Τρίτη, 12 Νοεμβρίου 2019

Και να που ερωτεύτηκα μια χρονολογία

Νοέμβρης του 1973.

Αυτός που έγραψε τους στίχους, έμεινε κοντά μας, έφυγε μακριά μας και τώρα ενδεχομένως να μας ξαναπλησιάζει, χωρίς να νιώθει καμία ανάγκη να σταθεί αυτοκριτικά πρωτίστως στον εαυτό του.

Αυτοί που δεν ερωτεύτηκαν τη χρονολογία, αλλά τον αγώνα, κάνουν τα πάντα για να τον συνεχίσουν στις σημερινές συνθήκες, μακριά από μουσειακές προσεγγίσεις, που εξυμνούν πάντα το παρελθόν, για να θάψουν το παρόν και το μέλλον.

Και από την άλλη, τα σταγονίδια που νοσταλγούν εκείνη τη χρονολογία από την ανάποδη και κάνουν τα πάντα για να αποδείξουν πως η χούντα μπορεί να τελείωσε το 74', αλλά η δημοκρατία τους βρωμά ολοένα και περισσότερο γύψο.

Παρασκευή, 11 Οκτωβρίου 2019

Τελικά, τι έγινε το 89 ρε παιδιά;


Τον περασμένο μήνα έγιναν διάφορες αναφορές κι αφιερώματα για τη συμπλήρωση 30 χρόνων από την κορύφωση της κρίσης στην ΚΝΕ και τη διάσπασή της, το Σεπτέμβρη του 89′, με την αποχώρηση της πλειοψηφία των μελών του ΚΣ της οργάνωσης και πολλών απλών μελών της.



Ανάμεσά τους, ξεχωρίζει ένα κείμενο του Τ. Κωστόπουλου (από την ομάδα του “Ιού”) στην ΕφΣυν, γραμμένο με αρκετή εμπάθεια από τη σκοπιά ενός κακιασμένου παλιού Ρηγά, που αναπαράγει πρόθυμα τα πιο χυδαία στερεότυπα για το κόμμα. Είναι έτοιμος να αναγνωρίσει σε όλους αντιφάσεις, θετικά και αρνητικά στοιχεία, (η ΚΝΕ πχ φώναζε το σύνθημα “διάλογο δεν κάνει ο κόκκινος στρατός”, αλλά προχώρησε στο ενιαίο μέτωπο της νεολαίας. Ο Φαράκος έγραφε συντηρητικές μπροσούρες για τη νεολαία, αλλά μετά είδε το φως της ανανέωσης κοκ), όλα σε ευθεία αντιστοιχία με τη θέση τους απέναντι στο ΚΚΕ και αν έρχονται σε ρήξη με αυτό ή όχι. Το κόμμα ενσαρκώνει βασικά για τον αρθρογράφο μια μαύρη πολιτική τρύπα, αναχρονιστική και συντηρητική, που καταπίνει κάθε φως. Και αφού έχει βρει το βασικό πυρήνα για το αφήγημά του, επιλέγει βολικά μαρτυρίες, στοιχεία και τα κομμάτια της -υπαρκτής ή διαστρεβλωμένης- πραγματικότητας που υποτίθεται πως το τεκμηριώνουν.

Ένα άλλο ενδιαφέρον ντοκουμέντο είναι η ανα-δημοσίευση στη σελίδα του ΝΑΡ της πολιτικής ομιλίας του Γράψα στο 15ο Φεστιβάλ ΚΝΕ- Οδηγητή, στις 16 Σεπτέμβρη 1989, λίγες μέρες πριν την κορύφωση της κρίσης, με την απόφαση της ΚΕ του ΚΚΕ να καθαιρέσει τα μέλη του ΚΣ της ΚΝΕ. Το ΝΑΡ ονομάζει τα γεγονότα αυτά “ανταρσία της ΚΝΕ” -για να παραπέμπει συνειρμικά και στο σημερινό μετωπικό σχήμα της ΑΝΤΑΡΣΥΑ- και εντάσσει τη δημοσίευση σε ένα αφιέρωμα για τα 30 χρόνια από την ίδρυση του ΝΑΡ, τον Φλεβάρη του 90′, στο πλαίσιο του οποίου θα υπάρξουν και άλλες αντίστοιχες δημοσιεύσεις.

Το ενδιαφέρον στοιχείο της αναδημοσίευσης στην ιστοσελίδα του ΝΑΡ είναι οι υπογραμμίσεις με έντονη γραφή (bold), που δεν υπήρχαν ασφαλώς στο πρωτότυπο, ούτε δίνουν έμφαση στα πιο σημαντικά αποσπάσματα αλλά κατευθύνουν ουσιαστικά στον αναγνώστη να δώσει προσοχή σε εκείνα τα σημεία, που συμφωνούν περισσότερο με την μετέπειτα πορεία όσων δημιούργησαν το ΝΑΡ, ιδωμένα με τη “στερνή τους γνώση” από μια μεταγενέστερη οπτική. Πιστεύω πως θα ήταν πολύ πιο έντιμο να σημειωθεί εξ αρχής πχ πως η ομιλία επιχειρούσε να κρατήσει κάποιες ισορροπίες, έπρεπε να εγκριθεί από το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ (αν και έχει γραφτεί πως κάποια σημεία προστέθηκαν εν αγνοία του ΠΓ), ή τέλος πάντων ότι είχε συγκεκριμένους περιορισμούς κτλ.

Το κείμενο που διαβάζετε εδώ δεν αποτελεί απάντηση στα προηγούμενα ή συνολική τοποθέτηση και δεν είναι ολοκληρωμένο χρονικό των γεγονότων, ούτε σκοπεύει να χτίσει ένα διαφορετικό “αφήγημα” για την ερμηνεία τους. Βάζει όμως κάποια σημεία και μερικές διαπιστώσεις, που εκφράζουν προφανώς -το σημειώνω προκαταβολικά για διάφορους καλοθελητές- προσωπικές και υποκειμενικές εκτιμήσεις και τίποτα παραπάνω.

-Ο σχηματισμός της κυβέρνησης Τζαννετάκη βρήκε τον γραμματέα της ΚΝΕ στη ΛΔ Κορέας για το Παγκόσμιο Φεστιβάλ Νεολαίας, όπου “συνυπήρξε ειρηνικά” με τον γραμματέα του Ρήγα Φεραίου, που δεν ήταν άλλος από τον Κοντονή, μετέπειτα υπουργό του ΣΥΡΙΖΑ. Η ΚΝΕ μπορεί να είχε αντιρρήσεις για αυτή την κυβερνητική συνεργασία, δεν έφυγε όμως εξαιτίας της ή αμέσως μετά από αυτήν, όπως μπορεί να καταλάβει κανείς διαβάζοντας κάποια χρονικά. Οι πρώτες εκλογές του 89′ έγιναν τον Ιούνιο, η κυβέρνηση Τζαννετάκη σχηματίστηκε αρχές Ιούλη και η κρίση-διάσπαση της ΚΝΕ έλαβε χώρα τον Σεπτέμβρη, όταν η ΚΕ του ΚΚΕ αποφάσισε την καθαίρεση των μελών του ΚΣ. Σε αυτό αναφερόταν η περίφημη φράση του Γράψα “φυσικά δε θα υπακούσω” και όχι στην πολιτική επιλογή της “συγκυβέρνησης” -που λανθασμένα αποδίδεται ως όρος σε ένα κυβερνητικό σχήμα περιορισμένης διάρκειας και ειδικού σκοπού. Τα πρωτοκλασάτα στελέχη του μετέπειτα ΝΑΡ αποχώρησαν σταδιακά, κάποια μετά τον σχηματισμό της οικουμενικής κυβέρνησης Ζολώτα, όπου η συμμετοχή του ΚΚΕ δεν εξυπηρετούσε κάποιον ειδικό σκοπό -πχ τη μη παραγραφή των σκανδάλων- όπως πριν. Θεωρώ πως το αφήγημα των ασυμβίβαστων στελεχών της ΚΝΕ που ήρθαν άμεσα σε ρήξη με τον “Τζαννετακισμό” και το 89′, σχηματίστηκε εκ των υστέρων, με διάφορες επιρροές, αναπλάθοντας δημιουργικά κάποια γεγονότα.

-Ο ίδιος ο λόγος του Γράψα στο Φεστιβάλ έχει μάλλον συμβιβαστικό χαρακτήρα, ενώ σε κάποια σημεία θυμίζει απλή καταγραφή γεγονότων. Πέρα από τους πιθανούς περιορισμούς, είναι αδύνατο να μη διακρίνει κανείς αρκετές αντιφάσεις. Η ΚΝΕ εξάλλου ήταν παιδί της εποχής της και θα ήταν αδύνατο να είναι απαλλαγμένη από γενικότερες αδυναμίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και της στρατηγικής του.

Για παράδειγμα, ένα ενδεικτικό απόσπασμα -χωρίς τις υπογραμμίσεις που προσέθεσε η ιστοσελίδα:

Τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών του Ιούνη δεν έδωσαν αυτοδυναμία σε κανένα από τα δυο μεγάλα κόμματα του δικομματισμού. Ενώ συγχρόνως έφεραν τον Συνασπισμό της Αριστεράς και της Προόδου στο κέντρο των πολιτικών εξελίξεων, με τέτοιο τρόπο που οι πρωτοβουλίες και επιλογές του να έχουν πράγματι μεγάλη σημασία για τη μακροπρόθεσμη πορεία της πολιτικής ζωής. Κι αυτό παρά το μεταβατικό και χρονικά περιορισμένο διάστημα που ο Συνασπισμός βρέθηκε σε θέση κυβερνητικών ευθυνών. Αυτές τις κυβερνητικές ευθύνες της ανέλαβε μέσα στα πλαίσια ενός κυβερνητικού σχήματος που ήρθε ν’ απαντήσει στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί κύρια μ’ ευθύνη του ΠΑΣΟΚ. Αυτές τις ευθύνες τις ανέλαβε μ’ έναν τρόπο που δημιούργησε αντικειμενικά ένα σοκ όχι μόνο για τον κόσμο της Αριστεράς, αλλά σχεδόν για το σύνολο της ελληνικής κοινωνίας, καθώς οδήγησε με νέο τρόπο την Αριστερά στο κέντρο της πολιτικής σκηνής.
Στο διάστημα που μεσολάβησε επιβεβαιώθηκε ότι στο βαθμό που θα βγαίνει από τη μέση το τεράστιο θέμα των σκανδάλων, της κάθαρσης και της τιμωρίας των ενόχων, με διαδικασίες όσο γίνεται κοινής αποδοχής, τόσο θα έρχονται στην επιφάνεια οι ουσιαστικές αντιπαραθέσεις και τα πραγματικά ζητήματα του λαού και της πολιτικής πάλης. Έτσι, πλάι στα ζητήματα της προώθησης της κάθαρσης, της υλοποίησης θετικών θεσμικών αλλαγών εκδημοκρατισμού και διαφάνειας, πλάι στον ευνοϊκό αντίκτυπο από την καταπολέμηση του κλίματος των τεχνητών διαχωρισμών ανάμεσα στους συντηρητικούς και αριστερούς εργαζόμενους, θα προβάλλουν όλο και πιο καθαρά και αποφασιστικά και οι διαφορετικές θέσεις που στέκονται οι δύο πραγματικά ανειρήνευτα αντίπαλες «πολιτείες», οι δύο διαφορετικοί κόσμοι. Ο κόσμος της συντηρητικής, της δεξιάς πολιτικής και ο κόσμος των αναγκών και των προσδοκιών του εργατικού και λαϊκού κινήματος, ο κόσμος της αριστερής προοδευτικής προοπτικής. Φαίνονται στο ίδιο διάστημα πιο καθαρά μερικά από τα βαθύτερα χαρακτηριστικά και τις προοπτικές της πολιτικής μας ζωής.
(…)
Η διαδικασία της περεστρόικα με όλα τα αντιφατικά φαινόμενα που φέρνει στην επιφάνεια, η τεράστια κινητικότητα των λαών στις χώρες του υπαρκτού σοσιαλισμού γεννούν δίπλα στους κινδύνους και μεγάλες ελπίδες.

Η κυβέρνηση Τζαννετάκη ήταν ένα σοκ για τον κόσμο της Αριστεράς. Ο παραμερισμός των σκανδάλων από το πολιτικό προσκήνιο, μπορεί να συμβάλει στην ανάδειξη των πραγματικών, ταξικών αντιθέσεων. Ο Συνασπισμός αναδεικνύεται πρωταγωνιστής στις πολιτικές εξελίξεις. Και η Περεστρόικα είναι μια αντιφατική διαδικασία, που φέρνει στην επιφάνεια ενδιαφέρουσες διεργασίες και την κίνηση των μαζών. Δεν είναι περιττό να υπογραμμιστεί άλλωστε πως αυτή η τελευταία εξυμνούνταν πχ από τον Κοτζιά και τον Μπατίκα, που είχαν συμμετοχή στα πρώτα βήματα συγκρότησης του ΝΑΡ, στα σημειώματά τους με τα οποία γνωστοποιούσαν την κάθετη διαφωνία τους με την πολιτική του ΚΚΕ, που κυκλοφόρησαν στη συνέχεια στη -συλλεκτική, αν όχι και προλεκάλτ- μπροσούρα “Μια συζήτηση που δεν έγινε”. Ένα απαραίτητο ανάγνωσμα για όποιον θέλει να έχει μια σφαιρική εικόνα για τον δημόσιο λόγο των πρωταγωνιστών της εποχής.

-Αν και απέχουμε ακόμα κάποιους μήνες από την πτώση του Βερολίνου, είναι εμφανή τα σημάδια της παρακμής, και ο Γράψας φροντίζει να πάρει αποστάσεις από αυτά. Δεν υπερασπίζεται τον υπαρκτό σοσιαλισμό με τα αρνητικά στοιχεία και τις αντιφάσεις του, αλλά θεωρεί πως αυτά είναι δυσφήμηση του σοσιαλιστικού συστήματος, δεν έχουν σχέση με το ιδεώδες για την κοινωνία του μέλλοντος και δεν εκφράζουν την ΚΝΕ.

Σε αντίθεση με τη ρετσινιά του “νεο-σταλινικού” που φρόντιζε να τους φορέσει ο αστικός τύπος, οι διαφωνούντες της ΚΝΕ έδειχναν από τότε σημάδια δυσπιστίας απέναντι στο σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, ενώ στη συνέχεια ο αντισοβιετισμός θα γινόταν ένα βασικό ταυτοτικό στοιχείο του χώρου, και κομβικό σημείο της στρατηγικής του αντίληψης.

Αξίζει να αντιπαραθέσουμε αυτές τις αιχμές με τη στάση του Κάππου, λίγους μήνες πριν, όσο βρίσκονταν σε εξέλιξη τα γεγονότα στην πλατεία της Τιεν Αν Μεν, όπου μιλούσε για συγκεχυμένες πληροφορίες, έπαιρνε αποστάσεις από τους διαδηλωτές που κρατούσαν μικρά αγαλματάκια της Ελευθερίας -το σύμβολο των ΗΠΑ και του δυτικού ιμπεριαλισμού- ενώ του ανήκει και η ιστορική ατάκα πως “δεν έχουμε Κομματικές Οργανώσεις Βάσης στο Πεκίνο, για να σχηματίσουμε γνώμη”, η οποία αναδεικνύει την αυτονόητη έλλειψη εμπιστοσύνης στις ειδήσεις που μετέδιδαν τα αστικά ΜΜΕ και τη βολική ερμηνεία που επέλεγαν.

-Οι παραπάνω επισημάνσεις δεν επιχειρούν να κάνουν συμψηφισμό για τα λάθη που έκανε το ΚΚΕ εκείνη την περίοδο, ούτε προφανώς να δικαιώσουν τη στρατηγική που ακολουθούσε εκείνη την περίοδο. Όποιος θέλει να εμβαθύνει σε αυτά, μπορεί να διαβάσει από το πρωτότυπο -και αυτό είναι πάντα προτιμότερο- την ανάλυση της ΚΕ του ΚΚΕ που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 90′ στην ΚΟΜΕΠ για την κρίση στην ΚΝΕ και τις πολιτικές της εκτιμήσεις.

Με έναν αστερίσκο όμως. Η πολιτική του ΚΚΕ είχε γενικότερες αντιφάσεις και προβληματικά στοιχεία, όχι ως στιγμή το 89′, αλλά συνολικά με βάση τη στρατηγική που είχε διαμορφώσει και περνούσε μέσα από τη συγκρότηση του Συνασπισμού της Αριστεράς και την επεξεργασία για την επιδίωξη “αριστερής, προοδευτικής κυβέρνησης” στο 12ο Συνέδριο, την άνοιξη του 1987. Και η αλήθεια είναι πως τότε, πέρα από τις όποιες τυχόν επιφυλάξεις και αντιρρήσεις, δε διαμορφώθηκε μια εναλλακτική, στρατηγική πρόταση, ούτε υπήρξε σοβαρή αντιπαράθεση ως προς τη γενική γραμμή. Οι διαφωνίες εκδηλώθηκαν αργότερα κυρίως στην πράξη, πχ για το περιεχόμενο του Κοινού Πορίσματος -και τις προγραμματικές υποχωρήσεις για χατίρι της ΕΑΡ- και για τη συμμετοχή στην κυβέρνηση Τζαννετάκη, δηλαδή στη συγκεκριμένη εφαρμογή του προγράμματος και όχι εξ αρχής, σε προγραμματική βάση, επί αυτών των επεξεργασιών.

Με άλλα λόγια. το πρόβλημα δεν ήταν απλώς η συμμετοχή του ΚΚΕ στα συγκεκριμένα κυβερνητικά σχήματα. Και σίγουρα δεν ήταν η “συνεργασία με την επάρατο Δεξιά”, όπως έλεγε πχ η προπαγάνδα του ΠΑΣΟΚ, που την αναπαρήγαγαν εν μέρει στελέχη όπως ο Κοτζιάς -πριν καταλήξει ο ίδιος στο ΠΑΣΟΚ. Το βασικό ζήτημα δεν ήταν το “βρώμικο ’89”, αλλά ότι το ΚΚΕ ξεβρώμισε το 89′, όπως είχε πει και ο Χαρίλαος, γινόμενο όμως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για το αστικό σύστημα και τα σκάνδαλά του.

Αλλά το πιο βασικό είναι τα γενικά, διαχρονικά διδάγματα που βγήκαν από τη μελέτη της συγκεκριμένης πείρας, καθώς αργότερα μπήκαν στην ίδια τη ζωή μπροστά μας παρόμοια ζητήματα. Το ΚΚΕ στάθηκε αυτοκριτικά στη δική του πολιτική γραμμή και την αρνητική πείρα του από τη συμμετοχή σε αστικά κυβερνητικά σχήματα γενικότερα -και όχι ειδικά από τον Τζαννετάκη ή την κυβερνητική συνεργασία με δεξιές πολιτικές δυνάμεις.

