Κυριακή 19 Απριλίου 2026

Σωτηρία δε βρήκαμε

Το γράψιμο, λέει, είναι μια επιτηδευμένη μορφή σιωπής. Μια ματαιόδοξη απόπειρα να νικήσεις τη λήθη, τη σκόνη του χρόνου, την εφήμερη φύση μας, αφήνοντας πίσω κάτι αθάνατο και χειροπιαστό. Μα τι νόημα έχουν όλα αυτά, όταν περνούν από πάνω σου και σε διαλύουν -όπως η αγάπη στους Joy Division; Δε θα ήταν καλύτερη μια ανεπιτήδευτη υποταγή στη σιωπή, χωρίς γραπτά προσχήματα, στην πιο καθαρή μορφή της; Εξαρτάται, αν είσαι εν οίκω ή εν δήμω. Και ίσως να μπλοκάρεις στο μπλοκ (ετυμολογικά), που το νιώθεις σπίτι σου αλλά δεν πάυει να είναι δημόσιος χώρος.

Τι να πούμε τώρα, τι να τραγουδήσουμε -και με τι φωνή. Τώρα που έχει σπάσει σα γυαλί η φωνή του Βασίλη και έσβησε για πάντα η δική σου, που ήταν καμπάνα, σαν αυτές που φορούσες στα ινδιάνικα νιάτα σου, που άκουγες Ρίτα και Bee Gees, κι ας μη χτυπούσε συχνά στο σπίτι για μας, παρά μόνο εν δήμω, στη γειτονιά και τις διαδηλώσεις. Γιατί, στο σπίτι δε μιλάμε συχνά, ξέρετε...

Ο προφανής συνειρμός είναι με τον πατερούλη με το βλογιοκομμένο μουστάκι, αλλά εσύ είχες μια ζωή μούσι αντάρτικο και μια φορά που έκανες το λάθος να το ξυρίσεις, σε έστειλα πίσω στο μπάνιο να το διορθώσεις. Καθορίζοντας φροϊδικά έτσι μια ισόβια κακή σχέση με ξυραφάκια και φρούδες, πολυκαιρισμένες λεπίδες, σαν το μούσι του δημοψηφίσματος.

Κι είχες γενέθλια με τη Ρόζα, 5 Μάρτη, στην τρίτη επέτειο από τον θάνατο του Ιωσήφ. Δεν ήσουν φιλόλογος, σαν τη Νίκη, να μου εξηγήσεις γιατί είναι λάθος ο «τρόπος του Λένιν» -που τον είχαμε απτό, σε ένα επίχρυσο μπιμπελό στο σαλόνι- και ποιος είναι αυτός ο Λέγειν. Μου είπες όμως ότι ο Βλαδίμηρος τους έπειθε όλους με το λέγειν του, ενώ ο Στάλιν με την καταστολή. Που μας τον Λέοντα και την Κρονστάνδη (ενωτίστηκα κόκαλα) ήταν χοντροκομμένη απλούστευση, σαν αυτή για το Κόμμα που τρώει τα παιδιά του και τους εξεγερμένους της πόλης του Κρόνου. Ή όσους διαφωνούσαν για το Αφγανιστάν (και το βιβλίο του Δελαστίκ), σαν τον Μήτσο. Άσε που στο σπίτι δε συνηθίζαμε τις... «λενινιστικές μεθόδους» και τον τρόπο του Λέγειν. Γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με συγκεντρωτισμό και ιεραρχία στις αποφάσεις, και (ότ)αν γίνουμε ίσοι και ανεξάρτητοι, θα βυθιστούμε στις σιωπές μας, πολιτικές ιδίως, είτε συμφωνούσαμε -άρα δε χρειάζονται περσότερα- είτε για να τα αποφύγουμε (τα περσότερα), σε περίπτωση διαφωνίας. Γιατί στο σπίτι, ξέρετε...

Η δεύτερη προφανής αναφορά είναι πως το πάλεψες μέχρι τέλους, σαν αγωνιστής -και κομμουνιστής μπορώ να σου πω, παρά τις αγεφύρωτες ομοιότητες που μας χωρίζουν. Με αγωνιστική αισιοδοξία, που δεν πατούσε πάντα στα δεδομένα και τον μονίμως αρνητικό συσχετισμό δύναμης, σε άνιση μάχη και αγώνα με τη γαμημένη αρρώστια που θερίζει κοσμάκη -ιδίως η σπάνια, επιθετική μορφή που είχες, με το όνομα της Μέρκελ, για τη σημειολογία του γαμωπράγματος.
Σαν επαναστάτης, βεβαίως-βεβαίως, αν δε δέσεις κόμπο ότι η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική, γιατί μου την στρογγύλευες συνειδητά στο τηλέφωνο, μη τυχόν χαλάσεις τη ζαχαρένια μου και ένα προγραμματισμένο ταξίδι, που σχεδόν συνέπεσε με το στερνό δικό σου. Αυτός ήσουν...

Έφυγες γρήγορα αλλά δεν ταλαιπωρήθηκες πολύ (θέλω να πιστεύω) και μας άφησες όλους με το γαμώτο και την απορία. Τους γνωστούς γιατί σε έβλεπαν εν δήμω, λίγες μέρες πριν, δυνατό και μάχιμο. Τους γιατρούς γιατί άλλος με τέτοιους δείκτες θα είχε πέσει σε λήθαργο. Ενώ εσύ είχες (θολή) συνείδηση και επαφή με το περιβάλλον και μου έλεγες «πάμε να φύγουμε», γιατί ένιωθες δυνατός. Γαντζωνόσουν από το κάγκελο της κλίνης και από τη ζωή (που δε σε χωρούσαν), με το οικοδομικό σου μπράτσο, για να ανασηκωθείς και να ξεπιαστείς. Και έπρεπε να σε κρατάμε σε μια αλλαγή (με κατεύθυνση τη ματαιότητα) για να μη δώσεις αντανακλαστικά καμιά μπούφλα, οβελιξική και οικοδομική, στις νοσηλεύτριες που δεν μπορούσαν να σε κουλαντρίσουν. 

Διαβάζω το βιογραφικό σου σημείωμα στο Πριν και μπαίνω στον πειρασμό του επιμελητή, για υποσημειώσεις και διευκρινίσεις. Για το Συκούριο, που έγινε ευρέως γνωστό από μια επίθεση της 17Ν σε μια αποθήκη όπλων, αλλά οι γνωστοί μας το ήξεραν ως το χωριό του Σωτήρη -και του Δημήτρη, του μεγάλου αδελφού με το μουστάκι, που (καλά) μας άφησε νωρίς, από την ίδια γαμωαρρώστια. Αυτός ήταν ο διαβασμένος, ο διανοούμενος, ο ρήτορας. Κι εσύ εκείνος ο αλητάμπουρας που κράταγε σφεντόνα και άνοιγε όποιο κεφάλι πλησίαζε σε απόσταση βολής.

Και για το Κόκκινο Νερό, που μου έλεγες πως μας κάνει αθάνατους, για να μου διασκεδάσεις τον φόβο της απώλειας (του παππού και της γιαγιάς). Αλλά είχε στυφή, δυσάρεστη γεύση και δεν ήξερα αν άξιζε τέτοια θυσία. Και αυτά τα λάθη πληρώνουμε σήμερα, μαζί με την προπατορική συνάντησή σου με τη Νίκη στην παραλία του, πριν πείτε «we ’ll always have Red Water» και τραγουδήστε «αίματα, Κόκκινο Νερό». Που δεν ήταν (πολιτικά) κόκκινο, ούτε αθάνατο τελικά. 

Για αυτό το ανυπότακτο που σου έμεινε, πχ στις μεγάλες διαδηλώσεις στον πρώτο ΑΣΕΠ. Οι μπάτσοι σας ψέκαζαν σαν κατσαρίδες με χημικά, αλλά τα κανάλια έδειχναν μια μικρή Τερέζα, απωθημένη υποψήφια (με απωθημένο τον διορισμό) που της άνοιξε το φόρεμα με τα κουμπάκια, καθώς την έφευγαν. Κι εσύ έμεινες πίσω να προστατέψεις τον άμαχο πληθυσμό και τα εγκλωβισμένα γυναικόπαιδα. Και σε τραβούσαν για χρόνια στα δικαστήρια, όπου είχε έρθει και η δική μου οργάνωση (ιστορικός συμβιβασμός απ’ την ανάποδη), βασικά για δύο λόγους. Γιατί ήσουν οικοδόμος και τι δουλειά είχες εκεί, με εκπαιδευτικούς, για ταξική συμπαράσταση; Και γιατί σε έπιασε ο φακός σε θέση μάχης, με υψωμένες γροθιές στους Μπαλούρδους -καραμπινάτη «αντίσταση κατά της αρχής». Κι αν είχε ήχο η φωτό, θα έμοιαζε με πλάνο απ’ το Τελευταίο Σημείωμα, με τα γλυκόλογα που κρατούσαν οι σφοι για το απόσπασμα -αλλά δεν κατέγραψε η ιστορία. Κλάστε μας τα αρχίδια, πιάστε τα γιοφύρια -ίσως να είπες ψιθυριστά και ζήτω το κόμμα, από μέσα σου. Αλλά δε χρειάζονται παραμυθικά στοιχεία και τεχνητές συγκινήσεις, όπως κάνει ο κυρ-Παντελής. 

Ήσουν οριακά μικρότερος από τη γενιά του Πολυτεχνείου και του Μήτσου, που ήταν στο ΑΠΘ και έκανε ηρωική έξοδο με ένα σκαμνάκι (και έναν Σκαμνάκη) ανά χείρας, που το κράτησε για ενθύμιο. Ήσασταν όμως μια γενιά που έζησε τι θα πει πείνα (όσο δε φανταζόταν καν η δική μου) και αργότερα έβγαλε κάποια χρήματα (που είναι άπιαστο όνειρο, αριστερής νυκτός, για τη δική μου), πάτησε στα πόδια της και ένιωσε πως δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους, μέχρι που αλώθηκε το δικό μας από μέσα. Μια γενιά που κυνήγησε όνειρα ανάκατα με χίμαιρες και Εφιάλτες (με κεφαλαίο και κεφάλαιο) που τα πρόδωσαν. Που ήρθε με φόρα από το χωριό, έχασε τη μαγκιά της στις τσιμεντουπόλεις της αντιπαροχής αλλά κράτησε την ανθρωπιά της και το κοινοτικό κεκτημένο της επαρχίας: την πίστη πως όλα θα τα καταφέρει και με όλους μπορεί να τα βρει, αν υπάρχει καλό κρασί ή τσίπουρο απ’ το χωριό.

Έμαθα με την ευκαιρία (ευ-, που λέει ο λόγος) και πράγματα που αγνοούσα. Για τη γιαγιά που ήταν σύνδεσμος στο βουνό, την κακοποίησαν οι παρακρατικοί και ίσως πάθαινε χειρότερα αν δεν πλήρωνε ο παππούς Ρίζος να την γλιτώσει. Έμαθε να κρύβεται και να τα φιλτράρει όλα μέσα της, μέχρι που έπαθε άνοια και άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα τραυματικά βιώματα. Πχ σε μια εκδήλωση (μάλλον της ΟΓΕ), όπου η Μαρίκα είχε τάσεις φυγής και κοιτούσε καχύποπτα στις γωνίες, από πού θα της την πέσουν οι Σούρληδες.

Και για τον Μήτσο, στα ηρωικά χρόνια της Μεταπολίτευσης, που έστηνε οργανώσεις από το μηδέν στη Λάρισα με τον Λουλέ και έφτιαξε έναν Πολιτιστικό Σύλλογο στο χωριό, που προγραμμάτιζε συναυλία με τη Φαραντούρη. Αλλά τη ματαίωσε μια παρακρατική βόμβα που έσκασε την παραμονή και άφησε πίσω της έναν μικρό κρατήρα. Αυτή η τρομοκρατία όμως δεν απασχολεί ιδιαίτερα τα ντοκιμαντέρ του Παπαχελά και του ΣΚΑΪ.

(Όλη η περιοχή γύρω από τον Κίσσαβο -και την Αγιά- είχε ανταρτοχώρια, με παραδόσεις και βαρύ φόρο αίματος. Τα λέει ωραία και ο Γεωργάς σε μια ιστορική μελέτη. Μετά τη Βάρκιζα, είχαμε τον συσχετισμό να αποκρούσουμε τις παρακρατικές επιθέσεις, όχι όμως και τα αντίποινα του κράτους που έστελνε ενισχύσεις).

Και για τον παππού, που έτρωγε πάντα το κρέας πρώτα στο τραπέζι, μη τυχόν χτυπήσει ξαφνικά συναγερμός και το χάσει. Και σου έλεγε να μην τρως πολύ τυρί, γιατί θα ανοίξει τρύπα στο κεφάλι σου -που την έψαχνες μια φορά, που το παράκανες. Και έτσι έγινες γνήσιος σαρκοφάγος, επτά φορές την εβδομάδα και κατ’ έθιμο κάθε μεγάλη Παρασκευή. Αλλά σου βγήκε το θεσσαλικό σύνδρομο στις σούπες, που αν δεν ήταν ντιπ πηχτές, ένιωθες ότι ψάρευες στο πιάτο σου με το κουτάλι.

Δεν πετούσες σχεδόν ποτέ φαγητό, από θέση αρχής. Έτρωγες πρακτικά τα πάντα, ακόμα και τα μακαρόνια που τα είχες μπουχτίσει στα χρόνια της πείνας στην Ιταλία, ακόμα και τα μακεδονίτικα καυτερά, που δεν είχαν περάσει τα Τέμπη για να τα μάθεις από μικρός. Αλλά δε συνήθισες ποτέ την πειραγμένη κουζίνα, τις καινοτομίες και τις χιπστεριές. και δε νομίζω να αναζητούσες ποτέ νέες γεύσεις στην πολιτική κουζίνα σου, αν δεν τα είχαν φέρει έτσι οι συγκυρίες και τα χρόνια που χρεώθηκες να ζήσεις.

(Δε θα υποκύψω στον πειρασμό να επαναλάβω εκτενώς μικρές πολιτικές λεπτομέρειες, που μπορεί να θυμούνται από σκόρπιες αναφορές οι παλιοί αναγνώστες του μπλοκ. Για τη δράση σου που κορυφώθηκε στα μαύρα χρόνια της αντεπανάστασης -οι άλλοι όπως βαδίζουν, εμείς ανάποδα. Τις μπαγιάτικες ιστορίες - αναμνήσεις σου, που εστίαζαν σε αυτήν την περίοδο, μέχρι που φάνηκε πως έχω περισσότερες συνδικαλιές για τις αντιφάσεις σας, από ό,τι εσύ για τις δικές μας. Για την πολιτική σου θέση απέναντι στις φράξιες σας, ότι πρέπει να στρωθούν στη δουλειά για να ξεπεράσουν τις διαφορές τους. Για την κριτική που έκανες σε όσους αργούσαν, όσους κάπνιζαν στις διαδικασίες ή έβγαιναν όποτε τους καπνίσει για τσιγάρο. Για την αποστασιοποίηση από το Συνδικάτο, με το πρόσχημα ότι ήσουν υπεργολάβος με συνεργείου -που χτυπούσες 16ωρα, ήλιο με ήλιο- και δεν ήθελες να κάνεις τον συνδικαλιστή-αφεντικό, σαν κάποιους άλλους. Και άλλα μικρά, που δεν έχουν πολλή σημασία πια -ούτε καν αλατοπίπερο).

