Κυριακή, 21 Σεπτεμβρίου 2014

Ζήτω η ΚΝΕ-Οδηγητή

Η δεύτερη μέρα του φεστιβάλ είναι για την κε του μπλοκ κάτι σαν ανάπαυλα –όπως είχαμε πει και στις ανταποκρίσεις από τη θεσσαλονίκη- όπου χωνεύεις όσα είδες την προηγούμενη και κρατάς δυνάμεις για την κορύφωση της επόμενης. Οπότε έχουμε την ευκαιρία να δούμε τον χώρο από την αρχή, παράλληλα με το πόρταλ και την ξενάγηση του ευσταθίου –που αν τη δουν προσεκτικά οι φίλοι του μπλοκ, μπορεί να σκοντάψουν σε γνωστές φυσιογνωμίες.

Ποια είναι όμως η αρχή, αφού υπάρχουν τρεις –και παραπάνω- είσοδοι; Εν αρχή ην η λαϊκή σκηνή γιατί από εκεί αρχίζουν τα πλακάτ με τα στιγμιότυπα από την ιστορία του φεστιβάλ, από το πρώτο έως τα πιο πρόσφατα, κι όπως προχωράς νιώθεις σα να ενώνεις τις αριθμημένες κουκίδες, που ίσως να σχηματίζουν κάτι, κάποιο απόκρυφο κομμουνιστικό σύμβολο, με ανάστροφα μηνύματα στο υποσυνείδητο, κτλ, αλλά μόνο από ψηλά θα μπορούσες να δεις τι είναι, αν είχες πχ αυτό το αεροπλανάκι που πετάει πάνω από τα κεφάλια μας, παίρνοντας πλάνα θεωρητικά, αλλά εσύ δεν τα χάφτεις αυτά εύκολα και έχεις μια ακλόνητη απόδειξη πως μας ψεκάζουνε.

Αριστερά στη διεθνούπολη συνυπάρχουν ειρηνικά γάλλοι κι αλγερινοί (στο ίδιο κιόσκι λόγω γλώσσας), παλαιστίνιοι με την κν ισραήλ, το ειρηνικό πέρασμα του τσάβες κι η κριτική στήριξη της κν βενεζουέλας με το ένοπλο κίνημα των κολομβιανών φαρκ, ρώσικα ημερολόγια με το στάλιν και γραμματόσημα με τον τίτο από τους γιούγκους, που έχουν μια απίστευτη συλλογή από κονκάρδες παντός είδους –και με το όνομά τους μου θύμισαν τον τάνιεβιτς, έναν προπονητή μπάσκετ, που έλεγε στους δημοσιογράφους: ..δεν ξέρω τι μου λέτε για σέρβους, κροάτες, βόσνιους, εγώ γιουγκοσλάβος γεννήθηκα κι έτσι θα συστήνομαι μέχρι να πεθάνω.

Όπως συνυπάρχουν ειρηνικά οι κολεκτίβες (των λαών της ισπανίας) με τη ρεφορμιστική κν ισπανίας, που έρχεται ωστόσο ως μέλος της ποδν και είχε μια φοβερή μπλούζα «BASTA YA» (φτάνει πια) με τη μαφάλντα, που έλεγε για τις γυναίκες «διπλά καταπιεσμένες, διπλά εκμεταλλευόμενες» κι έγινε ανάρπαστη από την πρώτη κιόλας μέρα. Κι όταν ρωτάς τους ισπανούς (τους καλούς, με τη σημαία της ρεπούμπλικα) για το εθνικό ζήτημα και την αυτονομία των κοινοτήτων (comunidades), σου λένε πως ονειρεύονται μια ομόσπονδη σοσιαλιστική ισπανία και πως η αυτονομία δεν είναι αυτόνομο αίτημα, γιατί τι να την κάνεις μια ανεξάρτητη καταλονία πχ αν είναι μέλος της εε;
-Ναι αλλά μήπως αυτά τα λέτε έτσι εύκολα, γιατί είστε μαδριλένοι;
-Νο, no, pais vasco, σου απαντάνε και σε αφήουν jilipolla, boquiabierto –με ανοιχτό στόμα τέλος πάντων.

Βλέπεις τα συνθήματα της κν βενεζουέλας για εμβάθυνση (profundizacion) του προτσές και κάνεις άθελα το συνειρμό με τη διεύρυνση και τη διαπλάτυνση (η επιμήκυνση δεν είχε προκύψει ακόμα) της δημοκρατίας, που έλεγαν οι δικοί μας αναθεωρητές. Κι αναρωτιέσαι αν η πιο εξωτική παρουσία είναι οι σφοι από τη σρι λάνκα (που έχουν πλήρη εξοπλισμό με υλικά στα αγγλικά) ή οι ιρλανδοί, που και αυτοί αγγλικά μιλάνε, αλλά έχουν κάτι look left φυλλάδια στον πάγκο τους –εδώ υπάρχει παμε, δεν είναι ιρλανδία.

Βλέπεις τους πάγκους των εργατών της κόκα-κόλα, τους σχολικούς φύλακες, τις απολυμένες καθαρίστριες –ενώ την τρίτη μέρα ήρθαν κι οι απολυμένοι εργαζόμενοι της ερτ. Προσπερνάς τους πάγκους των κάθε λογής πλανόδιων και τα «διαφυγόντα έσοδα» της οργάνωσης, σα μικρογραφία της σκιώδους οικονομίας στη σοβιετική κόκκινη πολιτεία, που τους δέχεσαι σαν αναγκαίο κακό, όπως το χρήμα και το κατάλοιπο των εμπορευματικών σχέσεων στο σοσιαλισμό –σε έναν πάγκο με λουκουμάδες μάλιστα φορούσαν κόκκινα μπλουζάκια με κίτρινα γράμματα, για να φαίνεται πως είναι του φεστιβάλ και να ξεγελιούνται οι δικοί μας. Και φτάνεις περήφανος στους ταξικούς λουκουμάδες της κνε, που φέτος έχουν καινοτομία, μια μπάλα παγωτό για συνοδεία, αν θέλεις. Οι (ιπ)πότες σύντροφοι χάρηκαν, γιατί φέτος, λέει, είχαμε βαρελίσια μπύρα. Ενώ εγώ από τα κρέατα εκτίμησα περισσότερο το λουκάνικο –κι ας μην του βάζουν εδώ μουστάρδα, όπως στη λδ του βορρά.

Συναντάς το αθλητικό στέκι με τις επιδείξεις πολεμικών τεχνών, που έχει πολλούς θεατές, αλλά λίγους τολμηρούς που μπαίνουν στο ταρτάν, γιατί οι άλλοι φοβούνται πως θα φάνε ξύλο. Τη λιμνούλα με τις πάπιες και το αβύθιστο πλεούμενο με το σήμα της κνε, που κινδύνευσε κάποτε σαν τον τιτανικό αλλά είχε γερούς δεσμούς με το λαό κι αυτό την έσωσε. Τη μαθητική σκηνή με το πινκ-πονκ, τα γκράφιτι, τις ζωγραφιές και τον χώρο, όπου την πρώτη μέρα ο βάης κι ο ζάχαρης δίδαξαν σκίτσο, στρατηγικό σχέδιο και τακτική ευελιξία στους μικρούς μαθητές τους. Το περίπτερο για την πάλη ενάντια στα ναρκωτικά, όπου είχε και παράσταση καραγκιόζη με προλεκάλτ στοιχεία πχ για την πάφο της κύπρου που ριμάρει με τον μπάφο και τις μυστήριες καλλιέργειες που επιδοτούν τα ευρωπαϊκά προγράμματα, φέρνοντας την ανάπτυξη. Κι όταν την πέτυχα, πιο πολύ οι μεγάλοι έβλεπαν και γελούσαν, παρά τα μικρά παιδιά, που δεν έπιαναν τα υψηλά νοήματα.

Η δεύτερη μέρα ξεκίνησε με ομιλίες-συζητήσεις για την ανεργία, τα εργοστράσια που κλείνουν, τη 40χρονη διαδρομή και τις προοπτικές του φεστιβάλ (με το μηλιώνη και τη μηλιαρονιολάκη που ξεκίνησε και ξέχασε να σταματήσει) και για τις αθέατες όψεις-διεργασίες στο αστικό πολιτικό σκηνικό (με την μπέλλου), που για να πω τη μαύρη –σαν αντίδραση- αλήθεια μου, νιώθω πως μόνο τον τελευταίο χρόνο το έχω πετύχει σε δέκα τουλάχιστον παραλλαγές άρθρων, που αναπτύσσουν παρόμοιες σκέψεις. (Θυμάμαι παρεμπιπτόντως που διάβαζα πρόσφατα την εισαγωγή της μπέλλου στο βιβλίο ο λένιν τον οκτώβρη, και κολλήσαμε με μια σφισσα σε μια διατύπωση για «τη διαστρέβλωση της αντεπανάστασης» -sic- όπου εννοούσε προφανώς ότι οι αστοί δημοσιολόγοι την παρουσιάζουν ως το τέλος της ιστορίας, απελευθέρωση των λαών αυτών, ένωση της ευρώπης χωρίς το τείχος που την χώριζε, κτλ. Αλλά εμείς με τρολεκάλτ διάθεση σκεφτήκαμε διαδηλωτές να φωνάζουν: κάτω τα χέρια από την αντεπανάσταση, όχι στη διαστρέβλωση του ιστορικού της χαρακτήρα, κτλ.

Τέλος πάντων από τις συζητήσεις κάναμε απλώς ένα πέρασμα και προτιμήσαμε να δούμε στην κεντρική σκηνή το βίντεο για τη 40χρονη διαδρομή του φεστιβάλ, που είναι μια πολύ καλή δουλειά και αξίζει να τη δει κανείς και να ταξιδέψει στους πιο εμβληματικούς σταθμούς αυτής της πορείας. Το 3ο φεστιβάλ στο άλσος περιστερίου, όπου απήγγειλε πρώτη φορά ο ρίτσος το ποίημά του για τα παιδιά της κνε, και διηγούνταν η εύα μελά πως είχαμε βρει ένα σκουπιδότοπο με ψόφια άλογα (!) που το μεταμορφώσαμε και τον αναδείξαμε, αλλά η κυβέρνηση της νδ αντιδρούσε και δεν ήθελε να μας το δώσει. Για το 6ο φεστιβάλ με την τιμητική θέση για τη σωτηρία βασιλακοπούλου, που είχε δολοφονηθεί δύο μήνες πριν, στην πύλη της ετμα. Το 8ο φεστιβάλ, όπου πάγωσαν όλοι μόλις αναγγέλθηκε από τα μεγάφωνα ο θάνατος του μάνου λοΐζου στη μόσχα. Το 10ο φεστιβάλ και το ρεπορτάζα της ερτ για ένα χιλιάνικο συγκρότημα που ήταν στο εξωτερικό όταν έγινε το πραξικόπημα και δεν μπορούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του. Το 18ο (το 92’), όπου η δεη έκοψε προκλητικά το ρεύμα για μισή ώρα. Τα φεστιβάλ του 99’ και του 07’, με την προσφορά της οργάνωσης στους σεισμόπληκτους της ρικομέξ και τους πυρόπληκτους της ηλείας αντίστοιχα. Το φεστιβάλ κκε-κνε στα 90χρονα του κόμματος. Παλιά στιγμιότυπα με τον ξυλούρη, το ρίτσο, τον κατράκη, το μητροπάνο. Η παραστατικότητα στις αφηγήσεις του καζάκου κι η γροθιά του στο τραπέζι, που περνούσε από τα μικρόφωνα και έφτανε στα δικά μας αυτιά. Και ο θου μου (θάνος μικρούτσικος) να λέει πως το σύνθημα του φεστιβάλ τα επόμενα χρόνια πρέπει να είναι: ελάτε να βρούμε το καινούριο..

Κι έχει δίκιο από μία άποψη. Εδώ όμως κι η δικιά του γενιά δημιουργών, με την πείρα, το ταλέντο και την καλλιέργειά της, δυσκολεύεται να βρει την καινούρια μορφή που να συναρπάζει τα πλήθη, χωρίς να υστερεί σε ποιότητα. Και ζούμε γενικά σε μια περίεργη εποχή τεράτων, όπου το καινούριο «πάλιωσε» και αργοπεθαίνει, προτού καλά-καλά γεννηθεί, ενώ το παλιό πλασάρεται ως νέο κι ανακτά ραγδαία τις χαμένες θέσεις του. Οπότε κάποιοι πείθουν τον εαυτό τους πως τα σύγχρονα τέρατα είναι στην πραγματικότητα αριστουργήματα. Και κάποιοι άλλοι στρέφονται στην ασφαλή αγκαλιά των δράκων του παραμυθιού και του παρελθόντος: το λαϊκό ρεμπέτικο, τα τραγούδια της μεταπολίτευσης, τη σοβιετική ένωση και την κληρονομιά της..

Κατά τα άλλα, ολοκληρωθήκαμε ως επισκέπτες του φεστιβάλ ακόυγοντας το «προλετάριοι όλων των χωρών ενωθείτε» από την κατερίνα παπουτσάκη –που ήταν πάντως πολύ καλή στην απαγγελία της. Και μετά.. «θάνατος είναι ο βασίλης που χτυπιέται επί σκηνής, κοροϊδεύοντας τον κόσμο που τον αγάπησε». Και στο τέλος μας είπε να βρισκόμαστε όλο και πιο συχνά, που ακούστηκε πιο πολύ ως απειλή, σε αυτή την κατάσταση που βρίσκεται. Κι ενώ τραγουδούσε το πουέρτο ρίκο, ερνέστο τονε λέγανε ή νίκο, συμπλήρωσε μόνος του: ερνέστο τσε γκεβάρα τον έλεγαν, νίκο μπελογιάννη τον έλεγαν, νίκο τεμπονέρα, παύλο φύσσα, γρηγορόπουλο, καλτεζά, τον έλεγαν.

Στη μαθητική σκηνή οι κολεκτίβα ικανοποιούσαν το φανατικό τους κοινό –αλλά δύσκολα θα κρατούσαν κάποιον που δεν ανήκε σε αυτό. Ενώ στη λαϊκή σκηνή οι ικαριώτες έλεγαν ζήτω η κνε-οδηγητή (εξ ου κι ο τίτλος του κειμένου), καλούσαν όλο τον κόσμο που δεν έχει έρθει στην ικαρία να επανορθώσει άμεσα το λάθος του, και θα μπορούσαν να τραγουδάν ακόμα, αν δεν τους έκοβε σταλινικά, με τακτ, στη μέση του «πώς το τρί- πώς το τρίβουν το πιπέρι» που έχει τελετουργία ολόκληρη, η σφισσα από το μεγάφωνο: τεσσαρακοστό φεστιβάλ κνε-οδηγητή..


Τόσο απότομα, όπως θα τελειώσει κι αυτό το κείμενο δηλ..

