Πέμπτη, 30 Οκτωβρίου 2014

Ουκρανία κι αντιφασιστική εξέγερση

Τα κείμενα που στάθηκαν αφορμή για τη σημερινή ανάρτηση είναι τα εξής τρία: το κείμενο του κ. γούση στο πριν της 12ης οκτώβρη «οι εξεγερμένοι του ντονμπάς και οι αριστεροί του σωλήνα», η απάντηση του ΕΒ (ελισαίου βαγενά) στο ριζοσπάστη της 18ης οκτώβρη με το κείμενό του «για τις εξελίξεις στην ανατολική ουκρανία» και η ανταπάντηση των τριών μελών του ναρ και της ελληνικής αποστολής του στο αντιφασιστικό καραβάνι αλληλεγγύης στην ανατολική ουκρανία. Καλό είναι σφε αναγνώστη πριν προχωρήσεις στο ζουμί της ανάρτησης, να επισκεφτείς τους παραπάνω συνδέσμους (στο βουνό) για να έχεις μια σφαιρική εικόνα επί της ουσίας.

Ας κάνουμε καταρχάς μια μικρή ανακεφαλαίωση. Ποια είναι η θέση του κκε για τα τεκταινόμενα στην ουκρανία; Την επαναλαμβάνει ο βαγενάς στο κείμενό του: το κκε καταδίκασε από την πρώτη στιγμή την «επέμβαση των ΗΠΑ και της ΕΕ στην Ουκρανία, στο έδαφος του καπιταλισμού και του ισχυρού ανταγωνισμού των παραπάνω δυνάμεων με τη Ρωσία». Η εκτίμηση του κόμματος είναι πολύ προσεκτικά ζυγισμένη και διατυπωμένη, ώστε να μην πέσει ούτε στη λούμπα των ίσων αποστάσεων ούτε και στην παγίδα να επιλέξει ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο για να συνταχθεί. Έτσι βέβαια καταφέρνει να ερεθίσει όσους κρύβονται πίσω από εύκολες μονοδιάστατες απαντήσεις, ή παρερμηνεύουν σκόπιμα τις θέσεις του κκε, για να το εγκαλέσουν –είτε ως «ρωσόδουλο», κατά την προσφιλή έκφραση της οακκε, επειδή δεν ευθυγραμμίζεται με τη δυτική προπαγάνδα, είτε από την άλλη γιατί τηρεί υποτίθεται στάση ίσων αποστάσεων.

Ποια είναι η δράση που έχει αναπτύξει το κκε για το ουκρανικό ζήτημα; Απαντά και σε αυτό πολύ συγκεκριμένα το κείμενο του ριζοσπάστη. Διοργανώσαμε παραστάσεις στην ουκρανική πρεσβεία, μαζικές διαδηλώσεις έξω απ' αυτήν, καυτηριάσαμε τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης, ιδιαίτερα την περίοδο που είχε την Προεδρία της ΕΕ, καταθέσαμε σχετικές Ερωτήσεις στο Ευρωκοινοβούλιο αποκαλύπτοντας τον βρώμικο ρόλο της ΕΕ στις εξελίξεις κ.ά.
Πρόσφατα διοργανώσαμε Ευρωπαϊκή Συνάντηση ΚΚ, όπου το ζήτημα της Ουκρανίας και των εξελίξεων σ' αυτήν ήταν ένα από τα σημαντικότερα.

Θα μπορούσε άραγε το κκε να αναλάβει περισσότερες πρωτοβουλίες αυτό το διάστημα; Ενδεχομένως· αλλά δεν είμαι σε θέση να το κρίνω, χωρίς να γνωρίζω κάποια συγκεκριμένα στοιχεία. Τι επαφές-συζητήσεις έχουμε με κομμουνιστικές κινήσεις (πέρα από το κκ ουκρανίας) στις περιοχές του ντονέτσκ και του λουγκάνσκ και ποια είναι η δική τους εκτίμηση; Ποια ήταν η εξέλιξη-κατάληξη των επαφών που είχαμε με την κίνηση μπορότμπα; Πώς βλέπουμε τις δυνάμεις που παίρνουν μέρος στο αντιφασιστικό καραβάνι (όπου συμμετέχει προφανώς και το αδελφό κεκρ) με πρωτοβουλία της μπάντας μπασότι –σημείο των καιρών και δείγμα του μεγάλου πολιτικού κενού που υπάρχει σε διεθνή κλίμακα, ιδίως στο κομμουνιστικό κίνημα; Τι πρωτοβουλίες μπορεί συντονισμένης, πανευρωπαϊκής δράσης μπορεί να αναλάβει η (σαφώς αδύναμη ακόμα) πρωτοβουλία κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων και πώς θα μπορούσαν αυτές να ξεφύγουν από το καθαρά συμβολικό επίπεδο της διαμαρτυρίας και να ασκήσει πολιτική πίεση, πετυχαίνοντας και κάποια απτά αποτελέσματα;

Προσωπικά θεωρώ θεμιτή και θα άκουγα/διάβαζα προσεκτικά μια κριτική που θα θεωρούσε ελλιπή ή αναντίστοιχο της συγκυρίας τον παραπάνω απολογισμό δράσης ή θα είχε κάποια διαφορετική εκτίμηση για τη συγκεκριμένη κατάσταση, τη διάταξη δυνάμεων, το διακύβευμα, κτλ. Θα φρόντιζα επίσης να δέσω την όποια κριτική προσέγγιση με μια γενικότερη ανησυχία για τα αντιιμπεριαλιστικά αντανακλαστικά και την πορεία του μαζικού λαϊκού κινήματος. Οι αντιδράσεις στις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις των τελευταίων χρόνων (συρία, λιβύη, ουκρναία, κ.α) δεν αντέχουν σε καμία σύγκριση με τις μαζικότατες κινητοποιήσεις πριν από δέκα και δεκαπέντε χρόνια για το ιράκ, το αφγανιστάν και τη γιουγκοσλαβία. Μία εικόνα που γίνεται ακόμα πιο ανησυχητικά αν συνυπολογίσουμε την όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων και το αυξημένο ενδεχόμενο μιας γενικευμένης πολεμικής σύγκρουσης στη σημερινή συγκυρία.

Αντ’ αυτού η κριτική του πριν επιλέγει να διαστρεβλώσει την προσέγγιση του κκε και να στήσει ένα σκιάχτρο για να ξιφουλκήσει εναντίον του, στηλιτεύοντας τις ίσες αποστάσεις του κκε. Ενώ εκφράζει ειλικρινή ανησυχία για το ότι «εγκαταλείπονται αντιιμπεριαλιστικές παραδόσεις δεκαετιών» και την εκτίμηση πως ο συντάκτης του ρίζου θέλει «να προλάβει εξελίξεις στο ΚΚΕ».
Ποιος έχασε την ειλικρίνεια, για να τη βρουν αυτοί –θα πει κανείς; Που για τις ανάγκες του κειμένου μπορεί να γίνει: ποιος έχασε τον αντι-ιμπεριαλισμό για να τον βρουν στο πριν; Τον έχασε το κκε και τον βρήκε το ναρ, μας απαντάνε οι συντάκτες του.

Μπορεί βέβαια το ναρ να ανακαλύπτει εσχάτως πολλά καινούρια πράγματα μαζί με το εθνικό ζήτημα που τίθεται με νέο τρόπο στις μέρες μας, αλλά το αντιιμπεριαλιστικό μέτωπο είναι ακόμα σχετικά άγνωστο σπορ για τα μέλη του, κάτι που αποτυπώνεται με γλώσσα λανθάνουσα και στον αδόκιμο νεολογισμό «ενδοαντιιμπεριαλιστική σύγκρουση» (που υπήρχε προφανώς στο πρωτότυπο, αλλά «ξύθηκε» από την ηλεκτρονική εκδοχή του κειμένου. Και) που σημειώνει εύστοχα ο βαγενάς, όχι ως απλό φιλολογικό σχόλιο, αλλά ως μπηχτή με πολιτική προέκταση. Δεν είναι τόσο μακρινή εξάλλου η εποχή των νατοϊκών βομβαρδισμών στη γιουγκοσλαβία και των (αρχικά) ίσων αποστάσεων από «το σφαγέα μιλόσεβιτς», για να έχει ατονήσει η μνήμη.

Οι εκτιμήσεις των μελών του ρεύματος για όσα είδαν στη διάρκεια της αποστολής τους καταγράφονται πληρέστερα σε άλλα κείμενά τους και σε αυτή την τηλεοπτική εμφάνισή τους στην «αυτοδιαχειριζόμενη ετ3». Τα συγκεκριμένα κείμενά τους ωστόσο δε φαίνεται να ενδιαφέρονται τόσο να πείσουν για την αλήθεια τους, καθώς βάζουν άλλες πολιτικές προτεραιότητες. Η ουσία της κριτικής τους είναι πως το κκε υποτιμά το λαϊκό παράγοντα, τις διεργασίες και τη δυναμική τους, την εσωτερική διαπάλη στο κίνημα αντίστασης των πολιτοφυλακών και το αντιφατικό εγχείρημα των λδ (λαϊκών δημοκρατιών) της ανατολικής ουκρανίας.
Στην πράξη απευθύνονται μάλλον σε όσους δεν έχουν ή δε θέλουν να διαβάσουν το κείμενο του ριζοσπάστη, όπου ο βαγενάς αναφέρει επί λέξει: «Σημειώσαμε πως στην Ανατολική Ουκρανία, στις γραμμές των πολιτοφυλάκων, πολεμούν διαφορετικές δυνάμεις, πολεμά κόσμος διαφορετικός και με διαφορετικά κίνητρα. Μεταξύ αυτών που πολεμούν εκεί βρίσκονται και κομμουνιστές, όπως κι εθνικιστές και πως διεξάγεται διαπάλη για τον έλεγχο της κατάστασης. Τονίσαμε πως θα πρέπει η εργατική τάξη της Ουκρανίας να καθορίσει τη δική της αυτοτελή στρατηγική, με στόχο την ανατροπή του καπιταλισμού».

Η παραπάνω κατηγορία βέβαια μπορεί πολύ εύκολα να αντιστραφεί ενάντια στο ναρ και το μετωπικό του σχήμα, που φαίνεται συνήθως να υπερτιμά ή να εξιδανικεύει αντίστοιχες καταστάσεις. Παρά τις συνεχείς διαβεβαιώσεις των συντακτών του πως δε θέλουν να ωραιοποιήσουν την εικόνα και να υποτιμήσουν τη διαπάλη και τις αντιφάσεις στην ανατολική ουκρανία, επιμένουν εμμονικά σχεδόν να κάνουν λόγο για «γνήσια, λαϊκή αντιφασιστική εξέγερση» (σε αντίθεση προφανώς με τις γιαλαντζί), αγνοώντας επιλεκτικά όσα στοιχεία διαψεύδουν φανερά το παραπάνω σχήμα: τις ανοιχτά φασιστικές ομάδες που δρουν σε αυτό το ένοπλο κίνημα, τις καθαρά αντιδραστικές τοποθετήσεις αξιωματούχων των ‘λαϊκών δημοκρατιών’, τις επισημάνσεις του κεκρ για την πορεία των εθνικοποιήσεων, που έχουν μείνει στα χαρτιά. Παραθέτω συμπληρωματικά σε όσα αναφέρει το άρθρο του βαγενά ένα σύνδεσμο με εξίσου ενδιαφέροντα στοιχεία από το τελευταίο φύλλο της «κόντρα».

Η συγκεκριμένη εκτίμηση μιας (ομολογουμένως αντιφατικής) κατάστασης είναι από τα πιο δύσκολα πρακτικά καθήκοντα, που απαιτεί οξυμένο πολιτικό κριτήριο. Έχουμε όμως λόγους να δυσπιστούμε απέναντι στο πολιτικό κριτήριο του συγκεκριμένου χώρου (και των μετωπικών του συμμάχων). Δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε που ένα άλλο μέλος του ρεύματος, ο έγκριτος πι-πι, επέστρεφε από τη λιβύη ενθουσιασμένος με τα «επαναστατικά - εξεγερσιακά» χαρακτηριστικά της αραβικής άνοιξης, επεξηγώντας μάλιστα τη ριζοσπαστική σημειολογία των συμβόλων της, πχ της καινούριας λιβυκής σημαίας (ναρ-ιμπεριαλισμός 1-0). Τον ίδιο πολιτικό ενθουσιασμό επέδειξε σύσσωμο σχεδόν το ρεύμα για τις πλατείες των αγανακτισμένων στην ελλάδα και παγκοσμίως, τις.. ελπιδοφόρες διεργασίες και τη διαπάλη της άνω και της κάτω πλατείας –που είχε καταργήσει από την πρώτη μέρα τα κόμματα και κάπου στην πορεία κατάργησε και το χρήμα! Συγγενείς του πολιτικά χώροι είχαν επιδείξει ανάλογα αντανακλαστικά στο αργεντινάσο ή το δεκέμβρη του 08’ (όπου κατά το σάββα υπήρχε επαναστατική κατάσταση) ή στην περίπτωση του ουκρανικού μεϊντάν με την ξεκάθαρη φασιστική ηγεμονία. Το κίνημα είναι το παν, ο τελικός σκοπός δεν είναι τίποτα.

Το σκάλωμα που στοιχειώνει πολλές αντίστοιχες εκτιμήσεις του χώρου είναι ένα τσιτάτο του λένιν για αυτούς που δε θα δουν ποτέ μια πραγματική επανάσταση, εφόσον περιμένουν να τη βρούνε σε καθαρή μορφή, από εδώ το στρατόπεδο της επανάστασης κι από εκεί οι αντίπαλοι –ή αλλιώς, από εδώ η γυναίκα μου κι από εδώ το αίσθημά μου, όπως λέει κι ο αοιδός. Συνεπώς δεν μπορούμε να κοιτάμε στα δόντια κάθε μαζικό, αγωνιστικό σκίρτημα, με κριτήρια πολιτικής-ταξικής καθαρότητας, για να το απορρίψουμε και να νιώσουμε δικαιωμένοι από την αποτυχία του, γιατί «εμείς τα λέγαμε».
Ταυτόχρονα όμως είναι πολιτικά λάθος κι ανέντιμο να επιχειρεί να κρύψει κανείς τις δικές του πολιτικές αντιφάσεις πίσω από τις αντιφάσεις του κινήματος και τη γενική επίκλησή τους, να πηγαίνει όπου φυσάει ο άνεμος και να βαυκαλίζεται πως εφοδεύει προς τον ουρανό, να μην προβληματίζεται για τον τρόπο και τα αποτελέσματα της παρέμβασης των κομμουνιστών στο μαζικό κίνημα –χωρίς να κρύβουν τη διέξοδο, το στρατηγικό στόχο, πόσο μάλλον την ταυτότητά τους.

Σε κάθε περίπτωση, η ουσία των κειμένων, όπως την αντιλαμβάνομαι τουλάχιστον, δε βρίσκεται στην τάδε ή τη δείνα διαφορετική εκτίμηση, αλλά στη μόλις συγκαλυμμένη προσπάθεια του ρεύματος να αντλήσει πολιτική υπεραξία από τη συμμετοχή του στο καραβάνι έναντι της.. «επίσημης αριστεράς», κρατώντας μάλιστα ίσες αποστάσεις (και σε αυτό και σε άλλα ζητήματα) μεταξύ του κκε και του κυβερνητικού κρετινισμού του σύριζα, που τάσσεται ανερυθρίαστα στο πλευρό των ιμπεριαλιστικών σχεδιασμών της εε.
Κι αυτό μολονότι δεν έχουν καταφέρει, όπως ομολογούν κι οι ίδιοι, να πείσουν καν τους συμμάχους τους στο μετωπικό τους σχήμα (ανταρσυα) για το δίκιο τους και τη διαμόρφωση μιας κοινής αντίληψης-πολιτικής γραμμής, αφού λύσουν πρώτα με το σεκ τις.. ενδοαντιιμπιεραλιστικές αντιθέσεις τους..

