Ωπ, τι γυρεύει εδώ ένα τέτοιο κείμενο; Αυτή είναι μια καλή ερώτηση αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε πολλές σελίδες και θα χρειαζόταν ένα άλλο κείμενο για το κυρίως θέμα. Ας πούμε απλώς ότι το μπλο(γ)κ είναι ένα προσωπικό ημερολόγιο που υπηρετεί τις εμμονές του ιδιοκτήτη του. Και αν χρειάζεται κάποια αφορμή, αυτή είναι η ταινία «Μάικλ» που κυκλοφόρησε πρόσφατα στις αίθουσες.
Και πώς εμπλέκεται ο Μιχάλης στις εμμονές της κε του μπλοκ; Αυτή είναι μια κακή ερώτηση, που φανερώνει κακή σχέση με την πατριδογνωσία και την εποχή των παιδικών μας χρόνων -της μόνης πραγματικής πατρίδας μας. Αλλά μια πλήρης απάντηση θα έπιανε βιβλίο ολόκληρο με παιδικά απομνημονεύματα και μετα θα χρειαζόταν άλλο ένα. Ας πούμε απλώς ότι οι κασέτες του Μιχάλη (εκτός και αν ήσουν σαν την κακομαθημένη ξαδέλφη που μου χάρισε εν είδει φιλανθρωπίας την πρώτη κασέτα μου, γιατί αυτή είχε ήδη το BAD σε βινύλιο και σε CD), ήταν για τη γενιά μου στο φάσμα της νομοτέλειας, που δεν είναι παρά ένα φάσμα δυνατοτήτων, οριζόμενο από μια βασική αντίθεση -πχ άσπρο-μαύρο, που ο Μιχάλης πήγε να το λύσει αντιδιαλεκτικά, με πλαστικές εγχειρίσεις.
Μπορεί απλά να άκουγες. Ή να άκουγες και
να το ξεπέρασες μεγαλώνοντας, όπως κάποιοι
με τον Βασίλη, γιατί είναι λέει για αιώνιους
έφηβους και ο Μακεγιάσο για μικρά παιδιά -που με τη στερνή μας γνώση δε γεννά πολύ ευχάριστους συνειρμούς. Ή να άκουγες σαν τον συνονόματο συμμαθητή, που του κόλλησε
η μελωδία-ριφάκι από το Smooth Criminal (προφητικός, αυτοβιογραφικός
τίτλος κατά μία έννοια -όπως το «Καταρρέω» για
τη Σοβιετία που ανατράπηκε- και τι να απέγινε
άραγε η Άννι κι ο φίλος της) και τραγουδούσε λούπα «ντίγκι-ντίγκι
ντίγκι-ντάγκα, ντίγκι-ντάγκα». Γιατί ήμασταν
αθώα παιδιά που δεν ήξεραν τα λόγια ούτε από
ντιγκιντάγκες, αχ ωραία χρόνια...
Γιατί τα μισά
νοσταλγικά σχόλια του ΥΤ καταλήγουν σε φλερτ
με τον ρατσισμό και την εποχή που δεν είχαμε
γεμίσει ξένους, αλλά κοιμόμασταν με παράθυρα
ανοιχτά -όπως συμβούλευε ο Ζαχαριάδης τους
κομμουνιστές, για να μπορούν να το σκάσουν. Και
θέλει μεγάλη συνειδησιακή-ιδεολογική μάχη,
για να διαχωρίσουμε τα σκατά (και την AfD) από την
Ostalgie και τις συμβουλές του σ. Νίκου.
Μπορεί επίσης άκουγες και να άφηνες
την ψυχή σου στην πίστα (και blood on the dancefloor), σαν τον μικρό στη μικρότερη τάξη που αντέγραφε τις κινήσεις του και ανοιγόκλεινε
τα χείλη του, σαν να έβγαινε play-back, και ήταν πόλος
έλξης στις σχολικές γιορτές.
Αλλά ήταν σχεδόν
απίθανο να μην άκουγες -έστω και αν ήταν για να
το απορρίψεις αργότερα.
