Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαλαβάνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βαλαβάνη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2025

Θ.Ν. Αρκεί να Κ.Κ.

(Συνέχεια από το προηγούμενο...)

Κι ήταν όλοι τους εκεί, η Καιτούλα και ο Σταμάτης, ο Ιζνογκούντ, ο χαλίφης της Βαγδάτης, ο πρέσβης του Ιράν, της Μπολιβαριανής Δημοκρατίας της Βενεζουέλας -και πάλι καλά να λες που έλειπε του ξανθού γένους-, ο Σαραφιανός της ΑΡΑΣ -χωρίς το μπαλέτο της-, ο Στέφανος Τζουμάκας -χωρίς την περιβόητη ομπρέλα του.
Όμως δεν ήσουν εσύ, το σφυροδρέπανό σου,
λείπει η μισή οργανωτική και ό,τι είναι δικό σου
.
Τούτα τα παιδιά του Φλεβάρη είναι δικά τους και δικά μας. Δεν μπορεί κανείς να μας τα πάρει. Σαν τον Φλωράκη...

Τι λέγαμε όμως; Α, ναι. Η αγάπη και η (λαϊκή) ενότητα θα μας διαλύσει. Ξανά. Και αν οι Joy Division τραγουδούσαν τελικά για την Αριστερά, πριν μεταλλαχτούν σε New Order (πραγμάτων) για να μας πουν για μια Blue Monday, σαν το δευτερόβραδο της παρουσίασης; Που ήταν κατά βάθος κόκκινη, με μια σειρά ξεθωριασμένες αποχρώσεις και παρεκκλίσεις του, και ελάχιστες πινελιές γαλάζιας μελαγχολίας για τη ζωή που κυλά χωρίς να κοιτά την εφήμερη νιότη του κόσμου μας και μας επιφύλασσε ήδη μερικές μοβ πένθιμες κορδέλες για τους απόντες (του Γραμματικού και γενικώς).
Κι αν τα μάτια σου βουρκώνουν, έχουν τρόπο και δηλώνουν αγωνιστικά αισιόδοξα, με τον αστερίσκο του Γκράμσι έστω, και ας παραμένει η πάλη των τάξεων ιστορικά αδικαίωτη, και ας άλλαξαν -λέει- τα ανεμολόγια και οι ορίζοντες. Ακόμα και οι δικοί μας ίσως...

Γιατί όπως είπε ο Σκαμνάκης, πέρα από τα δεινά και τις διαψεύσεις της γενιάς του, πίσω από τα τραύματα και τους εφιάλτες που μπορεί να τους κυνηγούσαν ακόμα και την ώρα της ιερής ερωτικής πράξης, για να την διακόψουν βέβηλα, υπήρχε το βίωμα μιας γνήσιας, ακατανίκητης χαράς. Του σκοπού που τους γέμιζε, του οράματος και της προοπτικής που τους οιστρηλατούσε.
Ενώ τώρα τίποτα. Νιώθω χαρά, τόσο βαθιά...

Κι ενώ ο Σκαμνάκης εξέφραζε, όπως είδαμε, την ευγνωμοσύνη του στο ΚΚΕ της εποχής, τον (Κώστα) Τζιαντζή που τον στρατολόγησε (αλλά και στη Μαργαρίτα Γιαραλή από το Εσ. που εμψύχωνε όλους τους κρατούμενους), η Βαλαβάνη «ευγνωμονούσε» τον... αστυνομικό της φάκελο, για την ακρίβειά του και τη βοήθεια που της έδωσε για ημερομηνίες, συγκεκριμένα στοιχεία κτλ. Ο δικός της ήταν άλλωστε ένας από τους ελάχιστους που γλίτωσε από την υψικάμινο της Χαλυβουργικής, αποτελώντας πολύτιμη ιστορική πηγή. 

Στο κάψιμο των φακέλων αναφέρθηκε (επι)κριτικά, ως ιστορικός, και ο Μαργαρίτης, γιατί... άλλο συμφιλίωση και άλλο παραγραφή εγκλημάτων -της ασφάλειας, του αστικού κράτους και όσων υποτιθεται έκαψαν το μαύρο παρελθόν τους, για να το αναγεννήσουν από την τέφρα του, αλλά χωρίς ενοχοποιητικά αποδεικτικά στοιχεία.
Οι ιστορικές πηγές είναι γενικά πονεμένο ζήτημα άλλωστε, ιδίως για την Ασφάλεια της Μεσογείων, σε βαθμό που μπορούμε να τις μετρήσουμε στα δάχτυλα των χεριών -χωρίς υπερβολή.

Και αυτή είναι μια καλή πάσα για να δούμε (επιτέλους) τι είπαν και οι υπόλοιποι στην παρουσίαση.

