Κυριακή, 27 Ιουλίου 2014

Οι Γερμανοί (δεν) είναι φίλοι μας

Όχι, δεν πρόκειται να αναλύσουμε ένα μουντιάλ με αντιδραστικό και λυπημένο τέλος –αν και από μία άποψη ήταν ρεαλιστικό σαν τη ζωή. Αλλά στον πρόσφατο τελικό όλη σχεδόν η φίλαθλη χώρα ήταν στο πλευρό της αργεντινής. Πολλοί πήγαν βέβαια με το αυθόρμητο αντι-γερμανικό, αντι-μερκελικό ρεύμα. Αλλά στην πλατεία που το έβλεπα, ο κόσμος χειροκρόρησε μετά τον ύμνο της αργεντινής, σα να ήταν η δική του ομάδα, χωρίς να αποδοκιμάσει πχ το γερμανικό εθνικό ύμνο.

Σε κάθε κανόνα υπάρχουν βέβαια οι εξαιρέσεις που τον επιβεβαιώνουν. Κι αυτές στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν: οι παραδοσιακοί γερμανόφιλοι τσολιάδες· οι πιστοί του μαραντόνα, που δεν ήθελαν να δουν το θεό τους να εκθρονίζεται ή να αποκτά συγκάτοικο στην κορυφή –με την αργεντινή του μέσι να το σηκώνει μες στη βραζιλία· κι όσοι δεν μπορούσαν να αντέξουν τη ρηχή, αντι-μερκελική συριζίλα με το ντεμέκ κινηματικό αργεντινάσο επίστρωμα και πήγαν από αντίδραση με τους άλλους. Αν και δεν ξέρω πόσο υγιές αντανακλαστικό είναι ο ετεροκαθορισμός ή γιατί να μη διαλέξουμε τους γερμανούς βαραββάδες στο δίλημμα ποιον αντιπαθούμε και θέλουμε να σταυρώσουμε.

Όχι δηλ πως αυτή η γερμανία είναι τόσο αντιπαθητική –συγκριτικά και με παλιότερες εκδοχές της νάσιοναλ μάνσαφτ- με τόσους γκασταρμπάιτερ στη σύνθεσή της: τους κλόζε και ποντόλσκι από την πολωνία, τον μουστάφι, τον μπόατενγκ που βρέθηκε σε άλλο ένα μουντιάλ αντιμέτωπος με τον γκανέζο αδελφό του, τον τυνήσιο κεντίρα, τον τούρκο οζίλ –που διάβασα κάπου πως ήθελε να χαρίσει το πριμ του στους παλαιστίνιους, αλλά δεν του επιτράπηκε. Υπήρχαν φυσικά και κλασικοί γερμαναράδες, σαν τον μίλερ, που ξέσπασε σε μια κολομβιανή μπάρμπι δημοσιογράφο, και τον σβαϊνστάιγκερ, που πανηγύριζε σα μεθυσμένος τουρίστας κι αν δεν κάνω λάθος το επίθετό του σημαίνει κάτι σαν αναβάτης γουρουνιού –που θα μπορούσε να υποδηλώνει σημειολογικά και τα PIGS ως χώρες. Αλλά υπήρχαν και σχετικά συμπαθείς παίκτες, σαν τον χούμελς, το λαμ, τον γκέτσε ή το ροδομάγουλο υπεράνθρωπο νόιερ, του οποίου η απόκρουση στο σουτ του μπενζεμά με τη γαλλία, θα μπορούσε να είναι το οπτικό αντίστοιχο του βιβλίου με τίτλο «στη γροθιά του σούπερμαν». Αν κι εμένα μου θύμισε αρκετά το μεγάλο ιβάν ντράγκο, το σοβιετικό πυγμάχο από το Rocky IV, που μιλούσε κυρίως με τις γροθιές του στο ρινγκ κι ελάχιστα εκτός αγωνιστικού χώρου.

Κάποιοι σφοι το προχώρησαν παραπέρα, θεωρώντας το παιχνίδι της γερμανίας ένα υπόδειγμα σοσιαλιστικού ρεαλισμού, όπου καμία μονάδα δεν είναι πιο σημαντική από το σύνολο και δε λάμπει υπερβολικά, για να επισκιάσει τους υπόλοιπους. Ο τελικός του μουντιάλ θα μπορούσε να ιδωθεί και ως ιδεολογικό μάθημα για το ρόλο της προσωπικότητας στην ιστορία. Γιατί ένας και μόνο αστέρας δεν μπορεί να νικήσει μόνος του ένα καλοδουλεμένο σύνολο στο σύγχρονο ποδόσφαιρο –πόσο μάλλον όταν είναι ντεφορμέ και ξεζουμισμένος, έχοντας ξεκινήσει ίσως την κατηφόρα της καριέρας του.

Προσωπικά ωστόσο έχω ορισμένες ενστάσεις στο παραπάνω σχήμα. Στη γερμανική ομάδα μπορεί κάθε γρανάζι να γνωρίζει πολύ καλά τις συγκεκριμένες αρμοδιότητες που του αναλογούν στο γενικό καταμερισμό εργασίας και όλα μαζί να συναρμολογούν μια ανίκητη πολεμική μηχανή (πάντσερ). Είμαι εξάρτημα εγώ της μηχανής σας κι ο γιος μου το ανταλλακτικό.
Αλλά όπως μας λέει ένας άλλος γερμανός, ο στρατιώτης έχει ένα σοβαρό «μειονέκτημα»: ξέρει να σκέφτεται. Και διαθέτει (ποδοσφαιρική) φαντασία. Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός δεν είναι όπως τον παρουσιάζουν, μια καρικατούρα τέχνης αυστηρά προσκολλημένη στον τελικό σκοπό (νίκη) και το σύστημα, αδιαφορώντας για το αισθητικό κομμάτι και την ανάδειξη κάθε ξεχωριστής μονάδες (δηλ την ανάπτυξη της προσωπικότητας). Η γερμανία ακόμα και στην κορυφαία στιγμή της στο μουντιάλ (την επτάρα στη διοργανώτρια βραζιλία, όπου πέτυχε σε ένα μόνο αγώνα όσα γκολ είχε πετύχει σε όλο το τουρνουά η προηγούμενη πρωταθλήτρια, ισπανία) ήταν περισσότερο ένας αμείλικτος επαγγελματίας, που εκτέλεσε ψυχρά τη δουλειά του και τιμώρησε σκληρά τα κενά των βραζιλιάνων, οδηγώντας τους σε γοερό κλάμα, παρά μια σούπερ φαντεζί ομάδα που κέρδισε το θαυμασμό και την αναγνώρισή τους.

Οι περισσότεροι έμειναν βέβαια στο βασικό δίπολο που περιγράψαμε εισαγωγικά. Από τη μια ήταν η αργεντινή του τσε, του ντιέγκο με τον τσε τατουάζ στο μπράτσο κι επίσης του αργεντινάσο, της παύσης πληρωμών και των πειραμάτων αυτοδιαχείρισης –που δεν οδήγησαν σε τίποτα απολύτως, αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα για το οπαδικό φαντασιακό. Κι από την άλλη οι ναζί, μερκελιστές κατακτητές-πιστωτές μας, που έχουν βγάλει όμως φωτεινά επαναστατικά μυαλά σαν τον μαρξ, τον ένγκελς και την πολωνή ρόζα λούξεμπουργκ, που έδρασε όμως κυρίως στη γερμανία –κάτι σαν τον κλόζε της εποχής.

Μπαίνει όμως κι ένας γενικός προβληματισμός, πέρα από τα έτοιμα στερεότυπα που ψάχνουμε να τα ενισχύσουμε ή να τα διαψεύσουμε με επιλεκτικά παραδείγματα από την ιστορία και τον αθλητισμό, για να επιβεβαιώσουμε το αρχικό μας συμπέρασμα. Ένας προβληματισμός για το πώς εξελίχτηκε ο λαός του κάρολου, του φρίντριν και της ρόζας (που μετείχε κι αυτή της γερμανικής, μαρξιστικής παιδείας). Και για το τι απέγινε το πανίσχυρο εργατικό κίνημα στη γερμανία, η επαναστατική φιλοσοφική παράδοση (πριν από τη σχολή της φρανκφούρτης), οι κατακτήσεις κι η κληρονομιά που άφησε η λδγ, το κομμουνιστικό κίνημα συνολικά. (Θυμάμαι παρεμπιπτόντως κάτι που μου έλεγε μια φίλη για ένα βιβλίο του ταχτσή, που είχε αναμνήσεις από τους γερμανούς της κατοχής, και αρκετά χρόνια μετά δεν μπορούσε να συναντήσει το αρσενικό σκληρό πρότυπο που είχε κρατήσει στο νου του, παρά μόνο στους λδγερμανούς πίσω από το τείχος).

Αναλογίζεται κανείς τη σφραγίδα αυτού του παρελθόντος που έμοιαζε ανεξίτηλο και ψάχνει αμήχανα να τη βρει στην εικόνα του σύγχρονου γερμανού, που το συναντάμε κυρίως ως τουρίστα. Του γερμανού που ζει αθόρυβα, μεθάει φασαριόζικα, κινείται ελεγχόμενα κι αποκλειστικά σε μέρη και μαγαζιά που συνεργάζονται με το τουριστικό του γραφείο, απολαμβάνει άγευστη χωριάτικη σαλάτα και greek musaka σε ακριβές τουριστικές ταβέρνες της κακιάς ώρας, γιατί στην πατρίδα του δεν έχει ούτε καν αυτό. Ζει (;) για να δουλεύει από ήλιο σε ήλιο το χειμώνα, που είναι μικρότερη η μέρα, μελαγχολεί όταν τελειώνει το ωράριό του και δεν έχει ζωή πέρα από αυτό –αντίθετα με εμάς που μελαγχολούμε τα πρωινά και ξαναβρίσκουμε τον εαυτό μας με το πέρας της δουλειάς, όταν υπάρχει κι αυτή. Παθιάζεται με την οικονομία στα έξοδα, λατρεύει την τάξη, την πειθαρχία, όλα με πρόγραμμα, όλα στο σχέδιο, πρωτοκολλήσαμε τον έρωτα, προκατασκευασμένες στιγμές, ακόμα κι οι αποδράσεις τους για διακοπές, ακόμα κι οι πορείες, όπου περνάς από σωματικό έλεγχο, για να διαδηλώσεις ελεύθερα.. Πώς να βρεις μια χαραμάδα, κάπου να πιαστείς και να βρεις κάτι ελπιδοφόρο σε αυτή την χώρα; Πόση δουλειά μυρμηγκιού χρειάζεται σε μια κοινωνία εργατικών μυρμηγκιών, που έχουν ξεχάσει ότι κάποτε είχαν φτερά και φλέρταραν με την έφοδο στον ουρανό;

Σίγουρα υπάρχουν διάφορες επιμέρους εξηγήσεις. Οι μεγάλες ήττες του λαϊκού κινήματος, στο μεσοπόλεμο με την επικράτηση του ναζισμού και το 89’ με την (κατ’ ουσίαν) προσάρτηση της λδγ. Το ταπεινωμένο εθνικό αίσθημα μετά τη συνθήκη των βερσαλιών που έστρωσε το δρόμο στον χίτλερ. Οι συλλογικές τύψεις μετά το τέλος του β’ ππ που μετουσιώθηκαν σε μια λογική εργασιομανίας και «τα κεφάλια μέσα». Η πολυπλόκαμη ιμπεριαλιστική επέμβαση που βάρυνε αποφασιστικά σε μια χώρα-προμετωπίδα και σύνορο του καπιταλισμού απέναντι στις σοσιαλιστικές χώρες. Το σχετικά υψηλό βιοτικό επίπεδο (ή τέλος πάντων εισόδημα, γιατί «ζωή είναι αυτή;») που λειτουργεί ως παράγοντας αποπροσανατολισμού κι ενσωμάτωσης.


Δεν ξέρω όμως αν αυτά αρκούν για να ερμηνεύσουν πειστικά αυτό που η ρόζα στην (πολύ πιο ανήσυχη και ηρωική) εποχή της περιέγραφε ως απάθεια πτώματος για το γερμανικό προλεταριάτο –προκειμένου να το αφυπνίσει. Και δεν είναι μόνο στη γερμανία που δίνει τον τόνο πια αυτή η θλιβερή απάθεια κι αποσύνθεση…

Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

Σα δύο εικοσάρες

Η δημοκρατία, λέει ένα εύστοχο ευφυολόγημα, είναι το πολιτικό σύστημα όπου ένας λύκος και ένα πρόβατο αποφασίζουν από κοινού τι θα φάνε για βραδινό. Για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό όμως, εγώ θα πρόσθετα πως δημοκρατία είναι ένας λύκος κι ένα κοπάδι πρόβατα που συναποφασίζουν τι θα δειπνήσουν. Κι ενώ ο αριθμητικός συσχετισμός δεν αλλάζει ουσιαστικά τίποτα στη σχέση των πρόβατων με το λύκο και την καταλυτική ισχύ του τελευταίου, στη δημοκρατία μας τα αμνοερίφια διδασκόμαστε και βαυκαλιζόμαστε πως είμαστε η πλειοψηφία κι ότι μπορούμε να καθορίσουμε εμείς τις τύχες μας. Μπορούμε πχ να συναινέσουμε στην αξιολόγησή μας και να τραβήξουμε κλήρο για να δούμε ποιος (ποιος-ποιος) θα φαγωθεί, για να την πατήσουμε σαν τα ψάρια από το κόμικ του αρκά που περίμεναν από τον καρχαρία-φονιά, τον αντίστοιχο λύκο της θάλασσας, να τηρήσει τη συμφωνία και να φάει μόνο τους μισούς, για να γλιτώσουν τάχα οι υπόλοιποι.


Δημοκρατία επίσης είναι τα μαντρόσκυλα του συστήματος που φυλάνε τα πρόβατα μη τυχόν ξεμυτίσουμε από το μαντρί της λυκοσυμμαχίας με τα μοναδικά οφέλη, και δε μας συναντήσει ο λύκος στο προγραμματισμένο ραντεβού-δείπνο ηλιθίων. Είναι οι διάφοροι δημοσιολόγοι που μιλάνε για σύγκλιση και συνεργασία των τάξεων, παρουσιάζοντας την αστική σαν τον καλό λύκο του αρκά (και πάλι) που ερωτεύεται μια προβατίνα και απαρνείται για χάρη της τη σαρκοφάγα φύση του. Να θεωρούμε ευεργέτες-επενδυτές τους αετονύχηδες που μας αρμέγουν και μας κουρεύουν το μαλλί και το χρέος. Και να μας τρομοκρατούν πως είναι απαραίτητο να συμπεριφερθούμε υπεύθυνα και να μη στριμωχνόμαστε σε στρούγκες, κοπάδια και λοιπές συλλογικότητες, γιατί δεν είμαστε εξάλλου τίποτα πρόβατα, να μας λένε οι άλλοι τι να κάνουμε.

Η δημοκρατία δηλ με δυο λόγια, ως το αποτέλεσμα της διαπραγμάτευσης και της συμφωνίας που λέγαμε παραπάνω, είναι βασικά μια μερίδα αρνίσια παϊδάκια. Κι η ελληνική δημοκρατία, που χτες έκλεισε με δόξα και τιμές τα σαραντάχρονά της, είναι κάτι σαν τα καλύτερα παϊδάκια που φάγαμε ποτέ. Τα οποία προσωπικά τα γεύτηκα στη δημοκρατική κρήτη, στο έβγα της ζούρβας, λίγο πάνω από τον ιστορικό θέρισο, που έχει μεταξύ άλλων την ταβέρνα ‘αντάρτης’ και το μουσείο της εθνικής αντίστασης, με τις κομματικές ταυτότητες του βελουχιώτη και του βαφειάδη, και με σειρές ολάκερες φωτογραφιών από αγωνιστές που θυσιάστηκαν, που σου θυμίζει λίγο συνειρμικά τη στήλη του ρίζου με τα μνημόσυνα.