Σάββατο, 20 Σεπτεμβρίου 2014

Να εκσυγχρονιστούμε σύντροφοι

Υπάρχει ένας νόμος για το φεστιβάλ που (είναι το δίκιο του εργάτη και) λέει πως η καλύτερη μέρα, από μία άποψη, είναι η πρώτη, γιατί δεν έχει πανικό από κόσμο κι ουρές, οπότε μπορείς να το γυρίσεις άνετα και να το φχαριστηθείς, μαζεύοντας πληροφορίες κι υλικό για ό,τι σου φαίνεται καινούριο κι ιδιαίτερο –ενώ τις άλλες μέρες, δε βρίσκεις τόσα πράγματα να σου κάνουν εντύπωση. Κι έτυχε δηλ κι υποκειμενικά να μας γεμίζει περισσότερο το πρόγραμμα της πέμπτης, που ήταν αφιερωμένο στην πάλη ενάντια στο φασισμό και το σύστημα που τον γεννά και πιο ειδικά, λόγω της ημέρας, στον παύλο φύσσα, στη μνήμη του οποίου κρατήθηκε ένα λεπτό σιγής σε όλο τον χώρο του φεστιβάλ, που τηρήθηκε ευλαβικά, με πολύ υποβλητικό τρόπο, από δεκάδες χιλιάδες κόσμου.

Είχε όμως κι άλλες ιδαίτερες πινελιές η μέρα. Με κορυφαία ίσως την εμφάνιση και το σπιρτόζικο κωμικό ρόλο του ζαραλίκου στη μαθητική σκηνή, που δεν έμεινε στον απλό χαβαλέ, αλλά έκανε έξυπνη πολιτική σάτιρα –είδος προς εξαφάνιση στις μέρες μας.
Και τι δεν είπε ο άνθρωπος... Για τη σχέση του έντεχνου με τον πόνο του αεκτζή, που βλέπει βουναλάκια στην άμμο να τα παίρνει το κύμα και δακρύζει, γιατί θυμάται το γήπεδο στη φιλαδέλφεια. Για τον αεκτζή μίλτο πασχαλίδη και τις «βυθισμένες άγκυρες επάνω στο κορμί του» που παραπέμπουν κατευθείαν στον υποβιβασμό στη γάμα εθνική. Για τη θήβα που παράγει κυρίως κρεμμύδια και πατάτες, και το θηβαίο, που πάει κλαμμένος και κλασμένος από χέρι, χωρίς καν να κάνει κίνηση να διεκδικήσει αυτή που θέλει, γιατί.. «πόσο πολύ σε αγάπησα, ποτέ δε θα το μάθεις». Πόνος κι εντεχνίλα!

Για την ανάγκη να εκσυγχρονιστεί το κουκουέ (ξεφεύγοντας κι από αυτή την εντεχνίλα στο φεστιβάλ), να όπως ο κουβέλης, που δε μιλάει για αυτοκτονίες κι απολύσεις, αλλά για απαγκίστρωση από τη ζωή και το οκτάωρο, και σε σκλαβώνει. Ή όπως ο τσίπρας, που συνάντησε τον πάπα, και γιατί να μην απαντήσει δηλ ο κουτσούμπας πηγαίνοντας στη λέιντι γκάγκα πχ, εκτός κι αν λέει πουθενά ο μαρξ πως δεν μπορούμε να πηγαίνουμε στη λέιντι, οπότε πάσο. Είπε και για την ψυχολογία του μέσου συριζαίου, που απαιτεί ειδική προσέγγιση, γιατί έχει πιει δύο μπύρες, έναν μπάφο, και δε γίνεται να πηγαίνεις εσύ και να του λες για τον ευρωμονόδρομο της λυκοσυμμαχίας, δυο λέξεις οκτώ νοήματα, και να του τινάζεις τα μυαλά στον αέρα.

Έκανε τον παραλληλισμό του άδωνη και της ευγενίας με το ζευγάρι του αδόλφου και της εύας (μπράουν) και μίλησε με τη φωνή του πρώτου, που είναι σαν του χιούι (ή μήπως του ντιούι; μπορεί και του λιούι), αλλά στο πιο ψιλό κι εκνευριστικό. Που δεν είναι κακό από μόνο του δηλ, αλλά δε γίνεται να βγαίνεις πρωί-μεσημέρι-βράδυ, με τέτοια φωνή στην τηλεόραση και το ραδιόφωνο. Μας μίλησε για το πετρέλαιο θέρμανσης, που.. γαμάει, και σου εξασφαλίζει εγγημένα ερωτικό σύντροφο τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Και για τη ζωάρα που κάνουν οι άνεργοι, όπως φαίνεται και στην τελεταία ταινία του παπακαλιάτη, που ζει σε ένα φτωχικό διόροφο στην πλάκα κι έχει ένα σχόλιο που το φωνάζου μοναξιά –αλλά όχι ανεργία ή κατάθλιψη. Κάπου ενδιάμεσα, πέταξε και κάτι περί φράξιας, που ήταν άγνωστη λέξη σε μια κοπέλα, αλλά της εξήγησε πως θα τη μάθει, όταν τη διαγράψουν.

Οι υπεραστικοί, που έπαιζαν αργότερα, δεν έρχονταν για πρώτη φορά αλλά ο ενθουσιασμός ήταν ο ίδιος και ο κόσμος ακόμα περισσότερος, να ακούει τους στίχους για «του αδόλφου τα εγγόνια, τη σαπίλα του ντουνιά» και να ξεσπάει σε αυθόρμητα χειροκροτήματα, πριν καν τελειώσει το τραγούδι. Κι ύστερα από καμιά εικοσαριά χρόνια, στο εξηκοστό φεστιβάλ, οι επόμενες γενιές κνιτών, θα συζητάν για αυτά που δεν έζησαν, αλλά θα ήθελαν να έχουν προλάβει. Το πρώτο φεστιβάλ με το λοΐζο, τα φεστιβάλ με το ρίτσο, τον κατράκη, το θεοδωράκη, το φεστιβάλ στο γαλάτσι με την ομιλία του γράψα –για άλλους λόγους-, το τελευταίο φεστιβάλ του μητροπάνου και... το 40ό φεστιβάλ, όπου τραγούδησε μισή ώρα ο βουρνούκιος των υπεραστικών και (παραδόξως) δεν έβρεξε...!

Στη δική μου καλή τριάδα της πέμπτης μπήκε κι η συζήτηση απέναντι από τη διεθνούπολη με τον γκίκα, από το τμήμα ιστορίας του κκε, για τα 100 χρόνια απ’ τον πρώτο παγκόσμιο ιμπεριαλιστικό πόλεμο που είχε διαφημιστεί αρχικά ως ο πόλεμος που θα έβαζε τέλος σε όλους τους πολέμους! Η εισήγηση του γκίκα κινήθηκε σε πολλά σημεία στο ίδιο μήκος κύματος με το άρθρο του στην προηγούμενη κομεπ για τη στάση των κομμουνιστών πριν και κατά τη διάρκεια του πρώτου παγκόσμιου. Εγώ παραθέτω απλώς κάποεις σκόρπιες σημειώσεις που κράτησα.

Για τη γρήγορη μεταπήδηση της ιταλίας σε άλλο στρατόπεδο, το 15’, και τον εύθραυστο χαρακτήρα των ιμπεριαλιστικών συμμαχιών –σήμερα είσαι, αύριο δεν είσαι. Για το αποικιακό πρόγραμμα που είχαν κάποιοι κατ’ όνομα σοσιαλιστές, προβάλλοντας μάλιστα τον εκπολιτιστικό ρόλο των μητροπόλεων –σα να ακούς χρυσαυγίτη για το μεγαλέξανδρο! Για τα εκατομμύρια οργανωμένα μέλη που ήταν στις τάξεις ή υπό την επιρροή της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά με ευθύνη των ηγετών τους δε δραστηριοποιήθηκαν ποτέ σε αντιπολεμικές πρωτοβουλίες –και το ωραίο της υπόθεσης είναι πως κάποιοι τρέφουν σήμερα ελπίδες για τη σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία, που δεν έχει καν την πολυάριθμη εργατική βάση του παρελθόντος.  Για τον επιλεκτικό αφοπλισμό της ηττημένης γερμανίας, που διατήρησε τις δυνάμεις της στο ανατολικό μέτωπο (ρωσία) και το εσωτερικό της, για να καταπνίξει ένοπλα τις επαναστάσεις που ξέσπασαν. Για το σύνθημα «οι ιμπεριαλιστές τη γη ξαναμοιράζουν..» (με των λαών το αίμα τα σύνορα χαράζουν, που εφαρμόστηκε σχεδόν κυριολεκτικά στην περίπτωση της αφρικής, όπου οι μεγάλες δυνάμεις πήραν τον χάρακα, για να μοιράσουν εδάφη, λες κι έκοβαν ένα ταψί μπακλαβά.

Για την απάντηση του λένιν στους πασιφιστές πως οι λαοί δεν πρέπει με τίποτα να παραδώσουν τα όπλα, τώρα που αναγκάστηκαν να τους τα δώσουν οι αστοί, αλλά να τα κρατήσουν μετατρέποντας τον πόλεμο σε επανάσταση και να τα χρησιμοποιήσουν για τους δικούς τους σκοπούς. Και για την τοποθέτηση του γκίκα περί άμεσης αποδέσμευσης από τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς (τώρα και όχι στη δευτέρα παρουσία) σε αντίθεση με τη ρεφορμιστική λογική που προτάσσει τη στόχο της διάλυσής τους σε κάποιο απώτερο μέλλον-και μέχρι τότε τίποτα.
Κάποιοι φίλοι και σφοι με εμπόδισαν (με την καλή έννοια) να προσέξω το δεύτερο μέρος της εκδήλωσης με τις ερωτοαπαντήσεις, αλλά αυτό δεν αλλάζει το βασικό συμπέρασμα πως οι συζητήσεις του φεστιβάλ της αθήνας είναι μακράν πιο ζωντανές κι ενδιαφέρουσες, από αυτές που συναντάς κατά κανόνα σε άλλες πόλεις.

Πριν αλλάξουμε κατηγορία, παραθέτω με την ευκαιρία ένα ωραίο απόσπασμα από την καινούρια έκδοση της σύγχρονης εποχής, ο Λένιν τον Οκτώβρη, σχετικά με τις αντιθέσεις και τις ιδιαιτερότητες του πρώτου παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού πολέμου.
Ο παγκόσμιος πόλεμος τα αναποδογύρισε όλα. Ο Γερμανός αυτοκράτορας σύρθηκε σε πόλεμο εναντίον του ξαδέρφου του, του βασιλιά της Αγγλίας, και του τσάρου. Ο Άγγλος βασιλιάς βοήθησε να ανατραπεί ο συγγενής του και ο ομόλογός του τσάρος. Οι φιλελεύθερες Αγγλία και Γαλλία δεν άφησαν τους Ρώσους εμιγκρέδες επαναστάτες να γυρίσουν, η μισοφεουδαρχική Γερμανία το έκανε με χαρά. Οι σοσιαλιστές των εμπόλεμων κρατών, σε αντίθεση με κάθε προηγούμενη απόφαση, δεν ψήφισαν κατά, αλλά υπέρ του πολέμου. Οι Άγγλοι εργάτες, αντί να συμμαχήσουν με τους Γερμανούς εργάτες, συμμάχησαν με ττους Άγγλους κεφαλαιοκράτους. Οι Ούγγροι αγρότες, αντί να σμίξουν με τους Ρώσους αγρότες, πήγαν με τους Ούγγρους τσιφλικάδες. Η έννοια του έθνους έγινε ισοδύναμη με αυτή του κράτους και όλα υποτάχτηκαν στο μοναδικό συμφέρον του κράτους.

Από τα υπόλοιπα ξεχώρισα την αφιέρωση του πασχαλίδη στο γιο του μπογιό (που έχει μεγαλώσει, λέει, αρκετά τώρα πια). Και τη διχογνωμία για το ράπερ αφάζα, που κάποιοι σφοι τον παρουσιάζουν ως πολύ αξιόλογο στιχουργό και κάποιοι άλλοι μου λένε πως κινείται στα όρια της γραφικότητας, να χώνει για τα οπορτούνια πχ και να γουστάρει ο στενός δικός μας κύκλος, μέλη κι οπαδοί. Και δεν είναι πως μ’ αρέσει ο κεντρισμός, αλλά δεν έχω προσωπική εικόνα και εκτίμηση, παρά μόνο μια πολύ ισχυρή προκατάληψη απέναντι στο είδος και τη μορφή, που δύσκολα θα ξεπεράσω, για να αποκτήσω προσωπική άποψη.


Υπάρχουν και άλλες εκκρεμότητες από τα στιγμιότυπα της πρώτης μέρας, αλλά θα τις δούμε σε δεύτερη φάση, για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο. Η βασική εκκρεμότητα ωστόσο που μένει ανοιχτή είναι πως η ανταπόκριση θα είχε κανονικά κι ένα κομμάτι από την πορεία στο κερατσίνι για τον παύλο φύσσα. Η αθήνα όμως δεν είναι μια κανονική πόλη, με νορμάλ, ανθρώπινες αποστάσεις. Είναι ένα χάος, όπου σου φεύγει η μαγκιά, καθώς καταπίνεις χιλιόμετρα και τρέχεις να προλάβεις κάτι, που σχεδόν ποτέ δεν το φτάνεις. Κι έτσι η ανάρτηση θα κλείσει με ένα ηχηρό κενό, σαν ένα λεπτό σιγής –αν και όχι τόσο υποβλητικό, όπως αυτό που κρατήθηκε στο φεστιβάλ για τον παύλο φύσσα.

Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Ελλιπής απολογισμός δράσης

Ένας χρόνος από τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα

Αυτά τα επετειακά σημειώματα έχουν κατά βάθος συχνά μελαγχολικό χαρακτήρα, όχι μόνο γιατί αναφέρονται σε ένα θλιβερό γεγονός, όσο γιατί επιχειρούν έναν ελλιπή απολογισμό δράσης για το διάστημα που μεσολάβησε ή μάλλον, για την ακρίβεια, έναν απολογισμό ελλιπούς δράσης. Και είναι τέτοια, δηλ ελλιπής, η δράση μας, όσο δεν εξαλείφει στη ρίζα τους τα αίτια της δολοφονίας του φύσσα και τους δράστες της –όχι ατομικά ως πρόσωπα, ούτε βιολογικά προφανώς, αλλά με πολιτικούς όρους. Όσο δεν χτυπά δηλ το αυγό του ναζιστικού φιδιού και το σύστημα που το εκκολάπτει.
Εκτός κι αν πάρουμε την αρχική εκδοχή στην οποία είχε καταλήξει εγκαίρως ο σκάι, το επόμενο πρωί, ότι δηλ ήταν ένα άτυχο περιστατικό πάνω σε ποδοσφαιρικό καβγά, και το αποδώσουμε στην κακιά στιγμή. Οπότε ευτυχώς που φέτος ο ολυμπιακός (με το δόγμα «no politica» που πρεσβεύουν θεωρητικά οι οργανωμένοι οπαδοί του) ξεκίνησε καλά στο τσου λου φέτος και δε θρηνήσαμε πάλι θύματα.

Ο φύσσας ζει και θα παραμείνει ζωντανός μέσα από όσους τιμούν τη μνήμη του κι αγωνίζονται. Αλλά θα πεθαίνει ξανά και ξανά, κάθε μέρα που οι φασίστες αλωνίζουν ανενόχλητοι, κερδίζουν έδαφος, ρίχνουν το δηλητήριό τους σε λαϊκές και νεανικές συνειδήσεις. Η φετινή επέτειος προσφέρεται λοιπόν μεταξύ άλλων για να μετρήσουμε τα βήματα που έχει κάνει η δική μας πλευρά και να τα συγκρίνουμε με αυτά που μέτρησε αντίστοιχα ο αντίπαλος στο ίδιο διάστημα.

Για τη δική μας πλευρά είναι καταρχάς μείζον ζήτημα κατά πόσο η οργή και η αγανάκτηση των πρώτων ημερών –που υποχρέωσε τα ναζιστικά φίδια να λουφάξουν στα αυγά τους και να παραμείνουν υπό υψηλή προστασία- μεταφράστηκε έμπρακτα σε οργανωμένη υλική δύναμη, χωρίς να ξεθυμάνει, κατά πόσο απέκτησε δηλ μόνιμα χαρακτηριστικά και πέτυχε να απομονώσει τους χρυσαυγίτες στις γειτονιές ή στη ζώνη του περάματος ειδικά –όπου είχαν νιώσει αρκετά δυνατοί, για να αποτολμήσουν μια θρασύδειλη επίθεση κατά των δυνάμεων του παμε.
Είναι ζήτημα δηλ κατά πόσο έχει προχωρήσει στην πράξη αυτό που έβαζε πέρσι τέτοιο καιρό η ανακοίνωση του κόμματος για τη δολοφονία του 34χρονου στο κερατσίνι:
Ο λαός κι η νεολαία έχουν τη δύναμη να σταματήσουν τη δολοφονική δράση των ναζιστών. Τα σωματεία των εργαζομένων, οι μαζικοί φορείς σε πόλεις και ύπαιθρο, οι λαίκές επιτροπές μπορούν να απομονώσουν τους θρασύδειλους δολοφόνους της ΧΑ και να προστατεύσουν το λαό από το δηλητήριο και τη δράση τους. Να δυναμώσουν τη λαϊκή συμμαχία για να μπει τέρμα στη δράση των ναζί και του συστήματος που τους θρέφει.

Δεν είναι στις προθέσεις μου ούτε στις δυνατότητές μου να κάνω αυτόν τον απολογισμό. Θα σημείωνα μόνο ότι είναι ζητούμενο προς ανάκτηση ή και περαιτέρω ανάπτυξη ο παλιός τρόπος δουλειάς που είχαν ή έχουν ακόμα ως ένα βαθμό κατακτημένο οι κομμουνιστές: ανάλυση της κατάστασης, του συσχετισμού δύναμης, των στόχων που βάζουμε, των πρακτικών μέτρων που απαιτούνται για να επιτευχθούν. Με άλλα λόγια να καταρτίσουμε ένα σχέδιο, να το ακολουθήσουμε πιστά, να αποτιμήσουμε κριτικά τα θετικά και τα αρνητικά στοιχεία που προέκυψαν για την εφαρμογή του, να το αναπροσαρμόσουμε κατάλληλα στις συνθήκες που αλλάζουν συνεχώς, στα αποτελέσματα που (δεν) πετυχαίνουμε, κτλ.

Ο αντίπαλος από την άλλη πλευρά έχει να επιδείξει πρωτοβουλία κινήσεων και μια σειρά σχεδίων, που μπορεί επιφανειακά να μοιάζουν αντιφατικά κι αντικρουόμενα, αλλά στην ουσία λειτουργούν συμπληρωματικά το ένα προς το άλλο.
Φρόντισε καταρχάς να αποχρωματίσει όσο μπορούσε τη δολοφονία, με όχημα την (πολύ λογική μέχρι ενός σημείου) απογοήτευση των χαροκαμένων γονιών (που επεκτεινόταν συλλήβδην στην πολιτική) και το σταύρο θεοδωράκη ως βαποράκι της, σε μία από τις τελευταίες τηλεοπτικές εκδουλεύσεις του προς το σύστημα, προτού αλλάξει πόστο και αρχίσει να το υπηρετεί ως εκπρόσωπος της λάιφ-στάιλ πολιτικής σκηνής. Ας κρατήσουμε, στο ίδιο μήκος κύματος, και τη φετινή έκκληση της μητέρας του φύσσα να μην πάρουν πολιτικό χρώμα οι εκδηλώσεις στη μνήμη του γιου της, ενώ πρόκειται για μια εξ ορισμού πολιτικά χρωματισμένη δολοφονία από χρυσαυγίτες φασίστες.

Ο αντίπαλος έπαιξε το χαρτί του δημοκρατικού συνταγματικού τόξου και του επίσημου κρατικού αντιφασισμού, για να σκεπάσει την απλόχερη στήριξη-προστασία που πρόσφερε έμμεσα στους ναζί, και [να σκεπάσει] τον κρατικό φασισμό σε όλες του τις εκφάνσεις. Κούρεψε τα κεφάλια της χρυσαυγίτικης λερναίας ύδρας –για να φυτρώσουν περισσότερα στη θέση τους- και τα επεδείκνυε πανηγυρικά στο τηλεοπτικό κοινό, ως πιστοποιητικά του ακλόνητου αντίφα φρονήματος που τον διέπει. Κρατά παγωμένη την εκδίκαση της υπόθεσης μέχρι να ξεχαστεί, και σε εφεδρεία τον εκτελεστικό βραχίονα της χρυσής αυγής, που μπορεί να του φανεί χρήσιμος στο άμεσο μέλλον. Φλερτάρει κρυφά με την ιδέα του μπάμπη για μια αποκαθαρμένη χρυσή αυγή σε ρόλο δυνητικού κυβερνητικού εταίρου και με την πολιτική λογική του μπαλτάκου, αλλά προς το παρόν παραμένει πιστός στην επίσημη σύζυγο και το γάμο του με τη (νέα) δημοκρατία. Ενώ απορεί και εξίσταται για τα σχεδόν διψήφια ευρωεκλογικά ποσοστά της χρυσής αυγής, με περισσή υποκρισία –που είναι άλλωστε το κατεξοχήν χαρακτηριστικό γνώρισμα του αστικού κόσμου.

Μια υποκρισία που αποτυπωνόταν κάποτε σε μια φράση του ανδρέα {«είπαμε να κάνει ένα δωράκι στον εαυτό του, αλλά όχι και πεντακόσια εκατομμύρια»} ενώ σήμερα συμπυκνώνεται στην πρώτη αυθόρμητη αντίδραση μιας αστυνομικού, αν θυμάμαι καλά, που βρέθηκε στον τόπο του εγκλήματος και τα μμε την παρουσίασαν περίπου ως ηρωίδα, γιατί είπε κάτι σαν: «εντάξει είπαμε, αλλά όχι και να τον σκοτώσετε». Η μορφή αλλάζει, η κλίμακα είναι σαφώς διαφορετική, αλλά η βάση παραμένει η ίδια, με μικρές ποσοτικές-ποιοτικές διαβαθμίσεις.

Εν κατακλείδι, η βασική πηγή δύναμης της φασιστικής απειλής δεν απορρέει ειδικά από την χρυσή αυγή, αλλά από την αστική πολιτική σκηνή ως σύνολο –όπως δηλ και στο προηγούμενο ιστορικό αντίστοιχο, της δικτατορίας του μεταξά ή και της χούντας ακόμα. Κι ο αντίπαλος προς το παρόν διαθέτει σημαντικό πλεονέκτημα, πρωτοβουλία κινήσεων και εναλλακτικές επιλογές για την προώθηση του στρατηγικού του σχεδιασμού.

Πέρα από τις διαπιστώσεις, χρειάζεται βέβαια και μια διέξοδος από το πρόβλημα, που δεν μπορεί όμως να έρθει θεωρητικά, όπως η λύση μιας εξίσωσης, αλλά πάντα και μόνο στο πεδίο της πράξης. Για να μην έχουμε και του χρόνου, τέτοια μέρα, το θλιβερό καθήκον ενός απολογισμού μιας ελλιπούς δράσης και μιας μάχης που δίνεται για την τιμή των όπλων, χωρίς άμεση προοπτική να κερδηθεί.

Υγ: Για κλείσιμο η νέα δουλειά των υπεραστικών, που θα τους δούμε και σήμερα στη νεανική σκηνή του φεστιβάλ

Τετάρτη, 17 Σεπτεμβρίου 2014

Ο χαρακτήρας του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου

Παρουσιάζεται σήμερα ένα υποκεφάλαιο της εισαγωγής της νέας έκδοσης του τμήματος ιστορίας της κε του κκε "ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ ΤΟΥ ʼ44. Κρίσιμη ταξική σύγκρουση (Άρθρα και ντοκουμέντα)"


Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν το αποτέλεσμα των οξυμένων ενδοϊμπεριαλιστικών αντιθέσεων για το ξαναμοίρασμα των σφαιρών επιρροής των αγορών και πηγών πρώτων υλών. Η μεγάλη οικονομική κρίση του καπιταλισμού (1929-1933) επιτάχυνε τις ανακατατάξεις στο συσχετισμό δυνάμεων, ενώ νέα κρίση εκδηλώθηκε το 1938. Ο καπιταλιστικός  ανταγωνισμός, σε συνδυασμό με το νόμο της ανισόμετρης ανάπτυξης –άρα και της ανισόμετρης πολιτικής και στρατιωτικής δύναμης των καπιταλιστικών κρατών- οδήγησε στην εκ νέου αναβάθμιση κρατών στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, κυρίως της Γερμανίας και της Ιαπωνίας.

Η ισχυροποίηση του γερμανικού ιμπεριαλισμού εδραίωσε τις βλέψεις του να πάρει τη ρεβάνς από τις Γαλλία-Βρετανία μετά τη σε βάρος του Συνθήκη των Βερσαλιών, με την οποία σφραγίστηκε το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου. Από την άλλη η Ιαπωνία, επιδιώκοντας την κυριαρχία στην Ανατολική Ασία, είχε εντείνει τις πολεμικές προετοιμασίες της, για να υπερισχύσει των ΗΠΑ, του κύριου αντίπαλού της και ανταγωνιστή στον Ειηνικό Ωκεανό. Και εννέα μήνες ύστερα από την έναρξη του πολέμου, η Ιταλία εγκατέλειψε τη «στάση αναμονής», για να συμμαχήσει με τον Χίτλερ, αναζητώντας και αυτή «ζωτικό χώρο». Για αυτούς τους λόγους ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος δεν προκλήθηκε μόνο από το φασιστικό Άξονα (Γερμανία – Ιαπωνία – Ιταλία), αλλά και από τους βασικότερους νικητές του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, τις «δημοκρατίες» των ΗΠΑ – Γαλλίας – Βρετανίας.

Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος ξεκίνησε ως ιμπεριαλιστικός και τέτοιος παρέμεινε σε όλη τη διάρκειά του. Η ύπαρξη των μεταξύ τους αντιθέσεων δεν εξάλειφε βεβαίως τον κοινό στόχο τους να ανατρέψουν την εργατική εξουσία και τη σοσιαλιστική οικοδόμηση στην ΕΣΣΔ. Αυτή η στρατηγική των ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας – Γαλλίας δεν άλλαξε ακόμα και τότε που συμμάχησαν με την ΕΣΣΔ, όταν εκείνη είχε ήδη δεχτεί την επίθεση του γερμανικού ιμπεριαλισμού και αναγκαστικά είχε εμπλακεί στον πόλεμο.

Γι’ αυτό και αρχικά οι «δημοκρατικές» κυβερνήσεις των ΗΠΑ – Μ. Βρετανίας – Γαλλίας δεν είδαν με αρνητικό μάτι την άνοδο στην εξουσία των Χίτλερ – Μουσολίνι. Με το δόλιο πρόσχημα του «κατευνασμού» της Γερμανίας παρέδωσαν σε αυτή χώρες της Ευρώπης (3), όπως την Αυστρία και τη μισή Τσεχοσλοβακία (Σύμφωνο του Μονάχου). Ενίσχυσαν τον Φράνκο στην Ισπανία (πολιτική της μη… επέμβασης) (4) και άφησαν ανενόχλητες την Ιταλία και την Ιαπωνία να εισβάλουν η πρώτη στην Αβησσυνία (Αιθιοπία) και η δεύτερη στην Κίνα. Και αυτά, πριν αρχίσει ο δεύτερος πόλεμος. Επιχειρούσαν να στρέψουν τη Γερμανία και την Ιαπωνία εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης, με σκοπό να εξασθενίσουν και τις δυο αντιμαχόμενες πλευρές και μετά οι ΗΠΑ – Βρετανία – Γαλλία να μπουν στη μέση ως κυρίαρχες και να επιβάλουν τους όρους τους. Ταυτόχρονα υπήρχαν και οι αντιθέσεις ΗΠΑ – Βρετανίας – Γαλλίας, με την πρώτη να αποβλέπει στην επέκταση και εδραίωση της ηγετικής παρουσίας της και στην Ευρώπη. Απ’ αυτή την άποψη τη βόλευε και η εξασθένιση σε ένα βαθμό της Βρετανίας και της Γαλλίας στη διαμάχη τους με τη Γερμανία.

Τις προθέσεις και τους στόχους τους οι σύμμαχοι της Σοβιετικής Ένωσης [τους] έδειξαν σε όλη τη διάρκεια του πολέμου, με πιο χαρακτηριστικό το γεγονός ότι πραγματοποίησαν την απόβαση στη Νορμανδία μόλις τον Ιούνη του 1944, όταν πια ο Κόκκινος Στρατός ετοιμαζόταν να απελευθερώσει τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, για να βαδίσει προς το Βερολίνο.

Η Σοβιετική Ένωση πήρε μέρος στον πόλεμο για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής πατρίδας, για τα συμφέροντα των λαών. Τέτοιο αγώνα έκαναν και τα ΚΚ όπου Γης, τα εθνικοαπελευθερωτικά και αντιφασιστικά κινήματα, στην Ελλάδα το ΕΑΜ, ο ΕΛΑΣ και η ΕΠΟΝ. Οι αστικές αντιστασιακές οργανώσεις στήριξαν τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο από τη σκοπιά του ενός πόλου ενάντια στον άλλο, το φασιστικό.