Αντιθέτως, η ομάδα που ήρθε σε ρήξη με το ΚΚΕ το 89′, συγκροτώντας το ΝΑΡ και σε μια πορεία χρόνου την ΑΝΤΑΡΣΥΑ έχει το δικό της -μικρό αλλά όχι αμελητέο- μερίδιο ευθύνης για τον αριστερό κυβερνητισμό της περιόδου 2012-15 και τις απατηλές προσδοκίες που είχε ένα σημαντικό κομμάτι του χώρου από τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Σημαντικοί σταθμοί σε αυτή την τάση, η συνάντηση μετά τις εκλογές του Μαΐου του 12, στο πλαίσιο της διερευνητικής εντολής του ΣΥΡΙΖΑ -αν και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ παρέμενε εκτός κοινοβουλίου-, οι πορείες κριτικής στήριξης της κυβέρνησης με τις “ανάσες αξιοπρέπειας” στις αρχές του 15′, και φυσικά το δημοψήφισμα.

Με άλλα λόγια, αυτοί που έκαναν παντιέρα τους το 89′ και τα “ντολμαδάκια της Μαρίκας” -που έκανε περίφημα η “Αυριανή”- φάνηκε να πέφτουν στην ίδια παγίδα. Για κάποιους, προφανώς, ήταν πιο σημαντικό να τους δικαιώσει αναδρομικά το ΚΚΕ, επειδή αναγκάστηκαν να φύγουν, και να παραδεχτεί επίσημα το λάθος του, παρά να δικαιωθεί η στάση τους από τη ζωή, κρατώντας την ίδια συνεπή θέση, 23 χρόνια μετά την καταπολέμηση του αριστερού κυβερνητισμού.

Είναι πολύ χαρακτηριστική μια φράση-κλειδί σε ένα βιβλίο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου -μέλους του ΚΣ της ΚΝΕ το 89′ και στέλεχος του ΝΑΡ- στις αρχές της κρίσης, όπου εκτιμούσε πως το (κατ’ αυτόν) ζητούμενο του Λαϊκού Μετώπου δεν μπορούσε να γίνει χωρίς το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά δεν μπορούσε να πετύχει χωρίς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Και δεν είναι τυχαίο πως ο ίδιος εμφανίστηκε στο πλευρό του Λαφαζάνη και της ΛΑΕ, στο ντιμπέιτ του Σεπτεμβρίου του 15′.

Με το πέρασμα του χρόνου, καθώς συσσωρευόταν επιπρόσθετη πολιτική πείρα και αμβλύνονταν οι ουλές από κάποια προσωπικά βιώματα -πάντα υπαρκτά σε διασπάσεις και πολιτικές κρίσεις-, κάποια άτομα από αυτόν τον χώρο γεφύρωσαν το χάσμα με το ΚΚΕ και επέστρεψαν σε αυτό που πάντα ένιωθαν ως πολιτικό τους σπίτι, όχι με συναισθηματικούς όρους, αλλά με αμιγώς πολιτικό κριτήριο.

Αυτοί ήταν όμως μια μειοψηφία. Η μεγάλη ζημιά, στο πλαίσιο της γενικής υποχώρησης και της επέλασης της αντεπανάστασης, ήταν πως το μεγάλο κομμάτι εκείνης της ΚΝΕ, το μαζικό και ανήσυχο δυναμικό της, στα τέλη της δεκαετίας του 80′, δεν έφυγε από την οργάνωση, για να την επανιδρύσει και να ξαναβρεί τις χαμένες αξίες της. Δυστυχώς πήγε σπίτι του, ιδιώτευσε, ξέκοψε από το κίνημα, δεν παρέμεινε στο δρόμο -έστω και από ένα άλλο μετερίζι. Αυτή ήταν η χειρότερη πληγή της κρίσης της ΚΝΕ, που σημάδεψε μια γενιά ολόκληρη, αφήνοντας άλλο ένα ηλικιακό κενό στη στελέχωσή της.

Και αυτό είναι ίσως και το μέτρο της αποτυχίας της νέας πολιτικής κίνησης, που ονομάστηκε Νέο Αριστερό Ρεύμα, για να προστεθεί μερικά χρόνια αργότερα -αλλά μάλλον ετεροχρονισμένα και αρκετά αργά- η φράση “για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση”. Την ίδια στιγμή που η ΚΝΕ τραβούσε την ανηφόρα και ανασυγκροτούνταν από τις στάχτες της, όχι γιατί κράτησε τη “σφραγίδα” και το όνομα -που δε θα είχε καμία αξία χωρίς τη χάρη. Αλλά γιατί κατάφερε να πατήσει στην ίδια τη ζωή, τις ανάγκες της νεολαίας, τους αγώνες που ξεδιπλώνονταν. Αυτά που μπορεί να ακούγονται “ξύλινα”, αλλά κανείς δε βρήκε κάτι πιο “σύγχρονο” και “αποτελεσματικό” για να τα αντικαταστήσει.

Και η ζωή τραβάει την ανηφόρα…

Κυριακή, 1 Σεπτεμβρίου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ Σεπτεμβρίου - Οκτωβρίου

Ο μήνας της ΔΕΘ, όπου κορυφώνεται το ταξίδι του Φεστιβάλ και εξορίζονται όσοι εύχονται καλό χειμώνα. Και αρχίζει ο αγώνας ενάντια στη δική μας βαρυχειμωνιά, ενδεχομένως με κάποια απότομη κορύφωση και πριν από το Φεστιβάλ, ίσως την πρώτη απεργία επί κυβέρνησης Μητσοτάκη. Γιατί αν το αστικό κράτος έχει συνέχεια, το ίδιο γίνεται με την ταξική πάλη και τους κομμουνιστές...

Ο λόγος στη βάση και τη βάση του μπλοκ, για σχόλια, ειδήσεις, κυτίο παραπόνων κτλ



Κυριακή, 18 Αυγούστου 2019

Ερνέστο τον ελέγανε ή Τέλμαν - Επίσκεψη στο σπίτι του Τέλμαν

Λόγω της ημέρας μια αναδημοσίευση από την Κατιούσα

Τους Τάνεφ και Ποπόφ, τον Τέλμαν και άλλους, αντιφασίστες αρχηγούς...
Στίχος που γαλούχησε πολλούς συντρόφους από τα μικράτα τους, για άλλους μπορεί να ήταν και το παιδικό τους νανούρισμα, καταπώς λένε. Μεγαλώνοντας, μαθαίνεις περισσότερα για αυτή την ηρωική μορφή, διαβάζεις τις αναμνήσεις της κόρης του Ίρμα (από εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή) και αναρωτιέσαι ποια από τα μέσα και τις μορφές εκείνων των χρόνων μπορεί να δανειστεί σήμερα το Κομμουνιστικό Κίνημα στο δικό του αγώνα ενάντια στο φασισμό.
Είναι λοιπόν δυνατόν να βρεθείς στην πόλη που γεννήθηκε και να μην επισκεφτείς το σπίτι του;

Η γενέτειρα του μεγάλου κομμουνιστή ηγέτη είναι το λιμάνι του Αμβούργου, με την πολυπληθή εργατική τάξη, που κρατά ακόμα κάτι ταξικό και εναλλακτικό στην ατμόσφαιρα και το χαρακτήρα του, χωρίς όμως τους μεγάλους μαζικούς αγώνες των αρχών του περασμένου αιώνα. Δυστυχώς αυτοί δεν έχουν αφήσει ισχυρό ιστορικό αποτύπωμα στην πόλη, ούτε πολλά υλικά μνημεία, γιατί φρόντισαν σχετικά οι γερμανικές κυβερνήσεις -και οι "δημοκρατικές" δεν υστέρησαν σε ζήλο από τις ναζιστικές, σε αυτό το "ιερό καθήκον", αλλάζοντας μάλιστα όνομα στην οδό που είχε το όνομα του Τέλμαν.

Έτσι λοιπόν, μολονότι επισκεφτήκαμε την πόλη τον περασμένο Γενάρη, λίγες μέρες πριν από τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη δολοφονία της Ρόζας και του Λίμπκνεχτ, δεν υπήρχε καμία προγραμματισμένη εκδήλωση στην πόλη, παρά μόνο μία συγκέντρωση στην πρωτεύουσα, το Βερολίνο -όπου έγινε κι η δολοφονία- με κάπως "παρδαλά" χαρακτηριστικά, λίγο διαφορετικά από ό,τι φανταζόμαστε και έχουμε συνηθίσει.

Κι εκεί αντιλαμβάνεσαι από πρώτο χέρι πως οι εκδηλώσεις ιστορικής μνήμης που διοργανώνουν οι Έλληνες κομμουνιστές σε κάθε γωνιά της χώρας δεν είναι πολιτικά μνημόσυνα άνευ σημασίας, περασμένα μεγαλεία και λιβανίσματα των παλιών ηρώων, αλλά έχουν πιο πολλά να μας πουν για το σήμερα, τη δύναμη του φορέα που τα διοργανώνει, τη σχέση του με την (δική του και όχι μόνο) ιστορία, τις ρίζες του στον τόπο όπου δρα, πόσο γερά γαντζωμένος είναι στο παρόν και την προοπτική του μέλλοντος.

Στο Βερολίνο υπάρχει ένα από τα λίγα εναπομείναντα μνημεία του ιστορικού κομμουνιστή ηγέτη, που έμεινε αιχμάλωτος στα χέρια των Ναζί παραπάνω από μια δεκαετία και πέθανε μαρτυρικά, λίγους μήνες πριν την απελευθέρωση. Κι ενώ είναι μια καθαρή και οργανωμένη πόλη, το άγαλμα αυτό είναι εγκαταλειμμένο, επιζωγραφισμένο και βρώμικο, μαρτυρώντας όχι απλά την αδιαφορία των αρχών, αλλά το έντονο ενδιαφέρον τους να το απομακρύνουν από την περιοχή, αφαιρώντας παράλληλα μία από τις τελευταίες υλικές μαρτυρίες του σοσιαλιστικού παρελθόντος της πόλης. Πρόθεση που σκοντάφτει, μέχρι στιγμής, στην αντίθεση και τη σθεναρή αντίσταση των κατοίκων της περιοχής.

Στο Αμβούργο αντιθέτως, το σπίτι του Τέλμαν λειτουργεί κάπως σαν "ιδιωτικό μουσείο", χωρίς καμία κρατική μέριμνα και χρηματοδότηση. Για να φτάσεις με τη συγκοινωνία από το κέντρο της πόλης, χρειάζεσαι ένα μικρό ταξίδι και τις οδηγίες του GPS, ενώ είναι προφανές πως δε θα το βρεις ως πρόταση σε κάποιον από τους τουριστικούς οδηγούς της πόλης -ούτε καν τους "εναλλακτικούς", αφού δεν είναι σε κάποια απ' τις τουριστικά αναπτυσσόμενες γειτονιές. Πρέπει να είσαι μάλιστα λίγο προσεκτικός για να μην το προσπεράσεις, σαν ένα απλό κτίριο, όπως τα υπόλοιπα στη σειρά του δρόμου. Μην περιμένετε να δείτε καμιά φωτεινή επιγραφή -εξάλλου είναι ανοιχτό στο κοινό για λίγες σχετικά ώρες, κυρίως τα πρωινά.

Οι μόνες φωτογραφίες που μπορεί να βγάλει ο επισκέπτης είναι στην είσοδο, με το θυρεό και την προσωπογραφία του Τέλμαν, αφού μέσα απαγορεύονται οι μηχανές, το φλας και οτιδήποτε σχετικό θα μπορούσε να φθείρει το ευαίσθητο αρχειακό υλικό -που βρίσκεται πάντως στη διαδικασία της ψηφιοποίησης- σε ένα σκοτεινό διάδρομο, μετά την υποδοχή μιας συμπαθέστατης ηλικιωμένης συντρόφισσας, με σχετικά περιορισμένη γνώση αγγλικών, που μάλλον δεν περίμενε κάποιον επισκέπτη. Κι αν κάτι αποπνέει μουσειακή ατμόσφαιρα και αίσθηση, αυτό δεν είναι τα εκθέματα για τον Τέλμαν και την ιστορία του γερμανικού κομμουνισμού, που παραμένει επίκαιρος, αλλά οι συνειρμοί με την ηλικία της συντρόφισσας, την απαρχαιωμένη μουσειακή προσέγγιση, την κατάσταση του κτιρίου και άλλες παρόμοιες λεπτομέρειες για το παρόν του μουσείου και τις τεράστιες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι σύντροφοι, με τις περιορισμένες δυνατότητες. Όλα αυτά όμως είναι αυτό ακριβώς: λεπτομέρειες, που γίνονται εντελώς δευτερεύουσες μπροστά στη συγκίνηση και το περιεχόμενο της μικρής έκθεσης.

Αφίσες, φωτογραφίες, κειμήλια, λάβαρα, αποκόμματα και πρωτοσέλιδα από τον τύπο της εποχής, διαδέχονται το ένα το άλλο στις προθήκες, τοποθετημένα σε χρονολογική σειρά, με έντονο αντιφασιστικό περιεχόμενο, αφού η μάνα του τέρατος ήταν ξανά σε ενδιαφέρουσα κι έλαχε της καλύτερης υποδοχής και περίθαλψης από το γερμανικό αστικό κράτος (στην ΟΔΓ και αργότερα σε όλη τη Γερμανία). Ακόμα και αν η γλώσσα είναι εμπόδιο για τον επισκέπτη από το εξωτερικό, τον βοηθάνε οι εικόνες και η γλώσσα του κινήματος που είναι διεθνής.

Σε μια γωνιά συναντάμε έναν τοίχο με κονκάρδες, που λάμπουν στο μάτι και σε κάνουν να νιώσεις σα μικρό παιδί που θέλει να τις πάρει όλες. Στην άλλη πλευρά του ισογείου, μπορείς να βρεις βιβλία, βιογραφίες του Τέλμαν, θεωρητικά έντυπα, εφημερίδες - κομματικά όργανα κάθε αριστερής οργάνωσης, ακόμα και της αριστερής "φράξιας"-πτέρυγας του die Linke, που κρατά εγκλωβισμένους στις γραμμές του αρκετούς τίμιους αγωνιστές-κομμουνιστές, υπέρμαχους του σοσιαλισμού που οικοδόμησε η DDR -αν και το επίσημο κόμμα ουσιαστικά την έχει αποκηρύξει, ως μελανή κηλίδα του παρελθόντος.

Από όλα αυτά μπορείς να πάρεις ό,τι θέλεις και να αφήσεις προαιρετικά ένα ποσό, όσα κρίνεις και μπορείς, ακόμα κι αν σου φανούν λίγα - δυσανάλογα για αυτά που παίρνεις. Σα να "καταργούν" συμβολικά τα εμπορεύματα και την ανταλλαγή τους, γιατί η γνώση πρέπει να δια-δίδεται δωρεάν, την ώρα που άλλα μουσεία σου ζητάνε αντίτιμο ακόμα και για το δικαίωμα να τραβήξεις μερικές φωτογραφίες με τη μηχανή σου. Εδώ απλώς αφήνεις όσα μπορείς, "σύμφωνα με τις δυνατότητές σου", για να μπορέσει να καλύψει το Μουσείο τις βασικές του ανάγκες.
Φεύγοντας γράφουμε σε "σπαστά γερμανικά" ένα μήνυμα aus Griechenland. Unsere Zukunft ist nicht der Kapitalismus, aber...

Το μέλλον μας είναι άδηλο, αλλά θα το γράψει μόνος του ο εργαζόμενος λαός. Το φωτίζει όμως το κομμουνιστικό κίνημα και οι αγώνες του, σαν τους φάρους -που γιορτάζουν σήμερα την παγκόσμια ημέρα τους. Το φωτίζει το ηρωικό κόμμα του Τέλμαν, όσο μικρό ή αποδεκατισμένο κι αν είναι σήμερα. αφήνοντας μικρά αποτυπώματα, σαν αυτά τα ενθύμια στο σκοτεινό διάδρομο του Μουσείου. Η λάμψη τους όμως δεν κλείνεται σε μουσειακές αίθουσες. Μια μέρα θα κατακλύσει τον κόσμο, κάνοντας τα σκοτάδια φως. Και σήμερα οι Γερμανοί σύντροφοι θα μαζευτούν εκεί να ανάψουν τη δική τους φωτίτσα, χαραμάδα μες στη μαυρίλα, στη μνήμη του Τέλμαν. Αλίμονο όμως σε όποιον νομίσει πως πρόκειται για ένα απλό μνημόσυνο...

Παρασκευή, 5 Ιουλίου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ - Ιούλιος-Αύγουστος 2019

Οι εκλογές μας έρχονται, εμπρός βήμα ταχύ, να τις προϋπαντήσουμε με -δε μου έρχεται κάποια καλή ρίμα, συνεπώς το αφήνω έτσι. Γιατί το σημαντικό είναι η επόμενη μέρα, και όχι μόνο η 8η Ιουλίου, γιατί μετά ο μήνας δεν έχει εννιά για τον εργαζόμενο λαό.

Νέα αναχώματα έρχονται στο προσκήνιο, τα συριζοτρόλ είναι έτοιμα να πουν μαζί με τους δεξιούς ότι έρχεται πίτσα (από τη λδ της βιλγαρίας) και να το ευχαριστηθούν χαιρέκακα για τον αχάριστο λαό που δε βγάζει τον αλέξη που θα έκανε ακριβώς τα ίδια, το σύνδρομο της Στοκχόλμης γίνεται ολοένα και πιο αισθητό με όσα λένε οι νεοδημοκράτες που ράβουν κυβερνητικά κοστούμια, και την ίδια ώρα το κόμμα φαίνεται να αντέχει στην επίθεση και την εκλογική πίεση, αφού ούτως ή άλλως και οι ευρω-εκλογές δεν είχαν ακριβώς χαλαρή ψήφο. Και τέλος πάντων, πότε ακριβώς ήταν χαλαρή η ψήφος που πήγαινε στους κομμουνιστές;

Αν χρειάζεται μια πρόβλεψη είναι πως η μικρή πιθανή πτώση σε ψήφους -γιατί δεν είναι εύκολο για όλους να ασκήσουν τρεις φορές σε ενάμιση μήνα το εκλογικό τους δικαίωμα- δε θα έχει απαραίτητα και μείωση ποσοστών, αν πάρουμε υπόψη την αποχή. Με κάθε επιφύλαξη, και πολλές πιθανότητες να πέφτω έξω -τόσο ως προς τη μικρή μείωση των ψήφων, όσο και ως προς τα ποσοστά.