Ένας φίλος από το εξωκοινοβούλιο μου έγραψε πως φεύγουν οι ήρωες των παιδικών/φοιτητικών του(ς) χρόνων, σημάδι αδιάψευστο πως μεγαλώνουμε και γερνάμε, μαζί με τις αρρώστιες μας. A working class hero is something to be. Ένας Ναρίτης οικοδόμος, ακόμα περισσότερο (σαν τον μακαρίτη, τον Ντόμπρο, που τον θυμάμαι ένα καλοκαίρι στο Ποσείδι, με μπουκλάκια και ένα μπουκάλι πάντα στο χέρι, να τον τραβά η μουσική και η παρέα, όπως το φως τις πεταλούδες). Για αυτούς ήσουν το δίμετρο βουνό, σαν τον Βάντσικ (Ιωσήφ και αυτός), σημείο αναφοράς σε κάθε διαδήλωση, με τον όγκο και την καμπάνα στον λαιμό που χτυπούσε για όλους. Για εμένα ένα μεγάλο (τι θα γινόταν) αν και ερωτηματικό, χαμένη άνοιξη και ταλέντο, που χαραμιζόσουν στις μικρές κατηγορίες, σε ομάδες χωρίς υποδομές και οργανωμένη περιφρούρηση.

Μα κάθε λαϊκός ήρωας έχει τις αντιφάσεις του και μια δόση αντι-ήρωα, μακριά από τα καθιερωμένα πρότυπα. Δε φορούσε σλιπάκι πάνω από το κολάν, αλλά αμάνικα και σκισμένα τζιν μες στο τσιμέντο, πηλοφόρι και μυστρί. Έψαχνε στο στοίχημα τις μικρές νίκες που μας λείπουν (στο) σήμερα και νανουριζόταν με διάφορα τηλεοπτικά σκουπίδια, μέχρι να τολμήσεις να του κλείσεις την τηλεόραση (αμάν να μην είχαμε κανένα κανάλι, να μην κοιμόταν και ο μπαμπάς δηλαδή). Άνοιγε τις μπύρες με το σκεπάρνι και τις κατέβαζε σα νερό το καλοκαίρι, χωρίς πολλά μέτρα ασφαλείας. Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά αλλά και βίαια ξεσπάσματα που αδυνατούσε να ελέγξει -πόσο μάλλον οι γύρω του- και με σημερινούς όρους μπορεί να του χάριζαν ένα πανηγυρικό cancel (ακύρωση), που θα έπρεπε να του εξηγήσουμε τι είναι. Και ήταν λάθος να αφήσει τον αγαπημένο του τραχανά για τις μετοχές του Τροχανά και τις μεζονέτες στον Διόνυσο (κοντά στην Κριτσά, που όμως δεν είχε σχέση με το σόι μας) που αποδείχτηκαν πυραμίδες απάτης.

Αλίμονο σε όσους κρίνουν τους παιδικούς τους ήρωες έξω από τα μέτρα τα ανθρώπινα, της εποχής τους αλλά και της τάξης μας -που ρέπει ενίοτε σε λούμπεν, λαϊκές καταστάσεις, όταν δε δρα πρωτοπόρα.

Δεν είχες εκφράσει τελευταία επιθυμία -εδώ δεν προλάβαμε να πούμε άλλα, πρακτικά και στοιχειώδη. Ξέρω όμως πως δε θα ήθελες τελετή - κηδεία, κανείς να μην μπει σε κόπο και να μη στενοχωρηθεί για σένα. Κι αν τελικά δεν το τηρήσαμε, είναι γιατί όλα έχουν κοινωνική - πολιτική διάσταση, και όταν παύουμε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας, ανήκουμε στους δικούς μας ανθρώπους και τους συντρόφους μας -που θέλουν έναν τελευταίο αποχαιρετισμό.

Αν μπορούσες να δεις το σάβανο με τις θρησκευτικές φιγούρες και τα συνθήματα, θα σηκωνόσουν μόνος να τα σκίσεις. Πού να φανταστώ πως χρειαζόταν ειδική διευκρίνιση στο γραφείο. Θεωρητικά το ορθόδοξο δόγμα δεν εγκρίνει την καύση, αλλά το ιερατείο την ενέταξε ευέλικτα στο μενού υπηρεσιών, για να μην έχει διαφυγόντα έσοδα.

Και που λες, Σωτήρη, σωτηρία δε βρήκαμε. Η οργάνωση της οργάνωσης (την οργάνωση, ω οργάνωση) παραμένει ζητούμενο. Και δε βλέπω να ζυγώνει η επανάσταση -όπως έλεγε η Βίνα. Και η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη. Δε φτιάξαμε έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων μας, ούτε καν στο δικό σου, που δε βολευόταν με λιγότερο ουρανό και στις νοσοκομειακές κλίνες, που σε τυραννούσαν σαν τον Προκρούστη. Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, αλλά το δώσαμε αντιπαροχή, γκρίζο σαν το τσιμέντο, με σπίτια-τρύπες, που κρύβουν τον ουρανό, για να μη μας βάζει σε πειρασμό για εφόδους. Μπορείς, άραγε, να φανταστείς πιο τραγική ειρωνεία για τους χτίστες του νέου κόσμου, από το να αναγκάζονται να φτιάχνουν τσιμεντένια κλουβιά και να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και τις κλίσεις τους σε αυτό που κάνουν;


Και όποιος έρχεται με φόρα και αναστάσιμες ευχές, κινδυνεύει να τα ακούσει -όπως έκανες στο τέλος, που δεν μπορούσες να τα φιλτράρεις. ΓΜΤΣΜ (τον σοσιαλισμό μου μέσα). Με κάθε σεβασμό στους πιστούς και στον σφο σου, που σταυροκοπιόταν μπροστά σου και πόσταρε ένα βίντεο, με παραλληλισμούς με τον Παΐσιο. Και μη χειρότερα -αλλά τι χειρότερο να συμβεί δηλαδή...

Υστερόγραφα

Ναι, έχουν απλοποιηθεί τα διαδικαστικά (κληρονομικά κτλ). Ναι, πολλά γίνονται διαδικτυακά πλέον. Όχι, δε γλιτώνεις την ταλαιπωρία. Όχι, δε ζούμε στην ψηφιακή Ελλάδα 2.0. Το κράτος εξακολουθεί να παίζει με τον πόνο σου, τα γρανάζια κολλάνε σαν το σαράβαλο κινητό του Σωτήρη και η εξέλιξη του πένθους κολλάει στο στάδιο του θυμού. Πώς διάολο φαίνεται εδώ το ΙΧ που είχαμε αλλά όχι στο πεδίο που πρέπει; Και τι δήλωση να κάνει ο μακαρίτης στην Εφορία; Ότι η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη; 

Αλλά τα ασεβή και αχάριστα κομμούνια δεν αναγνωρίζουν τίποτα πια. Πχ πως το κράτος φροντίζει κυρίως για σένα, να σε κρατά απασχολημένο με τα γραφειοκρατικά για να ξεχνιέσαι και να δακρύζεις (μόνο) από τα νεύρα σου και όχι για ευτελή, νομοτελειακά πράγματα, όπως ο θάνατος (και οι φόροι). 

-Το νεότευκτο αποτεφρωτήριο στην Αλεξάνδρεια μοιάζει από μακριά με μπουζουξίδικο σε επαρχιακή οδό -ούτε καν εθνική. Είναι ιδιωτικό, με λίστα αναμονής και γεμάτο ωράριο, αλλά άργησε να ανοίξει εξαιτίας των αντιδράσεων, της πνευματικής καθυστέρησης και της ιδεολογικής μούχλας στη ΛΔ του Βορρά -που ευτυχώς φαίνεται να σπάει. Σε αντίθεση πχ με το δημοτικό αποτεφρωτήριο της Πάτρας, που κόλλησε σε ένα χαρτί (άδεια χρήσης) και είναι ακόμα στα χαρτιά, ενώ θα ήταν το πρώτο στην Ελλάδα... 

-Εκτιμώ ειλικρινά το ενδιαφέρον και τις ευχές σφων αναγνωστών, αρκεί να μην εκφράζονται δημόσια -και σίγουρα όχι στα σχόλια της ανάρτησης. Ελπίζω να γίνει κατανοητό και σεβαστό. Και όσοι ήξεραν τον Σωτήρη, ας τον τιμήσουν όπως πρέπει με ένα φαγοπότι και ωραίες ιστορίες στη μνήμη του.

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Γιατί εσύ ήσουν λιμνάνθρωπος

Συνήθως προσπαθώ να σκεφτώ μια εισαγωγή για κάθε κείμενο, μπλέκω με συνειρμούς και χάνω το κυρίως θέμα. Αλλά όλα μες στη ζωή είναι. Και τι νόημα θα ’χε η Ιθάκη, χωρίς το ταξίδι, χωρίς μικρές νοθείες και κάποιες λίγες παρακάμψεις, που μπορεί να κρατήσουν και μια δεκαετία. Αρκεί να φτάσουμε κάποτε στη γραμμή του τερματισμού και του ορίζοντα, που απομακρύνεται όσο τον πλησιάζουμε, σαν τη σοσιαλδημοκρατική Ιθάκη του Τσίπρα, που είναι ένα μεσαίο κατάρτι υψωμένο στη νοημοσύνη μας και βυθισμένο στον (ντροπή λίγο) κι ούτε ένας μάγος δε θα μπορούσε να κάνει τόσο ταχυδακτυλουργικά πριν την κάλπη. Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Το κυρίως θέμα.


Γιατί μπορεί να μας ενδιαφέρει ένα βιβλίο για τον Μάτζικ; Ίσως για λόγους αθλητικούς -μα όχι μόνο. Ο αθλητισμός έχει πάντα προεκτάσεις, νικώντας τα αήττητα στερεότυπα που τον βλέπουν μακριά από την πολιτική και τις σκοπιμότητες ή τους υψηλούς συμβολισμούς.

Αθλητικά μιλώντας, ο Μάτζικ ήταν ένας μαύρος αίλουρος (χωρίς τις πολιτικές προεκτάσεις του Τζαμπάρ, που θα μας οδηγούσαν στις παρυφές των Μαύρων Πανθήρων). Εφορμούσε στο παρκέ, είχε μάτια στην πλάτη, σε σκότωνε απαλά και χαμογελούσε κιόλας, σαν αγγελικός δολοφόνος στην πόλη των αγγέλων, που πούλησαν την ψυχή τους στον διάβολο, για να μάθουν να παίζουν θεϊκό, μαγικό μπάσκετ.
Μπορείς να κάνεις μαγικά, μπορείς να έχεις ό,τι ποθήσεις.

Νικούσε κάνοντας μάγκες κυρίως τους συμπαίκτες του με ασίστ, χωρίς τη μαγκιά και τα νταηλίκια της Ανατολής, που ήταν τρόπος ζωής για τους Πίστονς ή επιβίωσης για έναν λευκό όπως ο Μπερντ. Ειδικά οι φωτογραφίες του των πρώτων ετών είναι το κάτι άλλο. Μας δείχνουν μια φιγούρα με Ατίθασα Νιάτα, ακαταμάχητη (Τόλμη) και Γοητεία, με ακατάβλητη Λάμψη (και τον Τζακ πρώτο κάθισμα-πίστα), που νικούσε τους Σκληρούς του Ντιτρόιτ και της Βοστώνης και έγινε Δυναστεία, μα πάνω απ’ όλα γιορτή και υπερθέαμα για τη μικρή οθόνη (Showtime), άρρηκτα συνδεμένο με την εκτίναξη της τηλεθέασης του ΝΒΑ.

Στα μάτια μου ο Μάτζικ δεν είναι απλώς μαγικός παίκτης ή μια ρετρό εικόνα απερίγραπτης ομορφιάς (με αφάνα και μουσάκι στην αρχή, ψηλές κάλτσες, κοντά σορτσάκια και το σοβιετικό μουστάκι του Λάρι για συμπλήρωμα), αλλά η τελευταία λέξη του μπάσκετ. Για άλλους υποψήφιους GOAT, μπορείς να χαθείς σε αντιδιαλεκτικά μονοπάτια και αδιέξοδες συζητήσεις, αν θα άντεχαν το βρωμόξυλο του παρελθόντος, αν θα είχαν θέση στο σημερινό άθλημα που θυμίζει διαγωνισμό τριπόντων, αν θα έβαζαν 100 πόντους σε αστείες άμυνες ή θα περνούσαν το ρεκόρ του -κατά τα άλλα συμπαθέστατου- Μπαμ Αντεμπάγιο. Αλλά ο Μάτζικ έχει το πλήρες πακέτο (υπερδίμετρος πλέι μέικερ, που παίζει άνετα σε όλες τις θέσεις), για να σταθεί και να διαπρέψει δι-αχρονικά και αν-ιστορικά σε οποιαδήποτε εποχή.

Ιστορικά μιλώντας, είναι ατόπημα να μιλήσεις για τον Μάτζικ, χωρίς να αναφέρεις τον Μπερντ, έναν Διόσκουρο που έπαιζε αντίπαλος. Η μεταξύ τους κόντρα έμεινε αυστηρά μες στο γήπεδο, αλλά καθόρισε μια εποχή και βασικά την έκρηξη της δημοφιλίας του πρωταθλήματος σε ασύλληπτα μεγέθη. Και αυτό άφησε ίσως ένα παράπονο στον Μάτζικ, που δε βρήκε εξ αρχής το άθλημα στο ζενίθ που το άφησε, και ήταν η αμέσως επόμενη φουρνιά -με τον Τζόρνταν και άλλους-, που καβάλησε αυτό το κύμα, για να κλείσει επικερδείς συμφωνίες με τα μεγαλύτερα συμβόλαια. Οι σταρ λειτουργούν δεδομένα σα μεγάλα παιδιά και αυτό που μετράει πιο πολύ στον εγωισμό τους, στο τέλος της ημέρας καριέρας, δεν είναι ένα δαχτυλίδι πάνω ή κάτω (εκτός αν δεν έχουν κανένα), αλλά ποιος έβγαλε περισσότερα χρήματα και ποιος ήταν ριγμένος στα έσοδα. (Θυμόμαστε αντίστοιχα σταριλίκια και άτυπες βεντέτες μεταξύ συμπαικτών σε ελληνικές ομάδες με τρομερά δίδυμα, του τύπου «θέλω όσα αυτός και ένα δολάριο/ευρώ/δραχμή παραπάνω»). Στην τελική, οι Λέικερς των ’80ς, με 5 τίτλους σε 9 τελικούς, είχαν μεγαλύτερη διάρκεια από τη δυναστεία των Μπουλς με το απόλυτο 6/6 στα ’90ς. Ο Τζόρνταν έκανε όμως τα καλύτερα συμβόλαια, γιατί βρήκε στρωμένο έδαφος και δρόμο από τους προηγούμενους.

Κάποιοι υπονοούσαν πως ο Μπερντ βγήκε στον αφρό γιατί το σύστημα χρειαζόταν ένα λευκό αντίπαλο δέος στην αφρο-αμερικάνικη κυριαρχία. Κι όταν υποστήριξε κάτι αντίστοιχο ο τρελο-Ρόντμαν (που ακόμα δεν ήξερε τίποτα για τον Κιμ και την Κορέα την καλή), ενεργοποίησε με τις δηλώσεις του ένα ντόμινο εξελίξεων, σαν φαινόμενο της πεταλούδας, που διέλυσε την κολλητή σχέση του Μάτζικ με τον Αιζέια Τόμας (που είχε δικό του δωμάτιο στη βίλα του πρώτου) και έθεσε ουσιαστικά τον τελευταίο εκτός κινήματος dream team, γιατί κάθε (ομάδα) όνειρο έχει μικρές νοθείες κι αδικίες. 


Ο Μπερντ πάντως είχε το πιο μπασκετικό μυαλό από όλους και μπορούσε να καλύπτει με αυτό κάθε του μειονέκτημα, ακόμα και το χρώμα της επιδερμίδας του, γιατί οι λευκοί -ως γνωστόν- δεν μπορούν να πηδήξουν, κάνουν όμως άλλα πράγματα και το μπάσκετ έχει χώρο για όλους. Και ο Μάτζικ δεν ήταν bad boy, ούτε απειλή για το σύστημα, αλλά το καλύτερο άλλοθί του ενάντια στις διακρίσεις. Ο χαμογελαστός, καλοσιδερωμένος μαύρος που κάθε λευκός (WASP) θα ήθελε για γείτονα ή και γαμπρό του. Μέχρι που προέκυψε η γνωστή ιστορία με το AIDS. 