Η μεταπολίτευση του 74’ και της επόμενης δεκαετίας χοντρικά ήταν ένα μικρό διάλειμμα, μια σύντομη εκεχειρία ανάμεσα στα πέτρινα χρόνια που προηγήθηκαν και αυτά που ζούμε σήμερα –για να κάνουμε μια σύνδεση και με μια πρόσφατη ανάρτηση. Αλλά και η περίοδος της σταδιακής διάβρωσης των βράχων και των αξιών στις οποίες βασίστηκε το αγωνιστικό πνεύμα της εποχής.

Πριν από οτιδήποτε άλλο όμως η ιστορία της μεταπολίτευσης είναι η ιστορική διαδρομή και πορεία του πασόκ: του καλύτερου εργαλείου που είχαν ποτέ οι αστοί στα χέρια τους για να αναχαιτίσουν το κόμμα και να ενσωματώσουν τις λαϊκές αγωνιστικές διαθέσεις. Του σοσιαλδημοκρατικού, κεντροαριστερού μορφώματος που της έλειπε μέχρι τότε –και το φέρουν βαρέως μέχρι σήμερα οι αστοί ιστοριογράφοι που δεν εμφανίστηκε νωρίτερα· κι η απουσία αυτή έκανε ακόμα και τους δικούς μας να εκτιμήσουν λανθασμένα πως στην ελλάδα δεν υπήρχε το αντικειμενικό έδαφος για να πιάσει η σοσιαλδημοκρατία –η οποία πάντως εκκολαπτόταν ήδη εν μέρει στις γραμμές της εδα. Η ιστορία του κόμματος που σάρωσε κι απορρόφησε τα πάντα, ταυτίστηκε ως όλον πασόκ με το βαθύ κράτος, επηρεάζοντας όλους τους πολιτικούς του αντιπάλους –ακόμα και το κόμμα υιοθέτησε το σύνθημα της πραγματικής αλλαγής με κατεύθυνση το σοσιαλισμό. Κι οι διάφορες φάσεις της μετεξέλιξής του συμπίπτουν με τους διαδοχικούς κύκλους της μεταπολίτευσης (δηλ των λαϊκών κατακτήσεων και του ριζοσπαστισμού που παρέμεναν άταφο πτώμα μέχρι πρότινος.

Από τα πρώτα άγουρα χρόνια με τις μουντές κι αβέβαιες ελευθερίες της και τον αυτόνομο συνδικαλισμό που προλείανε το έδαφος για την άλωση του εργατικού κινήματος από την πάσκε· στον καλπασμό των πράσινων αλόγων προς την εξουσία και το ραντεβού με την ιστορία· το πλασάρισμα του «έλληνα αγιέντε», που ερχόταν ως σαλβαδόρ (σωτήρας) και τον απειλούσαν τάχα τα ξένα κέντρα με στρατιωτικά πραξικοπήματα· και είχε εκτιμήσει ως μια απλή αλλαγή φρουράς τη μεταπολίτευση –άσχετα που κάποιοι τη βρίσκουν ακραία και σεχταριστική εκτίμηση, όταν έρχεται ως επίσημη και επεξεργασμένη κομματική θέση κι όχι για λόγους εντυπωσιασμού, όπως το έκανε δηλ ο ανδρέας. Που αξιοποιούσε επιδέξια τα αντιδεξιά σύνδρομα και το φιλοσοβιετικό χαρτί για να κρατά όμηρους τους κομμουνιστές και την εαμική βάση.

Κι από το ανορθόδοξο σπάσιμο αυτής της ομηρίας το 89’, με τη συγκλονιστική διεθνή συγκυρία και τις κοσμογονικές (ή μάλλον κοσμοκτόνες) αλλαγές· στη σταδιακή εκσυγχρονιστική μετάλλαξη ή μάλλον προσαρμογή στα καινούρια δεδομένα· που επισφραγίστηκε με την εκλογή του σημίτη, ενός τεχνοκράτη, χρυσής μετριότητας και κάκιστου ρήτορα (σε αντίθεση με τον χαρισματικό δημαγωγό προκάτοχό του)· που έπρεπε ωστόσο να πλασαριστεί ως μεγάλος ηγέτης και ο τρικούπης του εικοστού αιώνα, που ήρθε εκατό χρόνια μετά το θάνατό του να συνεχίσει το μεταρρυθμιστικό του έργο· αλλά δεν έμεινε αρκετά στην κυβέρνηση ως πρωθυπουργός για να πει και το «δυστυχώς επτωχεύσαμεν» της ισχυρής ελλάδας και της μεγάλης ευρωπαϊκής ιδέας, στη θέση του ξεχασμένου «εοκ και νάτο το ίδιο συνδικάτο»· και να βάλει την ταφόπλακα στο άταφο πτώμα της μεταπολίτευσης και του πασόκ –βάρος που έπεσε στους διαδόχους του.

Στα 40χρονα της μεταπολίτευσης είμαστε έτοιμοι να θάψουμε το πασόκ και να κάνουμε τα σαράντα του. Αλλά η μνήμη του μένει ζωντανή να κατατρύχει σα φάντασμα την αστική πολιτική σκηνή και τη συνείδηση του «μέσου έλληνα», που συνεχίζει να είναι πασόκ, με άλλες μορφές κι ονόματα. Γιατί όλα τριγύρω αλλάζουνε κι όλα τα ίδια μένουν. Κι η ψευδής συνείδηση αυτονομείται από τις συνθήκες που την καθόρισαν και τη δημιούργησαν και επιβιώνει με τη δύναμη της συνήθειας στις μάζες που έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στο παρελθόν που έχασαν. Αναπολούν το ευχάριστο διάλειμμα της μεταπολίτευσης, αν κι έχουν διδαχτεί από οθόνης να το κακολογούν και να το θεωρούν υπεύθυνο για τη σημερινή κατάσταση, χωρίς να σκεφτούν ποιοι παράγοντες έδωσαν αυτό το αποτέλεσμα έστω ως προσωρινή ανάπαυλα.

Περίπου ό,τι κάνουν δηλ διάφοροι πολιτικοί χώροι που ευαγγελίζονται φιλολαϊκές μεταβατικές μεταρρυθμίσεις και στην πιο επαναστατική εκδοχή τους βάζουν το σύνθημα της δυαδικής εξουσίας, με την έννοια μιας «βουλής των κάτω», «της αμεσοδημοκρατίας των πλατειών», κτλ· χωρίς να μπουν στον κόπο να σκεφτούν ότι η δυαδική εξουσία δεν προκύπτει ως διακηρυγμένος στόχος, αλλά ως προσωρινός συμβιβασμός κι εύθραυστη ισορροπία, ως αδυναμία της δικής μας πλευράς να φτάσει μέχρι τέλους ή του ταξικού εχθρού να τσακίσει τη δική μας προσπάθεια και να επιβληθεί. Και πως η μοναδική στόχευση πρέπει να είναι η ενίσχυση του δικού μας πόλου ώστε να νικήσει στον ταξικό πόλεμο κι όχι η εκεχειρία ή ένας συμβιβασμός που μπορεί να προκύψει ως πιθανό ενδεχόμενο και μια στιγμή του πολέμου στην πορεία του.


Αν υπάρχει κάτι για να κρατήσουμε από τη μεταπολίτευση είναι τα κεκτημένα δικαιώματα και το αγωνιστικό της πνεύμα, που χρειάστηκε να τιθασευτεί και να καναλιζαριστεί σε ακίνδυνους διαύλους, για να το υποτάξουν. Όχι τις αυταπάτες της περιόδου, που οδήγησαν σε αυτή την υποταγή, και το πασόκ που τις καλλιέργησε και τις εξέφρασε. Ούτε μια σύγχρονη άφθαρτη εκδοχή του που θα έρθει με νέα πρόσωπα να κάνει λίφτινγκ στη σαραντάρα αστική δημοκρατία και να την εξωραΐσει. Και δεν είναι θέμα ηλικίας, αλλά της ταξικής της ουσίας, που απογυμνώνεται κάθε μέρα και περισσότερο, για να κρυφτεί πίσω από φύλλα συκής σοσιαλδημοκρατικής κοπής.

Τετάρτη, 23 Ιουλίου 2014

Στον εχθρό του ήλιου

Σημειώσεις για την Παλαιστίνη

Ο άνισος, ηρωικός αγώνας του παλαιστινιακού λαού ενάντια στο σιωνιστικό καθεστώς και τη φονική επίθεση που εξαπολύει εναντίον του τις τελευταίες δεκαετίες –και όχι απλά τα τελευταία χρόνια ή τις τελευταίες μέρες- δεν χωρά σε απλές συμβατικές φράσεις, δύσκολα βρίσκονται λόγια να εκφράσουν κάθε του διάσταση, κάθε τραγική στιγμή. Θυμίζει συνειρμικά ίσως, με αντεστραμμένους ρόλους, την ιστορία της μάχης του μικρού δαβίδ με τις πέτρες και τη σφεντόνα ενάντια στον πάνοπλο, πανίσχυρο γολιάθ, με τα τανκς, τις βόμβες και τα υπερσύγχρονα φονικά όπλα.

"Ακόμα κι αν όλοι πεθάνουν και μόνο μια γυναίκα επιζήσει, τα παιδιά της θα ελευθερώσουν την Παλαιστίνη"
Ας γυρίσουμε λίγο σε όσα γράψαμε ως εδώ, για ντα δούμε αναλυτικά, σημείο προς σημείο.
Ο αγώνας των παλαιστίνιων δεν είναι ηρωικός επειδή είναι άνισος και ρομαντικός. Αφορά το καθ’ όλα πρακτικό και καθόλου ρομαντικό ζήτημα της επιβίωσης. Κι είναι ηρωικός γιατί προτάσσει την αξιοπρέπεια και την πάλη, χωρίς να τις υποτάσσει στο «ρεαλισμό» της υποταγής, τους αρνητικούς συσχετισμούς και το δίκιο του ισχυρού. Είναι ζήτημα πόσοι από εμάς και κατά πόσο κάνουμε το ίδιο στην καθημερινή μας ζωή, χωρίς να μας φοβίζει το (κατά πολύ μικρότερο) τίμημα που μπορεί να κληθούμε να πληρώσουμε.

Σε έναν τέτοιο άνισο αγώνα, κανείς δε δικαιολογείται να κρατά ίσες αποστάσεις με αφηρημένες θέσεις και αναλύσεις για απόλυτες αξίες, πχ της ανθρώπινης ζωής. Πόσο μάλλον όταν προσπαθεί να τους προσδώσει κινηματικό πρόσημο και περιτύλιγμα. Η γνωστή ανακοίνωση του μη εξαιρετέου ιντιμίντια έρχεται να προστεθεί σε άλλους κρίκους κι αντίστοιχα «εύστοχες εκτιμήσεις» με «οξυμένο πολιτικό κριτήριο» -πχ για το ‘σφαγέα μιλόσεβιτς’ τις μέρες που βομαρδιζόταν η γιουγκοσλαβία. Ανοίγει έτσι –ή μάλλον ανακυκλώνεται- η επίσης γνωστή συζήτηση για το ρόλο του ιντιμίντια (και του συγκεκριμένου χώρου γενικά), το σόρος, κτλ, που μπορεί να συνοψιστεί στο κλασικό δικανικό δίπολο: ένοχος ή βλαξ. Τι από τα δύο είναι άραγε μια πολιτική δύναμη που στον αγώνα της ιντιφάντα για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, προτάσσει το σύνθημα «κανένα κράτος ποτέ και πουθενά;»

Ο αγώνας αυτός δεν περιγράφεται εύκολα με λόγια, ούτε και με εικόνες, που μπορεί να ισοδυναμούν με χιλιάδες λέξεις η καθεμιά. Η δημοσίευση φωτογραφικών ντοκουμέντων και στιγμιότυπων από τη φρίκη του πολέμου και της ισραηλινής επέμβασης οφείλει να επιδιώκει την μπρεχτική αποστασιοποίηση, για να σπάσει το φράγμα της απόστασης, την ενεργοποίηση της συνείδησης, της σκέψης, κι όχι την επίκληση ενός «εύκολου» συναισθήματος· μια γροθιά στο στομάχι με διπλωμένα και γονατισμένα σώματα, που δε σηκώνουν το ανάστημά τους, παρά μόνο το δάχτυλό τους για να πατήσουν like και retweet. Αυτή η ανέξοδη, μακρινή αλληλεγγύη καταλήγει να γίνεται άλλοθι για τις τύψεις μας και η άλλη όψη του ίδιου νομίσματος, που αναπαράγει και διαιωνίζει τη μηχανή που το κόβει.

Ζητούμενο παραμένει η έμπρακτη δράση, που θα μπορέσει να ξεφύγει από το συμβολικό επίπεδο της οργισμένης διαμαρτυρίας και δε θα μπλέξει στα δίχτυα των ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων –πχ μεταξύ ισραήλ και τουρκίας. Ένα ισχυρό, λαϊκό μέτωπο ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς πολέμους – επεμβάσεις και το ματοκύλισμα των λαών της υφηλίου.
Κάποιοι με επιλεκτική μνήμη και αγνή, αριστερίστικη αφέλεια, φορτώνουν όλα τα στραβά και τις αδυναμίες του κινήματος στην ελλιπή δράση ή μάλλον τη λανθασμένη πολιτική γραμμή του κόμματος. Και συνεχίζουν εν πλήρη μακαριότητα το ίδιο βιολί έχοντας εντοπίσει τον πραγματικό ένοχο και υποτάσσοντας κάθε πιθανό γόνιμο προβληματισμό για την κατάσταση και τη μειωμένη απήχηση του κινήματος σε δικούς τους μικροκομματικούς, εε.. δηλ μικρο-κινησιακούς, και για να είμαστε ακριβείς μικρομικροκομματικούς, συνεπώς μικροκομματιδιακούς, δηλ σε τελική ανάλυση αντικομματικούς σκοπούς.

Καμία ειρήνη δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς δικαιοσύνη, παρά μόνο η ιμπεριαλιστική ειρήνη ως φυσική συνέχεια και προετοιμασία του ιμπεριαλιστικού πολέμου. Το να περιμένει κανείς μια δίκαια λύση από τη «διεθνή κοινότητα», τις διαπραγματεύσεις και την «ειρηνευτική διαδικασία» είναι ίσως πιο μάταιο κι από το να έτρεφε προσδοκίες για κάτι καλύτερο από τον καμίνη και την κατάπτυστη στάση του στο δημοτικό συμβούλιο.
Ο παλαιστίνιος δαβίδ δεν έχει κανένα ισχυρό σύμμαχο ούτε κάποιο μαγικό ζωμό για μυστικό όπλο, παρά μόνο τη δική μας αλληλεγγύη, την αλληλεγγύη των λαών.

Αντί επιλόγου, παραθέτω τους στίχους (που δεν έχουν μελοποιηθεί ακόμα) του συγκροτήματος των υπεραστικών, που βασίζονται στο ποίημα του σαμίχ κάσσεμ, "λόγος στην αγορά της ανεργίας". Από τον τίτλο του (υπό δημιουργία) τραγουδιού προέρχεται κι ο τίτλος της ανάρτησης.

