Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη

Περιμέναμε που λες στην ουρά των εισιτηρίων για τον παλατινό λόφο. Παρεμπιπτόντως είναι αρκετά έξυπνο να προτιμήσεις να επισκεφτείς πρώτα το λόφο αυτό, που έχει ενιαίο εισιτήριο με το κολοσσαίο και να γλιτώσεις τη μεγάλη ουρά στην οποία στήνονται όσοι τουρίστες ξεκινάνε την περιήγησή τους από το στάδιο. Ενώ δεν είναι πολύ καλή επιλογή να πας μόνο στο κολοσσαίο παραλείποντας τα υπόλοιπα, αφενός γιατί θα χάσεις μία καθηλωτική θέα στο ρωμαϊκό φόρουμ και αφετέρου γιατί το κολοσσαίο είναι πιο εντυπωσιακό απέξω, τη νύχτα, ενώ εσωτερικά χάνει κάπως, γιατί είναι σκαμμένες οι κερκίδες του κι ο αγωνιστικός χώρος, για να φαίνονται οι κάτω χώροι και τα αποδυτήρια των λιονταριών. Και υποθέτω πως η φράση «γκολ από τα αποδυτήρια», αν και δεν είναι λατινική, πρέπει να βγήκε, όταν κάποιο ατίθασο ζωντανό έκανε μακαρίτη με μια χαψιά κάποιον από τους φύλακες-θηριοδαμαστές του. Αλλά αυτά για τα μνημεία θα τα δούμε αναλυτικά σε επόμενη ενότητα.

Περιμένουμε λοιπόν στην ουρά των εισιτηρίων για τον παλατινό λόφο. Και ακούμε μια σφισσα από την παρέα μας να πιάνει κουβέντα και βασικά παζάρι με τον υπάλληλο στο γκισέ, περνάει ή δεν περνάει το πάσο. Κι αν το καταλάβουν και μας πούνε τζαμπατζήδες έλληνες που προκαλέσαμε την παγκόσμια οικονομική κρίση μαζί με τους υδραυλικούς και τους μαθητές που δε ζητάνε απόδειξη από το κυλικείο για την τυρόπιτα; Τελικά ακούμε να της λέει εντάξει, γιατί συμπαθεί τον πρωθυπουργό μας. Η πρώτη –και μοναδική στα χρονικά πιθανότατα- έμπρακτη κατάκτηση της νέας συγκυβέρνησης. Ναι, αλλά αν έχεις υπάρξει στη ζωή σου κνίτης, δεν μπορεί να το αφήσεις αυτό να πέσει έτσι κάτω. Εγώ δεν τον συμπαθώ, την ακούμε να λέει και την τραβούσαμε από το μανίκι. Καλά είσαι μουρλή; Σου χαρίζουν μπακούνιν κι εσύ τον κοιτάς στα δόντια;

Γιατί όχι, τη ρωτάει απορημένος ο υπάλληλος.
-Γιατί είμαστε κομμουνιστές, απαντάει η σφισσα.
-Μα ναι και εγώ, κι εγώ είμαι, να λέει αυτός, επιμένοντας να παίζει με την ψυχική μας υγεία, για να καταλήξουμε στην πτέρυγα των αντιφρονούντων.
Εντάξει ρε συναγωνιστή, να μπερδέψεις την παντιέρα ρόσα, με τη ροζ, το καταλαβαίνω, λόγω της γλώσσας, γιατί μοιάζουν λίγο και ηχητικά. Να μπερδέψεις το βούρτση, με την παρακάτω φωτό, πάει κι έρχεται. Αλλά τις βούρτσες με τις οδοντόβουρτσες;

Μην μπερδεύεστε, δε γράφει βούρτση
Αυτό είναι όμως το κακό που άφησε πίσω της η διαβρωτική επίδραση του οπορτουνισμού και το κκ ιταλίας, που μεταλλάχτηκε στη σημερινή σοσιαλδημοκρατική ελιά, ώστε να μη μπορεί να ξεχωρίσει κανείς τους κομμουνιστές από το σημερινό σύριζα. Δε λένε εξάλλου πως όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη ρώμη; Γιατί να εξαιρείται ο τρίτος δρόμος, που θα ‘ναι μη αιμοβόρος κι ευρωκομμουνιστικός; Πώς να μη βρει πρόσφορο έδαφος να καλλιεργηθεί ο ιστορικός συμβιβασμός του μπερλίνγκουερ με τους χριστιανοδημοκράτες και την αστική τάξη, όταν ο τολιάτι πχ ασκούσε κριτική στα φληναφήματα του εικοστού συνεδρίου, όχι για τη γενική τους κατεύθυνση, αλλά για την ατολμία τους να προβούν σε μια συνολική καταγγελία των δομών του συστήματος, πέρα από την προσωπική καταδίκη του ηγέτη-φυσιογνωμίας που αφορούσε η λεγόμενη προσωπολατρία; Και γενικότερα, πώς μπορεί να αναπτυχθεί γερή και μαζική ταξική συνείδηση σε μια πόλη, που έχει στο επίκεντρο της οικονομικής της δραστηριότητας τον τουρισμό και ένα συγκριτικά εύκολο, αυξημένο ποσοστό κέρδους, για ευρύτερα κοινωνικά στρώματα;

Στην ιταλία πάντως έχουν δοκιμαστεί οι δυνατότητες και τα αδιέξοδα διάφορων δρόμων, που δίνουν πολύτιμη (ακριβοπληρωμένη) πείρα και συμπεράσματα.
Δοκιμάστηκε πχ η θεωρία ότι εξαιτίας του δεκέμβρη και της αποχής από τις εκλογές του 46’ στην ελλάδα, το κίνημα έχασε μια χρυσή ευκαιρία μαζικής και ειρηνικής ανάπτηξης αλά ιταλικά, που θα του έδινε μεγάλες δυνατότητες. Κι είδαμε στην πράξη τη γλύκα του τρίτου δρόμου και πού ακριβώς μας οδήγησαν αυτές οι δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένου του ειρηνικού, κοινοβουλευτικού περάσματος, όταν το ιταλικό κκ ξεπερνούσε το 30% στις εκλογές. Ζήσαμε τα στρατηγικά αδιέξοδα και την πολιτική χρεοκοπία του ευρωκομμουνισμού, καθώς και τη γρήγορη μετάλλαξή του σε καθαρή σοσιαλδημοκρατία-κεντροαριστερά, τη διετία 89-91’, σε πλήρη αντίθεση με την ελληνική ιδιαιτερότητα και το ειδικό βάρος του δεκέμβρη, που άφησε τη σφραγίδα του και στις κατοπινές εξελίξεις, ενάντια στη ρεφορμιστική διάβρωση.

Ο πολιτικός δοκιμαστικός σωλήνας της ιταλίας έχει φιλοξενήσει επίσης την πρώτη επικράτηση φασιστικού καθεστώτος, με επικεφαλής έναν αποστάτη του σοσιαλιστικού κόμματος. Τους προβληματισμούς του γκράμσι για την ιδεολογική ηγεμονία και τη συγκριτικά μεγαλύτερη αντοχή της αστικής εξουσίας στο δυτικό κόσμο, που ωστόσο δεινοπάθησαν στα χέρια των επιγόνων του και παραμένει ένα δυσεπίλυτο θεωρητικό πρόβλημα αν και σε ποιο βαθμό ευθύνονται αυτές καθαυτές οι ιδέες του για τα δικά τους ολισθήματα. Τις αναλύσεις της ιταλικής αυτονομίας, που πνίγηκε στις αντιφάσεις της κι έχει κερδίσει το ενδιαφέρον αρκετών σφων, αν και προσωπικά δεν καταλαβαίνω γιατί και προτιμώ να αφήσω τους ίδιους να το εξηγήσουν. Τις ερυθρές ταξιαρχίες, που είχαν παρέμβαση και στο μαζικό κίνημα και δυνάμωναν όσο ολίσθαινε το ιταλικό κκ προς το ρεφορμισμό, αλλά αποδυναμώθηκαν εκ των έσω και από τη διείσδυση μυστικών υπηρεσιών. Το μοντέλο του διπολισμού, με απλή αναλογική και σχηματισμούς αλλεπάλληλων κυβερνήσεων –χωρίς να χαθεί ποτέ από τα χέρια των αστών το τιμόνι ή να αναφέρεται κανείς στον μπαμπούλα της ακυβερνησίας. Την απαξίωση του διεφθαρμένου πολιτικού συστήματος, που άνοιξε το δρόμο για πολιτική καριέρα στον μπερλουσκόνι και κάποια χρόνια αργότερα στον τηλεαστέρα πέπε γκρίλο –ένα κράμα λαζόπουλου, καμμένου και θεοδωράκη. Την κεντροαριστερή κυβέρνηση του νταλέμα να δίνει την πολιτική της ευλογία και να συμμετέχει ενεργά στο βομβαρδισμό της γιουγκοσλαβίας από το νατο. Τους ακροδεξιούς της λίγκας του βορρά να μην είναι οι κλασικοί εθνικιστές, που έχουμε συνηθίσει, αλλά να έχουν αποσχιστικές τάσεις από τον φτωχό ιταλικό νότο. Το δράμα των μεταναστών και τη λαβεντούζα, που προσφέρεται για ευνόητους συνειρμούς, αλλά και για την παράφραση ενός παλιού, γνωστού συνθήματος: μην τα βάζετε με τους μετανάστες, άλλοι σας πίνουν το αίμα.

Και τι ακριβώς κάνει η «αριστερά» για όλα αυτά; Πολύ καλά μας χαιρετά. Και στέλνει τα χαιρετίσματά της (κατ’ ιδίαν κι όχι από μακριά) στην εξουσία που την κατάπιε. Θυμάμαι σε ανέμελες, αντεπαναστατικές εποχές να ερίζουμε με τον άβερελ για το ποιος είναι πιο πολύ σύμμαχος (εμείς ή το ναρ) με την κομμουνιστική επανίδρυση, rifondazione, που αν δεν κάνω λάθος, μπορεί να μεταφραστεί κι ως επαναθεμελίωση, οπότε χάρισμά τους, αν συνυπολογίσεις ποια ήτανε κι η πορεία της. Υπάρχουν βέβαια κάποιες μικρές ομάδες που αποσπάστηκαν και έτσι φτιάχτηκε κάτι σαν επανίδρυση της επανίδρυσης (την επανίδρυση ω επανίδρυση), όπως και κάποιες άλλες φιλικές οργανώσεις, χωρίς ωστόσο ειδικό πολιτικό βάρος. Κάτι αντίστοιχο γίνεται και στην άλλη κοιτίδα του ευρωκομμουνισμού, τη γαλλία, με τη συρρίκνωση του ιστορικού κκγ, το αριστερό μέτωπο, και τους τροτσκιστές στο αντικαπιταλιστικό κόμμα –λέμε και κάτι βαρύγδουπο, για να προχωρά η ώρα. Ενώ οι βασικές επαφές του κόμματος είναι με έναν πόλο που δρα εντός του κκγ κι αντιστοιχεί στο 15ο διαμέρισμα του παρισιού (δύναμη, όχι αστεία). Κάποτε είχα δει στο ριζοσπάστη και μια ομάδα που υπέγραφαν ως αυθεντικά κομμουνιστές ή κάτι παρόμοιο (σε αντίθεση προφανώς με τους υποκριτές).


Κατά τα άλλα στην ιταλία υπάρχει η altra europa con tsipras σαν alter ego των κυρίαρχων αστικών δυνάμεων, η πρωτοβουλία ενός συνδικαλιστή που ξεκινάει καμπάνια εναντίον του πρωθυπουργού ρέντζι, φιλοδοξώντας να ενώσει όλη την αριστερά και ένα περιοδικό «λεφτ», κάτι σαν unfollow, αλλά (ακόμα) πιο σύριζα. Αυτά όμως θα τα δούμε αναλυτικά στην επόμενη ενότητα με το φωτορεπορτάζ. Όπου υπό κανονικές συνθήκες, θα βλέπαμε κι ένα ωραίο σύνθημα στον τοίχο, υπογραμμένο με σφυροδρέπανο για την επανάσταση που δεν πεθαίνει. Αλλά δε θα το δούμε τελικά εκεί, λόγω ανωτέρας βίας, οπότε το κρατάμε εδώ ως επιμύθιο.

Τετάρτη, 25 Μαρτίου 2015

Αποτυχία

Στο μεσοδιάστημα της απουσίας μας στη ρώμη, βιώσαμε ατομικά και συλλογικά ως παρέα σπουδαίες στιγμές, αλλά και μια σειρά μικρές παράπλευρες αποτυχίες, εντός ή εκτός εισαγωγικών.

Καταρχάς την αποτυχία να έχουμε μόνιμη και σταθερή πρόσβαση της προκοπής στο διαδίκτυο (ώστε να ανέβει και κάποιο κείμενο στο ενδιάμεσο, για να σπάσει η αποχή). Και κατά συνέπεια την αποτυχία να παρακολουθήσουμε διεξοδικά τις εξελίξεις στην ελλάδα, πέρα από τους τίτλους ειδήσεων και τη γενική ιδέα που μας έδιναν. Προσωπικά πάντως απέτυχα να νιώσω κάποιο έλλειμμα ουσιαστικής ενημέρωσης όλες αυτές τις μέρες ή κάποια νοσταλγία για τα γεγονότα που αφήσαμε πίσω μας να τρέχουν (αλλά να μη μας φτάνουν ποτέ) και την ανάγκη-επιθυμία να ξαναπιάσω το κομμένο νήμα και την επαφή με την επικαιρότητα στην ελλάδα.

