Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικτατορία του προλεταριάτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα δικτατορία του προλεταριάτου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 10 Οκτωβρίου 2018

Το σοβιετικό Σύνταγμα του 77′ και το “παλλαϊκό κράτος”

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τις προάλλες συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από την έγκριση του νέου σοβιετικού Συντάγματος, στην περίοδο της διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ. Το νέο Σύνταγμα περιείχε 28 άρθρα από το προηγούμενο που είχε ψηφιστεί το 1936, και διατηρούσε αρκετά προοδευτικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας μεταξύ άλλων τον πρωτοπόρο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Η βασική αλλαγή ωστόσο αφορούσε ακριβώς αυτό το στοιχείο, το χαρακτήρα του κράτους, που θεωρούνταν πλέον παλλαϊκό, κράτος όλου του λαού, και όχι κράτους της εργατικής τάξης, δηλαδή “δικτατορία του προλεταριάτου”.

Πιστοποιούσε έτσι και στο επίπεδο του εποικοδομήματος, σε ένα σημαντικό τομέα, τη στροφή που είχε σηματοδοτήσει είκοσι χρόνια πριν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τη διαδικασία της αποσταλινοποίησης. Ρίζες αυτής της αντίληψης, ωστόσο, μπορούμε να βρούμε και σε αρκετά προγενέστερες επεξεργασίες, που αντιμετώπιζαν πχ τη Λαϊκή Δημοκρατία ως εναλλακτικό δρόμο στο σοσιαλισμό, διαφορετικό από τη ΔτΠ (δικτατορία του προλεταριάτου) που ήταν ο σοβιετικός δρόμος που ακολούθησε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Ουσιαστικά, στο επίκεντρο βρισκόταν αυτή ακριβώς η έννοια, στην οποία κατά καιρούς έχει ασκηθεί πολύπλευρη κριτική από διάφορες σκοπιές, με το Λένιν ωστόσο να γράφει πως μαρξιστές δεν ήταν όσοι παραδέχονταν γενικά την ταξική πάλη -κάτι που έκαναν ακόμα και αστοί αναλυτές- αλλά μονάχα όσοι δέχονταν πως οδηγεί υποχρεωτικά σε αυτό το αποτέλεσμα: την εργατική εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Κατά κανόνα, η κριτική αυτή είχε μικροαστική αφετηρία, που λυγίζει κι αναδιπλώνεται μπροστά στις δυσκολίες της ταξικής πάλης, απορρίπτει τη βία και τη “δικτατορία” -που όμως διαιωνίζει τη δικτατορία της αστικής τάξης, με όλους τους δημοκρατικούς μανδύες της- και αποκόβει τα δύο συνθετικά του όρου. Την απασχολεί δηλαδή πως η ΔτΠ θα πάψει να είναι “δικτατορία”, και όχι πώς θα συνεχίσει -ή αν θα πάψει- να είναι “εργατική”, του προλεταριάτου. Αυτή η σοσιαλδημοκρατική τάση φαινόταν να επηρεάζει το ΚΚΣΕ, κυριαρχώντας σταδιακά στις γραμμές του, κι αυτός ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους ήταν που αναιρούνταν από το θεωρητικό σχήμα του “παλλαϊκού κράτους”, παρά την ανελέητη κριτική που είχαν ασκήσει οι Κλασικοί σε αντίστοιχες έννοιες στην εποχή τους, όπως πχ ο Μαρξ στην μπροσούρα του για το Πρόγραμμα της Γκότα.

Παρόλα αυτά, και στο προηγούμενο Σύνταγμα υπήρχαν αδύνατα σημεία, καθώς ο διαχωρισμός των εκλογικών περιφερειών γινόταν σε εδαφική βάση, ανά περιοχές δηλαδή, κι όχι με βάση τις παραγωγικές μονάδες και τους χώρους δουλειάς. Προφανώς υπήρχε παράλληλα και κάποια σχετική διαπάλη, που συνεχιζόταν στο χρόνο, χωρίς να είναι τίποτα δεδομένο, ως οριστική κατάκτηση.

