Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Μια συζήτηση που έγινε

Αυτές τις μέρες το πόρταλ του 902 κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα στη σαραντάχρονη σχεδόν ιστορία των φεστιβάλ της οργάνωσης, που συνεχώς εμπλουτίζεται (κι ο θεσμός και το αφιέρωμα αυτό καθαυτό). Μία από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές αυτής της διαδρομής, με κάπως προλεκάλτ χαρακτήρα, που δε θα είχε πάντως θέση σε ένα τέτοιο αφιέρωμα, ήταν η πολιτική συζήτηση με θέμα «νεολαία και κοινωνική εξέλιξη», που είχε γίνει στα πλαίσια του 14ου φεστιβάλ, εν έτει 1988, όπου πήραν μέρος: ο ανδρέας ανδριανόπουλος της νέας δημοκρατίας, ο γ. παπαδάτος του πασοκ, και ο νίκος κοτζιάς από την κετουκε, στο τελευταίο του φεστιβάλ ως κομματικό μέλος. Συμμετείχαν δηλ οι δύο ιδεολογικοί υπεύθυνοι της νδ και του κκε αντιστοίχως, που σε ένα βάθος χρόνου βρέθηκαν στο κόμμα του τρίτου ομιλητή, αποδεικνύοντας πως σχεδόν όλη η χώρα ήταν (και είναι) κατά κάποιον τρόπο πασοκ, άλλο αν κανείς δεν το αποδεχόταν ιδεολογικά, όπως φάνηκε και από μια παρέμβαση του ανδριανόπουλου στη συζήτηση.
Εδώ βέβαια υπάρχει ένα πρόβλημα. Η μεν Αριστερά θέλει να χρεώσει το ΠΑΣΟΚ στη Δεξιά, η δε Δεξιά απεταξάτω το ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς το θέμα είναι τι είναι το ΠΑΣΟΚ. Εμείς λέμε ότι δεν είναι Δεξιά. Η Αριστερά λέει ότι είναι Δεξιά, το ΠΑΣΟΚ λέει ότι είναι Αριστερά. Προφανώς το ΠΑΣΟΚ είναι μαγική εικόνα. Κανείς δεν το θέλει.

Τα πρακτικά εκείνης της συζήτησης, μαζί με κάποια κείμενα του κοτζιά για το σοσιαλισμό και μία ακόμα συζήτηση με τον ανδριανόπουλο στο ραδιόφωνο, κυκλοφόρησαν σε μια μικρή μπροσούρα από τις εκδόσεις οδηγητής, που πρόλαβαν να εκδώσουν μερικά διαμαντάκια στη σχετικά σύντομη πορεία τους. Το πολιτικό κλίμα, οι πληρωμένες ατάκες και η (χάρη στη στερνή μας γνώση) τραγική ειρωνεία της ιστορίας –που κυκλοφορούσε πηχτή στην ατμόσφαιρα της συζήτησης και ένιωθες πως μπορείς να απλώσεις το χέρι και να την αγγίξεις- δεν μπορούν να χωρέσουν σε μία μόνο ανάρτηση. Έτσι, η κε του μπλοκ προχωρά σε μια δύσκολη επιλογή και παρουσιάζει ένα μικρό δείγμα από τα καλύτερα στιγμιότυπα της εκδήλωσης.

Ο παπαδάτος κι ο ανδριανόπουλος δίνουν, με πνεύμα κνίτικης άμιλλας, αγώνα για την πιο γραφική φράση-άποψη.
Ο πρώτος πχ, αφού αναπαράγει τα γνωστά και τετριμμένα τριτοδρομικά σχήματα με «περισσότερη αυτοδιαχείριση», αποφαίνεται πως οι αναλύσεις του Μαρξ θα λέγαμε ότι ήταν ισχυρές μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Από εκεί και πέρα μια καινούρια κοινωνία έχει αναπτυχθεί μια καινούρια κοινωνία, στη θέση των μέσων παραγωγής, των υλικών αγαθών, που ήταν το κύριο πεδίο παρέμβασης για άντληση εξουσίας έχουν μπει οι επικοινωνίες και οι υπηρεσίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ σήμερα μόνο 22,5% έχουν σχέση με την επικοινωνία, την πληροφορική και τις υπηρεσίες. Έτσι, υπάρχουν καινούρια υποκείμενα, αυτό που λέμε κοινωνική αλλαγή ή κοινωνική επανάσταση ή απλώς αλλαγή.
Και φτάνει στο κερασάκι: η κυρίαρχη αντίφαση της σημερινής κοινωνίας; Ένας κλασικός μαρξιστής θα έλεγε, οι σχέσεις μεταξύ του βιομηχανικού προλεταριάτου, των χειρωνακτών, των εργαζομένων και του κεφάλαιου. Πολύ φοβόμαστε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει.
Η κυρίαρχη αντίφαση της σημερινής κοινωνίας σε μια αναπτυγμένη χώρα της Δύσης, της Δ.Ευρώπης –και κει σταδιακά βαδίζει και η ελληνική- είναι η κυρίαρχη αντίφαση μεταξύ αυτών που έχουν τις γνώσεις και κάποιων άλλων που δεν τις έχουν. Μεταξύ αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις και κάποιων άλλων που δεν τις παίρνουν.

Ενώ παρακάτω προσθέτει τα εξής εκπληκτικά: δεν υπάρχει σκάνδαλο που το ΠΑΣΟΚ πρώτο δε θα χτυπήσει, δε θα καταγγείλει και δε θα θέσει τα πράγματα όπως πρέπει. Όμως τα υποτιθέμενα σκάνδαλα δεν μπορεί να είναι η βάση της πολιτικής αντιπαράθεσης (…) δημιουργούνται πιο πολύ από το κοινωνικό σύστημα παρά από τις υποτιθέμενες κοινωνικές ή πολιτικές δυνάμεις που είναι στον κρατικό μηχανισμό. Για να αλλάξουν πρέπει να είναι και καινούριες παραγωγικές σχέσεις, καινούρια ιδεολογία. Θέλει να περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσουν όλοι οι κρατικοί υπάλληλοι, όλοι αυτοί που αγωνίζονται για το λαό να προχωρήσουν.
Υπ’ όψιν πως είμαστε ήδη στο φθινόπωρο του 88’, με τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για το σκάνδαλο κοσκωτά να παίρνουν μορφή χιονοστιβάδας.

Ο ανδριανόπουλος αποκηρύσσει εκ μέρους του φιλελευθερισμού την χούντα του πινοσέτ στην χιλή. Η εφαρμογή μιας μηχανικής οικονομικής τεχνικής, όπως ο μονεταρισμός δε σημαίνει τίποτα από μόνη της γιατί «δε νομίζω ένα σύστημα ιδεών και μια πολιτική τοποθέτηση να έχει ευθύνες για την εφαρμογή μιας μερίδας ενός συγκεκριμένου πολιτικού πακέτου από οποιοδήποτε καθεστώς». «Ούτε μπορεί να πιστεύει κάποιος σοβαρά ότι λειτουργούσαν σωστά οι μηχανισμοί της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, όταν για παράδειγμα απαγορευόταν η δημιουργία συνδικάτων, απαγορευόταν η απεργία, απαγορευόταν το διεκδικητικό κίνημα, δεν ήταν δυνατή η διακίνηση ιδεών, θέσεων και προϊόντων ακόμα στο εμπόριο».

Στη συνέχεια προτάσσει το κλασικό επιχείρημα των ελλήνων νεοφιλελεύθερων.
Εγώ δεν πιστεύω πως υπάρχει καπιταλιστικό σύστημα στην Ελλάδα. Τι είναι επιτέλους αυτός ο περίφημος καπιταλισμός; Το ότι δηλαδή υπάρχει ένας διαστρεβλωμένος καπιταλισμός, με ένα διογκωμένο δημόσιο τομέα, που κατά τη γνώμη μου είναι υπεύθυνος για όλα τα προβλήματα; Όπως εσείς αγωνίζεστε για το σωστό κομμουνισμό, έτσι κι εμείς, επιτρέψτε μου να σας πω, πως αγωνιζόμαστε για το σωστό και ορθόδοξο καπιταλισμό, που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Στη μεταπολεμική Ελλάδα δεν εβιάσθη η ελεύθερη οικονομία. Γεννήθηκε διακορευμένη.
Κι όταν παρακάτω προβάλλει την ένσταση ότι «κριτικάρετε ένα σύστημα που ούτε κι εγώ θέλω», ο κοτζιάς δηλώνει συγκινημένος, γιατί υπάρχει ένα ορφανό χωρίς ορφανοτροφείο: ο καπιταλισμός.

Στη συνέχεια ο παπαδάτος αναφέρεται στα λαϊκά στρώματα που στηρίζουν την αλλαγή, σε αντίθεση με τις κοινωνικές δυνάμεις που στηρίζουν το πρόγραμμα της νδ, για να πάρει τη σκυτάλη ο αα και να ζωγραφίσει.
Όσον αφορά στην τοποθέτηση του κ. Παπαδάτου ότι «ξέρουμε σε ποιες δυνάμεις στηρίζεται η ΝΔ». Ακούω το ΚΚΕ στηρίζεται στους εργαζόμενους, το ΠΑΣΟΚ το ίδιο, εμείς δηλαδή πού στηριζόμαστε; Στους άνεργους;
-Στα μονοπώλια και στο κεφάλαιο –του λέει ο παπαδάτος.
-Μα, κ. Παπαδάτε, το κεφάλαιο περνάει πολύ ωραία επί σοσιαλισμού στην Ελλάδα, απαντά ο ανδριανόπουλος. Δεν είναι ανάγκη να θέλει να ρισάρει με τη ΝΔ. Ακούσατε τις ομιλίες τους ΣΕΒ; Ο σοσιαλισμός, τουλάχιστον στην Ελλάδα, θυμίζει τον Άγιο Βασίλη, μόνο που ο λαός κουβαλάει το έλκηθρο.
Τόμπολα.

Το γαλαζοπράσινο δίδυμο αναπαράγει ασφαλώς και το ιδεολόγημα του χάσματος των γενεών, που τείνει να αντικαταστήσει την πάλη των τάξεων. Πάνω σε αυτό δε ο ανδριανόπουλος ξεσπαθώνει κατά του ξεπερασμένου διαχωρισμού «αριστεράς-δεξιάς»:
Ακριβώς αυτό είναι που προκαλεί το φαινόμενο σήμερα στη συζήτηση να έχετε τόσο λίγα κεφάλια με σγουρά μαλλιά και να ‘χετε περισσότερα κεφάλια με φαλάκρα. Αυτού του είδους η αντιπαράθεση, από δω ο αριστερός, από δω ο δεξιός, δεν υπάρχει, έχει ξεπεραστεί. Μου δίνετε την εντύπωση, από την άλλη μεριά, ανθρώπων που αντιμετωπίζω κι εγώ από το δικό μου τον χώρο: ανθρώπων που ξημερώνονται και κοιμούνται βλέποντας τα χέρια των κομμουνιστών γεμάτα αίματα. Αυτά είναι σημάδια ξεπερασμένα για την ελληνική κοινωνία. Ο φίλος μου ο Μ. Θεοδωράκης κάνει μια συναυλία και δεν πολυπηγαίνει η νεολαία. Μα όταν βγάζει ένα τραγούδι τελευταία και μιλάει για τα κουτούκια της Καισαριανής και η Καισαριανή είναι όλο φαστφουντάδικα σήμερα, ποιος νεολαίος των 18, των 20, των 22 θα συγκινηθεί από ένα τέτοιο τραγούδι;

Εντυπωσιακές είναι κι οι αναφορές, που γίνονται σχετικά με το κράτος και την κυβέρνηση, θέμα που ήρθε και σχετικά πρόσφατα στο προσκήνιο της πολιτικής επικαιρότητας.
Ο παπαδάτος λέει σε ένα σημείο πως ακόμα στην Ελλάδα το σύστημα είναι καπιταλιστικό. Υπάρχει απλά μια σοσιαλιστική κυβέρνηση που προσπαθεί, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει το σύστημα έτσι εύκολα.
Ενώ ο κοτζιάς, σύμφωνα και με την πολιτική γραμμή εκείνης της εποχής, απαντάει: αυτή τη στιγμή έχω την αίσθηση ότι δίπλα μου κάθεται η πρώην κυβέρνηση (ΝΔ), η νυν κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ), ενώ από εδώ κάθεται η μέλλουσα κυβέρνηση, της αριστεράς βέβαια (αν και θα χρειαστεί να περιμένει λίγο ακόμα για να δει να υλοποιείται αυτό το σενάριο). Σε ένα άλλο σημείο αναφέρεται στην πείρα της κυβέρνησης του βουνού και συμπληρώνει: το ΚΚΕ υπήρξε κάποτε κυβέρνηση, έδωσε εξετάσεις στην κυβέρνηση των βουνών. Κι αν είμαστε η μόνη κυβέρνηση, που πήρε άριστα στην ιστορία αυτού του τόπου, δεν αξίζει τον κόπο να ξαναδοκιμάσουμε έστω και με 19 στα 20 αυτή τη φορά;

Στη συζήτηση για το κράτος όμως οι τοξίνες της γραφικότητας χτυπάνε κόκκινο. Είδαμε πριν τον ανδριανόπουλο να μην αναγνωρίζει την πατρότητα του εν ελλάδι συστήματος. Ο παπαδάτος ρίχνει τις ευθύνες στην καμένη γη και τα κατάλοιπα της δεξιάς: δεν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να έχει τις ευθύνες για οποιαδήποτε πράξη 500.000 κρατικών λειτουργών. Δεν τους προσέλαβε το ΠΑΣΟΚ, δεν τους εκπαίδευσε το ΠΑΣΟΚ, δεν τους στηρίζει το ΠΑΣΟΚ, αλλά εκείνες οι δυνάμεις που τους βάλανε και οι κοινωνικές δυνάμεις που δεν τους περιορίζουν με την κοινωνική τους δράση. Ενώ ο κοτζιάς σημειώνει: το κράτος έχει τα μαύρα του τα χάλια που ακούσαμε κι ακόμα χειρότερα, αλλά σας το χαρίζουμε. Ούτε το φτιάξαμε, ούτε το διεκδικήσαμε, ούτε το θέλουμε.