Ο Πι-Πι, που έχει σπουδαία γραφή και λέγειν (δύσκολα όμως θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο για το πολιτικό του κριτήριο τα πολλά τελευταία χρόνια), είπε μεταξύ άλλων ότι ως επαγγελματίας γραφιάς «ζηλεύει» την πένα του Μαργαρίτη, ότι το βιβλίο του θύμισε αρκετά τους «ανθρωποφύλακες» του Κοροβέση αλλά χωρίς το ίδιο ψυχοπλάκωμα (χάρη και στα ευτράπελα που αναφέραμε), και πως το δικό του «Θ.Ν.» ήταν ο Θανάσης (Σκαμνάκης) και η Νάντια (Βαλαβάνη), που ήταν δίπλα του στο πάνελ. Στο ενδιάμεσο μνημόνευσε την περίφημη φράση του αλύγιστου Πλουμπίδη πως την τιμή και την αξιοπρέπεια δεν μπορεί κανείς να στην πάρει, αν δεν την αφαιρέσεις εσύ μονάχος σου. Μια σοφή κουβέντα που έχει γενική διαχρονική ισχύ για όλους μας: για τις πιο ηρωικές μορφές, τις πιο ηρωικές γενιές και τα πιο ηρωικά κόμματα. Πόσο μάλλον για τους υπόλοιπους κοινούς θνητούς, που δε θα κερδίσουμε την αθανασία με τις πράξεις μας.

Όπως είπε άλλωστε ο Σκαμνάκης, αυτή η γενιά δεν προοριζόταν να παίξει τον ρόλο του ήρωα -που είναι έτσι και αλλιώς ζήτημα πώς ακριβώς ορίζεται-, γιατί είχε -υποτίθεται- μπροστά της την προοπτική μιας σχετικής ευημερίας-καλοπέρασης. Ενώ συνέχισε με διάφορες ποιητικές σκέψεις και αναμνήσεις, όπως στα γραπτά του στην «τελευταία λέξη» του Πριν, που θύμιζαν Αρανίτ(σ)η και δεν ήταν για πολλούς. Για την μπάλα των παιδικών του χρόνων, που έριχνε τον ασβέστη, αποκαλύπτοντας απαγορευμένα, ξεχασμένα συνθήματα (σε αντίθεση με τον γύψο που έδενε καλύτερα με το τόπι). Και για τα δύσκολα βιώματα και τις αμήχανες σιωπές (πχ με έναν σφο που δεν κράτησε στην ανάκριση) που δεν πρόλαβαν ποτέ να σπάσουν -σαν τον πάγο που χαράζει τον δρόμο.

Η επιλογή της Μάνιας Παπαδημητρίου για για την απαγγελία των αποσπασμάτων ήταν ιδανική, και όχι μόνο για το μπάσο στη φωνή της, που θα το ζήλευαν πολλοί καλλιτέχνες (όχι μόνο ηθοποιοί). Ενώ η (συγκρατούμενη) Ιωάννα Μακρή, που της έλαχε να μιλήσει αμέσως μετά την πρώτη απαγγελία, δεν είχε χρόνο να συνέλθει και διάβαζε εμφανώς βουρκωμένη την ομιλία της, από την οποία ξεχώρισε στο τέλος η αναφορά στον Νίκο Ρωμανό, γιατί τα μπουντρούμια της Ασφάλειας δε μένουν ποτέ κενά από αγωνιστές.
Στα ξεχωριστά στιγμιότυπα και η αυθόρμητη διακοπή της απαγγελίας, όταν αναφέρθηκε το όνομα του Δ. Τσακνιά, με την αφηγήτρια να κάνει αυτό που η νέα γενιά σήμερα θα έλεγε mic-drop, σε άπταιστα ελληνικά.


Ο Μαργαρίτης ξεκίνησε με μια δική του... απαγγελία αποσπασμάτων, από το Big-Bang του Στάθη Καλύβα, για την πνευματική και καλλιτεχνική άνοιξη στα χέρια της χούντας και ειδικότερα την τριετία 1970-73. Σε βαθμό που να πιστέψεις πως ήταν όλα ρόδινα και ελεύθερα, σε αντίθεση με κάτι... περιθωριακούς-αντικοινωνικούς τύπους (σαν τη Βαλαβάνη και τους συντρόφους της) που είχαν τόσο σκοτεινές αναμνήσεις από την εποχή -τα «καλύτερά μας χρόνια», που έλεγε και μια σειρά, με μεγαλύτερη ιστορική ακρίβεια από τα βιβλία του Καλύβα.
Δυο φτερά και αποτύχαμε όλοι...