Κι αυτό το στοιχείο είναι που καθιστά κατά τη γνώμη μου, ανεξαρτήτως προθέσεων, τα παραπάνω κείμενα ένα από τα χειρότερα δείγματα μικροκομματικής λογικής στις μέρες μας.

Τετάρτη, 29 Οκτωβρίου 2014

Το τρίτο μέγα ΟΧΙ

Για μένα τα χρόνια στο δημοτικό ήταν συνυφασμένα με μια παιδική ανεμελιά, που κόπηκε κάπως απότομα με τη μετάβαση στην εφηβεία και το γυμνάσιο. Εκ των υστέρων καταλαβαίνω πως μία από τις βασικές δυσκολίες αυτής της μετάβασης ήταν η προσαρμογή από τη «γενική μόρφωση» του δημοτικού και τη σύνδεσή της με εξωσχολικά διαβάσματα, που μας απασχολούσαν και μες στην τάξη, στην εξειδίκευση μιας ύλης που πρέπει να βγει πάση θυσία, χωρίς χρονοβόρες παρεκκλίσεις, για να ξεχαστεί την αμέσως επόμενη μέρα των εξετάσεων. Κι όταν θυμάμαι τη δασκάλα που είχα ως την τετάρτη δημοτικού, σκέφτομαι πως της οφείλω πολλές χρήσιμες γνώσεις, εκτός σχολικών εγχειριδίων κι ως ένα βαθμό το ευ ζην –αν και τελευταία έχει καταστεί εντελώς αμφίβολο αυτό καθαυτό το ζην, για όσους δεν μπορούν να εξασφαλίσουν στον εαυτό τους τα προς το ζην, δηλ την επιβίωση, πόσο μάλλον την πραγματική ζωή, που παραπέμπει περισσότερο στο ευ ζην.

Ευτυχώς όμως δεν της οφείλω τις πολιτικές πεποιθήσεις μου. Γιατί ανάμεσα στις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που μας περνούσε, ήταν κι ένα τραγουδάκι για τη μακεδονία (ήταν στην επικαιρότητα τότε και τα σκοπιανοφάγα συλλαλητήρια με την καθολική –πλην λακεδαιμονίων- συμμετοχή) που έλεγε: στρατός, ξηρά και ναυτικό κρατούν γερά τη λόγχη, για να απαντήσουν στον εχθρό το τρίτο μέγα όχι. Ήμασταν βέβαια πολύ μικροί για να πιάσουμε το ιστορικό υπονοούμενο στο τακτικό αριθμητικό τρίτο και σε ποιο γεγονός αναφερόταν. Πότε ήταν δηλ το δεύτερο όχι, για να φτάσουμε στο τρίτο; Χρειάζονταν εξωσχολικά αναγνώσματα, για να το καταλάβουμε. Ενώ κι οι μισές, κουτσουρεμένες απαντήσεις που θα βρίσκαμε τα επόμενα χρόνια στα σχολικά εγχειρίδια του γυμνασίου και του λυκείου έμεναν πάντα εκτός διδακτέας κι εξεταζόμενης ύλης.

Και το πρώτο όχι πότε ειπώθηκε δηλ; Ο μεταξάς απάντησε στον ιταλό πρέσβη κάτι σαν «αλόρ, σε λα γκερ», λοιπόν έχουμε πόλεμο. Με βάση όσα μας έμαθε η δασκάλα μας στο δημοτικό, αυτό είναι συμπερασματικός σύνδεσμος και δεν εισάγει κάποια άρνηση αλλά μια διαπίστωση. Ώστε έτσι λοιπόν.. Και τέλος πάντων η τάξη που εκπροσωπούσε ο μεταξάς, χωρισμένη σε φιλοβρετανικό και φιλογερμανικό τμήμα, δεν είπε κανένα απολύτως όχι, ούτε έμεινε να υπερασπιστεί, γιατί το κεφάλαιο δεν έχει πατρίδα, παρά μόνο συμφέροντα και εθνικά κράτη ή διακρατικούς οργανισμούς ως όργανα και συλλογικούς εκφραστές τους.

Το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός που πολέμησε στην πίνδο τους ιταλούς κι αργότερα ενάντια στους γερμανούς φασίστες (και όχι τη γερμανία και την ιταλία ως έθνη, όπως έλεγαν οι τεταρταυγουστιανές αρχές) ενώ η πολιτική του ηγεσία ήταν τελείως απρόθυμη κι ανέτοιμη για αυτόν τον πόλεμο, χωρίς να έχει προχωρήσει στη στοιχειώδη υλική προπαρασκευή για τη διεξαγωγή του.
Το ΟΧΙ το είπε ο ελληνικός λαός που δεν τράπηκε σε φυγή στο κάιρο, αλλά αντιστάθηκε στις δυνάμεις κατοχής με ψυχή και οργανωτή του αγώνα του το εαμ, τον αντάρτικο στρατό του ελας, την επον και την εθνική αλληλεγγύη.  Το δεύτερο ΟΧΙ δεν το είπαν οι δοσίλογοι συνεργάτες του κατακτητή, που βρήκαν προστασία κάτω από τις φτερούγες των βρετανών και των αμερικάνων αργότερα, αλλά οι ηρωικοί μαχητές του δημοκρατικού στρατού, που ιδρύθηκε στην έκτη επέτειο του ΟΧΙ στους ιταλούς, 28 οκτώβρη του 46’.

Συνεπώς το πρώτο όχι συνδέεται άρρηκτα με το δεύτερο και δεν μπορεί να ιδωθεί ξεκομμένο από αυτό και από όλα τα μικρά και μεγαλύτερα όχι που ακολούθησαν: στις νατοϊκές βάσεις, στο λάκκο των λεόντων της εοκ και το μάαστριχτ, στο σχέδιο ανάν. Η άρνηση να γίνουμε δούλοι του εικοστού πρώτου αιώνα και το «τρίτο μέγα όχι» στον κόσμο της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας.

Τα ιστορικά μισόλογα (όχι μεν αλλά) προσιδιάζουν κατεξοχήν στον πολιτικό χυλό της σοσιαλδημοκρατίας (σε όλες του τις ιστορικές εκδοχές κι απ’ όπου κι αν προέρχεται) που επιχειρεί να αντλήσει (συνήθως με όρους λεηλασίας) πολιτική υπεραξία από την ιστορική παράδοση του εαμ, αλλά... αναγνωρίζει την αντίσταση μόνο ως το 44’, οικτίρει το «λάθος» του δεκέμβρη και της αποχής του 46’, τον «αδελφοκτόνο εμφύλιο» (έλληνες να ντουφεκάνε έλληνες) και τον αγώνα του δσε. Καλλιεργεί την αυταπάτη ότι υπήρχε δυνατότητα ομαλής, δημοκρατικής εξέλιξης αλά γαλλία κι ιταλία και ότι η αντίδραση θα ανεχόταν την ειρηνική συνύπαρξή της με ένα τόσο ισχυρό εαμικό κίνημα, χωρίς να συγκρουστεί στρατιωτικά μαζί του, για να το τσακίσει και να το οδηγήσει στη συντριβή.

Είναι ο ίδιος πολιτικός χυλός που απορρίπτει τη «στείρα άρνηση» των κομμουνιστών, «που δεν έχουν προτάσεις, δε θέλουν να κυβερνήσουν και λένε σε όλα όχι, από συνήθεια και θέση αρχής». Αυτός που προβάλλει τον «τρίτο δρόμο» των παπατζήδων και των ιστορικών τους κακέκτυπων, γιατί… αυτοί έλεγαν και κανένα όχι τουλάχιστον –κι ας μην το εννοούσαν- στην εοκ, τους αμερικάνους, το παλάτι. Αλλά τα περήφανα «όχι» και «μη» έγιναν «μη κυβερνητικές οργανώσεις» και «μη κρατικά πανεπιστήμια» (με ιδιωτικούς σεκιούριτι) ή ένα αφοριστικό «όχι σε όλα τα κόμματα», σε μια άλλη του εκδοχή.

Η διέξοδος όμως, ιδίως σήμερα, δε βρίσκεται σε μισόλογα και ντροπαλές αρνήσεις, που είναι σαν τα νάζια της σεμνότυφης χαμηλοβλεπούσας που λέει «μη» για τα μάτια του κόσμου. Το ζήτημα είναι να ξέρουμε πού να χτυπήσουμε και τι να αρνηθούμε. Το ζητούμενο είναι το τρίτο μέγα ‘όχι’ που λέγαμε και παραπάνω, η συνολική άρνηση της σημερινής μιζέριας. Ένα «όχι» που δεν είναι στείρο, αλλά διαλεκτικό και αρνείται όλα όσα κρατάνε πίσω την εξέλιξη του κόσμου και τον εμποδίζουν να σταθεί στο μπόι των ονείρων μας και των δυνατοτήτων της εποχής μας.

Για να τα βρει κανείς αυτά όμως, πρέπει πρώτα να διαβάσει φιλοσοφία, για να αρχίσει να καταλαβαίνει τη διαλεκτική, να διαβάσει την πραγματική ιστορία του τόπου, που δεν πρόκειται να τη μάθει στο σχολείο, από τα βιβλία και τους καθηγητές του, αλλά μόνο σε εξωσχολικά αναγνώσματα. Ένα σχολείο, που συνήθως αφήνει στους απόφοιτούς του, ως μοναδικό εφόδιο, την απέχθεια για το διάβασμα, το βιβλίο και συνολικά τη γνώση. Και δίνει και μια άλλη διάσταση στο περίφημο «απέξω» του βλαδίμηρου και στο ερώτημα πώς και σε ποια βάση μπορεί να προκύψει η επαναστατική συνείδηση.

Υστερόγραφο

Το.. «πουλιοπουλικό αντιεαμικό μένος» –όπως θα έλεγε κάποια ψυχή- έχει φτάσει σε τέτοια επίπεδα, που χτες στην πάτρα, μετά την κατάθεση στεφάνου από το κκε στο σημείο που είχε πέσει η πρώτη βόμβα στον πόλεμο του 40’, οι συγκεντρωμένοι κομμουνιστές (και κομμουνίζοντες σαν κι εμένα) τραγουδήσαμε για το εαμ: «τρία γράμματα μόνο φωτίζουν» και τους «ήρωες». Ναι αλλά γιατί ο σφος που τραγουδούσε από τη ντουντούκα ξέχασε και παρέλειψε τη δεύτερη στροφή «νέοι, γέροι, όλοι μαζί φωνάζουν»; Πού θα φτάσει πια αυτός ο κατήφορος; Ε;

Δευτέρα, 27 Οκτωβρίου 2014

Μη λες ονόματα

Πιάνοντας το νήμα από εκεί που το αφήσαμε σε μια πρόσφατη ανάρτηση για τον καλλιτεχνικό θάνατο του χάρρυ κλυνν, η επικαιρότητα των τελευταίων ημερών μου θύμισε συνειρμικά μια μίξη με ραπ στοιχεία κι ατάκες από το δίσκο «ραντεβού με την εισαγγελία», που αποδομεί την κλασική παπανδρεϊκή φράση για το «ραντεβού με την ιστορία» (που μας έστησε και μάταια την περιμέναμε) κι είναι το αποκορύφωμα της σάτιρας της αλλαγής και του πασόκ που αγάπησαν οι μισοί (και παραπάνω) έλληνες (ακόμα και κάποιοι «ντούροι πολέμιοί» του, σαν τον κοτζιά και τον ανδρουλάκη)


Με τον καιρό στον χαρούλη έμεινε μόνο με τη δύναμη της συνήθειας το αντιπασοκικό μένος, έχασε όμως όλα τα υπόλοιπα, να είναι δηλ κομμουνιστής και αστείος, ιδιότητες που συνδέονται διαλεκτικά στην πολιτική σάτιρα, παρά το δημοφιλή αστικό μύθο, που ισχυρίζεται το αντίθετο. Σκέψου όμως σφε αναγνώστη πόσο επίκαιροι (ξανα)γίνονται αυτοί οι στίχοι με το καινούριο πασόκ και την προθυμία του δραγασάκη να πει ονόματα και να κατονομάσει τα συμφέροντα που διαπλέκονται με την κυβέρνηση –αλλά όχι τώρα, γιατί δεν είναι έτοιμος.

Κάτι σαν το πρόγραμμα του σύριζα, που υπόσχεται λύ(τρω)ση εδώ και τώρα, αλλά περιμένει τις συνθήκες να ωριμάσουν για κάτι περισσότερο και δεν είναι άμεσα υλοποιήσιμο πχ σε ορίζοντα (των πρώτων) εκατό ημερών –που είναι αγαπημένο κλισέ, σαν τα τελευταία εκατό δευτερόλεπτα στο μπάσκετ, όταν θέλει ο δημοσιογράφος να δημιουργήσει δραματική ατμόσφαιρα.

Φαντάσου τώρα σφε αναγνώστη πόσο γελοία θα φαινόταν μια αντίστοιχη διαδικασία στα καθ’ ημάς. Την πρώτη μέρα θα ψηφιστεί το διάταγμα για τη γη και την ειρήνη. Την πεντηκοστή το νέο σοβιετικό σύνταγμα, η κολεκτιβοποίηση θα ξεκινήσει την εκατοστή πρώτη μέρα, για να μην τρομάξουν τα σύμμαχα αγροτικά στρώματα, ενώ ο κομμουνισμός θα έρθει (με διάταγμα και ψηφοφορία) εντός εικοσαετίας, κατά τας ρεβιζιονιστικάς γραφάς του νικήτα.

Από την άλλη, η ταχύτατη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη του οπορτουνιστικού χώρου είναι τόσο εντυπωσιακή, που αποτυπώνεται στους πολιτικούς του στόχους και δεν περιορίζεται απλά σε μια εκδοχή της θεωρίας των σταδίων (με μετριοπαθή χαρακτηριστικά ή «ριζοσπαστικό», μεταβατικό χαρακτήρα)· αλλά εξελίσσεται σε μια σταδιοποίηση των σταδίων και την περαιτέρω σταδιοποίηση της σταδιοποίησης (κατά το περιβόητο σχήμα του κύρκου για την «αλλαγή της αλλαγής»), που χωρίζεται σε διάφορες φάσεις, βαθμίδες και περιόδους. Και δεν πρέπει να είμαστε μαξιμαλισταί και να βιαζόμαστε, γιατί η ιστορία θέτει μπροστά μας μόνο εκείνα τα καθήκοντα που μπορούν να λυθούν, όπως μας θύμισε ο δραγασάκης στην ίδια ομιλία του στη βουλή. Και δεν μπορούμε να τη βιάζουμε με.. πραξικοπήματα τύπου οκτωβριανής επανάστασης –όπως έλεγαν οι πολιτικοί πρόγονοι του δραγασάκη. Γιατί ως γνωστόν ο σοσιαλισμός είναι αναγκαίος μα ανεπίκαιρος, δεν έχει τεθεί ακόμα μπροστά μας ως καθήκον και θα ξαναγίνει της μόδας μόνο όταν θα πλησιάζει η δευτέρα παρουσία. Ο καιρός γαρ μακρύς…

Ο δραγασάκης λοιπόν μπορεί να μην είναι έτοιμος να πει ονόματα, όμως η άλλη πλευρά (ή μάλλον λωρίδα) του ευρωμονόδρομου ένιωσε έτοιμη να σηκώσει το γάντι και να συνετίσει το σύριζα, θυμίζοντάς του πως μπορεί να τον πληρώσει με το ίδιο νόμισμα. Κι αφού έμειναν στον αέρα να πλανώνται (σα φάντασμα πάνω από την ευρώπη) τα υπονοούμενα για τον κωνσταντόπουλο και τον αλαφούζο, ήρθαν οι… αντισυστημικές δηλώσεις της ποπολάρας γαδα (γιάννα αγγελοπούλου δασκαλάκη – αριστερή) κι η συντονισμένη αξιοποίησή τους από τις ναυαρχίδες του αστικού τύπου στα χτεσινά κυριακάτικα φύλλα τους. Και ποιο είναι το αήττητο συμπέρασμα που έβγαλαν κάποιοι από αυτό; Ότι το σύστημα χτυπάει το σύριζα!