Λίγο πριν είχε αναφερθεί στην κλασική νεοφιλελεύθερη άποψη για «λιγότερο κράτος» και τις θεωρίες του πασόκ για «λιγότερο συγκεντρωτικό κράτος», στα πλαίσια της αυτοδιαχείρισης. Και λέει σχετικά: πριν συζητήσουμε για το μικρό ή μεγάλο, για το αποτελεσματικό ή όχι, το συγκεντρωτικό ή όχι κράτος, το κύριο καθήκον που πρέπει να έχει η πρακτική μας, άρα και η θεωρητική μας σκέψη, είναι –και λες: τώρα ο δικός μας θα τα βάλει στη θέση τους τα πράγματα για την ταξική φύση του κράτους- …το κύριο καθήκον λοιπόν είναιπώς θα εκδημοκρατιστεί αυτό το κράτος και σε μια πορεία θα μετασχηματιστεί ριζοσπαστικά ώστε να εκφράζει τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του λαού και όχι των λίγων. Γιατί τι να το κάνουμε ένα κράτος που είναι μεγάλο ή μικρό, αλλά εξυπηρετεί τους λίγους;
Κατάλαβες λοιπόν σφε αναγνώστη ποιο είναι το κύριο καθήκον;

Αρκετή πλάκα έχουν κι οι προσπάθειες των ομιλητών να διαπιστώσουν συγκλίσεις του τραπεζιού –σε σημεία που τους συμφέρει- και να πειράξουν-στριμώξουν το συνομιλητή τους ότι ασπάζεται τη δική τους ιδεολογία. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διελκυστίνδα μεταξύ κοτζιά-ανδριανόπουλου που έχει και (προλε)καλτ τέλος.

ΑΑ: ακούγοντας τον κ. Κοτζιά απορούσα. Έλεγα ότι θα μπορούσε να ήταν και φιλελεύθερος και να μην ήταν κομμουνιστής.
Ν.Κ: ο κ. Ανδριανόπουλος μιλάει για κρίση της αριστεράς, και δεν ξέει, λέει, τελικά ποιος είναι φιλελεύθερος, ποιος είναι κομμουνιστής. Φοβάμαι ότι η δεξιά έχει κρίση ταυτότητας, γιατί υπάρχουν δυνάμεις των μεγαλοβιομηχάνων που δε θέλουν αυτή τη στιγμή τη ΝΔ. Και το πρόβλημα της ΝΔ είναι να μιλήσει φιλολαϊκά για πρώτη φορά στην ιστορία της, για να αποκτήσει κοινωνική βάση απέναντι στα τμήματα εκείνα του μεγάλου κεφαλαίου που σήμερα δεν τη γλυκοκοιτάζουν. Είναι απατημένη σύζυγος αυτό είναι το πρόβλημά της.
Α.Α: κατ’ αρχήν θέλω να πω ότι έχω μπερδευτεί. Τη μια φορά ο Κοτζιάς βγαίνει φιλελεύθερος, τώρα εγώ κομμουνιστής. Φαίνεται ότι κάπου είτε τα θέματα συγκλίνουν, και το πρόβλημά μας, νομίζω ότι ακριβώς είναι το «δια ταύτα».
Ας σημειωθεί πως ο ανδριανόπουλος στηλιτεύει πολλές φορές τους δικούς του, γιατί με όσα αιρετικά (και μη εμφυλιοπολεμικά) υποστηρίζει, τον περνάνε, λέει, για κομμουνιστή.

Πάμε όμως και στο πιο ζουμερό σημείο.
Ν.Κ: εδώ άκουσα έναν καλοπροαίρετο συνομιλητή σε αυτό το τραπέζι, τον κ. Ανδριανόπουλο, να μας κλαίγεται να μας καταγγέλλει τα χάλια του καπιταλισμού. Κι αντί να βγάλει το συμπέρασμα που περίμενα εγώ, ότι «εσείς οι κομμουνιστές έχετε δίκιο (…) πάμε λοιπόν για την αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό», μας είπε «σας ταλαιπωρούμε 150 χρόνια, δώστε μας το δικαίωμα να σας ταλαιπωρήσουμε άλλη μια τετραετία». Γιατί; Δοκιμασμένη λύση –συμφωνούμε ότι απέτυχε;
Α.Α: Λες να πηγαίνουμε για ιστορικό συμβιβασμό, δηλαδή;
Ν.Κ: Όχι, αλλά αναγνώρισες τον πρωτοπόρο ρόλο μας –αν κατάλαβα καλά- και δέχεσαι την ανάγκη να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία, που λέγεται καπιταλισμός, αν το πιστεύεις είναι ένα άλλο ερώτημα.

Κι όλα αυτά λίγους μήνες πριν από την κυβέρνηση τζανετάκη, που θεωρήθηκε ο ιστορικός συμβιβασμός αλά ελληνικά, και στάθηκε αφορμή ή αιτία για να φύγει από το κόμμα ο κοτζιάς, κριτικάροντας εξ αριστερών την επιλογή του, να περάσει για ένα φεγγάρι από το ναρ και να γίνει σύμβουλος του γαπ και τώρα του αλέξη τσίπρα. Μεγάλες στιγμές..

Ας δούμε όμως τι απαντούσε τότε για τις συστημικές συγκλίσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, μεταξύ της περεστρόικα και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Κατ’ αρχήν εμείς πιστεύουμε πως ήταν καλή αυτή η συμφωνία που έγινε ανάμεσα στο Ρήγκαν και στον Γκορμπατσόφ και εκφράζει τη βαθιά πίστη μας για ένα φιλειρηνικό κόσμο, τη βαθιά υποστήριξή μας σε ένα νέο τρόπο σκέψης, που κατανοεί ότι ο πλανήτης μας είναι ένας πλανήτης ταξικής πάλης, αλλά και ένας πλανήτης αλληλοεξαρτώμενων χωρών. Αυτό όμως δεν είναι αποτέλεσμα μιας σύγκλισης του ιδεολογικού και του κοινωνικού περιεχόμενου των συστημάτων, αλλά αποτέλεσμα και του ρεαλισμού, που αναγκάστηκαν να επιδείξουν χάρη στην πολιτική της περεστρόικα οι νεοσυντηρητικοί κύκλοι του Ρηγκανισμού.

Και σε ένα άλλο σημείο: όμως η ουσία είναι ότι δεν μπορεί να εμπνεύσει ούτε εμένα, ούτε εσένα, ούτε κανένα ο Ρήγκαν. Ενώ ο Γκορμπατσόφ εμπνέει. Και εμπνέει τους πάντες, μόνο που ταυτόχρονα θέλουν αυτοί οι πάντες να τον οικειοποιηθούν τώρα.
(…) Το ζήτημα της περεστρόικα δεν είναι φιλολογικό. Χρειάζεται εσωτερικοποίηση. Τι σημαίνει περεστρόικα; Σημαίνει ειρήνη στον κόσμο. Ότι δεν μπορεί να γίνονται επεμβάσεις απ’ έξω. Άρα σημαίνει ότι σήμερα η Ελλάδα μπορεί να απαλλαγεί πιο εύκολα από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, από τις ξένες βάσεις, από το ΝΑΤΟ, κοκ. Ελάτε λοιπόν να παλέψουμε, αν είστε υπέρ της περεστρόικα, για μια πιο ρεαλιστική, πιο εύκολη πορεία απαλλαγής από τις βάσεις, τα πυρηνικά και το ΝΑΤΟ. Περεστρόικα για την Ελλάδα σημαίνει ότι συμφωνείτε, ότι θέλετε σοσιαλισμό. Διότι η περεστρόικα δε δημιουργήθηκε από τον Γκορμπατσόφ, που πήγε δανεικός στο ΚΚΣΕ. Το ΚΚΣΕ δεν τον πήρε ούτε από τους ρεπουμπλικάνους των ΗΠΑ, ούτε από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, ούτε «προπονητή από καμιά ιταλική ομάδα». Είναι γέννημα-θρέμμα του σοβιετικού συστήματος και του σοσιαλισμού κι είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η διεθνής πολιτική σήμερα.

Αφήνω με πόνο καρδιάς κάποια σημεία έξω, για να κάνουμε εντυπωσιακό φινάλε και έξοδο με –ποιον άλλο;- τον πρεσβευτή της «καθαρής φιλελεύθερης ορθοδοξίας», ανδρέα ανδριανόπουλο.

Εγώ πιστεύω στο λιγότερο κράτος, που σημαίνει λιγότερος κρατικός έλεγχος. Αυτό στην οικονομία μπορεί να ηχεί δεξιό, αλλά στην πολιτική ηχεί σαφώς αριστερό. Νομίζετε πως θεωρώ επικίνδυνο πράγμα να διαβάζουν τον Ριζοσπάστη; Να τον μοιράσω εγώ ο ίδιος, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Πιο επικίνδυνο είναι να μην τον διαβάζουν. Σας πληροφορώ ότι πιο επικίνδυνο είναι εάν τους κυνηγάς όταν τον διαβάζουν. Είναι όπως η ιστορία του Καποδίστρια με τις πατάτες...

(…) Θα μου πείτε, εντάξει, είστε φιλελεύθεροι, σας αρέσει ο καπιταλισμός, δε θα χρησιμοποιείτε την αστυνομία εναντίον της εργατικής τάξης στους διεκδικητικούς της αγώνες; Όχι. Τόπα αυτό στο Ε.Κ. Πειραιά και με κοίταγαν έτσι. Εγώ πιστεύω ότι η απεργία είναι μηχανισμός διαμόρφωσης τιμών. Πρέπει να γίνονται απεργίες. Είμαι εναντίον των κρατικών μέτρων που περιορίζουν, που καθορίζουν εισοδηματική πολιτική και δημιουργούν προβλήματα στη δυνατότητα των διεκδικητικών κινημάτων. Βεβαίως να υπάρχουν ελεύθερες διαπραγματεύσεις. Αλλά… πρέπει να αποκτήσουμε όλοι ευθύνη των πράξεών μας. Εάν δηλ μια επιχείρηση έχει κέρδος, το θεωρώ αδιανόητο να μην μπορούν οι εργαζόμενοι, κινητοποιούμενοι να διεκδικήσουν ένα κομμάτι από αυτό το έδος. Αλλά την ίδια ώρα αν μια άλλη επιχείρηση δεν έχει κέρδος κι έχει έλλειμμα ή ζημιά, το θεωρώ πάλι ανόητο να διεκδικήσεις μια αύξηση που δεν μπορεί να στη δώσει η επιχείρηση. Δε θα σου απαγορεύσω να τη διεκδικήσεις. Αλλά αν τη διεκδικήσεις και κλείσει η επιχείρηση, δε θα μου ‘ρθεις στην Πλατεία Συντάγματος κάνοντας πορεία και ζητώντας να ‘ρθει το Δημόσιο να πληρώσει για να κρατήσει στη ζωή την επιχείρηση. Η συμμετοχή στην ευημερία, αλλά και το πρόβλημα της ανεργίας, θα το δημιουργήσεις μόνος σου. Δεν μπαίνει θέμα να ‘ρθουν τα ΜΑΤ να σε απαγορεύσουν. Κάνε όσες απεργίες θες, δεν έχω πρόβλημα.
Το ότι η κυβέρνηση του μητσοτάκη χρησιμοποίησε τελικά αφειδώς τα ματ εναντίον κάθε κλάδου που βρισκόταν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, θα πρέπει μάλλον να το αποδώσουμε στον στρεβλό, μη καθαρό καπιταλισμό που έχουμε στην ελλάδα.

Ε μετά από αυτό τι άλλο να περιγράψεις… Δε γίνονται πια τέτοιες συζητήσεις στις μέρες μας.

Υγ: γίνονται όμως και σήμερα σπουδαία φεστιβάλ. Χτες βγήκε στη δημοσιότητα το πρόγραμμα του φεστιβάλ της αθήνας, με αρκετά σπουδαία ονόματα. Κι από τις καινούριες συμμετοχές, αυτή που μου έκανε προσωπικά μεγαλύτερη εντύπωση είναι το πρόγραμμα (stand-up comedy) του ζαραλίκου στη μαθητική σκηνή. Αλλά αυτά έχουμε καιρό μπροστά μας να τα σχολιάσουμε.

Τετάρτη, 20 Αυγούστου 2014

Περί συντεχνίας

Ας δούμε καταρχάς κάποια ενδιαφέροντα σημεία που θα μας φανούν χρήσιμα στη συνέχεια.

Οι συντεχνίες συνένωναν τους χειροτέχνες των πόλεων ενός ορισμένου επαγγέλματος ή κάμποσων συναφών επαγγελμάτων. Μέλη των  συντεχνιών με πλέρια δικαιώματα ήταν μόνο οι χειροτέχνες μάστοροι… Οι συντεχνίες περιφρουρούσαν με επιμέλεια το αποκλειστικό δικαίωμα των μελών τους να ασχολούνται με το δοσμένο επάγγελμα και ρύθμιζαν το προτσές της παραγωγής: καθόριζαν τη διάρκεια της εργάσιμης μέρας, τον αριθμό των καλφάδων και των μαθητευόμενων του κάθε μάστορα, καθόριζαν την ποιότητα των πρώτων υλών και του έτοιμου προϊόντος, καθώς και την τιμή του, συχνά αγόραζαν από κοινού τις πρώτες ύλες. Οι μέθοδες δουλειάς που είχαν καθιερωθεί από τη μακρόχρονη παράδοση ήταν υποχρεωτικές για όλους. Η αυστηρή ρύθμιση είχε σκοπό να πετύχει ώστε κανένας μάστορας να μην ανέβει πιο ψηλά από τους άλλους. Εκτός απ’ αυτό, οι συντεχνίες αποτελούσαν και οργανώσεις αλληλοβοήθειας.
(Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Πολιτική Οικονομία, 1961, σελ. 57-60)

Η συντεχνία ως φεουδαρχική μορφή οργάνωσης της χειρωνακτικής εργασίας, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Βυζάντιο τον 9ο αιώνα (στην Ιταλία το 10ο και εν συνεχεία στην υπόλοιπη Ευρώπη), ενώ από τα μέσα του 14ου άρχισε να αποκτά σημαντική δύναμη κι επιρροή. (…) Έως το 1890 οι συντεχνίες (σινάφια, ισνάφια, ρουφέτια ή βιομηχανικές κοινωνίες) αποτελούσαν ουσιαστικά επαγγελματικές οργανώσεις. (…) Η συντεχνιακή οργάνωση εξελίχτηκε ιστορικά, παράλληλα και σε άμεση συνάρτηση, με την ανάπτυξη του καπιταλισμού και τις ανάγκες του αστικού εκσυγχρονισμού. Έτσι, μετά το 1890 άρχισαν να εμφανίζονται και μικτά σωματεία (εργατών-εργοδοτών), ενώ το 1909 (για την οθωμανική αυτοκρατορία) και το 1914 (για το ελληνικό κράτος) καθιερώθηκε νομοθετικά ο πλήρης διαχωρισμός εργατικών και εργοδοτικών οργανώσεων.
(Αναστάσης Γκίκας, Από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην Ελλάδα, Σύγχρονη Εποχή, σελ 11-13)

