Το γράψιμο, λέει, είναι μια επιτηδευμένη μορφή σιωπής. Μια ματαιόδοξη απόπειρα να νικήσεις τη λήθη, τη σκόνη του χρόνου, την εφήμερη φύση μας, αφήνοντας πίσω κάτι αθάνατο και χειροπιαστό. Μα τι νόημα έχουν όλα αυτά, όταν περνούν από πάνω σου και σε διαλύουν -όπως η αγάπη στους Joy Division; Δε θα ήταν καλύτερη μια ανεπιτήδευτη υποταγή στη σιωπή, χωρίς γραπτά προσχήματα, στην πιο καθαρή μορφή της; Εξαρτάται, αν είσαι εν οίκω ή εν δήμω. Και ίσως να μπλοκάρεις στο μπλοκ (ετυμολογικά), που το νιώθεις σπίτι σου αλλά δεν πάυει να είναι δημόσιος χώρος.
Τι να πούμε τώρα, τι να τραγουδήσουμε -και με τι φωνή. Τώρα που έχει σπάσει σα γυαλί η φωνή του Βασίλη και έσβησε για πάντα η δική σου, που ήταν καμπάνα, σαν αυτές που φορούσες στα ινδιάνικα νιάτα σου, που άκουγες Ρίτα και Bee Gees, κι ας μη χτυπούσε συχνά στο σπίτι για μας, παρά μόνο εν δήμω, στη γειτονιά και τις διαδηλώσεις. Γιατί, στο σπίτι δε μιλάμε συχνά, ξέρετε...
Ο προφανής συνειρμός είναι με τον πατερούλη με το βλογιοκομμένο μουστάκι, αλλά εσύ είχες μια ζωή μούσι αντάρτικο και μια φορά που έκανες το λάθος να το ξυρίσεις, σε έστειλα πίσω στο μπάνιο να το διορθώσεις. Καθορίζοντας φροϊδικά έτσι μια ισόβια κακή σχέση με ξυραφάκια και φρούδες, πολυκαιρισμένες λεπίδες, σαν το μούσι του δημοψηφίσματος.
Κι είχες γενέθλια με τη Ρόζα, 5 Μάρτη, στην τρίτη επέτειο από τον θάνατο του Ιωσήφ. Δεν ήσουν φιλόλογος, σαν τη Νίκη, να μου εξηγήσεις γιατί είναι λάθος ο «τρόπος του Λένιν» -που τον είχαμε απτό, σε ένα επίχρυσο μπιμπελό στο σαλόνι- και ποιος είναι αυτός ο Λέγειν. Μου είπες όμως ότι ο Βλαδίμηρος τους έπειθε όλους με το λέγειν του, ενώ ο Στάλιν με την καταστολή. Που μας τον Λέοντα και την Κρονστάνδη (ενωτίστηκα κόκαλα) ήταν χοντροκομμένη απλούστευση, σαν αυτή για το Κόμμα που τρώει τα παιδιά του και τους εξεγερμένους της πόλης του Κρόνου. Ή όσους διαφωνούσαν για το Αφγανιστάν (και το βιβλίο του Δελαστίκ), σαν τον Μήτσο. Άσε που στο σπίτι δε συνηθίζαμε τις... «λενινιστικές μεθόδους» και τον τρόπο του Λέγειν. Γιατί εδώ είμαστε όλοι μια οικογένεια, με συγκεντρωτισμό και ιεραρχία στις αποφάσεις, και (ότ)αν γίνουμε ίσιοι και ανεξάρτητοι, θα βυθιστούμε στις σιωπές μας, πολιτικές ιδίως, είτε συμφωνούσαμε -άρα δε χρειάζονται περσότερα- είτε για να τα αποφύγουμε (τα περσότερα), σε περίπτωση διαφωνίας. Γιατί στο σπίτι, ξέρετε...