Κι αν με ρίξεις μόνο μου μες στο σκοτάδι,
να χτυπώ γυμνός το ατσάλι,
όρθιος μες στο σκοτάδι θα σταθώ.
Κι αν με ρίξεις μόνο μου μες στο σκοτάδι,
αίμα να κερνώ το ατσάλι,
όρθιος μες στο σκοτάδι θα σταθώ.

Κι αν σκεπάσεις σαν εφιάλτης το χωριό μου
κι αν λεηλατείς το βιος μου,
πάνοπλος, εχθρέ του ήλιου, κι αν χτυπάς
κι αν οι νύχτες των παιδιών μου τα χαράζουν
κι αν οι μέρες τους ουρλιάζουν,
τύραννε, δεν παζαρεύω, πολεμώ.

Κι αν τη νιότη μου τη ρίξεις στα κελιά σου
κι αν με ζώσουν τα τειχιά σου
κι αν η καταχνιά τρυπάει μου το κορμί,
ως τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς μου
θ’ αντιστέκομαι, φονιά μου.
Δε θα υποταχθώ, εχθρέ μου, του ήλιου εχθρέ.

Ίσως στερηθώ και το ψωμί μου,
πετροκόπος γίνω στην αυλή μου,
μα δεν παζαρεύω, εχθρέ του ήλιου,
λευτεριάς πνοή, η αναπνοή μου.
Μα δεν παζαρεύω, εχθρέ του ήλιου,
το όπλο μου θα κλείσει την πληγή μου.

Ως τον τελευταίο χτύπο της καρδιάς μου
θ’ αντιστέκομαι, φονιά μου.
Δε θα υποταχθώ, εχθρέ μου, του ήλιου εχθρέ.

Υπεραστικοί
Ιούλης 2014

Τρίτη, 22 Ιουλίου 2014

Πέτρινα χρόνια

Την περασμένη βδομάδα έφυγε από τη ζωή στα 82 του χρόνια ο σφος Μπάμπης Γκολεμας, του οποίου το σύντομο βιογραφικό αντιγραφω από τον 902.

Ο σ. Μπάμπης Γκολέμας γεννήθηκε στο χωριό Άγιοι Ανάργυροι της Λάρισας το 1932 από φτωχή αγροτική οικογένεια. Ο παππούς του, κολίγος, ήταν από τους ηγέτες του ξεσηκωμού των κολίγων της Θεσσαλίας και ιδιαίτερα του Κιλελέρ. Ο πατέρας του υπεύθυνος του ΕΑΜ στο χωριό, η αδελφή του υπεύθυνη της ΕΠΟΝ και της Αλληλεγγύης. Ο ίδιος από πολύ μικρός εντάχθηκε στα Αετόπουλα και γρήγορα έγινε υπεύθυνος της οργάνωσης. Βοηθούσε στην Αλληλεγγύη και σαν σύνδεσμος τις έφιππες αντάρτικες ομάδες.
Έβγαλε το δημοτικό στους Αγ. Αναργύρους και πήγε Γυμνάσιο στη Λάρισα.
Οι εμπειρίες της κατοχής και γενικότερα οι επαναστατικές παραδόσεις της οικογένειάς του προσδιόρισαν τον προσανατολισμό του στο κίνημα. Πήρε μέρος στις εκδηλώσεις -συλλαλητήρια της νεολαίας της Λάρισας για το Κυπριακό και οργανώθηκε στη Νεολαία της ΕΔΑ. Αρχές του 1954 οργανώθηκε στην παράνομη οργάνωση του ΚΚΕ στη Λάρισα και ρίχτηκε με αυταπάρνηση στην κομματική δουλειά. Τον Αύγουστο του 1954 συνελήφθη, βασανίστηκε άγρια από την ασφάλεια μένοντας όρθιος χωρίς να υποκύψει. Μετά από 3,5 χρόνια που έμεινε υπόδικος, καταδικάστηκε με το νόμο 375 "περί κατασκοπείας" σε 15 χρόνια φυλακή.
Αποφυλακίσθηκε το 1966, πήγε στη Λάρισα και ανέλαβε διάφορες κομματικές χρεώσεις. Αρχές Απρίλη του 1967 μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου συνέχισε εκεί την παράνομη δουλειά. Υπήρξε υπεύθυνος για τη συλλογή ειδήσεων που έρχονταν από τις οργανώσεις, υπεύθυνος σύνταξης και τεχνικός του "Οδηγητή", της εφημερίδας "Αδούλωτη Αθήνα" της ΚΟΑ και άλλων αντιστασιακών εντύπων. Το 1969 πιάστηκε από την Ασφάλεια της Κυψέλης, όπου αφού βασανίστηκε, έμεινε 1 μήνα στην απομόνωση. Καταδικάστηκε σε 16 χρόνια φυλακή. Μέσα από τη φυλακή βοήθησε στον αντιδικτατορικό αγώνα με γραπτά που έστελνε στο σταθμό "Η Φωνή της Αλήθειας". Ήταν υπεύθυνος του περιοδικού «Ν. Φρουρά» και μέλος του Γραφείου του Κόμματος στις φυλακές στην Αίγινα. Την ίδια περίοδο των διώξεων φυλακίστηκε και η γυναίκα του Ελένη, που ήταν έγκυος και γέννησε μέσα στη φυλακή το πρώτο τους παιδί. Η ζωή και η δράση τους αποτυπώθηκε στην κινηματογραφική ταινία του Π. Βούλγαρη "Τα Πέτρινα Χρόνια".
Τάχθηκε αποφασιστικά με την καθοδήγηση του Κόμματος και τις ιστορικές αποφάσεις της 12ης Ολομέλειας της ΚΕ απέναντι στις προσπάθειες διάλυσής του από την τότε δεξιά οπορτουνιστική ομάδα.
Μετά την πτώση της δικτατορίας διετέλεσε υπεύθυνος του βιβλιοπωλείου "Σύγχρονη Εποχή", μέλος της Επιτροπής Πόλης της ΚΟΑ, γραμματέας της ΚΟΒ Βιβλίου - Χάρτου και πρόεδρος του σωματείου. Συνέβαλε αποφασιστικά στη συγκρότηση επιχειρησιακών επιτροπών και εργοστασιακών σωματείων του κλάδου.
Ο σ. Μπάμπης Γκολέμας έμεινε αλύγιστος, ακλόνητος μαχητής του ΚΚΕ για το δίκιο του λαού, το σοσιαλισμό - κομμουνισμό.
Η Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΕ εκφράζει τα θερμά της συλλυπητήρια στη συντρόφισσα του Ελένη και στα παιδιά τους, Μίλτο και Κώστα.
Η κηδεία του θα γίνει τη Δευτέρα 21 Ιούλη στις 3 μ.μ. στο νεκροταφείο της Ηλιούπολης και θα είναι πολιτική».



Η συγκινητική ιστορία του Μπάμπη Γκολεμα και της γυναίκας του Ελένης Βούλγαρη, με το γάμο τους στη φυλακή, τη δύσκολη επικοινωνία με τα καθρεφτάκια, κτλ, μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από το σκηνοθέτη παντελή Βούλγαρη (απλή συνωνυμία απ' όσο γνωρίζω με τη γυναίκα του ζεύγους) στην κλασική ταινία "πέτρινα χρόνια".

Η οποία για να πω τη μαύρη αλήθεια μου δε με είχε αγγίξει όσο θα ήθελα και περίμενα πριν τη δω. Ίσως φταίει ότι την είχα δει πιο μικρός, ότι δεν είχα πάρει με καλό μάτι το Βούλγαρη μετά την ταινία " ψυχή βαθιά " για τον "εμφύλιο" ή και οι ερμηνείες, πχ της Μπαζάκα, που την ίδια πάνω κάτω περίοδο που γυρίστηκε η ταινία, συμμετείχε σε ένα βιντεοκλίπ του συγκροτήματος του Ρακιντζή (όχι της ασφάλειας, του άλλου), το οποίο ήταν πολύ ωραίο και πρωτοποριακό ίσως για την εποχή του αλλά αυτό δεν αλλάζει την ουσία.

Αλλά το πιο πιθανό είναι να μη μου άρεσε γιατί η πραγματική ζωή συνήθως ξεπερνά την κινηματογραφική μεταφορά που προσπαθεί να την αποδώσει ή να την αντιγράψει. Με άλλα λόγια, προσωπικά δεν είχα καταφέρει να πάρω από την ταινία το συναίσθημα που μου έδιναν οι διηγήσεις άλλων σφων που είχαν γνωρίσει από κοντά το ζευγάρι κι είχαν να λένε πόσο ζεστοι και γλυκείς άνθρωποι είναι. Και γενικά αυτή τη ζεστασιά της γενιάς των μακρονησιωτων, που τους κοιτάς με δέος για όσα έχουν περάσει κι αντέξει κι αυτοί σε αφοπλιζουν με ένα χαμόγελο και μια απροσδόκητη ατάκα, πχ πως τα δικά τους δεν είναι τίποτα κι ότι εμείς οι νέοι τα περνάμε πιο δύσκολα τώρα!

Την ίδια αίσθηση άφηνε στο θεατή και μια παλιότερη εκπομπή της Σεμίνας διγενή, που είχε καλεσμένο το ζευγάρι μαζί με διάφορους συγκρατούμενούς του και αγωνιστές της εποχής, που διηγούνταν τις αναμνήσεις και τις περιπέτειές τους. Ήταν μια περίοδος που στη Σεμίνα έβγαιναν πιο φιλοκομματικα αισθήματα και είχε κάνει και δυο εκπομπές αφιερωμένες στην Αλέκα.

(Ανοίγω παρένθεση για να σημειωσω παρεμπιπτόντως πως σήμερα η διγενή, που μεταξύ άλλων είχε πει πως θα φλέρταρε τον Χαρίλαο αν ήταν λίγο μικρότερος, απ' ό, τι πήρε κάπου το μάτι μου είναι εκπρόσωπος τύπου της τελείας, του νέου κόμματος του γκλετσου, που έκανε για ένα φεγγάρι στον 902 κάτι αντίστοιχο με το "κοίτα τι έκανες". Ενώ η Αλέκα αρθρογραφεί, μετά από αρκετό καιρό, στο τρέχον τεύχος της κομεπ για τις διεργασίες στο πολιτικό σκηνικό. Και ο Παπακωνσταντίνου (ένας είναι) που αν δεν απατωμαι έχει κάποιου είδους κουμπαρια με την Αλέκα και πρέπει να ήταν παρών σε κάποια από αυτές τις εκπομπές, επιστρέφει στο φετινό πρόγραμμα του φεστιβάλ, μάλλον γιατί δε θα ήταν δυνατό να λείπει από ένα αφιέρωμα στη μέχρι τώρα 40χρονη διαδρομή του, με την οποία έχει ταυτιστεί. Κλείνει η παρένθεση).

Από εκείνη την εκπομπή λοιπόν (top stories) έχω βρει δυστυχώς μόνο το ξεκίνημά της, με τα πρώτα δευτερόλεπτα. Κι η σημερινή ανάρτηση έχει κυρίως το νόημα της έκκλησης προς τη βάση του μπλοκ και προς όποιο σφο αναγνώστη γνωρίζει περισσότερα η έχει κάποιο σύνδεσμο όπου μπορούμε να βρούμε τη συγκεκριμένη εκπομπή.


Αντ' αυτού και αντί επιλόγου, παραθέτω ενα βιντεακι με μια από τις τελευταίες εμφανίσεις του Μπάμπη Γκολεμα, πέρσι στην ερτ, μετά τη διακοπήτου σήματος απο την κυβέρνηση

Δευτέρα, 21 Ιουλίου 2014

Το στεριανό νησί

Θερινές εντυπώσεις από τη Λευκάδα

Εάν κατευθυνεσαι από τα νότια προς το νησί της Λευκάδας, πρέπει πρώτα να διασχίσεις βασικά ολόκληρη την Αιτωλοακαρνανία, που σου δίνει την εντύπωση πως δε θα τελειώσει ποτέ. Και δεν είναι απλά ο μεγαλύτερος νομός της Ελλάδας με διαφορά στήθους ή λιμνοθάλασσας από τη δεύτερη Λάρισα, αλλά πρακτικά δυο νομοί σε έναν, όπως δηλώνει και το όνομά της. Όπως ήταν δηλ κάποτε ενιαίος νομός η Κοζάνη με τα Γρεβενά, τα οποία είναι μια από τις μικρότερες πρωτεύουσες νομού στην χώρα και δε δικαιολογουσαν πολύ πειστικά την αναγκαιότητα αυτόνομης ύπαρξης και παρουσίας τους ως ξεχωριστή νομαρχία. Αν και αυτά μετεξελισσονται και καταργούνται σταδιακά με την αναδιάρθρωση του αστικού κράτους και σχέδια τύπου Καλλικράτη. Όπως αρχίζουν να χάνουν ίσως το ρόλο και τη σημασία τους τα εθνικά κράτη εντός των διάφορων ιμπεριαλιστικων οργανισμών/ολοκληρωσεων, χωρίς να αναιρείται ωστόσο η εθνική πρωτίστως βάση εκδήλωσης των ενδοιμπεριαλιστικων αντιθέσεων, των πολεμικών συγκρούσεων, κτλ. Κι είναι κωμικοτραγικό να βλέπεις κάποιους αυτοαποκαλουμενους μαρξιστές να μην μπορούν να διακρίνουν αυτή τη γενική τάση ολοκλήρωσης, που από μακροσκοπική άποψη προετοιμάζει τις υλικές συνθήκες για το πέρασμα στον κομμουνισμό, με την αντιδραστική οικονομικοπολιτικη ουσία της στο σημερινό πλαίσιο.

Παρόλα αυτά τα Γρεβενά δεν είναι ο μικρότερος νομός της Ελλάδας (ούτε καν της ηπειρωτικής πιθανότατα). Ο τίτλος αυτός ανήκει στη Λευκάδα, που καταργεί διαλεκτικά ή καθιστά δυσδιάκριτα μερικά πιο παραδοσιακά όρια, όπως μεταξύ θάλασσας και στεριάς, ηπειρωτικής και νησιώτικης χώρας, καθώς συνδέεται οδικώς μέσω γέφυρας με την Αιτωλοακαρνανία, το μεγαλύτερο νομό όπως προείπαμε, σα φυσική συνέχεια και παρακλάδι του. Ή το όριο μεταξύ ειρηνικού και μεσογείου, αφού κάποιες γωνιές με πυκνή βλάστηση και γαλαζοπράσινα νερά θυμίζουν μικρούς επίγειους παραδείσους.

Η Λευκάδα είναι ένα νησί που συνδυάζει τα πάντα. Όμορφες διαδρομές στο βουνό με μονοπάτια για πεζοπορία και καταρράκτες. Γραφικά ορεινά χωριά με μνημεία, προτομές και συνθήματα για την αντίσταση, το εαμ και το κόμμα. Πλούσια αγωνιστική παράδοση από τα χρόνια του αντάρτικου και τον καιρό που η εδα έπαιρνε τη μονοεδρικη περιφέρεια του νησιού.

Και φοβερές παραλίες για όλα τα γούστα. Από πιο ερημικές, σχεδόν παρθένες, όπου δεν έχει πατήσει ακόμη ξαπλωστρας ποδάρι, μέχρι κάποιες άλλες, πολυβουες και κοσμικές, όπου οι ομπρέλες φαίνονται σαν ταπετσαρία από ψηλά και τα ντεσιμπέλ των μπιτσομπαρων φτάνουν ως απέναντι στην Ιταλία. Κι άντε να μη σου βγει μετά η ρετσινια του αντικοινωνικου κι αγοραφοβικου που δεν ξέρει να κολυμπά μες στις μάζες και τους σερφερς και προτιμά την εναλλακτική ησυχία του και τη μοναξιά της ιδεολογικής καθαρότητας, σε κολπακια όπου συχνάζουν τρεις κι ο κούκος.