Πέρα από την κριτική ενός λάθους πάντως, ή μάλλον για να είναι ολοκληρωμένη αυτή η κριτική, είναι απαραίτητο να δούμε ποια σημεία μπορεί να ερμηνεύουν ένα ατόπημα, ποιοι παράγοντες το ευνόησαν και ποια υπαρκτά προβλήματα κλήθηκαν να λύσουν οι Σοβιετικοί, που προχώρησαν σε αυτές τις λανθασμένες επιλογές.

Είναι γνωστό πως μια τάξη που βρίσκεται στην πρωτοπορία, καταφέρνει να προβάλλει ως εκπρόσωπος όλου του έθνους, να συσπειρώσει γύρω της τις υπόλοιπες τάξεις, για να παίξει αυτόν τον ηγεμονικό ρόλο. Είναι επίσης γνωστό πως κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά των ναζί -που ονομάστηκε Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και ας μην ήταν στενά τέτοιος- οι Σοβιετικοί επιδίωξαν με διάφορους τρόπους και ελιγμούς την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης -αφού εκκαθάρισαν πρώτα τις δικές τους γραμμές στο Κόμμα από ασταθή και ύποπτα στοιχεία- ιεραρχώντας ως απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Είναι επίσης εύλογο πως μια συνταγή που πετυχαίνει αποτελέσματα και νικάει, μπορεί να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε ένα άλλο πλαίσιο, με διαφορετικές συνθήκες, που δε δικαιολογούν τη συνέχισή της.

Είναι σημαντικό όμως πως η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης δεν πάλευαν γενικά και αόριστα ενάντια στον εισβολέα, αλλά για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας -ενώ όσοι έβλεπαν τα συμφέροντά τους να θίγονται από αυτήν, πέρασαν ανοιχτά με το πλευρό των Ναζί. Είναι επίσης σημαντικό πως η εργατική τάξη και η πολιτική της πρωτοπορία θα πετύχει αυτή την ευρεία συσπείρωση με την επιβεβαίωση του ρόλου της στην πράξη, σε μια σειρά καθήκοντα, και όχι κάνοντας από θέση αρχής υποχωρήσεις απέναντι σε άλλες, σύμμαχες τάξεις, στο όνομα μιας εθνικής ή παλλαϊκής ενότητας.

Ένα δεύτερο θεωρητικό ζήτημα που έμπαινε γενικά, είναι το εξής: αν η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η μεταβατική μορφή μέχρι την εμφάνιση του κομμουνισμού και η ταξική πάλη οξύνεται στο σοσιαλισμό -όπως είχε γράψει ο Στάλιν- τότε πώς και πότε ακριβώς φτάνουμε στην απονέκρωση του κράτους, που θα μας οδηγήσει στο κομμουνιστικό στάδιο; Πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός της όξυνσης, εφόσον το κόμμα των μπολσεβίκων εκτιμούσε πχ τη δεκαετία του 30′ πως έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και έχουν εξαλειφθεί οι εναντίον του απειλές από τη σοβιετική κοινωνία;

