Πέμπτη, 23 Μαΐου 2013

Ένα αφιέρωμα στον Χαρίλαο

Μετά το γρηγόρη λαμπράκη σειρά στα αφιερώματα της κε του μπλοκ παίρνει ο χαρίλαος φλωράκης, καθώς χτες συμπληρώθηκαν οκτώ χρόνια απ’ το θάνατό του. Αντί κάποιας βαρυσήμαντης ανάλυσης, παραθέτω χωρίς περαιτέρω σχολιασμό, αποσπάσματα από βιβλία με μαρτυρίες και σχόλια του ίδιου του χαρίλαου ή άλλων που αναφέρονται στο πρόσωπό του και σε περιστατικά με πρωταγωνιστή τον ίδιο, καλύπτοντας διάφορες πτυχές. Καλή ανάγνωση.

Όταν τελείωσα το σχολαρχείο πήγα στο γυμνάσιο. Ήταν τετρατάξιο το γυμνάσιο. Τα θρησκευτικά και τα γαλλικά τα υποτιμούσαμε. Τις περισσότερες φορές δεν πηγαίναμε καν στο μάθημα, την κάναμε κοπάνα. Ήταν κι αυτοί οι καθηγητές άλλο πράμα. Δε μας ήρθε ούτε ένας καθηγητής των γαλλικών που να ήταν και σωστός. Μια μέρα ο καθηγητής των γαλλικών μου λέει.
Βιενσισί!
Βγαίνω κύριε καθηγητά, του απαντώ. Και περιμένω να δω τι άλλο θα μου πει.
Βιενσισί, μου ξαναλέει αυτός.
Βγαίνω κύριε καθηγητά, εγώ.
Και να λέω από μέσα μου: τι στην ευχή, συν όλα τα άλλα είναι και κουφός. Δεν ακούει που του απαντώ; Γιατί εμείς στα θεσσαλιώτικα λέγαμε: βγαίν΄ς ισύ, που πάει να πει βγαίνεις εσύ.
Βουτάει λοιπόν την κρανιά και με καταχερίζει. Κι εγώ από τότε ούτε που ξαναπάτησα στο μάθημά του.

(Απ’ τις ηχογραφημένες συζητήσεις του με την παναγιωταρέα, όπως τις κατέγραψε η τελευταία στο βιβλίοτης «κι σεν’ πώς σ’ λεν; Χαρίλαος φλωράκης»).

-.-.-

Η μεραρχία στρατοπέδευσε στην πάνω κερασιά, όπου συναντήθηκα με το σ. φλωράκη. Οι αντίπαλοι μας χτυπούσαν με δυο αεροπλάνα, τα οποία, επειδή δε συναντούσαν αντίσταση από τα τμήματά μας, έφταναν να πετάνε πάνω από τα κεφάλια μας, σκότωσαν δυο αντάρτες και τραυμάτισαν αρκετούς. Εκεί μου έκανε εντύπωση η παλικαριά του γιώτη. Χωρίς καθυστέρηση και χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, όπως μερικοί συνεργάτες του, αρπάζει ένα μυδράλιο, στέκεται στη μέση ενός ξέφωτου και αρχίζει να βάλλει ενάντια στα αεροπλάνα. Αυτά σαν είδαν τον κίνδυνο να καταρριφθούν –στο μεταξύ πήραν θάρρος και οι μαχητές κι άρχισαν κι αυτοί να βάλλουν- έκαναν μεταβολή και λάκισαν. Αυτό πάει να πει ηγέτης του στρατού: πρώτος στη μάχη, πρώτος στην παλικαριά.
(Από το οδοιπορικό μιας ζωής του γιώργη τρικαλινού με τίτλο, ανασκαλεύοντας τη χόβολη της μνήμης).

{Ίσως κάποιοι θυμηθούν το γνωστό κατοπινό σύνθημα πρώτοι στα μαθήματα, πρώτοι στον αγώνα, αλλά το πιο σημαντικό σχετικά με την παραπάνω ιστορία είναι μια άλλη μαρτυρία του χαρίλαου –δυστυχώς δε μπόρεσα να τη βρω- όπου έλεγε ότι δε θαύμαζε όσους είχαν άγνοια του κινδύνου πάνω στο βουνό· θεωρούσε παλικάρια μόνο αυτούς που γνώριζαν πολύ καλά τον κίνδυνο και παρόλα αυτά συνέχιζαν τον αγώνα τους, παραμερίζοντας το φόβο τους.}

-.-.-

Περνάμε σε άλλα σκηνικά από τη μεταπολίτευση

Λάτρης του ωραίου φύλου, ο χαρίλαος προτιμούσε να συνοδεύεται στις εμφανίσεις του από μια ωραία παρουσία. Μια μέρα η κατερίνα ήρθε σκασμένη στα γέλια. Κάνοντας γραμματειακή υποστήριξη στον φλωράκη, παρευρέθηκε σε μια συνάντησή του με μεικτή επιτροπή γυναικών του κόμματος και της κνε. Έτυχε εκείνη τη μέρα –γιατί το κκε είχε στις γραμμές του κι ωραίες γυναίκες- το μπουκέτο να μην περιλαμβάνει τα καλύτερα λουλούδια. Άσχημα ντυμένες, ατημέλητες, άβαφες, εκνεύρισαν με την εμφάνισή τους τον χαρίλαο, που άρχισε να φορτώνει. «Σχεδόν δεν πρόσεχε τι του έλεγαν», μου είπε η κατερίνα. Αφού τις ξαπόστειλε, ήρθε από πάνω μου, λες κι έφταιγα εγώ, και μου έμπηξε τις φωνές: «να πας να τους πεις να βγάλουν τα τσουβάλια και να φορέσουν κανένα φουστανάκι. Τόσα ταγάρια έχω να δω από την κατοχή. Θα νομίζει ο κόσμος πως μόλις κατεβήκαμε από το βουνό».

Απ’ το βιβλίο του νίκου μπίστη –που τότε ήταν ακόμα στο κόμμα- με τον εύγλωττο τίτλο «προχωρώντας κι αναθεωρώντας». Να τι διηγείται για ένα άλλο περιστατικό –χωρίς προφανώς να υιοθετούνται οι αξιολογικές του κρίσεις.

Το 1976, κατά τη διάρκεια της πορείας του πολυτεχνείου, το εκκε αποπειράθηκε να εισβάλει στην αμερικάνικη πρεσβεία. Η αστυνομία χτύπησε όλη την πορεία με τα δακρυγόνα και η αθήνα πήρε φωτιά. Η ενέργεια του εκκε ήταν βλακώδης στα όρια της προβοκάτσιας,  καμιά κυβέρνηση –ούτε καν του κουκουέ- δε θα επέτρεπε να καταληφθεί η πρεσβεία. Από την άλλη η απαντητική βία ήταν επίτηδες δυσανάλογη: βρήκαν ευκαιρία να χτυπήσουν την πορεία και να τρομοκρατήσουν τον κόσμο για το μέλλον.

Το μπλοκ του κκε ανασυντάχθηκε στην πλατεία συντάγματος. Ο πολύς κόσμος ήταν εκείνη τη στιγμή εξαγριωμένος με τη στάση της αστυνομίας, σιγά-σιγά μαθαίναμε για το ρεσάλτο του εκκε. Τότε εμφανίστηκε μπροστά μας ο χαρίλαος, τον συνόδευαν η γραμματέας της κομματικής οργάνωσης αθήνας του κκε λούλα λογαρά κι ο νίκος καλούδης, μέλη κι οι δύο του πολιτικού γραφείου. Τέτοια εμφάνιση δεν είχε προηγούμενο. Κάποιοι ενθουσιάστηκαν νομίζοντας ότι η ηγεσία του κόμματος θα ηγούνταν της διαδήλωσης. Τους προσγείωσε απότομα. Η πορεία τελείωσε, όλοι σπίτια σας, είπε με ύφος που δε σήκωνε δεύτερη κουβέντα. Αναταραχή και κάποιες διαμαρτυρίες. Γιατί όλο μας κρατάτε; ρώτησε ένας ασυγκράτητος. Γιατί δε θα αφήσουμε να καεί η αθήνα, επειδή έτσι θέλουν κάτι παλικάρια της φακής, τσατίστηκε ο χαρίλαος.

Ας δούμε παρεμπιπτόντως, από την ίδια πηγή, τι άποψη είχε ο χαρίλαος και για το συγγραφέα.
Μια μέρα ο τζουμάκας, από ενδιαφέρον για το φίλο του, φύτρωσε εκεί που δεν τον έσπειραν, και έτσι έμαθα τι σκεφτόταν για μένα ο χαρίλαος. Ρώτησε τον καπετάνιο: τι συμβαίνει με τον φίλο μου το νίκο; -Καλός είναι, κομμουνιστής δεν είναι, ήρθε η απάντηση από τον χαρίλαο.

-.-.-

Το 1981 ο ανδρέας κερδίζει τις εκλογές. Την κυριακή το βράδυ χτυπάει το τηλέφωνό μου. Είναι η γραμματέας του, η κοκκόλα, και μου λέει:
Πρόεδρε, να σας δώσω τον πρόεδρο.
Εγώ στην αρχή πάω να τον συγχαρώ. Κι εκείνος μου λέει:
Άσ’ τα τώρα αυτά χαρίλαε. Αύριο σου τηλεφωνώ να μιλήσουμε για την κυβέρνηση. Ακόμα τον περιμένω.
(Απ’ το βιβλίο της Παναγιωταρέα, κι σεν’ πως σ’ λεν; Χαρίλαο φλωράκη).

-.-.-

Τέλη απριλίου του 82’, που ο φλωράκης βρισκόταν για ομιλία στη θεσσαλονίκη, «βαλτός» -κατά πως φαίνεται- δημοσιογράφος ρώτησε τον γγ του κκε με μία ερώτηση συναξάρι, το πνεύμα της οποία θα μπορούσε να αποδοθεί κάπως έτσι:
-Κύριε φλωράκη, κάθε μέρα κάτι σημαντικό γίνεται στην χώρα μας, κάθε μέρα κάποια νέα σοβαρή απόφαση παίρνεται από την κυβέρνηση, όλο και κάποιο νέο φιλολαϊκό, δημοκρατικό μέτρο εξαγγέλλεται, σ’ όλους τους τομείς της εθνικής, οικονομικής, κοινωνικής και δημόσιας ζωής. Κι όμως από την πλευρά σας ακούγονται γκρίνιες. Γιατί; Εσείς δε βλέπετε την αλλαγή;
-Αλλαγές φυσικά βλέπω. Αλλαγή δε βλέπω! Αν μάλιστα θέλετε να σας το κάνω λιανά αυτό που λέω ευχαρίστως…

Από τη βιογραφία του φλωράκη που συνέγραψε ο θεοχαράτος, β’ τόμος: ο λαϊκός ηγέτης. Από τον ίδιο τόμο αντλούμε και τα παρακάτω αποσπάσματα από την ομιλία του φλωράκη κατά τη διάρκεια των προγραμματικών δηλώσεων της κυβέρνησης τζανετάκη.

Για να σας κάνω το χατίρι θα παγώσουν κι ορισμένα πράγματα. Και θα σας πω ποια θα παγώσουν, για την ακυβερνησία που λέτε. Θα παγώσει επί παραδείγματι το θέμα των βάσεων. Και δεν ξέρω, εσείς βιάζεστε να τις διώξετε τις βάσεις; Εάν βιάζονται οι φίλοι του πασοκ να τις διώξουν, αν βιάζονται να υπογραφεί συμφωνία, πάλι να πάρουν θέση. Η κυβέρνηση του κ. τζαννετάκη είπε αυτό το θέμα το παγώνω.Εσείς τι θέση παίρνετε; Σεις που υπογράψατε μια συμφωνία ότι σε πέντε χρόνια φεύγουν οι βάσεις; Έφυγαν;

Όσον αφορά την ουσία των προγραμματικών δηλώσεων που ακούσαμε, σε γενικές γραμμές είμαστε σύμφωνοι. Χωρίς να ξεχνάμε τις μεγάλες αγεφύρωτες ιδεολογικές και πολιτικές διαφορές, χωρίς να ξεχνάμε όμως και την προϋπόθεση της γενικής αποδοχής. Πιστεύουμε πως τα μέτρα που εξήγγειλε ο πρωθυπουργός, εφόσον αρχίσουν να εφαρμόζονται με συνέπεια θα βοηθήσουν τον τόπο να ανοίξει μια νέα πολιτική σελίδα για την χώρα.
Κεδίκογλου: Χωρίς απλή αναλογική;
Καταθέστε την! Γιατί δεν την καταθέτετε; Οκτώ χρόνια μας κοροϊδεύατε με την απλή αναλογική. Και τολμάτε τώρα να μιλάτε για απλή αναλογική; Είστε οχτώ χρόνια κυβέρνηση, ναι ή όχι; Γιατί δεν την καταθέτατε; Γιατί μας βαπτίζατε όλα τα καλπονοθευτικά εκλογικά συστήματα σαν απλή αναλογική; Και δώστου απλή αναλογική; Ε όχι έτσι!

-.-.-

Ακολουθούν μερικές σημειώσεις του χαρίλαου, γραμμένες κατά μες στη μαυρίλα της δεκαετίας του 90’, όπως μας τις μεταφέρει ο θεοχαράτος.

