Κυριακή, 21 Δεκεμβρίου 2014

H παρέμβαση του ΚΚΕ στον αθλητισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου (1927-1935.)

Σήμερα η κε του μπλοκ έχει την χαρά να αναδημοσιεύει από το 17ο τεύχος του περιοδικού HUMBA (που διατηρεί πάντα μια ευρύτερη κινηματική σκοπιά στα αθλητικά δρώμενα εντός κι εκτός συνόρων) με το πολύ ενδιαφέρον θέμα που βλέπετε στον τίτλο της ανάρτησης. Στην ουσία πρόκειται για την ομώνυμη εργασία του Κωνσταντίνου Λαμπράκη στο σεμινάριο του Πάντειου με θέμα την "Ιστορία της συγκρότησης των ποδοσφαιρικών συλλόγων στην Ελλάδα", που δίνει σε κάθε περίπτωση πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία.

Το εξώφυλλο του τεύχους
Μπορείτε συμπληρωματικά (και το βάζω εδώ, για να μην χαθεί στο τέλος) να ακούσετε τη σχετική εκπομπή, που έκαναν τα παιδιά του HUMBA τον περασμένο μήνα:
Πότε έρχεται το ποδόσφαιρο στην Ελλάδα; Ποιοι είναι οι σύλλογοι που πρωταγωνιστούν τα πρώτα χρόνια, αλλά και στο Μεσοπόλεμο; Πότε ιδρύεται η ΕΠΟ; Τι ρόλο έχει το ΠΟΚ; Ποια η στάση της Πολιτείας και των δημοσιογράφων στο νέο αθλητικό φαινόμενο που συναρπάζει τη νεολαία; Πότε ιδρύονται τα εργατικά σωματεία και ποια η συμβολή του ΚΚΕ σε ένα διαφορετικό αθλητισμό; Τι έγραφε ο Τύπος της εποχής για τα ποδοσφαιρικά ματς; Πώς διοικούνταν τότε οι σύλλογοι, εργατικοί και μη; Υπήρχαν οι αντιθέσεις "Αθήνα - Βοράς", "λαϊκή ομάδα-ομάδα των αστών"; Αυτά και άλλα πολλά σε ένα άκρως διαφωτιστικό δίωρο με καλεσμένο τον Γιώργο Γάσια, που έχει μελετήσει διεξοδικά το συγκεκριμένο θέμα.


Με την ευκαιρία να ευχαριστήσω και δημοσίως τους συντελεστές του περιοδικού για την άδεια της αναδημοσίευσης.
Καλή ανάγνωση/ακρόαση και κάθε καλόπιστη παρατήρηση, ευπρόσδεκτη

ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Η παρούσα εργασία μελετά την παρέμβαση του ΚΚΕ στον Αθλητισμό την περίοδο του Μεσοπολέμου. Επιχειρεί να φωτίσει πλευρές αυτής της παρέμβασης, σε σχέση με τους δεσμούς του Κόμματος με την Κομμουνιστική Διεθνή (Κ.Δ.) και τους ιδιαίτερους όρους συγκρότησης και δράσης του ΚΚΕ, στην περίοδο του μεσοπολέμου. Για τον σκοπό αυτό επέλεξα να μελετήσω ποια ήταν η τοποθέτηση της Κ.Δ. έναντι του αθλητικού φαινομένου και πως επιχείρησε να παρέμβει το ΚΚΕ και η νεολαία του, η Ομοσπονδία Κομμουνιστικών Νεολαιών Ελλάδας (ΟΚΝΕ), σ’αυτό. Επίσης, συνέλεξα στοιχεία που αφορούν την «γεωγραφία» του «κόκκινου» αθλητισμού στην Ελλάδα, βοηθητικά στο να κατανοήσουμε καλύτερα την παρέμβαση τούτη.  
Συνεπώς, η εργασία διαρθρώνεται σε δύο μέρη. Πρώτο μέρος, παρουσίαση της μεσοπολεμικής περιόδου πάνω σε τρεις άξονες που ορίζονται ως εξής:
Οι μετασχηματισμοί της Ελληνικής κοινωνίας που συμβάλλουν στην μαζικοποίηση του αθλητικού φαινομένου. Η εμφάνιση και οι πολιτικές αρχές του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδος. Ο Διεθνής εργατικός αθλητισμός και η Κόκκινη Αθλητική Διεθνής.
Ενώ το δεύτερο μέρος πραγματεύεται το ζήτημα: KKE και Αθλητισμός στο μεσοπόλεμο, μέσα από τις αποφάσεις των συνεδρίων και των συνδιασκέψεων για την Οργάνωση ΕργατοΑγροτικού Αθλητισμού (Ο.Ε.Α.), την σχέση μεταξύ Ο.Ε.Α. και Κόκκινης Αθλητικής Διεθνής και την γεωγραφία των εργατικών αθλητικών σωματείων.
Το πρώτο μέρος στηρίζεται ,κατά κύριο λόγο, στην βιβλιογραφία και την αρθογραφία που αφορά την περίοδο, ενώ το δεύτερο μέρος βασίζεται στην σύνθεση των στοιχείων που έχουμε είδη για την Ο.Ε.Α., μεγάλο μέρος των οποίων προέρχεται  από το βιβλίο του Χρήστου Τζιντζιλώνη «ΟΚΝΕ 1922-1943, Λενινιστικό μαχητικό σχολείο των νέων.» Συνδυάζονται με τις αναφορές για τα κόκκινα σπορ και τα εργατικά αθλητικά σωματεία από τον τύπο της εποχής, ειδικά τον προσκείμενο στις οργανώσεις του ΚΚΕ. Επίσης, ένα μικρό κομμάτι της εργασίας είναι αφιερωμένο στις αντιδράσεις του Κράτους. Παρατίθενται  στοιχεία, είτε από τον αστικό τύπο, είτε από τα ρεπορτάζ της εφημερίδας «ο Ριζοσπάστης», επίσημο όργανο του ΚΚΕ, σχετικά με συλλήψεις στελεχών και αθλητών της Ο.Ε.Α., προβλήματα στην διακίνηση του περιοδικού της Ο.Ε.Α. «Εργατοαγροτικό Σπορ», προβλήματα στην επίσημη αναγνώριση των αθλητικών σωματείων, κ.α.
Κλείνοντας να σημειώσω πως όπου αναφέρω αθλητικά εργατικά σωματεία εννοώ (και) για ποδοσφαιρικά τμήματα. Κατά κανόνα, ένα εργατικό αθλητικό σωματείο μπορεί να διέθετε και μη ποδοσφαιρικά τμήματα, αλλά δεν μπορούσε να μην διαθέτει ποδοσφαιρικό τμήμα.(βλέπε σχετικά : Ριζοσπάστης 1928-1935, αναφορές για τη δραστηριότητα των Εργατικών Αθλητικών Σωματείων.)


Πολιτικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί μετασχηματισμοί, που ευνόησαν στην μαζικοποίηση του ποδοσφαιρικού θεάματος:
Αν και το ποδόσφαιρο είναι αρκετά δημοφιλές σε αστικά στρώματα της ελληνικής νεολαίας ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, ως ημερομηνία ορόσημο για την μαζική του ανάπτυξη θεωρείται το 1922[1], έτος καταρρεύσεως του μικρασιατικού μετώπου και της μαζικής έλευσης των προσφύγων, στον Ελλαδικό κορμό. Η συμβολή του προσφυγικού στοιχείου στην παλλαϊκή διάδοση του ποδοσφαιρικού θεάματος είναι πολύπλευρη και -κατά κάποιο τρόπο- ασύμμετρη.
Οι αναγκαίοι μετασχηματισμοί που επιβάλλονται στην ελληνική κοινωνία, κάτω από την πίεση των ενάμιση εκατομμυρίων προσφύγων συμβάλλουν, πολλοί από αυτούς με «ακούσιο» τρόπο, στο να δημιουργηθούν οι υλικοί όροι, πάνω στους οποίους θα στηριχθεί η καθολική  συμμετοχή του ελληνικού πληθυσμού στο ποδοσφαιρικό θέαμα.
Καταρχήν, μεγάλο μέρος των προσφύγων είχε επαφές με νεωτερικές μορφές της αστικής κουλτούρας, μορφές στις οποίες εντάσσεται και το αθλητικό/ποδοσφαιρικό[2] θέαμα, στα πλαίσια των ευρωπαϊκών εμπορικών κοινοτήτων, στις παράκτιες πόλεις της Μικράς Ασίας[3]. Παρά τον ξεριζωμό, μεταφέρουν και αναπαράγουν, στα πλαίσια του δυνατού, στον Ελλαδικό χώρο τα ήθη, τις συνήθειες και τα στοιχεία του πολιτισμού τους.
Εξίσου σημαντική συμβολή του προσφυγικού στοιχείου, όσο αφορά το ποδοσφαιρικό θέαμα, είναι ο καθοριστικός τους ρόλος στην αναμόρφωση των Ελληνικών πόλεων. Η επέκταση των πόλεων, μέσω της πληθυσμιακής τους αύξησης, η συγκρότηση γειτονιών αμιγώς προσφυγικών και η αντιπαράθεση γηγενών - «ξένων», ενίσχυσε το αίσθημα του «ανήκειν» και του «εμείς». Εξέλιξη, το δίχως άλλο, πολύ σπουδαία ώστε η ποδοσφαιρική αναμέτρηση να συνδεθεί με συνολικότερες πλευρές (ενδεχομένως και παθογένειες.) της κοινωνικής ζωής.
Τέλος σε ένα πιο αφηρημένο, από την προβληματική μας, πλαίσιο θα σημειώναμε την τόνωση και ανάπτυξη της βιομηχανικής δραστηριότητας και της μισθωτής εργασίας έναντι άλλων, πιο παραδοσιακών μορφών απασχόλησης. Πράγματι, η ενσωμάτωση όχι μόνο προσφύγων αλλά και επιστρατευμένων φαντάρων, έχει ως αποτέλεσμα και την τόνωση της εγχώριας ζήτησης και την προσφορά άφθονων φθηνών εργατικών χεριών. Παράλληλα η ευνοϊκή διεθνής συγκυρία, με την παράλληλη υποτίμηση της δραχμής, έχει ως αποτέλεσμα η εγχώρια βιομηχανία να αποκτήσει άλλα δύο πλεονεκτήματα στην προσπάθειά της να αναπτυχθεί[4]. Ισχυρή είναι επίσης η μικρο-εμπορευματική δραστηριότητα, ταυτόχρονα, αυξάνεται και ο υπαλληλικός πληθυσμός που σχετίζεται, είτε με το δημόσιο, είτε με ιδιωτικούς οργανισμούς. Την ίδια περίοδο το συνδικαλιστικό και εργατικό κίνημα εμφανίζεται πιο οργανωμένο και συγκροτημένο με αιτήματα που σε πολλές περιπτώσεις είχαν ως αιχμή τους το ζήτημα του ελεύθερου χρόνου (8ώρο, Κυριακάτικη αργία). Έχουμε, δηλαδή, δυναμική επέκταση της αστικής κοινωνικής οργάνωσης έναντι άλλων πιο παραδοσιακών μορφών. Εξελίξεις που, ακόμα και αν δεν συνεισέφεραν, δεν αποθάρρυναν την ανάδυση νεωτερικών συνηθειών στην αξιοποίηση του ελεύθερου χρόνου, με την εμφάνιση νέων κοινωνικών φαινόμενων και πολιτιστικών δραστηριοτήτων. Δραστηριότητες στις οποίες εντάσσεται και η μαζική ενασχόληση με τα του ποδοσφαιρικού θεάματος.


ΚΚΕ: Κόμμα Νέου Τύπου.
Την ίδια περίοδο, έχουμε σε επίπεδο πολιτικού συστήματος, την εμφάνιση ενός πολιτικού κόμματος, αναμφισβήτητα νεωτερικού για τα δεδομένα του Ελληνικής πολιτείας. Το κόμμα τούτο, είναι το Σοσιαλιστικό Εργατικό Κόμμα Ελλάδος, που γρήγορα συνδέεται με την 3η Διεθνή και μετονομάζεται σε Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδος. Το ΚΚΕ κομίζει νέα δεδομένα στην πολιτική ζωή της χώρας: Έχει πολιτικό πρόγραμμα, επιδιώκει να οργανώσει μέλη με δικαιώματα και καθήκοντα, ενώ ο πολιτικός του λόγος αναφέρεται σε συγκεκριμένες κοινωνικές τάξεις και τα συμφέροντα τους[5]. Στοιχεία πρωτοφανέρωτα σε Ελληνικό πολιτικό κόμμα.




Σάββατο, 20 Δεκεμβρίου 2014

Ψεκασμένοι Έλληνες

Όπως δεν είναι απαραίτητο να ψηφίζει κανείς χρυσή αυγή, για να είναι φασίστας, έτσι δεν χρειάζεται να είναι και με τους ανελ, για να λογίζεται ή να συμπεριφέρεται σαν ψεκασμένος.