Έτσι είναι, αν έτσι νομίζουνε. Εξάλλου αυτό που έχει σημασία δεν είναι η ουσία, αλλά το φαίνεσθαι. Τι σημασία έχει που ο σύριζα ακυρώνει ακόμα κι αυτό το πρόγραμμά του (πχ την κρατικοποίηση των τραπεζών, που δεν έβγαινε ούτως ή άλλως έξω από το κυρίαρχο πλαίσιο) για να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τη θέληση των μονοπωλίων; Ή αν η δούρου τα βρίσκει (και) με το μελισσανίδη (αφού πρώτα είχε συναντηθεί τυχαία με το μαρινάκη) για το γήπεδο της αεκ και εφαρμόζει τον προϋπολογισμό του σγουρού; Το θέμα είναι να φαίνεται αριστερός ο σύριζα, επειδή το στοχοποιούν κάποια αστικά μέσα και ο φόρτσα αντίδραση φορτσάκης, που θέλει ιδιωτικούς σεκιουριτάδες στα πανεπιστήμια, και να κερδίζει παράσημα και επικοινωνικαούς πόντους.
Είναι κάπως σαν την αγορά εργασίας, όπου οι μισοί και παραπάνω νέοι βλέπουν να λιώνουν τα νιάτα τους στην ανεργία, αλλά όταν καλούνται σε μια επαγγελματική συνέντευξη, πρέπει να παρουσιάσουν ένα γεμάτο και γαμάτο βιογραφικό, όπου να φαίνεται πως είναι πολύ δραστήριοι (γιατί αλλιώς είναι άχρηστοι) και ότι έχουν κάνει ένα σωρό εκπληκτικά πράγματα.

Ποια είναι στην πραγματικότητα η σχέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης με τα μεγάλα μονοπώλια που κυριαρχούν στην ελληνική αγορά και πόσο έχουν τρομάξει αυτά από το ενδεχόμενο (εν)αλλαγής στην κυβερνητική φρουρά; Υπάρχει μια πολύ διδακτική ιστορία από τις παραμονές των εκλογών του 81’ με μια σύσκεψη κορυφής πολιτικών και οικονομικών παραγόντων (νομίζω πως έγινε στην αμερικάνικη πρεσβεία, αλλά μπορεί να με ξεγελά εντελώς η μνήμη μου) εν όψει της βέβαιης επικείμενης εκλογικής επικράτησης του πασόκ, όπου συμφωνήθηκε πως εφόσον παραμείνουν αμετακίνητες κάποιες σταθερές στην εξωτερική πολιτική, δεν υπάρχει κανείς σοβαρός λόγος ανησυχίας.
Το πιο ενδιαφέρον είναι πως αυτή την ιστορία την είχε θυμίσει στο κοινό του, ανήμερα των δεύτερων εκλογών του 12’ αν δεν κάνω λάθος, ο ψυχάρης στο κύριο άρθρο του βήματος, επισημαίνοντας τις εμφανείς αναλογίες του 81’ με τη σύγχρονη πολιτική συγκυρία (γιατί από οικονομικής άποψης είναι τελείως διαφορετική ως προς τη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού).



Επειδή όμως το θέμα έχει αρκετό ζουμί ακόμα για να στριμωχθεί σε ένα μικρό επίλογο, βάζουμε εδώ μια άνω τελεία, για να συνεχίσουμε –καλώς εχόντων των πραγμάτων- μες στη βδομάδα με το δεύτερο μέρος.

Κυριακή, 26 Οκτωβρίου 2014

Πόσο κοστίζει το σίδερο

Αφήνοντας την πρωτεύουσα σε καίριο χρονικό σημείο, η κε του μπλοκ έχασε κάποια ενδιαφέροντα ραντεβού και εκδηλώσεις. Όπως αυτή στην έδρα της κετουκε προς τιμήν του μάνου κατράκη, στα τριάντα χρόνια από το θάνατό του· την παρουσίαση του τελευταίου βιβλίου του φαρσακίδη, λίγους σταθμούς πιο πάνω, στη νέα ιωνία, όπου μίλησε μεταξύ άλλων κι ο σιώρας, ως θεράπων ιατρός του. Ενώ διαπίστωσα πως από το πέραμα δεν έχει (εύκολο) πέρασμα, αν δεν έχεις δικό σου μεταφορικό μέσο και έτσι έχασα το σ/κ με τις κολλητές εμφανίσεις του (ιστορικού) μαργαρίτη και του (αοιδού) μαργαρίτη (κάτι σαν εκείνο τον τελικό του ουέφα μεταξύ της ατλέτικο και της αθλέτικ, που ήταν ευκαιρία για το ευρύ κοινό να μάθει να τις ξεχωρίζει, αλλά φευ) στην έκθεση «άνθρωποι και σίδερο». Που, αν σκεφτείς την ταξική πάστα και τις αντοχές των διοργανωτών, θα μπορούσα κάλλιστα να λέγεται «άνθρωποι από σίδερο» ή αλλιώς «πώς δενότανε το σίδερο», σαν το γνωστό μυθιστόρημα του οστρόφσκι για το ατσάλι της ρωσίας και τους ατσάλινους («στάλιν» στα ρώσικα) υπερασπιστές της σοβιετικής εξουσίας.

Για να καλύψει εν μέρει λοιπόν το κενό, η κε του μπλοκ πήγε σε ό,τι κοντινότερο υπήρχε: την παράσταση «πόσο κοστίζει το σίδερο» από τη θεατρική ομάδα «τρίτο κουδούνι» -για να παραπέμπει ίσως συνειρμικά στον τρίτο γύρο- στο κτίριο του παμμικρασιατικού συλλόγου, στα προσφυγικά της πάτρας. Το έργο είναι μια σύντομη μπρεχτική αλληγορία για τα γεγονότα και την εξάπλωση της ναζιστικής γερμανίας πριν το β’ παγκόσμιο πόλεμο. Το μόνο μειονέκτημα κατά τη γνώμη μου –που δεν είχε να κάνει με την απόδοση των ερασιτεχνών ηθοποιών αλλά μάλλον με την πλοκή του έργου- είναι πως αν γνώριζες τα βασικά ιστορικά γεγονότα (πχ το ανσλους της γερμανίας στην αυστρία, τη συμφωνία του μονάχου που όρισε την τύχη της τσεχοσλοβακίας και την –ευνοϊκά διακείμενη προς τους ναζί- ουδετερότητα της σουηδίας) δε θα δυσκολευόσουν ιδιαίτερα να πιάσεις το (εντελώς προφανές) υπονοούμενο της αλληγορίας. Εφόσον όμως δε γνώριζες αυτό το κεφάλαιο της ιστορίας (αν και ο θίασος απευθύνεται κατά βάση σε σχετικά υποψιασμένο κοινό), πιθανότατα θα έμενες με την απορία για το νόημα του έργου –που είχε ωστόσο μια σχετική αυτοτέλεια ως υπόθεση.

Πέρα από το θεατρικό –και τις τρεις δωρεάν παραστάσεις (με προαιρετική ενίσχυση) που δόθηκαν- ο παμμικρασιατικός σύλλογος έχει αναπτύξει αξιόλογη δραστηριότητα με πλούσιο πρόγραμμα, που περιλαμβάνει από λαϊκά φροντιστήρια μέχρι ομάδες δωρεάν εκμάθησης μουσικών οργάνων και αποτελεί πρότυπο για τη δουλειά αντίστοιχων συλλόγων και λαϊκών επιτροπών στις γειτονιές. Γράφοντας αυτές τις γραμμές, σκέφτομαι ήδη τις δικαιολογημένες ενστάσεις κάποιων συντρόφων που έχουν δει από πρώτο χέρι αντίστοιχες πρωτοβουλίες να έχουν φτωχά αποτελέσματα ή να πέφτουν σε τοίχο. Η λαϊκή επιτροπή παρεμβαίνει πχ για να επανασυνδεθεί το ρεύμα σε μια φτωχή οικογένεια, να σβήσει ένα πρόστιμο, να δώσει κάποια βοήθεια, αλλά στις περισσότερες περιπτώσεις η επαφή σταματά εκεί, χωρίς να έχει πολιτική συνέχεια. Ο κόσμος έχει μάθει να περιμένει κάποιο διαμεσολαβητή, μια άνωθεν σωτήρια λύση, χωρίς να θεωρεί απαραίτητη τη δική του συμμετοχή.

Είναι απαραίτητο όμως να πιάσουμε το επίπεδο συνείδησης του κόσμου, όχι για να πέσουμε και να μείνουμε σε αυτό, αλλά να μπορέσουμε να το ανεβάσουμε, να τον πάρουμε σιγά-σιγά με το μέρος μας, ξεκινώντας από τα καθημερινά του προβλήματα, από αυτό που καταλαβαίνει. Δε μιλάμε για κάποια «κοινή δράση πάνω στο πρόβλημα» (σήμερα το ζητούμενο δεν είναι γενικά κι αφηρημένα η κοινή δράση, αλλά αυτή καθαυτή η δράση, που είναι κάτω από τον πήχη των περιστάσεων, και το κοινό που καλείται να δράσει και να πάψει να μένει στο περιθώριο). Ούτε για κάποια θολή μετωπική ενότητα (που στην πραγματικότητα δεν είναι ούτε ενότητα, ούτε –πολύ περισσότερο- κάποιο μέτωπο). Αλλά για δουλειά μες στις μάζες, με εργάτες και λαϊκούς ανθρώπους που μπορεί να έχουν κολλήματα, ακόμα και να σκέφτονται αντιδραστικά. Το πρόβλημα δεν έγκειται σε αυτές καθαυτές τις δράσεις, αλλά στην εμβάθυνση στη ρίζα του προβλήματος, τη σύνδεση με το γενικό πλαίσιο και το πώς θα οδηγήσουν σε αυτά τα ζητούμενα.

Από την άλλη το σύνθημα που πετύχαμε σε ένα πανό (ή μήπως πλακάτ;) του παμμικρασιατικού που έλεγε: όχι στην εξουσία των μονοπωλίων. Η δουλειά στο μαζικό κίνημα δε σημαίνει να ρίχνεις νερό στο κρασί σου, να κρύβεις το στρατηγικό σου στόχο, να μην κάνεις ζύμωση και πολιτική δουλειά. Τον κόσμο δεν τον κερδίζουμε βάζοντας κουτσουρεμένα συνθήματα και μικρούς ‘εφικτούς’ στόχους που δεν τον τρομάζουν, αλλά όταν μας βλέπει δίπλα του στον αγώνα για κάθε μικρό ή μεγαλύτερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει, όταν χτίζουμε σχέσεις εμπιστοσύνης και τον πείθουμε να συμπορευτεί μαζί μας και να βαδίσει ως το τέλος του δρόμου.

Αυτό είναι το βασικό συμπέρασμα που βγαίνει από την πείρα του παμμικρασιατικού και την πόλη της πάτρας συνολικά. Που στο άκουσμά της και μόνο, οι σφοι νιώθουν μια ευαίσθητη χορδή τους να πάλλεται και σε ρωτάν να τους μεταφέρεις κλίμα κι εικόνα από το κόκκινο γαλατικό χωριό: όλοι κυκλοφορούν χαμογελαστοί, σε χαιρετάνε με υψωμένες γροθιές, σφιχτές και ροζιασμένες, ο ουρανός είναι πιο γαλανός, αλλά το βάθος του πάντα κόκκινο, κτλ. Ε προφανώς δεν είναι έτσι. Η κατάσταση και τα αποτελέσματα είναι αρκετά πιο αντιφατικά από μια τόσο ειδυλλιακή εικόνα.
Καταρχάς το κριτήριο της ψήφου (σε τοπική διοίκηση κι ευρωεκλογές) δεν ήταν ενιαίο και συνεπές για την πλειοψηφία των πατρινών ψηφοφόρων, ενώ παλιότερα είχαν στηθεί σε κάποιες γειτονιές και συσσίτια από τους φασίστες της χρυσής αυγής. Στον αντίποδα, η εκλογική επιρροή του κόμματος παρουσιάζει ανοδικές τάσεις στην πάτρα (σε αντίθεση με άλλα μεγάλα αστικά κέντρα) ενώ η δουλειά στα σωματεία και τη σπουδάζουσα νεολαία καταγράφει συγκριτικά πολύ καλούς δείκτες.

Από την άλλη έχει ενδιαφέρον να δει κανείς πώς προβάλλουν μεγάλες πατρινές ιστοσελίδες κάποια γεγονότα(;). Δείτε πχ αυτό το σχόλιο για την.. άρνηση του πελετίδη να δώσει λεφτά στο παμε για τη μετάβασή του στην αθήνα, στο συλλαλητήριο της 1ης νοέμβρη. Από πού να το πιάσεις και πού να το αφήσεις..
Ποια είναι η ειδική γραμμή; Ότι ο πελετίδης κρατά αποστάσεις από τους δικούς του, κουκουέδες και παμίτες. Ποια είναι η γενική γραμμή; Κάθε τι καλό, το χρεώνεται προσωπικά ο πελετίδης, ως άτομο ξεκομμένο από την πολιτική του ιδιότητα. Οτιδήποτε αρνητικό εννοείται πως το χρεώνεται συνολικά και το κόμμα του πελετίδη, το κκε.
Η τυφλή κι ανεξάρτητη δικαιοσύνη πάντως δεν καταλαβαίνει τέτοιους λεπτούς διαχωρισμούς και καλεί την πέμπτη τον πελετίδη να δώσει εξηγήσεις στον εισαγγελέα για τη γνωστή υπόθεση με την αξιολόγηση και τα στοιχεία των εργαζομένων.

Το παραπάνω παράδειγμα υπογραμμίζει την ανάγκη να προβάλλουμε με κάθε δυνατό τρόπο από τα δικά μας μέσα αντίστοιχες τις πρωτοβουλίες και τις κινήσεις των κόκκινων διοικήσεων των δήμων –πχ τις λαϊκές συνελεύσεις στο χαϊδάρι για την κατάρτιση του προϋπολογισμού, για να μη μείνουμε μόνο στην περίπτωση της πάτρας. Αν δεν το κάνουμε εμείς, δεν μπορούμε να περιμένουμε πως θα το κάνει κάποιος άλλος για εμάς.

Ένα δεύτερο ζήτημα είναι πως αυτές οι κινήσεις πρέπει να αποκτήσουν σταθερό και μαζικό χαρακτήρα, να γίνουν υπόθεση του λαού και όχι μόνο πρωτοβουλίες από τα πάνω. Αλλά αυτό είναι θέμα μιας άλλης ανάρτησης.

Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Να τον αγοράσουμε

*Άρθρο συνεργάτη της κε του μπλοκ

Έχει περάσει αρκετός καιρός από την ημέρα που ο Αλέξης Τσίπρας αποκάλυψε στην ομιλία του τις κυβερνητικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ, από το βήμα της Διεθνούς Έκθεσης Θεσσαλονίκης, αλλά η συνεργασία με την ΚΕ του Σφυροδρέπανου, δεν είχε ακόμα ξεκινήσει και έτσι το κείμενο δεν μπορούσε να δημοσιευτεί νωρίτερα. Ποτέ όμως δεν είναι αργά για λίγη αγάπη, λίγο ΣΥΡΙΖΑ και λίγο (Πολύ λίγο. Ειλικρινά λίγο. Εντάξει, εντάξει, καθόλου) σοσιαλισμό.