Σήμερα οι ιατρικές μας γνώσεις είναι περισσότερες και οι κοινωνικές προκαταλήψεις θα διοχετεύονταν σε άλλα πεδία. Αλλά ήταν γραφτό του Μάτζικ, ενός φτωχόπαιδου από το Μίσιγκαν, που το απαράμιλλο ταλέντο του γκρέμισε ταξικούς φραγμούς και τείχη προκατάληψης -ακόμα και αυτά που βίωσε ο μεγάλος του αδερφός στην ομάδα μπάσκετ του μικτού σχολείου της πόλης- να αντιμετωπίσει ένα άλλο είδος ρατσισμού, ως φορέας του ιού, ακόμα και από μαύρους συμπαίκτες του. Το αξιοσημείωτο είναι πως δεν πλήρωσε τόσο την απώλεια της έξωθεν μαρτυρίας του «καλού οικογενειάρχη» (δεν ήταν τέτοιος), αλλά την πηχτή άγνοια και την (καχ)υποψία πως ήταν κρυφός ομοφυλόφιλος, καθώς το AIDS θεωρούνταν λανθασμένα από πολλούς ως νόσος των gay. Η αλλαγή του κοινωνικού στάτους (καθώς ήταν πλέον κολλητός του ιδιοκτήτη της ομάδας) του έδωσε πρόσβαση σε πρωτοποριακές ιατρικές μεθόδους και προνομιακή μεταχείριση, ωστόσο ο ίδιος αναγκάστηκε να βάλει πρόωρα τίτλους τέλους σε μια καριέρα που μπορούσε να γράψει και άλλες χρυσές σελίδες στο βιβλίο της.

Και ερχόμαστε στο βιβλίο του Lazenby.

Καταρχάς, τα αθλητικά βιβλία στο εξωτερικό είναι ό,τι το σεξ για τον Γιώργο Μαρίνο (όχι του Πολίτ Μπιρό): μια άλλη ιστορία, εντελώς διαφορετική από τα καθ’ ημάς. Εδώ κατά κανόνα ένας αθλητής ή προπονητής, που δεν ξέρει να γράφει (οριακά να μιλάει με κλισέ μπροστά στα μαρκούτσια), βρίσκει έναν γνωστό δημοσιογράφο, ο οποίος κάνει στην καλύτερη την απομαγνητοφώνηση, έναν εκθειαστικό πρόλογο και... τυπωθήτω. Με οργάνωση παραγωγής επιπέδου βιντεοκασέτας, χωρίς καν την καλτ αισθητική που είχαν οι Κόπανοι ή το «Έξι χρόνια στο Ελλάντα».


Στο εξωτερικό κάνουν κατά κανόνα κανονικές βιογραφίες, με έρευνα, συνεντεύξεις και μπόλικες εργατοώρες δουλειάς (αλλά πρόχειρες μεταφράσεις στα ελληνικά, γιατί είσαι MVP... και σε ενδιαφέρει το μέγιστο κέρδος). Και συχνά, με τις απαραίτητες αποστάσεις που κρατά ένας ερευνητής από το βιογραφούμενο πρόσωπο. Είτε επειδή δεν ενδιαφέρεται να κάνει μια αγιογραφία, είτε γιατί ξέρει πως οι καλύτερες αγιογραφίες δε μοιάζουν με τέτοιες και είναι σχετικά αποστασιοποιημένες, όπως το τηλεοπτικό Last Dance για τον Τζόρνταν.

Αντιστοίχως, ένα βασικό πλεονέκτημα της συγκεκριμένης βιογραφίας είναι ότι δε βασίζεται στη μαρτυρία του Μάτζικ (που μπορεί να παρέλειπε-στρογγύλευε δυσάρεστες λεπτομέρειες και εκ των πραγμάτων δεν μπορεί να δει αντικειμενικά τον εαυτό του), ούτε χρειάστηκε την (προ)έγκρισή του για να εκδοθεί. Συγκεντρώνει μαρτυρίες από το κοντινό του περιβάλλον ή άτομα που έχουν απομακρυνθεί από αυτό, αξιοποιεί δημοσιευμένες πηγές, παλιότερες δηλώσεις και συνεντεύξεις. Παρακολουθεί τη διαδρομή του, εστιάζοντας λιγότερο στις χρυσές σελίδες της μεγάλης καριέρας του, δίνοντας έμφαση στη σχετικά άγνωστη περίοδο πριν γίνει «Μάτζικ» και περάσει στο ΝΒΑ: την παιδική του ηλικία, τα σχολικά και κολεγιακά του χρόνια, τις σχέσεις του με την οικογένεια, τις ρίζες του, την πόλη του και όσα στοιχεία έθεσαν τις βάσεις για τη διαμόρφωση του χαρακτήρα του.

Αφιερώνει μάλιστα ειδικό κεφάλαιο για το οικογενειακό δέντρο και τους προγόνους του Έρβιν, όπου εξετάζει ιστορικά την περίοδο της δουλείας, τη μαζική μετανάστευση των απελεύθερων αφρο-αμερικανών του Νότου στον «φιλελεύθερο» βιομηχανικό Βορρά και τις φρούδες δεσμεύσεις του κράτους, που τους υποσχέθηκε γη και τριαντάφυλλα (ήδη από τα χρόνια του εμφυλίου), για να τους παραδώσει τελικά κάποιες μικρές εκτάσεις, όταν δεν είχαν καμία ελπίδα να ανταγωνιστούν τις διαμορφωμένες μεγάλες καλλιέργειες των farmers με τον σύγχρονο εξοπλισμό, οπότε σύντομα κατέληγαν πάλι ακτήμονες ή εξαρτημένοι από τους πλούσιους αγρότες.

Κατά έναν παράδοξο τρόπο, όμως, τα πλεονεκτήματα του βιβλίου γίνονται και τα μειονεκτήματά του. Δεν έχει πολλά παρασκήνια, ζουμερές στιχομυθίες και ανέκδοτα, λεπτομέρειες που βάζουν αλατοπίπερο σε μια αφήγηση -αυτό που ένας σοφός blogger είχε ονομάσει κάποτε «(αστικό) πατατάκι» και «φυτείες Νευροκοπίου». Παίρνει πιο σοβαρά από ό,τι θα έπρεπε τον εαυτό του για ένα μάλλον ανάλαφρο θέμα (με σημαντικές προεκτάσεις βέβαια) αλλά δεν έχει σωστό κριτήριο και εφόδια για να δει σε βάθος τα πιο σοβαρά ζητήματα που πιάνει (από τον ρατσισμό ως τη δουλεία). Και σίγουρα δεν έχει πρόθεση να δει κριτικά πχ την εμπορευματοποίηση του (πρωτ)αθλήματος ή τη βιομηχανία του Show-time των Λέικερς, γιατί αυτές οι ανησυχίες δεν εμπίπτουν στον αξιακό του κώδικα. Ενώ συχνά πλέκει το εγκώμιο του «καλού επιχειρηματία Μάτζικ», που «δίνει δουλειά» σε πολλούς αφροαμερικανούς με τις επιχειρήσεις του. Είναι μάλλον σπάνιο να διαβάσεις μια σύγχρονη (αυτο)βιογραφία που να μην εξυμνεί το american dream και το επιχειρηματικό δαιμόνιο (δηλαδή τα λεφτά) ή κάποια ανώτερη δύναμη (δηλαδή τον θεό) ή και τα δύο μαζί ή κάποιον συνδυασμό τους -καθώς το χρήμα είναι ο θεός τους και η θρησκεία, σε όλες τις εκδοχές της, μια άκρως επικερδής μπίζνα.

Γενικώς δεν είναι το πιο απολαυστικό ανάγνωσμα, δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες (τις δικές μου τουλάχιστον), δεν έχει καν ρέουσα γραφή -αλλά γι’ αυτό μπορεί να φταίει και η πρόχειρη επιμέλεια του μεταφρασμένου κειμένου- και σε αρκετά σημεία θυμίζει τηλεοπτικό σενάριο για ντοκιμαντέρ, όπου αναφέρεται κάποιο στοιχείο (πχ στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια) και στο καπάκι έρχεται η επιβεβαίωση-μαρτυρία που το επαναλαμβάνει αυτολεξεί: στον Μάτζικ αρέσουν τα μπιφτέκια, ενώ εσύ κάνεις εικόνα το αντίστοιχο πλάνο ή ένα μπέργκερ. 


Στον επίλογο, περισσεύει μια δική μου τελική κρίση (να το πάρεις το βιβλίο ή να το αφήσεις). Όποιος είναι θύμα της γοητείας του Μάτζικ, θα το απολαύσει -αν όχι όλο, αρκετά σημεία του- ή πρέπει να το διαβάσει, για να φτάσει μόνος του σε αντίστοιχα συμπεράσματα με την κε του μπλοκ.

Αντί επιλόγου, λοιπόν, κρατάω μια γενική σημείωση του Χομπσμπάουμ, νομίζω, που έλεγε πως η Ιστορία είναι σε τελική ανάλυση μια αφήγηση και οφείλει να είναι ευχάριστη κι απολαυστική για τον αναγνώστη, δημιουργώντας και μια αντίστοιχη σχολή ιστορικών (όλα αυτά τα μεταφέρω από μνήμης, με κίνδυνο να διαστρεβλώνω την ουσία τους, αλλά μην αφήνεις ποτέ μια επιλεκτική αμνησία να σου χαλάσει έναν ωραίο συλλογισμό).

Και αυτό ασφαλώς δεν αφορά στενά τη βιογραφία του Μάτζικ, ούτε μόνο τον Χομπσμπάουμ, αλλά οτιδήποτε γράφουμε και ευελπιστούμε να έχει ευρύτερη απήχηση, ακόμα και τα ιστορικά εγχειρίδια. Προφανώς οι μικρές ιστορίες-ανέκδοτα δε φτιάχνουν την Ιστορία, αλλά δε σημαίνει πως ο ιστορικός δεν μπορεί να τις αξιοποιεί και να συνδυάζει τερπνό και ωφέλιμο, ή τέχνη και επιστήμη. Ας μην ξεχνάμε τις λογοτεχνικές αναφορές με τις οποίες διάνθιζαν συχνά οι κλασικοί του μαρξισμού ακόμα και τα πιο απαιτητικά έργα τους. Σε τελική ανάλυση, η ιστορική -και όχι μόνο- γνώση είναι πάντα συναρπαστική και δεν πρέπει να στριμώχνεται σε στρυφνά εγχειρίδια, με ακαδημαϊκό λόγο που δεν προσελκύει το ευρύ κοινό.

Για λόγους ταξικούς, αισθητικούς και όχι μόνο...

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Γιατί η Κούβα

Πολύ καλό ερώτημα, ευχαριστώ που μου το έθεσα.


Εξαρτάται από ποια σκοπιά το απαντάς.

Αν είναι από τη σκοπιά του αμερικάνικου ιμπεριαλισμού, η απάντηση είναι προφανής. Γιατί η Κούβα ήταν η πίσω αυλή τους, το καζίνο τους, το μπουρδέλο τους και όλα τα συναφή καλούδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης που θέλουν να επαναφέρουν. Γιατί είναι αυτό που έλεγε ο Αθηναίος Περικλής για την Αίγινα, μια ενοχλητική τσίμπλα που μπαίνει στο μάτι τους και δεν μπορούν να καθαρίσουν.

Λένε πως στις δυτικές δημοκρατίες (δηλαδή τις κοινοβουλευτικές δικτατορίες του κεφαλαίου), υπάρχουν κάποια όρια και μοχλοί πίεσης για να μη δρα κανένα κέντρο εξουσίας ασύδοτο. Ο Τραμπ πχ πρέπει να λογοδοτήσει σε κάποια όργανα για τον πόλεμο στο Ιράν, να διαχειριστεί απώλειες και παραιτήσεις. Δέχεται κριτική και αντιπολίτευση πως.. σύρθηκε σε αυτόν τον πόλεμο από το Ισραήλ, ακόμα και πιέσεις από τα Χρηματιστήρια, δηλαδή από τα μονοπώλια που δεν ευνοούνται από τη συνέχισή του.

Στις ΗΠΑ υπάρχει οξυμένη ενδοαστική διαμάχη μεταξύ δύο συνασπισμών (μπλοκ) για την τακτική και τα μέσα επίτευξης του βασικού τους στόχου. Είναι ζήτημα, αν οι πόλεμοί τους είναι επίδειξη δύναμης ή αδυναμίας, μονόδρομος ή σπασμωδικές κινήσεις για τη διατήρηση ενός στρατηγικού πλεονεκτήματος - υπεροχής που ξεγλιστρά σταδιακά από τα χέρια τους. Είναι βέβαιο όμως πως υπηρετούν, με επιμέρους αντιθέσεις, έναν κοινό στρατηγικό στόχο -τη διευρυμένη κερδοφορία και την αναχαίτιση της Κίνας. Και ότι η στρατηγική του πολέμου και των (επεμ)βάσεων δε χαλάει για τα κόμματα ή τις κάλπες -ρε μαλάκα, όπως θα έλεγε φιλικά η Βάσια Τριφύλλη στον Γκλέτσο.

Κάποιοι πίστευαν σοβαρά πως ο Τραμπ θα τερμάτιζε τους πολέμους, που ήταν η στρατηγική επιλογή των φιλοπόλεμων Democrats. Οι (50) διαφορετικές αποχρώσεις της κυρίαρχης πολιτικής τής προσδίδουν το άλλοθι της πολυφωνίας, δίνοντας συνάμα στο εκλογικό σώμα την ψευδαίσθηση της ελεύθερης επιλογής. Εν προκειμένω, ωστόσο, υπάρχει μια θλιβερή, ομόφωνη μονοχρωμία επί του θέματος. Είτε ρωτήσεις τους θιασώτες του MAGA, είτε τον «σοσιαλιστή» Μπέρνι Σάντερς και τον «εναλλακτικό» δήμαρχο της Νέας Υόρκης, δε θα βρεις ουσιαστικές διαφοροποιήσεις: η Κούβα είναι δικτατορία, εχθρός του ελεύθερου κόσμου, ο οποίος «απελευθερώνει» το νησί εδώ και πολλά χρόνια, με το δολοφονικό εμπάργκο.

Και από τη δική μας σκοπιά;

Η Κούβα είναι κάτι παραπάνω από ένα σύμβολο αντίστασης και αγώνα. Ήταν μια επαναστατική διαδικασία που μετεξελίχθηκε στην πορεία σε σοσιαλιστική. Απ’ αυτό κάποιοι βγάζουν ότι προσαρμόστηκε στα δεδομένα και τις απαιτήσεις του σοβιετικού της συμμάχου, αλλά το βασικό συμπέρασμα είναι ότι μια ριζοσπαστική επανάσταση δεν μπορεί παρά να συναντηθεί σε μια πορεία χρόνου με τον μαρξισμό και τους κομμουνιστές, αν θέλει να μείνει πιστή στις διακηρύξεις της.

Η Κούβα είναι μια χώρα που εξέφρασε γόνιμο, συντροφικό προβληματισμό για τη στρατηγική των Σοβιετικών και τη στροφή τους προς την αγορά -με τα γνωστά αποτελέσματα. Προέκρινε τα ηθικά κίνητρα, έβαλε την ιδεολογία-πολιτική στο τιμόνι, παρείχε διεθνιστική βοήθεια σε άλλα επαναστατικά εγχειρήματα, στο μέτρο των δυνάμεών της. Κάποιοι λένε ότι οι Κουβανοί σφοι είναι μάλλον Φιντελιστές παρά συνειδητοποιημένοι κομμουνιστές, είναι όμως πρόθυμοι να υπερασπιστούν την επανάσταση με το όπλο στο χέρι, όπως έδειξε η πρόσφατη ηρωική θυσία τους στην περίεργη υπόθεση της απαγωγής του Μαδούρο (που πλήττει άμεσα τα ενεργειακά αποθέματά της).

Η Κούβα είναι ένα επαναστατικό εγχείρημα που δεν τελείωσε, όταν... «έκλεισαν τα κεντρικά» σαν αντιπροσωπεία -όπως λένε ειρωνικά οι εχθροί της-, δείχνοντας ανεξάντλητες αντοχές στο εμπάργκο, την απομόνωση, την ασφυξία που της επιβάλλει ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ (και όχι μόνο). Κι αυτό δεν το οφείλει προφανώς στο κλίμα της ή την πιο αλέγκρα διάθεση του πληθυσμού (γιατί το «εμπάργκο θέλει καλοπέραση»), αλλά στη μαζική συμμετοχή του στις αρχαιρεσίες, το νομοθετικό έργο, με δυο λόγια στην άσκηση της σοσιαλιστικής εξουσίας. Ο λαϊκός παράγοντας είναι πάντα σε θέση να κάνει τη διαφορά, και αυτό είναι βασικό, διαχρονικό δίδαγμα που το υπογραμμίζει η πείρα των επαναστάσεων του 20ού αιώνα.

Όλα αυτά είναι ζωτικής σημασίας, αλλά ίσως μοιάζουν με άσκοπη ιστορική αναδρομή στη σημερινή συγκυρία που κρίνεται το μέλλον της χώρας. Η Κούβα βυθίζεται στο σκοτάδι από τις «δυνάμεις του φωτός», δεν έχει ενέργεια για μεταφορές και συγκοινωνίες, για να κινήσει τη βιομηχανία της, ούτε καν για τα νοσοκομεία της. Ο Τραμπ ποντάρει στην ενεργειακή ασφυξία και το black out, για να επικρατήσει χάος και βασικά η αντεπανάσταση, πάντα με τον μανδύα των αγανακτισμένων μαζών και των αυθόρμητων διαδηλώσεων.

Η Κούβα βρίσκεται στο στόχαστρο του ιμπεριαλισμού, στο όριο της επιβίωσης, χωρίς κανένα ουσιαστικό στήριγμα, όπως δείχνει η κυνική στάση της Κίνας και οι παλιότερες νουθεσίες - πίεση για... περισσότερα ανοίγματα στην αγορά. Και αν παρόλα αυτά, κάποιοι ντούροι αντι-ιμπεριαλιστές εξακολουθούν να βλέπουν τα BRICs ως αντίπαλο δέος στο ΝΑΤΟ, μισή ντροπή δική τους και η άλλη μισή στην Κίνα βρίσκεται, όπως έλεγε ο Βλάσσης στους Απαράδεκτους.

Κι ενώ το ΚΚΕ βάζει μπροστά το ζήτημα της αλληλεγγύης και της άρσης του αποκλεισμού, κάποιοι σφοι εκφράζουν, δειλά ή ανοιχτά, τους δικούς τους προβληματισμούς για τη μέχρι τώρα πορεία της Κούβας. Για τις υποχωρήσεις της που δεν είναι μια σύγχρονη εκδοχή της ΝΕΠ, αλλά άτακτες, χωρίς στρατηγικό σχέδιο - προοπτική για την υπέρβαση των προβλημάτων. Για το εσωτερικό μέτωπο, όπου κάποια στελέχη ετοιμάζουν ίσως τη διάδοχη κατάσταση, συνδιαλεγόμενοι με τον Τραμπ και τον Ρούμπιο για να βρεθεί μια «χρυσή τομή». Ή για το ιδεολογικό μέτωπο και τις διεθνείς συμμαχίες, με την Κούβα να δείχνει ανοχή (αν όχι ανοιχτή υποστήριξη) στα ΚΚ που συγχέουν τη σημερινή καπιταλιστική Ρωσία με τη Σοβιετική Ένωση και ονειρεύονται αντι-ιμπεριαλιστικές πλατφόρμες με μπροστάρη τον Πούτιν. 

Το ζήτημα δεν είναι αν κάνει την ανάγκη φιλοτιμία και συμμαχία, αντιμέτωπη με τις συνέπειες του δολοφονικού εμπάργκο, αλλά κατά πόσο αναζητά επαναστατική διέξοδο από τον ιμπεριαλιστικό λαβύρινθο ή αποδέχεται τα αδιέξοδά του και τους όρους του παιχνιδιού. Αν αξιοποιεί τελικά τις ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις ή επιλέγει συνειδητά στρατόπεδο. Αν συνεχίζει τη ρήξη ή πάει σε μια μορφή «εναλλακτικής ενσωμάτωσης». Σε τελική ανάλυση, το ζήτημα δεν είναι αν αναγκάζεται να κάνει κάποιους συμβιβασμούς αλλά κατά πόσο θεωρητικοποιεί την επιλογή της υποχώρησης.

Έχει νόημα αυτή η κριτική ή είναι άστοχη και ανεπίκαιρη, όταν η παγκόσμια αντίδραση περιμένει την πτώση της Κούβας για να πανηγυρίσει την ήττα της επανάστασης; Περιγράφει την πραγματική εικόνα ή την κρύβει πίσω από ένα (υπαρκτό) δέντρο και συσκοτίζει την ουσία; Είναι της παρούσης να δούμε τα ζητήματα που θίγει ή πρέπει να γίνει σε άλλο χρόνο; Και ποια συγκυρία θα ήταν η κατάλληλη -χωρίς προβλήματα που απαιτούν άμεσες λύσεις; Πρέπει να γίνει με άλλους όρους και σε άλλο πλαίσιο (πχ στις διεθνείς συναντήσεις των εργατικών, κομμουνιστικών κομμάτων) ή μήπως είχε δίκιο ο Ένγκελς που τόνιζε τη δύναμη και την ωριμότητα του κόμματος της εποχής του να συζητά δημόσια, χωρίς να φοβάται ότι τρέφει με επιχειρήματα τον εχθρό;

Δεν παραβλέπω τη βάση της κριτικής των σφων. Σε κάθε περίπτωση όμως -εκτιμώ πως- η Κούβα δεν πληρώνει σε αυτό το σημείο τις συνέπειες των δικών της λαθών, αλλά το τίμημα για το «λάθος» της να αντισταθεί, να μην παραδοθεί οικειοθελώς και χωρίς όρους. Η Κούβα βρίσκεται σε κατάσταση τεχνητής ασφυξίας και χρειάζεται ένα τεράστιο κύμα αλληλεγγύης για να σπάσει τον αποκλεισμό και να σταθεί στα πόδια της, με έμπρακτη υλική στήριξη και παλλαϊκές διαδηλώσεις, αντίστοιχες (ή και μεγαλύτερες) με το κύμα αλληλεγγύης στους Παλαιστίνιους ή -σε τελείως διαφορετικά συμφραζόμενα- με το κίνημα I can’t breathe ή και το δικό μας «δεν έχω οξυγόνο». No puedo respirar!

Δε διακυβεύεται μόνο η δική της ικανότητα να έχει αξιοπρεπή διαβίωση ο λαός της, αλλά η δική μας αξιοπρέπεια, το δικαίωμα κάθε λαού στην αξιοπρέπεια και την ανεξαρτησία. Και στο πλαίσιο ενός τέτοιο αγώνα, θα βρει τη θέση του και το απαραίτητο οξυγόνο της συντροφικής κριτικής.


Υστερόγραφο

Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από τη μελέτη «Γιατί το Βυζάντιο», το μόνο βιβλίο που έγραψε η Γλύκατζη Αρβελέρ στα ελληνικά -για προπαγανδιστικούς λόγους, αν δεν κάνω λάθος. Πρόσφατα διάβαζα κάποιες αυτοβιογραφικές αφηγήσεις της, που παραήταν αυτάρεσκες και αυτοαναφορικές σε κάποια σημεία ή επιεικώς μπερδεμένες για κρίσιμα ζητήματα, όπως τα Δεκεμβριανά. Κάποια σημεία όμως έχουν την πλάκα τους και αξίζει να μεταφερθούν αυτούσια, με τον γαργαλιστικό τίτλο «όταν ο Κοκός φώναζε: Κάπα-Κάπα-Έψιλον».

Μια μέρα, μία από τις κυρίες των τιμών, μου λέει: «Πάμε να δώσουμε κάτι στη βασίλισσα να υπογράψει». Φτάνουμε λοιπόν από το γραφείο της Πρόνοιας -ήταν εκεί που είναι το Μαξίμου σήμερα- στα ανάκτορα και τη βρίσκουμε να κάθεται στον κήπο να πλέκει. Της δίνουμε τα χαρτιά, αρχίζει να υπογράφει, όταν ξαφνικά την πλησιάζει ένας μπόμπιρας, τον κοιτάει καλά καλά η Φρειδερίκη και του σκάει ένα δυνατό σκαμπίλι. Φεύγει τρέχοντας ο μπόμπιρας και κρύβεται πίσω από έναν θάμνο φωνάζοντας: «Κάππα - Κάππα - Έψιλον»! Κάππα- Κάππα- Ε!». Ο μπόμπιρας ήταν ο μετέπειτα βασιλιάς Κωνσταντίνος, δέκα χρονών παιδί τότε. Είμαστε στο ’50.

Και η συνέχεια της ιστορία, στη δεκαετία του ’60 πλέον, πάλι με τον Κοκό, που προσπαθούσε να τον αποφύγει η Ε.Γ.Α.

Άδικα περιμέναμε, το βασιλικό ζεύγος δεν έλεγε να αποχωρήσει. Οπότε σηκωθήκαμε να φύγουμε. Περνώντας από μπροστά τους, μου λέει ο Κωνσταντίνος: «Θα σας συστήσω τη γυναίκα μου». Του απαντώ: «Όχι, εμένα θα συστήσετε στη γυναίκα σας» - να είμαστε και λίγο καθωσπρέπει, να τηρούμε τους τύπους. Αναπόφευκτα πιάσαμε την κουβέντα και πάνω εκεί του θύμισα την ιστορία. Γέλασε: «Το τι σκαμπίλι έχω φάει δεν λέγεται». Στη συζήτηση πάνω, μου είπε ότι ήθελε να νομιμοποιήσει το κομμουνιστικό κόμμα και δεν τον άφησε ο Γεώργιος Παπανδρέου, λέγοντας: «Κι εμένα ποιος θα με ψηφίσει μετά;»

Δευτέρα 16 Μαρτίου 2026

Το καπάκι του βόθρου

Σκέφτεσαι να γράψεις κάτι για το «εύκολο» δίλημμα Μαραντόνα ή Μέσι και τους σφους που εξιδανικεύουν τον Ντιέγο, που ήταν ένας τσαρλατάνος (όπως κάθε μάγος) με κόλπα για τους πιστούς (όπως κάθε άγιος), εντός και εκτός γηπέδων, και με ένα σωρό αντιφάσεις και κηλίδες, σαν αυτές που έχει ο λαμπερός ήλιος, που έπεφτε κάθετα στο στάδιο Αζτέκα, πριν ο επί γης εκπρόσωπός του κάνει την πιο διάσημη ποδοσφαιρική αλητεία στην ιστορία του αθλήματος και λίγο αργότερα μια ακόμα πιο διάσημη. Το χέρι και το πόδι του θεού. Να γράψεις πχ για το κείμενο του Τσόχου, στο «Μια φορά στη ζωή μας», που απομαγεύτηκε όταν τον συνάντησε και είδε τα πράγματα αλλιώς, και την αρπαχτή του Ντιέγο, που έφερε μαζί όλη την κουστωδία του, και πόζαρε δίπλα στον Σωκράτη για τις ανάγκες της τσέπης του. Αλλά τι νόημα έχει να κακοκαρδίσεις τους πιστούς του και να στρέψεις εναντίον σου το ποίμνιο; Ο Ντιέγο είναι θεός κι η μπάλα ένα είδος θρησκείας, χωρίς απίστους -όπως μας λέει ο Μπογιό και ο φανταστικός του φίλος. Ένα σύγχρονο όπιο των λαών, ένα παυσίπονο για τα λαϊκά βάσανα σε έναν άκαρδο κόσμο και μια ατελείωτη κοιλάδα των δακρύων. Τι γίνεται όμως όταν παράγει μόνο του δάκρυα, που δεν είναι από χαρά, συγκίνηση ή έστω σαν τα δάκρυα του Ρονάλντο το ’04;


Αν έχεις κάνει στη ζωή σου το λάθος να είσαι φίλαθλος, δηλαδή να παρακολουθείς αθλήματα, ομαδικά αλλά και οπαδικά, μπορεί να βιώνεις την αθλητική επικαιρότητα σαν βασανιστήριο. Το μαρτύριο της σταγόνας, μονότονο σαν νομοτέλεια, σε χτυπά στο ίδιο πάντα σημείο, την αγάπη σου για ένα σήμα και μια φανέλα, για ένα παυσίπονο που γεμίζει τις Κυριακές σου και κάνει κάθε μέρα σαν Κυριακή -που είναι ένας σύντομος ορισμός του κομμουνισμού, προσφιλής στον πιστό Ρούση- η οποία είναι αφιερωμένη στη στρογγυλή θεά και τους ναούς της, αλλά μετράει συνεχώς θύματα, λες και κηρύχτηκε Τζιχάντ -ιερός πόλεμος.

Μαχαίρωσαν ένα παιδί, στήσαν ενέδρα σε ένα άλλο, που ήταν θύτης και θύμα (σαν το βιβλίο για τον Ζαχαριάδη), κυνήγησαν άλλα που έπαιζαν πόλο για να βγάλουν τα σκουφάκια της ομάδας τους, έδιωξαν δημοσιογράφους γιατί δεν κάλυπταν το θέμα «όπως έπρεπε». Σκότωσαν ένα άλλο στη Χαλκίδα, την έπεσαν ξανά σε πισίνα, σε γυναικείες ομάδες, διέσχισαν μια χώρα για να χτυπήσουν ένν αντίπαλο, πετσόκοψαν ένα άλλο παιδί που φώναζε «μη με χτυπάτε άλλο», έδωσαν ραντεβού θανάτου -και η Αστυνομία κρατούσε το φανάρι. Εξαρτάται πόσο πίσω θες να πας, ξετυλίγοντας το νήμα, μέχρι τα «ωραία, ρομαντικά χρόνια», που όλα (δεν) ήταν πιο αθώα...

Και δεν λέω καν για τις χτεσινές καφρίλες στη Γλυφάδα, από οπαδούς εντός και εκτός των γραμμών του παρκέ. Ή για τους φασιστογλεντζέδες στους πανηγυρισμούς για την άνοδο της Καλαμάτας. Και τα μυαλά στα κάγκελα του αόρατου εχθρού, κάτι παραπάνω από ένας σύλλογος, κάτι λιγότερο από ζωή -ούτε καν επιβίωση.

Αυτά πια δεν είναι σταγόνες, αλλά καταρράκτες, ορμητικοί και ανεξέλεγκτοι, σαν τους θρασύδειλους που χτυπάνε για να νιώσουν κάποιοι. Δεν είναι απλώς ποτήρι αλλά βόθρος που ξεχείλισε, το καπάκι που δεν μπορούσε να καλύπτει άλλο τα σκατά και εκσφενδονίστηκε καταπάνω μας με δύναμη. Απ’ το ’90 και μετά (στις καθυστερήσεις της Ιστορίας) μας έχουν πνίξει τα σκατά. Αλλά το πρωτάθλημα έπεσε όταν ήταν μικρό (και «αθώο») στη χύτρα με τα σκατά του επαγγελματικού αθλητισμού, που μπορεί να ήταν και μαρμίτα (σαν του φασιστο-Ραπτό) και η μέρα της μαρμότας, που επαναλαμβάνεται συνεχώς σαν μαρτύριο χωρίς λύτρωση. Ε, σε πιάνει μια αηδία...

Και τι κάνουν οι αρμόδιες αρχές; Στην άκρη. Και έχετε φιλιά.

Μα δεν υπάρχει κράτος; Φυσικά και υπάρχει, παρακράτος εν κράτει, οι εφοπλιστές και οι στρατοί τους. Και η αστυνομία τι κάνει; Ό,τι μπορεί. Απομακρύνει τους δημοσιογράφους σε... ασφαλές σημείο -sic. Διασπείρει φήμες πως η δολοφονία είχε άλλα κίνητρα -για να μην ξεφύγει εξ αρχής το πράγμα. Ο ΣΚΑΪ θα μπορούσε να βάλει και τον κατάλληλο τίτλο: «ΔΕΝ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΣΑΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ». Που δε θα ήταν ακριβώς ψέμα. Καμία δολοφονία δε γίνεται απλώς για το ποδόσφαιρο.

Και τι λέει η κοινή γνώμη; Φωνάζει για τους δημοσιογράφους που δε λένε την αλήθεια -μα αυτοί είναι υπάλληλοι και έχουν δεμένα χέρια - στόματα. Γκρινιάζει για τους ανίκανους αστυνομικούς -κι αυτοί υπάλληλοι είναι όμως και παίρνουν εντολές πού πρέπει να δείχνουν τις ικανότητές τους. Πιπιλάει την καραμέλα που δε λιώνει ποτέ για τη Θάτσερ, λέει πως πρέπει να μπουν όλοι ισόβια -ξεχνάει όμως πως καμία συμμορία δεν εξαρθρώνεται, αν αφήσεις έξω τον αρχηγό που κινεί τα νήματα και θα βγάλει τους δικούς του στην πρώτη ευκαιρία. Δε χτυπάς τους ιδιωτικούς στρατούς, αν δεν πιάσεις τον στρατηγό ή την εταιρεία που στρατολογεί τους λοβοτομημένους που έχουν ξεχάσει πως ξέρουν να σκέφτονται. 

Κάποιοι θέλουν άρτο και θεάματα, όπως στην αρχαία Ρώμη, μονομάχους που χαιρετούν τον Καίσαρα και τους θριάμβους του στο γήπεδο ή τον Καίσαρη και τις στατιστικές αναλύσεις της OPTA. Κάποιοι θέλουν να προστατέψουν «το προϊόν» και το ωραίο του περιτύλιγμα, όπως στην προηγμένη Ευρώπη, τη σκοτεινή ήπειρο που πέρασε Διαφωτισμό και η λάμψη της καλύπτει την ουσία. Άλλοι ψάχνουν τον υγιή ανταγωνισμό και υγιή κύτταρα - μονοπώλια σε ένα σύστημα που σαπίζει και λειτουργεί με όρους μαφίας, γιατί αναζητά το μέγιστο κέρδος (εύκολο, αφορολόγητο ή καλά ξεπλυμένο). Η λύση όμως δεν είναι ένας καπιταλισμός χωρίς μαφία ή φυτοφάγα λιοντάρια (σαν την Εθνική Αγγλίας) που δε θα τρων τους μονομάχους. Αυτή η αρένα αυτό το θέαμα βγάζει. Και δεν υπάρχει διέξοδος για τους πληβείους από τον λάκκο των λεόντων -όπως έλεγε κάποτε η ΕΔΑ την ΕΟΚ.

Ποια είναι λοιπόν η λύση; Να μην έχουμε πολέμους του όπιου και εξαρτημένους χρήστες, κολλημένους με την μπάλα, έτοιμους να αφαιρέσουν ζωές για να γεμίσουν τη δική τους με έναν σκοπό. Και τι να κάνουμε, να καταργήσουμε με διάταγμα τις θρησκείες; Όχι, δεν μπορείς να τα βάλεις με το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών, χωρίς να το(υς) πληγώσεις. Αλλά επιβάλλεται να το(υς) προστατέψεις, σε πρώτη φάση, από τους εμπόρους που το εκμεταλλεύονται. Και σε βάθος χρόνου να φτιάξουμε έναν κόσμο, που δε θα είναι μια απέραντη κοιλάδα δακρύων (και Τεμπών), όπου δε θα υπάρχει ανάγκη για οπιούχες ουσίες και υποκατάστατα των συλλογικών ιδανικών.

Και ως τότε τι κάνουμε; Αυτοκριτική. 

Αν έχεις κάνει το λάθος στη ζωή σου να είσαι οπαδός -ήσουν πολύ μικρός για να το προλάβεις και νιώθεις πολύ μικρός για να διορθώσεις τώρα στα γεράματα το κακό, σαν προπατορικό αμάρτημα, μόνο που αντί για δέντρο της γνώσης, δάγκωσες τη λαμαρίνα με έναν σύλλογο και τον καρπό της αποχαύνωσης που σε κάνει φανατικό μιας ανώνυμης εταιρείας, με αφεντικό, κέρδη και ξέπλυμα χρήματος, αλλά εσύ το μόνο που έχεις μάθει για υπεραξίες είναι οι φτηνές μεταγραφές που σου βγήκαν παικταράδες...

Αν είσαι καψούρης με την ομαδάρα και γίνεσαι λίγο οπαδός και στην καψούρα, λίγο ζηλιάρης, λίγο κτητικός και τοξικός μαλάκας, και άμα χωρίσεις ξέρεις ότι είναι όλες πουτάνες, διαλεκτική κατάβαση από το συγκεκριμένο στο αβάσταχτο στερεότυπο. Ενώ η ομάδα είναι σχέση ζωής, σε πληγώνει αλλά σε πορώνει μαζοχιστικά, πουτάνα είναι μόνο η μπάλα (το είχε πει και ο Όσιμ), η διαιτησία που μας αδίκησε (σαν την πουτάνα τη ζωή), οι μάνες των άλλων και ο εκάστοτε αντίπαλος, δηλαδή όλοι εκτός από εμάς. Εσένα σε νοιάζει να μόνο να πεις πως γάμησες (στα λόγια είναι πάντα πιο εύκολο), και ας είναι σικέ-πληρωμένος έρωτας, με χάλια μπάλα χωρίς ίχνος απόλαυσης (σαν αυτήν που δίνει ο αληθινός έρωτας), σκέτοι βαθμοί επιβεβαίωσης, με γκολ στο ’90, σαν αγχωμένη μαλακία (Διδυμότειχο μπλουζ), με εξωτερικά βοηθήματα (βιάγκρα ή διαιτησία), κι αν είναι με πέτσινο πέναλτι (σαν πέτσινος οργασμός), ακόμα καλύτερα, για να σκούζουν οι άλλοι και να το φχαριστηθείς (;) περισσότερο. Αλλά το VAR και τα προφυλακτικά σκοτώνουν τον έρωτα, αλλιώς ήμασταν μες στην γκάβλα.

Κι αν δεν μπορείς να είσαι φίλαθλος κι έχεις ξεχάσει τι σημαίνει απόλαυση, αγάπη για την ομάδα (μα πάνω από όλα για την ομορφιά του αθλήματος), αν δεν μπορείς να δεις έναν αγώνα με έναν αλλόθρησκο φίλο σου και να περάστε καλά, αν δεν μπορείς να είσαι αντικειμενικός σε μια καθαρή φάση, χωρίς παρωπίδες και οπαδικά γυαλιά -που τα βρήκες φτηνά για να αντικαταστήσεις τα ταξικά γυαλιά που έχασες-, αν δεν αντέχεις την καζούρα και την αθώα πλάκα παρά μόνο την καφρίλα, αν η οπαδική σου ζωή τέλος πάντων δεν είναι όπως την θέλησες, φρόντισε τουλάχιστον να μην την εξευτελίζεις εντελώς. Να μη γίνεις τραμπούκος, ρατσιστής, να μην πέφτεις στο επίπεδο ενός φασίστα (που κουβαλά παντού τα σκατά που έχει στο κεφάλι του), να μην ψάχνεις αθλητικά υποκατάστατα για τα κενά στη ζωή σου ή τις τρύπες - στόχους που σου λείπουν για να πηδήξεις και να ρεφάρεις το γαμήσι που τρως στη δουλειά από το αφεντικό -που μπορεί να είναι και το αφεντικό της ομάδας σου, γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με τα ίδια χρώματα και συμφέροντα και η μαγεία του αθλητισμού μας συνεπαίρνει όλους, στο πέταλο και τα επίσημα, στο καφενείο και την 100άρα οθόνη με τη συνδρομητική, καταργεί τα τείχη και τους ταξικούς διαχωρισμούς. Και η μαγεία της μπίζνας είναι πως τα κάνει όλα ίσιωμα και βγάζει κέρδος από όλα, ακόμα και τους παίκτες - ντίβες, που τους ξεζουμίζει, ματς κάθε τρεις μέρες, γιατί show must go on, και τους σακατεύει πριν καν γεράσουν, και δεν αφήνει τίποτα στην τύχη, σφύριγμα, αποτέλεσμα, καμία πτυχή της κοινωνικής μας δραστηριότητας που να μην την κάνει εμπόρευμα, κανέναν μας που να μην τον μισθώνει ως πόρνη, φτηνή ή ακριβοπληρωμένη, μα αλλοτριωμένη, γιατί ο αρχικός σκοπός ήταν η ψυχαγωγία και η χαρά, που κατέληξαν να μας είναι ξένα και πλέον τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι οικείο, αν δεν είναι εμπόρευμα. 

Φρόντισε τουλάχιστον να μη γίνεις υπάλληλος κάποιου μαφιόζου καπιταλιστή, να ξελαρυγγιάζεσαι για το συμφέρον του, όπως δε θα φώναζες ποτέ για το δικό σου δίκιο. Γιατί έτσι χάνεις κάθε συνείδηση, γίνεσαι αμοιβάδα, ξεφτίλας (σε άψογη, γηπεδική διάλεκτο), κουρέλας ή μάλλον κουρελοπρολεταριάτο, λούμπεν, δηλαδή εξαθλιωμένος. Και δεν υπάρχει χειρότερη εξαθλίωση από τη χρεοκοπημένη συνείδηση και τα βαμμένα (κόκκινα, κίτρινα, πράσινα και πάντα μαύρα) μυαλά -που όμως κάνουν εναλλακτικό χαβαλέ με τα βιντεάκια του Luben, αυτοί είστε κτλ. 

Κι όταν μιλάς για τον υπέροχο λαό, που μένει πάντα στην κερκίδα, θυμήσου τον κυρ-Μέντιο, πώς σκοτώνονται οι υπέροχοι λαοί για τ’ αφέντη το φαΐ και τα ψίχουλα που θα πάρουν οι υπάλληλοί του. Να σέβεσαι τον αντίπαλο, το άθλημα, τον εαυτό σου, αγαπάτε αλλήλους και να μισείτε βαθιά τους υπαλλήλους και την ηθική των (μισθωτών εθελό)δουλων. Και τους καλύτερους αγώνες δεν τους έχουμε δει ακόμα. Είναι αυτοί που μας περιμένουν να τους δώσουμε.

Αυτή είναι μια καλή αρχή, αν δε θέλουμε να λεγόμαστε υπάνθρωποι...

Σάββατο 14 Μαρτίου 2026

Στο στόμα του λύκου

Ζούμε σε μια εποχή τεράτων. Ο παλιός κόσμος εκεί που σάπιζε ξανατονώθηκε, ο νέος μας έμεινε στα χέρια και πασχίζουμε να τον επαναφέρουμε στη ζωή, ενώ οι τερατογενέσεις τύπου Τραμπ είναι ο κανόνας, αλλά κάποιοι συνήθισαν το πρόσωπο του τέρατος και το θεωρούν ασφαλή σύμμαχο στο πλαίσιο της τερατοσυμμαχίας. Δεν το φοβούνται γιατί του μοιάζουν...

Το παρελθόν μπλέκει στο παρόν και στις ανασκαφές του μέλλοντός μας. Γυρίζει πλάτη σε ένα μέλλον προκαθορισμένο -το μέλλον μας δεν είναι... Παλιές εικόνες και αναμνήσεις μπλέκουν με σύγχρονες παραστάσεις. Μου ξανάρχονται ένα-ένα. Χρόνια δοξασμένα, που ήταν σαν αιώνες. Σκηνές από τη νιότη (του κόσμου) μας, που μετράν σαν ολόκληρη ζωή. Τότε που ζούσαμε! Χωρίς τέρατα. Σε έναν κόσμο που τα δάμαζε και άφηνε χώρο στην ελπίδα για αλλαγή -πριν μας πάρουν τις λέξεις για να τις κάνουν κούφιες.


Άραγε θυμάσαι; Τα συνθήματα «Cuba si, yankees no». Την αφίσα με τον Φιντέλ και τον Τσε, που ήθελε όλη η Σπουδάζουσα και δεν έμειναν πολλές για να μπουν στις σχολές. Τις μπριγάδες του Ελληνοκουβανικού και τους σφους που μετρούσαν την αγωνιστική τους αισιοδοξία στις φυτείες με τα ζαχαροκάλαμα και μάθαιναν πώς γινότανε το λάιμ (ψήλωσε η κοντούλα μοσχολεμονιά). Αλλά έφευγαν ένα μπόι ψηλότεροι από το νησί και ας μην τα βρήκαν όλα στο μπόι των ονείρων τους και των υψηλών προσδοκιών τους. Κι εδώ (δηλ εκεί) θα μείνει για πάντα η ψυχή τους. Το ζεστό το πέρασμά τους, τα ζεστά ποτά (κι ας μη βράζουν οι σφοι το Κούβα λίμπρε τους), η ζεστή ματιά τους. Οι ζεστές φωνές που δε γέρασαν ποτέ στο πέρασμα του χρόνου, σαν τα αρχαία οράματα που δεν μπόρεσε να ξεσκίσει στο τέλος της η πόρνη η ιστορία. Που είναι σαν την μπάλα (του Όσιμ) και γυρίζει.

Κράτα ρε Κούβα γερά! Ενάντια στα έφηβα γεράκια του ιμπεριαλισμού.

100 χρόνια Φιντέλ, 67 χρόνια από την επικράτηση της επανάστασης, 65 από τη μέρα που συνειδητοποίησαν - διακήρυξαν πως τελικά ήταν σοσιαλιστική. 76 χρόνια αιώνιος έφηβος, ξεφτίλας δον Κιχώτης. Στην πρώτη έφοδό τους -την 26η Ιούλη- σαν ήρωες πεθάναν. Μα τώρα αρνούνται να πεθάνουν οικειοθελώς. Δε θα πεθάνουμε ποτέ, κουφάλα νεκροθάφτη. Για την ακρίβεια, ο ιστορικός μας ρόλος είναι να γίνουμε εμείς ο δικός σας (νεκροθάφτης), ταξικά μιλώντας.

Και τι νέο είδαμε; (Σχετικά) καινούρια τραγούδια (Πάμε αδέρφια και άγιος ο θεός), μα βασικά καινούρια συνθήματα. Πχ το «χούντες, προβοκάτσιες, αποκλεισμός, αυτός είναι ο ιμπεριαλισμός» -συντομευμένη εκδοχή των πέντε κριτηρίων του Ιλίτς, που δε χωρούσαν όλα στο μέτρο -όπως το «ο λαός θα δώσει την απάντηση (κτλ κτλ...) με το πιστόλι στον κρόταφο», που το λες απνευστί και μονορούφι. Ή το άλλο που έλεγε «Με φέικ νιουζ, χτυπάνε τους λαούς» -και κάτι άλλο που δε θυμάμαι πια, γιατί χρειάστηκα 3-4 επαναλήψεις προς εμπέδωση του πρώτου σκέλους.