Μέλη της συντεχνίας μπορούσαν να είναι μόνο οι μάστορες, δηλαδή όσοι είχαν επαρκή εμπειρία για την άσκηση του επαγγέλματος. Οι μάστορες διέθεταν συνήθως κατάστημα, εργαστήρι ή συνεργείο, όπου απασχολούσαν μαθητευόμενους και καλφάδες ως μισθωτούς τους. Επομένως οι μάστορες ήσαν συνήθως και εργοδότες, οι δε συντεχνίες ήσαν κυρίως εργοδοτικές οργανώσεις. Οι μαθητευόμενοι και οι καλφάδες δεν ήσαν μέλη των συντεχνιών, αλλά τελούσαν υπό τον έλεγχό τους: οι συντεχνίες έπρεπε να ενημερωθούν για τις προσλήψεις τους, θέσπιζαν κανόνες για τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και μισθωτών, επέβαλαν πειθαρχικές ποινές στους παραβάτες μισθωτούς, κλπ.
(Γκούτος Χ. Γ., Εργασιακές Σχέσεις των οικοδόμων στη χερσαία Ελλάδα μετά το 1800, Διδακτορική Διατριβή, Πάντειος, 1985, σ. 204)

Στη μακρά διάρκεια της ιστορίας των Ευρωπαϊκών συντεχνιών, οι χειροτέχνες –που αποτελούσαν το κύριο σώμα των βιομηχανικών εργατών στα χρόνια του Μεσαίωνα- ήταν βασικά ανεξάρτητοι παραγωγοί. Κύριοι των εργαλείων της δουλειάς τους, αγόραζαν οι ίδιοι τις πρώτες ύλες και πουλούσαν μόνοι τα τελειωμένα προϊόντα τους. Οι συντεχνίες κανόνιζαν τους όρους των εμπορικών ανταλλαγών, φρόντιζαν τους αρρώστους και τους ηλικιωμένους και μπορούσαν να επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό το πολιτικό καθεστώς μέσα στο οποίο ζούσαν… Όμως αυτό το συντεχνιακό εργαστήρι, με τους ανεξάρτητους εργαζόμενους και τη μονοπωλιακή υφή του, ήταν αληθινό εμπόδιο στον καπιταλισμό που ανέβαινε… Σιγά-σιγά οι γκίλντες (σ.σ. συντεχνίες) επηρεάζονταν όλο και περισσότερο από τους πλούσιους μαστόρους και εμπόρους και για να αποκλείσουν από τις τάξεις τους καινούρια μέλη, καθιέρωσαν ορισμένα αυστηρά περιοριστικά μέτρα… Μια νέα μεγάλη φάση στην ανάπτυξη της βιομηχανίας και κατά συνέπεια στην προλεταριοποίηση των χειροτεχνών, άρχισε με την εμφάνιση της Μανιφακτούρας… Το αποτέλεσμα ήταν να σβήσει σιγά-σιγά η χειροτεχνία σα βασικός τρόπος βιομηχανικής παραγωγής, να προλεταριοποιηθούν τα μέλη των συντεχνιών και να υπονομευτούν συστηματικά οι ίδιες οι συντεχνίες… Έτσι, οι ανεξάρτητοι χειροτέχνες, μεταβλήθηκαν –αν εξαιρέσει κανείς μερικά ιστορικά κατάλοιπα- σε μισθωτούς δούλους των καπιταλιστών.
(Φόστερ Ου, Ιστορία του παγκόσμιου συνδικαλιστικού κινήματος, Εκδ. Εταιρία Ελληνικού Βιβλίου, Αθήνα, 1978 –και εκδόσεις Μόρφωση, 1959- σελ 18-20).



Ας δούμε τώρα μερικά βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν απ’ όσα διαβάσαμε παραπάνω.

Ο κυρίαρχος δημόσιος λόγος κι η προπαγάνδα των καναλιών και του αστικού τύπου χαρακτηρίζουν συντεχνίες τους κλάδους που παλεύουν να διασφαλίσουν τα δικαιώματά τους. Αλλά οι συντεχνίες δεν είναι καν σωματεία εργαζομένων, είναι ενώσεις μαστόρων, αυτοαπασχολούμενων επαγγελματιών και εργοδοτών. Η συντεχνία είναι «φεουδαρχική μορφή οργάνωσης της εργασίας», προτού καν εμφανιστεί η σύγχρονη εργατική τάξη στο προσκήνιο.

Το παλιό, συντεχνιακό πνεύμα επιβιώνει σε εκείνα τα κίτρινα συνδικάτα που αποκλείουν από τις τάξεις τους (και την τάξη τους γενικότερα) τους αντίστοιχους καλφάδες της σημερινής εποχής, ως κατώτερους και δεύτερης ταχύτητας εργαζόμενους. Αποκλείουν δηλαδή κάθε λογής συμβασιούχους (αορίστου κι ορισμένου χρόνου), τους πενταμηνίτες των προγραμμάτων της κοινωφελούς –που δε θεωρούνται καν εργαζόμενοι με πλήρη δικαιώματα-, τους ευέλικτους και ελαστικούς εργαζόμενους της νέας βάρδιας.

Επιβιώνει εν μέρει, ως πρόδρομη μορφή τους, στο τραστ και τα καρτέλ των καπιταλιστών, που μοιράζουν με συμφωνίες μεταξύ τους την πίτα της αγοράς, με διαιτητή και συλλογικό εκφραστή των συμφερόντων τους απέναντι στις άλλες κοινωνικές τάξεις, το αστικό κράτος και τους πολιτικούς του εκπροσώπους. Συμφωνίες που εντάσσονται στο πλαίσιο μιας διαλεκτικά αντιφατικής κατάστασης, όπου οι όροι της παραγωγής προγραμματίζονται και σχεδιάζονται σε ανώτερη κλίμακα, παράλληλα όμως εντείνεται ο άναρχος χαρακτήρας της καπιταλιστικής παραγωγής, που οργανώνεται με βάση το μέγιστο δυνατό κέρδος κι όχι την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών.

Το συντεχνιακό πνεύμα εκφράζεται πρωτίστως από τους αρνητικούς συσχετισμούς στα σωματεία και εκείνες τις δυνάμεις, που σπέρνουν την αυταπάτη της ατομικής λύσης σε ευρύτερη κλαδική κλίμακα, διεκδικούν την ικανοποίηση του στενού ειδικού συμφέροντος του χώρου τους, χωρίς να βαθαίνουν τους δεσμούς τους με το σύνολο της εργατικής τάξης, να οργανώνουν την πάλη τους σε συντονισμό με άλλους κλάδους που αντιμετωπίζουν παρεμφερή προβλήματα –εξάλλου όλα τα προβλήματα στις σημερινές συνθήκες έχουν κοινή ρίζα. Κι όσο πιο φανερό γίνεται αυτό, τόσο πιο πολύ επιχειρούν να το κρύψουν πίσω από επιμέρους δευτερογενείς αιτίες (μνημόνιο, κυβερνητική διαχείριση, κτλ).

Ο συντεχνιασμός δεν είναι απλά μια φεουδαρχική επιβίωση ως έκφραση της οικονομικής καθυστέρησης της χώρας και του «υπανάπτυκτου» καπιταλιστικού σχηματισμού της. Ο καπιταλισμός έχει πάρει ό,τι φεουδαρχικό κατάλοιπο παρέμεινε ζωντανό μετά την επικράτησή του και το ενέταξε ως γρανάζι στη δική του μηχανή χειραγώγησης κι άλωσης των συνειδήσεων.

Ο συντεχνιασμός σήμερα εκφράζεται από τα εργοδοτικά σωματεία, που αντικαθιστούν τις παλιές εργοδοτικές, συντεχνιακές ενώσεις και δεν είναι καν ανεξάρτητα για να φτάσουν έστω στο επίπεδο συνείδησης του τρεϊντιγιουνιονισμού και του αυθόρμητου οικονομισμού. Είναι με δυο λόγια έκφραση της επιρροής της αστικής τάξης στο κίνημα. Κι αν αυτός είναι επίσης ένας σύντομος και περιεκτικός ορισμός του οπορτουνισμού, έχουμε μια πολύ καλή εξήγηση γιατί κυριαρχεί το συντεχνιακό πνεύμα στα σωματεία, όπου υπερτερούν οι δυνάμεις του ποικιλώνυμου οπορτουνισμού.

Το άνοιγμα των λεγόμενων κλειστών επαγγελμάτων δεν αποσκοπεί στην καλύτερη εξυπηρέτηση του κοινού, αλλά στη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου στον χώρο σε λίγα κερδοφόρα μονοπώλια, την οργάνωση του προηγούμενου «κλειστού μονοπωλίου» σε ανώτερη κλίμακα, με δυσμενείς όμως όρους για τους μικροϊδιοκτήτες αλλά και για τους «καταναλωτές».

Η υπέρβαση αυτού του μονοπωλίου δε συντελείται έχοντας το βλέμμα μας στραμμένο στο παρελθόν αλλά οργανώνοντας τον αγώνα στην κατεύθυνση της κοινωνικοποίησής του, πείθοντας με επίμονη και σταθερή δουλειά τους μικροϊδιοκτήτες που προλεταριοποιούνται πως το δικό τους αντικειμενικό συμφέρον δε βρίσκεται στην ονειροπόληση του ιζνογκούντ, που θέλει να γίνει αυτός μονοπώλιο στη θέση του μεγαλοαστού χαλίφη –εκτός από ελάχιστες περιπτώσεις που έχουν όντως τέτοιο ορίζοντα, ως εξαίρεση στο γενικό κανόνα- αλλά σε μια διαφορετική προοπτική, στο πλευρό της εργατικής τάξης. Το συντεχνιακό πνεύμα στέκει πρωτίστως εμπόδιο σε αυτήν ακριβώς την προοπτική και όχι στις επιχειρούμενες καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις.


Τα παραπάνω αποσπάσματα μπορεί να τα βρει κανείς συγκεντρωμένα στο τελευταίο βιβλίο του αναστάση γκίκα «από την πείρα του κινήματος των οικοδόμων στην ελλάδα» στο πρώτο κεφάλαιο με την προϊστορία, τις πρώτες μορφές οργάνωσης, σχέσεις και όρους εργασίας. Και η αναφορά αυτή είναι ένα μόνο από τα πολλά πιθανά ερείσματα που μπορεί να οδηγήσουν όχι μόνο τους σφους αναγνώστες, αλλά κάθε απλό εργάτη να αγοράσει και πρωτίστως να μελετήσει αυτό το βιβλίο και την πολύτιμη πείρα του οικοδομικού κινήματος.

Τρίτη, 19 Αυγούστου 2014

Ο κόκκινος κάβουρας

Ο κόκκινος κάβουρας είναι το τελευταίο μυθιστόρημα του μίμη ανδρουλάκη, που βασίζεται στην υπαρκτή (απ’ όσο καταλαβαίνω) περίπτωση ενός πράκτορα της κυπ, που είχε διεισδύσει στο κόμμα και τα ηγετικά του κλιμάκια, φτάνοντας να γίνει και μέλος της κετουκε –αν δεν κάνω λάθος ήταν στο γραφείο της κοθ και λεγόταν σταμπουλίδης, αν και ο ανδρουλάκης αποφεύγει επιμελώς να τον κατονομάσει συγκεκριμένα και σε όλο το βιβλίο αναφέρεται σε αυτόν με την κωδική του ονομασία. Ενώ η αποκάλυψή του ήταν δώρο της αλλαγής και της νέας πράσινης και δημοκρατικής πολιτικής διοίκησης της κυπ (νομίζω του τσοχατζόπουλου) στο κόμμα.

Το παραδέχεται και μόνος του ότι είναι
Η ιστορία αυτή αποτελεί την χαρά και το έσχατο καταφύγιο στην επιχειρηματολογία κάθε αναρχικής ή εξωκοινοβουλευτικής ομάδας, που δικαιολογεί, με ένα ακλόνητο παράδειγμα από τη ζωή, τη δική της μισοδιαλυτική οργανωτική κατάσταση, εφόσον ούτε η «σκληρή δομή» του κουκουέ αποδείχτηκε άτρωτη και στεγανή από τους ασφαλίτικους μηχανισμούς του κράτους. Φανταστείτε βέβαια με το ίδιο σκεπτικό, τη «δικαίωση» που πρέπει να ένιωσαν οι μενσεβίκοι, όταν άνοιξαν τα μυστικά αρχεία της οχράνα κι αποδείχτηκε πως ο μαλινόφσκι, μέλος του πολίτ-μπιρό του κόμματος των μπολσεβίκων, ήταν πράκτορας της τσαρικής μυστικής αστυνομίας. Και δεν το λέω αυτό για να ισχυριστώ πως το κκε στέκει στο ύψος των μπολσεβίκων, αλλά για να δείξω την κοινή, διαχρονική μενσεβίκικη λογική στο οργανωτικό ζήτημα, όπως είχε αποτυπωθεί και στην πρόταση καταστατικού του μάρτοφ, να είναι μέλη του κόμματος όσοι είναι συμπαθούντες και σύμφωνοι γενικά με το πρόγραμμά του –ή με άλλα λόγια, όποιος παλεύει γενικά και γενικώς δεν την παλεύει άλλο με τη σημερινή κατάσταση.

Όποιος διάβαζε πέρσι βέβαια στον αστικό κυριακάτικο τύπο την αναγγελία του βιβλίου και την προδημοσίευση κάποιων αποσπασμάτων του, θα σχημάτιζε τελείως διαφορετική εντύπωση –όχι μόνο για το περιεχόμενο του βιβλίου, αλλά και για το κείμενο της ίδιας της παρουσίασής του- από τους συντονισμένους πρωτοσέλιδους τίτλους και τον τρόπο με τον οποίο διαφήμιζαν τον κόκκινο κάβουρα: ΠΡΑΚΤΟΡΕΣ ΣΤΟ ΚΚΕ!
Για να υποθέσει ο αναγνώστης πως μιλάμε για κάποια καινούρια, τωρινή αποκάλυψη για το σημερινό κκε, που είναι διάτρητο και ξέφραγο αμπέλι, όπου αλωνίζουν πράκτορες, χαφιέδες, σταυρόπουλοι, πληροφοριοδότες του σταυρόπουλου, σκυλιά, γατιά και αλεστικά μη δίνετε. Και για να ερεθίσει το θυμικό του μέσου συντρόφου, που με έναν ιδιότυπο μαζοχισμό –από τον οποίο δεν εξαιρώ φυσικά τον εαυτό μου- παρακολουθεί και συγκεντρώνει τις διάφορες αντικομμουνιστικές χυδαιότητες –λες και θα αναλάβει να απαντήσει ο ίδιος ή απλώς για να ‘χει εικόνα. Κι η αλήθεια είναι πως είμαστε μία από τις βασικές κατηγορίες του αναγνωστικού κοινού στις οποίες απευθύνονται τέτοια βιβλία και που μπορεί να (τα) τσιμπήσει, όχι με αυτά που λένε, αλλά για να δει τι λένε.