Ξεκινώντας από το τελευταίο. Διάβαζα λίγο καιρό πριν, ένα κείμενο του Χρήστου Λάσκου, σε ένα από τα πολλά (αλλά πάρα πολλά) Μέσα που διατηρεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Χρήστος Λάσκος, στέλεχος μιας εκ των τάσεων του ΣΥΡΙΖΑ και εν πολλοίς διαμορφωτής της τακτικής της, αναρωτιέται σε ένα από τα κείμενά του, λοιπόν, αν στον ΣΥΡΙΖΑ «Πιστεύουμε στο σοσιαλισμό;». Και ενώ περιμένει κανείς, κάτω από τον τίτλο, να βρει ένα ξερό «ΟΧΙ», αντίστοιχο σε μέγεθος εκείνων που αποτυπώνονταν στις αφίσες των εκδηλώσεων των σχολείων για την 28η του Οκτώβρη, ο κύριος συνοδεύει τον τίτλο, με τι; Με κείμενο, αν έχεις τον θεό σου.

Στο οποίο βγάζει μάτι η εξής προσέγγιση του θέματος: «Δεν με φοβίζει το γεγονός πως η προγραμματική μας πρόταση έχει έντονα στοιχεία, που την κάνουν να μοιάζει με κεϋνσιανές αντίστοιχες. Ο λόγος είναι πως αυτή η προγραμματική πρόταση, αρθρωμένη γύρω από τη θεμελιώδη διατύπωση «να πληρώσουν την κρίση οι πλούσιοι και το κεφάλαιο», φθάνει και περισσεύει, στις σημερινές συνθήκες, για την εκκίνηση μιας συγκρουσιακής διαδικασίας, η οποία είναι αναγκαία για να προχωρήσουμε.»

Εντάξει τώρα εσείς είστε κακεντρεχείς και θα πείτε, ότι ο κύριος προσπαθεί να δικαιολογήσει την απάλειψη ακόμα και της αναφοράς στο σοσιαλισμό (τον δικό τους ντε, με την δημοκρατία και την ελευθερία, που όμως τους μάλωσε ο Μπιτσάκης όταν πήγε στο φεστιβάλ τους, λεγοντάς τους ότι ο όρος σοσιαλισμός τα εμπεριέχει αυτά), όμως μόνο έτσι δεν είναι.

Ξεκινάει συγκρουσιακή πορεία ο ΣΥΡΙΖΑ (η οποία μάλιστα καταλήγει στο σοσιαλισμό), αφού λέει καθαρά «να πληρώσουν την κρίση οι πλούσιοι και το κεφάλαιο». Το είπε καθαρά και ο Αλέξης Τσίπρας, στην ΔΕΘ αφού.

Τι δεν το είπε; Αφού είπε για Εθνικό Σχέδιο Ανασυγκρότησης, που εντάξει είναι λίγο σχέδιο ταξικής συνεργασίας, εξ ου και «εθνικό», όμως περιλαμβάνει «τους τέσσερις μεγάλους πυλώνες για την αντιστροφή της κοινωνικής και οικονομικής αποδιάρθρωσης, την ανόρθωση της οικονομίας και την έξοδο από την κρίση.
Πρώτος πυλώνας: Το πρόγραμμά μας για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης.
Δεύτερος Πυλώνας: Τα άμεσα μέτρα για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Τρίτος Πυλώνας: Το εθνικό σχέδιο για την ανάκτηση της εργασίας.
Τέταρτος πυλώνας: Ο θεσμικός και δημοκρατικός μετασχηματισμός του πολιτικού συστήματος.»

Περιληπτικά και εν τάχει, ο πρώτος είναι μια διαχείριση της «ακραίας φτώχειας», όχι κάτι που δεν συμβαίνει στην Βραζιλία π.χ. ή και σε κάποιες ευρωπαϊκές χώρες, δεν χτυπάει πάντως το κεφάλαιο, ούτε ελαφρύνει τους μη προνομιούχους (που θα έλεγε και ο αείμνηστος, μεγάλη η χάρη του ). Ο δεύτερος κάτι λέει για κατάργηση του ΕΝΦΙΑ και θέσπιση κοινωνικά δίκαιου φόρου μεγάλης ακίνητης περιουσίας, που χτυπάει (όχι ιδιαίτερα) το μεγάλο κεφάλαιο, αλλά όχι εκεί που παράγεται και επίσης μόνο στην περίπτωση που οι μεγαλοεπιχειρηματίες δεν έχουν καταχωρίσει τα ακίνητά τους ως επαγγελματικούς χώρους, οπότε το πράγμα αλλάζει. Άνθρακες ο θησαυρός σας ακούω να λέτε, αλλά βιάζεστε. Γιατί η αφαιρετική ικανότητα του ΣΥΡΙΖΑ, όσο πλησιάζει ο καιρός να γίνει κυβέρνηση, πολλαπλασιάζεται, διαλεκτικά πάντα. Στον τελευταίο πυλώνα, περιμένει να βρεις (αφελή αναγνώστη) πρώτη και καλύτερη την απλή αναλογική. Όμως όχι. Ο ΣΥΡΙΖΑ κάνει και πάλι την μεγάλη έκπληξη και τελειώνει και με αυτά τα βαρίδια του παρελθόντος.

Η ομιλία Τσίπρα, έχει και καμιά - δυο δεσμεύσεις ακόμα, όπως ότι θα αποκαταστήσει όλες τις αδικίες του Μνημονίου, αλλά και ότι θα επαναφέρει μισθούς και συντάξεις στα προ κρίσης επίπεδα. Σταδιακά. Και ανάλογα με την πορεία της διαπραγμάτευσης.

Απροπό, τώρα που μιλήσαμε για διαπραγμάτευση. Το -κατά Τσίπρα- διακύβευμα της εποχής; Διαπραγμάτευση ή μη διαπραγμάτευση. Κοίτα να δεις που αρχίσαμε να νοσταλγούμε το μνημόνιο ή αντιμνημόνιο. Μόνο που η διαπραγμάτευση δεν εγγυάται αποτελέσματα. Μπορεί να έχει καλύτερα, ΙΔΙΑ, ή και χειρότερα από αυτά της σημερινής κυβέρνησης. Αλλά χωρίς λίγο ρίσκο, τι είναι η ζωή; Ψάρι χωρίς ποδήλατο.

Οπότε και επιστρέφοντας, για λίγο, στο πρώτο μας θέμα. Χρήστο Λάσκο, χρειάζεται λίγη δουλειά το κειμενάκι σου. Πάμε ξανά;

«Πιστεύουμε στο κεϋνσιανισμό;»

«Δεν με φοβίζει το γεγονός πως η προγραμματική μας πρόταση έχει έντονα στοιχεία, που την κάνουν να μοιάζει με (νέο)φιλελεύθερες αντίστοιχες. Ο λόγος είναι πως αυτή η προγραμματική πρόταση, αρθρωμένη γύρω από τη θεμελιώδη διατύπωση «να πληρώσουν την κρίση οι πλούσιοι και το κεφάλαιο», «να πληρώσουν την κρίση τα ακίνητα» φθάνει και περισσεύει, στις σημερινές συνθήκες, για την εκκίνηση μιας συγκρουσιακής διαδικασίας (με τα ακίνητα), η οποία είναι αναγκαία για να προχωρήσουμε (σ.σ. να κινηθούμε δηλαδή, διαλεκτική χαχόλε!).

Και αφού ξεμπερδέψαμε με ΣΥΡΙΖΑ και σοσιαλισμό, πάμε και στην αγάπη. «Εκτός από τον ιμπεριαλισμό, υπάρχει και η μοναξιά» άλλωστε. Και ο ΣΥΡΙΖΑ, έχει ξεπεράσει προ πολλού τους σεχταρισμούς που άφησε το παρελθόν, σε κάποια στελέχη του. Κάνει παρέες, κακές θα πουν πολλοί, αλλά δεν τους δίνουμε σημασία. Ξεπεράστηκε όπως είπαμε παραπάνω και το μνημόνιο-αντιμνημόνιο και πλέον δεν έχουμε κόλλημα, ούτε με πρώην μνημονιακούς.

Εντάξει η υπουργός του Γιώργου Παπανδρέου, Λούκα Κατσέλη είναι ξεπερασμένο σαν όνομα, γι αυτό πάω στα νεότερα. Η Θεοδώρα Τζάκρη, με απόλυτη ευστοχία στην κατηγορία «ψήφοι σε μνημόνια» (3/3) δήλωσε ότι συμπλέει πλέον με το ΣΥΡΙΖΑ και πως αν θέλει η Κουμουνδούρου, θα την τιμούσε μια θέση στα ψηφοδέλτιά του (που κατά τον πρόεδρο πρέπει να είναι ανοιχτά και πολυσυλλεκτικά) Που το δήλωσε; Στο «Κόκκινο» της Θεσσαλονίκης. Καλό θα ήταν η Κουμουνδούρου, να την συμπεριλάβει τελικώς στα ψηφοδέλτια, γιατί αλλιώς καραδοκεί ο Στάθης ο Παναγούλης με τις χειροπέδες στο χέρι.

Ο (κατά την νεολαία ΣΥΡΙΖΑ «άντε και γαμήσου») σ. Κουβέλης (που έκανε μισθούς και συντάξεις κουρέλι, πάλι κατά την νεολαία), έκανε ως και συνέδριο για να ξεδιαλύνει το δίλημμα της εποχής «παλιό ή νέο ΠΑΣΟΚ» και καταλήγει κατά πως φαίνεται στο νέο, εκτός αν το παλιό του προτείνει να γίνει πρόεδρος της Δημοκρατίας, οπότε το ξανασυζητάμε.

Σε παράλληλες αλλά και τεμνόμενες, ταυτόχρονα εξελίξεις. Χώρισαν Ραχήλ Μακρή και ψεκασμένοι Έλληνες, αλλά έδωσαν ραντεβού στην Κουμουνδούρου. Η μεν Ραχήλ δήλωσε ήδη τη στήριξή της στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ ο Τσίπρας, συναντήθηκε με τον Καμμένο (κάτι που θύμωσε τον καλησπέρα-καλησπέρα), μήπως τον ανεβάσει λίγο επικοινωνιακά ως μετεκλογικό κυβερνητικό εταίρο, καθώς εντός των Ανεξάρτητων Ελληνών κυριαρχούν φυγόκεντρες τάσεις.

Όλα αυτά θα τα δούμε βέβαια, μετά την εκλογή ή μη του προέδρου της Δημοκρατιάς. Παρεμπιπτόντως, ο ΣΥΡΙΖΑ κατηγορεί -μέσω της Αυριανής (kontranews) του Κουρή- την κυβέρνηση για συναλλαγή με βουλευτές που δεν θέλουν να ψηφίσουν για πρόεδρο της δημοκρατίας ώστε να αλλάξουν την ψήφο τους. Απαράδεκτο, αν όντως ισχύει. Οι συναλλαγές είναι καλές, μόνο όταν τις κάνει ο διευθυντής του γραφείου του προέδρου, που δήλωσε: «Όποιος ψηφίσει για πρόεδρο της δημοκρατίας, κόβει γέφυρες με το ΣΥΡΙΖΑ». Ή αντεστραμμένο «Όποιος θέλει να υπάρχουν γέφυρες με το ΣΥΡΙΖΑ, δεν ψηφίζει για πρόεδρο της δημοκρατίας». Εγώ βάζω το χέρι μου στη φωτιά πάντως. Ε, τι να πω λέτε να δούμε κανέναν από τους ανεξάρτητους που δεν θα ψηφίσουν, σε ψηφοδέλτιο του ΣΥΡΙΖΑ; Εντάξει ακόμα κι έτσι, δεν πρόκειται για οικονομική συναλλαγή, αλλά για πολιτική. Και τι έγινε που αν εκλεγεί, θα λαμβάνει και μισθό βουλευτή;

Άλλωστε τι να τον κάνεις τον κάθε τυχάρπαστο βουλευτή, όταν έχεις τα καλύτερα παιδιά να σε στηρίζουν; Όχι, δεν εννοώ την νεολαία. Όχι, ούτε τον Λαφαζάνη. Εννοώ τον Δημήτρη το Γιαννακόπουλο, τον κ. ΒΙΑΝΕΞ και ΚΑΕ Παναθηναϊκός, που άνοιξε το δρόμο πρώτα με αυτό και έπειτα με αυτό. Και μετά την Γιάννα μας, που όπως και να το κάνεις, ξέρει από αγώνες (τους καλύτερους διοργάνωσε).

Δεν ξέρω αν οι προαναφερθέντες μεγαλοαστοί θα συμβάλλουν και εκείνοι με κάποιο κείμενο στον προβληματισμό του κ. Χρήστου Λάσκου, πάντως ούτε εκείνοι δείχνουν να φοβούνται το ότι το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ δεν αναφέρεται σε σοσιαλισμό. Άλλωστε εσείς θα βάλετε την σκέψη και εκείνοι το χρήμα. Και που θα πάνε, τα μέσα παραγωγής, θα κοινωνικοποιηθούνε. Και αν δεν θέλουν (τα ίδια;) να κοινωνικοποιηθούν, με τα λεφτά των συμμάχων μας θα τα αγοράσουμε και μετά θα τα κοινωνικοποιήσουμε. Γιατί μπορούμε.

Υ.Γ. Εκκρεμότητα από το προηγούμενο κείμενο. Κάπου λέει στη συνέντευξή του ο Πανούσης, όταν τον τσιγκλάνε γιατί δεν λέει τίποτα για τον Μπόμπολα, να πάνε στην παράσταση για να δουν τι λέει. Είδα, πάντως, σποτάκι του Mega για την παράσταση Πανούση, όπου προφανώς το μεγάλο κανάλι κάνει το «χορηγό επικοινωνίας»;. Τρέμει ο Μπόμπολας!!!

Ρένα Μπουεναβεντούρα Δούρου-τι

Τετάρτη, 22 Οκτωβρίου 2014

Εις μνήμη Χάρρυ Κλυνν

Μπορεί ο Πανούσης να είναι στην επικαιρότητα τις τελευταίες μέρες, αλλά εμένα η δική μου αδυναμία βάση γούστου, πολιτικού κριτηρίου, παιδικών βιωμάτων και όχι μόνο, είναι άλλη: ο βασίλης τριανταφυλλίδης ή αλλιώς χάρρυ κλυνν. Που όχι δεν πέθανε, τουλάχιστον βιολογικά, γιατί καλλιτεχνικά παρέδωσε πνεύμα κάπου κοντά στις ανατροπές (και ο πανούσης νομίζω σταμάτησε από το 93’ τη δισκογραφία) δίνοντας δικαίωμα σε κάτι νεοταξίτες σαν τον καρπετόπουλου να ρωτάνε ειρωνικά: από πότε έχει να πει κάτι αστείο ο χάρρυ κλυνν; Μα αφού είπαμε, από το 91’ με τις ανατροπές και το δίσκο «γρανίτα από τζατζίκι», που είχε και το τραγούδι με την αλέκα (μάο-μάο).

Κάπου στα μέσα της δεκαετίας με τις βάτες λοιπόν, είχε βγει η ταινία «εις μνήμη χάρρυ κλυνν», που θυμίζει ως ιδέα το βιβλίο ενός άλλου βασίλη το ‘μνημόσυνο σε έναν ημιτελή θάνατο’ του ραφαηλίδη. Έτσι η κε του μπλοκ παίρνει την ευκαιρία να γράψει δυο λόγια, ως ημιτελές μνημόσυνο για έναν προ πολλού επελθόντα καλλιτεχνικό θάνατο και δύο ταινίες-μικρά αριστουργήματα, κατά τη γνώμη μου, που άφησε πίσω του ο χάρρυ κλυνν.