Οι πιο ωραίες κι ιδιαίτερες παραλίες είναι αντικειμενικά στο δυτικό τμήμα του νησιού, όπου μπορείς να απολαύσεις μαγευτικά ηλιοβασιλέματα, με το ροζ ήλιο να βουτάει κσι να χάνεται στο απέραντο γαλάζιο, σε μια εκπληκτική σημειολογία για τη μοναδική περιφέρεια πλην αττικής που κέρδισε ο συριζα. Και όπου εκτός από το διαφημισμένο πόρτο κατσίκι, ξεχωρίζει η Εγκρεμνη, που έχει προφανή ετυμολογική προέλευση. Κι όπου κατεβαίνεις χαρούμενος 350 σκαλιά (!) αλλά το ζήτημα είναι πώς τα ανεβαινεις μετά, που σου φεύγει η ψυχή για έφοδο στον ουρανό, αλλά το σώμα μένει στάσιμο κι απροθυμο και νιώθεις σαν τον ινστρουκτορα του τραμπακουλα στο λετσοβο, που όρκο παίρνω καλός άνθρωπος πρέπει να ήτανε, αλλά πήγε κι έπεσε στην Εγκρεμνη και καλά κρασά. Αμ εμείς θα τη φτιάξουμε την κίνηση, χαμενε α χαμενε.

Αλλά το πιο ιντριγκαδορικο όνομα το έχει στα ανατολικά η παραλία φράξια, απέναντι από το σκορπιό, που φέρνει την ανάπτυξη εξαγοράζοντας αξιοπρεπειες και συνειδήσεις. Είναι όμως εξαιρετικά δυσπρόσιτη και αν αληθεύουν οι πληροφορίες της κε του μπλοκ, φιλοξενεί την εξοχική βίλα του καρολου παπουλια. Και μου θυμίζει συνειρμικά τον μαιουνη και το "καταληψιακο" σουξέ της εποχής. Πάμε όλοι μαζί σε μια παραλία.

Μιας και το έφερε η κουβέντα, στη Λευκάδα πρέπει να υπάρχει ένας μικρός πυρήνας των εργατοαγωνιστων που πρόσφατα κυκλοφόρησαν στην ιστοσελίδα τους την ιδρυτική διακήρυξη της κίνησής τους (κινηση κομμουνιστών εργατικού αγώνα ή αλλιώς) κκε α. Που δεν είναι κόμμα λέει αλλά ήθελε οπωσδήποτε μες στον τίτλο της το κκε, για να παραπέμπει σε/στο κόμμα. Κι εφόσον τελικά δεν είναι κόμμα αλλά ιστοσελίδα, θα μπορούσαν να το πουν και ικεα (ιστοσελίδα κομμουνιστών εργατικού αγώνα) όπως λέει το λαϊκό στρώμα. Ή και κκε β λέω εγώ, στα πρότυπα του εαμ β των σφων του Τεμπονέρα, που πλέον στηρίζουν συριζα.

Τι άλλο μπορεί κανείς να δει/βρει στη Λευκάδα;
Μια προτομή του Σβορώνου. Μνημεία του εθνικού λογοτέχνη της Ιαπωνίας λευκαδιου χερν! Μια κεντρική οδό που πήρε το όνομά της από την 8η μεραρχία του ελας. Το μουσείο του φωνογράφου με ελεύθερη είσοδο, αντάρτικα κειμήλια και τη φωτογραφία της θρυλικής Τζαβέλαινας που ζει ακόμα σε κάποιο γηροκομείο. Το πικάντικο τοπικό σαλάμι και τα φτηνά και ποιοτικά γάλατα της Δωδώνης που πάει για ξεπούλημα. Άπειρα κάμπινγκ και κάποιες παραλίες με ελεύθερο. Εγκατελειμμενες αμερικάνικες βάσεις. Ζεστούς, φιλικούς ανθρώπους. Κι ένα σύνθημα ενός οπαδού της Λίβερπουλ για το Σουάρεζ, αλλά δεν χρειάζεται να μιλάμε για ποδόσφαιρο για μερικές μέρες μετά από την κατάληξη που είχε ο τελικός του μουντιάλ.


Το βασικό χαρακτηριστικό του νησιού ωστόσο είναι πως ενα κομμάτι του φαίνεται να υστερεί λίγο σε γραφικότητα, γιατί καταστράφηκε στο μεγάλο σεισμό και χτίστηκε ξανά από το μηδέν, χάνοντας ωστόσο κι ένα μέρος της γοητείας του και το ιδιαίτερο χρώμα του. Το ωραίο είναι πως ενώ το κλασικό αστικό στερεότυπο λέει πως οι κάτοικοι των σοσιαλιστικών χωρών (που αντιμετώπιζαν οξύ στεγαστικό πρόβλημα και κοιτούσαν να το επιλύσουν βάζοντας πολλές φορές σε δεύτερη μοίρα την αισθητική) ζούσαν σε άχρωμα μουντά και πανομοιότυπα κουτιά, ο πολιτισμός της αντιπαροχής και του αυθαίρετου που έχει καταστρέψει τις ωραιότερες ελληνικές πόλεις, καταδεικνύει τόσο την αναρχία και την παντελή έλλειψη σχεδίου στην καπιταλιστική παραγωγή και τον κλάδο των κατασκευών κατ' επέκταση, όσο και την ισοπέδωση των ατομικών γουστων και της προσωπικής αισθητικής που υποτάσσονται στο εύκολο κέρδος. Και σε κάνει να σκέφτεσαι πως στην κοινωνία του μέλλοντος εκτός από τους θεσμούς του αστικού κράτους θα χρειαστεί να γκρεμισουμε και να φτιάξουμε από την αρχή μια σειρά γειτονιές κι εκτρωματα εκτός σχεδίου.

Ή όπως λέει και το σύνθημα
Σεισμός σεισμός κομμουνισμός

Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

Το κουνούπι


Άλλαξε πλευρό πηγαίνοντας στη δροσερή πλευρά του σεντονιού, που θα τη ζέσταινε κι αυτή σε πέντε λεπτά με το σώμα της. Δυο στάλες ιδρώτα κύλησαν από το μέτωπό της, κάνοντας αγώνα ταχύτητας, σαν τις σταγόνες της βροχής στο τζάμι. Μακάρι να ήταν κι αυτή τώρα τζάμι κάτω από τη βροχή, να τη χτυπάνε οι σταγόνες κι ο αέρας και να τη δροσίζουν, σκέφτηκε μέσα της. Τότε ίσως να μπορούσε να αποκοιμηθεί επιτέλους, χωρίς να της καίει το μυαλό η διαδρομή που κάνουν τα καυτά σταγονίδια στο πρόσωπό της.

Ένιωσε ένα ελαφρύ αεράκι να φυσάει ψηλά στο χέρι της και να την ανακουφίζει προσωρινά. Κι αμέσως να γίνεται τσούξιμο και να τη φαγουρίζει. Το τράβηξε απότομα για να το ξύσει και λίγο αργότερα ένα ζουζούνισμα μες στο αυτί της την τίναξε όρθια και της έδιωξε τη νύστα.
-Το άτιμο, δε θα με αφήσει να κλείσω μάτι όλη νύχτα.
Αν είναι μόνο ένα δηλ, που δεν ήταν και το πιο πιθανό. Ου γαρ έρχεται μόνον, θυμήθηκε να λέει ο φιλόλογός της σε κάποια άλλη περίσταση, που της φάνηκε πως κολλούσε και στη δική της. Ούτε αυτός όμως δε θα μπορούσε να τη νανουρίσει απόψε, που έσκαγε ο τζίτζικας, όπως είχε κάνει τόσες φορές στα μαθητικά της χρόνια με το κήρυγμά του, πρώτη ώρα αρχαία κατεύθυνσης. Να φανταστείς είχε τόση άπνοια που ακόμα και το φτερούγισμα του κουνουπιού πριν ήταν σχεδόν κάτι σαν δροσερή πνοή, μια ευχάριστη αλλαγή τέλος πάντων.

Αν μπορούσαν να κλείσουν τουλάχιστον μια τίμια συμφωνία με το κουνούπι, να την αφήσει να κοιμηθεί πρώτα κι ύστερα να ερχόταν να την τσιμπήσει με την ησυχία του, για να βγάλει τα προς το ζην και αυτό, χωρίς να την ενχολεί μες στο αυτί της. Κι αν ήταν εξημερωμένο, όπως κάποια κουνούπια της πόλης, μπορεί ο ερεθισμός να κρατούσε μόνο λίγη ώρα και το άλλο πρωί που θα ξυπνούσε να μην είχε μείνει τίποτα να μαρτυρεί το πέρασμά του από το κορμί της. Αλλά μόλις πριν το είχε πει άτιμο, πώς ζητούσε τώρα να κλείσει μια έντιμη συμφωνία μαζί του;

Αναρωτήθηκε αν είχε βάση αυτό που είχε ακούσει για τις γυναίκες που είναι γλυκοαίματες και αν απλά είναι πιο εκλεκτός μεζές για τα κουνούπια, γιατί βρίσκουν λιγότερες τρίχες στο πιάτο τους. Ή αν ισχύει η άλλη σεξιστική φήμη(;) για τις θηλυκές κουνουπίνες, που αυτές κυρίως λέει αναζητούν το ανθρώπινο αίμα για να γίνουν πιο ελκυστικές στα αρσενικά και να κάνουν πιο αποτελεσματικό το ερωτικό τους κάλεσμα, ένα είδος ακαταμάχητης κολόνιας ας πούμε. Μάλλον όσο ισχύει κι εκείνη η περίεργη φυλετική διάκριση για τα κουνούπια της αφρικής και του νείλου, που έρχονται εδώ περνώντας από σαράντα (ή περισσότερα κύματα) και διασπείρουν ιούς κι ασθένειες, κλέβοντας το αίμα και τη δουλειά από τα ελληνικά κουνούπια
Αίμα, τιμή... Μα αφού είναι άτιμα θηλυκά. Σκότωσέ την την άτιμη...

Τα κουνούπια ήταν όντως το μόνο έντομο, πλάσμα γενικότερα, που μπορούσε να σκοτώσει. Σιχαινόταν λίγο τις κατσαρίδες, ιδίως τις φτερωτές που ήταν απρόβλεπτες και θυμόταν και ένα κόμικ του λέανδρου, όπου παρίσταιναν τους αναρχικούς ρέμπελους, σε αντίθεση με τα μυρμήγκια που ήταν πειθήνια και άβουλα στρατιωτάκια. Εν, δυο προχωράμε. Εν δυο θα σε φάμε.
Τα συμπαθούσε κι αυτά όμως, γιατί θυμόταν τη δουλειά μυρμηγκιού που της έλεγε ο καθοδηγητής της στην οργανωμένη νιότη της στα αμφιθέατρα. Ενώ είχε τύψεις και εκ μέρους ενός παιδικού της φίλου που έκανε διάφορα ‘κοινωνικά πειράματα’ με διαφορετικές φωλιές μυρμηγκιών, ανακάτευε τις φυλές τους και τις έβαζε να πολεμούν και να σκοτώνονται.
Κι ήταν αλλεργική στις μέλισσες, που ήταν μικρές αρχιτεκτόνισσες με τις κερήθρες που έφτιαχναν, αλλά όπως είχε διαβάσει κάπου στον μαρξ, η διαφορά ήταν πως την έφτιαχναν ενστικτωδώς κι όχι βάση ενός συνειδητού σχεδίου –έστω κι αποτυχημένου. Και είχαν μια περίεργη ‘ταξική κοινωνία’ που την έβαζε σε ιντριγκαδόρικες σκέψεις και συνειρμούς, πως αυτή του μέλλοντος δε θα είχε βασίλισσες αλλά εργάτριες που θα έχουν τον ελεύθερο χρόνο των κηφήνων και θα αμπελοφιλοσοφούν.

Τα κουνούπια όμως ήταν τα μόνα που μπορούσε να σκοτώσει, σχεδόν το απολάμβανε, με άγρια εκδικητική χαρά, ιδίως όταν έπαιρνε το αίμα της πίσω από κάποιο που την είχε τσιμπήσει και το έβλεπε να γίνεται χαλκομανία, ξερνώντας την τροφή του. Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους, μπορεί να ‘ναι κι από αίμα.
Κι ας συμφωνούσε κατά βάθος με το σύνθημα που είχε δει σε ένα άλλο τοίχο, με μαύρα σημάδια: μη σκοτώνετε τα κουνούπια, άλλοι μας πίνουν το αίμα. Ο βρυκόλακας της νεκρής εργασίας, των μηχανών και του κεφαλαίου, που υποδουλώνει τη ζωντανή και απαιτεί ολοένα και περισσότερη υπεραξία για να συνεχίσει να υπάρχει και να γιγαντώνεται –γιατί μόνο έτσι μπορεί να υπάρχει.

Έκλεισε ξανά τα μάτια, έχοντας στο μυαλό της τη γλυκιά ανάμνηση από τα πολιτικά της διαβάσματα, που δεν την είχαν εγκαταλείψει ακόμα, και την γεύση από τις δάφνες του αγωνιστικού της παρελθόντος, που τώρα της έμοιαζε τόσα μακρινό και μπαγιάτικο σαν την πρώτη παρουσία. Κι ενώ τα βλέφαρα βάραιναν και το πνεύμα ελάφρυνε κι ανέβαινε για την έφοδο στον ουρανό, ένιωσε ένα τσίμπημα στην αχίλλειο πτέρνα της, που είχε γίνει σιδερένια με την πολυκαιρία και τις δυσκολίες. Έξυσε το πόδι της στη γωνία του κρεβατιού, για να διώξει τη φαγούρα κι ύστερα άκουσε την κουνουπίνα μες στο αυτί της να ζουζουνίζει και να της ζαλίζει τον έρωτα για το αρσενικό κουνούπι, που πρέπει να τη βρει ακαταμάχητη. Ο μορφέας κι η αγκαλιά του πέταξαν μακριά, όπως κι αυτή του δικού της κουνουπίνου, που ‘χε βρει εδώ και λίγο καιρό μια άλλη ζουζούνα να παίζει, που της το έπαιζε φίλη. Κι όταν την τύχαινε στο δρόμο, της ερχόταν καμιά φορά να της τραβήξει το μαλλί και να της πιει το αίμα· αν και αμφέβαλλε αν αυτό θα την έκανε πιο ελκυστική και ερωτεύσιμη για τα αρσενικά. Σιγά όμως που θα έκανε τέτοια σκηνή στον άλλο, τον κηφήνα, που της έλεγε πως θα την έχει βασίλισσα και της έπινε αργά και μεθοδικά το αίμα με τις αφραγκιές και τις γαλιφιές του. Ε όχι, μεγάλη η χάρη του...

Άναψε το πορτατίφ στο κομοδίνο, για να γενούνε τα σκοτάδια φως. Το βλέμμα της έπεσε στο ράφι με τα αραχνιασμένα μαρξιστικά βιβλία από τα φοιτητικά της χρόνια. Πήρε να ξεφυλλίζει ένα της κολοντάι για τη γυναικεία χειραφέτηση, με υπογραμμίσεις και σημειώσεις δικές της στο πλάι, για να ξανανυστάξει και να αφυπνιστεί συνάμα. Μπορεί τα κουνούπια να τα μισούμε τόσο, γιατί κάνουν παρήχηση με τον καναπέ και οτιδήποτε επιχειρεί να μας σηκώσει απ’ αυτόν, φτάνει στα αυτιά μας σαν ενοχλητικό ζουζούνισμα μες στο αυτί μας, που σπεύδουμε να το διώξουμε. Και τα σκοτώνουμε με μανία, γιατί γίνονται κόκκινα και κάπου πρέπει να νιώσουμε κι εμείς μια μικρή νίκη, να πάρουμε πίσω λίγο από το αίμα μας, που μας το πίνουν άλλοι κάθε μέρα.