Παράλληλα, υπήρχε μια αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού μετώπου, όπου είχαν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και οι βασικές κοινωνικές τάξεις (εργατική τάξη, αγροτιά, διανόηση) δεν είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, και του εξωτερικού τομέα, με τον Ψυχρό Πόλεμο και τα σφυριά του ιμπεριαλισμού να βαράνε συντονισμένα στην ίδια κατεύθυνση, βάζοντας στο στόχαστρο τη Σοβιετική Ένωση. Ασφαλώς αυτά τα δύο δε χωρίζονταν με στεγανά, δημιουργούνταν όμως μια ιδιαίτερη “παράδοξη” κατάσταση, που προκαλούσε και αντίστοιχες παραδοξολογίες σε θεωρητικό επίπεδο, όπως πχ το σχήμα του “κομμουνιστικού κράτους”, με τις κρατικές, πχ στρατιωτικές δομές, να διατηρούνται ενάντια στις εξωτερικές απειλές, τη στιγμή που στο εσωτερικό θα ξεκινούσε η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάποια πράγματα μπορεί να μοιάζουν προφανή, αλλά τα συμπεράσματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ταξική πάλη προφανώς δε σταματά ποτέ, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης παραμονεύει και δίπλα μας θα φτάσει κάποια μέρα, αν χάσουμε τα ταξικά γυαλιά μας, για να παραφράσουμε ένα γνωστό στίχο του Φώντα Λάδη. Η οικοδόμηση δεν είναι ένα προτσές που προχωρά αυθόρμητα, από μόνο του, χωρίς συνειδητή δράση. Κι έιναι ζητούμενο πώς θα κερδίζεται συνεχώς το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των μαζών σε αυτήν, παράλληλα με την απαιτούμενη εγρήγορση ενάντια στον ταξικό εχθρό, που δεν είναι άμεσα ορατός και κρύπτεσθαι φιλεί ή μπορεί να βρίσκεται μέσα μας, στη δύναμη της συνήθειας, του παλιού που αργοπεθαίνει, αλλά αντιστέκεται κι επιβιώνει με χίλιους τρόπους, από κάθε πιθανή χαραμάδα. Όσο για την απονέκρωση, είναι οπωσδήποτε κάτι που θα απασχολήσει τις επόμενες γενιές, ακόμα και αν υποθέσουμε πως εμείς θα “αξιωθούμε” να προλάβουμε μια επανάσταση στα κοντά.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να κρατήσουμε ως γενική αρχή πως παρά τα όσα λέγονταν -και είχαν μια κάποια βάση- για το γιγαντισμό και την υπέρμετρη διόγκωση του δημόσιου τομέα στη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, στην πράξη είχαμε εφαρμογή αυτού που σημείωνε ο Ένγκελς για το “μισο-κράτος”, που παύει να είναι ουσιαστικά τέτοιο από τη στιγμή που παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας και σταδιακά -σε βάθος χρόνου- παύει να είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός, εφόσον εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία και τα συμφέροντά της ενάντια σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που υπερασπίζονται το παλιό.

Πέμπτη 23 Αυγούστου 2018

Ο καπιταλισμός ή θα είναι καταπιεστικός κι εκμεταλλευτικός ή δε θα υπάρξει…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Αν η διάσπαση του ΚΚΕ το 68′ είχε διεθνή διάσταση, αυτή θα ήταν η εμφάνιση του ρεύματος του ευρωκομμουνισμού. Και για κάποιους, η “άνοιξη της Πράγας”. Ίσως κάποιοι “ανανεωτές” βρήκαν σε αυτήν το ιδεολογικό άλλοθι που χρειάζονταν, για να καλύψουν τη διαφωνία τους, ενώ θα είχαν άλλη άποψη αν είχαν κερδίσει την υποστήριξη των Σοβιετικών. Ακόμα κι έτσι ωστόσο δεν παύει να υπάρχει ένας βαθύτερος οργανικός δεσμός, έστω κι αν συνειδητοποιήθηκε αργότερα στην πορεία.
Το βασικό θεωρητικό ζήτημα που τέθηκε -σύμφωνα με τις δικές τους διακηρύξεις- είναι ο περιβόητος τρίτος δρόμος, το ερώτημα αν μπορούσε να οικοδομηθεί ένα διαφορετικό μοντέλο σοσιαλισμού, που θα μπορούσαμε να το παραφράσουμε (διακωμωδώντας το) κι ως εξής: είναι εφικτός ένας άλλος άλλος κόσμος;