Το αλαλούμ έρχεται στις αρχές της δεκαετίας, στα πρόθυρα της αλλαγής κι αποτελείται από τρία μέρη, που παρωδούν πτυχές του ελληνικού κινηματογράφου της εποχής. Το πρώτο μέρος είναι μια σπαρταριστή σάτιρα των αστυνομικών ταινιών με πρωταγωνιστές τρομερούς ντετέκτιβ-επιθεωρητές τύπου μπέκα: «διακόπτης, αλτάνες, ραγού, ξέρω πως όλο το μυστήριο κρύβεται σε μια λέξη: -βα-ζε-λί-νη… Ας το πιστέψω». Το δεύτερο μέρος παρωδεί τις κουλτουριάρικες, ντεμέκ ψαγμένες ταινίες και μας δίνει ένα μοναδικό, διαχρονικό χαρακτήρα μικροαστού διανοούμενου, σαν τον (με λένε) αρτέμη (πω-πω νόημα). Όλα αυτά όμως δεν είναι παρά μόνο το ορεκτικό, ώσπου να φτάσει κανείς στο τρίτο μέρος και την παρωδία της γκόλφως, την κορυφαία σατιρική ματιά στην εξέλιξη της ελληνικής κοινωνίας, που έχω υπόψη.


 Ο χαρακτήρας του χαράλαμπου τραμπάκουλα –που ως γνωστόν, έβοσκε πρόβατα εδώ παραδίπλα- είναι μια κατηγορία από μόνος του. Αφομοιώνει γρήγορα το κατεβατό του ινστρούχτορα από την πόλη (ε βέβαια ρε παιδάκι μου, τώρα που μου το εξήγησες, όλα στουπόγαλο το κατάλαβα, το συμφέρον μας δε θέλουμε;) και το αναπαράγει εκλαϊκευτικά στις μάζες, ως εκεί που το θυμάται (και μετά πήγε και έπεσε στον γκρεμό και καλά κρασιά). Κατανοεί την ανάγκη ύπαρξης κομματικής οργάνωσης και στο λέτσοβο (εμείς θα τη φτιάξουμε την οργάνωση, χαμένε, α χαμένε) και βολιδοσκοπεί σχετικά τον πασόκο τασούλη, στο πλαίσιο του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων. Επιβεβαιώνει με κάποια σχετική ταλάντευση ότι δεν υπάρχει κανείς α-να-θε-ω-ρη-τής (είχαμε ένα, τελείωσε, προχτές τον πήρανε). Βάφει με κόκκινη μπογιά το κοπάδι του και το φωτογραφίζει (χρις, κλιτς-κλικ) μες στη σημειολογία. Ανάβει κεράκι στο εικονοστάσι με το βλαδίμηρο και συνεχίζει ως την τελική νίκη της πάλης των τάξεων που μένει ιστορικά αδικαίωτη.


Η ταινία αποδίδει εκπληκτικά την αμήχανη, απότομη και εν μέρει κιτς προσαρμογή της κατά βάση επαρχιώτικης ελλάδας (συνομοσπονδία ελληνικών χωριών ονομάζει την αθήνα ο ραφαηλίδης· και η διασημότερη σαλάτα μας δεν είναι τυχαία η χωριάτικη) στα σύγχρονα, δυτικά πρότυπα. Ο τζέι αρ (jr) τσαπανάρας, κάτι απροσδιόριστο μεταξύ τσολιά και καουμπόη (δηλ αμερικανοτσολιά), κολλάει σαλιωμένα χαρτονομίσματα στο τζουκ μποξ και χορεύει με καυτά εξάσφαιρα και φιγούρες τσάμικου το ρα-ρα-ράσπουτιν των boney m.


Οι μπαρμπάδες στα καφενεία παραγγέλνουν «τα συνηθισμένα παιδί μου: σκατς ον δε ροκς. –Κι εγώ ένα καμπάρι» και τα μαγαζιά της πλατείας αλλάζουν τις πινακίδες και τα ελληνικά τους ονόματα. Κατακαημένο λέτσοβο τι σου ‘μελλε να πάθεις. Κι οι χωριανοί σταυροκοπιούνται μπροστά στο τηλεχειριστήριο με τα «εκ διαμέτρου αντίθετα, αξιοθαύμαστα πράγματα… κουμπάκια, ρόμβοι…» και την εναλλαγή ανάμεσα στα δυο κανάλια, από τη μετάδοση της θείας λειτουργίας στα διαφημιστικά με τα ημίγυμνα γυναικεία σώματα. Η αστική πολυφωνία με όλες τις όψεις της και την κλασική υποκρισία της τάξης της.

Υπάρχουν επίσης πολλές σκηνές με διαχρονικά στοιχεία –που είναι το βασικό χαρακτηριστικό της καλής σάτιρας- όπως ο αγώνας ποδοσφαίρου της εθνικής με το συγκρότημα του αμόλα καλούμπα, το νικητήριο γκολ του μάικ γιαουρτάκου (γαλάκου) και οι ψύχραιμες αντιδράσεις του εκφωνητή στο μικρόφωνο (η ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει…) που συνοψίζουν τη μέση δημοσιογραφική αντιμετώπιση-κάλυψη κάθε αθλητικής διάκρισης. Κάποιοι θυμήθηκαν αυτές τις σκηνές με την πρόκριση φέτος επί της ακτής ελεφαντοστού στο μουντιάλ, σε εμένα πάλι η αίσθηση του déjà-vu ήταν πιο έντονη στον τελευταίο αγώνα των προκριματικών του 04’ με τους βορειοϊρλανδούς (που φέτος μας έκλεισαν το σπίτι) και τα επινίκια στο καλλιμάρμαρο, μερικούς μήνες αργότερα, με τον χριστόδουλο να θυμίζει τον χάρρυ κλυνν παπά, να πανηγυρίζει με το λιβανιστήρι: γκοοοολ


Η κορυφαία σκηνή όμως που συμπυκνώνει όλο το νόημα της δικομματικής αντιπαράθεσης από τη μεταπολίτευση (και παλιότερα) ως τις μέρες μας είναι η πόλωση μεταξύ πράσινων και βένετων και η εμφύλια διαμάχη για την οποία προετοιμάζονται τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα του χωριού (τρία ρε χαμένε, τρία! Είμαι κι εγώ εδώ) με επικεφαλής τη δεξιά γκόλφω και το.. δημοκράτη τασούλη (δηλ ο χάρρυ κλυνν που είχε κατέβει υποψήφιος δήμαρχος στη καλαμαριά με στήριξη νδ και ο ανέκαθεν πασόκος πιατάς), που είναι θαρρείς έτοιμοι να σφαχτούν στα μαρμαρένια αλώνια και ξαφνικά μονιάζουν κι αγκαλιάζονται ευτυχισμένοι, σε αγαστή πολιτική συνεργασία. Όπως ακριβώς στη βουλή


Το made in greece έρχεται προς τα τέλη της δεκαετίας και της αλλαγής, εν έτει 87’ κι έχει τη δική του σημειολογική μαγεία και πολλαπλά επίπεδα ανάγνωσης.
Η εξάρτηση από τους (καριόλεν) γερμανούς (τι να κάνουμε, αυτή ήταν τότε η γραμμή) που καταλαμβάνουν τις ελληνικές παραλίες και καταδιώκουν τον πρωταγωνιστή (μπίτε χερ γιαννάκης) που τους απαντά «τι μπίτε ρε παιδιά; Μόλις βγήκα» -από το τρελάδικο ή και την κατοχή πιθανότατα.
Η μεγαλειώδης παρέλαση με τσιγγάνους αρκουδιάρηδες, σσουβλατζήδες, λαμόγια και τον ανθό της ελληνικής κοινωνίας, τους λαχειοπώληδες ως βασική ελπίδα του τόπου για οικονομική ανάκαμψη και τη γουνοφόρο πρόδρομο της (συν-αγωνίστριας) γιάννας στην κερκίδα των επισήμων, να τα σπάει σα να είναι στα μπουζούκια.

Η υπαρξιακή αγωνία του κακουλίδη στο ταξί «πού πάμε σύντροφοι;» κι η αμήχανη απάντηση του γιάννη γιαννάκη (γγ) «στο αεροδρόμιο», γιατί δεν είχε τίποτα καλύτερο να του απαντήσει και τότε πηγαίναμε σχεδόν κατά διαόλου, με τα χειρότερα να μην έχουν έρθει ακόμα.


Κι η αποτύπωση στις ατάκες του ταξιτζή (ιδανικό συμπλήρωμα του σινεφίλ βασίλη από το αλαλούμ) πχ για τον καρλ χάινς ρουμενίγκε (πληρωμένη απάντηση σε ένα τσιτάτο του μαρξ) του τι και πόσα καταλαβαίνει ο πολύς κόσμος από τη δική μας υπαρξιακή αγωνία και κατά πόσο τη συμμερίζεται.
Ο ίδιος μονόλογος στη συνέχεια της ταινίας με το νεκροθάφτη (πού οδηγείται η ανθρωπότης; πού θα οδηγήσει η φθορά των αξιών που συνεχώς εμπορευματοποιούνται, θυσία στο μολώχ του κεφαλαίου;) και η σουρεάλ προσθήκη στο τέλος: «τσοβόλας». Γιατί λίγο πριν το «τσοβόλα δώστα όλα» ήταν, όσο να πεις, αρκετά σουρεάλ ο ισχυρισμός πως ο τσοβόλας αγωνίζεται ενάντια στον καπιταλισμό, το βωμό του κεφαλαίου, άσχετα αν αργότερα έγινε πρόσκαιρος σύμμαχος στο ααδμ.

Η παρουσίαση της ελλάδας ως τρελάδικου, ένα μόλις χρόνο πριν πει ο καραμανλής τη.. θυμόσοφη ατάκα περί «απέραντου φρενοκομείου». Και το μελαγχολικό τραγούδι στο τέλος της ταινίας: ακόμα έρχομαι..


Μα πάνω απ’ όλα η διαδοχή των τελευταίων σκηνών, από την παρέλαση στην εκκλησία με το φαντεζί μουσικοχορευτικό πρόγραμμα και φινάλε με την απογοητευτική επιστροφή στο πατρικό σπίτι, τελευταίο καταφύγιο πριν από την ασφάλεια του μουρλοκομείου. Ένας φαύλος κύκλος που αποδομεί πολύ έξυπνα το τρίπτυχο πατρίς-θρησκεία-οικογένεια.



Το θέμα είναι πως δεν υπάρχει κανείς σήμερα να γράψει μια αντίστοιχη σάτιρα –σχολιάζοντας μέσα σε όλα και την πολιτική κατάντια του χάρρυ κλυνν αλλά και του κακουλίδη, που είχε πολιτευτεί με τη δημαρ. Και αυτό το μνημόσυνο θα μείνει ημιτελές κι ανέσωτο μέχρι να πιάσει και τη δισκογραφική δουλειά του χαρούλη στη δεκαετία με τις βάτες –που θα τη δούμε σε κάποια επόμενη ανάρτηση.

Τρίτη, 21 Οκτωβρίου 2014

Το πρόβλημα είναι..

Λύσεις υπάρχουν. Το θέμα είναι να ορίσεις πρώτα το πρόβλημα, για να δεις μετά πώς μπορείς να το αντιμετωπίσεις.

Το πρόβλημα είναι πως ζούμε, κινούμαστε, εργαζόμαστε σε ένα περιβάλλον, όπου αντί να τραγουδάμε για να σμίξουμε (με) τον κόσμο γύρω μας, να πάρουμε και να καλλιεργήσουμε τα καλύτερα στοιχεία του καθενός, για να χτίσουμε πάνω τους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι άλλοι μας τη σπάνε, είναι το σύνορό μας και χτίζουμε τείχη για να ξεχωρίσουμε από τον κόσμο, να τον αποφύγουμε και να περιορίσουμε την επαφή μας μαζί του στα τυπικά κι άκρως απαραίτητα.
Ότι θερίζει γενικά η αποξένωση κι ο αδιέξοδος ατομικός δρόμος, που ξεπηδά σα λογική από χίλιες μπάντες. Και δεν υπάρχουν πλέον πολλοί μαζικοί χώροι δουλειάς και μεγάλα εργοστάσια, σαν το πουτίλοφ της ρωσίας το 17’, οπότε χρειάζεται πιο εντατική και πολύ διαφορετική δουλειά απ’ ό, τι στο παρελθόν.
Το πρόβλημα είναι πως τις περισσότερες φορές νιώθουμε την ανάγκη να αναπαρ(αγ)άγουμε το είδος μας, να κλειστούμε σε ένα οικείο συντροφικό περιβάλλον ασφαλείας, να μοιραστούμε σκέψεις, ανησυχίες και προβληματισμούς με τους δικούς μας, αντί να κάνουμε μαζικό άνοιγμα, για να γίνουν περισσότεροι οι δικοί μας.

Το πρόβλημα είναι πως οι σύντροφοι είναι ιστορικά αισιόδοξοι ότι μπορεί να αλλάξει ο κόσμος, γιατί το γνωρίζουν από την κοσμοθεωρία τους, αλλά καταλήγουν στην πράξη από τους πιο απαισιόδοξους, γιατί έχουν φάει πίκρα κι απογοητεύσεις με το κουτάλι. Καληνύχτα κεμάλ, ο κόσμος αυτός ποτέ δε θα αλλάξει.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές η γενική κατάθλιψη ρίχνει κι εμάς τους ίδιους, χτυπάει το σύντροφο της διπλανής πόρτας. Δεν είναι ακριβώς ότι δεν ξέρεις ποια είναι η διέξοδος ή ότι δεν είσαι πεισμένος για αυτήν. Αλλά δε βλέπεις κάποια προοπτική στο άμεσο μέλλον, ίσως να μην την πιστεύεις πραγματικά, να μην την παλεύουμε ουσιαστικά, σα να βολευόμαστε στη μίζερη ζαχαρένια μας και τα ήδη υπάρχοντα –που όλο και λιγοστεύουν.

Το πρόβλημα είναι πως βολευόμαστε στη λογική της μίνιμουμ προσπάθειας και της γνωστής πεπατημένης, ενώ χρειάζεται τόλμη, φαντασία, πρωτοτυπία, κάτι έξω από τα τετριμμένα. Ότι φτάνουμε να συμμετέχουμε σε μια απεργία ή σε μια κινητοποίηση κάποιες φορές για λόγους αξιοπρέπειας, επειδή το καταλαβαίνουμε ως καθήκον, χωρίς όμως να έχουμε κάνει πολλά για την επιτυχία της, για να είναι δηλ μαζική, που είναι βασικός όρος (αναγκαίος αλλά όχι ικανός) για να νικήσει. Ότι μας λείπει συνήθως το πάθος –και δεν εννοώ τις φανατικές εκτονώσεις των ζηλωτών, που είναι η άλλη όψη στο νόμισμα της απογοήτευσης.
Το πρόβλημα είναι ότι πολλές φορές προχωράει, κουτσά-στραβά, μόνο ο σχεδιασμός που έχει μπει κεντρικά και δεν υπάρχει πρωτόβουλη σκέψη και δράση στη βάση, στα ζωτικά κύτταρα του κόμματος. Ότι δε σπάμε το απόστημα της ανάθεσης που μας τρώει, αλλά το μεταθέτουμε ως ένα βαθμό εντός της οργανωμένης πρωτοπορίας και σε άλλο επίπεδο, της κεντρικής πολιτικής σκηνής, περιμένοντας να φροντίσει το κόμμα να βρει κάποια λύση. Ότι δεν έχουμε μάθει να είμαστε ο καθένας πραγματική πρωτοπορία στον χώρο του, που πείθει και τραβάει τους υπόλοιπους, δεν κάνουμε υλική δύναμη τις ιδέες για τις οποίες είμαστε πεισμένοι.