Η κουνουπίνα ζουζούνισε πρόσχαρα, πετώντας μπροστά από τις σελίδες της κολοντάι και προσγειώθηκε στον τοίχο δίπλα της. Την κοίταξε σχεδόν τρυφερά και ξαφνικά με μια γρήγορη κίνηση, πήρε το βιβλίο και χτύπησε με δύναμη το σημείο που καθόταν το έντομο και έγινε ένα κόκκινο σημάδι με χαλκομανία.
-Συγνώμη, αλλά νυστάζω πολύ κι αύριο έχω πρωινό ξύπνημα για δουλειά. Και δεν μπορείς να φανταστείς πόση ανάγκη έχω από λίγες μικρές νίκες.

Αυτά τα κόκκινα σημάδια στους τοίχους μπορεί να ‘ναι κι η ντροπή μου

Πέμπτη, 10 Ιουλίου 2014

Συντροφικές αποδράσεις

Διακοπές με την οργάνωση σημαίνει βασικά δύο πράγματα: το αντιιμπεριαλιστικό διήμερο σαν τελετή έναρξης και κορύφωμα στη φοιτητική κατασκήνωση στο ποσείδι για εμάς τους βόρειους –για το αχλάδι δεν μπορώ να φέρω άποψη. Για τα οποία, αν δεν τα έχεις ζήσει από πρώτο χέρι, δεν μπορείς να καταλάβεις πολλά από τα ρεπορτάζ του στιλ «αντάμωσαν και γλέντησαν οι κνίτες», που είναι ο ορισμός της «φαντασίας στην εξουσία» -με τη διαφορά πως η εξουσία φθείρει και καταστρέφει την όποια φαντασία μπορεί να είχαμε.

Το διήμερο σηματοδοτεί το τέλος της ακαδημαϊκής χρονιάς για πολλούς φοιτητές κι ένα φτηνό τρόπο να επιστρέψουν στα πάτρια εδάφη τους, αν αυτά βρίσκονται στην άλλη άκρη της ελλάδας. Και είναι μια ευκαιρία για όσους συμμετέχουν, να αποκτήσουν μια εμπειρία ζωής που προσφέρεται για διάφορους μη αστικούς μύθους. Πχ ότι φέτος στο στόμιο δεν εμφανίστηκαν λέει τα στούκας, που είχαν θερίσει κόσμο στο προ δεκαετίας (και βάλε) διήμερο. Κι η μόνη σταθερή αξία ήταν ο θολός οπορτουνιστικός βούρκος στην παραλία όπου χύνεται το ποτάμι του πηνειού και γίνεται ακόμα χειρότερο, αν πλακώσουν μαζί τρεις χιλιάδες κατασκηνωτές. Τα καλύτερα μέρη εξάλλου είναι μετά το τσάγεζι, προς την καρίτσα και το κόκκινο νερό.

Η δική μου πιο δυνατή ανάμνηση είναι από το –πάει και το- νεστόριο. Με τους ήρωες-άπαρτα βουνά να παίζουν άπειρες φορές κάθε μέρα, για να τους μάθουν οι νέοι και να μην αντέχουν να τους ξανακούσουν οι παλιότεροι· τους.. σύγχρονους «ήρωες» να βουτάνε στα κρύα νερά του ποταμιού για να κολυμπήσουν· κι όλα τα αντάρτικα τραγούδια να γίνονται χασαποσέρβικα στον χορό. Και τον τοπικό (προ καλλικράτη) δήμαρχο να βγάζει ένα θερό λόγο υποδοχής, θαρρείς και ήταν δικός μας –καμία σχέση. Αλλά οι καλές σχέσεις χρησίμεψαν στη συνέχεια, γιατί ένα βράδυ που έβρεχε –εκτός από το κρύο που πιάνει πάντα τις νύχτες- και πολλές σκηνές πλημμύρισαν, οι αρχές του γειτονικού χωριού μας παραχώρησαν ευγενικά το δημοτικό για να διανυκτερεύσουμε. Και κάναμε ένα νυχτερινό ελιγμό γράμμο-βίτσι, που στην αρχή δεν ξέραμε πού θα κατέληγε (μήπως όντως στο βίτσι;) και ήταν μια δοκιμασία για τα νεύρα, τις αντοχές, τα γυναικόπαιδα, τους θεριακλήδες καπνιστές, τους γκρινιάρηδες σφους (καλή ώρα) και όσους λιπόψυχους σκέφτονταν τη λιποταξία. Το ατσάλωμα μας έκανε καλό όμως και σε κάθε αίθουσα του σχολείου έγιναν αυτοσχέδιες ομάδες με υπεύθυνους κι άτυπους.. πολιτικούς εκπροσώπους για την καλύτερη διαρρύθμιση του χώρου.

Στο ποσείδι πηγαίνουμε το δεύτερο μισό του ιούλη, που είναι η καλύτερη περίοδος: ούτε η πήχτρα στο άνοιγμα, που πλακώνει όλος ο κόσμος κι είναι πατείς με πατώ σε κι έχει παντού ουρές, από την τουαλέτα ως το σούπερ-μάρκετ, ούτε η νέκρα του αυγούστου, να σε πιάνει μελαγχολία –αν και έχει και αυτή την χάρη της. Δε συμπίπτει βέβαια με κάποια μεγάλη αθλητική διοργάνωση (μουντιάλ ή ολυμπιακούς) που θα είχε πλάκα ίσως να τη δει κανείς μαζί με μπαόκια πχ (που το 05’ φώναζαν «οέο-οέο με αρχηγό τον τέο») ή με το βουλευτή, το ζιώγα, που έβλεπε ακόμα και πόλο.

Είχαμε όμως δικές μας αθλοπαιδιές και μεγάλες διοργανώσεις, όπως το μουντοτάβλι του 02’ και το μουντοσκάκι, όπου δύο αρχάριοι σφοι είχαν ονομάσει τα άλογά τους καφού και ρομπέρτο κάρλος, ανάλογα με την πλευρά από όπου εφορμούσαν. Ή το κλασικό παλέρμο, όπου πριν αρχίσουμε να παίζουμε κανονικά, για να βρούμε το δολοφόνο, ξοδεύαμε τον πρώτο γύρο για να βγάλουμε κάποιον που είχαμε στην μπούκα, με.. «πολιτικά επιχειρήματα» πχ –για να το επικαιροποιήσουμε κιόλας- εγώ λέω να φύγει ο τάδε, γιατί δεν ψήφισε το 19ο και είναι με το ααδμ. –Ναι αλλά εγώ είμαι κάπου μεταξύ αριστερού ααδμ και δεξιάς λαϊκής συμμαχίας, ενώ εσύ... Και πάει λέγοντας.

Και ζήσαμε ιστορικές στιγμές, όπως τη γένοβα, όπου προσπαθούσαμε απεγνωσμένα να μάθουμε νέα και να βγάλουμε συνεννόηση με όσους είχαν τότε κινητά. Και την περίφημη επιστολή των επτά (του ναρ), που τώρα δεν είναι τόσοι αλλά οι καλοί βρήκαν το δρόμο τους. Και το λαϊκό στρώμα την έχει πάντα μαζί του στο πορτοφόλι του, αλλά κοροϊδεύει την κοινωνία και ποιος ξέρει πότε θα ξαναγράψει στο ανενεργό μπλοκ του, που ντεμέκ στα χαρτιά ξαναλειτουργεί. Και υπήρχε θέμα με τους ριζοσπάστες, γιατί κάναμε μεν ειδική παραγγελία, αλλά συνήθως ήταν λιγότεροι από τη ζήτηση και κάποιοι σφοι έγραφαν πάνω το όνομά τους, για να μην τους τον πάρει κανείς στη ζούλα και μείνουν μπουκάλα και αδιάβαστοι.

Αλλά αυτά συμβαίνουν σε ζωντανούς οργανισμούς κι είναι μικρές σταγόνες στο αρχιπέλαγος της συντροφικότητας, που δοκιμάζεται κι ατσαλώνεται στις χρεώσεις της καντίνας που διαχειριζόμαστε και τις ανάγκες της. Θαυμάζεις τους εθελοντές που δηλώνουν βάρδια 10-12, την ώρα αιχμής δηλ, το σφο που έκανε το λάθος να φτιάξει μια χρονιά κρέπες και έπαιρνε κάθε βράδυ ένα τόνο παραγγελιές, μαθαίνεις δουλειές που ούτε κατά διάνοια δε θα έκανες σπίτι σου, στρώνεις στη δουλειά τους λουφαδόρους, πίνεις σε νερό ό,τι έχεις βγάλει σε ιδρώτα (ή μήπως το αντίστροφο συμβαίνει;) και διηγείστε μαζί με άλλους ψήστες σφους «ιστορίες του κυνηγιού», σα ψαροντουφεκάδες. Ένας ψητάς πήρε παραγγελία σαράντα σουβλάκια (τα πουρουφάν που λένε κι οι νότιοι) και τα είχε έτοιμα σε πέντε λεπτά. Ένας άλλος έψηνε σουβλάκια σε δύο σειρές, πάνω-κάτω και πλαγίως κι είχε παραπλεύρως και μια δεύτερη ψησταριά με λουκάνικα και μπιφτέκια. Ενώ ένας τρίτος έκανε όλα τα παραπάνω και παράλληλα πρόσεχε τις πατάτες να μην καούν, άλλαζε τραγούδια στο cd player και έπαιζε και ντραμς. Κι ένας άλλος λέει τα έψηνε χωρίς λεμόνι. ΧΩΡΙΣ ΛΕΜΟΝΙ!; Και πώς έπαιρναν χρώμα δηλ για να μη φαίνονται ωμά; Εκτός κι αν ήταν στην ίδια φυλή-συνομοταξία με εκείνο το σφο που αν ήταν ινδιάνος θα τον φώναζαν το ωμό σουβλάκι. Ντάξει ρε σφε, είπαμε να υπερβάλλουμε λίγο στις ιστορίες, αλλά όχι και χωρίς λεμόνι.

Και τι άλλο έπαιζε; Οι συνελεύσεις κατασκηνωτών, που δεν ήταν κακές, αλλά πόσα αποτελέσματα να φέρουν μες σε δυο βδομάδες που ήμασταν εκεί, ενώ το ποσείδι ήταν ανοιχτό για ένα δίμηνο περίπου; Οι ανθρωποφύλακες που πρόσεχαν μη τυχόν κάνει μαντραπήδα κανείς τεϊτζής ή παμακίτης και ζητούσαν να τους δείξουν την κάρτα τους, αλλά εμείς τους καλύπταμε και λέγαμε πως ήταν δικοί μας από την καντίνα. Οι φωνές από τους σασίτες παραδίπλα, που είχαν κάνα δυο προκλητικούληδες, αλλά σε πρώτη ευκαιρία οι πιο πολλοί έρχονταν από τα μέρη μας. Το κυνήγι για τις καρέκλες της λέσχης, κάθε βράδυ που είχαμε γλέντι, για να μας τις ξαναπάρουν το άλλο πρωί και φτου από την αρχή, μέχρι που έβαλαν βιδωτά καθίσματα και ησύχασαν –κι ακρίβυναν και το φαγητό, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία. Οι συναυλίες κάθε πσκ (όχι η παλιά πανσπουδαστική) και η σταθερή αξία του κασούρα με τα ρεμπέτικα (και όχι μόνο) και δεν ξέρω αν σου ‘πα, αλλά... ήρωες άπαρτα βουνά και γιούπι για-για πανσπουδαστική (η πκς, δηλ η παλιά πσκ). Κι οι εκδηλώσεις, συζητήσεις, παρουσιάσεις κι ο πάγκος με τα βιβλία της σύγχρονης εποχής, που για μένα προσωπικά ήταν η πρώτη μου επαφή με το λένιν –απλά ελαφρά αναγνώσματα για την παραλία. Και ναι ήταν η πρώτη φορά με κάποιον που να το αξίζει, όπως θα έλεγε η ποταμίσια.

Το πευκοδάσος δίπλα στη θάλασσα, όπου μέσα έκανε φουτζίτσου, ενώ έξω είχε καύσωνα –αλλά χωρίς το τρελό κρύο στο νεστόριο. Βλάστηση σφε αναγνώστη, όχι ξερονήσια όπου χαίρεσαι με δυο αρμυρίκια όλα κι όλα και τα ποτίζεις για να μπει αιώρα κάποτε, στη δευτέρα παρουσία. Οι βραδινές «εξορμήσεις» στο άθλιο μπιτσόμπαρο, που ή εγώ κάνω σα γέρος ή αυτό παίζει ντάμπα-ντούμπα στη διαπασών, που ευτυχώς δεν έφτανε ως το στρουμφοχωριό με τις σκηνές που στήναμε στα πέριξ της καντίνας, αλλά τώρα έχει κι από την άλλη πλευρά ένα άλλο μπιτσόμπαρο και έτσι είμαστε περικυκλωμένοι, σφοι. Και διάφορα άλλα σκηνικά και περιστατικά, που δεν έχουν αποχαρακτηριστεί ακόμα από τα μυστικά αρχεία και τα κρατάμε κάβα για κάποια άλλη φορά.

Το περίεργο είναι πως το ποσείδι σου αφήνει πολλές φορές μια αίσθηση βετεράνου φιτητή, που σε κάνει να λες πως μπούχτισες και δε θα ξανάρθεις άλλη χρονιά, αλλά πάντα σε κερδίζει μέχρι να πάψεις να βρίσκεις παρέα και να σε ξεβράσει το φκ κι η νέα γενιά. Και πάντα μελαγχολείς στην τελετή παράδοσης-παραλαβής της καντίνας στους βρωμοπασόκους, που πρέπει να βγάζουν ένα σωρό λεφτά ο καθένας για την πάρτη του από τη διαχείριση της καντίνας, όπως άλλωστε και οι δαπίτες. Και μόνο η/τα εαακ δεν παίρνουν την καντίνα, θεωρητικά για λόγους αρχής, γιατί δε συμμετέχουν στη φεαπθ, άτυπα όμως τους είχε μείνει σιωπηρά ως αντάλλαγμα το στέκι στη θεολογική, που μέχρι πρότινος –και για μια δεκαετία σχεδόν- έμενε τραγικά αναξιοποίητο, αλλά τώρα βελτιώθηκε η κατάσταση. Και οι ναρίτες ορκίζονται, μα το δία και την μπελισάμα, πως κι οι θερινές τους κατασκωνώσεις είναι καλύτερα οργανωμένες, αλλά όπως λέει μια φίλη της κε του μπλοκ, ό,τι συμβαίνει στο χορευτό, μένει στο χορευτό (αν και φέτος θα πάνε αλλού) και τέλος πάντων ας βρουν ένα δικό τους να διηγηθεί τις δικές τους εμπειρίες..


Υγ: Η κε του μπλοκ αισθάνεται την ανάγκη να ευχαριστήσει τους σφους αναγνώστες για τα πολύ καλά αντανακλαστικά που δείχνουν στην πλειοψηφία τους τις τελευταίες μέρες στα σχόλια και να τους ευχηθεί καλή ξεκούραση για τις επόμενες μέρες, που κατά πάσα πιθανότητα το μπλοκ δε θα ανανεώνεται με κείμενα.

Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Την Αλεξάνδρεια που χάνουμε

Στο σημερινό σημείωμα θα επιχειρήσω να αναλύσω εκτενέστερα κάποια πράγματα που αναφέρθηκαν ακροθιγώς στο κλείσιμο της προηγούμενης ανάρτησης, παίρνοντας ως αφορμή και ορισμένα σημεία που μου εντυπώθηκαν από μια εκδήλωση-βιβλιοπαρουσίαση της μπροσούρας «κόμμα παντός καιρού» από την αλέκα, που έτυχε να παρακολουθήσω πρόσφατα. (Κι από την οποία, παρενθετικά και παρεμπιπτόντως, το πιο ζουμερό στιγμιότυπο ήταν προς το τέλος οι σπαρταριστές διηγήσεις της τέως γγ από την προσωπική της πείρα στον χώρο δουλειάς της κόβας της και από μια εξόρμηση συνταξιούχων στο καπη του μαραθώνα, που είναι δύσκολη περιοχή, αλλά πήγαινε ανέλπιστα καλά, μέχρι που η αλέκα τόλμησε να πει κάτι ενάντια στο δήμαρχο ψινάκη και... «τι το’ θελα;» Αποδείχτηκε πως όλοι τον είχανε ψηφίσει, «μα συντηρητικοί, μα ξέρω ‘γω...» και το κλίμα γύρισε μπούμερανγκ. «Και δεν το λέω επειδή είναι... Αυτός προσβάλλει τους σοβαρούς ομοφυλόφιλους. Αφού δεν μπορείς να τον πλησιάσεις, μη τυχόν του πέσει το...» κι έριξε δυο μπατσάκια στο μάγουλό της για να δείξει ποιο σημείο εννοεί και σε τι αναφέρεται (λίφτινγκ ή επί το ελληνικότερο ανόρθωση). Κι είπε και για κάποιους εργάτες που ήρθαν στο σπίτι της, στη νέα μάκρη για κάτι επιδιορθώσεις και τη ρώτησαν «τι κάνει ο ηλίας;». Και η αλέκα νόμισε πως λένε για ένα γείτονα και άρχισε να λέει πως «καλά είναι», μέχρι που κατάλαβε ποιον εννοούσαν και.. τους περιέλαβε. Κλείνει η παρένθεση).

Καταρχάς, όταν λέμε παντός καιρού, εννοούμε κατά βάση.. τον κακό μας τον καιρό. Δηλ κακοκαιρία κι αντίξοες συνθήκες. Όχι απαραίτητα τα χιόνια και τον παγετό που είχαν να αντιμετωπίσουν στα βουνά οι αντάρτες, αλλά τον.. ψυχρό λίβα της αλλαγής και της αντεπανάστασης, που τραγουδούσαν οι σκόρπιονς, και τη θύελλα την οποία έβλεπε το κόμμα και για την οποία προειδοποιούσε το λαό πριν από τις εκλογές του 09’. Ούτε ο λαός ούτε πολύ περισσότερο το κομματικό δυναμικό μπορεί σήμερα να επαναπαυτεί και να βαυκαλίζεται πως πρόκειται για μια προσωρινή αντιλαϊκή καταιγίδα, όπου τα χειρότερα έχουν μείνει πίσω μας, αλλά εφεξής θα αρχίσει να ανοίγει σταδιακά ο καιρός, για να ξαναβρεί και το καρυδότσουφλό μας ένα απάνεμο λιμάνι και κάποιες από τις αρχικές μας ισορροπίες. Γιατί το σημείο ισορροπίας, μετά την κατρακύλα του βιοτικού επιπέδου και των κατακτήσεων της εργατικής τάξης, δε θα βρεθεί στους ‘επωφελείς συμβιβασμούς’ του ‘χρυσού κεϊνσιανού’ παρελθόντος, που εξαγόραζαν εργατικές συνειδήσεις, διαμορφώνοντας ένα προνομιούχο στρώμα (εργατική αριστοκρατία) και τις συμμαχίες της αστικής τάξης που έσπασαν με απότομο κι επώδυνο τρόπο για τους μικροαστούς, αφήνοντάς τους μετέωρους. Αλλά σε αυτό το σημείο που θα εξασφαλίζει στους καπιταλιστές φτηνό ευέλικτο εργατικό δυναμικό, χωρίς πολλές απαιτήσεις και δικαιώματα, καθώς και την περιβόητη ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, με μεροκάματα και μισθούς που θα προσεγγίζουν και θα ανταγωνίζονται τα δεδομένα του τρίτου κόσμου.

Αυτή η γενική τάση μπορεί ίσως να σταθεροποιηθεί προσωρινά αλλά δεν είναι δυνατόν να μεταστραφεί στο σημερινό πλαίσιο. Αυτό ορίζει παράλληλα ένα πολύ συγκεκριμένο φάσμα για τις δυνατότητες του ελληνικού και του παγκόσμιου καπιταλισμού να ανακάμψει από την κρίση του και να παρακάμψει τους νόμους κίνησης και τα δεδομένα που την καθορίζουν. Και κατ’ επέκταση (ορίζει) την εγκυρότητα της αναπτυξιολογίας, κυβερνητικής ή αντιπολιτευτικής-αντιμνημονιακής απόχρωσης, και των πολιτικών υποσχέσεων για έξοδο από το τούνελ και τα οφέλη που θα προσκομίσουν θεωρητικά τα λαϊκά στρώματα. Όσο ο λαός παραμένει με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν και την αλεξάνδρεια που χάνει, χωρίς να στοχεύει στην ιθάκη και το ταξίδι που απαιτεί για να τη φτάσουμε, θα παραμένει στήλη άλατος, αδρανής κι ακινητοποιημένος· κατ’ ουσίαν πολιτικά ανάπηρος, να περιμένει με ανοιχτό το στόμα την άνωθεν λύση ως μάννα εξ ουρανού και να χάφτει ό,τι δόλωμα του προσφέρουν και κάθε αστικό ιδεολόγημα που του σερβίρουν, για να παραλύουν τις αντιδράσεις του, δηλητηριάζοντας τη συνείδησή του.

Εξίσου καταστροφική θα απέβαινε ωστόσο η ενδόμυχη αυταπάτη, ως ασυνείδητη τάση πολλές φορές, για επιστροφή στις ισορροπίες του πρόσφατου παρελθόντος, με τις σταθερές που συνηθίσαμε και το γνώριμο τρόπο δουλειάς, την οικεία κομματική ρουτίνα με τα κουτάκια, χωρίς εκπλήξεις και σκαμπανεβάσματα. Ο πήχης των απαιτήσεων μπαίνει ψηλότερα, καθιστώντας ανεπαρκείς τις παλιές συμβατικές μεθόδους. Ο στόχος να πολιτικοποιηθούν οι αγώνες και το κίνημα για να ‘χουν ουσία κι αποτέλεσμα οι κινητοποιήσεις που ξεδιπλώθηκαν τα τελευταία χρόνια, περνάει μέσα από την ποιοτική άνοδο στην προσωπική δουλειά κάθε συντρόφου και την προώθηση πρωτοπόρων, ανεβασμένων μορφών. Όπως οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να περιμένουν καμία εκεχειρία στον κοινωνικό ταξικό πόλεμο και την αντιλαϊκή επίθεση, για να επιστρέψουμε στα προκρισιακά δεδομένα, έτσι κι οι κομμουνιστές δεν επτρέπεται να εφησυχάζουν και να μένουν προσκολλημένοι στην πεπατημένη οδό μιας αφηρημένης κανονικότητας, που μπορεί ωστόσο να φέρει αποτελέσματα, αρκεί να τη βαδίσουμε με μεγαλύτερη συνέπεια κι επιμονή.

Παντός καιρού σημαίνει επίσης να προετοιμάζεις τη δική σου πλευρά για ολομέτωπη σύγκρουση, ακόμα και σε συνθήκες φαινομενικής «κοινωνικής ειρήνης» και νηνεμίας, η οποία προμηνύει δια της κάλυψης-απόκρυψης την επερχόμενη καταιγίδα και όπου μοιάζει να μην κουνιέται φύλλο, ή να πηγαίνει το κίνημα όπου φυσάει ο άνεμος, να έχει την ψευδαίσθηση ότι πετάει και να ξαναπέφτει οριστικά μετά από λίγο. Ή σε συνθήκες γενικευμένης απογοήτευσης, όπου θα ‘ρθει ο αριστερόζ ιππότης καβάλα στο πράσινο άλογο της πασοκικής αλαζονείας να χαρίσει ψίχουλα στους ιθαγενείς, που θα του φαίνονται χρυσάφι. Όταν το κόμμα μιλάει για το ενδεχόμενο μιας πρόσκαιρης, αναιμικής ανάκαμψης κι ανάπτυξης της οικονομίας, δεν έρχεται να προσδώσει αξιοπιστία στην κούφια κυβερνητική (και όχι μόνο) αναπτυξιολογία, αλλά να τονίσει ακριβώς τον αναιμικό χαρακτήρα της και το ταξικό της πρόσημο, κρούοντας το καμπανάκι του κινδύνου στις υπνωτισμένες ταξικές συνειδήσεις, που τις νανουρίζουν με ένα φωτάκι στο τούνελ, για να μη φοβούνται το σκοτάδι και τον ερργασιακό μεσαίωνα.

Τα βασικά ζητήματα που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ταξικές δυνάμεις είναι αυτά που αναφέρονται ονομαστικά και περιληπτικά στην τελευταία παράγραφο του προηγούμενου σημειώματος. Αλλά για να μη στριμώξω τους σχετικούς προβληματισμούς στον επίλογο του κειμένου, ας τους κρατήσουμε κάβα για μια επόμενη συνέχεια.
Αντί επιλόγου λοιπόν, θα περιοριστώ να σημειώσω πως η αλέκα ανήκει σε εκείνα τα μέλη της κετουκε, που έχει συγγραφικό έργο και πλούσια αρθρογραφία, πριν ακόμα γίνει γγ, στα κομματικά όργανα και θα ήταν χρήσιμο κι ενδιαφέρον να τη δούμε να αξιοποιείται το επόμενο διάστημα, πάντα βέβαια στο βαθμό των δυνάμεων και των δυνατοτήτων της,  σε αντίστοιχες εκδηλώσεις-παρουσιάσεις και γενικότερα στη θεωρητική δουλειά του κόμματος.

Κυριακή, 6 Ιουλίου 2014

ΔΕΗθώμεν

Κωδικοποιημένες σημειώσεις για το μεγάλο φαγοπότι της μικρής δεη

Η περίπτωση του ξεπουλήματος της μικρής δεη προσφέρεται για την κατάρριψη διαφόρων αστικών μύθων νεοφιλελεύθερης και σοσιαλδημοκρατικής κοπής.

Κανείς θιασώτης του νεοφιλελευθερισμού (νεοφιλελές) δεν μπορεί να υποδείξει κάποια περίπτωση ιδιωτικοποίησης (έστω σαν εξαίρεση που επιβεβαιώνει τον κανόνα) που να έφερε ως αποτέλεσμα πιο χαμηλές τιμές για τον καταναλωτή με το λεγόμενο υγιή ανταγωνισμό (παρεμπιπτόντως, θα είχε ενδιαφέρον ένας ακριβής ορισμός της έννοιας, σε αντιπαράθεση πχ με τον ασθενή ή τον αρρωστηένο ανταγωνισμό).
Ούτε μπορεί κανείς φυσικά να εξηγήσει πειστικά με ποιον τρόπο ωφελεί το δημόσιο η εκχώρηση κερδοφόρων επιχειρήσεων και μάλιστα των πιο επικερδών λειτουργιών τους· ή –εφόσον πιστέψουμε ότι έχουμε να κάνουμε με ελλειμματικούς, προβληματικούς οργανισμούς- για ποιο λόγο προσελκύουν το επενδυτικό ενδιαφέρον των μεγάλων μονοπωλίων, που δε δρουν προφανώς ως φιλόπτωχα ταμεία, αλλά με αποκλειστικό σκοπό το μέγιστο κέρδος.

Κάθε τίμιος απατεώνας που σέβεται τον εαυτό του, πρέπει βέβαια να μας πείσει πως τα πράγματα είναι διαφορετικά και πως, στην πραγματικότητα, όλα γίνονται για το καλό μας. Η πιο κραυγαλέα περίπτωση που μπορώ να ανακαλέσω στη μνήμη μου είναι μια παλιά διαφήμιση του οτε, που αύξανε μεν τα τιμολόγια, αλλά πρόβαλλε την αλλαγή του τρόπου χρέωσης ανά λεπτό κι όχι ανά τρίλεπτο, όπως γινόταν πριν.
Όταν παίρνω ένα κιλό πατάτες, γιατί να πληρώνω τρία κιλά πατάτες;
Το πόσο θα έφτανε η τιμή του κιλού βέβαια, μας ήταν αδιάφορο κι έτσι συνεχίζαμε όλοι χαρούμενοι κι ευτυχισμένοι συνδρομητές, μολονότι λίγα χρόνια πριν, μπορούσες να βάλεις ένα τάλιρο στον τηλεφωνικό θάλαμο και να μιλάς με τις ώρες, πρακτικά για όσο ήθελες.

Εν τω μεταξύ η ράβδος της ανεξάρτητης δικαιοσύνης πίπτει εκεί που δε φτάνει ο δημοσιογραφικός λόγος και τα αντανακλαστικά του καλλιεργούμενου κοινωνικού αυτοματισμού, κρίνοντας «παράνομη και καταχρηστική» τη συντριπτική πλειοψηφία των απεργιακών κινητοποιήσεων και γενικά κάθε αγωνιστική εργατική κινητοποίηση. Το σύνθημα «νόμος είναι το δίκιο του εργάτη», που τόσο ερεθίζει τις ασώματες κεφαλές στα δελτία ειδήσεων, είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Ο ανεκδιήγητος ταμίλος, που μεγάλωσε με λάμπες πετρελαίου και το ρομαντικό φως των κεριών, δίνει μια πολύ καλή αφορμή να προβληματιστούμε πάνω στο τι είναι κοινωνικό αγαθό και πώς το ορίζουμε. Έχουμε συνηθίσει να αποκαλούμε κοινωνικά κάποια αγαθά (όπως το νερό και το ρεύμα) που καλύπτουν κάποιες πρώτες, βασικές ανάγκες και πρέπει να είναι προσιτά σε όλους, ανεξάρτητα από το εισόδημα και την κοινωνική τους θέση. Ποιο αγαθό όμως, απ’ όσα παράγει ο άνθρωπος με την εργασία του, για να καλύψει τις ανάγκες του, θεωρούμε πώς δεν χρειάζεται να δίνεται ισότιμα σε όλους, αλλά να το έχουν μόνο όσοι προνομιούχοι μπορούν να το ακριβοπληρώσουν για να το απολαύσουν; Ακόμα και τα είδη πολυτελείας σχετίζονται με βασικές ανάγκες του ανθρώπου (διακοπές, ψυχαγωγία, μεταφορές, μόρφωση, κτλ). Και δεν υπάρχει καμία τέτοια ανάγκη που να συνιστά πολυτέλεια, απλά και μόνο επειδή δεν αφορά άμεσα το κομμάτι της επιβίωσης.
Ούτως ή άλλως όμως, για ποιο κοινωνικό αγαθό μπορούμε να μιλάμε σήμερα στο ήδη υπάρχον πλαίσιο, όταν οι λαϊκές οικογένειες καλούνται να (ακριβο)πληρώσουν το ρεύμα και το νερό που καταναλώνουν και χιλιάδες νοικοκυριά αφήνουν ανεξόφλητους τους λογαριασμούς τους, λόγω αντικειμενικής αδυναμίας να τους πληρώσουν;

Ο τεμαχισμός και το ξεπούλημα ενός μόνο τμήματος του οργανισμού, δεν έχει να κάνει με κάποιο είδος φιλολαϊκής ανησυχίας της κυβέρνησης, αλλά συνιστά μία ακόμα απόδειξη πω οι καπιταλιστές δεν ενδιαφέρονται ακριβώς για το σύνολο των λειτουργιών κάθε επιχείρησης, αλλά προτιμούν και επιδιώκουν τη σύμπραξη με το δημόσιο, που αναλαμβάνει τα πιο κοστοβόρα κομμάτια που δεν αποφέρουν άμεσα κέρδος (πχ δημιουργία και συντήρηση δικτύου), αφήνοντας για τους ιδιώτες τα δελεαστικά φιλέτα με το μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους.

