Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Το πρόβλημα είναι..

Λύσεις υπάρχουν. Το θέμα είναι να ορίσεις πρώτα το πρόβλημα, για να δεις μετά πώς μπορείς να το αντιμετωπίσεις.

Το πρόβλημα είναι πως ζούμε, κινούμαστε, εργαζόμαστε σε ένα περιβάλλον, όπου αντί να τραγουδάμε για να σμίξουμε (με) τον κόσμο γύρω μας, να πάρουμε και να καλλιεργήσουμε τα καλύτερα στοιχεία του καθενός, για να χτίσουμε πάνω τους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι άλλοι μας τη σπάνε, είναι το σύνορό μας και χτίζουμε τείχη για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο, να τον αποφύγουμε και να περιορίσουμε την επαφή μας μαζί του στα τυπικά κι άκρως απαραίτητα.
Ότι θερίζει γενικά η αποξένωση κι ο αδιέξοδος ατομικός δρόμος, που ξεπηδά σα λογική από χίλιες μπάντες. Και δεν υπάρχουν πλέον πολλοί μαζικοί χώροι δουλειάς και μεγάλα εργοστάσια, σαν το πουτίλοφ της ρωσίας το 17’, οπότε χρειάζεται πιο εντατική και πολύ διαφορετική δουλειά απ’ ό, τι στο παρελθόν.
Το πρόβλημα είναι πως τις περισσότερες φορές νιώθουμε την ανάγκη να αναπαρ(αγ)άγουμε το είδος μας, να κλειστούμε σε ένα οικείο συντροφικό περιβάλλον ασφαλείας, να μοιραστούμε σκέψεις, ανησυχίες και προβληματισμούς με τους δικούς μας, αντί να κάνουμε μαζικό άνοιγμα, για να γίνουν περισσότεροι οι δικοί μας.

Το πρόβλημα είναι πως οι σύντροφοι είναι ιστορικά αισιόδοξοι ότι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, γιατί το γνωρίζουν από την κοσμοθεωρία τους, αλλά καταλήγουν στην πράξη από τους πιο απαισιόδοξους, γιατί έχουν φάει πίκρα κι απογοητεύσεις με το κουτάλι. Καληνύχτα κεμάλ, ο κόσμος αυτός ποτέ δε θα αλλάξει.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές η γενική κατάθλιψη ρίχνει κι εμάς τους ίδιους, χτυπάει το σύντροφο της διπλανής πόρτας. Δεν είναι ακριβώς ότι δεν ξέρεις ποια είναι η διέξοδος ή ότι δεν είσαι πεισμένος για αυτήν. Αλλά δε βλέπεις κάποια προοπτική στο άμεσο μέλλον, ίσως να μην την πιστεύεις πραγματικά, να μην την παλεύουμε ουσιαστικά, σα να βολευόμαστε στη μίζερη ζαχαρένια μας και τα ήδη υπάρχοντα –που όλο και λιγοστεύουν.

Το πρόβλημα είναι πως βολευόμαστε στη λογική της μίνιμουμ προσπάθειας και της γνωστής πεπατημένης, ενώ χρειάζεται τόλμη, φαντασία, πρωτοτυπία, κάτι έξω από τα τετριμμένα. Ότι φτάνουμε να συμμετέχουμε σε μια απεργία ή σε μια κινητοποίηση κάποιες φορές για λόγους αξιοπρέπειας, επειδή το καταλαβαίνουμε ως καθήκον, χωρίς όμως να έχουμε κάνει πολλά για την επιτυχία της, για να είναι δηλ μαζική, που είναι βασικός όρος (αναγκαίος αλλά όχι ικανός) για να νικήσει. Ότι μας λείπει συνήθως το πάθος –και δεν εννοώ τις φανατικές εκτονώσεις των ζηλωτών, που είναι η άλλη όψη στο νόμισμα της απογοήτευσης.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές προχωράει, κουτσά-στραβά, μόνο ο σχεδιασμός που έχει μπει κεντρικά και δεν υπάρχει πρωτόβουλη σκέψη και δράση στη βάση, στα ζωτικά κύτταρα του κόμματος. Ότι δε σπάμε το απόστημα της ανάθεσης που μας τρώει, αλλά το μεταθέτουμε ως ένα βαθμό εντός της οργανωμένης πρωτοπορίας και σε άλλο επίπεδο, της κεντρικής πολιτικής σκηνής, περιμένοντας να φροντίσει το κόμμα να βρει κάποια λύση. Ότι δεν έχουμε μάθει να είμαστε ο καθένας πραγματική πρωτοπορία στον χώρο του, που πείθει και τραβάει τους υπόλοιπους, δεν κάνουμε υλική δύναμη τις ιδέες για τις οποίες είμαστε πεισμένοι.

Το πρόβλημα είναι πως δεν έχουμε μάθει να λειτουργούμε και να δουλεύουμε με σχέδιο που να λέει: αυτή είναι η ρίζα του κακού, αυτή η λύση του, αυτά τα μέτρα που απαιτούνται, ας ελέγξουμε τι πετύχαμε και τι όχι, για να δούμε τι άλλο χρειάζεται. Και δεν υπάρχει χειρότερο είδος μεταφυσικής από το να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας την ίδια μέθοδο.
Το πρόβλημα είναι ο πρακτικισμός, όπου μοιάζουμε κάποιες φορές να κυνηγάμε την ουρά μας και να τρέχουμε πίσω της να την πιάσουμε. Το πρόβλημα είναι και η θεωρητικοποίηση, οι δικαιολογίες για τη δική μας στάση, αφού δεν τραβά το κόμμα, το κίνημα, οι συνθήκες..

Το πρόβλημα είναι πως είμαστε εν μέρει κομμάτι του προβλήματος και πρέπει να αλλάξουμε πολλά για να γίνουμε όντως κομμάτι της λύσης του. Ότι κι αυτά εδώ μεταξύ μας τα λέμε, και εγώ που στα γράφω είναι ζήτημα τι και πόσα θα κάνω/αλλάξω στην πράξη. Και δεν είμαι καν σίγουρος αν τελικά το πρόβλημα συνοψίζεται κι εδράζεται στα παραπάνω ή είναι κάτι πιο σύνθετο


Πρόβλημα, πρόβλημα, πες μου πώς το λύνεις…

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Είχα πάει λαϊκή

Τα ψώνια στη λαϊκή είναι μια ιεροτελεστία. Να βρεις την πιο βολική διαδρομή για το καρότσι, να προσέχεις να μη ζουληχτούν στον πάτο του οι ντομάτες και άλλα ευπαθή προσόντα, να ακούς τους απολαυστικούς διαλόγους μεταξύ των παραγωγών και το θηλυκό γονιό να τα ψάλλει στο ναρίτη άβερελ (με πολιτικό υπόβαθρο) για αυτά που διάλεξε κι έφερε. Να βρεις τα στέκια με τους γνωστούς σου πωλητές που τους ακολουθείς πιστά σα γκρούπι, να παζαρεύεις για το έθιμο και την ευχαρίστηση –κι όχι από τσιγγουνιά- να λιμπίζεσαι κάτι μπλουζάκια CCCP και κάτι φτηνά ρούχα στους πάγκους με τα χύμα και να παλεύεις με τις αναστολές σου: άραγε θα είσαι τσιπης αν το πάρεις, ή μήπως σνομπ, καλομαθημένο (με φίρμες) ψώνιο, εάν δεν..;

Να κλείνεις τη μύτη στην μπόχα της ψαραγοράς (μα πώς αντέχουν αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι;) γιατί τα ψάρια είναι ευτυχισμένα μόνο μες στη θάλασσα κι όταν δεν είναι στο δείχνουν· και παρακάτω στις μυρωδιές της καντίνας, για να μην υποκύψεις στον πειρασμό (μα πώς να αντέξεις να μην πάρεις κάτι;) Να κλείνεις τα μάτια στο χούι να σου βάζουνε κάθε φορά στη σακούλα δυο-τρία φρούτα παραπάνω, για να στρογγυλέψει το ποσό. Και να σου κλείνουν το δρόμο δυο θείτσες που συναντήθηκαν με τα καρότσια τους κι ο κόσμος σταματάει γύρω τους και δε θέλει να περάσει από εκείνο το σημείο όπου συναντήθηκαν.

Να είσαι μαθητής στα λύκεια της τούμπας, να σου παίρνουν το μυαλό οι μυρωδιές κι οι φωνές και να θες να φωνάξεις με τη σειρά σου: σώπα δάσκαλε, σώπα να ακούσουμε το λαϊκατζή! Και στην παλιά απογευματινή βάρδια να βλέπεις το σχόλασμα της λαϊκής τις τετάρτες, και να εύχεσαι να έχει κάνα αγώνα κυπέλλου ή ευρωπαϊκό, να πλακώσουν από νωρίς οι κάφροι και να ουρλιάζουν: άσε μωρή τα παιδιά να δουν τον παοοοοκ! Αυτά όμως τα πρόλαβαν οι παλιότερες γενιές. Κι εμείς οι μικρότεροι τα ακούγαμε σαν ιστορίες, για να τρώμε όλο το φαγητό μας.

Κι άλλοι σφοι μπορεί να έχουν να σου πουν άλλες δικές τους ιστορίες, για λαϊκές μικρές σα στρουμφοχωριά (πχ αυτή στις 40 εκκλησιές) κι άλλες, τεράστιες μεγαλουπόλεις όπου χάνεσαι στο πλήθος (τούμπα, κανάρη). Ή εναλλακτικές κωμοπόλεις, σαν τη λαϊκή της καλλιδρομίου στα εξάρχεια, με τις μεσημεριανές (πρωινές δηλ για τα δεδομένα της περιοχής) εξορμήσεις με υλικό που καταλήγουν ηρωικά στις «μουριές» για την ξεκούραση του πολεμιστή. Και τα χανιά, όπου συναντάς το σύντροφο από την κοβ μεσκλών, που –είχαμε δει σε μια προηγούμενη ανάρτηση για την κρήτη, και- φτιάχνει στον πάγκο του μια μικρή διαδήλωση με αυτοσχέδια πλακάτ, σαν εκείνο το επεισόδιο  (και το επόμενο) της φρουτοπίας με την πολιτική ομιλία του αιμίλιου του μήλου και τους διαδηλωτές να φωνάζουν στο αντιιμπεριαλιστικό κλίμα της εποχής: άνθρωποι-ψυγεία, η ίδια συμμορία.



Αν και η κορυφαία, κατά τη γνώμη μου, ήταν η λαϊκή στο κέντρο, γύρω από τη ροτόντα, που τώρα σταμάτησε, για να μην προκαλεί μάλλον κυκλοφοριακή συμφόρηση στους γύρω δρόμους, αυτό το υπέροχο, πολύχρωμο χάος που διοργανωνόταν κάθε τετάρτη στην αρμενοπούλου και τα πέριξ.

Γιατί η λαϊκή είναι οι χαμένες μυρωδιές και τα χρώματα ενός άχρωμου και άοσμου κόσμου, που βρωμάει καυσαέριο. Ένα πανηγύρι φυλών και λαών που εκθέτουν την κουλτούρα τους, κατά κάποιον τρόπο, μαζί με την πραμάτειά τους. Λαϊκό φροντιστήριο με μοναδικές, αυθόρμητες στιχομυθίες και πληρωμένες απαντήσεις, που αφήνουν πολλά έτη φωτός πίσω το κυνήγι της ατάκας και τη δηθενιά στο τουίτερ. Ερασιτέχνες ντελάληδες και αυτοσχέδια τραγουδάκια, σα διαφημιστικά τζιγκλάκια, σαν κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμικού πλούτου, που όσο πάει, τυποποιείται και χάνεται. Και μέσα σε όλα, η αυθεντική εξαθλίωση αφιλτράριστη, χωρίς φτιασίδια, με τους ρακοσυλλέκτες των απομειναριών και τις σακούλες του ενός ευρώ με το σκάρτο εμπόρευμα –τώρα θα υπάρχουν και στα εκπολιτισμένα σούπερ μάρκετ- όπως έκανε δηλ κι ο κοεμτζής αν δεν απατώμαι, στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μια εβδομαδιαία συνάθροιση ερασιτεχνών εμπόρων (όχι απαραίτητα αθώων) σε μια αγορά, που είναι τέτοια κυρίως με την αρχαία της έννοια, της εκκλησίας του δήμου, και παρεμπιπτόντως ή δευτερευόντως από εμπορική άποψη.

Και έχει μια σειρά πολιτικές προεκτάσεις.
Τις προεκλογικές υποσχέσεις (έξοδος από το μνημόνιο, επαναφορά μισθών) σαν τις καλές φράουλες στην επιφάνεια, που σκεπάζουν τις σάπιες στον πάτο του κεσέ και τον άμεσο συνειρμό με τους ιππείς του αριστοφάνη, όπου ο μόνος τρόπος για να πέσει (να φύγουνεεε..!) ο κεκράκτης κλέωνας είναι να βρεθεί ένα ακόμα πιο άθλιο και βρωμερό υποκείμενο, όπως ο αλλαντοπώλης αγοράκριτος, ο οποίος βασικά θα συνέχιζε να κάνει ό, τι απαιτούσε και το επάγγελμά του: να τυλίγει τις βρωμιές με μπόλικα μπαχαρικά για να μη φαίνονται και να τις σερβίρει ωραία στον κόσμο, που θα του λέει κι ευχαριστώ.

Τους μικροπαραγωγούς, που τρέχουν αξημέρωτα να πουλήσουν τη σοδειά τους, χωρίς μεσάζοντες, αλλά με το ζόρι βγάζουν τα προς το ζην (κι αυτό ανεξάρτητα από την πατάτα της πρώτης ανακοίνωσης για το –έλεος- «κίνημα της πατάτας»). Και για τη μοναδική προοπτική του αγροτικού συνεταιρισμού σε ένα άλλο κοινωνικό πλαίσιο, που υπάρχει για τους φτωχομεσαίους αγρότες ως εναλλακτική στον (αργό στην καλύτερη) αφανισμό τους από τη συγκέντρωση γης σε λίγα χέρια.

Και το βαθιά λαϊκό χαρακτήρα της (το λέει και το όνομά της) λαϊκής αγοράς, που προσιδιάζει άριστα σε ένα κόμμα που μπορεί να μην έχει καμία σχέση με το λαϊκό κόμμα του τσαλδάρη (και τους πολιτικούς του απογόνους, που το χειροκροτούν ενίοτε υστερόβουλα και εκ του πονηρού για τους δικούς τους σκοπούς), αλλά έχει φτιάξει τα λαϊκά μέτωπα (που δεν ‘ξεγέλασαν’ κανένα, πάλι το αστικό κράτος μας κυνηγούσε ανελέητα και μας έσφαζε) κι είχε κατά καιρούς αναφορές σχεδόν σε καθετί λαϊκό, από την (εργατική-) λαϊκή εξουσία-οικονομία, ως τη λαϊκή συμμαχία του 19ου και τη λαϊκή συσπείρωση (τη θρυλική λασυ) στις εκλογές της τοπικής διοίκησης. Ή το λαϊκό στρώμα (που συνεχίζει να κοροϊδεύει προκλητικά την κοινωνία και δε θα γράψει ποτέ τίποτα) και το σοσιαλισμό με αγορά επί περεστρόικα, που ήταν μια χοντροκομμένη μεταφορά της λαϊκής αγοράς ως όρου στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας.


Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν στοίχημα για κάθε σφο να αποκτήσει την τριβή, την τακτική ευελιξία, την ικανότητα στο μαζικό άνοιγμα και την οικειότητα στην επαφή με τις μάζες, που έχει ο μέσος λαϊκατζής. Γιατί η λαϊκή κι η επαφή με το λαϊκό κόσμο, με όσα στραβά και κουσούρια κι αν κουβαλάει, είναι πάντα το μεγαλύτερο σχολείο..

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Άι Στράτης και σοσιαλιστικός ρεαλισμός

Στο σημερινό κυριακάτικο ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το πεζό κείμενο του βάρναλη που φέρει τον τίτλο της ανάρτησης, και αναδεικνύει με πολύ γλαφυρό τρόπο τη διαφορά του ‘στεγνού’ ρεαλισμού, που αποτυπώνει στατικά την πραγματικότητα, με τη λογική και τους στόχους του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Διαβάζοντας τις παρατηρήσεις του βάρναλη, μπορεί να καταλάβει κανείς καλύτερα (μολονότι δεν αναφέρεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα) και την ειδοποιό διαφορά του διαλεκτικού υλισμού από τον στείρο και αφηρημένο προμαρξικό φιλοσοφικό υλισμό, καθώς και την ουσιώδη σχέση μεταξύ αυτών των δίπολων.
Με άλλα λόγια, η διαφορά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού από τον απλό ρεαλισμό, είναι βασικά η διαφορά που έχει σε φιλοσοφικό επίπεδο ο διαλεκτικός υλισμός του μαρξ από τον αφηρημένο υλισμό, που αντικρίζει στατικά την πραγματικότητα. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση-προσθήκη, ευπρόσδεκτη στα σχόλια.

-.-.-

Ψηλά από το μετερίζι μας χαιρόμαστε κατάντικρά μας τ’ ολόφωτο εξαϋλωμένο όραμα του χωριού, κρεμασμένο από το λόφο του, απάνου στη θάλασσα. Αφού έχουμε κόψει το τσιγάρο για λόγους… υγείας, φλυαρούμε περί ανέμων και υδάτων. Και περί Τέχνης. Δύο αναστημένοι νεκροί.

-Όλο αυτό το χωριό, τι εξαίσιο όραμα φαίνεται, άμα το κοιτάς σαν ένας εστέτ. Όταν όμως θυμηθείς τα στενά, τα σκοτεινά, τα φονικά στενοσόκακα τα γεμάτα από όλες τις ακαθαρσίες· όταν θυμηθείς τη φτώχεια και την αθλιότητα της ζωής των ανθρώπων, το πνευματικό τους σκοτάδι, την εγκατάλειψή τους στη μοίρα τους· όταν θυμηθείς πως είναι τα θύματα μιας κοινωνικής βίας κι εκμετάλλευσης, που αφού τους πιει το αίμα, τους βουλιάζει όσο βαθύτερα μπορεί στην άγνοια, τότες η ομορφιά του οράματος χάνεται και αναδύεται το πραγματικό «νόημα» του τοπίου. Η ψυχή του. Ένας καλλιτέχνης που δε βλέπει αυτή την ψυχή θα αποδώσει μια ομορφιά όσο θέλει εντυπωσιακή, μα πάντα επιφανειακή, στατική, ψεύτικη. Το έργο του μπορεί να αρέσει, μα ποτές δε θα κινήσει τη σκέψη μας. Τη ναρκώνει. Κι αν το έργο του είναι ρεαλιστικό, ο ρεαλισμός του θα είναι αφαιρεμένος, άδειος, χωρίς περιεχόμενο. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο ρεαλισμό, που έχει για σκοπό του την πιστότητα της αντιγραφής (ή αναδημιουργίας) των φυσικών και ανθρώπινων «αντικειμένων» και στο ρεαλισμό που ζητάει να συνειδητοποιήσει την κοινωνική σημασία τους, είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό «σκήνωμα» και στο «πνεύμα» (οι όροι συμβατικοί). Αυτή η διαφορά καθορίζει από τη μια μεριά τη ματαιότητα του κριτικού κι αισθητικού ρεαλισμού και από την άλλη την επαναστατικότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

-Αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουν οι εικαστικές τέχνες ως ένα βαθμό. Ο Βελάσκεθ, ο Κουρμπέ, η γοτθική τέχνη, η ολαντέζικη σχολή, μας δώσανε υπέροχα ρεαλιστικά κομμάτια από τη ζωή. Αυτοί μας γνωρίσανε την εποχή τους· όλοι οι άλλοι μας δώσανε το… άπειρο! Για κείνους τους καιρούς, που δεν υπήρχε συνείδηση κοινωνικού αγώνα, μα Θεός πατήρ των πάντων, ο αισθητικός αυτός ρεαλισμός ήτανε μεγάλο κατόρθωμα. Σήμερα όμως ο κοινωνικός αγώνας είναι στην πρώτη γραμμή όλων των αξιών. Αυτό πήρε τη θέση του Υπέρτατου Όντος. Ο άνθρωπος έγινε κύριος της Τέχνης του. Η αστική τέχνη, είτε ρομαντική, είτε ρεαλιστική, είτε κλασική, απομονώνει το άτομο (το άτομο που δε δουλεύει) και το βάζει αντιμέτωπο σ’ όλη την κοινωνία. Και όταν ο ρεαλισμός είναι κριτικός, περιορίζεται στο να δείξει τα κακά, την αδικία, την απανθρωπιά του καθεστώτος, μα δε δίνει καμία λύση στο πρόβλημα. Ζητάει να διορθώσει όλα τούτα τα στραβά μέσα στα πλαίσια του συστήματος και με την καλή θέληση ή τη μόρφωση των ατόμων, χωρίς να θίξει τη βάση του συστήματος. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός κάμνει ήρωά του τον άνθρωπο της δουλειάς, αυτόν, που αγωνίζεται με πίστη και αισιοδοξία μαζί με όλη την κοινωνία για τη δημιουργία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Έτσι ο καλλιτέχνης μεταβάλλεται από ναρκωτής των ψυχών σε «αρχιτέκτονα των ψυχών». Νομίζω πως αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουνε πλατύτερα οι τέχνες του λόγου· γιατί διαθέτουν περισσότερο από τις εικαστικές τέχνες το μεγάλο μέσο της δράσης και της περιγραφής.

-Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό όμως δε θα πει πως οι εικαστικές τέχνες απαλλάσσονται από το χρέος να δημιουργούνε πάνου σ’ αυτή τη γραμμή. Και το παραμικρότερο πραματάκι από τις βιομηχανικές τέχνες παίρνει την κοινωνική του σημασία, άμα ο δημιουργός του τη νιώθει και ξέρει να τη δώσει. Αυτή η μουσική, που εκφράζεται με το πιο πνευματικό μέσο, μπορεί μια χαρά να κάνει αυτό το χρέος. Μην ξεχνάμε πως και το ρομαντικό ακόμα στοιχείο δεν είναι ασυμβίβαστο με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως είπε ο Ζντάνωφ. Γίνεται κι αυτό επαναστατικό εργαλείο, γιατί «όλη η ζωή του κόμματός μας, όλη η ζωή της εργατικής τάξης είναι ένας συνδυασμός της πιο σκληρής, της πιο νηφάλιας δουλειάς με το μεγαλύτερο ανθρώπινο ηρωισμό και με τις πιο μεγαλειώδικες προοπτικές».

-Για μας όμως, που κάνουμε τέχνη επαναστατική μέσα στα καπιταλιστικά καθεστώτα, αυτό το χρέος είναι κάπως διαφορετικό. Εμείς δεν αγωνιζόμαστε να οικοδομήσουμε το σοσιαλιστικό πολιτισμό, μα να ρίξουμε το αστικό κοινωνικό σύστημα. Συναντιόμαστε όμως με τους Ρώσους σε ένα σημείο. Ότι, όπως κι αυτοί, έτσι και μεις προσπαθούμε να αισθητοποιήσουμε το «αύριο» του κόσμου. Κι αυτό το «αύριο», με το να μην είναι ουτοπία, μα ιστορική αναγκαιότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή της έμπνευσής μας και τη μεγαλύτερη ζωντάνια και δύναμη της τέχνης μας –εννοώ εκείνων που έχουνε ταλέντο. 




Το παραπάνω απόσπασμα το βρήκα στο βιβλίο με τα «θυμήματα εξορίας» του κώστα βάρναλη από τον άι-στράτη, με επιμέλεια του ηρακλή κακαβάνη, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις καστανιώτη και το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους φίλους του ποιητή (και όχι μόνο). Περισσότερες λεπτομέρειες για το βιβλίο, μπορείτε να βρείτε ακολουθώντας αυτόν τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Διεργασίες

Όπως λέγαμε σε μια πρόσφατη φεστιβαλική ανάρτηση, μπορούμε να θυμηθούμε τουλάχιστον καμιά δεκαριά άρθρα στο ρίζο ή την κομεπ το τελευταίο διάστημα, που παρακολουθούν τις διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα, καταλήγοντας βασικά στο ίδιο συμπέρασμα. Κι αυτό που εξηγεί αυτήν τη συχνότητα, δεν είναι κάποια εμμονή ή έλλειψη φαντασίας από τη δική μας πλευρά, αλλά το ρευστό σκηνικό κι οι ταχύτατες μετατοπίσεις-μεταμορφώσεις του αστικού πολιτικού κόσμου, που δεν αντανακλούν απλά τον αγώνα ή μάλλον την αγωνία κάποιων πολιτευτών να επανεκλεγούν και να επιβιώσουν (όπως η επιθανάτια αγωνία της δημαρ στο τελευταίο της συνέδριο) αλλά και τη δυσκολία των μηχανισμών της αστικής εξουσίας να ενσωματώσουν με τις παλιές μορφές τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η καπιταλιστική κρίση επηρεάζει αντίστοιχα το πολιτικό εποικοδόμημα. Κι η συντόμευση των διάφορων φάσεων του κύκλου της (ανάκαμψη, ανάπτυξη, ύφεση, κτλ) προσιδιάζει στην ταχύτατη εμφάνιση κι εξαφάνιση πολιτικών κομητών με (ολοένα πιο) σύντομο βίο, που εναλλάσσονται σταθερά παίζοντας συμπληρωματικό ρόλο, συνήθως κυβερνητικής σφήνας. Η αστική τάξη όμως πάντα θα μπορεί να ελέγχει το (πολιτικό) κόστος και να το μετακυλύει σε μας, όσο κρατά το μαχαίρι και το πεπόνι, με άλλα λόγια την εξουσία.

Το ζητούμενο είναι να παρακολουθεί κανείς τα βασικά χαρακτηριστικά και την ουσία αυτών των διεργασιών, χωρίς να τον καταπιούν οι συνεχείς και αντικρουόμενες κινήσεις του (μικρο)αστικού πολιτικού χυλού. Αυτό που φαίνεται να έχει κλειδώσει απ’ όλες τις πλευρές είναι η διεξαγωγή εκλογών την ερχόμενη άνοιξη. Με την αλέκα να «προβλέπει» τις προάλλες ανεπισήμως πως θα είναι διπλές, για να ενταθεί η πόλωση και να παγιωθεί ο καινούριος δικομματισμός.
Θυμάμαι παρεμπιπτόντως την αγνή και άδολη (σαν απλή αναλογική) απορία μιας σφισσας (με την ευρεία έννοια) που μας ψηφίζει κι αναρωτιόταν τι θα γινόταν πχ σε μια τετρακομματική βουλή με νδ, χρυσαυγίτες, σύριζα και κκε (υποθετικό σενάριο) κι αν θα χρειαζόταν τότε μια διαφορετική τακτική στο θέμα των συνεργασιών και του σχηματισμού κυβέρνησης για να ηττηθεί το μαύρο μέτωπο. Αυτό που δε γίνεται εύκολα κατανοητό σε πολύ κόσμο είναι πως και σε αυτήν την περίπτωση ο σύριζα θα χρησιμοποιούσε δημαγωγικά τα ενωτικά κηρύγματα ως φερετζέ, για να μας στριμώξει και να μας σβήσει εν όψει της δεύτερης αναμέτρησης, καθώς θα κάλπαζε προς την αυτοδυναμία.

Από την περασμένη βδομάδα πάντως διανύουμε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, που απειλεί να υποτάξει και να παραλύσει τα πάντα. Όχι προφανώς την οικονομία, όπως λένε συνεχώς τα παπαγαλάκια, τρομοκρατώντας τους  για τηλεθεατές για τον.. κίνδυνο της πολιτικής αστάθειας, αλλά την προσοχή του κόσμου και τις (κινηματικές) αντιδράσεις του. Το διάστημα που μεσολάβησε από τις διπλές κάλπες του 12’ ήταν μια περίοδος διαρκούς κινηματικής υποχώρησης κι αναδίπλωσης, που έβαλε ταφόπλακα στην κεκτημένη ταχύτητα και τον αναβρασμό της προηγούμενης διετίας –σαν το καπάκι της κατσαρόλας, σε μια φωτιά που έσβησε μα σιγοβράζει ακόμα- και μας έφερε ακόμα πιο πίσω απ’ ό, τι ήμασταν πριν, στην αρχή της διαδρομής. Έτσι προκύπτει ο κλασικός φαύλος κύκλος και το ερώτημα της κότας και του αυγού: αν έφερε δηλ η (κινηματική) απογοήτευση τη στροφή στις εκλογικές αυταπάτες (πχ για μια αριστερή κυβέρνηση που θα δώσει τη λύση) ή μήπως αντίστροφα η καλλιέργεια αυτής της αυταπάτης για μια εύκολη εκλογική λύση από τα πάνω ήταν που ευνούχισε και παρέλυσε το μαζικό λαϊκό κίνημα.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας –κι η ειδοποιός διαφορά της από το πασοκ της αλλαγής και τον ύστερο κεϊνσιανισμό- είναι ότι η απήχησή της και η ενσωμάτωση της δυσαρέσκειας σήμερα δε στηρίζεται στην ελπίδα για κατακτήσεις και δικαιώματα –πόσο μάλλον για κοινωνικό μετασχηματισμό ευρύτερα- αλλά στην απελπισία του λαού, και τη μεταφυσική ελπίδα (που είναι το άλλο όνομα της απελπισίας) του λαού να τελειώσει ο ε(ν)φιάλτης, κάτι σαν παυσίπονο που θα τον ανακουφίσει –ή αλλιώς όπιο, όπως θα το έλεγε και ο κάρολος στον καιρό του.