Το πρόβλημα είναι πως δεν έχουμε μάθει να λειτουργούμε και να δουλεύουμε με σχέδιο που να λέει: αυτή είναι η ρίζα του κακού, αυτή η λύση του, αυτά τα μέτρα που απαιτούνται, ας ελέγξουμε τι πετύχαμε και τι όχι, για να δούμε τι άλλο χρειάζεται. Και δεν υπάρχει χειρότερο είδος μεταφυσικής από το να περιμένεις διαφορετικό αποτέλεσμα, ακολουθώντας την ίδια μέθοδο.
Το πρόβλημα είναι ο πρακτικισμός, όπου μοιάζουμε κάποιες φορές να κυνηγάμε την ουρά μας και να τρέχουμε πίσω της να την πιάσουμε. Το πρόβλημα είναι και η θεωρητικοποίηση, οι δικαιολογίες για τη δική μας στάση, αφού δεν τραβά το κόμμα, το κίνημα, οι συνθήκες..

Το πρόβλημα είναι πως είμαστε εν μέρει κομμάτι του προβλήματος και πρέπει να αλλάξουμε πολλά για να γίνουμε όντως κομμάτι της λύσης του. Ότι κι αυτά εδώ μεταξύ μας τα λέμε, και εγώ που στα γράφω είναι ζήτημα τι και πόσα θα κάνω/αλλάξω στην πράξη. Και δεν είμαι καν σίγουρος αν τελικά το πρόβλημα συνοψίζεται κι εδράζεται στα παραπάνω ή είναι κάτι πιο σύνθετο


Πρόβλημα, πρόβλημα, πες μου πώς το λύνεις…

Δευτέρα, 20 Οκτωβρίου 2014

Είχα πάει λαϊκή

Τα ψώνια στη λαϊκή είναι μια ιεροτελεστία. Να βρεις την πιο βολική διαδρομή για το καρότσι, να προσέχεις να μη ζουληχτούν στον πάτο του οι ντομάτες και άλλα ευπαθή προσόντα, να ακούς τους απολαυστικούς διαλόγους μεταξύ των παραγωγών και το θηλυκό γονιό να τα ψάλλει στο ναρίτη άβερελ (με πολιτικό υπόβαθρο) για αυτά που διάλεξε κι έφερε. Να βρεις τα στέκια με τους γνωστούς σου πωλητές που τους ακολουθείς πιστά σα γκρούπι, να παζαρεύεις για το έθιμο και την ευχαρίστηση –κι όχι από τσιγγουνιά- να λιμπίζεσαι κάτι μπλουζάκια CCCP και κάτι φτηνά ρούχα στους πάγκους με τα χύμα και να παλεύεις με τις αναστολές σου: άραγε θα είσαι τσιπης αν το πάρεις, ή μήπως σνομπ, καλομαθημένο (με φίρμες) ψώνιο, εάν δεν..;

Να κλείνεις τη μύτη στην μπόχα της ψαραγοράς (μα πώς αντέχουν αλήθεια αυτοί οι άνθρωποι;) γιατί τα ψάρια είναι ευτυχισμένα μόνο μες στη θάλασσα κι όταν δεν είναι στο δείχνουν· και παρακάτω στις μυρωδιές της καντίνας, για να μην υποκύψεις στον πειρασμό (μα πώς να αντέξεις να μην πάρεις κάτι;) Να κλείνεις τα μάτια στο χούι να σου βάζουνε κάθε φορά στη σακούλα δυο-τρία φρούτα παραπάνω, για να στρογγυλέψει το ποσό. Και να σου κλείνουν το δρόμο δυο θείτσες που συναντήθηκαν με τα καρότσια τους κι ο κόσμος σταματάει γύρω τους και δε θέλει να περάσει από εκείνο το σημείο όπου συναντήθηκαν.

Να είσαι μαθητής στα λύκεια της τούμπας, να σου παίρνουν το μυαλό οι μυρωδιές κι οι φωνές και να θες να φωνάξεις με τη σειρά σου: σώπα δάσκαλε, σώπα να ακούσουμε το λαϊκατζή! Και στην παλιά απογευματινή βάρδια να βλέπεις το σχόλασμα της λαϊκής τις τετάρτες, και να εύχεσαι να έχει κάνα αγώνα κυπέλλου ή ευρωπαϊκό, να πλακώσουν από νωρίς οι κάφροι και να ουρλιάζουν: άσε μωρή τα παιδιά να δουν τον παοοοοκ! Αυτά όμως τα πρόλαβαν οι παλιότερες γενιές. Κι εμείς οι μικρότεροι τα ακούγαμε σαν ιστορίες, για να τρώμε όλο το φαγητό μας.

Κι άλλοι σφοι μπορεί να έχουν να σου πουν άλλες δικές τους ιστορίες, για λαϊκές μικρές σα στρουμφοχωριά (πχ αυτή στις 40 εκκλησιές) κι άλλες, τεράστιες μεγαλουπόλεις όπου χάνεσαι στο πλήθος (τούμπα, κανάρη). Ή εναλλακτικές κωμοπόλεις, σαν τη λαϊκή της καλλιδρομίου στα εξάρχεια, με τις μεσημεριανές (πρωινές δηλ για τα δεδομένα της περιοχής) εξορμήσεις με υλικό που καταλήγουν ηρωικά στις «μουριές» για την ξεκούραση του πολεμιστή. Και τα χανιά, όπου συναντάς το σύντροφο από την κοβ μεσκλών, που –είχαμε δει σε μια προηγούμενη ανάρτηση για την κρήτη, και- φτιάχνει στον πάγκο του μια μικρή διαδήλωση με αυτοσχέδια πλακάτ, σαν εκείνο το επεισόδιο  (και το επόμενο) της φρουτοπίας με την πολιτική ομιλία του αιμίλιου του μήλου και τους διαδηλωτές να φωνάζουν στο αντιιμπεριαλιστικό κλίμα της εποχής: άνθρωποι-ψυγεία, η ίδια συμμορία.



Αν και η κορυφαία, κατά τη γνώμη μου, ήταν η λαϊκή στο κέντρο, γύρω από τη ροτόντα, που τώρα σταμάτησε, για να μην προκαλεί μάλλον κυκλοφοριακή συμφόρηση στους γύρω δρόμους, αυτό το υπέροχο, πολύχρωμο χάος που διοργανωνόταν κάθε τετάρτη στην αρμενοπούλου και τα πέριξ.

Γιατί η λαϊκή είναι οι χαμένες μυρωδιές και τα χρώματα ενός άχρωμου και άοσμου κόσμου, που βρωμάει καυσαέριο. Ένα πανηγύρι φυλών και λαών που εκθέτουν την κουλτούρα τους, κατά κάποιον τρόπο, μαζί με την πραμάτειά τους. Λαϊκό φροντιστήριο με μοναδικές, αυθόρμητες στιχομυθίες και πληρωμένες απαντήσεις, που αφήνουν πολλά έτη φωτός πίσω το κυνήγι της ατάκας και τη δηθενιά στο τουίτερ. Ερασιτέχνες ντελάληδες και αυτοσχέδια τραγουδάκια, σα διαφημιστικά τζιγκλάκια, σαν κομμάτι του ανθρώπινου πολιτισμικού πλούτου, που όσο πάει, τυποποιείται και χάνεται. Και μέσα σε όλα, η αυθεντική εξαθλίωση αφιλτράριστη, χωρίς φτιασίδια, με τους ρακοσυλλέκτες των απομειναριών και τις σακούλες του ενός ευρώ με το σκάρτο εμπόρευμα –τώρα θα υπάρχουν και στα εκπολιτισμένα σούπερ μάρκετ- όπως έκανε δηλ κι ο κοεμτζής αν δεν απατώμαι, στα τελευταία χρόνια της ζωής του.
Μια εβδομαδιαία συνάθροιση ερασιτεχνών εμπόρων (όχι απαραίτητα αθώων) σε μια αγορά, που είναι τέτοια κυρίως με την αρχαία της έννοια, της εκκλησίας του δήμου, και παρεμπιπτόντως ή δευτερευόντως από εμπορική άποψη.

Και έχει μια σειρά πολιτικές προεκτάσεις.
Τις προεκλογικές υποσχέσεις (έξοδος από το μνημόνιο, επαναφορά μισθών) σαν τις καλές φράουλες στην επιφάνεια, που σκεπάζουν τις σάπιες στον πάτο του κεσέ και τον άμεσο συνειρμό με τους ιππείς του αριστοφάνη, όπου ο μόνος τρόπος για να πέσει (να φύγουνεεε..!) ο κεκράκτης κλέωνας είναι να βρεθεί ένα ακόμα πιο άθλιο και βρωμερό υποκείμενο, όπως ο αλλαντοπώλης αγοράκριτος, ο οποίος βασικά θα συνέχιζε να κάνει ό, τι απαιτούσε και το επάγγελμά του: να τυλίγει τις βρωμιές με μπόλικα μπαχαρικά για να μη φαίνονται και να τις σερβίρει ωραία στον κόσμο, που θα του λέει κι ευχαριστώ.

Τους μικροπαραγωγούς, που τρέχουν αξημέρωτα να πουλήσουν τη σοδειά τους, χωρίς μεσάζοντες, αλλά με το ζόρι βγάζουν τα προς το ζην (κι αυτό ανεξάρτητα από την πατάτα της πρώτης ανακοίνωσης για το –έλεος- «κίνημα της πατάτας»). Και για τη μοναδική προοπτική του αγροτικού συνεταιρισμού σε ένα άλλο κοινωνικό πλαίσιο, που υπάρχει για τους φτωχομεσαίους αγρότες ως εναλλακτική στον (αργό στην καλύτερη) αφανισμό τους από τη συγκέντρωση γης σε λίγα χέρια.

Και το βαθιά λαϊκό χαρακτήρα της (το λέει και το όνομά της) λαϊκής αγοράς, που προσιδιάζει άριστα σε ένα κόμμα που μπορεί να μην έχει καμία σχέση με το λαϊκό κόμμα του τσαλδάρη (και τους πολιτικούς του απογόνους, που το χειροκροτούν ενίοτε υστερόβουλα και εκ του πονηρού για τους δικούς τους σκοπούς), αλλά έχει φτιάξει τα λαϊκά μέτωπα (που δεν ‘ξεγέλασαν’ κανένα, πάλι το αστικό κράτος μας κυνηγούσε ανελέητα και μας έσφαζε) κι είχε κατά καιρούς αναφορές σχεδόν σε καθετί λαϊκό, από την (εργατική-) λαϊκή εξουσία-οικονομία, ως τη λαϊκή συμμαχία του 19ου και τη λαϊκή συσπείρωση (τη θρυλική λασυ) στις εκλογές της τοπικής διοίκησης. Ή το λαϊκό στρώμα (που συνεχίζει να κοροϊδεύει προκλητικά την κοινωνία και δε θα γράψει ποτέ τίποτα) και το σοσιαλισμό με αγορά επί περεστρόικα, που ήταν μια χοντροκομμένη μεταφορά της λαϊκής αγοράς ως όρου στο πεδίο της πολιτικής οικονομίας.


Σε κάθε περίπτωση, θα ήταν στοίχημα για κάθε σφο να αποκτήσει την τριβή, την τακτική ευελιξία, την ικανότητα στο μαζικό άνοιγμα και την οικειότητα στην επαφή με τις μάζες, που έχει ο μέσος λαϊκατζής. Γιατί η λαϊκή κι η επαφή με το λαϊκό κόσμο, με όσα στραβά και κουσούρια κι αν κουβαλάει, είναι πάντα το μεγαλύτερο σχολείο..

Κυριακή, 19 Οκτωβρίου 2014

Άι Στράτης και σοσιαλιστικός ρεαλισμός

Στο σημερινό κυριακάτικο ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει ένα απόσπασμα από το πεζό κείμενο του βάρναλη που φέρει τον τίτλο της ανάρτησης, και αναδεικνύει με πολύ γλαφυρό τρόπο τη διαφορά του ‘στεγνού’ ρεαλισμού, που αποτυπώνει στατικά την πραγματικότητα, με τη λογική και τους στόχους του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Διαβάζοντας τις παρατηρήσεις του βάρναλη, μπορεί να καταλάβει κανείς καλύτερα (μολονότι δεν αναφέρεται άμεσα σε αυτό το ζήτημα) και την ειδοποιό διαφορά του διαλεκτικού υλισμού από τον στείρο και αφηρημένο προμαρξικό φιλοσοφικό υλισμό, καθώς και την ουσιώδη σχέση μεταξύ αυτών των δίπολων.
Με άλλα λόγια, η διαφορά του σοσιαλιστικού ρεαλισμού από τον απλό ρεαλισμό, είναι βασικά η διαφορά που έχει σε φιλοσοφικό επίπεδο ο διαλεκτικός υλισμός του μαρξ από τον αφηρημένο υλισμό, που αντικρίζει στατικά την πραγματικότητα. Καλή ανάγνωση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση-προσθήκη, ευπρόσδεκτη στα σχόλια.

-.-.-

Ψηλά από το μετερίζι μας χαιρόμαστε κατάντικρά μας τ’ ολόφωτο εξαϋλωμένο όραμα του χωριού, κρεμασμένο από το λόφο του, απάνου στη θάλασσα. Αφού έχουμε κόψει το τσιγάρο για λόγους… υγείας, φλυαρούμε περί ανέμων και υδάτων. Και περί Τέχνης. Δύο αναστημένοι νεκροί.

-Όλο αυτό το χωριό, τι εξαίσιο όραμα φαίνεται, άμα το κοιτάς σαν ένας εστέτ. Όταν όμως θυμηθείς τα στενά, τα σκοτεινά, τα φονικά στενοσόκακα τα γεμάτα από όλες τις ακαθαρσίες· όταν θυμηθείς τη φτώχεια και την αθλιότητα της ζωής των ανθρώπων, το πνευματικό τους σκοτάδι, την εγκατάλειψή τους στη μοίρα τους· όταν θυμηθείς πως είναι τα θύματα μιας κοινωνικής βίας κι εκμετάλλευσης, που αφού τους πιει το αίμα, τους βουλιάζει όσο βαθύτερα μπορεί στην άγνοια, τότες η ομορφιά του οράματος χάνεται και αναδύεται το πραγματικό «νόημα» του τοπίου. Η ψυχή του. Ένας καλλιτέχνης που δε βλέπει αυτή την ψυχή θα αποδώσει μια ομορφιά όσο θέλει εντυπωσιακή, μα πάντα επιφανειακή, στατική, ψεύτικη. Το έργο του μπορεί να αρέσει, μα ποτές δε θα κινήσει τη σκέψη μας. Τη ναρκώνει. Κι αν το έργο του είναι ρεαλιστικό, ο ρεαλισμός του θα είναι αφαιρεμένος, άδειος, χωρίς περιεχόμενο. Η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο ρεαλισμό, που έχει για σκοπό του την πιστότητα της αντιγραφής (ή αναδημιουργίας) των φυσικών και ανθρώπινων «αντικειμένων» και στο ρεαλισμό που ζητάει να συνειδητοποιήσει την κοινωνική σημασία τους, είναι η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στο νεκρό «σκήνωμα» και στο «πνεύμα» (οι όροι συμβατικοί). Αυτή η διαφορά καθορίζει από τη μια μεριά τη ματαιότητα του κριτικού κι αισθητικού ρεαλισμού και από την άλλη την επαναστατικότητα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

-Αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουν οι εικαστικές τέχνες ως ένα βαθμό. Ο Βελάσκεθ, ο Κουρμπέ, η γοτθική τέχνη, η ολαντέζικη σχολή, μας δώσανε υπέροχα ρεαλιστικά κομμάτια από τη ζωή. Αυτοί μας γνωρίσανε την εποχή τους· όλοι οι άλλοι μας δώσανε το… άπειρο! Για κείνους τους καιρούς, που δεν υπήρχε συνείδηση κοινωνικού αγώνα, μα Θεός πατήρ των πάντων, ο αισθητικός αυτός ρεαλισμός ήτανε μεγάλο κατόρθωμα. Σήμερα όμως ο κοινωνικός αγώνας είναι στην πρώτη γραμμή όλων των αξιών. Αυτό πήρε τη θέση του Υπέρτατου Όντος. Ο άνθρωπος έγινε κύριος της Τέχνης του. Η αστική τέχνη, είτε ρομαντική, είτε ρεαλιστική, είτε κλασική, απομονώνει το άτομο (το άτομο που δε δουλεύει) και το βάζει αντιμέτωπο σ’ όλη την κοινωνία. Και όταν ο ρεαλισμός είναι κριτικός, περιορίζεται στο να δείξει τα κακά, την αδικία, την απανθρωπιά του καθεστώτος, μα δε δίνει καμία λύση στο πρόβλημα. Ζητάει να διορθώσει όλα τούτα τα στραβά μέσα στα πλαίσια του συστήματος και με την καλή θέληση ή τη μόρφωση των ατόμων, χωρίς να θίξει τη βάση του συστήματος. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός κάμνει ήρωά του τον άνθρωπο της δουλειάς, αυτόν, που αγωνίζεται με πίστη και αισιοδοξία μαζί με όλη την κοινωνία για τη δημιουργία του σοσιαλιστικού πολιτισμού. Έτσι ο καλλιτέχνης μεταβάλλεται από ναρκωτής των ψυχών σε «αρχιτέκτονα των ψυχών». Νομίζω πως αυτό το αποτέλεσμα το πετυχαίνουνε πλατύτερα οι τέχνες του λόγου· γιατί διαθέτουν περισσότερο από τις εικαστικές τέχνες το μεγάλο μέσο της δράσης και της περιγραφής.

-Δεν υπάρχει αμφιβολία. Αυτό όμως δε θα πει πως οι εικαστικές τέχνες απαλλάσσονται από το χρέος να δημιουργούνε πάνου σ’ αυτή τη γραμμή. Και το παραμικρότερο πραματάκι από τις βιομηχανικές τέχνες παίρνει την κοινωνική του σημασία, άμα ο δημιουργός του τη νιώθει και ξέρει να τη δώσει. Αυτή η μουσική, που εκφράζεται με το πιο πνευματικό μέσο, μπορεί μια χαρά να κάνει αυτό το χρέος. Μην ξεχνάμε πως και το ρομαντικό ακόμα στοιχείο δεν είναι ασυμβίβαστο με το σοσιαλιστικό ρεαλισμό, όπως είπε ο Ζντάνωφ. Γίνεται κι αυτό επαναστατικό εργαλείο, γιατί «όλη η ζωή του κόμματός μας, όλη η ζωή της εργατικής τάξης είναι ένας συνδυασμός της πιο σκληρής, της πιο νηφάλιας δουλειάς με το μεγαλύτερο ανθρώπινο ηρωισμό και με τις πιο μεγαλειώδικες προοπτικές».

-Για μας όμως, που κάνουμε τέχνη επαναστατική μέσα στα καπιταλιστικά καθεστώτα, αυτό το χρέος είναι κάπως διαφορετικό. Εμείς δεν αγωνιζόμαστε να οικοδομήσουμε το σοσιαλιστικό πολιτισμό, μα να ρίξουμε το αστικό κοινωνικό σύστημα. Συναντιόμαστε όμως με τους Ρώσους σε ένα σημείο. Ότι, όπως κι αυτοί, έτσι και μεις προσπαθούμε να αισθητοποιήσουμε το «αύριο» του κόσμου. Κι αυτό το «αύριο», με το να μην είναι ουτοπία, μα ιστορική αναγκαιότητα, αποτελεί τη μεγαλύτερη πηγή της έμπνευσής μας και τη μεγαλύτερη ζωντάνια και δύναμη της τέχνης μας –εννοώ εκείνων που έχουνε ταλέντο. 




Το παραπάνω απόσπασμα το βρήκα στο βιβλίο με τα «θυμήματα εξορίας» του κώστα βάρναλη από τον άι-στράτη, με επιμέλεια του ηρακλή κακαβάνη, που κυκλοφορεί αυτές τις μέρες από τις εκδόσεις καστανιώτη και το συνιστώ ανεπιφύλακτα στους φίλους του ποιητή (και όχι μόνο). Περισσότερες λεπτομέρειες για το βιβλίο, μπορείτε να βρείτε ακολουθώντας αυτόν τον ηλεκτρονικό σύνδεσμο.

Σάββατο, 18 Οκτωβρίου 2014

Διεργασίες

Όπως λέγαμε σε μια πρόσφατη φεστιβαλική ανάρτηση, μπορούμε να θυμηθούμε τουλάχιστον καμιά δεκαριά άρθρα στο ρίζο ή την κομεπ το τελευταίο διάστημα, που παρακολουθούν τις διεργασίες στο αστικό πολιτικό σύστημα, καταλήγοντας βασικά στο ίδιο συμπέρασμα. Κι αυτό που εξηγεί αυτήν τη συχνότητα, δεν είναι κάποια εμμονή ή έλλειψη φαντασίας από τη δική μας πλευρά, αλλά το ρευστό σκηνικό κι οι ταχύτατες μετατοπίσεις-μεταμορφώσεις του αστικού πολιτικού κόσμου, που δεν αντανακλούν απλά τον αγώνα ή μάλλον την αγωνία κάποιων πολιτευτών να επανεκλεγούν και να επιβιώσουν (όπως η επιθανάτια αγωνία της δημαρ στο τελευταίο της συνέδριο) αλλά και τη δυσκολία των μηχανισμών της αστικής εξουσίας να ενσωματώσουν με τις παλιές μορφές τη λαϊκή δυσαρέσκεια. Η καπιταλιστική κρίση επηρεάζει αντίστοιχα το πολιτικό εποικοδόμημα. Κι η συντόμευση των διάφορων φάσεων του κύκλου της (ανάκαμψη, ανάπτυξη, ύφεση, κτλ) προσιδιάζει στην ταχύτατη εμφάνιση κι εξαφάνιση πολιτικών κομητών με (ολοένα πιο) σύντομο βίο, που εναλλάσσονται σταθερά παίζοντας συμπληρωματικό ρόλο, συνήθως κυβερνητικής σφήνας. Η αστική τάξη όμως πάντα θα μπορεί να ελέγχει το (πολιτικό) κόστος και να το μετακυλύει σε μας, όσο κρατά το μαχαίρι και το πεπόνι, με άλλα λόγια την εξουσία.

Το ζητούμενο είναι να παρακολουθεί κανείς τα βασικά χαρακτηριστικά και την ουσία αυτών των διεργασιών, χωρίς να τον καταπιούν οι συνεχείς και αντικρουόμενες κινήσεις του (μικρο)αστικού πολιτικού χυλού. Αυτό που φαίνεται να έχει κλειδώσει απ’ όλες τις πλευρές είναι η διεξαγωγή εκλογών την ερχόμενη άνοιξη. Με την αλέκα να «προβλέπει» τις προάλλες ανεπισήμως πως θα είναι διπλές, για να ενταθεί η πόλωση και να παγιωθεί ο καινούριος δικομματισμός.
Θυμάμαι παρεμπιπτόντως την αγνή και άδολη (σαν απλή αναλογική) απορία μιας σφισσας (με την ευρεία έννοια) που μας ψηφίζει κι αναρωτιόταν τι θα γινόταν πχ σε μια τετρακομματική βουλή με νδ, χρυσαυγίτες, σύριζα και κκε (υποθετικό σενάριο) κι αν θα χρειαζόταν τότε μια διαφορετική τακτική στο θέμα των συνεργασιών και του σχηματισμού κυβέρνησης για να ηττηθεί το μαύρο μέτωπο. Αυτό που δε γίνεται εύκολα κατανοητό σε πολύ κόσμο είναι πως και σε αυτήν την περίπτωση ο σύριζα θα χρησιμοποιούσε δημαγωγικά τα ενωτικά κηρύγματα ως φερετζέ, για να μας στριμώξει και να μας σβήσει εν όψει της δεύτερης αναμέτρησης, καθώς θα κάλπαζε προς την αυτοδυναμία.

Από την περασμένη βδομάδα πάντως διανύουμε μια παρατεταμένη προεκλογική περίοδο, που απειλεί να υποτάξει και να παραλύσει τα πάντα. Όχι προφανώς την οικονομία, όπως λένε συνεχώς τα παπαγαλάκια, τρομοκρατώντας τους  για τηλεθεατές για τον.. κίνδυνο της πολιτικής αστάθειας, αλλά την προσοχή του κόσμου και τις (κινηματικές) αντιδράσεις του. Το διάστημα που μεσολάβησε από τις διπλές κάλπες του 12’ ήταν μια περίοδος διαρκούς κινηματικής υποχώρησης κι αναδίπλωσης, που έβαλε ταφόπλακα στην κεκτημένη ταχύτητα και τον αναβρασμό της προηγούμενης διετίας –σαν το καπάκι της κατσαρόλας, σε μια φωτιά που έσβησε μα σιγοβράζει ακόμα- και μας έφερε ακόμα πιο πίσω απ’ ό, τι ήμασταν πριν, στην αρχή της διαδρομής. Έτσι προκύπτει ο κλασικός φαύλος κύκλος και το ερώτημα της κότας και του αυγού: αν έφερε δηλ η (κινηματική) απογοήτευση τη στροφή στις εκλογικές αυταπάτες (πχ για μια αριστερή κυβέρνηση που θα δώσει τη λύση) ή μήπως αντίστροφα η καλλιέργεια αυτής της αυταπάτης για μια εύκολη εκλογική λύση από τα πάνω ήταν που ευνούχισε και παρέλυσε το μαζικό λαϊκό κίνημα.

Σε κάθε περίπτωση, το βασικό χαρακτηριστικό της σύγχρονης σοσιαλδημοκρατίας –κι η ειδοποιός διαφορά της από το πασοκ της αλλαγής και τον ύστερο κεϊνσιανισμό- είναι ότι η απήχησή της και η ενσωμάτωση της δυσαρέσκειας σήμερα δε στηρίζεται στην ελπίδα για κατακτήσεις και δικαιώματα –πόσο μάλλον για κοινωνικό μετασχηματισμό ευρύτερα- αλλά στην απελπισία του λαού, και τη μεταφυσική ελπίδα (που είναι το άλλο όνομα της απελπισίας) του λαού να τελειώσει ο ε(ν)φιάλτης, κάτι σαν παυσίπονο που θα τον ανακουφίσει –ή αλλιώς όπιο, όπως θα το έλεγε και ο κάρολος στον καιρό του.

Κι αυτό είναι το κύριο χαρακτηριστικό της νέας μορφής δικομματισμού, που δεν έχει ωριμάσει ακόμα αρκετά, για να επιλύει με εγκάρδια συνεννόηση την εκλογή νέου προέδρου της δημοκρατίας (πχ έναν «αριστερό», σαν τον κυρ-φώτη και τον κωνσταντόπουλο, ή τον καραμανλή που έχει υπόγειες διαμεσολαβημένες επαφές με την κουμουνδούρου), αν και υπάρχουν κάποιες τροχιοδεικτικές βολές πχ για κυβέρνηση εθνικής ενότητας, κτλ. Κι εδραιώνει τους δύο πόλους με τεχνητά υψηλή ένταση, κοινοβουλευτικά καβγαδάκια (όπως στα ζευγαράκια) κι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στους ακροδεξιούς και τους.. κομμουνιστές, ή μάλλον «σταλινικούς», όπως είπε ο θεοδωράκης για το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη, κάνοντας ακόμα και τον χατζηνικολάου να του πει γελώντας πως υπερβάλλει.

Οι σχεδιασμοί των δύο κομμάτων μυρίζουν κάλπες από χιλιόμετρα. Με τη νδ να επιχειρεί να μαζέψει το προβάδισμα του σύριζα, πουλώντας το παραμύθι της απαγκίστρωσης από το δντ και τα μνημόνια, και το τυράκι του ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος –που δεν πείθουν ούτε ψηφοφόρους με ελάχιστο δείκτη νοημοσύνης. Η αξιωματική αντιπολίτευση έχει θεωρητικά μικρότερη δεξαμενή άντλησης ψήφων (ανελ, δημαρ) από ό, τι η νδ, για να φτάσει στην αυτοδυναμία –όσο περισσότερους συμμάχους της όμως αφήσει κάτω από το 3%, τόσο αυξάνει τις πιθανότητές της. Αλλά κάνει ούτως ή άλλως από τώρα κάποιες κινήσεις, όπως το προσύμφωνο κυβερνητικής συμβίωσης με τον καμένο –που μπορεί να παίζει το ρόλο του αντιστασιακού ζέρβα, στο φαντασιακό όσων βαυκαλίζονται πως ενσαρκώνουν το νέο εαμ. Ενώ το σενάριο να τεθεί επικεφαλής ο κουβέλης στο επόμενο ψηφοδέλτιο επικρατείας του σύριζα παραπέμπει συνειρμικά στην αντίστοιχη θέση που είχε στο επικρατείας του πασοκ το 81’ ο μαύρος, από τα υπολείμματα της ένωσης κέντρου. Χώρια η προβολή που απέκτησε ξαφνικά (;) ο σύριζα από αστικές ναυαρχίδες της ραδιοτηλεόρασης (ακόμα κι από το σκάι).

Το σύστημα φροντίζει να γεμίσει το «κενό» μεταξύ των δύο, με ένα πολύχρωμο πολιτικό κενό, που μπορεί να έχει ως βάση τα ρετάλια της πασοκικής σοσιαλδημοκρατίας (που τραγουδούν πλέον μόνο μοιρολόγια) ή το ποτάμι του θεοδωράκη, ο οποίος έδωσε τις προάλλες στον ενικό μια κακόγουστη, τηλεοπτική παράσταση, γεμάτη κλισέ και φτηνές ατάκες του συρμού, που πλασάρονται μάλιστα με τον πιο λαϊκίστικο τρόπο ως αντίβαρο στο (δεξιό κι αριστερό) λαϊκισμό –γιατί η θεωρία των άκρων εξακολουθεί να συναρπάζει ένα ευρύ πολιτικό φάσμα, από το φρέσκο κι άφθαρτο ποτάμι, έως τον.. επαναστάτη πανούση, που παραμένει τουλάχιστον σταθερά συνεπής στον αντικομμουνισμό του και αυτό οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε.

