Κυριακή, 23 Ιουνίου 2013

Έθνος και ταξική συνείδηση

Η κε του μπλοκ θεωρεί πως ο σοβιετικός κυριούλης ανήκει σε εκείνη τη σπάνια κατηγορία ανθρώπων που έχουν σχεδόν πάντα κάτι ενδιαφέρον να πούνε –ιδίως όταν έχει μελετήσει ή ετοιμάσει το θέμα του. Στην παρούσα ανάρτηση θα επιχειρήσω να παρουσιάσω δημιουργικά –κι αυτό σημαίνει πως οι όποιες τυχόν στρεβλώσεις και αστοχίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα- κάποια σημεία από την εισήγησή του για το έθνος και τη σχέση της εθνικής συνείδησης με την ταξική πάλη.

Μια εισήγηση που δόθηκε στα πλαίσια μιας εκδήλωσης της νΚα στο στέκι στη θεολογική· αλλά δεν έδωσαν αυτοί τον τόνο κι αυτό θα φανεί και στη συνέχεια. Εδώ θα αναφέρω ενδεικτικά μια αποστροφή του λόγου του περικλή, που δύο φορές μίλησε για τις δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής αριστεράς, προσαρμόζοντας τον όρο στο κοινό του, αλλά την τρίτη δεν κρατήθηκε: εννοώ κατά βάση την κομμουνιστική αριστερά και για αυτή μόνο έχω όρεξη να μιλάω. Κι αυτός είναι ο βασικός λόγος που συμπαθούμε το σοβιετικό κυριούλη και που κερδίζουμε σε τελευταία ανάλυση ως κόμμα τη δική του συμπάθεια και προτίμηση. Άλλο αν δεν είναι αμοιβαία ακριβώς τα αισθήματα.

Η εισήγηση του περικλή κινήθηκε σε δύο βασικούς άξονες: την ιστορική αναγκαιότητα και τους περιορισμούς του έθνους, και στον ιδεολογικό του ρόλο και την αναμέτρησή του με την ταξική συνείδηση και τους κοινωνικούς αγώνες που αναπτύσσονται. Για όσους γνωρίζουν μάλιστα τη διαδρομή και τις παλινωδίες ενός τμήματος των ομίλων και του διεθνούς ρεύματος της λογικής της ιστορίας (ΛτΙ), το δεύτερο κομμάτι ειδικά παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Το έθνος δεν αποτελεί βουλησιαρχική κατασκευή· εμφανίζεται αρχικά ως τάση εντός ακόμα της φεουδαρχικής κοινωνίας, ως θεμέλιο της αναδυόμενης καπιταλιστικής αγοράς και εκφράζει τις τάσεις συνένωσης των μικρών κατακερματισμένων φέουδων, που αποτελεί προϋπόθεση για την προώθηση των εμπορευματικών συναλλαγών και των καπιταλιστικών σχέσεων. Και η εκάστοτε συγκρότηση της εθνικής οντότητας αντιστοιχεί ακριβώς στο δοσμένο επίπεδο ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων.

Σε αυτή την πρώτη ιστορική μορφή του εθνικισμού είναι κυρίαρχη η πολιτική διάσταση και η διεκδίκηση της εξουσίας από την αστική τάξη, με πιο κλασικό παράδειγμα την περίπτωση της γαλλίας, όπου η περιβόητη «τρίτη τάξη» συνάπτει μια ευρύτερη κοινωνική συμμαχία κατά της αριστοκρατίας και των φεουδαρχικών προνομίων. Αποτελεί δηλ την κοινωνική συμμαχία του κόσμου της ιδιωτικής ιδιοκτησίας και ένα ανώτατο υποκείμενο εξουσίας, που ολοκληρώνει τη συνειδητοποίησή του με την άνοδό του στην εξουσία και το μετασχηματισμό του φεουδαρχικού εποικοδομήματος –και όχι νωρίτερα. Η αστική τάξη εμφανίζεται ως εθνική τάξη, σε αντίθεση με τους φεουδάρχες, μιλάει εξ ονόματος του έθνους και κάνει λόγο για εθνικό συμφέρον, για την εθνοσυνέλευση και τον εθνικό στρατό, αλλά και για εθνική παιδεία.

Ο ιδεολογικός ρόλος του σχολείου είναι κομβικής σημασίας, καθώς προβάλλει την αστική συνείδηση ως εθνική, διδάσκει την εθνική γλώσσα –που εκτοπίζει σταδιακά τα διάφορα τοπικά ιδιόλεκτα- και διαμορφώνει την εθνική ιστορική μνήμη και ταυτότητα, η οποία μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο δια της διδασκαλίας της ιστορίας και μιας επεξεργασμένης αντίληψης για το παρελθόν. Οι αγροτικοί πληθυσμοί αντιθέτως, που βασίζονται στην προφορική παράδοση, δεν έχουν βαθιά ιστορική μνήμη, κι ό,τι πηγαίνει πριν τη γενιά των προπάππων τους, ανάγεται κατ’ ουσίαν στη σφαίρα της μυθολογίας.

Η ανάγκη διαμόρφωσης ενιαίας εθνικής ταυτότητας και της υπέρβασης της πανσπερμίας που κληροδότησε η φεουδαρχία στον αστικό κόσμο καθίσταται επιτακτική για δυο βασικούς λόγους: κατά πρώτον αποτελεί όπως είδαμε όρο για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, τις διευρυμένες οικονομικές ανταλλαγές και την ευέλικτη εμπορική συνεννόηση. Κατά δεύτερο διασφαλίζει την κοινωνική συνοχή και μια αίσθηση κοινότητας σε μια κοινωνία ιδιωτών, που χάνει σταδιακά τον προταξικό κοινοτισμό της και δομείται στο θεμέλιο του κοινωνικού ανταγωνισμού, που ξεσκίζει τις σάρκες της. Και με αυτή την έννοια αποτελεί μια πρωτότυπη μορφή διαχείρισης των ταξικών συγκρούσεων.

Αυτά ως προς την πρώτη ιστορική μορφή του εθνικισμού, για να περάσουμε –κάπως σχηματικά- στον εθνικισμό της εποχής του ιμπεριαλισμού, δηλ της δικής μας εποχής. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα, η βιομηχανική επανάσταση κι η παραγωγή σε μαζική κλίμακα καθιστούν επιτακτική ανάγκη την εύρεση νέων αγορών, μετά την εξάντληση των εθνικών ορίων, δηλ μια επεκτατική, ιμπεριαλιστική πολιτική. Κι όταν τελειώνει το μοίρασμα του κόσμου, η σύγκρουση κι ο πόλεμος γίνεται απαραίτητος όρος ύπαρξης για τον καπιταλισμό.

Μέχρι το 1945, ο εθνικισμός έχει μετατραπεί από μια μορφή εθνικής συνείδησης ενάντια στο φεουδαρχικό κατακερματισμό σε μια επιθετική μορφή που βασίζεται στην ιδέα της υπεροχής του ημέτερου έθνους έναντι των άλλων. Κι αυτό το επιθετικό σοβινιστικό περιεχόμενο δεν έχει προηγούμενο ούτε καν στους ναπολεόντιους πολέμους, όπου οι γάλλοι στρατιώτες εμφορούνται περισσότερο από την ιδέα ότι δρουν απελευθερωτικά –κι όντως το κάνουν ως ένα βαθμό –αλλά όχι σοβινιστικά.

Αυτός ο εθνικισμός σαν ιδεολογία αντιστοιχεί στον καπιταλισμό της παρακμής, και είναι τέκνο της παρακμής αυτής –με το λένιν να διακρίνει τα πρώτα της σημάδια ήδη στην αυγή του ιμπεριαλισμού. {Ας θυμηθούμε και τον ορισμό του βλαδίμηρου για τον καπιταλισμό που σαπίζει, όχι με την έννοια ότι θα πέσει αυτομάτως, σαν ώριμο φρούτο, αλλά ότι οδηγεί την ανθρωπότητα σε αλλεπάλληλες πολεμικές συγκρούσεις και πως η ανάπτυξή του προϋποθέτει την καταστροφή ενός μέρους της πρώτης}. Ο αστικός εθνικισμός σφραγίζει πλέον τη συγκρότηση μιας επιθετικής κοινωνικής συμμαχίας, με αξιοσημείωτη συμμετοχή του λούμπεν προλεταριάτου, που σηματοδοτεί ένα διπλό ολοκληρωτικό πόλεμο ενάντια στον εξωτερικό αλλά και τον εσωτερικό εχθρό της αστικής τάξης: το προλεταριάτο. Και αυτό φανερώνει το στίγμα της, τον στρατηγικό της στόχο και το πραγματικό της πρόσωπο, σε αυτή την τελευταία ιστορική φάση της, πριν την εξάλειψή της.

Ο αστικός εθνικισμός δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το κλασικό φασιστικό παράδειγμα του γερμανικού ναζισμού, αλλά ρέπει αναπόδραστα προς τα εκεί, αντλεί στοιχεία από το καθαρό εθνικιστικό του πρότυπο, την πιο καθαρή αντεπαναστατική μορφή της ιστορίας. Ο ναζιστικός φασισμός –κι άλλα παρόμοια καθεστώτα- βρίσκει στον εθνικισμό το ιδεολογικό θεμέλιο για να αντιπαλέψει την πρωτοφανή για την αστική τάξη απειλή ενός οργανωμένου και ακαταμάχητα αισιόδοξου κομμουνιστικού κινήματος. Σε αυτόν κατέφυγε και το 17’ η ρώσικη αντεπανάσταση, χωρίς ωστόσο να τον έχει καλλιεργήσει συστηματικά και προετοιμάσει η ίδια –το βρίσκει έτοιμο, καθώς προκύπτει αυθόρμητα. Μετά από αυτήν την ήττα της η διεθνής αστική τάξη παρουσιάζει πρωτόγνωρη ταξική συνειδητοποίηση και ετοιμότητα-ευελιξία απέναντι στον ταξικό της εχθρό. Έχει δηλ συνείδηση των ιστορικών της ορίων και ξέρει τι να περιμένει. Κι όσο πιο συνεπής μένει σε αυτή τη συνείδηση και τα ταξικά της συμφέροντα, τόσο ρέπει νομοτελειακά προς το φασισμό

Το γιατί συμβαίνει αυτό, φαίνεται αν εξετάσουμε τα ιδεολογικά στοιχεία του φασισμόυ. Κάτι που θα το δούμε (καλώς εχόντων των πραγμάτων) αύριο, στο δεύτερο και τελευταίο μέρος.

5 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Νομίζω, ότι η σημαντική κονωνική συμμαχία δεν είναι με τους λούμπεν,
αλλά με την εργατική αριστοκρατία, η ύπαρξη (υλική βάση) της οποίας
είναι συνδεδεμένη με τα μονοπωλιακά κέρδη, ενώ η ίδια αποτελεί την κοινωνική βάση του οπορτουνισμού και του σοσιαλσωβινισμού.

ημιάγριος

Κ.Μ. είπε...

Mou dimiourgithike h agwnia na mathw ta pikantika. Den mporeis na afoineis etsi to koino sou :P

AGIS είπε...

Ενα ενδιαφέρον ζήτημα κι ερώτημα είναι το ότι ο "εθνικισμός" δεν αποτελούσε ιδεολογικό αυτοπροσδιορισμό της επαναστατικής αστικής τάξης στην περίοδο που επέβαλε πολιτικά την εθνική κοινωνική συγκρότηση, αλλά μεταγενέστερο αυτοπροσδιορισμό της αστικής τάξης (και ετεροπροσδιορισμό του παρελθόντος της) κατά την περίοδο των εθνικών ανταγωνισμών της για τις αγορές και κατά τη μετάβασή της από τον προμονοπωλιακό καπιταλισμό στον ιμπεριαλισμό.

Την περίοδο της επαναστατικής συγκρότησης των εθνών το ιδεολογικό αίτημα δεν ήταν το "έθνος" αλλά η δημοκρατία, η αδελφοσύνη, η ισότητα, η ελευθερία, και μάλιστα με εμφανή τα στοιχεία του αστικού επαναστατικού διεθνισμού της εποχής.
Το "έθνος" έγινε αστικό ιδεολογικό αίτημα σαν "αυτοσκοπός" όταν ολα αυτά τα αιτήματα γίνονταν πια συνώνυμα της αστικής ταξικής κυριαρχίας και μετατρέπονταν από κοινωνική άποψη στο αντίθετό τους, κι όταν στη θέση του αστικού επαναστατικού διεθνισμού ήρθαν οι αστικοί εθνικοί ανταγωνισμοί.

Νομίζω ότι ο προσδιορισμός του "εθνικισμού" για αυτή την περίοδο της επαναστατικής αστικής ανόδου, είναι σχετικά πρόσφατος για την αστική ιστορική επιστήμη, σε μια εποχή μάλιστα που η αστική τάξη θέλει να κόψει κάθε δεσμό της με το επαναστατικό της παρελθόν, που το "έθνος" αποτελεί εμπόδιο στην "ομογενοποίηση των αγορών", που η "θέληση του έθνους" (θέληση πια της εργατικής τάξης και των συμμάχων της) αποτελεί εμπόδιο στη θέληση της μονοπωλιακής ολιγαρχίας, και που ο "εθνικισμός" είναι απλά ένα χρήσιμο εργαλείο για την ιμπεριαλιστική επεκτατικότητα και κυριαρχία, τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, την ιδεολογική ενσωμάτωση των καταπιεσμένων κλπ.

Τα παραπάνω με την επιφύλαξη της συνοπτικότατης διατύπωσης, και του ότι δεν αποτελούν συμπεράσματα ειδικής έρευνας αλλά γενικής περιστασιακής ας πούμε ενασχόλησης με την ιστορία.

Ανώνυμος είπε...

Γιατί η συμπάθεια παυλίδη-κόμματος δεν είναι αμοιβαία;

ρόκυ

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Ας ξεκινήσουμε από εδώ, που είναι τα πιο εύκολα.
Ημιάγριε δίκιο έχεις, αλλά αυτό δεν αναιρεί το ρόλο που παίζει το λούμπεν στοιχείο και ο οποίος περιγράφεται πολύ καλά στη σιδερένια φτέρνα. Σήμερα είναι η κύρια δεξαμενή ενίσχυσης της χρυσής αυγής. Και στο δικό μου μυαλό μια ιδιαιτερότητα που υπάρχει είναι ότι ένα κομμάτι του κόσμου χάνει την ταξική του συνείδηση χωρίς να έχει εξαθλιωθεί πλήρως -που είναι το βασικό χαρακτηριστικό των λούμπεν- αλλά αυτή ακριβώς η απώλεια είναι που θα τον οδηγήσει με μαθηματική ακρίβεια στην εξαθλίωση.

ΚΜ, πολλά παραλειπόμενα η εκδήλωση δεν είχε. Οι ναρίτες είχαν προετοιμασίες για το φεστιβάλ τους και δεν έδωσαν μαζικό παρόν. Κάποιοι λίγοι που βρέθηκαν έβαλαν την παράμετρο του νέου εθνικού ζητήματος, όπως την αντιλαμβάνεται πλέον το ρεύμα, έστω από τη σκοπιά της ζύμωσης και της διαμεσολάβησης στη συνείδηση του κόσμου. Τι θα πούμε δηλ στον απόφοιτο του πανεπιστημίου και τον επιστήμονα που αναγκάζεται να φύγει για το εξωτερικό, ρώτησε κάποιος τον παυλίδη. Κι η πληρωμένη απάντηση του περικλή αντιπρόβαλε συνολικά το ζήτημα τι παραγωγή θέλουμε και για ποιο σκοπό, με την οποία μπορούμε και πρέπει να επηρεάσουμε τη συνείδησή του.

Ρόκυ, δεν είναι μικρή ιστορία και δεν είναι εύκολο να την πιάσουμε εδώ στα σχόλια. Σε γενικές γραμμές έχει να κάνει με τη δημιουργία του ομίλου της θεσσαλονίκης από πρώην μέλη της οργάνωσης και την καχυποψία που δημιουργήθηκε σε αυτή τη βάση, η οποία είναι κάπως δύσκολο να σπάσει αλλά ίσως και να βρισκόμαστε σε καλό δρόμο για κάτι τέτοιο. Ούτως ή άλλως και η δική του συμπάθεια ανήκει στην κατηγορία της κριτικής υποστήριξης, όχι της απόλυτης συμφωνίας.

Άγη ενδιαφέρουσα πτυχή αυτή που βάζεις, επιφυλάσσομαι για κάποια απάντηση στην επόμενη ανάρτηση που συμπληρώνεις τη σκέψη σου