Σε μια πρόσφατη έκδοση του ΔΟΛ για τα 50 χρόνια από τη διάσπαση του ΚΚΕ, ο Πρετεντέρης έγραφε πως το 68′ ήταν μια εμφατική αρνητική απάντηση στο παραπάνω ερώτημα: ο σοσιαλισμός και το κομμουνιστικό κίνημα ήταν καταδικασμένο να υπάρξουν με τη συγκεκριμένη μορφή κι ανίκανα να μεταρρυθμιστούν ή να εξελιχθούν. Κρατήθηκαν με αυτά τα χαρακτηριστικά για άλλα είκοσι χρόνια κι οδηγήθηκαν υποχρεωτικά -νομοτελειακά θα λέγαμε στη δική μας διάλεκτο- στη χρεοκοπία και την “κατάρρευση”.

Ο Πρετεντέρης μας σερβίρει το χρεοκοπημένο ιδεολόγημα περί τέλους της ιστορίας, φτιάχνοντας όμως ένα δίπολο με τις δυο όψεις του ίδιου νομίσματος. Αν δεν είσαι μαζί του και με το τέλος της ιστορίας, είσαι με τους ανανεωτές και τις ελπίδες για την άνοιξη της Πράγας. Αλλιώς ανήκεις στα χρεοκοπημένα “απολιθώματα” της ιστορίας. Είναι όντως έτσι;

Ο περίφημος τρίτος δρόμος κατέληξε σύντομα στην αγκαλιά του καπιταλισμού, τόσο στη δυτική όσο και στην “ανατολική” του εκδοχή. Στην Τσεχοσλοβακία έδειξε με είκοσι χρόνια απόσταση τι σήμαιναν στην πράξη οι ωραίες διακηρύξεις του για έναν καλύτερο σοσιαλισμό, με μια “βελούδινη” αντεπανάσταση που τον ανέτρεψε. Στη Δύση, ο ευρωκομμουνισμός έχασε σύντομα κάθε λόγο διακριτής ύπαρξης από τη σοσιαλδημοκρατία, ενώ σήμερα δείχνει επί τω έργω κι από κυβερνητικές θέσεις το είδος του “κομμουνισμού” και της Αριστεράς που πρεσβεύει.

Τα φληναφήματα για ένα σοσιαλισμό χωρίς δικτατορία του προλεταριάτου κατέληξαν στη δικτατορία της αστικής τάξης. Και η γλυκερή αυταπάτη ενός δημοκρατικού τρίτου δρόμου χωρίς επαναστατική βία -που είναι ενάντια στη “δημοκρατία”- οδήγησε στην ταχύτατη ενσωμάτωση στο σύστημα που θεωρητικά επιχειρούσαν να αλλάξουν από τα μέσα, με τα δικά του εργαλεία (πχ εκλογές). Αν αποδείχτηκε κάτι από όλα αυτά, δεν είναι η αδυναμία του σοσιαλισμού να εξελιχθεί, αλλά η ουτοπία ενός καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο και μιας αστικής τάξης που θα πειθόταν με δημοκρατικά μέσα να απαρνηθεί τα προνόμιά της και τη φύση της. Για να το θέσουμε παραφράζοντας ένα γνωστό σύνθημα των ευρωκομμουνιστών: “ο καπιταλισμός ή θα είναι εκμεταλλευτικός-καταπιεστικός ή δε θα υπάρξει…”

Κάτι ακόμα, σχετικά με αυτό το “από μέσα”. Ο σοσιαλισμός μπορούσε όντως να αλωθεί από μέσα, δηλαδή από τις γραμμές του Κομμουνιστικού Κόμματος, γιατί δεν επικρατεί αυτόματα-μηχανιστικά. Παλεύει με τις επιβιώσεις του παλιού, φέρνει στο προσκήνιο ως βασικό παράγοντα την πολιτική, δηλαδή τη συνειδητή δράση των υποκειμένων και σε αυτήν δεν είναι τίποτα δεδομένο, μια για πάντα. Ούτε καν ο επαναστατικός χαρακτήρας του κόμματος, της οργανωμένης πρωτοπορίας, που τελικά αλώθηκε από εχθρικά στο σοσιαλισμό στοιχεία, με προβιά κομμουνιστή και συνθήματα για έναν καλύτερο (ή περισσότερο) σοσιαλισμό.