Την ημέρα που επιτρέψαμε στην πατρίδα (που παραπέμπει στους πατεράδες μας, αλλά είναι θηλυκού γένους και αναφέρεται συνήθως ως μητέρα πατρίδα, σε ένα εκπληκτικό οικογενειακό μπέρδεμα), μία από τις πρώτες ειδήσεις που άκουσα (πριν κλείσω τη φωνή) ήταν ότι ο πρόεδρος του σχεδόν τελειωμένου πασόκ (βενιτέλος, όπως έγραφε κι ο τίτλος της ελληνοφρένειας) χαρακτήρισε επικίνδυνο νάρκισσο το βαρουφάκη –και είναι όντως ο πλέον ειδικός για να αναγνωρίσει το είδος των ομοίων του, μόνο που στα δικά του χείλη ακούγεται ως ειρωνεία, σα να κοροϊδεύει πχ τον πάγκαλο για τη σιλουέτα του.
Ενώ ο βαρουφάκης απαντούσε στρίβοντας δια του ποιείν στο ερώτημα για το αφορολόγητο όριο, το υποκειμενικό μέτρο του πλούτου και όσους έχουν ελεύθερο χρόνο να γράφουν ποίηση, χωρίς να εξηγήσει ωστόσο, μιας και το έθιξε, ποια ακριβώς τάξη έχει σήμερα κατά τη γνώμη του ποιοτικό, ελεύθερο χρόνο και μάλιστα πληρωμένο και εξασφαλισμένο, για να καταπιαστεί με υψηλές πνευματικές ασχολίες. Αλλά είπαμε πως η πληρωμή αναφέρεται σε κάτι υποκειμενικό, δηλ τον υλικό πλούτο, οπότε θα μπορούσε απλώς να φορολογήσει τους ποιητές ή –ακόμα καλύτερα- τους άνεργους, που έχουνε μια μικρή περιουσία από την άποψη του ελεύθερου χρόνου, ιδίως αν παίρνουν και επίδομα ανεργίας.

Το βασικό θέμα που απασχόλησε ωστόσο τα μμε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την κοινή γνώμη αυτό το διάστημα ήταν η εύρεση του πτώματος του βαγγέλη γιακουμάκη κι η συζήτηση που άνοιξε σχετικά με τις πρακτικές εκφοβισμού και τη δημόσια καθολική καταδίκη τους, που μετατράπηκε γρήγορα σε μόδα –που αποτελεί εγγύηση ότι θα θαφτεί κι εξίσου γρήγορα το όλο θέμα, χωρίς να ασχοληθεί κανείς σοβαρά με το φαινόμενο, τις πραγματικές του διαστάσεις και τις αιτίες που το γεννάνε. Θυμάμαι σε ένα απ’ τα θερινά αναγνώσματα παραλίας (ένα αστυνομικό του καμιλιέρι, που τα βρήκαμε στην ιταλία σε αρκετά καλύτερες τιμές απ’ ό,τι εδώ) που έλεγε πως ο μοναδικός τρόπος να ξεχαστεί μία υπόθεση δεν ήταν η αποσιώπησή της, αλλά να δοθεί βορά στα αρπακτικά των μμε, να γίνει σκάνδαλο και να παίζει όλη μέρα, ώσπου να μπουχτίσει η κοινή γνώμη και να μη θέλει να ξανακούσει τίποτα γι’ αυτό. Όπως και έγινε.

Κι αυτή είναι μια βασική πτυχή που θέλω να αναδείξω, καθώς δε νομίζω πως θα είχα να προσθέσω εκ των υστέρων κάτι σημαντικό στα κείμενα του οικοδόμου και του 2310 –και μάλιστα για κάτι που παρακολούθησα από την απόσταση του εξωτερικού. Και η ουσία του πράγματος πιάνει πολλές παραμέτρους: το βασικό, πρωτεύοντα εκφοβισμό που ζει ο καθένας μας στον χώρο δουλειάς του, απέναντι στην εργοδοτική αυθαιρεσία και το φόβο της απόλυσης, αφού εμπεδώσει πρώτα, από μικρή ηλικία, την ανοχή σε αυτόν, είτε είναι ο ίδιος το θύμα είτε όχι. Την υποκριτική έκπληξη και καταδίκη μιας παρθένας κοινωνίας που αδιαφορεί συστηματικά για τις αιτίες, αλλά αγανακτεί με τις λογικές συνέπειες και τα αποτελέσματά τους, πέφτοντας από τα σύννεφα. Κι η ευχέρεια των κρατούντων, που έχουν το καρπούζι και το μαχαίρι, να ορίσουν κατά το δοκούν ως εκφοβισμό και εν γένει παραβατική συμπεριφορά, μια πράξη που ξεφεύγει από το πλαίσιο που αποδέχονται και τείνει να το αμφισωητήσει –πχ μια μαθητική κατάληψη που… «εμποδίζει τα παιδιά, που θέλουν να κάνουν μάθημα».

Καμία σοβαρή συζήτηση όμως δεν μπορεί να ανοίξει με τηλεοπτικούς όρους, στη βάση της εκμετάλλευσης της ανθρώπινης δυστυχίας και της αξιοπρέπειας που θυσιάζεται στο βωμό της τηλεθέασης. Και έτσι επιστρέφουμε στην αλυσίδα με τις μικρές αποτυχίες, που λέγαμε στην αρχή του κειμένου. Προσωπικά έχω αποτύχει να παρακολουθήσω τη δομή και τη ροή εκπομπών προσωποκεντρικών, όπως της νικολούλη, του ζούγκλα (από αυτές ευτυχώς γλιτώσαμε) και τις δίκες του θωμαΐδη, με πολυάνθρωπα πάνελ, αλλά έναν και μόνο βασικό πρωταγωνιστή, τον παρουσιαστή τους, που μιλάει και αυτοπροβάλλεται συνεχώς, όταν δεν κιτρινίζει. Αποτυγχάνω επίσης να καταλάβω και να δικαιολογήσω όσους γνωστούς μου παρακολουθούν συνειδητά (το τηλεοπτικό σίχαμα) νικολούλη, για να κάνουν χαβαλέ με την άπειρη βλακεία που αποπνέει η εκπομπή της. Το θέμα αυτό το έχει σατιρίσει πολύ καλά το δίδυμο ρήγα-αποστόλου, σε ένα επεισόδιο των δύο ξένων και κάπου εκεί εξαντλείται κατά τη γνώμη μου η όποια σατιρική διάθεση για αυτό το τηλεσκουπίδι.

Αυτό που πετυχαίνουν πάντως σε βάθος χρόνουν τα κανάλια (για να μιλήσουμε και για μια «επιτυχία») είναι η καλλιέργεια κακών αισθητικών προτύπων, των πλέον «ταπεινών ενστίκτων» της «σκοτεινής πλευράς» κάθε τηλεθεατή, η οποία επηρεάζει και τον καθένα από εμάς, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό. Αυτή η αθόρυβη, διαβρωτική δουλειά είναι ίσως πιο φανερή από οπουδήποτε αλλού στο επίπεδο της ιταλικής τηλεόρασης, που είναι σε μεγάλο βαθμό μπερλουσκονικού τύπου –παρά την αποχώρηση (;) του μεγιστάνα από το προσκήνιο.

Στην ελλάδα η prima volta sinistra υποτίθεται πως έχει στα χέρια της το όπλο των αδειών, για να ξεκαθαρίσει το τηλεοπτικό τοπίο, ου μην και να συγκρουστεί με τους καναλάρχες και τα μονοπώλια των μίντια. Θυμάμαι μάλιστα κι ένα κείμενο του πι-πι, στο τσακίρ κέφι για την εκλογική νίκη του σύριζα, όπου ορμήνευε εν είδει πρωθυπουργικού την κυβέρνηση να προχωρήσει σε μια τέτοια ρήξη, ως απαραίτητη προϋπόθεση για τα επόμενα βήματά της. Ακόμα κι αν υποθέσουμε ωστόσο πως υπάρχει όντως η πολιτική βούληση για αυτή την κίνηση, οφείλουμε να συνυπολογίσουμε πως συνεπάγεται μια γενικότερη σύγκρουση και με τη συστηματική από οθόνης καλλιέργεια της αποχαύνωσης, της επιφανειακής ενασχόλησης με κάθε ζήτημα, της πρόταξης του φαίνεσθαι έναντι της ουσίας, κτλ.
Δείτε όμως τι έχει καταγράψει στο ενεργητικό της η κυβέρνηση αυτούς τους δύο μήνες επικοινωνιακής καταιγίδας για τις γραβάτες, τη γλώσσα του σώματος, το αν ήταν χαμογελαστή ή όχι η μέρκελ στη συνάντηση με τον έλληνα ομόλογό της, κτλ, και θα κρίνετε από μόνοι σας αν έχει δείξει τελικά τέτοια πρόθεση.

Δευτέρα, 23 Μαρτίου 2015

Είναι τρελοί αυτοί οι Ρωμαίοι

Το κακό ξεκινάει από τους κοιλαράδες λεγεωνάριους της κακιάς ώρας (σαν τον εκατόνταρχο γιοματάριους, στην ασπίδα της αρβέρνης) που συναντάς έξω από το κολοσσαίο. Και δεν χρειάζεσαι μαγικό ζωμό για να τους φέρεις βόλτα, παρά μόνο μία μονέδα για να ποζάρεις δίπλα τους, αγναντεύοντας στο βάθος την χαμένη αίγλη του ρωμαϊκού στρατού και του κόσμου που υπεράσπιζε. Και ενώ για κάθε παρηκμασμένη ρώμη, ο εχθρός αννίβας και η καταστροφή που την απειλεί (ή η κρίση που την έχει ήδη βρει) έχει συγκεκριμένο ταξικό πρόσημο, η κυρίαρχη (via di) προπαγάνδα στοχοποιεί με χυδαία ιδεολογήματα το παμε, που κλείνει τα λιμάνια και τις πορείες που μαραζώνουν το εμπορικό κέντρο, οπότε καλείσαι να αποδείξεις πως δεν είσαι ελέφαντας, μετανάστης εξ αφρικής, που πέρασε τις άλπεις ή τη μεσόγειο με βάρκα την ελπίδα, που ήρθε, νίκησε και γενικώς veni, vidi, vici.


Carthago delenda est, όπως θα έλεγε ο κάτωνας, αλλά και οι συγκινητικές αγορεύσεις των συνηγόρων στην περιπέτεια με τις δάφνες του καίσαρα, με αποστομωτικά επιχειρήματα. Εκεί που ο γκοσινί εξηγεί με θαυμαστό τρόπο, βάσει του διαλεκτικού υλισμού, τα πραγματικά κοινωνικά αίτια της ρωμαϊκής παρακμής, όταν οι ρωμαίοι βρήκαν το αντίδοτο στην κραιπάλη και τις παρενέργειες της καθημερινής μέθης: μια κότα αμάδητη, σαπούνι μασσαλίας, μαρμελάδα, πιπέρι, αλάτι, αμελέτητα σύκα, μέλι, σαλάμι, ρόδι, αυγά και πιπεριές. Το μαϊντανό τον κρατάμε για τον μπατεσκύλιους και το στεφάνι που θα αντικαταστήσει το δάφνινο του καίσαρα. Κι αν χρειαστεί, θα παλέψουμε για τη σκλαβιά μας.

Το κακό συνεχίζεται με τις λατινικές επιγραφές, που συναντάς σε κάθε εκκλησία και σου δίνουν την αφορμή να διαπιστώσεις πως τα λιγοστά λατινικά που θυμάσαι είναι μάλλον από τις περιπέτειες του αστερίξ (εγώ τώρα όμως veni, vidi… και τέλος πάντων θα δούμε γιατί δε vici τους γαλάτες, αλλά όπως συνηθίζω να λέω alea jacta est και βρούτε, πρόσεχε επιτέλους, θα σκοτώσεις κανέναν στο τέλος με αυτό το μαχαίρι που παίζεις) παρά απ’ το σχολικό εγχειρίδιο στο αντίστοιχο μάθημα -που σε αντίθεση με το αστερίξ, δεν του ‘κανα αρκετές επαναλήψεις, για να μου μείνουν πολλά πράγματα.

Εν τω μεταξύ σε κάθε εκκλησία και αξιοθέατο, θα βρεις στρατιές μεταναστούληδων με ράβδους-σελφιστήρια (θα δούμε σε άλλη ενότητα τι ακριβώς είναι), που με τις πρώτες ψιχάλες προσαρμόζονται άμεσα στις καταναλωτικές ανάγκες και τα αντικαθιστούν με ομπρέλες για τη βροχή. Οπότε αναρωτιέσαι αν όλα αυτά έχουν καμία σχέση με όσα έχεις ακούσει για την τεχνολογική πρόοδο και το μοντέλο παραγγελίας-παράδοσης just in time. Περίπου όπως σε εκείνη τη βιομηχανία ελαστικών του κνόδαλους στην ασπίδα της αρβέρνης και το προηγμένο σύστημα ενδοεπικοινωνίας με τους πυγμαίους σκλάβους που έτρεχαν να μεταφέρουν το εκάστοτε μήνυμα, αλλά έδιναν εύκολο στόχο στον οβελίξ κι όποιον άλλο ήθελε να κόψει την επαφή ανάμεσα στα διάφορα κέντρα της παραγωγής –αν και σήμερα θα ήταν πολύ πιο δύσκολο να το κάνει.


Αλλά το κακό ολοκληρώνεται, μόνο όταν έρχεσαι σε επαφή με τις καθημερινές διατροφικές συνήθειες των ιταλών, που έχουν τα ζυμαρικά κυρίως ως ορεκτικά, πρώτο πιάτο δηλ, όπου διαμορφώνουν αντίστοιχα την ποσότητα της μερίδας –όχι πάντα όμως και την τιμή της- ενώ η συνηθισμένη πίτσα τους θυμίζει τσιγαρόχαρτο κι αναγκάζεσαι να τη διπλώσεις για να μοιάζει λίγο με αυτό που καταλαβαίνουμε εμείς ως λεπτή ζύμη –για κανονική δεν το συζητάς καν. Οπότε το μέγεθος είναι κάπως σχετικό, όπως στο αστερίξ λεγεωνάριος, όπου παίρνουν οι νεοσύλλεκτοι τη στολή τους και ο οβελίξ ζητάει μεσαίο μέγεθος και παλεύει να χωρέσει το χαμηλό του στήθος στο θώρακα, που φεύγει σφεντόνα και βρίσκει έναν εκατόνταρχο που ξεσπάει σε κλάματα (έλα, έλα τώρα, θα την ξαναδείς την αγαπημένη σου). Δεν ήταν παρά ένα μικρό κολοσσαιάκι, όπως θα έλεγε κι ο σφος οβελίξ.
Κι όταν καταλαβαίνεις ότι δε βάζουν παντού και πάντα σάλτσα ντομάτας για να μην ανακατευτούν, λέει, τα υλικά και αλλοιωθεί η γεύση, θες να επισκεφτείς λίγο το σεφ, όπως ο αστερίξ λεγεωνάριος μαζί με τον οβελίξ και να του εξηγήσεις την άποψή σου πάνω στο ζήτημα (και παστούλες; θα θέλατε και παστούλες;). Και πως αν δε μένεις ικανοποιημένος απ’ αυτό που ετοιμάζει στο εξής, θα τον επισκέπτεσαι συχνότερα. Αλλά επειδή δε λειτουργεί έτσι το πράγμα, βλέπεις τις μερίδες τους και νιώθεις να φτάνεις στα όριά σου, σαν τους ασθενείς των λουτροπόλεων, που ακολουθούν ειδικό πρόγραμμα, για να αδυνατίσουν: αστερίξ, δε θέλω τη ρόγα του σταφυλιού τους, δεν μπορώ άλλο αστερίξ!

Οπότε πας με τη σύντροφό σου και παραγγέλνεις δυο αγριογούρουνα.
-Και για μένα δυο αγριογούρουνα, την ακούς να λέει, για να χορτάσει ο πεινασμένος μας λαός. Υποσιτίζονται τα παιδιά μας. Κι αυτή είναι η βασική εξήγηση για το πώς παραμένει σχετικά αδύνατος ένας λαός που τρέφεται βασικά με πίτσα και μακαρόνια, σαν ένα κράμα μικελάντζελο (όχι του ζωγράφου, της χελώνας) και καμπαμαρού (δηλ εσύ γνώριζες πως κάποιοι τον λένε καπαμαρού, με πι σκέτο;).
Κι είναι τέτοια η ποικιλία γεύσεων που έχουν σε πίτσα και μακαρονάδα –προσοχή μόνο στο τρίπα, που είναι ο πατσάς και δε θα βρεις κάποιον να στο εξηγήσει εγκαίρως, αν δεν το καταλάβεις μόνος σου) που δεν τους ενδιαφέρει και τόσο να έχουν ποικιλία από άλλα εδέσματα, πλην αυτών. Φεύγοντας από τη ρώμη το καλύτερο φαγητό που ‘χεις δοκιμάσει είναι πίτσα με μακαρόνια, ενώ το χειρότερο μακαρόνια με πίτσα, έτσι για την αλλαγή. Prima volta sinistra. Αλλά αν δεν πας στη φαγουπολαϊκή δημοκρατία του βορρά, για να φας αυθεντικό ιταλικό φαγητό, πχ στην πλατεία ναυαρίνου, σε λογικές τιμές, δεν έχεις ζήσει τίποτα από ιταλία.

Ο χρυσός κανόνας στον οποίο σε οδηγεί η ίδια η ζωή με το πέρασμα κάποιων ημερών είναι πως όσο περισσότερο απομακρύνεσαι από το κέντρο, όπου σε λίγο θα μας ταΐζουν τις ίδιες μας τις σάρκες αλεσμένες (σε μυλόπετρες συστήματος) και θα ξεσπάσει κάποιο σκάνδαλο τρελών τουριστών, τόσο αυξάνεις τις πιθανότητές σου να βρεις φτηνότερα και καλύτερα πιάτα, πχ όπως σε ένα νεπαλέζικο (κατμαντού) στη βιτόριο εμμανουέλε –που είναι κάτι μεταξύ ινδικού και κινέζικου, σαν την αμφισβητούμενη ζώνη με τα οροπέδια- που σπάει λίγο την πρωτοτυπία του ιταλικού μενού. Όλο πίτσα-πίτσα τη βαρέθηκα…
Και όταν δεις και τις τιμές, θες να πεις στο μετανάστη σεφ, "έλα στην αγκαλιά μου!", όπως ο μαζεστίξ στον ελαφρώς μεθυσμένο συνοδό του οβελίξ, μετά από κάποια επίσκεψή τους στον ξιπασμένο πρωτευουσιάνο ομοιοπαθίξ, τον αντιπαθητικό αδερφό της μιμίνας. Και αποφασίζεις να ξανάρθεις, ΣΩΠΟΔΗΠΟΤΕ, γιατί η μισή απόλαυση είναι βασικά στην παραγγελία, μέχρι να βγάλεις συνεννόηση σε μια διεθνή εσπεράντο γλώσσα με στοιχεία αγγλικής, ιταλικής και παντομίμας, περίπου όπως στο οβελίξ και σία: εγώ πληρώσει, εσύ φέρεις μαντζάρε.

Το βασικό συμπέρασμα, όπως θα έλεγε κι ο σφος οβελίξ είναι πως «είναι τρελοί αυτοί οι ρωμαίοι». Αλλά αυτό είναι υποκειμενικό και πρέπει να το δεις από τη δική τους σκοπιά, που μπορεί να καταλήγει στο ακλόνητο συμπέρασμα ότι «είναι τρελοί αυτοί οι έλληνες». Γιατί κάθονται με τις ώρες στον καφέ, αντί να πιουν ένα στα όρθια και δεν εννοούν να καταλάβουν το ευγενικό υπονοούμενο του σερβιτόρου, όταν μαζεύει τα άδεια φλιτζάνια, για να σηκωθούν να φύγουν. Και στην πατρίδα τους δεν έχουν σε κάθε γωνία μνημεία, αλλά ένα καφέ ή ένα φαγάδικο ή ταχυφαγείο ή μπαράκι ή ένα φούρνο ή ένα προποτζίδικο, σε βαθμό που να απορείς πώς διάολο κρατιούνται όλα αυτά και δεν κλείνουν να ανοίξει τίποτα άλλο πιο χρήσιμο.

Οπότε πώς να μην ονομάσουν μακεδονική τη ρώσικη σαλάτα,  ως σήμα κατατεθέν της ανακατωσούρας (τα εξηγεί σε ένα βιβλίο του κι ο ραφαηλίδης). Εκτός κι αν δημιουργείται έτσι εθνικό ζήτημα γιατί τι ακριβώς εννοούν δηλ με τον όρο μακεδονία χωρίς τη σύνθετη ονομασία; Εξάλλου τα αστικά μμε μας εγκαλούν γιατί καλούμε μαζί με άλλα αδελφά κκ στις διεθνείς συσκέψεις μας και το κκ μακεδονίας. Ναι αλλά αυτό δε λέει κάτι, και εμείς ρωμιοί σου λέει είμαστε, αλλά δεν έχουμε κάποιου είδους αλυτρωτισμό για τη ρώμη και το μεγαλείο της ή για τα ζωτικά «μας» συμφέροντα και την ελληνόφωνη μειονότητα της κατω ιταλίας. Κι ας υπάρχει στη ρώμη η οδός magna grecia, της μεγάλης ελλάδος, που κολλάει γάντι στην περίσταση.


Και όπως λέει εξάλλου ο αστερίξ στους ολυμπιακούς αγώνες, λίγο πριν έρθει η γαλατική αποστολή στην ελλάδα: όμως μα τον τουτάτι, είμαστε ρωμαίοι.

Μα είναι τρελοί αυτοί οι ρωμαίοι…

Κυριακή, 22 Μαρτίου 2015

Αθλητική Κυριακή

Αν θεωρήσουμε την ιταλία κάτι ενιαίο ως χώρα, το ποδόσφαιρό της ακολουθεί κι αυτό βίο παράλληλο και παρακμιακό με τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις. Κι ας μην έχει ξεκαθαριστεί ακόμα αν το κολοσσαίο στην ύστερη αρχαιότητα ήταν κοινή έδρα για ρόμα και λάτσιο και αν η κατασκευή του τοποθετείται χρονικά παλιότερα από τα τελευταία πρωταθλήματα των δύο ομάδων, που είχαν έρθει μεν στις αρχές του τρέχοντος αιώνα, αλλά μοιάζουν ήδη προϊστορικά από μια άποψη.

Στο μεταίχμιο της τελικής εκδήλωσης των ανατροπών, τέλη 80’ με αρχές 90’, το ιταλικό πρωτάθλημα δεν είχε πάρει απλά τη σκυτάλη από τις (αποκλεισμένες για πέντε χρόνια από την ευρώπη) αγγλικές ομάδες, που κυριαρχούσαν μέχρι τότε, αλλά συγκέντρωνε και την αφρόκρεμα του παγκόσμιου ποδοσφαίρου. Έχουμε και λέμε: η μίλαν των τριών ολλανδών (βαν μπάστεν, γκούλιτ, ράικαρντ) που εξελίχθηκε στην κορυφαία ομάδα της επόμενης εικοσαετίας. Η απάντηση της ίντερ των τριών γερμανών (μπρέμε, κλίνσμαν, ματέους) που έφερε και τον μπέργκαμπ, λίγα χρόνια αργότερα. Η γιούβε στη μετα-πλατινί εποχή που πήρε τον ρας από τη λίβερπουλ. Η νάπολι του μεγάλου ντιέγκο, με αλεμάο, καρέκα δίπλα του. Μέχρι κι η σαμπντόρια με δίδυμο-φωτιά, βιάλι-μαντσίνι, είχε πάρει έναν τίτλο στο ενδιάμεσο κι ύστερα έπαιξε στον όμιλο του παναθηναϊκού, στο πρώτο δοκιμαστικό τσου-λου.
Κι ακόμα, το ξεκίνημα το μπάτζιο στη φιορεντίνα, το ξεπέταγμα του τοτό σκιλάτσι στο μουντιάλ του 90’ (με τον τσάο, μία από τις πιο συμπαθητικές μασκότ στα χρονικά) και της πάρμα σε διεθνείς και εγχώριες οργανώσεις. Ή και πιο παλιά ακόμα, η 2η θέση της βερόνα στο πρωτάθλημα, η ρόμα να φτάνει στον τελικό του κυπέλλου πρωταθλητριών, κι άλλα που δεν έχω προλάβει, για να τα θυμάμαι από πρώτο χέρι.

Η πραγματική τραγωδία μιας παρακμής όμως δεν είναι αυτός καθαυτός ο ξεπεσμός, αλλά η προσκόλληση στα περασμένα και τους τύπους, που μας ξεγελά πως μπορεί να φέρει πίσω κάτι που χάθηκε οριστικά. Οι ομάδες του καμπιονάτο παίζουν μία ταχύτητα κάτω από τα κορυφαία πρωταθλήματα πρώτης γραμμής (πριμέρα ντιβισιόν, πρέμιερ λιγκ, μπουντεσλίγα) με τον ίδιο ρυθμό που έπαιζαν και το 90’. Ενώ το αγαπημένο ίσως σύστημα-σχήμα είναι το 3-5-2, που ήταν πρωτοπόρο στη δεκαετία με τις βάτες, όταν το εφάρμοζε η σοβιετία του λομπανόφσκι, αλλά σήμερα αρέσει μόνο στο λαϊκό στρώμα, που έτσι και κάνει σήμερα το 1-0 η μπάρτσα στο κλάσικο, πχ στο δεκάλεπτο, θα αρχίσει να λέει «όλοι πίσω», για να το κρατήσουμε με κατενάτσιο.
Είχαν βέβαια μια μικρή αναλαμπή στο φετινό europa league, με πέντε ομάδες τους στους 16 της διοργάνωσης, αλλά ήδη έχασαν τις τρεις ως τους 8. Τουλάχιστον όμως δεν έπαθαν το κάζο των άγγλων, που έμειναν χωρίς ομάδα στην τελική 8άδα του τσου λου και του γιουρόπα, τελειώνοντας την ευρωπαϊκή τους χρονιά ήδη από το μάρτιο.

Ακόμα κι έτσι πάντως, θα μπορούσαν να έχουν ένα αρκετά ενδιαφέρον πρωτάθλημα με ισοαδύναμες ομάδες και ισχυρό μεταξύ τους ανταγωνισμό. Στην πράξη όμως κανείς δεν είναι σε θέση να αμφισβητήσει τα πρωτεία της γιουβέντους (που φέτος έχει ευκαιρία να επιστρέψει στα ημιτελικά του τσου-λου μετά από μία δεκαετία και βάλε). Η αποκάλυψη του σκάνδαλου καλτσιόπολις έριξε (θεωρητικά) το σύστημα μότζι και (πρακτικά) τη γιούβε στη serie b κι ήταν η μεγάλη δικαίωση της ίντερ του μοράτι, που κυνήγησε την υπόθεση, κυριαρχώντας τα επόμενα χρόνια. Αλλά κατέληξε κάτι σαν το σχήμα της αριστερής παρένθεσης, μέχρι την επιστροφή δηλ της βέκια σινιόρα και την αποκατάσταση του κατεστημένου της και της προαιώνιας ισορροπίας.

Με ρωτούσε πχ ο redfly ποιος είναι δεύτερος στη βαθμολογία κι αν καλπάζει κανείς πίσω από τη γιούβε, και γέλασα αμήχανα γιατί μπορούσα να σκεφτώ πολλά ψοφάλογα, αλλά κανέναν καθαρόαιμο να καλπάζει σα βισ’νις θύελλα. Οι ομάδες του μιλάνο είναι για λύπηση, βολοδέρνοντας στη μέση της βαθμολογίας, και θα είναι ευχαριστημένες αν προλάβουν κάποιο ευρωπαϊκό εισιτήριο. Η νάπολι του μπενίτεθ κινδυνεύει να απολέσει τα κεκτημένα της τρίτης θέσης (μεγάλε ράφα). Κι η ρόμα βολεύεται με το ρόλο της αιώνιας δεύτερης, που μπορεί να τον χάσει στην οντισιόν με τη μισητή συμπολίτισσα λάτσιο.

Τις μέρες που ήμασταν εκεί, η ρόμα υποδέχτηκε τη σαμπντόρια, υπό συνεχή, εκνευριστική ψιχάλα, αλλά δεν ήταν αυτός ο βασικός λόγος που οι τιφόζι της έφυγαν σα βρεγμένες γάτες από το ολίμπικο, μετά την ήττα (0-2) και την αποκαρδιωτική εμφάνιση. Και το γλυκό έδεσε τρεις μέρες αργότερα, με το 0-3 από τη φιορεντίνα και τον ευρωπαϊκό αποκλεισμό, όπου ο πορτιέρο των τζιαλορόσι ξεπέρασε και την ποδοσφαιρική ευφυΐα του μιχόπουλου σε αυτή τη φάση.


Εμείς πάλι πιστεύαμε πως θα μπορούσαμε να πάρουμε άρωμα από την αναμέτρηση και την ατμόσφαιρα στα προεόρτια του αγώνα, αλλά υπολογίσαμε λάθος, γιατί δεν μπορείς να κάνεις το γύρο του σταδίου χωρίς εισιτήριο και χρειάζεσαι τουλάχιστον 25 ευρώ, για να προμηθευτείς το φτηνότερο (εντάξει παιδιά, το ψοφήσατε, μέχρι και το μουσείο του βατικανού έχει φτηνότερη είσοδο). Έτσι φτάσαμε μόνο στον προθάλαμο της θρυλικής curva sud και πήραμε δωρεάν το φύλλο της gazzetta dello spor, που μοίραζαν κάτι κοπέλες, της πιο παλιάς αθλητικής εφημερίδας παγκοσμίως, εάν δεν κάνω λάθος, με πορεία στον χρόνο που ξεπερνά τον ένα αιώνα.

Κι αυτό το τέσσερα πάλι, τι είναι; Δεν μπορεί να μην είναι ελληνικό...
Σε αυτή την πόλη που στα δυο έχει σχιστεί, η ρόμα δεν εκφράζει απαραίτητα κάτι πολύ ριζοσπαστικό, όπως τα σφυροδρέπανα στο πέταλο των φανατικών της λιβόρνο (που ‘ναι στη δεύτερη κατηγορία, με καλές πιθανότητες ανόδου) ή σαν την τυπική ωραιοποιημένη εικόνα που μπορεί να έχει «το κίνημα» για τους ούλτρας. Αλλά την αυτονόητη επιλογή απέναντι στους φασίστες της λάτσιο, κάτι σαν τίμιο, καλό πασόκ, χωρίς αυταπάτες.
Αν και οι λατσιάλι έχουν μάλλον διακριτική, μειοψηφική παρουσία. Η ρόμα κυριαρχεί στην πόλη (που έχει το ίδιο έμβλημα –της τροφού-λύκαινας- με την ομάδα), στα μαγαζιά και τους υπαίθριους πάγκους με τη φιγούρα-καρικατούρα του τόττι (που βαδίζει αισίως στα 39, θεωρητικά στην τελευταία του χρονιά στα γήπεδα, αν και υποψιάζομαι πως μπορεί τελικά να τον βαλσαμώσει η ομάδα του) δίπλα σε αυτή του συνονόματού του πάπα. Κάτι που μας δίνει την ευκαιρία να ορίσουμε, μια και καλή, την επετηρίδα με τους διάφορους φραγκίσκους του κόσμου τούτου.
Φραντζέσκο τότι, φραντζέσκος κώστας, φραγκισκάτος, φραγκίσκος αλβέρτης, σαν φρανσίσκο, και κάπου εκεί, αν δεν ξεχάσαμε κάποιον, τελευταίος και καταϊδρωμένος ο αργεντίνος πάπας. Ντάξει ρε φίλε, ποιος είσαι δηλ; Ο τόττι; Αυτός έχει την μπλάζι. Εσύ τι έχεις;

Όλα αυτά βέβαια υπό την αίρεση ότι θεωρούμε την ιταλία ενιαία χώρα. Που ακόμα και ποδοσφαιρικά να το δεις, ο βιομηχανικός βορράς (μιλάνο, τορίνο, κτλ) δε μπορεί να μπει σε σύγκριση με τα τρόπαια του νότου (νάπολι και με την ευρεία έννοια και οι ομάδες της ρώμης). Κάτι που κατάλαβε άψογα ο μαραντόνα και το αξιοποίησε διχάζοντας το κοινό της πόλης του, της ν(ε)άπολης, στον ημιτελικό του μουντιάλ του 90’ μεταξύ αργεντινής κι ιταλίας.
Ο πιο βασικός διαχωρισμός όμως, πέρα από γεωγραφικά σχήματα βορρά-νότου, δεξιάς-αριστεράς, κτλ, είναι αυτός που φαίνεται πχ από την περίπτωση πχ ενός νεαρού ιταλού, που έπεσε στις γραμμές του τρένου, όταν έκλεισε η μεταγραφή του κρέσπο στη λάτσιο, για 20 εκ. ευρώ, γιατί δεν άντεχε τη ζωή του να εξευτελίζεται και δίπλα της να στήνεται τέτοιος χορός εκατομμυρίων.

Φτάνοντας, αντικειμενικά λόγω έκτασης, προς το τέλος του κειμένου, διαπιστώνω πως έχουν μείνει πολλά σημεία ακάλυπτα, που θα επιχειρήσω να τα πιάσω κωδικοποιημένα κι επιγραμματικά στον επίλογο.

-Η παράλληλη παρακμή της σκουάντρα ατζούρα, που δεν πήρε τα χρώματά της από τη σημαία της ιταλίας, αλλά από κάποιο βασίλειο του βορρά, αν θυμάμαι καλά, και έχει μια περίεργη παράδοση που τη θέλει να κατακτά μεγάλους τίτλους, όταν ταλανίζεται από μεγάλα ποδοσφαιρικά σκάνδαλα. Από το μουντιάλ του 06’ όμως, έμεινε δύο φορές εκτός από τη φάση των ομίλων, ενώ η τελευταία της αναλαμπή ήταν ο τελικός στο γιούρο του 12’ και ο αποκλεισμός της γερμανίας με τα γκολ του μπαλοτέλι μπρος στην εμβρόντητη μέρκελ, ένας «αντιμνημονιακός» θρίαμβος αντίστοιχης συμβολικής αξίας, με τα τέσσερα μετάλλια του επίσης έγχρωμου τζέσε όουενς στο βερολίνο, μπροστά στον χίτλερ.
Πού είναι όμως οι παίκτες με τη μεγάλη στόφα να αντικαταστήσουν τον γερόλυκο πίρλο; Πού είναι οι μεγάλοι αμυντικοί της παράδοσης του κατενάτσιο; Και ποιος άλλος, πέραν του βεράτι –άντε και του ικάρντι- γεμίζει το μάτι από την καινούρια φουρνιά;

-Η θρυλική domenica sportiva, που ενέπνευσε τον τίτλο της ανάρτησης, αλλά και της δικής μας αθλητικής κυριακής, που δεινοπαθεί στα χέρια του δαπίτη μπακόπουλου, είχε πρώτο θέμα την περασμένη βδομάδα την πρεμιέρα της φόρμουλα 1, γιατί η φεράρι είναι ένα είδος θρησκείας για τους ιταλούς, που περιμένουν να δουν αν ο φέτελ μπορεί φέτος να γίνει ο νέος σουμάχερ και να ξαναδώσει τίτλους στη σκουντερία. Αν κι ομολογώ πως εδώ και μια δεκαετία σχεδόν, το άθλημα έχει πάψει να κεντρίζει το δικό μου τουλάχιστον ενδιαφέρον, από τη στιγμή που νικάει νομοτελειακά το καλύτερο αμάξι και το οδηγικό ταλέντο περνάει σε δεύτερη μοίρα.

Το βόλεϊ και το μπάσκετ έπιαναν μαζί ένα πεντάλεπτο προς το τέλος (για γκολ από τα άλλα πρωταθλήματα, ούτε λόγος να γίνεται). Κι ενώ συζητούσαμε εκ των υστέρων με το sniper για την κατάρα του αυτοκράτορα άρη, που δεν έχει νικήσει ποτέ ιταλική ομάδα σε εκτός έδρας αγώνα κι η μόνη νίκη του επί ιταλικού εδάφους ήταν ο επεισοδιακός τελικός του τορίνο, συνειδητοποιήσαμε πως όλες σχεδόν οι μεγάλες δυνάμεις του παλακανέστρο (το μπάσκετ στα ιταλικά) που γνωρίσαμε κι αγαπήσαμε, έχουν οδηγηθεί στην χρεοκοπία και την απαξίωση. Οι δύο ομάδες της μπολόνια, βίρτους και φορτιτούντο (που τρόμαζες να μάθεις κάθε χρονιά τον καινούριο τους χορηγό: κίντερ, μπάκλερ, κνορ, τιμσίμστεμ). Η (στεφανέλ) τριέστε, η βαρέζε, η μπενετόν τρεβίζο με το μποστονγκαρντενικό παρκέ του παλαβέρντε, ακόμα κι η σιένα. Κι έχει μείνει μόνο η μιλάνο, σκιά του παλιού εαυτού της, όταν κατέβαινε ως τρέισερ και φίλιπς. Περασμένα μεγαλεία…

Αντί κατακλείδας, μπορείτε να διαβάσετε δύο άλλα αθλητικά κείμενα της κε του μπλοκ
Το πρώτο για τον τελικό του κόπα ντελ ρέι, μπάρτσα-μπιλμπάο, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ατέχνως.
Και το δεύτερο, μια ωδή στα ταμπλό που αγαπήσαμε, στο τεύχος του τριμηνιαίου περιοδικού humba, που κυκλοφορεί.

Σάββατο, 21 Μαρτίου 2015

Papa don’t preach

Η ρώμη έχει τόσο πολλές εκκλησίες-αξιοθέατα, που αν τυχόν έχεις στην ταξιδιωτική σου συντροφιά κάποιον αρχιτέκτονα, κολλημένο με τα κτίρια και το αντικείμενό του, μπορεί να σε σέρνει μαζί του από ιερό ναό σε ναό, να τρέχεις αλαφιασμένος να τους προλάβεις όλους και να σε βεβαιώνει στο τέλος πως είδατε μόνο τους πιο σημαντικούς, τα σοσάκια που λέγαμε στο λύκειο, αφού ξεπεράσει γελώντας διπλωματικά το σχόλιο πως μοιάζετε πλέον με γκρουπ γιαγιάδων προσκυνητριών που το ‘χουν βάλει τάμα να δούνε όλες τις εκκλησίες. Πάλι καλά που δεν πήγαμε με τα γόνατα δηλαδή. Κι ενώ σκέφτεσαι πως ούτε στην ελλάδα δεν πρέπει να έχεις μπει σε τόσους ναούς και πως η μόνη σχέση σου με το άθλημα (που το αποφεύγεις ευλαβικά, ακόμα και το πάσχα, που οι άλλοι πηγαίνουν για την κοινωνική σύμβαση και το τζέρτζελο) ήταν ο ιταλός ποδοσφαιριστής chiesa, που στα ιταλικά σημαίνει εκκλησία (άντε και ο iglesias στον ατρόμητο, για τον ίδιο λόγο), μπαίνει ο διάολος (δηλ ο θεός) μέσα σου και σου κολλάει ο ρυθμός από το τροπάρι που ψάλλουνε οι καπουτσίνοι, αλλά σε μια πιο ραπ εκδοχή: σά-ντα μαρία σάντα, σά-ντα μαρία σάντα

Η βασική εξήγηση για την ύπαρξη τόσων σανταμαριών –μέχρι και μια σανταμαρία οδηγήτρια (που «ζει, ζει…») πετύχαμε- είναι μάλλον ότι κάπου πρέπει να βολευτούν και να χωρέσουν όλοι αυτοί οι κουκουλοφόροι καπουτσίνοι (μεταφραστικός πλεονασμός) που συρρέουν από κάθε καθολική γωνιά της γης. Και μόνο εδώ καταλαβαίνεις πλήρως πόσο κίβδηλο και ψευδεπίγραφο είναι το δίλημμα του συνθήματος «ή με τις κουκούλες ή με τις γραβάτες», καθώς αποτελούν τις δύο συμπληρωματικές όψεις του νομίσματος της εξουσίας, που νίπτουν ή μία την άλλη και οι δυο μαζί τον καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο· που οργανώνει φιλανθρωπικού χαρακτήρα παροχές, αλλά νίπτει με τη σειρά του τας χείρας του (δηλ την εκκλησία και το πολιτικό, κυβερνητικό προσωπικό) για τις πραγματικές αιτίες της κοινωνικής δυστυχίας.

Άσε που τώρα πλέον μπορείς να βρεις και μια αριστερά χωρίς γραβάτες, που να κάνει τη δουλειά πολύ καλύτερα από το γραβατωμένο προσωπικό και δεν χαϊδεύει πια τα αυτιά κουκουλοφόρων ή καπουτσίνων, αλλά της δεξιάς του κυρίου, των δικών μας ρασοφόρων, που συνεχίζουν τις χρυσοφόρες μπίζνες τους και γνωρίζουν καλά από πρώτο χέρι πως τα ράσα δεν κάνουν τον παπά, ούτε και οι διακηρύξεις του παππά και το πρόγραμμα της θεσσαλονίκης τους αριστερούς. Κι άσε το αίτημα του διαχωρισμού εκκλησίας-κράτους να εκκρεμεί ως τη δευτέρα παρουσία του σοσιαλισμού, που θα είναι επ-ανάσταση νεκρών κι αυτών που, κατά ζίζεκ, ξέχασαν να πεθάνουν, γιατί μόνο μια σοσιαλιστική επανάσταση μπορεί να προωθήσει στην πράξη άλυτα αστικοδημοκρατικά ζητήματα που χρονίζουν και κακοφορμίζουν.

Μέχρι τότε η εκκλησία παραμένει κράτος εν κράτει, ή μάλλον κρατίδιο εν κράτει, στην προκείμενη, εφόσον μιλάμε για το βατικανό και τη ρώμη. Αλλά πριν πούμε περισσότερα για αυτό, ας σημειωθεί παρενθετικά η ειρωνεία του πράγματος, με τόσες σανταμαρίες, να είναι ο σαν τζιοβάνι (λατεράνο) καθεδρικός της πόλης και ο σαν πιέτρο η πιο γνωστή και διαφημισμένη κιέζα (εκκλησία).

Δηλ όταν λες κρατίδιο, έχει και σύνορα; Όχι, αλλά αντί για συνοριοφύλακες, βρίσκεις μια σειρά αρπακτικά με.. πληροφορίες στη διαδρομή από το σταθμό του οκταβιανού μέχρι το βατικανό, που περιμένουν να σε τσιμπήσουν, πρόθυμοι να σε βοηθήσουν να skip the line, να παρακάμψεις την ουρά της αναμονής, που όσο την πλησιάζεις (και προτού να τη δεις) αυξάνεται θεαματικά στα λόγια για να τρομάξεις και να πειστείς: δύο, τρεις, πέντε ώρες, ενώ στην πραγματικότητα δεν πρέπει να υπερέβαινε το μισάωρο (βαριά μία ώρα). Αλλά είναι πραγματικά απίστευτη η κοσμοσυρροή, με το λαό να πιάνει το μισό και παραπάνω του κύκλου (έλλειψης για την ακρίβεια) της επιβλητικής πλατείας. Ουρά υπάρχει ακόμα και στις τουαλέτες του βατικανού ή στα παγωτά που πουλάνε δίπλα, στην οδό του σάντο σπιρίτου (βοήθειά μας). Φρενίτιδα! Αλλά γιατί όχι; Στην ελλάδα σχηματίζαμε πολύωρες ουρές για να προσκυνήσουμε μία εικόνα της παναγίας (άξιον εστί). Ας βλέπουμε και τη δική μας καμπούρα, πριν βγάλουμε τους εαυτούς μας καλύτερους.

Καθώς λοιπόν οι συνοριοφύλακες είναι εκπαιδευμένα τσακάλια, τους αρκεί μια λέξη, για να καταλάβουν την εθνικότητά σου κι αρχίζουν να σου μιλάν σε σπαστά ελληνικά: «εσύ, έλατε, στάσου..» Μα πώς διάολο (πάλι αυτός) μας καταλαβαίνουν, μυρίζουμε θυμάρι και βασιλικό; Μα όχι, εμείς δεν είμαστε με τον εδες, εμείς είμαστε οι άλλοι. Α, si... prima volta sinistra, e? –Νο, no, fratello, camarata, αυτοί είναι seconda volta πασόκ. Θε μου τη δεύτερη φορά που θα ‘ρθω να ψηφίσω, όσα πασοκ κι αν λαχταρώ, δε θα ξαναγαπήσω. Άσε που η στάση otaviano για βατικανό στο μετρό –εκεί που όλα είναι πενταβρώμικα, σαν πράσινο 89’, που εμείς το ξεβρωμίσαμε- είναι αμέσως μετά από τη στάση cipro (τσίπρο), αν δε με απατά το παπικό αλάθητο.


Αλλά εμείς δεν παρακάμπτουμε τίποτα, προτιμάμε να hold the line, που τραγουδάνε και οι τότο, τη γραμμή κρατάμε και τους προσπερνάμε, αναθεωρητές δε γινόμαστε. Και δεν είμαστε και στο μαυσωλείο του λένιν, όπου η ουρά περιμένει μέσα στο τσουχτερό κρύο, αλλά μπορούσες να την παρακάμψεις αν είχες ειδική άδεια από τις σοβιετικές αρχές ή το κόμμα.

Ο άγιος πέτρος μπορεί να έχει πολλά αναγεννησιακά έργα-στοιχεία αλλά για μένα ήταν η πρώτη ουσιαστική επαφή και κατανόηση της έννοιας του μπαρόκ. Που, αν δεν κάνω κάποια χοντροκομμένη απλοποίηση, δίνει βάρος στην επίδειξη και τον εντυπωσιασμό, ως μια τελευταία προσπάθεια της φεουδαρχίας που σαπίζει να πιαστεί από το τρένο της ιστορίας και να επιβληθεί με ένα μεταβατικ(αν)ό πρόγραμμα. Όλες οι εκκλησίες της ρώμης είναι επιβλητικές, φορτωμένες με χιλιάδες αναμνήσεις, χρυσάφι, περίτεχνους θόλους, ζωγραφικούς πίνακες και γλυπτά για να προσελκύσουν με αυτόν τον τρόπο το ευρύ κοινό. Αλλά ο τελικός τους σκοπός δεν είναι να εξυμνήσουν τον άνθρωπο και το μεγαλείο του, που εν σοφία εποίησε όλα αυτά τα θαυμαστά έργα με πενιχρά μέσα και τεχνογνωσία, αλλά να κάνουν τον επισκέπτη να νιώσει μικρός κι ασήμαντος μπροστά στη θεία δύναμη, ένα ταπεινό, τιποτένιο σκουπίδι, που νιώθει τύψεις ακόμα και για την ύπαρξή του. Κι αν αυτό ισχύει μια φορά για κάποιες «συμβατικές» σαντα-μαρίες, στο βατικανό δε στοχεύουν να εντυπωσιάσουν απλώς τον απλό κι εύπιστο λαό, αλλά σε μια επίδειξη ρώμης (της ρώμης) που θα υποτάξει και τους τρανούς βασιλιάδες που (δε διαθέτουν απαραίτητα περισσότερη καλλιέργεια και γούστο από τους «κοινούς θνητούς» και) θα αιχμαλωτιστούν από το επιβλητικό θέαμα, για να γονατίσουν και να προσκυνήσουν τον πάπα.

Αυτό που μένει κατά την (τελείως υποκειμενική) γνώμη μου, είναι μια σχεδόν κιτς αίσθηση νεοπλουτισμού. Ο άγιος πέτρος μπορεί να διαθέτει μερικά πολύ αξιόλογα έργα, που το καθένα απ’ αυτά είναι αριστούργημα. Όλα μαζί όμως συνθέτουν μια υπερβολή, που το ποδοσφαιρικό της αντίστοιχο θα ήταν να θες να χωρέσεις πχ τρία σέντερ φορ και τρία δεκάρια στην ίδια ενδεκάδα, χωρίς καν έναν μακελελέ να τρέχει να τους καλύπτει.

Χαρακτηριστική για όσα λέγαμε παραπάνω είναι κι η ελληνική επιγραφή στον τρούλο του άγιου πέτρου, που δε μιλάει καν για ποίμνιο, αλλά για πρόβατα κι ερίφια: βόσκεις τα αρνιά σου, ποιμαίνεις τα πρόβατα.
Την εκκλησία πάντως μπορείς να την εκτιμήσεις και να την χαρείς καλύτερα αν ανέβεις στο εσωτερικό μέρος του θόλου και μετά στην οροφή του, εξωτερικά, σκαρφαλώνοντας 500 και βάλε σκαλοπάτια (μισό παλαμήδι, που λέει κι ο redfly), που σου προσφέρουν μια καλή ευκαιρία να ιδρώσεις και αρκετά καλές πιθανότητες πνευμονίας, καθώς βγαίνεις στον καθαρό αέρα να θαυμάσεις την επιβλητική θέα. Μη φυσάς δεν είναι απαραίτητο, μη φυσάς, θα κάτσω ένα τέταρτο.
Την περιγραφή του μουσείου του βατικανού και της καπέλα σιξτίνα, λέω να την αφήσω στο redfly, που περιηγήθηκε κάνα τετράωρο, αλλά πέρασε λέει σχεδόν τρέχοντας κάποια κομμάτια, δεν είδε τίποτα από την πτέρυγα των ετρούσκων, και αν τον αφήναμε μονάχο, ακόμα μέσα θα ήτανε.

Ανακεφαλαιώνοντας στον επίλογο, δε μπορεί να μη σημειώσει κανείς την απίστευτη βιομηχανία θρησκευτικού τουρισμού που έχει στηθεί από το βατικανό. Και δεν είναι κάτι καινούριο, που δεν το γνώριζες και δεν το είχες δει στην χώρα σου, αλλά φτάνει πραγματικά σε επίπεδα γραφικότητας, όταν πρέπει πχ να βάλεις μία μονέδα (κέρμα) για να ανάψεις ένα ηλεκτρονικό κεράκι (!) ή να φωτίσεις τη σκοτεινή γωνιά μιας εκκλησίας, που κρύβει κάποιο σπουδαίο έργο του καραβάτζιο ή κάποιου άλλου ζωγράφου (για δύο λεπτά και μετά πάλι από την αρχή, άλλο νόμισμα).


 Χώρια η απίστευτη σειρά προϊόντων με τον πάπα-φρανσίσκο (και τους προηγούμενους). Πάπας σε μπλουζάκια, σε κούπες, σε κονκάρδες, ημερολόγια, σημειωματάρια και καρτ ποστάλ, πάπας-καρικατούρα, έξω από καντίνες, σε κάθε τουριστική γωνιά, σε πάγκους πλανόδιων, σε διάφορες πόζες, να χαμογελά, να χαιρετά, να ευλογεί, να σκέφτεται, κτλ. Μόνο πάπα σε εσώρουχο δε βρήκαμε κι αυτό επειδή δεν το ψάξαμε, ίσως.

Ντάξει ρε φίλε, ποιος νομίζεις ότι είσαι δηλ, ο τόττι;
Πού κι αυτός είναι κάτι σαν παπικό είδωλο για την πόλη.
Στην τελική όμως αυτός έχεις την μπλάζι. Εσύ τι έχεις;

Εσύ, θα μου πεις, έχεις εκατομμύρια πιστούς με την ευφυΐα του τόττι. Και είναι ό,τι ακριβώς χρειάζεσαι για να διαιωνίζεις την κυριαρχία σου στην αιώνια πόλη και την οικουμένη.

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2015

Ούνα φάτσα, ούνα ράτσα, μια τζατζίκι, μια πατάτες

Η ρώμη είναι ίσως ιδανικός προορισμός για (εμάς) τους μη πολυταξιδεμένους, που σε όλη τη ζωή τους δεν έκαναν ταξίδια μακρινά, ούτε αγάπησαν το θηβαίο, ακολουθώντας πιστά τη λαϊκή παροιμία «της γάτας ο περίπατος μέχρι τον αχυρώνα» και φοβούνται τις μεγάλες και απότομες αλλαγές, που δε συνδέονται με κάποια κοινωνική επανάσταση ή, ακόμα χειρότερα, έρχονται να την υποκαταστήσουν, όπως για παράδειγμα η αλλαγή του 81’ και το σύγχρονο ροζ κακέκτυπό της.

Η σημερινή ανάρτηση εγκαινιάζει τα «ημερολόγια αυτοκρατορίας», μια σειρά κειμένων για ένα πρόσφατο ταξίδι (που δικαιολογεί και την πολυήμερη απουσία) της κε του μπλοκ και τις εντυπώσεις της από την πρωτεύουσα της γειτονικής χώρας (αγαπημένο κλισέ). Ελπίζω οι σφοι αναγνώστες να ανεχτούν την «περιαυτολογία» και να βρουν αρκούντως ενδιαφέροντα τα κείμενα αυτής της σειράς.

Μια σύντομη περιήγηση στην αιώνια πόλη (άλλο αγαπημένο κλισέ) αρκεί για να βρεις πολλές ομοιότητες με τα καθ’ ημάς και να θυμηθείς τη γνωστή φράση: ούνα φάτσα, ούνα ράτσα. Και από εκεί πια είναι ένας συνειρμός δρόμος ως το φασισμό και το ρατσισμό (αν κι ο πρώτος έχει μάλλον διαφορετική ετυμολογική ρίζα) την εμφάνισή κι ανάπτυξή τους στις δύο χώρες τον τελευταίο αιώνα, παρά το ισχυρό αντίβαρο του μαζικού κινήματος και των αγωνιστικών περγαμηνών των δύο λαών. Ο μουσολίνι, ο μεταξάς, ο παπαδόπουλος ή και πιο πρόσφατα, η λαβεντούζα, το φαρμακονήσι και η αμυγδαλέζα αφορούν την ίδια γειτονιά (του κόσμου). Όμορα κολαστήρια για της γης τους κολασμένους που αναζητούν μια υποφερτή «διέξοδο» από το μαρτύριο κι εμείς τους στέλνουμε στο πυρ το εξώτερο και τον εξαποδώ, χωρίς να συνειδητοποιούμε πως κατά βάθος βράζουμε όλοι στο ίδιο καζάνι της επίγειας κόλασης.
Πού να τρέχεις τώρα να αναζητάς σοσιαλιστικούς παραδείσους και τη σοβιετική γη της επαγγελίας, εκεί που ενώνεται ο τίγρης λαός με τον ευφράτη και τις εύφορες αντικειμενικές συνθήκες. Αυτά εξάλλου ανήκουν στη δευτέρα παρουσία, οπότε κάλλιο να περιμένουμε τη λύση ως μάννα εξ ουρανού, από κάποιον άνωθεν σωτήρα.

Αν έρχεσαι λοιπόν με λεωφορείο από το τσιαμπίνο, το παλιό αεροδρόμιο της πόλης (κάτι σαν το ελληνικό, αλλά εν ενεργεία), η πρώτη σου εικόνα από τον τερματικό σταθμό της ανανίνα (το νι παχύ με προφορά γγ) μπορεί να είναι αυτοί ακριβώς οι κολασμένοι, που τους πετύχαμε σε ένα άθλιο υπαίθριο παζάρι (φλι μάρκετ) με αυτοσχέδιους πάγκους. Ή μάλλον όχι, η πρώτη εντύπωση έρχεται από αέρος και είναι μοναδική, κάτι σαν γρήγορη εναέρια τουρνέ στα βασικά αξιοθέατα, αν έχεις δηλ καλή θέση σε παράθυρο. Ενδιάμεσα έχεις την ευκαιρία να χαριεντιστείς με το διπλανό σου.
-Φτάνουμε.
-Α ναι; Τι βλέπεις;
-Επτά λόφους.
-Αλήθεια; Για να δω…
-Σοβαρέψου.

Κι ύστερα έρχεται η προσγείωση στο έδαφος και την πραγματικότητα. Κι αν ξύσεις κάτω από τη λαμπερή επιφάνεια της πόλης, βλέπεις πχ ένα παλιό μετρό, με πενταβρώμικους σταθμούς, όπου το σκέφτεσαι δυο και τρεις φορές, πριν ακουμπήσεις κάτω τα πράγματά σου. Ενώ οι συρμοί κινούνται "ανάποδα", ακολουθώντας το αγγλικό μοντέλο οδήγησης, από την αριστερή λωρίδα. Ενίοτε μάλιστα μπερδεύεσαι από την ανακοίνωση για την αποβίβαση και την πόρτα που τελικά θα ανοίξει.
-Από δεξιά; Αφού σινίστρα δεν είπε;
-Έλα ντε. Δεν είναι αριστερά κατά τη φορά της αμαξοστοιχίας;
-Μπα.. όχι. Αριστερά κατά τη φορά του σύριζα. Prima volta sinistra.

Ο οποίος θα δούμε τι σκοπεύει να κάνει με το αντίστοιχο τσιαμπίνο στην αθήνα, το δικό μας ελληνικό και το φιλέτο που έχουν βάλει τα μονοπώλια στο μάτι για... αξιοποίηση –ας το αφήσουμε έτσι, ως δημιουργική ασάφεια, αν και η γλώσσα του σώματος της κυβέρνησης έχει τη δημόσια περιουσία σε στάση αναμονής, στημένη στα τέσσερα, να περιμένει να περάσει κανείς να την… αξιοποιήσει.

Βάζεις κάτω λοιπόν τις ομοιότητες που σε κάνουν να αισθάνεσαι σαν στο σπίτι σου. Ότι μπαίνεις με την παρέα σου στο συρμό και δεν είστε οι μόνοι που ακούγεστε στο βαγόνι, και γύρω-γύρω μουγγοθόδωροι. Η σχεδόν θεατρική εκφραστικότητα κι η χαρακτηριστική κίνηση που κάνουν, σαν μπουκιά, όταν διαμαρτύρονται εμφατικά, πχ οι ποδοσφαιριστές για τον καταλογισμό ενός οφσάιντ. Ο λαμπερός ήλιος που μπορεί να κάψει το πρόσωπο μάρτη μήνα. Οι άπειρες εκκλησίες, όπως στο μάθε παιδί μου γράμματα και την έκθεση του καλογερόπουλου (όνομα και πράγμα) για το χωριό του και τους ευάριθμους παπάδες που παράγει ως βασικό προϊόν. Τα πάμπολλα (που θυμίζει συνειρμικά ιταλική λέξη) χνάρια της ιστορίας στον ιστό της πόλης.

Κι από την άλλη: κάτι αναστροφές στη μέση του δρόμου κι η οδηγική συμπεριφορά ενός τυπικού ελληνάρα (mascara greco mascara), αν και σχεδόν πάντα θα βρεθεί κάποιος καλός σαμαρείτης να σταματήσει, για να περάσουν οι πεζοί. Τα σκουπίδια και η βρωμιά στους δρόμους των προαστίων έξω απ’ το ιστορικό κέντρο και τη βιτρίνα της πόλης. Τα αστικά λεωφορεία (πολλά εξ αυτών είναι κατακόκκινα σε αντίθεση με τα επίσημα ταξί που ‘ναι όλα λευκοφρουροί) με τις σπασμένες αναρτήσεις, που έχουν διαλυθεί στα πλακόστρωτα σοκάκια της ρώμης και σε κάνουν να φοβάσαι πως θα πέσει ο ουρανός (τους) στο κεφάλι σου. Το κλασικό (πιο πολύ και από καραβάτζιο) ποπόπιασμα στους τουρίστες, που τους βλέπουν σα θηράματα και γενικώς ζώα που θα καταπιούν αμάσητο ό,τι τους σερβίρουν. Το μποτιλιάρισμα, τα τσαντίρια εκτός κέντρου, τη φτώχια, τις κοινωνικές αντιθέσεις και την πόρκα μιζέρια των σύγχρονων ρωμαίων (καταταγείτε μας λέγανε).

Εντάξει, μπορεί να έχουν τρομερά μνημεία-αξιοθέατα και ωραίες κοκέτες γυναίκες (ή καλοντυμένους άντρες, αν το βλέπεις από άλλη σκοπιά), αλλά και στην αθήνα μπορείς να χαθείς και να μείνεις με ανοιχτό στόμα από τα αρχαία της, αν σε αφήσουν πχ κάπου στην πλάκα. Κι όσο για ανθρώπινη ομορφιά (και τα καθιερωμένα της πρότυπα δηλ, γιατί κατά τα άλλα είναι καθαρά υποκειμενική, όπως ο πλούτος για το βαρουφάκη, τον οποίο κάποιοι πχ θεωρούν ωραίο άντρα, και αυτός με τη σειρά του θεωρεί πως απευθύνεται σε πτωχούς τω πνεύματι και τον παίρνει να λέει ό,τι μουσμουλιά θέλει), αν πας στο κέντρο της θεσσαλονίκης ένα πρωί, θα χορτάσει το μάτι σου από φοιτήτριες ή/και τσιμισκούλες, που έχουν ντυθεί λες και έφυγαν μόλις από τα μπουζούκια. Εντάξει, και από εκκλησίες, άλλο τίποτα. Μπορεί οι σαράντα εκκλησιές να έχουν παραπλανητικό όνομα και μόνο μία εκκλησία, αλλά δεν χρειάζεται να πας πολύ μακριά, για να βρεις και τις υπόλοιπες τριάντα εννιά σε ακτίνα 1-2 χιλιομέτρων.

Συνεπώς ούνα φάτσα, ούνα ράτσα σε όλα, έτσι;
Όχι ακριβώς. Γιατί τίποτα δεν είναι σαν το σπίτι σου. Και τίποτα δεν παίζει με τις ευαίσθητες χορδές σου και δεν μπορεί να σε εκνευρίσει περισσότερο από αυτά που τρως κάθε μέρα στη μάπα. Έτσι που –αν δεν είσαι κρητίκαρος ή κάποιος άλλος με αντίστοιχο τοπικισμό για την ιδιαίτερη πατρίδα σου, που είναι η ομορφότερη στον κόσμο- να αντιστρέφεται ο μύθος της λαγομάν(δρ)ας και της κουκουβάγιας μάνας, που βλέπει το δικό της παιδί ως το πιο όμορφο απ’ όλα.

Η ρώμη μπορεί να έχει πολλά κοινά και παρόμοιες παθογένειες με την ελληνική πραγματικότητα, αλλά δεν μπαίνει κανένα θέμα σύγκρισης με τις δικές μας πόλεις. Έχει απίστευτες πλατείες, κλασικά κτίρια, ανοιχτούς χώρους. Κι είναι ένα ατελείωτο μουσείο με δωρεάν περιήγηση (παρά τη σχετικά ακριβή ζωή της) όπου τα εκθέματα έχουν φθαρεί πολύ λιγότερο στον χρόνο από τα δικά μας αρχαία (πέρα από όσα «κατέστρεψαν» αυτοί από μόνοι τους και τα έκαναν εκκλησίες), εμπλουτίστηκαν σημαντικά στην αναγέννηση και προστατεύτηκαν μέχρι σήμερα, με αποτέλεσμα να σε εντυπωσιάζει κάθε γωνιά του ιστορικού της κέντρου.

Το βασικό ερώτημα βέβαια είναι γιατί να μην είναι το ίδιο ωραία κι η καινούρια πόλη, με τα πολύ πιο σύγχρονα κι εξελιγμένα μέσα που διαθέτουμε σήμερα –και ούτε μπορούσαν να φανταστούν στην εποχή τους οι διάφοροι πάπες κι αυτοκράτορες, που έχτιζαν υπέρλαμπρα κτίρια και ναούς, αφήνοντας όμως το λαό τους να υποφέρει από την πείνα.

Οι λέξεις κλειδί για την απάντηση που γυρεύουμε είναι: άναρχο καπιταλιστικό σύστημα, σοσιαλιστικός κεντρικός σχεδιασμός, ικανοποίηση λαϊκών αναγκών. Σαν τις λέξεις για την καρτέλα, που είχε το τέλος κάθε ενότητας στο μάθημα της γλώσσας, προτού πάμε στο επόμενο.

Πέμπτη, 19 Μαρτίου 2015

Je suis ανεπιθύμητος πολίτης

Διαβάζοντας πρόσφατα το πολύ ενδιαφέρον (παρά τις πολιτικές του αδυναμίες) βιβλίο "η άγνωστη ιστορία του εργατικού κινήματος των ηπα" πέτυχα το παρακάτω απόσπασμα και μου ήταν αδύνατο να μην κάνω κάποιους προφανείς συνειρμούς με μια άλλη πρόσφατη διαδήλωση στην πρωτεύουσα της γαλλίας.



Οι τρεις άντρες έμειναν φυλακισμένοι για διάστημα μεγαλύτερο από ένα χρόνο. Στη Βοστώνη έκαναν πορεία 50.000 μέλη συνδικάτων. Οι φωνές τους αντηχούσαν στην ήσυχη περιοχή του Μπίκον Χιλ καθώς τραγουδούσαν:

Αν ο Μόγιερ κι ο Χέιγουντ πεθάνουν,
αν ο Μόγιερ κι ο Χέιγουντ πεθάνουν,
είκοσι εκατομμύρια εργάτες
θα ξέρουν τι να κάνουν

Στο Σαν Φρανσίσκο έγινε η μεγαλύτερη συγκέντρωση στην ιστορία της Καλιφόρνιας. Όλοι οι ομιλητές τόνισαν ότι οι τρεις μεταλλωρύχοι οδηγούνταν στο θάνατο γιατί μείωσαν τις ώρες δουλειάς και αύξησαν τους μισθούς χιλιάδων ανθρώπων. Η δίκη ορίστηκε για τις 9 του Μάη 1907. Στη Νέα Υόρκη 20.000 άτομα έκαναν πορεία από το Ιστ Σάιντ μέχρι το Γκραντ Σέντραλ Πάλας. Εκεί άκουσαν με ανάμεικτα αισθήματα ενθουσιασμού, λύπης και οργής τους τρεις ομιλητές, Τζον Τσέιζ, Μόρις Χίλκουιτ και Τζόζεφ Γουάνχοπ, να καταγγέλλουν τη σκευωρία των ιδιοκτητών. Την παραμονή της δίκης, ενώ ο Ντεμπς ξεσήκωνε τη χώρα με τις δηλώσεις του και το "Appeal to Reason" έβγαζε έκτακτες εκδόσεις σε ένα εκατομμύριο αντίτυπα, ο πρόεδρος Ρούζβελτ (σ.σ. ο πρεσβύτερος) έδωσε συνέντευξη τύπου στο Λευκό Οίκο και αποκάλεσε τους Ντεμπς, Μόγιερ και Χέιγουντ "ανεπιθύμητους πολίτες". Το ίδιο βράδυ, χιλιάδες άντρες και γυναίκες ξεχύθηκαν στους δρόμους κρατώντας πλακάτ που έγραφαν: "Είμαι ανεπιθύμητος πολίτης".

Παραθέτω συμπληρωματικά ένα ακόμα μικρό απόσπασμα από κάποιο από τα επόμενα κεφάλαια του βιβλίου, που αναφέρεται σε μια κινητοποίηση των βετεράνων του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

Το πρώτο τμήμα ξεκίνησε στις αρχές του Μάη από το Πόρτλαντ του Όρεγκον. Το αποτελούσαν διακόσιοι βετεράνοι μαζί με τις οικογένειές τους. Οι επιφανείς πολίτες προσπάθησαν να τους αποτρέψουν τονίζοντας ότι η πορεία είχε διοργανωθεί από τους κομμουνιστές. Αναφέρθηκε ότι οι βετεράνοι απάντησαν: "Δεν μας ενδιαφέρει ποιος την οργάνωσε. Εμείς θέλουμε τα λεφτά μας. Τα λεφτά δεν είναι κομμουνιστικά".

Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015

Αλφειού και Δημητσάνας γωνία

Στα πλαίσια της σταδιακής της επιστροφής και τιμής ένεκεν για το φοίβο (φώτη) τσέκερη, που έφυγε πριν από λίγες μέρες, η κε του μπλοκ αναδημοσιεύει σήμερα ένα παλιότερο κείμενο (που είχε βγει στα 70χρονα της επον) με ένα ντοκουμέντο: μια φιλική συζήτηση (κάτι σαν συνέντευξη) με τον τσέκερη, που διηγείται διάφορα περιστατικά από τα δεκεμβριανά και την κατοπινή εποχή. Όσοι το είχατε ακούσει τότε, αξίζει να το θυμηθείτε. Αν δεν το έχετε ακούσει, τότε τόσο το καλύτερο, αξίζει τον κόπο, κι ας μην έχει την καλύτερη δυνατή ποιότητα ο ήχος.

Εκεί είναι το σπίτι όπου συναντήσαμε τον τελευταίο επιζώντα της μάχης του λόχου σπουδαστών του ελας –που πέρασε στην ιστορία με το όνομα λόρδος μπάιρον-: το φοίβο τσέκερη. Το βαφτιστικό του όνομα είναι φώτης (αν και οι περισσότεροι τον γνωρίζουν με το ψευδώνυμό του από το αντάρτικο), και οι γιατροί στη σοβιετική ένωση, όπου πήγε να θεραπευτεί, τον φώναζαν (κάτι σαν) φώτση, γιατί η προφορά τους ήταν κάπως βαριά.

Ο τσέκερης σήμερα βαδίζει στα 92 του (ή 91μισό όπως επιμένει ο ίδιος, για να μην του κλέβουμε χρόνια), σχεδόν συνομήλικος με το κόμμα και φοράει ένα παπούτσι με υπερυψωμένη σόλα, γιατί το δεξί του πόδι είναι πιο κοντό από το αριστερό, έχοντας κληρονομήσει ως παράσημο και μια ελαφρά μορφή αναπηρίας από εκείνη τη μάχη στο πολυτεχνείο, την πρώτη μέρα των δεκεμβριανών. Το ίδιο πόδι δηλαδή, που διάφοροι θεράποντες γιατροί ήθελαν κατά καιρούς να του το κόψουν, αλλά του το γλίτωσαν, αρχικά ο πέτρος κόκκαλης και αργότερα οι σοβιετικοί γιατροί. Όμως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι η διαύγεια στο λόγο και τη σκέψη του –και με βάση αυτά πολύ δύσκολα καταλαβαίνει κανείς ότι διανύει τη δέκατη δεκαετία της ζωής του.
Γιατί ονομάστηκε έτσι ο λόχος σπουδαστών των φοιτητών; Ήταν προφανώς και αυτός ένας τρόπος για να δείξουμε στους άγγλους τα φιλικά μας αισθήματα κι ότι δεν τους θεωρούμε εχθρούς, μολονότι συνεχιζόταν ακόμα ο παγκόσμιος πόλεμος, και αυτοί έρχονταν κατά χιλιάδες σε μια χώρα, όπου δεν υπήρχε ούτε ένας γερμανός. Κι ο λαός τους καλωσόριζε με ταμπέλες που έγραφαν welcome.
Παρά την υποδοχή ο τσέκερης τραυματίστηκε απ’ τους άγγλους την πρώτη μέρα των δεκεμβριανών, σε ένα διάλειμμα της μάχης για την κατάληψη της γενικής ασφάλειας, που τότε ήταν απέναντι από το πολυτεχνείο, πατησίων και στουρνάρα. Οι άγγλοι θέρισαν όσους ελασίτες κάθονταν στο διάδρομο για να κάνουν ένα τσιγαράκι και μετά έδωσαν στους υπόλοιπους «αναρχικούς» τελεσίγραφο και μια τρίλεπτη προθεσμία να οπισθοχωρήσουν.
Οι δικοί μας αναγκάστηκαν τελικά να υποχωρήσουν από την μπουμπουλίνας, μετά από τον πρώτο βομβαρδισμό, αφήνοντας πίσω τους νεκρούς και τραυματίες, κι ανάμεσά τους το φοίβο τσέκερη, που αιμορραγούσε ακατάπαυστα. Κι αν ζει σήμερα το οφείλει σε έναν ηρωικό τραυματιοφορέα, ο οποίος αγνόησε τον κίνδυνο, τον έβαλε σε ένα φορείο, το έσυρε μόνος του ως την πύλη, το πέρασε πάνω απ’ τις γραμμές του τραμ και το παρέδωσε σε έναν ελασίτη που φυλούσε σκοπιά στην οδό πολυτεχνείου. Κι από εκεί στο πρώτων βοηθειών, που βρίσκεται ακόμα και σήμερα στην τρίτης σεπτεμβρίου.

Ύστερα ακολούθησε η θεραπεία, οι περιπέτειες με την υγεία του, η κράτηση στο νοσοκομείο, το ανθρωποκυνηγητό με τους μοναρχοφασίστες, η γνωριμία με τον πέτρο κόκκαλη, τα δύσκολα χρόνια του εμφυλίου, τα μέτρα επιείκειας, οι αναρίθμητες δυσκολίες να εργαστεί στο αντικείμενό του ως αρχιτέκτονας, λόγω των φρονημάτων του...
Και μια σειρά δραματικά και συναρπαστικά γεγονότα, που όποιος σφος αναγνώστης ενδιαφέρεται να μάθει, μπορεί να τα βρει στα βιβλία του φοίβου τσέκερη από τις εκδόσεις εντός: «εδώ πολυτεχνείο στα χρόνια της κατοχής» και «περιπέτεια». Και τα οποία φεύγουν νεράκι, αφήνοντας πολύ καλές εντυπώσεις στον αναγνώστη, αλλά κι έναν κόμπο στο στομάχι για το ηττημένο μεγαλείο αυτού του κινήματος με τις λαμπρές προοπτικές που είχε μπροστά του.

Εν πάση περιπτώσει η προσωπική μαρτυρία δε μπαίνει εδώ για να σκεπάσει με το ατομικό δράμα το γενικό πολιτικό κλίμα εκείνων των ημερών, αλλά ακριβώς για να το αναδείξει, μέσα από τα βιώματα των μαχητών και του απλού κόσμου, που πάλεψε μαζικά μέσα από τις γραμμές του εαμ-ελας. Η κάθε προσωπική ιστορία είναι ένα πικρό τραγούδι, μια μικρογραφία της ήττας και της δραματικής πορείας του κινήματος συνολικά.

Σήμερα ο τσέκερης ζει στους αμπελόκηπους και τα ‘χει τετρακόσια, παρά τα 92 του χρόνια (ή τα 91 μισό για να μην τον κλέβουμε). Θυμάται με διαύγεια και λεπτομέρειες τα γεγονότα που έζησε εκείνη την περίοδο –που τα κατέγραψε άλλωστε μόλις τα τελευταία χρόνια, μετά το θάνατο της αγαπημένης του συζύγου, το 2004. Αλλά και άλλα μεταγενέστερα από τις δύο διασπάσεις με τους αναθεωρητές, και τη συνύπαρξή του στην ίδια κοβα με την αύρα παρτσαλίδου, που έμειναν έξω από το τελικό αρχείο της μαρτυρίας –off the record που λέμε- για να μη σκαλίσουν παλιά και άλλα νεότερα πάθη. Τα οποία με τη σειρά τους άφησαν πίσω τους ως «απώλεια» την ένταξη του γιου του στο συνασπισμό, τον οποίο ακούει τις καθημερινές σε εκπομπές από τη ραδιοφωνική τους συχνότητα.

Μεταξύ άλλων ο τσέκερης είναι και ο πρόεδρος του συλλόγου των βετεράνων της επον· και σήμερα που συμπληρώνονται εβδομήντα χρόνια από την ίδρυσή της, στις 23 φλεβάρη του 1943, αυτή εδώ η ανάρτηση, με τη μαρτυρία που θα ακούσετε στο ηχητικό που ακολουθεί, είναι ένας μικρός φόρος τιμής σε αυτήν την επέτειο.

Ο ήχος δεν έχει πολύ καλή ποιότητα, αλλά αξίζει τον κόπο και την υπομονή να (προσπαθήσετε να) το ακούσετε μέχρι τέλους. Η μαρτυρία αυτή δίνεται υπό τη μορφή συζήτησης (μαζί με το φοίβο, το σεχτάρ τον τρομερό, τον άθλιο και το λαθραναγνώστη), κι όπως θα διαπιστώσετε ιδίοις ωσίν, σε κάποια σημεία παρασυρόμαστε και παίρνουμε κι εμείς το λόγο (παραπάνω ίσως απ’ ό,τι χρειάζεται) χωρίς ωστόσο (θέλω να πιστεύω) να αποβαίνει αυτό εις βάρος της ουσίας και όσων λέει ο τσέκερης.

Καλή ακρόαση κι οι παρατηρήσεις ευπρόσδεκτες.



Δευτέρα, 9 Μαρτίου 2015

Ζαραλίζομαι

Να σου δώσω μια να σπάσεις, αχ βρε κόσμε γυάλινε
Και να δούμε ζαραλίκο από μια θέση άλληνε, πιο άνετη και με καρέκλα ή που να χωρά βασικά και τα δυο σου πόδια να σταθούν, χωρίς να μπουν στο ίδιο παπούτσι. Γιατί όπως λέει κι ο ζαραλίκος, το γυάλινο μουσικό θέατρο στη συγγρού ήταν μια απάτη: δεν είναι γυάλινο, ούτε μουσικό (stand-up comedy πήγαμε να δούμε) αλλά ούτε καν θέατρο. Κάτι σαν το πρώτη φορά αριστερά, που καλείσαι να το πιστέψεις, αρκεί να έχεις λίγη καλή θέληση και να… ακούσεις τις καμινάδες από ένα πρόσφατο διαφημιστικό του τζάμπο.

Αν λοιπόν δεν έχεις κάνει κράτηση ή δεν έχει βάλει τουλάχιστον ένα καφάσι, για να πιάσεις τον χώρο σου από πριν, κάνεις την προσευχή σου στην παρθένα παναγία –αλλά όχι στα τέσσερα, doggy style, σαν τις γονυπετούσες πιστές της τήνου- ή έστω στις δυνάμεις του σύμπαντος του ποταμίσιου κοέλιο που συνωμοτούν, να μην παστωθείς σα σαρδέλα. Αλλά δεν μπορεί, σε ολόκληρο σύμπαν συνωμότη, δε θα βρεθεί και ένα μπι-μπιπ αντιδραστικό αστέρι να πει όχι, γιατί είναι κνίτης ξέρω γω, από αυτούς που βάζουν δύσκολα στον κόσμο, να σκεφτεί πχ το γιατί, και σε αφήνουν να ξύνεις αμήχανα το κεφάλι σου, μέχρι να βρεις μυαλό.

Νιώθεις λοιπόν το συνωστισμό της παραλίας της σμύρνης και των προσφύγων αεκτζήδων στο κυνήγι ενός εισιτηρίου για το ματς με τον ολυμπιακό (που όταν θα γίνεται στην αγιά-σοφιά, θα έχει φυτεμένα στο χορταρι και δυο σέντερ μπακ-κυπαρίσσια της δούρου, να σου χαλάνε το τεχνητό οφσάιντ) και πιάνεις απλώς μια γωνίτσα (στο κρεβάτι) για να δεις την παράσταση. Όχι πως έχει το κλειδί του παραδείσου ο χριστόφορος, μα είναι κοντά μας (πολιτικά) κι αυτό νομίζω είναι κάτι στις μέρες μας, που η εύστοχη πολιτική σάτιρα είναι είδος προς εξαφάνιση –κι ας προσφέρουν μπόλικο υλικό οι καιροί μας.

Βγήκε λοιπόν ο ζάραλος, με το χέρι στην τσέπη, για τη γλώσσα του σώματος –γκαβλώστε τώρα, μέχρι να ‘ρθει ο ενφια- και μας είπε μεταξύ άλλων: για το δράμα της ξενιτιάς και τα 10 εκατομμύρια ευρώ του χαρδούβελη που έφυγαν μετανάστες στο εξωτερικό. Για την εθνικά υπερήφανη πολιτική της κυβέρνησης (στρίψτε κι έναν μπάφο παιδιά, να γυρίζει, να το πιστέψουν κι άλλοι). Για το νέο τεύχος του esquire, που κοστίζει μόλις 13.80, γιατί έχει εξώφυλλο το βαρουφάκη, εκτός δηλ κι αν είχε μέσα δώρο κάνα γραμμάριο κόκα. Για τη νέα ταινία που ετοιμάζει ο παπακαλιάτης και αρχικά σε κάνει να πιστέψεις πως μιλάει για τον έρωτα στα χρόνια της κρίσης, τελικά όμως όλος ο κόσμος πεινά κι υποφέρει, απλώς για να κάνει άλλα τρία ανεκπλήρωτα πηδήματα ο χριστόφορος (όχι ο ζαραλίκος, ο άλλος).

Για μια φανταστική εθνοσυνέλευση, με βασικό θέμα πχ «να τα κάψουμε όλα» και με αντιπροσωπευτική σύνθεση: έναν καμένο ανεξέλ, που τώρα έχει αλλάξει τα τρενάκια με πολεμικά αεροπλάνα (έχω και σινούκ, πάμε μια βόλτα;)· τον αναρχικό που ανεβαίνει μόνο σε αντιτορπιλικά και λοιπούς αντιθεσμούς· τον καλό πασόκο, που με πρακτικό πνεύμα και επιχειρηματικό δαιμόνιο, προτείνει να κάνουν κάποιες έξυπνες κινήσεις real estate, προτού βάλουν φωτιά· την ανταρσυα να είναι κόμμα μύθος, που έχει μόλις λίγες εκατοντάδες μέλη αλλά αφισοκολλά τους πάντες και τα πάντα στο πέρασμά της (πέτυχε προφανώς σεκίτες)· ένα δικό μας να πίνει κουτσούμπα-λίμπρε στο μπαρ του μπογιό (το οποίο, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες έχει στη διακόσμησή του ένα εξώφυλλο του πριν και τον τρότσκι, για τη σημειολογία του πράγματος). Και τον ποταμίσιο, που θα του ζητούσε να επαναλάβει την τελευταία ατάκα του, για να πετύχει καλύτερο πλάνο. Ναι ρε, αλλά το ποτάμι έχει και θέσεις, όπως τα βιβλία του κοέλιο, και το άλλο το ωραίο που λέει να μην πάρουμε αυξήσεις στους μισθούς, γιατί θα πάνε όλα στα εισαγόμενα προϊόντα, που είναι δηλ τηρουμένων των αναλογιών, σαν να σου λένε: ναι, θα σου έδινα κάνα δυο φιλάκια, καλύτερα όχι όμως, γιατί μετά θα θες και σεξ. Μέχρι τρεις εξάλλου (εε, δντ, εκτ) είναι θεσμός, που λέει και η (πρώτη φορά αριστερά) κυβέρνηση.

Για τη γλώσσα που προσπαθούν να μας πάρουν, για να μας καταστρέψουν (τα έχει πει κι ο κίσιγκερ στο φέισ-μπουκ άλλωστε, ανοίξτε κάνα ακάου να ξεστραβωθείτε), τις πολλές της αποχρώσεις και τις δημιουργικές ασάφειες: μια πορδή δηλ, με το συμπάθιο, δεν είναι ντε και καλά αυτό που νομίζετε, δηλ κλανιά, αλλά μεταβατική γέφυρα προς την ανακούφιση στην τουαλέτα. Κι αντιστοίχως, ένα διάστημα αγαμίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά γέφυρα-πρόγραμμα, μέχρι να σου κάτσει κάτι άλλο. Σαν τη γέφυρα ρίο-αντίρριο, μπορεί να βγει πάτρα ή αγρίνιο, αλλά έχεις τουλάχιστον μια σιγουριά πως σε γδύνουν και πάλι σε δρόμο-καρμανιόλα θα βγεις.

Για το αφιέρωμα εργασία και χαρά του κοσμοπόλιταν, που μοιάζει με τον πολιτικό λόγο της κυβέρνησης και συμβουλεύει την αναγνώστρια να μην παίρνει προσωπικά τις φωνές και τις προσβολές του προϊστάμενου στο γραφείο (αν το αφεντικό λέει «καριόλες δουλέψτε», δεν το λέει για σένα, αλλά για όλες τις συναδέλφους σου) και να εκτιμά τα μικρά πράγματα που μπορούν να μας δώσουν χαρά –όπως πχ ο μικρός μισθός της.

Κι επίσης. Για την ανοδιακή αλουμίνωση (ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων) που σου ανοίγει όλες τις πόρτες, σαν πασπαρτού. Για τον μπογδάνο, που τον βλέπουν όλοι για να πάρουν θάρρος και να παρηγορηθούν: μια φορά, τόσο μαλάκας δεν είμαι. Για το πρόγραμμα που δεν έχει αναφορές σε μελισσανίδη, μαρινάκη, βαρδινογιάννη και σία, γιατί είχε κάνει κάτι πρόβες με τσιμέντο στα πόδια και δεν του πήγαινε καθόλου. Για την ελεύθερη, συνειδητή επιλογή του να βαφτιστεί χριστιανός ορθόδοξος, όταν ήταν δώδεκα μηνών. Για τα έξυπνα προϊόντα και τους ακόμα πιο έξυπνους χρήστες τους, που μαθαίνουν από μικρά παιδιά από τη μάνα τους πως αν πέσουν πχ σε κάποιο τραπεζάκι, το λάθος δεν είναι δικό τους: ντα κακό τραπεζάκι, ντα. Οπότε πώς να μην πιστέψουν και όλα τα άλλα, περί εξορθολογισμού μισθών, γέφυρας προγράμματος, κοκ.


Και μια σειρά άλλα, που δε φοβάμαι να τα κάψω (με τις λεγόμενες σποϊλεριές), γιατί είναι ανεξάντλητο το ρεπερτόριο του ζαραλίκου –κι ας επαναλαμβάνονται και μερικά κάθε φορά, αυτό είναι αναπόφευκτο. Ούτως ή άλλως πρέπει να πας να τον δεις, γιατί όπως είπε και σε κάποια φάση: όλο μαρξ, μαρξ, ας διαβάσουμε και λίγο αστερίξ…!

Σάββατο, 7 Μαρτίου 2015

Στο μάτι του ιπτάμενου ψαριού – Αργυρώ Μαντόγλου

Ένα διήγημα της Αργυρούς Μάντογλου, από τον καιρό των ολυμπιακών αγώνων, που κολλάει, μεταξύ άλλων, και με την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας.

Χρυσές νεράιδες, ασημένιες αμαζόνες, χάλκινες νηρηίδες, πληγωμένες λέαινες, τολμηρές τίγρεις, όλα τα θηλαστικά του ζωικού βασιλείου και τα θηλυκά μυθολογικά τέρατα είχαν επιστρατευτεί από τον εκφωνητή για να περιγράψουν τις επιδόσεις και τις κατακτήσεις των γυναικών στα φετινά μετάλλια των Ολυμπιακών μας Αγώνων. Έκπληκτος ο εκφωνητής «δεν είχε λόγια να περιγράψει…» και μην έχοντας λόγια, έπαιρνε κι αυτός με τη σειρά το «χρυσό» στην υπερβολή.

Με το γιγάντιο ψάρι να επιπλέει στον ουρανό –ένα σιδερένιο ψάρι που ήξερε όλα όσα δε θα μάθαινε ποτέ για τη ζωή της, ούτε για τη ζωή της ζωής της, μιας κι αυτό την παρακολουθεί πανοραμικά, ενώ εκείνη μόνο στατικά ως δίπολο μπορεί να βλέπει-, η Αρετή πάλευε να ισορροπήσει όλα όσα άκουγε από το δέκτη της με αυτά που έπρεπε πλέον να αποδεχτεί ως καθεστώς: σήμερα έκλεινε τον τέταρτο χρόνο σ’ αυτή την άχαρη και επίπονη δουλειά, χωρίς ανάλογη ανταμοιβή, χωρίς έπαθλα και διακρίσεις, αλλά με την υποχρέωση να επαναλαμβάνει καθημερινά τις επιδόσεις της στο νοσοκομείο· ναι, βέβαια, υπήρχε και η ηθική ανταμοιβή, αυτή δεν είναι αμελητέα, ναι, το έλεγαν όλοι, ήταν «καλό κορίτσι, ικανό», «αγία», «Παναγία». Λέαινα όμως ποτέ, ούτε λέαινα ούτε τίγρης, κι ας σήκωνε βάρη περισσότερα κι απ’ τις αρσιβαρίστριες.

«Το πάλεψε σαν άντρας» ούρλιαζε ο προαγωγός των ταλέντων της αθλήτριας «…και το κέρδισε». Ναι, «σαν άντρας», «κι οι άντρες θα τη ζήλευαν». «Ναι, η Σοφία, η Φανή, η Αθανασία, η Πηγή, όλες πάλεψαν» -εξοικειωμένος με τα μικρά ονόματα των αθλητριών, απευθυνόταν σ’ αυτές σαν να ήταν κόρες ή ανιψιές του, που απροσδόκητα του χάριζαν ένα δώρο: το ξελάσπωμα της χώρς.

Στο δέκτη, μπροστά στα άοπλα μάτια της Αρετής, προβάλλουν εικόνες ξανθών κοριτσιών να λυσσομανούν, να πηδούν τα εμπόδια, να τρέχουν, κατακτώντας με τις επιδόσεις τους τα ύψη, τη δόξα, τα μετάλλια και τις καρδιές.

Η Αρετή έβγαλε τα παπούτσια της, έτριψε τα πονεμένα απ’ την ορθοστασία πόδια της και πήγε να βάλει ένα ποτήρι κρύο νερό. Σήμερα γύρισε απ’ τη δουλειά της στις έντεκα, όμως αύριο έχει βραδινή βάρδια κι έτσι μπορεί να κοιμηθεί μέχρι αργά. «Πάλεψε σαν άντρας…», αυτό ποτέ δεν το είπαν για εκείνη, κι ας σήκωνε οκτώ υπέρβαρους αρρώστους την ημέρα, κι ας πάλευε τον ίδιο το θάνατο, κι ας έκανε το σώμα της μοχλό να τους κρατήσει, ποτέ δεν της το είπαν, κι ας καθάριζε, ας έστρωνε κρεβάτια, ας ετοίμαζε νεκρούς, ας χορηγούσε φάρμακα απ’ όλες τις οδούς, κλύσματα, ενδοφλέβιες, παυσίπονα. Κάθε είδους βάρος, κάθε είδους αγγαρεία την έκανε, είχε πλέον τώρα αναπτύξει τεχνικές, τέσσερα χρόνια ήδη νοσηλεύτρια και τέσσερα χρόνια η σχολή, στο σύνολο οκτώ.

Ο δέκτης συνέχιζε να εκτοξεύει πικρά βέλη στο σύστημά της. Βολές. Επιδόσεις. Υπερβάσεις. Ξανθές γυναίκες στην οθόνη, πρώην μπάρμπι, τώρα ηρωίδες, στεφάνια αγριελιάς στα ξανθά κεφάλια, γαλανόλευκες φόρμες και σημαίες γύρω από τα αθλημένα κορμιά.
Η Αρετή καθημερινά ντοπάρει τους ασθενείς να παρατείνουν τη ζωή τους, προπονεί στην αντοχή του πόνου, τους ενθαρρύνει για το χρυσό στην επιβίωση.
Τι έχω πάθει; Σε λίγο θα αρχίσω όχι μόνο να σκέφτομαι, αλλά και να μιλάω με ολυμπιακή ορολογία.
«Άξιες, όλες χρυσές κι αξιαγάπητες».

Βγάζει τα ρούχα της αργά και παρατηρεί για λίγο το κορμί της. Οι μύες της σφιχτοί, προπονημένοι. Τη συντηρεί το οκτάωρο στο νοσοκομείο. Απόψε νιώθει πάνω της κάτι θανατικό. Μπαίνει στο μπάνιο και κάνει ένα γρήγορο ντους. Φοράει κάτι άνετο. Καλυμμένη. Να μην ξεχνιέται. Την παρακολουθεί το ιπτάμενο ψάρι. Πέφτει, σωριάζεται στον καναπέ. Το σώμα της πονάει. Τα πόδια της λυγίζουν. Και φέτος χωρίς διακοπές. Νοσοκομείο σπίτι. Σπίτι νοσοκομείο. Σπίτι της έγινε το νοσοκομείο και η ξένη αρρώστια δική της αρρώστια.

Παίρνει το τηλεκοντρόλ. Παρακολουθεί αφηρημένη. Θέλει να αδειάσει το μυαλό της από εικόνες γερόντων και γραιών που αγκιστρώνονται πάνω της, σαν να είναι δική της ευθύνη αν θα παραμείνουν στο στίβο των ζωντανών, αν θα προκριθούν στην προνομιούχο θέση του διασωθέντος, του επιβιώσαντος… Η εικόνα κυματιστή στον αμφιβληστροειδή της, παρακολουθεί αφηρημένα έναν παράξενο ποδοσφαιρικό αγώνα, έναν αγώνα που θυμίζει κάτι σαν χορογραφία.

«Πρέπει να ζήσω λίγο ακόμα» της είπε παρακαλεστικά ο κύριος στο τέσσερα, σαν να κρατούσε εκείνη τη σφυρίχτρα στον αγώνα της ζωής και θα υπέγραφε τον τερματισμό ή την παράτασή του. «Θα αγωνιστεί ο εγγονός μου στο Πεκίνο. Δεν πρέπει να πάω να τον δω;» τη ρώτησε. Δεν τον ρώτησε σε τι αγωνίζεται ο εγγονός, τον χτύπησε καθησυχαστικά στην πλάτη και πήγε δίπλα στη γυναίκα που μετρούσε κάθε βράδυ χίλια πρόβατα δυνατά για ν’ αποκοιμηθεί. Απευθείας πρόσβαση με το Χάρο είχε για όλους εκεί μέσα και την καλόπιαναν. «Απευθείας μετάδοση» ανακοίνωσε ο σπίκερ του ολυμπιακού τουρνουά ποδοσφαίρου γυναικών.

Στις κερκίδες επικροτούσαν κάθε καλή πάσα, κάθε καλό γύρισμα. Έχοντας πρόσφατες τις εικόνες του θριάμβου της Εθνικής μας στην Πορτογαλία –το μόνο ματς που παρακολούθησε-, εδώ δεν διέκρινε τίποτα το ποδοσφαιρικό.
Βλέπει τη μαύρη μπάλα να κυλάει, την κλοτσούν πόδια γυμνασμένα, σαν τα δικά της, και μαθαίνει πως το νούμερο τέσσερα είναι νοσοκόμα και το δέκα σπούδασε Ιστορία Τέχνης.
«Οι μόνες παγκόσμιες γλώσσες είναι ο αθλητισμός και η τέχνη» συνεχίζει απτόητος ο εκφωνητής, σε μια κρίση στοχαστικής διάθεσης· «και ο πόνος» συμπληρώνει άνευρα η Αρετή «και ο πόνος». Τα «αχ», τα «ωχ» δεν έχουν πατρίδα, είναι οικουμενικά.

Οι «ποδοσφαιρίστριες» τρέχουν, κλοτσούν την μπάλα, βάζουν γκολ, οι θεατές –γιατί πρόκειται για θεατές κι όχι για φιλάθλους- χειροκροτούν ευγενικά, κανένας δε φωνάζει, κι ο σπίκερ ενθουσιασμένος συνεχίζει αναλύοντας τα βιογραφικά τους, σχολιάζοντας την καθεμιά ξεχωριστά. Και μαθαίνουμε φυσικά την ηλικία τους, την ηλικία των παιδιών τους, τον αριθμό πτυχίων, διαζυγίων και εργασιών, που έχουν αλλάξει, γιατί καμία απ’ αυτές δεν είναι «επαγγελματίας ποδοσφαιρίστρια», όλες κάνουν άλλες δουλειές για να ζήσουν.

Σε όλα τα αθλήματα οι γυναίκες έχουν εισβάλει, όλα τα αθλήματα κινδυνεύουν να γίνουν γυναικοκρατούμενα, το ποδόσφαιρο όμως διατηρεί κάτι από την αρχική του αύρα: η μπάλα χρειάζεται πόδια αντρικά» είπε δυνατά τρίβοντας τις πολύπαθες πατούσες της. Η σχέση των γυναικών με την μπάλα δεν είναι καλή, άντε να αναδειχτούν στο πόλο ή στο σύνθετο ατομικό στη γυμναστική, και όχι στο ομαδικό άθλημα του ποδοσφαίρου, αλλά αν επιμείνουν, ας παίξουν κι αυτές, έμοιαζε να λέει η απαξιωτική και σχεδόν επικριτική φωνή του σπίκερ, που σαν να ήθελε να τις επιπλήξει κατέληγε πως «φταίει ο χαμηλός βαθμός συγκέντρωσης των γυναικών».

«Χαμηλός βαθμός συγκέντρωσης!»
Δηλ δικαιολογούμαι αν δώσω λάθος φάρμακο. Αν βάλω άλλον ορό, αν παραβλέψω το ωράριο, μπορώ να πω πως φταίει ο χαμηλός βαθμός συγκέντρωσής μου;
«Ο πλούσιος εσωτερικός κόσμος των γυναικών και η φαντασία δεν βοηθούν στη συγκέντρωση» συνεχίζει, επιδιδόμενος σε φτηνές διαγνώσεις. «Οι κοπέλες έχουν ανάγκη ένα γκολ» επιμένει ο αχρείος, και αυτή ήταν η χαριστική βολή για την Αρετή. Σηκώνεται και πάει προς το παράθυρο.

Τα στάδια, τα υπέροχα στάδια, που θα μείνουν άδεια μόλις οι ξένοι αναχωρήσουν, και τα άθλια, τα τριτοκοσμικά μας νοσοκομεία θα γεμίσουν από καρδιοπαθείς, καρκινοπαθείς και χρεοκοπημένους με κακοποιημένη υγεία. Θα γεμίσουν οι διάδρομοι, τα δωμάτια, τα κρεβάτια με ασθενείς και ξένους ασθενείς, μετανάστες, αυτούς που ελληνοποιούμε για να πάρουν τα μετάλλια. Αχ, να μην έφταναν ποτέ στα χέρια μου! διαμαρτύρεται η Αρετή. Δουλειά κι άλλη δουλειά, σκέφτεται με κακία. Γκολ!

«Τα κορίτσια πέτυχαν γκολ, τα κορίτσια βγάζουν τα απωθημένα τους» ουρλιάζει ο σπίκερ κι όλοι χειροκροτούν την επιτυχία, την άρτια διοργάνωση. Η Αρετή επισημαίνει τη δική της αποδιοργάνωση, το σύστημά της αρνείται να δει άλλο άθλημα και σβήνει το δέκτη.
Βάζει ουίσκι, «στην υγειά μου», για να αντέξει το χάος, τη χώρα, το χάσιμο.
Στην ολυμπιακή άπνοια, με τη νεοαποκτηθείσα ολυμπιακή συνείδηση, όλα αναβάλλονται για το Σεπτέμβριο, ακόμα κι οι διακοπές, και καθώς μόνο οι σκέψεις δεν μπορούν να αναβληθούν, το κατέβασε μεμιάς όλο.

Άνοιξε το παράθυρο και κοίταξε το ψάρι στον ουρανό, που πλάι στο φεγγάρι έμοιαζε να της κάνει σινιάλο: «Σε προσέχω». Κι εκείνη ένιωθε σαν ψάρι έξω απ’ το νερό στην Αθήνα του 2004. Όλα αλλάζουν, ακόμα κι ο τρόπος που βλέπω τα φαινόμενα. Αχ, να κατέβαινε, να σκαρφάλωνε στη ράχη του και σαν ιπτάμενη γοργόνα να την έπαιρνε μαζί του ψηλά!

Περιοδικό το Δέντρο, τεύχος 135-6, Ιούλιος-Οκτώβριος 2004

Εμείς το βρήκαμε από τη συλλογή κειμένων «Αρχίζει το Ματς», επιμέλεια Γ. Παππά, το ποδόσφαιρο στη λογοτεχνία