Στάθηκε στο στρατηγικό αδιέξοδο της χούντας, που αναιρώντας το πολυκομματικό προσωπείο της αστικής εξουσίας, μεγάλωνε τον κίνδυνο να αναδειχτεί το ΚΚΕ μοναδική-βασική πολιτική εναλλακτική, όπως είχε συμβεί στη δικτατορία του Μεταξά. Ενώ έπιασε μια εισαγωγική παρατήρηση του βιβλίου της Βαλαβάνη, για να συμφωνήσει πως η συγγραφή της ιστορίας του ΚΚΕ δεν είναι αποκλειστικά κομματικό καθήκον, γιατί η ιστορία του ΚΚΕ είναι η ιστορία όλων μας, είτε το εχθρευόμαστε, είτε μας εχθρεύεται αυτό, είτε συμπορευόμαστε μαζί του. Είναι σημείο αναφοράς, ακόμα και στα πιο ουτοπικά, αφελή μας εγχειρήματα (και αυτό ήταν το μόνο σύγχρονο πολιτικό υπονοούμενο του Μαργαρίτη για την ΠΦΑ).

Και έχει δίκιο. Μόνο που η Ν.Β. στην εισαγωγή της λέει κάτι ελαφρώς διαφορετικό.

Πώς μπορεί να γραφτεί η ιστορία αυτών των χρόνων; Σίγουρα όχι κυρίως μέσα από το Ιστορικό Τμήμα του ίδιου του ΚΚΕ, όσο χρήσιμη κι αν είναι η λειτουργία του ως Τμήματος κι όσο αξιόλογοι ιστορικοί κι αν είναι όσοι το απαρτίζουν. Ένα κόμμα ή μια οργάνωση δεν μπορούν ποτέ να γράψουν οι ίδιοι τη δική τους ιστορία μέσα από τους δικούς τους μηχανισμούς. Αυτό είναι θέμα ατομικής και συλλογικής έρευνας και δουλειάς πριν απ’ όλα επαγγελματιών ιστορικών, ξεκινώντας απ’ αυτούς που σήμερα βρίσκονται στις γραμμές του. Αλλά και, πολύ ευρύτερα, ιστορικών που έχουν τέτοιες ανησυχίες, προβληματισμούς και προσανατολισμούς.

Το παραθέτω χωρίς σχολιασμό και χωρίς να συμφωνώ. Συμφωνώ απόλυτα όμως με όσα λέει στη συνέχεια για την ανάγκη να καταγραφούν εγκαίρως οι προσωπικές μαρτυρίες βιωμάτων δημόσιου ενδιαφέροντος, από όσους είναι ακόμα εν ζωή και θυμούνται. Κι αναρωτιέμαι, αν σε ένα τέτοιο πλαίσιο θα είχε θέση το βιβλίο της Βαλαβάνη από το εκδοτικό της «Σύγχρονης Εποχής». Ασφαλώς όχι, θα ήταν μια πρόχειρη απάντηση. Γιατί όχι όμως; Γιατί να μην αξιοποιήσει το εκδοτικό μια δουλειά που ξεκίνησε με πρωτοβουλία της συντρόφισσας Α. Σωτήρη, στο πλαίσιο του ΣΦΕΑ -η δική της μαρτυρία, άλλωστε, και η λιτή δωρική έκδοση από τη «ΣΕ» έδωσε το τελικό έναυσμα στη Βαλαβάνη για να καταγράψει τη δική της μαρτυρία. Γιατί να μπαίνει πολιτικό ζήτημα, αν πρέπει να μιλήσει για κάτι που είναι η ιστορία του κόμματος -και μείνει στη μαρτυρία, γιατί ξέρει και μόνη της πως πρέπει να αποφύγει τον σκόπελο να κρίνει το παρελθόν, με μια μεταγενέστερη πολιτική ματιά; Κι αν κάποιος θεωρεί ότι υπάρχει ζήτημα (πολιτικό) και είναι αξεπέραστο, μήπως διαφωνεί με την επιλογή της ΣΕ να εκδώσει γελοιογραφίες του «Στάθη» -που είναι εξόχως πολιτικές, για να προλάβω όποιον πιστεύει πως δεν έχουν κάτι πολιτικό;

Το βιβλίο τελικά εκδόθηκε από τον «Τόπο», που έχει επικρατήσει στον ευρύτερο χώρο και είναι εκδοτική επιλογή ακόμα και για αρκετούς σ/φους -γιατί ασφαλώς δεν μπορεί να εκδίδονται όλα από τη «ΣΕ», πρακτικά μιλώντας. Κι αν μη τι άλλο, η συγκυρία σου δίνει τροφή για συγκρίσεις, πχ τι εκδίδει ο «Τόπος» (καλές ή κακές, πάντως ενδιαφέρουσες, και εύστοχες για τον σκοπό που υπηρετούν) και σε τι δίνη-κρίση μπαίνει παράλληλα το «ΚΨΜ», που κινούνταν σε παραπλήσιο χώρο, αλλά οδηγείται στο κλείσιμο του καταστήματός του στο κέντρο -ακριβώς απέναντι από τη «ΣΕ»- και δεν ξέρω αν αυτό προαναγγέλλει, σε δεύτερο χρόνο, το κλείσιμο του εκδοτικού. Το μόνο βέβαιο, προς το παρόν, είναι πως την πληρώνουν οι εργαζόμενοι.