Μόλις τέλειωσε ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και άρχισε η περίοδος του λεγόμενου Ψυχρού Πολέμου, δηλαδή της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας και της ανοιχτής διαπάλης του σοσιαλισμού με τον καπιταλισμό, αναδιατάχθηκαν διεθνώς οι συμμαχίες. Η Ιαπωνία, που ήταν τμήμα του Άξονα, έγινε αμέσως σύμμαχος των ΗΠΑ, παρότι δέχτηκε από αυτές δύο ατομικές βόμβες (Χιροσίμα, Ναγκασάκι). Σύμμαχός τους έγινε και η Γερμανία.

Οι διεθνείς ενδοαστικές αντιθέσεις, τόσο πριν όσο και κατά τη διάρκεια του πολέμου, διαπέρασαν και το εσωτερικό των χωρών. Η αστική τάξη στα ευρωπαϊκά καπιταλιστικά κράτη χωρίστηκε σε «γερμανόφιλη» και σε «αγγλόφιλη», λόγω οικονομικών συμφερόντων, καθώς και γιατί η κάθε πλευρά θεώρησε ότι το εγγλέζικο ή το γερμανικό κράτος (ανάλογα ποιο επέλεξε αυτή) ήταν πιο ικανό να προστατέψει τα συνολικά αστικά συμφέροντα. Έτσι, ως παραδείγματα, μέρος της γαλλικής αστικής τάξης συνεργάστηκε με τη Γερμανία (κυβέρνηση του Βισί). Το άλλο την πολέμησε. Η κυβέρνηση της Πολωνίας ήταν πρόθυμη να συμμαχήσει με τη Γερμανία 5. Τελικά συμμάχησε με τους Αγγλογάλλους. Και όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Πολωνία, η κυβέρνησή της έφυγε και πήγε στο Λονδίνο. Η σουηδική σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση μετέτρεψε τη Σουηδία 6 σε βάση της Γερμανίας μέχρι το 1943.

Η διαίρεση στην Ελλάδα ήταν ολόπλευρη: Οι τεταρτοαυγουστιανοί συγκρούστηκαν με τους δωσίλογους, παρότι οι τελευταίοι ήταν επίσης τεταρτοαυγουστιανοί, βασικά στηρίγματα και αυτοί της δικτατορίας των Μεταξά-Γκλίκσμπουρκ (1936-1941). Οι φιλοβασιλικοί συνέχιζαν να συγκρούονται με τους αντιβασιλικούς, μια διαμάχη για το πολιτειακό που διαρκούσε δεκαετίες, ενώ και από τις δυο πτέρυγες υπήρχαν συνεργάτες των κατακτητών. Οι απόντες (με έδρα το Κάιρο) ξιφουλκούσαν με τους κυβερνώντες δωσίλογους, από τους οποίους άλλοι ήταν αγγλόφιλοι και άλλοι γερμανόφιλοι. Όμως ενιαίος στόχος όλων ήταν η υπεράσπιση της αστικής εξουσίας.

Στις αναλύσεις του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και του ΚΚ της Σοβιετικής Ένωσης, ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος χαρακτηριζόταν αρχικά ως ιμπεριαλιστικός –βλέπε πχ το 18ο Συνέδριο του ΠΚΚ (μπ) το1939- και στη συνέχεια ως αντιφασιστικός - εθνικοαπελευθερωτικός – πατριωτικός. Σε αυτή τη βάση συγκροτήθηκαν και οι αντιφασιστικές συμμαχίες.

Οι αντιφάσεις για το χαρακτήρα του πολέμου είχαν αντανάκλαση και στα γράμματα του Ν. Ζαχαριάδη, όπου στο α’ ανοικτό γράμμα (31 Οκτώβρη 1940) ο ελληνοϊταλικός πόλεμος χαρακτηριζόταν ως εθνικοαπελευθερωτικός από την ελληνική πλευρά, ενώ στα δύο άλλα που ακολούθησαν (26 Νοέμβρη 1940 και 15 Γενάρη 1941), ο ελληνοϊταλικός πόλεμος χαρακτηριζόταν ως ιμπεριαλιστικός.

Σημειώσεις

3. Η Συμφωνία του Μονάχου υπογράφτηκε στις 30 Σεπτέμβρη 1938 μεταξύ της ναζιστικής Γερμανίας, της φασιστικής Ιταλίας, της Γαλλίας και της Βρετανίας. Η Συμφωνία προέβλεπε το διαμελισμό και τελικά την παράδοση της Τσεχοσλοβακίας στον Χίτλερ. Η ΕΣΣΔ προθυμοποιήθηκε να συνδράμει στην Τσεχοσλοβακία. Η τσεχοσλοβακική κυβέρνηση ωστόσο επέλεξε να μην αξιοποιήσει το σχετικό Σύμφωνο που προϋπήρχε μεταξύ των δύο χωρών και προέβλεπε τη σοβιετική στρατιωτική βοήθεια σε περίπτωση γερμανικής επίθεσης. Η Συμφωνία του Μονάχου χαιρετίστηκε από τις αστικές τάξεις όλου του κόσμου ως «η ειρήνη της εποχής μας» (διατύπωση του Βρετανού πρωθυπουργού Ν. Τσάμπερλεν), ενώ έγινε δεκτή με ενθουσιασμό και τυμπανοκρουσίες από τη διεθνή σοσιαλδημοκρατία. Είναι χαρακτηριστική η δήλωση του ηγέτη της γαλλικής σοσιαλδημοκρατίας και πρωθυπουργού του Λαϊκού Μετώπου Λ. Μπλουμ την επαύριο της υπογραφής της Συμφωνίας πως «τώρα μπορούμε να κοιμηθούμε πάλι ήσυχοι». (Ουίλιαμ Φόστεδρ, Ιστορία των Τριών Διεθνών, σελ 533, εκδ. Γνώσεις, Αθήνα, χ.χ).

4. Η Ισπανία του Μεσοπολέμου χαρακτηριζόταν από έντονες ενδοαστικές αντιθέσεις (ειδικά μετά την πτώση της δικτατορίας του Πρίμο ντε Ριβέρα το 1930 και την έναρξη της «Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας», που οξύνθηκαν ακόμα περισσότερο με την έκρηξη της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης το 1929. Στις 15 Γενάρη 1936 συγκροτήθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚ Ισπανίας το Λαϊκό Μέτωπο (ΚΚΙ, Σοσιαλιστικό Κόμμα, Δημοκρατική Αριστερά, κ. ά.), το οποίο στις εκλογές του ίδιου έτους κέρδισε οριακή πλειοψηφία έναντι του Εθνικού Μετώπου που είχαν σχηματίσει μια σειρά αστικά κόμματα. Αμέσως ενεργοποιήθηκαν ζυμώσεις μεταξύ των τμημάτων εκείνων της ισπανικής αστικής τάξης που προσανατολίζονταν πλέον στην επιβολή ανοιχτής φασιστικής δικτατορίας. Η στρατιωτική φασιστική κίνηση εκδηλώθηκε στις 17-18 Ιούλη 1936, με επικεφαλής το στρατηγό Φ. Φράνκο. Έτσι ξεκίνησε ο Ισπανικός Εμφύλιος. Η ισπανική σοσιαλδημοκρατία έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην υπονόμευση της μαχητικότητας του λαού, με τάσεις συμβιβασμού με τους φασίστες. Από την άλλη και η διεθνής σοσιαλδημοκρατία έπαιξε υπονομευτικό ρόλο, με το «αδελφό» Λαϊκό Μέτωπο της Γαλλίας να πρωτοστατεί στη διεθνή απομόνωση της Δημοκρατικής Ισπανίας που πραγματοποιήθηκε μέσα από την πολιτική της δήθεν «μη επέμβασης». Η Γερμανία και η Ιταλία συνέδραμαν ποικιλοτρόπως τις στρατιές του Φράνκο, ενώ το μόνο κράτος που στάθηκε στο πλευρό του αγωνιζόμενου ισπανικού λαού ήταν η ΕΣΣΔ. Η διεθνιστική αλληλεγγύη του παγκόσμιου εργατικού κινήματος υπήρξε επίσης τεράστια κι εκφράστηκε ιδιαίτερα μέσα από τη συγκρότηση των «Διεθνών Ταξιαρχιών» (μεταξύ των οποίων και ο λόχος «Νίκος Ζαχαριάδης» των Ελλήνων κομμουνιστών και άλλων αγωνιστών). Στις 4-5 Μάρτη 1939 εκδηλώθηκε πραξικόπημα με επικεφαλή το ηγετικό στέλεχος των Σοσιαλιστών Χ. Μπεστέιρο και το συνταγματάρχη Σ. Κασάντο, οι οποίοι, με το σύνθημα «κυβέρνηση χωρίς τους κομμουνιστές» σχημάτισαν μια «Εθνική Χούντα Άμυνας» και υπό το πρόσχημα της «έντιμης ειρήνης» άνοιξαν τις πύλες της ισπανικής πρωτεύουσας στα φασιστικά στρατεύματα. Η Μαδρίτη έπεσε στος 28 Μάρτη 1939.

5. Η συμφωνία ναυάγησε επειδή η Γερμανία ζητούσε να προσαρτήσει το Γκντανσκ και να εξασφαλίσει «διάδρομο» στην Πομερανία προς την Αν. Πρωσία. Η κυβέρνηση της Πολωνίας δε δέχτηκε και για προστατευτεί από τη Γερμανία προσχώρησε σε συμμαχία με τη Μ. Βρετανία και τη Γαλλία. Ωστόσο, όταν η Γερμανία επιτέθηκε στην Πολωνία (1 Σεπτέμβρη 1939), η Μ. Βρετανία και η Γαλλία κήρυξαν τον πόλεμο κατά του Χίτλερ, αλλά μόνο στα λόγια. Ήταν ο πόλεμος που έμεινε στην ιστορία ως ένας «παράξενος πόλεμος».


6. Στη Σουηδία η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση του Π. Α. Χάνσον, μετά την κατάληψη της Δανίας και της Νορβηγίας από τα γερμανικά στρατεύματα, έδωσε το πράσινο φως στη ναζιστική Γερμανία να χρησιμοποιεί τα λιμάνια και τους σιδηροδρόμους της χώρας για τη μεταφορά έμψυχου δυναμικού και άψυχου πολεμικού υλικού. Έτσι, «μέσα από τη Σουηδία άρχισε να διαμετακομίζεται γερμανικό πολεμικό υλικό με προορισμό τη Φινλανδία. Γερμανικά μεταφορικά σκάφη μετέφεραν εκεί στρατεύματα χρησιμοποιώντας για κρησφύγετο τα χωρικά ύδατα της Σουηδίας και μάλιστα ως το χειμώνα του 1942/43, συνοδεύονταν από μονάδες του σουηδικού πολεμικού ναυτικού… Η πιο ποικίλη βοήθεια –από τα πυρομαχικά ως τα δέματα τροφίμων- έφτανε από τη Σουηδία στη Φιλανδία». Ταυτόχρονα η Σουηδία έγινε ο κύριος προμηθευτής της Γερμανίας στο απαραίτητο για την πολεμική της βιομηχανία σιδηρομετάλλευμα, το οποίο μετέφερε ανενόχλητα με δικά της πλοία, μιας και η ίδια ήταν δήθεν «ουδέτερη» χώρα. (Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τομ. Ι, σελ 393-4, εκδ. Μέλισσα, Αθήνα). Η «σχέση» αυτή διακόπηκε από τη σουηδική πλευρά (σοφά… σκεπτόμενη) μόνο μετά τις εποποιίες του Κόκκινου Στρατού στις μάχες του Στάλινγκραντ και του Κουρσκ το 1943.

Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Τρία σε ένα

Η κε του μπλοκ δημοσιεύει σήμερα τρία κείμενα που γράφτηκαν το τελευταίο διάστημα για αλλού, αλλά δε βρήκαν το δρόμο τους και σκόνταψαν σε διάφορα τεχνικά ζητήματα, οπότε παρατίθενται εδώ απλώς για αρχειακούς λόγους, για να μην πάνε χαμένα και όχι επειδή έχουν κάτι ιδιαίτερο να προσθέσουν. Να συμπληρώσω επίσης πως από σήμερα και για τις επόμενες μέρες, δε θα υπάρχει από την πλευρά μου άμεση δυνατότητα σχολιασμού κι απαντήσεων -καλό είναι να το έχουν υπόψη τους οι σφοι σχολιαστές-αναγνώστες όταν αφήνουν το δικό τους σχόλιο.

ΚΝΕ

Ετούτα τα παιδιά φτάνουν από πολύ μακριά, τραβούν πολύ μακριά
(...) είναι τα παιδιά της ΚΝΕ, που λένε στη ζωή το μέγα ΝΑΙ

έγραφε ο ποιητής της Ρωμιοσύνης Γιάννης Ρίτσος σε ένα ποίημα αφιερωμένο στους νεαρούς Κνίτες συντρόφους του, που υπογράφουν όλοι μαζί “με ένα ρωμέικο, παγκόσμιο σφυροδρέπανο”.

Η ΚΝΕ ιδρύεται το 1968, με απόφαση του ΠΓ του ΚΚΕ, παίρνοντας τη σκυτάλη και την πολιτική κληρονομιά της ΟΚΝΕ, της ΕΠΟΝ και της νεολαίας Λαμπράκη. Η ίδρυσή της έρχεται σε δύσκολες συνθήκες βαθιάς παρανομίας, έναν χρόνο μετά την επιβολή της χούντας των συνταγματαρχών και λίγους μόλις μήνες από τη διάσπαση του ΚΚΕ με την ευρωκομμουνιστική πτέρυγα του ΚΚΕ εσωτερικού. Παρά τις συνεχείς διώξεις και τις συλλήψεις των μελών της, η ΚΝΕ αναπτύσσει αντιδικτατορική δράση κι έχει σημαντική συμβολή στα γεγονότα της εξέγερσης του Πολυτεχνείου. Πρωτοστατεί στους μαζικούς λαϊκούς αγώνες της μεταπολίτευσης, με βασικό σταθμό τη δολοφονία της φοιτήτριας Σωτηρίας Βασιλακοπούλου έξω από τις πύλες του εργοστασίου της ΕΤΜΑ. Γίνεται η μαζικότερη πολιτική νεολαία, συσπειρώνοντας στις γραμμές της τα πιο πρωτοπόρα στοιχεία αλλά κι αρκετούς που εξαργύρωσαν το πέρασμά τους από την ΚΝΕ για την προσωπική τους ανέλιξη.

Η ΚΝΕ περνάει σοβαρή πολιτική κρίση και δύο διασπάσεις κατά τη διετία 89-91, μετά από τις κυβερνήσεις συνεργασίας του ενιαίου Συνασπισμού με τους φορείς του δικομματισμού και την παγκόσμια υποχώρηση του κομμουνιστικού κινήματος διεθνώς. Ανασυγκροτείται αργά αλλά σταθερά κατά τη δεκαετία του 90' κι ενισχύεται αποφασιστικά με το μαθητικό κίνημα κατά της “μεταρρύθμισης Αρσένη” και τις αντιπολεμικές διαδηλώσεις κατά της νατοϊκής επίθεσης στη Γιουγκοσλαβία. Συνεχίζει να συμμετέχει και σήμερα σε κάθε μαζική αγωνιστική διεργασία, για κάθε ζήτημα που απασχολεί τους νέους, ενώ βαδίζει προς το 11ο συνέδριό της, που θα διεξαχθεί στο τέλος της χρονιάς.

Αυτή τη βδομάδα κορυφώνονται στο πάρκο Τρίτση στην Αθήνα κι οι εκδηλώσεις του 40ού Φεστιβάλ ΚΝΕ-Οδηγητή, του μόνου αντίστοιχου θεσμού που διοργανώνεται σταθερά σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης κι αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πολιτικές-πολιτισμικές προτάσεις των ημερών μας. Παράλληλα η ΚΝΕ εκδίδει κάθε μήνα τον Οδηγητή, το περιοδικό της νεολαίας, που συμπυκνώνει στο εξώφυλλό του, με ένα τετράστιχο του Βάρναλη το λόγο ύπαρξη και δράσης της οργάνωσης.

Δεν είμαι εγώ σπορά της τύχης, ο πλαστουργός της νιας ζωής
Εγώ είμαι τέκνο της ανάγκης, κι ώριμο τέκνο της ζωής


-.-.-
Η επανάσταση που έρχεται

Ο Κώστας Κάππος συνήθιζε να λέει πως το επώνυμό του γράφεται με δύο πι: ένα που ανήκει στον ίδιο και ένα σε όλους τους άλλους. Αλλά τα αρχικά του έδιναν επίσης δύο κάπα, σαν το κομμουνιστικό κίνημα με το οποίο συνδέθηκε άρρηκτα ως το θάνατό του, εννιά χρόνια πριν, σαν σήμερα.
Ο Κάππος γεννήθηκε στην Αργολίδα το 37’. Πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις αλλά κατάφερε να σπουδάσει στην Ανωτάτη Βιομηχανική και στη συνέχεια εργάστηκε ως λογιστής. Οργανωμένος στην ΕΔΑ από τα 18 του, εξορίζεται από την χούντα στη Γυάρο και τη Λέρο, ενώ το 74’ συλλαμβάνεται ξανά από την ΕΑΤ-ΕΣΑ και υφίσταται φρικτά βασανιστήρια, που αφήνουν τα σημάδια τους πάνω στο σώμα του. Κορυφαίο στέλεχος της ΚΝΕ από τα χρόνια της δικτατορίας, εκλέγεται ανελλιπώς βουλευτής του ΚΚΕ στα χρόνια της μεταπολίτευσης. Το καλοκαίρι του 89’ διαφωνεί με το σχηματισμό της κυβέρνησης Τζανετάκη, αφήνοντας με τη στάση του πολιτική παρακαταθήκη ενάντια στον αριστερό κυβερνητισμό. Συμμετέχει στη συγκρότηση και τα πρώτα βήματα του Νέου Αριστερού Ρεύματος (ΝΑΡ) αλλά επιστρέφει κριτικά κοντά στο ΚΚΕ (από το οποίο δεν έφυγε ουσιαστικά ποτέ, όπως έλεγε σε μια συνέντευξή του). Τα τελευταία χρόνια της ζωής του διατέλεσε μέλος της διοίκησης του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ), θεωρητικά ενεργός κι ανήσυχος ως το τέλος και πάντα παρών στους λαϊκούς αγώνες. Από το αξιόλογο συγγραφικό έργο του ξεχωρίζει η κριτική του σοβιετικού σχηματισμού, οι μελέτες για την εργατική τάξη στην Ελλάδα και οι σημειώσεις του για το φάκελο του Κυπριακού, που άνοιξε τυπικά για να κλείσει όπως-όπως τη δεκαετία του 80’.

Ο Κάππος ήταν ένας εργάτης της διανόησης και διανοούμενος της εργατικής τάξης. Μια σεμνή κι ευγενική φυσιογνωμία, που δεν κρατούσε κακία ούτε στους βασανιστές του. Περιφρονούσε χαρακτηριστικά τα αξιώματα και το χρήμα, χαρίζοντας μέρος της βουλευτικής του σύνταξης στη σοσιαλιστική Κούβα. Κι ήταν έτοιμος να αμφισβητήσει, να ελέγξει, ακόμα και να αλλάξει τη γνώμη του, για τα πάντα, εκτός από ένα που έμεινε αδιαπραγμάτευτο: τη συνεπή του θέση δίπλα στο λαό και την πάλη των κομμουνιστών για να αλλάξει ο κόσμος, για την επανάσταση που έρχεται..
-.-.-

Τον είπαν αθλητή του 21ου αιώνα. Τον κορυφαίο έλληνα αθλητή. Γκάνγκστερ γιατί τρομοκρατούσε τις αντίπαλες άμυνες. Ο Μπομπ Μάκαντου της Τρέισερ είπε πως αυτά που έκανε ο Γκάλης τα είχε δει μόνο στο ΝΒΑ. Κι ένας αντίπαλος προπονητής έλεγε πριν τον αγώνα με τον Άρη πως η ομάδα του έκανε τα αμυντικά της σχέδια για τους υπόλοιπους παίκτες ενώ για τον Γκάλη έκαναν απλώς την προσευχή τους.
Ο Γκάλης ήταν ο πρώτος που έφερε στον ελληνικό αθλητισμό τον επαγγελματισμό και τα υψηλά συμβόλαια. Αλλά οι επόμενες μπασκετικές γενιές που έβγαλαν ψωμί και παντεσπάνι χάρη σε αυτόν, θα όφειλαν να του κόβουν Γκαλόσημο ως φόρο τιμής για την προσφορά του.
Φεύγοντας από τον Άρη ο σοφός Ντουντα Ίβκοβιτς, σε μια από τις σπάνιες κακές εκτιμήσεις του είχε πει πως για να πάρει τίτλους η ομάδα πρέπει πρώτα να διώξει τον Γκάλη. Οι κίτρινοι τον κράτησαν κι έγραψαν μαζί του τις πιο χρυσές σελίδες της ιστορίας τους. 8 πρωταθλήματα, 6 κύπελλα, 3 σερί συμμετοχές σε φάιναλ φορ. Η δόξα κι η ακμή ενός αυτοκράτορα. Το μόνο που έλειπε από το στέμμα του ήταν ένα ευρωπαϊκό τρόπαιο, που έμεινε άπιαστο όνειρο, ως ατέλεια που τονίζει την τελειότητα του αθλητή.
Το 92' ο Γκάλης φεύγει χολωμένος με τον πρόεδρο της ομάδας και πάει στον Παναθηναϊκό, όπου κερδίζει ένα κύπελλο και συμμετέχει σε ένα ακόμα φάιναλ φορ. Κλείνει όμως άδοξα την καριέρα του μετά από ένα επεισόδιο με τον Κώστα Πολίτη. Τον προπονητή με τον οποίο έφτασαν την εθνική στην κορυφή της Ευρώπης το 87.
Κάθε καλοκαίρι ως τα 45 του φημολογείται η επιστροφή του στα γήπεδα αλλά ο Γκάλης μένει μακριά από τα αθλητικά δρώμενα και τη δημοσιότητα για δυο περίπου δεκαετίες. Μέχρι πέρσι που η διοίκηση του Άρη διοργάνωσε διεθνές φιλικό προς τιμήν του. Εκεί ο θεός του μπάσκετ μπορεί να μην έκανε τα μαγικά που ζητούσαν οι πιστοί του, ίσως για να μην τσαλακωσει την τελευταία εικόνα οου είχαν κρατήσει για αυτόν, αλλά οι μνήμες κι η συγκίνηση ξεχειλιζαν από την οροφή του Παλέ με τα λάβαρα των τίτλων και την αποσυρμένη φανέλα του Γκάλη.

Φέτος στο ιωβηλαίο του συλλόγου που διανύει μια πολύ κρίσιμη καμπή της ιστορίας του, ο Γκάλης μπαίνει μπροστά στην προσπάθεια του Άρη να ανακτήσει την χαμένη αίγλη του κι απευθύνεται στον κόσμο της ομάδας ως απλός στρατιώτης, χωρίς να προσδοκά κανένα... μισθοφορικό αντάλλαγμα για τη στράτευσή του.

Δευτέρα, 15 Σεπτεμβρίου 2014

Τίποτα καλύτερο

Φεστιβαλικά Στιγμιότυπα – το δεύτερο ημίχρονο

Δε φαντάζεστε τι ωραία που είναι να τραγουδάς και να βλέπεις το σφυροδρέπανο απέναντι, είπε ο πασχαλίδης στο κλείσιμο της συναυλίας του {αν και την τρίτη μέρα που πήγαμε κι εμείς πιο μπροστά, προς τη σκηνή, είδαμε πως από εκεί που στεκόταν πρέπει να το 'βλεπε ανάποδα, σαν τροτσκιστικό, και πότε θα βρεθεί κάποιος εργατοσποριτης να μιλήσει επιτέλους έξω από τα δόντια για τα κακώς κείμενα και να στηλιτεύσει τα σημεία των καιρών, που μετά το 18ο συνέδριο...}. Και να συμπληρώσω σε αυτό το σημείο μίλτο πως δεν υπάρχουν πολλά πράγματα που να σε γεμίζουν και να σου αφήνουν μια τόσο γλυκιά αίσθηση, όπως η κορύφωση ενός τριήμερου φεστιβάλ -ιδίως αν έχεις την κατάλληλη παρέα, για να το χαρείς και να το εκτιμήσεις.

Δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από τον ήχο του βινυλίου -ο ραφαηλίδης λέει εν είδει αστικού μύθου πως αυτή ήταν περίπου η επίσημη θέση των σοβιετικών και γι' αυτό δεν ανέπτυξαν ποτέ την τεχνολογία των ψηφιακών δίσκων- γι' αυτό και βρήκαν ίσως μια θέση στην άκρη ενός πάγκου -αυτού με τα παλιά μίκυ μάους. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο προλεκάλτ από το να παίζει από τα μεγάφωνα το hell's bells των ac-dc, για να προαναγγείλει την εμφάνιση του δημουλά, ένα λεπτό αργότερα, λες και ήταν ροκ σταρ ή ποδοσφαιριστής της σεντ πάουλι -οι οπαδοί της οποίας έχουν ένα αντιστοιχο τελετουργικό στην αρχή κάθε (ταξικού) αγώνα. Όπως επίσης δεν υπάρχει καλύτερος εκφωνητής από το σφο στη νεανική σκηνή, που ενημέρωνε το κοινό για τις θέσεις του συνεδρίου της οργάνωσης, με παχύ σίγμα και την πιο ενθουσιώδη φωνή που έχω συναντήσει σε αντιστοιχο πόστο, κατευθείαν για το άσπρο φορτηγάκι της κοα.

Δεν υπάρχουν πιο αντιφατικά συναισθήματα απ' αυτά που σου αφήνει μια συναυλία του παπακωνσταντίνου. Κάποια ζεστή βραδιά σε ένα στρατόπεδο, άκουσε(ς) να φαλτσάρει η μουσική του, να σπάνε οι χορδές του -μαζί με τη φωνή του- σα γυαλί (που ούτε η κιθάρα του κροκίδη δε θα μπορούσε να ξανακολλήσει). Πιάνεις τον εαυτό σου να φοβάται μη τυχόν πει ο βασίλης το “φοβάμαι” και το σκοτώσει στα γεράματα σαν πατροκτόνος. Πιάνεις το βασίλη, σκιά του εαυτού του, να κερδίζει δευτερόλεπτα κοντά μας, με μικρά τεχνάσματα, για να αντέξει λίγο παραπάνω. Κι ακούς το θυμόσοφο sniper να λέει πως μόνο όταν έχεις γεροντοπαλίκαρα να χτυπιούνται και μπόλικα ορχηστρικά να τους ξεκουράζουν, μπορείς να πεις με σιγουριά πως έχεις δει μια κλασική ροκ συναυλία.

Ακούς αμήχανα τα “πολιτικά μηνυματα” στα σχόλια και τα τραγούδια του. “Χαίρε υπουργέ, γαμώ τα υπουργεία σας” και “δε ζητάμε ελεημοσύνη, αλλά δικαιοσύνη” (σσ: απ' τις μεγάλες δυνάμεις) πριν μας τραγουδήσει το νοητό ήλιο της). Την επικαιροποίηση της πρέβεζας (ίσως έρχεται ο περιφερειάρχης) και του god bless america, όπου πρόσθεσε φέτος και το uber alles deutchland, γιατί πάνω απ' όλα είμαστε και αντιμερκελισταί. Και τις αναμνήσεις του από το πρώτο φεστιβάλ, σαράντα χρόνια πριν, μόνο που τα φεστιβάλ ξεκίνησαν το 75' (το 74' μόλις βγαίναμε από την χούντα). Κι είναι όπως το μιλένιουμ, που κανονικά ήταν την πρωτοχρονιά του 01', εκτός κι αν πεις πως υπήρχε έτος μηδέν, που όμως δεν (...)

Κάνεις όμως μια αφαίρεση απ' τη δική σου απογοήτευση (που σημαίνει τουλάχιστον ότι προϋπήρχε κάποτε γοητεία, που θα την κρατήσουμε ως παντοτινή ανάμνηση) και βλέπεις τον κόσμο, που είναι περισσότερος από κάθε άλλη φορά, τουλάχιστον από αυτές που έχεις προλάβει (ένας σφος μας είπε κάτι για 18 χιλιάδες εισιτήρια μόνο την τρίτη μέρα, αλλά δεν ξέρω αν είναι γκαραντί η πληροφορία). Όπως λέει κι ένας (άλλος) σφος: εντάξει εμείς τον καλούμε κι έρχεται, αυτοί δεν καταλαβαίνω τι του βρίσκουν κι έρχονται να τον δουν.. Κάνεις μια βόλτα (με βήμα σημειωτόν και μετ' εμποδίων) στον χώρο και βλέπεις κόσμο υπνωτισμένο, εκστασιασμένο, γονείς που χορεύουν αγκαλιά με τα μικρά τους και τους τραγουδάνε το μαύρο γάτο, άλλους που χορεύουν ενώ περιμένουν στην ουρά για τις χημικές τουαλέτες, τους σφους στους λουκουμάδες που συντονίζουν ρυθμικά τις κινήσεις τους με τη μουσική και διέκοπταν σε καθε ρεφρέν την εξυπηρέτηση, για να γυρίσουν προς τη σκηνή και να χειροκροτήσουν.

Μπορεί ο παπακωνσταντίνου -που ένας είναι, σαν το κόμμα- να παρακμάζει και να εκφυλίζεται ραγδαία, σαν το κίνημα, αλλά έχει γαλουχήσει γενιές ολόκληρες, που ζούνε για να τον ακούνε. Και σκέφτεσαι στο τέλος της βραδιάς πως είναι κάπως σαν το παραδοσιακό κομμουνιστικό κίνημα που γνωρίσαμε στον εικοστό αιώνα, με στραβά κι αδυναμίες -που κάποιοι ερμηνεύουν ως ξεπούλημα και το απορρίπτουν, για να βολευτούν με ανεκδιήγητα υποκατάστατα- αλλά παραμένει αξεπέραστο, μέχρι να έρθουν τουλάχιστον ο παπακωνσταντίνου κι οι επαναστάσεις του εικοστού πρώτου αιώνα.

Δεν υπάρχει επίσης τίποτα καλύτερο από το να κάθεσαι μετά το τέλος των συναυλιών στη λαϊκή ή το κουβανέζικο για αποτίμηση με τους σφους (εφόσον δεν έχουν χρέωση) και να βλέπεις τον κόσμο να μη φεύγει με τίποτα και να διαδηλώνει σιωπηρά ζητώντας βασικά “κι άλλο”, να κρατάει περισσότερο το πρόγραμμα, για να το χορτάσει. Δεν υπάρχει τίποτα πιο συγκινητικό από το να βλέπεις το στρατευμένο κασούρα να αγνοεί τα σύννεφα και να συνεχίζει απτόητος μετά τη σύντομη ψιχάλα (έτσι για το έθιμο) μέχρι τελικής ηλεκτροπληξίας. Και δεν υπάρχει τίποτα πιο γόνιμο πολιτικά από το να συγκρίνεις με τους χαμουτζήδες σφους το φεστιβάλ το δικό μας με της αθήνας. -Ναι αλλά εμείς έχουμε πιο φτηνό εισιτήριο -Ναι αλλά εμείς έχουμε πιο ταξικούς λουκουμάδες, όχι από πλανόδιους..

Γενικά δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο από ένα φεστιβάλ της οργάνωσης. Και τίποτα μεγαλύτερο από την προσμονή για το επόμενο..

Πατρινό υστερόγραφο

Θα ήθελα να προλάβω ζωντανός, τουλάχιστον, ένα Φεστιβάλ που δε θα γίνει στο καπιταλιστικό περιβάλλον αλλά σε ανθρώπινο. Και επειδή είμαι 45... Τρέχουμε...

Τάδε έφη ζαραλίκος, στο ριζοσπάστη
Και του ευχόμαστε ολόψυχα να το προλάβει. Αλλά αν κι εφόσον (στην απίθανη περίπτωση που) δεν.. μπορεί να βολευτεί με υποκατάστατα και να πάει και στο φεστιβάλ της κόκκινης πάτρας, όπου κι εκεί πρέπει να έσπασε κάθε ρεκόρ προσέλευσης, καθώς οι ουρές ήταν ατελείωτες. Και κράτησαν ψηλά την προλεκάλτ σημαία, φέρνοντας δύο καλλιτέχνες που ήταν πέρσι σε τηλεοπτικό ριάλιτι, αλλά στάθηκαν λέει στο ύψος των περιστάσεων. Κατά τα άλλα, η γλυκερία αφιέρωσε τη δραπετσώνα στον πελετίδη, ενώ την πρώτη μέρα, ο μικρούτσικος σκέφτηκε πως, αφού δεν έχει ομιλία το πρόγραμμα, μπορεί να βγάλει αυτός μία δική του, ανάμεσα στα τραγούδια του.

Άντε και του χρόνου ακόμα περισσότεροι..

Κυριακή, 14 Σεπτεμβρίου 2014

Φεστιβαλικά στιγμιότυπα – Η ανάπαυλα

Το στρατόπεδο παύλου μελά είναι ένας φοβερός χώρος που μένει τραγικά αναξιοποίητος και κάθε χρόνο, λέει, τον χαρίζει ο σαμαράς στην τοπική διοίκηση -που συνηθίζαμε να τη λέμε αυτοδιοίκηση, αλλά (το) αυτό περισσεύει και δεν ανταποκρίνεται πια στην πραγματικότητα- για να 'χει κάτι να εξαγγείλει. Κι επειδή τώρα δεν είμαστε στη μεταπολίτευση, για να βρεθεί ένας “καλός πασόκος” σαν τον τρίτση να κάνει πάρκα και χώρους πρασίνου, για να ανασάνει η πόλη, ενώ στις μέρες μας η αξιοποίηση τέτοιων φιλέτων έχει πολύ συγκεκριμένες μορφές και χρήσεις (πχ πολυκαταστήματα) αναρωτιέσαι τι από τα δύο είναι/θα ήταν χειρότερο, που το αφήνουν αναξιοποίητο όπως τώρα ή αν αποφασίσουν να το “αξιοποιήσουν” με τον τρόπο τους.

Κάθε χρόνο πάντως τέτοιες μέρες το στρατόπεδο αναγεννιέται από τις στάχτες του ή μάλλον από τις σκόνες του, που υπάρχουν σε απίστευτη ποσότητα, πιο πολλές κι από ό,τι στο δωμάτιό μου. Και σκέψου τι σηκώνεται και τι αναπνέουμε αυτό το τριήμερο, που έρχεται σωρηδόν κόσμος, σε τετραψήφια νούμερα ή και πενταψήφια στις καλές μέρες, όπως φέτος. Κι οι σφοι κάνουν κάθε ειδος δουλειές και “αγγαρείες”, μέχρι και το διαβόητο γόπινγκ αναβιώνει -και ψάχναμε με το sniper αν μπορούμε να το κάνουμε απαρέμφατο και να σταθεί ελληνιστί ως γόπειν.

Η ειδοποιός διαφορά όμως είναι πως εδώ υπάρχει σκοπός, μεράκι, συνείδηση για το τι θέλουμε να κάνουμε, κι όχι μια ατελείωτη κοιλάδα με καψόνια και δάκρυα, για να κουρελιάσουμε το ηθικό του φαντάρου, μέχρι να καταντήσει μια άδεια μάζα που έχει πάψει να σκέφτεται. Ο δικός μας ερυθρός στρατός έχει επαγγελματικά στελέχη χωρίς όμως γαλόνια και χαιρετούρες στους αξιωματικούς, δεν έχει μισθοφόρους, αλλά συνειδητούς εθελοντές που δε βαράνε προσοχές στους ανώτερους αλλά ούτε στέκονται ποτέ και ανάπαυση, και γενικώς σπανίως λουφάρουν -άντε να χαλαρώσουν λίγο τις μέρες του φεστιβάλ.

Η κε του μπλοκ βίωσε τη δεύτερη μέρα του φεστιβάλ κάπως σαν ανάπαυλα μεταξύ της πρώτης και της τρίτης. Κι όχι, δεν ήταν η κούραση από το ξεφάντωμα της πέμπτης (και να φανταστείς πως το φεστιβάλ των ονείρων μου θα κρατούσε εννιά μέρες και θα διαλυόμασταν στο τέλος, ούτε που αντί για τους κολεκτίβα ήρθαν τα κίτρινα ποδήλατα (γιεεε..) ή πως δεν είχε καλό πρόγραμμα -που μια χαρά ήταν δηλ. Αλλά να.. ούτε ένα αφιέρωμα στο μελιγαλά, λόγω της ημέρας, για να τιμήσουμε την επέτειο, δεν υπήρχε. Μια συλλογή με παραδοσιακές πηγάδες, χειροτεχνίες με κονσερβοκούτια, ή έστω διαγωνισμός με φωτογραφικά στιγμιότυπα, όπου δέρνεις το φασίστα της γειτονιάς σου -και να τι θα κέρδιζε πλάκα-πλάκα στο διαγωνισμό της μαθητικής σκηνής με την καλύτερη selfie του φεστιβάλ.

Συνήθως στο φεστιβάλ βλέπεις ό,τι είναι να δεις την πρώτη μέρα -δεν είμαστε δα και σε καμία αχανή έκταση, όπως το πάρκο τρίτση, όπου πάντα βρίσκεις κάτι που σου είχε ξεφύγει- και μετά δεν υπάρχουν τόσα πράγματα να σου κάνουν εντύπωση. Ξαναβλέπεις όμως πιο προσεκτικά κάποια που είχες σταμπάρει από πριν. Το ταμπλό στο μαθητικό τραπεζάκι, που έγραφε pro Revolution soccer. Την μπουτίκ που είχε μπλουζάκια τσε και στάλιν, και μπρελόκ με το μαρξ -αν είχε και με τον ένγκελς όμως θα ήταν πιο ψαγμένο, λέει ο sniper. Κι ένα τραπεζάκι που πουλούσε βαζάκια με μαρμελάδα ροδάκινο (!) κι ενώ ψάχναμε να βρούμε το πολιτικό νόημα της υπόθεσης (μετά και το ρώσικο εμπάργκο), θυμηθήκαμε ένα παλιότερο πανό, προς πέλλα κι ημαθία μεριά, με το ωραίο προλεκάλτ σύνθημα: το κκε δίπλα στο ροδάκινο. Κι ένας σφος συμπλήρωσε τρολάροντας πως το θέμα δεν είναι μόνο να μας ψηφίσουν στις εκλογές, αλλά να γίνει μετερίζι αγώνα κάθε ροδακινιά και κάθε χωράφι.

Είδαμε για άλλη μια φορά το μουσικό “ρατσισμό” απέναντι στους ραπάδες (όπως τους λέει ένας σφος) που σπάει μεν σιγά-σιγά, αλλά ποτέ δε θα μιλήσει ως είδος στις καρδιές των σφων, με τον ίδιο τρόπο που το κάνουν οι πιο κλασικές μορφές (αυτές ξέρετε, αυτές εμπιστεύεστε). Χειροκροτήσαμε κάποιον Ντουμάνη από την ορχήστρα-μουσικό επιτελείο του πασχαλίδη, ενώ μυριζόμασταν κάποιους άλλους ντουμάνηδες κάτω από τα δέντρα -μοσχοβολούσε ο τόπους κατά διαστήματα- που έπαιζαν με τις πιθανότητες να τους βρει κανείς σφος από την περιφρούρηση και να τους στείλει σηκωτούς για επιμόρφωση στα παιδιά από το κεθεα που ήταν στον χώρο.

Ακούσαμε (επιλέγοντας διά της ατόπου) τα κίτρινα ποδήλατα, για να μη στενοχωριέται ο sniper πως δεν έχουμε ροκ πρόγραμμα στο φεστιβάλ. Και πρέπει να χάρηκε ακόμα περισσότερο όταν άκουσε τον τραγουδιστή τους να λέει πως “αυτό είναι το ροκ στις μέρες μας” γιατί έπιασε το πρόσωπό του για να κρύψει τα δάκρυα συγκίνησης που του ήρθαν. Κι έχουμε έτσι μια δυνατή υποψηφιότητα για την ατάκα του φεστιβάλ, αν και έπρεπε να περιμένουμε τι θα έλεγε και η μπλε τύπισσα χτες. Ενώ κάνοντας μια σύντομη έρευνα χώρου εκεί που μετακόμισε τώρα η νεανική, είδαμε ότι έχει πολλές πέτρες, για να απαντάμε στα τούβλα που μπορεί να πετούσε -αχρείαστες να 'ναι, αλλά καλού-κακού για κάθε ενδεχόμενο.

Κι ερχόταν κάθε τόσο κι ένας μουσικάντης σφος και ρωτούσε συνθηματικά κάθε τόσο για τα συγκροτήματα. “Τι λέει, τα βάζουν τα ζητήματα;” “Τι λέει, τα βάζουν;” Οπότε του απαντά σε μια φάση "ενθουσιασμένος" ο sniper: τα βγάζουν.
Κι ο σφος αυτός ήταν να παίξει και στη νεανική σκηνή, αλλά το ακύρωσε τελευταία στιγμή, γιατί δεν είχε κάνει πολλές πρόβες και δεν ένιωθε έτοιμος. Και τον ρωτούσαμε, πριν το άκυρο, με ποιο συγκρότημα ήταν να βγει, για να τον δούμε και μας απαντά: α δεν ξέρω, δε θυμάμαι, κάτσε να ρωτήσω. Οπότε ρωτάει κι έρχεται και μας λέει: α, με το συγκρότημα της κνε.
Ε ναι ρε σφε, είναι πολύ δύσκολο όνομα, πού να το θυμόσουν..

Φεύγοντας ο ΣτΠ μου συνέστησε ένα φιλικό ζευγάρι, όπου ο σφος έχει μείνει πίσω ένα μήνα στο διάβασμα των αναρτήσεων του μπλοκ (ενώ τον περιμένει καρτερικά η σφισσα) γιατί χάνει χρόνο και με τους κόπανους στα σχόλια.
-Ε, τι να γίνει, απολογούμαι εγώ, έπρεπε να υπάρχει ένα κουτάκι δίπλα, να σημειώνουμε με κάπα όσα είναι τέτοια και να τα παρακάμπτεις, να γλιτώνεις χρόνο.
Μα όχι, μου απαντάει, εγώ τους κόπανους θέλω να διαβάζω. Έχουν γέλιο


Κι η μέρα έκλεισε με φιλοσοφικούς στοχασμούς περί παρκαρίσματος. Για το δύσκολο πάρκινγκ στα πέριξ του φεστιβάλ, κάποιους σφους που 'ναι παρκαρισμένοι σε κάποια συνοικιακή κοβ μαζί με παππούδες της τασκένδης που αναλύουν το -πάντα επίκαιρο- εικοστό συνέδριο του κκσε, τους γονείς σφους που ψάχνουν να παρκάρουν τα μικρά τους στον παιδότοπο, για να μείνουν λίγο μόνοι τους να γυρίσουν το φεστιβάλ και τα παρκόμετρα που βγάζει από το κέντρο της πόλης ο πελετίδης, δίνοντας από την πρώτη βδομάδα το στίγμα της νέας δημοτικής αρχής. Και πρέπει να αρχίσουμε να το προβάλλουμε δυναμικά, γιατί δεν μπορούμε να υπολογίζουμε πως θα το κάνει κανείς άλλος αντί για εμάς.

Μην χάσετε αύριο το τελευταίο μέρος με την κοσμοσυρροή της τρίτης μέρας, το hell 's bells με το οποίο βγήκε ο δημουλάς στη σκηνή για την ομιλία και κάποιες εντυπώσεις των σφων ανταποκριτών από το φεστιβάλ της πάτρας.

Σάββατο, 13 Σεπτεμβρίου 2014

Φεστιβαλικά στιγμιότυπα – το πρώτο ημίχρονο

Η πρώτη μέρα του φεστιβάλ έτυχε να είναι η 11η σεπτέμβρη. Δεν ήταν ακριβώς η μέρα που άλλαξε τον κόσμο (αν και η μέρα εκείνη δε θα αργήσει, κυνηγημένο μου πουλί) αλλά είχε εντυπωσιακή προσέλευση κόσμου για καθημερινή, κι αυτό είναι σίγουρα μια αλλαγή από πέρσι, που είχαμε γίνει μούσκεμα και δικαιώθηκαν οι φόβοι όσων είχαν μείνει σπίτι τους. Γιατί όπως λέει ο θυμόσοφος λαός, δε γίνεται γάμος χωρίς κλάμα, κηδεία χωρίς γέλιο και φεστιβάλ χωρίς ψιχάλα –που έπεσε και προχτές για κάνα πεντάλεπτο, έτσι για να τηρούμε τα πατροπαράδοτα έθιμα. Ενώ ο sniper συμπλήρωσε εξίσου θυμόσοφα: φεστιβάλ χωρίς βροχή = ψάρι χωρίς ποδήλατο.

