Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλήθεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αλήθεια. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Απριλίου 2017

Υπάρχω λες κι ύστερα δεν υπάρχεις

Ο Χέγκελ λέει πως το πραγματικό είναι και λογικό και το λογικό είναι πραγματικό -ακόμα κι αν δεν υπάρχει ακόμα. Αλλά οι περισσότεροι αντιλαμβάνονται μόνο την απτή πραγματικότητα και θεωρούν άπιαστο όνειρο και ουτοπία οτιδήποτε μη συντελεσμένο δεν περιλαμβάνεται σε αυτήν.

-Πού εφαρμόζονται αυτά που λέτε;
Είναι μια συχνή ερώτηση, που αξιοποιεί αυτού του είδους τον πραγματισμό, για να απαξιώσει το δικό μας στρατηγικό στόχο. Και δεν τους απασχολεί προφανώς πως όλα όσα βλέπουμε γύρω μας δεν υπήρχαν από καταβολής του κόσμου και κάποτε ίσως έμοιαζαν ουτοπικά, αλλά προέκυψαν δια της εξέλιξης στην πορεία.

Στον πραγματισμό βασίστηκε κι ο Σουσλόφ -το ιδεολογικό στέλεχος που δέσποζε στη μεταπολεμική  ΕΣΣΔ- όταν είπε τη φράση του περί υπαρκτού σοσιαλισμού, του μόνου "μοντέλου" που υφίσταται στην πραγματικ΄ζωή, σε αντίθεση με τις θεωρίες και τις φαντασιοκοπίες όσων το απέρριπταν κι ευαγγελίζονταν ένα διαφορετικό σύστημα -πχ με περισσότερη δημοκρατία. Αλλά το πραγματικό ήταν και λογικό. Και ο σοβιετικός σοσιαλισμός ήταν αναπόφευκτο να χρησιμοποιεί περιορισμούς για την άμυνά του και αυξημένη καταστολή, για να αντιμετωπίσει τον επιθετικό καπιταλιστικό περίγυρο και την πολιορκία του από το ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Και δε θα μπορούσε να πράξει και πολύ διαφορετικά, στο συγκεκριμένο περιβάλλον με το δοσμένο αρνητικό συσχετισμό, αν ήθελε να συνεχίσει να υπάρχει.

Και μοιάζει η αλήθεια μου πελώριο ψέμα
Στο τείχος η φωνή μου χτυπά

Το τείχος ήταν πραγματικό, επειδή ήταν λογικό -και βασικά αναπόφευκτο. Η πτώση του δεν είχε καμία λογική από σοσιαλιστική άποψη -δεν γκρέμιζε κάποιο ταξικό φραγμό ή το τείχος της ντροπής- είχε όμως για του λύκους που φορούσαν την προβιά του κομμουνιστή, επιδιώκοντας το γκρέμισμα του σοσιαλισμού, κι όχι απλώς ενός τοίχου. Αλλά κράτησαν ένα ψέμα για το τέλος, και έλεγαν πως παλεύουν για την αναγέννηση και την ενδυνάμωσή του.

Η πραγματικότητα είναι μία -σαν τη Φρουτοπία- αντικειμενική και γνώσιμη, αλλά υπάρχουν πολλοί τρόποι να την ερμηνεύσεις, πολλές αλήθειες, ανάλογα με το (ταξικό, υποκειμενικό, κοκ) πρίσμα από το οποίο την αντικρίζεις. Η αλήθεια είναι επαναστατική και γράφεται με κόκκινο -ακόμα κι αν είναι το κόκκινο στυλό που διορθώνει κάποιες ανορθογραφίες ή δυσάρεστες λεπτομέρειες της ιστορίας, όπως κάποια ανεπιθύμητα πρόσωπα σε ιστορικά φωτογραφικά στιγμιότυπα. Το ρετουσάρισμά τους όμως δεν ήταν καθόλου διαπαιδαγωγητικό για τις μάζες και τον τελικό σκοπό, που δε θα έχει δρόμο στρωμένο με ροδοπέταλα, αλλά με αντιφάσεις -ακόμα κι εντός της επαναστατικής πρωτοπορίας- και πισωγυρίσματα.