Όπως ο καπιταλισμός δε νοείται χωρίς τα βασικά χαρακτηριστικά του, που είναι η εμπορευματική παραγωγή και το κυνήγι του κέρδους -ενώ το πολιτικό εποικοδόμημα μπορεί να ποικίλει- έτσι και ο σοσιαλισμός δεν υφίσταται χωρίς κάποιες δικές του βασικές προϋποθέσεις: την εξάλειψη των ιδιωτικών κεφαλαίων και του ιδιωτικού κέρδους, την κοινωνική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και τη δικτατορία του προλεταριάτου, που είναι ευρέως συκοφαντημένη έννοια.

Η σοσιαλιστική εξουσία έχει ως σκοπό της το μετασχηματισμό του κόσμου και η λειτουργία της έχει αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με την έννοια της καλλιέργειας. Για να αποδώσει καρπούς, δεν πρόκειται να αφήσει γενικά “όλα τα λουλούδια να ανθίσουν”, γιατί ανάμεσά τους υπάρχουν αγριόχορτα, παράσιτα και ζιζάνια, που πρέπει ασφαλώς να καταπολεμηθούν, με “διοικητικά” μέτρα.
Όταν η σοσιαλιστική εξουσία καλείται να λάβει δυναμικά μέσα αντιμετώπισης μιας κατάστασης, αυτά έχουν κυρίως αμυντικό χαρακτήρα, όπως ακριβώς το Τείχος του Βερολίνου. Δεν είναι μια δικτατορική επίδειξη δύναμης, αλλά μια “αδυναμία” έγκαιρης αντιμετώπισης των προβλημάτων, προληπτική αντιμετώπιση των αδυναμιών στις οποίες πατά η αντεπανάσταση για να εκδηλωθεί και να οξύνει τη λαϊκή δυσαρέσκεια.

Η δικτατορία του προλεταριάτου περιλαμβάνει αναπόφευκτα βίαια και κατασταλτικά μέτρα -αλλιώς δε θα ήταν δικτατορία- χωρίς όμως να εξαντλείται σε αυτά. Κι εδώ μπορούμε να θυμηθούμε μια αποστροφή των κλασικών που όριζαν την επανάσταση ως το πιο “βίαιο κι αυταρχικό” πράγμα που μπορεί να δει κανείς. Αλίμονο αν πιστεύει κανείς πως μπορούμε να κάνουμε χωρίς τέτοιες μεθόδους -ιδιαίτερα στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες στις οποίες εμφανίστηκαν τα επαναστατικά εγχειρήματα του εικοστού αιώνα- ή ότι η πορεία της επανάστασης θα είναι εύκολη κι ανέμελη νίκη, σαν υγιεινός περίπατος στην εξοχή (στα λιβάδια, με ξέπλεκες κοτσίδες, όπως λέει το σχετικό κλισέ). Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη δικτατορίας, αλλά πως αυτή θα είναι όντως του προλεταριάτου, θα επιβεβαιώνει τη λειτουργία της ως όργανο κυριαρχίας μιας τάξης που αλλάζει επαναστατικά τον κόσμο και δε θα εκφυλιστεί, ούτε θα την οικειοποιηθούν ηγετικά στελέχη που θα βλέπουν το δικό τους ιδιωτικό συμφέρον.