Τι λέγαμε όμως; Α ναι, για την ταινία και τον Μάικλ Τζάκσον. Καλλιτεχνικά μιλώντας, ο Μιχάλης ήταν ένας και μοναδικός στο είδος του, σπάνιος συνδυασμός μουσικών ταλέντων -χορευτή, ερμηνευτή και ολίγον συνθέτη- και εκπληκτικός σόου-μαν, με εμβληματικά κλιπάκια (σαν ταινίες μικρού μήκους), συναυλίες-εμφανίσεις, κινήσεις, στολές, γάντια και άσπρες κάλτσες να φωσφορίζουν στο στρομπόλι. Έστω και ένα απ’ αυτά θα ήταν αρκετό να τον κατατάξει μεταξύ των κορυφαίων, πόσο μάλλον στην εποχή μας, που αναδεικνύει πολλά ατάλαντα, φανταχτερά τίποτα. (Όλα αυτά ασφαλώς με όρους αστικής τέχνης, δηλαδή σόου μπιζ, καθώς ο Μιχάλης δεν εξέφρασε ποτέ ούτε δια της τεθλασμένης το βασανισμένο τραγούδι της φυλής του ή των φτωχών στρωμάτων από τα οποία προερχόταν και ο ίδιος).
Σε καθαρά ανθρώπινο επίπεδο, ο Τζάκσον ήταν κατά πάσα βεβαιότητα κακοποιητής (αν όχι βιαστής) μικρών παιδιών και η συζήτηση θα μπορούσε να τελειώσει εκεί. Ή να συνεχίσει ευρύτερα πάνω στο διαχρονικό ζήτημα της σχετικής αυτονόμησης του έργου από τον καλλιτέχνη -ιδίως αν μιλάμε για δηλωμένους φασίστες, που έχουν φτιάξει αριστουργήματα. Καθώς και γύρω από το ερώτημα πόσοι δικοί μας καλλιτέχνες θα γλίτωναν την ακύρωση, αν ήταν ανοιχτό βιβλίο η ιδιωτική τους ζωή, ως πεδίο δοκιμής-κρίσης για τις αρχές και τη θεωρία τους.
Η συζήτηση, όμως, δεν πρέπει να τελειώνει ποτέ εκεί, από τη δική μας σκοπιά τουλάχιστον. Πίσω από κάθε έγκλημα, κακοποίηση και διαταραγμένη προσωπικότητα που τα διαπράττει, αναζητάμε τους κοινωνικούς παράγοντες που δε δικαιολογούν, ούτε δίνουν άλλοθι, αλλά ερμηνεύουν κάποιες πράξεις-συμπεριφορές. Όχι για να ξεπλύνουμε ή να αθωώσουμε τους ενόχους, αλλά για να εμβαθύνουμε στις αιτίες και να τις αντιμετωπίσουμε.
Στην περίπτωση του MJ μπορούμε να διακρίνουμε
δύο επίπεδα: το οικογενειακό και το ευρύτερο
κοινωνικό περιβάλλον. Ο Τζάκσον είχε έναν χειριστικό,
κακοποιητικό πατέρα που χτυπούσε τα παιδιά
του, για να επιβάλλει πειθαρχία, τα εκμεταλλευόταν
ως μάνατζερ που προωθούσε την καριέρα τους
και τα «όνειρά» τους και έβλεπε το συγκρότημα
και ειδικά τον Μάικλ ως μηχανή κέρδους - λαχείο
για να κάνει τη μεγάλη ζωή που ήθελε ή να ξελασπώσει
από τα χρέη του.
Εξαιτίας του ο MJ δεν είχε ουσιαστικό
δικαίωμα στην παιδική ηλικία και μια φυσιολογική
ανάπτυξη του χαρακτήρα του. Δεν έκανε παρέα
με άλλα παιδιά, γιατί έπρεπε να αφοσιωθεί στις
πρόβες του, απέκτησε κόμπλεξ για τη μύτη του
-και έκανε την πρώτη από τις πολλές πλαστικές
του! Δε γνώρισε πολλές στιγμές οικογενειακής
θαλπωρής -παρά μόνο δίπλα στη μητέρα του- ενώ
μια θεωρία λέει πως δεν αγάπησε το αντίθετο
φύλο, γιατί έβλεπε τον πατέρα του να ξενοπηδά
ό,τι κινούνταν κατά τη διάρκεια των περιοδειών
των Jackson 5.
Ο Μάικλ μισούσε και φοβόταν τον πατέρα
του, αδυνατώντας να απεμπλακεί από τις δαγκάνες
του, ακόμα και όταν έφτασε στην κορυφή του κόσμου
με το Thriller και είχε ξεκινήσει τη σόλο καριέρα του.