Οι μπολσεβίκοι δεν είχαν τίποτα να φοβηθούν από την αλήθεια. Γι' αυτό ήθελαν πχ να δημοσιευτούν όλες οι μυστικές διπλωματικές συμφωνίες των ιμπεριαλιστικών κρατών, και εξηγούσαν ποιο σκοπό εξυπηρετούσαν οι τακτικές υποχωρήσεις τους -πχ η ΝΕΠ. Αλλά αυτό δε σημαίνει πως πήγαιναν με το σταυρό στο χέρι, γιατί τότε θα έτρωγαν τον αγκυλωτό σταυρό στο κεφάλι.

Αυτή ήταν πχ η λογική πίσω από την υπογραφή του Συμφώνου Μολότοφ-Ρίμπεντροπ, για να κερδίσουν πολύτιμο χρόνο -όπως κι έκαναν. Αυτό το σκοπό υπηρετούσε επίσης η επιστράτευση του χρήσιμου μύθου και του φαντασιακού στο μεγάλο πατριωτικό πόλεμο κατά των ναζί, η επίκληση του θρησκευτικού συναισθήματος ή των τσαρικών πολέμων κατά του Ναπολέοντα, για να πετύχουν την καθολική συστράτευση στον υπέρ πάντων αγώνα της επιβίωσης.

Αυτή ήταν κι η περίπτωση της (αντι)κατασκοπίας, πριν, μετά και κατά τη διάρκεια του πολέμου, και του δικτύου της Κόκκινης Ορχήστρας, με επικεφαλής τον αντισταλινικό, Λέοπολντ Τρέπερ. Στα ελληνικά κυκλοφορεί το βιβλίο του "το μεγάλο παιχνίδι", όπου διηγείται πως έπεσε μεν στα χέρια των Γερμανών, αλλά κατάφερε να τους πείσει πως μπαίνει στην υπηρεσία τους και παίζει διπλό ρόλο με απώτερο σκοπό το κλείσιμο ξεχωριστής ειρήνης μεταξύ ναζιστικής Γερμανίας και ΕΣΣΔ, ενώ παράλληλα είχε ειδοποιήσει κρυφά το σοβιετικό κέντρο για την κατάστασή του και το σχέδιό του. Το αποτέλεσμα ήταν ότι οι Γερμανοί προσπαθώντας να ξεγελάσουν τους σοβιετικούς και να κερδίσουν την εμπιστοσύνη τους, άρχισαν να τους δίνουν αξιόπιστες, διαβαθμισμένες πληροφορίες και υλικό για τη διάταξη του στρατού τους, που μόνο ένα άρτια κατασκοπευτικό δίκτυο, χωρίς απώλειες κι απρόοπτα, θα μπορούσε να συγκεντρώσει. Κι οι Σοβιετικοί κατάφερναν να τις παίρνουν άκοπα...
Ο μύθος στην υπηρεσία της επανάστασης...

Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στη φράση του Σουσλόφ για τον υπαρκτό σοσιαλισμό, δηλ αυτόν που γνωρίσαμε (κι αγαπήσαμε, σε βαθμό που τον υπερασπιστήκαμε άκριτα μερικές φορές) κατά τον εικοστό αιώνα. Μια φράση που στοιχειώνει -ως σημαίνον και σημαινόμενο- όχι μόνο τον ταξικό εχθρό, αλλά και πολλούς αντικομμουνιστές σοβιετιολόγους, με ριζοσπαστικό προσωπείο. Οι οποίοι προσπαθούν να ορκίσουν το φάντασμα -που πλανάται πάνω τους, απειλώντας να πάρει ξανά σάρκα και οστά- και να αποδείξουν πως ο υπαρκτός δεν υπήρξε ποτέ. Και δως του εισαγωγικά -δίπλα από το "υπαρκτός"- και δως του "ευφάνταστα" λογοπαίγνια με τον "αν-ύπαρκτο σοσιαλισμό".

Μα αν είστε τόσο έξυπνος, δώστε μου πίσω αυτό που δεν υπήρξε, λέει ένας εργάτης στο μικροαστό διανοούμενο, σε ένα λαϊκό ρωσικό ανέκδοτο, στα χρόνια της αντεπανάστασης.
Κι αυτό δε λέγεται προφανώς από τη σκοπιά της στείρας υπεράσπισης αυτού που υπήρχε -και οδηγήθηκε στην ανυπαρξία από τις αντιφάσεις του- αλλά ως αναγνώριση της προσφοράς του και των επιτευγμάτων του.

Υπάρχω, κι όσο υπάρχεις, θα υπάρχω.
Αλλά οι κομμουνιστές συνεχίζουν να υπάρχουν και μετά τον υπαρκτό. Και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, όσο υπάρχουν οι αιτίες που γεννάνε την αδικία, την εκμετάλλευση, και σε τελική ανάλυση την ταξική πάλη.
Τι στάση πρέπει να κρατήσουν όμως απέναντι στην εμπειρία και το μύθο του υπαρκτού σοσιαλισμού που γνωρίσαμε τον περασμένο αιώνα;

Κάποιοι -που αυτοπροσδιορίζονται ως κομμουνιστές- λένε ότι ήταν κάτι που απέτυχε, δυσφήμησε τις ιδέες μας και πρέπει να το απαρνηθούμε. Θεωρούν πιο βολικό το χρήσιμο μύθο που λέει ότι οι ιδέες μας, οι ιδέες του Μαρξ και το όραμά του για κοινωνική χειραφέτηση, είναι ακατανίκητες. Συνεπώς δεν απέτυχαν, απλώς δεν εφαρμόστηκαν ποτέ -οπότε κρατάνε το αήττητό τους. Κι έτσι είναι έτοιμοι να συνηγορήσουν υπέρ των πιο χυδαίων αστικών μύθων και της αντικομμουνιστικής προπαγάνδας, που γράφει την ιστορία με το μαύρο των νικητών και της αντίδρασης, αφού αυτό που υπήρξε δε μας αφορά και δεν ήταν ποτέ σοσιαλισμός.

Όσο κι αν είναι αλήθεια βέβαια πως ο σοσιαλισμός απέτυχε ή όξυνε τις αντιφάσεις του, όταν άρχισε να δανείζεται συνταγές από το οπλοστάσιο του αντιπάλου (που αφήνει ωστόσο ανοιχτό το ζήτημα τι ήταν αυτό που τον ώθησε σε αυτές τις απαντήσεις), αυτή είναι μια μισή αλήθεια, που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα περισσότερο από ό,τι ένα χυδαίο και φανερό ψέμα.

Οι ιδέες της επανάστασης εφαρμόστηκαν σε ένα δυσμενές περιβάλλον, και παρόλα αυτά ευδοκίμησαν -κι ως ένα βαθμό αναπτύχθηκαν- για πολλές δεκαετίες, να βγάλουν ρίζες και να αφήσουν σπορά που θα καρπίσει ξανά, στις κατάλληλες (επαναστατικές) συνθήκες, αρκεί να τις καλλιεργήσουν οι κομμουνιστές.

Κι η υπεράσπιση της σοβιετικής πείρας, η αναγνώριση των επιτευγμάτων και της προσφοράς της, δεν είναι ένας χρήσιμος μύθος, ένα ψέμα που μας παρηγορεί για να μην απογοητευτούμε, χωρίς ένα φάρο κι ένα μπούσουλα που φωτίζει την πράξη μας, αλλά μια αλήθεια, αντιφατική όπως κάθε τι πραγματικό, που πιθανότατα θα συναντήσουμε ξανά μπροστά μας στα επαναστατικά εγχειρήματα του μέλλοντος.

Τετάρτη 14 Δεκεμβρίου 2016

Αληθινές ιστορίες

Όσοι πηγαίνουν υποψιασμένοι σε μια ταινία του Κένι Λόουτς, δεν τη βλέπουν για να ευθυμήσουν, αλλά αναζητώντας υλικό για προβληματισμό. Η μοναδική περίπτωση που προσέγγισε τα στοιχεία της κωμωδίας, κατά τη γνώμη μου, ήταν τα χοντροκομμένα αντισταλινικά νοήματα στο "Γη και Ελευθερία" για τον ισπανικό εμφύλιο, όπου ο εθελοντής σφος καίει το κομματικό του βιβλιάριο και φτύνει κατάμουτρα τους κομμουνιστές, για τον προδοτικό τους ρόλο. Αλλά εφόσον μιλάμε για μια αγγλική παραγωγή, δεν ξέρω πόσο ρεαλιστικό θα ήταν να περιμένει κανείς κάτι διαφορετικό.


