Παρασκευή, 23 Ιανουαρίου 2009

Σονάτα για έναν καλό άνθρωπο

Αφιερωμένη στον πράκτορα της στάζι Η/Υ (κι ένας τριψήφιος που δεν θυμάμαι) που απεβίωσε στις αρχές του μήνα.

Ο παλιός μου υπολογιστής ήταν καλός άνθρωπος.

Καταρχήν ήταν άνθρωπος, με κουσούρια κι αδυναμίες, κατ' εικόνα και ομοίωσι του ιδιοκτήτη του. Πεισματάρης, αντιδραστικός, όχι ιδιαίτερα συνεργάσιμος.
Κι εμένα στην οργάνωση, οι συνεργασίες ήταν το χειρότερό μου. Για μένα αλλά και για αυτόν που τις καλούσε. Φροντίζαμε κι οι δυο γι' αυτό.

Πέρα από αυτό ήταν καλός άνθρωπος. Κι ας μη μιλούσαμε τόσο τα πρώτα χρόνια.
Και τι να λέγαμε δηλ; Μηδέν, ένα και πάλι μηδέν. Άντε και δέκα στο τσακίρ κέφι. Κάπου εκεί μέναμε από θέματα κι ο γάμος σχολούσε.

Ούτε να τον ποτίσω, ούτε να τον ταΐσω μπορούσα. Τον άφηνα στην ησυχία του.
Κι αυτός είχε χίλια δύο εξαρτήματα, αλλά κανένα δεν κουνιόταν σαν ουρά, να δείξει πως χαίρεται που με βλέπει, μια ανταπόκριση τέλος πάντων.
Μου έβγαζε μόνο κάτι ακατανόητα παραθυράκια κάθε τρεις και λίγο, γεμάτα κόκκινα απαγορευτικά, που με ενημέρωναν ότι έφερνα την καταστροφή του κόσμου και με γέμιζαν ενοχές κι απορίες.
Και νεύρα μαζί, οπότε τον έβγαζα απ' την πρίζα και κάναμε μέρες μετά να μιλήσουμε.

Είχαμε αναπτύξει μια αμφίδρομη μη επικοινωνία κι απλώς συνυπήρχαμε ειρηνικά μες στο δωμάτιο, ο καθένας στον χώρο του. Κατά μία έννοια, αλληλοαποκλειόμασταν αγνοώντας αμοιβαία ο ένας τον άλλον.
Δεν έχω καταλάβει πολύ καλά τι είναι η αρνητική (ή αντίστροφη) διαλεκτική του αντόρνο καραμπάχ (όπως τον λέμε με έναν φίλο), αλλά η μαρξίζουσα διαίσθησή μου (sic) μου λέει ότι αν υπάρχει ένα παράδειγμα που να την αποδεικνύει, είναι αυτό με τον υπολογιστή μου και τη μη σχέση που είχαμε.

Τα πράγματα όμως άλλαξαν. Μετα από επτά χρόνια φαγούρας και τυπικών σχέσεων, η σχέση μας αναθερμάνθηκε. Οι πάγοι σιγά-σιγά έσπαγαν, ο δρόμος άρχισε να χαράζεται.
Μπήκε το ίντερνετ στη ζωή μου (και η ζωή μου στο ίντερνετ) και κατάφερε να με κάνει αυτό που χλεύαζα, δηλ γενιά των μπλόκερ. Ένιωσα να μεταλλάσσομαι, ό,τι δεν πέτυχαν τόσα χρόνια εχθροί και φίλοι επαναθεμελιωτές.

Με τον καιρό αναπτύξαμε κώδικες επικοινωνίας, μάθαμε ο ένας τα χούγια του άλλου. Συνήθισα την υπεριώδη ακτινοβολία του με τα ανάστροφα μηνύματα που εξέπεμπε. Άκουγα τον ήχο του σα νανούρισμα γεμάτο μητρική κάρτα και στοργή. Κι όταν συχνά-πυκνά μούγκριζε σα λάντα στην ανηφόρα, με έλουζαν ρίγη συμπάθειας, συγκινημένος από την προσπάθεια που κατέβαλε.
Που ήταν το μόνο που μετρούσε ούτως ή άλλως. Αποτελέσματα σπάνια βλέπαμε.

Ο η/υ είχε πνεύμα πρωτοπόρου κομσομόλου, ανακάλυπτε πάντα πρώτες φορές κι απάτητες κορφές.
Ιδίως σαν έρχονταν διάφοροι ειδικοί να διεκπεραιώσουν μια δουλειά ρουτίνας, που ήταν πολύ εύκολη και μπορούσα να τη μάθω κι εγώ, πριν καταλήξουν με τη γνωστή ατάκα: πρώτη φορά μου συμβαίνει.
Και μετά, καφές και λόγια παρηγοριάς, να τους πείσω ότι δε φταίνε αυτοί, δεν είναι σεξουαλικά ανίκανοι, είναι ο η/υ που δεν πέφτει εύκολα.