Εντάξει, μπορεί ο χαϊκάλης να κινείται ενίοτε στα όρια της φαιδρότητας, αλλά που διαφέρει ποιοτικά δηλ ο καφετζόπουλος, για να τον εγκαλεί; Ποια είναι τα τεκμήρια πολιτικής σοβαρότητας ενός αναρχοπασόκου, που πήγε με το γιωργάκη, τους οικολόγους, τώρα με το ποτάμι αν δεν κάνω λάθος, πουλώντας φούμαρα για πράσινη ανάπτυξη και ομόχρωμα άλογα;

Γιατί είναι αστείο και εξωφρενικό (που είναι) να γίνονται επερωτήσεις στη βουλή, για να διαπιστωθεί αν «μας ψεκάζουνε» και να ψάχνει κόσμος στο διαδίκτυο στοιχεία και ενδείξεις που να δένουν με την υποψία του και να την επιβεβαιώνουν, αλλά θεωρείται σοβαρή και υπεύθυνη στάση ή τοποθέτηση να ισχυρίζεσαι πχ ότι το χρέος είναι βιώσιμο (ενώ οι ανελ μιλάνε –ή μιλούσαν- τουλάχιστον για ελε), να τρομοκρατείς την κοινή γνώμη, κάνοντας παντιέρα την κινδυνολογία στα όρια της υστερίας, να μιλάς για κρίση χρέους, για τους υδραυλικούς και τους δημόσιους υπαλλήλους που τη δημιούργησαν, την  κακοδιαχείριση, κοκ; Ποιος τηλεθεατής θα μπορούσε να καταπιεί αμάσητο αυτό το κουτόχορτο, αν δεν ήταν «ψεκασμένος» και εθισμένος μάλιστα στο καθημερινό ψέκασμα βλακείας από τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων;

Γιατί είναι παράλογο να πιστέψει κανείς πως ο λαζόπουλος έδρασε με δική του πρβτοβουλία και πως προτιμήθηκε για τις τεχνικές δυνατότητες που προσφέρει το συνεργείο του με τους μοντέρ (παντού υπάρχει τελικά μια μονταζιέρα), εάν τρώει αμάσητο πως ο καμμένος συναντήθηκε με το μητσοτάκη, χωρίς να τον ενημερώσει για την υπόθεση, να έχει κάποιου είδους συνεννόηση αν όχι έγκριση απ’ τον επίτιμο για τους χειρισμούς του;

Γιατί να θεωρείται ψεκασμένος μόνο ο βαζέχα, που κατάφερε να κλείσει αξιοπρεπώς την καριέρα του με ψηλά το κεφάλι στον παναθηναϊκό, για να λερώσει τώρα την υστεροφημία του με τον αρούλη (όχι την ομάδα) και τους ανεξέλ –ούτε καν με το πανκί; Και όχι πχ ο (so, first of all) χατζηγεωργίου, που έχει αϊ-κιου ραντανπλάν αλλά δεν επιστρατεύτηκε για να βρει την υποτιθέμενη βόμβα χτες στο οακα, με τα σκυλιά της αστυνομίας. Αλλά πόσες βόμβες μεγατόνων να σκάσουν σε μία μέρα, μετά απ’ αυτή του χαϊκάλη και τη μεταγραφή του βαζέχα; Πώς να μην έχει γκρανκινιολική, χιτσκοκική, θριλερική εξέλιξη μια αναμέτρηση που περιγράφει ο χατζηγεωργίου –και ας μην βοηθούσε πολύ ο αγώνας για αυτό. Και τι θα γίνει αν βγει κάποτε βουλευτής ο βαζέχα με τους ανελ (που δεν…) και θελήσουν να τον δωροδοκήσουν κι αυτόν; Θα του πουν, να δέσει τα κορδόνια του στη σέντρα, για να κλειδώσει η συμφωνία; Ή θα επέμβει καταλυτικά ο χαϊκάλης πριν τον αγώνα, όπως στο ποδοσφαιρικό επεισόδιο του ανδροκλή με τα λιοντάρια του;


Ποιος ήταν στην τελική αυτός που προωθούσε πολιτικά τη λογική των ανελ κι ευνοούσε την ανέλιξή τους ως αντιμνημονιακό μαξιλαράκι ασφαλείας για το σύστημα –όταν ακόμα ήταν της μόδας αυτή η αντιπαράθεση; Ποιος προόριζε τους ανεξελ για κόμμα υποδοχής – ανάχωμα των δυσαρεστημένων δεξιών κι εκκολαπτόμενο διάδοχο του γαλάζιου δικομματικού πυλώνα, εφόσον αναγκαζόταν η νδ να μπει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας, όπως συνέβη ουσιαστικά με το πασοκ; Και δεν έχουν εύλογα κάθε δικαίωμα οι ανελ, τώρα που η βασική αξία χρήσης τους για το σύστημα ανήκει στο παρελθόν κι απειλούνται να πεταχτούν στο περιθώριο σα στυμμένες λεμονόκουπες, να διεκδικήσουμε με όλα τα πιθανά μέσα την εκλογική τους επιβίωση και το δικαίωμά τους στην ύπαρξη –κι ας μην έχουν πολλές ρεαλιστικές πιθανότητες γι’ αυτό;


Δεν είναι ψεκασμένοι δηλ σε τελική ανάλυση, όσοι καμώνονται πως σοκάρονται από τις αποκαλύψεις και πέφτουνε εμβρόντητοι από τα σύννεφα; Και δεν είναι πολύ ύποπτο πόσο πολύ έχει χοντρύνει το παιχνίδι και γίνονται πράγματα που ξεφεύγουν από τα φίλτρα των αστικών επιτελείων και τα διάφορα δημοσιογραφικά και πολιτικά τους αποσμητικά, που σκεπάζουν τη μπόχα και τις μεγαλύτερες λέρες; Ή μήπως ολισθαίνουμε στην ψεκασμένη συνωμοσιολογία αν προσπαθούμε να διαβάσουμε πίσω από τις γραμμές και την επιφάνεια των γεγονότων;

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Τι την έκανε την μπάλα ο θεός

Κόμμα θυμήσου, πριν λίγα χρόνια, με τα σοβιετικά σου τα γαλόνια
Σε Γράμμο, Βίτσι, Πολυτεχνεία, τα μέλη σου όλα γράψαν ιστορία
Και τώρα πάλι εδώ μαζί σου, όλοι εμείς οι χιλιάδες σύντροφοί σου
Θάνο και Μίκη να τραγουδάμε και οι Συριζαίοι να παραμιλάνε
Κόμμα ολέο, κόμμα ολέ, κόμμα ολέ, τρελαίνομαι, τρελαίνομαι

Εντάξει, το παλέ μπορεί να μη γέμισε ασφυκτικά προχτές στην εκδήλωση για τα 96χρονα του κόμματος, γιατί έμειναν κλειστές και σκεπασμένες με κόκκινα πανιά οι δύο ακριανές θύρες: η 10 όπου πηγαίνουν οι ιερολοχίτες με τις φασιστικές καταβολές, και η 1 όπου μπαίνουν συνήθως οι φιλοξενούμενοι. Αλλά εμείς δεν είχαμε τέτοιους (όχι επισήμως τουλάχιστον) γιατί.. είμεθα σεχταρισταί, και γιατί παίζαμε χωρίς αντίπαλο. Εξάλλου υπάρχουν αρκετές βάσιμες δικαιολογίες (το εργάσιμο της μέρας, η ώρα, η τιμή του εισιτηρίου, γιατί προφανώς έχει αρκετά έξοδα η ενοικίαση του παλέ). Κι είναι σίγουρα ο περισσότερος κόσμος που έχει μαζευτεί φέτος στο αλεξάνδρειο και τη σάλα νίκος γκάλης (εξ ου κι ο τίτλος της ανάρτησης) μετά από το φετινό άρης-παοκ, που διακόπηκε μετά από.. ρίψη αντικειμένων. Γι’ αυτό και στην είσοδο του γγ στο τερέν, ο κόσμος έμεινε στα συνθήματα και τα χειροκροτήματα, χωρίς να ακολουθήσει το γνωστό τελετουργικό με τα κίτρινα χαρτάκια από τον χρυσό οδηγό και τις λωρίδες που μπαίνουν στις ταμειακές μηχανές.

Στο στάδιο λένιν παίζουμε, όλους θα τους τρελάνουμε
Στην οροφή του οποίου είχαν τυλιχτεί τα μικρά λάβαρα με τους 21 (σαν τους όρους της κομιντέρν) τίτλους του μπασκετικού άρη και δέσποζε ένα μεγάλο κόκκινο λάβαρο με το σήμα του κόμματος: αστοί ρουφιάνοι, κοιτάξτε το ταβάνι.
Περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις, θα πει κανείς και για τις δυο περιπτώσεις. Κι ένα βασικό πρόβλημα με τις καινούριες γενιές, που επιδρά άμεσα στη διαμόρφωση της οπαδικοπολιτικής τους συνείδησης, είναι πως γεννήθηκαν εν μέσω αντεπανάστασης, χωρίς να έχουν προλάβει την κίτρινη αυτοκρατορία της δεκαετίας με τις βάτες στο μπάσκετ, ούτε την κόκκινη «αυτοκρατορία του κακού», όπως αποκαλούσαν οι αμερικάνοι αναλυτές τη σοβιετία.
Κι αν κάποτε μετονομάσουμε τη σάλα νίκος γκάλης σε «σάλα νίκος ζαχαριάδης»; Λες;

Πριν από την έναρξη οι οργανωμένοι (red ultras, ερυθροί χμερ, κτλ) έκαναν πηγαδάκια κι έδιναν προγνωστικά για τον αγώνα, το σικέ πρωτάθλημα-παρωδία στο κοινοβούλιο, το σκορ αλά ΝΒΑ της πρώτης ψηφοφορίας στη βουλή για πτδ (160-135), που θα κριθεί όμως στον τρίτο γύρο, όπως και η ταξική πάλη (κι αυτό είναι το μόνο κοινό τους στοιχείο). Για τα εκλογικά πλέι-οφ και τις ομάδες που θα καταφέρουν να φτάσουν το όριο του 3%, για το σύστημα διεξαγωγής και τους εκλογικούς γύρους (ένας ή μήπως περισσότεροι;) που είναι όλοι εκτός έδρας, μακριά από το γήπεδο όπου μπορούμε να παίξουμε εμείς το δικό μας παιχνίδι, για τις καλύτερες φάσεις (highlight) του παφίλη στον περασμένο αγώνα. Κι ενώ τα κυλικεία του σταδίου σου έσπαγαν τη μύτη με το βούτυρο για τα ποπ-κορν και τα λουκάνικα των χοτ-ντογκ, για να παραπέμπουν στο αστικό, κοινοβουλευτικό πατατάκι, που λαμβάνει χώρα αυτές τις μέρες.

Το βασικό θέμα συζήτησης όμως στα περισσότερα πηγαδάκια ήταν η ανησυχία για τις εξελίξεις στις αμερικανοκουβανικές σχέσεις κι η στροφή που σηματοδοτεί η απελευθέρωση των κουβανών από τις αρχές των ηπα, που σκέφτονται λέει το ενδεχόμενο να ανοίξουν πρεσβεία και στην αβάνα. Και ενώ αυτή καθαυτή η εξέλιξη δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί θετική, είναι ζήτημα εάν προήλθε (που δεν…) από μια υποχώρηση της αμερικάνικης αδιαλλαξίας στο ζήτημα του διεθνούς αποκλεισμού ή έστω από έναν αμοιβαίο συμβιβασμό, ή αν η υποχώρηση αφορά τη δική μας πλευρά και σηματοδοτεί μια γενικότερη πολιτική στροφή.

Το πρόγραμμα της βραδιάς περιελάμβανε δύο ημίχρονα. Το πρώτο ήταν πολιτικό, με την ομιλία του κουτσούμπα, που φώναζε ως συνήθως μαζί μας τα συνθήματα –γεννημένος οργανωτή κερκίδας για το πέταλο των φανατικών, στις θύρες 5-6- κι ύστερα ξέχασε να τελειώσει: χειροκροτούσαμε εμείς όρθιοι στο φινάλε κι αυτός συνέχισε τελικά να λέει κι άλλα, για να κάνα τρίλεπτο περίπου.
Το δεύτερο μέρος είχε τη συναυλία με το μικρούτσικο και μια σειρά σπουδαίους ερμηνευτές, που βασίστηκε ουσιαστικά σε ένα πρόσφατο αφιέρωμα που είχε επιμεληθεί ο ίδιος για τα 40χρονα του φεστιβάλ. Στην ανάπαυλα τα μεγάφωνα του γηπέδου έπαιζαν κάτι άσχετο, αλλά θα κολλούσε εν όψει εκλογών να είναι και το αμιγώς μπασκετικό final countdown, αφιερωμένο στις τελευταίες ώρες και την αντίστροφη μέτρηση στον πολιτικό χρόνο της κυβέρνησης σαμαρά.

Η κριτική επιτροπή της κε του μπλοκ ξεχώρισε τις δέκα καλύτερες φάσεις της βραδιάς και σας τις παρουσιάζει στο θέμα που ετοίμασε παρακάτω.

10. Η ατάκα του κουτσούμπα για το σύριζα στο κόμο, το σίτι του λονδίνου, κτλ, όπου μαθαίνει στους εκπροσώπους των αγορών δημοτικούς χορούς και λαϊκά όργανα. Και δεν εννοούσε προφανώς κάποια όργανα λαϊκής εξουσίας, αλλά την επική δήλωση πως η κυβέρνηση σύριζα «θα βαράει το ζουρνά και το νταούλι και οι αγορές θα χορεύουν»!

9. Το νέο σύνθημα των συντρόφων για τη σοσιαλδημοκρατία της εποχής μας.
Κυβέρνηση του σύριζα είναι μια απάτη, στην πλουτοκρατία για να βάλει πλάτη.
Υπήρχαν επίσης παλιότερα συνθήματα με την κατακλείδα «ΜΕΤΩΠΟ λαέ για την εξουσία». Και άλλα πιο πρόσφατα που είχαν ενσωματώσει στη ρίμα τους τη (λαϊκή) συμμαχία.

8. Οι σύντροφοι της περιφρούρησης με το κόκκινο διακριτικό μαντίλι στο μπράτσο. Που σιγά-σιγά χαλάρωναν και άφηναν τον κόσμο να κατέβει στο τερέν, για να γίνει στο τέλος μια μεγάλη αγκαλιά, που χόρευε τους «ήρωες».

7. Ο γγ «πρώτο τραπέζι πίστα» να απολαμβάνει το μουσικό πρόγραμμα του β’ ημιχρόνου. Κι ένας γέρος με την γκλίτσα του τραμπάκουλα (παίρνω όρκο πως αυτός πρέπει νάτανε) να χορεύει μπροστά του ζεϊμπεκικο, μητροπάνο. Έμεινα όμως με την απορία: το «όσοι με τον χάρο γίναν φίλοι, με τσιγάρο φεύγουνε στα χείλη», πού ακριβώς κολλάει με τα 96χρονα του κόμματος;

6. Ο κόσμος που ανέβηκε εξίσου στο β’ μέρος και γέμιζε με ένα στόμα – μια φωνή (λαού, οργή θεού) τα κενά και τις σκόπιμες σιωπές των καλλιτεχνών, που έδιναν πάσα στην εξέδρα. Εμπρός παλέ, τώρα κουκουέ.

5. Ο πασχαλίδης που κέρδισε ίσως το πιο θερμό χειροκρότημα από την κερκίδα. Και η κρυστάλλινη φωνή του μεράτζα, με τον οποίο ανταμώνουμε ολοένα και πιο συχνά πια, μετά από κάμποσα χρόνια απουσίας του από τις δημόσιες εμφανίσεις.

4. Οι διάλογοι που έκανε μόνος του ο μικρούτσικος με το γγ. Πχ, γραμματέα βάλε μία τάξη, όταν ο λαός φώναζε συνθήματα στη μέση του προγράμματος. Και η χρήσιμη πληροφορία της ημέρας πως ο κουτσούμπας είναι οργανωμένος εδώ και 41 χρόνια, συνεπώς πρόλαβε και το πρώτο φεσιτβάλ στο οποίο αναφερόταν ο συνθέτης.

3. Οι συντροφικές διακυμάνσεις του τελευταίου, που πότε μας αποκαλούσε συντρόφους και πότε καλούσε να «υποδεχτείτε το σύντροφό σας θάνο παπαδόπουλο» -δικό του όχι, δηλ; Και μολονότι εκνευριζόταν με τα συνθήματα ανάμεσα στα τραγούδια –όχι τώρα γαμώτο…- έκλεισε με την ευχή να τα ξαναπούμε του χρόνου. Αν δεν έχει πάει σε κάποιο υπουργείο πολιτισμού στο ενδιάμεσο δηλ –λέω εγώ τώρα.

2. Το κλείσιμο με τον ύμνο της κνε (όπως και στο αφιέρωμα του φεστιβάλ) για το συνέδριο της οργάνωσης, που άρχιζε την επομένη. Και δεν είχε επεισοδιακό προσυνεδριακό διάλογο (όπως ο περσινός για το συνέδριο του κόμματος), ούτε ιδιαίτερες εκπλήξεις –μόλις πέντε μέλη καταψήφισαν τις θέσεις και το καταστατικό, αν συγκράτησα καλά το στοιχείο από την χτεσινή εναρκτήρια ομιλία του χιόνη στο συνέδριο, κι άλλα τόσα λευκό.

1. Άσχετο με την προχτεσινή βραδιά, αλλά αξίζει να διαβάσετε τα απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα από τη συνέντευξη του γγ στον τριανταφυλλίδη της (αυτοδιαχειριζόμενης) ετ3, που αφήνει στην άκρη τα προσχήματα και κατεβάζει, με ερωτήσεις ντεμέκ, όλη την πολιτική γραμμή του σύριζα, για να καταλήξει στο βασικό που τον καίει: ψήφο ανοχής σε κυβέρνηση σύριζα θα δώσει το κουκουέ;

Λέει ο γγ πως «το ίδιο θα γίνει και με άλλη κυβέρνηση» και απαντά ο τριανταφυλλίδης: θα το δούμε αυτό, θα το ψάξουμε, θα το διερευνήσουμε! Και πιο κάτω πως «αυτό μένει να αποδειχθεί».
Αλλά το ρεσιτάλ το δίνει παρακάτω, όπου εκφράζει υποτίθεται την αγωνία του κόσμου.

Να έρθουμε τώρα στον κόσμο. Τα 6,5 εκατ. των φτωχών, με βάση το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής και το τι μπορεί να περιμένουμε από τις εκλογές. Κάποιος κόσμος, κυρίως από το χώρο της αριστεράς, τον ευρύτερο δημοκρατικό χώρο, να τον πούμε έτσι, έχει σκαλώσει την ελπίδα του στον ΣΥΡΙΖΑ, ένα κόμμα που ήταν στο 4% και έχει φτάσει στο 27%. Και προβληματίζεται από την κριτική που ασκεί το ΚΚΕ απέναντι στο συγκεκριμένο κόμμα. Σ' αυτόν τον κόσμο που προβληματίζεται, που στενοχωριέται, που θα ήθελε να δει ενωμένη την αριστερά σε μια συγκεκριμένη και σαφή κατεύθυνση, τι έχετε να του πείτε;

Και συνεχίζει απτόητος:

Αντίλογος. Λέει ο πολίτης γονιός που βλέπει τα δυο του παιδιά άνεργα, που βλέπει σαν μόνη προοπτική να φύγει από τη χώρα. Και λέει τι να κάνουμε δηλαδή, εντάξει, έχουμε ενστάσεις, έχουμε επιφυλάξεις, καήκαμε στο χυλό, φυσάμε και το γιαούρτι, πολλά μας είπαν στο παρελθόν. Αλλά τι να κάνουμε, να δέσουμε μια πέτρα να πέσουμε στη θάλασσα; Πρέπει να υπάρξει μια ελπίδα. Και ρωτάει αυτός ο άνθρωπος, ο οποίος είναι τοποθετημένος στην προοδευτική δημοκρατική αριστερή παράταξη, βλέπει την τελευταία εκτίμηση και λέει
- Δεν θα πρέπει να φοβηθεί κατ' αρχάς.


- Εγώ θέλω να καταλάβω τη θέση και στάση του ΚΚΕ.
- Ρωτώντας, παίρνετε τη θέση αυτών που τον θέλει φοβισμένο, τρομοκρατημένο. Σου λέει να δέσω την πέτρα στο λαιμό και να πάω να πνιγώ. Όχι. Πρέπει να αλλάξει συσχετισμούς.
- Όχι θέλει ελπίδα, θέλει να αγωνιστεί.
- Να ψηφίσει ΚΚΕ τότε.
- Άλλο θέλω να ρωτήσω. Με βάση τους υπάρχοντες συσχετισμούς, η τελευταία δημοσκόπηση δίνει 146 έδρες στον ΣΥΡΙΖΑ και 17 στο ΚΚΕ. Έρχεται στη Βουλή ο ΣΥΡΙΖΑ λαμβάνει τη διερευνητική εντολή...
- Ή δεν καταλάβατε ή δεν είπα τίποτα τόση ώρα που συζητάμε.
- Κατάλαβα, αλλά πρέπει να μεταφέρουμε και τα ερωτήματα του κόσμου που προβληματίζεται και θέλει να καταλάβει τι γίνεται; Θα δίνατε ψήφο ανοχής, αυτό ήθελα να ρωτήσω;
- Να σας το ξεκαθαρίσω.

Κι αφού του το ξεκαθαρίζει, σε ποιο τελικό συμπέρασμα καταλήγει;

- Γιατί, όλα αυτά δεν μπορεί να τα κάνει μια κυβέρνηση με κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ;
- Μα όταν είσαι εντός της ΕΕ, όταν μιλάς για τον καπιταλιστικό δρόμο ανάπτυξης, όταν λες ότι θα διαπραγματευτείς το χρέος και ότι αναγνωρίζεις το χρέος, τέλειωσες. Δεν καταλάβατε; Τρία τέσσερα πραγματάκια σημαντικά είπα. Αυτά αν τα κάνει μια κυβέρνηση, τότε το ΚΚΕ θα μπορέσει να είναι εκεί. Αλλά δεν γίνονται αυτά τα πράγματα τώρα.
- Μια τελευταία κουβέντα, σε αυτόν τον κόσμο που έχει έτσι στο φυλλοκάρδι του και θέλει να δει μια άσπρη μέρα για τον τόπο, κοιτάζοντάς τον στα μάτια, πότε και πώς μπορεί να έρθει αυτή η άσπρη μέρα, ή να πάρει των ομματιών του και να ψάξει αλλού την τύχη του; Πώς θα γλιτώσουμε από αυτή τη γάγγραινα της ζωής μας που μαυρίζει, μαύρο παντού, όχι μόνο στην ΕΡΤ, σε όλα τα επίπεδα, Αυτοδιοίκηση, πόλεις, χωριά, περιφέρεια, παντού μαύρο. Πού βρίσκεται η ελπίδα;

Και πάει λέγοντας. Απλά δωρεάν μαθήματα δημοσιογραφικής δεοντολογίας.

Κλείνουμε την ανάρτηση με τον ίδιο οπαδικό παλμό κι ένα γηπεδικό σύνθημα στο ρυθμό του «περνούσαμε ωραία με εκείνη την παρέα (Ουσίες)», και διασκευή του.. (ας διατηρήσει καλύτερα την ανωνυμία του). Όσοι παροικούντες τη λδ του βορρά αναγνωρίζουν το στιλ, δε θέλουν άλλη βοήθεια για να καταλάβουν.

Κοτόπουλα με κράνη ποιοι είναι οι ρουφιάνοι, που λένε όλο ψέματα πολλά
Είναι οι χρυσαυγίτες, τα ματ κι οι ασφαλίτες, αλλά θα τους τσακίσει η εργατιά
Εμπρός λαέ και πάλι, μη σκύβεις το κεφάλι και πάλεψε τα μέτρα τα σκληρά
Με αντίσταση κι αγώνα και πλάι σου το κόμμα, καινούριο κόσμο χτίζουμε ξαν
ά

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Πολιτικωλογίες

Ενώ το ενδιαφέρον στην αστική πολιτική σκηνή και την ιερή λειτουργία της αγίας ελληνικής δημοκρατίας κορυφώνεται με τις διαδικασίες για την εκλογή ΠτΔ (σε αυτό που ο σύγχρονος έλληνας στοχαστής λαϊκό στρώμα ονομάζει εύστοχα «αστικό πατατάκι»), η αγωνία μας για αυτή την κορύφωση και τις απάτητες κορυφές, στις οποίες μπορεί να οδηγήσουν οι εξελίξεις, αποτυπώνεται στην χτεσινή εικόνα της αλέκας με το βαριεστημένο ύφος και το πρόσωπο να στηρίζεται στα χέρια της, για να μην πέσει στο πάτωμα από την πολλή αγωνία. Απ’ αυτή τη σημειολογία και τη λογική ερμηνεία της γλώσσας του σώματος, εξαιρείται η γνωστή και εξαιρετέα σώτη, που πολλές φορές δεν μπορεί να κρατήσει όρθιο το κεφάλι της από τους πολλούς μπάφους –ένα πραγματικό αγκωνάρι και πυλώνας της σύγχρονης, σοσιαλφιλελεύθερης σκέψης.

Εδώ σε άλλο χαρακτηριστικό στιγμιότυπο
Και η αγωνία μας φουντώνει. Πότε θα βρεθούμε οι δυο μας μόνοι;
Θα την κάνουν γυριστή οι ψεκασμένοι έλληνες που βλέπουν το (εκλογικό τους και γενικά) τέλος να πλησιάζει; Θα ρίξει ο μητσοτάκουλας το σαμαρά, παίρνοντας αναδρομικά εκδίκηση για το 93’; Θα πάμε μήπως σε υπηρεσιακή λύση νέου παπαδήμου; Θα προταθεί για προεδρίνα η μαρία δαμανάκη, για να αναγνωριστούν επιτέλους οι προσπάθειές της και να βολευτεί σε μια θέση αντάξια των αγώνων της και του ξεπουλήματός τους; Θα πάμε τελικά σε εκλογές; Τις θέλει όμως ο σύριζα ή προτιμά να τις τρενάρει, για να πλησιάσει την αυτοδυναμία και να αποφύγει κάποια πακέτα μέτρων, κερδίζοντας μεγαλύτερη περίοδο χάριτος στην αρχή της διακυβέρνησής του; Και πόσο μπορεί να αντέξει χωρίς αλληλοφαγώματα μακριά από το μέλι της κυβερνητικής εξουσίας;

Η ζαρούλια έβαλε γλώσσα στο φιλί της στο μιχαλολιάκο; Γιατί δεν πήγε κι η ουρανία για να φιλήσει τον ναζομπαμπά της; Το παλτό της ρέιτσελ μύριζε αιθέρια έλαια και κοχύλια της θάλασσας; Πώς  να νιώθει άραγε ο λυκούδης που του τη βγήκε από αριστερά ως κι ο βύρων πολύδωρας; Ο μπούκουρας θα ψηφίσει κι αυτός πτδ επειδή φοβάται κάποιο πιστωτικό γεγονός; Υπάρχει έστω ένας ψηφοφόρος-μέλος της ανταρσυα που να πιστεύει πως τα ποσοστά που της δίνουν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα; Το κοινοβουλευτικό ματς είχε περισσότερο σασπένς από το οσφπ-πανιώνιος, που ξεκινούσε την ίδια ώρα για το πρωτάθλημα; Πέρδεται ή αφοδεύει κιόλας η φοράδα στο γενί τζαμί;
Και τι σηματοδοτεί η στροφή στις αμερικανοκουβανικές σχέσεις κι η απελευθέρωση των εναπομεινάντων κρατούμενων από τους πέντε κουβανούς (άσχετο με τα προηγούμενα, αλλά ίσως και το μόνο πραγματικά ενδιαφέρον ερώτημα);

Η αλήθεια πάντως είναι πως ακόμα και πολλοί δικοί μας σφοι περιμένουν τις εκλογές, για να σπάσει κάπως η καταθλιπτική μονοτονία του τελευταίου διαστήματος, να βγει νέα κυβέρνηση και να αρχίσει να κινείται κάτι, έστω και σε τέτοιο επίπεδο. Μια μονοτονία που δεν είναι κάτι το πρωτόγνωρο, αλλά γίνεται ακόμα πιο εμφατική κι αβάσταχτη, από την αναπόφευκτη σύγκριση με την κινητικότητα και τους αγώνες που ξεδιπλώθηκαν το αμέσως προηγούμενο διάστημα (χοντρικά τη διετία 10-12΄και τα μεθεόρτιά της, με την όποια κεκτημένη ταχύτητα που έβαινε διαρκώς μειούμενη). Κατανοώ απόλυτα το σκεπτικό, συμμερίζομαι την αφετηρία του, αλλά δε νομίζω πως μπορώ να συμφωνήσω.