Η βασική αρετή του Λόουτς και των ταινιών του, που γίνεται όμως μειονέκτημα στα μάτια των επικριτών τους, είναι ο ωμός τους ρεαλισμός. Ο Λόουτς παρουσιάζει την αλήθεια γυμνή κι αφτιασίδωτη, απαλλαγμένη από περιττά σκηνοθετικά στολίδια, σεναριακές (δημιουργικές) ασάφειες, ρηχές και εντυπωσιοθηρικές ανατροπές ή το κλασικό, γλυκανάλατο χάπι εντ (αίσια κατάληξη) που χαρίζει τη λύτρωση. Ο κινηματογράφος δεν υπάρχει για να δίνει σκηνές παρηγοριά, ψεύτικες διεξόδους σε φανταστικούς κόσμους και δικαίωση στη σφαίρα της μυθοπλασίας. Η κάθαρση-νέμεση θα έρθει μόνο στην πραγματική ζωή, από τους θεατές που δε μένουν θεατές στα γεγονότα, αλλά κάνουν την οργή και τις ιδέες τους υλική δύναμη. Ο θεατής φεύγει φορτισμένος συναισθηματικά από όσα δείχνει η ταινία, αλλά το ζητούμενο δεν είναι η συγκίνηση, είναι η δραστηριοποίησή του για να αλλάξει τον κόσμο.

Μπορεί να φταίει η δική μου πεζότητα, η έλλειψη καλλιέργειας και η στενή καλλιτεχνική μου αντίληψη, αλλά αυτός ο ρεαλισμός είναι το βασικό (αν όχι το μόνο) στοιχείο που μπορώ να εκτιμήσω σε μια ταινία. Άλλοι κοιτάνε την ταινία, σαν τον ερωτικό τους σύντροφο. Μπορεί να τους ενδιαφέρει η εμφάνιση, να περνάνε καλά, η αδρεναλίνη της στιγμής, να τους αρέσουν τα σκηνοθετικά ευρήματα και τα μπερδεμένα, αντιφατικά μηνύματα που προσδίδουν μυστήριο και γοητεία, κοκ. Εγώ προσέχω κυρίως το χαρακτήρα της ταινίας, δηλ την υπόθεση, το σενάριο, τους διαλόγους. Και προπαντός το μήνυμά της, αν έχει νόημα, λόγο ύπαρξης και κάτι ενδιαφέρον να πει.

Κι ας έχει ταβάνι την αριστερή πτέρυγα των Εργατικών και τις αυταπάτες για τον Κόρμπιν. Κι αυτές βγαλμένες από τη ζωή είναι εξάλλου, που ξεπερνά τη φαντασία και μας δίνει τα καλύτερα σενάρια. Και δεν είναι τυχαίο, ασφαλώς, πως ο Κ.Λ. έχει μόνιμη συνεργασία με συγκεκριμένο σεναριογράφο, με τον οποίο συνυπογράφουν τις δημιουργίες τους. Κορυφαία στιγμή του δίδυμου πιστεύω πως ήταν η ταινία "ο άνεμος χορεύει το κριθάρι" που αναφέρεται στον αγώνα των Ιρλανδών για ανεξαρτησία, συνδέοντας με μοναδικό τρόπο τον εθνικό παράγοντα και το ταξικό στοιχείο.

Η τελευταία τους δημιουργία ("εγώ, ο Ντάνιελ Μπλέικ") είναι μια καταγγελία του ανύπαρκτου, κοινωνικού κράτους (εδώ κολλάει το "δεν υπάρχει κράτος", που ωστόσο επιβεβαιώνει την ύπαρξή του ακόμα και δια της σκόπιμης "απουσίας" του) μέσα από την ιστορία ενός εξηντάχρονου εργάτη-ξυλουργού, που παθαίνει καρδιακό επεισόδιο. Ο γιατρός του τον συμβουλεύει να απέχει για κάποιο διάστημα από τη δουλειά, αλλά το κράτος αξιολογεί πως δε δικαιούται το επίδομα που ζητά και τον υποχρεώνει να ψάχνει για δουλειές, που δεν μπορεί να αναλάβει, όσο δεν ξεπερνά το πρόβλημά του.

