Παρασκευή, 12 Οκτωβρίου 2018

Ο Τσε Γκεβάρα ενάντια στο Φιντέλ, τους Σοβιετικούς και άλλες ιστορίες…

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Η συνταγή είναι παλιά και δοκιμασμένη, από τον “τσελεμεντέ του μικροαστού”.

Άλλο οι κομμουνιστές κι άλλο το κόμμα τους, η εξουσία τους, ο ένοπλος στρατός τους. Οι πρώτοι μεγαλουργούν, τους θαυμάζουμε και τους οικειοποιούμαστε σαν ηρωικές εμβληματικές μορφές. Τα δεύτερα σφάζουν, καταπιέζουν, προδίδουν τους πρώτους, τους τρώνε όπως ο Κρόνος τα παιδιά του. Πιο κλισέ κι από μπλουζάκι με τον Τσε, κονκάρδα με τον Τσε, μποξεράκι με τον Τσε και όλα τα συμπαρομαρτούντα της εμπορευματοποίησης.

Σιγά μη γλίτωνε ο Ερνέστο Γκεβάρα από αυτήν τη μόδα. Γιατί έφυγε λοιπόν ο Τσε από την Κούβα; Μήπως ήρθε σε ρήξη με το Φιντέλ; Μήπως είχε βαρεθεί να σαπίζει στα γραφεία και τα οφίτσια, για να μη βουλιάξει στη ρουτίνα και γίνει ένα γραφειοκράτης; Μήπως έβλεπε τα χρόνια να περνούν και το στόχο να απομακρύνεται, σαν το βάθος του ορίζοντα όσο τον πλησιάζεις;

Η αλήθεια είναι κάπως διαφορετική και σίγουρα πιο σύνθετη. Οι Κουβανοί όφειλαν να μείνουν στη χώρα τους για να ολοκληρώσουν την επανάστασή τους, το χτίσιμο της νέας κοινωνίας. Ο Τσε ήταν Αργεντίνος και δεν είχε τέτοια δέσμευση. Φεύγοντας από την Κούβα, για να συνεχίσει το αντάρτικο σε άλλες χώρες, της πρόσφερε την καλύτερη υπηρεσία που μπορούσε, ως προέκταση του δικού της αγώνα, και έτσι αντιλαμβανόταν το επαναστατικό του καθήκον.

Είχε ποτέ συγκρούσεις ή διαφορετικές αντιλήψεις με τον Κάστρο; Στρατηγικές διαφωνίες, σίγουρα όχι. Αυτή η ομοψυχία ήταν εξάλλου το θεμέλιο της φιλίας τους, αλλά κυρίως της διαρκούς πορείας της επανάστασης σε πιο ριζοσπαστικά μονοπάτια, με σοσιαλιστικό χαρακτήρα. Ο Τσε και ο Φιντέλ εξάλλου δε γεννήθηκαν κομμουνιστές. Διαμορφώθηκαν και συνάντησαν στην πορεία το μαρξισμό-λενινισμό, ως φυσική συνέπεια της δικής τους αγωνιστικής συνέπειας.

Αυτό δεν αποκλείει να είχαν διαφορετική αντίληψη για επιμέρους ζητήματα. Συνήθως αναφέρεται ως τέτοιο η στάση τους απέναντι στους Σοβιετικούς, οι εμπορικές σχέσεις και η συνεργασία με την ΕΣΣΔ. Είναι γνωστό πάντως πως αμφότεροι είχαν απογοητευτεί με τη στάση του Χρουτσόφ και την υπαναχώρησή του κατά την “κρίση των πυραύλων” που τους άφησε εκτεθειμένους. Ο Φιντέλ ήταν όμως υποχρεωμένος να αντιμετωπίσει τα πράγματα από τη θέση του ως ηγέτης μιας χώρας, να εξασφαλίσει στρατηγικούς συμμάχους κι επέλεξε συνειδητά να είναι στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο και στο πλευρό των Σοβιετικών, ακόμα και στα χρόνια της Περεστρόικα. Ο Τσε αντιθέτως είχε μεγαλύτερο περιθώριο κι ελευθερία κριτικής και κινήσεων -θα επιστρέψουμε σε αυτό παρακάτω.