Ο σοσιαλισμός είναι εξ ορισμού μια μεταβατική διαδικασία, μια διαρκής εξέλιξη, ένα προτσές, προς την αταξική κοινωνία του μέλλοντος. Δεν μπορεί να μείνει στάσιμος, γιατί αλλιώς θα υποχωρήσει -όπως περίπου έγινε και στις επαναστάσεις στην Ευρώπη. Διδάσκεται από την πείρα του, από τα ίδια τα λάθη και τις αντιφάσεις του. Θα γυρίσει στο ιστορικό προσκήνιο δριμύτερος και πιο σοφός, χωρίς τις αυταπάτες του παρελθόντος, όχι όμως χωρίς λάθη και άλλες αντιφάσεις -αλλιώς δε θα ήταν σοσιαλισμός και θα περνούσαμε κατευθείαν στον κομμουνισμό.

Ο σοσιαλισμός και οι κομμουνιστές μπορούν να αλλάξουν, να εξελίσσονται διαρκώς, αυτός είναι όρος της ύπαρξής τους -πολύ διαφορετικός από την “ανανέωση” που επαγγέλλονταν οι ευρωκομμουνιστές και τη σοσιαλδημοκρατική σκουριά στην οποία κατέληξαν. Αυτό που δε γίνεται όμως είναι να απολέσουν τα βασικά τους χαρακτηριστικά και να συνεχίσουν να είναι κομμουνιστές, να επιδιώκουν δηλαδή να αλλάξουν τον κόσμο και να τον απαλλάξουν από την εκμετάλλευση και την καταπίεση.


Με αυτήν -και μόνο με αυτήν- την έννοια, έχει δίκιο ο Πρετεντέρης. Οι κομμουνιστές μπορούσαν να υπάρξουν μόνο με αυτή τη συγκεκριμένη μορφή και όχι σα μια εκδοχή κυβερνώσας αριστεράς που ζούμε σήμερα -άσχετα αν ο ίδιος ο Πρετεντέρης και το ΔΟΛ κάνουν τα πάντα για να μας τους παρουσιάσουν ως “κομμουνιστές”.

Παρασκευή 21 Απριλίου 2017

Γιατί δε θα γίνει δικτατορία του προλεταριάτου στην Ελλάδα

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΟΣ ΤΙΤΛΟΣ

Γιατί δε θα γίνει δικτατορία του προλεταριάτου στην Ελλάδα

Γιατί τα όργανα του διεθνούς κομμουνισμού έμειναν ακέφαλα χωρίς διεθνή κομμουνισμό, να ψυχορραγούν σε τοπικό επίπεδο, μέχρι να μπουν οριστικά στο χρονοντούλαπο της ιστορίας.

Γιατί ο κομμουνισμός ήταν μια ιστορική παρένθεση. Δοκιμάστηκε, απέτυχε παταγωδώς κι αποχώρησε μια και καλή από το ιστορικό προσκήνιο. Το ποτάμι δε γυρίζει πίσω πια.

Γιατί οι ιδέες των κλασικών του μαρξισμού ανήκουν σε άλλο αιώνα κι ένα ξεπερασμένο παρελθόν, που αδυνατεί να περιγράψει το παρόν και να φωτίσει τις προοπτικές του μέλλοντος.

Γιατί στην Ελλάδα δεν έχουμε ανεπτυγμένο καπιταλισμό -ούτε καν πραγματικό καπιταλισμό, κατά μια άλλη άποψη- για να υπάρχουν οι αντικειμενικές συνθήκες-προϋποθέσεις του σοσιαλισμού.

Γιατί η σοσιαλδημοκρατία έχει γερές ρίζες στην ελληνική κοινωνία, έστω και χωρίς το κοινωνικό συμβόλαιο της ευημερίας άλλων χρόνων, και στις κρίσιμες στιγμές θα παίξει το ρόλο ενός γερού αναχώματος, που δε θα αφήσει τη συσσωρευμένη οργή να ξεχειλίσει σε επικίνδυνες κοίτες και να ξεφύγει εκτός συνταγματικού τόξου.