Θα μπορούσαμε εδώ να κάνουμε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη διέξοδο που δίνει (;) ο Λόουτς, με βάση μια κομβική σκηνή προς το τέλος, και το ίδιο το τέλος της ταινίας. Αλλά δεν πρόκειται να το προδώσω (σε αντίθεση με μια σφισσα, που μας το φανέρωσε, γιατί το θεωρούσε προβλέψιμο). Έτσι κι αλλιώς όμως, σημασία δεν έχει μόνο τι γίνεται, αλλά πώς μας το δίνει και τι μηνύματα προσπαθεί να περάσει μέσα από αυτό.

Η κρατική αναλγησία, η απρόσωπη γραφειοκρατία, οι παράλογες απαιτήσεις από ηλικιωμένα άτομα -υποτίθεται για να διευκολυνθούν οι διαδικασίες, η οργανωμένη απελπισία που οδηγεί συνειδητά τον κόσμο στην παραίτηση (από τα επιδόματα και τα δικαιώματα εν γένει), η  μη αξιοποίηση ενός γερού, δημιουργικού ατόμου από το κοινωνικό σύνολο, η καταπάτηση της αξιοπρέπειας, η εξαθλίωση, η πορνεία ως αναγκαστική "διέξοδος", κτλ
Η μεγάλη οθόνη είναι απλά ένα μέσο, ο σκοπός όμως δεν μπορεί παρά να είναι πολιτικός, εφόσον καταπιάνεται σοβαρά με την πραγματική ζωή και τα προβλήματά της.



Αρχικά σκεφτόμουν να επιχειρήσω μια σύνδεση της ταινίας με το... "αισιόδοξο ψυχοπλάκωμα" και τα βουρκωμένα μάτια που σου αφήνει το ντοκιμαντέρ της κετουκε για το ΔΣΕ -ιδίως αν το βλέπεις μαζί με βιομηχανικούς εργάτες, στην εκδήλωση της ΚΟ Βιομηχανίας στο Αλκυονίς. Πιθανότατα όμως χρειάζεται ξεχωριστή ανάρτηση για αυτό.

Θα προτιμήσω λοιπόν για τον επίλογο μια σύντομη αναφορά στην αλήθεια και τους επίδοξους εραστές της, που της αλλάζουν τα φώτα, με αφορμή μια πρόσφατη ατάκα του Τσακαλώτου για το "τρου-στόρι" της ΔΦΑ, που διαδέχτηκε το "σαξές στόρι" του Σαμαρά.
Αντώνη σόρι, μα βρήκανε καλύτερο αγόρι κι εδώ τελειώνει το δικό σας στόρι.

Ένα αγόρι που θα έσκιζε τα μνημόνια, αλλά έβγαλε έρπη και αναγκάστηκε να υπογράψει κι άλλο, περήφανο κι "αριστερό".
(Τρου-στόρι).
Κόβει συντάξεις, δίνει πίσω ένα μικρό εφάπαξ και το βαφτίζει 13η σύνταξη -ενώ είχε κόψει και την 14η.
(Τρου στόρι).
Περηφανεύεται όμως πως είπε την αλήθεια στο λαό (το καλοκαίρι του 15') κι αυτός τον ξαναψήφισε με πλήρη γνώση και συνείδηση.
(Τρου στόρι).

Αλλά ο τελευταίος που μοίρασε πεντακοσάρικα, προεκλογικά, έχασε πανηγυρικά και τον πήγαν με συνοπτικές διαδικασίες στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας.
(Τρου στόρι).
Και ναι, τα πεντακοσάρικα είναι απόπειρα εξαγοράς ψήφου και συνειδήσεων. Κάθε εποχή έχει το αντίτιμο εκμαυλισμού που της αξίζει. Το μικρότερο αντάλλαγμα δεν αλλάζει την ουσία. Κι όποιος την αρνείται, είναι συριζαίος (Πασόκος) με πολιτικά.
(Τρου στόρι).

Και μοιάζει η αλήθεια σου πελώριο ψέμα, Ευκλείδη, που γαντζώνεται από (κυβερνητικά) αξιώματα, για να επιπλεύσει μερικούς μήνες ακόμα. Ρώτα και το Διονύση στην ΕΡΤ, που τραγούδησε το στίχο, να σου πει τις λεπτομέρειες.