Πώς προκύπτει όμως η ρήξη στη σχέση των δύο ανδρών; Με ποιο κριτήριο διαχωρίζουμε τον ένα από τον άλλον; Ο Τσε έπρεπε να κρυφτεί και να αναχωρήσει μυστικά από τη χώρα, χωρίς επίσημες τελετές αποχαιρετισμού, για λόγους συνωμοτικότητας. Ο Φιντέλ δεν τον άφησε να φύγει σε μια αποστολή αυτοκτονίας χωρίς γυρισμό, αλλά βρισκόταν σε συνεχή επαφή μαζί του, του έδωσε εκλεκτούς συντρόφους και κάθε πιθανή βοήθεια, πιστεύοντας στον αγώνα του και τη δυνατότητα να νικήσει. Και όταν ήρθε το τέλος, έκλαψε ειλικρινά για την απώλειά του και τον ανέφερε ως παράδειγμα: αν με ρωτούν πώς θέλουμε να μεγαλώσουν τα παιδιά μας, θα έλεγα πως θέλουμε να γίνουν σαν τον Τσε.

Όσοι προσπαθούν να διαχωρίσουν το ηγετικό δίδυμο της κουβανικής επανάστασης -όπου έχει θέση βέβαια και ο Ραούλ και ο Σιενφουέγος και όλος ο κουβανικός λαός- ματαιοπονούν. Πλασάρουν την εικόνα του επαναστάτη που παράτησε τα αξιώματα, ενάντια στον Κάστρο που έμεινε πίσω, γαντζωμένος τάχα στην εξουσία. Στην πραγματικότητα μισούσαν το Φιντέλ και την κουβανική επανάσταση γιατί νίκησε, και τυλίγουν τον Τσε με το “φωτοστέφανο” που βάζουν στους νεκρούς κομμουνιστές, για να θάψουν τους ζωντανούς.

Ποια ήταν όμως η στάση του Τσε απέναντι στους Σοβιετικούς; Τι σημασία είχε ο λόγος του στο Αλγέρι; Ο Τσε έκανε καταρχάς συντροφική κριτική στο “σοβιετικό μοντέλο” εννοώντας βασικά την τότε κυρίαρχη γραμμή της και τη στροφή στα κριτήρια της οικονομίας της αγοράς. Άσκησε κριτική στην προτεραιότητα που δινόταν στα υλικά κίνητρα θεωρώντας τα μοχλό που οδηγεί στον καπιταλισμό και προκρίνοντας στη θέση τους τη χρήση ηθικών κινήτρων που προωθούν τη διαμόρφωση μιας άλλης προσωπικότητας με κομμουνιστικά στοιχεία. Είναι η κριτική ενός κομμουνιστή που δε βάζει απέναντι τη Σοβιετική Ένωση αλλά σημειώνει σχεδόν “προφητικά” εκείνους τους παράγοντες που δυναμιτίζουν τα θεμέλια της σοσιαλιστικής οικονομίας. Είναι, με άλλα λόγια, ακριβώς το είδος της κριτικής που έπρεπε να γίνει αλλά έλειπε σε μια κρίσιμη καμπή για το κομμουνιστικό κίνημα διεθνώς, όταν ακόμα και μια καλοπροαίρετη επισήμανση μπορούσε να θεωρηθεί ως διαφοροποίηση που δίνει πάτημα στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο.

Οι διαφορές δεν εξαντλούνταν στο “μοντέλο” σοσιαλιστικής οικοδόμησης αλλά αφορούσαν και την επαναστατική στρατηγική-τακτική και σε άλλες χώρες. Όση κριτική κι αν ασκηθεί πχ στη λογική του “φοκισμού”, των πολλών ένοπλων εστιών που θα προωθήσουν τον πολιτικό αγώνα και δεν έρχονται ως επιστέγασμά του, είναι σίγουρα άλλης τάξης από αυτή που μπορεί να γίνει στην πολιτική του ειρηνικού περάσματος και τις αυταπάτες που καλλιέργησε.