Όσο άθλια και εφετζίδικη ήταν λοιπόν η ρεκλάμα που του έκανε ο αστικός τύπος, άλλο τόσο άθλιο κι απογοητευτικό είναι το ίδιο το βιβλίο του ανδρουλάκη, που ενδιαφέρεται πρωτίστως να πουλήσει πάση θυσία, αλλά μας πούλησε τελικά φύκια για μεταξωτές κορδέλες, χωρίς να μας δώσει καν αυτό που διαφήμιζε: δηλ ένα φτηνό αντικομμουνιστικό καλτ, με τζεϊμς-μποντιλίκια και κρυφές βουτιές στα άδυτα του περισσού, παρασκήνια και μια εσάνς πολιτικού κουτσομπολιού.

Ο φλωράκης πχ εμφανίζεται σε ένα μικρό, δευτερεύοντα ρόλο, βασικά μόνο στο πρώτο κεφάλαιο, όπου ο στόχος είναι να εμπεδώσουμε πως ο ανδρουλάκης ήταν παιδί του χαρίλαου, διαρκώς δίπλα του στις κρίσιμες στιγμές και την τελική ευθεία εκείνης της «σκοτεινής υπόθεσης» -εδώ το σκοτάδι μπαίνει για να ανατριχιάσουμε και να μπούμε στο κλίμα της περιπέτειας. Ακολουθεί ένα κεφάλαιο με σημειώσεις για διάφορες ιστορικές συμπτώσεις και ιντριγκαδόρικους συνειρμούς-παραλληλισμούς συγκαιρινών γεγονότων με το κομβικό έτος 1913 (στο φετινό βιβλίο του –γιατί βγάζει περίπου ένα κάθε χρόνο- μπορεί να μας λέει για τα εκατό χρόνια από τον πρώτο παγκόσμιο), αλλά όπως λέει και ο ίδιος ο συγγραφέας, θα μπορούσαμε να το παραλείψουμε χωρίς να χάσουμε κάτι από την πλοκή.

Η οποία πλοκή εκτείνεται χωρίς ουσιαστικό λόγο στις επόμενες τριακόσιες και βάλε σελίδες του βιβλίου και είναι τόσο ανιαρή και αδιάφορη, που μπορεί και να την έχεις ξεχάσει –καλή ώρα- μόλις λίγους μήνες αφού την έχεις διαβάσει. Θυμάμαι μόνο πως στο τέλος ο ανδρουλάκης ανακαλύπτει τη γερμανίδα σύζυγο του κόκκινου κάβουρα, την κυρία καβουρίνα (κάπως αλλιώς τη λένε αλλά δεν έχω συγκρατήσει το όνομα), ενώ στο ενδιάμεσο έχει προλάβει να γοητεύσει αυτήν και όλες τις υπόλοιπες γυναίκες της υπόθεσης, με τις τρομερές του γνώσεις και την ακατάσχετη ανδρουλακολογία του. Μία ζωγράφος μάλιστα διακόπτει σε κάποια στιγμή την τέχνη της κι αφήνει τον πίνακα για να αυνανιστεί μπροστά του και να φτάσει σε οργασμό.

Ο ανδρουλάκης φαίνεται να αναπολεί περασμένα μεγαλεία και το ντόρο που προκάλεσε, την εποχή που βγήκε, το μν, όταν μας γράφει για το μουνί της ζωγράφου και μας το επαναλαμβάνει, για να το εμπεδώσουμε και να σοκαριστούμε με το τολμηρό, ελευθερόστομο πνεύμα του: «μουνί-μουνί». Ενώ το ίδιο περίπου αποτέλεσμα φαίνεται να επιδιώκει και με τη συνεχόμενη επανάληψη «πράκτορας-πράκτορας».

Θεωρητικά ενδιαφέρεται από ερευνητική, λογοτεχνική άποψη να διεισδύσει στο φαινόμενο των λεγόμενων «διπλών ανθρώπων-πρακτόρων», τη διχασμένη προσωπικότητα και την ψυχολογία τους. Στην πραγματικότητα, πρόκειται μάλλον για ένα είδος υποσυνείδητης ενδοσκόπησης κι αυτοβιογραφικών αναζητήσων γύρω από τη δική του διπλή ψυχολογία, γλώσσα, στάση, τον καιρό που ήταν αναπληρωματικό μέλος του πγ της κετουκε, κι έπρεπε να πασπαλίζει με μαρξικές αναφορές αυτά που πρέσβευε. Δεν χρειάζεται εξάλλου να είναι κανείς έμμισθος, στρατολογημένος, πράκτορας, για να υπηρετεί την αστική τάξη και τα συμφέροντά της. Αν και ο ανδρουλάκης ανταμείφθηκε με το παραπάνω για την εξαργύρωση του κομμουνιστικού του παρελθόντος (κολαούζος του κόκκαλη στον φλας, πολιτική καριέρα με το πασόκ του γιωργάκη, κτλ).

Ο ανδρουλάκης ξέρει πως το κουκουέ πουλάει ακόμα, αφού το πούλησε κι αυτός την περίοδο του μαζικού ξεπουλήματος ιδανικών σε τιμή ευκαιρίας. Κι επιχειρεί πιθανότατα μια τελευταία αρπαχτή με μεταχρονολογημένες επιταγές από το πέρασμά του στο κόμμα, βλέποντας τις δικές του μετοχές στο πολιτικό χρηματιστήριο να κατρακυλάνε και το ρόλο της στυμμένης λεμονόκουπας να πλησιάζει επικίνδυνα. Δυστυχώς για αυτόν την έκανε πολύ νωρίς, με πλαϊνά, καβουρίσια πηδηματάκια, από το συνασπισμό (πριν από το εκλογικό ναυάγιο του 93’) γιατί ήταν φτιαγμένος για μεγάλα πράγματα, αλλά δεν κατάφερε να πηδήξει εγκαίρως, όπως κάποια άλλα ποντίκια, από το πολιτικό ναυάγιο του πασόκ. Μπορεί όμως να πιάσει το τραγούδι, τώρα που θα μείνει πιθανότατα εκτός βουλής, στις επόμενες εθνικές εκλογές. Κι όλο κλαίνε τα καβουράκια...

Το βιβλίο λοιπόν έχει όλα τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της αρπαχτής, σε πολλαπλάσιο βαθμό από ό,τι άλλα, προηγούμενα έργα του ανδρουλάκη, και συνεπώς δε συνίσταται, ούτε καν για ανάγνωσμα παραλίας ή τρένου. Η βασική αίσθηση που μένει στο τέλος είναι η ανεξάντλητη περιαυτολογία και αυταρέσκεια αυτού του σεμνού ανδρός, ίσως το μοναδικό χαρακτηριστικό το οποίο έχει παραμείνει σταθερό πάνω του σε αυτήν τη διαδρομή και στο οποίο παρουσιάζει θαυμαστή πολιτική συνέπεια. Όλος ο κόσμος ήτανε δικός του και δημιούργημά του. Κι ο εαυτός του ήτανε όλος ο κόσμος.


Αναρωτιέσαι πολλές φορές τι θα γινόταν ο μίμης ανδρουλάκης αν ήταν στοιχειωδώς εμφανίσιμος. Θα διοχέτευε σε άλλους τομείς την εγωπάθειά του ή θα έβγαινε περισσότερο πολιτικά ψωνισμένος, να ασκεί το αντικειμενικά (το λεν και τα βιβλία του) ακαταμάχητο σεξαπίλ του, λέγοντας σε καθεμιά αυτό που ζητάει να ακούσει; Και μήπως έτσι έβλεπε και το κόμμα και εξάσκησε πάνω στη ράχη μας, με περίτεχνες μαρξίζουσες αρλούμπες που ακούγονταν όμως όμορφα, αυτή τη ρητορική δεινότητα, να ντύνει το τίποτα με τόσο πομπώδεις φράσεις;

Δευτέρα, 18 Αυγούστου 2014

Σήψη

Την αφορμή για το σημερινό κείμενο την έδωσε ένα παλιότερο εύστοχο σχόλιο του σεχτάρ του τρομερού (που τώρα μάλλον διακοπεύει κι έχει γίνει σεχτάρ ο θαλασσινός) σε εκείνη τη συζήτηση με τους φλογερούς φιλογερμανούς για τους γερμανούς που είναι (;) φίλοι μας. Έγραφε λοιπόν ο σεχτάρ: «λέμε πως οι «capitalies», λόγω ανεπτυγμένου καπιταλισμού είναι πιο ώριμες να περάσουν στο σοσιαλισμό. Έχω κάποιες ενστάσεις. Από πολλά χρόνια δε μιλάμε, και σωστά, απλά για ώριμο καπιταλισμό, αλλά για υπερώριμο καπιταλισμό. Καπιταλισμό που σαπίζει. Αν κάτι σαπίζει, τότε σαπίζει παντού. Σαπίζουν κι οι δυνάμεις παραγωγής, σαπίζουν κι οι άνθρωποι. Και διαπίστωνε ότι αυτές οι χώρες (σαν τη γερμανία, την αμερική και την αγγλία) ίσως να ήταν αντικειμενικά πιο εύκολο να περάσουν στο σοσιαλισμό πριν από 50-70 χρόνια, παρά σήμερα.

Η κοινωνική νομοτέλεια δεν είναι κάτι μονοσήμαντο, αλλά ένα ορισμένο φάσμα δυνατοτήτων με άξονα τη βασική αντίθεση της κάθε εποχής. Το γνωστό δίλημμα «κομμουνισμός ή βαρβαρότητα» δεν εξασφαλίζει την αναπόφευκτη νίκη της κομμουνιστικής προοπτικής, ούτε αποκλείει αυτομάτως το δεύτερο σκέλος. Αλλά προειδοποιεί την ανθρωπότητα για τις επιλογές και τις εναλλακτικές που έχει, για την καταστροφή που μας απειλεί ως αντίβαρο στο δρόμο της εξέλιξης.

Ο ιμπεριαλισμός είναι καπιταλισμός που σαπίζει, έγραφε κάποτε ο βλαδίμηρος –και μας υπενθυμίζει ο σεχτάρ. Αλλά δεν πρόκειται να πέσει από μόνος του σαν (υπερ)ώριμο φρούτο. Αν δε φροντίσουμε εμείς για αυτό, θα ρημάξει στο ενδιάμεσο κάθε ικμάδα και ζωντανό πόρο της κοινωνίας, οδηγώντας την σε σήψη και παρακμή. Η οποία δεν αναιρείται από την αντιφατική πρόοδο και τα επιτεύγματα των επιστημών και της τεχνολογίας –απεναντίας τονίζει τις δυνατότητες που μένουν εγκλωβισμένες κι αναξιοποίητες (πίσω από την κουρτίνα δύο) στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Ούτε και από την προσωρινή νίκη της αντεπανάστασης και τις κοσμοκτονικές αλλαγές, όπου αναφέρεται εμμέσως και ο στίχος του τριπολίτη: ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε, και οι εξεγέρσεις μας είναι εν γένει εκτός του κλίματος.

Η σαπίλα του καπιταλιστικού κόσμου και της αστικής κοινωνίας αποτυπώνεται ανάγλυφα στα σημεία των καιρών. Σάπιες αξίες κι ιδανικά, μουχλιασμένες ιδέες. Άνεργοι που σαπίζουν άπραγοι και λιώνουν τα νιάτα μας στην ανεργία, με τα κομμάτια μας... (έλα ντε, τι μπορεί να κάνει καλή ρίμα; Η σαξεστορία;). Τόνοι φρούτων που σαπίζουν στοιβαγμένα και απούλητα, αντί να θρέφουν το λαό της χώρας που τα παράγει, ληγμένα προϊόντα για τους φτωχότερους, που δε μπορούν να έχουν και υψηλές απαιτήσεις. Παρασιτικές επενδύσεις κεφαλαίων για γρήγορο και μέγιστο κέρδος σε μη παραγωγικούς τομείς, σαπρόφυτα που παρασιτούν εις βάρος μας ως τσιράκια της εξουσίας στην τηλεόραση και σε άλλους αστικούς μηχανισμούς χειραγώγησης.  Ακόμα κι η δική μας εσωτερική σαπίλα, που επιβιώνει πολλές φορές ως κατάλοιπο κι αντανάκλαση όσων μας περιβάλλουν.

Κι η ειρωνεία της υπόθεσης είναι πως η κυρίαρχη προπαγάνδα αυτού του σάπιου κόσμου, επιχειρεί να απομονώσει τους κόκκινους ως λεπρούς, τους χλευάζει σα γραφικά απολιθώματα εκτός εποχής ή τους εξορίζει, όταν γίνονται πιο επικίνδυνοι, για να μη μολύνουν τους υπόλοιπους. Και αποδίδει σε αυτούς την εικόνα της, τη δική της σαπίλα, που μας τυλίγει από χίλιες μεριές κι όσο πάει σφίγγει τον κλοιό γύρω μας.

Γράφει επίσης ο σεχτάρ: τι να τον κάνει ο σοσιαλισμός αυτόν τον κυκεώνα, πχ το διαφημιστικό τομέα, το καρκίνωμα των ΜΜΕ, την «ανάπτυξη» της καταστροφής του περιβάλλοντος, τη βιομηχανία των ναρκωτικών, τη βιομηχανία των όπλων, όλον αυτόν τον εξαμβλωματικό καταναλωτισμό, κλπ, κλπ; Πόσο ώριμα για σοσιαλισμό είναι αντίστοιχα τα μυαλά των ανθρώπων, που είναι βουτηγμένα ως το λαιμό σε αυτή την αποχαύνωση, στη βία, στον ανταγωνισμό, στο “life-style” που μας προβάλλουν σαν πρότυπο τα παπαγαλάκια;

Κι αν η απάντηση στο «τι να (τα) κάνει/κάνουμε» φαντάζει αυτονόητη, ότι δηλαδή θα τα εξαλείψει και θα τα βάλει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, μαζί με όλο το ταξικό παρελθόν των ανθρώπινων κοινωνιών, το βασικό είναι αυτό που σημειώνεται στο δεύτερο σκέλος. Πόσο ώριμες και πεισμένες θα είναι για αυτό, οι συνειδήσεις που είναι χρόνια εκτεθειμένες σε αυτή τη σαπίλα;

Τις ίδιες πάνω-κάτω σκέψεις, σε κάπως διαφορετική κλίμακα, θα μπορούσαμε να κάνουμε ίσως και για την ελλάδα, συγκρίνοντας τα σημερινά δεδομένα με την εποχή του εαμ και την ευκαιρία που μας παρουσιάστηκε τότε. Εάν όμως έχασε τότε ένα τόσο δυνατό κίνημα, παλλαϊκό κι οργανωμένο, που αγκάλιαζε κάθε τομέα της καθημερινής ζωής, κάθε πτυχή της κοινωνικής δραστηριότητας, και είχε σχέδιο, ευνοϊκούς συσχετισμούς, δυναμική και δυναμικό, για να τα αλλάξει, πόσο πιο δύσκολο είναι να τα καταφέρουμε σήμερα χωρίς αυτούς τους όρους; Πόσος πραγματικός χρόνος και δυνατότητες χάθηκαν μέσα σε αυτά τα εβδομήντα χρόνια; Πόσα πισωγυρίσματα έχουν γίνει, πόσο κόπο θα ‘χαμε αποφύγει. Και πόσο πιο σύνθετα είναι σήμερα οι δυσκολίες και τα καθήκοντα που έχει μπροστά του το επαναστατικό κίνημα;

Βαθύτερα ριζωμένες προκαταλήψεις, εκλεπτυσμένη (ή μη) προπαγάνδα για κάθε γούστο, οξυμένη αλλοτρίωση, τάσεις λουμπενοποίησης σε εργατικά στρώματα, χαμένες παραγωγικές δυνατότητες, τα εκτρώματα του αναπτυξιακού μοντέλου της αντιπαροχής, κατεστραμμένα φυσικά τοπία, ναρκωτικά, τζόγος, ο υπόκοσμος της νύχτας, μικροαστισμός... Αυτά και άλλα τόσα αποτελούν την κληρονομιά, που απαρνούμαστε και καλούμαστε να μετασχηματίσουμε επαναστατικά.