Έψαχνε απεγνωσμένα διέξοδο στις «φιλίες»
του με εξωτικά ζώα (πχ έναν χιμπατζή, ένα φίδι
και ένα λάμα!) ή στο παραμύθι του Πίτερ Παν, και
ένα κομμάτι του έμεινε για πάντα εγκλωβισμένο
σε αυτές τις «Χαρούμενες σκέψεις», το καταφύγιο
της παιδικής του ηλικίας, χωρίς να καταφέρει ποτέ
να ωριμάσει. Αλλά ένα ενήλικο παιδί που αποκτά
απεριόριστο χρήμα και δύναμη, μπορεί να γίνει
ο χειρότερος τύραννος για όσους τον περιβάλλουν.
Αν εστιάσουμε στη γενική εικόνα, μπορούμε να βρούμε βαθύτερα γκεστάλτ από το «αμαρτίες γονέων παιδεύουσι τέκνα». Ή από το στερεότυπο των απόκληρων που πιάνουν την καλή και βγάζουν απωθημένα, μαζί με τα χειρότερα στοιχεία του εαυτού τους. Ή την απόγνωση μιας φτωχής αφροαμερικάνικης οικογένειας, που προσπαθεί να ξεφύγει από τη μιζέρια του «πεπρωμένου» της. Ή τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης που σκληραίνουν και τον χαρακτήρα της, αφού ο κυνισμός είναι μονόδρομος για την επιβίωση.
Μπορούμε να δούμε πχ τη δίψα για κέρδη να διεισδύει από τις ρωγμές των οικογενειακών σχέσεων, να τις δηλητηριάζει και να τις καταστρέφει (ούτε ο Μάικλ ούτε τα άλλα μέλη της οικογένειας ήταν αθώα του αίματος -δεν είναι η δόξα, δεν είναι τα λεφτά). Μπορούμε επίσης να δούμε το star system να υψώνει είδωλα για να τα γκρεμίσει, αφού τα χορέψει στο ταψί. Να τα ταΐζει με δόξα, χρήματα και προνόμια άγνωστα στους κοινούς θνητούς, να τα ντοπάρει (κυριολεκτικά, κατά κανόνα) για να αντέξουν την κούρσα και να τα ξεζουμίζει, να τα αποστραγγίζει μεθοδικά από κάθε υποψία ανθρώπινων συναισθημάτων και φυσιολογικής ζωής, και να τα πετά στο περιθώριο όταν πάψουν να (του) είναι χρήσιμα. Προφανώς είχε τη συναίνεσή τους για όλα αυτά και ο καθένας φέρει ευθύνη για τις επιλογές του, αλλά είναι ζήτημα πόσο ελεύθερες είναι αυτές τελικά.
Εν κατακλείδι, πίσω από κάθε έγκλημα και κάθε κατεστραμμένη ζωή, υπάρχει ένα ευρύτερο «κατηγορώ» για έναν σάπιο κόσμο κι ένα ένοχο σύστημα, που έχει το έγκλημα στη φύση του. Για να παραφράσουμε τους στίχους που τραγουδά και ο Μιχάλης:
If they say why, why, tell them that is system's nature.
Η ταινία βέβαια δεν έχει καμία πρόθεση να μας δείξει κάτι από όλα αυτά. Επιλέγει ως -πραγματικό πλην- βολικό στόχο τον πατέρα-μάνατζερ, που δεν είναι καν εν ζωή για να αντιδράσει, αναδεικνύοντας πόσο γλοιώδης και εγωιστής ήταν. Πέραν τούτου, όμως, ουδέν, πλην μιας αδιάφορης αγιογραφίας, που σταματά στην περιοδεία του BAD -δηλαδή στο απόγειο της δόξας του Μιχάλη- και αφήνει να εννοηθεί πως ίσως υπάρξει και δεύτερο μέρος, όπου ίσως έχουμε κάποια ανατροπή ως προς το βασικό αφήγημα. Γιατί στο πρώτο δεν είδαμε τίποτα κακό (πλην του BAD), παρά μόνο ελάχιστες νύξεις για τα σκοτεινά του σημεία (πχ την απαρχή του εθισμού του στις ουσίες) -αλλά σχεδόν καμία για τις κατηγορίες που αμαυρώνουν τη φήμη του.