Ένα νέο χαρακτηριστικό που φαίνεται να έρχεται στην επιφάνεια είναι το εξής. Τα τελευταία χρόνια οι κομμουνιστές έχουν με διαφορά τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις -χωρίς μεταφερόμενα πλήθη, χωρίς χρέωση και υποχρέωση για όσους πηγαίνουν. Δεν είναι απαραίτητα οι πιο μαζικές εκλογικές δικές τους συγκεντρώσεις, είναι όμως με διαφορά οι πιο μαζικές σε σχέση με τους υπόλοιπους. Και έτσι, ενώ κάποτε αυτές οι συγκεντρώσεις θεωρούνταν ως η καλύτερη δημοσκόπηση, τώρα δε λένε και πολλά, γιατί αν ήταν έτσι, οι κομμουνιστές θα είχαν αυτοδυναμία και θα έκαναν κυβέρνηση. Και αν κάποιος θεωρεί πως δε θέλουν να κάνουν, ας τους τιμωρήσει, ψηφίζοντάς τους, για να το δούμε στην πράξη τι θα κάνουν και τι εννοούν πως θα είναι αντιπολίτευση, από όλα τα πόστα.

Το θέμα λοιπόν είναι πως στο πρόσφατο παρελθόν, καταλαβαίναμε πως για τα αστικά κόμματα έχουν περάσει ανεπιστρεπτί οι εποχές των μεγάλων συγκεντρώσεων, όχι τόσο γιατί δεν ήθελαν, όσο γιατί δεν μπορούσαν να συγκινήσουν και να μαζέψουν τον κόσμο. Και όσο πάει, γίνεται πιο θλιβερό το θέαμα που παρουσιάζουν, πιο περιθωριακά τα στενά στα οποία μαζεύονται για να στήσουν το σόου τους, πιο δύσκολο το έργο των διαδόχων του Μπιρσίμ, που δεν καλούνται να κάνουν πια δημιουργικά πλάνα, αλλά το θαύμα του Ιησού, με τα ψάρια και τα ψωμιά που πολλαπλασιάστηκαν, ένα είδος εικονικής πραγματικότητας. Και δεν μπορούν, για αυτό οι κάμερες είναι σα να έχει πιαστεί ο λαιμός τους και δείχνουν όλο το ίδιο σημείο, λες και δεν μπορούν να γυρίσουν παραπέρα, για να δείξουν το "μέγα πλήθος".

Υπήρχαν λοιπόν αστικά κόμματα χωρίς δύναμη στο δρόμο, χωρίς μαζικότητα, χωρίς οργανώσεις, χωρίς δύναμη να κινητοποιούν τον κόσμο, εκτός από τις εκλογές. Κόμματα που είχαν καταντήσει απλώς εκλογικοί μηχανισμοί και δεν είχαν την παραμικρή ικανότητα πέραν αυτού, με κομματάρχες, σαν τον Παπαγιαννόπουλο στο Τζένη-Τζένη, που κρατούσε όλο το νησί και στήριζε πότε Μαντά και πότε Γκόρτσο.

Τώρα έχουμε βαθύτερη εξέλιξη σε αυτήν την τάση. Κομματάρχες χωρίς κόμματα, χωρίς να έχουν καν μηχανισμό, σαν το Βελόπουλο και το Βαρουφάκη, που έχουν όμως αρκετά λεφτά και ψάχνουν υποψήφιους με το δέλεαρ της έδρας, γιατί είναι πιθανό να μπουν στη Βουλή και πολλοί τυχοδιώκτες το σκέφτονται σα μια καλή ευκαιρία. Λεφτά υπάρχουν, υποψήφιοι όχι, ούτε καν μηχανισμός, αλλά θα βρεθεί στην πορεία.

Το μυαλό κάποιου κόσμου γίνεται μίξερ, ολοένα και περισσότερο πουρές, πλέον ψηφίζει κόμματα που έχουν τηλεοπτική και μόνο παρουσία και πέραν τούτου δεν μπορεί να σκεφτεί τίποτα απολύτως. Και σε αυτό το σκηνικό, περιμένουμε εμείς να κάνουν τη διαφορά οι κομμουνιστές. Αρκεί να έχουμε όμως πάντα στο μυαλό μας, πως για να κάνουν τη διαφορά στην κάλπη, πρέπει να αλλάξουν έτσι το σκηνικό, ώστε να μην είναι η κάλπη, ούτε η τηλεόραση, ούτε τα social media αυτά που δίνουν τον τόνο. Αλλά ο δρόμος, το κίνημα, ο λαός που κατεβαίνει, κάνει κάτι στη ζωή του και δε μένει θεατής σε αυτήν, πιστεύοντας πως η δημοκρατία είναι να επιλέγει ποιος θα τον τσερμπρέχεν και τσετρέτεν κάθε τέσσερα χρόνια, όπως αλλάζει κανάλι με το τηλεχειριστήριο, για να δει κανάλια με καρμπόν προγράμματα -όπως και τα κόμματα που ψηφίζει. Αυτό θα πει αστική δημοκρατία...

Κυριακή, 2 Ιουνίου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ - Ιούνιος 2019

Οι εκλογές πέθαναν, ζήτω οι εκλογές.

Οι εκλογές μας έρχονται, εμπρός βήμα ταχύ,
να τις προϋπαντήσουμε ως αντιπολίτευση (λαϊκή)

Κι αν γράφαμε στην εξοχή, θα παρέπεμπε στο βουνό, όπως τότε στο Λιτόχωρο.

Ο Ιούνιος ξεκινάει με το δεύτερο γύρο των δημοτικών εκλογών και το ερώτημα αν μπορεί η Λαϊκή Συσπείρωση να επαναλάβει το επίτευγμα του 2014 και να κρατήσει κόκκινους τους πέντε δήμους της χώρας, κάτι που είναι αντικειμενικά δύσκολο -ένεκα τα συμφέροντα και τα λεφτά που ρίχνουν κάποιοι υποψήφιοι- όχι όμως και απίθανο.

Κι αμέσως μετά ξεκινάει η προεκλογική περίοδος για τις εκλογές στις 7 Ιουλίου και ενώ δυο μέρες πριν, θα έχουμε την επέτειο του δημοψηφίσματος και η Μπέτυ θα κλαίει -κάθε μέρα τέτοιο χρόνο- στην κεντρική προεκλογική συγκέντρωση του Σύριζα, αλλά όχι μάλλον από το πλήθος που δε θα δει μπροστά της.

Κι αν βγαίνει αβίαστα ένα συμπέρασμα, είναι πως χωρίς δυνατό κίνημα και αγωνιστικές διεργασίες, δεν μπορούμε να περιμένουμε κάτι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο από την γκαστρωμένη κάλπη. Και αν είναι κάτι άλλο βέβαιο, είναι πως όσοι έχουν αλλεργία με τους κομμουνιστές, περιμένουν να τους δουν να πιέζονται από την πόλωση -που έμεινε κάτω από το 60% στις ευρωεκλογές, παρά το χαρακτήρα που είχαν- και να θυμηθούμε μέρες του Ιουνίου του 12'.

Η κε του μπλοκ λέει πως θα μείνουν με την όρεξη. Αλλά σε κάθε περίπτωση, δεν είναι οι κάλπες το σημαντικό μήνυμα που θα αλλάξει τον αρνητικό συσχετισμό. Εκεί μπορεί -στην καλύτερη- απλώς να αποτυπωθεί μια τάση ή μια αλλαγή.

Τα υπόλοιπα θα τα δούμε και στην πορεία, στα σχόλια που θα ακολουθήσουν από τη βάση του μπλοκ

Σάββατο, 4 Μαΐου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ - Μάης 2019

Ζήσε Μάη μου να φας τριφύλλι και μπόλικο προεκλογικό σανό, με δίπολα πρόοδος-συντήρηση, γράμματα κερδίζεις, κορόνα χάνω. Ο μήνας ξεκίνησε με τη μεγαλειώδη συγκέντρωση της ΓΣΕΕ για την εργατική Πρωτομαγιά, όπου ήταν τρεις και τα περιστέρια, χωρίς τον κούκο. Και συνεχίζεται με τον πρώτο εκλογικό γύρο, για να ακολουθήσει τον Ιούνιο ο δεύτερος και να τριτώσει το κακό κάπου μες στο φθινόπωρο -ή μήπως όχι;

Αν τα δικά μας σχόλια μπορούσαν να αλλάξουν τη ροή των εκλογών, θα ήταν παράνομα, και ας μην αλλάζουν οι εκλογές τον κόσμο. Ως τότε έχουμε καιρό, υλικό και όρεξη, για σχετικά και μη σχόλια, πάντα με γνώμονα την "αυτονομία" του μπλοκ, που δεν υποστέλλει τις σημαίες του και ας μην ανανεώνεται πια -αντικειμενικά κι ανεξάρτητα από τη θέλησή του- όσο συχνά θα έπρεπε και θα ήθελε η βάση του και η κε του.

Δευτέρα, 1 Απριλίου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ Απριλίου 2019

Ανακοίνωση ψηφοδελτίου με ενδιαφέροντα ονόματα, συνέδριο της ΓΣΕΕ στη Ρόδο με τους ιππότες της εργατικής τάξης (Παναγόπουλος, Καραγεωργόπουλος και ΣΙΑ)... Και μετά πασχαλινή ραστώνη πριν από τις κάλπες που απειλούν να σκεπάσουν τα πάντα. Διπλές, τριπλές ή και παραπάνω...

Καλή ξεκούραση, καλό σχολιασμό και... προπαντός όχι αυταπάτες

Παρασκευή, 1 Μαρτίου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ Μαρτίου 2019

Η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη. Και κάποιοι νιώθουν σα να μπαίνει η άνοιξη στα ξαφνικά, ενώ σπεύδουν να την προϋπαντήσουν, όχι στην εξοχή αλλά στην κάλπη που έρχεται.

Δε χρειάζονται περσότερα (προς το παρόν). Τα υπόλοιπα από τη βάση του μπλοκ, στα σχόλια που ακολουθούν.

Κυριακή, 3 Φεβρουαρίου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ - Φλεβάρης 2019

Κλείνοντας έντεκα χρόνια ζωής το μπλοκ -ή μάλλον εννιάμισι χρόνια πραγματικής ζωής και άλλον ενάμιση που προχωρά με κεκτημένη ταχύτητα και πάνω στις πλάτες των αναγνωστών που το κρατάν ζωντανό- συνεχίζει με κινητήρια δύναμη τη βάση του και τα δικά της σχόλια.

Συζήτηση επί παντός επιστητού, με τις εκλογές να έρχονται -εμπρός βήμα ταχύ- τα συριζοτρόλ να αυξάνουν ρυθμούς, θυμίζοντας τις μέρες του 15', και τις Συμπληγάδες του δικομματισμού (που είναι βασικά η Σκύλλα και η Χάρυβδη από άλλο μυθολογικό ανέκδοτο) να είναι έτοιμες να συνθλίψουν κάθε διαφορετική φωνή, εντείνοντας την πόλωση, όσο μπορούν.
Έχουν ένα νέο δικομματισμό να θρέψουν. Και ένα μεγάλο συνασπισμό να ετοιμάσουν. Όχι της αριστεράς και της προόδου, αλλά κυβερνητικό. Αν και προς το παρόν, επιστρέφουν μάλλον στην εποχή των αυτοδυναμιών.

Σχόλια για κάθε τι που προκύπτει στην επικαιρότητα, για αυτά που ήδη έχουν προκύψει, για κείμενα της Κατιούσα -αρκεί να υπάρχει λόγος να γίνει εδώ- για ψυχολογικά ανισόρροπους τουιτεράδες, για όλα αυτά που απασχολούν τον απλό, καθημερινό εργάτη στα γιαπιά και τους χώρους δουλειάς.

Καλός, νηφάλιος σχολιασμός. Και μην αφήστε ένα Μηλιό να σας χωρίζει, με την "ενωτική" του διάθεση.

Τετάρτη, 2 Ιανουαρίου 2019

Δελτίο Κομινφόρμ - Γενάρης 2019

Ας είμαστε ρεαλιστές, ας επιδιώκουμε το αδύνατο. Όπου αδύνατο, αν όχι ουτοπικό, στη συγκεκριμένη περίπτωση, θα ήταν για την κε του μπλοκ -ακριβώς επειδή είναι μονοπρόσωπη και δεν είναι κε- να συνεχίσει να διατηρεί και να ανανεώνει σε τακτική βάση το περιεχόμενο του μπλοκ -είτε αρέσει η Κατιούσα στους σφους αναγνώστες, είτε τους ξενερώνει και θα προτιμούσαν να ανεβαίνουν εδώ πιο τακτικά κάποια κείμενα.

Το οποίο  μπλοκ όμως εκτός από κε, έχει και βάση. Η οποία κρατά ζωντανό το μπλοκ, σχεδόν μόνη της και του δίνει λόγο ύπαρξης. Αντί λοιπόν να παίρνει κείμενα -και αφορμές για σχολιασμό- με το δελτίο, ίσως είναι προτιμότερο να κάνει το δικό της δελτίο.

Ξέχωρα από τα όποια λιγοστά -σε σχέση με το παρελθόν- κείμενα μπορεί να ανεβαίνουν εδώ για να σχολιαστούν και να διατηρείται μια ροή, το βασικό μάλλον είναι να υπάρχει μια ανάρτηση -καταρχάς σε μηνιαία βάση- όπου να σχολιάζεται ελεύθερα ό,τι προκύπτει στην επικαιρότητα ή και πιο άσχετα θέματα (ακόμα και γκρίνια για την Κατιούσα, που λέει ο λόγος, αν είναι κόσμια και χρήσιμη) που απασχολούν κάποιον σφο αναγνώστη.

Δεν ξέρω αν έπρεπε να γίνει πιο νωρίς, αν θα έχει επιτυχία, αν έχει λόγο ύπαρξης, πάντως είναι μια ιδέα, ένα πείραμα, και θα το δοκιμάσουμε στην πράξη. Καλό σχολιασμό, ο λόγος σε εσάς.

Δευτέρα, 10 Δεκεμβρίου 2018

10 ερωτήματα, 10 χρόνια μετά το Δεκέμβρη

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τι ήταν και τι δεν ήταν ο Δεκέμβρης;

Κάθε εποχή έχει το Δεκέμβρη που της αξίζει. Άλλο τα Δεκεμβριανά του 1944 κι άλλα αυτά του 2008, δεν μπαίνει θέμα σύγκρισης ανάμεσα στις εποχές, τις συνθήκες, τον υποκειμενικό παράγοντα, σε επίπεδο οργάνωσης κι αγωνιστικής ετοιμότητας. Ο Δεκέμβρης του 08′ δεν ήταν μια συγκυρία όπου η εξουσία περπατούσε στους δρόμους, κυλούσε πηχτή στην ατμόσφαιρα, και περίμενε να απλώσουμε το χέρι μας και να την πιάσουμε. Δεν ήταν μια περίοδος, όπου κάθε μέρα μετρούσε σα μήνας. Δεν ήταν η πρώτη εξέγερση στην περίοδο της κρίσης, όπως είχε διαφημιστεί αρχικά. Ήταν μια έκρηξη, που εκ των πραγμάτων φάνηκε πυροτέχνημα, αλλά αυτό δεν ήταν μοιραίο, εξ αρχής δοσμένο, ήταν ρευστό κι ανοιχτό στοίχημα για όσους συμμετείχαν και δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν να βαθύνουν το ρήγμα του.

Το βασικό πρόβλημα δεν είναι τα γεγονότα, που είναι πεισματάρικα και δεν μπορούμε να τα αλλάξουμε. Το βασικό πρόβλημα είναι ο τρόπος πρόσληψής τους από κάποιους “μπαρουτοκαπνισμένους άκαπνους”, που χτίζουν το δικό τους αφήγημα, τον εκλαμβάνουν ως εμπειρία ζωής, ως το δικό τους Πολυτεχνείο, που θα έχουν να το διηγούνται στις επόμενες γενιές, αραδιάζοντας στο τραπέζι τα κινηματικά τους παράσημα. Κανείς δεν μπορεί να μειώσει το Δεκέμβρη και τη μνήμη του περισσότερο από αυτούς που τον υψώνουν βερμπαλιστικά στο ύψος του άλλου Δεκέμβρη, στο επίπεδο μιας επανάστασης, μιας εποποιίας, μιας εμπειρίας που δεν πρόκειται να ξαναζήσουμε και είναι το ταβάνι που μπαίνει στις φιλοδοξίες μας.

Ήταν εξέγερση;

Καταρχάς, θα έπρεπε να ξεκινήσουμε ρωτώντας τι είναι εξέγερση και πώς την ορίζουμε. Η απλή “μετάφραση” θα ήταν ξεσηκωμός. Πολλές φορές τείνουμε να λέμε εξέγερση τις μικρές κι αποτυχημένες επαναστάσεις.

Ο Δεκέμβρης είχε κάποια εξεγερσιακά χαρακτηριστικά. Υπήρχε έκρηξη βίας, που ωστόσο από μόνη της δεν αποδεικνύει κάτι. Υπήρξε ένας γενικευμένος ξεσηκωμός κι αντιδράσεις από μαθητές και νέους, ακόμα και σε μέρη της επαρχίας που ζούσαν για καιρό σε χειμερία νάρκη και δεν είχαν δει αντίστοιχη κινητοποίηση στα χρονικά της Μεταπολίτευσης.

Ο Δεκέμβρης όμως δεν έβαλε ποτέ ζήτημα εξουσίας κι αλλαγής των σχέσεων παραγωγής, όπως κάνει κάθε επανάταση. Δεν εξαπλώθηκε ποτέ σε πλατιά τμήματα της εργατικής τάξης, στους χώρους δουλειάς, δε σταμάτησε τη διαδικασία της παραγωγής -πόσο μάλλον να εγείρει άλλα ζητήματα για το μοντέλο της. Κι είναι ζήτημα -που θα δούμε κι αλλού- ποιο ήταν το βάθος του και τι άφησε πίσω του, όπως θα έκανε πχ μια επανάσταση, ακόμα και ηττημένη.

Η “καθαρή επανάσταση” και ο Λένιν

Πολλές φορές βλέπουμε να επικαλούνται ένα τσιτάτο του Λένιν που λέει πως όποιος περιμένει να δει μια καθαρή επανάσταση, όπου θα είναι από τη μια πλευρά ο στρατός του προλεταριάτου και από την άλλη ο στρατός των εκμεταλλευτών, δε θα την ζήσει ποτέ του. Συνεπώς, πρέπει να αντιμετωπίζουμε την πραγματικότητα με τις αντιφάσεις της, να μην τις φοβόμαστε, να μην τις αντιμετωπίζουμε από θέση επαναστατικής καθαρότητας, αλλά να παρεμβαίνουμε με θάρρος σε αυτές, αν θέλουμε να παίξουμε πραγματικά το ρόλο της πρωτοπορίας στο κίνημα.