Εκ των πραγμάτων, η πιο ιδιαίτερη τοποθέτηση ήταν ασφαλώς ενός... ασφαλίτη ή τέλος πάντων απόστρατου αξιωματικού της ΕΛΑΣ (Μπάμπης Νίκας), που δεν εκπροσωπούσε τη γενιά των ανθρωποφυλάκων της χούντας, αλλά πρόλαβε τα σταγονίδιά της (που ήταν ποταμός ολόκληρος) στο Σώμα και τον (ουδέποτε αποκαθαρμένο) κρατικό μηχανισμό, μέχρι να δούμε κάποια... «διαφορετικά φεγγάρια μετά το ’81», ενώ «μας βοηθούσε σε αυτό και το Κόμμα», όπως μας είπε, μιλώντας -άτυπα- εκ μέρους της «άλλης πλευράς». Που ήταν βασικά μαζί μας -και εμείς είμαστε «οι άλλοι», μες στις ζωές των άλλων, που παρακολουθούνται συνεχώς- αλλά άφησε ανάμικτα συναισθήματα στο κοινό.

Ξεκίνησε δυνατά με λαϊκή φωνή σαν του Χατζηχρήστου (του 16ου) και ωραία «ανέκδοτα» για τη σύλληψη του βοσκού πατέρα του, που πήγαινε να φυλάξει σκοπιά στο τμήμα -όπως του έλεγε η μητέρα του, για να μη στενοχωριέται. Και έκλεισε με την πρόταση να μοιράζεται το βιβλίο στις σχολές Αστυνομικών, για να μαθαίνουν ιστορία, -που ακούστηκε σαν ανέκδοτο σε πολλούς, ενώ ο Πι-Πι είπε πως μάλλον ο Δένδιας έχει άλλες προτεραιότητες, πχ τα φέρετρα με τη σημαία της ΕΕ.

Στο ενδιάμεσο, ο Νίκας είπε ότι δε σκοπεύει να μας κάνει μάθημα περί δημοκρατίας και τι ρόλο παίζουν τα όργανα καταστολής. Αναφέρθηκε στα 2,5 χιλιάδες μέλη του ΕΑΜ Αστυνομικών και την ηρωική οκταήμερη απεργία τους, στα χρόνια της Κατοχής. Και έδωσε ένα ιστορικό στοιχείο για το (χαμηλό) μισθό που είχαν τότε: 3.600 δραχμές -που υποψιάζομαι πως ήταν κι η βάση για το σύνθημα «τρεις και εξήντα παίρνετε...».
Είναι ζήτημα πάντως αν όλα αυτά δικαιολογούν την εκτίμηση πως «είμαστε εργάτες με στολή» και «παιδιά του ελληνικού λαού». Που πρέπει να ενόχλησε μια μερίδα του κοινού -και πάντως δεν την έπεισε να κλείσει φωνάζοντας πχ ρυθμικά: μπάτσοι-κομμούνια-μπολσεβίκοι.
Άλλο Ε.Λ.Α.Σ. και άλλο ΕΛ.ΑΣ.

Σε κάθε περίπτωση, η παρουσία του στο πάνελ της εκδήλωσης δεν ήταν τυχαία επιλογή. Ούτε προφανώς η τελική αναφορά της Βαλαβάνη στην παρουσία κάποιων αστυνομικών στο κοινό, με τους οποίους είχε άριστη συνεργασία στη Βουλή -και οι οποίοι περίμεναν στο τέλος να υπογράψει αφιέρωση στα βιβλία τους! Ήταν σχεδόν η τελευταία ειδική μνεία που έκανε -και ξάφνιασε ακόμα και μένα, που περίμενα πως θα κλείσει με το «ΙΕΚ Ψυρρή»...

Η Βαλαβάνη είχε αυτοδικαίως την τελευταία λέξη, που ήταν γεμάτη συγκίνηση και ευχαριστίες, σαν τις τελευταίες σελίδες ενός βιβλίου. Μεταξύ πολλών άλλων, μίλησε για τη σαγήνη της ιστορικής έρευνας, που έχει σχεδόν «αστυνομική» χροιά, και στέκει εμπόδιο στη μεγάλη απόφαση να ξεκινήσεις να γράφεις (για να μην τελειώσει ποτέ). Και έκανε ειδική αναφορά στους νέους, που τόλμησαν να έρθουν, να μπλέξουν με «γριές και γέρους», και με τέτοιο δύσκολο ζήτημα. Αν και λίγα πράγματα συγκρίνονται με τη σαγήνη της ιστορίας των παιδιών του Φλεβάρη και το θάρρος τους να αλλάξουν τον κόσμο -άλλο αν αυτός τα έφερε στα μέτρα τους (μερικά, όχι όλα). Και έτσι τώρα έχουμε να καθαρίσουμε εμείς γι’ αυτούς -και ας μην έχουμε κάνει ούτε ένα κλάσμα συγκριτικά.

Τουλάχιστον μας θεωρούν ακόμα νέους
Και αυτό έχει σημασία...

Να Διαβαστεί από τους νέους, ακουγόταν από όλους στο τέλος (που είναι ζήτημα πόσο διαβάζουν, αλλά αυτό είναι θέμα εποχής, όχι γενιών). Δε θα μπορούσαμε όμως να κλείσουμε με αυτά τα αρχικά (ΝΔ - Να Διαβαστεί).

Θ.Ν. - Θα νικήσουμε. (Hasta La Victoria Siempre, που έλεγε μια ψυχή).
Δ.Χ.Π. - Δε Χάσαμε Ποτέ. Είμαστε Ν.Α. (Νικητές σε Αναστολή).
Και Θ.Ν. οπωσδήποτε. Αρκεί να ΚΚ. Και να μην κκ (κάτσουμε καλά).
Γιατί είναι απ’ τα παιδιά που δεν κκ -ως μέλη του ΚΚ. Τα παιδιά του Φλεβάρη.

Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2025

Θ.Ν. - Τα παιδιά του "74-'75"

Θ.Ν. Ένα χρονικό για «τα παιδιά του Φλεβάρη» μισό αιώνα αργότερα. Η βιβλιοπαρουσίαση.

Τι μουσική παίζει στα ηχεία του ασυνείδητου, καθώς πας σε μια εκδήλωση όπου όλα είναι συνειδητά;
Του Φλεβάρη τα παιδιά έδιωξαν τον βασιλιά. Ή έστω τη χούντα. Όχι, δεν κολλάει. Άσε που ήρθαν μετά τα παιδιά του Βενιζέλου, χωρίς Αλλαγή και Ιδιώνυμο, αλλά με τον ίδιο αντικομμουνισμό. Σήμερα και αύριο, ούτε που αλλάζουν...

-Θ.Ν. Κάπως σαν τον Θήτα Μι (που έλεγε για τον εαυτό του ο μεγάλος Μικρούτσικος). Που πάει να πει, σε αυτή τη γλώσσα τη βουβή, με τα «σήματα Μορς», πως «ΘΑ ΝΙΚΗΣΟΥΜΕ». Κι εκ των υστέρων ακούγεται ίσως σαν ειρωνεία της ιστορίας, σαν το Venceremos του Άσιμου. Και όμως δεν είναι. Στο μαγκανοπήγαδο της μνήμης μου περνώ, 50 χρόνια πριν.

-The Connels: ’74-75.

Πρώτο πλάνο, φωτό από εκείνο τον Φλεβάρη, σαν την mugshot της 19χρονης Βαλαβάνη, τόσο εγκληματική κοψιά, που την κάνεις για μαθήτρια (μέλος της ΜΟΔΝΕ). Κι αυτοί είναι οι πιο επικίνδυνοι, γιατί αν γλιτώσει το παιδί, υπάρχει ελπίδα, ενίοτε κι αυταπάτες (πχ ότι θα την γλιτώσεις φτηνά από τα χέρια της Ασφάλειας). Αυτές κι αν είναι επικίνδυνες...


Στο επόμενο πλάνο μια φωτογραφία από το κοινό της εκδήλωσης -όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά. Με τη χαρμολύπη στα μάτια και ένα δακρυσμένο χαμόγελο στα χείλη, σαν διαλεκτική αντίθεση. Πού είσαι νιότη του κόσμου που έδειχνες πως δε θα γεράσουν ποτέ. Ήτανε νέοι, ήταν παιδιά (του Φλεβάρη) και πίστευαν πως θα μείνουν πάντα έτσι, στην ηλικία και όχι μόνο. Κι ήταν καλή σοδειά, που δεν άνθισε ματαίως, και ας ήταν άχαρα τα χρόνια που χρεώθηκε να ζήσει.

I was the one who let you know
I was your «sorry ever after».
’74-’75

Σήμερα θα τα ’καναν όλα αλλιώς, αλλά δε μετανιώνουν για τίποτα. Ούτε καν ο Μαργαρίτης -ο μόνος από το πάνελ που είναι κοντά στο ΚΚΕ. Τα μαύρα τα μαλλιά τους και αν ασπρίσαν, πέσαν ή βάφτηκαν, δεν τους τρομάζει η βαρυχειμωνιά. Και όσοι ήταν στην ψυχή μπολσεβίκοι, επιστρέφουν σιγά-σιγά. Ο λύκος και αν εγέρασε και έβαψε το μαλλί του...

It’s not easy
Nothin’ to say ’cause it’s already said
It’s never easy

Ποτέ δεν είναι εύκολο να μιλήσεις, αλλά δε γίνεται να κουβαλάς για πάντα μέσα σου ένα νεκροταφείο από λέξεις. Όχι άλλες σιωπές, πριν κλείσουν οι τάφοι και πάρουν μαζί τους ένα κομμάτι ιστορίας, πολύτιμο και αναντικατάστατο. Όταν καβαλάς τα 70, αρχίζεις να το καταλαβαίνεις, τρέχεις να προλάβεις να το διορθώσεις.

-Εναλλακτικά μπορεί να παίζει το βιντεο-κλίπ του Βασίλη με τον Νταλάρα. Όπου τα ορφανά του Μάλλιου και του Μπάμπαλη βάζουν τον πρωταγωνιστή να δει καρέ από το παρελθόν του, όταν δεν είχε χάσει ακόμα το καρέ, μακρύ μαλλί του και τη διάθεσή του να αλλάξει τον κόσμο, που τελικά τα διέγραψε μόνος του, οικειοθελώς και χωρίς ξύλο. Στο ίδιο έργο θεατές... Με ροζ και πράσινους κόκκους. Αλλά εμείς θα τον αλλάξουμε τον κόσμο, να το δεις. Θ.Ν.

-Κι άμα θες να τρολάρεις, τι ακούς;
Όπως παλιά, το κόμμα στα δύο. Εγώ στην ΚΝΕ, εσύ μες στο Χημείο.
Και η Νάντια τι να λέει σήμερα για την ΑΡΑΣ;
Δεν ξέρω. Μπορεί να τα θεωρεί υπερβολές του κίτρινου τύπου και της ομόχρωμης (2ης) Διεθνούς, όπως τα παλιά ανέκδοτα για τα «ΚΝΑΤ».

Και ποια παιδιά είναι αυτά;
Του Φλεβάρη. Που τα έπιασαν παραμονές Βαλεντίνου, ίσως γιατί η επανάσταση είναι σαν τον έρωτα και κάθε μέρα μετράει σαν μήνας, έστω και κουτσοφλέβαρος.

Τα παιδιά της βαρυχειμωνιάς (που δεν τους τρομάζει), της χούντας του Ιωαννίδη, μετά την άνοιξη του Πολυτεχνείου, που την ακολούθησε το σύντομο καλοκαίρι της Μεταπολίτευσης, πριν φτάσουμε σε άλλη μια μακρά περίοδο παγετώνων, όπου κυνηγάμε μάταια βελανίδια -σαν το σκιουράκι από το Ice Age-, ενώ δρυός σοβιετικής πεσούσης, πας αστός ξυλεύεται και κάποιοι τους περνάνε για διαδόχους, ενώ εμείς κινδυνεύουμε να μας πουν απολιθώματα. Αλλά ο δρόμος είναι χαραγμένος στη μνήμη μας και την ιστορία, γιατί ο πάγος έσπασε και δεν ξανακολλάει...

Είναι τα παιδιά της ΚΝΕ, που λένε στη ζωή το μέγα ναι. Ακόμα και ένα μεγάλο «ΟΧΙ» στον καιρό τους -και δεν εννοώ στο δημοψήφισμα. Δυσκολεύεσαι να πιστέψεις πως τελικά δέχτηκαν αυτό ακριβώς που απέρριψαν -έναν Συνασπισμό που δεν έπαιρνε θέση ενάντια στην ΕΟΚ και τα κυβερνητικά αξιώματα. Και ότι κάποια εξ αυτών έγιναν «παιδιά του Τσώρτσιλ», καθώς μεγάλωναν, πηγαίνοντας όλο και πιο δεξιά, με το ρεύμα της εποχής τους. Ό,τι δεν μπορείς να πολεμήσεις, αγάπησέ το -ακόμα και αν είναι το σύστημα.

-Love, love will tear us apart. Again...

Όχι για τα ψεύτικα ενωτικά καλέσματα, που θυμίζουν «Αγάπη Μόνο» και τις έτοιμες ερωτικές κάρτες του εμπορίου. Αλλά για τη σιωπή τόσων χρόνων, που πριν το τέλος μοιάζει με αγάπη μεγάλη, ακόμα και όταν σπάει. Και για τον έρωτα, που η Βαλαβάνη θα τον γνώριζε ως κρατούμενη της χούντας. Τον γνώριζε και πριν -χωρίς να τον ξέρει- από το φυλλάδιο της ΚΝΕ «τι να κάνετε, όταν σας συλλάβουν». Και θα έμενε μαζί του 40 χρόνια, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος, που δεν είναι παρά μια απλή μεταβολή της ύλης, δυστυχώς ασήμαντη μπροστά στην ιστορία (που προχωρά χωρίς να υπολογίζει τους ζευγάδες που φεύγουν) ή τις πολιτικές μεταβολές που βιώσαμε.

Πριν τον γνωρίσει, η Νάντια παρίστανε το «ζευγαράκι» με έναν άλλο σ/φο, για να παραπλανήσει την Ασφάλεια. Τελικά τον άφησαν ελεύθερο τον σ/φο, γιατί η μπολσεβίκα καταχράστηκε τη φιλοξενία του και έκανε γιάφκα το σπίτι εν αγνοία του (με 5 προκηρύξεις και άλλα αντίστοιχα δολοφονικά όπλα).

Ένας άλλος ρόλος -πριν καταλάβουν οι ανθρωποφύλακες τι «ψάρι» είχαν πιάσει- ήταν να παίξει την «αλαφροΐσκιωτη» και ολίγον σοσιαλδημοκράτισσα. Και όταν την ρώτησε σχετικά ο Μάλλιος, του απάντησε ως αιχμάλωτος (της ασφάλειας και) της γεωγραφίας: Σουηδία.
-Ε και λίγο αριστερά, πρόσθεσε αμέσως, γιατί σκέτο της φάνηκε πολύ νερόβραστο.

Είναι άτιμο πράγμα η ιστορική ειρωνεία, όταν κοιτάς αφ’ υψηλού και με χρονική απόσταση τα γεγονότα. Τότε η Βαλαβάνη δε φανταζόταν πως θα έμπλεκε με την (ακόμα πιο νερόβραστη) σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ και του Βαρουφάκη. Τότε οι μόνες αυταπάτες ήταν πως μπορεί τελικά να γλιτώσουν από τη Μεσογείων, χωρίς πολλές επιπλοκές (άντε και η θεωρία των σταδίων). Γιατί η ελπίδα είναι πιο δυνατή από τη λογική, όπως γράφει αυτοκριτικά και η ίδια (Νάντια-Ναντιέζντα = ελπίδα). Και τότε δεν είχε τη στερνή γνώση για την «ελπίδα» που ερχόταν μασκαρεμένη -αν και είχε τα πολιτικά εφόδια να είναι υποψιασμένη για το (ίδιο) έργο και να μη μείνει θεατής. Τότε δεν μπορούσε να ξέρει ότι θα μαζευόμασταν μια μέρα στο Τριανόν, λίγο αριστερά από την 3η Σεπτεμβρίου (και τη διακήρυξή της). Και ότι κάπου εκεί, κεντροαριστερά, θα κατέληγαν πολλά από τα παιδιά του Φλεβάρη.

Γενικώς η Βαλαβάνη δε μιλούσε καθόλου στην Ασφάλεια, για να μην της πάρουν λέξη -ούτε καν το όνομά της. Μια φορά μόνο, όταν αποκαλύφθηκε ότι ήταν παράνομο στέλεχος, τους είπε «είμαι μέλος της Αντι-ΕΦΕΕ και δεν έχω τίποτα άλλο να πω». Και αυτή ήταν σχεδόν μόνιμη επωδός στις ανακρίσεις της τους επόμενους μήνες στη Μεσογείων. Και αυτό έκανε τους ανθρωποφύλακες να την περάσουν στις αναφορές τους για «λιγομίλητη» -που σίγουρα δεν ανήκει στα μειονεκτήματά της. Κι αυτή είχε πάρα πολλά να πει, για να τα κρατήσει μέσα της. Κι είναι πολύ λίγες οι σχετικές πηγές, για να περισσεύει η δική της μαρτυρία.

Εξάλλου η σιωπή της ομοφωνίας έχει θέση μόνο στα πολιτικά νεκροταφεία. Κι όταν τελικά την σπάμε, δεν είναι απαραίτητο να συμφωνήσουμε, ούτε πως θα βρούμε κάτι να μας ενώνει -εκτός και αν μιλάμε με πράξεις, στον αγώνα. Μπορούμε όμως να καταλάβουμε καλύτερα τι μας χωρίζει και τι είναι αυτό που κράτησαν από το Κόμμα τα παιδιά του Φλεβάρη. Να σε σκεφτώ και να σε νοσταλγήσω, και αν υπάρχει λόγος, να γυρίσω -όπως και έγινε δηλαδή σε κάποιες περιπτώσεις, χωρίς κανείς να τους ζητήσει τον λόγο (να γυρίσουν) ή να πουν το δίδαγμα της παραβολής του άσωτου σ/φου, για να δείξουν πως όντως το κατάλαβαν.