Περιμέναμε άραγε κάτι διαφορετικό; Σαφώς, όχι. Με ξενίζει όμως ότι δεν τηρήθηκαν τα προσχήματα, γιατί η βιομηχανία του Χόλιγουντ έχει δείξει πως ξέρει να φτιάχνει προσεκτικούς «βίους αγίων», με άλλοθι αντικειμενικότητας -πχ όπως στο Last Dance, για έναν άλλο διάσημο MJ. Ξέρει να δείχνει τις υπαρκτές κηλίδες ενός λαμπερού ήλιου, να παίζει με την κλίμακα άσπρου-μαύρου και των (50) ενδιάμεσων αποχρώσεων, να παρουσιάζει πιο ρεαλιστικά -και για αυτό πειστικά- πορτρέτα, με αδιόρατα φίλτρα. Εδώ τι πήγε στραβά άραγε;
Η πρώτη σκέψη ήταν πως η συμμετοχή της οικογένειας και του μάνατζερ στην παραγωγή έβαλε αρκετά χαμηλά το ταβάνι της ειλικρίνειας, διασφαλίζοντας πως δε θα ειπωθούν άβολες αλήθειες που θα έβλαπταν (ακόμα περισσότερο) την υστεροφημία του Μιχάλη. Χωρούσε μόνο η δική τους, στρογγυλεμένη, μεροληπτική, επιλεκτική και αναξιόπιστη, με το αφήγημα - παραμύθι για τον Μάικλ που βρήκε καταφύγιο στη χώρα του παραμυθιού του Πίτερ Παν. Και όσοι το χάψουν...
Μια άλλη προσέγγιση είναι ότι οι Αμερικάνοι βλέπουν τον Μιχάλη κάπως σαν εθνικό τους σύμβολο, κάτι μεταξύ Καποδίστρια και Καζαντζίδη, με τη διαφορά πως α. η ταινία δεν τρέφεται από εντάσεις και επικοινωνιακό θόρυβο, βγάζοντας περίπου απάτριδες όσους δεν την εγκωμιάζουν και β. ακόμα και η ταινία για τον Καζαντζίδη έχει κάποιες λίγες αιχμές για τον ήρωά της, ενώ το «Michael» όχι. Προσωπικά το βρίσκω μονοδιάστατο, πολύ άγευστο και άοσμο για να πιάσει, αλλά τα εισιτήρια που κόβει μαρτυρούν το αντίθετο. Μπορεί τελικά ο κόσμος να έχει ανάγκη από άσπιλα είδωλα, όπου το μόνο ψεγάδι τους θα είναι ίσως η λεύκη στο δέρμα. Ή να περάσει ανέμελα, σα να παίζει με σαπουνόφουσκες που σκάνε κάνοντας ποπ -και ο Τζάκσον είναι ο βασιλιάς της. Ακόμα και να νοσταλγήσει τα νιάτα του ή μια εποχή που δεν έζησε και ίσως είχε παραπάνω μελωδία, έμπνευση, πρωτότυπες ιδέες -περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να βγάζεις κέρδος.
Τελικά από την πλάνη μου με έβγαλε, για πολλοστή φορά, το όργανο, που έχει για όλα τη σωστή απάντηση (και δεν είναι το 42). Όχι (μόνο) γιατί είχε τη σωστή γραμμή για την κριτική της ταινίας, αλλά γιατί εξηγεί πως υπάρχει εξωδικαστικός συμβιβασμός για τις κατηγορίες εναντίον του Τζάκσον και δεσμευτική ρήτρα να μην αναφερθεί ποτέ ξανά η υπόθεση, κάτι που αχρήστεψε σχεδόν το 1/3 του αρχικού υλικού και οδήγησε τους δημιουργούς σε άλλα μονοπάτια και ένα μάλλον αδιάφορο αποτέλεσμα. Το οποίο είναι πολύ ωραίο για μιούζικαλ, έχει ορισμένες εκπληκτικές ερμηνείες (από τον ανιψιό του Τζάκσον ή το παιδί που τον υποδύεται στα πρώτα χρόνια, και τον ηθοποιό που παίζει τον ρόλο του πατέρα του), μοιάζει όμως να μην έχει καλό σενάριο και λόγο ύπαρξης. Αν, παρόλα αυτά, σου φτάνει να χορεύεις στη θέση σου, θα περάσεις ευχάριστα την ώρα σου και το μόνο που πρέπει να προσέχεις είναι να μην πέσει ο ουρανός στο κεφάλι σου και να μην πατήσουν άλλα επικίνδυνα πράγματα, πάνω στην ανεμελιά σου.