Γενικά η πραγματική ζωή απεχθάνεται τις καθαρές μορφές. Κατά τον ίδιο τρόπο, όμως, πρέπει κι εμείς να αποφεύγουμε να παίρνουμε από τα Άπαντα του Βλαδίμηρου το τσιτάτο που μας βολεύει κάθε φορά, χωρίς να βλέπουμε συνολικά τη θεωρία του και προπαντός τη δράση του. Από το Λένιν πχ θα μπορούσαμε να σταχυολογήσουμε ένα άλλο απόσπασμα, όπου βάζει τα χαρακτηριστικά της εξέγερσης.

Η εξέγερση για να πετύχει δεν πρέπει να στηρίζε­ται σε συνωμοσία, ούτε σ’ ένα κόμμα, αλλά στην πρωτοπόρα τάξη. Αυτό είναι το πρώτο. Η εξέγερση πρέπει να στηρίζεται στην επαναστατική άνο­δο του λαού. Αυτό είναι το δεύτερο. Η εξέγερση πρέπει να στηρίζεται σε τέτοιο σημείο στροφής στην ιστορία της αναπτυσσόμενης επανάστασης, όταν στις πρωτοπόρες γραμμές του λαού παρατηρείται η μεγαλύτερη δρα­στηριότητα, όταν οι ταλαντεύσεις στις γραμμές των εχθρών και στις γραμμές των αδύνατων, μεσοβέζικων, αναποφάσιστων φίλων της επανάστα­σης είναι μεγαλύτερες από κάθε άλλη φορά. Αυτό είναι το τρίτο. Και μ’ αυτούς τους τρεις όρους στην τοποθέτηση του ζητήματος της εξέγερσης ξε­χωρίζει ο μαρξισμός από τον μπλανκισμό»

Ο Λένιν απαντά εδώ στην κατηγορία κατά των μπολσεβίκων πως “παραβιάζουν την ιστορία” και βάζει καθαρά τη διαφορά του μαρξισμού από τον μπλανκισμό. Παράλληλα όμως βάζει τρία σωστά κριτήρια για τον καθορισμό της εξέγερσης. Μπορεί να πει κανείς ότι ο Δεκέμβρης πληροί -έστω κατά προσέγγιση- κάποια από αυτά τα κριτήρια;

Στον αντίποδα, μπορεί να αντικρούσει κανείς πως εδώ ο Λένιν σημειώνει τα χαρακτηριστικά που πρέπει να έχει μια εξέγερση για να πετύχει -κι όχι γενικά. Στην τελική όμως αυτό δεν είναι που μας ενδιαφέρει; Εκτός κι αν βυζαντινολογούμε με τους ορισμούς, για να περνάει η ώρα…

Ποιος ήταν ο ταξικός χαρακτήρας του Δεκέμβρη;

Όπως σημειώνεται και πιο πάνω, ο Δεκέμβρης δεν απασχόλησε τους μεγάλους χώρους δουλειάς και πλατιά τμήματα της εργατικής τάξης. Η μοναδική φορά που συνυπήρξαν, κατά κάποιον τρόπο, ο Δεκέμβρης με το οργανωμένο εργατικό κίνημα ήταν στην ήδη προγραμματισμένη απεργία της 10ης Δεκέμβρης, την Τετάρτη μετά τη δολοφονία του Αλέξη.

Ο Δεκέμβρης δεν είχε καν τα ταξικά χαρακτηριστικά που φαίνεται να είχε η εξέγερση στα προάστια του Παρισιού, την ίδια χρονιά. Κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τη σύνθεση, αλλά και με τους όρους με τους οποίους εκδηλώθηκε. Η συμμετοχή φτωχών κι εξαθλιωμένων ατόμων στα γεγονότα ήταν κυρίως σε πλιάτσικα καταστημάτων, κάτι που παραπέμπει σε λούμπεν καταστάσεις, την άρνηση της ταξικής συνείδησης. Επιπλέον, η εκτόνωση που ακολούθησε τις πρώτες οργισμένες βδομάδες είναι μάλλον μικροαστικό στοιχείο -αν και τέτοιου είδους σκαμπανεβάσματα μπορεί να προκύψουν ακόμα και σε έναν εργατικό, ταξικό αγώνα. Η διαφορά είναι πως οι εργατικοί αγώνες έχουν συνέχεια και αφήνουν μια γενική παρακαταθήκη.

Επίσης, αν θεωρήσουμε πως η νεολαία ήταν το βασικό υποκείμενο του Δεκέμβρη, είναι μια διαταξική κατηγορία. Ο Δεκέμβρης εξάλλου ήταν ένα γενικό ξέσπασμα, με αφορμή τη δολοφονία ενός παιδιού από τα Βόρεια Προάστια που βρέθηκε στα Εξάρχεια, και έδειξε σε όλους πως μπορεί να ήταν στη θέση του, πως οι κατασταλτικοί μηχανισμοί δεν κάνουν ακριβώς ταξικές διακρίσεις (αν και είναι σαφές ότι έχουν ταξικές προτιμήσεις για τους στόχους τους).

Ποιος ήταν ο πολιτικός χαρακτήρας του Δεκέμβρη;

Με μία λέξη, η βασική πολιτική έκφραση των γεγονότων που μνημονεύουμε ως “Δεκέμβρης” ήταν η αναρχία, σε διάφορες εκδοχές της. Όσοι αυτοπροσδιορίζονταν ως κόκκινοι (από το εξωκοινοβούλιο) και είχαν συμμετοχή στα γεγονότα, ακολουθούσαν απλώς το ρυθμό και τη ροή τους, χωρίς να παρέμβουν ουσιαστικά -είτε το προσπάθησαν είτε όχι. Όσοι βαυκαλίζονται πως μπήκαν στα γεγονότα, για να τα επηρεάσουν και να μπολιάσουν τη δυναμική τους με διάφορα στοιχεία που έλειψαν από το Δεκέμβρη, μοιάζουν με αυτούς που βγάζουν βόλτα ένα σκύλο που δεν είναι στα μέτρα τους και τελικά καταλήγει να τους πηγαίνει βόλτα αυτός.

Προκύπτει αυτομάτως το ζήτημα της σχέσης αυθόρμητου-συνειδητού, που δεν μπορεί προφανώς να εξαντληθεί σε μια παράγραφο. Αλλά η μεταξύ τους σύνδεση δεν έρχεται όταν το δεύτερο γίνεται ουρά του πρώτου και το ακολουθεί τυφλά. Το αυθόρμητο μαθαίνει από την πείρα του, συνηθίζει, εκπαιδεύεται. Και αυτό που έμαθε σε μεγάλο βαθμό το Δεκέμβρη, είναι τα μπάχαλα ως “σύγκρουση” που λειτουργεί βασικά ως εκτόνωση.

Παρεμπιπτόντως, αν υπάρχει ένα ταμπού με την πολιτική κριτική προς τον αναρχικό χώρο, ένα εξίσου ισχυρό ταμπού είναι η έλλειψη -αν όχι φόβος- κριτικής από το εξωκοινοβούλιο (ή γενικά αυτό που ο Τσίπρας ονόμασε “αριστεροχώρι”) απέναντι στην αναρχία ή μάλλον -για να ακριβολογούμε- απέναντι στα μπάχαλα, η γενική ανοχή, η σχεδόν ολοκληρωτική έλλειψη περιφρούρησης.

Στα πολιτικά αποτελέσματα του Δεκέμβρη -αν και όχι άμεσα- μπορεί ίσως να συμπεριληφθεί κι η ενίσχυση του “κινηματικού προφίλ” του ΣΥΡΙΖΑ, που είχε δείξει από το φοιτητικό κίνημα του 2006-07 την ικανότητα να καρπώνεται ως εκλογική υπεραξία τη δυναμική κάποιων γεγονότων στα οποία η πραγματική συμμετοχή του ήταν αμελητέα και σίγουρα μη καθοριστική.

Ήταν οργανωμένος ο Δεκέμβρης;

Ως ένα βαθμό σχετίζεται με όσα σημειώνονται παραπάνω για τη σχέση συνειδητού κι αυθόρμητου. Υπάρχει όμως και μια άλλη διάσταση. Αν τα γεγονότα κι η βίαια έκρηξη υποκινήθηκε, οργανώθηκε από κάποιο κέντρο. Διάφορες αναλύσεις αναφέρουν τη μαζική αποστολή δεκάδων sms σε λίγα λεπτά, που ήταν πάντως ο βασικός τρόπος επικοινωνίας εκείνες τις στιγμές -και εκείνη την εποχή. Επίσης, ήταν η πρώτη φορά που έκαναν την παρουσία τους τα social media και το διαδίκτυο εν γένει, δείχνοντας πόσο χρήσιμο εργαλείο μπορούν να είναι -χωρίς αυτό φυσικά να βεβαιώνει τη θεωρία του “κινήματος του facebook”, που έπαιξε περισσότερο στις Πλατείες των Αγανακτισμένων.

Άλλες αναλύσεις εντοπίζουν ένα σχέδιο συνωμοσίας κι αποσταθεροποίησης της κυβέρνησης Καραμανλή, που βρέθηκε στο στόχαστρο ξένων μυστικών κι υπηρεσιών και των ιμπεριαλιστικών κέντρων. Δηλαδή βασικά στο στόχαστρο των ΗΠΑ, που ήθελαν πάση θυσία να ακυρώσουν τη συμφωνία με τη Ρωσία για τους αγωγούς του φυσικού αέριου.

Οι παραπάνω “αφηγήσεις” μπορεί να περιέχουν ψήγματα αλήθειας και να βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα. Γίνονται όμως φαιδρές, όταν φλερτάρουν με τη συνωμοσιολογική αντίληψη των πραγμάτων. Είναι ζήτημα ποιος κινεί τα νήματα και αν τα εμπλεκόμενα μέρη είναι απλές μαριονέτες χωρίς βούληση ή αν τα γεγονότα έρχονται κατά παραγγελία. Οι πράκτορες προφανώς υπάρχουν κι έχουν βασικό ρόλο στις εξελίξεις, δεν είναι όμως το καθοριστικό στοιχείο που θα γείρει την πλάστιγγα. Γεγονότα μεγάλης εμβέλειας μπορούν να αξιοποιηθούν προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, όχι όμως να προκληθούν από το μηδέν.

Πώς έδρασαν οι κομμουνιστές;

Είχαν ουσιαστική παρέμβαση στους μαθητές, παίζοντας σημαντικό ρόλο στη μαζική κινητοποίησή τους. Είχαν τα πιο μαζικά μπλοκ στην απεργιακή συγκέντρωση της 10ης Δεκέμβρη. Συνέχισαν τις κινητοποιήσεις μετά την “αδέσποτη σφαίρα” που χτύπησε ένα μαθητή, μέλος της ΚΝΕ, στο Περιστέρι.
Δεν είχαν τα αντανακλαστικά να βρεθούν στο δρόμο από την πρώτη μέρα. Δε φάνηκε να έχουν κάποιο σχέδιο για να οδηγήσουν τα γεγονότα και τη δυναμική τους σε μεγαλύτερος βάθος κι έκταση. Δεν υστέρησαν ως προς αυτό σε σχέση με άλλες δυνάμεις που τους κατηγορούν, αλλά οι προσδοκίες από αυτούς είναι μεγαλύτερες.

Αυτή είναι η ουσία του πράγματος, ωστόσο τα επίμαχα ζητήματα στα οποία εστιάζει συνήθως η αντιπαράθεση είναι τελείως διαφορετικά -κι αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαίο. Το άστοχο κι ακατανόητο διήγημα (προσωπική γνώμη) που δημοσιεύτηκε στον κομματικό Τύπο. Και η επιλογή να πορευτούν τα απεργιακά μπλοκ του ΠΑΜΕ μακριά από τις εστίες επεισοδίων, για να προστατεύσουν τον “άμαχο πληθυσμό”, και αφού είχε προηγηθεί η πορεία της Δευτέρας, όπου είχαν κινδυνεύσει άμεσα οι διαδηλωτές στα μπλοκ των κομμουνιστών.

Σημεία που δεν κάνουν κανέναν σοφότερο ως προς την ουσία του πράγματος, αλλά “περιέργως” συνεχίζουν να βρίσκονται στο επίκεντρο, δίνοντας τροφή και “επιχειρήματα” για αποπροσανατολισμό και εύκολα στερεότυπα.

Ποια τάξη υπηρετούν τα όργανα της τάξης; Είναι φετίχ η βία;

Η οργή του Δεκέμβρη στράφηκε εναντίον της αστυνομίας. Ή αλλιώς των μπάτσων. Πολύ λογικό, καθώς ο δράστης της δολοφονίας ήταν ένας ειδικός φρουρός, ένας εκπρόσωπος της εξουσίας με λογική σερίφη, που σκότωσε εν ψυχρώ τον Αλέξη, χωρίς καν να απειλείται. Και η αστυνομία είναι εκείνη η μορφή της εξουσίας που γίνεται πιο εύκολα κι άμεσα αντιληπτή σε ένα μαθητή, μια νεανική συνείδηση που ακόμα διαμορφώνεται. Αλίμονο όμως αν μείνει μόνο στο όργανο της τάξης και δε σκεφτεί το ζήτημα ποια τάξη είναι αυτή που υπηρετεί (και την βαφτίζουν “δημόσια”).

Πλέον δε μιλάμε για μικρά παιδιά με ανώριμες συνειδήσεις που διαμορφώνονται. Αλλά για μεγαλύτερα “παιδιά”, που έχουν προσκολληθεί στην παιδική τους ηλικία (πολιτικά μιλώντας) και μια αντίστοιχα απλοϊκή συνείδηση που δυσκολεύεται να ξεφύγει από το φετιχισμό της σύγκρουσης με τους μπάτσους ή μάλλον φτωχαίνει την έννοια, περιορίζοντάς την σε μπάχαλα και κλεφτοπόλεμο με τα ΜΑΤ. Και αυτά τα αντι-μπατσικά αντανακλαστικά -που είναι απολύτως λογικά αν μιλάμε για την περίοδο του Δεκέμβρη ή για μικρούς μαθητές, που ωστόσο κάπως “εκπαιδεύονται” από την πείρα τους- είναι κάτι που διέκρινε και τις μαζικές κινητοποιήσεις των επόμενων χρόνων, την περίοδο της κρίσης και των μνημονίων.

Η βία από μόνη της δεν είναι λύση, φετίχ, δεν αποτελεί εξέγερση. Η σύγκρουση μπορεί να είναι πχ μια απεργία, ένας συλλογικός ταξικός αγώνας ενάντια στα αφεντικά -και όχι ενάντια στα όργανά τους- τα βήματα που χρειάζεται για να φτάσουμε ως εκεί, η σύγκρουση με μια σειρά στερεότυπα, κατάλοιπα και κωλύματα στις συνειδήσεις των συναδέλφων. Με δυο λόγια είναι μια διαρκής διαδικασία που γίνεται σε καθημερινή βάση και όχι απλώς μια κορύφωση.

Θα σπάσουν τζάμια στην πραγματική επανάσταση;

Πιθανότατα ναι, αλλά αυτό θα γίνει παρεμπιπτόντως κι όχι ως αυτοσκοπός. Η βία είναι απλώς η μαμή της ιστορίας, που κινείται από την ταξική πάλη, όχι η μητέρα της. Είναι αυτή που επισπεύδει κάποιες τάσεις, βοηθά να επικρατήσουν, αλλά δεν τις γεννάει. Μια νικηφόρος επανάσταση δε θα έρθει αφήνοντας πίσω της συντρίμια, αλλά φαντάζοντας ως το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Κατά κανόνα έρχεται ως κάτι ορμητικό, ακατανίκητο, αναπόφευκτο, που δε χρειάζεται εκτεταμένη βία, αλλά αποφασιστική χρήση της σε κάποια κρίσιμα σημεία για να δείξει τη δύναμή της. Η εύκολη επικράτηση των μπολσεβίκων στην Πετρούπολη είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα -που δεν πρέπει όμως να το βλέπουμε χώρια από τον αιματηρό Εμφύλιο που ακολούθησε, μετά την ιμπεριαλιστική παρέμβαση 14 χωρών που έσπευσαν να σώσουν τη ρωσική μπουρζουαζία με ταξική αλληλεγγύη.

Η επανάσταση λοιπόν δε θέτει ως αυτοσκοπό να σπάσει τζάμια. Αυτό που θέλει πρωτίστως είναι να τα κάνει δημόσια, λαϊκή, κοινωνική περιουσία. Το σπάσιμο μιας βιτρίνας αυτό καθαυτό δε συνιστά επαναστατική πράξη, δεν αμφισβητεί την ιδιοκτησία, τις σχέσεις παραγωγής, αλλά μένει ακριβώς στη βιτρίνα του συστήματος, σε ένα συμβολικό επίπεδο, ενώ συχνά τείνει να λειτουργεί με όρους της κοινωνίας του θεάματος.

Τι άφησε πίσω του τελικά ο Δεκέμβρης;


Ένα εκκωφαντικό κενό, που καλύφτηκε με αρκετή μυθολογία κι ιδεολογικά σχήματα που δεν έχουν πολλή σχέση με την πραγματικότητα. Κι ωραία λόγια για ένα κίνημα που δεν ήταν η απάντηση, αλλά η ερώτηση. Αλλά δεν αρκούν για να καλύψουν την έλλειψη βάθους ή συνέχειας. Ο Δεκέμβρης ακύρωσε ως ένα βαθμό τα Χριστούγεννα, αλλά το διάστημα των Χριστουγεννιάτικων διακοπών ακύρωσε το Δεκέμβρη και την όποια δυναμική του. Και αλίμονο σε όποιον μπερδεύει τελικά -συνήθως σκόπιμα- το κενό με το βάθος…

Κυριακή, 2 Δεκεμβρίου 2018

Χαμένοι στη μετάφραση - Δυο ξένοι

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Πριν από μερικές βδομάδες έλαβε χώρα στην Καλλιθέα μια εκδήλωση για τα 80 χρόνια από τη Συμφωνία του Μονάχου. Πέρα από το ενδιαφέρον θέμα, περισσότερο ενδιαφέρον προσέδιδε η σύνθεση στο πάνελ των ομιλητών και η παρουσία του Ελισαίου Βαγενά -του οποίου την ομιλία αναδημοσιεύσαμε εδώ– σε μια ομιλία που διοργάνωνε η Ρωσική πρεσβεία.