Η δεύτερη προφανής αναφορά είναι πως
το πάλεψες μέχρι τέλους, σαν αγωνιστής -και κομμουνιστής
μπορώ να σου πω, παρά τις αγεφύρωτες ομοιότητες
που μας χωρίζουν. Με αγωνιστική αισιοδοξία,
που δεν πατούσε πάντα στα δεδομένα και τον μονίμως
αρνητικό συσχετισμό δύναμης, σε άνιση μάχη
και αγώνα με τη γαμημένη αρρώστια που θερίζει
κοσμάκη -ιδίως η σπάνια, επιθετική μορφή που
είχες, με το όνομα της Μέρκελ, για τη σημειολογία
του γαμωπράγματος.
Σαν επαναστάτης, βεβαίως-βεβαίως, αν
δε δέσεις κόμπο ότι η αλήθεια είναι πάντα επαναστατική,
γιατί μου την στρογγύλευες συνειδητά στο τηλέφωνο,
μη τυχόν χαλάσεις τη ζαχαρένια μου και ένα προγραμματισμένο
ταξίδι, που σχεδόν συνέπεσε με το στερνό δικό
σου. Αυτός ήσουν...
Έφυγες γρήγορα αλλά δεν ταλαιπωρήθηκες πολύ (θέλω να πιστεύω) και μας άφησες όλους με το γαμώτο και την απορία. Τους γνωστούς γιατί σε έβλεπαν εν δήμω, λίγες μέρες πριν, δυνατό και μάχιμο. Τους γιατρούς γιατί άλλος με τέτοιους δείκτες θα είχε πέσει σε λήθαργο. Ενώ εσύ είχες (θολή) συνείδηση και επαφή με το περιβάλλον και μου έλεγες «πάμε να φύγουμε», γιατί ένιωθες δυνατός. Γαντζωνόσουν από το κάγκελο της κλίνης και από τη ζωή (που δε σε χωρούσαν), με το οικοδομικό σου μπράτσο, για να ανασηκωθείς και να ξεπιαστείς. Και έπρεπε να σε κρατάμε σε μια αλλαγή (με κατεύθυνση τη ματαιότητα) για να μη δώσεις αντανακλαστικά καμιά μπούφλα, οβελιξική και οικοδομική, στις νοσηλεύτριες που δεν μπορούσαν να σε κουλαντρίσουν.
Διαβάζω το βιογραφικό σου σημείωμα στο Πριν και μπαίνω στον πειρασμό του επιμελητή, για υποσημειώσεις και διευκρινίσεις. Για το Συκούριο, που έγινε ευρέως γνωστό από μια επίθεση της 17Ν σε μια αποθήκη όπλων, αλλά οι γνωστοί μας το ήξεραν ως το χωριό του Σωτήρη -και του Δημήτρη, του μεγάλου αδελφού με το μουστάκι, που (καλά) μας άφησε νωρίς, από την ίδια γαμωαρρώστια. Αυτός ήταν ο διαβασμένος, ο διανοούμενος, ο ρήτορας. Κι εσύ εκείνος ο αλητάμπουρας που κράταγε σφεντόνα και άνοιγε όποιο κεφάλι πλησίαζε σε απόσταση βολής.
Και για το Κόκκινο Νερό, που μου έλεγες πως μας κάνει αθάνατους, για να μου διασκεδάσεις τον φόβο της απώλειας (του παππού και της γιαγιάς). Αλλα είχε στυφή, δυσάρεστη γεύση και δεν ήξερα αν άξιζε τέτοια θυσία. Και αυτά τα λάθη πληρώνουμε σήμερα, μαζί με την προπατορική συνάντησή σου με τη Νίκη στην παραλία του, πριν πείτε «we ’ll always have Red Water» και τραγουδήστε «αίματα, Κόκκινο Νερό». Που δεν ήταν (πολιτικά) κόκκινο, ούτε αθάνατο τελικά.