Μια θάλασσα κουβανικές σημαίες -ποιος ξέρει πού τις είχαμε τόσο καιρό. Που είναι σαν το αρνητικό στο φιλμ του Πουέρτο Ρίκο -ίδιο σχήμα, ανάποδα χρώματα-, που είναι ο ορισμός του προτεκτοράτου, με υπηκόους χωρίς πολιτικά δικαιώματα κι εκπροσώπους. Είδες ο κόσμος της ελευθερίας και της δημοκρατίας; Τουλάχιστον έχει μπόλικους αυλικούς - γελωτοποιούς, σαν τον Βουλαρίνο. Υπάρχει κάτι πιο φαιδρό από έναν υπάλληλο που κριτικάρει αυθόρμητα την «κουβανική δικτατορία»;

Θα σχηματιστεί λέει και στόλος αλληλεγγύης προς τους Κουβανούς -Φλοτίλα αλά κουβανικά- που έχει σαφείς περιορισμούς (Γκρέτα Τούμπεργκ και όχι μόνο) αλλά και μεγάλη συμβολική αξία. Για να σπάσεις το εμπάργκο δε φτάνει μόνο να μαζέψεις υλική βοήθεια, αλλά να βρεις τρόπο(υς) να φτάσει στο νησί. Και αυτό δεν είναι το πλέον εύκολο ούτε αυτονόητο στις μέρες μας, όπου πρέπει να ξεκινήσουμε από τα αυτονόητα, να ανακαλύψουμε εκ νέου την Αμερική -ή βασικά να την απομονώσουμε και να συμβάλουμε στην ήττα της. (Είναι όμως λεκτικό ολίσθημα των ελληνικών που ταυτίζουν λανθασμένα μια ολόκληρη ήπειρο με τους Εσταδουνιδένσες).

Το νέο λοιπόν δεν έχει ακόμα γεννηθεί. Το παλιό γεννά τέρατα και σκορπά θάνατο για να κρατηθεί στη ζωή, με νύχια και με δόντια βόμβες και κανόνια. Βασικά το νέο παλεύει να επιβιώσει από την ασφυκτική ιμπεριαλιστική περικύκλωση που το καταδικάζει σε έναν (όχι και τόσο) αργό θάνατο. Περνά από 40 κύματα και τη θύελλα της αντεπανάστασης, για να επιπλεύσει σε ένα εχθρικό, καπιταλιστικό αρχιπέλαγος. Περνά στενωπούς, τσακίζεται, αναδιπλώνεται, κάνει υποχωρήσεις, βάζει λίγο νερό στο κρασί της (και κόκα-κόλα στο ρούμι της), μα στο τέλος πάντα λέει «τους ξεφύγαμε», σαν τον παπαγάλο στο τρελό σαπιοκάραβο του Βασίλη, που μπορεί να το έλεγαν Γκράνμα. 

Δεν υπάρχουν προφανώς σοσιαλιστικές νησίδες και νησιά, αλλά η Κούβα είναι ό,τι πιο κοντινό μπορούμε να βρούμε. Δεν έχει νόημα να ανοίξει τώρα μια θεωρητική συζήτηση για το σύνθημα «σοσιαλισμός σε μια χώρα» ή αν πληροί η Κούβα τα κριτήρια μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας (οικονομίας και εξουσίας). Έχει όμως το βασικό που έλειψε από άλλα επαναστατικά εγχειρήματα του περασμένου αιώνα, για να αποφύγουν την ήττα: μαζική συμμετοχή και ενεργό λαϊκό παράγοντα, που θα υπερασπιστεί το νησί της επανάστασης με το όπλο στο χέρι.

Τι άλλο κρατάμε από τη μέρα αλληλεγγύης στην Κούβα;

-Τη γραφική παρουσία μιας gusana μπροστά από την πρεσβεία των ΗΠΑ με αυτοσχέδια πλακάτ για τον δικτάτορα Κάστρο. Πιο γραφική από τον Βουλαρίνο και τον Λαφαζάνη μαζί, που έχει τουλάχιστον αναγνωρισιμότητα και δεν πήγε άπατος σαν τον Πατέλη, που σύγκρινε τον Χαμενεΐ με τον Άρη Βελουχιώτη. Τρολάρισμα ανελέητο σε κάθε πεζούλι, κάθε ρεματιά.

-Δυο ωραίες στιγμές του λογογράφου του Κουτσούμπα. Για τους τζιχαντιστές που πήραν την εξουσία στη Συρία και τώρα η Δύση τους παρουσιάζει περίπου σαν συμπεριληπτικούς. Και για τις φρεγάτες στη Μέση Ανατολή, που δεν υπερασπίζονται τον ελληνισμό και τις χαμένες ρίζες του, αλλά τον εφοπλισμό και τον κίνδυνο να χαθούν τα χρέη του. Σαπό -που λέει κι ένα ανέκδοτο με τον Σερραίο Τριανταφυλλίδη.

Και το non -sic- esta sola του ΓΓ, κλασικό λάθος που κάνουν οι γαλλομαθείς, όταν μπλέκουν με τα ισπανικά. Pero no importa, es perdonable. Το βασικό είναι να μιλάς σωστά τη γλώσσα του διεθνισμού. Να μην κάνεις το κλασικό λάθος να διαλέγεις μεριά στις ιμπεριαλιστικές συγκρούσεις. Και μαζί να παλεύεις για την ήττα της δικής σου αστικής τάξης -αυτής που στήνει ασπίδα προστασίας για τα κέρδη της και εκθέτει αδίστακτα σε θανάσιμο κίνδυνο τα ναυτικά πληρώματα. Δύσκολα θα βρούμε πιο δυνατό σοσιαλισμό για τα δύο έθνη (εκμεταλλευτές και καταπιεζόμενους) στη χώρα μας και τη μοίρα τους στον πόλεμο.

(Παρεμπιπτόντως, όποιος ενδιαφέρεται να μάθει τις θέσεις του ΚΚΕ ή και να του ασκήσει κριτική, ας το κάνει παίρνοντας υπόψη του την πρόσφατη αναλυτική ανακοίνωση «Καμία θυσία για τους πολέμους των ιμπεριαλιστών - Έξω η Ελλάδα από τον πόλεμο». Κι ας ξεκινήσει μια συζήτηση επί πραγματικής, ουσιαστικής βάσης κι όχι έτοιμων κατασκευών - αφηγημάτων που ρίχνουν αυτομάτως το επίπεδο και τη νοημοσύνη μας).

Η Κούβα μοιάζει κάπως σαν τη γάτα του Σρέντιγκερ. Όχι από την άποψη αν έχει (και δεν έχει) επαναστατικό χαρακτήρα -αναλόγως από τη θέση που την βλέπεις και από αυτά που θες να δεις. Αλλά με την έννοια ότι είναι και συνάμα δεν είναι μόνη. 

Η Κούβα είναι απελπιστικά μόνη σε επίπεδο κρατών -για αυτό και αναγκάζεται σε τακτικούς ελιγμούς και αναδιπλώσεις. Αν είχαν βάση οι μισές από τις φαντασιώσεις όσων χτίζουν σύγχρονες «αντι-ιμπεριαλιστικές πλατφόρμες» με τον Βλαδίμηρο (κάθε εποχή έχει τον Βλαδίμηρο που της αντιστοιχεί) και βλέπουν το παλιό σοσιαλιστικό μπλοκ (το ορθόδοξο) να έχει κρατήσει τις βασικές του δυνάμεις (δηλαδή Κίνα και Ρωσία), θα έπρεπε να λύσουμε το αίνιγμα γιατί η Κούβα βρίσκεται στο όριο της επιβίωσης, χωρίς ουσιαστικά σοσιαλιστικά στηρίγματα. Δεν πιάνω καν το αγκάθι της ανοχής τους στην ιμπεριαλιστική επίθεση στο Ιράν ή στη Βενεζουέλα. Μην αφήνεις ποτέ άλλωστε μικρές λεπτομέρειες, όπως τα γεγονότα, να χαλάσουν ένα ωραίο αντι-ιμπεριαλιστικό αφήγημα -λέει ένας χρυσός κανόνας.

Η Κούβα δεν είναι μόνη της, γιατί έχει τη στήριξη των λαών του κόσμου. Στο κέντρο της Αθήνας έγινε απλώς η αρχή, που την (παρ)ακολούθησαν με ενδιαφέρον ακόμα και πολλοί τουρίστες, που δεν ήξεραν τα συνθήματα (ούτε καν αυτό με τα φέικ νιουζ), αλλά η αλληλεγγύη είναι διεθνής γλώσσα. Και είναι βέβαιο -αλλά και ζητούμενο- πως μπορεί να εξαπλωθεί στις πόλεις όλου του κόσμου. Όπως είχε γίνει με τους Παλαιστίνιους και ακόμα πιο δυνατά. 

Επίλογος - Αρνάκι άσπρο και παχύ, του ΝΑΤΟ μας καμάρι

Και ενώ στήνεται το σκηνικό για το μεγάλο σφαγείο των λαών, κάποιοι πάσχουν από το σύνδρομο του προβάτου, περιμένοντας να τους σφάξει κάποιος αγάς να αγιάσουν -όλοι πρέπει να κάνουμε κάποιες θυσίες άλλωστε. Κάποια προβατάκια χαίρονται γιατί ο πόλεμος μπορεί να πλήξει τον τουρισμό στην αραβική χερσόνησο (Εμιράτα κτλ) και να αυξηθεί η κίνηση στη χώρα μας. Κάποια άλλα χαίρονται που η φωτιά του πολέμου ξέσπασε στη γειτονιά μας, αλλά όχι στη στάνη μας, που είναι θωρακισμένη με κοιτάσματα πετρελαίου και αντιβαλλιστική ασπίδα για τις φωτιές. Ή απλώς πιστεύουν ότι είμαστε στη σωστή πλευρά της πυρκαγιάς, που δεν πρόκειται να εξαπλωθεί στο νατοϊκό μαντρί μας. Και άλλα χαιρετούν την εποχή που τους θυμίζει τον Καίσαρα, σαν μελλοθάνατα, και χαίρονται με αλαλαγμούς, καθώς πλησιάζει η γκιλοτίνα του μεγάλου σφαγείου τον λαιμό τους, γιατί έχουμε ακόμα μέχρι να έρθει η σειρά μας.

Και όλα μαζί έχουν μάθει να θεωρούν πρόβατα όσους βγαίνουν στον δρόμο να αντιδράσουν και δε σκύβουν το κεφάλι -για να τα βρει γεμάτα ο μπαλτάς στον λαιμό. Αυτά δεν πρόκειται να μπουν ποτέ σε κοπάδι, θα βρουν μόνα τους τον δρόμο για την επιτυχία και την ελευθερία, πάντα μες στα όρια της στάνης -που την έχει μάθει κάθε τουρίστας πια.

Κανένα όμως δεν έχει τη δύναμη και το θάρρος της Κούβας, που μας δίνει τον καλύτερο ορισμό της ανεξαρτησίας -δια στόματος Φιντέλ. Να έχεις το κεφάλι σου στο στόμα του λύκου και να του φωνάζεις δυνατά «άντε γαμήσου»! 

Υστερόγραφα, ατάκτως ερριμμένα

-Κι αν οι ΕΒΕ θέλουν απλώς λίγη φαντασία και ΕΒΕ-λιξία για να έρθουν μαζί μας;

-Καμία δολοφονία δε γίνεται απλώς «για το ποδόσφαιρο», ακόμα και όταν είναι οπαδικά τα κίνητρα. Και καμία συμμορία δεν πρόκειται να εξαρθρωθεί, αν δεν πιάσεις τον εγκέφαλο και τις αρχές που του κάνουν πλάτες. Απλά πράγματα, απλές αλήθειες, για όσους δεν έχουν ξεχάσει να σκέφτονται.

Τρίτη 10 Μαρτίου 2026

Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος

Οι σημειώσεις που ακολουθούν είχαν γραφτεί πριν από κάνα δίμηνο, εξ ου και κάποιες μπαγιάτικες αναφορές σε ΟΠΕΚΕΠΕ και μπλόκα. Θα είχαν μείνει λογικά αδημοσίευτες, μπαίνουν όμως ως κείμενο - κονσέρβα για να καλύψουν ένα κενό, καθώς μπορεί να καταλάγιασε ο αρχικός θόρυβος για την ταινία, υπάρχει όμως ένα γενικό ενδιαφέρον για τον Καποδίστρια και την εποχή του, που αναδείχτηκε και από την πρόσφατη αρθρογραφία του Ριζοσπάστη. Καλή ανάγνωση.

Στη δουλειά είχαμε ένα χαϊδεμένο που είχε βύσμα τη μανούλα και χωνόταν αυτοδικαίως σε κάθε κουβέντα, για να μη νιώθει στην απέξω. Πχ, η κινέζικη κουζίνα; -Εγώ θα σου πω. Δεν έχω φάει. Πάνω-κάτω δηλαδή ό,τι κάναμε όλοι μας για τον Καποδίστρια. 


Πρέπει δηλαδή να φάμε στη μάπα την ταινία του Σμαραγδή για να εκφράσουμε άποψη; -Όχι, σφοι, δε χρειάζεται να το κάνουμε αυτό. Δεν πρέπει να νιώθουμε υποχρεωμένοι να πούμε κάτι για όλα, για να μην απογοητεύσουμε το κοινό μας, που καρτερά διψασμένο τη σοφία μας. Και πρέπει να είμαστε υποψιασμένοι για τα βασικά του μάρκετινγκ -ότι δηλαδή δεν υπάρχει κακή διαφήμιση και αρνητικός ντόρος για την εισπρακτική επιτυχία μιας ταινίας.

Αυτό το κατανοεί καλύτερα απ’ όλους ο ίδιος ο Σμαραγδής. Όταν λέει πως τον πολεμά το κατεστημένο (!), πείθει αυτούς που είναι έτοιμοι να το χάψουν, με το μυαλό του στην επόμενη κρατική επιχορήγηση. Και πείθει στοχευμένα αυτούς που πιστεύουν ότι πολεμάν την πατρίδα μας, το έθνος και τα σύμβολά του -πχ τον Κάπο ντ’ Ίστρια (χωρίς τα δύο Πι του Κάππου που έλεγε πως το ένα είναι για τον λαό). Δηλαδή ένα είδος εθνικιστών woke -ξυπνάτε συν-Έλληνες-, που μόνο αμελητέο δεν είναι -αριθμητικά και γενικώς.

Κι αν υπερβάλλει και εξοργίζει και μερικούς δικούς του, που κρατάνε τα προσχήματα της σοβαρότητας, τόσο το καλύτερο, για να δείξει πόσο πλατύ είναι το φάσμα του εθνομηδενισμού και του κατεστημένου που τον πολεμά. Κι ο Σπυράδωνης μπορεί να ενοχλεί αισθητικά κάποιους δεξιούς, δεν ενδιαφέρεται όμως για τις αρνητικές γνώμες -όπου θα ήταν πρώτος με διαφορά- αλλά για τα εισιτήρια που θα κόψει στην κάλπη. Έτσι αγαπάνε αυτοί την Ελλάδα, με επιδοτήσεις και φτηνή προπαγάνδα, σαν γνήσιοι Ελλαδέμπορες. Κι αν δεν ανήκες στο ποίμνιο, μες στη ζεστή αγκαλιά των χιλιάδων θεατών (ή τυχερών του Τζόκερ και του ΟΠΕΚΕΠΕ), κάτσε και προβληματίσου μήπως είσαι ανθέλληνας, εσύ και ο κύκλος σου.

Επόμενη γραμμή επιθετικού μάρκετινγκ και επίθεσης στη νοημοσύνη μας: ναι αλλά δεν τολμάτε να κάνετε ταινία για κάποιον αριστερό -άπατη θα πήγαινε. Όπου με αυτό μπορεί να εννοούν τα πάντα, από τον Βελουχιώτη μέχρι τον Ανδρέα Παπανδρέου -τρανή απόδειξη τα εικονίσματά του στα γραφεία του ΠΑΣΟΚ, άλλωστε.