Ένας σύντροφος έλεγε πως κάποια σημεία της εκδήλωσης του θύμιζαν σκηνές από τους “Δυο Ξένους”, όπου η Ντένη Μαρκορά και η Μαρούσκα (“ντα γκασπαζά”) λένε τα δικά τους, η καθεμιά στη γλώσσα της και καταφέρνουν τελικά με έναν περίεργο τρόπο να βγάζουν μια χαρά συνεννόηση μεταξύ τους. Έτσι έγινε και στην εκδήλωση, με εξαίρεση όσους περιμέναμε να βγάλουμε άκρη από τη μεταφράστρια στα ακουστικά μας, που έτρεχε ασθμαίνοντας πίσω από τους ομιλητές να τους προλάβει, σα χαμένος συνασπισμός στην κούρσα των εξοπλισμών. Κι εμείς μαζί της, χαμένοι στη μετάφραση, να νιώθουμε “δυο ξένοι” στην ίδια εκδήλωση.

Και δεν ήταν απαραίτητα η γλώσσα το βασικό εμπόδιο στην πολιτική συνεννόηση -έτσι κι αλλιώς ο Βαγενάς και κάποιοι ακόμα δε χρειάζονταν ακουστικά και διερμηνεία. Ούτε και τα επίσημα κοστούμια των ανθρώπων της πρεσβείας, σε αντίθεση με το φοιτητικό ντύσιμο κάποιων συντρόφων της Σπουδάζουσας (και κάποιων άλλων που δεν είναι πια, εδώ και χρόνια φοιτητές ή στην ΚΝΕ).

Δυο διαφορετικοί κόσμοι, σα να λέμε καπιταλιστικός και σοσιαλιστικός. Ή μάλλον, η αντίθεση μεταξύ των κομμουνιστών και όσων βλέπουν τη Ρωσία όπως 30 χρόνια πριν -ή και 80 χρόνια πριν, για να το συνδέσουμε με το θέμα της εκδήλωσης, για τη Συμφωνία του Μονάχου και το ιστορικό της πλαίσιο. Σα να είναι η Ρωσία υποψήφιος σύμμαχος, για να συμπήξουμε μαζί της “δημοκρατικό, αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο”. Και να σκεφτείς πως τριάντα χρόνια πριν όλοι αυτοί ήταν Σοβιετικοί και πιθανότατα σύντροφοι, οργανωμένοι στο ΚΚΣΕ. Για το οποίο ίσχυε αυτό που είχε πει ο Ραφαηλίδης πως σε ένα ΚΚ μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές… Σημεία των καιρών.

Η πρώτη εντύπωση από το χωρό της εκδήλωσης ήταν εντυπωσιακή -κι ας μοιάζει ταυτολογία αυτό. Ανιχνευτής μετάλλων στην είσοδο, έδρανα με υποδοχή για ακουστικά, φορητά ακουσικά με μπαταρία που την καθιστούσαν περιττή. Και η βεβαιότητα πως οι Ρώσοι μπορεί να άργησαν αλλά έπιασαν τελικά το τρένο της ΕΤΕ (επιστημονικοτεχνική επανάσταση), αν ήταν δηλαδή δικός τους ο εξοπλισμός και όχι της αίθουσας του Υπουργείου. Μέχρι που άρχισε να χάνεται κατά διαστήματα η επαφή με τα ακουστικά, μαζί με τις φράσεις που έχανε η μετάφραση, και διαλύθηκε η ψευδαίσθηση, μαζί με κάθε ειρμό. Ακούγαμε πχ τον κύριο ομιλητή (Α. Μπορίσοφ) να κάνει χαριτωμένες παρεμβάσεις για τους vegan και τα γαϊδουράκια στη Σαντορίνη, που προφανώς σε κάποια συμφραζόμενα εντάσσονταν για να βγει νόημα, αλλά άντε να βγάλεις άκρη χωρίς αυτά… Κατά συνέπεια, είναι πρακτικά αδύνατο να γίνει ουσιαστική αποτίμηση σε όσα είπε, πέρα από σκόρπιες σκέψεις και σημεία που ξεχώρισαν.

Ότι ο Λόιντ Τζορτζ είχε χαρακτηρίσει το Χίτλερ ως τον Τζορτζ Ουάσιγκτον της Γερμανίας. Ότι στη Σοβιετική Ένωση αναφέρονταν στη “Συνωμοσία” -και όχι στη συμφωνία- του Μονάχου. Ότι σε κάποιες χώρες που βρέθηκαν υπό ναζιστική κατοχή, υπήρχαν δυνάμεις που ήθελαν να αποφύγουν πάση θυσία τον πόλεμο, πχ για να μην καταστραφεί η μεσαιωνική Πράγα, να μη βουλιάξει η Ολλανδία κοκ -καταδίκη της βίας από όπου κι αν προέρχεται, ακόμα κι αν είναι για να προστατευτείς απέναντι στους φασίστες…

Για το όχι και τόσο υψηλό επίπεδο πολιτικής ετοιμότητας της χιτλερικής μηχανής σε εκείνο το σημείο, καθώς τα μισά χιτλερικά τανκς δεν έφτασαν καν στην Πράγα. Για τη διαμάχη Στάλιν-Τρότσκι και το χαμηλό διανοητικό επίπεδο του πρώτου (;!). Για την αίσθηση που είχε ο Τσάμπερλεϊν πως με αυτή τη συμφωνία, το ζήτημα της ειρήνης είχε λυθεί θετικά για τα επόμενα εκατό χρόνια (!), που θυμίζουν συνειρμικά τις αντίστοιχες “εκτιμήσεις” για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος μετά από κάθε “μεταρρύθμιση”. Για τα υπόλοιπα, πιθανόν να έχουμε διαφορετική προσέγγιση σε αρκετά ζητήματα, αλλά δεν μπορούμε να πούμε σε τι έγκειται αυτή η διαφοροποίηση, αν δε γνωρίζουμε ουσιαστικά τι είπε -κάτι ανέφερε πάντως ο Βαγενάς στη συνέχεια.

Από τα παραπάνω πάντως προκύπτει η πιθανότητα να αναλύθηκαν και πιο ζουμερά σημεία, χωρίς να μας βρίσκουν απαραίτητα σύμφωνους, καθώς και η ώριμη πια ανάγκη για ανασύσταση ενός ελληνοσοβιετικόυ συνδέσμου φιλίας, που έκανεε κάποτε δωρέαν μαθήματα ρωσικών. Εξίσου φανερή ήταν και η βαριά ρώσικη προφορά που παρεισέφρυε σε κάποιες φράσεις του συντονιστή και κάποιων από τους θεατές, όπως το “διαργκανωτές” και τα “πλούτα” (που παράγουμε). Ενώ, παρεμπιπτόντως, δύο άλλα σχεδόν καλτ σημεία από τη μετάφραση, ήταν ότι “αν δεν μπορείς να αποφύγεις τη βία, ξάπλωσε κι απόλαυσέ την” και η απόδοση “συμμετείχε στην απόπειρα [κατά του Τρότσκι] που τελικά δεν έγινε (τι μας κρύβουν;)…

Υπήρχαν όμως πολύ πιο σοβαρά σημεία, για να σταθεί κανείς. Ο πρώτος ομιλητής έκανε μια εισαγωγική ομιλία για τους βασικούς άξονες της εξωτερικής πολιτικής της Βρετανίας, σημειώνοντας εύστοχα πως δεν αποτελούσε προσωπική επιλογή του Τσάμπερλεϊν η τακτική του κατευνασμού, καθώς και ότι η Τσεχοσλοβακία, που πρακτικά δόθηκε δώρο στο Χίτλερ με τη Συμφωνία του Μονάχου, κάθε άλλο παρά στρατιωτικά αμελητέα δύναμη ήταν.

Από τις παρεμβάσεις του Βαγενά, πιο πολύ ζουμί είχαν δύο σημεία στη συζήτηση που ακολούθησε, όπου στην ερώτηση στα ελληνικά, γιατί δεν αντιδρά το ΚΚΕ ενάντια στη φασιστική κυβέρνηση της Ουκρανίας και την υποτέλεια του Τσίπρα, θυμίζοντας τις πρόσφατες, μαζικές αντι-ιμπεριαλιστικές, αντι-ΝΑΤΟϊκές κινητοποιήσεις σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου υπάρχει ή σχεδιάζεται να γίνει βάση. Και σημείωσε τη βασική διαφορά με τον προηγούμενο ομιλητή για το αν μπορούν να ασκήσουν ανεξάρτητη πολιτική οι ενδιάμεσες-μικρότερες χώρες και αν “προδίδουν” οι κυβερνήσεις-αστικές τάξεις τα “εθνικά συμφέροντα”, συμμετέχοντας στους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς ή αν θεωρούν πως έτσι μπορούν να επωφεληθούν και να τα υπηρετήσουν καλύτερα.

Ενδιαφέρον είχε επίσης το σημείο όπου αναφέρθηκε στις 17 Νατοϊκές επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία του πλανήτη, στις οποίες συμμετέχει ο ελληνικός στρατός, για να τον διακόψει ένα καραβανάς με κεραμιδί μαλλιά και να πει ότι είναι μόλις πέντε, γιατί οι άλλες έχουν την αιγίδα του ΟΗΕ. Ε, τότε αυτό τα αλλάζει όλα…

Το κομμάτι της συζήτησης έκλεισε σχετικά γρήγορα, γιατί όπως είπε κι ο συντονιστής, ακολουθεί δεξίωση με μπουφέ. Εκεί όπου χαλαρώνουν λίγο τα πνεύματα κι οι αντιθέσεις, και μπορεί να θυμηθείς τα παλιά, τους υπαρκτούς -σαν τον υπαρκτό- δεσμούς, που δεν ήταν όμως ακατάλυτοι (ούτε και ο υπαρκτός σοσιαλισμός, άλλωστε), γιατί είναι πρωτίστως πολιτικοί, όσα κοινά βιώματα κι αν υπάρχουν με το (σοσιαλιστικό) παρελθόν της Ρωσίας. Το αίμα νερό δε γίνεται ίσως πει κανείς. Αλλά αυτό ακριβώς δεν έκαναν όσοι κοιμήθηκαν μια ημέρα κομμουνιστές-κόκκινοι και ξύπνησαν αντισοβιετικοί σε μια νύχτα; Κι αν δε βρίσκουμε πια κοινό σημείο επαφής, δεν είναι η γλώσσα το πρόβλημα.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2018

Ένας αιώνας ΚΚΕ, γιατί…

Αναδημοσίευση από Κατιούσα

Για όλους τους λόγους του κόσμου.

1. Γιατί όπου κι αν βρίσκεσαι σε αυτόν τον τόπο, όποια πέτρα κι αν σηκώσεις, θα βρεις το ιστορικό χνάρι που άφησαν οι κομμουνιστές, σε κάθε πεζούλι, κάθε ρεματιά.

2. Γιατί αν δεν υπήρχε, θα έπρεπε να το επανεφεύρουμε, να το φτιάξουμε από την αρχή.

3. Γιατί υπάρχει και θα συνεχίσει να δρα, όσο υπάρχει αδικία, οι αιτίες που την γεννούν, όλα αυτά τα παλιοπράγματα που αποτελούν την ταξική προϊστορία του ανθρώπου.

4. Γιατί το κόκκινο χρώμα είναι από τη θυσία των μελών του, είναι το αίμα του, που δεν το δανείστηκε από κανέναν.

5. Γιατί έβγαλε από τα σπλάχνα του ήρωες με 12 ζωές, που τις θυσίαζαν όλες για το δίκιο του εργαζόμενου λαού.

6. Γιατί γεννάει Μπελογιάννηδες, μικρούς και μεγάλους ήρωες της βιοπάλης, της καθημερινής ζωής. Αυτούς που δρουν και σκέφτονται επαναστατικά σε μη επαναστατικούς καιρούς, με πνεύμα αυτοθυσίας κι ηρωικά σε μη ηρωικές περιόδους.

7. Γιατί είναι ο εφιάλτης της αστικής τάξης, των εκμεταλλευτών και των μαντρόσκυλών τους, της σαπίλας του ντουνιά.

8. Γιατί ενσαρκώνει το όραμα για μια κοινωνία χωρίς τάξεις, κράτος, διακρίσεις και εκμετάλλευση.

9. Για να πάρουν τα όνειρα εκδίκηση.

10. Για να ανθρωπέψει ο άνθρωπος.

11. Γιατί ήταν πηγή έμπνευσης για τους πιο ευαίσθητους κι ανήσυχους καλλιτέχνες. Για εκείνο το είδος τέχνης που μένει αθάνατο, γιατί είναι στρατευμένο.

12. Γιατί ήταν η ψυχή του ΕΑΜ και της Εθνικής Αντίστασης, κι αναγεννήθηκε από τις στάχτες του, ενώ έμοιαζε έτοιμο να διαλυθεί.

13. Γιατί δεν προβάλλει την ιστορία του ως εμπόρευμα για εκλογική υπεραξία. Τη μελετά προσεκτικά, διδάσκεται από το μεγαλείο και τα λάθη του.

14. Γιατί μόνο αυτό μπορεί να εμπνεύσει πια μαζικές εκδηλώσεις, να γεμίσει στάδια, να κάνει μεγάλες συγκεντρώσεις.

15. Μόνο αυτό μπορεί να “παράγει τέχνη”, να οργανώσει δρώμενα και παραστάσεις που θα τα ζήλευαν οι κορυφαίοι επαγγελματίες.

16. Γιατί ακόμα και τα αστικά κόμματα προσπάθησαν να μιμηθούν τη δομή του, να αντιγράψουν τα συνθήματά του.

17, Γιατί κόμματα υπάρχουν πολλά. Κομμουνιστικό κόμμα νέου τύπου όμως ένα.

18. Γιατί κινεί προς τα μπρος τα γρανάζια της ιστορίας και της ταξικής πάλης που την καθορίζει.

19. Γιατί έχει βαθιές ρίζες στο λαό και την εργατική τάξη, που το κράτησαν όρθιο τις πιο δύσκολες στγιμές.

20. Γιατί έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη, θα φροντίσουμε εμείς για αυτό.

21. Γιατί βάζει ως στόχο του τη δικτατορία του προλεταριάτου, χωρίς ψευδώνυμα. Και όπως έλεγε ο Λένιν, Μαρξιστής δεν είναι αυτός που παραδέχεται την πάλη των τάξεων, αλλά αυτός που αναγνωρίζει πως θα οδηγήσει αναγκαστικά στη δικτατορία του προλεταριάτου, ενάντια στους εκμεταλλευτές του.

22. Γιατί σημαδεύει ακόμα κι αυτούς που το πρόδωσαν και εξαργυρώνουν τα παλιά κομματικά τους ένσημα και παράσημα, για να βγάλουν το παντεσπάνι το επιούσιο.

23. Γιατί έχει κάνει τις πιο άρτιες, πρωτότυπες κι ενδιαφέρουσες αναλύσεις για την ελληνική κοινωνία, την οικονομία της και τις προοπτικές της.

24. Γιατί πήγε ενάντια στο ρεύμα της αντεπανάστασης, υπάρχει και μετά τον υπαρκτό και την πτώση του, όταν όλοι περίμεναν πως θα έκλεινε σα μαγαζί, μαζί με την κεντρική αντιπροσωπία της Σοβιετικής Ένωσης.

25. Γιατί είναι παντός καιρού. Και δεν παρέκκλινε ποτέ από το στρατηγικό στόχο. Μηδέ όσο στην κακοκαιριά λυγάει το κυπαρίσσι.

26. Γιατί είχε την πρώτη γυναίκα πολιτικό αρχηγό.

27. Γιατί είχε αρχηγό έναν καπετάνιο-αντάρτη του βουνού.

28. Γιατί είχε το Νίκο Ζαχαριάδη, ίσως την πιο φωτεινή προσωπικότητα του εικοστού αιώνα, που το μπουντρούμι δεν τον λυγά…

29. Γιατί δεν πέρασε ποτέ στην άλλη πλευρά, ακόμα κι αν δεν πήρε την εξουσία τη στιγμή που έπρεπε.

30. Γιατί είναι το κόμμα της εργατικής τάξης, όταν οι άλλοι λένε πως δεν υπάρχει πια εργατική τάξη.

31. Γιατί είχε σύνθημα από παλιά “σφυρί-δρεπάνι και ψήφο στο φουστάνι” κι έδωσε πρώτη φορά ψήφο στις γυναίκες της Ελεύθερης Ελλάδας.

32. Γιατί υπάρχουν πέντε, δέκα, δεκαπέντε κόμματα, αλλά δύο μόνο πολιτικές. Και τα διλήμματα μεταξύ αστικών κομμάτων ήταν, είναι και θα είναι “Τι Πλαστήρας, τι Παπάγος…”

33. Γιατί τους κομμουνιστές δεν τους ενδιαφέρει τι ψηφίζεις κι αν είσαι αριστερός, αλλά ποια είναι η θέση σου στην παραγωγή και την κοινωνία.

34. Γιατί έρχεται από πολύ μακριά, έναν αιώνα πριν. Και πηγαίνει πολύ μακριά, στην κοινωνία του μέλλοντος και την υπέρβαση της προϊστορίας του ανθρώπινου είδους.

36. Διότι δε συνεμορφώθη προς τας υποδείξεις…

37. Γιατί πήγε ενάντια στο ρεύμα του εθνικισμού, την κρίσιμη περίοδο για τη Μακεδονία, όταν όλοι οι άλλοι έπαιρναν μέρος στα σκοπιανοφάγα συλλαλητήρια -πλην Λακεδαιμονίων…

38. Γιατί είναι πραγματικό κόμμα, με Δημοκρατικό Συγκεντρωτισμό, όπου δεν κάνει ο καθένας του κεφαλιού του ή μικρά καπετανάτα.

39. Γιατί οι ήρωες που έβγαλε από τις γραμμές του είναι η ιστορική απόδειξη που γκρεμίζει το στερεότυπο για τη συλλογικότητα που τσαλαπατά τα άτομα και την οργάνωση που βάζει τις μάζες σε καλούπια και δεν τις αφήνει να εκφραστούν.

40. Γιατί η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη.

41. Γιατί σε τούτα εδώ τα μάρμαρα κακιά σκουριά δεν πιάνει.

42. Γιατί δεν παραδέχτηκε την ήττα. Δεν ηττήθηκε ποτέ ηθικά και πολιτικά.

43. Γιατί τα πρώτα εκατό χρόνια ήταν τα δύσκολα. Και ήταν μόνο η αρχή.

44, Γιατί πραγματική, επαναστατική αλλαγή δεν μπορεί να γίνει χωρίς το ΚΚΕ.

45. Γιατί τρία κόκκινα γράμματα σκίζουν τα σκοτάδια της μαύρης αντίδρασης.