Για αυτό το ανυπότακτο που σου έμεινε, πχ στις μεγάλες διαδηλώσεις στον πρώτο ΑΣΕΠ. Οι μπάτσοι σας ψέκαζαν σαν κατσαρίδες με χημικά, αλλά τα κανάλια έδειχναν μια μικρή Τερέζα, απωθημένη υποψήφια (με απωθημένο τον διορισμό) που της άνοιξε το φόρεμα με τα κουμπάκια, καθώς την έφευγαν. Κι εσύ έμεινες πίσω να προστατέψεις τον άμαχο πληθυσμό και τα εγκλωβισμένα γυναικόπαιδα. Και σε τραβούσαν για χρόνια στα δικαστήρια, όπου είχε έρθει και η δική μου οργάνωση (ιστορικός συμβιβασμός απ’ την ανάποδη), βασικά για δύο λόγους. Γιατί ήσουν οικοδόμος και τι δουλειά είχες εκεί, με εκπαιδευτικούς, για ταξική συμπαράσταση; Και γιατί σε έπιασε ο φακός σε θέση μάχης, με υψωμένες γροθιές στους Μπαλούρδους -καραμπινάτη «αντίσταση κατά της αρχής». Κι αν είχε ήχο η φωτό, θα έμοιαζε με πλάνο απ’ το Τελευταίο Σημείωμα, με τα γλυκόλογα που κρατούσαν οι σφοι για το απόσπασμα -αλλά δεν κατέγραψε η ιστορία. Κλάστε μας τα αρχίδια, πιάστε τα γιοφύρια -ίσως να είπες ψιθυριστά και ζήτω το κόμμα, από μέσα σου. Αλλά δε χρειάζονται παραμυθικά στοιχεία και τεχνητές συγκινήσεις, όπως κάνει ο κυρ-Παντελής.
Ήσουν οριακά μικρότερος από τη γενιά του Πολυτεχνείου και του Μήτσου, που ήταν στο ΑΠΘ και έκανε ηρωική έξοδο με ένα σκαμνάκι (και έναν Σκαμνάκη) ανά χείρας, που το κράτησε για ενθύμιο. Ήσασταν όμως μια γενιά που έζησε τι θα πει πείνα (όσο δε φανταζόταν καν η δική μου) και αργότερα έβγαλε κάποια χρήματα (που είναι άπιαστο όνειρο, αριστερής νυκτός, για τη δική μου), πάτησε στα πόδια της και ένιωσε πως δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους, μέχρι που αλώθηκε το δικό μας από μέσα. Μια γενιά που κυνήγησε όνειρα ανάκατα με χίμαιρες και Εφιάλτες (με κεφαλαίο και κεφάλαιο) που τα πρόδωσαν. Που ήρθε με φόρα από το χωριό, έχασε τη μαγκιά της στις τσιμεντουπόλεις της αντιπαροχής αλλά κράτησε την ανθρωπιά της και το κοινοτικό κεκτημένο της επαρχίας: την πίστη πως όλα θα τα καταφέρει και με όλους μπορεί να τα βρει, αν υπάρχει καλό κρασί ή τσίπουρο απ’ το χωριό.
Έμαθα με την ευκαιρία (ευ-, που λέει ο λόγος) και πράγματα που αγνοούσα. Για τη γιαγιά που ήταν σύνδεσμος στο βουνό, την κακοποίησαν οι παρακρατικοί και ίσως πάθαινε χειρότερα αν δεν πλήρωνε ο παππούς Ρίζος να την γλιτώσει. Έμαθε να κρύβεται και να τα φιλτράρει όλα μέσα της, μέχρι που έπαθε άνοια και άρχισαν να βγαίνουν στην επιφάνεια τα τραυματικά βιώματα. Πχ σε μια εκδήλωση (μάλλον της ΟΓΕ), όπου η Μαρίκα είχε τάσεις φυγής και κοιτούσε καχύποπτα στις γωνίες, από πού θα της την πέσουν οι Σούρληδες.
Και για τον Μήτσο, στα ηρωικά χρόνια της Μεταπολίτευσης, που έστηνε οργανώσεις από το μηδέν στη Λάρισα με τον Λουλέ και έφτιαξε έναν Πολιτιστικό Σύλλογο στο χωριό, που προγραμμάτιζε συναυλία με τη Φαραντούρη. Αλλά τη ματαίωσε μια παρακρατική βόμβα που έσκασε την παραμονή και άφησε πίσω της έναν μικρό κρατήρα. Αυτή η τρομοκρατία όμως δεν απασχολεί ιδιαίτερα τα ντοκιμαντέρ του Παπαχελά και του ΣΚΑΪ.
(Όλη η περιοχή γύρω από τον Κίσσαβο -και την Αγιά- είχε ανταρτοχώρια, με παραδόσεις και βαρύ φόρο αίματος. Τα λέει ωραία και ο Γεωργάς σε μια ιστορική μελέτη. Μετά τη Βάρκιζα, είχαμε τον συσχετισμό να αποκρούσουμε τις παρακρατικές επιθέσεις, όχι όμως και τα αντίποινα του κράτους που έστελνε ενισχύσεις).
Και για τον παππού, που έτρωγε πάντα το κρέας πρώτα στο τραπέζι, μη τυχόν χτυπήσει ξαφνικά συναγερμός και το χάσει. Και σου έλεγε να μην τρως πολύ τυρί, γιατί θα ανοίξει τρύπα στο κεφάλι σου -που την έψαχνες μια φορά, που το παράκανες. Και έτσι έγινες γνήσιος σαρκοφάγος, επτά φορές την εβδομάδα και κατ’ έθιμο κάθε μεγάλη Παρασκευή. Αλλά σου βγήκε το θεσσαλικό σύνδρομο στις σούπες, που αν δεν ήταν ντιπ πηχτές, ένιωθες ότι ψάρευες στο πιάτο σου με το κουτάλι.
Δεν πετούσες σχεδόν ποτέ φαγητό, από θέση αρχής. Έτρωγες πρακτικά τα πάντα, ακόμα και τα μακαρόνια που τα είχες μπουχτίσει στα χρόνια της πείνας στην Ιταλία, ακόμα και τα μακεδονίτικα καυτερά, που δεν είχαν περάσει τα Τέμπη για να τα μάθεις από μικρός. Αλλά δε συνήθισες ποτέ την πειραγμένη κουζίνα, τις καινοτομίες και τις χιπστεριές. και δε νομίζω να αναζητούσες ποτέ νέες γεύσεις στην πολιτική κουζίνα σου, αν δεν τα είχαν φέρει έτσι οι συγκυρίες και τα χρόνια που χρεώθηκες να ζήσεις.
(Δε θα υποκύψω στον πειρασμό να επαναλάβω εκτενώς μικρές πολιτικές λεπτομέρειες, που μπορεί να θυμούνται από σκόρπιες αναφορές οι παλιοί αναγνώστες του μπλοκ. Για τη δράση σου που κορυφώθηκε στα μαύρα χρόνια της αντεπανάστασης -οι άλλοι όπως βαδίζουν, εμείς ανάποδα. Τις μπαγιάτικες ιστορίες - αναμνήσεις σου, που εστίαζαν σε αυτήν την περίοδο, μέχρι που φάνηκε πως έχω περισσότερες συνδικαλιές για τις αντιφάσεις σας, από ό,τι εσύ για τις δικές μας. Για την πολιτική σου θέση απέναντι στις φράξιες σας, ότι πρέπει να στρωθούν στη δουλειά για να ξεπεράσουν τις διαφορές τους. Για την κριτική που έκανες σε όσους αργούσαν, όσους κάπνιζαν στις διαδικασίες ή έβγαιναν όποτε τους καπνίσει για τσιγάρο. Για την αποστασιοποίηση από το Συνδικάτο, με το πρόσχημα ότι ήσουν υπεργολάβος με συνεργείου -που χτυπούσες 16ωρα, ήλιο με ήλιο- και δεν ήθελες να κάνεις τον συνδικαλιστή-αφεντικό, σαν κάποιους άλλους. Και άλλα μικρά, που δεν έχουν πολλή σημασία πια -ούτε καν αλατοπίπερο).