Υστερόγραφο
Τι γυρεύει εδώ αυτό το υστερόγραφο για μια σειρά του Νέτφλιξ; Μα ο Ρόνι ήταν ένας χορευτής των γηπέδων, που χόρευε και τους αντιπάλους του και έκανε τον Πανούτσο να πει ότι θα μπορούσε να τον βλέπει οκτώ ώρες να κοιμάται (και από τότε ίσως έχει να πει κάτι έξυπνο). Δεν είχε διάρκεια για να μπει στην κουβέντα περί GOAT, αλλά έκανε πράγματα που κανείς άλλος δεν μπορούσε (από την αποθέωση στο Μπερναμπέου ως το να αναγκάσει αντίπαλο να ζητήσει τη φανέλα του στο ημίχρονο, πριν βγει αλλαγή εκτεθειμένος από τα μαγικά του). Δε θα ήταν σχέση ζωής, αλλά ίσως η πιο δυνατή, αξιομνημόνευτη καψούρα. Είχε το ίδιο απαράμιλλο ταλέντο με τον Μάικλ, το σουλούπι και τις κινήσεις του, ίσως και το μαλλί του, μεγάλο δέσιμο με την οικογένεια από την οποία προέρχονταν όμως και πολύ κακές επιρροές, και πρωτίστως τις ίδιες (αυτο)καταστροφικές τάσεις. Από τον εθισμό στις ουσίες, μέχρι τα σκάνδαλα και τις σκοτεινές υποθέσεις που τον έφεραν στη φυλακή της Παραγουάης.
Όταν γελούσε στο γήπεδο, ήταν ένας γητευτής της μπάλας, που είχε μάτια μόνο για αυτήν (και αυτή για αυτόν), της μιλούσε γλυκά, της έκανε έρωτα και την αποπλανούσε. Όταν έχασε τη μαγική του αύρα, ήταν απλώς ένας γκάουτσο με πεταχτά δόντια, που έμοιαζε με τον Μπαγκς Μπάνι και είχε φανεί προ πολλούς πως η μπάλα δεν ήταν η βασική προτεραιότητα στα ενδιαφέροντά του. Έτσι από αρχηγός του Καρναβαλιού και ενός άγριου διονυσιασμού, κατέληξε σαν βασιλιάς Καρνάβαλος που περιφέρει το σαρκίο του οπουδήποτε μπορεί να βγάλει κέρδος από τις καλές αναμνήσεις που κράτησε για αυτόν ο κόσμος.
Έχασε κάθε άλλοθι, όχι όταν λύγισε στις ουσίες -αυτό το είχε πάθει και ο Μαραντόνα, σε πολύ μεγαλύτερη έκταση. Αλλά όταν προσκύνησε την εξουσία του Μπολσονάρου -όπως και αρκετοί ακόμα συμπατριώτες του από το σινάφι του. Και δεν άφησε πολλά περιθώρια συμπάθειας και υπεράσπισης, ούτε καν σε όσους τον είχαν ερωτευτεί βλέποντάς τον στο χορτάρι.
Τι θα γινόταν ή θα μπορούσε να γίνει αν είχε αγωνιστική πειθαρχία, αν δεν αγαπούσε τόσο τα πάρτι, τις γυναίκες και τις καταχρήσεις; Πιθανότατα τίποτα, γιατί δε θα ήταν ο ίδιος. Τα (ποδοσφαιρικά) είδωλα καίγονται και σβήνουν σαν κομήτες. Τα αντιδιαλεκτικά ερωτήματα πάλι, όχι.
Ασχολούμαστε όμως με το Χόλιγουντ και παραβλέπουμε τις εγχώριες ποιητικές σκηνές, που είναι βγαλμένες από σινεμά. Σαν τους Πασόκους στο Σkοπευτήριο, που είναι λιγότερο πειστικοί και από τους κομπάρσους του Βούλγαρη. Ή το ιστορικό πανό της ΟΚΔΕ...
Αλλά ίσως το κάνουμε σε επόμενη -πχ φοιτητική- ανάρτηση. Αν και η βάση του μπλοκ πρέπει να ξέρει πως το επόμενο διάστημα είναι πιθανό η συχνότητα των αναρτήσεων να αραιώσει αισθητά, λόγω αυξημένων υποχρεώσεων. Η ζωή θα δείξει.



