Κι η οποία μπορεί να μας οδηγήσει από άλλο δρόμο στα ίδια συμπεράσματα με το βλαδίμηρο, που έλεγε πως για την ημιφεουδαρχική ρωσία ήταν πιο εύκολο να ξεκινήσει το επαναστατικό άλμα, αλλά πιο δύσκολο να συνεχίσει και να το ολοκληρώσει, σε σχέση με τις δυτικές χώρες. Στον ανεπτυγμένο δυτικό κόσμο του σήμερα, όπου οι συνθήκες είναι υπερώριμες για το πέρασμα στο σοσιαλισμό αλλά έχουν αρχίσει να σαπίζουν, το πιο δύσκολο βήμα θα είναι το πρώτο, αυτό δηλ που έκανε στον καιρό της η ρωσία, που θα είναι και το ήμισυ του παντός.


Υγ: κείμενο αφιερωμένο στη μνήμη του φιλολαϊκού blog, που χάρη στις άοκνες και αστείρευτες προσπάθειες του διαχειριστή του, έχει παραδοθεί στη σήψη, την παρακμή και την ανυποληψία.

Κυριακή, 17 Αυγούστου 2014

Καλοκαιρινές Κυριακές

Κυριακή ζωή και σκόλη, να ‘ταν η βδομάδα όλη, μας τραγουδούσε η κόρη μου η σοσιαλίστρια. Πάνε τώρα αυτά όμως, γιατί έρχεται ολοταχώς η ανάπτυξη κι όλα τα μαγαζιά πρέπει να είναι ανοιχτά για να την υποδεχτούν μετά επαίνων. Ποτέ άλλοτε όμως η διπλή σκέψη και η νέα γλώσσα του όργουελ (ως το διαλεκτικό αντίστροφο της νέας σκέψης και της διπλής γλώσσας του γκόρμπι) δεν ήταν τόσο επίκαιρα –με την ανάπτυξη να υποδηλώνει ένα τεράστιο πισωγύρισμα στον εργασιακό μεσαίωνα.

Στο θεοκρατούμενο μεσαίωνα βέβαια αναγνωριζόταν τυπικά τουλάχιστον η κυριακή ως ημέρα ξεκούρασης, αφιερωμένη στον κύριο. Και να πώς τα δύο άκρα της κοινωνίας μας, η σκοταδιστική εκκλησία κι η οπισθοδρομική κομπανία των παλαιοημερολογιτών κομπανιέρων, συγκλίνουν και βάλλουν από κοινού ενάντια στο νέο μέτρο και την ανάπτυξη που τους προσπερνά, όπως τα τροχοφόρα τους πεζούς. Άλλο αν η δεξιά του κυρίου βρήκε τρόπο να τα συνταιριάξει όλα, εφόσον μετατεθεί το άνοιγμα κατά τις 11, ώστε και τη θεία λειτουργία να προλαβαίνει ο πιστός υπάλληλος και να γίνεται απρόσκοπτα η θεία λειτουργία των καταστημάτων και του εμπορίου.

Ενώ οι κομμουνιστές είναι χειρότεροι, γιατί εκτός από το θέμα με τις κυριακές, τους ενοχλεί και εκείνο το σοφό μέτρο που καταργεί κάτι παράλογες κι αντιαναπτυξιακές αργίες, όπως πχ την πρωτοχρονιά και μία από τις δύο εθνικές γιορτές –γιατί πού ακούστηκε χώρα να έχει δύο εθνικές γιορτές, επειδή δεν της φτάνει η μία, για να ανυψώσει το εθνικό φρόνημα του λαού της; Το λογικό προφανώς, σε μια χώρα με τόσους άνεργους να σαπίζουν στην απραξία, είναι να ξεζουμίζεις όσους έχουν ήδη δουλειά και να τους κόψεις όλες τις αργίες, για να μην μπορούν να πουν κουβέντα με τόσους να περιμένουν στη γωνία, για να πάρουν τη θέση τους. Εκεί να δεις υψηλό φρόνημα ο εργαζόμενος..

Και σα να μην έφτανε αυτό, βγαίνουν κιόλας στους δρόμους κάποιες κυριακές τα κομμούνια κι εμποδίζουν τους ενθουσιασμένους καταναλωτές να ψωνίσουν και τους τσιμισκάνθρωπους με το άδειο βλέμμα να σε διαπεράσουν σα διάφανο, για να δουν πάση θυσία τη βιτρίνα που τους κρύβεις. Γι’ αυτό δεν ψωνίζει, ξέρεις, ο κόσμος, με τις πορείες στο κέντρο των πόλεων, που βάζουν λουκέτο σε τόσα μαγαζιά, και όχι επειδή δεν έχει λεφτά να πάρει τίποτα και κάνει το απαυτό του παξιμάδι, για να τα βγάλει πέρα.

Που εγώ δηλ δε θα ψώνιζα κυριακάτικα, που να μου έλειπε ψωμί για να βουτάω στη σαλάτα, σκόρδο από το σπιτικό τζατζίκι, πατάτες να συνοδεύουν το κόκκινο κρέας μου (και κρέας για τα κανόνια τους). Αλλά τι περιμένεις, κι εγώ αντιδραστικός σαν τους άλλους. Σκέτη προσκόλληση στο δόγμα –αντί να προσαρμοστούμε ευέλικτα στα σύγχρονα μεσαιωνικά δεδομένα- κι αναμονή της δευτέρας παρουσίας
Που να μου το θυμηθείς σφε αναγνώστη, αν σώσει και έρθει ποτέ αυτή η ρημάδα, θα τη βγάλουν και αυτή παράνομη και καταχρηστική, μαζί με τις απεργίες και τις κάθε είδους αργίες –κυριακάτικες ή μη- που σαμποτάρουν την παραγωγή.

-.-.-

Το καλοκαίρι είναι η περίοδος της θερινής ραστώνης, όπου συνήθως δεν κουνιέται φύλλο κι οι ειδήσεις στο γυαλί δείχνουν ρεπορτάζ για τη ζέστη (κώλοι, βυζιά...), για τις αποδράσεις των αθηναίων στις κοντινές παραλίες (κώλοι, βυζιά...) και το μαγευτικό ασπρόπυργο με το βιομηχανικό τοπίο (πλάνα από το μαυρισμένο κορμοράνο στον περσικό, που δεν ήταν αυθεντικό πλάνο από τον κόλπο, αλλά δεν έχει καμία σημασία, αφού το έπαιξε η τηλεόραση), για τις μαγικές διακοπές των διάσημων σελέμπριτιζ (κώλοι, βυζιά με σιλικόνη) και τα διάφορα τουριστικά ρεκόρ που σπάμε το ένα μετά το άλλο (όλγα κεφαλογιάννη, κώλοι, βυζιά)... Κι αφού τηρήσουμε ενός ρεπορτάζ σιγή, για τις κτηνωδίες των... τζιχαντιστών (που είναι κάτι απόλυτα κακό και αφηρημένο, σαν τους κρατιστές, τους ρώσους ολιγάρχες, τους αμετανόητους, αιμοδιψείς αρχιτρομοκράτες, κτλ) ή για τον τραγικό θάνατο του παιδιού στη μύκονο (όπου η ευθύνη είναι αποκλειστικά των αρχών, ενώ οι καλοί, διορατικοί ιδιώτες επιχειρηματίες είχαν καταγγείλει και προειδοποιήσει πολλές φορές τους αρμόδιους για τις διάφορες παραλείψεις)... επιστρέφουμε στη γνωστή, πετυχημένη συνταγή που μας καθιέρωσε, πχ με κάποιον δημοφιλή τουριστικό προορισμό (βυζιά, κώλοι… έτσι για αλλαγή).

Τώρα που είπα αλλαγή, στα χρόνια του ανδρέα νομίζω, είχε καθιερωθεί η γνωστή φράση για τα «μπάνια του λαού», που είναι ιερά, παγκοίνως σεβαστά και δεν πρέπει τίποτα να τα διαταράσσει. Σήμερα βέβαια είναι ζήτημα πόσοι μπορούν –σε τι θάλασσες και για πόσες μέρες- να κάνουν αυτά τα μπάνια, αλλά έχει μείνει η δύναμη της συνήθειας και της αδράνειας από τον περασμένο χειμώνα και δεν αντιδρά κανείς, παρά τα όσα γίνονται στη γειτονιά μας (ουκρανία, μέση ανατολή) και στο εσωτερικό μέτωπο (ενφια, νόμος για μαζικές απολύσεις και για τη λειτουργία των συνδικάτων, κτλ). Έλα μωρέ τώρα, πού να τρέχεις και να ιδρώνεις κατακαλόκαιρο, μες στη ζέστη! Αν τυχόν προέκυπτε σήμερα, μισό αιώνα μετά, κάτι αντίστοιχο με τα ιουλιανά, θα περνούσε στο ντούκου και θα έσβηνε μες σε 48 ώρες –όχι να τραβήξει 48 μέρες κοντά, όπως τότε.

Τα τελευταία χρόνια βέβαια, στα πρώτα ανταμώματα μετά το 15αύγουστο, ακούς πολύ κόσμο να προβλέπει πως θα έχουμε άγριες κι ενδιαφέρουσες διεργασίες κι ότι από σεπτέμβρη θα γίνει χαμός, πχ με τα πρώτα πάγια έξοδα των γονιών για τα σχολικά ή για τη θέρμανση με τα πρώτα κρύα –και γενικώς όσο πέφτει η θερμοκρασία, τόσο πιο καυτό μέτωπο θα έχουμε λέει –όπως το 08’ που είχαν αναβληθεί και τα χριστούγεννα. Κι άλλες παρόμοιες αναλύσεις, που μοιάζουν με εκείνες τις κλασικές υποσχέσεις της νέας χρονιάς, που δεν τηρούνται ποτέ, με καλοκαιρινά ραντεβού (πάνω στο πτώμα μας), θερινούς έρωτες και σχέδια στην άμμο που σβήνουν με το πρώτο κύμα.
(Και ήξερες σφε αναγνώστη πως τις δυτικές συνοικίες εμείς οι θεσσαλονικείς τις είχαμε στο φεστιβάλ, πριν κάνουν σουξέ και γίνουν διάσημες με το «καλοκαιρινά ραντεβού», για να ξαναχαθούν τελικά από το προσκήνιο, λίγα χρόνια αργότερα;)

Το βασικό πρόβλημα πάντως στην εύκρατη και θερμόαιμη χώρα μας είναι πως έχει καλοκαίρι διαρκείας κι αντίστοιχη θερινή ραστώνη. Ή όπως λέει κι ένα άλλο σουξέ της εποχής
Δεν κάνει κρύο στην ελλάδα, κρύο δεν έκανε ποτέ…
Κι αν παρ’ ελπίδα πέσει λίγο παραπάνω η θερμοκρασία, μην ανησυχείς, υπάρχει κι η χειμερία νάρκη, για να φιδιάσουμε με την ησυχία μας (όσο δέρμα κι αν πετάξεις…)

Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Good morning Vietnam

Για τους ηρωικούς βιετναμέζους, με το αλύγιστο αντιιμπεριαλιστικό φρόνημα και την τόσο πλούσια σε αγώνες ιστορία τους, που πολύ λίγοι λαοί έχουν να επιδείξουν αντίστοιχή της, ισχύει ίσως κάπως αντεστραμμένο αυτό που έλεγαν για τους έλληνες της ύστερης αρχαιότητας και την υποταγή τους στον ακμαίο και κατά πολύ ανώτερο ρωμαϊκό στρατό: κατακτήθηκαν από τη ρώμη με τα όπλα, αλλά την κατέκτησαν με τον πολιτισμό τους. Το βιετνάμ αντιστοίχως αντιστάθηκε στους κατακτητές και απέκρουσε ηρωικά την επίθεσή τους, κατακτήθηκε όμως σταδιακά δια της πλαγίας οδού, όχι χάρη στον πολιτισμό τους και τη δυτική κουλτούρα, που έχει κυριεύσει τα πάντα, αλλά με την οικονομική τους δύναμη και το εμπόριο, σε μια πολύ δύσκολη συγκυρία, όπου η χώρα είχε μείνει χωρίς διεθνή στηρίγματα.

Αυτό σε γενικές γραμμές ήταν το στρατηγικό συμπέρασμα που αποκόμισε το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο συνολικά για την αναχαίτιση του σοσιαλισμού και ειδικότερα της σοβιετικής ένωσης, εφόσον δεν κατάφερε να πνίξει με τη δύναμη των όπλων την επανάσταση στη ρωσία –μία φορά το 18’ κι άλλη μία με την επίθεση των ναζί από το 41’. Κι όπως φάνηκε από την τελική κατάληξη, είχε πολύ καλύτερα αποτελέσματα με τις οικονομικές μεθόδους –ως προέκταση του πολέμου με άλλα μέσα- σε μια ιδιότυπη μορφή «ειρηνικής συνύπαρξης» με το σοσιαλιστικό μπλοκ. Με την ειδοποιό διαφορά πως αυτή η μορφή βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στην κούρσα των εξοπλισμών με στόχο την οικονομική εξουθένωση της εσσδ και την ακύρωση της σοβιετικής εκδοχής της ειρηνικής συνύπαρξης –να μείνει δηλ απερίσπαστη από πολεμικές προετοιμασίες και συγκρούσεις η δική μας πλευρά, για να μπορέσει να προχωρήσει και να βαθύνει τη σοσιαλιστική οικοδόμηση.