Σε κάθε περίπτωση μιλάμε για την κριτική και τα “λάθη” ενός κομμουνιστή που ήταν ενάντια σε όσα αδυνάτιζαν το σοσιαλισμό, τη Σοβιετική Ένωση και το κομμουνιστικό κίνημα και όχι ενάντια στους κομμουνιστές και τις σοσιαλιστικές χώρες. Κι αυτό δεν μπορεί να αλλοιωθεί και να αλλάξει, είτε αρέσει σε κάποιους είτε όχι.

Τετάρτη, 10 Οκτωβρίου 2018

Το σοβιετικό Σύνταγμα του 77′ και το “παλλαϊκό κράτος”

Δημοσιεύτηκε στην Κατιούσα

Τις προάλλες συμπληρώθηκαν 41 χρόνια από την έγκριση του νέου σοβιετικού Συντάγματος, στην περίοδο της διακυβέρνησης του Μπρέζνιεφ. Το νέο Σύνταγμα περιείχε 28 άρθρα από το προηγούμενο που είχε ψηφιστεί το 1936, και διατηρούσε αρκετά προοδευτικά στοιχεία, επιβεβαιώνοντας μεταξύ άλλων τον πρωτοπόρο ρόλο του Κομμουνιστικού Κόμματος και το σοσιαλιστικό χαρακτήρα του κράτους. Η βασική αλλαγή ωστόσο αφορούσε ακριβώς αυτό το στοιχείο, το χαρακτήρα του κράτους, που θεωρούνταν πλέον παλλαϊκό, κράτος όλου του λαού, και όχι κράτους της εργατικής τάξης, δηλαδή “δικτατορία του προλεταριάτου”.

Πιστοποιούσε έτσι και στο επίπεδο του εποικοδομήματος, σε ένα σημαντικό τομέα, τη στροφή που είχε σηματοδοτήσει είκοσι χρόνια πριν το 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ, με τη διαδικασία της αποσταλινοποίησης. Ρίζες αυτής της αντίληψης, ωστόσο, μπορούμε να βρούμε και σε αρκετά προγενέστερες επεξεργασίες, που αντιμετώπιζαν πχ τη Λαϊκή Δημοκρατία ως εναλλακτικό δρόμο στο σοσιαλισμό, διαφορετικό από τη ΔτΠ (δικτατορία του προλεταριάτου) που ήταν ο σοβιετικός δρόμος που ακολούθησε η Οχτωβριανή Επανάσταση. Ουσιαστικά, στο επίκεντρο βρισκόταν αυτή ακριβώς η έννοια, στην οποία κατά καιρούς έχει ασκηθεί πολύπλευρη κριτική από διάφορες σκοπιές, με το Λένιν ωστόσο να γράφει πως μαρξιστές δεν ήταν όσοι παραδέχονταν γενικά την ταξική πάλη -κάτι που έκαναν ακόμα και αστοί αναλυτές- αλλά μονάχα όσοι δέχονταν πως οδηγεί υποχρεωτικά σε αυτό το αποτέλεσμα: την εργατική εξουσία, δηλαδή τη δικτατορία του προλεταριάτου.

Κατά κανόνα, η κριτική αυτή είχε μικροαστική αφετηρία, που λυγίζει κι αναδιπλώνεται μπροστά στις δυσκολίες της ταξικής πάλης, απορρίπτει τη βία και τη “δικτατορία” -που όμως διαιωνίζει τη δικτατορία της αστικής τάξης, με όλους τους δημοκρατικούς μανδύες της- και αποκόβει τα δύο συνθετικά του όρου. Την απασχολεί δηλαδή πως η ΔτΠ θα πάψει να είναι “δικτατορία”, και όχι πώς θα συνεχίσει -ή αν θα πάψει- να είναι “εργατική”, του προλεταριάτου. Αυτή η σοσιαλδημοκρατική τάση φαινόταν να επηρεάζει το ΚΚΣΕ, κυριαρχώντας σταδιακά στις γραμμές του, κι αυτός ο ταξικός χαρακτήρας του κράτους ήταν που αναιρούνταν από το θεωρητικό σχήμα του “παλλαϊκού κράτους”, παρά την ανελέητη κριτική που είχαν ασκήσει οι Κλασικοί σε αντίστοιχες έννοιες στην εποχή τους, όπως πχ ο Μαρξ στην μπροσούρα του για το Πρόγραμμα της Γκότα.