Σε τελική ανάλυση, δε χρειάζεται να γυρίσουν όλοι. Ούτε να το κάνουν λίγο πριν το τέλος, για να πεθάνουν ως κομμουνιστές -και με τη βούλα. Κατά βάθος μπορεί όλοι ΚΚΕ να είμαστε -και να μην το ξέρουμε ή να μην το ξέρει το κόμμα. Πάνω-κάτω όπως τότε, που όλοι αυτοί ήταν/δήλωναν κομμουνιστές. Και ίσως αυτό να ήταν (το) πρόβλημα. Αυτό που έκανε κάποτε τον Ραφαηλίδη να πει πως στο ΚΚΕ μπορείς να συναντήσεις τα πάντα, ακόμα και κομμουνιστές. Κατ’ αντιστοιχία σήμερα, στην «Αριστερά» μπορείς να βρεις τα πάντα, ακόμα και άτομα που δεν είχαν ποτέ καμία σχέση μαζί του -αν και είναι μειοψηφία. Κι όσοι ήταν μια φορά Κνίτες, δε μένουν τέτοια για πάντα. Ή μήπως όχι;

Τι θα απαντούσε σε αυτό ο Σκαμνάκης; Που έχει φύγει εδώ και χρόνια, είναι σε αντιπαράθεση διαρκείας, αλλά χτες ένιωσε την ανάγκη να εκφράσει βαθιά ευγνωμοσύνη για το ΚΚΕ της εποχής του (και τον Τζιαντζή που τον στρατολόγησε).

Η αγάπη θα μας διαλύσει ξανά. Μέχρι δακρύων. Και ο μόνος λόγος να δακρύσεις, είναι όταν δεν μπορείς να χωρέσεις κάτι μέσα σου. Τον πόνο μιας απώλειας, την θλίψη. Την αδικία και τα νεύρα. Ακόμα και τη χαρά ή τη συγκίνηση, όταν σε γεμίζει ένας σκοπός και η συσσωρευμένη μαγεία μιας συλλογικής στιγμής, σαν τη χτεσινή, που ήταν όλοι τους εκεί. Πώς να σωπάσεις μέσα σου την ομορφιά του κόσμου...

Και δεν υπάρχει γάμος χωρίς κλάμα (πολιτικός ιδίως -και δεν εννοώ στο δημαρχείο) ή κηδεία χωρίς γέλιο. Ακόμα και βασανιστήρια χωρίς ευτράπελα. Μπορείς να το καταλάβεις, διαβάζοντας τα «ανέκδοτα» του Φαρσακίδη από τη Μακρόνησο και τις εξορίες. Ή επίσης το Θ.Ν. της Βαλαβάνη, που είναι γεμάτο μικρές, αστείες στιγμές, για να σπάει η ένταση.

Πχ ο ανθρωποφύλακας που τραγουδά εν αγνοία του τον ύμνο της ΕΠΟΝ. Ο συνάδελφός του που πίστεψε πως έπιασε λαβράκι και το «μεγάλο κεφάλι», βρίσκοντας μια σημείωση για αυτό που μας καθοδηγεί κρεμασμένο από έναν φανοστάτη στα Τρίκαλα. Ή για τον ανακριτή που ζητούσε από τους κρατούμενους ομολογίες, ακολουθώντας την οδηγία του Λένιν: ένα βήμα μπροστά και δύο πίσω. Ή για τον πανικό που προκαλούσε μια έρευνα στα κελιά και την αγωνία για να κρύψουν οι σφοι ένα υπερπολύτιμο στιλό. Κι όποιος έχει διαβάσει φέτος το James του (κάτι παραπάνω από απλώς αξιόλογου) Έβερετ, μπορεί να κάνει τη σύνδεση με την εποχή της δουλείας και να καταλάβει πόσο παράνομη κι επικίνδυνη πράξη είναι η απαλλοτρίωση ενός μολυβιού, όταν προσπαθούν να σε φιμώσουν.

Αλλά όσοι νομίζουν πως η χούντα ήταν «ανέκδοτο» και έριξε «απλώς μερικά χαστούκια» σε αριστερούς και μη, ας το πουν αυτό στα παιδιά του Φλεβάρη που υπέστησαν τον ευτελισμό-βασανιστήριο της «έρευνας» κάθε οπής του σώματός τους -για να μην περάσουν στα κελιά κάτι επικίνδυνο, όπως πχ ένα στιλό. Ας το πουν στον Γόντικα, που από τη φάλαγγα τρύπησαν τα πέλματά του ή ας το έλεγαν στον Κάππο, που είχε σαν στάμπα το κορμί του σημαδέψει ο φασισμός και η ανάγκη να τον ρίξουμε.

Αλλά επειδή ούτε εγώ έχω το «μειονέκτημα» να λακωνίζω όταν γράφω, παρά μόνο πολιτικά (για να θυμηθούμε και το πλην Λακεδαιμονίων του Λεωνίδα), και δεν έχω γράψει ακόμα ούτε λέξη για (πευκοβελόνες και) τις τοποθετήσεις των ομιλητών, ας βάλουμε εδώ ένα κόμμα (το ΚΚΕ κατά προτίμηση) και μια άνω τελεία (καμία σχέση με του Γκλέτσου) και τα υπόλοιπα τα βλέπουμε στην επόμενη ανάρτηση.