Η σύμπραξη δημόσιου κι ιδιωτικού τομέα μέσω των σδιτ και ποικίλων άλλων τρόπων, δεν είναι παρά μια επιβεβαίωση της σύμφυσης κράτους-μονοπωλίων στο σύγχρονο κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό (κμκ) που μπορεί να πάρει διάφορες μορφές. Ο χαρακτήρας της όμως δεν επηρεάζεται άμεσα απ’ την ποικιλία αυτών των μορφών συνεργασίας, από το εκάστοτε καθεστώς ιδιοκτησίας του κάθε οργανισμού (εάν δηλ ανήκει στο κράτος ή σε ιδιώτη, στο δήμο ή στους μετόχους δημότες του, που εξαγόρασαν συλλογικά τις μετοχές του). Και δεν αλλάζει στο παραμικρό από το παλιότερο κεϊνσιανό πλαίσιο λειτουργίας του ή τη σημερινή νεοφιλελεύθερη φάση ανάπτυξης του καπιταλισμού, που έχει ως βασικό γνώρισμα τις εκτεταμένες ιδιωτικοποιήσεις. Η «δημόσια δεη» ως είχε, έδινε (και θα εξακολουθήσει να το κάνει) φτηνό ρεύμα στους βιομήχανους, λειτουργούσε πρωτίστως με ιδιωτικο-οικονομικά κριτήρια, έκοβε την παροχή σε άπορους καταναλωτές, που δε μπορούσαν να εξοφλήσουν τους λογαριασμούς τους, κτλ.

Η υπεράσπιση του σημερινού στάτους κβο στη δεη λοιπόν δεν υπερασπίζεται ουσιαστικά το δημόσιο χαρακτήρα της, δεν αποτελεί καν συνεπή μάχη οπισθοφυλακών από τη σκοπιά του κεϊνσιανού παρελθόντος και των κεκτημένων του -εφόσον έχει μεσολαβήσει από το 90’ μια σειρά νόμων που ξήλωνε σταδιακά το πουλόβερ, προωθώντας την ιδιωτικοποίηση του οργανισμού. Και καταλήγει να αποτελεί την άλλη όψη του νομίσματος του κρατικομονοπωλιακού πλαισίου, με μια κινηματική νότα συμμετοχικής, δημοψηφισματικής αμεσοδημοκρατίας. Το σύστημα δεν χαράζει μία μονοσήμαντη στρατηγική πορεία, αλλά φροντίζει και για τις κίβδηλες εναλλακτικές που ενσωματώνουν τις αγωνιστικές διαθέσεις-διεργασίες προσφέροντας στον κόσμο ψεύτικη πολιτική διέξοδο με κοινοβουλευτικούς όρους και μια κυβερνητική λύση από τα πάνω.

Παράλληλα αναδεικνύονται πολλά κομβικά ζητήματα που καλείται να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά η πρωτοπορία των ταξικών δυνάμεων ανεβάζοντας το επόμενο διάστημα την ποιότητα της δουλειάς της.
Η αναντιστοιχία των ανεβασμένων μορφών πάλης που επιλέγονται, περισσότερο ως καρπός απόγνωσης στο παρά πέντε παρά ως ώριμη και συνειδητή επιλογή, με το επίπεδο συνειδητοποίησης ενός κλάδου. Η δημιουργία ή περαιτέρω ριζοσπαστικοποίηση αγωνιστικών συνειδήσεων κατά τη διάρκεια των εργατικών κινητοποιήσεων και τα όρια που βάζουν στο περιεχόμενό τους οι δυνάμεις του οπορτουνισμού. Η απαιτούμενη πολυμορφία, χωρίς φετιχοποίηση συγκεκριμένων μορφών πάλης, που πολλές φορές γίνεται το άλλοθι της υποχώρησης μετά από την αναδίπλωση-απογοήτευση ενός κλάδου και δεν εμφανίζεται ποτέ στην πράξη. Το σπάσιμο της συντεχνιακής λογικής και του αδιέξοδου περιεχομένου, που κάνει την εμφάνισή του στις κινητοποιήσεις πολλών κλάδων περισσότερο ως έκφραση της ήττας και του κυρίαρχου πλαισίου, παρά ως αμφισβήτησή του κι απεγκλωβισμός από τους όρους του. Το ενδεχόμενο-δυνατότητα να μπουν μπροστά ως δόρυ αιχμής κάποιοι κλάδοι που μπορούν να τραβήξουν μέχρι τέλους, για να συσπειρωθούν σε αγωνιστική κατεύθυνση κι οι υπόλοιποι.


Και μια σειρά άλλα, που εδώ τα απαριθμώ και τα αναφέρω ονομαστικά, απαιτούν ωστόσο ειδική εξέταση σε ξεχωριστό κείμενο κι ίσως να το δούμε αναλυτικά σε κάποια από τις επόμενες αναρτήσεις.

Παρασκευή, 4 Ιουλίου 2014

Το πειρατικό του Κάπταιν-Τζίμη

-Στον έβδομο ουρανό όλοι αδέλφια!
Οι ξελαρυγγιασμένες κραυγές του βερνίκου, ακριβώς δέκα χρόνια πριν, θα μπορούσαν να είναι από θρίλερ, αλλά όχι· θεωρητικά τουλάχιστον πανηγύριζαν την κατάκτηση του euro (ευρωπαϊκού κυπέλλου και πάλαι ποτέ κυπέλλου εθνών) από την εθνική. Και το... «μεγάλο καλοκαίρι» της ελλάδας –με το χρυσό φαγοπότι των ολυμπιακών που ακολούθησε. Το οποίο δεν ήταν σύντομο και συνεχίστηκε την επόμενη χρονιά με την πρώτη θέση στη γιουροβίζιον και στο ευρωμπάσκετ της σερβίας, σε ένα σαξές στόρι διαρκείας της.. ισχυρής ελλάδας, που αν έμενες στην επιφάνεια των γεγονότων, δε θα ‘βρισκες κάτι να προμηνύει το άδοξο τέλος του.

Σε αγωνιστικό επίπεδο, η κατάκτηση του γιούρο βασίστηκε σε γιουρούσια (αν και δεν έχουν τη ίδα ετυμολογική ρίζα) ταμπούρι, κλεφτοπόλεμο και πατροπαράδοτες εθνικές αξίες. Αλλά οι γνήσιοι φουστανελοφόροι ήταν εκτός αγωνιστικού χώρου, πίσω από μικρόφωνα και πίσω στην πατρίδα, όπου υποδέχτηκαν το βασιλιά όθωνα (ότο ρεχάγκελ) και την αποστολή του, μαζί με διάφορους κοσμαγάπητους προύχοντες και κοτζαμπάσηδες, που ήθελαν να κάνουν τη λεζάντα τους και τους αποδοκίμασε το σύμπαν, στο καλλιμάρμαρο και από οθόνης.

Το βασικό πρόβλημα με τις αθλητικές επιτυχίες στη σύγχρονη ελλάδα, ιδίως αν τις συγκρίνουμε με το πρόσφατο παρελθόν και το ευρωμπάσκετ του 87’ πχ, δεν είναι αυτό καθαυτό το αγωνιστικό κομμάτι, αλλά η διαχείριση της νίκης κι όλα τα δευτερεύοντα στοιχεία που τη συμπληρώνουν. Η μουσική υπόκρουση του ευρωμπάσκετ πχ ήταν το final countdown, που δεν το λες και αθάνατο, αλλά ακούγεται μέχρι σήμερα. Ενώ η αντίστοιχη επιτυχία του 2004 ήταν το «σήκωσέ το», ένα τρισάθλιο μπιτάκι, κάτι σαν μουσική –που δεν ήταν καν το κάτι σα σουτ του μπέρι, για να έχει λίγη πλάκα- με τη φωνή του χελάκη, που ξεχάστηκε μετά από ένα καλοκαίρι.

Ο χελάκης του αριστερού σύριζα ήταν η φωνή-ορόσημο του γιούρο –οι τσιρίδες του βερνίκου ήταν εκτός συναγωνισμού- που έστησε μια ολόκληρη βιομηχανία εμπορικής εκμετάλλευσης της εθνικής, πάνω στο πειρατικό και τις γραφικές περιγραφές του. {*Θυμάμαι το δούλεμα που είχαμε ρίξει τότε σε ένα φίλο από μια παρέα στο ποσείδι, στη φοιτητική κατασκήνωση, όταν προσπάθησε να σώσει με το πόδι μια μπαλιά στο μπιτς βόλεϊ κι έστειλε την μπάλα στη θάλασσα: ΝΑΙ! Ο βάσκο ντε γκάμα ήταν έλληνας! Δεν περιγράφω άλλο!}. Καμία σχέση δηλ με την περιγραφή του καλού πασόκου συρίγου το 87’, που έμεινε μακριά από γραφικότητες, εθνικιστικές κορόνες και λοιπά μαυριτανικά έθιμα. Κι αυτό αποτελεί ακόμα μια ένδειξη πως ναι μεν ο σύριζα μετεξελίχθηκε στο πασόκ της νέας εποχής, ο κόσμος του όμως δε θυμίζει σε πολλά τους τίμιους, ρεφορμιστές και τους δυνητικούς συμμάχους-φιλοκομμουνιστές, που θα έβρισκε ενδεχομένως κανείς στη βάση του παλιού πασόκ.

Το 87’ επίσης η επιτυχία κεφαλαιοποιήθηκε με ένα σπουδαίο περιοδικό, το τρίποντο και για να μπουν μπασκέτες και στο τελευταίο χωριό της επαρχίας (σε μια καρικατούρα εφαρμογής του μαζικού λαϊκού αθλητισμού), που σήμερα είτε είναι σπασμένες κι αχρηστευμένες, είτε η βασική αξία χρήσης τους είναι να κάνουν το κάθετο δοκάρι της εστίας, μαζί με μια πέτρα ή μια τσάντα στην απέναντι γωνία. Το 2004 όμως δεν έγινε καν αυτό ή κάτι παρόμοιο.

Ο αθλητισμός στην ελλάδα είναι ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα για τις συνέπειες της καπιταλιστικής αναρχίας και των γιγαντωμένων μονοπωλίων που πνίγουν οτιδήποτε κινείται στο ζωτικό τους χώρο (πχ τα τμήματα στίβου που στεγάζονταν στο καραϊσκάκη), την παντελή έλλειψη προγραμματισμού και την απαξίωση των τμημάτων των αθλητικών ομοσπονδιών που υποχρηματοδοτούνται από τον κρατικό προϋπολογισμό (ακόμα κι η πιο προβεβλημένη εθνική του ποδοσφαίρου κινδυνεύει να χάσει το προπονητικό της κέντρο). Είναι επίσης μια απόδειξη πως στο υπάρχον καπιταλιστικό πλαίσιο, δύσκολα μπορούν να ευδοκιμήσουν και να σταθούν ερασιτεχνικές προσπάθειες, που να μένουν μακριά από τις βρωμιές και τους κανόνες της «ελεύθερης αγοράς» και να μην είναι καταδικασμένες να φυτοζωούν και να οδηγηθούν σε αφανισμό.

Αυτά και άλλα ζητήματα είχαν συζητηθεί και σε μια παλιά εκδήλωση του κόμματος στο παμακ για το ποδόσφαιρο, με τον μπογιό, το βοϊτσίδη της εσηεμθ, το αθλητικό τμήμα της κοθ και κάποιους παλαίμαχους ποδοσφαιριστές, όπου ένας «μακεδονομάχος» σφος ρώτησε το γάβρο μπογιόπουλο αν πρέπει να περιμένουμε τη λαϊκή εξουσία και να έχουμε σπαρτάκ και ντιναμό θεσσαλονίκης, για να ξαναδούμε πρωτάθλημα στο βορρά. Ενώ ένας από τους παλαίμαχους του απόλλωνα καλαμαριάς, αν δε με απατά η μνήμη μου, σχολίασε γλαφυρά το υπερθέαμα που πρόσφερε η εθνική στο πρόσφατο τότε γιούρο λέγοντας ότι πέσαμε από την ακρόπολη (ή μήπως από το λευκό πύργο;) και βρήκαμε πορτοφόλι!

Ο κόσμος ωστόσο θυμάται με νοσταλγία το (αθλητικό και πολιτικό) 2004, όχι τόσο για τα κίβδηλα μεγαλεία της ελλάδας του κινέζου και του δάμαλου (όπως τους έλεγε η μαλβίνα) –και πώς θα μπορούσε άραγε να νοσταλγεί μια τέτοια σαπουνόφουσκα;- όσο για το μίζερο παρόν του και τις μελλοντικές προοπτικές, που διαγράφονται εξίσου (ή ακόμα πιο) ζοφερές. Σήμερα ο «σάββας καφέ» του 2004 θα κατασκήνωνε στην πορτογαλία, όχι για άλλο λόγο, αλλά γιατί δε θα είχε λεφτά για το εισιτήριο της επιστροφής. Κι αν δε συνέπιπτε η επέτειος με τον απόηχο από την καλή πορεία της εθνικής του σάντος στο μουντιάλ, τα σημερινά επετειακά αφιερώματα θα ήταν ακόμα πιο συγκρατημένα και μελαγχολικά –περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις..

Ευτυχώς που αποκλειστήκαμε πάντως από μια άποψη, όπως έγραψε κι ο θοδωρής στο cogito ergo sum. Αφενός για να σταματήσουμε να ακούμε μετά από κάθε αγώνα βαθυστόχαστα κλισέ του τύπου «όλοι μαζί μπορούμε» {ε ναι, αν παίζουν έντεκα αυτοί και όλοι εμείς μαζί έντεκα εκατομμύρια, θα τους παίρναμε και τα κεφάλια –που πιθανότατα ήταν η πρόδρομη μορφή της μπάλας και του ποδοσφαίρου, όπως το ξέρουμε στη σημερινή ευγενή μορφή του}. Αφετέρου γιατί ως εδώ ήταν ελεγχόμενο το πράγμα, αλλά αν τυχόν περνούσαμε την κόστα ρίκα κι αργότερα στα ημιτελικά, αυτοί που θα έπαιρναν κεφάλια θα ήταν τα τάγματα των προγονόπληκτων με τις σάρισες και τις περικεφαλαίες. Αυτή θα ήταν κι η βασική διαφορά με τους πανηγυρισμούς του 04’, όπου ναι μεν ο υφέρπων φασισμός-εθνικισμός περπατούσε στους δρόμους ελεύθερος και γιγαντώθηκε λίγους μήνες αργότερα με το πογκρόμ κατά των αλβανών και το χαζοπερήφανο σύνθημα «δε θα γίνεις έλληνας ποτέ, αλβανέ» αλλά δεν είχε αποκτήσει οργανωμένη μορφή και δεν είχε οσμωθεί ακόμα με το χρυσαυγίτικο μόρφωμα.