Θυμάμαι και το διαμαντή και την αγάθη και το μπελογιάννη και αμέτρητους ακόμη αγωνιστές –όλους στο χώμα. Αν μπορούσαν να βρουν πνοή και να μας ρωτήσουν: σύντροφοι δώσαμε τη ζωή μας για το σοσιαλισμό, για να παραδοθεί στους προδότες; Τι θα τους απαντούσαμε, ώστε να ησυχάσουν στους τάφους τους; Ότι η κήρυξη του κόμματος των μπολσεβίκων εκτός νόμου αποτελεί ανασυγκρότησή του; ότι η διάλυση του σοβιετικού κράτους έγινε για τη βελτίωση του υπαρκτού σοσιαλισμού; Ότι η ανεργία, η πείνα, η εξαθλίωση κι η εγκληματικότητα αποτελούν αναγκαίο στάδιο για το ξαναχτίσιμο του σοσιαλισμού; Ότι οι μαφίες είναι η αναγκαία μετεξέλιξη του σοσιαλιστικού συστήματος; Ότι η νέα τάξη είναι η πεμπτουσία του σοσιαλισμού; Τι θα τους απαντούσαμε;

Πρώτο κιόλας θύμα της νέας τάξης είναι η μισθωτή εργασία. Δηλ όλο το δίκτυο των κατακτήσεων της εργατικής τάξης κατά τον εικοστό αιώνα. Ήδη άρχισαν να λιμάρουν τους αρμούς της μισθωτής εργασίας. Δεν τη θέλουν συνεχή, δεν τη θέλουν οριοθετημένη από το 8ωρο, δεν τη θέλουν μόνιμη, δεν τη θέλουν σε πλαίσια συλλογικών συμβάσεων και βλέπω να κάνουν την εμφάνισή τους περίεργες ορολογίες: οι πολιτικοί εκπρόσωποι της νέας τάξης κάνουν λόγο για μερική απασχόληση, για ελαστικό ωράριο, για περιφερειακές και τοπικές συμβάσεις εργασίας, για προσωπικά συμβόλαια δουλειάς, κλπ. Ένας μάλιστα όταν αναφέρεται στα εργασιακά προτιμά να αποκαλεί τους μισθωτούς και τους εργάτες με τον χυδαίο όρο απασχολήσιμοι –κατά το αναλώσιμοι! Δεν είμαι χαιρέκακος, αλλά ρωτώ τους μισθωτούς που ποτέ δε στήριξαν το κόμμα της εργατιάς, δηλ το κόμμα τους. Αν υπήρχε η σοβιετική ένωση θα τα τολμούσαν όλα αυτά οι βιομήχανοι κι οι κυβερνήσεις τους;

Ένα κόμμα διαλύεται σύντροφοι όταν εκλείπουν οι πολιτικοί και κοινωνικοί λόγοι που επέβαλαν την ίδρυσή του. Πέστε μου παστρικά μωρέ: εξέλιπαν οι λόγοι που γέννησαν το κκε; Για κοιτάξτε γύρω σας: καταργήθηκε η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο; Αμείβεται κανείς σύμφωνα με τη δουλειά του; Υπάρχει πουθενά στο κοινωνικό περιβάλλον σας ελευθερία, δημοκρατία, κοινωνική δικαιοσύνη και ανθρωπιά; Λύθηκαν τα προβλήματα των λαών; Ηττήθηκε και διαλύθηκε ο ιμπεριαλισμός; Εδραιώθηκε η παγκόσμια ειρήνη; Και το μόνο που απομένει πια είναι διαλυθούν και τα κομμουνιστικά κόμματα;

Σύντροφοι, αν υπάρχει κάποιος ανάμεσά σας που να βιάζεται περισσότερο από όλους τους άλλους να δει το σοσιαλισμό στον τόπο μας, σίγουρα αυτός είμαι εγώ. Πάλεψα 75 χρόνια για το σοσιαλισμό και τώρα που φεύγω, φυσικό κι ανθρώπινο είναι να λαχταρώ να τον δω, προτού κλείσω τα μάτια –ενώ όλοι εσείς είστε κατά πολύ νεότεροι και έχετε βάσιμες ελπίδες να τον δείτε. Παρά ταύτα, ούτε τρομαγμένος είμαι, ούτε απελπισμένος. Θα φύγω με τη βεβαιότητα ότι ο σοσιαλισμός –όσες αναποδιές και όσα πισωγυρίσματα και να υπάρξουν- τελικά θα φτάσει. Έτσι προχωρούν οι λαοί, έτσι βαδίζει η ιστορία. Καμία αυτοκρατορία, καμία αντίδραση και καμία αντεπανάσταση δεν υπήρξε αιώνια. Γιατί οι μπροστάρηδες των λαών και των εποχών –όπως είμαστε και οι κομμουνιστές- ποτέ δε σταύρωσαν τα χέρια, όσο βαριά κι αν ήταν η ήττα. Πάντα έβρισκαν τρόπους να ξαναβάζουν μπροστά τις τροχαλίες της ιστορίας. Άλλωστε σύντροφοι τίποτα δεν πάει χαμένο. Και μη σας πιάνει πανικός ότι όλα χάθηκαν με τη διάλυση της σοβιετικής ένωσης. Όσα και να ξηλώσει η αντεπανάσταση, κάτι θα μείνει. Κι αυτό που θα μείνει είναι το προζύμι, η μαγιά, για ένα νέο –για πολλά νέα και δυναμικότερα ξεκινήματα.

-.-.-

Κι ένα δικό του κλείσιμο –που μπορεί να το βρει κανείς από διάφορες πηγές, στη μία ή την άλλη εκδοχή.

Πριν μπω όμως σ’ αυτά νομίζω ότι είναι ευκαιρία να πω ορισμένες επιθυμίες μου. Άνθρωποι είμαστε. Κι έχω πλήρη συνείδηση των όσων λέω. Οικονομικά, ό,τι είχα τα διέθεσα στο κόμμα. Είμαι ευχαριστημένος γιατί και οι αδελφές μου ήταν σύμφωνες σε αυτό κι είναι ευχαριστημένες που έτσι έγιναν τα πράγματα. Τα αντικείμενα που υπάρχουν στο σπίτι θα μείνουν στο κόμμα. Στο κομμουνιστικό κόμμα, βέβαια. Γιατί αν το φέρει ο διάβολος –δε θέλω να το πιστέψω- και έχει την τύχη άλλων κομμάτων, είτε να αλλάξει όνομα είτε πρόγραμμα, το λέω κατηγορηματικά: ζητώ την ανάκληση και την ακύρωση των συμβολαίων δωρεάς και να πάνε όλα στο σπίτι του αγωνιστή. Θέλω να είμαι κατηγορηματικός σ’ αυτό και το λέω τώρα σα μαρτυρία, γιατί εγώ αυτά τα άφησα στο κκε και σε κανένα άλλο ερζάτς. Επαναλαμβάνω: αν πρόκειται να έχουμε αλλαγές, δεν το πιστεύω –πολλά δεν πιστεύει κανείς αλλά πολλά γίνονται… Ποιος πίστευε ότι θα μπει στην παρανομία το κκσε ή ότι θα αυτοδιαλυθεί;

Τρίτη, 21 Μαΐου 2013

Σχεδόν πενήντα χρόνια

Σχεδόν πενήντα χρόνια (βάσανα και διωγμοί) από τη δολοφονία του γρηγόρη λαμπράκη στη θεσσαλονίκη, η επέτειος αυτή προσφέρεται –κι επιβάλλεται να γίνει αφορμή- για κάποιες συγκρίσεις και συμπεράσματα. Τα οποία ωστόσο ενδέχεται να είναι εξόχως καταθλιπτικά. Πρόσφατα πχ είχαν συμπληρωθεί πενήντα χρόνια από τη μέρα που οι κάτοικοι μιας σοβιετικής πόλης είχαν γράψει μια επιστολή και τη σφράγισαν σε ένα φάκελο –μπορεί και σε ένα άδειο κιβώτιο, δεν παίρνω όρκο- για να ανοιχτεί μισό αιώνα αργότερα και να στείλουν έτσι ένα μήνυμα στο μέλλον. Πού να φαντάζονταν οι άνθρωποι τι θα είχε μεσολαβήσει μες σε αυτή την πεντηκονταετία. Ότι δηλ ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε, και πως το διακηρυγμένο τέλος της ιστορίας θα έφερνε ένα τεράστιο πισωγύρισμα στην κοινωνική εξέλιξη.

Αυτοί πίστευαν πως θα έγνεφαν από τα βάθη της ιστορίας στην κοινωνία του μέλλοντος και το σοσιαλισμό του εικοστού πρώτου αιώνα –απλή συνωνυμία με αυτόν του τσάβες και του ανδρουλάκη. Σκέψου να υπήρχε ανάμεσά τους κάποιος πιστός επιζών και να έκανε τις μελαγχολικές συγκρίσεις μεταξύ του ονείρου και της πραγματικότητας. Πώς να μην αυξήσει μετά τα ποσοστά αλκοολισμού –που ούτως ή άλλως έχουν ξεφύγει μετά τις ανατροπές- για να ξεχάσει· όχι το ένδοξο παρελθόν, αλλά το δυσοίωνο παρόν στο οποίο ζει σήμερα. Κλείνει εδώ η παρένθεση και επιστρέφουμε στη δική μας μελαγχολία.

Πενήντα χρόνια μετά λοιπόν μπορεί πλέον να μην κυκλοφορούν τόσα τρίκυκλα και να μη δολοφονούνται στους δρόμους αριστεροί βουλευτές –όχι ακόμα τουλάχιστον- αλλά πιο εύκολα θα έβρισκες στην πόλη μας επίδοξους παρακρατικούς γκοτζαμάνηδες, παρά μιμητές του τίγρη που τον κυνήγησε και τον.. συνέλαβε, σε μια ιδιότυπη αντιποίηση αρχής –γιατί αν περιμέναμε την ποίηση της επίσημης αρχής, ζήτω που καήκαμε, και είναι ζήτημα αν θα γνωρίζαμε σήμερα τον αυτουργό της δολοφονίας του λαμπράκη. Άλλωστε τα παληκάρια της φακής ευδοκιμούν ως είδος μόνο όταν έχουν εξασφαλισμένη ατιμωρησία.

Κι εδώ μπαίνει το κλασικό ερώτημα, πώς έγινε τέτοια δεξιούπολη η θεσσαλονίκη της φεντερασιόν και του μάη του 36’; Μια εικόνα που ενισχύεται ίσως από κάποια πρωτευουσιάνικα στερεότυπα και τις φαιδρές μορφές μερικών τοπικών αρχόντων, σαν το ζορό ψωμιάδη και τον χαζοχαρούμενο παπαγεωργόπουλο, που δεν του το ‘χες, λόγω βλακείας, ότι μπορούσε να στήσει τέτοια κομπίνα. Μπορεί εδώ βέβαια να μην έχουμε τέτοιας έκτασης οργανωμένη δράση χρυσαυγιτών, αλλά αυτό συμβαίνει αφενός γιατί δεν έχουμε συγκριτικά πολλούς μετανάστες –ακόμα- και αφετέρου γιατί η εντόπια ακροδεξιά απορροφάται παραδοσιακά από την επίσημη δεξιά και δεν της μένει ζωτικός χώρος για αυτόνομη δράση.

Πενήντα χρόνια μετά λοιπόν κάποιοι θεωρούν το φιλειρηνικό κίνημα αναχρονισμό κι οι μαραθώνιες πορείες ειρήνης έχουν φυλλορροήσει –αν και η προχτεσινή ήταν από τις πιο μαζικές των τελευταίων χρόνων-, σε βαθμό που να ζηλεύουμε ακόμα και τις σκηνές από την κόρη μου τη σοσιαλίστρια. Κι όσο κι αν ρίχνουν αντι-ιμπεριαλιστικές κορόνες περί μερκελισμού και κατοχής αυτοί που ενθουσιάζονται με «αλάνθαστο αντι-ιμπεριαλιστικό κριτήριο» με τις διάφορες πολύχρωμες (αντ)επαναστάσεις… όσο κι αν μοιάζουν γολγοθάς τα σαράντα χιλιόμετρα της κλασικής διαδρομής μες στον καύσωνα για τη δική μας γενιά –που δεν είναι βολεμένη, αλλά ξέμαθε από τέτοια-.. οι μόνοι που εξακολουθούν να βαδίζουν σήμερα στο δρόμο του λαμπράκη, είναι οι γνωστοί –και πάντα εξαιρετέοι- λακεδαιμόνιοι.