Παρόλα αυτά, και στο προηγούμενο Σύνταγμα υπήρχαν αδύνατα σημεία, καθώς ο διαχωρισμός των εκλογικών περιφερειών γινόταν σε εδαφική βάση, ανά περιοχές δηλαδή, κι όχι με βάση τις παραγωγικές μονάδες και τους χώρους δουλειάς. Προφανώς υπήρχε παράλληλα και κάποια σχετική διαπάλη, που συνεχιζόταν στο χρόνο, χωρίς να είναι τίποτα δεδομένο, ως οριστική κατάκτηση.

Πέρα από την κριτική ενός λάθους πάντως, ή μάλλον για να είναι ολοκληρωμένη αυτή η κριτική, είναι απαραίτητο να δούμε ποια σημεία μπορεί να ερμηνεύουν ένα ατόπημα, ποιοι παράγοντες το ευνόησαν και ποια υπαρκτά προβλήματα κλήθηκαν να λύσουν οι Σοβιετικοί, που προχώρησαν σε αυτές τις λανθασμένες επιλογές.

Είναι γνωστό πως μια τάξη που βρίσκεται στην πρωτοπορία, καταφέρνει να προβάλλει ως εκπρόσωπος όλου του έθνους, να συσπειρώσει γύρω της τις υπόλοιπες τάξεις, για να παίξει αυτόν τον ηγεμονικό ρόλο. Είναι επίσης γνωστό πως κατά τη διάρκεια του πολέμου κατά των ναζί -που ονομάστηκε Μεγάλος Πατριωτικός Πόλεμος, και ας μην ήταν στενά τέτοιος- οι Σοβιετικοί επιδίωξαν με διάφορους τρόπους και ελιγμούς την ευρύτερη δυνατή συσπείρωση όλων των λαών της Σοβιετικής Ένωσης -αφού εκκαθάρισαν πρώτα τις δικές τους γραμμές στο Κόμμα από ασταθή και ύποπτα στοιχεία- ιεραρχώντας ως απόλυτη προτεραιότητα την επιβίωση του πρώτου σοσιαλιστικού κράτους στον κόσμο. Είναι επίσης εύλογο πως μια συνταγή που πετυχαίνει αποτελέσματα και νικάει, μπορεί να συνεχιστεί και να επεκταθεί σε ένα άλλο πλαίσιο, με διαφορετικές συνθήκες, που δε δικαιολογούν τη συνέχισή της.

Είναι σημαντικό όμως πως η μεγάλη πλειοψηφία των λαών της Σοβιετικής Ένωσης δεν πάλευαν γενικά και αόριστα ενάντια στον εισβολέα, αλλά για την υπεράσπιση της σοσιαλιστικής τους πατρίδας -ενώ όσοι έβλεπαν τα συμφέροντά τους να θίγονται από αυτήν, πέρασαν ανοιχτά με το πλευρό των Ναζί. Είναι επίσης σημαντικό πως η εργατική τάξη και η πολιτική της πρωτοπορία θα πετύχει αυτή την ευρεία συσπείρωση με την επιβεβαίωση του ρόλου της στην πράξη, σε μια σειρά καθήκοντα, και όχι κάνοντας από θέση αρχής υποχωρήσεις απέναντι σε άλλες, σύμμαχες τάξεις, στο όνομα μιας εθνικής ή παλλαϊκής ενότητας.

