Τετάρτη 13 Μαΐου 2026

Κάθε που έχει εκλογές, δεν ξέρω τι με πιάνει

Ή μάλλον ξέρω. Νοσταλγία. Για τα φοιτητικά μας νιάτα στην οργάνωση, τη νιότη του κόσμου που έδειχνε πως θα γινόταν άλλος, και για όλα αυτά που αγωνιστήκαμε. Δηλαδή ποια; Το ένα, το άλλο, ε άσε με και εσύ ρε Βλάσση! Καλό είναι πάντως να έχεις φοιτητικές αναμνήσεις με το κόμμα, έχεις και κάποιες (προσ)βάσεις. (Μου έρχεται να γράψω συνειρμικά «του θανάτου», αλλά δε χωράει ούτε υποψία μαύρου χιούμορ για τα κορίτσια στην Ηλιούπολη, ούτε καβγάδες για το αν έπρεπε να δημοσιευτεί και να αναπαραχθεί το τελευταίο σημείωμα). Αγώνες για το άρθρο 16, ενάντια στην Μπολόνια, την (κίβδηλη) ανωτατοποίηση, για μόρφωση, ειδίκευση, ειδίκευση, ειδίκευση...


Να ανεβαίνουμε στα έδρανα να χορέψουμε με βήμα στον ρυθμό του κοντόξυλου και να έχουμε ένα πολυσέλιδο ένθετο με τις θέσεις μας για την Ανώτατη Εκπαίδευση, που άλλοι την έλεγαν Πανεπιστημιακή και άλλοι Τριτοβάθμια, και έπρεπε να σακουλεύεσαι τις πολιτικές αποχρώσεις και τις διαφορές πίσω από όλα αυτά, γιατί καμιά διατύπωση δεν ήταν αθώα, σε αντίθεση με τα συνδικαλιστικά μας νιάτα.

Και το μόνο που θυμάμαι από παιδί μικρό, Ευρυδίκη μου, ήταν που μύριζε αντηλιακό το πρώτο μας φιλί, τέλη Μαϊούνη, και ότι εμείς με την ειδίκευση δεν εννοούσαμε εξειδίκευση, ενώ οι άλλοι, με τις παιδικές αρρώστιες, ήθελαν την ειδίκευση να την δίνει ο εργοδότης, που δεν καταλαβαίνω σε ποιο φωτεινό μυαλό φαινόταν ριζοσπαστική ιδέα. Και ο Toni Rigatoni έλεγε πως το δικό μας του φαινόταν πιο λογικό, αλλά δε βαριέσαι, πολιτική αντιπαράθεση να γίνεται. Και μετά έγινε ένας από τους θρυλικούς 7 (όχι της Μπλάιτον) που στην πορεία έμειναν έξι (six-seven). Και πιο μετά έγινε αναθεωρητής και πήγε και έπεσε στον γκρεμό των ΑΣΚΙ και έγινε διευθυντής τους, κομμουνιστολόγος και καλά κρασιά. Καλός συνδικαλιστής ήταν κάποτε...

Συνεπώς νοσταλγείς απλώς τα νιάτα σου, που πίστευες πως θα κρατήσουν για πάντα. Ούτε το προεκλογικό μπαλέτο που κατέβαζε θεαματικά αφίσες, με άψογο συντονισμό και τη χάρη των Μπαλσόι. Ούτε τα γηπεδικά συνθήματα, πχ στον πάτο σας χορεύει η ψυχή του ΚΚΕ, αλλά με άλλη διατύπωση ή των άλλων για τον μεταβατικό στόχο και τα οπίσθια κάποιας εύσωμης Δαπίτισσας, πριν εφευρεθεί-διαδοθεί η ακύρωση-cancel και τα κινητά με οθόνη, που θα το τεκμηρίωναν. (*Ευτυχώς ωριμάσαμε σαν συνθήκες και αυτά τα συνθήματα κόπηκαν μαχαίρι, αν και -λέει η Mariori- σε μια έντονη καταμέτρηση και μια ηρωική πρωτιά, ένας σφος κοιτούσε εκλιπαρώντας την καθοδήγηση, για να ξεσπάσει: λίγο ψ...ή; Τι ψυχή έχει λίγο ψ...ή;