46. Γιατί για ένα κομμάτι ψωμί, δε φτάνει μόνο η δουλειά. Δε φτάνει μια δουλειά που κατεβάζει τον τόνο από ντροπή να μην την πουν δουλεία, ένα κομμάτι ψωμί ενώ παράγουμε όλο το καρβέλι, μια εργασία που θα νοιάζεται για το ψωμί, για τα προς το ζην και δε θα είναι παιχνίδι, χαρά, δημιουργία, αυτοσκοπός.

47. Γιατί ακόμα και στις χειρότερες στιγμές του, ήταν χιλιάδες φορές ψηλότερα από τις καλύτερες στιγμές των αστικών κομμάτων. Μια χρονιά από τη δράση του, ολόκληρη η δική τους…

48. Γιατί για να γυρίσει ο ήλιος θέλει δουλειά πολλή. Και δε θα πάψει να δουλεύει για αυτό, παρά μόνο αν γυρίσει ο ήλιος ανάποδα κι αρχίσει να βγαίνει από τη Δύση.

49. Γιατί οι νεκροί περιμένουν… Αλλά όχι τη Δευτέρα Παρουσία…

50. Γιατί “κουφάλες δεν ξοφλήσαμε”, κι ας ξόφλησε πολιτικά αυτός που έγραψε και τραγούδησε το στίχο…

51. Γιατί σε αυτό το κόμμα, τους αγώνες, το ηθικό του πλεονέκτημα, το ιστορικό του φορτίο οφείλεται αυτό που οι Δεξιοί ονομάζουν “ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς…”

52. Γιατί είναι κόμμα αγωνιστών κι όχι τηλεοπτικών αστέρων. Κι όποιος έρχεται μαζί του, το κάνει για να δώσει, κι όχι για να πάρει…

53. Γιατί είναι ώριμο τέκνο της ανάγκης, της Οχτωβριανής Επανάστασης, των ημερών που συγκλόνισαν τον κόσμο…

54. Γιατί μόνο αυτό βασίζεται σε επιστημονική θεωρία, έχει ολοκληρωμένο πρόγραμμα αντί για ψεύτικες, προεκλογικές εξαγγελείς.

55. Γιατί είναι το μόνο κόμμα που έχει πραγματικά ανοιχτό, ουσιαστικό και δημόσιο προσυνεδριακό διάλογο.

56. Γιατί η ζωή τραβάει την ανηφόρα, κι ακολουθεί κι αυτό μαζί της, διαψεύδει όσους κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια και το θεωρούν “κολλημένο”.

57. Γιατί μπορεί να λένε πως έχει ξύλινο λόγο, αλλά ποτέ δεν είναι κούφιος.

58. Γιατί δεν έχει μόνο το όνομα αλλά και τη χάρη.

59. Γιατί η νεολαία του διοργανώνει διαχρονικά τα καλύτερα Φεστιβάλ. Ποτέ άλλοτε τόσο πολλά ΜΜΕ δεν έκαναν γαργάρα -συστηματικά σε ετήσια βάση- ένα τόσο μαζικό πολιτιστικό γεγονός.

60. Γιατί ο σύντροφος είναι η πιο όμορφη λέξη του κόσμου, όσο κι αν πάσχισαν να την μαγαρίσουν.

61. Γιατί η αλήθεια γράφεται με κόκκινο, όπως κι η ομορφιά του αγώνα.

62. Γιατί το Κόμμα δεν έχει μόνο το όνομα αλλά και τη χάρη -και στα τρία συνθετικά του τίτλου του.

63. Γιατί νόμος είναι το δίκιο του εργάτη.

64. Γιατί εκτός από τη μοναξιά, υπάρχει και ο ιμπεριαλισμός, ως ανώτερο στάδιο του εκμεταλλευτικού, ταξικού συστήματος.

65. Γιατί έκανε την ανάγκη ιστορία.

66. Γιατί έχει ιστορία, που δεν μπαίνει σε μουσεία…

67. Γιατί τις πιο όμορφες μέρες μας δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα.

68. Γιατί Βάρκιζα τέλος, εδώ και πολλά χρόνια, λίγους μήνες μετά την υπογραφή της.

69. Για να έχει αφίσες να σκίζει ο Τζήμερος και γυναίκες να τον τρομάζουν.

70. Γιατί δε φτάνουν 100 σημεία, 100 σελίδες, 100 χρόνια να κλείσουν την ιστορία του.

71. Γιατί δεν έσπασε, όσες φορές κι αν το διέσπασαν.

72. Γιατί το ΚΚΕ δε θέλει να κυβερνήσει. Θέλει να κυβερνήσεις εσύ.

73. Για τη Μακρόνησο, για τους 200 της Καισαριανής, για όσους δεν υπέγραψαν δήλωση, για τους αλύγιστους της ταξικής πάλης.

74. Γιατί δεν είναι κόμμα του συρμού κι ας το είδαν κάποιοι ως μόδα -ακόμα κι όταν είχε το “Συρμό” στο Μεταξουργείο.

75. Γιατί λογοδοτεί μόνο στο λαό, αλλά δεν του χαϊδεύει αυτιά και τον θέτει προ των ευθυνών του.

76. Γιατί τα κομματικά μέσα του γράφουν αυτά που δε λένε οι άλλοι, χωρίς φαμφάρες και περιτύλιγμα εις βάρος της ουσίαες.

77. Γιατί όταν οι άλλοι δείχνουν το τυράκι, αυτό προειδοποιεί για τη φάκα. Το έκανε και προεκλογικό σποτάκι, για να το θυμούνται όλοι…

78. Γιατί την επόμενη φορά δε θα φτάσει απλά στην πηγή, αλλά θα ξεδιψάσει, χωρίς να τα κάνει μούσκεμα.

79. Γιατί είναι το καλύτερο σχολείο, τόσο που συνωστίζονται οι αστοί για να στρατολογήσουν παλιούς του μαθητές-απόφοιτους.

80. Γιατί οι κομμουνιστές είναι αγάπη από την κορφή ως τα νύχια.

81. Γιατί χαμένη μάχη είναι αυτή που δε δόθηκε. Κι αυτό έχει δώσει τις περισσότερες και τις πιο σκληρές.

82. Γιατί το μέλλον δε θα έρθει μόνο του, νέτο-σκέτο, αν δεν πάρουμε μέτρα κι εμείς.

83. Γιατί δεν περιμένει να “ωριμάσουν οι συνθήκες” από μόνες τους, σαν ώριμο φρούτο, ούτε διακατέχεται από μικροαστική ανυπομονησία “επανάσταση θέλω, τώρα την θέλω”.

84. Γιατί οι κομμουνιστές αγαπούν τόσο τη ζωή, που δε δίστασαν να πεθάνουν για αυτή.

85. Γιατί το στηρίζει κανείς με την καρδιά και το μυαλό, λογική και συναίσθημα, σε διαλεκτική σύνδεση.

86. Γιατί δίνει το χέρι του σε όποιον σηκώνεται.

87. Γιατί η Κασσάνδρα είχε τελικά δίκιο. Γι’ αυτό δεν κατάφερε να το αλώσει κανένας από τους Δούρειους Ίππους που έστησαν κάτι καιρούς οι πολυμήχανοι υπονομευτές του.

88. Γιατί δεν κάνει γραμματείς αυτού που λένε οι άλλοι, ή αυτούς που γράφουν καλά στο γυαλί με όρους μάρκετινγκ.

89. Γιατί οι ζευγάδες φεύγουν, αλλά η σπορά μένει.

90. Γιατί τα σπίτια που λέγανε πως θα μας πάρουν οι κομμουνιστές, μας τα πήραν οι τράπεζες

91. Γιατί έχει βρει το ελιξήριο της νιότης του κόσμου, ενάντια στη σαπίλα και την παρακμή.

92. Γιατί ειναι διεθνώς σημείο αναφοράς και βάση ετεροπροσδιορισμού για τους εγχώριους αντίζηλους του.

93. Γιατί μακριά απ’τα στερεότυπα της στείρα άρνησης, εξηγεί στο λαό πότε ειναι κοροϊδία το ΟΧΙ και λέει στη ζωή το μέγα ΝΑΙ.

94. Γιατί είναι ρυάκι που γίνεται μεγάλο ποτάμι φουσκωμένο και μία μέρα θα παρασύρει τις όχθες που το περιορίζουν.

95. Γιατί την προδοσία πολλοί αγάπησαν, αλλά τους προδότες του ΚΚΕ κανείς.

96. Γιατί είναι το καλύτερο σχολείο, τόσο που οι αστοί συνωστίζονται να στρατολογησουν τους μαθητές του.

97. Γιατί κανείς δεν μπόρεσε να το βάλει στο χέρι, παρά μόνο ο λαός ως τιμωρό χέρι του.

98.Γιατί συνεχίζει να γράφει ιστορία κι ας προδιεγραψαν κάποιοι το τέλος της.

99. Γιατί ένα φάντασμα πλανιέται ακόμα πάνω από την Ευρώπη, την Ελλάδα κι όλο τον κόσμο.

100. Γιατί ένας αιώνας αγώνας και θυσία.

Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Ο Τσε Γκεβάρα ενάντια στο Φιντέλ, τους Σοβιετικούς και άλλες ιστορίες…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η συνταγή είναι παλιά και δοκιμασμένη, από τον “τσελεμεντέ του μικροαστού”.

Άλλο οι κομμουνιστές κι άλλο το κόμμα τους, η εξουσία τους, ο ένοπλος στρατός τους. Οι πρώτοι μεγαλουργούν, τους θαυμάζουμε και τους οικειοποιούμαστε σαν ηρωικές εμβληματικές μορφές. Τα δεύτερα σφάζουν, καταπιέζουν, προδίδουν τους πρώτους, τους τρώνε όπως ο Κρόνος τα παιδιά του. Πιο κλισέ κι από μπλουζάκι με τον Τσε, κονκάρδα με τον Τσε, μποξεράκι με τον Τσε και όλα τα συμπαρομαρτούντα της εμπορευματοποίησης.

Σιγά μη γλίτωνε ο Ερνέστο Γκεβάρα από αυτήν τη μόδα. Γιατί έφυγε λοιπόν ο Τσε από την Κούβα; Μήπως ήρθε σε ρήξη με το Φιντέλ; Μήπως είχε βαρεθεί να σαπίζει στα γραφεία και τα οφίτσια, για να μη βουλιάξει στη ρουτίνα και γίνει ένα γραφειοκράτης; Μήπως έβλεπε τα χρόνια να περνούν και το στόχο να απομακρύνεται, σαν το βάθος του ορίζοντα όσο τον πλησιάζεις;

Η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική και σίγουρα πιο σύνθετη. Οι Κουβανοί όφειλαν να μείνουν στη χώρα τους για να ολοκληρώσουν την επανάστασή τους, το χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Ο Τσε ήταν Αργεντίνος και δεν είχε τέτοια δέσμευση. Φεύγοντας από την Κούβα, για να συνεχίσει το αντάρτικο σε άλλες χώρες, της πρόσφερε την καλύτερη υπηρεσία που μπορούσε, ως προέκταση του δικού της αγώνα, και έτσι αντιλαμβανόταν το επαναστατικό του καθήκον.

Είχε ποτέ συγκρούσεις ή διαφορετικές αντιλήψεις με τον Κάστρο; Στρατηγικές διαφωνίες, σίγουρα όχι. Αυτή η ομοψυχία ήταν εξάλλου το θεμέλιο της φιλίας τους, αλλά κυρίως της διαρκούς πορείας της επανάστασης σε πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια, με σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Ο Τσε και ο Φιντέλ εξάλλου δε γεννήθηκαν κομμουνιστές. Διαμορφώθηκαν και συνάντησαν στην πορεία το μαρξισμό-λενινισμό, ως φυσική συνέπεια της δικής τους αγωνιστικής συνέπειας.

Αυτό δεν αποκλείει να είχαν διαφορετική αντίληψη για επιμέρους ζητήματα. Συνήθως αναφέρεται ως τέτοιο η στάση τους απέναντι στους Σοβιετικούς, οι εμπορικές σχέσεις και η συνεργασία με την ΕΣΣΔ. Είναι γνωστό πάντως πως αμφότεροι είχαν απογοητευτεί με τη στάση του Χρουτσόφ και την υπαναχώρησή του κατά την “κρίση των πυραύλων” που τους άφησε εκτεθειμένους. Ο Φιντέλ ήταν όμως υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τα πράγματα από τη θέση του ως ηγέτης μιας χώρας, να εξασφαλίσει στρατηγικούς συμμάχους κι επέλεξε συνειδητά να είναι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και στο πλευρό των Σοβιετικών, ακόμα και στα χρόνια της Περεστρόικα. Ο Τσε αντιθέτως είχε μεγαλύτερο περιθώριο κι ελευθερία κριτικής και κινήσεων -θα επιστρέψουμε σε αυτό παρακάτω.

Πώς προκύπτει όμως η ρήξη στη σχέση των δύο ανδρών; Με ποιο κριτήριο διαχωρίζουμε τον ένα από τον άλλον; Ο Τσε έπρεπε να κρυφτεί και να αναχωρήσει μυστικά από τη χώρα, χωρίς επίσημες τελετές αποχαιρετισμού, για λόγους συνωμοτικότητας. Ο Φιντέλ δεν τον άφησε να φύγει σε μια αποστολή αυτοκτονίας χωρίς γυρισμό, αλλά βρισκόταν σε συνεχή επαφή μαζί του, του έδωσε εκλεκτούς συντρόφους και κάθε πιθανή βοήθεια, πιστεύοντας στον αγώνα του και τη δυνατότητα να νικήσει. Και όταν ήρθε το τέλος, έκλαψε ειλικρινά για την απώλειά του και τον ανέφερε ως παράδειγμα: αν με ρωτούν πώς θέλουμε να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, θα έλεγα πως θέλουμε να γίνουν σαν τον Τσε.

Όσοι προσπαθούν να διαχωρίσουν το ηγετικό δίδυμο της κουβανικής επανάστασης -όπου έχει θέση βέβαια και ο Ραούλ και ο Σιενφουέγος και όλος ο κουβανικός λαός- ματαιοπονούν. Πλασάρουν την εικόνα του επαναστάτη που παράτησε τα αξιώματα, ενάντια στον Κάστρο που έμεινε πίσω, γαντζωμένος τάχα στην εξουσία. Στην πραγματικότητα μισούσαν το Φιντέλ και την κουβανική επανάσταση γιατί νίκησε, και τυλίγουν τον Τσε με το “φωτοστέφανο” που βάζουν στους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς.

Ποια ήταν όμως η στάση του Τσε απέναντι στους Σοβιετικούς; Τι σημασία είχε ο λόγος του στο Αλγέρι; Ο Τσε έκανε καταρχάς συντροφική κριτική στο “σοβιετικό μοντέλο” εννοώντας βασικά την τότε κυρίαρχη γραμμή της και τη στροφή στα κριτήρια της οικονομίας της αγοράς. Άσκησε κριτική στην προτεραιότητα που δινόταν στα υλικά κίνητρα θεωρώντας τα μοχλό που οδηγεί στον καπιταλισμό και προκρίνοντας στη θέση τους τη χρήση ηθικών κινήτρων που προωθούν τη διαμόρφωση μιας άλλης προσωπικότητας με κομμουνιστικά στοιχεία. Είναι η κριτική ενός κομμουνιστή που δε βάζει απέναντι τη Σοβιετική Ένωση αλλά σημειώνει σχεδόν “προφητικά” εκείνους τους παράγοντες που δυναμιτίζουν τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας. Είναι, με άλλα λόγια, ακριβώς το είδος της κριτικής που έπρεπε να γίνει αλλά έλειπε σε μια κρίσιμη καμπή για το κομμουνιστικό κίνημα διεθνώς, όταν ακόμα και μια καλοπροαίρετη επισήμανση μπορούσε να θεωρηθεί ως διαφοροποίηση που δίνει πάτημα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο.

Οι διαφορές δεν εξαντλούνταν στο “μοντέλο” σοσιαλιστικής οικοδόμησης αλλά αφορούσαν και την επαναστατική στρατηγική-τακτική και σε άλλες χώρες. Όση κριτική κι αν ασκηθεί πχ στη λογική του “φοκισμού”, των πολλών ένοπλων εστιών που θα προωθήσουν τον πολιτικό αγώνα και δεν έρχονται ως επιστέγασμά του, είναι σίγουρα άλλης τάξης από αυτή που μπορεί να γίνει στην πολιτική του ειρηνικού περάσματος και τις αυταπάτες που καλλιέργησε.

Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για την κριτική και τα “λάθη” ενός κομμουνιστή που ήταν ενάντια σε όσα αδυνάτιζαν το σοσιαλισμό, τη Σοβιετική Ένωση και το κομμουνιστικό κίνημα και όχι ενάντια στους κομμουνιστές και τις σοσιαλιστικές χώρες. Κι αυτό δεν μπορεί να αλλοιωθεί και να αλλάξει, είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Το σοβιετικό Σύνταγμα του 77′ και το “παλλαϊκό κράτος”

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τις προάλλες συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από την έγκριση του νέου σοβιετικού Συντάγματος, στην περίοδο της διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ. Το νέο Σύνταγμα περιείχε 28 άρθρα από το προηγούμενο που είχε ψηφιστεί το 1936, και διατηρούσε αρκετά προοδευτικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας μεταξύ άλλων τον πρωτοπόρο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Η βασική αλλαγή ωστόσο αφορούσε ακριβώς αυτό το στοιχείο, το χαρακτήρα του κράτους, που θεωρούνταν πλέον παλλαϊκό, κράτος όλου του λαού, και όχι κράτους της εργατικής τάξης, δηλαδή “δικτατορία του προλεταριάτου”.