Ένα δεύτερο θεωρητικό ζήτημα που έμπαινε γενικά, είναι το εξής: αν η δικτατορία του προλεταριάτου είναι η μεταβατική μορφή μέχρι την εμφάνιση του κομμουνισμού και η ταξική πάλη οξύνεται στο σοσιαλισμό -όπως είχε γράψει ο Στάλιν- τότε πώς και πότε ακριβώς φτάνουμε στην απονέκρωση του κράτους, που θα μας οδηγήσει στο κομμουνιστικό στάδιο; Πώς δικαιολογείται ο ισχυρισμός της όξυνσης, εφόσον το κόμμα των μπολσεβίκων εκτιμούσε πχ τη δεκαετία του 30′ πως έχουν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και έχουν εξαλειφθεί οι εναντίον του απειλές από τη σοβιετική κοινωνία;

Παράλληλα, υπήρχε μια αντίθεση μεταξύ του εσωτερικού μετώπου, όπου είχαν τεθεί οι βάσεις του σοσιαλισμού και οι βασικές κοινωνικές τάξεις (εργατική τάξη, αγροτιά, διανόηση) δεν είχαν ανταγωνιστικές σχέσεις μεταξύ τους, και του εξωτερικού τομέα, με τον Ψυχρό Πόλεμο και τα σφυριά του ιμπεριαλισμού να βαράνε συντονισμένα στην ίδια κατεύθυνση, βάζοντας στο στόχαστρο τη Σοβιετική Ένωση. Ασφαλώς αυτά τα δύο δε χωρίζονταν με στεγανά, δημιουργούνταν όμως μια ιδιαίτερη “παράδοξη” κατάσταση, που προκαλούσε και αντίστοιχες παραδοξολογίες σε θεωρητικό επίπεδο, όπως πχ το σχήμα του “κομμουνιστικού κράτους”, με τις κρατικές, πχ στρατιωτικές δομές, να διατηρούνται ενάντια στις εξωτερικές απειλές, τη στιγμή που στο εσωτερικό θα ξεκινούσε η οικοδόμηση της κομμουνιστικής κοινωνίας.

Κάποια πράγματα μπορεί να μοιάζουν προφανή, αλλά τα συμπεράσματα δεν είναι τόσο εύκολα. Η ταξική πάλη προφανώς δε σταματά ποτέ, ο κίνδυνος της παλινόρθωσης παραμονεύει και δίπλα μας θα φτάσει κάποια μέρα, αν χάσουμε τα ταξικά γυαλιά μας, για να παραφράσουμε ένα γνωστό στίχο του Φώντα Λάδη. Η οικοδόμηση δεν είναι ένα προτσές που προχωρά αυθόρμητα, από μόνο του, χωρίς συνειδητή δράση. Κι έιναι ζητούμενο πώς θα κερδίζεται συνεχώς το ενδιαφέρον και η συμμετοχή των μαζών σε αυτήν, παράλληλα με την απαιτούμενη εγρήγορση ενάντια στον ταξικό εχθρό, που δεν είναι άμεσα ορατός και κρύπτεσθαι φιλεί ή μπορεί να βρίσκεται μέσα μας, στη δύναμη της συνήθειας, του παλιού που αργοπεθαίνει, αλλά αντιστέκεται κι επιβιώνει με χίλιους τρόπους, από κάθε πιθανή χαραμάδα. Όσο για την απονέκρωση, είναι οπωσδήποτε κάτι που θα απασχολήσει τις επόμενες γενιές, ακόμα και αν υποθέσουμε πως εμείς θα “αξιωθούμε” να προλάβουμε μια επανάσταση στα κοντά.

Σε κάθε περίπτωση, μπορούμε να κρατήσουμε ως γενική αρχή πως παρά τα όσα λέγονταν -και είχαν μια κάποια βάση- για το γιγαντισμό και την υπέρμετρη διόγκωση του δημόσιου τομέα στη Σοβιετική Ένωση και το σοσιαλισμό που γνωρίσαμε, στην πράξη είχαμε εφαρμογή αυτού που σημείωνε ο Ένγκελς για το “μισο-κράτος”, που παύει να είναι ουσιαστικά τέτοιο από τη στιγμή που παίρνει στην κατοχή του τα μέσα παραγωγής στο όνομα ολόκληρης της κοινωνίας και σταδιακά -σε βάθος χρόνου- παύει να είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός, εφόσον εκφράζει τη συντριπτική πλειοψηφία και τα συμφέροντά της ενάντια σε μια χούφτα εκμεταλλευτών που υπερασπίζονται το παλιό.