Κυριακή 21 Ιουλίου 2024

Μεταπολίτευση - Τα καλύτερά μας χρόνια

Ίσως είναι κάπως άτοπο να νοσταλγείς τα χρόνια που δεν έζησες -τουλάχιστον όχι ως ενήλικας ή με ενεργή μνήμη- αλλά όλα λύνονται όταν μιλάς με όρους συλλογικού υποκειμένου και διαλεκτικής, η οποία είναι η απάντηση σε κάθε απορία, αντίφαση και σε όποιο φαινόμενο δεν καταλαβαίνουμε ή δεν μπορούμε να εξηγήσουμε -που είναι περίπου το ίδιο. Είναι διαλεκτικό...


Η μεταπολίτευση είναι ορόσημο για ιστορικούς, δημοσιολόγους και το κίνημα, ιδρυτική πράξη για την Γ’ Ελληνική Δημοκρατία, την «καλύτερη που είχαμε ποτέ» -μα εκατομμύρια φορές χειρότερη από τη «χειρότερη», την πιο αδύναμη και ανολοκλήρωτη Λαϊκή Δημοκρατία που θα έχουμε στο μέλλον. Σημείο αναφοράς για όσους την νοσταλγούν ασυνείδητα, επιδιώκοντας την επιστροφή σε μια φαντασιακή «κανονικότητα», που να της μοιάζει -το οποίο τηρουμένων των αναλογιών είναι εξίσου εφικτό με το να μπουν σε μια χρονομηχανή και να ταξιδέψουν πίσω στον χρόνο. Αλλά και για όσους την δαιμονοποιούν ως την πηγή όλων των δεινών της οικονομίας -χαμηλή παραγωγικότητα και ανταγωνιστικότητα, μνημόνια κτλ- που ισοδυναμεί με τη θεωρία της πεταλούδας: όταν ένας εργάτης/κλάδος παίρνει αύξηση, η χώρα βουλιάζει λίγες δεκαετίες αργότερα κι ας βρίσκονται διάφοροι εθελοντές να θυσιάσουν τον μισθό τους -σύμφωνα με τα λεγόμενα αρκετών πρωθυπουργών μας. Αντιθέτως, η οικονομία μας είναι οχυρωμένη απέναντι στο ράλι με τις αυξήσεις τιμών ή στα μεγάλα φαγοπότια -πχ του ’04- που δεν έχουν αντίστοιχη συνέχεια, αφήνοντας τα συσσωρευμένα κεφάλαια να λιμνάζουν.

Είναι δύσκολο να αποφύγει κανείς κάποιες επαναλήψεις, μιλώντας για την 50ή επέτειο της Μεταπολίτευσης. Αν ήταν κόμμα θα ήταν το ΠΑΣΟΚ. Αν ήταν εφημερίδα, η Ελευθεροτυπία και κανάλι, το Μέγκα. Η περίπου ταυτόχρονη κρίση αυτής της τριάδας στα χρόνια των μνημονίων σηματοδοτεί το οριστικό κλείσιμο ενός κύκλου που ούτως ή άλλως δεν είχε συνέχεια αλλά αιωρούνταν σαν άταφος νεκρός στον δημόσιο λόγο, ελλείψει άλλου σχήματος-αφηγήματος.

Ο όρος Μεταπολίτευση είναι μάλλον αγνώστου πατρός/μητέρας αλλά πιθανόν η πρώτη δημόσια καταγραφή του ήταν σε άρθρο του Φαράκου στον Ριζοσπάστη -αν δε με απατά η μνήμη. Στην αρχική του έννοια αναφερόταν αποκλειστικά στη χρονική στιγμή της μετάβασης στο δημοκρατικό, κοινοβουλευτικό πολίτευμα και είναι εντυπωσιακό πώς σταδιακά αλλάζει η χρήση του για να καλύψει μια ολόκληρη περίοδο. Που δεν είναι όμως ενιαία και χρήζει περαιτέρω περιοδολόγησης.

-η ηρωική περίοδος των πρώτων χρόνων, με την έντονη πολιτικοποίηση, τους μεγάλους απεργιακούς αγώνες, με τα «αυτόνομα σωματεία» για το φαντασιακό του εξωκοινοβουλίου -και της ΠΑΣΚΕ-, τα ταγάρια και τα αμπέχονα, τις ιστορικές συναυλίες και τη μαζικότατη επιρροή του πολιτικού τραγουδιού.
-η εποχή της ψευδεπίγραφης «Αλλαγής», ο οδοστρωτήρας του ΠΑΣΟΚ, ο μαζικός εκμαυλισμός συνειδήσεων, οι κατακτήσεις που επέτρεψαν σε πολύ κόσμο να ανασάνει (επιτέλους) ελεύθερα αλλά και να χάσει τα ταξικά γυαλιά του, ετοιμάζοντας τις ήττες του προσεχούς διαστήματος.
-η επικράτηση της αντεπανάστασης και της αποστράτευσης -«μετά την καταστροφή» και το τέλος της ιστορίας. Κι ο αδύναμος -πλην υπαρκτός ακόμα- αντίκτυπος κάποιων κατακτήσεων της περασμένης περιόδου, χωρίς αντίστοιχα ισχυρό κίνημα για να τις υπερασπιστεί και να τις διασφαλίσει.

Θεωρητικά αυτός ο αντίκτυπος επέζησε στην υποτιθέμενη -και χιλιοτραγουδισμένη στον αστικό τύπο- «ιδεολογική ηγεμονία» της Αριστεράς -και των μηνυμάτων του Πολυτεχνείου. Ενδεικτικό, ωστόσο, για το περιορισμένο εύρος της και τα πλήγματα που είχε δεχτεί ήδη το ’91, είναι μια σειρά εκπομπών της Μαρίας Ρεζάν στην ΕΡΤ, εν είδει ανασκόπησης για κάθε χρονιά μετά την Μεταπολίτευση, με διάφορους καλεσμένους διάφορων χώρων. Όπου όχι μόνο αισθάνεται άνετα η ίδια να παρουσιάσει ως θέσφατα τις δικές της συντηρητικές απόψεις -σε κυβερνητικό μέσο εργαζόταν άλλωστε- αλλά τις εξέθετα και επιθετικά από τη θέση του «καταπιεσμένου δεξιού» που νιώθει νικητής και υποχρεώνει σε πολιτική αναδίπλωση, αμυντικό ύφος και απολογητική στάση τους συνομιλητές της -ακόμα και από τον χώρο του ΠΑΣΟΚ.

Αυτές τις μέρες -και λόγω της ημέρας- οι εκπομπές αυτές προβάλλονται σε επανάληψη από την ΕΤ2 -όπως και η τηλεοπτική μεταφορά της «Αρχαίας Σκουριάς» και μια σειρά άλλες παραγωγές, που δείχνουν την τρομερή πολιτική δυναμική της εποχής της μεταπολίτευσης (δεν το λέω ως εγκώμιο για την οπτική της Δούκα ή την ποιότητα παραγωγής της σειράς αλλά για το πολιτικό κλίμα της εποχής). Καλεσμένος για το ’81 ήταν ο «αριστερός» Σαββόπουλος, σε μια από τις πρώτες εκδηλώσεις της στροφής του και μια εθελοντική επίδειξη οσφυοκαμψίας σε διάφορα ζητήματα. Κι αύριο -αν δεν κάνω λάθος- προβάλλεται η εκπομπή για το ’89, όπου αν μας αγαπά ο θεός των αναμνήσεων θα ήταν καλεσμένος ο Χαρίλαος ή έστω ο Μίμης -για να συναγωνιστεί τον Διονύση σε πρώην αριστεροσύνη. Αλλά δε ζούμε σε ένα δίκαιο κόσμο -και η μεταπολιτευτική ψευδαίσθηση πως τον φτιάχνουμε είχε ήδη τελειώσει.

Εφόσον μιλάμε πάντως για τηλεοπτικές παραγωγές και δη της ΕΡΤ, ίσως η καλύτερη σχετική αναφορά για τη θεματική μας να μην είναι καν πολιτική, αλλά μια πρόσφατη κωμική σειρά, που την προδίδει βασικά ο τίτλος της ανάρτησης. Είναι μια ισπανική ιδέα, καθώς δεν είναι καθόλου τυχαίοι οι παράλληλοι ιστορικοί βίοι των δύο χωρών και οι συγκριτικές μελέτες για την ταυτόχρονη Μεταπολίτευση που έζησαν -με τους Ισπανούς όμως να μην επιβάλλουν καν τη δική μας λειψή «αποχουντοποίηση», έχοντας πχ μέχρι πολύ πρόσφατα τον Φράνκο σε μαυσωλείο! Η σειρά μπορεί να μην ξεφεύγει από τις πάγιες αδυναμίες ελληνικών παραγωγών -κάποιες σεναριακές ευκολίες, μια σκηνοθετική προχειρότητα ή κάποια κοιλιά στη ροή των επεισοδίων- αλλά έχει πολλά θετικά σημεία και πάνω από όλα τη γενική σκοπιά της, που είναι παραπάνω από έντιμη και έχει κάτι να πει -πολύ περισσότερα πχ από ό,τι άλλοι, ντεμέκ σοβαροί και πολιτικοί καλλιτέχνες. Μας δείχνει μεταξύ άλλων πώς τα μικροαστικά, καταναλωτικά, νοικοκυραίικα ταπεινά ένστικτα παλεύουν και συμβιώνουν -ενότητα και πάλη των αντιθέτων- με τη φτωχική καταγωγή-αφετηρία, τον αγώνα για βιοπάλη -που γίνεται συχνά αγώνας στον δρόμο- και μια γενική λαϊκή περί δικαίου αίσθηση, κατά κανόνα ενάντια στην εξουσία.

Κι αν για κάποιους αυτά είναι τα καλύτερά τους χρόνια, απλώς και μόνο γιατί συνέπεσαν με την παιδική και την εφηβική τους ηλικία, είναι συνάμα κάτι παραπάνω για όλους μας, υπερβαίνοντας βιώματα, αναμνήσεις και υποκειμενικές προτιμήσεις.
Είναι η εποχή που τα πάντα ήταν μαζικά: το κίνημα και οι οργανώσεις του, οι πορείες και οι απεργίες, η βραδινή έξοδος και το γήπεδο -ακόμα και η ιδιώτευση, στο τέλος (της ιστορίας). Μια εποχή συσσωρευμένης ενέργειας, που βρήκε διέξοδο σαν λάβα στον δρόμο, βγήκε στο προσκήνιο, οραματιζόταν, δημιουργούσε, έδινε τον τόνο
. Για να ηττηθεί τελικά κατά κράτος. Ενσωματώθηκε, απογοητεύτηκε, ιδιώτευσε (πήγε κι έπεσε στον γκρεμό, καλός άνθρωπος ήτανε). Έζησε το δικό της «χαμένο φθινόπωρο» -αν υποτεθεί πως η αντίστοιχη άνοιξη ήταν πριν την επταετία της χούντας. Την κατάπιε η πλαστική ευμάρεια, το χαβαλέ, η μαζική απαξίωση των ιδανικών.

Δεν έχασε με το μαστίγιο, αλλά με το καρότο, για πρώτη φορά στα ελληνικά χρονικά, σχεδόν αμαχητί και οικειοθελώς, χωρίς να αφήσει στέρεα παρακαταθήκη. Είχε γερές δομές, ταλαντούχους παίκτες, σπουδαίες φάσεις και αυτοματισμούς, αλλά έχανε σταδιακά σε δυναμική, άρχισε να χάνει το παιχνίδι όταν όλα έμοιαζαν ευνοϊκά για να το χτυπήσει στα ίσια. Κι είχε ηττηθεί ήδη πολύ πριν επικυρωθεί η τελική ήττα με το σοκ (;) του ’89.

Γιατί όμως;
Αυτό είναι το βασικό ερώτημα, που δεν έχει μελετηθεί και απαντηθεί επαρκώς, κατά τη γνώμη μου. Η λαίλαπα του ΠΑΣΟΚ και η στρατηγική ανεπάρκεια της πρωτοπορίας είναι σαφώς οργανικοί όροι της απάντησης που ψάχνουμε αλλά όχι ικανοί να την δώσουν ολοκληρωμένα από μόνοι τους.


Η κε του μπλοκ χρεώνεται την θέση πως αν η Μεταπολίτευση ήταν κόμμα, θα ήταν το ΠΑΣΟΚ. Αλλά δεν είναι τόσο απλό -όπως φαίνεται ακόμα και στο σύνθετο πολιτικό μωσαϊκό της παραπάνω ιστορικής φωτογραφίας. Ούτε ήταν εξ αρχής χαμένη υπόθεση και μικροαστικές αυταπάτες που έσκασαν σαν φούσκες. Δε μιλάμε εξάλλου για το σημερινό ΠΑΣΟΚ, ούτε για ένα τυπικό σοσιαλδημοκρατικό κόμμα, αλλά για ένα μόρφωμα που δανειζόταν δικά μας συνθήματα, πουλούσε (φτηνό κι ανέξοδο πλην) αντιιμπεριαλισμό, έκανε «αριστερή κριτική» στη σοσιαλδημοκρατία πριν ενταχθεί στην Διεθνή της και έκανε λόγο για «απλή αλλαγή φρουράς» το ’74, πριν την ενσαρκώσει το ίδιο, κάνοντας την «Αλλαγή» τυπική, αστική εναλλαγή.

Ναι, η στρατηγική του ΚΚΕ ήταν επηρεασμένη από το σοβιετικό κέντρο. Αιφνιδιάστηκε από τη δυναμική εμφάνιση - εδραίωση ενός σοσιαλδημοκρατικού μορφώματος (ενώ διακήρυσσε για χρόνια πως δεν υπήρχε έδαφος για κάτι τέτοιο). Μιλούσε για «άθροισμα δημοκρατικών δυνάμεων» και ένα σχήμα σταδίων (σε μια ενιαία επαναστατική διαδικασία), ενώ η λογική της εξάρτησης υπέδειχνε στο εξωτερικό τη ρίζα των δεινών.
Αλλά ήταν ένα κόμμα που δεν είχε αυταπάτες για τις προγραμματικές προθέσεις-δηλώσεις του ΠΑΣΟΚ και είχε υποψιασμένα μέλη, ψημένους, σκληρούς αγωνιστές, με πείρα από τους Άγγλους και τον «παπατζή», από τις βρωμιές και τον Αυριανισμό, ή από τα όρια των «καλών Πασόκων» στη ΓΣΕΕ.

Με άλλα λόγια, το κλειδί της λύσης είναι κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει -χωρίς να δικαιώνει τους αυριανιστές περί βρώμικου ’89. Κάτι που χρειάζεται μελέτη και ανάλυση -και αργεί ακόμα το Δοκίμιο για την αντίστοιχη περίοδο, αλλά κάθε άλλο παρά περιττό θα ήταν να βγουν απομνημονεύματα και μονογραφίες συντρόφων για να δώσουν κάποιες ψηφίδες της δικής μας σκοπιάς. Και που δεν πρέπει να μείνει στα εύκολα σχήματα -που δεν εξοπλίζουν ουσιαστικά κανέναν, παρά μόνο για καφενειακούς και διαδικτυακούς καβγάδες.

-Δεν ξεχνιούνται, θα δεις, τα καλύτερα χρόνια...

Η νοσταλγία δεν είναι μια μορφή ριζοσπαστικής συνείδησης. Ούτε καν στην εκδοχή της Ostalgie, που είναι άκρως δηλωτική για τις πραγματικές σκέψεις αυτών των λαών και το είδος της... καπιταλιστικής «μεταπολίτευσης» που βίωσαν στις χώρες τους -πολύ πιο βαθιάς και τραγικής, με την παλινόρθωση του κόσμου του ιδιωτικού κέρδους και της εκμετάλλευσης, ενός άλλου κοινωνικού συστήματος κι όχι απλά ενός διαφορετικού πολιτεύματος.

Η (δική μου και όχι μόνο) αγάπη για τη Μεταπολίτευση έχει νόημα μόνο αν σκύψουμε πάνω από την πείρα που μας πρόσφερε, για να δούμε τι έφταιξε και τι πρέπει να γίνει αλλιώς την επόμενη φορά. Και αυτή η πείρα κερδήθηκε πολύ-πολύ ακριβά, για να την πετάξουμε αβασάνιστα στο καλάθι, όπου τις εμμονές μας περισυλλέγουνε τα σκουπιδιάρικα...

Υγ: Ιδανικό φινάλε για την ανάρτηση θα ήταν ένα υστερόγραφο με ενδεικτικές (βιβλιο)προτάσεις για τη Μεταπολίτευση, που κυκλοφόρησαν και εν όψει της 50ής επετείου. Αλλά ίσως είναι καλύτερο να γίνει ξεχωριστή αναφορά σε ειδική ανάρτηση.

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Έχω μια "προσωπική" ερώτηση, εννοείται αν θες απαντάς. Με το site katiousa τι γίνεται; Έχει πλέον ελάχιστες πρωτότυπες αναρτήσεις, ουσιαστικά ανεβάζει σχεδόν αποκλειστικά αναδημοσιεύσεις.

Έχει σταματήσει η εμπλοκή σου; Και αν ναι γιατί; Έχασες τον έλεγχο όπως είχε γίνει παλιότερα με το atexnos;

Ή παλι εσύ το τρέχεις αλλά δεν έβγαινε οικονομικά το εγχείρημα και το συντηρείς με την ελάχιστη δυνατή προσπάθεια;

Έχεις κάποια συμβουλή για όσους σκέφτονται να κάνουν κάτι αντίστοιχο δικό τους; Είτε γενικού περιεχόμενου είτε εξειδικευμένο π.χ. αθλητικό, μουσικό. Γενικά πως κρίνεις την εμπλοκή σου, άξιζε τον κόπο;

Παλιός Αναγνώστης

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Καλή ερώτηση
Δε θέλω να την αποφύγω, αλλά δεν ξέρω πόσο μπορεί να απαντηθεί πλήρως εδώ.

Η εμπλοκή μου έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, γιατί δεν έβγαινε άλλο χρονικά και από άποψη αντοχών -ήταν σαν δεύτερη δουλειά πολύ μεγάλων απαιτήσεων, αλλά εμείς είμαστε και μείναμε ερασιτέχνες, με τα καλά και τα στραβά του πράγματος. Σε κανένα σημείο δεν απέφερε κάποιο σοβαρό οικονομικό έσοδο, δε λειτούργησε ποτέ με κερδοσκοπικό κριτήριο. Το site το τρέχει κυρίως -όσο κι όπως μπορεί και προλαβαίνει- ο Οικοδόμος, πρακτικά μόνος του.

Προφανώς άξιζε τον κόπο. Θεωρώ ότι απέκτησε μεγάλη δυναμική -άσχετα από επιμέρους στραβά και λάθη που μπορεί να έκανε- και μακάρι να είχε τον τρόπο να συνεχίσει έτσι. Ακόμα και οι αρνητικές κριτικές θεωρώ ότι ήταν κομμάτι της αναγνωρισιμότητας και της απήχησης που είχε -και διατηρεί ως έναν βαθμό.

Σε όποιον θέλει να μπλέξει σε ένα αντίστοιχο εγχείρημα, θα έλεγα ότι πρέπει να είναι προετοιμασμένος να διαχειριστεί πράγματα και καταστάσεις για τα οποία δεν είναι καθόλου προετοιμασμένος και δεν μπορεί να τα φανταστεί στην αφετηρία. Μπορεί να απέχουν πολύ οι προσδοκίες του από αυτό που θα βρει μπροστά του και να απογοητευτεί ή να χαλάσει κάποιες σχέσεις του -πχ με άτομα που μπορεί να μην είναι συνεργάσιμα, να μην ανταποκρίνονται με τον τρόπο που θα ήθελε, να παρατάνε γρήγορα το εγχείρημα. Και με αυτό το τελευταίο εννοώ κυρίως δευτερεύοντες συνεργάτες -όχι τον στενό πυρήνα της αρχικής ομάδας.
Αυτά είναι μες στη ζωή, αλλά σπανίως τα παίρνεις υπόψη στην αρχή, όταν κυριαρχεί ο ενθουσιασμός.

Προτιμώ πλέον να γράφω αραιά και πού στο μπλοκ, αφενός γιατί ποτέ δεν είπα ότι το παρατάω και αφετέρου γιατί εδώ νιώθω ότι έχω μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης, χωρίς να έχω την έγνοια ότι μια μαλακία που θα γράψω θα τη χρεωθεί εμμέσως κάποιος τρίτος -ο τάδε βουλευτής, η δείνα συνεργάτης κτλ.

Αυτή είναι η ουσία, σε πολύ γενικές γραμμές, θα χωρούσε και ένα σημαντικό υστερόγραφο, αλλά μάλλον όχι εδώ.

Ανώνυμος είπε...

Αυτό που θα ήθελα να βάλω στη συζήτηση είναι πως, προσωπικά, μου λείπει η κοινότητα και ο σχολιασμός που υπήρχαν κάμποσα χρόνια πριν. Έμαθα πολλά και από τις αναρτήσεις και από τις συζητήσεις. Αυτό μάλλον είναι η άλλη όψη του νομίσματος σε αυτό που λέει ο οικοδεσπότης, ότι "εδώ νιώθω ότι έχω μεγαλύτερη ελευθερία έκφρασης"
Ενδχομένως, η σταδιακή αποσύνθεση της "κοινότητας" είναι αποτέλεσμα και της μετακίνησης της συζήτησης σε άλλες, κλειστές, πλατφόρμες (Facebook), και στις οποίες δεν συμμετέχω. Επίσης και η εποχή και το ενδιαφέρον είναι διαφορετικά σε σχέση με, π.χ., το 2012. Εξ'άλλου, το ίδιο φαινόμενο το βλέπουμε σε ολόκληρη την ελληνική """"αριστερή"""" (σε πολλά εισαγωγικά) μπλογκόσφαιρα.
Αντίθετα, από την Κατιούσα, θεωρώ ότι δεν κέρδισα κάτι. Φυσικά, το δικό μου όφελος δεν είναι κριτήριο ενός εγχειρήματος.
Μακάρι πάντως να μαζευτούμε ξανά εδώ και να ανάψει και πάλι η κουβέντα...

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Τα blog γενικά έχουν πεθάνει εδώ και χρόνια -εκτός από λίγες εξαιρέσεις που είχαν μια συνεχή παρουσία και κράτησαν το κοινό τους. Να γίνει -ή να επανεκκινήσει- τώρα ένα blog και να κερδίσει από μηδενική βάση κοινό θα ήταν κάτι πολύ σπάνιο και ενάντια στο ρεύμα. Ιδίως χωρίς συστηματική-καθημερινή ανανέωση κειμένων.
Η δημόσια συζήτηση όντως έχει μεταφερθεί σε άλλες πλατφόρμες, αν και πλέον θεωρείται πως και το ΦΒ πχ έχει πεθάνει -ή τουλάχιστον έχει χάσει τη δυναμική του και απευθύνεται σε κοινό μεγαλύτερων ηλικιών. Δεν είναι πάντα ευχάριστη και γόνιμη -ούτε στα μπλοκ ήταν πάντα- και ίσως να φθίνει το επίπεδό της αλλά δεν ξέρω αν αυτό είναι αντικειμενική τάση για όλα τα μέσα ή απλώς μας πιάνει μια νοσταλγία για τα παλιά, που "όλα ήταν αλλιώς" και "δεν τα φτιάχνουν πια έτσι". Σε κάθε περίπτωση, η διάδραση με το κοινό είναι βασικό στοιχείο της πραγματικής επιτυχίας ενός μέσου -και αυτό δε μετριέται μόνο με τα κλικ, όσο με τις αντιδράσεις και τα σχόλια.
Η Κατιούσα απευθυνόταν σε ένα ευρύτερο κοινό με διαφορετικό τρόπο και σε διάφορα επίπεδα. Δε θεωρώ ότι δεν είχε πράγματα να δώσει και στους πιο μυημένους, αλλά μπορώ να καταλάβω κάποιον που θα πει ότι δεν του έδινε κάτι ιδιαίτερο.
Γενικά το μέλλον ανήκει μάλλον στα συλλογικά εγχειρήματα -τα οποία βέβαια όπως κάθε συλλογικότητα αναπαράγουν καλές και κακές πτυχές όσων τα απαρτίζουν.
Εγώ εδώ γράφω πλέον για δική μου ευχαρίστηση, όταν και όπως μπορώ. Εννοείται πως με ενδιαφέρει η γνώμη της βάσης του μπλοκ και αν έχουν κάποια απήχηση όλα αυτά, αλλά δε θα επηρεάσουν κάτι ακόμα κι αν λείπουν.