Πιστοποιούσε έτσι και στο επίπεδο του εποικοδομήματος, σε ένα σημαντικό τομέα, τη στροφή που είχε σηματοδοτήσει είκοσι χρόνια πριν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τη διαδικασία της αποσταλινοποίησης. Ρίζες αυτής της αντίληψης, ωστόσο, μπορούμε να βρούμε και σε αρκετά προγενέστερες επεξεργασίες, που αντιμετώπιζαν πχ τη Λαϊκή Δημοκρατία ως εναλλακτικό δρόμο στο σοσιαλισμό, διαφορετικό από τη ΔτΠ (δικτατορία του προλεταριάτου) που ήταν ο σοβιετικός δρόμος που ακολούθησε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Ουσιαστικά, στο επίκεντρο βρισκόταν αυτή ακριβώς η έννοια, στην οποία κατά καιρούς έχει ασκηθεί πολύπλευρη κριτική από διάφορες σκοπιές, με το Λένιν ωστόσο να γράφει πως μαρξιστές δεν ήταν όσοι παραδέχονταν γενικά την ταξική πάλη -κάτι που έκαναν ακόμα και αστοί αναλυτές- αλλά μονάχα όσοι δέχονταν πως οδηγεί υποχρεωτικά σε αυτό το αποτέλεσμα: την εργατική εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Κατά κανόνα, η κριτική αυτή είχε μικροαστική αφετηρία, που λυγίζει κι αναδιπλώνεται μπροστά στις δυσκολίες της ταξικής πάλης, απορρίπτει τη βία και τη “δικτατορία” -που όμως διαιωνίζει τη δικτατορία της αστικής τάξης, με όλους τους δημοκρατικούς μανδύες της- και αποκόβει τα δύο συνθετικά του όρου. Την απασχολεί δηλαδή πως η ΔτΠ θα πάψει να είναι “δικτατορία”, και όχι πώς θα συνεχίσει -ή αν θα πάψει- να είναι “εργατική”, του προλεταριάτου. Αυτή η σοσιαλδημοκρατική τάση φαινόταν να επηρεάζει το ΚΚΣΕ, κυριαρχώντας σταδιακά στις γραμμές του, κι αυτός ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους ήταν που αναιρούνταν από το θεωρητικό σχήμα του “παλλαϊκού κράτους”, παρά την ανελέητη κριτική που είχαν ασκήσει οι Κλασικοί σε αντίστοιχες έννοιες στην εποχή τους, όπως πχ ο Μαρξ στην μπροσούρα του για το Πρόγραμμα της Γκότα.

Παρόλα αυτά, και στο προηγούμενο Σύνταγμα υπήρχαν αδύνατα σημεία, καθώς ο διαχωρισμός των εκλογικών περιφερειών γινόταν σε εδαφική βάση, ανά περιοχές δηλαδή, κι όχι με βάση τις παραγωγικές μονάδες και τους χώρους δουλειάς. Προφανώς υπήρχε παράλληλα και κάποια σχετική διαπάλη, που συνεχιζόταν στο χρόνο, χωρίς να είναι τίποτα δεδομένο, ως οριστική κατάκτηση.

Πέρα από την κριτική ενός λάθους πάντως, ή μάλλον για να είναι ολοκληρωμένη αυτή η κριτική, είναι απαραίτητο να δούμε ποια σημεία μπορεί να ερμηνεύουν ένα ατόπημα, ποιοι παράγοντες το ευνόησαν και ποια υπαρκτά προβλήματα κλήθηκαν να λύσουν οι Σοβιετικοί, που προχώρησαν σε αυτές τις λανθασμένες επιλογές.

Είναι γνωστό πως μια τάξη που βρίσκεται στην πρωτοπορία, καταφέρνει να προβάλλει ως εκπρόσωπος όλου του έθνους, να συσπειρώσει γύρω της τις υπόλοιπες τάξεις, για να παίξει αυτόν τον ηγεμονικό ρόλο. Είναι επίσης γνωστό πως κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά των ναζί -που ονομάστηκε Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και ας μην ήταν στενά τέτοιος- οι Σοβιετικοί επιδίωξαν με διάφορους τρόπους και ελιγμούς την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης -αφού εκκαθάρισαν πρώτα τις δικές τους γραμμές στο Κόμμα από ασταθή και ύποπτα στοιχεία- ιεραρχώντας ως απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Είναι επίσης εύλογο πως μια συνταγή που πετυχαίνει αποτελέσματα και νικάει, μπορεί να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε ένα άλλο πλαίσιο, με διαφορετικές συνθήκες, που δε δικαιολογούν τη συνέχισή της.

Είναι σημαντικό όμως πως η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης δεν πάλευαν γενικά και αόριστα ενάντια στον εισβολέα, αλλά για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας -ενώ όσοι έβλεπαν τα συμφέροντά τους να θίγονται από αυτήν, πέρασαν ανοιχτά με το πλευρό των Ναζί. Είναι επίσης σημαντικό πως η εργατική τάξη και η πολιτική της πρωτοπορία θα πετύχει αυτή την ευρεία συσπείρωση με την επιβεβαίωση του ρόλου της στην πράξη, σε μια σειρά καθήκοντα, και όχι κάνοντας από θέση αρχής υποχωρήσεις απέναντι σε άλλες, σύμμαχες τάξεις, στο όνομα μιας εθνικής ή παλλαϊκής ενότητας.

Ένα δεύτερο θεωρητικό ζήτημα που έμπαινε γενικά, είναι το εξής: αν η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η μεταβατική μορφή μέχρι την εμφάνιση του κομμουνισμού και η ταξική πάλη οξύνεται στο σοσιαλισμό -όπως είχε γράψει ο Στάλιν- τότε πώς και πότε ακριβώς φτάνουμε στην απονέκρωση του κράτους, που θα μας οδηγήσει στο κομμουνιστικό στάδιο; Πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός της όξυνσης, εφόσον το κόμμα των μπολσεβίκων εκτιμούσε πχ τη δεκαετία του 30′ πως έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και έχουν εξαλειφθεί οι εναντίον του απειλές από τη σοβιετική κοινωνία;

Παράλληλα, υπήρχε μια αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού μετώπου, όπου είχαν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και οι βασικές κοινωνικές τάξεις (εργατική τάξη, αγροτιά, διανόηση) δεν είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, και του εξωτερικού τομέα, με τον Ψυχρό Πόλεμο και τα σφυριά του ιμπεριαλισμού να βαράνε συντονισμένα στην ίδια κατεύθυνση, βάζοντας στο στόχαστρο τη Σοβιετική Ένωση. Ασφαλώς αυτά τα δύο δε χωρίζονταν με στεγανά, δημιουργούνταν όμως μια ιδιαίτερη “παράδοξη” κατάσταση, που προκαλούσε και αντίστοιχες παραδοξολογίες σε θεωρητικό επίπεδο, όπως πχ το σχήμα του “κομμουνιστικού κράτους”, με τις κρατικές, πχ στρατιωτικές δομές, να διατηρούνται ενάντια στις εξωτερικές απειλές, τη στιγμή που στο εσωτερικό θα ξεκινούσε η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάποια πράγματα μπορεί να μοιάζουν προφανή, αλλά τα συμπεράσματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ταξική πάλη προφανώς δε σταματά ποτέ, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης παραμονεύει και δίπλα μας θα φτάσει κάποια μέρα, αν χάσουμε τα ταξικά γυαλιά μας, για να παραφράσουμε ένα γνωστό στίχο του Φώντα Λάδη. Η οικοδόμηση δεν είναι ένα προτσές που προχωρά αυθόρμητα, από μόνο του, χωρίς συνειδητή δράση. Κι έιναι ζητούμενο πώς θα κερδίζεται συνεχώς το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των μαζών σε αυτήν, παράλληλα με την απαιτούμενη εγρήγορση ενάντια στον ταξικό εχθρό, που δεν είναι άμεσα ορατός και κρύπτεσθαι φιλεί ή μπορεί να βρίσκεται μέσα μας, στη δύναμη της συνήθειας, του παλιού που αργοπεθαίνει, αλλά αντιστέκεται κι επιβιώνει με χίλιους τρόπους, από κάθε πιθανή χαραμάδα. Όσο για την απονέκρωση, είναι οπωσδήποτε κάτι που θα απασχολήσει τις επόμενες γενιές, ακόμα και αν υποθέσουμε πως εμείς θα “αξιωθούμε” να προλάβουμε μια επανάσταση στα κοντά.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να κρατήσουμε ως γενική αρχή πως παρά τα όσα λέγονταν -και είχαν μια κάποια βάση- για το γιγαντισμό και την υπέρμετρη διόγκωση του δημόσιου τομέα στη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, στην πράξη είχαμε εφαρμογή αυτού που σημείωνε ο Ένγκελς για το “μισο-κράτος”, που παύει να είναι ουσιαστικά τέτοιο από τη στιγμή που παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας και σταδιακά -σε βάθος χρόνου- παύει να είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός, εφόσον εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία και τα συμφέροντά της ενάντια σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που υπερασπίζονται το παλιό.

Τετάρτη, 26 Σεπτεμβρίου 2018

Πάει κι αυτό το Φεστιβάλ κι ας καρτερούμε ένα άλλο

Πηγή: Κατιούσα

Σα βγεις στον πηγαιμό για το Ίλιο, να εύχεσαι να είναι μακρύς και σίγουρος ο δρόμος. Τώρα θα γίνει δικός σου αυτός ο δρόμος. Αλλά είναι συλλογικός, όχι ατομικής χρήσης, τον έχουν διαλέξει πολλοί σαν κι εμάς, για αυτό κι έχει μποτιλιάρισμα, μια δυσκολία στη στάθμευση, και τα αυτοκίνητα προχωρούν σημειωτόν, σα να κάνουν μαζί αλυσίδες και βήμα ρυθμικό.

Και μένουμε στάσιμοι, όπως στα δύσκολα χρόνια, και δεν μπορεί να πει ο Ελευθέριος Ριλοάδης το δικό του αγαπημένο κλισέ “προχωράμε”. Αν και τότε ακριβώς κολλάει, γιατί είναι πάντα ειρωνικό, ιδίως από όταν το έπιασαν στο στόμα τους τα κυβερνητικά παπαγαλάκια: “Τρίτο Μνημόνιο; Προχωράμε…”. “Μόρια; ΜΑΤ; Ασφαλιστικό; Προχωράμε…” Γιατί η κυβέρνηση προχωρά χωρίς να κοιτάζει τη μελαγχολία του αριστεροχωρίου. Και τα ΜΜΕ προχωράνε χωρίς να βλέπουν πουθενά Φεστιβάλ, την Ταμίμι, τον κόσμο που ήρθε να την δει.
-100 χιλιάδες και πλέον κόσμου σε τρεις ημέρες; Προχωράμε…

Η πρώτη βδομάδα μετά το Φεστιβάλ είναι ουσιαστικά η πρώτη βδομάδα του Χειμώνα. Το επιβεβαιώνει και η πτώση της θερμοκρασίας σήμερα, αν και ουσιαστικά έχουμε χειμώνα παντός καιρού και πασών συνθηκών, ακόμα και 30 βαθμούς να είχε, κάπως σαν την επιλόχειο κατάθλιψη, που τίποτα πια δε σε συγκινεί σαν αυτό που έχεις ζήσει. Κι αναρωτιέσαι γιατί να μην είναι έτσι όλες οι μέρες, το ίδιο γεμάτες, το ίδιο μαζικές και συλλογικές, να συσπειρώνουν κόσμο, να κερδίζουν συνειδήσεις με το μέρος μας, να κάνουν δικό τους αυτό το δρόμο. Χαλάλι μετά το μποτιλιάρισμα, αν είναι να γίνει ακόμα πιο μαζικό το Φεστιβάλ. Και πού να είχε και κάποιο σταθμό του Μετρό κοντά στο Πάρκο…

Το ζητούμενο εξάλλου είναι να επιταχύνουμε τους νόμους του ιστορικού προτσές, κι εκεί οι όροι αντιστρέφονται, ο συλλογικός δρόμος είναι ο πιο γρήγορος, ο πιο σίγουρος, μακριά από τα αδιέξοδα του ατομικού, όπου φτάνεις μόνος σου και χωρίς εφόδια. Κι ας είναι ανηφορικός ο δικός μας δρόμος, δεν υπάρχει άλλη λύση αν θες να κάνεις την έφοδο προς τον ουρανό. Ακόμα κι αυτή η χαρά του Φεστιβάλ δεν είναι ένας ανέμελος δρόμος στα λιβάδια (με ξέπλεκες κοτσίδες όπως λέει και το κλισέ), αλλά έχει άπειρη δουλειά και πειθαρχία πίσω της.

Κάποιοι λένε συχνά σαν κλισέ για τις χρονιάρες μέρες πως πρέπει τότε να φροντίσουμε να είμαστε λίγο καλύτεροι άνθρωποι από ό,τι τον υπόλοιπο χρόνο -που προφανώς δε μας ενδιαφέρει το ίδιο. Κατ’ αντιστοιχία, για εμάς το Φεστιβάλ είναι η δική μας γιορτή -το λέει κι η λέξη- οι δικές μας χρονιάρες μέρες, που βγαίνει ο καλύτερος εαυτός μας, τα πιο ευχάριστα συναισθήματα. Κι όταν φτάνει η ώρα για να ξεστήσεις, έχεις τη λύπη που νιώθει ένα μικρό παιδί, όταν του λέει η μητέρα του να μαζέψει τα παιχίδια του και να τα βάλει στο κουτί τους, χαλώντας την Πολιτεία που είχε φτιάξει.

Η επιτυχία του Φεστιβάλ φαίνεται κι από κάποιους επαγγελματίες γκρινιάρηδες -και δεν εννοώ τους καλοπροαίρετους, αλλά αυτούς που θα ψάξουν να βρουν κάτι με το ζόρι. Γιατί χορεύετε; Γιατί υπάρχετε; Γιατί τρώτε σουβλάκια; Γιατί χαίρεται και χαμογελά ο κόσμος πατέρα; Και γιατί είναι τόσο πολύς ο κόσμος; Γιατί τα κάνετε όλα αυτά, ενώ ο κόσμος καίγεται; Γιατί χορεύει ο Γραμματέας; Γιατί έχει τέτοιο εκτόπισμα; Γιατί φέρατε την Αχέντ Ταμίμι; Γιατί χαίρεστε που συμβάλατε στην άρση απαγόρευσης εξόδου; Γιατί ακούτε Μποφίλιου; Γιατί…;

Αν τους πετύχετε πουθενά, μην τους πάρετε σοβαρά και μην τους ξεσυνερίζεστε. Είναι κατά βάθος ο δικός τους τρόπος να χαρούν και αυτοί το Φεστιβάλ, ζηλεύοντάς το.

Τα καλύτερα Φεστιβάλ μας δεν τα έχουμε ζήσει ακόμα. Κι αν κάποιοι αναρωτιούνται πώς θα γίνει αυτό πράξη, πώς θα βελτιωθούν, πώς θα ξεφύγουμε από την πεπατημένη και κάποιες επαναλήψεις, πώς θα βρούμε κι άλλα νέα στοιχεία, να προκαλούν ενθουσιασμό, και πώς, και τι, κτλ… στην πραγματικότητα θέτουν ένα άλλο ερώτημα: πώς θα γίνουμε πιο δυνατοί ως κίνημα. Πώς θα κερδίζουμε τα πιο ανήσυχα μυαλά, τους πιο ευαίσθητους καλλιτέχνες με το μέρος μας, πώς θα μπολιάζουμε τη σκέψη τους και τη δημιουργία τους με ιδανικά. Πώς θα γίνουμε πιο μαζικοί, για να βγάζουμε πιο πολλά ταλέντα, από τα οποία θα ξεχωρίσουν τα καλύτερα. Πώς θα έχουμε περισσότερες κατακτήσεις, γιατί τώρα πολλοί καλλιτέχνες δημιουργούν από το υστέρημα του χρόνου τους, παράλληλα με την καθημερινή βιοπάλη. Ελάχιστοι μπορούν να ζήσουν από την τέχνη τους και αυτοί αναγκάζονται να κάνουν κι αρκετούς συμβιβασμούς, για να επιβιώσουν.

Το επιμύθιο είναι πως πρέπει να τα δώσουμε όλα, για να γίνουμε πιο δυνατοί και καλύτεροι. Και τότε θα ζήσουμε όχι μόνο τα καλύτερα Φεστιβάλ μας, αλλα και τις καλύτερές μας μέρες -που δεν έχουν καμία σχέση με τις “καλύτερες μέρες” και τα ψέματα του εκάστοτε ΠΑΣΟΚ.

Και του χρόνου…

Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2018

Γκριγκόρι Ζινόβιεφ – Λεβ Κάμενεφ: Οι διόσκουροι μπολσεβίκοι που εκτελέστηκαν ως εχθροί του λαού

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Ο Ζινόβιερ και ο Κάμενεφ είναι δύο περιπτώσεις προσωπικοτήτων με σχεδόν κοινή διαδρομή και με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ανήκαν στην παλιά φρουρά των μπολσεβίκων και ήταν για πολλά χρόνια στελέχη του Πολίτ-Μπιρό του κόμματος, αλλά δε συνέδεσαν το όνομά τους με τις πιο ηρωικές στιγμές και τις μεγάλες, επαναστατικές κορυφώσεις -αντιθέτως. Συνδέθηκαν ωστόσο μεταξύ τους σε τέτοιο βαθμό, που κατά κανόνα αναφέρονται μαζί ως Διόσκουροι.


Ο Γκριγκόρι Ζινόβιεφ γεννήθηκε το 1883 στην Ουκρανία και το πραγματικό του όνομα ήταν Οβσέι-Γκέρσον Αρόνοβιτς Ραντομισίσκι. Γενέτειρά του ήταν το Ελισάβετγκραντ, που πήρε προσωρινά το όνομά του κι αργότερα το όνομα του Κίροφ, που η δολοφονία του συνδεόταν κατά τραγική ειρωνεία και με την καταδίκη του Ζινόβιεφ. Αυτό δείχνει πάντως πως η προσωπολατρία ήταν ένα γενικό φαινόμενο της εποχής (εξάλλου και ο Τρότσκι απέκτησε για ένα μικρό διάστημα πόλη με το δικό του όνομα) κι όχι κάτι που απέρρεε από τη θέληση του “Πατερούλη” Στάλιν -κι αυτό, αν υποθέσουμε πως πρέπει να εντοπίσουμε την εκδήλωσή του στη μετονομασία πόλεων που είχαν διατηρήσει ονόματα από την τσαρική εποχή.

Ο Ζινόβιεφ σπούδασε Φιλοσοφία, Ιστορία και Λογοτεχνία. Συνδέθηκε στα φοιτητικά του χρόνια με το ΣΔΕΚΡ και πήρε το μέρος του Λένιν τόσο στη διάσπαση με τους μενσεβίκους, όσο και στη σύγκρουσή του με τον Μπογκντάνοφ. Έγινε σε πολύ νεαρή ηλικία μέλος της ΚΕ, ενώ ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τον βρήκε πολιτικό εξόριστο στην Ελβετία. Επέστρεψε το 17′ στο Πέτρογκραντ μαζί με το Λένιν και το περίφημο σφραγισμένο βαγόνι του, ενώ τον ακολούθησε στη Φινλανδία το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς, για να γλιτώσουν την εκδικητική οργή της Προσωρινής Κυβέρνησης, μετά τις μαζικές λαϊκές κινητοποιήσεις του Ιουνίου. Αυτή η περίοδος αποτυπώνεται λογοτεχνικά και στο “Γαλάζιο Τετράδιο” (Εκδ. Σύγχρονη Εποχή) του Καζακίεβιτς, με το Λένιν να κρατά σημειώσεις για την μπροσούρα “Κράτος κι Επανάσταση” και το Ζινόβιεφ να διαφωνεί και να αμφιταλαντεύεται.