Όλα αυτά συνδέονται με μια βασική αντίφαση που διέτρεχε την ιστορία του σύντομου εικοστού αιώνα και των σημαντικότερων σταθμών του. Αφενός δηλ όλες σχεδόν οι σοσιαλιστικές επαναστάσεις –από τη μεγάλη οκτωβριανή ως την κινέζικη το 49’- συνδέονταν με τους δύο παγκόσμιους πολέμους και, ως επακόλουθο, την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης σε μια σειρά αδύναμους κρίκους της ιμπεριαλιστικής αλυσίδας. Αφετέρου όμως η (κάθε άλλο παρά ειρηνική) συνύπαρξη δύο αντίπαλων συνασπισμών με διαφορετικά κοινωνικά συστήματα και το ορατό φάσμα μιας πολεμικής μεταξύ τους σύγκρουσης, ως απειλή, ευνοούσε αντικειμενικά το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, που είχε βγει όμως με σημαντικά ψαλιδισμένες κι αδυνατισμένες θέσεις από τους δύο προηγούμενους πολέμους ή ακόμα κι από την ήττα της γαλλίας αρχικά και των ηπα σε δεύτερη φάση, στον πόλεμο του βιετνάμ.

Ενώ δηλ οι πολεμικές συνέπειες ήταν ανεπιθύμητα βαρίδια και τροχοπέδη για τις σοσιαλιστικές χώρες και το χτίσιμο της νέας κοινωνίας –καθώς οι εξοπλισμοί τους αφαιρούσαν ζωτικούς πόρους που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν για άλλους σκοπούς και το ανέβασμα του βιοτικού επιπέδου, ή γιατί ειδικά η εσσδ είχε πληρώσει βαρύτατο φόρο αίματος, και όχι μόνο, για την αντιφασιστική νίκη των λαών, ο οποίος της στέρησε πολύτιμες εφεδρείες κι εκλεκτό έμψυχο δυναμικό από την υπόθεση της οικοδόμησης-…
…για το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, ο πόλεμος –ως συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα- ήταν μια χρυσή ευκαιρία για μπίζνες και αυξημένη κερδοφορία, είτε με αναπτυξιακά σχέδια ανοικοδόμησης των κατεστραμμένων περιοχών (σχέδιο μάρσαλ), είτε με τη συνεχή παραγωγή οπλικών συστημάτων, τις επικερδείς αγοραπωλησίες σε «κράτη-δορυφόρους» και την ενίσχυση του λεγόμενου στρατιωτικο-βιομηχανικού μπλοκ (λόμπι), που είχε μεγάλη δύναμη στις ηπα και τέθηκε στο επίκεντρο αρκετών σοβιετικών αναλύσεων της μπρεζνιεφικής ειδικά εποχής. Κάποιες από αυτές τις αναλύσεις ολίσθαιναν όμως στη λογική του μικρότερου κακού και της επιλογής «καλύτερου ιμπεριαλιστή», στην πολιτική συμπάθεια προς τις «πιο ειρηνόφιλες» και λιγότερο αντιδραστικές, υποτίθεται, μερίδες του αστικού μπλοκ, που εκπροσωπούνταν συνήθως από τη σοσιαλδημοκρατία ή τους δημοκρατικούς στις ηπα –κι όχι από το νίξον ή το ρίγκαν, που εγκαινίασε τον «πόλεμο των άστρων».

Μια τέτοια περίπτωση «καλού ιμπεριαλιστή», στην κλίμακα των απλών, καθημερινών ανθρώπων και όχι των πολιτικών ηγετών, μας παρουσιάζει κατ’ ουσίαν στο πρόσωπο του άντριαν κονάουερ (ρόμπιν γουίλιαμς) κι η ταινία good morning Vietnam. Ο κρονάουερ είναι ένας σμηνίας – παραγωγός του ραδιοφώνου του αμερικανικού στρατού στη σαϊγκόν (και μετέπειτα χο τσι μινχ), εν μέσω πολέμου, που ξεφεύγει από τους ανιαρούς, παραδοσιακούς κανόνες των ένοπλων σωμάτων στο πρόγραμμά του και κερδίζει την αγάπη και το θαυμασμό χιλιάδων φαντάρων στο μέτωπο, ενάντια στη στενοκεφαλιά και την αντιπάθεια κάποιων ανωτέρων του. Παράλληλα συνάπτει φιλικές σχέσεις με πολλούς ντόπιους βιετναμέζους, που δεν τους βλέπει ρατσιστικά ως κατώτερα όντα, αλλά απομακρύνεται με μετάθεση, όταν αποδεικνύεται πως ο καλύτερος φίλος του είναι ένας δραστήριος κι επικίνδυνος βιετκόνγκ.

Η ταινία βάζει στο στόχαστρο το νίξον και την πολιτική του, προσπαθώντας σαφώς να δείξει πως δεν ήταν/είναι ίδιοι όλοι οι αμερικανοί. Μία από τις καλύτερες ίσως στιγμές της είναι η παρωδία αυτής της πολιτικής με τους στίχους του what a wonderful world (τι υπέροχος κόσμος) να συνοδεύουν ειρωνικά σκηνές από τη φρίκη του πολέμου, που παρουσιάζεται ωστόσο ως ανεξήγητο κακό, παράλογο και απάνθρωπο, που χτυπά εξίσου τους πάντες, χωρίς να κάνει διακρίσεις μεταξύ ισχυρού κι αδύναμου. Ενώ ο έρωτας του πρωταγωνιστή για μια νεαρή βιετναμέζα σπουδάστρια, σκοντάφτει –παρά την αμοιβαία έλξη τους- στις «αγεφύρωτες» διαφορές των δύο κόσμων, που συνοψίζονται βασικά στο ότι ο ένας λέει τη ντομάτα tomato κι η άλλη τη λέει ζινγκ-πάου ή κάτι παρόμοιο.


Οι συλλογικές τύψεις συνείδησης ενός έθνους για αυτόν τον πόλεμο αναζητούν κάθαρση κι εξιλέωση σε τέτοια κινηματογραφικά έργα, θυμίζοντας ίσως αντίστοιχες σκέψεις και συναισθήματα του γερμανικού λαού για τις κτηνωδίες των ναζί. Αν εξαιρέσουμε όμως κάποια κινήματα αντίστασης που ξεδιπλώθηκαν σε κάθε περίπτωση (το αντιπολεμικό στις ηπα και το αντιφασιστικό στη γερμανία), δεν είναι καθόλου σίγουρο πόσο μαζική θα ήταν αυτή η συλλογική μεταμέλεια, αν η κατάληξη του πολέμου ήταν διαφορετική και δεν υπήρχε το βάρος της δύσκολης διαχείρισης μιας ήττας, από την οποία απέρρεαν εν πολλοίς και οι τύψεις. Ουαί τοις ηττημένοις, όπως έλεγαν και στον καιρό της pax (pacis) romana(e).

Προσωπικά πάντως, ο ρόμπιν γουίλιαμς σχεδόν με εκνεύριζε σε τέτοιους ατσαλάκωτους και αβανταδόρικους ρόλους, και προτιμούσα την ερμηνεία του στα «ξυπνήματα» με τον ντε νίρο. Όσο για την κατάθλιψη από την οποία έπασχε πιθανότατα ο ηθοποιός και την «αδιέξοδη λύση» της αυτοχειρίας στην οποία κατέφυγε, έρχεται κατά κάποιον τρόπο να επιβεβαιώσει τη θλιμμένη φύση του κωμικού που «κάνει μονίμως μια νεκροψία στον εαυτό του». Και σε ένα πιο γενικό επίπεδο ίσως πως η αποξένωση σήμερα δεν κάνει ακριβώς ταξικές διακρίσεις –αν και εκδηλώνεται προφανώς με πολύ διαφορετικό τρόπο κατά περίπτωση- αλλά αποτελεί καθολικό, χαρακτηριστικό γνώρισμα της καπιταλιστικής κοινωνίας.

Αυτό όμως είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης..


Παρασκευή, 15 Αυγούστου 2014

Αστερίκιος εν Ολυμπία

Σημειώσεις δέκα χρόνια μετά

Τα αφιερώματα κι οι εικόνες σήψης κι εγκατάλειψης των ολυμπιακών εγκαταστάσεων, που έρχονται στο φως αυτές τις μέρες της πρώτης στρόγγυλης επετείου από το αθήνα 04’, έχουν την ίδια ακριβώς τύχη με άλλα παρόμοια θέματα που παίζουν στα δελτία ειδήσεων. Το τηλεοπτικό κοινό συνηθίζει κι εξοικειώνεται με κάτι που κατά βάθος γνώριζε ή υποψιαζόταν και τελικά παύει να αντιδρά σε ένα επαναλαμβανόμενο ερέθισμα, που μένει στην επιφάνεια, χωρίς να αναζητά τις πραγματικές αιτίες. Κι όσες αναλύσεις επιχειρούν να σκάψουνε λίγο βαθύτερα, καταλήγουν συχνά να αναπαράγουν εύκολα κλισέ κι αστικά ιδεολογήματα.



Μια βασική πτυχή αυτών των αστικών αφηγήσεων αφορά την προχειρότητα και τον κακό σχεδιασμό που διακρίνει την ελληνική κοινωνία, με τα λαμόγια και τη λογική του άρπα-κόλλα –που ο περράκης την είχε επισημάνει ως αιτία του κακού ήδη από τη δεκαετία της αλλαγής, υπεράνω άλλων ταξικών αναφορών και κοινωνικών συστημάτων. Μια λογική που πιάνεται απ’ το παράδειγμα της βαρκελώνης το 92’ και τν αξιοποίηση των έργων που άλλαξαν την εικόνα της πόλης. Ενώ βρήκε άξιο συνεχιστή στη φλυαρία του ψαριανού, ως υποψήφιου δημάρχου αθηναίων το 10’, που τόνιζε την ομορφιά της καπιταλιστικής βαρκελώνης και της (πάλαι ποτέ) σοσιαλιστικής πράγας, για να συμπεράνει πως δεν έχουν σημασία τα συστήματα και δεν ωφελεί να αναλωνόμαστε προεκλογικά σε στείρα πολιτικολογία κι ιδεολογικές αντιπαραθέσεις.

Όσοι διαμαρτύρονται βέβαια για το άρπα-κόλλα και την παντελή έλλειψη σχεδιασμού, είναι όλως τυχαίως οι ίδιοι που έχουν αλλεργία στην ιδέα του κεντρικού σχεδιασμού, που καταργεί την αναρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Και μιλάνε για τα καταπιεστικά καθεστώτα του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε, που καταπατούσαν ανθρώπινα δικαιώματα και βασικές ελευθερίες (πχ της διακίνησης κεφαλαίου, εμπορευμάτων, εργαζομένων) και βασικά την ελευθερία να εκμεταλλεύονται την υπεραξία των εργατών, για να αυγατίζουν τα κέρδη τους.

Το πιο ωραίο της υπόθεσης είναι ότι αυτό που βαφτίζεται έλλειψη σχεδίου στην ελληνική περίπτωση είναι η βάση σχεδίου (και απόλυτα πετυχημένου μάλιστα) αύξηση της κερδοφορίας των μονοπωλίων από το μεγάλο φαγοπότι των ολυμπιακών και το κυνήγι του μέγιστου κέρδους, που πολλές φορές δεν περνά από «μακροπρόθεσμες, σοβαρές επενδύσεις», αλλά υπηρετείται πολύ καλά από τη λογική της αρπαχτής. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι αν υπάρχει γενικά ή όχι σχέδιο αλλά σχέδιο για ποιους και με τι σκοπό.

Το δεύτερο σημείο είναι ένα πολύ έντεχνα φτιαγμένο σχήμα, όπου κάθε φορά προβάλλεται η όψη που βολεύει περισσότερο στην εκάστοτε συγκυρία. Η σημιτική σαπουνόφουσκα της ισχυρής ελλάδας σφραγίστηκε από το «μεγάλο καλοκαίρι των ελλήνων» και τη βιομηχανία παραγωγής μεταλλίων, που μας έφερε στην πρώτη δεκάδα του σχετικού πίνακα και σκέπασε προσωρινά κάτω απ’ τη λάμψη τους τα προβλήματα του ελληνικού λαού. Σήμερα που η μάσκα της ισχυρής ελλάδας έπεσε πιο εύκολα κι από τη μηχανή του κεντέρη και της θάνου τη μέρα της τελετής έναρξης κι οι αθλητικές ομοσπονδίες εγκαταλείπονται στη μοίρα τους να φυτοζωούν (εκτός από την εοκ και την επο που έχουν ρεαλιστικές ελπίδες να βρουν χορηγίες), προβάλλεται η κυρίαρχη λογική του «λιγότερου κράτους», που ήρθε λέει να δώσει επιτέλους τέλος στο σπάταλο και ύποπτο μοντέλο του κρατικού αθλητισμού, που εκτός των άλλων, αποδείκνυε –υποτίθεται- ότι είμαστε η τελευταία σοβιετική χώρα της ευρώπης. Όλα μαζί στο μπλέντερ, μαζί με τις συνειδήσεις του κόσμου.

Η σύγχυση κι οι αντιφάσεις που προέκυπταν συμπυκνώνονται ίσως με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο στην περίπτωση του πύρρου δήμα –που έκλεισε μια σπουδαία αθλητική καριέρα στους ολυμπιακούς της αθήνας, όπου έπεσε η αυλαία και συνολικά για την ομάδα-όνειρο του ιακώβου και τα (αθλητικά-ιατρικά) θαύματά της. Ο δήμας έδωσε προεκλογικά, ως πρόεδρος της ομοσπονδίας άρσης βαρών, μια πολύ ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική για τα προβλήματα του χώρου στον κυριακάτικο ρίζο, για να κατέβει τελικά υποψήφιος βουλευτής στο επικρατείας του πασόκ –που είχε οδηγήσει στο όριο της επιβίωσης όλες σχεδόν τις ομοσπονδίες- αναζητώντας προφανώς μια συντεχνιακή λύση για το σινάφι του –αν όχι και το προσωπικό βόλεμα.

