Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

Σκέψεις του συ(νει)ρμού

Το πρόβλημα με τις κηδείες είναι ότι δε μπορείς να διαλέξεις τη φωτογραφία που θα βάλουν στον τάφο σου. Επιλέγουν οι άλλοι αυθαίρετα χωρίς να σε ρωτήσουν αν σου αρέσει ή αν προτιμάς κάποια άλλη.

Αλλά με τους χώρους κοινωνικής δικτύωσης υπάρχει σαφές πλεονέκτημα και το πρόβλημα μοιάζει να λύνεται. Τώρα επιλέγεις ως ζωντανός νεκρός τη φωτογραφία που σου αρέσει στο προφίλ σου και μπορείς να δεις εν ζωή (λάιβ) τις αφιερώσεις που αφήνουν στην πλάκα σου οι τεθλιμμένοι φίλοι σου.
Άσε που στους διαδικτυακούς τάφους που βάζουμε τις ζωές μας οι φωτογραφίες δεν κιτρινίζουν ποτέ, μόνο η δημοσιογραφία. Αλλά από τη στιγμή που είμαστε ζωντανοί νεκροί, αυτό δε μας απασχολεί άμεσα. Στη μετά θάνατον ζωή οι άγγελοι δεν έχουνε καν φύλο κι η βασική αντίφαση είναι το φιλιόκβε. Το θέμα είναι αν υπάρχει ζωή πριν τον θάνατο.

Το πρόβλημα με τις φωτογραφίες είναι πως βγαίνουν νεκρές και ψεύτικες, χωρίς ζωή και κίνηση –κι ας πιστεύουν το αντίθετο κάτι φυλές στην αφρική. Θέλουν να πιάσουν μαζί με τον πάριο τη στιγμή που περνάει και χάνεται, αλλά το πολύ να φυλακίσουν τις ζωές τίποτα ιθαγενών μέσα σε οικογενειακά άλμπουμ.
Ψέματα της στιγμής, σαν δημοσκόπηση, διατυπωμένα έτσι που κανείς να μην ξεφύγει και πει την αλήθεια που κρύβεται πίσω από φορεμένα χαμόγελα.

Τα ‘κονίσματα μέσα από τάφους με σφυροδρέπανα, σε κοιτάν σαν τον ρόμπιν γουίλιαμς και σου ψιθυρίζουν carpe diem, γιατί εμείς δεν προλάβαμε. Κι εσύ, ένας ζωντανός νεκρός που ακούει ψίθυρους από φωτογραφίες που τον κοιτάνε με τη μελαγχολία της στερνής γνώσης που δε μπορεί να διορθώσει τίποτα. Παίρνεις το βάρος της λύπης τους για δικό σου και τις παρηγορείς: κι εμείς εδώ θα ζήσουμε πολύ χειρότερά σας.

Τα βιντεάκια είναι πιο ζωντανά γιατί δείχνουν τις μάζες σε κίνηση.
Αλλά από τότε που βγήκαν στη μαζική παραγωγή, οι μεγάλες στιγμές σπανίζουν. Παλιά, όταν συνέβαινε κάτι σπουδαίο, ο κόσμος το ζούσε, δε σταματούσε να τραβήξει με το κινητό του. Σήμερα χρειάζεται μάρτυρες μπας και πείσει τον εαυτό του και μπαίνει στο κυνήγι αποδείξεων που θα τεκμαίρουν την ευτυχία του. Πόσο να είναι το αφορολόγητο για τους δυστυχισμένους;
Δεν είναι τυχαίο που υπάρχουν ελάχιστα βιντεάκια από το δεκέμβρη, αλλά φτιάχτηκαν ένα σωρό γι’ αυτόν εκ των υστέρων.

Οι χώροι κοινωνικής δικτύωσης λοιπόν είναι προυντονικές ομοσπονδίες ανθρώπων με τυπική κοινωνικοποίηση, που δικτυώνονται μέσω ίντερνετ για να μη μείνουν εκτός κοινωνικού ιστού. Δεν ξεφεύγουν απ’ την αποξένωση του συστήματος, αλλά τη διαχειρίζονται εντός του.

Τα δίκτυα μας ρίχνουν κατευθείαν στα δίχτυα της ασφάλειας κι από εκεί φακελωμένους στον κοινωνικό καιάδα χωρίς δίχτυ ασφαλείας. Όλη η ζωή είναι ένα γκραν σάλτο μορτάλε μέχρι να βρούμε τον πάτο.

Ο ανδρουλάκης γράφει στο Μετά ότι ο φλωράκης του θύμιζε κάτι μεγάλους βράχους στην κρήτη που ενέπνεαν σεβασμό, αλλά ήταν ακίνητοι και δεν εξελίσσονταν. Ο χαρίλαος ήταν ιδεολογικός ροκάς –επί το ελληνικότερο βράχος- που πέρασε μισή ζωή στους βράχους και στις φυλακές γιατί αρνήθηκε να προδώσει τις ιδέες του. Κι ο μίμης κινούμενη, ιδεολογική άμμος που καταπίνει αξίες κι ιδανικά κατά το δοκούν και συμφέρον. Καλύτερα βραχεία ζωή σα βράχος, παρά μίμης που τον φτύνουν και (από άμμος) γίνεται λάσπη στον ανεμιστήρα.

Ιδού το νέο κύμα της πολιτικής που διαβρώνει από μέσα τους βράχους και προκαλεί μικρές διασπάσεις μες στη φαινομενική τους ακινησία.
Έκτοτε έμεινε στις διασπάσεις μας το φετίχ με τις πέτρες κι ενώνονται με όσους τις πετάνε βάζοντας το δικό τους λιθαράκι στην προβοκάτσια ενάντια στο περιπατητικό μας κίνημα.
Πετραδάκι-πετραδάκι για τα σένα το ‘σπασα.

Το δίλημμα σήμερα για κάθε αγωνιστή είναι ξεκάθαρο: ή με τις πέτρες ή με τους βράχους. Όσο πιο μικρή είναι η πέτρα τόσο πιο μεγάλη η πιθανότητα να διαβρωθεί κι άλλο και να γίνει άμμος. Τα βότσαλα του εξωκοινοβουλίου το κατάλαβαν κι είπαν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, αλλά αντί για τείχος τους βγήκε το μεταμοντέρνο ψηφιδωτό της ανταρσύα.

Κι ο βράχος; Έχει ανοσία στη διάβρωση; Όχι βέβαια.
Κάθε κόκκος άμμου ήταν κάποτε βράχος, από εκεί ξεκίνησε. Είναι νομοτέλεια να συνεχίσει να φτιάχνει άμμο, αλλά βασικά παραμένει βράχος.
Αυτή είναι η διαλεκτική της κομματικής οικοδόμησης.

Επιστροφή στο βαγόνι. Το τρένο ξεκινά. Ή μήπως όχι; Κάτι κινείται στο παράθυρο. Εμείς είμαστε ή οι απέναντι; Κι αν είναι οι άλλοι που πάνε πίσω και νομίζουμε ότι πάμε μπροστά;
Ο χώρος με έχει κάνει καχύποπτο και κάνω περίεργους συνειρμούς.

Κοιτάω τους απέναντι. Κι αυτοί με την άγνοια στα μάτια. Άντε και ξεκίνησαν σάμπως ξέρουν πού πάνε; Η κίνηση είναι το παν, ο προορισμός δεν είναι τίποτα.

Η κίνηση είναι κάτι σχετικό, σαν την ζωή πριν τον θάνατο. Μπορεί να τρέχεις πάνω κάτω και να μένεις πάντα στο ίδιο σημείο, μπρεζνιεφικά στάσιμος και κατ’ ουσίαν ακίνητος σε σχέση με τον τελικό μας σκοπό.

Μια παλιά μετάφραση είχε τον καλτ τίτλο: ιμπεριαλισμός ο τελευταίος σταθμός του καπιταλισμού. Άντε λοιπόν γιατί δεν ξεκινάμε επιτέλους; Πότε θα φτάσουμε;
Από τότε που χάσαμε το τρένο της ετε έχουμε κολλήσει σε αυτό το διαβολοσταθμό. Και μείναμε να βλέπουμε τα άλλα τρένα να περνούν και τον οσε να διαλύεται.
Κάνε κάτι λοιπόν να φτάσω το τρένο…

3 σχόλια:

ΒΙΡΓΙΝΙΑ ΡΙΧΤΕΡ είπε...

ασ'τα τα τρενα! ασ'τα τρενα! (κατα το αειμνησυο κουτλουρικο-ασ'τα φιδια, ασ'τα φιδια!)Μην μιλας για τρενα γιατι ειναι το πιο καταθληπτικο μεσο μεταφορας. Ειναι αργο και βλεπεις ολη την διαδικασια του αποχωρισμου.

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Διαφωνώ. Τα τρένα είναι λαϊκά κι αξιαγάπητα. Χωνευτήρι πολιτισμών και διαφορετικών χαρακτήρων. Να μπορούσε να με πάρει κι ο ύπνος καλά θα 'τανε...

Οι συνειρμοί πάντως γίναν σε μία από αυτές τις στάσεις στη μέση του πουθενά που ψάχνεις να βρεις το νόημα και πότε ακριβώς θα ξεκινήσουμε

kokkinos-dromos είπε...

Υπομονή σύντροφε, το δικό μας τρένο είναι ο υπερσιβηρικός και αργεί να φτάσει εκεί που θέλει. Τι και αν το κάρβουνο περισσεύει, το τρένο πάει αργά γιατί υπάρχει πάντα ο φόβος/κίνδυνος να εκτροχιαστεί, να βγει από τη γραμμή του και να σκορπίσουν οι επιβάτες.

http://www.youtube.com/watch?v=Qu0s3daobx0