Από αυτές τις ατάκες ξεχώρισε ίσως η κοτσάνα για το πανεπιστήμιο λαδιού(!) που θα βγάζει μάλλον επαγγελματίες λαδέμπορες για τα δύσκολα χρόνια που έρχονται –άντε να πεις μετά πως δεν έχουμε κατοχή. Να τρως εν τω μεταξύ τα φοιτητικά σου νιάτα για να τρώγεσαι με εαακίτες στις συνελεύσεις σχετικά με το διαχωρισμό γνωστικού κι επιστημονικού αντικειμένου και να έρχεται τώρα ο σταύρος να το τερματίζει, προτείνοντας πανεπιστήμιο λαδιού! Που θα είναι προφανώς ιδιωτικό μέχρι και την τελευταία του σταγόνα. Αλλά θα το ανοίξουν μη κερδοσκοπικοί φορείς, όχι κάποιος καπιταλιστής –προς θεού.
Το ωραίο είναι πως άνοιξε μόνος του το θέμα, χωρίς να του ζητηθεί, σε μια ερώτηση για το μέλλον των νέων που αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, αλλά θα τους κρατήσουν εδώ προφανώς τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Άσε που θα φέρουν κέρδος από τους άραβες και βαλκάνιους εισαγόμενους φοιτητές που θα έρθουν για σπουδές (πόσες χιλιάδες ευρώ το κεφάλι). Είδες τι ωραία που είναι, άμα έχεις φρέσκιες, πρωτοποριακές ιδέες;

Παράλληλα βέβαια ψήνεται κι ο φορέας που θα κληθεί να καλύψει το κενό στα αριστερά του σύριζα (που ευθυγραμμίστηκε ταχύτατα με τις προδιαγραφές ενός κυβερνητικού κόμματος εξουσίας) ως νέο ανάχωμα για τη φθορά της αριστερής κυβέρνησης που έρχεται. Το οποίο ενδέχεται να περιλαμβάνει δυνάμεις από το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη και τους δυσαρεστημένους που θα αποχωρήσουν πρώτοι, μέχρι.. (εδώ υπάρχει ανταγωνισμός ανάμεσα σε αρκετούς υποψηφίους και ίσως να χρειαστεί οντισιόν) το ικεα και τον κορδάτο1, το δεξί τμήμα της ανταρσύα2 και άλλους νεοαριστερούς3. Σε τι αναφέρονται όμως αυτές οι παραπομπές;

1. στην ανακοίνωση του γραφείου τύπου (σσ: ουάου!) του συλλόγου «κορδάτος», που απαντάει πως ο καλτσώνης δεν έχει προσχωρήσει στο σύριζα (συγχαρητήρια, αλλά κανείς δεν του πρόσαψε αυτή την κατηγορία) και ότι είναι αυτονόητο δικαίωμα καθενός να διεκδικεί θέσεις πολιτικού ή επιστημονικού χαρακτήρα (στο υπάρχον καλλικρατικό πλαίσιο; Αλήθεια; Ε τότε εις ανώτερα. Άντε και πρόεδρος της δημοκρατίας).

Η ανακοίνωση συνεχίζει λέγοντας για την ανταρσύα πως με ευθύνη της ηγεσίας του ναρ και του σεκ τορπίλισε όποιο εγχείρημα μετωπικής συμπόρευσης (με τον αλαβάνο), αναδιπλώθηκε σεχταριστικά μετά τις εκλογές κι έχει παρόμοια αντίληψη με την ηγεσία του κκε. Ας κρατήσουμε παρεμπιπτόντως πως ο φορέας που πριν από μερικά χρόνια λάνσαρε το σύνθημα εκλογικής στήριξης στο (αυθεντικό) πασόκ «χωρίς αυταπάτες» και κάνει ακόμα τον χειροκροτητή της γσεε στις συγκεντρώσεις της, στα πλαίσια του ενιαίου μετώπου, κατηγορείται για αριστερίστικη, σεχταριστική τακτική!;
Για να δούμε όμως παρακάτω τι ισχύει απ’ όλα αυτά.

2. στην ανακοίνωση της αραν (σσ: το τμήμα της ανταρσύα που δε σεχταρίζει, όπως το κκε) για τα τεκταινόμενα στην ανταρσύα, τον καταστροφισμό του κκε, το χάρισμα της προσδοκίας στο σύριζα και τη δημιουργική λογική, που δε δείχνει πως τίποτα δε γίνεται, αλλά πόσο πολλά μπορούν να γίνουν, εφόσον..

3. στο συλλογικό κείμενο προβληματισμού επτά επιφανών ναριτών (από το κομμάτι της ανταρσύα που ακολουθεί τάχα παρόμοια τακτική με το κκε) για την εργατική λαϊκή αντεπίθεση και την αριστερή μαχητική συμμαχία ανατροπής, όπου κριτικάρουν μεταξύ άλλων τη μη αξιοποίησης αριστερής πλειοψηφίας στο εργατικό κέντρο αθήνας.


Ποιο είναι το επιμύθιο λοιπόν σφοι; Όχι κάτι καινούριο κι ιδιαίτερο. Παρά μόνο αυτό που λέγαμε και παραπάνω. Να μην αφήσει ο λαός να τον καταπιεί η διαρκώς κινούμενη άμμος του αστικού πολιτικού κόσμου και οι ελιγμοί του (μικρο)αστικού χυλού.

Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Η κρυφή γοητεία της Χρυσής Αυγής...*

... έχει συνεπάρει τα καλύτερα παιδιά. Εις εξ αυτών ο Τζιμάκος, ο οποίος έσπασε την σιωπή του, νεύρα, αρχίδια, στομάχια και διάφορα άλλα, περιδιαβαίνοντας από Σεφερλή μέχρι Ελληνοφρένεια, για να προωθήσει τη νέα του παράσταση, κομμάτι του πλάνου για την αποπεράτωση του 10ου ακινήτου του συμπαθούς καλλιτέχνη (μας ενημέρωσε ότι έχει 9, όχι 97 όπως ο Νταλάρας).

Ο Τζίμης γνωστός για την αναρχική του σκέψη (αν και δήλωσε χίπης, αλλά αυτό είναι το λιγότερο) αφού προώθησε την παράστασή του στο κοινό του Σεφερλή (που με τα χρόνια έχει ταυτιστεί με το δικό του;) δεν δίστασε -τουλάχιστον στην Ελληνοφρένεια- να μας παρουσιάσει και το ιδεολογικό του Μανιφέστο.

Κάτι ανάμεσα σε αγανακτισμένο, πατενταρισμένο χρυσαυγίτη και με την ευκολία του νέο-απολιτίκ ψηφοφόρου του ποταμιού, με λίγο από ράδιο αρβύλα και την ευκολία να αναμασούν όλα τα κλισέ της ιστορίας.

Παράδειγμα φανταστικής συζήτησης:
-Ποιο είναι το πρόβλημα των ελληνικών πανεπιστημίων;
-Τα κόμματα. Τα πανεπιστήμια είναι γεμάτα αφίσες. Οι νεολαίες δεν μπορούν να βγάλουν ούτε κοινά αποτελέσματα στις εκλογές.
-Ποιο είναι το πρόβλημα του συνδικαλισμού στην Ελλάδα;
-Τα κόμματα και τα μέλη τους, που εκτρέπουν τους εργαζόμενους από τους πραγματικούς τους σκοπούς και τους στρατεύουν πίσω από τη γραμμή του κόμματός τους.
Οι συγκεκριμένοι, φανταστικοί (ή όχι και τόσο διάλογοι), καταλαμβάνουν τη δεύτερη θέση στην άτυπη λίστα με τα κλισέ του αιώνα, μετά το «βαθμούς και εντυπώσεις μοιράστηκαν οι δύο ομάδες σε έναν αγώνα που δεν διεκδικούσε δάφνες ποιότητας».

Ας τα πάρουμε, όμως με τη σειρά, για να μη χαθεί ο εμετός του Τζίμη Πανούση μέσα στην αηδία που προκάλεσε ακόμα και στους οικοδεσπότες της εκπομπής, με τον Θύμιο Καλαμούκη, να ζητά ειλικρινά συγγνώμη από τους ακροατές του.

Ο Τζιμάκος, ούτε λίγο ούτε πολύ αναμάσησε όλα τα κλισέ περί κρίσης «τα μνημόνια μας κατέστρεψαν», «ξεπούλησαν τον τόπο» και άλλα τέτοια όμορφα, όμως έκανε τη διαφορά, τοποθετώντας στη θέση του κύριου υπεύθυνου, το ΚΚΕ!!!
Ε, ναι. Γιατί σου λέει ότι δεν έπρεπε (μαζί με το ΣΥΡΙΖΑ και τη ΔΗΜΑΡ), το Κόμμα να συμμετέχει στην «κομματική χούντα», που ο πρώτος παίρνει 50 έδρες μπόνους. Ενώ με απλή και άδολη αναλογική -συμπληρώνω εγώ- η αστική δημοκρατία, ΓΑΜΑΕΙ.
Και με συνοχή σκέψης, διπολικού Χρυσαυγίτη σε (παγκόσμια καπιταλιστική οικονομική) κρίση, κάλεσε το ΚΚΕ να κάνει την αυτοκριτική του γιατί έφτασε το κίνημα στο 4%. (????).
Η αποκρυπτογράφηση του μηνύματος Πανούση, καταλήγει στο ότι το ΚΚΕ που ούτε λίγο ούτε πολύ, είναι ολόκληρο το κίνημα, δεν έπρεπε να συμμετέχει στις εκλογές ή αφού θέλει ντε και καλά να συμμετέχει να έχει ποσοστά μεγαλύτερα του 4%. Σαφές.
Δεν κώλωσε όμως ο Τζιμάρας (το «Τζιμάκος» είναι λίγο πια για τον τιτάνα της επαναστατικής σκέψης). Μας έδωσε έτοιμο το σχέδιο της επανάστασης και δεν μένει παρά να το ακολουθήσουμε. Τι να κάνουμε; (ρωτάει ο Λένιν). «Να πάμε έξω από τη βουλή, να τη φτύσουμε και να τη μουτζώσουμε» απαντάει ο Τζίμης (και έπειτα να κρατήσουμε την αναπνοή μας, μέχρι να φύγουν συμπληρώνω εγώ). «Πως δεν το σκέφτηκα;» τιτλοφορεί το νέο του πόνημα ο Βλαδίμηρος, που αισθάνθηκε τα κόκκαλα του να τρίζουν στο μαυσωλείο, μάλλον από το κρύο της ρώσικης πρωτεύουσας.
Ο μεγάλος σατυρικός, δήλωσε ακόμα την πίστη του στο λαό και με την ίδια συνοχή σκέψης που επέδειξε σε όλη την κουβέντα, κάλεσε το ΚΚΕ με όρους προβάτων σε μαντρί, να κατεβάσει 1 εκατομμύριο κόσμο στο δρόμο. Μάλιστα ο μεγάλος, ξεσπάθωσε και αποκάλυψε στο πανελλήνιο, ότι οι συνδικαλιστές του ΚΚΕ είναι μισθοφόροι των εργοδοτών και καταπιέζουν τους εργαζόμενους που είναι έτοιμοι να ξεχυθούν στους δρόμους ακολουθώντας το επαναστατικό σχέδιο του Τζίμη. Ακόμα ότι ο γιός του, έπρεπε να γραφτεί στην ΚΝΕ για να πάρει τα βιβλία του στο πανεπιστήμιό του.
Ερώτηση. Τελικά τι έκανε ο γιός του με τα βιβλία; Ενέδωσε στον εκβιασμό των ΚΚΕδων και έγινε μέλος ή αναγκάστηκε να αγοράσει όπως όλοι οι συμφοιτητές του τα συγγράμματα από κάποιο βιβλιοπωλείο, γιατί τα περισσότερα δεν διανέμονται από τα ιδρύματα; (εκτός ίσως από το Ανιάτων).

Σταχυολογώντας τα υπόλοιπα που με την ίδια συνοχή ξέρασε αράδιασε ο Τζίμης:
- Μας ενημέρωσε ότι ο αριστερός κάνει αυτοκριτική, χωρίς προφανώς να κάνει τη δική του
- Κάλεσε το ΚΚΕ να δώσει τον Περισσό στους άστεγους, όχι όμως να δώσει ο ίδιος τα ακίνητά του
- Έδωσε νέο νόημα στην τυμβωρυχία διατεινόμενος πως ο Μπελογιάννης έλεγε όσα λέει και εκείνος (ε, ναι) 
- Δικαιολόγησε το ότι έχει αποψάρα για όλα που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί από κανέναν με το ότι η οικογένειά του, πέθανε στον αγώνα, στις εξορίες και τις φυλακές.
- Χαρακτήρισε σταλινικό το ΚΚΕ, την ίδια ώρα που αναπολούσε τις μέρες που γραμματέας του κόμματος ήταν (ναι, ναι, αυτός που περιμένατε) ο Ζαχαριάδης.

Και κάπου εκεί, η τρικυμία έγινε τσουνάμι. Ούτως ή άλλως, το ξεκαθάρισε ο Τζιμάκος λίγο αργότερα, όταν μας ενημέρωσε ότι μοναδική λύση για την Ελλάδα, είναι ένας πατριώτης (sic) πολιτικός. Που θα έρθει μόνος του, χωρίς κόμματα; Μήπως θα φέρει παρέα και τίποτα τανκς, ρε Τζίμη; Όχι τίποτα άλλο, αλλά να ξέρουμε, να βγάλουμε μόνοι μας τα εισιτήρια για το Blue Star Giaros.

Έκλεισε αυτή τη συνέντευξη, που σε αξία μπορεί να συγκριθεί μόνο με τα κείμενα των «κλασσικών» (Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Γκέμπελς, Γεωργαλάς κ.α.), λέγοντας ότι οι Αργεντίνοι απαλλάχτηκαν από το δικό τους μνημόνιο, όταν έδιωξαν από τις συνελεύσεις τους τα κόμματα.

Τελικά, για ποιο πράγμα, ακριβώς, αποτελεί παράδειγμα η Αργεντινή; Για το πέρασμά της στο σοσιαλισμό; Στην αναρχία; Σε τι ακριβώς; Τι έδιωξαν στα αλήθεια οι Αργεντίνοι; Σε τι ωφέλησε το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης της χώρας; Ψιλά γράμματα, όλα αυτά για τον Τζιμάκο.

Θα πίστευα ότι δεν μπορεί να συγχωρήσει στους ΚΚΕδες το Χημείο του '79. Ότι κάποιος δικός μας τον χτύπησε και του έχει μείνει μανιάτικο, όμως αυτό το ύφος του ξερόλα με το οποίο εκφέρουν τις μεγαλειώδεις (και συνήθως αυτοαναιρούμενες) παπάρες τους οι «αριστεροί» καλλιτέχνες και διανοούμενοι, παίρνει μορφή. χιονοστοιβάδας (λίγα κλισέ ακόμα).

Θέλουν προφανώς να ξεπλύνουν
1. Την αποχή τους από την -όποια- πάλη του λαού, με μεγαλόστομα κατηγορώ που δεν έχουν την παραμικρή αξία.
2. Την παντελή έλλειψη κατανόησης της κατάστασης, με επαναστατικές κορώνες, που όμως σταματάνε στη βουλή και τα «να έρθει ΕΝΑΣ πατριώτης πολιτικός.
3. Το ότι δεν έχουν ανοίξει ένα γαμημένο βιβλίο, γιατί το ΒΗΜΑ, ο Πρετεντέρης, το Μεγκα, ο Πάγκαλος και άλλοι πολλοί, τους έχουν δώσει μασημένη τροφή, την οποία αναπαράγουν, την ίδια ώρα που φτύνουν τους εμπνευστές της.

Αλλά τι λέω, εδώ ο Τζιμάρας όχι μόνο συμμετείχε στην κινητοποίηση της 5ης Μάη του 2010, αλλά είδε και τον ασφαλίτη με το κατσαβίδι να σπάει την τζαμαρία της Μαρφίν. Και γιατί δεν πήγες μάρτυρας ρε, να ξεμπερδέψουν και οι άνθρωποι που τους τραβολογούσαν στα δικαστήρια και -προφανώς- ήταν αθώοι, πέραν πάσης αμφιβολίας;

Τζίμη (όπως και με τον Βασίλη), «Ραντεβού στους δρόμους». Εμείς, βέβαια, με τα πόδια και πίσω από πανό. Εσείς, με το αυτοκίνητο στον πρώτο παράλληλο, να ρωτάτε εκνευρισμένοι γιατί είναι πάλι κλειστοί οι δρόμοι και δεν μπορείτε να φτάσετε στο λογιστή σας, να δείτε τι σκατά θα κάνετε με αυτόν τον ΕΝΦΙΑ. Κυρ-Παντελήδες.

Ρένα Μπουεναβεντούρα Δουρου-τι

*με το σημερινό κείμενο, που έχει την χαρά να φιλοξενεί η κε του μπλοκ, εγκαινιάζεται (γιατί θέλω να πιστεύω πως θα υπάρχει και συνέχεια) η συνεργασία με τη ρένα μπουεναβεντούρα δουρου-τι. Κάθε καλόπιστη ή παραληρηματική παρατήρηση-προσθήκη στα σχόλια, ευπρόσδεκτη.