Ένα άλλο αντίστοιχο ψευδοδίπολο έχει στηθεί στον τομέα της οικονομίας, όπου αρχικά οι αγώνες παρουσιάστηκαν ως μοχλός ανάπτυξης και μαγικό κλειδί για μια σταθερή και μακρόχρονη πορεία ευημερίας στην χώρα –προσδοκίες που διαψεύστηκαν παταγωδώς στην οδυνηρή πραγματικότητα της κρίσης. Ενώ εκ των υστέρων προβάλλουν (όχι φυσικά ως παράγοντας διόγκωσης του δημόσιου χρέους, που φορτώθηκε να πληρώσει ο ελληνικός λαός, αλλά) μια από τις αιτίες που συνέβαλαν και –γιατί όχι;- προκάλεσαν την οικονομική κρίση. Η οποία προφανώς πρέπει οπωσδήποτε να αποδοθεί σε λανθασμένες επιλογές, χειρισμούς κι εκτιμήσεις και δεν προκύπτει στη βάση των αντικειμενικών νόμων κίνησης του καπιταλισμού, ως αναπόδραστη νομοτέλεια από την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων.

Μένει ακόμα να δούμε αυτοκριτικά, με την αφορμή της επετείου, το δισάκι με τα πεπραγμένα και τις παραλείψεις της δικής μας δουλειάς, τις αντιδράσεις και την αντίδραση του λαϊκού παράγοντα. Κάτι που δεν αφορά τόσο το σχετικό ντόρο για το αν ο ρίζος έκανε αφιερώματα στην κουβανική ομάδα και τους ολυμπιακούς της μόσχας (και πολύ καλά έκανε). Ούτε και τη θετική αρχική ψήφο του κκε επί της αρχής (αν δηλ μπορεί να αναλάβει τους ολυμπιακούς και μια ταπεινή υποψήφια πόλη, πχ σαν την αβάνα), για να έρθει ακολούθως η καταψήφιση του συγκεκριμένου φακέλου του «αθήνα 04’».

Το βασικό, όπου πρέπει να εστιάσουν τα βέλη της αυτοκριτικής, είναι αν οι κομμουνιστές πέρασαν τον πήχη των απαιτήσεων, οργανώνοντας ένα μαζικό και δυναμικό κίνημα ενάντια στους αγώνες, τα εργατικά ατυχήματα, τον εθελοντισμό, την εθνική ομοψυχία και το γενικό κλίμα τεχνητής ευφορίας που καλλιεργήθηκε. Στόχοι δηλ που πολεμήθηκαν, αλλά με σημαντικές ελλείψεις και ανεπάρκειες. Η κυρίαρχη προπαγάνδα της περιόδου κατάφερε ν’ αποκτήσει μαζική απήχηση, αποσπώντας ευρύτερες συναινέσεις, που τις χρησιμοποιεί σήμερα, για να παίζει με τις ενδόμυχες τύψεις του κόσμου και να πουλάει προκλητικά, με έμμεσους, υπόγειους ή πιο ξεδιάντροπους τρόπους, ότι όλοι μαζί τα φάγαμε.

Ο λεγόμενος «δεθελοντισμός» παρέμεινε πρωτίστως ένα άθροισμα έντιμων προσωπικών στάσεων στο περιθώριο που δικαιώθηκαν εκ των υστέρων για όσα έλεγαν και προειδοποιούσαν. Δεν μπορούμε καν να ισχυριστούμε αυτό που συνηθίζουν να λένε οι γάβροι, ότι δηλ η μισή ελλάδα είναι ολυμπιακοί και η άλλη μισή αντι-ολυμπιακοί. Πόσο μάλλον να φωνάξουμε ένα άλλο δικό τους σύνθημα, που λέει: κοκκίνισε, κοκκίνισε ολόκληρη η ελλάδα…
Έτσι κι αλλιώς, αλλά όχι ακόμα.

Η μεγάλη ιδέα των ολυμπιακών έσπρωξε χρήμα, άλωσε συνειδήσεις και σάρωσε σχεδόν τα πάντα στο διάβα της, εκτός από μερικά καλά οχυρωμένα γαλατικά χωριά. Παρέσυρε ακόμα κι αξιόλογους καλλιτέχνες, που συναντάμε στα φεστιβάλ της οργάνωσης και πολλούς ντελάληδες δημοσιογράφους –πλην μερικών φωτεινών εξαιρέσεων- που άσκησαν πρόθυμα έναντι παχυλής αμοιβής το αρχαιότερο λειτούργημα (όχι του δημοσιογράφου) για να εξυμνήσουν αυθόρμητα το αρχαίο ολυμπιακό πνεύμα, που παραμένει αθάνατο κι αναλλοίωτο ως τις μέρες μας.


Γλώσσες μπλε, που θα έλεγε κι ο ολυμπιονίκης αστερίξ για τους ντοπαρισμένους ρωμαίους συναθλητές του, που την πάτησαν κι ακυρώθηκαν γιατί είχαν πιει όλοι χρωματιστό μαγικό ζωμό. Μια ιστορία που μας θυμίζει το ευ αγωνίζεσθαι, το ευγενές φίλαθλο πνεύμα, την αξία της συμμετοχής … και φυσικά ο δικός μας αθλητής ή η ομάδα μας, θα υποβάλουμε ένσταση, γιατί (πέρα από τους περίεργους αντιχυτρικούς κανονισμούς, που έχει αυτή η χώρα) ο αγωνιστικός χώρος ήταν βαρύς και τα αγριογούρουνα (που είναι πολύ ευαίσθητα ζώα) είχαν φάει κάτι αηδίες…

Πέμπτη, 14 Αυγούστου 2014

Τιμή μου πάνω απ' όλα η τιμή του κόμματός μου

Σήμερα συμπληρώνονται εξήντα χρόνια από την εκτέλεση του ηρωικού κομμουνιστή δάσκαλου, νίκου πλουμπίδη. Μια επέτειος, που για κάποιους «αριστερούς» αντικομμουνιστές αποτελεί ευκαιρία να αντλήσουν πολιτική υπεραξία από το δικό του μπόι, να τον αντιπαραβάλουν λάθρα στο κκε και την (ζαχαριαδική ή διαχρονικά οποιαδήποτε) ηγεσία του, να μιλήσουν για την πιο τραγική φιγούρα του κομμουνιστικού κινήματος, που τον πρόδωσε το κόμμα του και τον σκότωσε ηθικά, προτού τον σκοτώσουν τυπικά οι εκτελεστές του.


Και έτσι, με ένα μαγικό όσο και προβλέψιμο τρόπο, τα βέλη της πολεμικής (γιατί δεν πρόκειται πια για απλή κριτική, πόσο μάλλον καλοπροαίρετη) σημαδεύουν το κόμμα του πλουμπίδη, που σε καμία περίπτωση δε θα μπορούσε να καθορίσει, με τις πράξεις του ή τις παραλείψεις του, το τέλος ή και τη σωτηρία του «μπάρμπα». Και όχι τους δήμιούς του, το αστικό κράτος που, παρά την προχωρημένη φυματίωσή του και το πέρας πενταετίας από το τέλος του ένοπλου αγώνα, εξακολουθούσε να τον θεωρεί επικίνδυνο και γι’ αυτό τον εκτέλεσε.

Κι οι λύκοι, αγκαλιά με τα σκυλιά, αλυχτούν πένθιμα, με περισσή υποκρισία. Δεν τιμούν τον πλουμπίδη για αυτό που ήταν, ένας ήρωας που θυσιάστηκε συνειδητά στον αγώνα για τους σκοπούς του λαϊκού κινήματος. Αλλά τον αντιμετωπίζουν με συμπόνια, ως ένα αθώο θύμα που εξαπατήθηκε, φεύγοντας γελαστός μα γελασμένος, και το μόνο λάθος που έκανε ήταν η ακλόνητη πίστη που είχε στους χειρισμούς των συντρόφων του, ή μάλλον της (πάντα αυτής) ηγεσίας τους.

Όταν μιλάμε όμως για την κομματικότητα των κομμουνιστών, δεν εννοούμε μια θρησκόληπτη, μεταφυσική πίστη σε ένα δόγμα –άλλο αν μπορεί να διακρίνει κανείς και μια τέτοια, «θρησκευτική» διάσταση στην πρωτόλεια συνείδηση πολλών απλών χωρικών πχ που συμμετείχαν με το δικό τους λιθαράκι στην εποποιία του εαμ και του δσε. Μιλάμε για έλλογη, συνειδητή πίστη, βασισμένη στη γνώση. Για αφοσίωση σε ένα ιδανικό και το συλλογικό αγώνα για την κατάκτησή του. Και αυτή η πίστη ήταν που «κίνησε βουνά» και έχτισε ένα μοναδικό στα ελληνικά χρονικά μαζικό κίνημα στα βουνά και τις πόλεις, δίνοντας χιλιάδες στιγμές, προσωπικές ιστορίες και παραδείγματα ηρωισμού. Αυτό ήταν το μαγικό φίλτρο, που βοήθησε αυτούς τους ήρωες να γίνουν άπαρτα βουνά, να αντέξουν τις κακουχίες του αγώνα, την οδυνηρή ήττα με τις συνέπειές της, το κολαστήριο των φυλακών και της εξορίας.

Ο νίκος πλουμπίδης είναι μια ξεχωριστή ψηφίδα σε αυτό το μωσαϊκό, που ο ηρωισμός της δεν έγκειται σε πολεμικά ανδραγαθήματα ή κάποια φλογερή απολογία που ταπείνωσε κι αποστόμωσε αυτούς που τον (κατα)δίκαζαν. {Αυτά τρέφουν κυρίως το φαντασιακό των ηρώων του αμφιθεάτρου, που θεωρούν ότι αποτελούν την έμπρακτη συνέχειά τους στο σήμερα –στο πεδίο του φαντασιακού, πάντα}. Όσο στο ότι πάλεψε με την αρρώστια, τις αντοχές του, τις δύσκολες συνθήκες κράτησης, για να μπορέσει να σταθεί όρθιος και να δώσει με αξιοπρέπεια την τελευταία του μάχη στο δικαστήριο, χωρίς να αφήσει να λερώσουν το όνομά του και το κόμμα του. Και τα κατάφερε να μείνει αλύγιστος, αντλώντας δύναμη από το μαγικό φίλτρο των αγωνιστών της εποχής του, μολονότι φαινομενικά –για κάποιον εξωτερικό παρατηρητή- έμοιαζε να έχει κλονιστεί η σχέση (αμοιβαίας) εμπιστοσύνης με το κόμμα. Ο «μπάρμπας» έμεινε όρθιος, για να πέσει μόνο στο εκτελεστικό απόσπασμα, φωνάζοντας «ζήτω το κκε». Και στην τελική ευθεία της ζωής του, δεν είχε αμφιβολία πως το κόμμα θα βρει την αλήθεια και θα αποκαταστήσει το όνομά του. Γιατί δική του τιμή ήταν η τιμή του κόμματος, του τιμημένου (από τους αγώνες και τις θυσίες των μελών του) κουκουέ.

Και είχε απόλυτο δίκιο. Το κόμμα διόρθωσε το λάθος του, αποκατέστησε τον πλουμπίδη και τον τιμά σαν ήρωα για τη θυσία του και το παράδειγμα απαράμιλλης κομματικότητας που έδωσε. Ενώ έβγαλε πολύτιμα (κι ακριβοπληρωμένα με αίμα) συμπεράσματα από την ιστορία του και ειδικά για παρόμοιες περιπτώσεις. Γιατί οι διαφωνίες και οι διαμάχες που προκύπτουν στο εσωτερικό του κκ δεν ανάγονται πάντα σε προδοσία και πέρασμα με την πλευρά του ταξικού εχθρού. Πολλές φορές ερμηνεύονται στη βάση των σύνθετων, πρωτότυπων καταστάσεων που καλούνται να αντιμετωπίσουν οι κομμουνιστές. Κι αυτό, αν μπορώ να το αναπαράγω σωστά από μνήμης, ήταν και το νόημα του χαιρετισμού της αλέκας στην ετήσια συνεστίαση της πεαεα, λίγο πριν από τη συγγραφή του β’ τόμου του δοκιμίου ιστορίας.
Υπάρχουν πολλά σημεία στην «υπόθεση πλουμπίδη» όπου μπορεί να σταθεί κανείς. Πχ η διείσδυση της ασφάλειας στο παράνομο κομματικό κλιμάκιο με επικεφαλής τον «μπάρμπα» και τις απανωτές συλλήψεις που δικαιολογούν ίσως την καχυποψία και την επιφυλακτικότητα της κομματικής ηγεσίας στο εξωτερικό –όπως είχε πει σε μια συνέντευξή του και ο σήφης ζαχαριάδης, αν ο πατέρας του είχε κατηγορήσει κάποια στιγμή τον πλουμπίδη για «πράκτορα της ασφάλειας», αυτό συνέβη πιθανότατα γιατί υπήρχαν στοιχεία και συγκεχυμένες ενδείξεις που οδηγούσαν προς αυτό το συμπέρασμα. Ή το ζήτημα της διάψευσης από το ραδιοσταθμό του κκε του γνήσιου της υπογραφής του πλουμπίδη στο σημείωμά του για τον μπελογιάννη (στα πλαίσια της δημιουργικής ερμηνείας από τον μπάρμπα του συνθήματος ‘να γίνει ό,τι είναι δυνατό για να σωθεί ο μπελογιάννης’), καθώς μπορεί να ήταν ο μόνος ασφαλής δίαυλος άμεσης επικοινωνίας, για να του περάσει το κόμμα το μήνυμα πως δεν ήταν σωστή η κίνησή του –κι είναι πράγματι αμφίβολο, αν θα μπορούσε να φέρει κάποιο πρακτικό αποτέλεσμα.

Το πιο βασικό όμως το συνοψίζει ο ίδιος ο πλουμπίδης στη φράση του: τιμή μου έχω πάνω απ' όλα την τιμή του κόμματός μου. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία από το να αντιπαραβάλλεις τον πλουμπίδη στο κόμμα του, τάχα για να τον τιμήσεις.
Γιατί το κουκουέ γεννάει από τις γραμμές του πλουμπίδηδες και μπελογιάννηδες, ενώ αυτοί με τη σειρά έκαναν το κκε το ιστορικό κόμμα που είναι σήμερα. Αυτά τα δύο υπάρχουν σε μια αξεδιάλυτη ενότητα, όπου δεν έχει νόημα να προσπαθούμε να διαχωρίσουμε τον ένα πόλο από τον άλλο, ούτε και να αγνοούμε τον πρωτεύοντα ρόλο που έχει απέναντι στα μεμονωμένα άτομα το σύνολο μες στο οποίο λειτουργούν κι αναδεικνύονται.