Γιατί ο λαός έχει υποφέρει από τη χούντα κι απεχθάνεται τις δικτατορίες κάθε απόχρωσης (εκτός κι αν μιλάμε για παρδαλές επαναστάσεις), οπότε δεν πρόκειται να δεχτεί καμία αντίστοιχη κατάσταση.
Γιατί η χώρα μας γέννησε τη δημοκρατία και δε θα επιτρέψει στους επίδοξους λαϊκούς επιτρόπους που την επιβουλεύονται να την καταλύσουν.

Γιατί η δικτατορία του προλεταριάτου ως όρος δεν μπορεί να πιάσει τον παλμό της σύγχρονης νεολαίας, να εμπνεύσει τον κόσμο και να σταθεί στον 21ο αιώνα. Πρέπει να αντικατασταθεί με άλλους όρους -πχ εργατική δημοκρατία- και βασικά με άλλους στόχους και διάφορες μεταβατικές καταστάσεις που θα μας οδηγήσουν βαθμιαία στον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Γιατί καμία επανάσταση δε θα ανατρέψει μια δικτατορία για να την αντικαταστήσει με μια άλλη και με έναν καινούριο μηχανισμό καταπίεσης.

Γιατί δεν υπάρχει προλεταριάτο στις μέρες μας, συγκεντρωμένο σε εργοστάσια και μεγάλες παραγωγικές μονάδες -ούτε καν εργατική τάξη ίσως, κατά μία πιο (μετα)μοντέρνα θεώρηση των πραγμάτων, που καταργεί μαγικά την αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας. Κι αν τέλος πάντων υπάρχουν, είναι υπολείμματα του παρελθόντος που εξαλείφονται και συρρικνώνονται διαρκώς, χωρίς να μπορούν να διαδραματίσουν πρωταγωνιστικό ρόλο.

Γιατί οι σύγχρονες εξουσίες είναι εξοπλισμένες με υπερσύγχρονα μέσα, για να αποκρούσουν κάθε πιθανή απειλή, να τσακίσουν κάθε αντίπαλο, να επιβάλουν την ισχύ τους και το γράμμα του νόμου που τη θεσπίζει. Έχουν εργαλεία παρακολούθησης, όπλα καταστολής, ιδεολογικούς μηχανισμούς χειραγώγησης και διαμόρφωσης συνειδήσεων και μοιάζουν πρακτικά αήττητες.

Γιατί ο συσχετισμός είναι συντριπτικά αρνητικός σε εθνική και παγκόσμια κλίμακα. Αν μια χώρα σπάσει την αλυσίδα, δε θα μπορέσει να αντέξει την πίεση που θα της ασκήσει ο καπιταλιστικός της περίγυρος. Κι όσο για το ενδεχόμενο μιας ταυτόχρονης παγκόσμιας επανάστασης, αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο κι ουτοπικό.

Γιατί το ΚΚΕ έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα, με την εξέλιξη της κοινωνίας, με τα δυναμικά της στρώματα και στοιχεία, την τεχνολογία, τα social media, κοκ.

Γιατί οι μενσεβίκοι (τους/μας) έχουν πάρει φαλάγγι...
Και υπεύθυνη για αυτό είναι η ηγεσία του κόμματος που δεν τήρησε τη λενινιστική ευλυγισία, τις αρχές του μαρξισμού-λενινισμού, το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου, την 6η Ολομέλεια του 34' (για τον αστικοδημοκρατικό χαρακτήρα της επικείμενης επανάστασης στην Ελλάδα), τα Λαϊκά Μέτωπα του 7ου συνεδρίου της Κομιντέρν, τις εργατικές κυβερνήσεις του 3ου συνεδρίου της...
Και μερικές δεκάδες ακόμα επεξεργασίες, που μου διαφεύγουν αυτή τη στιγμή.

Γιατί δεν έχουν ωριμάσει ακόμα οι συνθήκες...
Ή γιατί παρα-ωρίμασαν, σάπισαν και δεν προσφέρονται άλλο πια.

Γιατί... γιατί... γιατί...

Τα παραπάνω είναι σκόρπια κι ανάκατα γιατί, επιχειρήματα, που συμπυκνώνουν πολλές εκδοχές του ίδιου κειμένου από διαφορετικές σκοπιές, που είναι όμοιες μες στη διαφορά τους και συγκλίνουν στο ίδιο πάντα σημείο: την άρνηση της επανάστασης και της δικτατορίας του προλεταριάτου, που είναι η νομοτελειακή κατάληξη της ταξικής πάλης.

Όπως έλεγε κι ο Βλαδίμηρος, μαρξιστής δεν είναι όποιος παραδέχεται την πάλη των τάξεων και την ύπαρξή της (αυτό μπορεί να το κάνει θεωρητικά κι ένας αστός, άλλο αν οι περισσότεροι την έχουν καταργήσει στα λόγια δεκάδες φορές και ομνύουν συνεχώς στη συνεργασία των τάξεων) αλλά μόνο αυτός που παραδέχεται κι αγωνίζεται για την τελική της συνέπεια-κατάληξη.

Θα περίμενα να δω στα σημερινά πρωτοσέλιδα του αστικού τύπου ένα παρόμοιο κείμενο με τον τίτλο της ανάρτησης, αλλά προφανώς οι αστοί δεν είναι τόσο αφελείς για να παίρνουν την επιθυμία τους για πραγματικότητα, και δε θα κάνουν ποτέ αυτό που είχε κάνει η Αυγή στο πρωτοσέλιδό της για τη χούντα, πριν από μισό αιώνα ακριβώς. Θέλουν να ξορκίσουν όμως τον υπαρξιακό τους φόβο και για αυτό περνάνε με πλάγιους τρόπους αυτό το μήνυμα, κι όλα τα βαριά (μαύρης, πράσινης και ροζ απόχρωσης) βαράνε στην ίδια κατεύθυνση, κλίνουν σε όλες τις πτώσεις και όλους τους τόνους αυτό το μήνυμα: ότι στην Ελλάδα δε θα νικήσουν ποτέ οι κομμουνιστές κι η επανάσταση.
Ακόμα κι αν δεν είναι τόσο κουτοί για να το κάνουν πρωτοσέλιδο τίτλο...

Υστερόγραφα

-Υποθέτω πως οι περισσότεροι αναγνώστες του μπλοκ που βρίσκονται στην πρωτεύουσα θα ανηφορίσουν προς τον Περισσό για τη σημερινή εκδήλωση-παρουσίασης της πρόσφατης έκδοσης της ΣΕ και του τμήματος Ιστορίας για τα 50 χρόνια από το πραξικόπημα των συνταγματαρχών.

Όσοι δεν πάνε εκεί όμως ή νομίζουν πως προλαβαίνουν να τα συνδυάσουν και να βρεθούν και στα δύο με κάποιον τρόπο, μπορούν να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό και την παρουσίαση του δίσκου των Φρανκ και Drugitiz (με τη συμμετοχή του Σφάλματος και άλλων)) στο Modu στην Κολωνού (κοντά στο Μεταξουργείο) για την οποία μπορείτε να διαβάσετε περισσότερα εδώ.


Το παραπάνω εντάσσεται στην κατηγορία σύγχρονη καλλιτεχνική πρόταση.
Αυτό που δεν μπορεί να ενταχθεί στην ίδια κατηγορία (σίγουρα όχι της σύγχρονης κι ελέγχεται ίσως για κάποιους το "καλλιτεχνικής) αλλά αγγίζει τις ευαίσθητες χορδές της κε του μπλοκ είναι ο Στάθης Ψάλτης που πέθανε σήμερα, αφήνοντας πίσω του αρκετό υλικό για κάθε πιθανό σχόλιο. Περισσότερα όμως σε επόμενο σημείωμα...