Ήθελε πάντα ειδική μεταχείριση. Να τον πιάσει το γλυκύ του που έλεγε η παγώνα για τον θερμοσίφουνα.
Αλλιώς έκανε μια μέρα να κατεβάσει κάτι. Κι εγώ έκανα υπομονή, λόγω της ημέρας σαν αντωνάκης (πάει και το μου).
Πού θα πάει δεν θα ξημερώσει;

Το γλυκύ του όμως ερχόταν μέρα παραμέρα (μη συνηθίζουμε και γίνει ρουτίνα). Κι έλειπε πάντα τις κρίσιμες στιγμές. Τον χαλούσε η ζέστη, τα λόγια του παπά...
Πάνω που σώζαμε πχ εργασία που ήταν για παράδοση αυθημερόν, του η/υ του σωζόταν το λάδι στο καντήλι. Αρνούνταν να εκτυπώσει, έκανε πως ψυχορραγούσε και μας άφηνε να προσευχόμαστε για σωτηρία (τη δική του, τη δική μας και του αρχείου).

Ήταν δυσκίνητος σα σοβιετία, δεν έπαιρνε από μεταρρυθμίσεις.
Την αναβάθμιση που πήγα να του κάνω τη διάβασε σαν περεστρόικα και δεν τη σήκωσε. Άνοιξαν οι ασκοί της αντεπανάστασης και κατέρρευσε εν μια νυκτί (κοιμήθηκε η/υ και ξύπνησε παλιοσίδερο για τα σκουπίδια).

Ήταν γεννημένος γραφειοκράτης, τυπικό δείγμα νομενκλατούρας που δήλωνε διανοούμενος. Δεν του άρεσαν οι αλλαγές, αρνούνταν να προσαρμοστεί, σχεδόν φοβόταν το καινούριο. Ζητούσε πιο αργούς ρυθμούς, αλλά κατά βάθος δεν ήθελε καθόλου μεταρρυθμίσεις και περεστρόικα.
Κλασικό μπρεζνιεφικό απολίθωμα που αποκοιμήθηκε κι έχασε το τρένο της επιστημονικοτεχνικής επανάστασης (οι φίλοι μας λένε ετε).

Φταίω κι εγώ όμως. Με πνεύμα αγράμματου μουζίκου που φοβόταν όταν έβλεπε τα τρένα, αλλά τον εκτόπισαν με το στανιό (βάση κεντρικού σχεδιασμού) στην πόλη να γίνει εργατική τάξη για να κακομεταχειρίζεται τις μηχανές και να τις καταστρέφει.
Άφηνα αναμμένα οθόνη και ηχεία να καίνε, το ποντίκι μες στη σκόνη μέχρι να πιάσει πραγματικά ποντίκια, τον έσβηνα από κάτω κάθε φορά που με νευρίαζε κοκ. Εκτός απ' τη νοοτροπία μουζίκου, με έπιανε λίγο και το λουδίτικό μου σε τέτοιες φάσεις.

Λουδίτης όμως μου βγήκε κι αυτός. Κατέστρεφε κάθε καινούρια τεχνολογία που ένιωθε να απειλεί τη θέση του.
Χάλασε ένα καινούριο σι-ντι ρεκόρντερ, μάσησε σαν κουταλιανός πολλές δισκέτες, αποδέχτηκε απρόθυμα την ευρυζωνικότητα. Κολλούσε με αργούς ρυθμούς μουζίκου σε οτιδήποτε ήταν σύνθετο και περίπλοκο γι' αυτόν. Ύστερα και στα απλά από κεκτημένη ταχύτητα.
Στο τέλος κάηκε από αυτά που τον έβαζα να γράφει και να σηκώνει στο μπλοκ. Κι έψαχνε απλώς μια αφορμή.

Τη βρήκε στον 320άρη δίσκο που πήγα να του ενσωματώσω. Διάβασε όμως μπιτσάκη και διάλεξε τη ρήξη απ' την ενσωμάτωση.
Είχε μια μεγάλη αγκαλιά που χωρούσε κάθε καμένη σκέψη που ζητούσε φιλοξενία, αλλά τα 320 γίγα του φάνηκαν άβυσσος. Προτίμησε να τη διαβεί όπως νόμιζε ο ίδιος καλύτερα.
Έδωσε τέλος με μια επίθεση αυτοκτονίας τραγουδώντας πάριο, 220 βολτ νιώθω μέσα μου να με χτυπούν, (μπορεί και βατ, μικρή σημασία έχει).
Ο ηλεκτρονικός του τράχηλος δεν υπόμενε ζυγό.

Τελευταία του επιθυμία ήταν να διασκορπιστούν τα τσιπάκια του στο αιγαίο και να παραμείνει άταφος για να εμπνέει με την αποσύνθεση και τη σαπίλα του.
Του αξίζει να πάει στην παράδεισο, ό,τι κι αν έχει εκεί για τους η/υ της κατηγορίας του. Τεμπελιά και στασιμότητα (μπρεζνιεφική) βασικά, θα του ταίριαζε πιο πολύ απ' όλα. Και μια καλή θηλυκιά να ζευγαρώσει και να κάνει απογόνους (με σοβαρό κίνδυνο να βγουν καθυστερημένοι αν πάρουν τα δικά του γονίδια. Απολιθώματα νέας γενιάς).

Αν είχε υπ' όψιν του ο μαρξ τον η/υ δεν θα είχε γράψει ποτέ τα γκρουντρίσε. Εκεί δηλ που μιλάει για την πνευματική εργασία, την ανάδειξη της γενικής διάνοιας σε βασική παραγωγική δύναμη.
Θεωρητικά οι υπολογιστές είναι πρόδρομοι της αυτοματοποίησης, οι αγγελιοφόροι του κομμουνιστικού μέλλοντος της εργασίας. Αλλά ο δικός μου με κούραζε περισσότερο κι από χειρωνακτική εργασία. Μάλλον απόδειξη του υποδουλωτικού καταμερισμού εργασίας ήταν παρά οτιδήποτε άλλο.
Έχει μια θέση μαζί με το κράτος και τα άλλα παλιοπράγματα στο χρονοντούλαπο με τις αναμνήσεις των ταξικών κοινωνιών.

Αν ήταν στο χέρι μου δεν θα άφηνα να τερματιστεί τόσο νωρίς κι άδοξα η σχέση μας. Κι ας είχε τόσα προβλήματα.
Σαν τη σχέση μου με την οργάνωση ένα πράγμα. Και βασικά όλες λίγο-πολύ, τώρα που το σκέφτομαι. Ποτέ δε διάλεξα τη διαγραφή, άφηνα τους άλλους να το κάνουν.
Ούτε εμένα μου αρέσουν οι αλλαγές κι οι προσαρμογές.

Τώρα με άφησε ορφανό σαν χρόνη μίσσιο, να του διηγούμαι όλα όσα ακολουθούν και να του γράφω τη συνέχεια του καλά εσύ σκοτώθηκες νωρίς.

Καλή αντάμωση η/υ.

2 σχόλια:

Χρήστος είπε...

Πολύ καλό..."Ποτέ δε διάλεξα τη διαγραφή, άφηνα τους άλλους να το κάνουν.
Ούτε εμένα μου αρέσουν οι αλλαγές κι οι προσαρμογές"
Σε μερικά σημεία νιώθω να με εκφράζεις. Απλά προτιμώ να τα καταπιέζω.
Μήπως όμως με το να μην μας αρέσουν οι αλλαγές θα δείξουμε πάλι συντηρητικά αντανακλαστικά στην επόμενη εξέγερση-υποψία αλλαγής της πραγματικότητας .
Και άντε εμείς έχουμε την ασφάλεια ένα παρελθόν νοσταλγικό (για την ΕΣΣΔ) και ένα μέλλον αβέβαιο.
Αυτοί όμως που η επιλογή τους θα παίξει ρόλο έχουν την ασφάλεια,μια μερσεντές, παρελθόν "ειρηνικής συνύπαρξης", και μέλλον βουλευτικής σύνταξης...
Μικροί προβληματισμοί..

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Μικρές προβληματικές απαντήσεις.
Εννοείται ότι θα δείξουμε συντηρητικά αντανακλαστικά, τι σόι μπρεζνιεφικοί είμαστε; Την πρώτη μέρα των δεκεμβριανών εγώ δεν κατέβηκα πουθενά.
Αλλά ο άνθρωπος δεν ενεργεί μόνο βάση αντανακλαστικών. Τη δεύτερη μέρα θα 'μαστε στο δρόμο. Και θα 'μαστε οι τελευταίοι που θα φύγουν γιατί δε μας αρέσουν οι πολλές αλλαγές.

Μακάρι ο κόσμος που έχει ως κριτήριό του την ασφάλεια να το εννοούσε. Γιατί θα απέρριπτε τον καπιταλισμό και τη διαρκή ανασφάλεια που του προσφέρει πασπαλισμένη με χρυσόσκονη ευημερίας και θα συμπαθούσε τη σοβιετία με την κοινωνική ασφάλιση, τη μηδενική ανεργία και την σχεδόν ανέμελη ζωή.