Ούτε τον καταθλιπτικό συσχετισμό δύναμης και ότι είχαμε μόνο 2-3 κάστρα παρηγοριά, σαν το Ψυχολογικό και την Ικαριά, ενώ κονταροχτυπιόμασταν με την ακροδεξιο-ουδέτερη -κατά το ακροκεντρώα- «Ένωση Ανεξαρτήτων», που έπαιρνε και την καντίνα στο Ποσείδι μετά το Δεκαπενταύγουστο. Ή ότι θέλαμε τη σφραγίδα της ΦΕΑΠΘ (χωρίς αναλογικό προεδρείο). Και ότι ήμασταν μια γενιά-σάντουιτς, μεταξύ δύο εποχών που τα αμφιθέατρα βάφτηκαν κόκκινα -και δεν εννοώ την ΑΡΑΣ.

Ούτε τον κυριλέ υπόκοσμο της ΔΑΠ (μπράβους και πορτιέρηδες σε κλαμπ), που γίνεται ως τις μέρες μας παρακράτος εν κράτει, όπου βρίσκει πεδίο ασύδοτης δράσης. Και έχει γεμίσει διαχρονικά με γαλάζια παράσιτα (πτυχιούχα και μη, δεν έχει σημασία) κάθε αμειβόμενη θέση στο δημόσιο, ενώ πουλά φλογερό αντικρατικό σανό σε διάφορα κουτορνίθια που έχουν ως σύμβολο το σήμα της.

Ούτε την πράσινη γλίτσα της ΠΑΣΠ που κολλούσε στα κοινά πλαίσια για κατάληψη, ούτε τη «γόνιμη» κουβέντα αν ήταν νίκη του φοιτητικού κινήματος που ξεγλίστρησε το ΠΑΣΟΚ από τη συζήτηση περί αναθεώρησης του 16. Ούτε καν για το πώς κλίνεται στη γενική ο «νόμος-πλαίσιο» -και τα δύο συνθετικά ή μόνο το ένα.

Ούτε τα διήμερα ΕΑΑΚ, που έβγαζαν για χρόνια το ίδιο κείμενο για να μην πλακώνονται, μέχρι να βρουν άλλη αφορμή, πχ τα μπαγιάτικα ψάρια του Αλφαβητίξ -όπως στον Αγώνα των Αρχηγών στο Netflix, που παραδόξως βλέπεται ευχάριστα ως ένα σημείο- και τη λύρα του Κακοφωνίξ -από την ΑΡΠΑ Φιλολογικού- που όλοι τον απομονώνουν σαν την ΑΡΑΣ, αλλά αυτή τους τραμπουκίζει σαν Αυτοματίξ και ηγεμονεύει σαν Μαζεστίξ στο γαλατικό αριστεροχώρι. Όχι, δε θα τραγουδήσεις...

Ούτε την αένανη συλλογή υπογραφών του ΣΕΚ και της Γένοβα 2001, που ήταν σαν μετονομασία της ΠΟΠ ’84 και της Γιουγκοπλάστικα, μέχρι που ενώθηκε με τα ΕΑΑΚ και έπεσαν μερικές κινηματικές μπούφλες, για να πειστούν όλες οι πλευρές σχετικά με το επίδικο. Ούτε καν ο χαβαλές με την (α)ορατότητα του Δικτύου στην κάλπη και τη συμπερίληψή του στα γενικά αποτελέσματα, εκτός της κατηγορίας «Λοιπά».

Μα τότε τι ακριβώς σου λείπει; Έλα ντε...

Τα τραπεζάκια και οι συνελεύσεις. Η χαμένη υπόσχεση πως (όταν μεγαλώσω) θα βάλω ένα τραπεζάκι με αφίσες και ανακοινώσεις στον χώρο δουλειάς μου. Η χαμένη βεβαιότητα πως θα αλλάξει ο κόσμος -χωρίς να καληνυχτίζουμε κάθε φορά τον Κεμάλ επί ματαίω. Η χαμένη αυτοπεποίθηση να μιλάς σε κόσμο, για να (τον πείσεις να) αλλάξουμε τον κόσμο. Μα κυρίως πως όλα αυτά δεν ήταν χαμένη άνοιξη - υπόθεση, και ας μη φαινόταν (ακόμα) στην κάλπη. Ήταν δουλειά μυρμηγκιού, κερδισμένες συνειδήσεις (μία προς μία), βιογραφικά που θα κοσμούσαν για πάντα το βιογραφικό κάθε παλιού Κνίτη (ανεξάρτητα από τη μετέπειτα πορεία του). Και βασικά, μαζικά παμφοιτητικά συλλαλητήρια, που τα ένιωθε όλη η πόλη -μη σου πω και όλη η χώρα, στο απόγειο του ’06-’07.

Όχι, δε χρειάζεται κύμα Ostalgie και επετειακές εκδηλώσεις (του πόλου τα εννιάμερα) για τα 10 χρόνια του Μαϊούνη και τους Ούννους του, εκείνα τα παιδιά που άλλος για Τσίπρα τράβηξε και άλλος για Βαρουφάκη και άλλος στης Πέρκα τα στενά ψάχνει τη νέα Ιθάκη. Ούτε να παρακολουθείς την ιστορία του αριστεροχωρίου, που γράφεται με ατελείωτες διασπάσεις και «Ανυπακοή», η οποία έφυγε από την Αναμέτρηση, γιατί θέλει να συνεργαστεί με τον Γιάνη. Από το παλιό ΜΕΡΑ στο ΜέΡΑ25, ένας Γράψας δρόμος. Φυσικά και θα υπακούσω, όπως θα έλεγε μια ψυχή, φίλ@ πρώην Ναρίτ@. Καλύτερα παπάκι, παρά με Βαρουφάκη.

Μπορείς, όμως, να πατάς διαρκώς ανανέωση στη σελίδα του ΜΑΣ με τα (μόνα έγκυρα) αποτελέσματα, να καμαρώνεις για την πρωτιά στην παλιά σχολή σου, να χαμογελάς από μέσα σου όταν ακούς το τραγουδάκι για τη Μαριέτα -που έμεινε για λάθος λόγους στην ιστορία. Και να διατηρείς το δικαίωμα της αμφιβολίας και μια σειρά απορίες για την παρακαταθήκη του πρόσφατου κινήματος ενάντια στα ιδιωτικά Πανεπιστήμια και τη σημερινή κατάσταση. Αλλά αυτά χρειάζονται χρόνο και έκταση για να αναλυθούν, οπότε θα μείνουμε στην εκλογική επικαιρότητα και κάποιες κωδικοποιημένες σημειώσεις.

-«Κάθε παράταξη δίνει τα δικά της αποτελέσματα», θα μας πουν πάλι τα αντικειμενικά ρεπορτάζ, για να μη βγάλει άκρη το αμύητο κοινό τους. Που είναι, τηρουμένων των αναλογιών, σαν την εισαγωγική παρουσίαση του βάρδου σε κάθε τεύχος. «Οι γνώμες για το ταλέντο του διίστανται. Ο ίδιος θεωρεί τον εαυτό του ιδιοφυΐα, οι άλλοι τον βρίσκουν αχαρακτήριστο». Η ΔΑΠ λέει ότι νίκησε, όλοι οι υπόλοιποι την βγάζουν δεύτερη. Και αν δεν μπορείς να κρίνεις, η αλήθεια είναι πάντα κάπου στη μέση...

Σε κάθε περίπτωση, η λογική λέει πως σε λίγες ώρες η Πανσπουδαστική θα επικυρώσει μια ακόμα πρωτιά. Οπότε μπαίνει το ερώτημα τι άλλαξε την τελευταία πενταετία και πώς φαίνεται στην πράξη η αλλαγή συσχετισμών. Μόνο που κάποιοι το βάζουν εκ του πονηρού, υπονοώντας πως δεν άλλαξαν πολλά από τον καιρό της παντοδυναμίας της ΔΑΠ.

Κανείς δεν είναι υπεράνω κριτικής, αρκεί αυτή να έχει σοβαρά κριτήρια. Η ευθύνη του ΜΑΣ είναι να ανεβαίνει το επίπεδο των αγώνων και των συνειδήσεων -όπως γίνεται τα τελευταία χρόνια. Οι αγώνες αυτοί μπορεί να έχουν μικρές νίκες ή να μην πετύχουν άμεσα αποτελέσματα. Κανείς δεν εγγυάται μια γρήγορη, εύκολη νίκη, παρά μόνο αίμα, δάκρυα και ιδρώτα -όπως θα έλεγαν ο Ουίνστον και ο Σάκης, σε κάποια εκδήλωση της ΔΑΠ. Και αν ξύσουμε λίγο την επιφάνεια της κριτικής που θέλει «εδώ και τώρα» νίκες και αποτελέσματα, θα βρούμε τη γνωστή (μικροαστική) ανυπομονησία, που δεν αντέχει τους αγώνες διαρκείας, μετατρέπεται εύκολα σε ηττοπάθεια και καλλιεργεί την απογοήτευση.

Η ΚΝΕ σηκώνει το βάρος των αγώνων, των διώξεων, της σύγκρουσης του φοιτητικού κόσμου με το βαθύ κράτος (κυβέρνηση, Πρυτανείες και δυνάμεις καταστολής), το παρακράτος της ΔΑΠ, τα ιδιωτικά συμφέροντα που απλώνουν πλοκάμια στο Πανεπιστήμιο. Η στοχοποίηση των μελών, των εκδηλώσεων και της δράσης της δε δείχνει μόνο τη λύσσα του αντιπάλου, αλλά πόσο υπολογίσιμη δύναμη την θεωρούν. Ο αντίπαλος βλέπει συχνά πιο μακριά από πολλούς άλλους.

Την ίδια στιγμή, η βεντέτα της ΑΡΑΣ με τους αναρχικούς παίρνει πρωτόγνωρες διαστάσεις και προκαλεί ερωτήματα: πχ αν αλείφει βούτυρο στο ψωμί ή ρίχνει νερό στον μύλο της αντίδρασης. Η αστυνομία βρήκε αφορμή να μπουκάρει στο ΑΠΘ για να «επιβάλει την τάξη». Τα ΜΜΕ έστησαν ένα μικρό πάρτι για την «ανομία στα Πανεπιστήμια». Και η κυβέρνηση πάτημα για να επαναφέρει την ατζέντα των «απαραίτητων» μέτρων καταστολής. Το αμύητο κοινό αγνοεί πως τα θύματα ήταν και στη θέση του θύτη, οπότε κρύβονταν από τις σχολές, φοβούμενοι τα αντίποινα. Το ΚΚΕ καταδικάζει το όργιο καταστολής και τις προβοκατόρικες ενέργειες. Και ο Γιαννακίδης αποφαίνεται στο προοδευτικό News247 ότι το κόμμα καλύπτει φασίστες, αλήτες και τραμπούκους στα Πανεπιστήμια...

Η Atack του ΝΑΡ καταγγέλλει τις συνεχείς επιθέσεις της ΑΡΑΣ. Αλλά ένας Αρασίτης αναρωτιέται ρητορικά αν θα πουν τώρα και τους αναρχικούς «τραμπούκους, παρακρατικούς» κτλ ή φοβούνται να μη χαλάσουν τη συμμαχία τους. Και είναι σχεδόν κρίμα που δε θέτει το ίδιο ερώτημα εκεί που πρέπει και να του πουν οι σφοι: κράτα την μπίρα μου -ή έστω τον Ριζοσπάστη μου, όπου βρίσκουμε και την ωραία φράση «συμμορία που λειτουργεί με όρους μαφίας» για την ΑΡΑΣ.

Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε στην καταμέτρηση. Και τα περισσότερα, μετά από αυτήν, σε πιο ενδιαφέρουσες διαδικασίες, όταν οι άλλοι θα ψάχνουν πού πήγε ο μοναχικός καουμπόης, να τους σώσει από το οργανωμένο πλήθος.

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Γέμισα νοσταλγία διαβάζοντας το κείμενο. Βέβαια αυτό συμβαίνει κάθε χρονιά εκεί κοντά στις φοιτητικές εκλογές. Πατρίδα μας η εφηβεία μας και η (ανώριμη) νεότητά μας. Για τα πιο σοβαρά θέματα της εισήγησης, ίσως γράψω κάτι εν καιρώ.

Επαγγελματίας οπαδός