Η αλήθεια όμως δε χωράει στα στενά καλούπια της ομάδας του Μουρούτη ή των Συριζοτρόλ (που κι αυτοί την ίδια ταρίφα -500άρικο- παίρνουν και στον ίδιο βούρκο κολυμπάνε). Η αλήθεια δεινοπαθεί από τους όψιμους true (αυθεντικούς) κομμουνιστές, που κουνάνε επιτιμητικά το δάχτυλο στο κόμμα και τη βάση του.

Η αλήθεια γράφεται με κόκκινο διορθωτικό στιλό, που διορθώνει τα λάθη (α-λήθεια), όπως εξάλλου και η ιστορία.
Η ιστορία γράφεται με κόκκινο. Ή κόκκινο από ζωή ή κόκκινο από θάνατο.
ΤΡΟΥ ΣΤΟΡΙ.

Τρίτη 16 Αυγούστου 2016

Η τέχνη του να έχεις πάντα δίκιο

αλλά να μην το βρίσκεις σχεδόν ποτέ...

Όσοι έχουν ψύχωση με τη δικαίωσή τους, την αναζητούν εναγωνίως, με κάθε τρόπο. Πχ λέγοντας τα πάντα και τα αντίθετά τους, ή θα βρέξει ή θα χιονίσει ή καλό καιρό θα κάνει, σαν τριπλή παραλλαγή στο ΠΡΟ-ΠΟ. Αλλά αν βάλεις πολλές τριπλές, το κόστος του δελτίου ανεβαίνει σε δυσθεώρητα ύψη (και βάρη για την τσέπη), οπότε πρέπει να έχεις εναλλακτική. Κάτι σαν το βιβλίο του Σοπενάουερ, με τον τίτλο της ανάρτησης, που βρίσκει τεράστια απήχηση σε ένα κοινό συνηθισμένο στην κοινωνική αδικία και την αφηρημένη επίκληση της δικαιοσύνης, που κάνει ελάχιστα πράγματα για να βρει το δίκιο του, αλλά τα πάντα για την προσωπική του επιβεβαίωση.


Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι περισσότεροι ακολουθούν το παράδειγμα του Μωάμεθ από την παροιμία με το βουνό. Και δεν τους ενδιαφέρει να μοχθήσουν ή να μελετήσουν (αυτό ειδικά τους φαίνεται βουνό) για να φτάσουν αυτοί στην αλήθεια, αλλά να τους έρθει αυτή στο πιάτο, να έρθει στα (σοφά) λόγια τους και να προσαρμοστεί ευέλικτα στις ιδέες τους.

Κι επειδή η πραγματικότητα είναι μεν πολύπλοκη κι αντιφατική, αλλά δεν είναι χυλός για να παίρνει το σχήμα μιας συνείδησης, το πρόβλημα περιπλέκεται από τις συνειδήσεις που πλανώνται πλάνην οικτράν, αλλά αρνούνται να πλανηθούν, δηλ να μετακινηθούν, παραμένουν γαντζωμένες στην πλάνη τους και εχθρεύονται οποιονδήποτε της/τους εναντιώνεται και δε συμφωνεί πως πετάει ο γάιδαρος. Οπότε θέλει γαϊδουρινή υπομονή για να γίνει σοβαρή πολιτική συζήτηση με τα συγκεκριμένα άτομα, καθώς περιστρέφεται διαρκώς γύρω από ένα κόλλημα, σαν σκυλί που το έχουν δέσει σε πάσσαλο κι αλυχτάει χωρίς σκοπό.

