Η πολιτική δεν έχει θέση στην τέχνη/λογοτεχνία. Ο καλλιτέχνης/λογοτέχνης πρέπει να μένει μακριά από πολιτικές αντιπαραθέσεις, κομματικές εντάξεις, να μην αναλώνεται στα καθημερινά και εφήμερα. Να πετάξει μακριά από τον κόσμο και την πεζή πραγματικότητα, για να τα φωτίσει αφ’ υψηλού -από το συννεφάκι του.
Αθάνατα κλισέ, που θυμίζουν αυτό για την πολιτική που δε χωρά στον αθλητισμό και το ποδόσφαιρο. Φρόντισαν βέβαια να το τσαλαπατήσουν στην πράξη οι ίδιοι οι λογοτέχνες, της γενιάς του ’30 -και γενικώς. Όχι μόνο με τα έργα τους και τα μηνύματα που περνούσαν, αλλά με μαχητική αρθρογραφία, συνδικαλιστική δράση και μια πλούσια, πολύπλευρη δραστηριότητα. Η πένα τους είναι το βασικό όπλο που έχουν, αλλά είναι συνέχεια της πολιτικής τους στάσης με άλλα μέσα (κατά αντιστοιχία της φράσης του Κλαούζεβιτς για τον πόλεμο και την πολιτική).
Το βιβλίο του Βασίλη Μόσχου είναι ένα δελτίο πολέμου, που καταγράφει τις μάχες και τη δραστηριότητα των λογοτεχνών μιας εξόχως συγκρουσιακής περιόδου. Κι αν ήμουν στη θέση του συγγραφέα, θα συνόψιζα το θέμα που τον απασχολεί, σα να απευθυνόμουν στους «πνευματικούς πατέρες» εκείνης της δεκαετίας, με το ερώτημα που βάζω στον τίτλο της ανάρτησης. Τι έκανες στον μεσοπόλεμο, (πνευματικέ) πατέρα;
Λίγοι είναι οι ριψάσπιδες που αναζητούν προσχήματα για να αποφύγουν τη μάχη. Ελάχιστοι μένουν ουδέτεροι στα γεγονότα και τις προκλήσεις της εποχής τους. Κάποιοι αναζητούν το επόμενο εθνικό (διάβαζε αστικό) αφήγημα που θα διαδεχτεί τη χρεοκοπημένη Μεγάλη Ιδέα (της ελληνικής αστικής τάξης για τον εαυτό της). Κάποιοι εμφανίζονται ήδη σαν θιασώτες της ευρωπαϊκής ιδέας -που τότε απασχολούσε έντονα τους ναζιστικούς κύκλους. Ενώ κάποιοι δε λένε κούφια λόγια, γιατί βιώνουν στο πετσί τους κάθε τους λέξη-κείμενο-επιλογή, με εξορίες και συλλήψεις.
Τι λένε λοιπόν οι διανοούμενοι-λογοτέχνες της εποχής; Πολλά και αντικρουόμενα. Όποιος αναζητά μια κοινή, ενιαία γλώσσα, θα καταλήξει σε μια ταξική Βαβέλ, που αδυνατεί να αρθρώσει συνεκτικό λόγο και δε λέει πρακτικά τίποτα -είτε μιλάμε για λογοτέχνες, είτε για οποιαδήποτε άλλη σφαίρα του κοινωνικού γίγνεσθαι.
Κάποιοι λογοτέχνες είναι αθεράπευτα ερωτευμένοι με την εξουσία, θέτουν το ταλέντο τους στην υπηρεσία των ισχυρών, προσαρμόζουν ευέλικτα τις αρχές τους στην εκάστοτε αρχή και τις πολιτικές μεταβολές, εξυμνούν τους εκάστοτε κρατούντες, τον Βενιζέλο, τον «μεταρρυθμιστή» Γ. Παπανδρέου αλλά και τον Μεταξά. Καταλαβαίνουν πολύ καλύτερα από κάποιους «αριστερόστροφους» πως το αστικό κράτος έχει συνέχεια -αυτή είναι η περίπτωση του Σεφέρη, που υπηρετεί επί μεταξικής δικτατορίας σε κρίσιμα πόστα, σχετικά με τον Τύπο. Προκόβουμε καταπληκτικά, όπως θα έγραφε ειρωνικά και ο ίδιος μερικές δεκαετίες αργότερα, για μια άλλη δικτατορία...