Κι αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της νέας μορφής δικομματισμού, που δεν έχει ωριμάσει ακόμα αρκετά, για να επιλύει με εγκάρδια συνεννόηση την εκλογή νέου προέδρου της δημοκρατίας (πχ έναν «αριστερό», σαν τον κυρ-φώτη και τον κωνσταντόπουλο, ή τον καραμανλή που έχει υπόγειες διαμεσολαβημένες επαφές με την κουμουνδούρου), αν και υπάρχουν κάποιες τροχιοδεικτικές βολές πχ για κυβέρνηση εθνικής ενότητας, κτλ. Κι εδραιώνει τους δύο πόλους με τεχνητά υψηλή ένταση, κοινοβουλευτικά καβγαδάκια (όπως στα ζευγαράκια) κι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους ακροδεξιούς και τους.. κομμουνιστές, ή μάλλον «σταλινικούς», όπως είπε ο θεοδωράκης για το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη, κάνοντας ακόμα και τον χατζηνικολάου να του πει γελώντας πως υπερβάλλει.

Οι σχεδιασμοί των δύο κομμάτων μυρίζουν κάλπες από χιλιόμετρα. Με τη νδ να επιχειρεί να μαζέψει το προβάδισμα του σύριζα, πουλώντας το παραμύθι της απαγκίστρωσης από το δντ και τα μνημόνια, και το τυράκι του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος –που δεν πείθουν ούτε ψηφοφόρους με ελάχιστο δείκτη νοημοσύνης. Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει θεωρητικά μικρότερη δεξαμενή άντλησης ψήφων (ανελ, δημαρ) από ό, τι η νδ, για να φτάσει στην αυτοδυναμία –όσο περισσότερους συμμάχους της όμως αφήσει κάτω από το 3%, τόσο αυξάνει τις πιθανότητές της. Αλλά κάνει ούτως ή άλλως από τώρα κάποιες κινήσεις, όπως το προσύμφωνο κυβερνητικής συμβίωσης με τον καμένο –που μπορεί να παίζει το ρόλο του αντιστασιακού ζέρβα, στο φαντασιακό όσων βαυκαλίζονται πως ενσαρκώνουν το νέο εαμ. Ενώ το σενάριο να τεθεί επικεφαλής ο κουβέλης στο επόμενο ψηφοδέλτιο επικρατείας του σύριζα παραπέμπει συνειρμικά στην αντίστοιχη θέση που είχε στο επικρατείας του πασοκ το 81’ ο μαύρος, από τα υπολείμματα της ένωσης κέντρου. Χώρια η προβολή που απέκτησε ξαφνικά (;) ο σύριζα από αστικές ναυαρχίδες της ραδιοτηλεόρασης (ακόμα κι από το σκάι).

Το σύστημα φροντίζει να γεμίσει το «κενό» μεταξύ των δύο, με ένα πολύχρωμο πολιτικό κενό, που μπορεί να έχει ως βάση τα ρετάλια της πασοκικής σοσιαλδημοκρατίας (που τραγουδούν πλέον μόνο μοιρολόγια) ή το ποτάμι του θεοδωράκη, ο οποίος έδωσε τις προάλλες στον ενικό μια κακόγουστη, τηλεοπτική παράσταση, γεμάτη κλισέ και φτηνές ατάκες του συρμού, που πλασάρονται μάλιστα με τον πιο λαϊκίστικο τρόπο ως αντίβαρο στο (δεξιό κι αριστερό) λαϊκισμό –γιατί η θεωρία των άκρων εξακολουθεί να συναρπάζει ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, από το φρέσκο κι άφθαρτο ποτάμι, έως τον.. επαναστάτη πανούση, που παραμένει τουλάχιστον σταθερά συνεπής στον αντικομμουνισμό του και αυτό οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε.

Από αυτές τις ατάκες ξεχώρισε ίσως η κοτσάνα για το πανεπιστήμιο λαδιού(!) που θα βγάζει μάλλον επαγγελματίες λαδέμπορες για τα δύσκολα χρόνια που έρχονται –άντε να πεις μετά πως δεν έχουμε κατοχή. Να τρως εν τω μεταξύ τα φοιτητικά σου νιάτα για να τρώγεσαι με εαακίτες στις συνελεύσεις σχετικά με το διαχωρισμό γνωστικού κι επιστημονικού αντικειμένου και να έρχεται τώρα ο σταύρος να το τερματίζει, προτείνοντας πανεπιστήμιο λαδιού! Που θα είναι προφανώς ιδιωτικό μέχρι και την τελευταία του σταγόνα. Αλλά θα το ανοίξουν μη κερδοσκοπικοί φορείς, όχι κάποιος καπιταλιστής –προς θεού.
Το ωραίο είναι πως άνοιξε μόνος του το θέμα, χωρίς να του ζητηθεί, σε μια ερώτηση για το μέλλον των νέων που αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, αλλά θα τους κρατήσουν εδώ προφανώς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Άσε που θα φέρουν κέρδος από τους άραβες και βαλκάνιους εισαγόμενους φοιτητές που θα έρθουν για σπουδές (πόσες χιλιάδες ευρώ το κεφάλι). Είδες τι ωραία που είναι, άμα έχεις φρέσκιες, πρωτοποριακές ιδέες;

Παράλληλα βέβαια ψήνεται κι ο φορέας που θα κληθεί να καλύψει το κενό στα αριστερά του σύριζα (που ευθυγραμμίστηκε ταχύτατα με τις προδιαγραφές ενός κυβερνητικού κόμματος εξουσίας) ως νέο ανάχωμα για τη φθορά της αριστερής κυβέρνησης που έρχεται. Το οποίο ενδέχεται να περιλαμβάνει δυνάμεις από το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη και τους δυσαρεστημένους που θα αποχωρήσουν πρώτοι, μέχρι.. (εδώ υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα σε αρκετούς υποψηφίους και ίσως να χρειαστεί οντισιόν) το ικεα και τον κορδάτο1, το δεξί τμήμα της ανταρσύα2 και άλλους νεοαριστερούς3. Σε τι αναφέρονται όμως αυτές οι παραπομπές;

1. στην ανακοίνωση του γραφείου τύπου (σσ: ουάου!) του συλλόγου «κορδάτος», που απαντάει πως ο καλτσώνης δεν έχει προσχωρήσει στο σύριζα (συγχαρητήρια, αλλά κανείς δεν του πρόσαψε αυτή την κατηγορία) και ότι είναι αυτονόητο δικαίωμα καθενός να διεκδικεί θέσεις πολιτικού ή επιστημονικού χαρακτήρα (στο υπάρχον καλλικρατικό πλαίσιο; Αλήθεια; Ε τότε εις ανώτερα. Άντε και πρόεδρος της δημοκρατίας).

Η ανακοίνωση συνεχίζει λέγοντας για την ανταρσύα πως με ευθύνη της ηγεσίας του ναρ και του σεκ τορπίλισε όποιο εγχείρημα μετωπικής συμπόρευσης (με τον αλαβάνο), αναδιπλώθηκε σεχταριστικά μετά τις εκλογές κι έχει παρόμοια αντίληψη με την ηγεσία του κκε. Ας κρατήσουμε παρεμπιπτόντως πως ο φορέας που πριν από μερικά χρόνια λάνσαρε το σύνθημα εκλογικής στήριξης στο (αυθεντικό) πασόκ «χωρίς αυταπάτες» και κάνει ακόμα τον χειροκροτητή της γσεε στις συγκεντρώσεις της, στα πλαίσια του ενιαίου μετώπου, κατηγορείται για αριστερίστικη, σεχταριστική τακτική!;
Για να δούμε όμως παρακάτω τι ισχύει απ’ όλα αυτά.

2. στην ανακοίνωση της αραν (σσ: το τμήμα της ανταρσύα που δε σεχταρίζει, όπως το κκε) για τα τεκταινόμενα στην ανταρσύα, τον καταστροφισμό του κκε, το χάρισμα της προσδοκίας στο σύριζα και τη δημιουργική λογική, που δε δείχνει πως τίποτα δε γίνεται, αλλά πόσο πολλά μπορούν να γίνουν, εφόσον..

3. στο συλλογικό κείμενο προβληματισμού επτά επιφανών ναριτών (από το κομμάτι της ανταρσύα που ακολουθεί τάχα παρόμοια τακτική με το κκε) για την εργατική λαϊκή αντεπίθεση και την αριστερή μαχητική συμμαχία ανατροπής, όπου κριτικάρουν μεταξύ άλλων τη μη αξιοποίησης αριστερής πλειοψηφίας στο εργατικό κέντρο αθήνας.


Ποιο είναι το επιμύθιο λοιπόν σφοι; Όχι κάτι καινούριο κι ιδιαίτερο. Παρά μόνο αυτό που λέγαμε και παραπάνω. Να μην αφήσει ο λαός να τον καταπιεί η διαρκώς κινούμενη άμμος του αστικού πολιτικού κόσμου και οι ελιγμοί του (μικρο)αστικού χυλού.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Η κρυφή γοητεία της Χρυσής Αυγής...*

... έχει συνεπάρει τα καλύτερα παιδιά. Εις εξ αυτών ο Τζιμάκος, ο οποίος έσπασε την σιωπή του, νεύρα, αρχίδια, στομάχια και διάφορα άλλα, περιδιαβαίνοντας από Σεφερλή μέχρι Ελληνοφρένεια, για να προωθήσει τη νέα του παράσταση, κομμάτι του πλάνου για την αποπεράτωση του 10ου ακινήτου του συμπαθούς καλλιτέχνη (μας ενημέρωσε ότι έχει 9, όχι 97 όπως ο Νταλάρας).

Ο Τζίμης γνωστός για την αναρχική του σκέψη (αν και δήλωσε χίπης, αλλά αυτό είναι το λιγότερο) αφού προώθησε την παράστασή του στο κοινό του Σεφερλή (που με τα χρόνια έχει ταυτιστεί με το δικό του;) δεν δίστασε -τουλάχιστον στην Ελληνοφρένεια- να μας παρουσιάσει και το ιδεολογικό του Μανιφέστο.

Κάτι ανάμεσα σε αγανακτισμένο, πατενταρισμένο χρυσαυγίτη και με την ευκολία του νέο-απολιτίκ ψηφοφόρου του ποταμιού, με λίγο από ράδιο αρβύλα και την ευκολία να αναμασούν όλα τα κλισέ της ιστορίας.

Παράδειγμα φανταστικής συζήτησης:
-Ποιο είναι το πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων;
-Τα κόμματα. Τα πανεπιστήμια είναι γεμάτα αφίσες. Οι νεολαίες δεν μπορούν να βγάλουν ούτε κοινά αποτελέσματα στις εκλογές.
-Ποιο είναι το πρόβλημα του συνδικαλισμού στην Ελλάδα;
-Τα κόμματα και τα μέλη τους, που εκτρέπουν τους εργαζόμενους από τους πραγματικούς τους σκοπούς και τους στρατεύουν πίσω από τη γραμμή του κόμματός τους.
Οι συγκεκριμένοι, φανταστικοί (ή όχι και τόσο διάλογοι), καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση στην άτυπη λίστα με τα κλισέ του αιώνα, μετά το «βαθμούς και εντυπώσεις μοιράστηκαν οι δύο ομάδες σε έναν αγώνα που δεν διεκδικούσε δάφνες ποιότητας».

Ας τα πάρουμε, όμως με τη σειρά, για να μη χαθεί ο εμετός του Τζίμη Πανούση μέσα στην αηδία που προκάλεσε ακόμα και στους οικοδεσπότες της εκπομπής, με τον Θύμιο Καλαμούκη, να ζητά ειλικρινά συγγνώμη από τους ακροατές του.

Ο Τζιμάκος, ούτε λίγο ούτε πολύ αναμάσησε όλα τα κλισέ περί κρίσης «τα μνημόνια μας κατέστρεψαν», «ξεπούλησαν τον τόπο» και άλλα τέτοια όμορφα, όμως έκανε τη διαφορά, τοποθετώντας στη θέση του κύριου υπεύθυνου, το ΚΚΕ!!!
Ε, ναι. Γιατί σου λέει ότι δεν έπρεπε (μαζί με το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΔΗΜΑΡ), το Κόμμα να συμμετέχει στην «κομματική χούντα», που ο πρώτος παίρνει 50 έδρες μπόνους. Ενώ με απλή και άδολη αναλογική -συμπληρώνω εγώ- η αστική δημοκρατία, ΓΑΜΑΕΙ.
Και με συνοχή σκέψης, διπολικού Χρυσαυγίτη σε (παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική) κρίση, κάλεσε το ΚΚΕ να κάνει την αυτοκριτική του γιατί έφτασε το κίνημα στο 4%. (????).
Η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος Πανούση, καταλήγει στο ότι το ΚΚΕ που ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι ολόκληρο το κίνημα, δεν έπρεπε να συμμετέχει στις εκλογές ή αφού θέλει ντε και καλά να συμμετέχει να έχει ποσοστά μεγαλύτερα του 4%. Σαφές.
Δεν κώλωσε όμως ο Τζιμάρας (το «Τζιμάκος» είναι λίγο πια για τον τιτάνα της επαναστατικής σκέψης). Μας έδωσε έτοιμο το σχέδιο της επανάστασης και δεν μένει παρά να το ακολουθήσουμε. Τι να κάνουμε; (ρωτάει ο Λένιν). «Να πάμε έξω από τη βουλή, να τη φτύσουμε και να τη μουτζώσουμε» απαντάει ο Τζίμης (και έπειτα να κρατήσουμε την αναπνοή μας, μέχρι να φύγουν συμπληρώνω εγώ). «Πως δεν το σκέφτηκα;» τιτλοφορεί το νέο του πόνημα ο Βλαδίμηρος, που αισθάνθηκε τα κόκκαλα του να τρίζουν στο μαυσωλείο, μάλλον από το κρύο της ρώσικης πρωτεύουσας.
Ο μεγάλος σατυρικός, δήλωσε ακόμα την πίστη του στο λαό και με την ίδια συνοχή σκέψης που επέδειξε σε όλη την κουβέντα, κάλεσε το ΚΚΕ με όρους προβάτων σε μαντρί, να κατεβάσει 1 εκατομμύριο κόσμο στο δρόμο. Μάλιστα ο μεγάλος, ξεσπάθωσε και αποκάλυψε στο πανελλήνιο, ότι οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ είναι μισθοφόροι των εργοδοτών και καταπιέζουν τους εργαζόμενους που είναι έτοιμοι να ξεχυθούν στους δρόμους ακολουθώντας το επαναστατικό σχέδιο του Τζίμη. Ακόμα ότι ο γιός του, έπρεπε να γραφτεί στην ΚΝΕ για να πάρει τα βιβλία του στο πανεπιστήμιό του.
Ερώτηση. Τελικά τι έκανε ο γιός του με τα βιβλία; Ενέδωσε στον εκβιασμό των ΚΚΕδων και έγινε μέλος ή αναγκάστηκε να αγοράσει όπως όλοι οι συμφοιτητές του τα συγγράμματα από κάποιο βιβλιοπωλείο, γιατί τα περισσότερα δεν διανέμονται από τα ιδρύματα; (εκτός ίσως από το Ανιάτων).

Σταχυολογώντας τα υπόλοιπα που με την ίδια συνοχή ξέρασε αράδιασε ο Τζίμης:
- Μας ενημέρωσε ότι ο αριστερός κάνει αυτοκριτική, χωρίς προφανώς να κάνει τη δική του
- Κάλεσε το ΚΚΕ να δώσει τον Περισσό στους άστεγους, όχι όμως να δώσει ο ίδιος τα ακίνητά του
- Έδωσε νέο νόημα στην τυμβωρυχία διατεινόμενος πως ο Μπελογιάννης έλεγε όσα λέει και εκείνος (ε, ναι) 
- Δικαιολόγησε το ότι έχει αποψάρα για όλα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν με το ότι η οικογένειά του, πέθανε στον αγώνα, στις εξορίες και τις φυλακές.
- Χαρακτήρισε σταλινικό το ΚΚΕ, την ίδια ώρα που αναπολούσε τις μέρες που γραμματέας του κόμματος ήταν (ναι, ναι, αυτός που περιμένατε) ο Ζαχαριάδης.

Και κάπου εκεί, η τρικυμία έγινε τσουνάμι. Ούτως ή άλλως, το ξεκαθάρισε ο Τζιμάκος λίγο αργότερα, όταν μας ενημέρωσε ότι μοναδική λύση για την Ελλάδα, είναι ένας πατριώτης (sic) πολιτικός. Που θα έρθει μόνος του, χωρίς κόμματα; Μήπως θα φέρει παρέα και τίποτα τανκς, ρε Τζίμη; Όχι τίποτα άλλο, αλλά να ξέρουμε, να βγάλουμε μόνοι μας τα εισιτήρια για το Blue Star Giaros.

Έκλεισε αυτή τη συνέντευξη, που σε αξία μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα κείμενα των «κλασσικών» (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Γκέμπελς, Γεωργαλάς κ.α.), λέγοντας ότι οι Αργεντίνοι απαλλάχτηκαν από το δικό τους μνημόνιο, όταν έδιωξαν από τις συνελεύσεις τους τα κόμματα.

Τελικά, για ποιο πράγμα, ακριβώς, αποτελεί παράδειγμα η Αργεντινή; Για το πέρασμά της στο σοσιαλισμό; Στην αναρχία; Σε τι ακριβώς; Τι έδιωξαν στα αλήθεια οι Αργεντίνοι; Σε τι ωφέλησε το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης της χώρας; Ψιλά γράμματα, όλα αυτά για τον Τζιμάκο.

Θα πίστευα ότι δεν μπορεί να συγχωρήσει στους ΚΚΕδες το Χημείο του '79. Ότι κάποιος δικός μας τον χτύπησε και του έχει μείνει μανιάτικο, όμως αυτό το ύφος του ξερόλα με το οποίο εκφέρουν τις μεγαλειώδεις (και συνήθως αυτοαναιρούμενες) παπάρες τους οι «αριστεροί» καλλιτέχνες και διανοούμενοι, παίρνει μορφή. χιονοστοιβάδας (λίγα κλισέ ακόμα).

Θέλουν προφανώς να ξεπλύνουν
1. Την αποχή τους από την -όποια- πάλη του λαού, με μεγαλόστομα κατηγορώ που δεν έχουν την παραμικρή αξία.
2. Την παντελή έλλειψη κατανόησης της κατάστασης, με επαναστατικές κορώνες, που όμως σταματάνε στη βουλή και τα «να έρθει ΕΝΑΣ πατριώτης πολιτικός.
3. Το ότι δεν έχουν ανοίξει ένα γαμημένο βιβλίο, γιατί το ΒΗΜΑ, ο Πρετεντέρης, το Μεγκα, ο Πάγκαλος και άλλοι πολλοί, τους έχουν δώσει μασημένη τροφή, την οποία αναπαράγουν, την ίδια ώρα που φτύνουν τους εμπνευστές της.

Αλλά τι λέω, εδώ ο Τζιμάρας όχι μόνο συμμετείχε στην κινητοποίηση της 5ης Μάη του 2010, αλλά είδε και τον ασφαλίτη με το κατσαβίδι να σπάει την τζαμαρία της Μαρφίν. Και γιατί δεν πήγες μάρτυρας ρε, να ξεμπερδέψουν και οι άνθρωποι που τους τραβολογούσαν στα δικαστήρια και -προφανώς- ήταν αθώοι, πέραν πάσης αμφιβολίας;

Τζίμη (όπως και με τον Βασίλη), «Ραντεβού στους δρόμους». Εμείς, βέβαια, με τα πόδια και πίσω από πανό. Εσείς, με το αυτοκίνητο στον πρώτο παράλληλο, να ρωτάτε εκνευρισμένοι γιατί είναι πάλι κλειστοί οι δρόμοι και δεν μπορείτε να φτάσετε στο λογιστή σας, να δείτε τι σκατά θα κάνετε με αυτόν τον ΕΝΦΙΑ. Κυρ-Παντελήδες.

Ρένα Μπουεναβεντούρα Δουρου-τι

*με το σημερινό κείμενο, που έχει την χαρά να φιλοξενεί η κε του μπλοκ, εγκαινιάζεται (γιατί θέλω να πιστεύω πως θα υπάρχει και συνέχεια) η συνεργασία με τη ρένα μπουεναβεντούρα δουρου-τι. Κάθε καλόπιστη ή παραληρηματική παρατήρηση-προσθήκη στα σχόλια, ευπρόσδεκτη.

Πέμπτη, 16 Οκτωβρίου 2014

Η διαφορά της ελληνικής περίπτωσης

Η κε του μπλοκ αντιγράφει και δημοσιεύει σήμερα ένα ακόμα απόσπασμα από την πρόσφατη έκδοση της σύγχρονης εποχής με την επιμέλεια του τμήματος ιστορίας της κετουκε για το δεκέμβρη και συγκεκριμένα από το κείμενο του κώστα σκολαρίκου για τον πολιτικό συσχετισμό δυνάμεων το δεκέμβρη. Το συγκεκριμένο υποκεφάλαιο σχετίζεται με τη συζήτηση που είχε ανοίξει στην ανάρτηση για το εαμ και με ένα σχόλιο του ratm για την εμφάνιση επαναστατικής κατάστασης στην ελλάδα, σε αντίθεση με την περίπτωση της γαλλίας και της ιταλίας, βάζοντας μια αρκετά ενδιαφέρουσα οπτική που τίθεται στην κρίση της βάσης του μπλοκ. Καλή ανάγνωση και νηφάλιο σχολιασμό.

Υπάρχει ένα κρίσιμο ερώτημα: Γιατί η ταξική πάλη στην Ελλάδα πήρε διαστάσεις ένοπλης ταξικής σύγκρουσης μετά την απελευθέρωση, ενώ δεν έγινε το ίδιο στην Ιταλία και τη Γαλλία, όπου και τα εθνικοαπελευθερωτικά – αντιφασιστικά κινήματα στα οποία ηγούνταν τα εκεί ΚΚ είχαν μαζικό χαρακτήρα και η πολιτική τους γραμμή δε διέφερε στη γενικής της κατεύθυνση από τη γραμμή του ΚΚΕ;

Η απάντηση δεν μπορεί να αναζητηθεί έξω από τη συγκριτική ανάλυση του συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στις αντιμαχόμενες πλευρές, όπως αυτός εξελίχτηκε στα χρόνια του πολέμου, καθώς και στο επίπεδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης των τριών κρατών.

Η Γαλλία και η Ιταλία, όπως και άλλα καπιταλιστικά κράτη, κατείχαν πολύ υψηλή θέση στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα. Έπαιζαν ρόλο ηγετικό, γεγονός που καθόριζε και τις σχέσεις τους με τη θαλασσοκράτειρα ως πριν λίγο Μ. Βρετανία. Η γαλλική αστική τάξη, μέχρι το ξεκίνημα του Β’ Παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού Πολέμου, ήταν ισότιμη σύμμαχος με τη βρετανική και τις νικήτριες στον Α’ Παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό Πόλεμο. Από την άλλη, η ιταλική αστική τάξη, παρότι σύμμαχός τους στην Αντάντ, «βρισκόταν στα μαχαίρια» με τη γαλλο-βρετανική αστική τάξη ύστερα απ’ αυτόν, όπως αποδείχτηκε και με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο 1940-1941.

Επομένως, στη βάση των εκρηκτικών ενδοαστικών και ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων, ήταν αναπόφευκτο τα αστικά αντιχιτλερικά και αντιμουσολινικά αντιστοίχως τμήματα της γαλλικής και της ιταλικής αστικής τάξης, να έχουν και τη δύναμη και τα κίνητρα, να επιδοθούν σε ένα λυσσώδη αγώνα στο πλαίσιο της διανομής της λείας και της διαπάλης για κυριαρχία, συνδέοντας τα παραπάνω με τις βλέψεις τους για τη θέση και το ρόλο της Γαλλίας και της Ιταλίας στο μεταπολεμικό καπιταλιστικό σκηνικό.

Αντίθετα, σε σύγκριση με αυτές, η Ελλάδα κατείχε υποδεέστερη θέση και αντίστοιχο ρόλο στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, ενώ η ανισόμετρη καπιταλιστική ανάπτυξη και η ιστορική εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα είχε διαμορφώσει ισχυρούς δεσμούς οικονομικής και πολιτικής εξάρτησης από τη Μ. Βρετανία.

Έτσι, συμπεριλαμβάνοντας και τη διεθνή θέση στην οποία βρέθηκε η κυρίαρχη μερίδα της αστικής τάξης και ο πολιτικός της κόσμος, που είχαν υποστεί συντριπτικό χτύπημα στο τέλος του ελληνοϊταλικού πολέμου και ενώ άρχιζε η Κατοχή, συμπεραίνουμε ότι δεν είχαν άλλη επιλογή από εκείνη που ακολούθησαν: Μετέφεραν έξω από την Ελλάδα όσες δυνάμεις μπορούσαν και επιχείρησαν εκεί να συγκροτήσουν ένα υποτυπώδες κράτος, καιροφυλακτώντας και στηριζόμενοι  στη βρετανική ισχύ, για να παρέμβουν ύστερα από την απελευθέρωση, με την ελπίδα ότι η Βρετανία θα νικήσει. Βεβαίως, ο λόγος γίνεται για το τμήμα της αστικής τάξης που δε συνεργάστηκε με τους, είτε έφυγε στο Κάιρο είτε ένα άλλο παρέμεινε στην Ελλάδα.

Ωστόσο, η μεταφορά του «κράτους» στο εξωτερικό δημιούργησε δυσκολίες, αφού το αστικό «κέντρο» εξουσίας βρισκόταν πολύ μακριά από τα τεκταινόμενα στην Ελλάδα. Η απόλυτη αδυναμία των βρετανικών δυνάμεων να κρατήσουν την Κρήτη, όπου κατέφυγε αρχικά η ελληνική κυβέρνηση, αλλά και η άρνηση της Βρετανίας να γίνει η Κύπρος ο χώρος εγκατάστασης της κυβέρνησης Τσουδερού, οδήγησαν την τελευταία στο Κάιρο και στο Λονδίνο.

Από την άλλη, η αστική τάξη δεν ήθελε, ούτε μπορούσε να συγκροτήσει μαζικές αντιστασιακές οργανώσεις εναντίον των κατακτητών, μεγέθους ΕΑΜ και ΕΛΑΣ. Δεν πίστευε εξάλλου ότι ήταν δυνατό να συμβάλλουν στην έκβαση του πολέμου, που την είχε εναποθέσει στους Βρετανούς και γενικά στους συμμάχους. Περιοριζόταν στη συγκρότηση ορισμένων μηχανισμών υποβοήθησης της Μ. Βρετανίας, που ταυτόχρονα τους χρησιμοποιούσε για να προλάβει αρνητικές για την αστική εξουσία μετακατοχικές εξελίξεις.

Στην ίδια κατεύθυνση συγκρότησε στρατιωτική δύναμη στη Μέση Ανατολή, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι αυτή δεν έγινε δυνατό τελικά να στραφεί στο σύνολό της εναντίον του εργατικού-λαϊκού κινήματος εξαιτίας της δράσης της ΑΣΟ. Προκειμένου να τσακίσουν το αντιφασιστικό κίνημα της Μέσης Ανατολής που είχε συσπειρώσει την πλειοψηφία των στρατευμένων, η βρετανική και η ελληνική κυβέρνηση έλαβαν κατασταλτικά μέτρα, με αποτέλεσμα να περιοριστούν οι υπό τον έλεγχό τους στρατιωτικές δυνάμεις σε ένα μικρό αριθμό πραιτοριανών (ταξιαρχία Ρίμινι, Ιερός Λόχος).

Υπό αυτές τις συνθήκες, στην Ελλάδα το κίνημα της εθνικής αντίστασης καθοδηγήθηκε από το ΚΚΕ και πήρε τόσο μαζικό χαρακτήρα, ώστε οι αστικές αντάρτικες δυνάμεις ήταν αδύνατο να συγκροτήσουν ένα ισχυρό αντίπαλο δέος απέναντι στο ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Συντελούσε σε αυτό και η συνεργασία ηγετικών τους δυνάμεων με τον κατακτητή εναντίον του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Πλησιάζοντας το τέλος της Κατοχής και στις αρχές του Δεκέμβρη είχαν εξουδετερωθεί από τον ΕΛΑΣ.

Για όλους τους προαναφερθέντες παράγοντες η αστική αντιφασιστική αντίσταση στην Ελλάδα δεν ήταν ανάλογη της αντίστοιχης στη Γαλλία και την Ιταλία.

Στη Γαλλία, η αντιφασιστική μερίδα της αστικής τάξης κατόρθωσε να ανασυγκροτήσει τα απομεινάρια του γαλλικού στρατού σε δικό της έδαφος (αυτό των αποικιών), συνέχιζε να εισπράττει φορολογία από τις αποικίες, ενώ είχε υπό της διαταγές της το σύνολο των αστικών αντιστασιακών οργανώσεων, οι οποίες και την αναγνώριζαν ως μοναδική και νόμιμη κυβέρνηση. Το ίδιο έπραξε αργότερα και το ΚΚΓ και οι αντιστασιακές οργανώσεις που βρίσκονταν υπό την επιρροή του.

Στην Ιταλία, οι αστικές δυνάμεις που αντιπολιτεύονταν τον Μουσολίνι συγκρότησαν αντιστασιακές οργανώσεις που επιδίωκαν την απελευθέρωση περιοχών και εν τέλει την ανατροπή της φασιστικής κυβέρνησης με τη συνδρομή του βρετανικού και αμερικανικού ιμπεριαλισμού, αλλά και με τη συγκατάθεση στελεχών του φασιστικού καθεστώτος που άλλαξαν στρατόπεδο.

Επίσης, δεν πρέπει να διαφεύγει ότι στη Γαλλία και στην Ιταλία, αλλά και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, υπήρχε –σε αντίθεση με την Ελλάδα- μεγάλη πολιτική παράδοση της σοσιαλδημοκρατίας που βοηθούσε στην ευκολότερη ενσωμάτωση των εργατικών και λαϊκών μαζών στο πλαίσιο της αστικής πολιτικής διαχείρισης, ειδικά αφού είχε πάρει μέρος και στην αντιφασιστική αντίσταση.

Έτσι, οι αστικές πολιτικές και στρατιωτικές δυνάμεις μπόρεσαν να αναπτύξουν ισχυρά ένοπλα κινήματα σε αυτές τις χώρες, διατηρώντας την πολιτική ηγεμονία του αντιφασιστικού αγώνα.


Υπό τις διαμορφωμένες συνθήκες που περιγράφησαν, όταν πλέον η στροφή στην έκβαση του πολέμου είχε συντελεστεί, κυρίως μετά τις μάχες του Στάλινγκραντ και του Κουρσκ, η αστική τάξη της Ελλάδας και η κυβέρνηση της Μ. Βρετανίας αντιλήφθηκαν πως έπρεπε να χρησιμοποιήσουν όλα τα μέσα για να ανατρέψουν τον αρνητικό γι’ αυτές συσχετισμό δυνάμεων που είχε διαμορφωθεί στην Ελλάδα. Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας είχε δημιουργήσει προϋποθέσεις, ώστε η έκβασή του να συνδεθεί με την ανατροπή της αστικής εξουσίας. Το γεγονός αυτό ήταν αντικειμενικό και ανεξάρτητο από την κατάληξη που είχε η ταξική πάλη. 

Τετάρτη, 15 Οκτωβρίου 2014

Η εκδήλωση για την πλημμύρα στον Περισσό

Λάκης Παπαδόπουλος

Είναι ίσως τραγική ειρωνεία να γραφτεί πως η αίθιυσα εκδηλώσεων του περισσού πλημμύρισε από κόσμο (και όνειρα) την περασμένη αευτέρα, αλλά είναι η πιστή αποτύπωση της αλήθειας. Οι εκδηλώσεις μπορεί να ξεκινούν συνήθως με κάποια μικρή καθυστέρηση, αλλά όσοι προγραμμάτισαν την αφιξή τους με βάση το ακαδημαϊκό τέταρτο, έμειναν απέξω να στήνουν ακαδημαϊκά πηγαδάκια, ευελπιστώντας σε μία από μηχανής οθόνη να μεταδίδει στο φουαγιέ όσα γίνονταν μες στην αίθουσα.

Θα ρωτήσει κανείς γιατί να τιμήσουμε και να θυμόμαστε μια τόσο δυσάρεστη επέτειο από ένα ατυχές συμβάν –που βέβαια δεν ήταν ακριβώς θέμα.. κακοτυχιάς (sic), όπως είπε σε κάποιο σημείο της ομιλίας του και ο γγ για το κκε, που είχε να αντιμετωπίσει θεούς και δαίμονες- αλλά σχεδόν νομοτελειακό, αν σκεφτείς δηλ τα πλημμελή μέτρα πρόληψης και την εγκατάλειψη της πρωτεύουσας στην τύχη της (δηλ την κακοτυχιά της) και το έλεος των καιρικών φαινομένων. Γιατί προφανώς δεν πλήχθηκε μόνο η έδρα της κετουκε εκείνη τη μέρα από τη πλημμύρα, τους τόνους νερού και τα βοθρολύματα που σκέπασαν τους πρώτους ορόφους του κτιρίου. Κι αν εμείς έπρεπε να κρατήσουμε ζωντανή την ιστορία του κκε, τα ιστορικά ντοκουμέντα και «τα χαρτιά που μας μιλάνε» (όπως είπε ο γγ και πάλι), υπήρχαν και άλλοι που έδιναν μάχη για να κρατηθούν στη ζωή κυριολεκτικά και 17 οικογένειες που θρήνησαν τους δικούς τους εκείνο το βράδυ της «θεομηνίας» (που όπως είπαμε δεν ήταν οργή θεού ή η τιμωρία της φύσης, αλλά..)

Το χτύπημα ήρθε σε μια ούτως ή άλλως αρνητική συγκυρία, όπου όλα τα έσκιαζε η φοβέρα και τα έπνιγε η (μισθωτή) σκλαβιά και τα λύματα από το σπασμένο φράγμα στον ποδονίφτη. Σχεδόν σα συνέχεια από το σημείο όπου σταματά η πλοκή των «απόντων», μετά το καλοκαίρι του 94’. Μόνο που εδώ δεν έχουμε την αφήγηση μιας εκκωφαντικής απουσίας, όπου ο καθένας την κάνει με τον τρόπο του· αλλά την ηρωική ιστορία των 25 χιλιάδων μελών και φίλων του κκε που έδωσαν το «παρών» βοηθώντας με κάθε πρόσφορο μέσο για τη διάσωση και αποκατάσταση του αρχείου της κετουκε. Μια μάχη δύσκολη κι ιδιαίτερη, αλλά εθελοντική και συλλογική (επειδή μόνο έτσι μπορούσε να κερδηθεί). Ηρωική με τον τρόπο της, εν μέσω αντιηρωικών εποχών, σαν υστερόγραφο (ή κεφάλαιο που προστέθηκε) στην πάλη για την ανασυγκρότηση του κκε στη δεκαετία του 90’. Αυτήν την προσπάθεια τιμάμε, όχι προφανώς την καταστροφή ως γεγονός.

Μια διαδικασία περίπλοκη, επίπονη και μακροχρόνια, και αυτό αντανακλάται ακόμα και στο μακρινάρι-τίτλο της εκδήλωσης στο φόντο του βήματος: 20 χρόνια μετά την πλημμύρα που έπληξε την έδρα και το αρχείο της κε του κκε. Υποσχεθήκαμε ότι με κάθε κόστος θα σώσουμε το αρχείο. Τηρήσαμε την υπόσχεση. Συνεχίζουμε την προσπάθεια*. (*αν και το κόμμα έχει παράδοση στα.. φειδωλά συνθήματα-τίτλους, με κορυφαίο ίσως αυτό που βάζουν οι θέσεις του 19ου για τη στάση μας σε περίπτωση πολέμου «ο λαός θα δώσει την απάντηση με το όπλο στο χέρι...» που καταλήγει να είναι μία κανονική παράγραφος κι αν πας ποτέ να το φωνάξεις σε πορεία, κάπου στην τρίτη φράση ο ντουντουκιέρης θα κατέβαζε απορημένος την ντουντούκα του και θα σε κοιτούσε με βλέμμα απόγνωσης: μα τι λες).

Φαίνεται επίσης από τις πολλές τεχνικές λεπτομέρειες που πέρασαν στην ομιλία του γγ και στο 40λεπτο βιντεάκι που ακολούθησε: για το πεχά (pH) των παλιών σελίδων, την αποκατάστασή τους μέσα στο νερό, τη διαφορετική μεθοδολογία αντιμετώπισης από αντίστοιχες πλημμύρες στην χιλή και τη φλωρεντία, την τεχνογνωσία που δόθηκε σε άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, την ευρωπαϊκά αναγνωρισμένη μέθοδο και τις προδιαγραφές της εδώ επιχείρησης... Σε κάποια σημεία τα πλάνα με τις διάφορες φάσεις αποκατάστασης του αρχείου, μου θύμισαν σκηνές από τα παιδικά μας χρόνια και την εκπομπή art attack με τις ασκήσεις χειροτεχνίας –που ποτέ δεν μπόρεσα να κάνω. Μόνο που εκεί ο παρουσιαστής έκανε την πλάκα του και πληρωνόταν για αυτό, ενώ εδώ κρινόντουσαν πολύ περισσότερα κι όλοι προσέφεραν βοήθεια εθελοντικά κι αφιλοκερδώς.

Μια συλλογική προσπάθεια που ξέφυγε μάλιστα από τα στενά κομματικά πλαίσια κι απασχόλησε πλήθος μαζικών φορέων, επιστημόνων, εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, κτλ, που ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της κε, κατανοώντας πως το αρχείο της είναι κομμάτι της ιστορίας του τόπου. Κι ήταν σίγουρα κάπως περίεργο να βλέπει κανείς προσκεκλημένους σαν τον τζανετάκο και το σωλήνα βασιλακόπουλο (καμία σχέση με τα παιδιά του σωλήνα που έλεγε ο πανούσης) για να αναφέρω δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα· να ακούει θερμές κι ειλικρινείς ευχαριστίες σε ιδρύματα δήμων, της βουλής, της εκκλησίας ή της εθνικής τράπεζας, σε προσωπικότητες σαν την τόνια μωροπούλου! Να μαθαίνεις για τη βοήθεια της ελευθεροτυπίας και της καθημερινής, που πρόσφεραν τις εγκαταστάσεις τους, για να τυπωθεί ο ρίζος εκείνων των ημερών και να μη φιμωθεί η φωνή του κκε –την οποία φιμώνουν σταθερά έκτοτε, όπως και πριν άλλωστε. Οργανισμοί, φορείς, μέσα, που βοήθησαν όσο μπορούσαν για να νικήσει το κκε τη λάσπη, να τη διώξει από την έδρα και τα ντοκουμέντα της ιστορίας του, ενώ συνήθως κάνουν ό,τι είναι δυνατό για να του ρίξουν λάσπη, στη δράση του και την ιστορική διαδρομή του.

Γιατί είχε κι αυτόν τον χαρακτήρα η μάχη που δόθηκε για τη διάσωση του αρχείου –κι ας λαβώθηκε με την απώλεια ενός μικρού μέρους του, που πνίγηκε στα απόνερα: ενάντια στην παραχάραξη της ιστορίας και των γεγονότων που την σημάδεψαν. Καμία αποκατάσταση ιστορικών ηγετών δε θα είχε προχωρήσει τόσο γρήγορα χωρίς την πολύτιμη αρωγή του αρχείου: αποφάσεις, κομματικά ντοκουμέντα, προσωπικά σημειώματα προς την κε, κρυφά σημειώματα φυλακισμένων αγωνιστών, σπάνιο οπτικοακουστικό υλικό και φωτογραφίες, μαρτυρίες. Ένας ανεκτίμητος θησαυρός που αξιοποιήθηκε για την κουβέντα πάνω στο β’ τόμο του δοκιμίου, ψηφιοποιείται σε ηλεκτρονική μορφή και ανοίγει ένα μεγάλο μέρος του στο κοινό και τους ιστορικούς ερευνητές, στο κέντρο χαρίλαος φλωράκης, στο σπίτι όπου έζησε ο καπετάν γιώτης, στο χαλάνδρι. (Αξίζει να επισκεφτείτε την ιστοσελίδα του και να πλοηγηθείτε, ακολουθώντας αυτόν το σύνδεσμο –στο βουνό).

Η ομιλία του κουσούμπα ήταν μεστή, συντομότερη από ό,τι συνήθως, γεμάτη συναίσθημα και ειλικρινείς ευχαριστίες προς κάθε πλευρά. Ξεχώρισα την αναφορά στις συνέπεις της κρίσης, τις δύσκολες αποφάσεις για τον 902 και την προσωρινή αναστολή των εργασιών για το κτίριο που θα στεγάσει συνολικά το αρχείο της κε. Ενώ έκλεισε μιλώντας για το στόχο να αναπτυχθεί σημαντικά η κνε αυξάνοντας το διαπαιδαγωγητικό της ρόλο και το κπκ (κόμμα παντός καιρού) που βαδίζει προς τα εκατόχρονά του –μια επέτειος που πρέπει να γίνει σταθμός δημιουργίας κι έμπνευσης για τον καλλιτεχνικό κι επιστημονικό κόσμο- παραμένοντας το πιο νέο κόμμα, ο εκφραστής του πραγματικά καινούριου.

Το βιντεάκι που ακολούθησε ήταν μία ακόμα πολύ καλή δουλειά των σφων που είναι χρεωμένοι σε αυτό το κομμάτι, που αποτύπωσε πολύ καλά το κλίμα και τις δυσκολίες της εποχής, αλλά και τον πλούτο του αρχειακού υλικού, το οποίο περιέχει από ντοκουμέντα των σοσιαλιστικών ομίλων ή των εφημερίδων της (πολιτικής) προσφυγιάς, μέχρι υλικά των αντιπάλων (αρχειομαρξιστών, του κόμματος του γιαννιού, του εδες, καθώς και την κλασική αντικομμουνιστική μπροσούρα «ο κομμουνισμός στην ελλάδα» με πρόλογο του γνωστού μανιαδάκη). Πολύ γλαφυρές είναι και οι εικόνες από τις εργασίες της διάσωσης, τα κόκκινα μεροκάματα, τα πούλμαν απ’ την επαρχία, τις δηλώσεις της αλέκας για την πορεία τους και την εκπομπή του προγράμματος του 902 από την ταράτσα του κτιρίου, που ομολογώ πως μου θύμισε το ραδιοπομπό του πολυτεχνείου: εδώ 902, σας μιλά η φωνή του κομμουνιστικού κόμματος ελλάδας..
Κι ο μη αστικός μύθος λέει πως η έδρα της κετουκε χτίστηκε έτσι (με κάποια αντιαρματική τάφρο ίσως) ώστε να είναι απρόσβλητη από επιθέσεις κι απόπειρα εισβολής ενός άρματος μάχης, όπως το τανκ στην πύλη του πολυτεχνείου το 73’. Αλλά κανείς δε θα μπορούσε να προβλέψει την απειλή της πλημμύρας και τις τεράστιες ζημιές που άφησε πίσω της –κοντά στα 2 δις σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς.

Αυτό που ξεχώρισε αντικειμενικά ωστόσο κι έκανε το γύρο πολλών μμε την επόμενη ημέρα είναι κάποια ηχητικά αποσπάσματα που περιέχει το αρχείο και το βιντεάκι που προβλήθηκε. Κι όσο συγκινητικό και αν είναι να ακούς τον κατράκη και το ρίτσο στις εκδηλώσεις για τα 70 χρόνια ζωής του τελευταίου, αυτό που προκάλεσε τη μεγαλύτερη αίσθηση ήταν το απόσπασμα από μια ραδιοφωνική ομιλία του ζαχαριάδη στις 2 σεπτέμβρη του 51’. Πιθανότατα γιατί ήταν η πρώτη φορά που ακούγαμε οι περισσότεροι τη φωνή του –κι ομολογώ πως προσωπικά αγνοούσα μέχρι πρότινος ότι είχε σωθεί κι υπήρχε κάπου.

Και τι εντύπωση μας αφήνει μετά το πρώτο ξάφνιασμα; Έλα ντε.. Διακρίνει ίσως κανείς μια ομοιότητα με τη φωνή του βάρναλη. Μια ανεπαίσθητη νότα ρώσικης προφοράς –ή μήπως πολίτικης; Μια αίσθηση ότι δεν του πάει πολύ, βασικά γιατί την είχες κάπως αλλιώς στο μυαλό σου. Πώς αλλιώς; Ότι συνέπαιρνε τα πλήθη, που πάλλονταν στη φωνή του, παραληρούσαν στο πέρασμά του, κρέμονταν από τα χείλη του, γιατί.. «αυτός μας οδηγεί». Κι όντως έτσι γινόταν δηλ, αλλά καταλαβαίνεις πως με τα σημερινά κριτήρια κι αυτόν αντιτουριστικό κι αντιεπικοινωνιακό θα μας τον έβγαζαν (τι γλώσσα είναι αυτή, γιατί μιλάει έτσι και πάει λέγοντας), συνεχίζοντας το βιολί τους με ελάχιστες παραλλαγές.


Όπως λέει πάντως στο κλείσιμό του ο ζαχαριάδης: ο λαός ξέρει τους κουκουέδες και τους έχει εμπιστοσύνη. Κάτι που ισχύει από την καλή κι από την ανάποδη, όπως επιβεβαιώνει και το παράδειγμα της πλημμήρας –δηλ και το κόμμα ξέρει κι εμπιστεύεται το λαϊκό κριτήριο. Και αν σήμερα το κουκουέ είναι σε θέση να δίνει συμβουλές και την τεχνογνωσία του σε άλλα κόμματα, που σέρνουν από την αρχή το βράχο του σίσσυφου στις δικές τους χώρες, όχι για τις πλημμύρες αλλά για καίρια πολιτικά ζητήματα, το οφείλει εν πολλοίς και σε αυτούς τους ακατάλυτους δεσμούς, που αποδείχτηκαν κι είκοσι χρόνια πριν, στην πιο δύσκολη ώρα. Χωρίς αυτούς και χωρίς το θεωρητικό του εξοπλισμό το κόμμα θα έμενε μόνο του να αντιμετωπίσει με νεροπίστολα και πιστολάκια στεγνώματος τον αντιλαϊκό χείμαρρο του εχθρού.

Τρίτη, 14 Οκτωβρίου 2014

Η επανάσταση

Α. η επανάσταση θα έρθει πιθανότατα από θεωρητικούς ανθρώπους. Όχι μόνο γιατί χωρίς επαναστατική θεωρία δεν υπάρχει επαναστατικό κίνημα, όπως λέει ο βλαδίμηρος, αλλά κυρίως με την έννοια ανθρώπων προσανατολισμένων προς τις θεωρητικές επιστήμες. Δεν είναι τυχαίο ότι στην εσσδ υπήρχε το ¼ σχεδόν του παγκόσμιου επιστημονικού δυναμικού σε αυτούς τους τομείς, ενώ ο καπιταλισμός ρίχνει στο πυρ το εξώτερον τις κοινωνικές ανθρωπιστικές επιστήμες, γιατί δεν έχουν να του προσφέρουν άμεσα κέρδη παρά μόνο ίσως ανήσυχους και μορφωμένους ανθρώπους, ως πρόβλημα (αν κι έχει βρει αρκετούς διαύλους για να τους ενσωματώνει, να ελέγχει και να κατευθύνει τη μόρφωση και τις ανησυχίες τους). Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι ο λένιν είχε σπουδάσει νομικά (έχοντας ευρύτατη μόρφωση κι όντας εν μέρει αυτοδίδακτος σε χωράφια που ξέφευγαν από το αντικείμενό του) ενώ ο μαρξ ήταν φιλόσοφος-δημοσιογράφος, με ακόμα ευρύτερη μόρφωση και αντίληψη, που τον καθιστούσε σχεδόν πανεπιστήμονα για την εποχή του, όπως άλλωστε και τον ένγκελς.

Η επανάσταση χρειάζεται φιλοσόφους, ανθρώπους με στοιχειώδη αφαιρετική ικανότητα, φλογερούς ρήτορες που θα συνεπάρουν τα πλήθη, φανατισμένους ρομαντικούς με έλλογη πίστη, ανήσυχα πνεύματα με συνείδηση. Ποιητές, γιατί η επανάσταση είναι η ποίηση του μέλλοντος, συγγραφικές φλέβες που θα γράψουν από κοινού με τις μάζες την ιστορία της επανάστασης, καλλιτέχνες γιατί η επανάσταση είναι μια μορφή πολιτικής τέχνης, σαν τις πολεμικές τέχνες, αφού ο πόλεμος έρχεται ως συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα. Παιδαγωγούς που να διδάσκουν αλλά να μαθαίνουν και οι ίδιοι από το λαό, φιλολόγους που να καλλιεργούν και να αναπτύσσουν το λόγο, ως μέσο έκφρασης αλλά και με την έννοια της σκέψης, δημοσιογράφους που θα υπερνικάνε τις πέντε δυσκολίες, που σημειώνει ο μπρεχτ, για να πει κανείς την αλήθεια και θα κατέχουν την τέχνη να την καθιστούν απλή, κατανοητή και ευπρόσιτη στο λαό, νομικούς που θα εφαρμόσουν το νόμο με βάση το δίκιο του εργάτη και θα έχουν την έγνοια να εξαλείψουν βαθμιαία και το δικό τους ρόλο στην κοινωνία του μέλλοντος μαζί με το κράτος, αντί να διαιωνίσουν την αρχή, την εξουσία τους.

Χρειάζονται άνθρωποι ευαίσθητοι, καλλιεργημένοι, να χωρέσουν μέσα τους και τη σκοπιά του άλλου, την εικόνα όλου του κόσμου, που να καταλαβαίνουν και να αφομοιώνουν τη διαλεκτική, να έχουν τόλμη, φαντασία, να μπορούν να διατυπώσουν πρωτότυπες ιδέες, ένα όραμα, να εκφράσουν το πνεύμα των καιρών, να κάνουν τις ιδέες υλική δύναμη, να είναι πρόπλασμα του νέου τύπου ανθρώπου της καινούριας εποχής, να έχουν τη ζωή πάρα πολύ αγαπήσει και γι’ αυτό να είναι έτοιμοι να θυσιάσουν τη δική τους στην επαναστατική υπόθεση.

Β. (θα μπορούσε δηλ και -α)
Καμία επανάσταση δεν μπορεί να πετύχει με φλυαρίες και λογοκοπίες (δες πόση έκταση έπιασε πχ μόνο το πρώτο μέρος), χωρίς σκληρούς, πρακτικούς ανθρώπους, που να βλέπουν συγκεκριμένα τον κόσμο στην κίνησή του, να παρεμβαίνουν για να τον αλλάξουν κι όχι απλά να τον ερμηνεύουν, όπως έλεγε κι ο κάρολος. Ο οποίος άφησε πίσω του τα μαθηματικά χειρόγραφα, τα grundrisse κι όλη την προπαρασκευαστική δουλειά που οδήγησε στους πρώτους τόμους του κεφαλαίου –που έμεινε ωστόσο ημιτελές, σαν όλα τα μεγάλα έργα. Ενώ ο λένιν άφησε πλούσια παρακαταθήκη με την οικονομική μελέτη του για τον ιμπεριαλισμό και την μπροσούρα του για τον υλισμό και τον εμπειροκριτικισμό, όπου καταπιάνεται με ζητήματα προχωρημένης φυσικής κι ασκεί πολεμική στο μαχισμό. Χώρια η δουλειά του ένγκελς στη διαλεκτική της φύσης, που κάποια επιστημονικά δεδομένα της ξεπεράστηκαν γρήγορα αλλά τα συμπεράσματά της παραμένουν διαχρονικά.

Η επανάσταση βασίζεται στην (επιστημονική) μέθοδο, το (αρχιτεκτονικό) σχέδιο, την καλή χημεία μεταξύ της πρωτοπορίας και του αυθόρμητου, του μαζικού κινήματος. Χρειάζεται σταχανοβίτες της πράξης, που είναι το απόλυτο κριτήριο κάθε θεωρίας, προγραμματιστές με άσους και μηδενικά (όπου χωρίς τη μονάδα της εξουσίας και του κοινωνικού πλαισίου στην αρχή, τα άλλα χάνουν κάθε νόημα) και με πρωτοποριακές υπολογιστικές μεθόδους σαν του γκλουτσκόφ. Μηχανικούς που ξέρουν να λύνουν σύνθετα προβλήματα σε πρωτότυπες καταστάσεις. Αρχιτέκτονες να χτίσουν άπαρτα κάστρα και σπίτια για την εργατική τάξη, καλλιτέχνες (που είναι οι αρχιτέκτονες της ψυχής). Οικονομολόγους και γιατρούς σαν τον κόκαλη και τον γκεβάρα, που δε γιάτρευαν μόνο τους ανθρώπους, αλλά νοιάστηκαν για τις πληγές και τις αρρώστιες της κοινωνίας συνολικά, τις αιτίες που τις προκαλούν και τη θεραπεία που θα τις καταπολεμήσει. Και ο τσε, όπως λέει ο μη αστικός μύθος, είχε γίνει υπουργός οικονομικών στην κούβα, γιατί σε ένα συμβούλιο είχε ρωτήσει ο φιντέλ αν υπάρχει κανείς οικονομολόγος (economista) και αυτός σήκωσε το χέρι του, γιταί είχε (παρ)ακούσει, αν υπάρχει κανείς κομμουνιστής (comunista).

Η επαναστατική υπόθεση δεν είναι μια απλή εξίσωση, για να λυθεί εύκολα αλλά ανώτερα μαθηματικά, που απαιτούν συστηματική μαθηματική σκέψη. Κι οι θετικές επιστήμες είναι που έστειλαν τον άνθρωπο στο διάστημα, που αλλάζουν συνεχώς τα όρια του κόσμου του, επαναστατικοποιούν τις παραγωγικές δυνάμεις κι υποτάσσουν τις τυφλές δυνάμεις της φύσης στη συνειδητή, στοχοκατευθυνόμενη ανθρώπινη δραστηριότητα, καθιστώντας την κομμουνιστική προοπτική εφικτή κι επίκαιρη.

Γ. η επανάσταση δεν χρειάζεται μονοδιάστατους ανθρώπους. Νεραϊδοπαρμένους ρομαντικούς που απογειώνονται μακριά από τον κόσμο, αλαφροΐσκιωτους ιδεαλιστές που ενατενίζουν θεωρητικά αφ’ υψηλού την πραγματικότητα, φλύαρους φιλόλογους που (βάσει και ετυμολογίας) αγαπούν τα λόγια αλλά μισούν τις πράξεις, αφαιρέσεις που στεγνώνουν κι αφυδατώνουν τον πραγματικό κόσμο από τους χυμούς του, για να τον στριμώξουν στα καλούπια τους. Η επανάσταση δεν χρειάζεται ούτε στείρους εμπειρικούς πρακτικιστές, χωρίς θεωρητική σκέψη, που ψάχνουν τσιτάτα κι έτοιμες φόρμουλες για να καλύψουν τη γύμνια τους· νεοθετικιστές που ψάχνουν για όλα μαθηματικές αποδείξεις κι η διαλεκτική τους ξεπερνά, άτομα χωρίς δημιουργική φαντασία (αλλά ούτε και φαντασιόπληκτα βέβαια) που τρέχουν πάνω σε ένα σκουπόξυλο κι ονειρεύονται πως είναι πάνω σε ένα σκουπόξυλο και τρέχουν (όπως λέει ο αρκάς στις χαμηλές πτήσεις) κι όταν έχουν να αντιμετωπίσουν κάτι που ξεφεύγει από τις συνηθισμένες γνώσεις τους, ο μόνος τρόπος για να το κάνουν, είναι να πουν «έστω πως [το λύσαμε]..» φανερώνοντας, μεταξύ άλλων, και το μεγάλο εκφραστικό τους πλούτο.

Η επανάσταση απαιτεί το κούμπωμα της πράξης με τη θεωρία. Κι οι δύο μεγαλύτερες επαναστατικές μορφές, ο μαρξ και ο λένιν, ξεχώρισαν ακριβώς γιατί πέτυχαν στο μέγιστο βαθμό αυτή τη σύνδεση και βασικά.. την τερμάτισαν! Η επανάσταση θα άρει διαλεκτικά το διαχωρισμό της θεωρίας με την πράξη σε όλα τα επίπεδα· θα πάρει τα καλύτερα στοιχεία από τον καθένα μας και θα τα αναδείξει, καλλιεργώντας ολοκληρωμένες προσωπικότητες. Η επανάσταση θα ‘ρθει από τέτοιους ολοκληρωμένους ανθρώπους και θα δώσει ακόμα περισσότερους στις επόμενες γενιές, μετά την επικράτησή της.

Η επανάσταση θα ‘ρθει με τρααγούδια, όπλα και σπαθιά. Αλλά αν έχουμε ήδη όπλα τι τα χρειαζόμαστε τα σπαθιά; Μα και τα τραγούδια μας είναι κι αυτά όπλα, εργαλεία με αιχμηρούς στίχους. Κι εμείς πρέπει να τα καταφέρουμε με το σπαθί μας και να το κρεμάσουμε μετά στους τοίχους (ή μήπως στους στίχους) για λόγους αισθητικής, που στην κοινωνία του μέλλοντος θα είναι σαν μια αυθόρμητη μορφή συνείδησης, μαζί με την ηθική.


Και βασικά η επανάσταση δε θα ‘ρθει να μας βρει, αν δεν πάμε εμείς να τη βρούμε, όπως το βουνό το μωάμεθ, κινώντας όρη και βουνά με την έλλογη πίστη και τη συνειδητή μας δράση

Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Ο πεζόδρομος είχε τη δική του ιστορία

(Λογοκριμένο χρονογράφημα)

Δεν ξέρω πόσοι από εσάς έχετε στην παρέα σας ή μάλλον έχετε συνυπάρξει ειρηνικά η ψυχροπολεμικά σε μια παρέα με κάποιον πούρο ιδεολόγο νεοφιλελέ (... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ...) της καθημερινής, που χτες έδινε δώρο στη σειρά με τους μεγάλους ηγέτες τον τόμο με τον... (που-ρου-που-σου) [τυμπανοκρουσία] ιωάννη μεταξά [γιεεε...]. Ο οποίος δεν (... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ...) πολύ καλό παιδί κατά τα άλλα, αν και στην επανάσταση θα φύγει από τους πρώτους (... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ...) Και τι μπορείτε να κάνετε μαζί; Ονειρικό πρόγραμμα (... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ...) απέναντι από το σημείο που εκτελέσε η 17νοέμβρη τον μπακογιάννη, όπου εγώ και εσύ σφε αναγνώστη μόνο νεράκι της βρύσης θα παραγγέλναμε (... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ...) στο κέντρο της σκομπίας που ωστόσο έχει ελάχιστες ράμπες για αμεα και καροτσάκια (... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ...) προς το μαξίμου, για να παίξουμε το παιχνίδι ποιος θα βρει τους περισσότερους μπάτσους, πρεσβείες κι υπουργεία (... ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ...) κι ενώ προσπερνάς επιδεικτικά την κλούβα, κοιτώντας ψηλά, το βάθος του ουρανού που είναι πάντα κόκκινο, τον χάνεις προς στιγμήν από την επιτήρησή σου (αλλά τώρα όλοι θα ‘μαστε σε αυτήν της εε) και τον ξαναβρίσκεις να παίρνει γραμμή από το όργανο.

-Έχει πορεία κύριε όργανο; -Ναι έχει.
{Πλάκα μας κάνει. Τι πήγε και του έπιασε κουβέντα;
Στάσου (μύγδαλα) όμως, έχει και  συνέχεια}.
-Μήπως να πάμε από την άλλη τότε;
-Δεν χρειάζεται, δεν είναι επικίνδυνο..
Να θες να ανοίξει η γη να σε καταπιεί.

Αν και εντάξει, η μισή ντροπή δική μας κι η άλλη μισή στο σύνταγμα ήταν. Απ’ όπου περάσαμε κατά τις οκτώ παρά και δεν είχε κλείσει πουθενά η κυκλοφορία, ούτε ένας δρόμος, ούτε καν η αμαλίας! Κι η μόνη σύγκρουση στα λουλουδάδικα που θα μπορούσε να παίξει, θα ‘ταν να χτυπήσει το καροτσάκι με το μωρό κάποιον περαστικό στη διάβαση. Ενώ οι συριζαίοι που είχαν συγκεντρωθεί και υποδύονταν το πλήθος, χωρούσαν όλοι μαζί στο πεζοδρόμιο από την πλευρά της πλατείας κι άκουγαν τραγούδια από το βανάκι. Γι’ αυτό κι ο σαμαράς, που είναι παλιά πουτάνα στο κορμπέτι, δε στοχοποίησε απλά το κίνημα και τους διαδηλωτές στους δρόμους, αλλά έκανε λόγο για «πεζοδρόμιο», για να γίνουν κι οι κατάλληλοι πολιτικοί συνειρμοί.

Ευτυχώς όμως κατέφτασαν γρήγορα τα μπλοκ της ανταρσύα να σώσουν τα προσχήμαα, γεμίζοντας τα κενά (τι καλοί άνθρωποι)! Γιατί αν ήταν να πέσει η κυβέρνηση από το λαό που κινητοποιεί στο δρόμο ο σύριζα, πιο πιθανό θα ήταν να πέσει κάτω από τα γέλια με την.. παλλαϊκή κατακραυγή του πεζοδρομίου της αμαλίας. Σαν τη συνήθη συμβουλή της κλασικής ελληνίδας μάνας: να προσέχεις και από το πεζοδρόμιο, ή μην πας στα βαθιά παιδί μου –γι’ αυτό μένει στα ρηχά νερά της σοσιαλδημοκρατίας. Και δεν υπήρχε και παμε πουθενά, να τους δίνει δικαιολογία αυτή τη φορά, ότι.. περιφρουρεί τη βουλή.

Τι νόημα έχει όμως να δίνουν άλλοθι μαζικότητας στις εκλογικές φιέστες των άλλων και να κάνουν τον χειροκροτητή τους ή τις γλάστρες μπροστά στις κάμερες, όπως τότε στη διερευνητική εντολή που πήρε ο σύριζα, χωρίς μάλιστα να έχουν καν έδρα στη βουλή, κάτι σαν εξωκοινοβουλευτικός κρετινισμός; Που δε σου λέω, και ο μητσάρας που την έκανε τις προάλλες και ήταν με την ανταρσύα στα τελευταία του, σα μαϊντανός ξεκίνησε την καριέρα του, πίσω από παίκτες που έκαναν δηλώσεις στην κάμερα. Ήτανε όμως άκρως συμπαθής κι έκανε τουλάχιστον την αντίστροφη διαδρομή. Κι ούτε καν αυτός στα νιάτα του δε θα δεχόταν να πάει σε εκείνη τη.. διερευνητική συνάντηση, να στηθεί μπροστά στο φακό.

Θα μου πεις, τι νόημα έχει να τα σκαλίζεις αυτά τώρα; Τα σκαλίζω, γιατί λέει πως κάποια σωματεία του συντονισμού δεν παίρνουν απόφαση για το συλλαλητήριο της 1ης νοέμβρη, γιατί λέει δεν ειδοποιήθηκαν εγκαίρως, για να το συνδιοργανώσουν και να δούνε το γενικό πλαίσιο. Λες και στη χτεσινή φιέστα είχανε ρόλο συνδιοργανωτή. Ή δε θα μπορούσαν νά ‘ρθουν με διαφορετική προσυγκέντρωση έστω –και μακάρι να το κάνουν- όπως πάνε στις πορείες της γσεε ή κι αλλού. Κι αυτό ενώ στο ριζοσπάστη πχ γράφτηκε ένα από τα πιο νηφάλια αντίστοιχα κείμενα που έχει φιλοξενήσει το όργανο, και δεν αφήνει πολλά περιθώρια παρερμηνείας για το πώς και το γιατί. Καθείς εφ ω ετάχθη όμως..

Φεύγοντας από την πανεπιστημίου, σκεφτόμουν κάτι που έλεγε ο σκολαρίκος τις προάλλες στην εκδήλωση για το βρώμικο διαλυτικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας, που σμπαραλιάζει τους μαζικούς φορείς του κινήματος, και κολλούσε γάντι στην περίσταση. Κι όπως περπατάμε, βλέπουμε σε ένα κοντινό καφέ τη βαλαβάνη μόνη της, να διαβάζει ένα βιβλίο, στο ρόλο της άχνης ζάχαρης, σα να μη θέλει ακόμα να το αφήσει, για να πάει να δει μία ακόμα κακοστημένη παράσταση στη βουλή. Και δίπλα συναδέλφους της, στο ρόλο του πασόκου, με ρεσιτάλ ερμηνείας, να βαράνε έξαλλα παλαμάκια σε κάθε δεύτερη ατάκα του μεγάλου αρχηγού, όταν ανεβάζει τον τόνο, ενώ αυτή μένει σιωπηλή και ανέκφραστη. Αλλά μόνη της διάλεξε και τα λούζεται.

Και δεν ξέρω αν έχεις προσέξει, όσο μεγαλώνει ο αλέξης, που μιλάει κάπως αργά, σα να του τελειώνει η μπαταρία, φέρνει λίγο φυσιογνωμικά στον κουφοντίνα, με λίγα περισσότερα μαλλιά. Το πιο ανησυχητικό όμως είναι που ο κουφοντίνας αρχίζει να μοιάζει επικίνδυνα στον αλέξη, από πολιτική άποψη, αν δεις το κλείσιμο του βιβλίου του.
Και θα ‘ταν η ζωή μας άχαρη, δίχως άχνη ζάχαρη..

Αργά το βράδυ προλάβαμε την κορύφωση της σκιαμαχίας των πολιτικών αρχηγών –όσο νυχτώνει, η γκάβλα μεγαλώνει- και το λόγο του σαμαρά, που πάτησε την μπανανόφλουδα και καρφώθηκε άσχημα με τον πρετεντέρη· πρέπει και να δαγκώθηκε εκεί στο «όπως...», σταμάτησε λίγο, ίσως μετάνιωσε, αλλά ήταν αργά για να κάνει πίσω: «όπως... ο πρετεντέρης, που και μένα με έχει αδικήσει πολλές φορές...». Κι έγινε ο κακός χαμός. Αλλά όπως λέει μια σφίσσα, η ατάκα αυτή θα γίνει βαλβίδα εκτόνωσης της απόγνωσης, που βγαίνει ως οργή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, να τα πούμε μεταξύ μας να ξεθυμάνουμε.

Κανείς όμως δεν έχει, ούτε κατά προσέγγιση, το σουξέ που έχουν οι ατάκες της αλέκας στη βουλή –αν όλοι πρόσεχαν με τον ίδιο τρόπο την ουσία των θέσεων του κκε, θα είχε λυθεί οριστικά και το διαβόητο επικοινωνιακό έλλειμμα του κόμματος, από το οποίο πάσχει διαχρονικά. Και τώρα που, όπως φαίνεται, έχουν κλειδώσει οι εκλογές το μάρτη και αρχίζει ουσιαστικά η προεκλογική περίοδος, θα λείψει πολύ η αλέκα από τα δημόσια πράγματα –άλλο αν κάποιοι θέλουν να μείνει συνολικά το κκε εκτός βουλής, για να μην τους χαλάει τη σούπα, και δε θα τους λείπαμε ιδιαίτερα.

Πάρε για παράδειγμα την περιβόητη ατάκα περί ανθρωπιστικής κρίσης. Τι λέει η αλέκα; Ότι ψάχνει ο κάθε μούσμουλος έκάποιον όρο για να κρύψει τον χαρακτήρα της κρίσης, ότι είναι δηλ καπιταλιστική, και αποφαίνεται πχ ότι είναι ανθρωπιστική, λες κι η κρίση αφορά ένα μειοψηφικό(;) κομμάτι που βιώνει πιο έντονα τις συνέπειες και ζει σε συνθήκες ακραίας φτώχιας, κι όχι συνολικά το καπιταλιστικό σύστημα. Ποιο είναι το γενικό αήττητο συπέρασμα απ’ όλα αυτά; Ότι η αλέκα αρνείται την ύπαρξη ανθρωπιστικής κρίσης –ενδεχομένως και τη φτώχια ως φαινόμενο.

Και δεν είναι μόνο ένας που φτάνει σε αυτό το συμπέρασμα. Έχει και τόσους διαδικτυακούς φίλους που το επιβεβαιώνουν, ενισχύουν την αρχική του εντύπωση, το κάνουν πενηνταράκια σε όποιον το είχε χάσει και δεν το έβλεπε μόνος του. Στην τελική αλήθεια πρέπει να ‘ναι, αφού όλοι το λένε. Ποιοι όλοι; Ε να. Ο μπάμπης ο σουγιάς, ο γιάννης ο πεταλούδας..

Γι’ αυτό σου λέω έχει γούστο η συμμετοχική δημοκρατία/δημοσιογραφία των πολιτών. Και για να μην ξεχνιόμαστε: είναι γκάβλα η αστική δημοκρατία γενικώς..

Κυριακή, 12 Οκτωβρίου 2014

Πρώτα θα τους σφάξουμε

..μετά θα διαπραγματευτούμε

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στην εκδήλωση της κο των εβε στην καποδιστρίου, στην αίθουσα της γεσεβε, και την παρουσίαση του βιβλίου του μαΐλη για το αστικό πολιτικό σύστημα στην ελλάδα της μεταπολεμικής περιόδου ως την χούντα (1950-67) από τον κώστα σκολαρίκο, μέλος του τμήματος ιστορίας της κετουκε. Εδώ καταγράφω επιλεκτικά κι αποσπασματικά κάποια στιγμιότυπα της εκδήλωσης βάση των πρόχειρων σημειώσεων που κράτησα, με τις όποιες τυχόν αβαρίες κατά τη μεταφορά να βαραίνουν προφανώς εμένα, το μνημονικό μου κι ένα λιποτάκτη στιλό που τα έφτυσε κάπου στα μισά της παρουσίασης.

Το πρώτο μέρος ήταν εισηγητικό και βασίστηκε στην εισαγωγή του βιβλίου, που επιχειρεί να απαντήσει στο ερώτημα γιατί έχει νόημα να εξετάζουμε σήμερα τα γεγονότα μιας τόσο μακρινής περιόδου, και να αναδείξει, με βάση τα δομικά της χαρακτηριστικά και όχι με μηχανιστικές μεταφορές, μερικές γενικές τάσεις, ομοιότητες με το σήμερα και κάποια διαχρονικά συμπεράσματα.

Ποια είναι αυτά; Οι βασικοί άξονές τους αφορούν τη σχέση πολιτικής-οικονομίας και την προτεραιότητα της οικονομικής εξουσίας, που συμπυκνώνει την ουσία της αστικής κυριαρχίας και δεν μπαίνει ποτέ υπό διαπραγμάτευση για τους αστούς· τις ενδοαστικές αντιθέσεις μεταξύ τμημάτων της αστικής τάξης με αντικρουόμενα συμφέροντα, παρά την ενιαία στρατηγική τους στόχευση· και τη διαπλοκή τους με ένα ολόκληρο πλέγμα αντιθέσεων στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, που είναι πολύ σύνθετο για να χωρέσει στο απλουστευτικό κι ανεπαρκές σχήμα της απόλυτης επιβολής των ηπα στα άλλα ιμπεριαλιστικά κέντρα. Αυτός είναι ο ευρύτερος καμβάς στον οποίο ξεδιπλώνονται οι σχεδιασμοί και οι αντιθέσεις της ελληνικής και της τούρκικης αστικής τάξης.

Πέρα από τον τυπικό διαχωρισμό σε αριστερά, δεξιά και κέντρο ή την απλοϊκή ερμηνεία μιας στρατηγικής επιλογής ως προσωπικής αντίληψης του τάδε ή του δείνα πολιτικού ηγέτη, το αστικό πολιτικό σύστημα διατρέχεται από οριζόντιες και κάθετες δομές, ακόμα και στο εσωτερικό του ίδιου κόμματος, που αντανακλούν διαφορετικά συμφέροντα μερίδων του κεφαλαίου και τη μεταξύ τους αντιπαράθεση. Αυτή εκφράζεται με διαφορετικές θέσεις κι εκτιμήσεις πχ για τις διεθνείς συμμαχίες της χώρας ή για το μοντέλο ανάπτυξης της οικονομίας (με έμφαση στον τουρισμό, τον αγροτικό τομέα και τα μέσα κατανάλωσης ή στη συσσώρευση μέσω της βαριάς βιομηχανίας;)· και με ρευστές, ασταθείς συμμαχίες και γρήγορες μετατοπίσεις (πχ το πινκ-πονγκ μεταξύ βασιλικού κι αντιβασιλικού στρατοπέδου εκείνη την περίοδο) που λανθασμένα ερμηνεύονται κάποιες φορές ως.. κωλοτούμπα και ασυνέπεια.

Ο σκολαρίκος ανέφερε μερικά χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της αντιπαράθεσης και της εξωτερικής μορφής με την οποία προβάλλονται στην κοινή γνώμη. Μια μερίδα της αστικής τάξης μπορεί να υιοθετήσει ακόμα κι επιμέρους αιτήματα του κινήματος, ξεκομμένα από κάθε στρατηγική στόχευση, πχ ενάντια στις βάσεις, αφήνοντας αιχμές για εθελόδουλη πολιτική στάση μιας κυβέρνησης, εφόσον κρίνει πως τα συμφέροντά της πλήττονται από την ακολουθούμενη πολιτική διεθνών συμμαχιών. Μπορεί επίσης να προωθήσει κάποιες επιμέρους μεταρρυθμίσεις, που είναι απαραίτητες για τον αστικό εκσυγχρονισμό του συστήματος, πχ την κατάργηση της βασιλείας ή την καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας και της γενικής παιδείας, χωρίς αυτό να αποτελεί φυσικά τεκμήριο προοδευτικότητας –ακόμα κι η χούντα είχε πάρει κάποια δευτερεύοντα μέτρα στην εκπαίδευση, πχ με τις φοιτητικές εστίες, για να καλύψει τις ανάγκες αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Παράλληλα προσπαθούν να χτίσουν συμμαχίες με τμήματα της εργατικής τάξης, όπως πχ κάποια μονοπώλια σούπερ μάρκετ στο ζήτημα της κυριακάτικης αργίας, που τέθηκαν ενάντια στο μέτρο, δήθεν από φιλεργατική σκοπιά, γιατί στην πραγματικότητα δεν προσδοκούσαν κάποια αύξηση της κερδοφορίας τους από την εφαρμογή του. Ενώ αντιθέτως, δε θα έβλεπαν αρνητικά μια αύξηση του κατώτατου μισθού και συνεπώς της λαϊκής κατανάλωσης, που θα τους εξασφάλιζε περισσότερα κέρδη.

Ο σκολαρίκος αναφέρθηκε παρεμπιπτόντως στη δολοφονία του λαμπράκη, που εκτός από το χτύπημα και την τρομοκράτηση του λαϊκού κινήματος, στόχευε και στην επίσπευση της πτώσης του καραμανλή, ακυρώνοντας κάποια φιλοευρωπαϊκά ανοίγματα της κυβέρνησής του. Και στο παράπονο που διατυπώνει ο τελευταίος στα απομνημονεύματά του, για την ευνοϊκή στάση της εδα προς την ένωση κέντρου, αν και οι περισσότεροι πολιτικοί κρατούμενοι είχαν αποφυλακιστεί επί των δικών του κυβερνήσεων. Σε κάθε περίπτωση, ο αντικομμουνισμός (είτε στην ωμή εκδοχή του είτε με πιο εκλεπτυσμένα χαρακτηριστικά) παρέμενε σταθερή και πάγια αξία για τον αστικό πολιτικό κόσμο της εποχής.

Τα παραπάνω συνδέονται και με τη στρατηγική του κκε και της εδα, που ακολούθησε μια λανθασμένη κι επιζήμια πολιτική ουράς απέναντι στην ένωση κέντρου, μολονότι η τελευταία ούτε καν αμφισβήτησε επιμέρους χαρακτηριστικά του συστήματος, στις κρίσιμες καμπές –πχ με τη στάση της στα ιουλιανά απέναντι στο βασιλιά και το βασιλικό θεσμό συνολικά. Αυτή η πείρα προσφέρει και κάποια διαχρονικά συμπεράσματα για τις καταστροφικές συνέπειες των συμμαχιών με τμήματα της αστικής τάξης, των πλαστών διαχωριστικών γραμμών (βασιλικοί-αντιβασιλικοί, δημοκρατία-δικτατορία) και της πολιτικής που προτάσσει κάποια πρόσκαιρα μικρά οφέλη –που κι αυτά σχετικά είναι- έναντι των μακροπρόθεσμων συμφερόντων και του στρατηγικού στόχου της εργατικής τάξης.

Στο δεύτερος μέρος ακολούθησε μια πολύ ζωντανή κι ενδιαφέρουσα συζήτηση (και δεν το λέω τυπικά) με ερωτοαπαντήσεις και τοποθετήσεις. Το πρώτο θέμα που τέθηκε ήταν σχετικά με την εργατική τάξη, που δεν είναι πλήρως ομογενοποιημένη σαν μπετόν αρμέ και την αναγκαιότητα να ελίσσεται ευέλικτα, για να αντιμετωπίσει τους αντίστοιχους ελιγμούς του ταξικού εχθρού. Ο σκολαρίκος ξεκίνησε θυμίζοντας μια φράση του γάλλου επαναστάτη μαρά, που είναι και στον τίτλο της ανάρτησης: Πρώτα θα τους σφάξουμε και μετά θα διαπραγματευτούμε (first we take manhattan, όπως λέει και το τραγούδι). Που δείχνει πως η εξουσία είναι το κομβικό ζήτημα, η μονάδα την οποία ακολουθούν όλα τα υπόλοιπα μηδενικά –και δε θα είχαν καμία αξία αν την αφαιρούσαμε- για να παραφράσουμε μια κινέζικη παροιμία. Μόνο σε αυτή τη βάση, μετά την κατάληψη της εξουσίας η εργατική τάξη καθίσταται τάξη δι’ εαυτήν, όπως έλεγε ο κάρολος, και μόνο πάνω σε αυτό το έδαφος, για τη διασφάλιση και διατήρηση της εξουσίας, αποκτούν νόημα οι όποιοι συμβιβασμοί και συμφωνίες. Η υποχώρηση από βασικές αρχές στο σημερινό πλαίσιο κι η λογική να τα βρούμε κάπου στη μέση δεν οδηγεί πουθενά, γιατί η μέση εξακολουθεί να είναι εντός, στο μέσο της αστικής εξουσίας, ενώ το ζήτημα είναι να τα βρούμε κάπου στην άκρη, έξω από το πλαίσιο της αστικής κυριαρχίας. Η λογική ότι δεν είναι απαραίτητη η ανατροπή της αστικής εξουσίας, για να έχουμε θετικά βήματα κι αλλαγές, δοκιμάστηκε κι απέτυχε στα χρόνια της αλλαγής στην ελλάδα, φέρνοντάς μας τελικά ακόμα πιο πίσω απ’ ό,τι ήμασταν στην αρχή του δρόμου.

Ένας άλλος σφος έθεσε το ζήτημα των οριζόντιων μετατοπίσεων στο αστικό πολιτικό σύστημα και της ευκολίας με την οποία περνάνε αυτοί οι σχεδιασμοί της αστικής τάξης, χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις. Ο σκολαρίκος αντέτεινε μερικά αντίθετα παραδείγματα από το παρελθόν, πχ τις αντιδράσεις του κόσμου που έκαιγε στα ιουλιανά το βήμα, όταν το συγκρότημα επέλεξε να στηρίξει το παλάτι. Και πρόσθεσε ότι σε μια χώρα όπου ο λαός πήρε δυο φορές τα όπλα, καμία οικογένεια που έχει δώσει κάποιο νεκρό στο αντάρτικο πχ δεν μπορεί να πειστεί πολύ εύκολα για την χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα των μικρών μεταρρυθμιστικών τομών. Ένας ένοπλος αγώνας που άφησε τη σφραγίδα του στην οργάνωση και τη λειτουργία και των νόμιμων μαζικών φορέων, πχ των σωματείων, που δεν είχε καμία σχέση με τη σημερινή εκφυλιστική κατάσταση.
Ούτε σήμερα βέβαια τα αστικά επιτελεία καταφέρνουν να προωθήσουν όλους ανεξαιρέτως τους σχεδιασμούς τους. Αν ήταν στο χέρι τους πχ, θα είχαν κρατήσει την κλασική μορφή δικομματισμού (νδ-πασόκ) χωρίς περαιτέρω ελγιμούς, όπως στις ηπα, όπου τα δύο κόμματα παραμένουν τα ίδια εδώ και διακόσια χρόνια, χωρίς να χρειαστεί ούτε μια μέρα φασισμού ή κάποια εκτροπή απ’ το αρχικό πρότυπο. Όσο πιο αδύναμο είναι όμως στην χώρα μας το ταξικό κίνημα και το γενικό πολιτικό κριτήριο, τόσο πιο χοντροκομμένοι θα είναι και οι αστικοί ελιγμοί, που θα περνάνε και θα τους καταπίνουμε αμάσητους. Ο σκολαρίκος ανέφερε σχετικά την εξιλέωση του γ. παπανδρέου (με το γνωστό του ρόλο κατά το παρελθόν), ως γέρου της δημοκρατίας, με ευθύνη και της εδα. Και παρεμπιπτόντως μια στιχομυθία μεταξύ καραμανλή και γ. παπανδρέου αν δεν κάνω λάθος, με τον πρώτο να μην έχει αντίρρηση να παραχωρήσει και δύο και πέντε υπουργεία στο κόμμα του άλλου, αλλά να σημειώνει πως είναι ανάγκη αντ’ αυτού να συγκροτηθεί ένας δεύτερος πόλος ως αντίβαρο στην επιρροή της εδα και του κκε.

Έγινε μια σύντομη αναφορά και στα δύο διαφορετικά σχέδια-λογικές ανάπτυξης της οικονομίας, που αντανακλούσαν αντίστοιχα τα συμφέροντα του εφοπλιστικού και μεταπρατικού κυρίως κεφαλαίου (που επικράτησε αρχικά, με κύριο εκπρόσωπο το βαρβαρέσο) και του βιομηχανικού κεφαλαίου, με βασικό εκπρόσωπο το ζολώτα (μετέπειτα πρωθυπουργό της οικουμενικής) που είχε πιο έντονους φιλοευρωπαϊκούς προσανατολισμούς προς την ΕΚΑΧ και την ΕΟΚ αργότερα. Και παρουσιαζόταν τάχα ως πιο φιλολαϊκό, με μοχλό ανάπτυξης τη βαριά βιομηχανία και θεωρητικές αναλύσεις που περιείχαν ακόμα κι ολόκληρα αποσπάσματα από τη σχετική μελέτη του μπάτση. Σε αυτό το πλαίσιο, αναφέρθηκε, αν δεν παρερμήνευσα κάτι, και η στάση του αγγελόπουλου της χαλυβουργικής, που δε θα ήταν αντίθετος –για τους δικούς του λόγους προφανώς- σε μια πιθανή νομιμοποίηση του κκε, προκειμένου να υπάρχει ένας μοχλός πίεσης σε αντινατοϊκή κατέυθυνση –κι είχε προσλάβει στην επιχείρηση κάποιους κομμουνιστές, σε μια περίοδο που αντιμετώπιζαν το βραχνά της ανεργίας και του πιστοποιητικού φρονημάτων.

Προς το τέλος απαντήθηκαν κάποια ερωτήματα σχετικά με την εδα. Αναλύθηκε η διαπάλη που υπήρχε στο εσωτερικό της, αλλά και στο διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, η αρνητική τροπή της μετά από τη στρατηγική στροφή του εικοστού συνεδρίου του κκσε και η επικράτηση της άποψης για συμμαχία με τμήματα της σοσιαλδημοκρατίας. Στην ελλάδα που δεν υπήρχε μεταπολεμικά ισχυρή, παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία –εν μέρει εξαιτίας και του αγώνα του δσε- το ρόλο αυτό τον έπαιξε το λεγόμενο «δημοκρατικό στρατόπεδο»· αυτό που έλεγαν παλιότερα και στα χωριά: δεν είναι αριστερός/κομμουνιστής, αλλά είναι δημοκράτης. Οι αντιφάσεις αυτής της γραμμής δε μειώνουν στο παραμικρό φυσικά τον ηρωισμό και την αυταπάρνηση πολλών αγωνιστών της εδα –που περιορίζονταν ωστόσο κάποιες φορές και από τον ίδιο το φορέα τους –πχ πολλοί αποφυλακισμένοι κομμουνιστές, που έπιαναν επαφή με την εδα, αλλά έμεναν χωρίς χρέωση για να μη στιγματίσουν το μετωπικό σχήμα ως επικίνδυνο και θέσουν σε κίνδυνο τη νομιμότητά του.

Οι όροι και τα όρια στο ζήτημα της παρανομίας είναι βέβαια κάπως σχετικοί. Οι σύμμαχοι της εδα πχ αρνούνταν να συναινέσουν στις υποψηφιότητες των παράνομων-πολιτικών κρατουμένων πλουμπίδη και μπελογιάννη, αλλά την ίδια στιγμή η ιδρυτική διακήρυξη της εδα είχε υπογραφτεί και από το παράνομο αγροτικό κόμμα. Το αστικό κράτος κυνηγούσε και ποινικοποιούσε την ουσία και όχι μόνο τους τύπους, κλείνοντας πχ τρεις ακόμα εφημερίδες που μεσολάβησαν απ’ το κλείσιμο του ριζοσπάστη ως την έκδοση της αυγής, σε πλήρη αντίθεση με την αφελή δοξασία ότι η εδα κι η αυγή μπορούσαν να αντικαταστήσουν συνολικά το κκε και το ριζοσπάστη και μάλιστα χωρίς τον κίνδυνο-απειλή της παρανομίας. Με άλλα λόγια, για ποιο λόγο να υπάρχει η παράνομη έκφραση, αφού γίνεται κι έτσι δουλειά (έλα όμως που δεν ήταν ακριβώς η ίδια); Από την άλλη, η νομοθεσία της εποχής μπορεί να υποχρέωνε τα ταξικά σωματεία και τις ομοσπονδίες να αναπροσαρμόσουν το καταστατικό τους και να μην περιλαμβάνουν ως βασική αρχή την πάλη των τάξεων, αλλά ο τύπος δεν καθόριζε την ουσία της δράσης και της πολιτικής τους.

Το προβληματικό στοιχείο της εδα λοιπόν δεν ήταν η ύπαρξή της αυτή καθαυτή ή ότι οι κομμουνιστές δρούσαν εντός ενός εκλογικού μετωπικού σχήματος και δεν κατέβαιναν με την ονομασία του κκε και το σφυροδρέπανο στις εκλογές –υπήρχε εξάλλου αντίστοιχη πείρα από τις εκλογές της δεκαετίας του 30’ και το ενιαίο μέτωπο και από μια προηγούμενη αναμέτρηση όπου είχε κατέβει ως «σφυρί δρεπάνι»(!) –αν σημείωσα καλά. Το πρόβλημα ήταν η τακτική συμμαχιών με τμήματα της αστικής τάξης και ότι πήγε να υποκαταστήσει πλήρως το κόμμα με τη διάχυση του κκε μες στο μετωπικό σχήμα.

Με αυτήν την παρατήρηση ολοκληρώνεται η –ήδη αρκετά εκτενής- ανάρτηση που αφιερώνεται από την κε του μπλοκ στη σφισσα που με αναγνώρισε (από πού όμως;) και είχε το θάρρος να μου το πει.