Αυτός κι ο Κάμενεφ είναι τα μόνα μέλη της ΚΕ των μπολσεβίκων, που τις παραμονές της επανάστασης, ψηφίζουν ενάντια στην επικείμενη εξέγερση. Δημοσιεύουν μάλιστα τη συμφωνία τους σε μια μενσεβίκικη εφημερίδα, προδίδοντας ουσιαστικά το σχέδιο και τις προθέσεις των Μπολσεβίκων -χωρίς αυτό να είναι από μόνο του ικανό να αντιστρέψει τη ροή των γεγονότων.

Ο Λένιν ήταν εξοργισμένος με τη στάση τους, απαιτώντας τη διαγραφή τους από το κόμμα, αλλά δε λήφθηκε άμεσα τέτοια απόφαση. Στη συνέχεια, και λόγω των πυκνών εξελίξεων, ο Ζινόβιεφ και ο Κάμενεφ αξιοποιήθηκαν σε άλλες θέσεις κατά τη διάρκεια του εμφυλίου, υποστήριξαν το Λένιν και παρέμειναν στην ΚΕ. Ο πρώτος μάλιστα ήταν και ο επικεφαλής των οργανώσεων του Λένινγκραντ, αλλά και της Κομιντέρν -όπου είχε πχ ενεργό ανάμειξη στις ζυμώσεις και τη συζήτηση για τη σχέση της εργατικής κυβέρνησης με τη δικτατορία του προλεταριάτου. Παρόλα αυτά ο Λένιν σημείωνε στη “διαθήκη” του πως η διαφωνία τους το 17′ δεν ήταν τυχαίο γεγονός.


Ο Κάμενεφ γεννήθηκε το καλοκαίρι της ίδιας χρονιάς με το Ζινόβιεφ στη Μόσχα κι είχε εβραϊκή καταγωγή. Σπούδασε στην Τιφλίδα όπου συνδέθηκε με τους σοσιαλδημοκράτες (έτσι ονομάζονταν τότε τα επαναστατικά κόμματα) και μετά τη σύλληψή του, ακολούθησε την πορεία του επαγγελματία επαναστάτη. Πήρε μέρος στην επανάσταση του 1905 και συνδέθηκε με το Λένιν και τους μπολσεβίκους, μολονότι είχε παντρευτεί την αδερφή του Τρότσκι -που διαφωνούσε μαζί τους μέχρι το 1917.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος βρήκε τον Κάμενεφ σε διευθυντική θέση στην (μπολσεβίκικη) Πράβδα, η αρθρογραφία της οποίας τον οδήγησε γρήγορα στη σύλληψη και την εξορία της Σιβηρίας. Επέστρεψε στην πρωτεύουσα μετά την πτώση του τσάρου από την αστική επανάσταση του Φλεβάρη. Είχε μάλλον συμφιλιωτικές τάσεις, δυσκολευόμενος να αποδεχτεί την καινούρια γραμμή των Μπολσεβίκων, με βάση τις θέσεις του Απρίλη, και να προσαρμοστεί στα δεδομένα της.

Αφού καταψηφίζει το σχέδιο της εξέγερσης, αξιοποιείται σε διάφορες θέσεις πχ ως επικεφαλής των οργανώσεων στη Μόσχα, και έχει ουσιαστικά κοινή πολιτική πορεία με το Ζινόβιεφ. Μετά από το θάνατο του Λένιν, συμμαχούν προσωρινά με το Στάλιν εναντίον του Τρότσκι στον οποίο διαβλέπουν τάσεις βοναπαρτισμού και το μεγαλύτερο κίνδυνο για το Κόμμα. Στο πλαίσιο της αντιπαράθεσης, “ξεθάβουν” κριτικές για διάφορα προγενέστερα γεγονότα, σύντομα όμως κάνουν στροφή 180 μοιρών και συγκροτούν μαζί του την “Ενωμένη Αντιπολίτευση” που γνωρίζει συνεχόμενες πολιτικές ήττες μες στο Κόμμα.

Κορυφώνουν την αντιπολιτευτική τους δραστηριότητα το 27′, στην επέτειο για τα δέκα χρόνια από την Οχτωβριανή Επανάσταση, και διαγράφονται. Μετανοούν όμως, ασκούν δημόσια αυτοκριτική, κι έτσι γλιτώνουν τις συνέπειες για δεύτερη φορά στην πολιτική τους διαδρομή. Γίνονται μάλιστα εκ νέου δεκτοί στο κόμμα, μαζί με άλλα στελέχη, στο 17ο Συνέδριο, που είχε πανηγυρικό κλίμα κι ονομάστηκε “Συνέδριο των Νικητών”.

Το κλίμα αλλάζει θεαματικά όμως μετά τη δολοφονία του Κίροφ, το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς. Οι εξελίξεις αυτές σηματοδοτούν μια πιο σκληρή στάση της ηγεσίας και την εκκαθάριση του κόμματος και του κρατικού μηχανισμού (εν όψει και της επικείμενης πολεμικής σύγκρουσης, καθώς τα σύννεφα ολοένα και πυκνώνουν πάνω από την ΕΣΣΔ), που πλήττει κυρίως μεσαία και ανώτερα πολιτικά και στρατιωτικά στελέχη.

Η καταδίκη των Ζινόβιεφ, Κάμενεφ κι ορισμένων άλλων στελεχών εγκαινιάζει τις λεγόμενες “Δίκες της Μόσχας”, που είναι αδύνατο να αναλυθούν εκτενώς στο πλαίσιο του σημειώματος, για αυτό θα περιοριστούμε στα γεγονότα κι ορισμένες αφοριστικές εκτιμήσεις.

Οι Ζινόβιεφ και Κάμενεφ παραδέχονται αρχικά την επαφή τους με ανήθικα άτομα, ενώ στο Λένινγκραντ όπου έγινε η δολοφονία του Κίροφ, υπάρχουν ακόμα κάποιοι οπαδοί του Ζινόβιεφ. Στη συνέχεια στοιχειοθετείται η κατηγορία της συνειδητής κι οργανωμένης αντισοβιετικής δράσης ενός “τροτσκιζηνοβιεφικού κέντρου” που έχει επαφές και με τον Τρότσκι στο εξωτερικό.

Όλες οι καταδίκες βασίζονται και στις ομολογίες των κατηγορούμενων, που έχουν σπασμένο ηθικό, μακριά από το υψηλό φρόνημα που θα άρμοζε σε έναν επαναστάτη. Η δίκη είχε πρακτικά, που κυκλοφόρησαν και στα ελληνικά, κι έγινε δημόσια, παρουσία ξένων αξιωματούχων, στοιχεία που δε συνηγορούν υπέρ του κλασικού σχήματος περί “δίκης-παρωδίας”.

Η θεωρία συνωμοσίας που εξηγεί τη δολοφονία του Κίροφ ως έργο της σταλινικής ηγεσίας για να εξαπολύσει κυνήγι μαγισσών κι ενα λουτρό αίματος κατά των εσωκομματικών αντιπάλων της, αδυνατεί να εξηγήσει γιατί χρειαζόταν σε αυτήν την περίπτωση η “σκηνοθεσία” του Συνεδρίου των Νικητών που επανέφερε στο προσκήνιο τα στελέχη μιας πολιτικά ηττημένης Αντιπολίτευσης. Όπως και να έχει είναι μάλλον φαιδρό να ισχυρίζεται κανείς πως η σοβιετική εξουσία επέβαλε ένα κύμα “κόκκινης τρομοκρατίας”, σκιαμαχώντας εναντίον ενός φανταστικού εχθρού, χωρίς να υπάρχει καμία αντιπολιτευτική δράση με αντικαθεστωτικές αιχμές κι επαφές με το εξωτερικό, που θα μπορούσε να γίνει εξαιρετικά επικίνδυνη σε ένα ενδεχόμενο πολέμου, διασπώντας το ενιαίο αρραγές μέτωπο. Κι αυτή ίσως να είναι η πολιτική ουσία πέρα από όσα στοιχεία προέκυψαν στη διάρκεια των δικών.


Ο επίλογος της υπόθεσης γράφεται μισό αιώνα αργότερα, με την αποκατάσταση των Ζινόβιεφ και Κάμενεφ από την περεστρόικα του Γκορμπατσόφ. Μια κίνηση που ασφαλώς δεν ήταν τυχαία, δεν κατατάσσει απαραίτητα όμως τους Διόσκουρους στο ίδιο τσουβάλι με τον συνειδητά αντεπαναστάτη Γκορμπατσόφ που μπορούσε να αξιοποιήσει τα πάντα και τους πάντες στον αντισταλινικό, αντισοβιετικό ζήλο του.

Πέμπτη, 23 Αυγούστου 2018

Ο καπιταλισμός ή θα είναι καταπιεστικός κι εκμεταλλευτικός ή δε θα υπάρξει…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αν η διάσπαση του ΚΚΕ το 68′ είχε διεθνή διάσταση, αυτή θα ήταν η εμφάνιση του ρεύματος του ευρωκομμουνισμού. Και για κάποιους, η “άνοιξη της Πράγας”. Ίσως κάποιοι “ανανεωτές” βρήκαν σε αυτήν το ιδεολογικό άλλοθι που χρειάζονταν, για να καλύψουν τη διαφωνία τους, ενώ θα είχαν άλλη άποψη αν είχαν κερδίσει την υποστήριξη των Σοβιετικών. Ακόμα κι έτσι ωστόσο δεν παύει να υπάρχει ένας βαθύτερος οργανικός δεσμός, έστω κι αν συνειδητοποιήθηκε αργότερα στην πορεία.
Το βασικό θεωρητικό ζήτημα που τέθηκε -σύμφωνα με τις δικές τους διακηρύξεις- είναι ο περιβόητος τρίτος δρόμος, το ερώτημα αν μπορούσε να οικοδομηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο σοσιαλισμού, που θα μπορούσαμε να το παραφράσουμε (διακωμωδώντας το) κι ως εξής: είναι εφικτός ένας άλλος άλλος κόσμος;

Σε μια πρόσφατη έκδοση του ΔΟΛ για τα 50 χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ, ο Πρετεντέρης έγραφε πως το 68′ ήταν μια εμφατική αρνητική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα: ο σοσιαλισμός και το κομμουνιστικό κίνημα ήταν καταδικασμένο να υπάρξουν με τη συγκεκριμένη μορφή κι ανίκανα να μεταρρυθμιστούν ή να εξελιχθούν. Κρατήθηκαν με αυτά τα χαρακτηριστικά για άλλα είκοσι χρόνια κι οδηγήθηκαν υποχρεωτικά -νομοτελειακά θα λέγαμε στη δική μας διάλεκτο- στη χρεοκοπία και την “κατάρρευση”.

Ο Πρετεντέρης μας σερβίρει το χρεοκοπημένο ιδεολόγημα περί τέλους της ιστορίας, φτιάχνοντας όμως ένα δίπολο με τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν δεν είσαι μαζί του και με το τέλος της ιστορίας, είσαι με τους ανανεωτές και τις ελπίδες για την άνοιξη της Πράγας. Αλλιώς ανήκεις στα χρεοκοπημένα “απολιθώματα” της ιστορίας. Είναι όντως έτσι;

Ο περίφημος τρίτος δρόμος κατέληξε σύντομα στην αγκαλιά του καπιταλισμού, τόσο στη δυτική όσο και στην “ανατολική” του εκδοχή. Στην Τσεχοσλοβακία έδειξε με είκοσι χρόνια απόσταση τι σήμαιναν στην πράξη οι ωραίες διακηρύξεις του για έναν καλύτερο σοσιαλισμό, με μια “βελούδινη” αντεπανάσταση που τον ανέτρεψε. Στη Δύση, ο ευρωκομμουνισμός έχασε σύντομα κάθε λόγο διακριτής ύπαρξης από τη σοσιαλδημοκρατία, ενώ σήμερα δείχνει επί τω έργω κι από κυβερνητικές θέσεις το είδος του “κομμουνισμού” και της Αριστεράς που πρεσβεύει.

Τα φληναφήματα για ένα σοσιαλισμό χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου κατέληξαν στη δικτατορία της αστικής τάξης. Και η γλυκερή αυταπάτη ενός δημοκρατικού τρίτου δρόμου χωρίς επαναστατική βία -που είναι ενάντια στη “δημοκρατία”- οδήγησε στην ταχύτατη ενσωμάτωση στο σύστημα που θεωρητικά επιχειρούσαν να αλλάξουν από τα μέσα, με τα δικά του εργαλεία (πχ εκλογές). Αν αποδείχτηκε κάτι από όλα αυτά, δεν είναι η αδυναμία του σοσιαλισμού να εξελιχθεί, αλλά η ουτοπία ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και μιας αστικής τάξης που θα πειθόταν με δημοκρατικά μέσα να απαρνηθεί τα προνόμιά της και τη φύση της. Για να το θέσουμε παραφράζοντας ένα γνωστό σύνθημα των ευρωκομμουνιστών: “ο καπιταλισμός ή θα είναι εκμεταλλευτικός-καταπιεστικός ή δε θα υπάρξει…”

Κάτι ακόμα, σχετικά με αυτό το “από μέσα”. Ο σοσιαλισμός μπορούσε όντως να αλωθεί από μέσα, δηλαδή από τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος, γιατί δεν επικρατεί αυτόματα-μηχανιστικά. Παλεύει με τις επιβιώσεις του παλιού, φέρνει στο προσκήνιο ως βασικό παράγοντα την πολιτική, δηλαδή τη συνειδητή δράση των υποκειμένων και σε αυτήν δεν είναι τίποτα δεδομένο, μια για πάντα. Ούτε καν ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος, της οργανωμένης πρωτοπορίας, που τελικά αλώθηκε από εχθρικά στο σοσιαλισμό στοιχεία, με προβιά κομμουνιστή και συνθήματα για έναν καλύτερο (ή περισσότερο) σοσιαλισμό.

Όπως ο καπιταλισμός δε νοείται χωρίς τα βασικά χαρακτηριστικά του, που είναι η εμπορευματική παραγωγή και το κυνήγι του κέρδους -ενώ το πολιτικό εποικοδόμημα μπορεί να ποικίλει- έτσι και ο σοσιαλισμός δεν υφίσταται χωρίς κάποιες δικές του βασικές προϋποθέσεις: την εξάλειψη των ιδιωτικών κεφαλαίων και του ιδιωτικού κέρδους, την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τη δικτατορία του προλεταριάτου, που είναι ευρέως συκοφαντημένη έννοια.

Η σοσιαλιστική εξουσία έχει ως σκοπό της το μετασχηματισμό του κόσμου και η λειτουργία της έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την έννοια της καλλιέργειας. Για να αποδώσει καρπούς, δεν πρόκειται να αφήσει γενικά “όλα τα λουλούδια να ανθίσουν”, γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν αγριόχορτα, παράσιτα και ζιζάνια, που πρέπει ασφαλώς να καταπολεμηθούν, με “διοικητικά” μέτρα.
Όταν η σοσιαλιστική εξουσία καλείται να λάβει δυναμικά μέσα αντιμετώπισης μιας κατάστασης, αυτά έχουν κυρίως αμυντικό χαρακτήρα, όπως ακριβώς το Τείχος του Βερολίνου. Δεν είναι μια δικτατορική επίδειξη δύναμης, αλλά μια “αδυναμία” έγκαιρης αντιμετώπισης των προβλημάτων, προληπτική αντιμετώπιση των αδυναμιών στις οποίες πατά η αντεπανάσταση για να εκδηλωθεί και να οξύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Η δικτατορία του προλεταριάτου περιλαμβάνει αναπόφευκτα βίαια και κατασταλτικά μέτρα -αλλιώς δε θα ήταν δικτατορία- χωρίς όμως να εξαντλείται σε αυτά. Κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε μια αποστροφή των κλασικών που όριζαν την επανάσταση ως το πιο “βίαιο κι αυταρχικό” πράγμα που μπορεί να δει κανείς. Αλίμονο αν πιστεύει κανείς πως μπορούμε να κάνουμε χωρίς τέτοιες μεθόδους -ιδιαίτερα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στις οποίες εμφανίστηκαν τα επαναστατικά εγχειρήματα του εικοστού αιώνα- ή ότι η πορεία της επανάστασης θα είναι εύκολη κι ανέμελη νίκη, σαν υγιεινός περίπατος στην εξοχή (στα λιβάδια, με ξέπλεκες κοτσίδες, όπως λέει το σχετικό κλισέ). Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη δικτατορίας, αλλά πως αυτή θα είναι όντως του προλεταριάτου, θα επιβεβαιώνει τη λειτουργία της ως όργανο κυριαρχίας μιας τάξης που αλλάζει επαναστατικά τον κόσμο και δε θα εκφυλιστεί, ούτε θα την οικειοποιηθούν ηγετικά στελέχη που θα βλέπουν το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.

Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού μια μεταβατική διαδικασία, μια διαρκής εξέλιξη, ένα προτσές, προς την αταξική κοινωνία του μέλλοντος. Δεν μπορεί να μείνει στάσιμος, γιατί αλλιώς θα υποχωρήσει -όπως περίπου έγινε και στις επαναστάσεις στην Ευρώπη. Διδάσκεται από την πείρα του, από τα ίδια τα λάθη και τις αντιφάσεις του. Θα γυρίσει στο ιστορικό προσκήνιο δριμύτερος και πιο σοφός, χωρίς τις αυταπάτες του παρελθόντος, όχι όμως χωρίς λάθη και άλλες αντιφάσεις -αλλιώς δε θα ήταν σοσιαλισμός και θα περνούσαμε κατευθείαν στον κομμουνισμό.

Ο σοσιαλισμός και οι κομμουνιστές μπορούν να αλλάξουν, να εξελίσσονται διαρκώς, αυτός είναι όρος της ύπαρξής τους -πολύ διαφορετικός από την “ανανέωση” που επαγγέλλονταν οι ευρωκομμουνιστές και τη σοσιαλδημοκρατική σκουριά στην οποία κατέληξαν. Αυτό που δε γίνεται όμως είναι να απολέσουν τα βασικά τους χαρακτηριστικά και να συνεχίσουν να είναι κομμουνιστές, να επιδιώκουν δηλαδή να αλλάξουν τον κόσμο και να τον απαλλάξουν από την εκμετάλλευση και την καταπίεση.


Με αυτήν -και μόνο με αυτήν- την έννοια, έχει δίκιο ο Πρετεντέρης. Οι κομμουνιστές μπορούσαν να υπάρξουν μόνο με αυτή τη συγκεκριμένη μορφή και όχι σα μια εκδοχή κυβερνώσας αριστεράς που ζούμε σήμερα -άσχετα αν ο ίδιος ο Πρετεντέρης και το ΔΟΛ κάνουν τα πάντα για να μας τους παρουσιάσουν ως “κομμουνιστές”.