Ευτυχώς υπάρχει το κόκκινο αντίπαλο δέος, που προκαλεί όντως δέος με τα ονόματα που το στελεχώνουν (αλλά και την μικροπρεπή ειρωνεία κάποιων αστών συναδέλφων τους, που επιχειρούν να μειώσουν το έργο τους και πρωτίστως τις πολιτικές τους επιλογές).
Είναι δύσκολο να μη νοσταλγήσεις μια εποχή που δεν έζησες, βλέποντας τόσα ιερά τέρατα (Βάρναλης, Γληνός και Καρβούνης, μεταξύ πολλών άλλων) να συσπειρώνονται στη σωστή πλευρά της ιστορίας/λογοτεχνίας. Δε γίνεται να μη ζηλεύεις την οργάνωση, τις προσπάθειες και τα φιλόδοξα εγχειρήματα των (Νέων) Πρωτοπόρων, το μορφωτικό ρεύμα, τις αδιάκοπες πρωτοβουλίες του, τον διεθνή συντονισμό, την εκλαϊκευτική δουλειά και μια σειρά κινήσεις που μπορεί να μην έφεραν έναν τύπο... «πολιτιστικής επανάστασης», ήταν όμως σοβαρή επαναστατική δουλειά που άφησε μακροχρόνιους καρπούς.
Κι είναι αναπόφευκτο, σα νομοτέλεια, να αναρωτηθείς αν έχουμε σήμερα, σε πιο «εύκολους» πλην αντιποιητικούς, πεζούς καιρούς, τη θέληση και τα εφόδια, το αντίστοιχο ταλέντο και τις ίδιες χαρισματικές μορφές, τη δύναμη να εμπνέουμε και να κερδίζουμε τα πιο ανήσυχα καλλιτεχνικά (και όχι μόνο) μυαλά του καιρού μας. Και αν μας λείπουν όλα αυτά, πώς αλλιώς θα τα επανακτήσουμε, αν όχι μέσα από ένα συλλογικό κίνημα που θα φέρει τα πάνω κάτω -και μαζί και τους συσχετισμούς;
Παρόλα αυτά, η μελέτη του ΒΜ δεν είναι μια νοσταλγική αναφορά σε ένδοξους καιρούς και περασμένα μεγαλεία, ούτε μια αγιογραφία των επίμαχων προσώπων. Βλέπει τους πρωτοπόρους καλλιτέχνες ως έχουν μες στο δοσμένο ιστορικό πλαίσιο, την πορεία διαμόρφωσής τους αλλά και τις «αντινομίες» τους, μα πρωτίστως τις στρατηγικές αντιφάσεις της οργανωμένης πρωτοπορίας, δηλ του ΚΚΕ και της Κομιντέρν, στην εποχή των Λαϊκών Μετώπων.
Είναι μια εποχή στην οποία δεν υπάρχουν
τοτέμ και αυθεντίες.
Ο Βάρναλης πχ καλείται
να απολογηθεί για μια θετική κρίση του για το
συγγραφικό ταλέντο του Τρότσκι. Η σχέση του
Πικρού με το ΚΚΕ είχε μάλλον πικρό τέλος -και
δεν αποκαταστάθηκε ποτέ πλήρως τα επόμενα
χρόνια. Ο Ζαχαριάδης γράφει μέσα από τη φυλακή
τον «αληθινό Παλαμά» αλλά δεν ευθυγραμμίζονται
όλοι με την ερμηνεία του -ούτε εξάλλου με τις
κεντρικές πολιτικές επεξεργασίες του κόμματος,
που διαμορφώνουν σαφώς κλίμα και μια γενική
γραμμή, αλλά δεν τις ακολουθούν όλοι απαράβατα.