Πού να τολμήσουμε όμως τέτοιες ταινίες; Ποιος σκηνοθέτης αντέχει το βάρος της σύγκρισης με το καλτ έπος «Γράμμος-Βίτσι» και τα... αγρίμια σαν τον Άρη, που δεν κάθονταν ήρεμα να τα σφάξουν να αγιάσουν; Ένας ηθοποιός έπαιξε τον Άρη στο θέατρο και τον κατάπιε ο ρόλος, δεν μπορούσε να παίξει μετά κάτι άλλο, παρά μόνο λούμπεν ρολάκια -που τέτοιος ήταν δηλαδή και ο Άρης άμα πάρεις τοις μετρητοίς τα γραπτά του έγκριτου ΓΠ. Και η δημοσιογράφος του Ρίζου που έγραψε το θεατρικό πέθανε πρόωρα, σαν τον Φρ. Γερμανό που είδε... «αντικειμενικά» τον Ζαχαριάδη ή τον Κοτανίδη του «Ομπίντα», που έφυγε με την πίκρα του για την επικράτηση του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα -παλιός μαοϊκός γαρ. Ενώ το (κάτι σαν) άρλεκιν του Κουτσομύτη («κόκκινο τανγκό») πήγε μάλλον άπατο και ας ήταν σχετικά «έντιμο», συγκριτικά με άλλες καλλιτεχνικές προσεγγίσεις στην προσωπικότητα του ΝΖ.

Οι καλές ταινίες θέλουν καλή παραγωγή, δηλαδή λεφτά, και άξιους συντελεστές, στο ύψος των ονείρων μας, της περίστασης και του ιστορικού προσώπου ή του θέματος. Και δεν είμαι σίγουρος ποιο από τα δύο λείπει σήμερα περισσότερο -αν κρίνουμε από τις πρόσφατες ταινίες του Βούλγαρη. Κι αυτές εθνικά αφηγήματα υπηρετούν κατά βάση, βέβαια, αλλά δεν πέφτουν τουλάχιστον στο επίπεδο του Σμαραγδή.

Αν η ταινία του Σμαραγδή ήταν αθλητική αναμέτρηση, θα ήταν απ’ αυτές που «δεν αντέχουν σε κριτική», κατά το αθάνατο κλισέ. Αυτό που έχει αντιθέτως ενδιαφέρον είναι το πολιτικό υπόβαθρο διάφορων σύγχρονων προσεγγίσεων για τον Καποδίστρια ως ιστορικό πρόσωπο.

Εκεί θα δούμε το γελοίο καλτ του Σμαραγδή να σμίγει με τους μύθους της «σοβαρής» φιλελέ ματιάς, για τον πρωτοπόρο εκσυγχρονιστή με το φιλελεύθερο μεταρρυθμιστικό όραμα για το ελληνικό κράτος, που το διέκοψαν βίαια οι τοπικές συντεχνίες και ο λαϊκισμός (οι Μαυρομιχάληδες και τα μπλόκα των αγροτών). Διακρίνουμε δηλαδή τις δύο βασικές τάσεις-αποχρώσεις της σημερινής ΝΔ, που αλλάζουν συχνά ρόλους και συνυπάρχουν ειρηνικά, αλλά με κάποια καβγαδάκια, όπως σε κάθε οικογένεια, για να δίνουν προς τα έξω εικόνα δημοκρατικής πολυφωνίας και σεβασμό σε όλες τις απόψεις: από τον φασισμό χωρίς σβάστικα, μέχρι τον άγριο νεοφιλελευθερισμό.

Στον αντίποδα...

-.-

Εδώ διακόπτονται οι παλιές σημειώσεις της κε του μπλοκ. Θα ήταν πρακτικά αδύνατο να πιάσω και να συνεχίσω με ακρίβεια το νήμα εκείνων των σκέψεων, μπορώ όμως να αφήσω μερικές... μετα-σημειώσεις στο ίδιο γενικό πνεύμα.

Ο αντίποδας μπορεί να είναι πχ ο φασαίος φοιτητής στο οικογενειακό τραπέζι, που θεωρεί (επαναστατικό) καθήκον του να αναστατώσει τη γεροντοκρατία με τα αβάσταχτα πομπώδη κλισέ, αναμασώντας με πίστη κάτι που άκουσε στο τραπεζάκι της σχολής για τον αυταρχικό Καποδίστρια που ήταν και λίγο φασίστας.

Αν πάρεις τον λόγο από το προεδρείο για να εξηγήσεις πως αυτό είναι άστοχος αναχρονισμός και ότι πρέπει να κρίνουμε κάθε προσωπικότητα με τα μέτρα της εποχής της, κινδυνεύεις να μπεις στη λίστα με τους θείτσους που δεν τους κάθισε η νεολαία, όταν πήγαν να κάτσουν μαζί της. Και αν συνεχίσεις λέγοντας πως είναι εύκολη απλούστευση να βλέπουμε τους Μαυρομιχάληδες και άλλους αστοποιημένους φεουδάρχες, προύχοντες κτλ ως συντεχνία που μάχονταν τον αστικό εκσυγχρονισμό, θα σε κοιτάνε όλοι μαζί έτοιμοι να γρυλίσουν και δε θα σε ξανακαλέσουν στο επόμενο τραπέζι, που δεν είναι απαραίτητα κακή εξέλιξη.

Αν και η σωστή τακτική θα ήταν ξεκάθαρα να αναλύσεις την αντιπαράθεση Κορδάτου - Ζεύγου για τον ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης και τις προεκτάσεις της στην εποχή τους, το νήμα που την συνέδεε με τη λαοκρατία κτλ, για να σε κοιτάνε σιωπηλοί και να το σκεφτούν διπλά πριν ανοίξουν ξανά τέτοια συζήτηση.

Σε ένα πιο υποψιασμένο τραπέζι, πχ με διαβασμένο αριστεροχώρι, ίσως έμπαιναν πιο προχωρημένα ζητήματα. Πχ το άρθρο της Αλέκας για τον Καποδίστρια στον συλλογικό τόμο της Σύγχρονης Εποχής ή ότι το ΚΚΕ χαρίζει το '21 στην αστική τάξη και δεν τονίζει τη λαϊκή συμμετοχή στον αγώνα, όταν μιλά για αστική τάξη.

Ένα παιδί δικαιολογείται βέβαια να θεωρεί πρότυπο στην εποχή μας πχ το ελευθερία - ισότητα - αδελφότητα. Καμία παιδική αρρώστια όμως δε δίνει άλλοθι σε οργανώσεις που βάζουν εκεί το ταβάνι τους και ταυτίζουν εμμέσως την επαναστατική πάλη ενός λαού σήμερα με τα συνθήματα των επαναστάσεων του 19ου αιώνα -ίσως επειδή ένιωσαν προδομένες και απογοητεύτηκαν από τα εγχειρήματα του 20ού. Δεν πρέπει να ξεχνάμε τη διάκριση - αντίθεση ανάμεσα στις κινητήριες δυνάμεις μιας επανάστασης (χωρίς τις οποίες δε θα ξεκινούσε ποτέ, με αυτά τα χαρακτηριστικά) και αυτές που βάζουν, αποφασιστικά ή και με αφέλεια, το σύνθημα μέχρι τέλους -για να πιάσουμε άλλα συμφραζόμενα και πιο σύγχρονους συνειρμούς. Το δημοψήφισμα του '15 πχ εξυπηρετούσε τους σκοπούς του ΣΥΡΙΖΑ και της τάξης που εκπροσωπούσε (και δε θα γινόταν ποτέ χωρίς τη δική του πρωτοβουλία) και όχι των χρήσιμων κομπάρσων που πίστεψαν στο μέχρι τέλους. Κι οι Γιακωβίνοι του Ροβεσπιέρου (και του κοντόχοντρου) δεν ήταν παρά η αριστερή, ριζοσπαστική πτέρυγα της αστικής τάξης, παρά την τρομοκρατία της γκιλοτίνας - ή ότι οι αστοί φάνηκαν ασυνεπείς στα δικά τους συνθήματα.

Μια βασική αδυναμία στις αφελείς προσεγγίσεις, που αποσπούν την πολιτική από την οικονομία και τις επιθυμίες τους από την πραγματικότητα, είναι ότι ψάχνουν να βρουν τη σωστή πλευρά της ιστορίας α. υπό το πρίσμα της δικής τους εποχής και β. με όρους ηθικής - ηθικολογίας. Αναζητούν δηλαδή τους καλούς και τους κακούς της υπόθεσης, πέφτοντας ακούσια στο επίπεδο σκέψης του Τραμπ που βάζει τους ξένους ηγέτες σε λίστες good guys και bad guys, κρατώντας ίσως για τον εαυτό του τον ρόλο του άσχημου -the ugly one.

Τα ιστορικά πρόσωπα δρουν σε ένα δοσμένο πλαίσιο, υπηρετώντας τα συμφέροντα της τάξης τους, και όχι με όρους καλοσύνης ή βαναυσότητας. Είμαστε απέναντι στον Μητσοτάκη πχ γιατί ασκεί μια βάρβαρη ταξική πολιτική (εργασιακός μεσαίωνας, καταστολή κτλ) και όχι επειδή είναι κάθαρμα σε προσωπικό επίπεδο ή μια αρσενική Μαρία Αντουανέτα, χωρίς την παραμικρή επαφή με το πόπολο - που είναι, αλλά δε θα άλλαζαν πολλά αν ήταν πχ πονόψυχος.

Το βασικό ζήτημα είναι η συνείδηση και η πολιτική μιας τάξης που δε διστάζει μπροστά σε κανένα έγκλημα για να αυξήσει το κέρδος της και έχει ταυτιστεί με τα χειρότερα εγκλήματα - καθάρματα της ιστορίας, από τα πρώτα της κιόλας βήματα, όταν ο αντικειμενικά προοδευτικός ιστορικός ρόλος της συμβάδιζε με την αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο και τα άλλα καλά της πρωταρχικής συσσώρευσης. Και αν η ιστορία αναζητά κάθε φορά εκείνα τα πρόσωπα που θα εκφράσουν την ιστορική αναγκαιότητα, την τάξη τους και ευρύτερες κοινωνικές τάσεις, η αστική τάξη αναζητά διαχρονικά τα πρωτοπόρα καθάρματα που θα ενσαρκώσουν χωρίς ηθικούς φραγμούς τις αξίες της. Και όσο πιο πολύ αυτά επικαλούνται ανώτερες δυνάμεις και αξίες για να αντλήσουν ηθική νομιμοποίηση, τόσο πιο αδίστακτα είναι.

Τούτων λεχθέντων και αφομοιωθέντων, δεν είναι αδιάφορο να αναδείξουμε αυτή τη βαρβαρότητα, σημειώνοντας πχ τη ροπή του Μαυροκορδάτου στη δημαγωγία και την εξαπάτηση, την... ηθική ανωτερότητα ενός συστήματος γεμάτου μίζες και σκάνδαλα, την αθλιότητα μιας κυβέρνησης που συγκαλύπτει εγκλήματα και ετοιμάζει το έδαφος για τα επόμενα Τέμπη - πάντα προς επίρρωση της ταξικής ουσίας και όχι για την υποκαταστήσει μια άλλη ερμηνεία.

Μπορούμε επίσης να αφήσουμε το "τάξις και ηθική" και να αναζητάμε μόνο τάξεις -και τους σκοπούς που θα καθορίσουν την ηθική τους. Να μην εξιδανικεύουμε πολεμικά γεγονότα όπως η πολιορκία της Τριπολιτσάς, που είχε ελάχιστο ηρωισμό. Αλλά να αντισταθούμε παράλληλα στη σχετικοποίηση των ναζιστικών εγκλημάτων και τον ιστορικό αναθεωρητισμό που ψάχνει άλλοθι για τους δωσίλογους -που αναγκάστηκαν τάχα να ενταχθούν στα Τάγματα Ασφαλείας, πολεμώντας τον κομμουνισμό κτλ 

Και μπορούμε να δούμε τέλος τον Καποδίστρια ως αυτό που πραγματικά ήταν. Ένας... Κάπο(ς) της τάξης του, με όσα καλά και ηθικά απορρέουν από αυτήν την ιδιότητα, ιδωμένα πάντα στην εποχή τους (και χωρίς τα δύο Κάππα του δικού μας Κάππου, που έλεγε ότι έχει δύο γιατί το ένα ανήκει στον λαό).

Πολύ καλύτερα από μένα τα λέει αυτό το άρθρο του Μηνά Αντύπα στον Ριζοσπάστη για τα όρια των αστικών αφηγήσεων, που συνίσταται για μελέτη.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2026

Τα μυστικά της Λίμνης

Τι γυρεύει εδώ ένα αμιγώς αθλητικό κείμενο; Καλή ερώτηση. Αν χρειάζεται κάποιου είδους άλλοθι η ένοχη απόλαυση της κε του μπλοκ, θα ήταν μάλλον αυτό το απόσπασμα από το βιβλίο Black Power του Θ. Μήνα.

Μέχρι και τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’60, οι λευκοί αθλητές υπερτερούσαν αριθμητικά στις συνθέσεις των ομάδων του ΝΒΑ, με τη ζυγαριά όμως να έχει αρχίσει να γέρνει πια προς τη μεριά των Αφροαμερικανών. Πρωτοπόροι εδώ υπήρξαν οι Boston Celtics, οι οποίοι λογίζονται ως λευκή ομάδα, επειδή έχουν ως σύμβολο το ιρλανδικό τριφύλλι, καθώς οι Ιρλανδοί μετανάστες υπερτερούν αριθμητικά στη Βοστόνη. Ανέδειξαν επίσης πολυάριθμους σπουδαίους λευκούς αθλητές (...). Ωστόσο, το 1956 οι Celtics ενέταξαν στο δυναμικό τους τον διεθνή Αφροαμερικανό σέντερ Bill Russell, πολυνίκη του ΝΒΑ (έντεκα πρωταθλήματα) και αργότερα τον πρώτο μαύρο προπονητή στην ιστορία των σπορ. Ακόμα πιο σημαντικό: ο Russell ήταν πολιτικοποιημένος ακτιβιστής, στενός φίλος και συνεργάτης του Martin Luther King.

(...) Ο προπονητής που επέλεξε τον Russell ήταν ο Αμερικανο-εβραίος Red Auerbach, πρώην μέλος του CPUSA (σ.σ.: ΚΚ ΗΠΑ), ο οποίος είχε μπελάδες την εποχή του μακαρθισμού. Βασικός σχολιαστής των Celtics ήταν τότε ο Johnny Most, σοσιαλιστής και στενός φίλος του Howard Fast, συγγραφέα των μονογραφιών Spartacus (1951) και Σάκκο και Βαντσέττι (1953). Στις 26 Δεκεμβρίου του 1964, οι Celtics προχώρησαν σε κάτι ανήκουστο ως τότε: παρέταξαν στο παρκέ μια πεντάδα αποτελούμενη μόνο από Αφροαμερικανούς. Το Boston Garden, η ιστορική έδρα των Celtics, πάγωσε. Σιγή ιχθύος, όμως στη μετάδοση του αγώνα στα ερτζιανά ο Most παραληρούσε από τον ενθουσιασμό του. 

Και ποιος είναι ιστορικά ο μεγαλύτερος αντίπαλος των Σέλτικς -εκτός από τον κακό τους εαυτό; Οι Λος Άνχελες Λέικερς -από την εποχή που μετακόμισαν στη βόρεια Καλιφόρνια. Και ποιος είναι ο μεγαλύτερος λιμνάνθρωπος όλων των εποχών; Υπέροχο αντιδιαλεκτικό ερώτημα.