Εν τω μεταξύ το μουντιάλ μπαίνει από σήμερα στην τελική ευθεία, με τα φαβορί να προχωράνε ασθμαίνοντας (πέντε από τα οκτώ παιχνίδια της φάσης των 16 κρίθηκαν στην παράταση ή στα πέναλτι) αλλά να μην πέφτουν θύματα εκπλήξεων. Με τις αφρικανικές ομάδες να πέφτουν ηρωικά μαχόμενες (λίγα πράγματα ξεπερνούν την εμπειρία να βλέπεις αγώνα τους στο κέντρο της αθήνας, κοντά σε καφενείο με μετανάστες) και την ευρώπη να έχει τις μισές ομάδες της τελικής οκτάδας, παρά τα αλλεπάλληλα βατερλό που υπέστησαν παραδοσιακές δυνάμεις της. Και με το ενδεχόμενο ενός τελικού βραζιλίας-αργεντινής (και αναπληρωματικό ζευγάρι το γερμανία-ολλανδία) να παραμένει ζωντανό ως ιδανικό φινάλε σε ένα σχεδόν τέλειο μουντιάλ. Που θα γινόταν όμως ακόμα καλύτερο αν συνεχιστούνε οι εκπλήξεις που αφήνουν τα φαβορί στο καναβάτσο.

Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Το "βρώμικο" 89’



Το 89’ αποτελεί ορόσημο, τόσο πλούσιο σε δραματικά πολιτικά γεγονότα –κάπως σαν τις λίστες με τις κορυφαίες μουσικές επιτυχίες- που να φανταστείς ότι η τιεν αν μεν και η επική, τίμια δήλωση του κάππου ότι «δεν έχουμε κοβες στο πεκίνο, για να πάρουμε αξιόπιστη εικόνα», είναι ζήτημα αν θα έβρισκε θέση στην πρώτη πεντάδα. Το 89’ είναι το έτος 1 της νέας τάξης πραγμάτων (όπως το ορίζει, με διαφορετικό όνομα βέβαια, κι ο τσίμας στο «μετά» του ανδρουλάκη), αλλά και του ναρ. Χρονιά-φετίχ για μια σειρά ετερόκλιτες (;) δυνάμεις και την προσπάθειά τους να διαχωριστούν από το κκε και να το απαξιώσουν, με όποιον τρόπο θεωρούν πιο πρόσφορο, όπως φαίνεται κι από διάφορα επετειακά αφιερώματα αυτών των ημερών, με αφορμή τη συμπλήρωση 25 χρόνων από το σχηματισμό της κυβέρνησης τζανετάκη. Κι όταν λέμε φετίχ, εννοούμε έντονο κόλλημα, στα όρια του πολιτικού συμπλέγματος.

Είκοσι χρόνια έχουνε περάσει

Και οι ναρίτες δεν το έχουν ξεπεράσει...



Θυμάμαι σε μια καταμέτρηση εστιακών εκλογών, όπου βασικά ήμασταν μόνο εμείς και τα εαακ να αλλάζουμε φιλοφρονήσεις και συνθήματα, εμείς για τους οικοδόμους που έρχονται, αυτοί τα δικά τους, μια ωραία φοιτητική ατμόσφαιρα δηλ, που διαταράχτηκε ξαφνικά όταν βγήκε το ψηφοδέλτιο με αύξοντα αριθμό 89 κι άρχισαν οι απέναντι με εξαρτημένα αντανακλαστικά παυλόφ-σκυλου.

Και το 89; Τι έγινε το 89; Θα μας πείτε τι έγινε το 89;



Μα τι ακριβώς έγινε λοιπόν το 89 –ούτε η αλεζία να ήταν; Πώς μπορούμε να το ερμηνεύσουμε, να το κριτικάρουμε, να απαντήσουμε στους αντιπάλους μας; Αυτό εξαρτάται από το συνομιλητή που έχουμε απέναντί μας. Αν έρθει κάποιος βρωμιάρης πασόκος να μας πει για το «βρώμικο 89» αναπαράγοντας τη γραμμή από το ομώνυμο βιβλίο του λευτέρη παπαδόπουλου (που μεταξύ άλλων δημοσιογραφούσε στο δολ), του επιστρέφουμε στο πολλαπλάσιο τη λάσπη και τη ρετσινιά που ανήκει δικαιωματικά στους (με την κυριολεκτική έννοια) συντρόφους του (εφόσον όλοι μαζί τα έφαγαν) και απαντάμε με το απόφθεγμα του χαρίλαου: η αριστερά ξεβρώμισε το 89’, δεν το βρώμισε.



Το οποίο δυστυχώς αληθεύει και σε ένα άλλο επίπεδο, καθώς το κκε κι ο ενιαίος συνασπισμός στάθηκαν η κολυμβήθρα του σιλωάμ που ξέπλυνε τα αμαρτήματα και τις βρωμιές του αστικού πολιτικού συστήματος της εποχής, κρατώντας για λογαριασμό τους το στίγμα αυτής της προσωρινής συνεργασίας. Το κόμμα υπερτίμησε ίσως το μέγεθος της υπόθεσης κοσκωτά, παρασυρόμενο από τον ορυμαγδό των αποκαλύψεων από τους μεγαλοεκδότες και την ενδοαστική τους κόντρα με την κυβέρνηση της αλλαγής, που επιχείρησε να ελέγξει πλήρως τον χώρο του τύπου –κι αυτό στάθηκε αιτία κι αφορμή για να αρχίσει να ξετυλίγεται, τότε μόλις κι όχι νωρίτερα, το κουβάρι γύρω από το μεγαλοαπατεώνα. Θεώρησε εθνική υπόθεση, για την οποία οφείλει να συνεργαστεί ακόμα και με το διάβολο, την κάθαρση της πολιτικής σκηνής, τις αντιθέσεις και τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος.



Μήπως υπάρχει όμως κάποιος λογικός πυρήνας έστω στην εκδοχή των πασόκων για τα δύο άκρα που συνέκλιναν σε έναν ιστορικό συμβιβασμό αλά ελληνικά κι έναν αφύσικο πολιτικό γάμο, προκειμένου να εξοντώσουν ηθικά και βιολογικά τον κοινό εχθρό τους, δηλ τον παπανδρέου και το πασόκ; Καθαρά και κατηγορηματικά, όχι. Υπάρχει όμως ένα σημείο, που οφείλουμε να αναγνωρίσουμε: ότι δηλ ο βασικός πολιτικός σχεδιασμός κάποιων ορισμένων ηγετικών κομματικών στελεχών (που ευνοούσαν ουσιαστικά τη σοσιαλδημοκρατική μετάλλαξη του κουκουέ κι αποχώρησαν από τις γραμμές του, δυο χρόνια αργότερα, όταν είδαν το σχέδιό τους να ναυαγεί), ήταν να αξιοποιήσουν τη συγκυρία και την χρυσή ευκαιρία που θεώρησαν πως τους παρουσιάζεται για να πάρει ο συνασπισμός τη θέση του φαινομενικά παραπαίοντος πασόκ στην κεντρική πολιτική σκηνή και να μετεξελιχθεί σταδιακά σε κυβερνητική δύναμη εξουσίας. Αυτά τα στελέχη μετά το 91’ είτε έβαλαν την ουρά στα σκέλια και βρέθηκαν στη μεγάλη αγκαλιά του πασόκ, εφόσον δεν κατάφεραν να το διαλύσουν και να το υποκαταστήσουν, είτε απολαμβάνουν σήμερα αναδρομικά τη δικαίωση των κόπων τους και την καρποφόρηση του αρχικού τους σχεδιασμού με όχημα τη μετεξέλιξη του συνασπισμού, το σύριζα.



Σήμερα πάντως οι αμιγείς πασόκοι, χωρίς παραλλαγή, τελούν προς εξαφάνιση ως είδος, που εξαρτά την πολιτική του υπόσταση από την κυβερνητική συνεργασία με τη νδ, οπότε δεν έχει κανένα απολύτως λόγο και συμφέρον να επαναφέρει το θέμα στην επικαιρότητα. Ή εναλλακτικά έχουν βρει πολιτικό καταφύγιο στη δημαρ και το σύριζα, που είχαν συμμετάσχει κι αυτοί στο κόλπο. Συνεπώς έχει ατονήσει κάπως τα τελευταία χρόνια η ανιαρή και μονότονη επανάληψη προκάτ επιχειρημάτων για ανίερη συνεργασία, κτλ, κάθε φορά που ένα στριμωγμένος πασόκος έψαχνε τον κατάλληλο αντιπερισπασμό για να ξεγλιστρήσει.



Κι αν ο συνομιλητής μας είναι κάποιος απλός ναρίτης ή κάποιος άλλος που απλώς έφυγε κι ιδιώτευσε το 89’ και το έχει ακόμα ως τραυματικό βίωμα που τον πονά, κάθε φορά που αλλάζει ο καιρός; Εξαρτάται σου λέω, εξαρτάται. Δεν είναι προφανώς ίδια η κάθε περίπτωση. Ας πάρουμε μερικά γνωστά και προβεβλημένα ιστορικά παραδείγματα, που το επιβεβαιώνουν.



Ο νίκος κοτζιάς (μέλος της κετουκε) αποχώρησε το 89’ διαφωνώντας από τα αριστερά με την επιλογή της κυβέρνησης τζανετάκη και συνέγραψε μαζί με το μακαρίτη μπατίκα (ανπαληρωματικό μέλος της κε) την μπροσούρα «μια συζήτηση που δεν έγινε» (σσ: εσωκομματικά πάνω στις θέσεις τους ή μάλλον επί των κειμένων τους και με τους όρους που έθεσαν, γιατί δόθηκε εσωτερικό σημείωμα στις κοβ σχετικά με τις περιπτώσεις τους), όπου μεταξύ άλλων διακήρυσσε την πίστη του πως οι αντιδημοκρατικές πρακτικές θα περάσουν οριστικά στο παρελθόν με το πνεύμα διαφάνειας και τις πολιτικές αρχές της περεστρόικα. Αφού πέρασε ένα φεγγάρι από τις ιδρυτικές διεργασίες και περιπέτειες του ναρ, ο κοτζιάς αναδείχτηκε σε εξ απορρήτων σύμβουλο του γαπ ενώ σήμερα κινείται, με αξιοθαύμαστη συμφεροντολογική συνέπεια, στις παρυφές του σύριζα, επικεφαλής της κίνησης «πράττω».



Ο μπιτσάκης την ίδια περίοδο έγραψε την μπροσούρα «ρήξη ή ενσωμάτωση» υπονοώντας προφανώς ότι ο ίδιος επέλεγε το πρώτο σκέλος, σε αντίθεση με την πολιτική πορεία του κκε, κατά την κρίση του. 20 χρόνια μετά, ο ευτύχης φαίνεται να παίρνει ιδεολογική ρεβάνς από τον εαυτό του και να αλλάζει γνώμη, επιλέγοντας την ενσωμάτωση στο μέτωπο της παναριστεράς και την κυβερνητική προοπτική του σύριζα –μολονότι παραμένει ενεργό μέλος του ναρ.



Η πιο τίμια και συνεπής διαφωνία προήλθε από την πλευρά του κώστα κάππου (κοινοβουλευτικού εκπροσώπου του κόμματος) που διαχώρισε τη θέση του από την πολιτική γραμμή του συνασπισμού και την κυβερνητική συνεργασία με τη νδ, περιπλανήθηκε για ένα μικρό διάστημα στις απογοητεύσεις και τα αδιέξοδα των εξωκοινοβουλευτικών δυνάμεων και επαναπροσέγγισε κριτικά το κόμμα τα επόμενα χρόνια παραμένοντας κριτικά κοντά του μέχρι το θάνατό του. Αντίστοιχη διαδρομή ακολούθησαν και αρκετοί άλλοι σφοι που, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, απομακρύνθηκαν από το κκε και ξαναβρέθηκαν με τα χρόνια κριτικά κοντά του, έχοντας αποκρυσταλλώσει παράλληλα σωστές θέσεις και συμπεράσματα για τη στάση ενός κκ απέναντι στις αστικές κυβερνήσεις και κάθε κυβέρνηση στο έδαφος του καπιταλισμού.



Το βασικό λοιπόν δεν είναι τι απαντάμε στον εκάστοτε συνομιλητή ή πολιτικό μας αντίπαλο, αλλά σε τι συμπεράσματα καταλήγουμε από τη μελέτη της ιστορικής πείρας και τι απαντάμε στον εαυτό μας –με τον κάππο να είναι κάτι σαν την εσωτερική φωνή της κομματικής μας συνείδησής.



Η συμμετοχή του κκε στην κυβέρνηση τζανετάκη (και μερικούς μήνες αργότερα στην κυβέρνηση ζολώτα, που ήταν ακόμα πιο ακατανόητη ως τακτική κίνηση) δεν ήρθε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά ως κρίκος σε μια αλυσίδα προβληματικών πολιτικών επιλογών και προγραμματικών επεξεργασιών: η λογική του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων, η πραγματική αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό ως σύνθημα, ο διαχωρισμός της ενιαίας επαναστατικής διαδικασίας σε δύο ενιαία (κατά τα άλλα) στάδια, οι απαράδεκτες εκπτώσεις κι υποχωρήσεις για τη συγκρότηση του ενιαίου συνασπισμού, ειδικά στο θέμα της εοκ. Ή ακόμα, η πτώση στον ιδεολογικό τομέα, στη δουλειά με τη νεολαία, στα πανεπιστήμια..




Το λάθος του κκε δεν ήταν ότι συμμάχησε με την επάρατο δεξιά –εξάλλου ήταν μια συνεργασία με έκτακτο ειδικό, κι όχι προγραμματικό χαρακτήρα. Ούτε ότι γλυκάθηκε από τα κυβερνητικά οφίτσια και τα ξεπούλησε όλα για τρία υπουργεία, τα οποία κατέληξαν όλα σε χέρια στελεχών της εαρ, ενώ το μόνο κομματικό στέλεχος που συμμετείχε σε διακομματική επιτροπή στο υπουργείο οικονομικών ήταν ο δραγασάκης, που τέθηκε επικεφαλής της «ανανεωτικής» φράξιας το 91’ και έφυγε από το κόμμα. Το πραγματικό λάθος ήταν ότι έμπλεξε με τα πίτουρα του αστικού πολιτικού παιχνιδιού και κινδύνεψε να ενσωματωθεί στο κυρίαρχο πολιτικό σκηνικό και να το καταπιεί ο αστικός εσμός. Ένας κίνδυνος που αποτράπηκε στο παρά πέντε, αρχής γενομένης από το 13ο συνέδριο.



Το κόμμα εξετάζει αυτοκριτικά αυτές τις τακτικές επιλογές και όλη την περίοδο που προηγήθηκε κι έχει βγάλει πολύτιμα (κι ακριβοπληρωμένα) συμπεράσματα από την αρνητική πείρα του. Είναι ζήτημα ωστόσο αν ισχύει το ίδιο και για τις δυνάμεις που προσπαθούν να βγάλουν πολιτική υπεραξία από το 89’, τη στιγμή μάλιστα που σήμερα εγκαλούν το κκε και του ασκούν κριτική για τον ακριβώς αντίθετο λόγο: ότι αρνείται να αναλάβει κυβερνητικές ευθύνες, ως σκαλοπάτι για πιο ριζικές αλλαγές, και τα παραπέμπει όλα τάχα στο απώτερο επανααστατικό μέλλον...



Μίλησε κανείς για ετεροπροσδιορισμό;