Πού οφείλεται βασικά η παντελής απουσία ενδιαφέροντος; Δεν έγκειται μόνο, κατά τη γνώμη μου, στο ότι παρακολουθούμε μια στημένη λίγο-πολύ κούρσα με λίγο-πολύ προκαθορισμένα όρια, αλλά στο ότι τα.. καθαρόαιμα που συμμετέχουν είναι ψοφάλογα. Η κυβέρνηση έπιασε το στόχο των 160 βουλευτών (όπου έβαλε μόνη της τον πήχη) οπότε μπορεί να νιώθει κατά ένα 20% χαρούμενη και κατά το υπόλοιπο 80% να έχει εικόνα μεγάλης παρασκευής –σύμφωνα και με την τετράγωνη λογική του μελά.


Κι η γενική εντύπωση είναι πως ψυχορραγεί, πιάνεται από τα γκριζοβαμμένα μαλλιά της και καταφεύγει σε απεγνωσμένες κινήσεις και μια υστερική τρομολαγνεία στα όρια της γραφικότητας.
«Θα με κάνουν κι εμένα στο τέλος να ψηφίσω σύριζα», μου είπε για πλάκα μια σφισσα, μετά από ένα σύντομο ζάπινγκ στα δελτία ειδήσεων.
Από την άλλη αυτή η κυβέρνηση έκλεισε χτες δυόμισι χρόνια θητείας –και μπορεί να συνέχιζε αν δεν ήταν στη μέση ο σκόπελος της εκλογής προέδρου, εφόσον δε νιώθει κάποια ιδιαίτερη πίεση. Ο σύριζα εφαρμόζει στην εντέλεια την τακτική του ώριμου φρούτου (που ήδη σαπίζει και είναι έτοιμο να πέσει), εκφράζοντας περισσότερο την απογοήτευση του κόσμου (ένα ξεψυχισμένο, κουρασμένο «άντε να φύγουνε»), παρά κάποιο πλειοψηφικό ρεύμα ελπίδας.

Το σύστημα δε χρειάστηκε να καταφύγει ως τώρα στο χαρτί του σύριζα για να διαχειριστεί καλύτερα κάποια ασυνήθιστη συνθήκη (μια πιθανή, αναγκαστική έξοδο από το ευρώ ή μια ισχυρή κινηματική-κοινωνική πίεση). Τηρεί συνεπώς μια επαμφοτερίζουσα στάση απέναντι στην αξιωματική αντιπολίτευση, επιδιώκοντας την πλήρη ευθυγράμμισή της, και στις τελικές της λεπτομέρειες, με τους στρατηγικούς του σχεδιασμούς. Και δρα πιθανότατα με το σκεπτικό να μην κάψει εντελώς τον έτερο πυλώνα του νεόκοπου δικομματισμού, που διασφαλίζει την σταθερότητά του. Μήπως όμως έτσι καεί πρόωρα ο σύριζα και πάμε στο σενάριο της σύντομης αριστερής παρένθεσης;

Προέχει πάντως να βγουν τα κουκιά της αυτοδυναμίας, με το σύριζα να ψάχνει ένα ποσοστό που θα του δώσει 100 από τις 250 έδρες που μοιράζονται αναλογικά –εφόσον τις άλλες πενήντα τις παίρνει με το ληστρικό μπόνους του πρώτου κόμματος. Το οποίο αντιστοιχεί σε 40%, αλλά υπολογίζεται στο σύνολο των κομμάτων που ξεπερνάν το όριο του 3% (αν δηλ τα κόμματα που μένουν εκτός, φτάσουν αθροιστικά το 10%, το ποσοστό υπολογίζεται με βάση το υπόλοιπο 90% και ο πήχης πέφτει αυτόματα στο 36%). Το ιδανικό για εμάς σενάριο θα ήταν ίσως να αναγκαστεί να συνεργαστεί με το ποτάμι ή ένα τμήμα του πασόκ, για να σχηματίσει κυβέρνηση, που θα ρίξει μια ώρα αρχύτερα τις φιλολαϊκές μάσκες του. Ενώ το χειρότερο θα ήταν να πλησιάσει την αυτοδυναμία τόσο, ώστε να ασκήσει πίεση στη δική μας κοινοβουλευτική ομάδα (που θα του λείπει για να υπερβεί τους 150) για ψήφο ανοχής, όχι επειδή υπάρχει περίπτωση να τη δώσουμε, αλλά γιατί μπορεί να πιάσει σε κάποιο κόσμο, ως επιχείρημα εν όψει των δεύτερων εκλογών, τις οποίες φυσικά και θα προτιμήσει, ώστε να εντείνει την πόλωση και τις πιέσεις.


Το βασικό παρόλα αυτά είναι πως η κοινοβουλευτική μονοτονία δεν μπορεί να αλλάξει με εκλογικούς όρους –είναι ανόητο να το περιμένει κανείς αυτό. Κι αν οδηγηθούμε με αυτό το κλίμα, που επικρατεί σήμερα, στις κάλπες, η μπίλια θα κάτσει ασφαλώς σε κάποια από τις χειρότερες εκδοχές του φάσματος δυνατοτήτων που ανοίγονται μπροστά μας, εφόσον δεν μπουν δηλ άλλοι παράγοντες στο τραπέζι, για να αλλάξει το φύλλο. Και τότε θα αυξηθεί απελπιστικά η αβάσταχτη μονοτονία των ημερών..

Τετάρτη, 17 Δεκεμβρίου 2014

Περί εθελοδουλίας

Η σημερινή ανάρτηση έρχεται κατά κάποιον τρόπο ως συνέχεια της χτεσινής, για να πιάσει, χωρίς πολύ αυστηρό ειρμό κι ιδιαίτερο νόημα, κάποιες ουρές (όπως τις λέμε στη δημοσιογραφική γλώσσα) που έχουν μείνει. Ένα από τα πανό του σωματείου λοιπόν (που δεν έχει προχωρήσει ακόμα στην ενοποίηση των σωματείων του καρφουρ και του αρβανιτίδη, γιατί είναι ολόκληρη γραφειοκρατική διαδικασία, χρονοβόρα και δύσκολη) έγραφε το σύνθημα.

Όταν το άδικο γίνεται νόμος, καθήκον η αντίσταση κι η ανυπακοή.

Το οποίο θυμίζει κατά μία έννοια το αντίστοιχο πανό των δεκεμβριανών (ένας είναι ο δεκέμβρης): όταν ο λαός βρίσκεται αντιμέτωπος με την τυραννία, διαλέγει τις αλυσίδες ή τα όπλα. Αλλά δε σου υπαγορεύει τη λύση, σου αφήνει περιθώριο επιλογής. Μπορείς κάλλιστα να επιλέξεις τις αλυσίδες και να παλεύεις πχ να τις κάνεις επίχρυσες σε αυτό το πλαίσιο, μες στη φυλακή της εε και του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης. Όπου ο στόχος για μεταρρυθμίσεις και μικρές αλλαγές που θα βελτιώσουν ουσιαστικά την καθημερινή ζωή, μοιάζει κάπως με εκείνο που έλεγε ένας κρατούμενος στον ισοβίτη του αρκά, για τα λογικά αιτήματα που είχαν στην απομόνωση, όπου τους βαρούσαν τρεις φορές τη μέρα, πρωί-μεσημέρι-βράδυ, αλλά πέτυχαν με αγώνα να αυξηθεί λίγο το μεσημεριανό ξύλο και να γλιτώσουν το βραδινό.

Το ίδιο ακριβώς ισχύει και με το σημερινό σύνθημα, που καλεί να βάλουμε «τέρμα πια στις αυταπάτες. Ή με το κεφάλαιο ή με τους εργάτες». Δε βάζει όμως μαχαίρι στο λαιμό, με ποιους να πας και ποιους να αφήσεις, εσύ διατηρείς πάντα το ελεύθερο της επιλογής σου. Απλώς τίθεται επί τάπητος η βασική αντίθεση της εποχής μας, κεφάλαιο-εργατική τάξη, για όσους επιμένουν να πατάνε σε δυο βάρκες και δύο διαφορετικά στρατόπεδα, μέχρι να σπάσει ο πάγος, να χαραχτεί ο δρόμος και να πέσουνε στο κενό της αβύσσου ανάμεσα στους δύο κόσμους, που χωρίζει η ταξική πάλη.

Τα παραπάνω μας εισάγουν στην έννοια της εθελοδουλίας, της συναινετικής κι εκούσιας υποταγής στους κυρίαρχους μιας μεγάλης μερίδας του κόσμου, η στάση του οποίου συνοψίζεται άριστα στο γνωστό ρητό: σφάξε με αγά μου να αγιάσω. Ένα θέμα που απασχολεί και το ρούση στο τελευταίο του βιβλίο για τη μετάβαση, τη δύναμη της συνήθειας και τη μαρξική ουτοπία, όπως την αποκαλεί. Όπου αναζητεί τα αίτια αυτής της στάσης (πέρα από την αλλοτρίωση, που εξετάζεται ως φαινόμενο σε άλλα βιβλία του) στην προσκόλληση στο υπάρχον, την πρόσληψή του δοσμένου περιβάλλοντος ως φυσικού και αιώνιου, τη δύναμη της συνήθειας που συσσωρεύεται από γενιά σε γενιά.

Το βιβλίο έχει κάποιες εύστοχες επισημάνσεις, ανεξάρτητα από το πολιτικό συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει στο τελευταίο κεφάλαιο για το μεταβατικό πρόγραμμα (με ρήξη έως και (sic) αποδέσμευση από εε και νάτο, το αλ(α)βανικό μέτωπο αριστερής συμπόρευσης και τον ενδιάμεσο κυβερνητικό στόχο, ή άλλες αδυναμίες που παρουσιάζει. Όσο για το δικό μου μακροπερίοδο λόγο σε αυτήν την περιγραφή των περιεχομένων, είναι άμεσα συναρτώμενος με την αντίστοιχη πρόζα του ρούση, ένα δείγμα της οποίας μπορείτε να απολαύσετε παρακάτω.

Κι είναι αυτό το όραμα το οποίο από τη στιγμή που εντοπίστηκε από τους κλασικούς ως δυνατότητα που προσφέρεται στην ανθρωπότητα, αντιμετωπίστηκε από αυτούς ως ο στρατηγικός σκοπός προς κατάκτηση στον οποίο υπόκεινται όλα τα μέσα και οι μεσολαβήσεις που προέβαλλαν για να μπορέσει να επιτευχθεί, και τα οποία δυστυχώς μετατράπηκαν σε αυτοσκοπούς.

Δεν είναι (ούτε κατά προσέγγιση) η πιο μακροσκελής περίοδος, που μπορεί να συναντήσει κανείς στο βιβλίο αυτό, έχει όμως ήδη πέντε (ζωή να ‘χουν) δευτερεύουσες αναφορικές προτάσεις (με τις αντωνυμίες που τις εισάγουν υπογραμμισμένες) ως ένα δείγμα του απλού και ανεπιτήδευτου λόγου που το διέπει.

Σε ένα άλλο σημείο ο ρούσης αναφέρει τα εξής:

Στα πλαίσια του ουτοπικού στοχασμού, ο περιορισμός αυτός του χρόνου εργασίας στις πλέον ακραίες του εκφάνσεις παίρνει τη μορφή μιας τεμπέλικης ευτυχίας, μιας διονυσιακού τύπου κοινωνίας στην οποία προσφέρονται τα πάντα δίχως εργασία, ή μιας γης της επαγγελίας με αναφορές στις «Carmina Burana», εκείνα τα τραγούδια των ρέμπελων κληρικών που υμνούσαν τις κοινωνίες όπου όσο περισσότερο κοιμάται κανείς, τόσο περισσότερο κερδίζει.

Ομολογώ πως αγνοούσα την αρχική σημασία του κάρμινα μπουράνα και την τρομερή σημειολογία που το συνοδεύει, αν συνδεθεί με το μουσικό κομμάτι που συνόδευε το πασόκ της αλλαγής και τις δημόσιες ομιλίες του ανδρέα παπανδρέου κατά τη δεκαετία με τις βάτες. Τότε δηλ, που κατά τη σημερινή κρατούσα εκδοχή, το στρώμα των μη προνομιούχων θράφηκε και γαλουχήθηκε με το διονυσιακό όραμα μιας κοινωνίας εύκολου κέρδους και απολαβών, όπου θα της προσφέρονται τα πάντα χωρίς εργασία και όπου όσο περισσότερο κοιμάται κανείς, τόσο περισσότερα θα κέρδιζε. Κι αυτή σφε αναγνώστη (σε περίπτωση που το αγνοείς ή προσπαθείς να το κρύψεις πίσω από άλλες επιστημονικοφανείς θέσεις) είναι η βασική αιτία της κρίσης, τα σπασμένα της οποίας πληρώνουμε όλοι σήμερα (άλλο αν μερικές δεκάδες επιχειρήσεις αυγατίζουν τα κέρδη τους στο ενδιάμεσο). Αλλά ευτυχώς οι σημερινές κυβερνήσεις βάζουν τους ρέμπελους στη θέση τους και καταργούνε την αργία της κυριακής –γιατί ως γνωστόν, αργία μήτηρ πάσης κακίας και οικονομικής κρίσης.

Κι είναι ακόμα πιο εντυπωσιακό πως τα όσα περιγράφει ο ρούσης στο τέλος, ενώ αντλούν θεωρητικά έμπνευση απ’ την ποίηση του μέλλοντος, παραπέμπουν συνειρμικά ακριβώς στο πρόσφατο παρελθόν της κυβέρνησης της αλλαγής, που θα άνοιγε θεωρητικά δρόμους για βαθύτερους μετασχηματισμούς σε σοσιαλιστική κατεύθυνση. Κι είναι εξίσου εντυπωσιακό πως ενώ ο ρούσης θεωρεί ότι η μετάβαση στον ώριμο κομμουνισμό στην εποχή μας είναι άμεσα εφικτή από τεχνολογική άποψη και συνεπώς το αναγκαίο στάδιο του σοσιαλισμού, που προετοιμάζει τις υλικές κι υποκειμενικές συνθήκες γι’ αυτό το πέρασμα, δε θα είναι ιδιαίτερα μακροχρόνιο, εφευρίσκει ουσιαστικά ένα ενδιάμεσο μεταβατικό στάδιο μετάβασης στη σοσιαλιστική μετάβαση, με βάση το επίπεδο συνειδητοποίησης των μαζών και την ανάγκη να αλλάξει η συνείδησή τους και να παλέψουν για μια διαφορετική προοπτική. Αλλά αυτό ξεφεύγει από το αρχικό θέμα της ανάρτησης.

Το οποίο ήταν κατά βάση η εθελοδουλία, που περιγράφεται με πολύ εύστοχο τρόπο και στους μοιραίους του βάρναλη –που τους τσιτάρει κι ο ρούσης σε κάποιο σημείο του βιβλίου του. Χτες συμπληρώθηκαν σαράντα χρόνια από το θάνατο του μεγάλου κομμουνιστή ποιητή, αν κι η επέτειος πέρασε μάλλον απαρατήρητη, χωρίς το πλήθος εκδηλώσεων που θα απαιτούνταν για να τιμήσουν το πρόσωπο και το έργο του. Υποθέτω πως έχουν προγραμματιστεί κάποιες να γίνουν μες στο επόμενο διάστημα και θέλω να πιστεύω πως δε θα τις καταπιεί η προεκλογική μαρμάγκα (καθώς βαδίζουμε ολοταχώς προς εκλογές). Μια κριτική που αφορά και την ίδια την κε του μπλοκ, που επιφυλάσσεται να επανορθώσει στο άμεσο μέλλον. Αλλά αυτό θα είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης..

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Ψωνίστε ρε, τι σας ζητάνε;

Την Κυριακή τη θέλουμε για μας και τα παιδιά μας
Και δε θα την χαρίσουμε ποτέ στα αφεντικά μας

Προχτές το ταξικό κίνημα, με πυρήνα τους εμποροϋπαλλήλους, έδωσε με συνέπεια τη μάχη για την υπεράσπιση της κυριακάτικης αργίας. Στη λδ του βορρά, το ραντεβού δε δόθηκε σε κάποιο μεγάλο εμπορικό του κέντρου, αλλά έξω από το καρφούρ-μαρινόπουλος στην ευκαρπία, στον περιφερειακό, που προχώρησε στην εκδικητική απόλυση ενός εργαζόμενου επί 18 συναπτά χρόνια στην επιχείρηση που τόλμησε να απεργήσει, με την επίσημη δικαιολογία πως.. έκανε πολλά λάθη –πιθανότατα λόγω απειρίας. Αλλά και στην απόλυση μιας ακόμα συναδέλφου από το παράρτημα του πανοράματος. Κι όταν ο απολυμένος υπάλληλος ξαναμπήκε στο κατάστημα όπου δούλευε για να μοιράσει υλικό στους συναδέλφους του, θα μπορούσε να δανειστεί την ατάκα του νίκου γκάλη απ’ το ευρωμπάσκετ του 87’ για τους ιταλούς, για να περιγράψει την αντιμετώπισή τους: είδα το φόβο στα μάτια τους..
Και πώς τον λεν τον ιταλό… (…) με τους εργάτες μη μιλάς…
Κι έτσι, στον ένα και μοναδικό που είχε το θάρρος να τον χαιρετήσει και να του σφίξει το χέρι (χωρίς να τρέμει από φόβο), του είπε ειλικρινά και αυθόρμητα: σε ευχαριστώ που με μίλησες..

Αλλά όχι σφε αναγνώστη, δεν είναι αυτό τρομοκρατία. Τρομοκρατία είναι να πηγαίνεις με κατεβασμένα ρολά στην ταξική σου συνείδηση και να αδημονείς σαν ευσυνείδητος καταναλωτής από τις δέκα και μισή –πριν καν την έναρξη του ωραρίου- να ανοίξει ρολά το κατάστημα, για να τρέξεις με κατάνυξη να (την) ψωνίσεις, βάζοντας το δικό σου λιθαράκι στο ελληνικό σαξές στόρι. Και να σπεύσεις σα μαλ… όχι σφοι, μη ρίχνουμε το επίπεδο με ακραίες διατυπώσεις.. να σπεύδεις λοιπόν, σα σπερματοζωάριο να γονιμοποιήσεις πρώτος την ανάπτυξη που έρχεται, λες και θα πάρεις κάποιο βραβείο, ενώ τα άλλα άτυχα σπερματοζωάρια θα πεθάνουν μες σε 72 ώρες –άντε στην καλύτερη να πάρουν καμία παράταση- εφόσον δεν οργανωθούν να αλλάξουν τα πράγματα.
Αλλά την ίδια στιγμή να σου χαλάνε τη μέθεξη και την καταναλωτική ευφορία κάτι άξεστοι παμίτες μπροστά στην είσοδο, με πανό, προκηρύξεις και ντουντούκες, αντί να είναι κι αυτοί στολισμένοι στο κλίμα των ημερών, με χριστουγεννιάτικα σκουφιά και κερατάκια τάρανδου (από την εξωνημένη ταξική συνείδηση), περίπου σαν αυτό που πρότεινε ο τσαουσόπουλος για τους σύριους στο σύνταγμα –πού να καταλάβετε όμως πως έκανε χιούμορ, εσείς οι κολλημένοι. Ψωνίστε κι εσείς ρε παλιομίζεροι, τι σας ζητάνε πια;

Ξέρεις σφε αναγνώστη τι τρομοκρατία είναι να σε εμποδίζουν (όχι να μπεις  αλλά) να μηδενίσεις το κοντέρ της κριτικής σου ικανότητας και να το αφήνεις στην είσοδο, για να χαρείς ανέμελα τις αγορές σου, είμαι κεφάτη γυρίζω απ’ του βερόπουλου –βερόπουλου, μαρινόπουλου, έλα μωρέ τώρα, πες το κι έτσι; Και να σου προκαλούν τύψεις, επικαλούμενοι το φιλότιμό σου, που ήταν καλά θαμμένο κάτω από τόνους σκουριάς και τηλεοπτικής προπαγάνδας, να τολμάν να πιάνουν στο στόμα τους τα παιδιά σου για το παράδειγμα που τους δίνεις, ενώ αυτά σε βλέπουν άφωνα να τους δίνεις το πρώτο μάθημα ταξικής υποταγής;
Ε όχι λοιπόν, δε θα τους περάσει. Με ποιο δικαίωμα παίρνουν το δικαίωμα να σου αφαιρούν το ιερό κι αναφαίρετο δικαίωμά σου και τις τιμοκρατικές σου ελευθερίες; Απαγορεύεται να απαγορεύεις. Να η πεμπτουσία της ελευθερίας –τα ‘λεγε κι ο παρισινός μάης. Απαγορεύονται τα προσκόμματα και οι αγκυλώσεις στην ελεύθερη αγορά, την ελεύθερη διαμόρφωση τιμών και την κινεζοποίηση της εργατικής δύναμης, την απελευθέρωση των απολύσεων και του ωραρίου (που ήταν σκλαβωμένα τόσο καιρό τα καημένα), την απαγκίστρωση από τις συλλογικές συμβάσεις και οτιδήποτε συλλογικό καταπιέζει με ολοκληρωτικό τρόπο το ελεύθερο άτομο. Καταγγέλλουμε σθεναρά όσους μας στερούν αυτή την ελευθερία. Κι αν χρειαστεί θα πολεμήσουμε για τη σκλαβιά μας, όπως έλεγε ο αστερίξ στις δάφνες του καίσαρα –που στερέωνε την εξουσία του με άρτο και θεάματα, ενώ τώρα το ψωμί (με την ευρεία έννοια) είναι ζητούμενο ή βασικά ψευδαίσθηση για πολλούς. Και για αυτό φταίνε οι κακοί με τις αγκυλώσεις που λέγαμε προηγουμένως, που εμποδίζουν την ανάπτυξη, κλείνοντας τα μαγαζιά –κι αυτοί θα φταίνε εάν κλείσει τώρα, με το κυριακάτικο ωράριο, το ψιλικατζίδικο του κυρ-μήτσου στη γωνία, που δεν μπορεί να ανταγωνιστεί τα μονοπώλια, που θα δουλεύουν τις ίδιες ώρες με αυτόν.

Που στην πραγματικότητα δεν κλείναμε τίποτα απολύτως, γιατί τότε θα επέμβαιναν οι ατσίδες με τα μπλε, που είχαν έρθει με μια κλούβα, και δεν είναι λέει τα ματ, αλλά κάτι άλλο, γιατί τα ματ φοράνε πράσινα, πάντα στα χρώματα του παλιού δικομματισμού (εκτός και αν βγούνε και ροζ τώρα με την κυβέρνηση της αριστεράς), και πάντα στο πλευρό του πολίτη, δηλ του πελάτη, δηλ της εταιρίας. Γιατί αν κάποιος ξεχνάει το ταξικό κριτήριο και νιώθει καταναλωτής-πελάτης αντί για εργάτης, δε σημαίνει πως το χάνει και ο καπιταλιστής που αυγατίζει τα κέρδη του ή οι μηχανισμοί καταστολής του αστικού κράτους.

Βάζουμε λοιπόν τα πανό του σωματείου μπροστά στην είσοδο, με ακρίβεια εκατοστού, για να αφήνουμε ένα διάδρομο και να περνάει ο κόσμος, εκτός κι αν προλάβουμε να τον μεταπείσουμε με το υλικό και την κουβέντα που πιάνουμε «έχει απεργία σήμερα, ζητάμε τη συμπαράστασή σας», χωρίς να τον εμποδίζουμε όμως, αν είναι σώνει και ντε αποφασισμένος να περάσει. Ήρθε μάλιστα κι ο αρχηγός-επιτελάρχης των μπλε να μας δώσει οδηγίες, λες και ήταν προπονητής ή διαιτητής: «Δεν ξέρω τι σας είπανε, αλλά..» (κι από πίσω ένας σφος να μας κάνει νοήματα-παντομίμα, σε στιλ «άστον να λέει») «(…) ξέρω πως έχετε χαμηλό προφίλ». Ναι, η μπάλα χαμηλά, κρατάμε θέσεις κι όλοι πίσω. Λες να διαβάζει και αυτός πριν, την κριτική που μας κάνει για αγώνες χαμηλής έντασης –sic- και να τον επηρεάζει; Μην ανησυχείς κυρ μπάτσε μου, θα τους κάνουμε και γέφυρα με τις σημαίες μας, του παμε, για να περάσουν από κάτω, όπως στους γάμους.

Αγαπητοί πελάτες, σας πληροφορούμε πως το κατάστημά μας έχει ανοίξει κι εντός του θα βρείτε πλούσιες προσφορές.
30% κάτω τα λαχανικά, 20% τα αλκοολούχα, και 100% κάτω η αξιοπρέπεια. Ανεργία μόλις 25%. Μπιρ παρά η ταξική συνείδηση.
Κοτόπουλο μόνο 1,99 ευρώ το κιλό (όχι δύο, όπως είπε προβοκατόρικα σε κάποια φάση η σφισσα από τη ντουντούκα, για να το δέσει με τα παρακάτω). Μισθωτοί σκλάβοι μόνο από 500 ευρώ. 4ωροι με ημιαπασχόληση από 250 ευρώ μόνο. Σε λίγο θα τους βάλουν να δουλεύουν για μερικούς πόντους στην κάρτα του σούπερ μάρκετ, στα πρότυπα λοβέρδου που είχε προτείνει να αμείβονται με μόρια οι εκπαιδευτικοί. Αν και το τζάμπο έχει πάντα τις καλύτερες προσφορές, που σε ταξιδεύουν σε άλλες μεσαιωνικές εποχές.
Κι η αλήθεια είναι πως για να δελεάσουν τον κόσμο είχαν βάλει προσφορές σχεδόν στα πάντα, από τα μπισκότα και τις σοκολάτες, ως τα παπούτσια και τις κάλτσες, ακόμα και το πλέι στέισον 3 –τώρα που βγήκε το 4. Θεωρητικά κάποιοι μονοπωλιακοί όμιλοι σούπερ μάρκετ αντιτάσσονται στο μέτρο για την κυριακάτικη αργία, γιατί δεν τους συμφέρει από καθαρά οικονομική άποψη. Το βασικό όμως είναι να μάθει ο εργαζόμενος να σκύβει το κεφάλι χάνοντας και την κυριακή του, και τα υπόλοιπα θα βρεθούν στην πορεία.

Για μένα λοιπόν το πιο τρομακτικό, το πιο μυστηριακό, το πιο επιβλητικό και πιο μεγάλο, είναι ένας άνθρωπος που τον ‘μποδίζουν να ψωνίσει, όπως λέει κι η μαρία του 19ου. Και βασικά να βλέπεις τις αντιδράσεις ενός κόσμου, το άδειο βλέμμα με τα ψέματα που χρησιμοποιεί, για να ξεγελάσει τον εαυτό του περισσότερο και τη συνείδησή του.

-Συμφωνώ μαζί σας, απλά βόλτα κάνω.
Φίλε μου, η παραλία είναι πολύ μακριά από εδώ. Κι έχει και τόσο ωραία λιακάδα σήμερα, όλως παραδόξως, για να κλειστείς μέσα.
-Δίκιο έχετε, υπέρ σας είμαι, αλλά αφού διαλύσανε τα πάντα
Κι εμείς φωνάζαμε ζήτω και γεια, την τρίτη μέρα
-Αλληλεγγύη; Και στον δικό μου, που τον έχω πέντε χρόνια άνεργο στο έπιπλο, ποιος ήρθε για αλληλεγγύη;
Μα ένας λόγος παραπάνω, τότε..
-Α έχει απεργία;(βλέποντας το συγκεντρωμένο πλήθος στην είσοδο)
Όχι φίλε, βγήκε το καινούριο άι-φον, και κάνουμε ουρά. Περιμένουμε να ανοίξει, για να το πάρουμε.
-Ναι αλλά μόνο μια κυριακή μας έχει μείνει για να ψωνίσουμε.
Κι όταν την καταργήσουν κι αυτή σε όλους τους κλάδους, δε θα σου φτάνει ούτε αυτή. Συνεπώς να τα ανοίγουμε και νύχτα τα μαγαζιά, 24 ώρες το 24ωρο, για να προλάβουν να ψωνίσουν κάτι όλοι οι μισθωτοί είλωτες στις λευκές νύχτες. Αλλά τότε θα αυξηθεί και το δικό τους ωράριο, θα δουλεύουν σε 24ωρη βάση και δε θα προλαβαίνουν, οπότε να αυξήσουμε τις μέρες της εβδομάδας, για να…

Άλλος περνάει χωρίς να πάρει το χαρτί με την ανακοίνωση, λες και φοβάται μην κολλήσει τίποτα. Κι αν του λέγαμε πως έχει κουπόνια με προσφορές, να το εξαργυρώσει;
Κι ένας άλλος δεν το θέλει γιατί ξέρει, λέει, τα αιτήματά μας, τα έχει ακούσει από την τηλεόραση! Ε αν είναι έτσι… άλαλα τα χείλη των ασεβών.
Κάποιοι βρίσκουν γνωστούς στις αλυσίδες και τους χαιρετάνε, γιατί μπορεί να είμαστε ενενήντα λεπτά αντίπαλοι μες στον αγωνιστικό χώρο, αλλά έξω απ’ αυτόν ξεχνάμε τις διαφορές μας. Έλα όμως που οι ταξικές διαφορές συνεχίζουν να υπάρχουν κι η ταξική πάλη δε σταματάει ποτέ. Και το πιο βασικό είναι πως δεν είμαστε απέναντι, αλλά από την ίδια ταξική πλευρά, άσχετα αν δεν το καταλαβαίνουν όλοι εκείνη τη στιγμή.

Ένας τρίτος μας λέει πως δυστυχώς αυτό που πρέπει να πάρει, δεν μπορεί να το βρει πουθενά αλλού. (Και τι είναι αυτό;) Να μείνει δηλ χωρίς λάδια το αυτοκίνητο;
Κι εμείς χωρίς μαλλιά στην κεφαλή. Άστο ρε φίλε, αφού δε σκέφτηκες κάνα καλύτερο ψέμα να πεις, μη μας το λες καν τουλάχιστον, έτσι κι αλλιώς δε σε εμποδίζουμε.
Κάποιοι όμως σχεδόν τη βρίσκουν και το απολαμβάνουν να λένε κουτοπονηριές, για να βγουν (στο μυαλό τους και πουθενά αλλού) από πάνω, νομίζοντας πως σου τη λένε ή σε ξεγελάνε. Όπως δηλ πιο παλιά, που αποκλείαμε την είσοδο κι αυτοί έψαχναν να βρουν παράπλευρες μυστικές πόρτες, πχ από τα παρακείμενα γκούντιζ και μόνο που δεν έβγαζαν σέλφις (δεν υπήρχαν τότε) για να καμαρώσουν για το σπουδαίο κατόρθωμά τους. Κρίμα μόνο που στη ζωή δεν υπάρχουν πίσω πόρτες και μυστικά μονοπάτια, για να ξεφύγει κανείς από τα προβλήματα και τα αδιέξοδά του.

Αλλά είναι και φορές, που δεν ξέρεις τι να πιστέψεις. Έρχεται πχ μια εύσωμα τύπισσα, με κάτι βαζάκια στο χέρι, κατευθείαν από την εκκλησία όπως λέει (βοήθειά μας) και μας ορκίζεται, χωρίς να της το ζητήσει κανείς, πως θα βάλει μόνο λίγη σαλαμούρα για το τυρί, θα (τους) ουρήσει, γιατί έχει ζάχαρο (κατούρα να φύγουμε, που λένε) και θα περάσει από την ίδια είσοδο, για να δούμε πως δε μας λέει ψέματα. Κι όντως βγαίνοντας μετά από λίγη ώρα, άρχισε να τραγουδάει μόνη της ένα της φαραντούρη: επιβάτης στην εξουσία αυτού του τόπου… (Μα πού τα έμαθε αυτά; Στην εκκλησία;) και να φωνάζει συνθήματα αλληλεγγύης. Τι σου είναι ο άνθρωπος…

Τι έμεινε λοιπόν από την παρέμβασή μας; Πόσοι έπιασαν κάτι άραγε από την κινητοποίησή μας και το νόημά της;
Κάποιοι πείθονταν εκείνη τη στιγμή και έφευγαν χωρίς να μπουν στο κατάστημα, κερδίζοντας τα δικά μας χειροκροτήματα. Και κάποιοι άλλοι (οι περισσότεροι) μπορεί να μπήκαν, συμφωνώντας όμως με όσα τους είπαμε, και ίσως τα ξανασκεφτούν αργότερα ή τα βρουν μπροστά τους.

Στο τέλος μπαίνουμε όλοι μαζί με τα πανό στο κατάστημα και φωνάζουμε συνθήματα, πριν τελειώσουμε την κινητοποίηση και διαλυθούμε. Κι ο υπεύθυνος του καταστήματος βάζει την κοπέλα στο μικρόφωνο να κάνει συνεχώς ανακοινώσεις, επί ένα δεκάλεπτο σχεδόν, για να μας σκεπάσει. Δεν τα καταφέρνει πολύ καλά, αλλά κάποια στιγμή, περνάει κάτι απ’ όσα λέει και φτάνει στα αυτιά μας.

Χαίρε καίσαρ, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν.
Κι αν χρειαστεί θα παλέψουμε για τη σκλαβιά μας…

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Μαίρη Βεάκη - Ακολουθώντας τον πατέρα μου

Το κείμενο που ακολουθεί είναι απόσπασμα από το βιβλίο της ολυμπίας βασιλικής γ. παπαδούκα, το θέατρο της αθήνας – κατοχή – αντίσταση – διωγμοί κι είναι η προσωπική μαρτυρία της μαρίας βεάκη για όσα έζησε με την οικογένειά της μετά τα δεκεμβριανά του 44’. Το απόσπασμα αυτό περιέχεται και στη σημερινή ένθετη έκδοση της κυριακάτικης αυγής «17 γυναίκες θυμούνται το δεκέμβρη -στιγμές από τη μάχη της αθήνας», που συμπεριλαμβάνει αρκετές ακόμα ενδιαφέρουσες μαρτυρίες και αξίζει ίσως τον κόπο να το προμηθευτείτε, χωρίς να δώσετε άλλη σημασία στο κυρίως σώμα της εφημερίδας. Ο τίτλος έχει δοθεί από τις επιμελήτριες του αφιερώματος.

-.-.-

Φεύγουμε από την Κυψέλη που μέναμε (Κυψέλης 19). Ο πατέρας μου Αιμίλιος, η μάνα μου Σμαράγδα, ο αδερφός μου ο Γιαννάκης κι εγώ, με την επτάχρονη κορούλα μου Μαριάννα. Οι όλμοι του Σκόμπυ πέφτανε βροχή στην Κυψέλη. Σπίτια γκρεμίζονταν, άνθρωποι σκοτώνονταν. Ο κόσμος έφευγε, φύγαμε και εμείς. Το δρομολόγιό μας δεν ήτανε προγραμματισμένο ή καθορισμένο. Από την Κυψέλη πάμε στη Φιλαδέλφεια.

Ανεβήκαμε στην Πάρνηθα. Χιόνι και παγωνιά. Εδώ στην Πάρνηθα ήτανε η 2η μεραρχία ανταρτών (με αρχηγό τον Καπετάν Ορέστη Μούντριχα) που είχανε φτάσει ως την Κηφισιά για την Αθήνα, μα εκεί παραδόθηκαν –κατόπιν εντολής- στους Άγγλους που τους αφόπλισαν.
Εδώ στην Πάρνηθα με το χιόνι ως το γόνατο, γυρίσαμε όλες τις κορυφές της και δίναμε παραστάσεις –στο ύπαιθρο βέβαια- σε όλα τα Δερβενοχώρια. Γενάρης μήνας. Συσσίτιο –κονσέρβες που μας έδιναν οι αντάρτες.
Σχηματίσαμε θίασο με τους : Αιμίλιο Βεάκη, με τη γυναίκα του Σμαράγδα, την κόρη του Μαρία Βεάκη, τον Πρόεδρο του Σωματείου μας Σπύρο Πατρίκιο με τη γυναίκα του Λέλα, τη Στάσα Ιατρίδη, τον Άγγελο Γριμάνη.

Οι αντάρτες έπρεπε να φύγουν από την Πάρνηθα. Φεύγανε άλλοι για την Ντόβραινα, άλλοι γι’ αλλού. Έτσι σκορπίσαμε κι εμείς.
Ο Βεάκης ξεπαγιασμένος κι αποκαμωμένος, έχει ξαπλώσει σε μια στιβάδα χιόνι και δεν μπορεί να κουνήσει. Πήγα κοντά του.
«Αφήστε με να πεθάνω».
«Τι εγωισμός είναι αυτός, Βεάκη;» του λέω. «Εσύ να πεθάνεις να γλυτώσεις κι εμείς να βασανιζόμαστε;»
Γύρισε με κοίταξε και μου λέει:
«Δε μ’ αγαπάς, μωρέ;»
«Μα επειδή σ’ αγαπάω το λέω. Άιντε! Κάνε μου την χάρη και πάμε μαζί».

(Του κόψαμε το μπροστινό μέρος των παπουτσιών γατί είχανε πρηστεί τα πόδια του).
Με πήρε από το χέρι και πορευτήκαμε. Δεν τον πήρα, με πήρε. Είχε περάσει χρόνος που του είχαν αφαιρέσει το νεφρό. Αυτό δεν το ήξερε ο Βεάκης.

Και εγώ, για να μην ταλαιπωρώ άλλο την κορούλα μου στα χιόνια, την έδωσα σε έναν αντάρτη και την πήρε με το άλογό του να την προσέχει και να μου τη δώσει στο επόμενο χωριό. Προστατευτήκαμε σε διάφορα σπίτια ο καθένας. Το ζεύγος Πατρικίου το ζεύγος Βεάκη αλλού. Η Στάσα Ιατρίδου είχε φοβερό κρυολόγημα και το πόδι της ως το γόνατο, ήτανε παγωμένο. Κουτσοπορευότανε με το ένα.

Ήρθαμε στα Σκούρτα. Πεζοπορία βέβαια. Εδώ, αντάμωσα σε ένα σπίτι και την κορούλα μου να κοιμάται πλάι σε ένα τζάκι. Πήρα την κορούλα μου και φύγαμε για τη Θήβα. Στη Θήβα ανταμώσαμε όλοι. Εδώ ζήσαμε και την καθαίρεση των αξιωματικών του ΕΛΑΣ από την κυβέρνηση και τους Άγγλους. Εδώ στη Θήβα, έφτασαν μέσα σε μια καρότσα σκεπασμένοι με μια κουβέρτα, ο Βεάκης με τη Μάνα μου, μούσκεμα από τη βροχή, αγωνιούσαν να με δουν γιατί είχε διαδοθεί πως: «Την κόρη του Βεάκη την κατάπιε ο βάλτος». Η αλήθεια ήτανε πως ο βάλτος είχε καταπιεί άλλους συναγωνιστές.

Καταλαβαίνεις πώς έκανε όταν μας είδε με το παιδί μου… Όλος ο θίασος συναντηθήκαμε στη Λάρισα, που έφτασε ο καθένας από διαφορετικός δρόμους.
Στη Λάρισα οι παραστάσεις μας δίνονταν σε κανονική σάλα Θεάτρου. Παίζαμε τον «Οιδίποδα». Ο Βεάκης με παπιγιόν, εμείς με τα ρούχα μας στραπατσαρισμένα. Η Μάνα μου κι εγώ, κάναμε το χορό, η Στάσα Ιατρίδη την Ιοκάστη, ο Γριμάνης τον Κρέοντα και ένα χαριτωμένο δεκαοχτάχρονο αγόρι τον εξάγγελο.
Παραστάσεις δώσαμε και στο Μεσολόγγι και στη Ναύπακτο.

Μετά με καΐκι πήγαμε στον Αη Γιάννη. Ο πατέρας μου, ο Αιμίλιος Βεάκης, γεμάτος ψείρα και κακό.
Από τον Αη Γιάννη πήγαμε στο Αγρίνιο. Εδώ, ακούσαμε από τα μεγάφωνα ότι σκότωσαν την Παπαδάκη και πως ηθικός αυτουργός της δολοφονίας της, είναι ο Αιμίλιος Βεάκης. Αυτό το ακούμε εδώ, στην Πλατεία Αγρινίου.
Ο Βεάκης ξέσπασε σε κλάματα, γιατί αγαπούσε ξεχωριστά την Παπαδάκη και την ξεχώριζε για το ταλέντο της.

Μας βρίσκει η «Συμφωνία της Βάρκιζας». Με τη συνοδεία υπεύθυνου αξιωματικού του ΕΛΑΣ, μας φέρνουν στην Αθήνα στα σπίτια μας. Μα αντί στα σπίτια μας, μας αδειάζουν στον περίβολο, έξω από τις φυλακές Αβέρωφ που ήτανε και άλλοι πολλοί. Ξεκινήσαμε για το σπίτι μας στην Κυψέλη. Όταν φτάσαμε, το βρήκαμε επιταγμένο από μια καλή οικογένεια και συγκατοικήσαμε. Μαθαίνουμε ότι είχανε πιάσει τον παππού μου –πατέρα της μητέρας μου- και το βασανίζανε για να τους πει –λέει- πού είμαστε…

Ο ένας από τους δυο γιους του Βεάκη, ο Γιαννάκης, είχε πάρει τα όρη τα βουνά με το μεταδεκεμβριανό φευγιό. Ο άλλος, ο Μίμης –ο μικρότερος- είχε επιστρατευτεί στην Εθνοφυλακή. Και βέβαια ο Αιμίλιος Βεάκης έκτοτε, εκτός Εθνικού Θεάτρου.
Τον πήρε η Κατερίνα στο θίασό της. Ζήτησε να πάρει τη σύνταξή του. Η σύνταξη –όχι τιμητική- του Βεάκη μαζί με τη σύνταξη της γυναίκας του, ήτανε τότε τριακόσιες δραχμές.

Σάββατο, 13 Δεκεμβρίου 2014

Τα ΚΚ, το αστικό κοινοβούλιο κι οι αστικές κυβερνήσεις ΙΙ

Η κε του μπλοκ αντιγράφει κι (ανα)δημοσιεύει σήμερα ευρεία αποσπάσματα από τη συνέχεια στο εισαγωγικό σημείωμα στο αφιέρωμα της κομεπ για τα κκ, το αστικό κοινοβούλιο και τις αστικές κυβερνήσεις, συνεχίζοντας από το σημείο όπου είχε σταματήσει το πρώτο μέρος.

Η στάση κι οι υπουργοποιήσεις των μενσεβίκων σοσιαλδημοκρατών την περίοδο εκείνη δεν αποτελούν ούτε την πρώτη ούτε την τελευταία περίπτωση στήριξης ή συμμετοχής σε αστική κυβέρνηση από κόμματα ή μεμονωμένα στελέχη του πολιτικού εργατικού κινήματος. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι αυτή η στήριξη στις αστικές κυβερνήσεις συνήθως παρέχεται σε κρίσιμες στιγμές, στις οποίες απειλούνταν η σονοχή της, σε συνθήκες κλονισμού της, σε συνθήκες όπου αντικειμενικά διανοίγονταν μεγαλύτερο πεδίο αυτοτελούς παρέμβασης του εργατικού κινήματος και επαναστατικής διεκδίκησης της πολιτικής εξουσίας.

Δύο είναι οι πιο γνωστές σχετικές περιπτώσεις, οι οποίες προηγήθηκαν χρονικά της συμμετοχής των μενσεβίκων. Η πρώτη ήταν αυτή της συμμετοχής του Λουί Μπλαν στην κυβέρνηση της Γαλλίας και η δεύτερη –η οποία τροφοδότησε και τη μεγαλύτερη αντιπαράθεση στο εσωτερικό του διεθνούς πολιτικού εργατικού κινήματος- είναι η περίπτωση της υπουργοποίησης του Γάλλου σοσιαλιστή Μιλεράν το 1899. Η επίδραση αυτής της υπουργοποίησης ήταν τέτοια που αξιοποιήθηκε ως χαρακτηριστική για ολόκληρο το ρεύμα απόψεων που υποστήριζε την αξιοποίηση από το εργατικό κίνημα της συμμετοχής σε αστική κυβέρνηση, το οποίο ονομάστηκε «μιλερανισμός».

(...) Ο Μιλεράν αποδέχτηκε πλήρως και αξιοποίησε προπαγανδιστικά αυτή τη λογική της πρόσκλησης και της συμμετοχής του στην κυβέρνηση Ρουσό. Αποκαλυπτική της σύνθεσης αυτής της κυβέρνησης είναι η συμμετοχή σε αυτήν του στρατηγού Γκαλιφέ, του σφαγέα των Κομμουνάρων το 1871. Ο σοσιαλιστής Μιλεράν –στο όνομα της υπεράσπισης της αστικής δημοκρατίας- στρογγυλοκάθισε στο υπουργικό συμβούλιο δίπλα στους σφαγείς του εργατικού κινήματος.

Ποια ήταν όμως τα αποτελέσματα αυτής της συμμετοχής; «Η γενική πολιτική της κυβέρνησης συνασπισμού παρουσιάζει τον ίδιο πίνακα. Η πάλη εναντίον των δικαστικών παραβάσεων στην υπόθεση Ντρέιφους, πάλη που έπρεπε να είναι το κύριο καθήκον της κυβέρνησης, κατέληξε σε μία επαίσχυντη γενική αμνηστία που περιέλαβε το θύμα και τους υπεύθυνους του εγκλήματος. Η πάλη για την εκλαΐκευση του κράτους πληρώθηκε με παραχωρήσεις στην καθολική εκκλησία. Η εξωτερική πολιτική χαρακτηρίζεται από τη συμμετοχή στην εκστρατεία των ευρωπαϊκών δυνάμεων εναντίον της Κίνας, από την εκστρατεία εναντίον της Τουρκίας για να εξαναγκαστεί να σεβαστεί ορισμένες απαιτήσεις των γαλλικών τραπεζών και τέλος από ένα ξεχείλισμα ιμπεριαλιστικού ενθουσιασμού και των δημοκρατικών και των μοναρχικών στην υποδοχή του αιμοσταγούς τσάρου Νικόλαου». (Πάουλ Φρέλιχ «Ρόζα Λούξεμπουργκ», εκδ. Ύψιλον, σελ 102).

Η υπουργοποίηση του Μιλεράν, αν και αποτέλεσε ζήτημα που απασχόλησε κυρίως το δυτικοευρωπαϊκό τμήμα της Β’ Διεθνούς, απασχόλησε και το Ρωσικό τμήμα της (παρότι στην τσαρική Ρωσία δεν έμπαινε άμεςσα ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην ημερήσια διάταξη, αφού εκείνη την περίοδο δεν υπήρχε καν κοινοβούλιο). Η απόφαση ωστόσο του συνεδρίου της Β΄Διεθνούς το 1900 στο Παρίσι –που πάρθηκε στη βάση της σχετικής εισήγησης του Καρλ Κάουτσκι- υποστήριζε ότι η συμμετοχή ενός μεμονωμένου σοσιαλιστική σε αστική κυβέρνηση είναι τάχα ζήτημα τακτικής και όχι ζήτημα αρχής, αφήνοντας έτσι χωρίς στιγματισμό την προδοσία του Μιλεράν (Ακαδημία επιστημών της ΕΣΣΔ «Παγκόσμια Ιστορία», τ Ζ1, σελ 409-10).

Σε αυτήν την αντιπαράθεσηπου ξέσπασε στο εσωτερικό του διεθνούς σοσιαλιστικού κινήματος ο Μιλεράν είχε υποστηρικτές, όπως το Γάλλο σοσιαλιστή Ζαν Ζορές, ο οποίος υποστήριζε πως το σοσιαλιστικό κόμμα έπρεπε να καταλαμβάνει τις θέσεις που του άφηναν και παρουσίαζε την ενέργεια του Μιλεράν ως μια πράξη θάρρους –δέκα χρόνια αργότερα έβριζε το Μιλεράν καθώς και άλλους σοσιαλιστές που υπουργοποιήθηκαν (Μπριάν, Βιιανί) ως προδότες του σοσιαλισμού που αφέθηκαν να χρησιμοποιηθούν από τον καπιταλισμό (Π. Φρέλιχ: ό.π. σελ 103). Από την άλλη υπήρχαν και επαναστάτες του διεθνούς εργατικού κινήματος που αντιτάχθηκαν σθεναρά σε αυτή την υπουργοποίηση, με πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα το Λένιν και τη Λούξεμπουργκ.

Η θέση της Λούξεμπουργκ στο ζήτημα αποτυπώνεται στο άρθρο που δημοσιεύεται στο αφιέρωμα, ενώ ο Λένιν γράφει για το ίδιο θέμα: «Ο Μιλλεράν πρόσφερε ένα θαυμάσιο δείγμα αυτού του πραχτικού μπερνσταϊνισμού –δικαιολογημένα λοιπόν κι ο Μπέρνσταϊν και ο Φόλμαρ έσπευσαν με τόσο ζήλο να υπερασπίσουν και να εξυμνήσουν τον Μιλλεράν! Πραγματικά: αν η σοσιαλδημοκρατία στην ουσία είναι απλώς ένα κόμμα μεταρρυθμίσεων και πρέπει να έχει το θάρρος να το αναγνωρίσει αυτό ανοιχτά, τότε ο σοσιαλιστής όχι μόνο έχει το δικαίωμα να συμμετάσχει σε αστική κυβέρνηση, αλλά και οφείλει να το επιδιώκει διαρκώς. Αν δημοκρατία σημαίνει στην ουσία εξάλειψη της ταξικής κυριαρχίας, τότε γιατί ένας σοσιαλιστής υπουργός να μη σαγηνεύει όλο τον αστικό κόσμο με λόγους για συνεργασία των τάξεων; Γιατί να μη μένει στην κυβέρνηση ακόμα και όταν οι δολοφονίες των εργατών από τους χωροφύλακες δείχνουν για εκατοστή και χιλιοστή φορά τον πραγματικό χαρακτήρα της δημοκρατικής συνεργασίας των τάξεων; Γιατί να μη συμμετέχει προσωπικά στην υποδοχή του τσάρου, που οι γάλλοι σοσιαλιστές δεν τον αποκαλούν σήμερα αλλιώς παρά ήρωα της κρεμάλας, του κνούτου και της εκτόπισης (knoteur, pendeur et deportateur); Και η αμοιβή για την έσχατη αυτή ταπείνωση και αυτοεξευτελισμό του σοσιαλισμού μπροστά σε όλο τον κόσμο, για τη διαφθορά της σοσιαλιστικής συνείδησης των εργατικών μαζών –της μοναδικής αυτής βάσης που μπορεί να μας εξασφαλίσει τη νίκη- η αμοιβή για όλα αυτά τα πομπώδη σχέδια για κάτι τιποτένιες μεταρρυθμίσεις, τόσο τιποτένιες ώστε ακόμα και αστικές κυβερνήσεις να έχουν κατορθώσει να αποσπάσουν περισσότερα πράγματα!» (Λένιν «Τι να κάνουμε», Άπαντα, τ. 6, σελ 8-9).

Τα κείμενα που δημοσιεύουμε στα πλαίσια της ενότητας αφορούν την πείρα από τη θετική προσπάθεια του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος να οριοθετηθεί απέναντι στον αστικό κοινοβουλευτισμό και τον κυβερνητισμό και επικεντρώνουν στη δράση των κομμουνιστών σε μη επαναστατικές συνθήκες. Όπως φάνηκε και από τα παραπάνω, πρόκειται για μια βασανιστική ωρίμανση της μαρξιστικής διερεύνησης που χαρακτηριζόταν από πισωγυρίσματα, εναλλαγές, αντιφάσεις σε συλλογικό-κομματικό και ατομικό επίπεδο.

Τέτοιες αντιφάσεις περιέχονται και στο άρθρο της Λούξεμπουργκ, η οποία, παρά την ξεκάθαρη άρνησή της όσον αφορά τη δυνατότητα αξιοποίησης της αστικής κυβέρνησης για επαναστατικούς σκοπούς, δεν είναι κάθετη στο ζήτημα ότι αυτή η διαπίστωση ισχύει υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Μέρος της αμφισημίας του άρθρου οφείλεται και στις συνθήκες της εποχής. Το άρθρο γράφτηκε το 1900, μόλις δύο χρόνια μετά την ένταξη της Λούξεμπουργκ στο Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα Γερμανίας και γράφτηκε με τη μορφή προσεγμένης κριτικής εκ μέρους των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών απέναντι στη στάση των Γάλλων συντρόφων της.

Επίσης, είναι αυτονόητο ότι τα κείμενα αυτά εκφράζουν και το κλίμα, την ορολογία και το πνεύμα της εποχής τους, όπως επίσης αυτονόητο είναι ότι δεν εξαντλούν το θέμα.
Τα άρθρα αυτά, τα οποία δηοσιεύονται κατά χρονολογική σειρά είναι τα εξής:
1. Ρόζας Λούξεμπουργκ: «Η υπόθεση Ντρέιφους και η περίπτωση του Μιλεράν» (1900)
2. Απόφαση του 2ου Συνεδρίου της Κομμουνιστικής Διεθνούς: «Τα Κομμουνιστικά Κόμματα και ο Κοινοβουλευτισμός» (1921)
3. Β. Ι. Λένιν: «Για τον κοινοβουλευτισμό» (1921)

Τα δύο πιο ύστερα κείμενα που δημοσιεύονται στην ενότητα αυτή αποτελούν στην ουσία ντοκουέντα του 2ου Συνεδρίου της Γ’ Διεθνούς για την επαναστατική κοινοβουλευτική δουλειά.
Το ένα είναι η απόφαση του Συνεδρίου που πάρθηκε με την άμεση συμβολή του Λένιν και το άλλο ομιλία του Λένιν στα πλαίσια του ίδιου Συνεδρίου, όπου αντιμετωπίζει απόψεις του Μπορντίγκα και άλλων που αρνούνταν συνολικά την ανάγκη συμμετοχής των κομμουνιστών στα αστικά κοινοβούλια.

Όσον αφορά αυτό το τελευταίο άρθρο πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι την περίοδο εκείνη η γραμμή της κοινοβουλευτικής ενσωμάτωσης που είχε αναπτυχθεί σε αρκετά εργατικά κόμματα τροφοδότησε και τη λαθεμένη αντίδραση μιας ομάδας κομμουνιστών (με χαρακτηριστική περίπτωση τον Μπορντίγκα), οι οποίοι υποστήριζαν ότι το επαναστατικό κόμμα δεν πρέπει καν να αξιοποιεί θεσμούς του αστικού κράτους, όπως οι εκλογές και το κοινοβούλιο, αλλά να επικεντρωθεί στην άμεση προετοιμασία της ένοπλης εξέγερσης. Παρά το γεγονός ότι στις μέρες μας αυτές οι απόψεις είναι σχεδόν ανύπαρκτες στο κομμουνιστικό κίνημα, το άρθρο του Λένιν έχει αξία γιατί δε στέλεται απλώς στην καταπολέμηση των απόψεων περί μη συμμετοχής στις εκλογές, αλλά αναδεικνύει και από ποια σκοπιά πρέπει να συμμετέχουν οι κομμουνιστές στις εκλογές και το αστικό κοινοβούλιο.

Αντί επιλόγου, αντιγράφεται και (ανα)δημοσιεύεται η κατακλείδα από το άρθρο της Λούξεμπουργκ.

Η μοναδική μέθοδος, με τη βοήθεια της οποίας μπορούμε να επιτύχουμε την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, είναι η ταξική πάλη. Μπορούμε και πρέπει να διεισδύσουμε σε όλους τους θεσμούς της αστικής κοινωνίας και να αξιοποιήσουμε όλα τα γεγονότα που συμβαίνουν εκεί και τα οποία μας επιτρέπουν να διεξάγουμε την ταξική πάλη. Από αυτήν ακριβώς την οπτική υπαγορευόταν η συμμετοχή των σοσιαλιστών στην υπόθεση Ντρέιφους ως μέτρο με στόχο τη διατήρηση της παρέμβασής τους. Αλλά είναι ακριβώς από αυτή την ίδια οπτική που η συμμετοχή στην αστική εξουσία φαίνεται να αντενδεικνύεται, γιατί η ίδια η φύση της αστικής κυβέρνησης αποκλείει τη δυνατότητα της σοσιαλιστικής ταξικής πάλης. Δεν είναι ότι φοβόμαστε για τους σοσιαλιστές τους κινδύνους και τις δυσκολίες της υπουργικής δραστηριότητας· δεν πρέπει άλλωστε να αποσυρόμαστε μπροστά στο φόβο κανενός κινδύνου ή δυσκολίας που συνδέεται με το πόστο στο οποίο είμαστε τοποθετημένοι από τα συμφέροντα του προλεταριάτου. Αλλά γενικά ένα υπουργείο δεν είναι πεδίο δράσης για ένα κόμμα της πάλης των προλεταριακών τάξεων. Ο χαρακτήρας της αστικής κυβέρνησης δεν καθορίζεται από τον προσωπικό χαρακτήρα των μελών της, αλλά από την οργανική της λειτουργία στην αστική κοινωνία. Η κυβέρνηση του σύγχρονου κράτους είναι επί της ουσίας ένας οργανισμός ταξικής κυριαρχίας, η ομαλή λειτουργία του οποίου αποτελεί έναν από τους όρους ύπαρξης του ταξικού κράτους. Με την ένταξη ενός σοσιαλιστή στην κυβέρνηση και την ταξική κυριαρχία να συνεχίζει να υπάρχει, η αστική κυβέρνηση δε μετατρέπεται σε σοσιαλιστική κυβέρνηση, αλλά αντίθετα, ένας σοσιαλιστής μετατρέπεται σε αστό υπουργό. Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις που μπορεί να πραγματοποιήσει ένας υπουργός που είναι φίλος των εργατών δν έχουν από μόνες τους τίποτα το σοσιαλιστικό· είναι σοσιαλιστικές μόνο στο βαθμό που κατακτιούνται μέσα από την ταξική πάλη. Αλλά προερχόμενες από έναν υπουργό, οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις δεν μπορεί να έχουν τον χαρακτήρα της προλεταριακής τάξης, παρά μόνο τον χαρακτήρα της αστικής τάξης, γιατί ο υπουργός, από τη φύση του πόστου που καταλαμβάνει, προσδένεται σε αυτή την τάξη απ’ όλες τις λειτουργίες μιας αστικής μιλιταριστικής κυβέρνησης. Ενώ στο κοινοβούλιο ή στο δημοτικό συμβούλιο, κατακτάμε χρήσιμες μεταρρυθμίσεις καταπολεμώντας την αστική κυβέρνηση, με την κατάληψη ενός υπουργικού πόστου φτάνουμε στις ίδιες μεταρρυθμίσεις στηρίζοντας το αστικό κράτος. Η είσοδος ενός σοσιαλιστή σε μια αστική κυβέρνηση δεν είναι, όπως πολλοί νομίζουν, μια μερική κατάκτηση του αστικού κράτους από τους σοσιαλιστές, αλλά μια μερική κατάκτηση του σοσιαλιστικού κόμματος από το αστικό κράτος.

Παρασκευή, 12 Δεκεμβρίου 2014

Τέσσερα βιβλία και μία συζήτηση

Έχοντας δει τα νέα της αριστερής πτέρυγας της ανταρσυα (ναρ), σήμερα θα περάσουμε στο άλλο τμήμα της,  την όσμωσή του με τη ρίζα (τουλάχιστον) του σύριζα και την προοπτική της αριστερής κυβέρνησης. Ο τίτλος της ανάρτησης θυμίζει ταινία, ενδεχομένως και σίριαλ του παπακαλιάτη (αν και όλοι αρνούνται το ρόλο του σεχταριστή αυνάνα): τέσσερα βιβλία, τέσσερις ομιλητές, το 4ο συνέδριο της κομιντέρν και το τεσσάρι της τροτσκιστικής διεθνούς. Αναφέρεται όμως σε μια εκδήλωση του περασμένου μήνα, που διοργάνωσαν: το εκδοτικό της αραν (εκτός γραμμής), το r project της δεα κι ο σύλλογος κορδάτος (διάσπαση του ικεα, με λιόση, καλτσώνη, κτλ). Για την οποία πιθανότατα θα υπήρχε πιο αναλυτικό ρεπορτάζ στο μπλοκ, αν η κε δεν είχε φροντίσει να χάσει τις σημειώσεις που κράτησε κατά τη διάρκειά της. Συνεπώς θα περιοριστώ στην επισήμανση και το σχολιασμό κάποιων βασικών σημείων που μου εντυπώθηκαν –καθώς έχουν περάσει κι αρκετές μέρες έκτοτε.


 Οι ομιλητές κατά σειρά ήταν: ο λιόσης από τον κορδάτο και ο μπελαντής από το κεντρικό όργανο του σύριζα (συγγραφείς δύο εκ των τεσσάρων βιβλίων). Και ακολούθως ο νταβανέλος της δεα και ο πι σωτήρης της αραν. Με άλλα λόγια: δυο αλτουσεριανοί, που δεν ανήκουν όμως στον ίδιο πολιτικό χώρο. Ένας τροτσκιστής, που είναι όμως στον ίδιο πολιτικό χώρο (σύριζα) με τον ένα αλτουσεριανό. Κι ένας.. εγώ θα τον έλεγα μάλλον μπρεζνιεφικό, σε αντίθεση με τους υπόλοιπους, που θα τον έλεγαν μάλλον σταλινικό, που μοιάζει να είναι πιο κοντά στο «δεξιό, ενωτικό» κομμάτι της ανταρσύα, που πρεσβεύει ο έτερος αλτουσεριανός.

Μπορεί βέβαια αυτές οι κατηγοριοποιήσεις με τα κουτάκια να είναι κάπως αντιδιαλεκτικές. Όμως έχουν αφενός πλάκα κι αφετέρου ως πηγή έμπνευσης το παράρτημα του βιβλίου του λιόση για την κομιντέρν και τα μέτωπα, με τις ηγετικές της προσωπικότητες και πινακάκια, που κωδικοποιούν τις θέσεις τους για διάφορα ζητήματα (κάτι σαν ενωτικομετωπόμετρο δηλ, όπως θα το ονόμαζε και το λαϊκό στρώμα, όταν ακόμα έγραφε κείμενα και δεν κορόιδευε την κοινωνία όλη). Παρεμπιπτόντως, με βάση την αξιολόγηση του συγγραφέα, ούτε ο στάλιν δε βγαίνει μονοσήμαντα «καλός κι ενωτικός», ούτε ο τρότσκι τόσο «κακός και αντιδιαλεκτικός», όσο θα περίμενε κανείς από έναν κατήγορο της.. τρισκατάρατης «τροτσκιστικής στροφής» του κκε (το γιατί θα φανεί κατά τη γνώμη μου παρακάτω).

Και οι τέσσερις ομιλητές είναι για παράδειγμα υπέρ μιας κυβέρνησης (είτε την πούμε εργατική, είτε της αριστεράς, κυβέρνηση ααδμ, κτλ) στο έδαφος του καπιταλισμού, που θα προκαλεί ρήγματα και θα ανοίγει θεωρητικά άλλους δρόμους, κτλ. Παράλληλα έχουν διαφορετικές ιστορικές αναφορές και αντικρουόμενες θεωρητικές αντιλήψεις για την τακτική των λαϊκών μετώπων στο μεσοπόλεμο. Αλλά παρεμφερή θέση, από την άλλη, για τα μέτωπα και την κοινή δράση στο σήμερα (στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος, κτλ), που αμβλύνει τις όποιες διαφωνίες και τις περιορίζει σε ιστορικό-ιδεολογικό επίπεδο. Αν περίμενε λοιπόν κανείς κάποια σκληρή αντιπαράθεση, πάνω στο θέμα των βιβλίων και με αφορμή τη συζήτηση, μεταξύ του τροτσκιστή και του ‘σταλινικού’, θα απογοητεύτηκε. Η μόνη κάπως αιχμηρή στιγμή ήταν η αναφορά του λιόση στην τροτσκιστική θέση (δε γνωρίζω αν υπάρχει κι εδώ κάποιος διαχωρισμός μεταξύ όσων είπε ο τρότσκι κι οι επίγονοί του, δηλ τροτσκική και τροτσκιστική θέση, κατά το δίπολο «μαρξική-μαρξιστική») για ανοιχτά σύνορα στους μετανάστες. Αλλά κι αυτό ξεπεράστηκε χωρίς πολλά-πολλά, τουλάχιστον επί σκηνής.

Από τις εισηγητικές ομιλίες ξεχώρισα τα εξής.
Ο λιόσης ανέπτυξε το σταθερό πολιτικό μοτίβο των δεκατοπεμπτιστών, κι αναφερόμενος στο κόμμα είπε ότι φάνηκε μεν να κάνει μια μικρή στροφή στη σεχταριστική τακτική του με το συλλαλητήριο της 1ης νοέμβρη, αλλά αυτή ήταν πρόσκαιρη και υποκριτική. Ο μπελαντής του σύριζα αναγνώρισε ανοιχτά τη δεξιά στροφή που πραγματοποιεί ο σύριζα την τελευταία διετία (μετά τις εκλογές του 12’ χοντρικά), αλλά την απέδωσε στη γενική κινηματική καθίζηση της κοινωνίας. Αντί δηλ να εξετάσεις τις ευθύνες του σύριζα (που εκτίναξε τα εκλογικά του ποσοστά) για αυτή την υποχώρηση, αντέστρεψε το λογικό σχήμα μαζί με την πραγματικότητα κι εμφάνισε το αίτιο (ή τέλος πάντων ένα βασικό παράγοντα) ως συνέπεια κι αποτέλεσμα του φαινομένου.

Ο νταβανέλος ανέπτυξε ουσιαστικά τα σημεία που βάζει και στην εισαγωγή της έκδοσης του ρεντ μαρκς (θα αναφερθούμε παρακάτω), επιμένοντας πως το μέτωπο δε νοείται ως συμμαχία μεταξύ μας, αλλά με κάποιον πέρα από εμάς –επιχειρώντας ουσιαστικά να δικαιολογήσει την πολιτική επιλογή της δεα και τη συμμετοχή της στο σύριζα. Ομολογώ πάντως πως κάπου χάνω το λογικό πολιτικό ειρμό μεταξύ της απόρριψης των λαϊκών μετώπων ως τακτικής συμμαχίας με τη σοσιαλδημοκρατία και με αστικές δυνάμεις, και της τωρινής συμμαχίας με το σύριζα. Εκτός και αν ο σύριζα θεωρείται γενικά εργατικό κόμμα –κι όχι αστική δύναμη. Και ποιος είναι τότε η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία;

Ο πι σωτήρης τέλος ανέπτυξε ένα μέρος της προβληματικής του μπαλιμπάρ σε έξι κείμενά του που περιέχει η έκδοση του «εκτός γραμμής» για την έννοια του «βραχυκυκλώματος» μεταξύ πολιτικής κι οικονομίας. Ενδεχομένως να αδικώ κατάφορα το βιβλίο και την ουσία του, αλλά προσωπικά έχω βαρεθεί εκείνο το είδος των γάλλων μαρξιστών, που μελετούν κάποια φαινόμενα, για να τους δώσουν μια νέα, ιδιαίτερη ονομασία, που θα τους κάνει να ξεχωρίσουν από τους υπόλοιπους στοχαστές. Είναι αυτό που ο τάδε ονομάζει «συμβάν», «βραχυκύκλωμα», «ιδεολογικούς μηχανισμούς», ακούμε πολύ συχνά, χωρίς κερδίζουμε πολύ (και όχι πολλά, δεν είμαστε κύπριοι) περισσότερα, πέρα από την χαρά μας για τα βαφτίσια και το όνομα.

Κοινή συνισταμένη πάντως των τριών (τουλάχιστον) τελευταίων εισηγητών μου φάνηκε πως ήταν μια λογική που παρουσιάζει το σύριζα ως ανοιχτό στοίχημα κι ένα φάσμα δυνατοτήτων, που πρέπει να παλέψουμε, για να το καθορίσουμε με ευνοϊκό για εμάς τρόπο. Λες και ο σύριζα είναι γενικά και αφηρημένα πεδίο ταξικής πάλης –και όχι κόμμα που παίρνει θέση σε αυτήν, από τη μια ή από την άλλη πλευρά ή και με ένα πόδι σε κάθε βάρκα. Περίπου όπως παρουσίαζε δηλ επί πολλά χρόνια ο ευρωκομμουνισμός την εοκ και τη μετεξέλιξη της εε. Να παλέψουμε δηλ εμείς, για να αποδειχτεί φιλολαϊκός ο σύριζα, αλλιώς η ευθύνη θα βαραίνει εμάς!


Κλείνοντας την ανάρτηση, αξίζει να σταθούμε στα βιβλία που έδωσαν την αφορμή για τη συζήτηση και ειδικότερα το βιβλίο του τζον ρίντελ για το ενιαίο μέτωπο, τη συζήτηση και τις θέσεις του 4ου συνεδρίου της κομμουνιστικής διεθνούς, που ρίχνει φως σε πτυχές της ιδεολογικο-πολιτικής διαπάλης στα πλαίσια της κομιντέρν –υπ’ όψιν πως η ελληνική έκδοση είναι κατ’ ουσίαν ένα μικρό απόσπασμα από την αντίστοιχη δουλειά του συγγραφέα στα αγγλικά, που εκτείνεται σε χιλιάδες σελίδες. Με αυτή την έννοια, και παρά την όποια πολιτική ερμηνεία μπορεί να δίνει στην εισαγωγή του ο –τροτσκιστικών αναφορών- συγγραφέας, το υλικό του βιβλίου βοηθάει τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα την ουσία, το διακύβευμα και το σύνθετο χαρακτήρα της διαπάλης αυτής. Και βασικά να μείνει μακριά από τις εύκολες κι απλοϊκές απαντήσεις, όσων επιλέγουν από τον μπουφέ της ιστορίας και της ιδεολογίας εκείνες μόνο τις θέσεις που είναι βολικές για το αρχικό συμπέρασμά τους: μέτωπα καλά, σοσιαλφασισμός κακός, ενιαίο καλό, λαϊκό κακό, δύο πόδια κακά, τέσσερα καλό, κοκ.