Η αλήθεια και η προσέγγισή της δεν είναι κάποιο κληρονομικό χάρισμα, αλλά απαιτεί μεθοδικότητα, αναλυτική ικανότητα και τα κατάλληλα ερμηνευτικά εργαλεία. "Ψέματα να πω; Υπάρχει το σύστημα" (μέθοδος), όπως έλεγε και το σλόγκαν μιας παλιάς διαφήμισης. Αν οι κομμουνιστές επιβεβαιώνονται συνεχώς στις εκτιμήσεις τους (με την έννοια της επαλήθευσης και όχι του σας-τα-λεγάκια, που κουνά επιτιμητικά το δάχτυλο), είναι γιατί βασίζονται σε αυτά τα εργαλεία, και όχι γιατί είναι καφετζούδες, σαν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, που ποντάρουν στην ευπιστία του κόσμου. Αυτοί σου ζητάνε ένα χαρτονόμισμα (ή ένα ψηφοδέλτιο) για να διαλυθεί το σύννεφο, ενώ οι δικοί μας σου λεν καθαρά πως έρχεται θύελλα και σου διαλύουν το συννεφάκι με τις αυταπάτες για εύκολες, κοινοβουλευτικές λύσεις από τα πάνω, που θα έρθουν σα δώρο από τον ουρανό (αντί να εφοδεύσουμε εμείς σε αυτόν), σαν όλους όσους πέφτουν από τα σύννεφα με την προδοσία (εντός κι εκτός εισαγωγικών) του τρίτου μνημονίου, τον περασμένο Αύγουστο.

Κι αυτή ακριβώς η επέτειος, που πέρασε στα ψιλά (εν μέσω θρησκευτικής κατάνυξη και σκυλοκαβγά για τα τηλεοπτικά πλάνα) είναι η αφορμή για τις παραπάνω σημειώσεις. Γιατί το ΚΚΕ έχει βασικά κατακτήσει την τέχνη να έχει σχεδόν πάντα δίκιο, σε όλα όσα έλεγε (και προειδοποιούσε) πχ για την ΕΕ, την αριστερή κυβέρνηση, το δημοψήφισμα, κοκ. Το ζητούμενο όμως είναι πώς θα μεταδώσει την αλήθεια στις μάζες, για να γίνει υλική δύναμη. Κι είναι αυτές ακριβώς οι δυσκολίες να πει κανείς την αλήθεια (όπως σημείωνε ο Μπρεχτ, που για τη σημειολογία του πράγματος, πέθανε 14 Αυγούστου, την ίδια μέρα που ψηφιζόταν το μνημόνιο και κάποιοι αποστασιοποιήθηκαν όψιμα αλλά κάθε άλλο παρά μπρεχτικά από το Σύριζα) που αποτελούν την τέχνη της πολιτικής.

Το θέμα λοιπόν δεν είναι να έχεις δίκιο, αλλά πώς θα το βρεις. Γιατί η αλήθεια, κι ετυμολογικά να το πάρεις, προϋποθέτει την άρνηση της λήθης, κάτι εξ ορισμού πολύ δύσκολο για μια κοινή γνώμη, που τη βομβαρδίζουν με προπαγάνδα κι άχρηστες πληροφορίες για να νιώθει σαν χρυσόψαρο στη γυάλα, και να μην αποκτήσει ποτέ ιστορική μνήμη. Κι επειδή ένα σημαντικό μέρος του λαού, που αγαπά τις αυταπάτες του, μισεί αυτόν που του λέει την αλήθεια, σαν τους αγγελιοφόρους των κακών μαντάτων, αυτόν που τον καλεί σε ξεσηκωμό και αφύπνιση, όπως το ξυπνητήρι, που μας λέει την πικρή αλήθεια για την ώρα, αντί να μας πει ένα γλυκό ψέμα, να αποκοιμηθούμε. Πχ "όχι μέχρι το τέλος".

Κι αν για εμάς νόμος είναι το δίκιο του εργάτη, το δίκιο μιας ολόκληρης τάξης, που υφίσταται την εκμετάλλευση, καταλαβαίνει κανείς πόσο δύσκολο είναι να το βρει. Γιατί κανείς δεν αμφισβητεί (στα λόγια) πως το έχει, άλλο αν κάποιοι εξ ημών μαθαίνουν να λατρεύουν το βιαστή-εκμεταλλευτή τους και να τον ευγνωμονούν.

Κανείς δεν πρόκειται να μας χαρίσει τίποτα, αν δεν το διεκδικήσουμε.
Κι αυτό δεν πρόκειται να γίνει δια της νόμιμης (συνταγματικής) ή της δικαστικής οδού, αλλά μόνο αν κινήσουμε εμείς να βρούμε το βουνό -ου μην και να ανέβουμε σε αυτό με ένοπλες ομάδες...