Αυτό που δεν καταλαβαίνουν οι τιμητές του κόμματος, που «τιμάνε» τον πλουμπίδη, και όλοι όσοι γοητεύονται με τους «μοναχικούς καουμπόηδες» που δρουν έξω από τα «κομματικά στεγανά» είναι πως οι κομμουνιστές δε σκλαβώνουν το «εγώ» τους στο κόμμα, αλλά διαμορφώνουν κι αναπτύσσουν την προσωπικότητά τους μες σε αυτό, εξελίσσονται μαζί του, χάρη στα ερεθίσματα και τις εμπειρίες ζωής που αποκτούν. Από τις πιο ηρωικές πράξεις τους, μέχρι τα πιο ευτελή τους βήματα, όπως αυτό το ιστολόγιο πχ, οι επιλογές τους φέρουν τη σφραγίδα της οργανωμένης ζωής, της πάλης μέσα από τις γραμμές του.

Οι σύντροφοι οφείλουν πολλά στοιχεία της προσωπικότητάς τους, τις ανησυχίες, τις ευαισθησίες, τα διαβάσματα, τις ιδέες, την καλλιέργειά τους στο πέρασμά τους (μικρό ή μεγαλύτερο) από το κόμμα και την οργάνωση. Με δυο λόγια οι κομμουνιστές οφείλουν το ευ ζην στο κόμμα και την επίδρασή του, και για αυτό δε δίστασαν, όποτε χρειάστηκε, να δώσουν και το ίδιο το ζην τους για τον αγώνα του. Κανένα άλλο κόμμα δεν μπόρεσε να εμπνεύσει τέτοια στράτευση και να βγάλει έναν πλουμπίδη από τις γραμμές του.

Και έτσι δεν υπάρχει μεγαλύτερη ατιμία από το να προσπαθείς να αντιπαραβάλλεις τον πλουμπίδη και τους κομμουνιστές με το κόμμα τους, για να το σπιλώσεις. Το μόνο που θα καταφέρεις είναι να σπιλώσεις την τιμή του ίδιου του πλουμπίδη, που έχει για τιμή του πάνω απ' όλα την τιμή του κόμματός του.

Τετάρτη, 13 Αυγούστου 2014

Η φάρμα των ζώων

Τα γούστα είναι υποκειμενικά και μπορεί ασφαλώς να ποικίλουν. Για μένα πάντως η «φάρμα των ζώων» του τζορτζ όργουελ είναι ίσως η εξυπνότερη αλληγορία που έχει γραφτεί ποτέ ή τουλάχιστον που έχω διαβάσει. Τόσο έξυπνη που σχεδόν ξεχνάς (ή βάζεις σε δεύτερη μοίρα) τον αντικομμουνιστικό της χαρακτήρα, δηλ τον αντισοβιετισμό που τη διακρίνει και τον αντισταλινισμό, που, όπως έχει πει κι ο κάππος, είναι ντροπαλός αντικομμουνισμός στην ουσία του. Δε γίνεται όμως να το ξεχάσεις και να το βγάλεις τελείως από την οπτική σου, γιατί αφαιρείς έτσι αξία από την οργουελική σύλληψη και τις μικρές ιδιοφυείς λεπτομέρειες, που κάνουν τη διαφορά. Και μπορούν να διαβαστούν αυτοτελώς, αλλά μένουν χωρίς λογική εξήγηση έξω από αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο.


Η φάρμα των ζώων είναι η σοβιετική ένωση, η πανίδα της οποίας μυείται στις αρχές του ανιμαλισμού (μαρξισμός) από το γέρο μέιτζορ το γουρούνι και προχωρά στην επανάσταση για να αποτινάξει το ζυγό της ανθρώπινης εκμετάλλευσης και του φάρμερ τζόουνς. Ο γερο-μέιτζορ είναι ένα γέρικο σοφό γουρούνι, που οραματίζεται μια διαφορετική «κοινωνία» και τη δημοκρατία των ζώων, που θα απολαμβάνουν ελεύθερα πια τον πλούτο που παράγουν. Το γουρούνι αυτό είναι κάτι μεταξύ του μαρξ και του λένιν (μετά την επανάσταση θάβεται σε ένα είδος μαυσωλείου). Κι ίσως το όνομά του, σε αντιδιαστολή με την ονομασία της φάρμας μέινορ, να συμβολίζει τη διαφοροποίηση και τη διαμάχη μεταξύ μπολσεβίκων και μενσεβίκων (αν και αυτό είναι απλώς μια δική μου εικασία, πιθανότατα τραβηγμένη από τα μαλλιά).

Αυτό που είναι σίγουρο είναι η ταυτότητα των δύο νεότερων κάπρων, του ναπολέοντα και του χιονάτου, που αποκτούν ηγετική θέση με τη νίκη της επανάστασης, αλλά διαφωνούν μεταξύ τους σε όλα σχεδόν τα ζητήματα τακτική και στρατηγικής, συμβολίζοντας τη διαμάχη μεταξύ στάλιν και τρότσκι. Το ναπολέων παραπέμπει ευθέως στο μικρό όνομα του τρότσκι με τη γνωστή ροπή στις γραφειοκρατικές μεθόδους. Αλλά ο όργουελ το κρατά για το στάλιν, πιθανότατα για να δείξει την επικράτηση του συντηρητικού, «σταλινικού θερμιδώρ» (όπως το χαρακτήριζε ο τρότσκι κατ’ αναλογία με τη γαλλική επανάσταση) και τη σταδιακή αναίρεση των κατακτήσεων της επανάστασης.

Ο χιονάτος-τρότσκι, ως επικεφαλής επίτροπος του κόκκινου στρατού, έχει πρωταγωνιστικό ρόλο στην απόκρουση της επίθεσης των ανθρώπων, που επιχειρούν να ανακαταλάβουν τη φάρμα, κι επεξεργάζεται ένα σχέδιο για την κατασκευή ενός ανεμόμυλου (εκβιομηχάνιση) και την ευημερία των ζώων της φάρμας. Αλλά η σύγκρουσή του με το ναπολέοντα οξύνεται και τελικά εκδιώκεται από τα τρομερά σκυλιά του τελευταίου, που επικρατεί χάρη σε ένα μίγμα δύναμης (με τα σκυλιά που δεν αφήνουν σε κανέναν πολλά περιθώρια για διαφωνίες) και πειθούς, από άλλα προνομιούχα γουρούνια, σαν το σκουίλερ, που μπερδεύει τα άλλα ζώα με ακλόνητα επιχειρήματα, αναπηδήσεις και περίτεχνα στριφογυρίσματα της ουράς του, που τα τουμπάρουν.

Ο ναπολέων (που έχει ιδιαίτερη πέραση στα πρόβατα της φάρμας) οικειοποιείται σταδιακά τα σχέδια του χιονάτου για τον ανεμόμυλο και παρουσιάζει τον εαυτό του ως τον πραγματικό εμπνευστή της αρχικής ιδέας. Παράλληλα υποτιμά τεχνηέντως τη συμμετοχή του χιονάτου στα γεγονότα της επανάστασης και την υπεράσπισή της, και με το πέρασμα του χρόνου, όσο ξεθωριάζει η μνήμη, διασπείρει φήμες για τη συνεργασία του με τις όμορες, εχθρικές φάρμες των ανθρώπων, πείθοντας τα ζώα να φορτώνουν κάθε πιθανή αποτυχία στη δουλειά τους, σε δικό του σαμποτάζ και τους κρυφούς συνεργάτες τους στο εσωτερικό της φάρμας, η αναζήτηση των οποίων καταλήγει σε κυνήγι μαγισσών και μαζικές εκκαθαρίσεις.

Η καθημερινότητα των ζώων επιδεινώνεται και γίνεται ιδιαίτερα σκληρή, αλλά οι επίσημες στατιστικές αποδεικνύουν την ευημερία τους, ενώ το ακλόνητο επιχείρημα που κόβει κάθε περαιτέρω προβληματισμό και συζήτηση είναι πως κανείς ασφαλώς δε θα προτιμούσε μια επιστροφή στο προηγούμενο καθεστώς της ανθρώπινης εκμετάλλευσης. Η ηγετική κλίκα των γουρουνιών γύρω από το ναπολέοντα όμως, αυξάνει προοδευτικά τα προνόμιά της, καταστρατηγεί κάθε ρητή απαγόρευση-θέση του ανιμαλισμού (πχ για τις εμπορικές σχέσεις με τους ανθρώπους) κι αναπροσαρμόζει ευέλικτα τους κανόνες στις καινούριες της συνήθειες, εκμεταλλευόμενη και το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο των περισσότερων ζώων, που έχουν αδύνατη μνήμη και δεν ξέρουν καλά-καλά να διαβάζουν.


Στο ενδιάμεσο ο όργουελ παρουσιάζει την ανίερη συμμαχία με μια γειτονική φάρμα, που τελικά δεν τηρείται από την πλευρά των ανθρώπων (σύμφωνο μολότοφ-ρίμπεντροπ), τις δίκες της φάρμας (κατ’ αναλογία αυτών της μόσχας) με την εκκαθάριση άλλων διαφωνούντων κάπρων, την «απονέκρωση» των συνελεύσεων και των σοβιέτ, την αντικατάσταση του ύμνου των ζώων της αγγλίας (δηλ της διεθνούς) από τον εθνικό ύμνο της φάρμας (εσσδ), την αναβίωση της παλιάς ονομασίας της φάρμας (ρωσία αντί για σοβιετική ένωση), τον μωυσή, το μαύρο κοράκι (με νύχια γαμψά), που συμβολίζει το ιερατείο, μιλώντας για τον παράδεισο του ζαχαρόβουνου και επιστρέφει στη φάρμα, ενώ είχε φύγει μετά τη νίκη της επανάστασης, τη λογική «σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν», όπως στην περίπτωση του μπόξερ, που ήταν το πιο δυνατό κι εργατικό ζώο της φάρμας κι είχε ως σύνθημα ζωής τη φράση «θα δουλέψω πιο σκληρά» και συμπληρωματικά «ο ναπολέων έχει πάντα δίκιο».

Στο τέλος, τα γουρούνια έχουν εξανθρωπιστεί (αστικοποιηθεί) πλήρως, υιοθετώντας όλες τις παλιές, ανθρώπινες συνήθειες (μέχρι και να περπατάν στα δύο πόδια). Κι όταν υποδέχονται τους ανθρώπους της σύμμαχης φάρμας στον πόλεμο (τον οποίο ο όργουελ δεν περιγράφει με νότες συγκρατημένου έστω ηρωισμού, αλλά φροντίζει να αναπαραγάγει ακόμα και τη φήμη για το μέθυσο κι απαισιόδοξο στάλιν), οι τελευταίοι θαυμάζουν το κάτεργο και την υποδειγματική εκμετάλλευση των ζώων της, ενώ τα γουρούνια αποκτούν ανθρώπινα προγούλια και γίνονται πανομοιότυπα με τους ανθρώπους-εκμεταλλευτές. Μια αριστοτεχνική αντιστροφή του όργουελ, που χρησιμοποιεί τη δύναμη της εικόνας για να αποδείξει πως η σοβιετική ηγεσία έχει εξομοιωθεί στην πραγματικότητα με τα καπιταλιστικά γουρούνια. Αλλά δε φαίνεται να μισεί τόσο έντονα τους τελευταίους, όταν αφήνει πχ να εννοηθεί πως αν ο τζόουνς ήταν πιο προσεκτικός και τάιζε τακτικά τα ζώα του, αυτά μπορεί να μην αγανακτούσαν, φτάνοντας στην εξέγερση εναντίον του.


Παραλείψαμε αναγκαστικά (γιατί δε γίνεται να χωρέσουν όλα) μια σειρά ακόμα έξυπνους παραλληλισμούς. Πχ για τα αστικά κατάλοιπα της μόλυ, της φοράδας, που αναρωτιέται αν θα έχουν ζαχαρίτσα στην επανάσταση και λιποτακτεί τελικά στους ανθρώπους, που την εξαγοράζουν εύκολα με μερικές ζαχαρίτσες και λίγες όμορφες χρωματιστές κορδέλες. Και για την ενδιάμεση θέση των πτηνών (μικροαστών, αγροτών) σαν τις κότες, που ναι μεν έχουν δύο πόδια (ενώ ο αρχικός κανόνας λέει: τέσσερα πόδια καλό, δύο πόδια κακό), αλλά το αντικειμενικό τους συμφέρον είναι μαζί με τα ζώα, γιατί δεν έχουν χέρια. Ή ακόμα για το σήμα της οπλής με το κέρατο (που αντικαθιστά το σφυροδρέπανο), την ψηφοφορία για τα ποντίκια και τον προβληματισμό «όποιος δε δουλεύει, δεν τρώει», την πλήρη επικράτηση της δημοκρατίας των ζώων, που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί σε μία μόνο φάρμα, και μια σειρά άλλα.

Πολλοί ισχυρίζονται πάντως πως η ανάγνωση των έργων του όργουελ έχει αυτοτελή αξία και τρόπο ανάγνωσης-νόημα, ανεξάρτητα από το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο γράφτηκαν ή στο οποίο αναφέρονται, πχ ως διαχρονική καταγγελία των απανταχού ανελεύθερων καθεστώτων. Το πιστεύουν αυτό, πιθανότατα σε αντίθεση και με τον ίδιο τον όργουελ, που δεν πασχίζει ιδιαίτερα να κρυπτογραφήσει τα σημαινόμενα των αλληγοριών του –απεναντίας. Στο 1984 πω, ο εχθρός του μουστακαλή (κοίτα να δεις σύμπτωση) μεγάλου αδελφού, που εξαφανίζεται από φωτογραφίες, αρχεία κι ιστορικά ντοκουμέντα, λέγεται γκολντστάιν, αν θυμάμαι καλά, για να κάνει ρίμα με το επίθετο του λέοντα νταβίντοβιτς μπρονστάιν, γνωστού και με το ψευδώνυμο τρότσκι.

Εάν παρόλα αυτά μπορεί κανείς να δει τη φάρμα των ζώων ως μία έξυπνη προειδοποίηση για τον κίνδυνο εκφυλισμού και της ακύρωσης που διατρέχει μια επανάσταση, το απαισιόδοξο μήνυμα που αφήνει στο επόμενο έργο του, το 1984, ότι δηλ κάθε έντιμος αγωνιστής είναι αδύναμος κι ανυπεράσπιστος απέναντι στην εξουσία κι αργή ή γρήγορα προδίδει τα ιδανικά του και τους συντρόφους του, για να στραφεί στη λογική «ο σώζων εαυτόν σωθήτω» και να γλιτώσει τουλάχιστον τον εαυτό του, δεν αφήνει πολλά περιθώρια για παρερμηνείες.

Κι εδώ –όπως και πριν δηλ- αναρωτιέται κανείς αν μιλάει η απογοήτευση ενός παλιού αγωνιστή –που πολέμησε εθελοντικά και με τους δημοκρατικούς στον ισπανικό εμφύλιο- ή η πένα ενός έμμισθου πράκτορα των μυστικών υπηρεσιών της χώρας του, όπως αποδείχτηκε μετά το θάνατό του.