Κι άμα γεμίζει έτσι από την πρώτη μέρα ο χώρος, τις άλλες δύο –κι ειδικά την τρίτη, που έχει παπακωνσταντίνου και δημουλά- θα γίνει σκοτωμός για μια καρέκλα –ούτε υπουργικές να ‘τανε- και θα χρειαστεί να επαναλάβουμε το θαύμα της κανά –αλλά όχι της μελίνας που τραγουδούσε χτες με την τσαλιγοπούλου, αν και εγώ θα προτιμούσα να ‘χαν έρθει οι κατσιμιχαίοι, να σου πω την αλήθεια.

Αλλά είχε γεμίσει ο χώρος με μποφιλάκια, όπως έλεγαν λίγο υποτιμητικά τους φίλους της μποφίλιου στην παρέα που δεν αντέχει τα έντεχνα, και από κόσμο που είχε έρθει για τους ιμάμ μπαϊλντί. Όπου όλα τα λεφτά είναι η φωνή, μας έλεγε ένας κουτσός σφος, γιατί είναι κι από φωνή φωνάρα και από τα υπόλοιπα. Και τελικά του δώσαμε ψήφο ανοχής και σύντομη περίοδο χάριτος (δέκα λεπτά, σαν τις περιόδους στο μπάσκετ) για να μας το αποδείξει-ουν. Και βγαίνει πρώτα ένας μαυρούλης που λέει τα δικά του, οπότε εμείς τον κοιτάμε περίεργα και λέμε πως όντως είναι πολύ καλός και πρέπει να τον κλείσουμε δεξί μπακ για το φετινό άρη, όπου μπορεί να παίζουμε εσύ κι εγώ σφε αναγνώστη.

Αλλά μην παρεξηγείτε την ελαφριά διάθεση, αφενός γιατί τα εσωτερικά αστεία δε φαίνονται πάντα το ίδιο αστεία έξω από τα συμφραζόμενα κι αφετέρου γιατί το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγεις με τα χρόνια και τα γεράματα που βαφτίζουμε πείρα, είναι πως ο καλύτερος τρόπος για να χαρεί κανείς το φεστιβάλ είναι να συμμετέχει στο στήσιμό του και να καμαρώνει από μέσα του για την πολιτεία που έχτισαν συλλογικά όλοι οι σύντροφοι. Αλλά όταν σε ξεβράζει το οργανωμένο κίνημα και τα ηλικιακά όρια της νεολαίας, ως έννοια –που πόσο να τα τραβήξουμε πια, για να μας χωρέσουνε;- το αμέσως επόμενο καλύτερο πράγμα του κόσμου είναι να κάθεσαι μαζί με τους συνομήλικούς σου μετά από λίγη ορθοστασία (οι μικρές λεπτομέρειες που συντελούν στην ανθρώπινη ευτυχία), να απολαμβάνεις σαν το φωτόπουλο (που κά-ά-άθεται…), να παίρνεις πόζα έμπειρου βετεράνου και να σχολιάζεις τα πάντα γύρω σου, σαν τους γερο-παράξενους παππούδες του μάπετ σόου.

Δηλ; Μα σου λέω, τα πάντα.
Τη μεγαλύτερη άπλα που έχουμε φέτος (αλλά περπατάμε και περισσότερο) για να μην μπερδεύονται οι ήχοι από τις σκηνές μεταξύ τους και γκρινιάζουν με το δίκιο τους οι καλλιτέχναι. Την πραγματική τέχνη και τα μυστικά για ζουμερούς λουκουμάδες. Τη σφισσα που σηκώθηκε, το σφο που κάθισε και τον συναγωνιστή που μιλούσε πριν μαζί μας. Τους περαστικούς που παίζουν τζένγκα με τον ξέχειλο κάδο των σκουπιδιών και πάντα ρίχνουν περισσότερα τουβλάκια από αυτό το ένα που τοποθετούνε περήφανα στην κορυφή –αλλά θα συνεχίσουν πάντα να δοκιμάζουν, στοχεύοντας στην έκπληξη και την τελειότητα. Τον μαϊμού τσολιά της ελληνοφρένειας, που κυκλοφορούσε στο φεστιβάλ –πιθανότατα στα πλαίσια κάποιου δρώμενου. Τον σύντροφο στους οδηγητές που μας τρόλαρε με υπονοούμενα: τον έχετε πάρει; -Ναι, τον πήραμε, ευχαριστούμε. –Θέλετε να τον ξαναπάρετε; Τους μπερδεμένους ρεμπετοραπ ήχους των μπαϊλντί και τους στίχους του μέγα (χωρίς νίβο και γκόιν θρου αυτή τη φορά -δόξα την μπελισάμα- που τους την είπε, λέει, κι ο αφάζα). Που τέχνη –η οποία να απευθύνεται στην αισθητική, ως μορφή συνείδησης- οριακά μπορεί και να μην είναι, αλλά στρατευμένη είναι σίγουρα και με το παραπάνω, αν κρίνεις μόνο από τους στίχους.

Και για το φεστιβάλ των ονείρων μας, που για το sniper θα είχε μέταλ σκηνή και κατά πάσα πιθανότητα κλασική μουσική –γιατί ο στόχος είναι να διδασκόμαστε και όχι μόνο να διασκεδάζουμε, όπως δηλ και στις πολιτικές συζητήσεις, άλλο αν καμιά φορά προκύπτουν παρεμπιπτόντως και τα δύο. Ενώ για μένα θα ξεκινούσε με συναυλία και πορεία από το προξενείο ή θα κρατούσε εννιά ημέρες, όπως είχε γίνει δηλ στη δεκαετία με τις βάτες. 80’ς, ξερό ψωμί και ωμό σουβλάκι (όπως και τώρα δηλ , πάνω-κάτω).
Για τις καινούριες εκδόσεις της σύγχρονης εποχής, πχ για το δεκέμβρη του 44’ από το τμήμα ιστορίας. Τον πάγκο του αλφειού απέναντι, που είναι παραδοσιακή παρουσία και σταθερός σύμμαχος, είτε με ααδμ, είτε με λαϊκή συμμαχία –όπως κι ο κάππος δηλ που έχει εκδώσει πολλά βιβλία του από αυτές τις εκδόσεις. Και έναν καλτ πάγκο παραδίπλα με κάτι μίκυ μάους και το βιβλίο του ραμπότα για τον γκάλη μεταξύ (πολλών κι ετερόκλιτων) άλλων.

Τα κόκκινα μπαλόνια «ούτε γουλιά κόκα κόλα», που είναι παντού πλέον. Κι όταν φεύγουν απ’ το χέρι ενός παιδιού είναι τα μόνα που στέκονται στο ύψος των περιστάσεων και του μελλοντικού κόσμου, που θα σταθεί στο μπόι των ονείρων μας. Αλλά το φεστιβάλ υλοποιεί εδώ και χρόνια το σύνθημα των μπαλονιών και δε φέρνει ποτέ κόκα-κόλα, ενώ φέτος είχε τα αναψυκτικά του βίκου. Και ήταν που λες καιρό πριν, μια νεαρή σφισσα σε μια σύσκεψη με φίλους του κόμματος, που πάνω στην προεκλογική φούρια και το ζήλο της για ένα παράδειγμα με εκλαΐκευση κι ηθικό δίδαγμα, πιάνει ένα μπουκαλάκι νερό κι αρχίζει να εξηγεί πως αυτό το έφτιαξαν με τα χέρια τους οι εργάτες του μπάρμπα βίκου και όχι ο ίδιος ο επιχειρηματίας.
Σαν σ’ αρέσει μπάρμπα βίκο, ξαναέλα πουέρτο ρίκο.

Αλλά πάνω που απολαμβάνεις το ρόλο του συνταξιούχου, έρχεται να σε συνεφέρει έξαφνα από πίσω σου ο καρδιτσιώτης ντι-τζέι, που σου κάνει κεφαλοκλείδωμα και σου λέει να ποζάρεις στο φακό, που κρατά στο άλλο χέρι, για να βγάλετε φωτογραφία και να κερδίσετε στο διαγωνισμό για την καλύτερη «σέλφι» (!;) που γίνεται στη μαθητική σκηνή του φεστιβάλ!

Ο κομμουνισμός είναι η νιότη του κόσμου κι οι σφοι δικαιούνται να παλιμπαιδίζουν καμιά φορά –ιδίως στα φεστιβάλ της οργάνωσης- και να απολαύσουν μετά τα πυροτεχνήματα (!;!), που δε μέτρησα αν ήταν σαράντα, ένα για κάθε φεστιβάλ, αλλά το ένα πρέπει να ήταν κάπως τζούφιο –μάλλον το 16ο, που ήταν το λιγότερο μαζικό, λόγω ειδικών συνθηκών. Και αυτό είναι το μόνο είδος πυροτεχνήματος που μπορεί να δει κανείς από τους κομμουνιστές, που –σε αντίθεση με άλλες πολιτικές γκρούπες με ειδίκευση στην καμπανιακή δράση και στα κινηματικά πυροτεχνήματα- φημίζονται για την πολιτική τους συνέπεια.


Μείνετε στις οθόνες σας για το δεύτερο ημίχρονο. Άντε και καλά σαράντα –όχι σαν αυτά του πασόκ.

Παρασκευή, 12 Σεπτεμβρίου 2014

Αιωνιότητα και μια μέρα

Αν θέλει κανείς να δει τη δύναμη του κυρίαρχου λόγου και την ύπουλη επίδραση της αστικής προπαγάνδας στη λεγόμενη κοινή γνώμη, μπορεί να τη μετρήσει σε ένα επίκαιρο παράδειγμα με το ζήτημα των αιώνιων φοιτητών. Ο μέσος τηλεθεατής δε βλέπει σε αυτή την κατηγορία νέους που σπουδάζουν με πενιχρά μέσα και πρέπει να δουλεύουν παράλληλα, για να βγάλουν τα προς το ζην, μένουν σε άλλο μέρος και δεν έχουν λεφτά να νοικιάσουν σπίτι στην πόλη των σπουδών τους, άτομα γενικά που πήγε κάτι στραβά στη ζωή τους και χρειάζονται συνεπώς βοήθεια αντί για εκβιαστικά τελεσίγραφα. Αλλά φαντάζεται ρέμπελους φοιτητοπατέρες που τρώνε τα λεφτά του πατέρα και του κρατικού προϋπολογισμού και βασικά ευθύνονται για τη (δημοσιονομική) κρίση (χρέους και αξιών), μαζί με τους υδραυλικούς που δεν κόβουν απόδειξη και τους δημόσιους υπαλλήλους.
Δεν έχει τόση σημασία που στην πραγματικότητα οι αιώνιοι (λες και μιλάμε για ντέρμπυ πάο-οσφπ) δεν επιβαρύνουν στο παραμικρό τα πανεπιστήμια και την πολιτεία. Σημασία έχει μόνο πως έχουμε αποστηθίσει αυτό το σχήμα δια της συχνής τηλεοπτικής επανάληψης κι έχουμε μάθει αυθόρμητα να το θεωρούμε δική μας σκέψη κι ανάλυση, θεωρώντας τους αιώνιους φοιτητές κάτι σαν τον προ-αιώνιο εχθρό (τους εαμοβούλγαρους), που μας εμποδίζει να ξαναζήσουμε τον χρυσό αιώνα του περικλή.

Ποιος είναι όμως ο λόγος που στοχοποιούνται οι αιώνιοι φοιτητές από την κυβέρνηση, εφόσον δεν κοστίζουν τίποτα και δεν επιβαρύνουν στο παραμικρό το κράτος; Η βασική λογική είναι να γίνουν τα πανεπιστήμια ανταγωνιστικά, με κριτήρια ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς βαρίδια (δηλ τους αιώνιους) που δυσφημούν και ρίχνουν την αποτελεσματικότητά τους, ανεβάζοντας το μέσο όρο (απο)φοίτησης. Μια παράπλευρη αλλά εξίσου σημαντική πτυχή είναι και η εξασφάλιση δεξαμενής πελατών για τα ιδιωτικά πανεπιστήμια (που όλο και λιγότεροι δημοσιολόγοι νιώθουν την ανάγκη να τα αναφέρουν ως μη κρατικά, για να μη χτυπάν πολύ άσχημα στο αυτί). Αν διαβάσει κανείς εκπαιδευτικά ρεπορτάζ και αναλύσεις στον τύπο και το διαδίκτυο, θα βρει κι άλλες αντίστοιχες παραμέτρους πίσω από την επιφάνεια των πραγμάτων.

Πλάι στα άλλα ζητούμενα όμως, υπάρχει και μια γενικότερη κοινωνική στόχευση, που δεν υστερεί καθόλου σε σημασία: η εμπέδωση της προσωρινότητας, της πίεσης, της δια βίου ελαστικότητας των αυριανών εργαζόμενων, ήδη απ’ τα φοιτητικά τους χρόνια. Γιατί κανείς δεν πρέπει να νιώθει ασφαλής και μόνιμος (ακόμα και με τη σχετική έννοια που έχει αυτός ο όρος σε μια εξ ορισμού μεταβατική φάση, όπως η φοιτητική). Αλλά να νιώθει στην πρέσα, υπό διαρκή κρίση κι αίρεση (αξιολόγηση) για να είναι υποτακτικός κι υπάκουος και να συνηθίζει για να προσαρμοστεί γρήγορα και στο επαγγελματικό κάτεργο που τον περιμένει.

Παράλληλα χτυπιέται η παραδοσιακή και κακόφημη φοιτητική «ανεμελιά», που διασφαλίζει ωστόσο ένα διαφορετικό κλίμα, μια γενική ατμόσφαιρα και έμπρακτη δυνατότητα ενεργού συμμετοχής των φοιτητών στα κοινά. Είναι αυτό το περίφημο «απέξω» (έξω από την εργατική τάξη, την αλλοτρίωση και την εκμετάλλευση των κυρίαρχων σχέσεων παραγωγής) που αναλύει στο έργο του ο βλαδίμηρος για το πώς προκύπτει η επαναστατική συνείδηση. Κάτι που επιβεβαιώνεται και στην πράξη από μία άποψη (που είναι όμως η μισή αλήθεια), καθώς τα πανεπιστήμια αποδεικνύονται προνομιακό πεδίο στρατολόγησης (και για κάποιες οργανώσεις ο αποκλειστικός χώρος δράσης και ύπαρξής τους, κάτι σαν υδροβιότοπος με προστατευόμενα είδη). Το οποίο κρύβει όμως κινδύνους άλλης φύσης, που μπορεί να εκδηλωθούν στην πορεία.

Αυτή η παράμετρος επηρεάζει αποφασιστικά τη νοοτροπία και τη συμπεριφορά πολλών φοιτητών κι αποτελεί το κλειδί για την ερμηνεία κάποιων τάσεων κι αρκετών φαινομένων. Εξηγεί ίσως εν μέρει –και σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες προφανώς- πώς εξανεμίστηκε η αγωνιστική παράδοση κι οι κινητοποιήσεις της διετίας 06-07’, γιατί δε βρήκαν συνέχεια τα επόμενα χρόνια, γιατί το φοιτητικό κίνημα έμεινε ουραγός και παθητικός θεατής –ως επί το πλείστο- κατά την περίοδο της κρίσης, ενώ οι όποιες αγωνιστικές διεργασίες υστερούσαν φανερά σε ένταση, συμμετοχή και διάρκεια –και αυτό παρά τη σημαντική άνοδο της πανσπουδαστικής στις φοιτητικές εκλογές της τελευταίας τριετίας.

Πολλές φορές κατά το παρελθόν –κι από εδώ επίσης- έχει ανοίξει η συζήτηση για το αν αλλάζει ή όχι τα τελευταία χρόνια η κοινωνική σύνθεση των φοιτητών, με την έννοια της αύξησης των ταξικών φραγμών. Το τελευταίο στοιχείο δεν μπορεί να αγνοηθεί, εκτιμώ όμως πως οι αλλαγές την τελευταία πχ δεν είναι τόσο δραματικές κι εντυπωσιακές, που να δικαιολογούν από μόνες τους αυτή τη νηνεμία. Αυτό που σίγουρα έχει αλλάξει πάντως είναι το γενικό πλαίσιο και η ατμόσφαιρα των πανεπιστημίων, αλλαγή που γίνεται αντιληπτή και με απλές εμπειρικές παρατηρήσεις ενός απλού περαστικού 30άρη, που είχε προλάβει το μαϊούνη. Η κρίση δε συντελεί αυτόματα στη ριζοσπαστικοποίηση συνειδήσεων (ιδίως σε έναν χώρο με μεταβατικά χαρακτηριστικά, όπου δεν υπάρχει μόνιμη, σταθερή παρέμβαση στον ίδιο κόσμο και πολλά ζητούμενα πρέπει να κατακτούνται κάθε χρόνο ξανά από την αρχή). Η αδιέξοδη λογική της ατομικής λύσης κάνει πολλά παιδιά να σκύβουν το κεφάλι περισσότερο, για να χωρέσουν στο καινούριο καλούπι, και να αποφεύγουν συστηματικά κάθε συλλογική αναζήτηση, που μπορεί να τους αποπροσανατολίσει από το αυστηρό χρονοδιάγραμμα της αποφοίτησής τους. Γιατί ο χρόνος είναι χρήμα και δεν περισσεύει για αιώνιους ρεμπεσκέδες και την αιωνιότητα συν δύο.

Αντί επιλόγου παραθέτω με την ευκαιρία από τις θέσεις του κσ της κνε για το συνέδριο (που εικάζω πως θα ανέβουν κάποια στιγμή και στο διαδίκτυο) ένα απόσπασμα από το υποκεφάλαιο με τίτλο «διαμορφώνουμε τους όρους για την αγωνιστική ανασυγκρότηση του φοιτητικού-σπουδαστικού κινήματος», με μια κριτική αποτίμηση της πορείας του μας.

Στα 5 χρόνια της ύπαρξής του [το ΜΑΣ] έχει συμβάλει σε αυτή την κατεύθυνση, στην αντιπαράθεση με εκφυλιστικά φαινόμενα που επικρατούν στο φοιτητικό και σπουδαστικό κίνημα, στα όποια βήματα οργάνωσής του έχουν γίνει. Σήμερα έχει αυξηθεί ο αριθμός των συλλόγων, των επιτροπών ετών και επιτροπών αγώνα που συσπειρώνει.

Παρόλα αυτά η έλλειψη λειτουργία των οργάνων του φοιτητικού-σπουδαστικού κινήματος και η απειρία από το πώς λειτουργούν, μιας και μιλάμε για χρόνια κατάσταση, οδηγούν στο να φεύγει από το επίκεντρο της δράσης μας ο σύλλογος, η οργάνωση δράσης κατά έτος, στο εξάμηνο. Να λειτουργεί πολλές φορές ως παράταξη. Το ΜΑΣ όμως δεν είναι ένα λογότυπο που μπαίνει παντού. Είναι οι σύλλογοι και οι επιτροπές που συσπειρώνει, οι οποίες πρέπει να έχουν δράση και λειτουργία οι ίδιες, μέσα στις σχολές, στα αμφιθέατρα για όλα τα ζητήματα των σπουδών, του περιεχομένου τους.

Πέμπτη, 11 Σεπτεμβρίου 2014

Η αποκατάσταση που έρχεται

-Δηλ σοβαρολογείς τώρα;
-Ποτέ και πάντα, αν ρωτάς γενικά. Αλλά αν εννοείς τον τίτλο, όχι δεν κυριολεκτώ. Δεν περιμένω μια επίσημη κομματική αποκατάσταση του κάππου με αφορμή τον τρίτο τόμο του δοκιμίου, αλλά την πολιτική αποκατάσταση της σκέψης του και των εκτιμήσεών του, που δε θέλει κολαούζο κι επίσημες ανακοινώσεις, για να φανεί εξάλλου. Κρίνεται σε δύσκολες συγκυρίες, όπως οι διπλές εκλογές του 12’, με τις πολυμήχανες σειρήνες της αριστερής κυβέρνησης, που μάγεψαν πολλούς παλιούς συντρόφους του οδυσσέα. Κι είχαν μείνει κολλημένοι χρόνια στις πληγές του 89’, αλλά διέγραψαν μονοκονδυλιά την παρακαταθήκη που άφησε ο κάππος με τη στάση του ενάντια στον αριστερό κυβερνητισμό –όχι μόνο της εποχής του αλλά και διαχρονικά.


Τρέχα γύρευε λοιπόν τι γυρεύει η πονηρή ίσκρα στο παζάρι και τι δουλειά έχει ο λαφαζάνης πχ, ως το αριστερό άλλοθι του κυβερνητικού κρετινισμού, με τη μνήμη και το πολιτικό στίγμα του κάππου. Αυτό που γυρεύουν βασικά είναι πολιτική υπεραξία στο εκλογικό χρηματιστήριο, δίνοντας βήμα πχ στο γιο του κάππου, το θανάση, που έχει φάει το λούκι της ανεργίας του δημοσιογραφικού σιναφιού, ή με τη βαλαβάνη που είχε τίμια στάση, κάπ(π)ου, κάπως, κάποτε.

Ο κάππος έλεγε πως το επώνυμό του έχει δύο πι, γιατί το πρώτο ανήκει στον ίδιο και το δεύτερο σε όλους τους άλλους. Αλλά τα αρχικά του σχημάτιζαν μαζί δύο κάπα, το «κκ», όπως το κουκουέ και το κομμουνιστικό κίνημα, με το οποίο συνδέθηκε άρρηκτα ως το θάνατό του, εννιά χρόνια πριν, στις 10 σεπτέμβρη. Τι σχέση μπορεί να έχει λοιπόν η σύγχρονη εκδοχή της επάρατης σοσιαλδημοκρατίας κι οι ψεύτικες ανέξοδες ελπίδες που μοιράζει αφειδώς, με την πραγματική ελπίδα της κομμουνιστικής προοπτικής;

Έπειτα, δεν είναι μόνο ο όρος «αποκατάσταση» κάπως προβληματικός, κολλάει κι αλλού το πράγμα. Τι πάει να πει «που έρχεται». Και πότε έφυγε δηλ για να έρθει;

ΕΡ.: Επιστροφή στο ΚΚΕ;
ΑΠ.: Γιατί; Έφυγα;
ΕΡ.: Υπάρχει ΚΚΕ;
Απ.: Και τότε γιατί υπάρχουν δεκάδες αντιΚΚΕ ομάδες, κόμματα και πρόσωπα;

Στην ίδια συνέντευξη βέβαια –που είναι παρμένη με τη μορφή σύντομων ερωτοαπαντήσεων, σε στιλ θεοδωράκη, το 2000 στα νέα- λέει πχ και τα εξής.
ΕΡ.: Χαρίλαος Φλωράκης;
ΑΠ.: Άλλη ερώτηση.
ΕΡ.: Αλέκα Παπαρήγα;
Απ.: Προσπαθεί.
Ενώ καθησυχάζει τους φανατικούς πολέμιους του στάλιν.
Δεν τον θάψανε στα Ιεροσόλυμα. Δεν υπάρχει κίνδυνος να αναστηθεί.
Σε άλλες συνεντεύξεις του πάντως έχει σαφώς θετικές κρίσεις για τον χαρίλαο –παρά την όποια διαφωνία και αντιπαράθεσή τους- ενώ στην ίδια συλλογή κειμένων («η επανάσταση που έρχεται», με επιμέλεια του γιου του, θανάση) μπορεί να βει κανείς και το κείμενό του με τίτλο «ο αντισταλινισμός είναι δειλός αντικομμουνισμός».

Θέλω να πω δηλ πως δεν χρειάζεται να προσπαθούμε να φέρουμε τον κάππο ακριβώς στα μέτρα μας, για να τιμήσουμε επιλεκτικά εκείνες τις πτυχές που μας ταιριάζουν περισσότερο, και να πετάμε ό,τι μας περισσεύει. Τον κάππο τον τιμάμε και για τις επιμέρους διαφωνίες που ίσως έχουμε με όσα έχει πει και κάνει ή για τον τρόπο με τον οποίο τα στήριξε, αλλά πρωτίστως για τη διαφωνία του και την αντίθεσή του με την επιχείρηση σοσιαλδημοκρατικής μετάλλαξης του κουκουέ και τη μετατροπή του σε κυβερνητική τσόντα των αστικών κομμάτων. Τον τιμάμε γιατί δεν έπασχε από αφωνία την κρίσιμη ώρα, επιβεβαιώνοντας πως τα κκ είναι ζωντανοί οργανισμοί, χωρίς ομοφωνίες νεκροταφείων. Και για το ότι δεν έσπασε αυτή τη σιγή με άναρθρες πολεμικές κραυγές κατά του κόμματος, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει κομμουνιστικό πολιτικό λόγο –όπως κάποιοι πρόσκαιροι σύντροφοί του που τους εγκατέλειψε σχετικά γρήγορα.

Τον κώστα κάππο τον τιμάμε για την ιδιαίτερη κομματικότητά του (απέναντι στο κόμμα από το οποίο δεν έφυγε ποτέ ουσιαστικά) που δεν ταυτίζεται με την τυφλή υπακοή στις άνωθεν εντολές, αλλά εκφράστηκε με εμφατικό τρόπο σε δύο (πολύ διαφορετικές μεταξύ τους) περιπτώσεις το καλοκαίρι του 89’. Την πρώτη με τα γεγονότα της τιεν αν μεν και τη δήλωσή του* πως δεν έχουμε κομματικές οργανώσεις στο πεκίνο για να έχουμε άμεση αντίληψη κι εκτίμηση για τα γεγονότα (όπως δεν έχουμε και στην ανατολική ουκρανία, θα συμπλήρωνα εγώ). Και ένα μήνα αργότερα που διαχώρισε τη θέση του από το σχηματισμό της κυβέρνησης τζανετάκη και την πολιτική γραμμή που σηματοδοτούσε ευρύτερα αυτό για μια μερίδα του κόμματος τότε –όπως φάνηκε καθαρά και από την εκδήλωση της εσωκομματικής κρίσης την επόμενη διετία.

Δεν υπάρχει λοιπόν πιο παράδοξη (και πολιτικά άτιμη) στάση από αυτή που τιμά κουτσουρεμένη τη μνήμη του κάππου και τη μερική ρήξη του με το κόμμα, για να την χρησιμοποιήσει ως όχημα προς την ενσωμάτωση, που επιλέγουν κάποιοι σήμερα ετεροχρονισμένα.
Διάλεξαν όμως λάθος άτομο. Ο κάππος κι η στάση του δεν προσφέρονται..

(Απόσπασμα από συνέντευξή του στην κυριακάτικη ελευθεροτυπία το 89’).

Ανεξάρτητα από την όποια εξέλιξη, εκτιμάτε κύριε Κάππο, ότι όλη αυτή η ιστορία έβλαψε το κόμμα σας;
-Δε νομίζω ότι βλάφτηκε το ΚΚΕ από μένα. Γιατί έδειξα ότι το ΚΚΕ αποτελείται από ανθρώπους με προσωπικότητα.

-Αυτό δεν εμπόδισε τους αντιπάλους σας, το ΠΑΣΟΚ περισσότερο, να εκμεταλλευτούν το θέμα προς όφελός τους. Η Αυριανή πχ που κάποτε σας καταλόγιζε, με το γνωστό της τρόπο, ακόμα και σχέσεις με τον Κοσκωτά εξαιτίας των καταθέσεων του ΚΚΕ στην Τράπεζα Κρήτης, μετατράπηκε σε τιμητή σας, αποδίδοντάς σας τον τίτλο του «μόνου αγνού, αγωνιστή και πατριώτη»…
-Δε διαβάζω Αυριανή. Και είμαι ο πρώτος που έχω μιλήσει ενάντια στον Αντρέα Παπανδρέου, «δεν μπορεί να λέει στο ΚΚΕ ότι κοιμόμαστε, αυτός που προσκύνησε τη χούντα» τους είπα. Από κει και πέρα, τι να εκμεταλλευτούν οι πασοκτζήδες από μένα; Ότι διαφώνησα σε μερικά ζητήματα και διαχώρισα τη θέση μου; Ας κοιτάξουν το κόμμα τους, που η ηγεσία του κατηγορείται για σκάνδαλα, για κλεψιές, για τόσα, και δε βρέθηκε να διαχωρίσει τη θέση του κανένας. Και δε δεχόντουσαν ούτε ότι υπάρχουν ευθύνες, μας λέγανε ότι είναι αθώοι, ψηφίσανε μάλιστα και υπέρ του Κουτσόγιωργα, που είναι σκαστή δωροδοκία.


Έδειχναν όμως ότι είναι ενωμένοι. Τη στιγμή που το ΚΚΕ φαινόταν να σπαράσσεται, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και η Νέα Δημοκρατία προχωρούσαν συσπειρωμένοι. Τα κόμματα αυτά είναι αστικά. Και συσπειρώνονται για το συμφέρον, για τα πόστα. Ενώ εμείς έχουμε ιδέες, έχουμε αρχές, όταν ξεκινήσαμε αυτό το δρόμο αποφασίσαμε να δώσουμε και τη ζωή μας ακόμα. Είναι δυνατόν να αρνούμαστε και τις ιδέες μας τώρα;