Σάββατο, 25 Απριλίου 2015

Περί ορέξεως

Αναδημοσίευση από το Ατέχνως

Περί ορέξεως κολοκυθόπιτα, που λένε και στο χωριό μου. Αν και έχω ακούσει να συνοδεύουν τη φράση και με άλλα φαγώσιμα, οπότε ο καθένας διαλέγει αυτό της προτίμησής του. Δηλαδή, περί ορέξεως, που λένε.



Η σχέση της κουζίνας με τα βιβλία δεν εξαντλείται στον κλασικό τσελεμεντέ, καθώς μοιράζεται αρκετά κοινά με τη συγγραφή τους. Μπορεί να σου πάρει πχ πολλή ώρα να ετοιμάσεις το τραπέζι και να ‘ρθει πεινασμένη η οικογένεια να το αδειάσει εν ριπή οφθαλμού με μερικές ριπές πιρουνιών, λες και δε σέβονται τον κόπο σου. Όπως καταβροχθίζει δηλαδή κι ένας λαίμαργος αναγνώστης σε λίγες ώρες-μέρες, κάτι που πήρε μερικούς μήνες ή χρόνια σε κάποιον άλλο, για να το βάλει πάνω στο χαρτί και να το εκφράσει. Γενικώς, η πνευματική τροφή, όπως και η κανονική, καταναλώνεται πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο παίρνει για να παρασκευαστεί.

Υπάρχει βέβαια κι η γοητεία του ταχυφαγείου, με φαστ-φουντ κείμενα, χαμηλής θρεπτικής αξίας, που πατάνε στην έλλειψη χρόνου (και βασικά διάθεσης) για να ετοιμάσουμε να φάμε κάτι πιο μπελαλίδικο. Μικρά διαδικτυακά σνακ, που τα συνηθίζει ο κόσμος και ύστερα βαρυστομαχιάζει και μόνο στην ιδέα πως πρέπει να διαβάσει κάτι μεγαλύτερο σε έκταση. Κι εδέσματα με μπόλικα μπαχάρια, για να καλύψουν τις πολλές βρωμιές και την παντελή απουσία γεύσης.
Εξ ου λοιπόν μπορείς να καταλήξεις πνευματικά παχύσαρκος, που είναι απλώς η άλλη όψη της νοητικής ατροφίας (στα όρια της νευρικής ανορεξίας, για όσους έχουν ξεχάσει σχεδόν να διαβάζουν) στο νόμισμα της κακής, πνευματικής διατροφής.

Υπάρχουν επίσης ανάλαφρα κείμενα, χωρίς λιπαρά, που δε φτάνουν όμως να σε χορτάσουν. Κι άλλα βαριά, δυσκολοχώνευτα, όπου δεν πιάνεις γρι, δε παίρνεις καμία γεύση από το γενικό νόημα και ψάχνεις να καταλάβεις τι ακριβώς έφαγες και γιατί σου κάθισε στο λαιμό. Κάποιοι προτιμούν τις γκουρμεδιές, με περίτεχνες, επιτηδευμένες φράσεις, που σκοπεύουν να εντυπωσιάσουν κυρίως το μάτι του αναγνώστη και όχι την κοιλιά και τη γευστική του αντίληψη. Άλλοι γραφιάδες μας γεμίζουν με σάλτσες και μας αφήνουν χωρίς ψητό, ή –στην καλύτερη- με ωμό κρέας, που δεν κατεβαίνει με τίποτα. Πολλοί ξεκινούν με μια καλή ιδέα, αλλά τη χάνουν στην εκτέλεση και τους καίγεται, σαν φαγητό που το ξέχασαν στο φούρνο. Ενώ υπάρχουν κι αυτοί που δεν αρκούνται απλώς σε έτοιμες συνταγές (για την κοινωνία του μέλλοντος), αλλά αντιγράφουν μηχανικά τις ιδέες των άλλων και τα γραπτά τους θυμίζουν ξαναζεσταμένο φαγητό, που ωστόσο μας το σερβίρουν για φρέσκο. Όπως υπάρχουν επίσης κανόνες αντίστοιχοι του savoir vivre για το φαγητό –πχ να μην τσακίζεις την άκρη μιας σελίδας, για να τη θυμάσαι και να μην την χάσεις ή να μη γεμίζεις με χρωματιστές υπογραμμίσεις ένα κείμενο, παρά μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο.

Μπορούμε ακόμα να συναντήσουμε διάφορα είδη αναγνωστών. Όπως για παράδειγμα, αυτούς που είναι αχόρταγοι με το μάτι, αλλά κρατάν τις παραγγελίες τους για τα ράφια της βιβλιοθήκης τους, ως μπιμπελό.  Τους παμφάγους, ακόρεστους, βιβλιοφάγους. Τους απαιτητικούς, εκλεκτικούς καλοφαγάδες. Θεονήστικους πεινασμένους, που καταπίνουν λαίμαργα οτιδήποτε τους δώσεις να διαβάσουν. Αναγνώστες που τσιμπάνε πάντα κάτι, πριν κοιμηθούν ή άλλους που θεωρούνε το πρωινό διάβασμα το πιο σημαντικό γεύμα της μέρας. Όσους τρώνε βιβλία παντού, ακόμα και στα μεταφορικά μέσα ή στη στάση, περιμένοντας το λεωφορείο. Τους ζηλιάρηδες λαθραναγνώστες, που κοιτάνε το πιάτο του διπλανού τους και τους τρέχουν τα σάλια ή παίρνουν τα αποφάγια-εφημερίδες που θα αφήσει κάποιος τρίτος.

Αντιστοίχως ορίζονται και διάφορα είδη συγγραφέων, που διαμορφώνουν το κοινό τους. Και θυμίζουν εκείνο το κείμενο από το εγχειρίδιο λατινικών του λυκείου, με το νέο συγγραφέα που είχε στυφή, ανεπεξέργαστη πρόζα, η οποία θα ωρίμαζε με το πέρασμα του χρόνου· ενώ αν ξεκινούσε εξ αρχής γλυκιά, με τον καιρό θα έχανε τους χυμούς της και θα αποδεικνυόταν τζούφια. Άλλη ιστορία τώρα πώς πήραν κάποιοι αυτή την ιδέα και την προσάρμοσαν χυδαία στην πολιτική για τους νέους, που πρέπει θεωρητικά να είναι αριστεροί, όταν βράζει το αίμα τους, για να προσαρμοστούν και να γίνουν δεξιοί-συστημικοί, όταν βάλουν μυαλό και «ωριμάσουν».


Σε κάθε περίπτωση, το γράψιμο, τα βιβλία και η μαγειρική έχουν ένα βασικό, ειδοποιό χαρακτηριστικό: απαιτούν μεράκι και το προσωπικό στιλ-σφραγίδα του καθενός μας, αλλά είναι κοινωνική υπόθεση. Ξεκινούν δηλαδή πάντα από τη δική μας εσωτερική ανάγκη, αλλά δεν έχει αρκετά ισχυρό κίνητρο να μαγειρέψει μόνο για τον εαυτό του –αν ζει πχ μόνος του- χωρίς την ευχαρίστηση και την αναγνώριση του κοινού.

Πέμπτη, 23 Απριλίου 2015

Για τα 20χρονα από την επανέκδοση της junge Welt

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Γράφει ο Anton Saefkow //

Όπως τα πάντα στην πρώην DDR μετά την «επανένωση» της Γερμανίας, έτσι και οι εφημερίδες και οι εκδοτικοί οίκοι της ουσιαστικά χαρίστηκαν σε επιχειρηματικούς ομίλους της ΟΔΓ. Στόχος αυτών των κινήσεων δεν ήταν τόσο το κέρδος, όσο το να μη μείνει πέτρα στη πέτρα. Να βγάλουν και κάποια κέρδη όσο προλάβουν οι διάφοροι κερδοσκόποι, αλλά κυρίως να κλείσει και να ρημάξει κάθε τί που μπορούσε να προβάλει οργανωμένο αντίλογο στο ξαναγράψιμο της ιστορίας που θ” ακολουθούσε.


Τον ίδιο δρόμο σχεδιαζόταν να πάρει και η εφημερίδα «junge Welt» (1). Επρόκειτο για το όργανο του Κ.Σ. της FDJ, της νεολαίας του SED, του κομμουνιστικού κόμματος (2) της DDR.
Η εφημερίδα πριν την πτώση του τείχους είχε φτάσει να πουλάει κοντά στα 1.500.000 φύλλα καθημερινά και ήταν η πιο πολυδιαβασμένη της DDR των 17 εκατομμυρίων ψυχών, πάνω δηλαδή και από το όργανο της Κ.Ε. του SED.

Η πορεία της ήταν αυτή όλων των οργανισμών της DDR μετά το ’91. «Πουλήθηκε» για 1 μάρκο (0,50 Ευρώ!) σε κάποιους επιχειρηματίες, άρχισε να εκφράζει «αριστερές» απόψεις «χωρίς όμως τις ακρότητες και τους διχασμούς του παρελθόντος» και σιγά σιγά οδηγούνταν προς το κλείσιμο, το οποίο και ανακοινώθηκε πριν από 20 χρόνια, στις 5/4/1995.

Όμως, στη συγκεκριμένη περίπτωση οι υπολογισμοί πέσανε έξω. Οι εργαζόμενοι αντιδράσανε και αναλάβανε οι ίδιοι την εφημερίδα.

Δε θα αναφερόμασταν όμως σε αυτή, αν αυτό ήταν όλο. Το σημαντικό στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι πως, αναλαμβάνοντας την έκδοση της εφημερίδας, ιδρύοντας τον εκδοτικό οίκο «8η Μάη» (από τη μέρα της αντιφασιστικής νίκης) και διαχειριζόμενοι τα οικονομικά ως κολεκτίβα που περιλάμβανε και κάθε πρόθυμο γι’ αυτό αναγνώστη, πήραν σημαντικές αποφάσεις για τη πολιτική κατεύθυνση που θα είχε το όλο εγχείρημα. Σημαντικότερη αυτών: Η αναγνώριση και υπεράσπιση του σοσιαλισμού που οικοδομήθηκε στην DDR, χωρίς αυτό να σημαίνει την εξιδανίκευσή του.
Επιπλέον, διαχρονικά σταθερός και διακηρυγμένος στόχος της όλης προσπάθειας είναι η συμβολή στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας.

Σήμερα η junge Welt είναι από τα σημαντικότερα πράγματα που έχει να επιδείξει το κομμουνιστικό κίνημα στη Γερμανία. Δίνει την εντύπωση μιας δυναμικής, ιδιαίτερα φρέσκιας, καθημερινής μαρξιστικής εφημερίδας. Καταφέρνει να αυξάνει αργά και σταθερά τις πωλήσεις της. Ακόμη σημαντικότερο: Δείχνει έμπρακτα πόσο δίκιο είχε ο Λένιν όταν έλεγε πως: «Ο ρόλος της εφημερίδας δεν περιορίζεται μόνο στη διάδοση ιδεών, μόνο στην πολιτική διαπαιδαγώγηση και την προσέλκυση πολιτικών συμμάχων. Η εφημερίδα δεν είναι μόνο συλλογικός προπαγανδιστής και συλλογικός διαφωτιστής, μα και συλλογικός οργανωτής«, αφού καταφέρνει, χωρίς να έχει επίσημους δεσμούς με το die Linke ή κάποιο άλλο κόμμα, να συσπειρώνει κόσμο γύρω της, να τον κινητοποιεί και να επηρεάζει ιδεολογικά όσο λίγοι το κομμουνιστικό κίνημα στη συγκεκριμένη χώρα.

Φυσικά έχει και τα προβλήματά της. Πιο εμφανές πρόβλημα -για προφανείς λόγους- η μικρή σύνδεση με χώρους δουλειάς. Επιπλέον, η απουσία συγκεκριμένου πολιτικού φορέα που είναι πίσω της, που ελέγχει και δίνει μια συγκεκριμένη πολιτική γραμμή βάσει ενός καθορισμένου προγράμματος και τακτικής, έχει σαν αποτέλεσμα να παλαντζάρει κατά διαστήματα και ανάλογα το θέμα. Επίσης, συνεχίζει να έχει επαφές, άρα και αυταπάτες, με/για το die Linke, κάνοντας βέβαια σταθερά σκληρή κριτική, η οποία είναι ειλικρινής και δε μπορεί να συγκριθεί με τη στάση λ.χ. της Αριστερής Πλατφόρμας του ΣΥΡΙΖΑ. Παράλληλα, σταθερά προβάλλει και τις απόψεις/δραστηριότητες του DKP, του Γερμανικού ΚΚ (και αδερφού κόμματος του ΚΚΕ) δηλαδή, όπως και άλλων ομάδων της γερμανικής αριστεράς.

Δείχνει αυξημένο ενδιαφέρον για τις εξελίξεις στην Ελλάδα, χωρίς πάντα να καταφέρνει να μείνει μακριά από αυταπάτες για το ρόλο της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Μεταφέρει αρκετά συχνά και πιστά τις απόψεις του ΚΚΕ στους αναγνώστες της, ενώ δεν κρύβει τις πατάτες της νέας κυβέρνησης και το πισωγύρισμά της ακόμη και από τις προεκλογικές διακηρύξεις. Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής για το πώς βλέπει τη κατάσταση στην Ελλάδα είναι αυτά τα άρθρα, για τη συγκέντρωση του ΚΚΕ και τη πρόταση νόμου για τα μνημόνια το ένα, για τη στάση της Κωνσταντοπούλου που αβαντάρει τη Χρυσή Αυγή από την άλλη:

http://www.jungewelt.de/2015/03-02/023.php

http://www.jungewelt.de/2015/03-09/017.php

Κάνοντας ένα συνολικό απολογισμό, είναι μια πολύ σημαντική και αξιόλογη προσπάθεια. Δύσκολα μπορεί κανείς να σκεφτεί ένα παρόμοιο εγχείρημα που, χωρίς να έχει τη στήριξη κάποιου κόμματος και ενός ανάλογου μηχανισμού, να καταφέρνει σε μία τέτοια χώρα, σε μια τέτοια περίοδο, να αντέχει ιδεολογικά, να κρατά όρθια τη σημαία του σοσιαλισμού που επιχειρήθηκε να οικοδομηθεί σε μια προηγμένη καπιταλιστική χώρα και ταυτόχρονα να κερδίζει νέο κόσμο, να βρίσκει μέσα και τρόπους για να επεκτείνει τις δραστηριότητές της.

Αυτό το τελευταίο είναι και από τα βασικότερα που νομίζω πως έχει να δώσει σε κομμουνιστές στην Ελλάδα η συγκεκριμένη προσπάθεια:

Από θέμα πολιτικού προσανατολισμού εντός της κομμουνιστικής αριστεράς είμαστε σαφώς σε καλύτερη κατάσταση. Ωστόσο η κρίση κατέστησε σαφές ότι υπάρχει ζήτημα στο πώς πρέπει να λειτουργεί ο σύγχρονος επαναστατικός τύπος, ώστε να μείνει όρθιος αφενός και να μπορεί να προσελκύει αναγνώστες αφετέρου. Σε αυτό το ζήτημα η jW έχει να διδάξει αρκετά, αφού οι πρωτοβουλίες της είναι αρκετές και πολυεπίπεδες. Δε θ” αναφέρω εδώ αναλυτικά πράγματα.
Πυρήνας πάντως της λογικής της είναι οι συνδρομές της εφημερίδας, οι οποίες είναι πολύ ευέλικτες χρονικά και μπορούν να αφορούν είτε την έντυπη είτε την ηλεκτρονική έκδοση (ή και τις δύο). Συνδεδεμένο με τη συνδρομή είναι και το πόσο πίσω στο ιντερνετικό αρχείο της εφημερίδας μπορεί να κάνει κανείς αναζητήσεις και να διαβάσει άρθρα. Σημαντικό είναι και το e-shop που λειτουργεί στο site της.