Κι ο Ζέβγος αντιπαρατίθεται έντονα για τον
ταξικό χαρακτήρα της επανάστασης του ’21 με τον
Κορδάτο, που είναι όμως πιο κοντά στη σημερινή
αντίληψη του κόμματος.
Σε αντίθεση με το αστικό
στερεότυπο, η σκέψη των κομμουνιστών παραμένει
πρωτότυπη, ενίοτε αντιφατική, μα πάντα πλούσια
και ενδιαφέρουσα. Κάτι που δύσκολα μπορεί να
αποδώσει κανείς στην αστική σκέψη, στο σύνολό
της.
Διαβάζοντας το βιβλίο, ο αναγνώστης συνειδητοποιεί πως δεν υπάρχει παρθενογένεση στην «τέχνη» του αντικομμουνισμού και ότι οι θιασώτες του αναμασούν την ίδια ιδεολογική μούχλα εδώ και (εννιά τουλάχιστον) δεκαετίες. Ειδικότερα, δεν υπάρχει αντισοβιετικό κλισέ στον σύγχρονο δημόσιο λόγο, που να μην αντιγράφει παλιότερα αστικά αφηγήματα της δεκαετίας του ’30. Η αστική σκέψη σπανίως (έως ποτέ) κομίζει κάτι φρέσκο και πρωτότυπο, γιατί είναι από τη φύση της συντηρητική, στη θέση του απολογητή ενός σάπιου κόσμου που πεθαίνει και επιβιώνει τρώγοντας τις σάρκες του/μας και βασικά τους ζωντανούς πόρους της κοινωνίας -πχ τη ζωντανή εργασία.
Στον αντίποδα, οι ανταποκρίσεις του
Βάρναλη από όσα είδε στη χώρα των Σοβιέτ (που
κυκλοφόρησαν και σχετικά πρόσφατα σε βιβλίο)
είναι μια ζωντανή, διεισδυτική μαρτυρία για
μια σειρά πτυχές της σοβιετικής κοινωνίας,
που διαβάζεται ακόμα και σήμερα με ενδιαφέρον.
Και είναι ζήτημα γιατί δεν υπάρχει μια αντίστοιχη
έκδοση με τα κείμενα του... συνταξιδιώτη του Βάρναλη,
του Δ. Γληνού.
Εξίσου ενδιαφέρουσες είναι οι
ενθουσιώδεις εντυπώσεις του Καζαντζάκη από
το ταξίδι του στη Ρωσία. Δυσκολεύεσαι όμως να
πάρεις πολύ σοβαρά έναν στοχαστή που αριστερίζει
μεν -και στοχοποιήθηκε από την εκκλησία για τις
απόψεις του- αλλά δείχνει αντίστοιχο ενθουσιασμό
για τη... ζωτική ορμή του Φράνκο και του φασισμού
στον ισπανικό εμφύλιο, ακολουθώντας νιτσεϊκά πρότυπα και λογική.
Η συμβολή του ΒΜ δεν είναι ένα απλό λιθαράκι -στο θέμα που τον απασχολεί και ευρύτερα στη βαθύτερη κατανόηση της εποχής- αλλά ένα... «μικρό τούβλο» 700 και πλέον σελίδων, με υπερδιπλάσιες υποσημειώσεις, που είναι η ένοχη απόλαυση του ιστοριοδίφη αναγνώστη. Προσφέρει ένα χορταστικό υλικό, με το οποίο κινδυνεύεις να βουλιάξεις στον χρόνο και να χαθείς σε ένα λαβύρινθο γαργαλιστικών λεπτομερειών, που μπορούν να γίνουν ξεχωριστά κεφάλαια.
Πχ τον Βάρναλη να αρθρογραφεί για το
χτύπημα που δέχτηκε ο «ρωμαίικος ιμπεριαλισμός»
με τη μικρασιατική καταστροφή, και για την αστική τάξη που «συνειδητοποιήθηκε κι έγινε ιμπεριαλιστική
με τους μακεδονικούς αγώνες», με τη Μεγάλη Ιδέα
να αφήνει τα σύννεφα και να μπαίνει στην πράξη.
Ή το αντικομμουνιστικό καλτ της εποχής
που αντιστοιχούσε τα ονόματα των Λένιν και
Στάλιν με αριθμούς από τους οποίους προέκυπτε
το 666 -υποθέτω ως άθροισμα. Που ’σαι Ζάρα να μαθαίνεις...
Η εν λόγω μελέτη δεν είναι μια λογοτεχνική προσέγγιση στο θέμα, ούτε μιλάει τη γλώσσα των λογοτεχνών. Είναι μια διατριβή, κάτι σαν τα «προλεγόμενα» του πρώτου βιβλίου του συγγραφέα για τη δεκαετία του ’40 -στη γλώσσα του σινεμά θα το λέγαμε prequel. Κι αν φαίνεται κάπως περίεργο που αυτός ο τόμος είναι σχεδόν διπλάσιος σε έκταση από τον προηγούμενο, για μια τόσο εμβληματική περίοδο, η εξήγηση είναι απλή και απολύτως... υλιστική. Η παρανομία, η Κατοχή και η Αντίσταση, τα Δεκεμβριανά και ο Εμφύλιος, μπορεί να είναι συγκλονιστικά ιστορικά γεγονότα που δε συγκρίνονται με άλλα -ως προς το βάθος, την πυκνότητα του ιστορικού χρόνου και το διακύβευμα. Αλλά η φωτιά της μάχης σπανίως αφήνει πίσω της υλικά τεκμήρια και αρχειακό υλικό -αν δεν καταστρέφει κιόλας το ήδη υπάρχον. Η δεκαετία του ’30 άλλωστε είναι εξίσου ενδιαφέρουσα και μεστή σε γεγονότα -και κατά μία έννοια αποτελεί τον ιστορικό προθάλαμο για όσα ακολουθούν-, ωστόσο το σχετικό υλικό μειώνεται σημαντικά μετά την επιβολή της δικτατορίας του Μεταξά -για αντίστοιχους, αντικειμενικούς λόγους.
Διατηρώ μια (πιθανόν αβάσιμη) υποψία
ότι ο συγγραφέας θα ήθελε να γράψει άλλη μία
(τουλάχιστον) εκδοχή του ίδιου βιβλίου. Πχ με
περισσότερα και πιο αναλυτικά παραθέματα με
κείμενα της εποχής -και τις λογοτεχνικές διαμάχες,
με πολιτικές προεκτάσεις, που μαγνητίζουν
το ενδιαφέρον μας πολύ περισσότερο από άλλες
σύγχρονες κόντρες. Ή ενδεχομένως με ελαφρώς διαφορετικό
ύφος, κάπως λιγότερο ακαδημαϊκό, και μια μορφή
που θα αναδείκνυε το περιεχόμενο για το ευρύ
αναγνωστικό κοινό -όχι πως δεν είναι προσιτό
και στην παρούσα εκδοχή του.
Εφόσον μιλάμε όμως
για μια έρευνα και ένα «έργο ζωής», όλα αυτά
θα απαιτούσαν πιθανότατα μια δεύτερη ζωή για
να γραφτούν -κάτι όχι ιδιαίτερα ρεαλιστικό.
Υπάρχει ένα ιδιαίτερο κεφάλαιο για τις διαμάχες γύρω από το γλωσσικό ζήτημα, τη δημοτική και την καθαρεύουσα -μια παρωχημένη κατασκευασμένη γλώσσα που ταλαιπωρούσε τον λαό μας για πολλά χρόνια-, που προσφέρεται για επίκαιρους συνειρμούς και προεκτάσεις. Υπάρχει άραγε στις μέρες μας γλωσσικό ζήτημα; Πόσο σίγουροι είμαστε ότι το έχουμε λύσει -έστω και στο κομμάτι των επιβιώσεων της καθαρεύουσας- και ότι αυτό που μιλάμε σήμερα δεν είναι παρά ένας ντροπαλός συμβιβασμός με κάποια κατάλοιπά της -ένα ενδεχόμενο για το οποίο μας προειδοποιούσαν προφητικά οι «μαλλιαροί» σφοι της εποχής, ως συνεπείς δημοτικιστές; Τι άλλο, παρά συμβιβασμός και κατάλοιπα, είναι πχ κάποιοι τύποι στον παρατατικό -όπως το «επρόκειτο», το «αντιτίθετο» κτλ-, που μπορεί να τα βρει κανείς στο συγκεκριμένο βιβλίο, αλλά και στα γραπτά όλων μας -ιδίως σε εργασίες που προορίζονται για δημοσίευση; Ο αναμάρτητος πρωτοπόρος τον λίθο βαλέτω...
Και πέραν αυτού. Πόσο προφητικός ήταν ο Γληνός, όταν πρότεινε τη σπουδαία απλοποίηση της φωνητικής ορθογραφίας και το λατινικό αλφάβητο -πολύ πριν μας απασχολήσουν ως φαινόμενο ή ως ιδέα έστω τα περιβόητα greeklish; Και τι θα μας έλεγε σήμερα, αν έβλεπε πόσες αγγλικές λέξεις χρησιμοποιούνται καθημερινά χωρίς να αφομοιώνονται στα μέτρα της νεο-ελληνικής γλώσσας; Και τι δυνατότητες εξέλιξης και ανάπτυξης έχει μια γλώσσα που εξακολουθεί να πατάει με το ένα πόδι στην καθαρεύουσα -και συνεπώς να κουτσαίνει-, ενώ δυσφημούνταν επί μακρόν από πολλές πλευρές και με κάθε τρόπο οι... «ακρότητες» των δημοτικιστών ή οι λεξιπλασίες του Ζαχαριάδη;
Δεν έχω απαντήσεις, μόνο τα ερωτήματα -και ελπίζω να τα θέτω με ενδιαφέροντα τρόπο τουλάχιστον, χωρίς να μπαίνουν όλα στο μίξερ.
Αντί επιλόγου. Προφανώς αξίζει να διαβάσει κανείς το βιβλίο και ας μην είναι αυτό που λένε «βιβλίο παραλίας» -εκεί δηλαδή που το διάβασε η κε του μπλοκ. Εξάλλου τα βιβλία δεν είναι απλώς μια αγάπη για το καλοκαίρι. Κι ένα αγύμναστο μυαλό δεν μπορεί ποτέ να αποδώσει, αν έχει κακομάθει (μόνο) σε οθόνες.
Λίστες βιβλίων για τις διακοπές φτιάχνουν συνήθως όσοι διαβάζουν σπανίως ως ποτέ ή όσοι θέλουν μια ωραία φωτογραφία με μια ντάνα βιβλίων για τα like -χωρίς να μας λένε ποτέ αν τα διάβασαν όντως και τι τους έμεινε από αυτά, πλην των like.
Πολύς κόσμος δεν ψάχνει άλλοθι, αλλά τον χαμένο (ελεύθερο) χρόνο, που δεν τους αφήνει η πεζή καθημερινότητα. Αλλά χρόνος για διάβασμα υπάρχει σχεδόν πάντα -κι ας μην είναι όσος θέλουμε. Αρκεί να το έχουμε προτεραιότητα. Κι ίσως έτσι μπορέσουμε κάποτε να γίνουμε αναγνώστες παντός καιρού και εποχής, που δε θα παθαίνουν αναφυλαξία σε κείμενα που ξεπερνούν τις τρεις γραμμές -πχ όπως αυτό και πολύ περισσότερο τα βιβλία.
Σ.Σ.: Ο υπότιτλος είναι σαφώς ειρωνικός. Κράτησα νοερά την κωδικοποίηση για να μην πλατειάσω υπερβολικά, αλλά δεν αρίθμησα καν τα σημεία. Ελπίζω ωστόσο ότι είναι κάπου 10(+1), όπως συνηθίζεται στους τίτλους τέτοιων κειμένων με λίστες. Οι οποίες μπορεί να μας απασχολήσουν και σε ένα επόμενο κείμενο, εντός του μήνα -καλώς εχόντων των πραγμάτων. Ποτέ μη λες ποτέ...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου