις μάζες, χωρίς περιεχόμενο και χωρίς κανένα μήνυμα, αυτούς που έχουν μετατρέψει τις οργανώσεις λαϊκού αγώνα σε όργανα συμφιλίωσης με τους εσωτερικούς και εξωτερικούς εκμεταλλευτές, καθώς και αυτούς που συνηγορούν υπέρ πολιτικών που δεν έχουν καμία σχέση με τα γνήσια συμφέροντα των υποδουλωμένων λαών αυτής της ηπείρου.

Ο Τσε αντιμετώπιζε το θάνατό του ως κάτι φυσικό και ενδεχόμενο στην πορεία της διαδικασίας. Κατέβαλλε ιδιαίτερη προσπάθεια, ειδικά στα τελευταία του κείμενα, να τονίσει ότι η πιθανότητα αυτή δε θα ήταν εμπόδιο στην αναπόφευκτη πορεία της λατινοαμερικάνικης επανάστασης. (...).
Ο Τσε θεωρούσε τον εαυτό του στρατιώτη της επανάστασης και δεν τον απασχολούσε αν θα επιζούσε. Αυτοί που βλέπουν το αποτέλεσμα του αγώνα στη Βολιβία ως ένδειξη της αποτυχίας των ιδεών του, μπορούν με την ίδια υπεραπλούστευση να αρνηθούν την ισχύ των ιδεών και των αγώνων όλων των μεγάλων προδρόμων και στοχαστών της επανάστασης. Στους τελευταίους συμπεριλαμβάνονται βέβαια και οι ιδρυτές του μαρξισμού, που δεν κατόρθωσαν να ολοκληρώσουν οι ίδιοι τον άθλο και να δουν με τα ίδια τους τα μάτια τους καρπούς των τίμιων προσπαθειών τους.

(...)

Από τος 26 Ιουλίου του 1953 -ημέρα επίθεσης εναντίον του στρατοπέδου Μονκάδα στο Σαντιάγο ντε Κούβα- μέχρι και τις 2 Δεκεμβρίου του 1956 -ημέρα προσάραξης του σκάφους Granma- ο επαναστατικός αγώνας της Κούβας έδινε την εντύπωση σε πολλούς ότι δεν είχε καμία πιθανότητα επιτυχίας, με αντίπαλο μάλιστα έναν μοντέρνο και καλά εξοπλισμένο στρατό. Η δράση μιας χούφτας πολεμιστών αντιμετωπιζόταν σαν μία χίμαιρα ιδεαλιστών και ονειροπόλων, "οι οποίοι απατώνταν οικτρά". Δυστυχώς, τα απαισιόδοξα αυτά προαισθήματα επιβεβαιώθηκαν φαινομενικά, όταν το άπειρο αντάρτικο απόσπασμα ηττήθηκε συντριπτικά και τράπηκε σε ολοκληρωτική φυγή από τους στρατιώτες του Μπατίστα στις 5 Δεκεμβρίου του 1956. Χρειάστηκαν ωστόσο μόλις 25 μήνες, για να αναπτύξουν τη δύναμη και την εμπειρία που ήταν αναγκαίες για την εξολόθρευση του ίδιου στρατού.

Πάντα θα υπάρχει μια πληθώρα δικαιολογιών, για να μην πολεμήσει κανείς, σε κάθε εποχή και υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Το να μην πολεμά κανείς, ωστόσο, είναι και ο μοναδικός τρόπος απώλειας της ελευθερίας. Ο Τσε δεν έζησε τόσο όσο και οι ιδέες του, πρόσφερε ωστόσο το αίμα του ως λίπασμα για αυτές. Από την άλλη πλευρά, είναι σίγουρο ότι οι ψευδοεπαναστάτες κριτές του, με όλη την πολιτική τους ανανδρία και την αιώνια έλλειψη δράσης, θα ζήσουν πολύ περισσότερο από την απόδειξη της ίδιας τους της ανοησίας.

Σάββατο, 11 Μαρτίου 2017

Διαστάσεις του ευρωσκεπτικισμού

Σε χτεσινή του συνέντευξη, ο ΓΓ έβαλε μεταξύ άλλων δύο ενδιαφέροντα σημεία: για την έξοδο από την ΕΕ, που τη βάζουμε για το σήμερα, αλλά τη συνδέουμε με την προοπτική και το στρατηγικό στόχο, που κι αυτός για το σήμερα μπαίνει. Και για τις προτάσεις ενότητας ή κοινής δράσης, μεταξύ άλλων με κάποιους που έχουν φύγει από το 1800 -πιθανότατα γιατί διαφωνούσαν με την τακτική "φωτιά και τσεκούρι" και με το διαφορετικό δρόμο ανάπτυξης, ενάντια στον αστοτσιφλικάδικο συνασπισμό.

Αυτό μου έδωσε την ιδέα για ένα ιντριγκαδόρικο πλην ενδιαφέρον ερώτημα "ποιος χώρος που έφυγε-διασπάστηκε από το κόμμα σας είναι συγκριτικά λιγότερο αντιπαθής, πολιτικά-ιστορικά μιλώντας" ή "ποια είναι η 'αγαπημένη' σας διάσπαση" -που δε θα το απαντήσουμε σήμερα. Αλλά (μου έδωσε) και την αφορμή να καταγράψω μερικές σημειώσεις, σχετικά με τον ευρωσκεπτικισμό.

Στην Ελλάδα, μετά την πασοκική λαίλαπα που εκφύλισε το σύνθημα "ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο" και δεν έκανε ποτέ το δημοψήφισμα που είχε υποσχεθεί για να αποφασίσει ο κυρίαρχος λαός σχετικά με την παραμονή της χώρας στην κοινότητα, η θέση κι οι μετακινήσεις της κοινής γνώμης φαινομενικά καθορίζονται από ένα εμπειρικό, ωφελιμιστικό κριτήριο.

Όσο υπήρχε η προσδοκία-ψευδαίσθηση πως παίρνουμε δάνεια κι επιδοτήσεις, για να τρώμε με χρυσά κουτάλια, χτιζόταν ο μύθος της Μεγάλης Ευρωπαϊκής Ιδέας, που έβρισκε μια σχετική αποδοχή και ενσωμάτωνε συνειδήσεις, βασικά με τον ίδιο περίπου τρόπο που το έκανε μεταπολεμικά κι η αστική εξουσία στην Ελλάδα. Με άλλα λόγια, η -υποτιθέμενη- εποχή των παχιών αγελάδων καθιστούσε ιερή αγελάδα την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Όταν άλλαξαν τα δεδομένα, με την κρίση και τα μνημόνια, που κι αυτά δάνεια είναι, αλλά με επαχθείς όρους -η κοινή γνώμη άρχισε να αντιστρέφεται και να εμπιστεύεται ολοένα και λιγότερο την ΕΕ για την επίλυση των προβλημάτων και την τόνωση της οικονομίας -κάτι που καταγράφεται και δημοσκοπικά, ακολουθώντας τα ποσοστά του παλιού κακού και κραταιού δικομματισμού. Και αυτή θεωρείται η ρίζα του ευρωσκεπτικισμού στη χώρα μας -και όχι μόνο.

Εδώ χρειάζεται όμως ένας σημαντικός διαχωρισμός. Πολλές αναλύσεις συνδέουν τον ευρωσκεπτικισμό με τον εθνικισμό και την αναδίπλωση στα όρια μιας οικονομίας με εθνικό νόμισμα, προστατευτικούς δασμούς κτλ. Χρειάζονται να στήσουν εξάλλου ένα συντηρητικό, οπισθοδρομικό πόλο ως "αντίπαλο δέος", που -δια του ετεροπροσδιορισμού- θα δίνει κάλπικο προοδευτικό προφίλ στον ευρωμονόδρομο -που δεν έχει καμία εναλλακτική πλην της όπισθεν, που συνιστά πισωγύρισμα, για αυτούς.

Αυτό το σκεπτικό μπορεί να ντυθεί με αριστερό πρόσημο και σοβαροφανή επιχειρήματα του τύπου: χρειάζεται να υπάρχει μια ολοκλήρωση σε ευρωπαϊκή-παγκόσμια κλίμακα, κι αφού δεν προχώρησε η σοσιαλιστική ολοκλήρωση, πορευόμαστε με αυτήν που έχουμε (ο υπαρκτός ολοκληρωτισμός) για να αλλάξουμε τους όρους της. Το οποίο είναι το ίδιο έξυπνο, σα να λες ότι χρειαζόμαστε κάποιου είδους κράτος, κι αφού δεν έχουμε δικτατορία του προλεταριάτου, συμβιβαζόμαστε με το αστικό κράτος και παλεύουμε να το καλλωπίσουμε. Ή ότι χρειάζεται ένας νικητής στον πόλεμο, για να υπάρξει ειρήνη, και αφού δε νίκησε η δική μας πλευρά, ας πάμε με τους νικητές.

Ο ευρωσκεπτικισμός όμως δεν είναι κάτι ενιαίο, με την ίδια έννοια που ο πατριωτισμός των μαζών δεν είναι το ίδιο με τον εθνικισμό που καλλιεργεί η άρχουσα τάξη, για να σκεπάσει κάτω από μία εθνική ομπρέλα τα αντικρουόμενα ταξικά συμφέροντα. Είναι πολύ εύκολο όμως να μπουν αυτές οι δύο έννοιες στο ίδιο αντιδρ-αστικό τσουβάλι και στην υπηρεσία των κρατούντων.

Αντίστοιχα, ο ευρωσκεπτικισμός της αστικής τάξης αποτυπώνει τις εσωτερικές της αντιθέσεις και τις επιδιώξεις ενός τμήματός της που θεωρεί πως τα συμφέροντά του εξυπηρετούνται καλύτερα από ένα διαφορετικό μείγμα με περισσότερους προστατευτικούς δασμούς, εθνικό νόμισμα κλπ. Δεν αμφισβητεί το κυρίαρχο πλαίσιο και τις δομές του, αλλά επιμέρους πτυχές του για να αυξήσει την αποτελεσματικότητά του. Όπως υποδηλώνει κι ο όρος εξάλλου, επικρατεί απλώς σκεπτικισμός, ένας προβληματισμός -αντί για μια διάθεση για συνολική ρήξη και ριζοσπαστικές αλλαγές- που μπορεί να περιοριστεί τελικά στην υιοθέτηση εθνικού νομίσματος.

Ο "ευρωσκεπτικισμός" των μαζών δεν είναι απαραίτητα ενιαίος, και αυτό καθιστά αισιόδοξους τους ευρωλάγνους ότι μια περίοδος νέας ανάπτυξης θα απορροφήσει τις αντιδράσεις, ενισχύοντας εκ νέου τη μεγάλη ευρωπαϊκή ιδέα. Στην πραγματικότητα είναι μια αυθόρμητη θολή εναντίωση στην ΕΕ και τις πολιτικές της, μια λανθάνουσα αντιιμπεριαλιστική συνείδηση που παραμένει ανεπεξέργαστη και σχετικά αδιαμόρφωτη, όσο δεν μπολιάζεται με τη δική μας συνολική λογική και πρόταση για ρήξη κι αποδέσμευση (με διαγραφή χρέους, κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων κλπ).

Από αυτό κάποιοι βγάζουν ως συμπέρασμα ότι επιβάλλεται να εντείνουμε τις προσπάθειές μας για αυτό το μπόλιασμα. Κι εγώ διαπιστώνω με τη σειρά μου ότι αυτό συντελείται ήδη ως ένα βαθμό, εδώ και πολλά χρόνια. Στην Ελλάδα ο λεγόμενος ευρωσκεπτικισμός ήταν παρδοσιακά αριστερός-προοδευτικός και αντι-ιμπεριαλιστικός (από την εποχή που η ΕΔΑ έκανε λόγο για το λάκκο των λεόντων -άλλο αν κάποιοι στην πορεία φρόντισαν να το ξεχάσουν), ακριβώς επειδή δεν ήταν ένας απλός σκεπτικισμός-αμφιβολία, αλλά συνολικό σχέδιο ρήξης. Ακόμα και την εποχή που έμπαινε σχετικά αυτόνομα ο ρόλος της αποδέσμευσης από την ΕΟΚ, ήταν σχεδόν αυτονόητο πως θα συνοδευόταν με έναν προσανατολισμό προς τη σοσιαλιστική κοινότητα.

Σήμερα η σοσιαλιστική κοινότητα δεν υπάρχει κι η απλή αποδέσμευση δεν επαρκεί, ακριβώς επειδή δε θα είναι απλή και πρέπει να ενταχθεί σε ένα συνολικό πακέτο κι όχι σε μεταβατικά ημίμετρα -που θα λειτουργούσαν μόνο σε συνθήκες εργαστηρίου- κι ακριβώς για να μην μπει στο ίδιο τσουβάλι με τον αστικό εθνικισμό-ευρωσκεπτικισμό, στοιχιζόμενη πίσω από τις πλέον αντιδρ-αστικές δυνάμεις της ακροδεξιάς. Η βασική δικλίδα ασφαλείας απέναντι στον αστικό ευρωσκεπτικισμό είναι βασικά οι πολιτικές αποστάσεις από τις δυνάμεις και τη λογική του... καπιταλοσκεπτικισμού -όσο δόκιμος μπορεί να είναι αυτός ο όρος. Δηλ από την πολιτική που προβληματίζεται κι αμφισβητεί επιμέρους πτυχές του κυρίαρχου αστικού ευρωπλαισίου, πχ το νόμισμα, και όχι το σύστημα ως σύνολο -πολλές φορές ούτε καν την ΕΕ. Που θεωρεί με άλλα λόγια πως το κοινό μας ευρωπαϊκό σπίτι χρειάζεται αλλαγές, πχ στα κουφώματα, κι όχι γκρέμισμα από τα θεμέλια.

Αυτό είναι -και όχι οι θέσεις για το Συνέδριο- που κατατάσσουν αυτομάτως το σύγχρονο "αριστερό ευρωσκεπτικισμό" πχ της ΛαΕ στο ίδιο μήκος κύματος με αντιδραστικές, ακροδεξιές δυνάμεις.
Αυτό δείχνει και τις ευθύνες πολλών πρώην, που έφυγαν μετά το 1800, αλλά έχουν μείνει στο 1900 τόσο, προβάλλοντας τη διΕΕξοδο ξεκομμένη από το στρατηγικό στόχο. Και μιλάνε εκ του πονηρού για τον... "ευρωκομμουνισμό" του ΚΚΕ, που θέλει σοσιαλισμό εντός ΕΕ και ευρώ (;!) αλλά την ίδια στιγμή δεν έχουν πρόβλημα να φλερτάρουν με το Λαφαζάνη, που θεωρεί πως μπορεί να υπάρξει ρήξη υπέρ του λαού, εκτός ευρωζώνης αλλά όχι απαραίτητα εκτός ΕΕ.
Κι αυτό φανερώνει και τα όρια κάποιων ενωτικών προτάσεων...

Παρασκευή, 10 Μαρτίου 2017

Δέκα χρόνια από το φοιτητικό Φλεβάρτη

Το κείμενο αυτό το 'χε τάμα (για τις 8 Μάρτη βέβαια, που ήταν η στρογγυλή επέτειος από το μεγάλο, πανελλαδικό, φοιτητικό συλλαλητήριο και την άγρια καταστολή των ΜΑΤ, αλλά κάλλιο αργά παρά αργότερα) στον εαυτό της η κε του μπλοκ, από την αντίστοιχη εκδήλωση του Κ-LAB, τα ερεθίσματα (θετικά κι αρνητικά) από τις παρεμβάσεις και διάφορους συνειρμούς που μου γεννήθηκαν. Αλλά με τον καιρό, εξασθένησε το αποτύπωμά τους στη μνήμη κι υπάρχει ο κίνδυνος να βγουν κάπως άτονα, πράγματα γνωστά και τετριμμένα, που δε χρειάζονταν να επαναληφθούν. Κάτι που θα προσπαθήσω να αποφύγω στη συνέχεια.

Στη δική μου αποτίμηση, ο Μαϊούνης ήταν κάτι σαν το γαλλικό Μάη του 68'. Αυτό το κατάλαβα αργότερα, διαβάζοντας ιστορήματα κι αναλύσεις, όπου έβρισκα διάφορα κοινά στοιχεία (εξωτερικά ή ουσιαστικά) πέρα από το μήνα και τη σύντομη χρονική διάρκεια:
-ο αυθόρμητος χαρακτήρας ενός μαζικού ξεσπάσματος, που ξεκίνησε από τη σπουδάζουσα νεολαία και πήρε γρήγορα μεγάλες διαστάσεις, ξεπερνώντας κάθε προσδοκία, ακόμα και των πρωτεργατών του.
-η αρχική στάση αμηχανίας της κομμουνιστικής πρωτοπορίας, η κακή επαφή της με τις αυθόρμητες διαθέσεις, τα άσχημα αντανακλαστικά κι η καθυστερημένη σύνδεση -από χειρότερες θέσεις- με αυτό το κίνημα, μετά από σχετική απόφαση του ΠΓ, αν θυμάμαι καλά.

Και κάπου εκεί ο παραλληλισμός κι η αξία του εξαντλείται, καθώς ο γαλλικός Μάης κατάφερε να συνδεθεί με το εργατικό κίνημα, τις διεκδικήσεις του, και με μαζικές απεργίες, που έδωσαν τον τόνο και το βάθος των κινητοποιήσεων. Στην Ελλάδα αντίθετα, οι φοιτητές δεν μπόρεσαν να πετύχουν επί της ουσίας κάποια σύνδεση με τους εργαζόμενους και το ευρύτερο λαϊκό κίνημα, μολονότι πήραν κάποιες αξιόλογες πρωτοβουλίες, για να το καταφέρουν (πχ οι εκδηλώσεις-συναυλίες στην Εγνατία, μπροστά από το ΑΠΘ, στα πλαίσια του διημέρου "τα πανεπιστήμια βγαίνουν στην κοινωνία").

Στο αριστεροχώρι συναντά κανείς την άποψη ότι η ΚΝΕ-ΠΚΣ μπήκε στον αγώνα εκ των υστέρων, για να τον ελέγξει και να τον καπελώσει -ή ακόμα και να τον ξεπουλήσει στην κρίσιμη στιγμή, όπως το Μάρτη του 07', που περίμεναν κάποιον να σφυρίξει τη λήξη για να του κολλήσουν τη ρετσινιά του λιποτάκτη, βρίσκοντας ηρωική διέξοδο.

Στην πραγματικότητα, το ΠΑΜΕ ήταν η μόνη δύναμη που ανταποκρίθηκε σε αυτό το άνοιγμα και την εξωστρέφεια του φοιτητικού κινήματος, παρότι απείχε πολύ από το να το "ελέγχει". Παράλληλα όμως βρισκόταν σε εξέλιξη ένα άλλο, μεγάλο καπέλωμα από την Ελευθεροτυπία και το Σύριζα, που άρχισε να πλασάρεται ως "κόμμα του άρθρου 16", που εκπροσωπούσε όλη αυτή τη γενιά. Αυτό το μακροπρόθεσμο προτσές έριξε τότε τους πρώτους σπόρους του, για να καρποφορήσει τα τελευταία χρόνια με την εκλογική εξαργύρωση από τον Σύριζα των συνειδήσεων που ριζοσπαστικοποιήθηκαν εκείνη την περίοδο.

Πριν φτάσουμε εκεί όμως: ποια ήταν η ιδιαίτερη αξία του Μαϊούνη-Φλεβάρτη; Γιατί θεωρείται τόσο σημαντικός κι εξακολουθεί να μας απασχολεί σήμερα, έστω και επετειακά; Το πρώτο και προφανές στοιχείο είναι η αυθόρμητη, μαζική συμμετοχή φοιτητών, που δεν είχαν πατήσει ούτε σε συνέλευση συλλόγου μέχρι τότε, αλλά συμμετείχαν ενεργά και σε ένα βάθος χρόνου στο κίνημα. Τα φοιτητικά συλλαλητήρια στη Θεσσαλονίκη -από την οποία έχω εικόνα- είχαν πέντε και δέκα χιλιάδες κόσμο -νούμερο που φαντάζει άπιαστο όνειρο για το εκφυλισμένο κι αποδιοργανωμένο κίνημα, σήμερα.

Το δεύτερο βασικό στοιχείο είναι πως το φκ κατάφερε να μπει στο επίκεντρο της επικαιρότητας, να δημιουργήσει πολιτικέ εξελίξεις αλλά και την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε να αποτελέσει, αν όχι ένα είδος πρωτοπορίας, πάντως τη σπίθα που θα πυροδοτήσει το καζάνι με τη συσσωρευμένη λαϊκή οργή. Αυτή ήταν όμως η τελευταία φορά που οι φοιτητές βρέθηκαν μαζικά στο δρόμο. Η απουσία -ή μάλλον σχετικά άμαζη παρουσία τους- ήταν εκκωφαντική τόσο στις κινητοποιήσεις της διετίας 2010-12, όσο και στο επόμενο κύμα καταλήψεων το 11', που δεν προσέγγισε ποτέ τον παλμό του Μαϊούνη και του Φλεβάρτη. Όσο και αν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του φκ, με τη διαρκή εναλλαγή γενιών, δικαιολογούν εν μέρει την αναντιστοιχία και κάμποσα σκαμπανεβάσματα, καθιστώντας δύσκολη τη συνέχεια σε κινηματικό επίπεδο, αυτό δείχνει κάποια πράγματα για το στίγμα των κινητοποιήσεων και την πολιτική παρακαταθήκη που άφησαν.

Κάποιες παρεμβάσεις στην εκδήλωση θέλησαν να τονίσουν πως στο Μαϊούνη δεν υπήρχε μόνο ο αυθόρμητος μαζικός χαρακτήρας, αλλά κι η οργανωμένη, σχεδιασμένη παρέμβαση (πρωτίστως της ΕΑΑΚ) που δεν πρέπει να υποτιμηθεί, γιατί χωρίς αυτήν δε θα γινόταν τίποτα από ό,τι ακολούθησε (έστω κι αν ξέφυγε η δυναμική του από το αρχικό σχέδιο και τις αρχικές εκτιμήσεις).

Αν όμως κάποιος χώρος διεκδικεί μερίδιο -ή μάλλον τη μερίδα του λέοντος- στην οργάνωση και την καθοδήγηση-επιτυχία του κινήματος, δεν μπορεί να μη χρεωθεί και τις αντίστοιχες ευθύνες σχετικά με το βάθος αυτής της τομής, που έμεινε χωρίς συνέχεια. Δεν μπορεί να διαχωριστεί βολικά ο θετικός πυρήνας και να τον καρπωθεί κάποιος, φορτώνοντας τις αδυναμίες στον κόκορα του αυθόρμητου, των συνθηκών, στις άλλες δυνάμεις κοκ. Και δεν αναφέρομαι μόνο στη φανερή αδυναμία-αδιαφορία να αποκτήσει μια λειτουργική οργανωτική δομή το φκ -που κι αυτό πρωτίστως πολιτικό είναι- αλλά στο αμιγώς πολιτικό περιεχόμενό του.

Τα παραπάνω δεν αποτυπώνονται τόσο/μόνο στη φετιχοποίηση της μορφής που άφηνε σε δεύτερο πλάνο το περιεχόμενο, ή στη λογική της ενότητας πάνω στο πρόβλημα, χωρίς να κατονομάζονται πάντα και σαφώς οι υπεύθυνοι (ΝΔ, ΠαΣοΚ, ΕΕ) ή χωρίς να μπαίνουν πάντα και σαφώς όλοι στο κάδρο των ευθυνών, για να χωράει στα κοινά πλαίσια κι η ΠΑΣΠ που είχε ενεργό συμμετοχή στο "μπλοκ της κατάληψης" σε αρκετές σχολές. Αλλά κυρίως στις αυταπάτες (;) που καλλιεργήθηκαν από τον τακτικό ελιγμό του ΠαΣοΚ και την αποχώρησή του από τη διαδικασία της αναθεώρησης του Συντάγματος, το 07'. Μια κίνηση που έγινε σίγουρα κάτω από την πίεση των κινητοποιήσεων για το άρθρο 16 και τη δημόσια δωρεάν παιδεία, αλλά παρουσιάστηκε από όλους σχεδόν -πλην Λακεδαιμονίων- ως μεγάλη νίκη, κι όχι ως αυτό που πραγματικά ήταν: δηλ τακτικός ελιγμός για τον αποπροσανατολισμό και τον αφοπλισμό του κινήματος, κι όχι επιστέγαση κάποιου θριάμβου του.

Έκτοτε δεν έχουν λείψει -σε γενική κλίμακα, πέρα απ' τους φοιτητές- οι κινητοποιήσεις κι οι μαζικοί, διεκδικητικοί αγώνες. Έλειψαν όμως οι πραγματικές νίκες, που θα έδιναν μια ουσιαστική ώθηση στο κίνημα. Περίσσεψαν οι αυταπάτες κι οι φρούδες ελπίδες, που εκφράστηκαν κατεξοχήν με τον Σύριζα κι αντί για άμεση ανακούφιση, ρήξη και λύσεις "εδώ και τώρα" σκόρπισαν μεγαλύτερη απογοήτευση κι απελπισία-αδράνεια. Χορτάσαμε από ρηχές, θριαμβευτικές αναλύσεις για το κίνημα που πετάει από κορυφή σε κορυφή, ξαποσταίνει λίγο καιρό και ξανά προς τη δόξα τραβά, χωρίς να διδάσκεται τίποτα από τα λάθη του.

Το πρόβλημα όμως δεν ήταν η ισχύς του κινήματος κι αν πέτυχε όντως κάποια νίκη, αλλά η λογική που καλλιεργήθηκε (και συνεχίζει να καλλιεργείται, όπως φάνηκε κι από τη σύνθεση της εκδήλωσης) κι αν αυτή τελικά ενίσχυσε ή αποδυνάμωσε το κίνημα. Και μου έρχεται πάντα συνειρμικά μια αφίσα της ΑΡΕΝ που είχε διασκευάσει στο φότοσοπ το Λαϊκό Στρώμα, γράφοντας από κάτω το σύνθημα: Ευρω-ομόλογο τώρα.
Τότε αυτά μπορεί να φαίνονταν αστεία, σήμερα δυστυχώς δεν είναι, γιατί τα ξεπερνά (ή τα μιμείται) η πραγματικότητα.

Τι έκανε όμως η δική μας πλευρά για να αποτρέψει αυτήν την εξέλιξη και πώς αποτιμάται η στάση της -πέρα από το σημείο που μπαίνει στην εισαγωγή, για την κακή σχέση της με το αυθόρμητο;
Η συνέχεια σε επόμενο επεισόδιο...

Πέμπτη, 9 Μαρτίου 2017

Κάτι παραπάνω από μια ανατροπή

Η ιστορία γράφεται με πάλη ταξική. Ελεύθερος και δούλος, πατρίκιος και πληβείος, μάστορας και κάλφας, οι εργάτες ενάντια στους αστούς, οι αστοί ενάντια στους κρατιστές, όπως το 'χει ο καθένας τέλος πάντων στο μυαλό του. Η βία είναι η μαμή (μαία και όχι μητέρα) της ιστορίας.

Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι κάποιοι αγώνες που έληξαν άσο, δύο ή χι (όπως έχει πει ο φιλελές Πανούτσος). Αλλά βασικά ιστορία ήταν αυτό που είδαμε χτες (όσοι δεν άλλαξαν κανάλι και χτυπάνε τώρα το κεφάλι τους στον τοίχο) στο χορτάρι του Καμπ Νου. Κι η διαιτησία μπορεί το πολύ να είναι η μαμή της ποδοσφαιρικής ιστορίας και τέτοιων γεγονότων που τη σημαδεύουν, όχι η μητέρα τους, όχι η γενεσιουργός αιτία.

Βασικά ήταν ιστορία που ξεφεύγει από τις ανθρώπινες διαστάσεις, μπλέκοντας στα χωράφια της μυθολογίας. Η Μπάρτσα κατάφερε χτες να μεγαλώσει χτες το μύθο της, το μύθο της διοργάνωσης, του γηπέδου (που είχε φιλοξενήσει τον τελικό Μπάγερν-Γιουνάιτεντ, το 99'), του αθλήματος, ακόμα και το μύθο της ΟΥΕΦΑλόνα, που βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα, όπως η χαρούμενη πτώση του Σουάρες στην περιοχή, στο 90'.


Ιστορία είναι όταν κάθε μέρα μετράει σα μήνας κι ένα επτάλεπτο όσο ένας ποδοσφαιρικός αγώνας (ο λεγόμενος συμπυκνωμένος ιστορικός χρόνος). Όταν τα ντεσιμπέλ των οπαδών υπερκαλύπτουν τους εκφωνητές, και οι εκφωνητές παραληρούν σαν οπαδοί εκτός ελέγχου. Όταν οι παίκτες γίνονται μια αγκαλιά με τον κόσμο κι αυτός μια στρατιά μικρών Τζίμι Τζαμπ που εισβάλλει στο γήπεδο, καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές και γίνονται όλοι μαζί ένα κουβάρι, αξεδιάλυτο σαν ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις. Όταν ο προπονητής αφιερώνει την πρόκριση σε όσους την πίστευαν εξ αρχής και γύρω του ένα σωρό δύσπιστοι Θωμάδες πανηγυρίζουν την Ανάσταση. Όταν ο Πικέ λέει ότι σε εννιά μήνες τα νοσοκομεία θα έχουν πολλή δουλειά, συνδέοντας τον ποδοσφαιρικό οργασμό με τους ερωτικούς, που θα ακολουθούσαν το ίδιο βράδυ. Όταν πανηγυρίζουν την ανατροπή, ακόμα και στα αποδυτήρια της Ντόρντμουντ, που έπαιζε την ίδια ώρα με την Μπενφίκα.

Όταν όλος ο πλανήτης σχολιάζει αυτό που είδε, για να το πιστέψει. Και ο Μητσοτάκης με τον Τσίπρα ανταλλάζουν κρύες στημένες ατάκες και νεοταξίτικο χιούμορ, επιπέδου Σούπερ Λιγκ, με αφορμή μια αποτυχημένη πρόβλεψη του Κυριάκου για την Παρί -που στην αρχή νόμιζα πως είναι τρολιά, αλλά η ζωή ξεπερνά πάντα τη φαντασία. Όπως λέει κι ο Ζαραλίκος, τους ένωσαν τα μνημόνια, τους χώρισαν όμως τα αθλητικά, δυστυχώς...

Υπό άλλες συνθήκες, ένας blaugrana μπορεί να ασχολούνταν με τους άλλους. Με την κατσίκα του γείτονα, τον προκλητικό Ντι Μαρία που εκτέθηκε, τα κομπλεξικά γραπτά που μένουν, τα πικρόχολα σχόλια για τις οδυνηρές τεσσάρες που τελειώνουν την Μπάρτσα και τις μεγάλες ομάδες της (από τη Μίλαν το 94', την Μπάγερν το 13' κοκ), τους αμπελοφιλόσοφους που (ξανα)μιλούσαν για τον κύκλο που έκλεισε, επειδή δεν έχουν ιδέα από διαλεκτικές σπείρες.

Μηδένα προ του τέλους-σσσςςς...
Αλλά όχι. Η εποχή που το blaugrana κοινό ζούσε και πέθαινε ως antimadridista, για δύο αγώνες το χρόνο, έχει περάσει ανεπιστρεπτί κι αυτός είναι ο μόνος κύκλος που έκλεισε (μαζί με διάφορα ρηχά "antifa" κι αντινεοφιλελέ μέτωπα). Η Μπάρτσα έχει αλλάξει επίπεδο και μεγαλώσει τόσο πολύ, που αφήνει τους άλλους να ασχολούνται μαζί της, να αντιδρούν σπασμωδικά, να ετεροπροσδιορίζονται και να υποστηρίζουν τον κάθε αντίπαλο, γιατί ήταν με την Παρί από παιδιά, κι ύστερα έκλαιγαν σα μικρά παιδιά, όπως κι οι άλλοι δίπλα τους, που δεν μπορούσαν να πιστέψουν τι έχουν δει και δεν το χωρούσε ο νους τους, για να το εκλογικεύσει.

Η Μπάρτσα, που είναι κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος, πέτυχε κάτι παραπάνω από μια ανατροπή. Βασικά πέτυχε -χωρίς να κάνει κάτι σπουδαίο- την κατάρρευση της Παρί, που θα έχει τουλάχιστον να θυμάται την ιστορική τεσσάρα στον πρώτο αγώνα και μια κλασική κινηματογραφική ατάκα: we 'll always have Paris.

Ο Λουίς Ενρίκε λέει πως το έκτο γκολ το βάζει μόνη της η κερκίδα. Στην πραγματικότητα το βάζουν τα φαντάσματα της Παρί και του... χεσμένου Έμερι, που έφυγε κλαίγοντας από το Καμπ Νου, αφού έκλεισε αδικαιολόγητα την ομάδα του πίσω, κι αποδείχτηκε ο πιο λιγόψυχος Βάσκος.

Πριν τον αγώνα, πολλοί λένε πως αν υπάρχει μια ομάδα που μπορεί να το γυρίσει, αυτή είναι η Μπάρτσα. Αντικειμενικά έχουν άδικο, αλλά η πραγματικότητα τους δικαιώνει.
Η Μπάρτσα δεν έχει καυτή έδρα, αλλά χτες ήταν οικοδέσποινα στην κόλαση. Έχει αδιαμφισβήτητη ποιότητα που της δίνει πολλές νίκες, αλλά καθόλου σκληρό μέταλλο -σαν την Ατλέτικο του Τσόλο- ή παράδοση στις ανατροπές -όπως η Ρεάλ του Ράμος- για τις δύσκολες καταστάσεις. Δεν είναι καν στο καλύτερο φεγγάρι της, αλλά πετυχαίνει αυτό που δεν κατάφερε στα ντουζένια της.

Δεν έχει τη μαγεία του Μέσι, δεν έχει καταιγιστικό ρυθμό, τριάντα τελικές προς το τέρμα ή 80% κατοχή μπάλας, όπως σε άλλες θρυλικές εμφανίσεις της. Ανακτά όμως το τρομακτικό πρες (πίεση) του παρελθόντος, ενώ παίζει με τρεις στην άμυνα, και το Νεϊμάρ κατά συνθήκη αριστερό μπακ, να μεταμορφώνεται από γατάκι σε λιοντάρι που βρυχάται και να γίνεται ο άνθρωπος του αγώνα. Έτσι, φτάνει στην τελική ευθεία με σκασμένα πνευμόνια από την υπερπροσπάθεια και πετυχαίνει το θάμα ακριβώς τότε, με κατάθεση ψυχής (και τη λιγοψυχία της Παρί, που αλλάζει μόλις τέσσερις πάσες στα τελευταία δέκα λεπτά) και τους καλύτερους μέσους της (Ινιέστα, Ράκιτιτς) εκτός αγώνα. Με ήρωα κι από μηχανής θεό ένα δικό της παιδί, από τη Masia, που όταν τελειώσει την καριέρα του, όλοι θα τον θυμούνται κυρίως (αν όχι αποκλειστικά) για αυτό το γκολ -όπως θυμούνται τον Μπελέτι κυρίως για το γκολ του στον τελικό του Παρισιού.

Η Μπάρτσα πέτυχε την ανατροπή του αιώνα, κυρίως απέναντι στον κακό της εαυτό, τη μεγαλύτερη ανατροπή της ιστορίας, μετά την αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ. Και στις δύο περιπτώσεις το φρούριο πέφτει (και) από μέσα, αλλά παίζει ρόλο η εξωτερική πίεση. Η βασική διαφορά είναι ότι η Σοβιετία νικήθηκε από τους εχθρούς της και δεν κατέρρευσε ακριβώς, τουλάχιστον όχι όπως η Παρί, που στο τέλος λιποθυμά και περιμένει το μοιραία, χωρίς να αντιδρά.

Το τέλος μπορεί να βρει την Μπάρτσα να καταρρέει υπό το βάρος των αντιφάσεών της, σα Σοβιετία. Αλλά we 'll always have -θα έχουμε για πάντα- Στάλινγκραντ, Camp Nou, Κάρντιφ ή τέλος πάντων, τις αναμνήσεις από βραδιές σαν τη χτεσινή, που γράφουν (ποδοσφαιρική) ιστορία. Και ας μην προωθούν το προτσές της ταξικής πάλης, που παραμένει ιστορικά αδικαίωτη...