Για όλους αυτούς του λόγους και με αφορμή τη συμπλήρωση 20 χρόνων από την εκκίνηση της «επανέκδοσης» της εφημερίδας, θα ακολουθήσουν οι μεταφράσεις κάποιων κειμένων της που δημοσιεύτηκαν τις τελευταίες εβδομάδες, στα πλαίσια των 20χρονων «γενεθλίων» της. Πρώτο από αυτά είναι μία συνέντευξη που δώσανε συντελεστές της εφημερίδας πριν λίγες μέρες για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον της.

Όλη η θεματική ενότητα της εφημερίδας «Πασχαλινό θαύμα» που αφορά τα 20 χρόνια από την επανέκδοσή της βρίσκεται εδώ: http://www.jungewelt.de/bibliothek/dossier/191
————————————–

(1) Junge Welt σημαίνει «νέος κόσμος», με την έννοια του νεαρού όμως, του ορεξάτου.

(2) Για την ακρίβεια το SED (Sozialistische Einheitspartei Deutschlands) ήταν ένα κόμμα που προέκυψε από τη συνένωση του σοσιαλδημοκρατικού SPD και του κομμουνιστικού κόμματος KPD το 1946 στο κατεχόμενο από την ΕΣΣΔ κομμάτι της Γερμανίας. Στην πορεία εξελίχθηκε, προγραμματικά και καταστατικά, σε ΚΚ.

«Έμοιαζε ουτοπία πως η junge Welt θα υπήρχε για δεκαετίες ακόμη»

Στις 5 Απριλίου 1995 ανακοινώθηκε το τέλος της junge Welt (jW). Ακολούθησε το «πασχαλινό θαύμα». Το προσωπικό ανέλαβε την εφημερίδα και άρχισε να την εκδίδει μόνο του. Μια συζήτηση με τους Regina Sommer, Dietmar Koschmieder και Klaus Fischer (http://www.jungewelt.de/2015/04-04/008.php).

H Regina Sommer (R.S.) ξεκίνησε το 1976 να δουλεύει εθελοντικά στην jW. Μετά το πέρας των σπουδών της ξεκίνησε να δουλεύει το 1981 κανονικά στην εφημερίδα. Σήμερα είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής και του επιχειρησιακού συμβουλίου της (1).

Ο Dietmar Koschmieder (D.K.) ξεκίνησε το 1991 σα συντάκτης στην εφημερίδα. Την περίoδο διάλυσης της DDR ήταν πρόεδρος του επιχειρησιακού συμβουλίου της. Σήμερα είναι διευθυντής των εκδόσεων «8 Μάη Α.Ε.».

Ο Klaus Fischer (K.F.) εργάζεται από το 1994 σα συντάκτης. Σήμερα είναι υπεύθυνος για το Οικονομικό, Εργατικό και Κοινωνικό Ρεπορτάζ.

Η Lena Keymann μόλις ξεκίνησε να δουλεύει κανονικά στην jW, ως συντάκτρια σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Είχε προηγηθεί ένα διάστημα που εργαζόταν ως εθελόντρια.

Ο Johannes Supe (J.S.) εργάζεται από τον Οκτώβρη του 2014 εθελοντικά στην jW.

“Κατεβάζουμε ρολά!” Με αυτό το πρωτοσέλιδο αναστάτωσε η jW τους αναγνώστες της στις 6/4/1995. Τη προηγούμενη είχε ανακοινωθεί το κλείσιμο της εφημερίδας. Η τελευταία καθημερινή αριστερή εφημερίδα επρόκειτο ν’ αποχαιρετήσει το εκδοτικό σκηνικό της ενιαίας Γερμανίας. Regina, Dietmar και Klaus: Συμμετείχατε τότε ήδη στη σύνταξη της εφημερίδας, ζήσατε από κοντά τις εξελίξεις. Πώς έφτασε η κατάσταση ως εκεί;




Τρίτη, 21 Απριλίου 2015

Ένας κορυδαλλός δε φέρνει την άνοιξη

Α. Απ’ τη συνοικία τα λεωφορεία.
Αφήγηση, σε πρώτο πρόσωπο, των εντυπώσεων του λαϊκού στρώματος από την χτεσινή ημέρα στον κορυδαλλό.

Πουρνό-πουρνό με την αυγούλα, και με το ριζοσπάστη στη μασχάλη, κατεβαίνω ομόνοια, για να πάρω το τρόλεϊ 21 –σαν τους όρους της κομιντέρν και τον 21ο αιώνα, που θα είναι αιώνας επαναστάσεων και περάσματος στο σοσιαλισμό- για νίκαια. Τα μπαρουτοκαπνισμένα εξάρχεια κοιμούνται στον απόηχο ενός δύσκολου μεσημβρινού ξυπνήματος με πονοκέφαλο, γιατί αν ξυπνήσεις μονομιάς, πρωί κι απότομα, θα ‘ρθει ανάποδα ο ντουνιάς, από την απαλεψιά και το χανγκ όβερ.

Με σταματά μια σαραντάρα κυρία, με ξενική προφορά και το διεθνισμό στο κούτελο να αχνοφαίνεται.
-Ξέρετε πού είναι Πειραιώς; (χωρίς άρθρο, αλλά όχι άναρθρα, σαν τον εγέρθουτου).
(Ανοίγει παρένθεση. Σε εκείνο το ύψος βασικά ο δρόμος λέγεται τσαλδάρη. Από αυτούς που δικάστηκαν κι εκτελέστηκαν στην περίφημη δίκη των έξι (διόρθωση: δεν εκτελέστηκαν, αλλά ήταν επικεφαλής της παράταξης που στοιχοποιήθηκε). Που τώρα πάει για αναψηλάφηση, για να σβηστεί κάθε ίχνος από τις θυσίες, προς εξευμενισμό των μαζών, και τους δυσάρεστους, αναγκαστικούς ελιγμούς της αστικής τάξης. Που ξέρει τώρα να προφυλάσσει καλύτερα τα εξιλαστήρια «θύματά» της, τη σάρκα εκ της σαρκός της. Όπως προφύλαξε τα εκατό περίπου χρυσαύγουλα έξω από τον κορυδαλλό και τα άφησε ανενόχλητα να την πέσουν σε έναν από τους μάρτυρες κατηγορίας –το δικό μας ράπερ, αφάζα, όπως μάθαμε αργότερα. Και τους κρατάει στην εφεδρεία, ως δύναμη κρούσης, για τα δύσκολα που έρχονται).

Ξεπερνάω τον πρωινό πειρασμό να απαντήσω σε άπταιστη καμακική με καλογιάννη (ντου γιου λάικ μαντμαζέλ δι γκρις) κι απαντάω:
-Κι εγώ εκεί πάω.
-Πηγαίνετε στο ντεμονστρέισον;
Ε, ήταν αυταπόδεικτο και δεν χρειάζεται να το ντεμοστρέιτ ένι φέρδερ.
-Του δε αντιφάσιστ; Γιες, οφκόρς (ουί σασά).
Φτάνουμε στη στάση, πάω να μπω και με σταματάει.
-No, you go with the public bus?
(Μα τι περίμενε, να έχω τσάρτερ;)
Not with the organization?
Οργάνωση, οργάνωση... ποια είναι αυτή η οργάνωση;
Μα αυτή που λέγαμε προηγουμένως, στο λέτσοβο...
Μα φυσικά με το πάμπλικ μπας, όπως είμαστε με την public alliance. Και βλέπουμε κριτικά και την πείρα από τα πάμπλικ φροντ, με τον αντιφασιστικό χαρακτήρα. Κι εξάλλου το λεωφορείο έχει κι ετυμολογικά μέσα του το λαό (λεω+φορείο). Αλλά αυτή είναι μάλλον με τα ενιαία μέτωπα, με τους κυβερνητικούς σοσιαλδημοκράτες.
Ανέβηκα στο τρόλεϊ και την άφησα να βρει τους σεκίτες της.

Που τους βρήκα όλους μαζί ξανά στον χώρο της συγκέντρωσης. Κι ένα κλιμάκιο της κεερφα να μας κόβει με το μάτι, για να υπολογίσει πόοσι περίπου ήμασταν. Που αντικειμενικά ήμασταν περισσότεροι στην αρχή, γιατί είχαμε πρωινούς εργάτες (σαν το σιφωνιό) κι υπαλλήλους (σαν τον μπενετάτο που έφυγε σε κάποια φάση, για να πάει στο μάθημά του, στο σχολείο) που είχαν στάση εργασίας, αλλά σταδιακά φυλλορροούσαν κι αυξανόταν το αγουροξυπνημένο φοιτηταριάτο των αντιφασιστών της άλλης πλευράς.
-Μη μας μετράτε, είμαστε πολλοί, τους πέταξα.
Και φεύγοντας ακούω πίσω μου, κάτι σαν: δε σας μετράμε σύντροφε, χαιρόμαστε που είστε πολλοί.
Ένας κόμπος η χαρά μου κι όμως αν θα ‘ρθεις, στάλα-στάλα θα στο δώσω, για να δροσιστείς.
Λίγα ακόμη πολιτικά γλυκόλογα και θα με έπειθαν για ενιαίο μέτωπο.

Η δίκη τελικά αναβλήθηκε, όπως ήταν αναμενόμενο. Αναμενόμενο, γιατί αυτή είναι η πάγια τακτική, προκειμένου να σπάσει ο κόσμος από το κίνημα αλληλεγγύης (όταν είναι από τη δική μας πλευρά οι κατηγορούμενοι) ή... αντι-αλληλεγγύης, όπως στην προκείμενη. Κι αν είχαν χιούμορ, θα την έβαζαν ξανά για αύριο (σσ: σήμερα) το πρωί, για να τιμήσουν την επέτειο της εθνοσωτήριου 21ης απριλίου.

Β. Συμπεράσματα

Η χρυσή αυγή είναι εγκληματική οργάνωση εξ ορισμού. Όχι γιατί παραβιάζει την (τυφλή και ευέλικτη) αστική νομοθεσία, αλλά επειδή είναι οι συνεχιστές της 21ης απριλίου, τα εγγόνια του παπαδόπουλου και του αδόλφου, (η σαπίλα του ντουνιά). Κι επειδή η λογική συνέπεια της ρατσιστικής ιδεολογίας τους είναι πιθανότατα να χαίρονται για τους εκατοντάδες μετανάστες που πνίγονται μεσοπέλαγα, κάθε χρόνο, στη μεσόγειο (με σχεδίες χωρίς σχέδιο και βάρκα την απελπισία, για να βρουν μια απάνεμη ιθάκη από την οδύσσειά τους) και δε φτάνουν στην ήπειρο της άρειας φυλής.

Όποιος περιμένει από το αστικό κράτος να απονείμει πραγματική δικαιοσύνη, μοιάζει με τον πνιγμένο, που προσπαθεί να πιαστεί από τα μαλλιά του. Μόνο που η αστική δικαιοσύνη φοράει περουκίνι κι είναι τυφλή, σαν το ματάκια λωποδύτη στάθη ψάλτη (σε μια ταινία του ογδόντα), και σκληρή σαν μπι μούβι με τον πετρόχειλο (τη δικαιοσύνη θα την επιβάλει η ταξική μας πάλη: γκε-γκε;). Παίζει τυφλόμυγα, όταν είναι να συλλάβει τους χρυσαυγίτες (και όλως τυχαίως, δεν τους κλείνει ποτέ σε κελιά τύπου γάμα). Αλλά κρυφοκοιτάει σαν παιδάκι μέσα από τα χέρια του, όταν είναι να πιάσει στις δαγκάνες του ταξικούς συνδικαλιστές, που αγωνίζονται για το δίκιο τους (σαν τους χαλυβουργούς).


Υγ: Για όλα αυτά (κι άλλους τόσους λόγους), όλοι στηνπορεία της πέμπτης στην κλαυθμώνος.

Κυριακή, 19 Απριλίου 2015

Ο Θεοδωράκης για την τρομοκρατία

Φέτος ο μίκης θεοδωράκης κλείνει 90 χρόνια ζωής, και μεταξύ άλλων εκδηλώσεων, έχει οργανώσει, νομίζω, και το κόμμα κάτι, για να τιμήσει το μεγάλο συνθέτη. Η κε του μπλοκ σχεδιάζει κι αυτή με τη σειρά της δυο-τρεις αναρτήσεις, που εστιάζουν πιο πολύ στον πολιτικό θεοδωράκη κι η σημερινή εγκαινιάζει τη σχετική σειρά.

Τα παρακάτω αποσπάσματα περιέχονται στο βιβλίο «ζητείται αριστερά» (ένα αντι-προλεκάλτ διαμάντι, συλλογή κειμένων απ’ την κομβική διετία 89-90) και συγκεκριμένα από την κατάθεσή του στον εισαγγελέα τσεβά για το θέμα της τρομοκρατίας. Ο λόγος που τα αναπαράγω εδώ είναι ότι θεωρώ κάποια στοιχεία που αναφέρονται αρκετά ενδιαφέροντα. Η ανάγνωσή τους όμως πρέπει να γίνει μέσα από μια σειρά φίλτρα και περιορισμούς.

Δεν είναι τυχαίο πως ο θεοδωράκης έχει κερδίσει από φίλους και αντιπάλους (που είναι τα ίδια πρόσωπα) τον τίτλο του κουζουλού του έθνους, και του πολιτικού εκκρεμούς που εκτροχιάστηκε (αυτό το τελευταίο το είχε πει ο κύρκος). Πρέπει επίσης να ‘χουμε υπόψη πως στη συγκεκριμένη συγκυρία, ο θεοδωράκης προσεγγίζει τη νδ, με αφορμή και τον συγκλονισμό του, όπως λέει ο ίδιος, από την εκτέλεση του μπακογιάννη. Παράλληλα, υπάρχει ένα γενικότερο κλίμα όξυνσης, στα πλαίσια της οποίας διάφορες δεξιές εφημερίδες επιχειρούν να παρουσιάσουν, ευθέως ή με υπονοούμενα, τον παπανδρέου ως επικεφαλής της 17νοέμβρη. Κι είναι αρκετά πιθανό, κάποια απ’ όσα αναφέρει στην κατάθεσή του ο θεοδωράκης, να στερούνται σοβαρότητας ή να αφορούν αναξιόπιστα πρόσωπα. (Κάθε σχετική παρατήρηση αναγνώστη, που γνωρίζει περισσότερα για το θέμα, είναι ευπρόσδεκτη).

Έχοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορούμε να προχωρήσουμε στην ανάγνωση του σχετικού υλικού. Το οποίο περιλαμβάνει αρχικά μια σειρά πραγματικά περιστατικά, τα οποία οδήγησαν το θεοδωράκη στο συμπέρασμα της σύνδεσης της τρομοκρατίας με το πασοκ (τον αυριανισμό ως συνολική αντίληψη, αλλά και συγκεκριμένα στελέχη).

Τα πραγματικά περιστατικά τα οποία δικαιολογούν τη δήλωσή μου ανέρχονται σε δεκάδες αν όχι και εκατοντάδες. Εγώ θα περιορισθώ στα εξής:

1. Το Μάρτη του 1983, όταν δολοφονήθηκε ο ιδιοκτήτης της «Βραδυνής» Τζώρτζης Αθανασιάδης, ο τότε πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου από τις Βρυξέλλες όπου ευρίσκετο εδήλωσε δημοσίως: «Ψάξτε στο χώρο των χαρτοπαικτικών λεσχών για το δολοφόνο».
Είτε είχε πληροφορίες ο κ. Παπανδρέου είτε η δήλωσή του αποσκοπούσε σε αποπροσανατολισμό των διωκτικών αρχών, ουδείς εισαγγελικός λειτουργός τον κάλεσε να παράσχει πλείονα στοιχεία.

2. Στις αρχές Απριλίου του 1986, όταν δολοφονήθηκε ο Αγγελόπουλος, ο ευρισκόμενος στο Πεκίνο τότε πρωθυπουργός κ. Παπανδρέου εδήλωσε δημοσίως: «Γνωρίζω τον εγκέφαλο των δραστών». Και επετίμησε τις Αρχές για έλλειψη φαντασίας που τις παρεμποδίζει να στραφούν προς ορισμένο χώρο.
Παρά το γεγονός ότι μια τέτοια καταγγελία προερχόταν από τον αρμοδιότερο Έλληνα πολίτη και μάλιστα για την συνωμοτικότερη τρομοκρατική οργάνωση της Ευρώπης, ουδείς και πάλι εισαγγελικός λειτουργός κάλεσε τον κ. Α. Παπανδρέου να παράσχει πλείονα στοιχεία.

3. Τον Μάιο του 1985, στου Γκύζη, από συμπτωματικό γεγονός χτυπήθηκε και σκοτώθηκε ο τρομοκράτης Χρήστος Τσουτσουβής. Και ενώ οι διωκτικές αρχές άρχισαν την έρευνα προς κάθε κατεύθυνση, παραδόξως παρενέβη στο προανακριτικό έργο ο έμπιστος του κ. Παπανδρέου Κώστας Τσίμας, Γενικός Γραμματέας του Υπ. Δημόσιας Τάξης, τότε, ο οποίος αποπροσανατόλισε ολόκληρη την έρευνα. Γράφτηκε στον Τύπο:

α. Ότι στη γιάφκα του Τσουτσουβή στην Κυψέλη βρέθηκαν τρεις τηλεφωνικές συσκευές (συνδέσεις).
β. Ότι στην ατζέντα του Τσουτσουβή υπήρχαν τα προσωπικά τηλέφωνα κυβερνητικών παραγόντων, μεταξύ των οποίων και τριών υπουργών.
γ. Ότι ο Κώστας Τσίμας κατέστρεψε την ατζέντα και άλλα έγγραφα και πειστήρια της γιάφκας. Και
δ. Ότι η κατάφωρη παρέμβαση του Τσίμα ανάγκασε τον προϊστάμενό του υπουργό κ. Αλ. Φλώρο να τον επιτιμήσει δημόσια και να απειλήσει με παραίτηση.
Παρά τα τρομακτικά αυτά πραγματικά περιστατικά, ουδείς εισαγγελικός λειτουργός κάλεσε τους πρωταγωνιστές αυτών των αθλιοτήτων να δώσουν λόγο και ουδείς αποτόλμησε να ασκήσει δίωξη εναντίον τους για καταστροφή πειστηρίων εγκλήματος.

4. Ο συνταγματάρχης Αλεξάκης, ο οποίος υπηρετούσε στην ΚΥΠ, το Νοέμβριο του 1986 κατήγγειλε επωνύμως και δημοσίως μέσω της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ ότι:
Δια του γνωστού πράκτορα Ντάνου Κρυστάλλη είχε κατορθώσει να εισχωρήσει στον προθάλαμο της 17 Νοέμβρη και ότι απείχε από την εξάρθρωσή της μόνο ένα βήμα. Αλλά ότι έκανε το λάθος να παράσχει πληροφορίες για τις επικείμενες αποκαλύψεις του στους ανωτέρους του, δηλ στην κυβέρνηση, με αποτέλεσμα με εντολή του Αττικάρχη Μποσινάκη, στενού συνεργάτη των Τσίμα και Παπανδρέου, να συλληφθεί αυθημερόν ο Κρυστάλλης, γεγονός για το οποίο ο συνταγματάρχης Αλεξάκης είπε: «Όταν το έμαθα λιποθύμησα».
Παρά την επώνυμη και συγκλονιστική αυτή καταγγελία ουδείς εισαγγελικός λειτουργός κάλεσε τον κ. Αλεξάκη ή οποιονδήποτε άλλον να παράσχει διευκρινίσεις και ουδείς άσκησε δίωξη.

5. Την 1η Οκτώβρη 1987 ο Μιχάλης Πρέκας, φερόμενος ως τρομοκράτης και στέλεχος της 17Νοέμβρη, περικυκλώθηκε σε διαμέρισμα της Καλογρέζας. Το γεγονός αυτό αποτελούσε μια μοναδική ευκαιρία να συλληφθεί ζωντανό ένα μέλος της οργάνωσης – φάντασμα και να διευκολύνει το έργο των διωκτικών αρχών.
Κι ενώ ανέμενε όλη η κοινή γνώμη ότι ο αρμόδιος υπουργός και ο πρωθυπουργός προσωπικά θα έδιναν αμέσως εντολή να συλληφθεί ζωντανός, ανεξαρτήτως θυσιών και συνεπειών, ο ουσιαστικά αιχμάλωτος Μ. Πρέκας εκτελείται και μάλιστα με τέτοιο καταιγισμό πυρών ώστε να εξασφαλισθεί ότι δεν πρόκειται να βγάλει κιχ.
Παρά τα πελώρια ερωτηματικά που γεννά η περίεργη τουλάχιστον αυτή εκτέλεση, ουδείς εισαγγελικός λειτουργός διέταξε έρευνα εις βάθος για τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η εκτέλεση και για το ποιος τελικά έδωσε την εντολή της εκτέλεσης.

(…)

7. Ο τέως υπουργός του ΠΑΣΟΚ κ. Γ. Πέτσος, απολογούμενος στη Βουλή κατά τη συζήτηση για την παραπομπή των υπεύθυνων του σκανδάλου Κοσκωτά, δήλωσε τα εξής: «Ο Πέτσος χρεώνεται στη 17 Νοέμβρη. Πεθαίνει; Τότε του χρεώνουμε όλες τις ΔΕΚΟ. Ήταν ο νεκρός που του χρεώνουμε τα πάντα. Δεν είναι όμως νεκρός…». Και τότε ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας και ενώπιον ολόκληρου του ελληνικού λαού ο οποίος παρακολουθούσε τη συζήτηση, υπήρξε βουλευτής του ΠΑΣΟΚ που ανεφώνησε: «Κρίμα».
Η συγκλονιστική αυτή και σαφέστατη δήλωση του κ. Πέτσου, ότι κάποιοι από την ηγεσία του κόμματός του χρησιμοποίησαν την 17Νοέμβρη για να του κλείσουν το στόμα και η βάρβαρη αλλά εύγλωττη αναφώνηση του βουλευτή του Κινήματος δεν συγκίνησαν κανένα εισαγγελικό λειτουργό να καλέσει τον κ. Πέτσο για να δηλώσει εγγράφως στη Δικαιοσύνη τι εννοεί και ποιους εννοεί.

(…)

9. Ως επισφράγισμα όλων των ανωτέρω, από το 1985 και ’86, οπότε η υπόθεση Τσουτσουβή άρχισε να αποδεικνύει ότι δε λειτουργούν ασφαλώς όλα τα στεγανά των τρομοκρατών, παραδόξως, με νόμο, αφαιρέθηκε η πολιτική διεύθυνση, ΚΥΠ από τον υπουργό Προεδρίας στον οποίον υπαγόταν επί 40 ολόκληρα χρόνια και υπήχθη προσωπικά στον πρωθυπουργό. Ο οποίος πρωθυπουργός τοποθέτησε Διοικητή μεν της ΚΥΠ (ΕΥΠ) τον ανοικτά αποκαλούμενο τρομοκράτη κ. Κώστα Τσίμα, σύνδεσμο δε μεταξύ αυτού και του Τσίμα τον εξ απορρήτων του Γραμματέα και Σύμβουλο Μιχάλη Ζιάγκα.
Μέσα σ’ αυτό το νέο «πλαίσιο» ασφαλείας του τριγώνου Παπανδρέου – Ζιάγκα – Τσίμα, ανατίθεται στον κ. Κ. Ρουμελιώτη, επικεφαλής ως γνωστόν της Διεύθυνσης Αντιμετώπισης Ειδικών Εγκλημάτων, η φύλαξη του υπόδικου Κοσκωτά. Αυτό το «πλαίσιο» τον φυγαδεύει, αποσκοπώντας –όπως ο ίδιος ο Κοσκωτάς καταγγέλλει- να τον δολοφονήσουν στη Βραζιλία. Η καταγγελία κρίνεται επαρκώς πειστική από το γεγονός ότι επέλεξε τελικά ο ίδιος ο Κοσκωτάς να πάει στις ΗΠΑ, και να φυλακισθεί για να είναι ασφαλής.
Αξιοσημείωτο είναι ότι κατά την κίνησή του από τη Βραζιλία στις ΗΠΑ ο μόνος που γνωρίζει τις κινήσεις του είναι ο υιός του Α. Παπανδρέου, Νίκος.

Όλα αυτά είδαν το φως της δημοσιότητας σε ολόκληρο τον ελληνικό και διεθνή Τύπο, αλλά ουδείς εισαγγελικός λειτουργός αισθάνθηκε την ανάγκη να διατάξει τη δικαστική διερεύνησή τους.
Και επειδή αρνούμαι να δεχθώ ότι όλοι οι εισαγγελικοί λειτουργοί της χώρας υπήρξαν για 8 ολόκληρα χρόνια επιλήσμονες του καθήκοντός τους, είμαι αναγκασμένος να δεχτώ ότι παρέλυε τις αντιδράσεις τους και δυσχέραινε το έργο τους η παπανδρεϊκή εξουσία – κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που παρέλυε τις αντιδράσεις και δυσχέραινε το έργο του ελέγχου των αρμόδιων νομισματικών Αρχών στην Τράπεζα του Κοσκωτά.

(…)

Στη συνέχεια ο θεοδωράκης αναφέρεται στο ιδεολογικό-πολιτικό κλίμα που ενισχύει το αρχικό του συμπέρασμα, με αρκετούς τραβηγμένους από τα μαλλιά ισχυρισμούς. Ξεχωρίζω όμως το παρακάτω σημείο.

Στις 10 Απριλίου 1986, το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας, με αφορμή την προκήρυξη που συνόδευε τη δολοφονία Αγγελόπουλου, εξέδωσε ανακοίνωση την οποία μοίρασε σε όλες τις εφημερίδες και η οποία μεταξύ άλλων αναφέρει:
«Η νέα προκήρυξη της 17Νοέμβρη διαφοροποιείται σημαντικά από όλες τις προηγούμενες και στο ειδικό πνεύμα της και σε ειδικές θέσεις της:

1. Η προκήρυξη δεν είναι γραμμένη από περιθωριακούς. Και παρά την παλαιοκομμουνιστική φρασεολογία της είναι γραμμένη από μικροαστούς διανοούμενους…
2. Η προκήρυξη ασκεί κριτική του ΠΑΣΟΚ ή πιο σωστά ασκεί κριτική προσωπικοτήτων και επιλογών του ΠΑΣΟΚ όχι από αντίπαλη θέση αλλά από τα μέσα, δηλαδή από τις πρώιμα διακηρυγμένες θέσεις του κινήματος…
3. Η προκήρυξη κινείται στο πνεύμα του ΠΑΚ, δηλαδή στο πνεύμα ενός ρομαντικού μικροαστισμού, που για να πείσει μεταχειρίζεται ψευδοεπαναστατική φρασεολογία.
4. Η οικονομική επιχειρηματολογία της προκήρυξης δεν περιέχει καμμιά απολύτως πρωτοτυπία. Τα περισσότερα σημεία της αποτελούν αυτούσια μεταφορά αποσπασμάτων από ομιλίες του ίδιου του κ. Παπανδρέου.
5. Όλα αυτά δείχνουν για τους συντάκτες της προκήρυξης ότι: Πολιτικά και ιδεολογικά ανήκουν στο πρώην ΠΑΣΟΚ (ΠΑΚ) και ότι μαρξιστικά και ιδεολογικά είναι αναλφάβητοι.

-.-.-

Παρά τις εμφανείς σκοπιμότητες της παραπάνω τοποθέτησης, η πραγματικότητα είναι πως ο κουφοντίνας τουλάχιστον είχε όντως πολιτική καταγωγή από το πασόκ και φαίνεται να πληροί αρκετά από τα παραπάνω χαρακτηριστικά.

Στην κατάθεση αναφέρονται ακόμα κάποιες περίεργες συμπτώσεις πολιτικής πίεσης προς την κυβέρνηση του πασοκ, και επιχειρήσεων της 17ν που μετατόπιζαν αλλού το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης –οι περισσότερες εκ των οποίων μου φαίνονται μάλλον τραβηγμένες ή ανόητες, για αυτό και δεν επεκτείνομαι περισσότερο.


Τα παραπάνω δεν αναπαράγονται εδώ για να υπονοήσουν κάτι, αλλά γιατί θεωρώ πως είναι ενδιαφέροντα –μπορεί και να κάνω λάθος. Κάθε παρατήρηση, συμπλήρωση, κτλ, αναγνώστη σχετικά με τα παραπάνω, είναι ευπρόσδεκτη.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2015

Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη

Αναδημοσίευση από Ατέχνως

Ich bin ein Berliner
, έλεγε κάποτε πονόψυχα ο Κένεντι μπροστά στο τείχος του Βερολίνου, κρατώντας με κόπο τα κροκοδείλια δάκρυά του γι’ «αυτήν την πόλη που στα δυο έχει σχιστεί».

Αν και η δική του υποκρισία δεν έπιανε μία μπρος στους σύγχρονους αστούς πολιτικούς και την άφατη στενοχώρια τους για τη διαίρεση «αυτής της κοινωνίας που σε τάξεις έχει σχιστεί». Πολιτικούς εθνικής εμβέλειας, που υπερβαίνουν τα στενά, ταξικά τείχη και γίνονται, ανάλογα με τις ανάγκες της περίστασης, ένας από εμάς, απλοί καθημερινοί άνθρωποι ή «Charlie» -για να μην ξεχνιόμαστε- και στο τσακίρ κέφι εργάτες και μεταλλωρύχοι από τις Σκουριές. Καλή ώρα σαν τον μπαρουτοκαπνισμένο προλετάριο της φωτογραφίας, που δούλευε, λέει, από τα 18 του. Κάθε βουλευτής που σέβεται την παράδοση του τόπου του, έχει να διηγηθεί για τον εαυτό του ένα παρόμοιο σαξές στόρι αυτοδημιούργητου, για να τονίζει πόσο λαϊκός και καπάτσος ταυτόχρονα είναι.


Τον φαντάζεσαι λοιπόν να φωνάζει μαζί με άλλους… «συναδέλφους» του «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και πίσω του να έχει μουσική υπόκρουση το «πάγωσε η τσιμινιέρα» και το «μη βροντοχτυπάς τις χάντρες (η Βουλή κάνει τους άντρες, ρωτήστε και το Σαμαρά που είναι της αντρικής σχολής)». Να καταγγέλλει στις κάμερες την αντεργατική πολιτική της κυβέρνησης και την αυθαιρεσία των ΜΑΤ –που επέλεξαν πάντως, όλως τυχαίως, να χτυπήσουν την αντισυγκέντρωση. Να οργανώνει την κλιμάκωση των κινητοποιήσεων και το ταξικό ραντεβού της Πρωτομαγιάς.

Ποιον; Αυτόν που τσίριζε για το εμπορικό κέντρο της Αθήνας, ότι μαραζώνει από τις συνεχείς διαδηλώσεις, και γι’ αυτό δεν μπορούν να σταυρώσουν πελάτη οι μαγαζάτορες. Αυτόν που είχε αλλεργία σε κάθε εργατική διεκδίκηση. Και τους φιλελέδες ομοίους του, που φρίττουν μόλις ακούνε το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» να απειλεί, έστω και φραστικά, τα δικά τους ιερά και όσια, το νόμο του κέρδους και της απαραβίαστης, καπιταλιστικής ιδιοκτησίας. Αυτόν που δεν ήταν ποτέ στους δρόμους, γιατί είχε πιάσει στασίδι στα κανάλια. Τα οποία βρήκαν, όλως τυχαίως και αυτά, μπόλικο χρόνο για την εκτενή κάλυψη του θέματος· όσο δεν είχαν αφιερώσει ποτέ για καμία απεργία ή πχ για τον αγώνα των ηρωικών χαλυβουργών –όπου και πάλι, έδιναν τον πρώτο και τελευταίο τηλεοπτικό λόγο στη γνωστή, υστερική απεργοσπάστρια.
Ποιος θα τολμήσει λοιπόν να αμφισβητήσει μετά από αυτά, τις ευαισθησίες τους και τα φιλεργατικά τους αισθήματα; Μπόμπολας και εργατιά, ενωμένοι, μια γροθιά. Γροθιά στο κατεστημένο και τα μεγάλα συμφέροντα που χτυπάνε το Σταύρο Θεοδωράκη –άσχετο, αλλά ο Ποτάμης κολλάει παντού.

Κι αν όλα αυτά δεν είναι παρά μια τρολιά της κακιάς ώρας, που κακώς της δίνουμε περισσότερη σημασία απ’ όση έχει –και μάλιστα όταν εμπλέκεται ένα από τα πλέον έμπειρα τρολ της ελληνικής βουλής, που τρέφεται από τέτοιες στιγμές, για να παραμένει στη δημοσιότητα; Μήπως πρέπει να τους πληρώσουμε και εμείς με το ίδιο νόμισμα; Πόλεμος στον πόλεμο και τρολάρισμα στις τρολιές των κυρίαρχων; Να γράφουμε πχ στο διαδίκτυο «Θέλω να ψωνίσω και με εμποδίζει ο διαδηλωτής Άδωνις. Διαδώστε». Να γκρινιάζουμε για το μποτιλιάρισμα που προκλήθηκε στο κέντρο της πρωτεύουσας από μια θορυβώδη μειοψηφία. Ή να (αν)αρχίσουμε τα οπαδικά-αναρχικά συνθήματα για «πτηνά με κράνη» που.. «τι να καταλάβουνε από λευτεριά;». Είναι κι αυτή μια κάποια λύσις…

Μακάρι βέβαια να ήταν τόσο απλό το πρόβλημα, που να συμπυκνωνόταν σε αυτό το σχετικά ακίνδυνο κομμάτι. Το βασικό πρόβλημα όμως, και το νέο, επικίνδυνο, ποιοτικό στοιχείο, που προκύπτει από την υπόθεση, είναι πως αντί να αγωνιστούν οι εργάτες να κάνουν νόμο το δικό τους δίκιο, παλεύουν κάτω από ξένες σημαίες. Και δεν εννοώ μόνο τη συνύπαρξή τους με το φαιδρό, κρανοφόρο, κεκράκτη τηλεπωλητή –που κι αυτή από μόνη της, θα έπρεπε να τους υποψιάσει και να τους προβληματίσει για το αν βαδίζουν στο σωστό δρόμο. Ούτε και τις ροζ αυταπάτες μιας άλλης μερίδας της τάξης μας για φιλολαϊκές ομελέτες, χωρίς να σπάσουν αυγά, ή για τον πραγματικό ρόλο του αστικού κράτους, που είναι σε κάθε περίπτωση, παντού και πάντα, εναντίον μας, όποια και αν είναι η μορφή διαχείρισής του.

Το πιο προβληματικό είναι πως βλέπουμε εργάτες με πλήρως αλλοτριωμένη συνείδηση, σε βαθμό που να ταυτίζουν τα δικά τους συμφέροντα με αυτά της εργοδότριας εταιρίας και να παλεύουν να τα προασπίσουν πάση θυσία. Ακόμα κι αν οι Σκουριές γίνουν τελικά κρανίου τόπος από τη… ζωοφόρο επένδυση, και μείνουν να χτυπάν τα κράνη τους στον τοίχο και τα ταξικά τείχη, που ποτέ δεν πέφτουν μόνα τους, σε αυτή την εκ-μεταλλευτική κοινωνία. Κι αν δεν ήταν τόσο τραγικό ως γεγονός, θα μπορούσε συνειρμικά να θυμίζει εκείνη την κωμική σκηνή από τον Αστερίξ (στις δάφνες του Καίσαρα), όπου προσπαθεί να πουληθεί σε ένα σκλαβοπάζαρο, για να βρει τρόπο να εισχωρήσει στο παλάτι. Και σε ένα σημείο λέει: δεν πάμε πουθενά! Κι αν χρειαστεί, θα παλέψουμε για τη σκλαβιά μας…

Πέμπτη, 16 Απριλίου 2015

Τρεις ψηφίδες επικαιρότητας

Ας σταχυολογήσουμε μερικά ενδιαφέροντα γεγονότα των ημερών, πριν και μετά το πάσχα, για να τα σχολιάσουμε.

Αυτές τις μέρες ολοκληρώνεται η συζήτηση στην επιτροπή της βουλής για το νομοσχέδιο του υπουργείου δικαιοσύνης που θα έρθει στην ολομέλεια σχετικά με το σωφρονιστικό σύστημα, τις συνθήκες κράτησης, κτλ.
Μέχρι στιγμής τα αστικά μμε έχουν εστιάσει στο αφόρητα εύκολο κι αναμενόμενο δίπολο, που προκαλούν οι αντιδράσεις της νδ για… την κυβέρνηση που συνδιαλέγεται με τους τρομοκράτες, τους απελευθερώνει με φωτογραφικά άρθρα, κτλ. Αν σε αγγίζει αυτού του είδους η υστερία, ενώνεις τη φωνή σου με τη φωνή διαμαρτυρίας των δεξιών βουλευτών και με τη θεατρική επίκληση στο συναίσθημα των συγγενών των θυμάτων από τις διάφορες επιχειρήσεις της 17ν. Αν πάλι έχεις στοιχειώδεις ευαισθησίες και δε θέλεις εκδικητικά να δεις το σάββα ξηρό να τυφλώνεται πλήρως και να ξεψυχά στο κελί του χωρίς ιατρική στήριξη, καλείσαι να επικροτήσεις την κυβερνητική πρωτοβουλία και τα κλισέ του τύπου «η δημοκρατία (ποια δημοκρατία; και για ποιον;) ξέρει να συγχωρεί και δεν εκδικείται τους εχθρούς της».

Το κκε εκπροσωπείται στην επιτροπή από το γιάννη γκιόκα, που καταψήφισε επί της αρχής το νομοσχέδιο, με το σκεπτικό πως δε λύνει βασικά ζητήματα, αλλά υπερψήφισε το επί μέρους άρθρο για την κατάργηση των κελιών τύπου Γ. Ιδού και το βίντεο από το πόρταλ του 902, που αποδεικνύει του λόγου το αληθές.


Θα πίστευε κανείς πως εφόσον υπάρχει σχετικό οπτικό ντοκουμέντο, ως αδιάψευστος μάρτυρας, δε θα χωρούσε πολλή σπέκουλα επί του προκειμένου, έτσι; Λάθος! Τα αστικά μέσα παραποίησαν την παραπάνω καθαρή θέση και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης άλλο που δεν ήθελαν να το αναπαράγουν και να το διαδώσουν μαζικά. Αυτό από μόνο του δεν προκαλεί ίσως μεγάλη έκπληξη –συνηθισμένα γαρ τα βουνά από χιόνια. Έχουν όμως ενδιαφέρον και οι γαργαλιστικές λεπτομέρειες του… ρεπορτάζ. Σε ένα δημοσίευμα του έθνους –που μπορεί να το βρει κανείς αυτούσιο και στη σελίδα του real και μάλλον έχει ως αρχική πηγή το αθηναϊκό πρακτορείο- αναφέρεται σωστά μεν ότι ο γκιώκας δε θα ψηφίσει επί της αρχής το νομοσχέδιο, αλλά εφευρίσκεται ένα απίθανο σκεπτικό, που εμπίπτει στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας, καθώς «ανοίγει μια συζήτηση αποπροσανατολιστική για τις φυλακές την περίοδο που προχωράνε οι διαπραγματεύσεις με τους εταίρους και κατατίθεται η λίστα με τις νέες δεσμεύσεις της χώρας. Το κριτήριο δηλ της ψήφου του κκε για τις φυλακές τύπου Γ ήταν η πορεία της διαπραγμάτευσης με τους εταίρους –που δεν καταλαβαίνω πολύ καλά πώς σχετίζονται μεταξύ τους, αλλά και έτσι να ήταν, πάλι δε στέκει. Μα είναι να γελάει κανείς, που θα ‘λεγε και μια ψυχή.

Δεύτερη ψηφίδα μια αθώα λεπτομέρεια που πέρασε στα ψιλά, χωρίς να σχολιαστεί όσο θα έπρεπε. Αντιγράφω από το τουίτερ του θανάση αυγερινού (σημειώνω παρενθετικά πως είναι δημοσιογράφος, ανταποκριτής του mega στη μόσχα και μεταξύ άλλων θετικά διακείμενος στη σοβιετική ένωση και το σοσιαλιστικό παρελθόν της χώρας. Ακόμα κι αν είναι κανείς οακκίτης και το θεωρεί ρωσόδουλο, δεν μπορεί να μην παραδεχτεί πως έχει καλή κι έγκυρη πληροφόρηση. Κλείνει η παρένθεση).

Μαθαίνω ότι η ελληνική πλευρά ήθελε να αφαιρέσει από την Κοινή Δήλωση για τα 70χρονα της αντιφασιστικής Νίκης ολόκληρη την παράγραφο κατά της ηρωοποίησης του ναζισμού κι αναγέννησης νεοναζιστικών φαινομένων στην Ευρώπη. Οι Ρώσοι μας πρότειναν επαναδιατύπωση, αλλά εξεπλάγησαν...

Δεν ξέρω πώς μπορεί να ερμηνευτεί και βασικά να δικαιολογηθεί από τους κολαούζους της κυβέρνησης η παραπάνω πληροφορία –που εξ όσων γνωρίζω δεν έχει διαψευστεί στο ενδιάμεσο από επίσημα χείλη- αλλά δεν είναι τυχαίο πως αφορά την ίδια επίσκεψη, όπου ο έλληνας πρωθυπουργός έκανε πολιτική λεζάντα στο μνημείο για τα θύματα του αντιφασιστικού πολέμου, αλλά στις δηλώσεις του καταφέρθηκε ενάντια στον ολοκληρωτισμό, γενικά κι αόριστα.

Η αστική κυβέρνηση πούτιν είναι στη δυσάρεστη (γι’ αυτή) θέση να πρέπει να σεβαστεί το ιστορικό παρελθόν και τα εκατομμύρια νεκρούς του κόκκινου στρατού στη μάχη κατά του φασισμού, οπότε είναι υποχρεωμένη να τηρήσει κάποια προσχήματα, πχ κατά τον εορτασμό των 70χρονων από την αντιφασιστική νίκη των λαών.
Η αστική κυβέρνηση τσίπρα δε νιώθει την ίδια ανάγκη και στην ουσία ενώνει τη δική της φωή με την επίσημη πολιτική της εε και τον αντικομμουνισμό της θεωρίας των δύο άκρων. Πρώτη φορά φασιστερά!

Τρίτη και τελευταία ψηφίδα, η χτεσινή παρέμβαση συνδικαλιστών του παμε στο υπουργείο εργασίας, για να χαλάσουν την (άνοστη και ξαναζεσταμένη) σούπα του κοινωνικού διαλόγου. Που συνέπεσε χρονικά με την.. επίθεση με κομφετί μιας γερμανίδας ακτιβίστριας στο ντράγκι της εκτ. Και φυσικά δεν έτυχαν της ίδιας αντιμετώπισης από τα αστικά μμε –και την ελληνική κυβέρνηση βεβαίως-βεβαίως.

Λες να φταίει που ο δικός μας πετούσε στον αέρα προκηρύξεις κι όχι κομφετί; Ότι δεν έκανε καμία πονηρή αποκάλυψη, όπως το μέλος των femen, για να κερδίσει το φιλοθεάμον κοινό και τη συμπάθειά του; Ότι οι παμίτες διέκοψαν την ομαλή λειτουργία των θεσμών, ενώ η νεαρή διαδηλώτρια στοχοποίησε τη δικτατορία της εκτ; Ναι αλλά αφού κι αυτή θεσμό δεν τη βαφτίσαμε, ως ελληνική κυβέρνηση; Μπέρδεμα..

Άιντε μία είναι η ουσία (για τα κανάλια): δεν υπάρχει αθανασία και ταξική πάλη. Οτιδήποτε επιχειρεί να την προωθήσει και να τη φέρει στο προσκήνιο, δεν μπορεί να τυχαίνει ευμενούς αντιμετώπισης και προβολής. Οτιδήποτε άλλο –κι ιδίως τα πυροτεχνήματα που αυξάνουν την τηλεθέαση- είναι προφανώς ευπρόσδεκτα.

Το μόνο στενάχωρο είναι πως στενοχωρήσαμε το γιάννη παναγόπουλο της γσεε. Ο οποίος σκίζεται τόσο πολύ για την προώθηση της ταξικής πάλης και τα συμφέροντα των εργαζομένων, που έχασε το αγωνιστικό του μούσι κι έρεψε από τον πολύ αγώνα –καθώς εμφανίστηκε εμφανώς αδυνατισμένος. Κι αυτό δεν μπορούσαν να το αφήσουν έτσι οι φίλοι του οι καναλάρχες.

Πληγώσατε το γιάννη; Θα το ‘βρετε από εμάς.

Τρίτη, 14 Απριλίου 2015

Άδωνις ανέστη

Από τη σύγχρονη εποχή κυκλοφορεί το πολύ ενδιαφέρον βιβλιαράκι του Εμμανουήλ Γιαροσλάβσκι «πώς γεννιούνται, ζουν και πεθαίνουν οι θεοί και οι θεούς» στο οποίο αποδομεί διάφορες κοινές, θρησκευτικές προκαταλήψεις, χριστιανικές και όχι μόνο –κι από αυτήν την άποψη μπορεί να ακουστεί σαν τραγική ειρωνεία το μικρό του όνομα, εμμανουήλ, που σημαίνει «ο θεός μαζί μας». Σε κάποια σημεία η λεπτή ειρωνεία γίνεται σχεδόν απολαυστική:

Οι Εβραίοι ιερείς γνωρίζουν ακριβώς με τι ασχολείται ο θεός κάθε ώρα της ημέρας. Στο εβραϊκό Ταλμούδ (τον κανόνα Αβόντα-Ζάρα) ένας ραβίνος λέει:
«Η μέρα έχει 12 ώρες (στον ουρανό, όπως και στη γη). Στις πρώτες 3 ώρες ο θεός κάθεται και ασχολείται μόνο με νόμους δηλαδή μελετάει τους νόμους». (Ο θεός των Εβραίων, που έφτιαξε τους νόμους αυτούς γέρασε τόσο πολύ δεν μπορεί να βασίζεται πια στη μνήμη του, γι’ αυτό κάθε μέρα τους ξαναδιαβάζει). «Στις επόμενες 3 ώρες δικάζει όλο το σύμπαν. Αν δει ότι ο κόσμος αξίζει να χαθεί, σηκώνεται από το δικαστικό θρόνο και κάθεται στο θρόνο του ελέους». (Δεν είναι παράξενο το ότι τον ελεεί, γιατί αν χανόταν ο κόσμος, με τι θα ασχολούνταν πια όλη τη μέρα!;) Στις επόμενες 3 ώρες κάθεται στο θρόνο και παίζει μ’ ολόκληρο τον κόσμο, αρχίζοντας απ’ το κέρατο του ρινόκερου ως τα αβγά των μυρμηγκιών. Τις 3 τελευταίες ώρες πάλι κάθεται στο θρόνο και παίζει με το Λεβιάθαν. Ο Λεβιάθαν είναι ένα ισχυρό πλάσμα, ένα ψάρι που «υποβαστάζει τον κόσμο». Μ’ αυτό το ζώο, λοιπόν, διασκεδάζει ο θεός καθημερινά 3 ώρες. Έτσι περνά τη μέρα του ο θεός των Εβραίων.



Η σημερινή ανάρτηση όμως γίνεται με αφορμή το κεφάλαιο για το πάσχα και τους μύθους για την ανάσταση διαφόρων θεοτήτων, από το οποίο αντιγράφουμε και το παρακάτω απόσπασμα.

Το ίδιο επίσης πλατιά είχε διαδοθεί σ’ ολόκληρη την Ανατολή η λατρεία του θεού Άδωνι. Και ο θεός Άδωνις είναι θεός του αρχαίου κόσμου, που πεθαίνει κι ανασταίνεται. Μάνα του ήταν η Μίρα (Μαρία), που μεταπλάστηκε στο δέντρο της σμύρνας. Η λατρεία του Άδωνι είχε πολύ πλατιά διάδοση στη Φοινίκη και στη Συρία, απ’ όπου πέρασε στην Ιουδαία. Στην πόλη Βιβλός στα παράλια της Συρίας βρισκόταν ο ναός της θεάς Μπααλάτ – Τζεμπάλ, της φοινικικής Αφροδίτης. Η Αφροδίτη (Αστάρτη, Ίσταρ) ήταν γυναίκα του Άδωνι. Οι άνθρωποι πίστευαν ότι τον Άδωνι, όπως και τον Ταμούζ, τον σκότωσε ένας κακός θεός, που είε μεταμορφωθεί σ’ αγριόχοιρο. Ο Άδωνις πεθαίνει αλλά ύστερα από λίγο καιρό ανασταίνεται. Ο Έλληνας συγγραφέας του 2ου αιώνα Λουκιανός, περιγράφει το θρήνο για το θάνατο του Άδωνι και το γιορτασμό της ανάστασής του. Σ’ ανάμνηση των παθών του θεού αυτού, οι πιστοί μαστιγώνονταν κάθε χρόνο, θρηνούσανε το θεό και οργάνωναν πένθιμα δείπνα. Όταν χόρταιναν απ’ το μαστίγωμα και το θρήνο, οι πιστοί προσέφερναν στον Άδωνι τη θυσία που άρμοζε σε νεκρό.

Την άνοιξη, όταν τα νερά ξεχύνονταν και ξέπλεναν από τα βουνά το κοκκινόχωμα, το ποτάμι βαφόταν κόκκινο. Έλεγαν τότε ότι το ποτάμι βάφτηκε από το αίμα του ΄Άδωνι. Για τον Άδωνι έφτιαχναν ξύλινα αγάλματα, που τα βάζανε σ’ ένα είδος φέρετρου, και γύρω τοποθετούσαν βάζα με πράσινα φυτά, που τα αποκαλούσαν «Ανθοκήπια του Άδωνι». Οι γυναίκες πλένανε το ξύλινο άγαλμα του θεού τους Άδωνι, το άλειφαν με αρωματικά λάδια και ύστερα το τύλιγαν σ’ ένα μάλλινο ή πάνινο σάβανο και το θάβανε. Όλες αυτές οι ιεροτελεστίες γίνονταν πάνω-κάτω τις ίδιες μέρες που αργότερα οι χριστιανοί άρχισαν να γιορτάζουν το θάνατο και την ανάσταση του θεού τους, δηλαδή τις μέρες της λεγόμενης λαμπρής ανάστασης. Ύστερα απ’ αυτό ανάγγελλαν ότι ο Άδωνις αναστήθηκε οι πιστοί έτρεχαν χαρούμενοι και αλληλοσυγχαίρονταν λέγοντας: Άδωνις ανέστη. Συνεπώς, αυτοί που, πάνω από 2.000 χρόνια, λένε ο ένας στον άλλον το Πάσχα «Χριστός ανέστη» δεν κάνουν άλλο παρά να ξαναζωντανεύουν το γιορτασμό του αρχαίου μύθου του θεού των Φοινίκων Άδωνι.


Άδωνις ανέστη λοιπόν. Φαντάσου τώρα να είσαι στη δύσκολη θέση του σύγχρονου αδώνη. Την ψωνίζεις κι αρχίζεις να εύχεσαι για την ανάσταση με το δικό σου όνομα; Ή μένεις πιστός στην πίστη σου και τις παραδόσεις της και κάνεις γαργάρα τον προγενέστερο μύθο από τον οποίο δανείστηκε την υπόθεση, για να μην υποσκάψεις τα θεμέλιά της; Ιδού η απορία...

Κυριακή, 12 Απριλίου 2015

Θρησκευτική και έλλογη πίστη

Αν κάποιος θέλει να βρει ένα πολιτικό αντίστοιχο της θρησκόληπτης παράκρουσης που μας περικυκλώνει αυτές τις μέρες, δεν χρειάζεται να πάει πολύ μακριά. Η μαζική λοβοτομή νουνεχών ανθρώπων, που θυσιάζουν οικειοθελώς την κριτική τους ικανότητα κι εναποθέτουν τις ελπίδες τους στην κυβερνώσα αριστερά, μας υπενθυμίζει κάτι πολύ απλό: ότι η θρησκεία πατάει πρωτίστως στην ανάγκη του κόσμου να πιστέψει σε κάτι και να πιαστεί από κάπου. Και αυτή η… εσωτερική δύναμη είναι αήττητη, δεν ανατρέπεται, ούτε κλονίζεται με λογικά επιχειρήματα, εφόσον κατά βάση στερείται και η ίδια κάποιας λογικής βάσης. Σε μία πρόσφατη ανάρτηση συνδέσαμε εξάλλου τη θρησκεία με τη σοσιαλδημοκρατία που είναι το σύγχρονο όπιο του λαού. Η μεταφυσική κι ανορθολογική σκέψη, ως βασικό χαρακτηριστικό της θρησκείας, βρίσκει μια καθαρή μορφή έκφρασης στο παραμύθι του τρίτου δρόμου της διαταξικής συνεργασίας. Όπου ο λύκος θα δώσει τα χέρια να συναδελφωθεί με το πρόβατο και θα συνεδριάσουν για να αποφασίσουν από κοινού τι θα φάνε, ενώ τα λιοντάρια θα γίνουν φυτοφάγα. Κι όλοι μαζί οι λύκοι (αγκαλιά με τα σκυλιά), θα φτιάξουν την ευρώπη των λαών και όχι μια λυκοσυμμαχία ή το λάκκο των λεόντων για τους λαούς, που βγαίνουν χωρίς τον απαραίτητο ιδεολογικό εξοπλισμό, πολιτικά γυμνοί και άοπλοι σαν τους πρωτοχριστιανούς μάρτυρες. Με τη διαφορά πως αυτοί θυσιάζονταν με την ελπίδα πως θα ανταμειφθούν μετά θάνατο, ενώ εμείς για τα κέρδη των αστών. Και δεν έχουμε την πολυτέλεια να περιμένουμε τη δευτέρα παρουσία, για να φέρουμε στη γη την επουράνια έφοδο και την κοινωνία του μέλλοντος. Όπου θα είναι πιο εύκολο να περάσει ένα χοντρό σκοινί –και μια καμήλα ακόμα- από το μάτι της βελόνας, παρά να δεχτούνε οι εκμεταλλευτές να παραδώσουν οικειοθελώς την εξουσία τους , χωρίς να πολεμήσουν με νύχια και με δόντια, για να γαντζωθούν πάνω της.

Πολλοί μας κατηγορούν για δογματικούς και κολλημένους με την κομμουνιστική ορθοδοξία, που καταδικάζει όλες τις οπορτουνιστικές αιρέσεις, και με την περίοδο της θρησκευτικής σχεδόν προσωπολατρίας για το σφο με το μουστάκι –και τον ζαχαριάδη στα καθ’ ημάς- που λατρεύονταν σαν αλάθητοι θεοί. Είναι αν μη τι άλλο τραγική ειρωνεία να ακούς αυτήν την κατηγορία από τους ιδεολογικούς ταγούς μιας περίπου θρησκόληπτης εξουσίας, οι βασικές πεποιθήσεις της οποίας, μεταφρασμένες στη δική μας διάλεκτο, θα μπορούσαν να αποδοθούν και με το «ο τάφος δεν Τον λυγά».

Αυτό που επιλέγουν να αγνοούν σε κάθε περίπτωση είναι: αφενός πως αυτή η λατρεία αποτύπωνε εν μέρει το κλίμα της εποχής, την αυθόρμητη σκέψη και το επίπεδο της καθυστέρησης ενός λαού, που είχε μάθε να βλέπει τον τσάρο ως εκπρόσωπο του θεού και δεν είχε προλάβει να απαλλαχτεί απ’ όλες τις ιδεοληψίες του παρελθόντος, ενώ ως ένα βαθμό είχε ανάγκη να αναπαράγει και να χρησιμοποιεί τον παλιό τρόπο σκέψης και να αντλεί έμπνευση και σιγουριά ότι ο πατερούλης τον προστατεύει πχ κατά τη διάρκεια του πολέμου και του λυσσαλέου αγώνα κατά των ναζί. Και αφετέρου πως η ειδοποιός διαφορά της έλλογης, συνειδητής πίστης από τη θρησκευτική είναι πως βασίζεται στη δύναμη της γνώσης, της σφαιρικής ανάλυσης και της αγωνιστικής, ιστορικής αισιοδοξίας που απορρέει από αυτήν. Οι κομμουνιστές στρατεύονται οικειοθελώς και συνειδητά. Ξέρουν γιατί αγωνίζονται κι έχουν κριτική κι αναλυτική ικανότητα. Και προπαντός ένα βασικό ελάττωμα για τους στρατηγούς των διάφορων ιερών πολέμων (τζιχάντ). Ξέρουν να σκέφτονται. Και δεν πιστεύουν χωρίς να ερευνούν την αλήθεια.

Βέβαια η διαδικασία (προτσές)  της γνώσης είναι (όπως κάθε τι διαλεκτικό) αρκετά αντιφατική. Για κάθε καινούρια γνώση που αποκτάμε, ανακαλύπτουμε νέα ερωτήματα, αντιλαμβανόμαστε τον πολύπλοκο χαρακτήρα της πραγματικότητας. Έτσι μαζί με τις σιδερένιες γενικές νομοτέλειες και την κατανόηση της κίνησης του κόσμου που μας προσφέρουν, κληρονομούμε κι ένα πέλαγος καινούριων, σύνθετων ζητημάτων, που απειλούν να μας βουλιάξουν στα βάθη τους και να μας ρίξουν στην ξέρα της αναποφασιστικότητας και της αδράνειας. Κι αν τελικά υπάρχει κάτι που μπορεί να επισημανθεί ως κίνδυνος ή που μπορεί να ζηλέψουμε συγκριτικά με άλλους καιρούς (τώρα που δεν υπάρχει η «ανώτερη δύναμη» της σοβιετικής ένωσης) από τους αγωνιστές που έδρασαν την περίοδο της προσωπολατρίας, είναι αυτό το πάθος, η αυτοθυσία, η σιδερένια θέληση και πίστη –που μπορεί να φαίνεται θρησκευτική σε κάποιον εξωτερικό παρατηρητή- το αλύγιστο φρόνημα.


Το βασικό μειονέκτημα του θρησκευτικού οπίου δεν είναι προφανώς η πίστη κι η θέληση που σου χαρίζει –έστω και μέσω κάποιας ψευδαίσθησης- πως μπορείς ακόμα και βουνά να νικήσεις, αλλά η απραξία και η απάθεια που καλλιεργεί για όσα συμβαίνουν σε αυτή τη ζωή, στο φθαρτό, υλικό κόσμο, και η πίστη σε μια φρούδα, μεταθανάτια διέξοδο, που θα έρθει ουρανοκατέβατη, ως μάννα εξ ουρανού. Με τους χριστιανούς που παλεύουν και αγωνίζονται σ’ αυτή τη ζωή δεν υπάρχει κάτι σημαντικό να μας χωρίσει. Με τους άθεους πλην αφιονισμένους, βολεμένους σοσιαλδημοκράτες, που περιμένουν από μία ψήφο να τους απαλύνει το μαρτύριο και προσμένουν αδρανείς την άνωθεν σωτηρία, μας χωρίζει άβυσσος, που δε θα γεφυρωθεί σε αυτή τη ζωή.

Σάββατο, 11 Απριλίου 2015

Για ποιον χτυπάει η καμπάνα

Πασχαλινές σημειώσεις

Αρχικά με προβλημάτιζε η ανοιξιάτικη αλλαγή της προσευχής στο σχολείο, που ποτέ δεν κατάφερα να αποστηθίσω πολύ καλά, σε αντίθεση με το πατερημών  (το «πατ» από τις καρπαζιές το ‘ξερα, το ερημών δεν καταλάβαινα τι είναι, όπως λέει ένας συγγραφέας) που με μπέρδευε μόνο σε ένα σημείο με τις ρίμες του· και έτσι κρυβόμουν στη σειρά, για να μη με σηκώσουν να την πω και γελάσει και το σουβλιστό κατσίκι, πάνω στη σούβλα του, με όσα θα άκουγε.

Μετά σκόνταφτα σε αυτό το περίφημο «την τρίτη μέρα κατά τας γραφάς». Αφού πέθανε παρασκευή κι εμείς γιορτάζουμε σαββατόβραδο, μία μέρα μετά. Πώς γένεν αυτό; που θα ‘λεγε απορημένος κι ο ογκουνσότο. Δεν είχαν κλείσει ούτε καν δύο 24ωρα, για να πεις ότι πάμε στο τρίτο. Και αν ήμασταν μερικά χρόνια αργότερα, θα το απέδιδα στα περιβόητα greek (orthodox) logistics, και θα ησύχαζα.

Φταίει οπωσδήποτε και το παραδοσιακό μενού των ημερών. Καλά, για μαγειρίτσα δεν το συζητάμε καν, έκανα σαν τη γιουλάκη στο ρετιρέ (αν κι οι «μικρομεσαίοι» του διαλιανίδη είχαν πιο λαϊκοσυμμαχικό όνομα) σε ένα επεισόδιο που της έβαλαν να φάει γατοπόδαρα και τα έφτυνε. Αλλά αρνάκι, κατσικάκι; Αυτά ομολογώ πως ήταν από τις λίγες τροφές, που πέρασαν το τεστ με τη μέθοδο της γάτας, πρώτα μυρίζουμε-μετά τρώμε, και πείστηκα να τις δοκιμάσω, γιατί μύριζαν ωραία, αλλά με ξεγέλασαν και τελικά… άλλη μία γατοπόδαρα στη γιουλάκη, παρακαλώ.

Από την άλλη, στο σούβλισμα πάντα με προβλημάτιζε τι απογίνονται τα γεννητικά όργανα των (πάλαι ποτέ) ζωντανών, που κάποιοι τα τσιμπούσαν τελικά σα μεζεδάκι, μαζί με την πετσούλα. Άλλοι δεν μπορούσαν να βλέπουν στο πιάτο τους το κεφάλι, με τα μάτια να τους κοιτάζουν, αλλά εγώ είχα κολλήσει με αυτό. Και το γλυκό δένει, όταν καταλαβαίνεις από πού ακριβώς διαπερνούσε η σούβλα τον αθανάσιο διάκο κι έβλεπες μια νέα, βέβηλη διάσταση στο στίχο: για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει…

Εντάξει τα αυγά δεν μπορεί να μη σου άρεσαν όμως.
Τι, ως γεύση; Όχι. Μου χτυπούσε άσχημα κι εκείνη η ατάκα στη γνωστή ταινία με τον τσεκουράτο, που τον έβαζε η γυναίκα του τιμωρία στη γωνία να ρουφάει το αυγό του. Άσε που δεν μπορώ με τίποτα να συνηθίσω την καινούρια του γραφή με β, λες και πας να πεις από την αρχή το αλφάβητο.

Το έθιμο ωραίο ήταν, είχε και σασπένς, αλλά νομίζω πως, ως παιδί κι εγώ, ήμουν λίγο εγωιστής για να βλέπω το αυγό μου να σπάει μαζί με τα νεύρα μου. Και ήθελα πάντα να παίρνω τα γερά αυγά των άλλων, που έσπαγαν κι αυτά στη συνέχεια. Ή να κάνω εκείνο το κόλπο των πολιτικών, στα ομαδικά τσουγκρίσματα πχ με τους φαντάρους ενός λόχου, που έχουν δίπλα τους ένα καλάθι ολόκληρο με αναπληρωματικά αυγά και κερδίζουν πάντα στο τέλος.
Ούτε η λαμπάδα μου έλεγε πολλά. Αφενός γιατί δε συνηθίζαμε να πηγαίνουμε εκκλησία στο σπίτι, οπότε έμενε χωρίς κάποια χρηστική αξία. Αφετέρου γιατί η νονά μου έπαιρνε πάντα πολύ καλά δώρα, για να μου τραβήξει το ενδιαφέρον ένα μεγάλο κερί που έλιωνε.

Το χειρότερο και με διαφορά όμως είναι ο καταιγισμός των κλισέ ευχών για κάτι που δεν πιστεύεις –ότι δηλ ανέστη- αλλά πρέπει να απαντήσεις και να το επιβεβαιώσεις μάλιστα –αληθώς, αληθώς ανέστη (ε, τι; ψέματα;). Κι άντε, σε άλλες περιστάσεις  τη βγάζεις με ένα τυπικό, διεκπεραιωτικό «επίσης», καλές γιορτές, διακοπές, οτιδήποτε. Εδώ όμως, πώς το αποφεύγεις; Ιδίως αν πετύχεις κάποια ηλικιωμένη γειτόνισσα, που πιάνει να στις πει όλες από την αρχή και περιμένει ανταπόδοση. Και λες μέσα σου, φταίω εγώ τώρα να της πω ένα «χρόνια πολλά» την πρωτομαγιά, και να την αφήσω να ψάχνεται τι γιορτάζουμε; Σιγά μην το καταλάβει όμως. Αφού οι πασχαλινές ευχές μετράνε λέει κι ένα μήνα μετά. Τις ακούς στο δρόμο και ψάχνεις να θυμηθείς ποιος έχει γενέθλια, μέχρι να καταλάβεις τι παίζει.

Κι ενώ περιμένεις τουλάχιστον κατανόηση κι επιείκεια σε ένα συντροφικό περιβάλλον (καταταγείτε μας έλεγαν), οι σφοι σου δίνουν την χαριστική βολή με αυτό το «καλή επ-ανάσταση», που είναι πιο πρωτότυπο κι από τους «ήρωες» σε γλέντι της οργάνωσης, ή από το «ας πούμε» σε φοιτητική συνέλευση» και από το «νύχι-κρέας» στο ριζοσπάστη, από το «χωρίς εσένα γρανάζι δε γυρνά» σε μια πορεία. Κι από όλα αυτά μαζί, υψωμένα στον κύβο και το τετράγωνο. Έλεος σφοι, όχι άλλη (επ)ανάσταση, ας ρεφορμίσουμε και λίγο, δεν πειράζει.

Κι αφού ξυπνάει το στρουμφάκι γκρινιάρης μέσα σου, βρίσκει πάντα τρόπο κι αφορμές να επικαιροποιεί τα διαχρονικά, πασχαλινά διδάγματα, δηλ τη μελαγχολία.

-Τι να μας πει κι ο ιησούς, με μια εβδομάδα παθών στις πλάτες του; Εμείς τη ζούμε 52 φορές τον χρόνο. Σηκώνουμε το γολγοθά μας και πάμε σαν πρόβατα για σφαγή, κάθε πρωί. Μία βδομάδα από τη ζωή μας, ολόκληρη η δική Του.

-Το πρόβλημα με τον επιτάφιο είναι ότι θυμίζει τη δική Μας ζωή εν τάφω, καθώς τον περιφέρουμε, σα να κηδεύουμε τα δικαιώματα, τις κατακτήσεις μας και την πρόσκαιρη αντιμνημονιακή αναλαμπή του κινήματος.
Κι ότι δεν είναι ο επιτάφιος που θυμίζει συγκεντρώσεις και πορείες, αλλά οι πορείες του τελευταίου χρόνου που θυμίζουν επιτάφιο και θα γίνονται οσονούπω και με την ίδια περίπου συχνότητα, μία κάθε χρόνο. Εν τω μεταξύ, ο πιο παλιός μου ‘λεγε πως στο χωριό του αντιστοιχεί ένας παπάς για αυτό κι άλλα τρία γειτονικά, οπότε έρχεται μεσημέρι για τον επιτάφιο και τον περιφέρουν σχεδόν τρέχοντας: χοπ-χοπ-χοπ. Αυτοί θα είναι μάλλον οι σεκίτες, όταν πέφτουν οι κρότου-λάμψης.

-Ο κόσμος έχει καλομάθει και περιμένει να φτιάξει ομελέτα, χωρίς να τσουγκρίσει αυγά, και να βολευτούμε όλοι με δέκα ψάρια και δέκα ψωμιά, όπως στο θαύμα… (θέλω να πω της κανά, αλλά δε νομίζω να ‘ναι αυτό, και βαριέμαι λίγο να το ψάξω). Το θέμα δεν είναι όμως να βολευτούμε με τα ψίχουλα, αλλά να μάθουμε στον άλλο να ψαρεύει μόνος του.. όχι στάσου, αυτό το λένε οι φιλελέδες (φιλελέμ,φιλελέμ, ωχ αμάν-αμάν). Το θέμα είναι να πάρουμε όλο το φούρνο και το ψωμί που μας ανήκει.

-Τα έθιμα δε μένουν αναλλοίωτα στη φθορά του χρόνου και της γενικευμένης εμπορευματοποίησης –που είναι η πεμπτουσία της κεφαλαιοκρατίας. Γίνονται ψεύτικα, στημένα, τουριστικά. Η ανθρώπινη επαφή-συμπεριφορά υποκαθίσταται από την πελατειακή σχέση και τη σκοπιμότητά της, απ’ ό,τι υπαγορεύει η λογική του κέρδους. Η οποία σκοτώνει κάθε αυθεντική γραφικότητα και πληθαίνει απότομα τους γραφικούς και τους ντεμέκ αυθεντικούς. Ισοπεδώνει τον ανθρώπινο πλούτο σε προκάτ σχήματα κι ανόητα στερεότυπα: μουζάκα, σουβλάκι, γκρικ σάλατα. Μετατρέπει τα κάλαντα σε κυνήγι θησαυρού και χρημάτων και την ανάσταση σε επίδειξη των καλών μας ρούχων, σε στιλ πασαρέλας.

-Οι πένθιμες καμπάνες της παρασκευής (μεγάλη βδομάδα υπάρχει μόνο σε μικρά μυαλά) χτυπάνε μελαγχολικά για το δικό μας δράμα –κι ας μην είναι θείο. Αλλά οι χαρμόσυνες καμπάνες μετά, σε ποιον απευθύνονται; Γιατί χαίρεται και χαμογελά ο κόσμος πατέρα; Και για ποιον χτυπάει τελικά η καμπάνα;

-Το τελευταίο δεν χρειάζεται να εξηγήσουμε σε ποιο λογοτεχνικό έργο και ποιο νόημα παραπέμπει. Γιατί θα ήταν πιο κλισέ κι από σφο με λάντα στη δεκαετία με τις βάτες, ή από τα σκίτσα του ρίζου με τον αστό να κρατάει πούρο, κι από τα κλασικά θυελλώδικα χειροκροτήματα στο σφο με το μουστάκι και τις αντίστροφες ρητορικές ερωτήσεις του (μήπως μπορούμε σφοι να πούμε ότι… -αγωνία στο κοινό- (…) όχι σφοι, δεν μπορούμε), από τη δικτατορία με «χτ» και από τις πασχαλινές ευχές για καλή επ-ανάσταση.

Αλλά τώρα στα κοντά κι όχι στη δευτέρα παρουσία (λες κι οι άλλοι πίστεψαν ποτέ στην πρώτη…)

Παρασκευή, 10 Απριλίου 2015

Πατραϊκή-πειραϊκή

Στιγμές από την πείρα των πατρινών (εξ ου και το άθλιο λογοπαίγνιο στον τίτλο).

Την περασμένη εβδομάδα η κε του μπλοκ βρέθηκε για λίγες μέρες στην πόλη της πάτρας (εκτός κι αν προτιμάς να πεις «των πατρών», αλλά τότε γιατί δε λέμε «πάτρες κι αθήνες» όπως λέμε πχ «σέρρες»;) όπου στο επίκεντρο βρέθηκαν τρία μέτωπα-ζητήματα.

Το άτυπο «λαϊκό μέτωπο» που έχει στηθεί γύρω από το θαλάσσιο μέτωπο της πόλης, την αξιοποίηση του λιμανιού και της παραλιακής ζώνης, για να μην καταλήξει η πάτρα μια (ακόμα) παραθαλάσσια πόλη χωρίς πρόσβαση στη θάλασσα. Η βασική ιδιαιτερότητα αυτού του «ΛΜ» είναι πως δεν αποτελεί δικό μας τακτικό ελιγμό, αλλά του αντιπάλου, που πονηρά σκεπτόμενος, ψηφίζει κάθε σχετική πρωτοβουλία της κόκκινης δημοτικής αρχής –που θα περνούσε έτσι κι αλλιώς με τις δικές μας ψήφους- επιχειρώντας να χτίσει ανέξοδα αγωνιστικό προφίλ. Είναι χαρακτηριστικό πως στην τελευταία κινητοποίηση στην/στον προβλήτα της αγίου νικολάου, παρέλασαν για να κάνουν λεζάντα όλα τα καλά ονόματα του αστικού πολιτικού κόσμου (από τον τέως δήμαρχο, δημαρά, και τον επικεφαλής της μείζονος αντιπολίτευσης στο δημοτικό συμβούλιο, μέχρι το φούρα (!) –χωρίς μουστάκι) που είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν και να κάνουν πράξη τις όψιμες αγωνιστικές τους ανησυχίες, τόσα χρόνια που βρίσκονταν στα πράγματα.

Θέση σε αυτό το «ΛΜ» διεκδικεί κι η κυβερνώσα αριστερά με τα διάφορα ψευδώνυμά της: παρέμβαση ενεργών πολιτών και οικολογική κίνηση πάτρας, που μοίραζε δωρεάν και το έντυπό της, με ένα θέμα για το –πάντα επίκαιρο στις καρδιές τους- τσέρνομπιλ, στο πρωτοσέλιδο. Ενώ η.. πλούσια κινηματική τους πείρα στο δρόμο φαινόταν από μικρές-μικρές λεπτομέρειες, όπως πχ ότι δεν είχαν ανοίξει μερικές τρύπες στο πανό τους, για να περνάει ο αέρας, κι έτσι κινδύνευαν να τους πάρει και να τους σηκώσει, όπως το σκυλάκι μιας διαφήμισης.

Αλλά το πιο εκπληκτικό, πιο επιβλητικό, πιο μυστηριακό και πιο μεγάλο, είναι… μια κυβέρνηση που την μποδίζουν να βαδίσει, μια κυβέρνηση που την αλυσοδένουνε. Και ποιος ακριβώς την μποδάει δηλ; Έλα ντε!
Το ωραίο της υπόθεσης λοιπόν είναι πως όλοι αυτοί, ο υποψήφιος δήμαρχος σπαρτινός, ο.. μαοϊκός χατζηλάμπρου, η μαρία κανελλοπούλου από το εμείς κι εμείς –που είναι σαν υπονοούμενο για τη μαζικότητα των συριζαίων στους δρόμους- συγκεντρώθηκαν για να παλέψουν θεωρητικά για ένα στόχο και να τον διεκδικήσουν από… ποιον αλήθεια; Από την κυβέρνηση; Δηλ από τους εαυτούς τους, που είναι στο κυβερνών κόμμα; Ή μήπως δεν είναι στην κυβέρνηση κι εκφράζουν την αριστερή της αντιπολίτευση;

Ποιος κυβερνάει τελικά αυτόν τον τόπο; Πόσο κουτόχορτο μας ταΐζουν τα στελέχη που βγαίνουν στα κεραμίδια να διαμαρτυρηθούν πχ για τα σοσιαλιστικά ματ που έστειλε η κυβέρνησή τους στις σκουριές –κι όλο αυτό το βαφτίζουν δημοκρατική πολυφωνία; Πόσο δούλεμα μας ρίχνουν όσοι θυμήθηκαν ξαφνικά μετά τις εκλογές πως άλλο πράγμα είναι η κυβέρνηση και άλλο ανέκδοτο η πραγματική εξουσία; Και πόσοι συμφωνούσαν μαζί τους προεκλογικά, όταν χλεύαζαν τους κομμουνιστές, που σημείωναν αυτήν την απλή αλήθεια;

Σημειώνω παρεμπιπτόντως μια αποστροφή από το λόγο του πελετίδη, για μια γκουμούτσα-πλοίο, που είναι παρκαρισμένο κάμποσους μήνες στον/στην προβλήτα, κλείνοντας τον ορίζοντα των πατρινών, και για άλλα αντίστοιχα καράβια εφοπλιστών, που πρέπει να τα πάρουν και να τα βάλουν.. ομολογώ πως δε θυμάμαι τι ακριβώς είπε στη συνέχεια, αλλά η στιγμιαία αυτή παύση ήταν αρκετό χρονικό διάστημα, για να οργιάσει η φαντασία στην εξουσία –ή έστω στην κυβέρνηση- και να συμπληρώσει καθείς νοερά τη φράση.

Λίγο παραδίπλα, συναντήσαμε (κατά τη διάρκεια μιας σύντομης κι όχι ιδιαίτερα ηρωικής πορείας, κατά μήκος του μετώπου) κι ένα ρώσικο ιστιοφόρο, που κρατούσε από τα χρόνια της σοβιετίας. Η πλάκα είναι πως πολλοί εξακολουθούν να συγχέουν αυτά τα δύο, ρωσία και σοβιετία, σε βαθμό που ένα πατρινό μέσο θεώρησε πετυχημένο να βάλει ως πρωταπριλιάτικο θέμα την αδελφοποίηση του δήμου με την πόλη της μόσχας, που ήταν κάποτε η μητρόπολη του κομμουνισμού. Ακόμα κρατάμε τις κοιλιές μας από τα γέλια.

Εδώ κάποιοι άλλοι θεωρούν πως ο τσίπρας ασκεί περήφανη, φιλολαϊκή πολιτική, επειδή επισκέφτηκε τον πούτιν στη ρωσία (που κάποιοι τη θεωρούν λογική συνέχεια της εσσδ, για την οποία δεν έχουν βέβαια ιδιαίτερα καλή γνώμη, έχουν όμως για τη ρωσία, επειδή συνδέεται φαντασιακά στο μυαλό τους με τη σοβιετική ένωση… και κάπου εκεί γίνεται κόμπος και κόβεται το νήμα της τοπικής λογικής) για να κλείσει συμφωνία για μπίζνες, κουβαλώντας μαζί του το λαφαζάνη και τη βαλαβάνη, για τη ρίμα και τη σημειολογία του πράγματος. Αυτοί έχουν όντως περισσότερη πλάκα.

Σε κάθε περίπτωση, το θαλάσσιο μέτωπο είναι μια πολύ διδακτική περίπτωση αλλά και πρόκληση ταυτόχρονα, για να εντοπίσουμε και να υπερβούμε τα όρια της λογικής της «κοινής δράσης πάνω στο πρόβλημα» και των κατακτήσεων στα πλαίσια του συστήματος. Και για να μάθουμε να χρησιμοποιούμε αυτά τα ζητήματα ως κρίκους για να πετύχουμε τη μεγαλύτερη συσπείρωση και κινητοποίηση του κόσμου, το μόνο εχέγγυο για να υλοποιηθούν επιμέρους στόχοι και να ανοίξει μια ευρύτερη προοπτική.

Για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο, θα περιοριστώ σε μια απλή αναφορά στα άλλα δύο μέτωπα.
Το μαθητικό φεστιβάλ στο προαύλιο του αρσάκειου, που εκτός από μαθητές, ερασιτεχνικά μαθητικά συγκροτήματα και τους φίλους τους που ήρθαν να τους χειροκροτήσουν, συγκέντρωσε κι αρκετά μεγαλύτερα παιδιά, φοιτητές και όχι μόνο, που βρήκαν την ευκαιρία να παλιμπαιδίσουν στη γωνιά του ποδοσφαίρου και του πινκ-πονκ, χωρίς να αφήνουν άλλους να πάρουν σειρά.
Και την κυριακάτικη αργία, όπου επαναλήφθηκε το σκηνικό που περιγράψαμε παραπάνω, με καμιά δεκαριά κυβερνητικούς προτεστάντες-διαμαρτυρόμενους να διεκδικούν από τον εαυτό τους «ποτέ την κυριακή» και τη μεταρρύθμιση του λούθηρου. Και με το γενικό εφησυχασμό για την «αριστερή κυβέρνηση» που θα τακτοποιήσει αυτά τα θέματα, να είναι ο πλέον σίγουρος δρόμος για την ήττα και τον ενταφιασμό της κατάκτησης της κυριακάτικης αργίας. Ήδη η σχετικά πεσμένη συμμετοχή, σχετικά με τις πρώτες αντίστοιχες κινητοποιήσεις, έχει επιφέρει ένα πισωγύρισμα ως προς τη μορφή που συνήθως επιλέγεται, καθώς η αστυνομία καραδοκεί για να εμποδίσει τον αποκλεισμό των μεγάλων εμπορικών καταστημάτων και την περιφρούρηση της απεργίας –κάτι που θα το σκεφτόταν διπλά και τρίδιπλα, αν είχε να αντιμετωπίσει πιο μαζικές συγκεντρώσεις.
Αλλά αυτό χρειάζεται πιο ενδελεχή ανάλυση, σε άλλο κείμενο.

Αντί για υστερόγραφο, κλείνουμε την ανάρτηση με ένα «παραπολιτικό», που έβγαλαν τα νέα και το στιγμιότυπο του κουτσούμπα και του πελετίδη (με το σοφιανό) στον τελικό του κυπέλλου μπάσκετ μεταξύ παναθηναϊκού κι απόλλωνα πατρών –με τον οποίο υπάρχουν πολύ καλές σχέσεις, πιθανότατα λόγω του κ. πετρόπουλου και του αδελφού του. Το τρόπαιο βέβαια κατέληξε στα χέρια των πράσινων του γιαννακόπουλου, που ως γνήσια εθνική, αστική, φαρμακοβιομηχανική τάξη, στήριξε την πρώτη φορά αριστερά στις πρόσφατες εκλογές. Πανηγύρισε τον τίτλο όμως ένας άλλος δηλωμένος οπαδός του κκε, ο πλέι μέικερ του τριφυλλιού, νίκος παππάς.


Και το ερώτημα που μπαίνει είναι: αν η αλέκα ήταν φίλα προσκείμενη στον παο, και βασικά στην μπαρτσελόνα, και βασικά στον αθλητισμό γενικά, ο τωρινός γγ τι ομάδα είναι;

Πέμπτη, 9 Απριλίου 2015

Το όπιο του λαού

Αναδημοσίευση από το Ατέχνως

Αυτές τις γιορτάρες μέρες, η σκέψη σκοντάφτει σε πεισματάρικα γεγονότα και οδηγείται μηχανικά στα ίδια συμπεράσματα: η θρησκεία είναι το όπιο του λαού, όπως σημείωνε κι ο Μαρξ. Για να προσθέσει μετά από μερικά χρόνια ο Λένιν πως «η θρησκεία είναι μια απ’ τις μορφές της πνευματικής καταπίεσης που καταδυναστεύει παντού τις λαϊκές μάζες, που τσακίζονται στη δουλειά προς όφελος τρίτων. Η αδυναμία των τάξεων που υφίστανται την εκμετάλλευση στην πάλη τους ενάντια στους εκμεταλλευτές γεννάει την πίστη σε μια καλύτερη ζωή μετά θάνατο, το ίδιο αναπόφευκτα όπως η αδυναμία του άγριου, στην πάλη του με τη φύση, γεννάει την πίστη στους θεούς, τους σατανάδες, στα θαύματα, κλπ».

Δεν εξαντλείται όμως τόσο απλά το θέμα. Ο Μαρξ συμπλήρωνε αμέσως μετά τη γνωστή φράση για το όπιο (που αποκόπηκε και αυτονομήθηκε) πως «η θρησκεία αποτελεί την καρδιά ενός άκαρδου κόσμου». Το όπιο ως ναρκωτικό μπορεί να χρησιμοποιηθεί και για ιατρικούς σκοπούς, ως παυσίπονο. Κι ως παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του αναζητώντας τη μετά θάνατον δικαίωση. Και μια ελπίδα για να πορεύεται και να αντέξει στην ατέλειωτη κοιλάδα των δακρύων που λέμε ζωή.

Κατά μία έννοια όμως κι η σοσιαλδημοκρατία είναι ένα σύγχρονο όπιο του λαού, με γλυκερές ρεφορμιστικές ουτοπίες για όσους εύπιστους θέλουν να παραμυθιαστούν: Δευτέρα Παρουσία, καπιταλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο, διαταξική συνεργασία, κτλ. Μια προσπάθεια-ματαιοπονία να καταπολεμηθεί με ασπιρίνες ένα σύστημα βαριά άρρωστο, σε προχωρημένη σήψη και στάδιο καρκίνου. Παστίλιες για τα κέρδη του άλλου, όπως θα έλεγε παραφρασμένη και μια διαφήμιση. Ή με άλλα λόγια, η σοσιαλδημοκρατία είναι ο «δίκαιος συμβιβασμός» ενός άδικου κόσμου, η καρδιά ενός άκαρδου συστήματος, που έχει στο DNA του τα κέρδη του και την εκμετάλλευση που τα αυγατίζει.

Σε κάθε περίπτωση βέβαια, το δικό μας πρόβλημα δεν είναι με τον χρήστη ναρκωτικών ουσιών, αλλά με τον έμπορο που τις καλλιεργεί και τις εμπορεύεται συστηματικά –είτε μιλάμε για το κανονικό όπιο, είτε για τη μεταφορική του σημασία (πολιτική, θρησκευτική, κτλ). Συνεπώς είναι ζητούμενο, δύσκολο προς κατάκτηση, να πολεμήσουμε σταθερά και επίμονα τη διάδοσή τους, χωρίς εκπτώσεις στο περιεχόμενο, αλλά και χωρίς να προσβάλουμε τους ίδιους τους πιστούς και τους ψηφοφόρους για τις αυταπάτες που τρέφουν. Και αυτό δε σημαίνει να πάμε με τα νερά τους και να τα ανοίξουμε στα δύο με το μαγικό μας ραβδί. Αλλά να καταπολεμήσουμε όλες τις αυταπάτες, σκληρές και μαλακές, ανεξάρτητα από το φιλολαϊκό, ριζοσπαστικό τους μανδύα (με το δηλητήριο του Νέσσου, που σκότωσε τον Ηρακλή).

Και το κυριότερο, να μην υποκαταστήσουμε αυτές τις ουσίες και ξεπέσουμε οι ίδιοι σε κάποια μορφή θρησκείας, θεϊκών εντολών-κανόνων και αφηρημένων εξαγγελιών για το απώτερο μέλλον, που θα έρθουν από τα πάνω, θεόσταλτες, ως μάννα εξ ουρανού, με το λαό στο περιθώριο, δειλό, μοιραίο και άβουλο αντάμα, προσμένοντας ίσως κάποιο θάμα και την άνωθεν σωτηρία του. Μόνο αν σπάσει αυτό το απόστημα της ανάθεσης και κουνήσει την χείρα του (συν Αθηνά), χωρίς να περιμένει την ευτυχία να έρθει από το αόρατο χέρι της (καπιταλιστικής) αγοράς του Άνταμ Σμιθ, θα μπορέσει ο περιούσιος λαός να κάνει κοινωνική περιουσία τον πλούτο που παράγει. Μόνο τότε θα συμμετέχει στο θείο μυστήριο της επ-ανάστασης και το δικό του πέρασμα (Πεσάχ, δηλ Πάσχα) στην κοινωνία του μέλλοντος και τηγη της επαγγελίας.

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2015

Κράτα ένα ψέμα για το τέλος

Το προηγούμενο διάστημα υπήρχαν αρκετές επετειακές αφορμές, που προσφέρονταν για διάφορους συνειρμούς αλλά πέρασαν αναξιοποίητες από την κε του μπλοκ κι είπα να τις μαζέψω σε ένα συγκεντρωτικό κείμενο, για να μην πάνε τελείως χαμένες.

25 ΜΑΡΤΗ: η προφανής κριτική-σάτιρα εστιάζει στην πρωτότυπη συγκατοίκηση ενός «αριστερού προοδευτικού κόμματος» με τον καμμένο, το έθιμο των παρελάσεων και τα εθνικιστικά συνθήματα των ειδικών δυνάμεων. Πρώτη φορά φασιστερά, όπως λένε και κάτι αναρχικοί στην πάτρα. Ναι αλλά εσείς οι σταλινικοί δεν έχετε δικαίωμα δια να ομιλείτε, γιατί και στη σοβιετική ένωση υπήρχαν παρελάσεις, κτλ. Ο κόκκινος στρατός τιμούσε βέβαια, μεταξύ άλλων, εκατομμύρια νεκρούς στη μάχη ενάντια στο φασισμό και δεν τραγουδούσε στα εμβατήριά του ότι θα πάρει την πόλη. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Το ζουμί βρίσκεται στην επικαιροποίηση της επετείου. Πέρα από την κατάργηση του μνημονίου και των εφαρμοστικών του νόμων, που θα ‘ρθει με το κρίνο, χωρίς αίματα, σύγκρουση με την εε και άλλες τέτοιες εξαλλοσύνες. Η νέα κυβέρνηση θυμίζει έντονα τη θέση της ελληνικής αστικής τάξης στην επανάσταση του 21’, όπου εμφανιζόταν ως γνήσιος εκφραστής των απελευθερωτικών αγώνων, αλλά φοβόταν την αποφασιστική ενίσχυση του λαϊκού παράγοντα κι έτσι παρέμεινε σταθερά προσδεμένη στο λεγόμενο αστοτσιφιλικάδικο συνασπισμό εξουσίας, αναζητώντας μόνο κατά διαστήματα έναν πιο επωφελή συμβιβασμό. Μια ανάγνωση του (διαχρονικά επίκαιρου) σχετικού βιβλίου του κορδάτου για την κοινωνική σημασία της επανάστασης του 21’, ιδωμένη από μια σύγχρονη σκοπιά προσφέρει πολύτιμα εργαλεία και συμπεράσματα.

30 ΜΑΡΤΗ: Ο μπελογιάννης ζει μες στις καρδιές μας. Αλλά εκτελείται ξανά κάθε φορά που επιχειρούν να καπηλευτούν το όνομά του και να αντλήσουν πολιτική υπεραξία από τη θυσία του. Ιδίως όταν οι δράστες της καπηλείας παρουσιάζουν τους εαυτούς τους ως ηρωικούς διαπραγματευτές, που θέλουν να φέρουν αλλαγές και βελτιώσεις, αλλά δνε τους αφήνουν οι μεγάλοι εταίροι τους. Περίπου όπως παρουσιάζει δηλ και τον πλαστήρα η ταινία «ο άνθρωπος με το γαρίφαλο»: είναι καλός, θέλει, προσπαθεί, προβληματίζεται, αλλά... δεν τον αφήνουν. Και ευτυχώς (για αυτήν περισσότερο) που δεν έχει να διαχειριστεί η τωρινή συγκυβέρνηση την καυτή πατάτα ενός κομμουνιστή πολιτικού κρατούμενου (με μεγαλύτερο ειδικό βάρος από τους αναρχικούς απεργούς πείνας) και τις πιέσεις κάποιου μεγάλου.. θεσμού. Γιατί, μπορεί να έχει δεμένα τα χέρια της (οικειοθελώς) και να μην μπορεί να προβεί σε μονομερείς ενέργειες για μισθούς και συντάξεις, αλλά δεν είχε κανένα ενδοιασμό να δώσει μερικά εκατομμυριάκια (τι ψυχή έχουν μωρέ;) για να ανακαινίσει κάτι μαχητικά αεροσκάφη και να τονώσει τις διεθνείς φιλίες της. Και πώς να χαλάσεις μετά χατίρι σε ένα φίλο;

31 ΜΑΡΤΗ: Από το παράθυρο του τρένου, όπως κατεβαίνεις προς αθήνα, κλέβουν την παράσταση οι χιονισμένες κορυφές του όλυμπου. Εκτός κι αν τον καλύπτουν σύννεφα καταιγίδας, οπότε βροντάει κι αστράφτει (η γκιώνα). Ή εκτός κι αν είναι 31 μαρτίου κι ο λογισμός τρέχει στην κωμόπολη στους πρόποδες του βουνού και το αστυνομικό της τμήμα, σε μια νύχτα εκλογικής αποχής. Κι ύστερα από κάποιες μέρες μαθαίνεις από το πρωτοσέλιδο της ανεπίσημης εφημερίδας της κυβερνήσεως (εφ-συν) πως το κουκουέ ξεμπερδεύει με τον ζαχαριάδη και το πρώτο γράμμα του. Οπότε φροντίζεις να πάρεις το πρωτότυπο, για να δεις την πραγματική πραγματικότητα.

Στα επίσημα κείμενα του ΚΚΕ (5ος τόμ. 1940-1945) περιέχεται μόνο το Α’ γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη, ενώ το Β’ και το Γ’ περιλαμβάνονται στο Παράρτημα του ίδιου τόμου. Αυτός ο πολιτικά λαθεμένος διαχωρισμός θα αρθεί σε νέα έκδοση του συγκεκριμένου τόμου.
Επί πολλά χρόνια στο παρελθόν το ΚΚΕ τοποθετήθηκε εκθειάζοντας το Α’ γράμμα του Ν. Ζαχαριάδη και αποσιωπώντας τα άλλα δύο ή κρατώντας αρνητική στάση απέναντι σε αυτά. Το 1956 και για ένα διάστημα μετά, η καθοδήγηση του Κόμματος, που είχε προκύψει από τη δεξι΄λα οπορτουνιστική στροφή της 6ης Πλατιάς Ολομέλειας (11-12 Μάρτη 1956), καταδίκασε τον Ζαχαριάδη για το Α’ γράμμα, στο πλαίσιο της γενικότερης καταδίκης του επί 25 χρόνια ΓΓ της ΚΕ. Αργότερα το ΚΚΕ, συνεχίζοντας να κατά αρνητική στάση στο Β’ και στο Γ΄γράμμα, τοποθετήθηκε εξολοκλήρου θετικά στο Α’ γράμμα, ενώ στην πράξη ακύρωσε την κατηγορία για συνεργασία του Ζαχαριάδη με τον ταξικό εχθρό.
Πριν 4 χρόνια το Κόμμα μας, όπως είναι γνωστό, με ειδική απόφαση της Πανελλαδικής Συνδιάσκεψης του ΚΚΕ (16 Ιούλη 2011) αποκατέστησε επίσημα και πλήρως το Νίκο Ζαχαριάδη, ακυρώνοντας όλες τις πρηγούμενες κομματικές αποφάσεις εις βάρος του.

(Το ΚΚΕ στον ιταλλοελληνικό πόλεμο 1940-41, πρόλογος, σ. 12-13, εκδ. Σύγχρονη Εποχή).

Κι από το ίδιο, στη σελ 15.
Πολλά γράφονται από κατά καιρούς αποχωρήσαντες από το ΚΚΕ, διαγραμμένους λόγω συστηματικής και ομαδοποιημένης έκφρασης των διαφωνιών τους σχετικά με το Πρόγραμμα και τις θέσεις του Κόμματος, αλλά και σε κρίσιμα ζητήματα της ιστορίας του. Επιχειρώντας συνειδητά να σπείρουν την αμφισβήτηση και να υπονομεύσουν την πολιτική γραμμή του ΚΚΕ, ακριβώς επειδή επιδιώκουν μία πολιτική σύμπραξης με αστικές (σοσιαλδημοκρατικής χροιάς) δυνάμεις, επιδίδονται σε συκοφαντίες, όπως ότι το ΚΚΕ αποστασιοποιείται και βάλλει ενάντια στις ένδοξες στιγμές της ιστορίας του και της ΚΔ.
(...) Η προσέγγιση από το ΚΚΕ της ιστορίας του και συνολικά της ιστορίας του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος αντιμάχεται το μηδενισμό και τη λαθολογία που μετέρχεται ο ταξικός εχθρός και οι οπορτουνιστές. Ταυτόχρονα, αντιμάχεται και τον οπορτουνιστικό εξωραϊσμό που συνοδεύεται από αδυναμία και άρνηση εξαγωγής διδαγμάτων, χαρακτηριστικά που εκ των πραγμάτων επίσης βοηθούν τον ταξικό εχθρό.

1 ΑΠΡΙΛΗ: Οι ιδέες για πρωταπριλιάτικο κείμενο (το κυβερνητικό πρόγραμμα και τις προγραμματικές δηλώσεις) δεν κινδυνεύουν να καούν, θα είναι το ίδιο επίκαιρες και του χρόνου. Το ζήτημα είναι –όπως λέει κι ο τίτλος της ανάρτησης- να κρατήσουν ένα ψέμα για το τέλος. Γιατί με ψέματα τετραετία δε βγαίνει..


6ΑΠΡΙΛΗ: Όχι ντάξει, ας κλείσουμε με κάτι πιο σοβαρό μουσικά. Τριάντα χρόνια από τη συναυλία στο νέο φάληρο.


Κυριακή, 5 Απριλίου 2015

Ένα σου σημάδι μόνο

Αναδημοσίευση από το Ατέχνως

Σε πολλές συζητήσεις πριν και μετά τις εκλογές, η μόνιμη επωδός που μπορούσε να ακούσει κανείς για το ΣΥΡΙΖΑ ήταν: έστω κι ένα μόνο να κάνει απ’ όσα λέει… Ο φόβος του μη χειρότερα, ντυμένος τη λεοντή της ελπίδας, έριχνε τον πήχη των προσδοκιών και των απαιτήσεων από τη νέα συγκυβέρνηση περίπου στο ύψος μιας εφημερίδας. «Ε, δεν μπορεί, θα τον περάσει…» σκεφτόσουν. Και μετά, περνάνε οι μέρες (οι μήνες, τα χρόνια) κι αρχίζεις να μονολογείς σαν τον Μπέζο σε εκείνο το προεκλογικό σποτάκι της ΔΗΜΑΡ: Μπορεί; Δεν μπορεί… Μπορεί!


Όσοι παρακολούθησαν εν τω μεταξύ την πρόσφατη κοινοβουλευτική ενημέρωση για την πορεία της ηρωικής διαπραγμάτευσης της ελληνικής κυβέρνησης στο Brussels Group (δηλ με τους εταίρους μας, δηλ με τους θεσμούς, δηλ με την τρόικα), έμειναν πιθανότατα με την απορία για ποιο λόγο έγινε και τι σκοπό εξυπηρετούσε. Δεν έχουμε παράπονο βέβαια. Είδαμε πχ την Χρυσή Αυγή να παίζει το ρόλο της… συμπολιτευόμενης αντιπολίτευσης· το Θεοδωράκη να προτείνει κοινοπραξίες για την καλύτερη μοιρασιά στα μονοπώλια και να κερδίζει το ενδιαφέρον του Αλέξη Τσίπρα· και το Σαμαρά να επιδεικνύει το βαρύ αντρισμό του, μετά το στιλ καλαματιανού βαρύμαγκα, που είχε υιοθετήσει από πριν ως πρωθυπουργός.

Αυτό το τελευταίο παίζει να ήταν κι ο πραγματικός λόγος που η κυβέρνηση επιδίωξε τη συζήτηση στη βουλή. Να υπενθυμίσει δηλαδή στο εκλογικό σώμα πως, ό,τι και να κάνει, οι προκάτοχοί της ήταν (οι) χειρότεροι (ο χαμηλός πήχης που λέγαμε). Κι αν αυτός ήταν ο αντικειμενικός σκοπός της, τότε επιτεύχθηκε με το παραπάνω (και δε θα δυσκολευτεί να τον πετυχαίνει, όσο γαντζώνεται στην ηγεσία της ΝΔ ο Σαμαράς). Σκοντάφτουμε και πάλι όμως στο αρχικό ζητούμενο: έστω κι ένα να κάνει απ’ όσα λέει
Προς το παρόν ο λογαριασμός γράφει μηδέν, αλλά μας μένει η φρούδα παρηγοριά πως σταμάτησε ο κατήφορος και τουλάχιστον δεν παίρνονται νέα, χειρότερα μέτρα. Δείγμα ίσως πως «δεν πηγαίνει παρακάτω, τώρα φτάσαμε στον πάτο». Ή ότι τέλος πάντων, τον πλησιάζουμε επικίνδυνα.

Ακόμα και αν υποθέσουμε καλόπιστα πως από τη συγκυβέρνηση δε λείπει η πολιτική βούληση να προχωρήσει στις απαραίτητες ρήξεις, έχει δεμένα τα χέρια της, καθώς δεν μπορεί να προβεί σε μονομερείς ενέργειες, χωρίς την έγκριση των δανειστών της. Κι ως τέτοιες δε θεωρούνται πχ μια πιθανή έξοδος από την ευρωζώνη και την ΕΕ, η διαγραφή του χρέους, κτλ, αλλά και απλά μέτρα, όπως πχ η επαναφορά του βασικού μισθού στα 751 ευρώ. Μα επιτέλους, «ποιος κυβερνά αυτόν τον τόπο;» αναρωτιέται κανείς, όπως ο Καραμανλής, που εσχάτως έχει κερδίσει αρκετά εγκωμιαστικά σχόλια και κριτικές από το βασικό κυβερνητικό εταίρο (οι Ανελ τον έχουνε έτσι και αλλιώς κορόνα στο κεφάλι τους). Αλλά αν αυτός είχε χαρακτηριστεί κάποτε ως «σοσιαλμανής», υπάρχει έστω και ένας (κατά το «έστω κι ένα να κάνει…») που θα μπορούσε να πει το ίδιο για την πρώτη φορά Αριστερά –έστω και καθ’ υπερβολή;

Το περιβόητο πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης (που από άμεσο πρόγραμμα εκατό ημερών απέκτησε ορίζοντα τετραετίας και βλέπουμε) και οι προγραμματικές δηλώσεις της νέας συγκυβέρνησης, θα μπορούσαν να διαβαστούν ξανά αυτούσιες και ως πρωταπριλιάτικο διάγγελμα-φάρσα. Κάποιοι φαίνεται να διατηρούν παλιότερες οικουμενικές αυταπάτες, πως μπορούν δηλ να παγώσουν τα κρίσιμα ζητήματα (μισθολογικό, ασφαλιστικό, κτλ), χωρίς να εφαρμοστεί καμία πολιτική-στρατηγική κατεύθυνση, για να κερδηθεί χρόνος. Αλλά η ζωή κι η ταξική πάλη δε γνωρίζει από ανακωχές, ενώ το κυρίαρχο πλαίσιο (που δεν έχει αλλάξει στο παραμικρό) καθορίζει πάντα τη γενική κατεύθυνση.

Πάλι καλά δηλ που η σημερινή συγκυρία δεν παρουσιάζεται ως μια ιδιότυπη δυαδική εξουσία, με δύο κέντρα αποφάσεων και επαναστατική κατάσταση. Ακόμα και αν ήταν όμως ο ΣΥΡΙΖΑ η επανάσταση που θα άλλαζε την Ευρώπη κι η Ελλάδα αδύναμος κρίκος στην αλυσίδα της ΕΕ, τι θα γίνει μετά τα πρώτα μέλια, όταν χαθεί η αρχική φόρα απ’ την «επαναστατική ορμή» -που δεν έχει παρασύρει απολύτως τίποτα; Και αν η Οχτωβριανή επανάσταση έλυσε με τα πρώτα διατάγματά τα ζητήματα της γης και της ειρήνης, ποιο ακριβώς είναι το αντίστοιχο διάταγμα της νέας συγκυβέρνησης; Το νομοσχέδιο για την ανθρωπιστική κρίση; Οι εκατό δόσεις για εισπρακτικούς ουσιαστικά λόγους; Η ηθική δικαίωση που διεκδικούμε αντί για τις γερμανικές αποζημιώσεις;

Πολλοί σύντροφοι προσπαθούν να αποφανθούν αν ο ΣΥΡΙΖΑ έχει κάνει κάποιου είδους κυβίστηση (κωλοτούμπα, για να συνεννοούμαστε) σε σχέση με τις εξαγγελίες του, ή αν είχε λειάνει ούτως ή άλλως προεκλογικά τον πολιτικό του λόγο, αφαιρώντας κάθε υποψία αιχμής προς το κυρίαρχο πλαίσιο, ώστε κανείς να μην μπορεί να προφασιστεί πως ξεγελάστηκε. Δεν μπαίνουν όμως αντιπαραθετικά αυτές οι πλευρές· η μία δεν αναιρεί την άλλη.

Το βασικό εξάλλου δεν είναι αυτή καθαυτή η συγκυβέρνηση κι οι αυταπάτες που καλλιεργεί, αλλά ο κόσμος που τις καταναλώνει. Σε αυτόν απευθυνόμαστε, για να του πούμε το εξής απλό: ποιο είναι αυτό το –έστω κι ένα- συγκεκριμένο βήμα, που είδε να γίνεται προς τη σωστή κατεύθυνση; Και αν μια κυβέρνηση δεν μπορεί να προχωρήσει μονομερώς έστω και σε αυτό το ένα, το επιμέρους, σε κάτι συμβολικό, εντός αυτού του γενικού πλαισίου, τι άλλη απόδειξη χρειάζεται για να μας πείσει πως ήρθε ο καιρός να σκεφτούμε έξω από τα όρια του συστήματος;