Ο Λεμπρόν δεν μπαίνει καν πεντάδα -το πολύ να την συμπληρώνει. Ο Κόμπε είναι απλά για τους μικρούς που έπεσαν στη χειρότερη γενιά του ΝΒΑ και τον είδαν σαν όαση. Ο Σακίλ κάνει καλύτερη καριέρα ως κωμικός στην τηλεόραση. Ο Τσάμπερλεϊν ήταν πραγματικά σπουδαίος αλλά έπεσε σε λάθος εποχή και έχανε συνέχεια απ’ τους Σέλτικς του Ράσελ. Και φτάνουμε στην κορυφή, το δίδυμο Τζαμπάρ-Τζόνσον, όπου μπορείτε να διαλέξετε όποιον θέλετε, αλλά μόνο ένας ήταν μάγος και συνέδεσε (νύχι-κρέας) το όνομά του με τη λάμψη του Showtime, δηλαδή την καλύτερή τους περίοδο.

Μπορεί ο Τζέιμς Γουόρθι να φορούσε το 42, αλλά ο Μάτζικ είναι η σωστή απάντηση στα πάντα. Ακόμα και στο κλασικό ερώτημα για την καλύτερη πεντάδα όλων των εποχών, προαιώνιο αίνιγμα που έθετε η Σφίγγα στους περαστικούς, σκοτώνοντας μόνο όσους την ξεκινούσαν από τον Λεμπρόν, για να το λύσει τελικά-εξαρχής ο Ράιλι. Στο 1 ο Μάτζικ, στο 2 τον πλαισιώνει ο Μάτζικ, στο 3 ο Μάτζικ, στο 4 ο Μάτζικ και στο 5 έχουμε τον Μάτζικ, που μπορούσε να παίξει όλες τις θέσεις με την ίδια άνεση.

Μια πεντάδα γεμάτη μαγεία που δε θα έχανε από κανέναν, παρά μόνο από τον εαυτό της και από υπερβολική ομαδικότητα, αν πάσαρε συνέχεια ο ένας Μάτζικ στον άλλο και τους έμενε η μπάλα στα χέρια, στο τέλος της ιστορίας και της επίθεσης. 

Όπως θα έκαναν δηλαδή πέντε πιστοί Θωμάδες στο Μπαρτζώκας-μπολ, για το οποίο γράφτηκε ένα σοσιαλιστικό έπος, η πορτοκαλί (αντ)επανάσταση εκδοχή του Παιδαγωγικού Ποιήματος και θα ήταν σπουδαίο πολιτικό άλλοθι για τα πάντα: αθλητικά κείμενα, ένα τεύχος-αφιέρωμα της ΚΟΜΕΠ στο μπάσκετ, ή τον παραλληλισμό ενός αθλήματος κλειστών χώρων με το αντάρτικο (πόλεων), που δεν πρέπει να συγχέεται με το ταμπούρι, το πούλμαν του Μουρίνιο και λοιπούς τσουρουκάδες, και τον οποίο εισήγαγε ο Κ. Πολίτης, που ήταν ευρωκόουτς και ευρωκομμουνιστής -με το Εσωτερικού, σαν τον πατέρα του Μπαρτζώκα. Ή έναν ακόμα μερακλίδικο παραλληλισμό της σπυριάρας με το απόστημα της ανάθεσης, που δε φεύγει με Clearasil, και τις εφηβικές συνθήκες που δεν έχουν ωριμάσει ακόμα.

Μα κατά βάθος δε ζηλεύω (πολύ) που δεν το σκέφτηκα-έγραψα εγώ, γιατί δεν είμαι οπαδός του υπαρκτού μπαρτζωκισμού (ούτε καν οπορτουνιστική του παρέκκλιση). Κι αυτό δεν έχει να κάνει με τον πατέρα του, ούτε μόνο με τη συμπεριφορά του που στηλιτεύεται στην άγνωστη Διαθήκη του Ντούντα, με τη σαφή υπόδειξη: προτείνω να μπει στη θέση του προπονητή κάποιος άλλος σ/φος, ο οποίος να διαφέρει από τον κόουτς Μπι μόνο στο εξής: να είναι πιο ευγενικός και λιγότερο δύστροπος. Ούτε καν με τα μπινελίκια, που είναι μια ανέξοδη μορφή εκτόνωσης, που διεγείρει το ποίμνιο και δίνει τροφή στα μεσαιωνικά πρωτοσέλιδα του Sportime, αλλά όχι και πραγματική διέξοδο.

Το ζήτημα δεν είναι αν μπορούσες να σταθείς στην Κόκκινη Πλατεία και να φωνάξεις δυνατά αν γαμιέται ο Μπρέζνιεφ, αλλά αν μπορείς να σταθείς στο κέντρο ενός γεμάτου ΣΕΦ και να πεις το ίδιο για το αφεντικό σου. Και δεν έχει τόση σημασία αν είναι εστέτ απόγονοι μιας θρυλικής δωσιλογικής οικογένειας ή γνήσιος εκπρόσωπος της λούμπεν αστικής τάξης, που έχει βαλθεί να δικαιώσει τις αναλύσεις της 17Ν. Την ιστορία της οποίας πρέπει κάποτε να διηγηθεί κάποιος από μια δική μας σκοπιά και να μην περιμένουμε να μάθουμε τι λέει ο Λευκός Οίκος από τον Παπαχελά, που δεν ξέρουν ποιον Αλέξη να επιλέξουν ως αγαπημένο τους.

Αλλά το κόβω εδώ, πριν μας οδηγήσουν σε άλλο γήπεδο-κείμενο οι συνειρμοί αλά Σκουντής (στο Βιγιαμπάχο ακόμα περιγράφουν -και ο Βιγιακάμπα ακόμα σουτάρει, δίπλα στον Κορνίλιους Τόμπσον που πήρε το τρίποντο). Χωρίς να επεκταθώ στον πράκτορα της 3ης Διεθνούς (που δεν είναι κίτρινη σαν τον αγαπημένο του Άρη) Σάσα Βεζένκοβ, που μοιάζει γίγας στους γίγαντες (ο Ντιμιτρόφ) αλλά με πήλινα πόδια. Και είναι ζήτημα αν κάθε πτώση του στο παρκέ είναι φλόπινγκ, κατάρρευση ή ανατροπή.

Και δε θα παρασυρθώ να απαντήσω στον Φουρνιέ πως η μπουγάτσα είναι προϊόν ΠΟΠ για τη ΛΔ του Βορρά, όπως και τα τρίγωνα, και τα καλύτερα τα εισπαράγει η «Εύα» στο Γαλάτσι, μαζί με καζάν ντιμπί. Και το μυστικό της τριγωνικής επίθεσης των Μπουλς του Φιλ Τζάκσον είναι «τρίγωνα-μπουγάτσα-πιτόγυρα», που εμείς τα λέμε σάντουιτς και οι άλλοι σουβλάκια. Κι αυτά είναι σοβαρά ταυτοτικά ζητήματα στην εποχή μας, γιατί τα πιτόγυρα δεν έχουν δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού και χειραφέτησης από τη χαμουτζίδικη διάλεκτο. Εκτός από την ταξική πάλη υπάρχουν και τα πιτόγυρα.

Κι είναι τυχαίο, νομίζετε, πως οι δυο δικέφαλοι (ΑΕΚ και ΠΑΟΚ) έφεραν τους πρώτους ευρωπαϊκούς τίτλους το ’68 και το ’91, δηλαδή τις χρονιές της δικέφαλης διάσπασης του ΚΚΕ, με τα δυο κεφάλια (και δυο κεραμίδια στα δυο του τα φρύδια), όπου το ένα κοιτούσε στη σοβιετική Ανατολή (και την επανάσταση) και ας αλληθώριζε ενίοτε, ενώ το άλλο στον δυτικό μαρξισμό και την Ανανέωση, οπότε έπρεπε να κοπεί πριν φάμε το κεφάλι μας και γίνουμε κόμμα του κεφαλαίου.

Είναι τυχαίο ή μήπως διαλεκτική στιγμή του αναγκαίου ότι ο «Αυτοκράτορας» Άρης πήρε το τελευταίο πρωτάθλημα το ’91 και κατέρρευσε (δηλαδή ανατράπηκε εκ των έσω, τον τρύπησαν), σαν τη σοβιετική «αυτοκρατορία» του καλού; Και πιο εύκολα θα ξαναπάρει σάρκα και οστά η Σοβιετία, παρά θα δούμε τον «Αυτοκράτορα» να επιστρέφει με κινέζικα χαρακτηριστικά και τη σκέψη Σιάο Τσε Τουνγκ.

Τυχαία μήπως και η επικράτηση της Αλέκας με το μπασκετικό 57-53 επί του Δραγασάκη, που θύμιζε σκορ Λιμόζ; (Κι αν έβγαιναν ισοπαλία, τι γινόταν; 5μηνη παράταση;). Και πως όταν πήρε η Λιμόζ, το ’93, το ευρωπαϊκό μες στο ΣΕΦ με το μπρεζνιεφικό όνομα, στήνοντας αμυντικά τείχη από πορσελάνη γύρω από την μπασκέτα της, ο Φουκουγιάμα έγραψε για το τέλος του μπάσκετ και της Ιστορίας;

Αλλά όλα αυτά είναι πλέον ιστορία, που δεν τελειώνει ποτέ και θα αρχίσει να γράφεται όταν τελειώσουμε με την προϊστορία του είδους μας και τις ταξικές κοινωνίες. Κι αν η μέχρι τώρα ανθρώπινη ιστορία είναι η ιστορία της ταξικής πάλης, πολλοί παίκτες που έγραψαν ιστορία στα γήπεδα, κόβονται ως μετεξεταστέοι. 

Ο Μέσι πχ θα είναι πάντα αυτός που χειροκροτούσε τον Τραμπ, ενώ μιλούσε για τον βομβαρδισμό του Ιράν. Ο GOAT Τζόρνταν θα είναι αυτός που φοβήθηκε να πάρει δημόσια θέση, γιατί και οι Ρεπουμπλικάνοι αγοράζουν παπούτσια ΝΙΚΕ. (Ή αλλιώς και οι Ντέμοκρατς είναι ρατσιστές, και λίγοι θυμούνται πως ο Λίνκολν ήταν Ρεπουμπλικάνος, ενώ πολλοί από τους συγγραφείς της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας ήταν... φιλελεύθεροι δουλοκτήτες! Και ο Μάτζικ ήταν ο καλοσιδερωμένος χαμογελαστός πρώην σκλάβος (ούτε καν αυλικός, όπως στο βίντεo-κλιπ του Remember the Time, με τον Φαραώ Έντι Μέρφι), που κάθε λευκός θα ήθελε για γείτονα ή γαμπρό του, μέχρι που βρέθηκε θετικός στο AIDS και θυμήθηκε τι πάει να πει ρατσισμός.

Το φαινομενικά παράδοξο είναι πως όλοι αυτοί κουβαλάν μια ιδιαίτερη ιστορία και έγραψαν τη δική τους στα παρκέ, σε ένα πρωτάθλημα που μοιάζει κάποιες στιγμές να μην έχει ιστορικό φορτίο, μεγάλες αντιπαλότητες, καυτές έδρες, ακόμα και βαριές φανέλες, γιατί το εμπόριο τα έχει κάνει όλα ίσωμα, ακόμα και το στοιχειωμένο (από φαντάσματα που πλανώνται) για κάθε αντίπαλο Μπόστον Γκάρντεν.

Την ίδια ψευδαίσθηση έλλειψης ιστορικού βάθους μπορεί να σου δώσουν και οι ΗΠΑ -όπου κάποιες οδοί αντί για ονόματα έχουν απλώς μια πρακτική τακτική αρίθμηση- ως κράτος. Το οποίο χτίστηκε σε έναν «Νέο Κόσμο», χωρίς φεουδαρχικά βαρίδια και άλλα κατάλοιπα του παρελθόντος, χωρίς να χρειάζεται καν να περάσει Διαφωτισμό και ταξικές επαναστάσεις, για να μοιράσει τελικά απλόχερα το σκοτάδι του σε όλες τις ηπείρους της Γης.

Το κράτος των ΗΠΑ ενέγραψε εξ αρχής στην ταυτότητά του (που δεν είναι βιολογικά, αλλά ιστορικά, κοινωνικά προσδιορισμένη) τη βαρβαρότητα, την άγρια επιβολή, τους διωγμούς των... Ινδιάνων, κάθε μορφής βαρβαρότητα και όλα τα χαρακτηριστικά της «καπιταλιστικής προόδου», που γιγαντώνονταν μαζί του, καθώς αυτό επέκτεινε την κυριαρχία του στον πλανήτη.

Μπορεί να το διαπιστώσει κανείς διαβάζοντας πχ τις «Ηνωμένες Πολιτείες του Πολέμου», του Ντέιβιντ Βάιν, που έχει μια σειρά μειονεκτήματα (από την επιμέλεια και το Επίμετρο, μέχρι την επιεικώς θολή αντίληψη του συγγραφέα για έννοιες όπως ο ιμπεριαλισμός, ο υπερ-ιμπεριαλισμός κτλ), αλλά και ένα σαφές πλεονέκτημα: ότι γράφεται από έναν Αμερικανό καθηγητή, που έχει κάνει πολυετή έρευνα στο θέμα των Βάσεων -χαρακτηρίζοντας μάλιστα τις ΗΠΑ ως «Έθνος Βάσεων».
Και ο οποίος δείχνει πολύ γλαφυρά στο βιβλίο του ότι ο πόλεμος δε συνδέεται απλώς με τις μπίζνες των καπιταλιστών και την κατάκτηση νέων αγορών-σφαιρών επιρροής, αλλά είναι από μόνος του μια τεράστια μπίζνα: με εκαντοντάδες βάσεις (γνωστές και μυστικές σε όλον τον πλανήτη), εργολάβους, ιδιωτικά συμφέροντα, ακόμα και ιδιωτικούς στρατούς και γενικώς μια αγαστή σύμπραξη κράτους και ιδιωτών και σε αυτόν τον τομέα. Και προπαντός με μια τεράστια δυναμική, που επιβάλλει σε απόλυτο βαθμό πολιτικές και κυβερνήσεις.

Υπ’ όψιν, ο περίφημος όρος «στρατιωτικο-βιομηχανικό μπλοκ» (που περιέγραφε αυτή τη διαδικασία σε ένα αρκετά πρώιμο στάδιό της, σε σχέση με τη σημερινή συγκυρία) δεν ήταν επινόηση των Σοβιετικών, αλλά του Άικ. Μια προειδοποίηση -στα όρια της αγωνιώδους έκκλησης, σε κάποια σημεία- του Αϊζενχάουερ, που ασφαλώς δεν ήταν κομμουνιστής, αλλά πρόεδρος των ΗΠΑ στα χρόνια του Μακαρθισμού, στρατηγός και Ρεπουμπλικάνος.
Χρήσιμο και ενδιαφέρον ανάγνωσμα, σε κάθε περίπτωση.

Κλείνουμε επιστρέφοντας διαλεκτικά στο σημείο από το οποίο ξεκινήσαμε. Τα μυστικά του βάλτου ή μάλλον της λίμνης. Και είχε δίκιο ο Βλαδίμηρος για τους παλιούς σφους, πως έχουν κάθε δικαίωμα να τραβήξουν για τον βάλτο (ή τη λίμνη), όχι όμως να παρασύρουν το κόμμα μαζί τους. Ενώ ο Ντέμης -τον καιρό που ήταν μαρξιστής- έλεγε πως δε μας νοιάζουν οι εφήμερες χαρές σαν το πρωτάθλημα, αλλά να μεγαλώσουμε τη λίμνη. Μα από τη Βανδήέα ξεκινούν οι ορδές των αστών και επηρεάζουν το κίνημα που μετά πήγε και έπεσε στη λίμνη, καλός άνθρωπος μπορεί να ήταν, δεν παίρνω όρκο.

Αλλά η συνέχεια για τον Μάτζικ σε επόμενο κείμενο-κονσερβοκούτι.