Θεωρητικά βέβαια όλοι είναι φλογεροί υπέρμαχοι της ειρήνης. Στον πόλεμο του ιράκ η πασπ είχε βγάλει κεντρική αφίσα και πράσινα μπλουζάκια με το σήμα της και σύνθημα me gusta la paz –και δεν εννοούσαν την πρωτεύουσα της βολιβίας. Την ίδια στιγμή που στις συνελεύσεις υποστήριζε ότι η ελλάδα πρέπει να σεβαστεί και να τηρήσει τις διεθνείς συμφωνίες της, δηλαδή τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την ένταξή της στο νατο. Ε τι θέλαμε δηλ, να βγάλουν μπλουζάκια me gusta NATO, για να μας το πούνε ξεκάθαρα;

Που για να είμαστε ακριβείς δηλ θα έπρεπε να λένε «me gusta OTAN», γιατί έτσι σχηματίζεται στα ισπανικά το αρκτικόλεξο (οργκανιθαθιόν τρατάδο, κτλ, κτλ…). Το οποίο μου θυμίζει συνειρμικά και παρενθετικά το θρυλικό καρδιτσιώτη ντι τζέι, ο οποίος στον απόηχο των κινητοποιήσεων στο λιμάνι το 99’, στον πόλεμο της γιουγκοσλαβίας, τηρώντας αυστηρά τους κανόνες της επαναστατικής συνωμοτικότητας, έκανε τις ειδοποιήσεις για αντίστοιχες κινητοποιήσεις με έναν άσπαστο κώδικα: τονίζοντας δηλ το ΟΤΑΝ, «ΟΤΑΝ λέμε» –που είναι το νατο αντεστραμμένο- για να καταλάβει το συνθηματικό ο σύντροφος και να αφήσει στο πηχτό σκοτάδι  της άγνοιας τον λίτη που πιθανόν μας παρακολουθούσε.
Μεγάλες στιγμές του κινήματος.

Πενήντα χρόνια μετά τη μετεμφυλιακή τρομοκρατία των «νικητών» που εμπόδιζε τους κομμουνιστές να δηλώνουν κάτι άλλο πέρα από αριστεροί και τους κυνηγούσε να τους εξοντώσει, ακόμα και για αυτή τους την ιδιότητα, κάποιοι γίνονται αριστεροί επειδή είναι μόδα· αριστεροί γενικά και αόριστα, κι ουδέν άλλο πέραν αυτού, εσωτερικεύοντας αναδρομικά τους περιορισμούς του μετεμφυλιακού κράτους. Φαντασιώνονται ότι αποτελούν τη νέα εδα και ότι θα ταράξουν το σύστημα στη νομιμότητα. Κι αυτή είναι η ειδοποιός διαφορά τους με τον εδαΐτη λαμπράκη, που μες στις όποιες αντιφάσεις του ήταν συνεπής αριστερός –χωρίς να είναι κομμουνιστής- σε μια εποχή που η στάση αυτή μπορούσε να του στοιχίσει την ίδια του τη ζωή –όπως αποδείχτηκε.

Κάποιοι μπορεί να πουν πως το σημερινό κκε δε θα συμμαχούσε ποτέ με το λαμπράκη, γιατί θα τον θεωρούσε ρεφορμιστή. Στην πραγματικότητα όμως πρέπει μάλλον να αντιστρέψουμε το ερώτημα και να αναλογιστούμε αν οι σημερινοί ρεφορμιστές έχουν –όχι το αγωνιστικό φρόνημα αλλά έστω- τη συνέπεια και την τιμιότητα του λαμπράκη, ώστε να τους περιλάβουμε τουλάχιστον στην τιμητική κατηγορία των τίμιων οπορτουνιστών. Κι αν έχουν τη στοιχειώδη τιμή να παραδεχτούν πως η δική τους αντίληψη για την πολυφορεμένη ενότητα –που έχει δεινοπαθήσει στα χείλη τους ως έννοια- είναι κατ’ ουσίαν ένα όχημα για να διαλύσουν το κκε και να ξεμπερδεύουν οριστικά μαζί του –όπως επιχείρησαν να το κάνουν δυο φορές μέχρι τώρα, επί εδα και συνασπισμού.

Στην πραγματικότητα οι σημερινοί εκπρόσωποι του ρεφορμισμού είναι πωρωμένοι αντικομμουνιστές για έναν πολύ απλό λόγο. Όσοι συσπειρώνονταν παλιά στην εεδυε καταλάβαιναν το στοιχειώδες, ότι η πάλη για την ειρήνη περνάει μέσα από την πάλη ενάντια στον ιμπεριαλισμό, που γεννά τον πόλεμο, όπως το σύννεφο τη βροχή. Σήμερα ο οπορτουνισμός υποτιμά αυτό το μέτωπο, γιατί τώρα έχουμε δημοκρατία κι έχει εκλείψει η «ψυχροπολεμική σύγκρουση» με το σοσιαλιστικό μπλοκ –το οποίο όμως ήταν ακριβώς ο εγγυητής της ειρήνης και το αντίβαρο στην ιμπεριαλιστική επιθετικότητα. Έτσι τάσσεται αντικειμενικά με τη νέα τάξη πραγμάτων και την υποστηρίζει –κρυφά ή ανοιχτά- στις διάφορες ειρηνιστικές αποστολές της με ανθρωπιστικό μανδύα.

Πενήντα χρόνια μετά την ιστορία που αφηγείται το Ζ του γαβρά και του βασιλικού, τα ζητούμενα για το φιλειρηνικό κίνημα παραμένουν πολλά και κομβικής σημασίας. Και δυστυχώς βρισκόμαστε σε χειρότερες θέσεις από τότε, έχοντας ως ζητούμενο τα στοιχειώδη. Αυτά που υπερασπίστηκε ο δρόμος του λαμπράκη. Κι όχι η «ρεαλιστική» λεωφόρος της υποταγής στην εκάστοτε νομιμότητα –που δυστυχώς φαίνεται να επέλεξε και ένας από τους γιους του, που πολιτεύτηκε με τη νδ. Ο άλλος ευτυχώς παραμένει πιστός στους λακεδαιμόνιους.

Κυριακή, 19 Μαΐου 2013

Μα κάτι άλλαξε από χτες

Το προτσές της ταξικής πάλης στην primera división

Σε ένα παλιότερο κείμενο είχα γράψει πως αν κάποιος έπρεπε να περιγράψει με αθλητικούς όρους τι είναι η ταξική πάλη, θα μπορούσε να τους δείξει ένα παιχνίδι μπαρτσελόνα-ρεάλ μαδρίτης. Την κλασική ποδοσφαιρική –κι όχι μόνο- σύγκρουση δύο κόσμων, με αντίθετες ιστορικές καταβολές και εκ διαμέτρου διαφορετική φιλοσοφία στο παιχνίδι τους. Οι λευκοφρουροί merengues απέναντι στο λαϊκό κυαν-έρυθρο στρατό –τον άοπλο στρατό της καταλονίας, όπως την είχε χαρακτηρίσει σε ένα ποίημά του ο μονταλμπάν.

Ανάμεσα στις δύο τάξεις όμως και παρά την αναπόφευκτη κι εντεινόμενη πόλωση σε περίοδο κρίσης κι όξυνσης των αντιφάσεων στην ισπανική λίγκα, υπάρχουν τα ενδιάμεσα στρώματα, όπως η ατλέτικο μαδρίτης κι η αθλέτικ μπιλμπάο –καθ’ όλα συμπαθείς αμφότερες- που προβάλλουν ως εναλλακτικός τρίτος δρόμος. Πέρσι οι δυο τους είχαν βρεθεί αντιμέτωπες στον τελικό του γιουρόπα λιγκ (που όλοι το ξέρουμε ως ουέφα), σε ένα ζευγάρι που θα ‘ταν μάλλον λάθος να το αποκαλέσουμε ισπανικό εμφύλιο –δεδομένου ότι οι βάσκοι δεν αυτοπροσδιορίζονται ως ισπανοί- και το οποίο αποτέλεσε εφιάλτη των περισσότερων ελλήνων εκφωνητών, που μπέρδευαν θανάσιμα (με την έννοια ότι τα σκότωναν) την αθλέτικ με την ατλέτικο και συνήθως κατέληγαν στο συμβιβαστικό (ή κεντριστικό όπως λέμε στη δική μας διάλεκτο) «αθλέτικο», που τους φαινόταν πιο ωραίο, αλλά δεν αντιστοιχούσε σε καμία από τις δύο ομάδες, μην εννοώντας να ξεχωρίσουν δυο λογιών άχυρα. Και να καταλάβουν ότι οι βάσκοι χρησιμοποιούν τον αγγλικό όρο, που τον δανείστηκαν μαζί με τα χρώματα της σάντερλαντ αν δεν κάνω λάθος, από τις συνεχείς επαφές τους με τους βρετανούς ναύτες στα λιμάνια του βισκαϊκού, ως αντίδραση ενάντια στο ισπανικό κράτος, που έχει επίσημη γλώσσα του τα καστιγιάνικα και πρωτεύουσα τη μαδρίτη.

Οι βάσκοι της αθλέτικο λοιπόν αποτελούν ένα πολύ ιδιότυπο μίγμα διεθνισμού και ακραίου (στα όρια του ξεροκέφαλου) εθνικισμού, καθώς διατηρούν αγγλική ονομασία και ιδρυτικές ρίζες, μαζί με μια αμιγώς βασκική σύνθεση, εφόσον απαγορεύεται η ένταξη ποδοσφαιριστών, που δεν έλκουν την καταγωγή τους από την χώρα των βάσκων –δηλ ισπανοί αλλά κι αλλοδαποί εν γένει. Ακόμα και ο γάλλος διεθνής λιζαραζού –η λιζαράζου, όπως επέμενε να τονίζει το όνομά του σε ένα μουντιάλ ο μαυρομάτης- που φόρεσε προ 15ετίας περίπου τα χρώματά της, ήταν βάσκος από τη γαλλική πλευρά των πυρηναίων κάτι που καθιστούσε τη μεταγραφή του καθ’ όλα νόμιμη κατά το εθιμικό δίκαιο της ομάδας.

Εάν θέλαμε να βρούμε κάποιο παράδειγμα αντίστοιχης σχιζοφρένειας, θα μπορούσαμε να σταθούμε στην περίπτωση της εσπανιόλ από τη βαρκελώνη. Που επέλεξε αυτό το όνομα σε διάκριση από την μπαρτσελόνα, που είναι το καμάρι και σύμβολο της καταλονίας και του αγώνα της για ανεξαρτησία (σε ένα κλάσικο με τη ρεάλ οι οπαδοί της μπάρτσα είχαν σηκώσει ένα πανό που έγραφε catalunya is not spain, για να τους απαντήσουν στην επόμενη αγωνιστική οι μαδριλένοι οπαδοί της χετάφε νομίζω, όπου έπαιζε η μπάρτσα, με το πανό: welcome to spain.

Τηρουμένων λοιπόν των πολιτικών αναλογιών η μπιλμπάο τμοιάζει με αριστερίστικη μαοϊκή γκρούπα, με ξύλινο, σχεδόν αρχαϊκό λόγο –καθώς η βασκική γλώσσα έχει παραμείνει αναλλοίωτη εδώ και μερικές χιλιάδες χρόνια- που άκμασε μέχρι τα πρώτα χρόνια της (μεταφρανκικής) μεταπολίτευσης κι έκτοτε έχει μόνο αναλαμπές και κάποιες καλές πορείες –σαν τους οικοδόμους- σε πρωτάθλημα και ευρώπη. Κι αν αλλάξουμε κλίμακα στον παραλληλισμό μας, θα μπορούσε να είναι η ηρωική πλην απομονωμένη αλβανία του χότζα, που πλήρωνε το τίμημα της περηφάνιας της, κρατώντας πολύ χαμηλά το ταβάνι των δυνατοτήτων της.

Στην ίδια κλίμακα η μπαρτσελόνα θα ήταν μάλλον η σοβιετική ένωση, που έδωσε τα περισσότερα θύματα στην πάλη κατά του φασισμού-φρανκισμού, αλλά κατάφερε να εξελιχτεί σε υπερδύναμη και να ξεπεράσει σε πολλούς τομείς τους ιμπεριαλιστές –έχει κατακτήσει για παράδειγμα περισσότερες φορές το κύπελλο του βασιλιά, όπως εξακολουθεί αναχρονιστικά να λέγεται ο θεσμός του κυπέλλου στην ισπανία. Με το βασιλιά να παρίσταται στον τελικό για να παραδώσει το τρόπαιο στο νικητή, αλλά να λούζεται στωικά τις αποδοκιμασίες κατά την ανάκρουση του ισπανικού εθνικού ύμνου, τις δύο φορές που συναντήθηκαν η μπάρτσα κι η αθλέτικ μπιλμπάο.

Η σοβιετική μπάρτσα με τις προσπάθειές της είναι αναμφίβολα ο ηγέτης του διεθνούς προοδευτικού μπλοκ που θερμαίνει τις ψυχές των απανταχού προλετάριων με το θέαμα που προσφέρει ανιδιοτελώς –όπως τα δάνεια η εσσδ. Παρόλα αυτά πολλοί εραστές της ταξικής καθαρότητας –με γνήσια μικροαστική ανυπομονησία- κατακρίνουν την ομάδα και το στιλ παιχνιδιού της, θεωρώντας το τίκι-τάκα βαρετό και μονότονο, σαν τους σοβιετικούς. Αξιοποιούν υπαρκτές αδυναμίες του υπαρκτού και της ομάδας, για να μηδενίσουν την προσφορά τους, και μιλάνε γενικά κι αδιάκριτα για υπερδυνάμεις, φλερτάροντας με την αντιδραστική μαοϊκή θεωρία των τριών κόσμων.

Υπάρχουν πολλές δευτερεύουσες ομοιότητες που τεκμηριώνουν τον παραπάνω παραλληλισμό: από τις εκκαθαρίσεις κατά των ολλανδών του φαν χάαλ και της παλιάς φρουράς του ράικαρντ (ντέκο, ετό, ροναλντίνιο) για να βρει χώρο να ανοίξει τα φτερά του ο μέσι και να γίνει ο παίκτης που γνωρίζουμε σήμερα· μέχρι τη στροφή προς την έννοια του κέρδους και τα αγοραία κριτήρια, με τη διαφήμιση που λερώνει εδώ και μερικά χρόνια τη φανέλα και τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις κοσύγκιν. Αλλά το βασικό συνδετικό στοιχείο είναι η κοινή τους φιλοσοφία που αφήνει σε δεύτερη μοίρα το (αθλητικό ή οικονομικό) τελικό αποτέλεσμα, αναδεικνύοντας την χαρά του παιχνιδιού και την εργασία ως αυτοσκοπό –που γίνεται κι αυτή με τη σειρά της παιχνίδι κι ευχαρίστηση.

Σε συνθήκες ιμπεριαλιστικής περικύκλωσης βέβαια, θα χρειαστούμε πολλές φορές στην κούρσα του ανταγωνισμού να βάλουμε νερό στο κρασί μας, για να αντιμετωπίσουμε τον αντίπαλο με τα δικά του μέσα. Όποιος μετράει όμως την προσφορά των σοβιετικών μόνο εκ του αποτελέσματος, με βάση τους τίτλους, έχει χάσει εξ αρχής το παιχνίδι γιατί υιοθετεί καθαρά αστικά κριτήρια. Κι όποιος θέλει να υιοθετήσει η μπάρτσα το παιχνίδι και τις αξίες των αντιπάλων, για να έχει εναλλακτικό σχέδιο β’ στην καταπολέμησή τους, της ζητάει επί της ουσίας να απαρνηθεί την αγωνιστική της ταυτότητα και να ευνουχιστεί οικειοθελώς.

Εάν όμως το clásico ενσαρκώνει την ταξική πάλη, αυτή μπορεί να έχει διάφορα αποτελέσματα, όπως μας λένε οι κλασικοί και να καταλήξει είτε με την επικράτηση μιας τάξης επί της άλλης, είτε με την καταστροφή και των δύο. Η τελευταία περίπτωση μοιάζει να βρίσκει εφαρμογή στη φετινή χρονιά. Ο μουρίνιο πίστευε πως θα ήταν αρκετό να φτιάξει μια ομάδα που να μπορεί να νικήσει τη μπάρτσα, για να σπάσει την ηγεμονία της και να κυριαρχήσει. Αλλά ο μεταξύ τους πόλεμος φαίνεται να τους έφθειρε αμφότερους και να άνοιξε το δρόμο της επικράτησης στα γερμανικά φύλα της μπάγερν και της μπορούσια ντόρντμουντ, που νίκησαν εύκολα τους εξασθενημένους μονομάχους.

Όπως ακριβώς συνέβη δηλ κατά τη διάλυση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όπου η ανάπτυξη των πόλεων και η εσωτερική λογική της εξέλιξης των πραγμάτων απαιτούσε την εμφάνιση της κεφαλαιοκρατίας, με τη διαφορά πως τότε δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση αυτού του ιστορικού βήματος. Κι έτσι οδηγηθήκαμε στη φεουδαρχία και το μεσαίωνα –ο οποίος παρόλα αυτά δεν ήταν μονόπλευρα σκοτεινός κι οπισθοδρομικός, όπως επιμένει να τον παρουσιάζει στερεότυπα για τους δικούς της λόγους η αστική ιστοριογραφία.

Από μια άποψη μάλιστα η σημερινή συγκυρία παρουσιάζει αρκετές ομοιότητες με εκείνη την περίοδο, καθώς διανύουμε αντικειμενικά περίοδο μετάβασης στο σοσιαλισμό, που μοιάζει αναγκαίος και επίκαιρος όσο ποτέ, χωρίς ωστόσο να έρχεται αυτή η μετάβαση –οι θιασώτες της κυβερνώσας αριστεράς θα μπορούσαν να επισημάνουν στις ομοιότητες και την επιδρομή των γερμανικών φύλων του μερκελισμού στη γηραιά ήπειρο. Και η μόνη εναλλακτική στο σοσιαλισμό είναι η βαρβαρότητα, όχι των βάρβαρων μερκελικών φύλων, αλλά της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων, που οδηγεί τις εργασιακές σχέσεις ολοταχώς στο μεσαίωνα. Αλλά αυτό θα το αναλύσουμε εκτενώς σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Για να επιστρέψουμε όμως στην αρχική σημείωση και να κλείσουμε τον φαύλο διαλεκτικό κύκλο, ανάμεσα στους δύο βασικούς πόλους της ταξικής πάλης (μπαρτσελόνα και ρεάλ μαδρίτης) υπάρχουν τα πολυάριθμα συμπιεζόμενα μεσαία στρώματα, που αποτελούν τη μικροαστική τάξη –και αν πριν χαρακτηρίσαμε την αθλέτικ μπιλμπάο αριστερίστικη γκρούπα, αυτό καταδεικνύει απλώς τη σαφώς μικροαστική κοινωνική βάση του αριστερισμού, ως πολιτικό φαινόμενο.

Η μικροαστική τάξη λοιπόν έχει αντικειμενικό συμφέρον να παλέψει από κοινού με το προλεταριάτο ενάντια στον κοινό τους εχθρό: τα μονοπώλια και τη ρεάλ μαδρίτης. Πολλές φορές όμως παρασύρεται από την κοινωνική της φύση και θέτει εαυτήν απέναντι από αυτόν τον αγώνα.

Αντιπροσωπευτικό παράδειγμα αυτής της αμφιταλαντευόμενης στάσης είναι κι η περίπτωση της ατλέτικο που θεωρητικά αποτελεί φυσικό σύμμαχο της μπάρτσα και την έχει βοηθήσει πολλές φορές και πρακτικά να ξεπεράσει βαθμολογικά τη ρεάλ μαδρίτης –με αποκορύφωμα μια φορά που κάθισε να χάσει χωρίς προσχήματα κατ’ απαίτηση των οπαδών της με 6-0 (!) στην έδρα της (στο τελευταίο παιχνίδι του τόρες στο βιθέντε καλντερόν) από τους μπλαουγκράνα, που δε μπόρεσαν παρόλα αυτά να αξιοποιήσουν το δώρο και να πάρουν το πρωτάθλημα από τη ρεάλ.

Αλλά κόμπλαρε κάθε φορά που ήταν αντιμέτωπη με τη μισητή συμπολίτισσα κι είχε δεκατέσσερα χρόνια να την κερδίσει, αναπτύσσοντας σταδιακά μια πελατειακή σχέση. Μέχρι προχτές το βράδυ, στο μπερναμπέου, στον τελικό του copa del rey, όπου…

…όπου μασούσε σίδερα και πήρε το κύπελλο από τη ρεάλ μες στην έδρα της, αφήνοντας φέτος το μουρίνιο με άδεια χέρια, να διαχειριστεί την αποτυχία του. Και θυμίζοντας τους στίχους από εκείνο το σουξέ των φατμέ

Θα ξανάρθει η ρουτίνα και θα ξανάρθουνε βροχές
Θα ξανάρθει η ρουτίνα, μα κάτι άλλαξε από χτες

Καιρός να αλλάξει όμως –πέρα από το συμβολικό επίπεδο- και στην πραγματική ταξική πάλη, που ως γνωστόν παραμένει ιστορικά αδικαίωτη (…) και να γυρίσει εκτός από τη μπάλα, το ματσάκι και το γούρι της ατλέτικο και ο τροχός της ιστορίας..
Κι όμως γυρίζει..

Παρασκευή, 17 Μαΐου 2013

Δύο σε ένα νοικοκυρεμένα

Η σημερινή ανάρτηση είναι σαν το σαμπουάν της γνωστής διαφήμισης, δύο σε ένα, και αποτελείται από δύο αυτοτελή μέρη. Έναν επίλογο για τον απεργιακό αγώνα των καθηγητών που δεν ξεκίνησε ποτέ και ένα δεύτερο με κάποιες σύντομες εντυπώσεις από την χτεσινή ομιλία του κουτσούμπα στη θεσσαλονίκη.

Α. παρακολουθώντας κανείς τις εξελίξεις στο μείζον θέμα του απεργιακού αγώνα και τις επιστρατεύσεις των καθηγητών, αναρωτιέται τι μπορεί να καταλαβαίνει απ’ όλα αυτά ο έξω κόσμος. Κι εννοώ ακόμα και τους πιο υποψιασμένους, που δεν αρκούνται στην προκάτ ενημέρωση των καναλιών και δεν απαντάνε στις –ούτως ή άλλως στημένες- δημοσκοπήσεις ό,τι (τους) έμαθαν στα δελτία ειδήσεων (κατά της απεργίας, υπέρ της επιστράτευσης, κοκ). Αλλά πώς να μη σκοντάψουν στα στερεότυπα της κυρίαρχης προπαγάνδας με όσα συμβαίνουν και πώς να τους εξηγήσεις τα όσα ευτράπελα γίνονται τις τελευταίες ημέρες;

Αν του μιλήσεις για το παιχνίδι εντυπώσεων και την αγωνιστική παράσταση που έστησε η ηγεσία της ολμε, δε θα επιβεβαιώσει το στερεότυπο για τους εργατοπατέρες συνδικαλιστές –που γενικεύεται αυθαίρετα και τους βάζει όλους στο ίδιο τσουβάλι; Αν του μιλήσεις για το συμπληρωματικό ρόλο της αυτόνομης παρέμβασης του σύριζα και την κωλοτούμπα που έκανε την κρίσιμη στιγμή της ψηφοφορίας, δε θα συμπεράνει ότι η αριστερά –συλλήβδην, γενικά κι αόριστα- είναι μία από τα ίδια με τους άλλους;

Θα μου πεις, οι παρεμβάσεις ήταν η μόνη παράταξη που ψήφισε μαζί μας υπέρ της απεργίας. Δεν έχω την πρόθεση να την τσουβαλιάσω μαζί με τους υπόλοιπους, αλλά μπαίνει από μόνη της στο κάδρο των ευθυνών ως κομπάρσος. Και θα βρει μπροστά της τις τακτικές επιλογές και τις συμμαχίες της στο μαζικό κίνημα –τη συνεργασία με το σύριζα σε κάποιες ελμε,  ή τη συμφωνία με τη δακε για το περίφημο 30%, που νομιμοποιεί τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς για το χτύπημα των απεργιών.

Πέραν αυτού όμως πάει πολύ να στοχοποιούν το παμε και να το κατηγορούν για υπονόμευση του αγώνα, αυτοί που απείχαν ανοιχτά από την απεργία της τρίτης, ακριβώς την επόμενη μέρα από την επιστράτευση. Ή όταν η αυτόνομη παρέμβαση αποκαλύπτει –σε μια φαιδρή κατά τα άλλα ανακοίνωση- ότι κάποιοι πρόεδροι ελμε από τις παρεμβάσεις ψήφισαν λευκό για την υλοποίηση της απόφασης για απεργία. Όπως έγραψε κάπου κι ένας σφος, παραφράζοντας μπρεχτ: Εκεί που χρωστάμε ολόκληρες στάνες, μαντριά και βουστάσια, παίρνουμε και το βόδι.

Έγραφα στο προηγούμενο κείμενο ότι όσοι απεργήσαμε την τρίτη για αλληλεγγύη στους επιστρατευμένους εκπαιδευτικούς –αλλά χωρίς τη συμμετοχή της ολμε που ήταν και η άμεσα ενδιαφερόμενη- νιώσαμε κάπως σαν τους βλάκες της υπόθεσης. Φαντάσου όμως πώς θα ένιωσαν οι ίδιοι οι καθηγητές. Που έφευγαν από τις συνελεύσεις χωρίς να ξέρουν τι απόφαση είχαν πάρει τελικά: απεργία ναι μεν αλλά ίσως συμβολικά, αυτό ακριβώς τίποτα άλλο.
Που άκουσαν τη φατούρου από τις παρεμβάσεις να λέει ότι οι περισσότεροι που ψήφισαν υπέρ το έκαναν για το γαμώτο της υπόθεσης, χωρίς να είναι αποφασισμένοι για αγώνα διαρκείας. Και ότι η λύση θα ήταν να απεργήσουν μόνο οι συνδικαλιστές που δε θα υποστούν κυρώσεις.

Και είδαν τους προέδρους των ελμε να προβαίνουν σε ψηφοφορία με στάδια, όπου στο μεν πρώτο ψήφιζαν υπέρ της απεργίας και στο δεύτερο αποφαίνονταν ότι δεν υπήρχαν οι προϋποθέσεις για να γίνει. Με το ίδιο σκεπτικό θα μπορούσαν να ψηφίσουν ακόμα κι υπέρ της επανάστασης ή της λαοκρατίας (σε πρώτη φάση) για να την απορρίψουν στη συνέχεια, γιατί δεν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις. Ή να δώσουν το καλό παράδειγμα στην επίδοξη κυβερνώσα αριστερά, η οποία πχ τάσσεται υπέρ της αναστολής του μνημονίου, αλλά δε θα δεσμεύεται σε τίποτα γι’ αυτό, εφόσον δεν υπάρχουν οι σχετικές προϋποθέσεις.
Τι ηθικό άραγε μπορεί να έχει ο μέσος καθηγητής μετά από αυτήν την παρωδία που εκτυλίσσεται στις πλάτες του;

Ο εξωτερικός παρατηρητής μένει συνήθως στην επιφάνεια και με την απορία για τις προτάσεις και τα διαφορετικά πλαίσια που κατεβαίνουν. Πίσω από τις επιφανειακές μικροδιαφορές στη μορφή όμως βρίσκεται η ουσία και η αντίληψη (ή οι αυταπάτες) του καθενός για τον κλάδο και τις κινητοποιήσεις του, για την προετοιμασία που χρειάζεται ένας απεργιακός αγώνας (και μάλιστα διαρκείας) και την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο φασιστικό μέτρο της επιστράτευσης –αν δηλ πρέπει να είναι άμεση ή συμβολική για το γαμώτο.

Δηλ το παμε δεν χρειάζεται να κάνει την αυτοκριτική του; Πιθανότατα ναι, όχι όμως για αυτά που του καταλογίζουν –δηλ για την απεργία της τρίτης ή γιατί «ξανάζησε μέρες μαϊούνη» και «έμεινε μακριά από τον παλμό και τις διαθέσεις του κόσμου», όπως γράφτηκε κατά κόρον αυτές τις μέρες. Προσωπικά θα την εστίαζα μάλλον στο επικοινωνιακό κομμάτι και το πώς βγήκε παραέξω η θέση μας για την απεργία. Με μερική ευθύνη ίσως και κάποιων τοποθετήσεων δικών μας στελεχών, πχ της αρχικής του σοφιανού –τον οποίο θεωρώ γενικά πολύ καλό στις τηλεοπτικές του εμφανίσεις, για να προλάβω τα σχόλια κάποιων καλοθελητών, που θα σπεύσουν να πουν τα δικά τους.

Αλλά αυτά είναι λάθη τελείως διαφορετικής ποιότητας και δε μπορούν να μπουν στο ζύγι μαζί με τα υπόλοιπα. Η ουσία δε μπορεί να κρυφτεί πίσω από επικοινωνιακές κραυγές για το «προδοτικό παμε, που ξεπούλησε τον αγώνα» -αν και το διαδίκτυο προσφέρεται για τη δημιουργία εντυπώσεων με ψέματα που βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα κι αποκτούν κύρος αλήθειας δια της επανάληψης.

Αν ήταν τόσο απλό, η δυναμική των πραγμάτων θα το προσπερνούσε και θα εξελισσόταν χωρίς αυτό. Τώρα όμως που αποδείχτηκε πως τα πράγματα είναι πολύ πιο σύνθετα –όπως κι η οργάνωση μιας απεργίας εξάλλου- είναι ώρα για περισυλλογή κι έμπρακτη αυτοκριτική για όσους καθηγητές ενδιαφέρονται για αυτά που έχουμε μπροστά μας –κι όχι μόνο για το συνέδριο του επόμενου μήνα.

Συνδετική γέφυρα με ένα πρόσφατο καλτ εξώφυλλο της εστίας
B. Χτες η κε του μπλοκ παρακολούθησε ζωντανά την ομιλία του κουτσούμπα στο άγαλμα βενιζέλου, μαζί με πολλούς συμπολίτες που συνέρρευσαν από περιέργεια να δουν από κοντά το νέο γγ, αλλά κι από ανάγκη για μια δόση ενθουσιασμού, που θα τονώσει το ηθικό του. Προσωπικά ο κουτσού δε με ενθουσιάζει σαν ομιλητής, αλλά αναγνωρίζω ότι προσπαθεί και βελτιώνεται σταδιακά, και σίγουρα απέχει πολύ από την εικόνα του αγέλαστου, σκληρού γραφειοκράτη που πήγαν να περάσουν τα αστικά μέσα, προτού καν τον δουν.

Ο κούτσι μέχρι στιγμής αποδεικνύεται λαϊκός και πρόσχαρος. Ξεκινάει τις ομιλίες του φωνάζοντας συνθήματα μαζί με τον κόσμο, σαν οργανωτής κερκίδας και συνεχίζει κατά τη διάρκεια να συνομιλεί με το λαό (έτσι ακριβώς είναι, κτλ). Χρησιμοποιεί στίχους από τραγούδια, όπως ένα ρεφραίν των κατσιμιχαίων, που του ‘χε χαρίσει όταν βγήκε γγ ο εργατικός αγώνας –ο οποίος παρεμπιπτόντως μάλλον το πάει για να μετεξελιχθεί σε οργάνωση. Και πετάει διάφορες ατάκες, όπως αυτή για το λαό που πρέπει να τους χορέψει στο ταψί σε ρυθμούς ποντιακού πυρρίχιου και να αφήσει το τάνγκο και το μπλουζ με αυτούς που σέρνουν τώρα τον χορό.

Πιστεύω πως το επόμενο χτύπημα της αστικής προπαγάνδας θα είναι… εξίσου πολιτικό και θα αφορά τη βαθύτατα λαϊκή προφορά του συντρόφου από τη ρούμελη. Ο οποίος προσπαθεί φιλότιμα να κόψει κάτι φθόγγους που του βγαίνουν αυθόρμητα και το έχει καταφέρει σε ένα βαθμό, με ένα ποσοστό κοντά στο 50% (μία στις δύο λέξεις). Αλλά πόσα να διορθώσει κι αυτός όταν η ομιλία του περιέχει προτάσεις σαν κι αυτή: Είναι φτηνή προπαγάνδα ο ισχυρισμός της συγκυβέρνησης ότι όλα αυτά τα μέτρα που παίρνει το κάνει «για το καλό του κοινωνικού συνόλου». Ούτε επίτηδες να το ‘κανε αυτός που έγραψε την ομιλία.

Πολύ χαρακτηριστική ήταν κι η στιγμή που ο κουτσούμπας φώναζε με το λαό το σύνθημα «εμπρός λαέ στην πρώτη τη γραμμή, με το κκε για την ανατροπή», όπου θυμήθηκε μάλλον τα νιάτα του και φώναζε «με το κκε για την αλλαγή». Βρε ας έρθει μαζί μας ο λαός κι ας είναι και για μια κυβέρνηση του ααδμ, που λέει ο λόγος. Κι εμείς μετά θα τον ταξιδέψουμε μέχρι τέλος, σε μέρη που δεν έχει φανταστεί.

Πάντως ο κούτσι είναι σε πολύ καλό δρόμο. Εδώ πρόλαβαν και του σκάρωσαν από το πουθενά ολόκληρο αστικό μύθο για τη θέση μας για το ευρώ -όπως με την περιβόητη δήλωση της αλέκας. Κι αυτό είναι αδιάψευστος μάρτυρας. Σε άλλη περίπτωση θα ανησυχούσαμε.

Τετάρτη, 15 Μαΐου 2013

Όλοι μαζί βρε ντιρλιντί

Συνεχίζοντας σε χακί ρυθμούς και σε αντίστοιχο κλίμα με την προηγούμενη ανάρτηση, η κε του μπλοκ καταπιάνεται με το θέμα της προληπτικής επιστράτευσης των εκπαιδευτικών –πριν καν απεργήσουν- κι ως εξωτερικός παρατηρητής ευπειθώς αναφέρει τα εξής, ως ανταπόκριση από το μέτωπο.

Προχτές στη λδ του βορρά είχαμε απογευματινές πορείες αλληλεγγύης στους επιστρατευμένους καθηγητές, όπου συνέβησαν μια σειρά παράδοξα, που ζητούσαν εξήγηση.
Αφενός οι άλλοι, (δηλ οι πλην λακεδαιμονίων), «μας πήραν» το άγαλμα βενιζέλου, όπου δίνουμε κλασικά τα δικά μας αγωνιστικά ραντεβού κι έτσι εμείς συγκεντρωθήκαμε στην αγία σοφία. Αλλά δεν πειράζει, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικιά μας θα ‘ναι (όχι η αγιά σοφιά, η πλατεία γύρω από το άγαλμα του βενιζέλου).
Αφετέρου προχωρήσαμε κι εμείς προς το άγαλμα βενιζέλου κι ακολούθησε κοινή πορεία –όπου στη διαδρομή είδαμε μεταξύ άλλων την αφίσα μιας συναυλίας με θέμα «η μουσική κατά της βίας» και προσπαθούσαμε να καταλάβουμε τι γυρεύουν εκεί ο χαρούλης κι ο τσακνής, που είναι και ο πιο πολιτικοποιημένος. Παρεμπιπτόντως, κάθε φορά που γίνεται κάτι τέτοιο και μας βγαίνει ο ενωτικός αριστερός που κρύβουμε μέσα μας –όπως είχε γράψει παλιότερα σε άλλα συμφραζόμενα ο άθλιος- μου έρχεται συνειρμικά στο νου ένας στίχος από το δωμάτιο στο άμστερνταμ του άσιμου –εξ ου και ο τίτλος της ανάρτησης. Αλλά για αυτό σε κάποια άλλη ανάρτηση.

Αφετρίτου, αυτή τη φορά οι άλλοι ήταν περισσότεροι από εμάς. Αν και όλοι μαζί ήμασταν μόλις κάτι σε μικρό τετραψήφιο, πολύ μακριά από τις ανάγκες και το διακύβευμα της συγκυρίας. Μπορεί βέβαια να φταίει το ξαφνικό της κινητοποίησης, οι βιαστικές ειδοποιήσεις της τελευταίας στιγμής ή ακόμα κι οι καιρικές συνθήκες –μια φορά έγινε κοινή πορεία και παραλίγο να ανοίξουν οι ουρανοί. Αλλά που ήταν κρυμμένες όλες αυτές οι κοχλάζουσες αγωνιστικές διαθέσεις για απεργία διαρκείας και γιατί δε βγήκαν μαζικά στους δρόμους να εκφραστούν και να αντιδράσουν στην επιστράτευση; Μήπως κρατάνε δυνάμεις για την παρασκευή;

Στην αθήνα απ’ ό,τι μου μετέφεραν τα πράγματα ήταν σαφώς καλύτερα, οι συσχετισμοί στο δρόμο διαφορετικοί υπέρ μας, αλλά ο παρονομαστής κοινός: αξιοπρεπής παρουσία και μαζικότητα, αλλά τελείως αναντίστοιχη με τις απαιτήσεις. Ένα μέρος του κόσμου φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται τι σημαίνει επιστράτευση απεργών ή να μην τον απασχολεί εφόσον δεν καλούν τη δική του κλάση. Πρώτα ήρθαν να στρατολογήσουν τους ναυτεργάτες, δεν αντέδρασα γιατί δεν ήμουν ναυτεργάτης, μετά ήρθαν να στρατολογήσουν τους καθηγητές, κοκ. Αλλά ακόμα κι όταν έρθει τελικά η σειρά του, παγιδεύεται στη λογική της ατομικής λύσης και ψάχνει να βρει κάνα γιώτα, για να εξαιρεθεί από τα μέτρα, ή κάποιο βύσμα για να βολευτεί κάπως καλύτερα στο στρατόπεδο εργασίας, χωρίς να αμφισβητεί τους γενικούς όρους του.

Τελικά η πορεία ξέφυγε από το καθιερωμένο δρομολόγιο κι έστριψε στην αριστοτέλους για να συνεχίσει παραλιακά, μπροστά από τα καφέ στη νίκης, όπου ο ντουντουκιέρης μας σε μεγάλες στιγμές έμπνευσης φώναξε: εσείς που τώρα κοιτάτε με απορία, αφήστε το φραπέ και ελάτε στην πορεία. Αλλά το καλύτερο ήταν ένα άλλο σύνθημα που έλεγε «όχι στην κρατική τρομοκρατία, αγώνας για δημόσια και δωρεάν παιδεία». Που έτσι γραμμένο δεν προκαλεί καμία αίσθηση στο σφο αναγνώστη, αλλά πρέπει να το τραγουδήσει από μέσα του, για να δει πώς πάει το πρώτο μισό.
Ό-ΧΙ  ΣΤΗΝ  ΚΡΑ/ (παύση) ΤΙ-ΚΗ  ΤΡΟ-ΜΟ-ΚΡΑ-ΤΙ-Α
Κι έτσι όπως τονίζαμε στο τέλος αυτό το «κρα…», σκεφτόσουν συνειρμικά τα μαύρα κοράκια με νύχια γαμψά, που έπεσαν πάνω στην εργατιά κι επιστρατεύουν όσους κλάδους τολμούν να αντιδράσουν.

Αλλά η πορεία είχε πάει στην παραλία χωρίς κάποιο προφανή λόγο κι εμείς είχαμε εσωτερικά την ίδια απορία με αυτούς που μας κοιτούσαν, προσπαθώντας να μαντέψουμε πού θα κατέληγε. Στο λευκό πύργο για να θυμηθούμε τις πλατείες; Εκεί που αρχίζουν τα όνειρά μας; Στο σπίτι ενός συναγωνιστή που ξέχασε το κολατσιό του και θα ανέβει να το πάρει; Μα τέλος πάντων, που πορευόμαστε κύριοι;
Τελικά αυτοί έστριψαν στην αγγελάκη και συνέχισαν στους δρόμους της πόλης, ενώ εμείς τερματίσαμε  στο ΚΡΑ
τικό θέατρο (κθβε) και τους ευχηθήκαμε καλή συνέχεια και στο επανιδείν.

Αλλά δεν τους ξαναείδαμε, γιατί στην χτεσινή απεργία της αδεδυ οι περισσότεροι προχώρησαν ανοιχτά σε επαναστατική απεργοσπασία, πάντα στο όνομα της απεργίας διαρκείας με προοπτικές αργής ή γρήγορης μετεξέλιξης σε εξέγερση –με την εξαίρεση ενός φιλοσοβιετικού αντάρτη καθηγητή, που ερχόταν συχνά και στις συναντήσεις του ομίλου και που κάποιες φορές μοιάζει να βρίσκεται σε λάθος χώρο, με βάση τις απόψεις του.

Κι έτσι εμείς που ήμασταν ακόμα λιγότεροι από τη δευτέρα, καμιά εκατοστή συνολικά, πορευτήκαμε από το ίδιο σημείο στην αγίας σοφίας προς το άγαλμα για να βρούμε εκεί το δσ της εδοθ και καμιά δεκαριά σεκίτες, που αποφάσισαν να… παρέμβουν στις μάζες μας και κατάφεραν να δημιουργήσουν από το πουθενά μια μικροένταση, χωρίς όμως να δοθεί συνέχεια. Και ήμασταν τόσο λίγοι αθροιστικά, που δεν έγινε καν πορεία..!

Το ηθικό δίδαγμα είναι πως, ενώ κατά τους δημοφιλείς αριστερίστικους μύθους το παμε αρνείται τους αγώνες που δε μπορεί να ελέγξει κι εμποδίζει με ηττοπάθεια τις εργαζόμενες μάζες να συρρεύσουν σε απεργίες διαρκείας, μόνο οι δικές μας δυνάμεις απέργησαν χτες –και συνολικά μέχρι στιγμής.
Κάποια στέλεχη των παρεμβάσεων μας στηλιτεύουν σε μια δήλωσή τους κι αναρωτιούνται στον τίτλο της αν είμαστε ηλίθιοι ή προβοκάτορες. Μάλλον το πρώτο, θα απαντούσα εγώ. Γιατί είμαστε πάλι οι «βλάκες της υπόθεσης» που σήκωσαν έμπρακτα την απεργία, παρά τις μεγαλοστομίες και τις ονειρώξεις των άλλων. Κι αν τελικά αποφασίσουν οι ελμε να προχωρήσει κανονικά η απεργία –κι όχι συμβολικά, κατά τα γιαπωνέζικα εργασιακά έθιμα- οι δικοί μας θα είναι πάλι στην πρώτη γραμμή να βγάλουν το φίδι από την τρύπα. Την ίδια στιγμή που οι καθεστωτικές παρατάξεις παίζουν χοντρό παιχνίδι εντυπώσεων και στήνουν μια κακόγουστη παράτα –με διάφορους κομπάρσους- για τις δικές τους εκλογικές σκοπιμότητες, με το βλέμμα στραμμένο στο συνέδριο της ολμε του άλλου μήνα.

Αντί επιλόγου η κε του μπλοκ συνιστά ανεπιφύλακτα στη βάση την ανάγνωση δύο πολύ καλών σχετικών κειμένων του 2310 νετ για την απεργία των εκπαιδευτικών και την επιστράτευση –που πρέπει να πετύχει.
Συμπληρωματικά μπορείτε να διαβάσετε επίσης μια ανάλυση του στέργιου από το blog αριστερά και πολιτική και κάποια εύλογα ερωτήματα που θέτει ο γιώργος σαρρής στο δικό του ιστολόγιο.

Δευτέρα, 13 Μαΐου 2013

Ιστορίες από την κρύπτη των πενταμήνων

Όσοι σφοι αναγνώστες είχαν διαβάσει παλιότερα αυτό το ασφαλίτικο σχόλιο, θα έχουν καταλάβει με τι ακριβώς ασχολείται τον τελευταίο καιρό η κε του μπλοκ στο μη ελεύθερο χρόνο της. Ο εν λόγω ασφαλίτης υπονοούσε πως βρήκα αυτή τη δουλειά μέσω του κόμματος, το οποίο φροντίζει για τα «κόκκινα παιδιά» κι όσους λιβανίζουν τη γραμμή της ηγεσίας. Με το ίδιο σκεπτικό βέβαια, βάση των προσλήψεων που έγιναν, πρέπει να υποθέσουμε ότι είχαν τη δύναμη να τακτοποιήσουν τους δικούς τους και το ναρ, το σεκ, το πίσω μ-λ κι η οκδε σκέτο. Εκτός κι αν τους βόλεψε κι αυτούς το κόμμα στα πλαίσια της αριστερίστικης στροφής της ηγεσίας, μπούρου-μπούρου..

Η δεύτερη αυθόρμητη σκέψη είναι πως αν κάποιος είχε πραγματικά βύσμα, θα είχε φροντίσει να χωθεί κάπου αλλού κι όχι στα πεντάμηνα. Εκτός κι αν δεν είχε πολύ γερό βύσμα, θα μου πεις· όπως ακριβώς στο στρατό –κι αυτός δεν είναι ο τελευταίος χακί συνειρμός του κειμένου. Το πιο τραγικό ωστόσο δεν είναι η ύπαρξη βυσμάτων –που ούτως ή άλλως κατοχυρώνονται κι ημιεπίσημα στην επόμενη φουρνιά προγραμμάτων, με την προσθήκη ενός σταδίου προσωπικής συνέντευξης για την επιλογή των επιτυχόντων. Το πιο τραγικό είναι η σημερινή κατάσταση, που θα οδηγούσε κάποιους να φιλήσουν κατουρημένες ποδιές, ακόμα και για τέτοιες κωλοδουλειές των 600 ευρώ. Και να φανταστείς ότι εμείς είμαστε και προνομιούχοι, γιατί από την επόμενη προκήρυξη οι όροι των προγραμμάτων χειροτερεύουν. Αλλά δεν πειράζει, εξάλλου μιλάμε για ανέργους, όπως είχε πει κι ο στουρνάρας. Όχι για κανονικούς ανθρώπους..

Στα πεντάμηνα προγράμματα κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το πλήρες όνομά τους, νιώθεις οτιδήποτε άλλο εκτός από κοινωφελής (για το κοινό καλό δηλ) και γενικώς ωφέλιμος. Και θυμάσαι συνειρμικά τις ιστορίες από το στρατό, με την εξής διαφορά: εκεί που τελειώνει η έννοια της οργάνωσης, αρχίζει το ελληνικό δημόσιο.
Κι άντε μετά να παλέψεις με τη στρατηγική σου, όπως λένε οι θέσεις, και να εξηγήσεις στο συνάδελφο, που πιστεύει ακράδαντα ότι το κράτος είναι μπουρδέλο –και το επιβεβαιώνει πανηγυρικά από την εμπειρία του- πως αυτό το μπουρδέλο είναι όργανο ταξικής κυριαρχίας, με πολύ συγκεκριμένο ρόλο και περιεχόμενο. Πώς να του το πεις εκλαϊκευτικά να το καταλάβει; Ότι πρέπει να οργανωθούμε, για να μην τον παίρνουμε συνέχεια εμείς και να γυρίσει ο τροχός, για να πηδήξει ο φτωχός; Ότι πρέπει να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να γίνουμε οι τσατσάδες που ελέγχουν το κράτος, μέχρι να ωριμάσουν πλήρως οι συνθήκες για τον ελεύθερο έρωτα, όπου δε θα υπάρχει πια ανάγκη για κανένα μπουρδέλο;

Το ποιοτικά καινούριο στοιχείο που ανακαλύπτεις είναι ότι αυτές οι προσλήψεις δεν έχουν ως λογική να δώσουν τη δουλειά ενός μόνιμου υπαλλήλου σε ένα συμβασιούχο με λιγότερα δικαιώματα, αλλά μία και μοναδική σκοπιμότητα: να μοιράσουν τους ανέργους σε διάφορα πόστα, για να φανεί ότι καταπολεμούν την ανεργία και πετυχαίνουν να τη μειώσουν. Την ίδια στιγμή βέβαια έχουν υπολογίσει με ακρίβεια πως ο χρόνος της σύμβασης –που κάνεις αρκετό καιρό να τη δεις, αφού την υπογράψεις- δεν πρέπει να υπερβαίνει το πεντάμηνο, για να μην κατοχυρώνει ο συμβασιούχος δικαίωμα για επίδομα ανεργίας. Κι αν υπολογίζει να συμπληρώσει τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο με μια εποχιακή καλοκαιρινή απασχόληση, μπορεί να ανακαλύψει στην πορεία πως τα ένσημά του είναι περιορισμένης ευθύνης (πχ ότι δεν είναι συντάξιμα κι ενδέχεται να μη μετράνε και για το επίδομα –δε μας το έχουν διευκρινίσει ακόμα). Τέτοιος είναι ο πόνος τους για τους άνεργους.

Διαβάζοντας κανείς τον παραλληλισμό με το στρατό, μπορεί να σκεφτεί πως στα προγράμματα υπάρχει και στρατιωτική πειθαρχία. Αλλά αυτά πάνε ευθέως ανάλογα με τις συνθήκες και τη σοβαρότητα της δουλειάς. Κι η δική μας δεν ανήκει σε αυτή την περίπτωση –πλην των εξαιρέσεων που επιβεβαιώνουν τον κανόνα.

Η σύνδεση γίνεται γιατί τις πρώτες μέρες κυκλοφορείς άσκοπα και περιμένεις να πάρεις οδηγίες, ένα γραφείο ή έστω αρβύλες και στολή παραλλαγής. Μετά το άσκοπο ξεροστάλιασμα της πρώτης μέρας, σε διώχνουν κι αρχίζει η εβδομάδα προσαρμογής, που μπορεί να κρατήσει πολύ περισσότερο, να γίνει δεκαπενθήμερο ή και μήνας, μέχρι να βρουν πώς να σε αξιοποιήσουν –ενώ είναι ολοφάνερο πως περισσεύεις και δε σε χρειάζονται. Για να υπάρξει όμως αξιοποίηση, πρέπει να υπάρχει πρώτα κάποια αξία. Κι εσύ, χρόνια άνεργος, αισθάνεσαι εκ νέου άχρηστος, σκουπίδι χωρίς καμία χρηστική αξία. Η μόνη αξία που υπάρχει δυνάμει πάνω σου είναι η ανταλλακτική αξία της εργατικής σου δύναμης, που γίνεται εμπόρευμα. Οπότε προτιμάς να σου δώσουν κάποια δουλειά να κάνεις, οποιαδήποτε, για να είσαι τουλάχιστον εμπόρευμα με κάποια αξία και όχι αναλώσιμο σκουπίδι. Αν και το ένα δεν αποκλείει το άλλο απαραίτητα.

Ναι, αλλά ούτε αυτό είναι ακριβώς εύκολο. Αφενός γιατί δεν υπάρχει κάποια δουλειά για σένα, εφόσον δεν καλύπτεις κάποια οργανική θέση, παρά μόνο μειώνεις την ανεργία, χάνοντας απλώς τα μόρια της κάρτας σου για κάποιο διάστημα. {Κι αυτό το λέω χοντροκομμένα, ως πολύ γενικό κανόνα, χωρίς να αποκλείω τις εξαιρέσεις. Γιατί μπορεί πχ να έχεις προσληφθεί ως εργάτης παραλίας στο δήμο πυλαίας (!) –ανειδίκευτος πάντα, άλλο αν έχεις κουβαλήσει όλα σου τα πτυχία, για να πάρεις τη θέση- μπορεί όμως να δουλεύεις και στο κάτεργο της «άρσις», σε συνθήκες μεταλλωρυχείου, ή να σου χώσουν όλη τη λάντζα και τη βρώμικη δουλειά, μιας και σε βρήκαν εύκαιρο.

Αφετέρου γιατί σύντομα ανακαλύπτεις πως βάση της σύμβασης που υπέγραψες δεν υπάγεσαι καν στην εργατική νομοθεσία. Κι αρχίζεις να αναρωτιέσαι πού ακριβώς υπάγεσαι κι αν τέλος πάντων είσαι κάποιο ζώο ή ομιλούν εργαλείο, όπως όριζε ο αριστοτέλης τους δούλους, για να δεις σε ποιο δίκαιο εμπίπτει η δική σου υπόθεση.

Τι σημαίνει πρακτικά αυτό; Ότι η κατάσταση στο δημόσιο τομέα μπορεί να είναι συγκριτικά πιο άνετη και να υπάρχουν κατακτήσεις που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι ούτε θα μπορούσαν να φανταστούν (πχ ρεπό υπολογιστή ανά τακτά χρονικά διαστήματα, άδειες αιμοδοσίας ή για το βάψιμο των αυγών στις γυναίκες –που τελικά δε δόθηκε φέτος) αλλά εμείς δε δικαιούμαστε τίποτα από όλα αυτά (κι αυτό προφανώς δεν το λέω με τη γνωστή μίζερη λογική «να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα», αλλά με το σκεπτικό ότι θα ‘πρεπε να τα δικαιούνται όλοι). Δε δικαιούμαστε δηλ άδειες (πλην κάποιων αναρρωτικών κι αυτό υπό προϋποθέσεις) και –το καλύτερο- ούτε καν απεργία.

Μπορεί δηλ να είναι εργοδότης σου το ινστιτούτο της γσεε (ινε-γσεε), που συν τοις άλλοις παίρνει μια προμήθεια για να μας νοικιάσει στο δήμο (που δε θα μπορούσε να κάνει προσλήψεις με τέτοιους όρους) και τσεπώνει αρκετές χιλιάδες ευρώ στις πλάτες μας. Αλλά δε θεωρούμαστε εργαζόμενοι, για να μπορούμε να απεργήσουμε κιόλας –στην απεργία που προκηρύσσει ο εργοδότης μας.

Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί ο κοινωφελής χαρακτήρας σημαίνει ότι η εργασία αυτή είναι αμοιβαία επωφελής για τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Επομένως γιατί να απεργήσεις ως ωφελούμενος από κάτι που είναι προς όφελός σου; Το κακό σου θέλεις;

Συνεπώς για να επιστρέψουμε σε χακί κλίμα όλο το σύστημα σου υπαγορεύει συστηματικά τη λούφα –με παραλλαγή ή χωρίς. Εφόσον όλα αυτά γίνονται για ένα ξεροκόμματο και επιπλέον στερούνται του παραμικρού νοήματος, πολύ λογικά οδηγούν σε μια συγκεκριμένη στάση αδιαφορίας –ή έστω παθητικής ανάμειξης- για όσα συμβαίνουν στον χώρο εργασίας. Εφόσον νιώθεις πως δε σε αφορούν και δε σε εκφράζουν, δεν ενεργοποιούν την πιο δημιουργική σου πλευρά, όπως θα το έκανε ακόμα και η πιο κοπιαστική χειρωνακτική δουλειά. Κι αυτή η αλλοτρίωση πολύ δύσκολα σπάει με κάποια μισθολογικά αιτήματα (που είναι η απαραίτητη βάση) ή κάτι άλλο εξίσου αποσπασματικό. Έχει να κάνει συνολικά με το πώς βλέπει ο υπάλληλος το κράτος, αν το θεωρεί δική του υπόθεση, που απορρέει και περνάει μέσα από αυτόν, ή μια απρόσωπη καταπιεστική δύναμη «πάνω από την κοινωνία». Κι η αντιμετώπισή του απαιτεί βαθιές ριζικές αλλαγές, που να είναι επαναστατικές –και πάλι δε σημαίνει ότι θα εξαλειφθεί δια μιας κι αυτομάτως.

Είναι πολύ δύσκολη υπόθεση να σπάσει το τείχος της απάθειας και να γίνει ενεργός δραστηριότητα –πόσο μάλλον αγωνιστική στάση. Ακόμα κι όταν προκύπτουν άμεσα και πιεστικά ζητήματα αιχμής, η μέση ταξική συνείδηση λουφάζει και βγαίνει συνήθως α/α στο γενικό προσκλητήριο. Υπάρχει συσσωρευμένη σκουριά στις λαϊκές συνειδήσεις, που δύσκολα φεύγει. Κι όταν προκαλούνται ρήγματα, υπάρχει ως ταβάνι και δίχτυ ασφαλείας, η μυωπική λογική του συντεχνιακού πνεύματος που χάνει τα ταξικά γυαλιά της.

Τι γίνεται λοιπόν σε αυτές τις περιπτώσεις και πώς ξεδιπλώνεται ο αγώνας; Αυτό θα το δούμε σε επόμενο επεισόδιο, μαζί με κάποια άλλα ζητήματα.

Παρασκευή, 10 Μαΐου 2013

Η 9η Μάη των λαών

Ob es nicht Stalin gab, wurden sie noch deutch sprechen

Που μεταφρασμένο στα ελληνικά (από τα σπαστά μας γερμανικά) σημαίνει: αν δεν υπήρχε ο στάλιν, θα μιλούσατε ακόμα γερμανικά. Κάτι τέτοιο θέλαμε να γράψουμε στη σχολή σε μια αφίσα μας. Που θα απαντούσε σε μια άλλη της πασπ, που ήταν απάντηση σε μια προηγούμενη δική μας, και πάει γράφοντας ανακοινώσεις, σε έναν ιδιότυπο πόλεμο με εφημερίδες τοίχου –ή ντατζεμπάο επί το μαοϊκότερον- που κατέληγαν σε ταπετσαρίες.

Δεν είμαι σίγουρος αν το βάλαμε τελικά, γιατί ασθενώντας η μνήμη στρογγυλεύει τις γωνίες και συμπληρώνει δημιουργικά με τη φαντασία τα κενά της διήγησής της. Εάν όντως το βάλαμε, πρόκειται μάλλον για την κορυφαία στιγμή αδιαμεσολάβητης καφρίλας στη σύντομη θητεία μας στη σπουδάζουσα. Και αν όχι, τόσο το καλύτερο, γιατί αποφύγαμε ένα σοβαρό λάθος. Αφενός γλωσσικής φύσης –γιατί αποκλείεται να είναι έτσι όπως το σκεφτήκαμε ο υποθετικός λόγος, αλλά ως εκεί έφταναν τα γερμανικά μας. Αφετέρου φιλοσοφικής, γιατί το ιστορικό προτσές δεν επηρεάζεται τόσο δραματικά από την παρουσία ή απουσία μιας προσωπικότητας.

Αν και είναι προφανές πως κάθε αναφορά στο σύντροφο με το μουστάκι υποδηλώνει κάτι πολύ ευρύτερο από το πρόσωπό του. Οι αστοί το κατάλαβαν αυτό πολύ καλύτερα από κάποιους μαρξιστές που ψάχνουν τον υπαίτιο της προδομένης επανάστασης και μιλούν με φρίκη για τον αποτρόπαιο σταλινισμό, για να μειώσουν τη σοβιετική πείρα και συνολικά το σοσιαλιστικό ιδεώδες –γιατί γνωρίζουν πως τα πρόσωπα δεν είναι πάνω από το κοινωνικό σύστημα που τα γεννάει. Αλλά έχουν... τακτική ευελιξία στα κριτήρια και τα σταθμά τους, όταν θέλουν να πουλήσουν φρούδες ελπίδες στον κόσμο για τον τάδε μεγάλο ηγέτη που φέρνει φρέσκο αέρα στην πολιτική σκηνή και θα τα αλλάξει όλα. Κι έχουν πλήρη επίγνωση των συμβολισμών και της σημασίας τους, γι’ αυτό και θέλουν να αλλάξουν την επέτειο της 9ης μάη και να την κάνουν ημέρα της ευρώπης.

Το είχαν προσπαθήσει και στη ρωσία να γιορτάσουν τα 60χρονα χωρίς την ιστορική σημαία του κόκκινου στρατού αλλά δεν τους πέρασε. Η αντιφασιστική νίκη έχει καθιερωθεί ως όρος και περιεχόμενο στη συλλογική μνήμη των λαών και δεν είναι εύκολο να ξεριζωθεί και να αλλάξει.
Κάτι που ισχύει και από την ανάποδη. Δε θα μπορούσαμε δηλ να κάνουμε λόγο για αντικαπιταλιστική νίκη των λαών, επειδή θεωρούμε πολιτικά ρηχό τον άλλο όρο. Όπως δε θα ήταν λογικό να βαφτίσουμε αντικαπιταλιστικά τα αντι-ιμπεριαλιστικά διήμερα της οργάνωσης {χωρίς αυτό να μειώνει στο ελάχιστο τη σημασία τους. Αντιθέτως αποδεικνύει τη σύνδεση των δύο όρων και την πολιτική μονομέρεια όσων επιμένουν στη στείρα αντιπαράθεσή τους}. Οι σοβιετικοί ονόμασαν μάλιστα μεγάλο πατριωτικό πόλεμο τον αγώνα κατά της ναζιστικής γερμανίας, ήταν όμως η σοσιαλιστική πατρίδα και οι κοινωνικές της δομές που επικράτησαν του φασισμού, και όχι η «ρώσικη ψυχή» ή ο «στρατηγός χειμώνας» της στέπας.

Η αντιφασιστική νίκη λοιπόν μπορεί να απέσπασε κάποιες χώρες απ’ την ιμπεριαλιστική αλυσίδα, αλλά δεν ήταν ακριβώς αντικαπιταλιστική κι είναι ζήτημα αν θα μπορούσε να εξελιχθεί σε τέτοια. Αν δηλ ο αντιφασιστικός εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας μπορούσε να οδηγήσει σε μια κοινωνική επανάσταση και πώς μπορούσε να συνδεθεί με το ζήτημα της εξουσίας. Το οποίο με τη σειρά του συνδέεται με την εκτίμηση που είχε το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα της εποχής  για τον χαρακτήρα του β’ παγκοσμίου πολέμου. Που ξεκίνησε ως ιμπεριαλιστικός για να γίνει αντιφασιστικός μετά την επίθεση των ναζί κατά των σοβιετικών –που τον ονόμασαν μεγάλο πατριωτικό κι ως τέτοιο τον πέρασαν στην ιστορία τους.

Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος ήταν η λογική συνέχεια του πρώτου, μετά την ανάπαυλα του μεσοπολέμου· κάτι σαν δεύτερο ημίχρονο, αν μιλήσουμε με αθλητικούς όρους, με τους ηττημένους του πρώτου να αναζητούν ρεβάνς και «ζωτικό χώρο» για τα συμφέροντά τους. Αλλά το βασικό χαρακτηριστικό εκείνης της ιστορικής ανάπαυλας ήταν η σταδιακή εξάπλωση του φασισμού. Που δεν ερχόταν από το μέλλον –καινούριο τάχα κάτι να μας φέρει- αλλά ως απάντηση των αστών στην κοινωνία του μέλλοντος και την αυξανόμενη ακτινοβολία του οκτώβρη. Δεν είναι τυχαίο εξάλλου ότι ο φασισμός επικράτησε σε χώρες με ισχυρό λαϊκό και κομμουνιστικό κίνημα, όπως η ιταλία και λίγο αργότερα η ισπανία και η γερμανία.

Όπως δεν είναι τυχαίο ότι η πολιτική κατευνασμού των αγγλο-γάλλων έστρεψε μεθοδικά τους ναζί στο «δρόμο προς ανατολάς», που οδηγούσε κατευθείαν πάνω στη σοβιετική ένωση. Το μέγεθος των πολεμικών επιχειρήσεων στο ανατολικό μέτωπο, που άνοιξε δύο χρόνια μετά από το δυτικό, ήταν εικοσαπλάσιας κλίμακας και δε μπορεί να τεθεί σε οποιαδήποτε σοβαρή σύγκριση. Άλλωστε τους περισσότερους νεκρούς στον πόλεμο, μετά τους σοβιετικούς που τσάκισαν το φασισμό και τους ηττημένους γερμανούς, δεν τους έδωσαν οι άγγλοι ή οι αμερικάνοι, αλλά τα αντιστασιακά κινήματα της ελλάδας και των λαών της γιουγκοσλαβίας.

Ohne Stalin, hatten Sie immer noch deutch gesprochen
Όλη η ουσία του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου είναι η φασιστική επίθεση στην εσσδ κι αυτή είναι που καθορίζει ιστορικά και τον χαρακτήρα του. Αλλά η επίθεση αυτή ήταν συγχρόνως και ιμπεριαλιστική, εφόσον ο φασισμός είναι γέννημα-θρέμμα των μονοπωλίων και οι ιμπεριαλιστές που βρέθηκαν σε αντίπαλα στρατόπεδα είχαν αγαστή συνεργασία κατά του κοινού σοβιετικού εχθρού –όπως αναδεικνύει και το ελληνικό παράδειγμα, με την αγγλογερμανική συμφωνία ειρηνικής παράδοσης της χώρας από τους μεν στους δε, εν μέσω πλήρους εξέλιξης των πολεμικών επιχειρήσεων στα άλλα μέτωπα.

Έχουμε να κάνουμε δηλ με έναν ιδιότυπο ιμπεριαλιστικό πόλεμο, χωρίς ουσιαστική εμπλοκή των ιμπεριαλιστών –πλην γερμανίας- μέχρι το καλοκαίρι του 44’ οπότε και άνοιξαν στη νορμανδία το δεύτερο μέτωπο, για να μην αφήσουν στους σοβιετικούς όλη τη δόξα και τα οφέλη της νίκης. Και με έναν ιδιότυπο αντιφασιστικό πόλεμο, όπου οι ιμπεριαλιστές αναγκάστηκαν να συμμαχήσουν απρόθυμα με τους σοβιετικούς ενάντια στο γερμανικό φασισμό, που οι ίδιοι είχαν αφήσει να θεριέψει για να κατασπαράξει τους κομμουνιστές. Κι έσπασαν τη συμμαχία την επαύριο κιόλας της νίκης, με τον περίφημο λόγο του τσώρτσιλ στο φούλτον για το «σιδηρούν παραπέτασμα» που χωρίζει στα δύο την ευρώπη.

Ο αντιφασιστικός αγώνας εν κατακλείδι έχει σχετική αυτοτέλεια, χωρίς όμως να γίνεται αυτοσκοπός. Αλλά η αυτοτέλεια συγγενεύει ετυμολογικά με τον αυτοσκοπό, γι’ αυτό το βάρος πρέπει να δίνεται στο σχετική και όχι αντίστροφα. Δε νοείται εξάλλου αυτοτέλεια ενός φαινομένου από τα αίτια που τον γεννάνε (του φασισμού από τα μονοπώλια, της κρίσης από τον καπιταλισμό, κτλ). Γι’ αυτό κι οι λαοί, τιμώντας την αντιφασιστική νίκη, πρέπει παράλληλα να προβληματιστούν για τους λόγους που την άφησαν ημιτελή και να διδαχτούν από τα λάθη τους, αν δε θέλουν να τα ξαναβρούν μπροστά τους.

Τετάρτη, 8 Μαΐου 2013

Ο παίκτης του εικοστού πρώτου αιώνα

Με αφορμή τον χτεσινό φιλικό αγώνα άρης-λιμόζ προς τιμήν του νίκου γκάλη στο αλεξάνδρειο, που κάποτε πρέπει να πάρει το όνομά του (σσ: τελικά η πολιτεία εδέησε να το ανακοινώσει χτες, το κείμενο όμως είχε γραφτεί νωρίτερα), η κε του μπλοκ σκέφτηκε να καταγράψει μερικές σχετικές σκέψεις και συνειρμούς.

Για τον γκάλη και τη σημασία του στο ελληνικό, αθλητικό στερέωμα μπορείτε να διαβάσετε εδώ κάποια πολύ ωραία κείμενα του βασίλη σκουντή, ή ένα συνοπτικό του salot sor σε πιο ερασιτεχνικό επίπεδο. Εγώ από τη δική μου πλευρά το μόνο που θα είχα να προσθέσω είναι ότι νιώθω τυχερός που πρόλαβα να τον δω, έστω και προς το τέλος της καριέρας του, να παίζει μπάσκετ στον άρη. Και ξέρω πολύ καλά πως αυτός ήταν ο βασικός λόγος που έγινα αρειανός, αν και μεγάλωσα στην τούμπα. Που τα ξαδέλφια μου στη γλυφάδα δήλωναν κι αυτοί αρειανοί για κάποιο διάστημα, πριν γίνουν ολυμπιακός. Που η συχωρεμένη η γιαγιά μου δεν ήξερε μεν τι χρώμα έχει η κίτρινη κάρτα στο ποδόσφαιρο, αλλά δε θα έχανε κρίσιμο αγώνα του άρη και της εθνικής στο μπάσκετ. Που στο σχολείο συζητούσαμε για τα ντέρμπι με τον παοκ δέκα μέρες πριν και δέκα μετά τον αγώνα. Και που χωριζόμασταν να παίξουμε αρειανοί-παοκτσήδες κι αυτοί σχεδόν ντρεπόντουσαν να πουν τι ομάδα είναι και ερχόντουσαν με την ομάδα μας –κι όποιος θέλει το πιστεύει.

Ο σοβιετικός γκομέλσκι είχε πει ότι ο γκάλης είναι ο παίκτης του εικοστού πρώτου αιώνα· την ίδια περίπου περίοδο που ο μίμης ανδρουλάκης επισκεπτόταν τη σοβιετία κι έγραφε για το σοσιαλισμό στο κατώφλι του εικοστού πρώτου αιώνα. Αλλά είναι εντελώς αμφίβολο αν θα μπορούσε να σταθεί σήμερα, με το σύγχρονο τρόπο παιχνιδιού, κάποιος παίκτης με το στιλ του γκάλη, που έδινε πάντα παράσταση για ένα ρόλο –για το σοσιαλισμό του μίμη και των ομοίων του, δεν το συζητάμε καν.

Ένας έλληνας προπονητής, ο «κίτσος» διαμαντόπουλος, είχε πει για το άδοξο τέλος της καριέρας του γκάνγκστερ: «εδώ δικάσαμε τον κολοκοτρώνη, ο γκάλης θα γλίτωνε;». Και έχει δίκιο μες στην υπερβολή του ο κίτσος, αλλά ξεχνά μια πολύ σημαντική παράμετρο. Αυτός ακριβώς είναι ο επαγγελματικός αθλητισμός και δεν καταλαβαίνει από συναισθήματα κι αχαριστίες. Κι ένας από τους επαίνους που συνηθίζουν να επιδαψιλεύουν στον γκάλη είναι ότι αυτός πρωτόφερε στην ελλάδα τη νοοτροπία του επαγγελματία. Που μπορεί να σημαίνει πχ, πλάι στα άλλα, ότι θα ήθελε να υπογράψει το καλύτερο συμβόλαιο, ή να κάνει τη διαφήμιση του αγνό -που συγκαταλέγεται στο πάνθεον του καλτ μαζί με μια άλλη του φάνη χριστοδούλου.

Κάπου την έχουμε πάρει λάθος όμως την ιστορία με την επαγγελματική νοοτροπία του αθλητή. Σκοράρει πχ ο τάδε παίκτης απέναντι στην παλιά του ομάδα που τον ανέδειξε κι αρχίζουν αμέσως τα κλισέ: «τη σκότωσε, γιατί την αγαπούσε» και «είναι σωστός επαγγελματίας». Μα αν το βλέπεις ως επάγγελμα, γι’ αυτό ακριβώς πληρώνεσαι: για να σκοράρεις. Πού είναι λοιπόν το περίεργο για να γίνει είδηση; Τη διαφορά δεν την κάνει ότι είσαι μισθοφόρος και σκόραρες, αλλά ότι αγαπάς την παλιά σου ομάδα και δε θέλεις να το πανηγυρίσεις. Αλλιώς γιατί να συγκινηθεί ο κόσμος; Που τη σκότωσες γιατί την αγαπούσες; Αν ήταν έτσι θα καθόταν σπίτι του και θα ‘βλεπε σίριαλ ή ειδήσεις στην τηλεόραση.

Η αυτοκρατορία του άρη χτίστηκε σε μια πόλη που δεν είχε τα λεφτά της αθήνας, και σε μια εποχή που στο ποδόσφαιρο πήραν τίτλους η αεκ, ο παοκ, η λάρισα –κι αν συμπεριλάβουμε τα κύπελλα, η καστοριά και ο οφη. Ήταν δηλ μια αθλητική εκδοχή της εποχής της ανόδου των μη προνομιούχων, που φυσικά δε μπορούσε να κρατήσει επ’ άπειρο και θα κατέληγε νομοτελειακά στη συγκέντρωση τίτλων σε λίγα χέρια. Σήμερα μιλάμε ουσιαστικά για ανταγωνισμό μεταξύ… μιάμισης ομάδας, της εξής μίας: οσφπ. Όπου και αυτό ακόμα το τέως ποκ χτυπήθηκε από την ανισόμετρη ανάπτυξη, και πρακτικά διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη: η αεκ υποβιβάστηκε, ο παναθηναϊκός βολοδέρνει, και ο ολυμπιακός έχει το (κρατικό) μονοπώλιο στα πρωταθλήματα.

Η ρομαντική νοσταλγία εκείνης της εποχής έχει κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις. Η αυτοκρατορία του άρη κατέρρευσε σχεδόν ταυτόχρονα με τη σοβιετική αυτοκρατορία του κακού, όπως τη βάφτισε η δυτική προπαγάνδα και συνέπεσε με την τελευταία χρονιά του μαραντόνα στη νάπολι και τους τελευταίους καλούς δίσκους του χάρρυ κλυνν και του βασίλη παπακωνσταντίνου. Όπως λέει και ο θυμόσοφος λαός μας, μιας ανατροπής μύριες έπονται.

Εξάλλου η πολιτική λογική του μικροαστού και της παθητικής αναμονής ενός μεγάλου ηγέτη που θα έρθει να τα αλλάξει όλα, παραπέμπει ακριβώς στο στιλ παιχνιδιού εκείνης της εποχής και τη μαγεία του γκάλη. Μόνο που αν περιμένει κανείς σήμερα από κάποιον παίκτη να βάζει σαράντα και πενήντα πόντους σε κάθε αγώνα και να τους καθαρίζει όπως ο γκάλης, θα ήταν σα να ‘χε την προσδοκία από τη νδ και το σύριζα να πάρουν 45% και να σχηματίσουν αυτοδύναμη κυβέρνηση. Ή από το κουκουέ να πάρει την εξουσία μέσω μιας κυβέρνησης του μετώπου ή της λαϊκής συμμαχίας Αυτά πλέον όμως δε γίνονται ούτε ως εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα.
The eye of th tiger και... τα φρύδια του καραμανλή

Η άλλη όψη του νομίσματος της μικροαστικής νοσταλγίας για τον χαμένο παράδεισο, είναι ο άκρατος θαυμασμός για το εξωτερικό, όπου όλα είναι υπέροχα. Εκεί έχουν οργάνωση, ανταγωνιστικές ομάδες, σαν τις επιχειρήσεις τους, υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης του παιχνιδιού και της οικονομίας, θέαμα και σπουδαίους (πολιτικούς) παίκτες, καλές διαιτησίες και ελάχιστη διαφθορά. Μέχρι που σκάει το σκάνδαλο της ζίμενς κι αυτό με τους στημένους αγώνες στη γερμανία κι η πραγματικότητα χαμογελά ειρωνικά στα στερεότυπά μας για τα λαμόγια που ανθούν τάχα μόνο στο ελληνικό ποδόσφαιρο και για τον καπιταλισμό που ουδέποτε είχαμε κι αναπτύξαμε στην καθυστερημένη χώρα μας.

Η λαμογιά όμως είναι σύμφυτη με τον επαγγελματικό αθλητισμό, τον καπιταλισμό ειδικά και τις ταξικές κοινωνίες εν γένει –όπως ακριβώς τα εμπορεύματα προϋπήρχαν του καπιταλισμού, αλλά μόνο στην κεφαλαιοκρατία υπάρχει γενικευμένη εμπορευματική παραγωγή. Και αρχικά θα μας πάρει πολύ καιρό να εξαλείψουμε αυτό το κατάλοιπο στην κοινωνία του μέλλοντος –ιδίως εφόσον κληθούμε να την οικοδομήσουμε παράλληλα με το αντίπαλο στρατόπεδο. 
Ενώ η συγκέντρωση τίτλων σε λίγα χέρια δεν είναι ελληνικό προνόμιο, αλλά νομοτελής τάση τόσο στα εθνικά πρωταθλήματα, όσο και στις μεγάλες διεθνείς οργανώσεις, όπου πρωταγωνιστούν σταθερά οι ίδιες πάντα ομάδες.

Κάποτε κατηγορούσαν τους κομμουνιστές πως θα έρχονταν να μας πάρουν τα σπίτια και τις γυναίκες –που δεν είχαμε. Σήμερα όμως που η κίτρινη κερκίδα τραγουδά δεν έχω σπίτι, δεν έχω δουλειά, δεν έχω γκόμενα, δεν έχω λεφτά, χρειάζεται κάτι πιο δραστικό για να στρατολογήσει τους οπαδούς στη λούμπεν αρμάδα και τους ιδιωτικούς στρατούς των προέδρων. Δεν είναι πια μακριά ο καιρός που οι διάφοροι κινδυνολόγοι θα φοβίζουν τον (φίλαθλο) κόσμο λέγοντάς του ότι θα ‘ρθουν οι κομμουνιστές να του πάρουν το όπιο και τους καναπέδες· ή το στοίχημα και το τσάμπιονς λιγκ. Ενώ οι πίτσες κι οι μπίρες θα διανέμονται σποραδικά με δελτίο.

Αλλά αν κάποιος αγαπά πραγματικά τον αθλητισμό. Αν σιχάθηκε τον τζόγο, τους χορηγούς και τα σικέ παιχνίδια. Αν βαρέθηκε τους σωτήρες μεγαλοεπενδυτές που κάνουν λεζάντα εις βάρος της ομάδας· και τη γλυκιά ουτοπία των ομάδων λαϊκής βάσης με καθεστώς αυτοδιαχείρισης. Αν θέλει να βλέπει γήινους αθλητές, χωρίς υπερφυσικά προσόντα κι εξωπραγματικά ρεκόρ. Αν θέλει να δει παίκτες που να αγωνίζονται για τη φανέλα και να μπορεί να ταυτιστεί μαζί τους. Αν θέλει να έχει ένα πραγματικά συναρπαστικό πρωτάθλημα, όπου τίποτα δε θα είναι προκαθορισμένο κι όλοι θα έχουν πιθανότητες να το κατακτήσουν. Αν θέλει δηλ να ξαναβρεί την χαμένη χαρά του παιχνιδιού και το θέαμα, μακριά από τη στείρα σκοπιμότητα του αποτελέσματος και της πάση θυσία νίκης…

...τότε πρέπει να παλέψει για να πάρουν πόδι τα μεγάλα συμφέροντα που λυμαίνονται τον χώρο και την καψούρα του για το αντικείμενο. Κι έχει αγώνα αύριο. Να αλλάξει τον κόσμο και μαζί τον σύγχρονο αθλητισμό, γιατί το χρειάζονται.