Ένας φίλος από το εξωκοινοβούλιο μου έγραψε πως φεύγουν οι ήρωες των παιδικών/φοιτητικών του(ς) χρόνων, σημάδι αδιάψευστο πως μεγαλώνουμε και γερνάμε, μαζί με τις αρρώστιες μας. A working class hero is something to be. Ένας Ναρίτης οικοδόμος, ακόμα περισσότερο (σαν τον μακαρίτη, τον Ντόμπρο, που τον θυμάμαι ένα καλοκαίρι στο Ποσείδι, με μπουκλάκια και ένα μπουκάλι πάντα στο χέρι, να τον τραβά η μουσική και η παρέα, όπως το φως τις πεταλούδες). Για αυτούς ήσουν το δίμετρο βουνό, σαν τον Βάντσικ (Ιωσήφ και αυτός), σημείο αναφοράς σε κάθε διαδήλωση, με τον όγκο και την καμπάνα στο λαιμό που χτυπούσε για όλους. Για εμένα ένα μεγάλο (τι θα γινόταν) αν και ερωτηματικό, χαμένη άνοιξη και ταλέντο, που χαραμιζόσουν στις μικρές κατηγορίες, σε ομάδες χωρίς υποδομές και οργανωμένη περιφρούρηση.
Μα κάθε λαϊκός ήρωας έχει τις αντιφάσεις του και μια δόση αντι-ήρωα, μακριά από τα καθιερωμένα πρότυπα. Δε φορούσε σλιπάκι πάνω από το κολάν, αλλά αμάνικα και σκισμένα τζιν μες στο τσιμέντο, πηλοφόρι και μυστρί. Έψαχνε στο στοίχημα τις μικρές νίκες που μας λείπουν (στο) σήμερα και νανουριζόταν με διάφορα τηλεοπτικά σκουπίδια, μέχρι να τολμήσεις να του κλείσεις την τηλεόραση (αμάν να μην είχαμε κανένα κανάλι, να μην κοιμόταν και ο μπαμπάς δηλαδή). Άνοιγε τις μπύρες με το σκεπάρνι και τις κατέβαζε σα νερό το καλοκαίρι, χωρίς πολλά μέτρα ασφαλείας. Μες στο τεράστιο σώμα του είχε μια αθώα καρδιά αλλά και βίαια ξεσπάσματα που αδυνατούσε να ελέγξει -πόσο μάλλον οι γύρω το- και με σημερινούς όρους μπορεί να του χάριζαν ένα πανηγυρικό cancel (ακύρωση), που θα έπρεπε να του εξηγήσουμε τι είναι. Και ήταν λάθος να αφήσει τον αγαπημένο του τραχανά για τις μετοχές του Τροχανά και τις μεζονέτες στον Διόνυσο (κοντά στην Κριτσά, που όμως δεν είχε σχέση με το σόι μας) που αποδείχτηκαν πυραμίδες απάτης.
Αλίμονο σε όσους κρίνουν τους παιδικούς τους ήρωες έξω από τα μέτρα τα ανθρώπινα, της εποχής τους αλλά και της τάξης μας -που ρέπει ενίοτε σε λούμπεν, λαϊκές καταστάσεις, όταν δε δρα πρωτοπόρα.
Δεν είχες εκφράσει τελευταία επιθυμία -εδώ δεν προλάβαμε να πούμε άλλα, πρακτικά και στοιχειώδη. Ξέρω όμως πως δε θα ήθελες τελετή - κηδεία, κανείς να μην μπει σε κόπο και να μη στενοχωρηθεί για σένα. Κι αν τελικά δεν το τηρήσαμε, είναι γιατί όλα έχουν κοινωνική - πολιτική διάσταση, και όταν παύουμε να είμαστε κύριοι του εαυτού μας, ανήκουμε στους δικούς μας ανθρώπους και τους συντρόφους μας -που θέλουν έναν τελευταίο αποχαιρετισμό.
Αν μπορούσες να δεις το σάβανο με τις θρησκευτικές φιγούρες και τα συνθήματα, θα σηκωνόσουν μόνος να τα σκίσεις. Πού να φανταστώ πως χρειαζόταν ειδική διευκρίνιση στο γραφείο. Θεωρητικά το ορθόδοξο δόγμα δεν εγκρίνει την καύση, αλλά το ιερατείο την ενέταξε ευέλικτα στο μενού υπηρεσιών, για να μην έχει διαφυγόντα έσοδα.
Και που λες, Σωτήρη, σωτηρία δε βρήκαμε. Η οργάνωση της οργάνωσης (την οργάνωση, ω οργάνωση) παραμένει ζητούμενο. Και δε βλέπω να ζυγώνει η επανάσταση -όπως έλεγε η Βίνα. Και η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη. Δε φτιάξαμε έναν κόσμο στο μπόι των ονείρων μας, ούτε καν στο δικό σου, που δε βολευόταν με λιγότερο ουρανό και στις νοσοκομειακές κλίνες, που σε τυραννούσαν σαν τον Προκρούστη. Το μέλλον μας δεν είναι ο καπιταλισμός, αλλά το δώσαμε αντιπαροχή, γκρίζο σαν το τσιμέντο, με σπίτια-τρύπες, που κρύβουν τον ουρανό, για να μη μας βάζει σε πειρασμό για εφόδους. Μπορείς, άραγε, να φανταστείς πιο τραγική ειρωνεία για τους χτίστες του νέου κόσμου, από το να αναγκάζονται να φτιάχνουν τσιμεντένια κλουβιά και να μην αναγνωρίζουν τον εαυτό τους και τις κλίσεις τους σε αυτό που κάνουν;
Και όποιος έρχεται με φόρα και αναστάσιμες ευχές, κινδυνεύει να τα ακούσει -όπως έκανες στο τέλος, που δεν μπορούσες να τα φιλτράρεις. ΓΜΤΣΜ (τον σοσιαλισμό μου μέσα). Με κάθε σεβασμό στους πιστούς και στον σφο σου, που σταυροκοπιόταν μπροστά σου και πόσταρε ένα βίντεο, με παραλληλισμούς με τον Παΐσιο. Και μη χειρότερα -αλλά τι χειρότερο να συμβεί δηλαδή...
Υστερόγραφα
Ναι, έχουν απλοποιηθεί τα διαδικαστικά (κληρονομικά κτλ). Ναι, πολλά γίνονται διαδικτυακά πλέον. Όχι, δε γλιτώνεις την ταλαιπωρία. Όχι, δε ζούμε στην ψηφιακή Ελλάδα 2.0. Το κράτος εξακολουθεί να παίζει με τον πόνο σου, τα γρανάζια κολλάνε σαν το σαράβαλο κινητό του Σωτήρη και η εξέλιξη του πένθους κολλάει στο στάδιο του θυμού. Πώς διάολο φαίνεται εδώ το ΙΧ που είχαμε αλλά όχι στο πεδίο που πρέπει; Και τι δήλωση να κάνει ο μακαρίτης στην Εφορία; Ότι η πάλη των τάξεων παραμένει ιστορικά αδικαίωτη;
Αλλά τα ασεβή και αχάριστα κομμούνια δεν αναγνωρίζουν τίποτα πια. Πχ πως το κράτος φροντίζει κυρίως για σένα, να σε κρατά απασχολημένο με τα γραφειοκρατικά για να ξεχνιέσαι και να δακρύζεις (μόνο) από τα νεύρα σου και όχι για ευτελή, νομοτελειακά πράγματα, όπως ο θάνατος (και οι φόροι).
-Το νεότευκτο αποτεφρωτήριο στην Αλεξάνδρεια μοιάζει από μακριά με μπουζουξίδικο σε επαρχιακή οδό -ούτε καν εθνική. Είναι ιδιωτικό, με λίστα αναμονής και γεμάτο ωράριο, αλλά άργησε να ανοίξει εξαιτίας των αντιδράσεων, της πνευματικής καθυστέρησης και της ιδεολογικής μούχλας στη ΛΔ του Βορρά -που ευτυχώς φαίνεται να σπάει. Σε αντίθεση πχ με το δημοτικό αποτεφρωτήριο της Πάτρας, που κόλλησε σε ένα χαρτί (άδεια χρήσης) και είναι ακόμα στα χαρτιά, ενώ θα ήταν το πρώτο στην Ελλάδα...
-Εκτιμώ ειλικρινά το ενδιαφέρων και τις ευχές σφων αναγνωστών, αρκεί να μην εκφράζονται δημόσια -και σίγουρα όχι στα σχόλια της ανάρτησης. Ελπίζω να γίνει κατανοητό και σεβαστό. Και όσοι ήξεραν τον Σωτήρη, ας τον τιμήσουν όπως πρέπει με ένα φαγοπότι και ωραίες ιστορίες στη μνήμη του.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου