Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2026

ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο

Πω, ρε φίλε. Ο κακός χαμός στο μπάσκετ και την Ομοσπονδία. Ναι αλλά εμείς με ποιον είμαστε;

 

Με τους πράσινους ή με τους άλικους; Ή με τους Βένετους που κυβερνάνε; Ή με τον διαιτητή πεζοπόρο-συνοδοιπόρο του Μητσοτάκη, που ξύπνησε μια μέρα σε ένα σπίτι γεμάτο λεφτά και με τα όνειρά του πραγματικότητα; Ή με τους χρήσιμους ανόητους σαν τον Βλαξ-Βάνη, που τα έσπασε με τον Αλέξη αλλά εντοπίζει το σκάνδαλο (μόνο) στη ΝΔ;

Είμαστε με τον Σωλήνα ή με τον Coffee-Island; Με την κάθαρση ή με τον Κοσκωτά, από όπου ξεκίνησε ο Αντάρας της Pizza Fan; Με τους εστέτ απογόνους των θρυλικών δωσίλογων ή με τον λούμπεν αστό, που οι πρόγονοί του έκαναν δουλειές με φούντες επί χούντας; Με τον Ρώσο, τον Κινέζο από τις ΗΠΑ ή με τον Αριστοτέλη (και κρασί απ’ το βαρέλι) που πιέζει γεωπολιτικά για να εκτοπίσει τον Ιβάν, τον επενδυτή από την Ταϊβάν και εσύ μένεις πίσω να πλακώνεσαι σαν χαϊβάν; (Α ρε Μιχάλη, για όλα έχεις γράψει, ακόμα και για το μπάσκετ, όπου έχεις δικαίωμα για μία συν μία).

Είμαστε με το «παλιό καλό» ΠΑΣΟΚ, που ποτέ δεν πεθαίνει, αλλά κόπηκε λόγω ηλικίας στις εκλογές της ΕΟΚ; Που είχε Σωλήνα και τον Φίλιππα ως εκπρόσωπο τύπου, να βγάζει σπυράκια -σαν την πορτοκαλί θεά- με τις μαϊμούδες που χοροπηδάνε στο ΝΒΑ και τους διεθνείς που κατέστρεφαν την Εθνική, κάνοντας συνδικαλισμό; Με τον Σωλήνα που δεν έχει καμία σχέση με τα «παιδιά του σωλήνα» -όπως μας χλεύαζε ο Πανούσης στη δεκαετία με τις βάτες και τους σωλήνες- αλλά κάποιοι τον έβλεπαν ως επίτροπο της τελευταίας Σοβιετίας, με ισόβια θητεία, κρατικά πλάνα και αναπτυξιακά προγράμματα;

Ή με τους ενωτικούς τεχνοκράτες που έχουν διαλύσει το μπάσκετ σε φέουδα -καπιταλισμός, σου λέει...; Και τους γιάπηδες που αποφάνθηκαν ότι η βασική πληγή του επαγγελματικού αθλητισμού είναι ότι δεν έχει εμπορευματοποιηθεί αρκετά, συνεπώς χρειαζόμαστε πιο πολλούς μάνατζερ για πιο πολλά κέρδη;

Ή μήπως με τον «τρίτο δρόμο» του Φασούλα, που και αυτός αδιέξοδο ΠΑΣΟΚ είναι, γιατί άφησε τα παιδιά του σωλήνα της ΚΝΕ, πήγε πολύ μακριά και παντρεύτηκε με τη μάσα -με μικρό και κεφαλαίο, αρκεί να υπηρετεί το κεφάλαιο.

Είσαι με το μοντέλο του «κρατικού αθλητισμού» που παράγει μετάλλια, πρωταθλητές και διακρίσεις, χωρίς υποδομές; Ή με τους κρατικοδίαιτους επενδυτές που μας γδύνουν και εμφανίζονται ως ευεργέτες, όταν τους χαρίζουν δημόσια γήπεδα και στάδια, που ρήμαζαν επιμελώς αφημένα στην τύχη τους; Κάν’ το όπως ο Πέλε...

Είσαι με τα κοράκια που θα έκαναν «κρα» για μια πιθανή εμπλοκή του Λιόλιου με τον Πελετίδη ή τον Πετρόπουλο; Ή με τα παπαγαλάκια που κάνουν γαργάρα ότι ο Λιόλιος χρηματοδοτούσε αφειδώς την αντιπολίτευση;

Είσαι με τον Δήμο Πατρέων ή με τον Δήμο Ντικούδη, που ήταν τσάτσος δεξί χέρι του Λιόλιου; Ή μήπως με τον Λάζο που βρίζει τώρα τα Πουτινάκια και παλιότερα τη Σοβιετία, γιατί είναι με το ΝΑΤΟ και είχε γίνει μάνατζερ για να... βοηθήσει τα νέα παιδιά (να δομήσουν το βιογραφικό τους, που θα έλεγε και ο Κυρανάκης); ΕΟΚ και ΝΑΤΟ...

Είσαι με τους ανήξερους που έπεσαν από τα σύννεφα, σαν σταγονίδια βροχής; Ή με τους πολύξερους με το υφάκι (πολλά βαρύ, καφενειακό), που τα γνώριζαν όλα και δικαιώθηκαν, γιατί «σας τα ’λεγα εγώ» -αν και σαν τον πολιτικό σας-τα-λεγάκια δεν έχει).

Είσαι με τους δημοσιογράφους που ήταν στο μισθολόγιο της Ομοσπονδίας και στη δικογραφία της υπόθεσης; Ή μήπως με τους προσεκτικούς που φροντίζουν για τις δημόσιες σχέσεις τους; Ή με τους αποκαλυπτικούς, που έχουν πηγή την κυβέρνηση ή τον εργοδότη τους; Ή με τους μαχητικούς, που δε μασάνε τα λόγια τους και τα βάζουν με τον «υπέροχο λαό στην κερκίδα», αλλά δε λένε κουβέντα για τα μεγάλα αφεντικά, γιατί ως γνωστόν το «έξυπνο πουλί» από την ουρά μυρίζεται το βρωμόψαρο; Ή με τους εναλλακτικούς, που έχουν χορηγό και λένε για τον υγιή στοιχηματισμό-τζόγο, που ενισχύει τον αθλητισμό;

Είσαι με αυτούς που ξέρουν πως το σκάνδαλο δεν έχει χρώμα, πέρα από αυτό του χρήματος; Που δεν έχει ούτε ένα ευρώ, αλλά πνίγεται με δίχρωμα κασκόλ; (Κράτα Βασίλη γερά). Ή με όσους ειρωνεύονται αφ’ υψηλού το πόπολο γιατί έχει ανάγκη όπιο και παυσίπονα μες στην κοιλάδα των Τεμπών και των ατέλειωτων δακρύων;

Είσαι από αυτούς που χάνουν τα ταξικά γυαλιά τους και φοράνε μόνο οπαδικά -no politica, που εκκολάπτουν το αυγό του φιδιού; Λες και εσύ «φέρτε πίσω τα κλεμμένα» για τίτλους και κύπελλα, αντί για μισθούς, αποθεματικά και δικαιώματα; Πόσο καιρό έχεις να βγεις στον δρόμο για μια δική σου νίκη, που δεν ήταν δανεική (από τα σπορ) και εφήμερη σαν σαπουνόφουσκα;
Θα ξανάρθει η ρουτίνα, μα κάτι άλλαξε από χτες...

Είσαι μήπως με τη ρετρό νοσταλγία; Τότε που όλα ήταν πιο αγνά και ρομαντικά; Στη δεκαετία με τις βάτες και τους σωλήνες, όταν ο Γκάλης έξυνε με ξυραφάκι τη μάρκα απ’ τα παπούτσια του -για να του δώσουν διαφήμιση και δικαιώματα- και ο Γιαννάκης απεργούσε για να πάρει λεφτά και καλύτερο συμβόλαιο; Και χάσαμε το αήττητο, γιατί κανείς δεν είναι άτρωτος, αρκεί να μη χάνει άνευ αγώνα...

Ή μήπως είσαι με τη νέα τάξη πραγμάτων; Με τα ντιφλέκσια και το μακρινό ριμπάουντ; Με το ΝΒΑ Europe και το σύγχρονο μπάσκετ, που έχει γίνει (οργανωτικά) χίλια κομμάτια -περισσότερα από την παλιά Σοβιετία και μια χώρα που την έλεγαν Γιουγκοσλαβία; Με τον Λούλα και τους φοιτητές του (σεξ-ντρόγκα) Μποντιρόγκα; Με τη μεγάλη των πλάβι σχολή ή με τη μεγάλη των αυταπατών παράδοση και τη διαχρονική γοητεία της σοσιαλδημοκρατίας -ευρωπαϊκής και λατινο-αμερικάνικης;


Είσαι με όσους φωνάζουν ρυθμικά «η Βασούλα με φόρμα ριγέ»; Με όσους νιώθουν ένα αίσθημα δικαιοσύνης με τις συλλήψεις, τις προφυλακίσεις και τα πλάνα με τις σκεπασμένες χειροπέδες; Με όσους πιστεύουν πως το κράτος λειτουργεί και τιμωρεί τη διαφθορά; Με όσους ελπίζουν πως θα καθαρίσει ο χώρος με λίγες εκκαθαρίσεις προσώπων; Με αυτούς που πανηγυρίζουν γιατί γκρεμίστηκε το σύστημα (Λιόλιου); Με αυτούς που ξέχασαν τις αντίστοιχες συλλήψεις στο ποδόσφαιρο και την κάθαρση που (δεν) έφεραν; (Κάποιος ήρθε στην παρέα, καλώς ήρθες Αχιλλέα). Ή με αυτούς που λένε πως δεν αλλάζει ποτέ τίποτα -πέρα από τον Μανολιό και τα ρούχα του; Είσαι με όσους βάζουν χαμηλό πήχη στη χαρά τους ή στις προσδοκίες τους από τη ζωή;

Είσαι με όσους κρίνουν εξ ιδίων τα αλλότρια; Ή με την καραμέλα ότι «αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται»; Και όταν γίνονται και αλλού -ναι αλλά εκεί τουλάχιστον τους τιμωρούν; Λες να εξαντλείται σε αυτό η περίφημη «ελληνική ιδιαιτερότητα»; Και στο φιλότιμο, που δεν έχουν οι κρατούντες;
Στη δική σου την καρδιά, αφιλότιμη...

Είσαι με τους κάφρους που έβριζαν σεξιστικά την ξανθιά $@#&*, όπως κάνουν με κάθε γυναίκα στη μίζερη ζωή τους; Ή με αυτούς που έχαναν το δάσος με τις προκλητικές διαιτησίες της Τσαρούχα; Και πίστευαν σε έναν καλύτερο κόσμο, όπου θα ήταν οι γυναίκες (τύπου Θάτσερ) στην εξουσία;

Είσαι με αυτούς που ψάχνουν άλλοθι στους γκρίζους για κάθε ήττα; Με όσους κλαίγονται για να κερδίσουν το επόμενο σφύριγμα; Ή με αυτούς που δεν είδαν, δεν άκουσαν (και δεν είπαν) τίποτα για την εύνοια, τα χειρουργεία, την αλλοίωση αποτελεσμάτων -ακόμα και στα σχολικά πρωταθλήματα;

Είσαι με όσους άρχισαν ντουέτο την Αντίστροφη Μέτρηση, για να αλλάξουν όλα και να ξεβρωμίσει ο τόπος; Ή με το σαξές στόρι των Final Countdown, τιρινίνι για πάντα, οι ομάδες μας ανεβαίνουν και σαρώνουν και έχουμε το καλύτερο πρωτάθλημα των Europe;

Τελικά με ποιον είσαι/είμαστε;

Είσαι με εμάς ή με τους άλλους; Μα εμείς είμαστε οι άλλοι -και οι ζωές των άλλων, που είναι ο χειρότερος φόβος μας κατά τους υπαρξιστές. Και ως πότε θα σπαταλάς την ανάγκη για συλλογικότητα σε αθλητικούς συλλόγους και σωματεία που δεν είναι ταξικά, αλλά αθλητικά;

Σωματείο μεγάλο, δεν υπάρχει άλλο, δεν υπάρχει άλλο πλέον ταξικό...

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2026

Έρχονται οι πόλεις του φωτός

Τι γίνεται στη Γαλλία -και άλλες χώρες; Της Γαλλίας. Παλλαϊκός ξεσηκωμός, που είναι κάτι σαν γαλλική σπεσιαλιτέ (εγκαλιτέ-φρατερνιτέ) εδώ και κάποιους αιώνες, δημιουργώντας μια παράδοση και ένα ιστορικό φορτίο. Ένας χρυσός δημοσιογραφικός και επαναστατικός κανόνας (κάτι που μας θυμίζει ότι ο Μαρξ κατά καιρούς βιοποριζόταν από τη δημοσιογραφία, όπως και το μισό στελεχιακό δυναμικό του παλιού ΝΑΡ άλλωστε) λέει να παρακολουθούμε τα γεγονότα, την εξέλιξη και τη δυναμική τους, αφήνοντας τα συμπεράσματα για την τελική ανάλυση. Αλλά το έργο το ξέρουμε και το υλικό δε λείπει από τους αβράκωτους ποπολάρους του καιρού μας -κι από εμπειρίες είχες αρκετές/ ε, άντε ξεκαθάρισε τι θες. Οπότε περνάμε σε ένα προσχέδιο με σημειώσεις και βασικές διαπιστώσεις.


Οι κινητοποιήσεις στη Γαλλία προσφέρουν εκπληκτικά στιγμιότυπα -αυτό που κάποιοι σινεφίλ θα έλεγαν εμβληματικές σκηνές και οι νεοξύλ περιεχόμενο/content. Από την μπάντα που παίζει τη Διεθνή -που το ζήλεψαν και το αντέγραψαν και οι δικοί μας- και τη σημειολογία με την τύχη του Λουδοβίκου, μέχρι τους συγκινημένους ασπρομάλληδες με τα αμαξίδια που θυμήθηκαν τα νιάτα τους και τον Μάη του ‘68. Η σκηνοθεσία της ιστορίας και της πραγματικής ζωής είναι απαράμιλλη. Και αξίζει ένα καλύτερο έπαθλο από ένα αγαλματάκι ή μάλλον έναν φοίνικα. Μια πρώτη, σημαντική επιβράβευση είναι και η διεθνής απήχηση σε άλλες χώρες -που άλλοι την φαντασιώνονται ως το “διεθνές ‘68” της εποχής μας.

Το βασικό είναι τι καταλαβαίνει το κοινό αυτό και αν θα παραμείνει τέτοιο (κοινό σε ρόλο θεατή) ή θα πρωταγωνιστήσει στη ζωή του, ενεργοποιώντας τον μηχανισμό της μπρεχτικής αποστασιοποίησης. Μια συνήθης αντίδραση είναι μια -πορνογραφική σχεδόν- κατανάλωση κινηματικών στιγμών-επιτευγμάτων, όπου ο κίνδυνος δεν είναι ηθικής τάξης. Δεν είναι κακό να ερεθίζεις τη φαντασία (στην εξουσία) για να πάρεις ιδέες και να τις κάνεις υλική δύναμη, αρκεί να μην εγκλωβίζεσαι, με τη δύναμη της συνήθειας, στην αδράνεια της αυτοϊκανοποίησης και τον ρόλο του μαλάκα.

Η πραγματική ένοχη απόλαυση είναι να βλέπεις να υστεριάζουν οι σύγχρονες Μαρίες Αντουανέτες για το πλιάτσικο των Βερσαλλιών. Και από κοντά οι εγχώριοι αυλικοί, σαν τον εκπρόσωπο του βασιλιά Λουδοβίκου, τον Αρκά ως γελωτοποιό με σκίτσα, την κόρη του βασιλοκομμουνιστή και τον φέρελπι Κυρανάκη να αναμασάν θεωρία δύο άκρων, ωμό αντικομμουνισμό και ισλαμοφοβία, ζητώντας από το ΚΚΕ να αναλάβει την ευθύνη για τη βία που ΘΑ ξεσπάσει σαν ιός στη χώρα μας. Φαντάσου να βγουν οι γκιλοτίνες πώς θα τους σηκωθεί η τρίχα (η περούκα πώς είναι;).

Προσωπικά έχω μείνει με την απορία γιατί ο σοσιαλιστής Τσβάιχ επέλεξε να γράψει μια απολογητική βιογραφία για την “Τουανέτα”. Και κάποιοι άλλοι με την απορία για το 41% (λίγους μήνες μετά από τα Τέμπη) και για τον εκλογικό θρίαμβο του ντε Γκολ, μετά τον Παρισινό Μάη. Αλλά η συνταγή είναι αλάνθαστη, όσο ηλίθιος και αν είναι ο εκάστοτε πολιτικός μάγειρας. Να ποντάρεις στα ταπεινά ένστικτα των νοικοκυραίων και τη σιωπηλή πλειοψηφία που θα επιβάλει την πτωματική της αδράνεια στην κάλπη. Κι όσοι εξοργίζονται με αυτό, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να σπάσουν την εκκωφαντική σιωπή νεκροταφείου στον δρόμο, που είχε και γράφει τη δική του ιστορία.

(Παρενθετικά και παρεμπιπτόντως. Η κυβέρνηση παίρνει θέση στη σωστή πλευρά της υστερίας, για να συμπέσει εντυπωσιακά με τη «σοσιαλιστική ανάλυση» του πολυδιάστατου Μαρκούζε για τον μονοδιάστατο άνθρωπο και τον ενσωματωμένο εργάτη, που αφήνει τον ρόλο του επαναστατικού υποκειμένου στους ανθρώπους του περιθωρίου -λούμπεν προλετάριους, εξαθλιωμένους μετανάστες κτλ. Καθώς επίσης και με αναρχικούς φετιχιστές της βίας, που την θεωρούν ως το βασικό συστατικό – χαρακτηριστικό της εξέγερσης.
Η πραγματικότητα, βέβαια, είναι όντως πολυδιάστατη -το θέμα είναι τι δίνει τον τόνο ή τι επιλέγεις να δεις και να αναδείξεις. Κλείνει η παρένθεση).

Ναι αλλά δεν είναι τόσο απλό.
Οι επαγγελματίες γκρινιάρηδες, που σιχτιρίζουν γιατί δε γίναμε Γαλλία, δε σκοπεύουν να ξεκουνήσουν έτσι εύκολα απ’ τον καναπέ τους. Περιμένουν μια ουρανοκατέβατη αλλαγή, να έρθει απέξω, εύκολη κι ετοιματζίδικη, χωρίς τη δική τους δράση -πόσο μάλλον θυσίες. Να αρχίσει να κινείται ο κόσμος από μόνος του, για να διασκεδάσουν τη δική τους ακινησία και την ανία τους. Κατά κανόνα είναι άτομα που δε βρέθηκαν στις χτεσινές διαδηλώσεις, δεν είχαν περάσει καν από το Σύνταγμα για να δουν τους φοιτητές που κατασκηνώνουν και διαδηλώνουν, δεν έχουν ακούσει τίποτα για τη διεθνή απεργία των λιμενεργατών σε δεκάδες χώρες και λιμάνια που συμμετέχουν. Αγνοούν βολικά οτιδήποτε δεν ταιριάζει στο αφήγημα “τίποτα δε γίνεται”, καθώς και ό,τι απειλεί να διαταράξει τη νιρβάνα τους.
Γκρινιάζουν για όσα (δεν) κάνουν οι κομμουνιστές, αλλά πιθανότατα θα έκαναν το ίδιο ακριβώς και στη Γαλλία. Γιατί κυβερνά τόσα χρόνια ο Μακρόν, ανεβαίνει η Λεπέν, γιατί “είναι απομονωμένη η CGT”, γιατί οι μαθητές δεν κάνουν καταλήψεις (αλλά αποχή). Γιατί δε βγαίνει τίποτα με μια απεργία, δεν αλλάζει κάτι με μια εξέγερση, και δε φτάνει μια επανάσταση -σε μια μόνο χώρα, ήπειρο ή γαλαξία.

Ναι αλλά εμείς δεν έχουμε περάσει καν από Διαφωτισμό.
Ναι αλλά και εμείς έχουμε περάσει από τρία γράμματα μόνο φωτίζουν -ΕΑΜ, ΔΣΕ, ΚΚΕ. Έχουμε περάσει ένα Πολυτεχνείο (σαν τον Σπύρο) και πιο πρόσφατα τις τεράστιες διαδηλώσεις ενάντια στα μνημόνια και το έγκλημα των Τεμπών. Δεν υπάρχει λόγος για σύνδρομο μειονεξίας (απέναντι στους Γάλλους του Ζεράρ) παρά μόνο για γόνιμο προβληματισμό: τι άφησαν όλα αυτά, γιατί δε νίκησαν, πώς θα αποκτήσουν συνέχεια, βαθύτερα και πιο μόνιμα χαρακτηριστικά, πώς θα γίνουν η βάση για να ξεκινάμε τον εκάστοτε επόμενο γύρο από καλύτερες κεκτημένες θέσεις και να τις βελτιώνουμε κάθε φορά.
Και το ίδιο ακριβώς ερώτημα μπαίνει για τη Γαλλία, που έχει εξίσου (ή και περισσότερο) ισχυρές αγωνιστικές παραδόσεις, παλιές και πρόσφατες, αλλά γίνεται φανερή η απουσία πολιτικής έκφρασης των αγώνων και μια οργανωμένη πρωτοπορία που θα τους ανεβάσει επίπεδο, για να περάσουμε σε άλλη πίστα με πιο ενδιαφέρουσες -και νικηφόρες- διαδικασίες.

Είδαμε και εδώ που έχουμε το ΚΚΕ τι καταφέραμε -λένε κάποιοι.
Αλλά ο αναντικατάστατος ρόλος μιας οργανωμένης πρωτοπορίας (όποια χαρακτηριστικά και αν της δίνει κανείς) που θα καθοδηγήσει αποφασιστικά τον αγώνα στη νίκη, έχει προκύψει ως συμπέρασμα πολύ πριν ιδρυθεί καν το ΚΚΕ -και το κομμουνιστικό κίνημα, με τη μορφή που γνωρίσαμε-, ήδη από την εποχή της Κομμούνας και της Α’ Διεθνούς. Και επιβεβαιώνεται συνεχώς από τα γεγονότα, ακόμα και όταν υπάρχει κόμμα αλλά δεν έχει διαμορφωμένη επαναστατική στρατηγική, για να σταθεί στο ύψος της περίστασης -όπως τον Μάη του ‘68.

Η σχέση αυθόρμητου-συνειδητού/οργανωμένου είναι διαλεκτική. Ο Βλαδίμηρος είχε πει πως κάθε αυθόρμητο κίνημα περιέχει στοιχεία συνειδητής ηγεσίας-πειθαρχίας. Αλλά η αυθόρμητη εξέλιξη του κινήματος (μέσα από επιμέρους αιτήματα, πχ οικονομικού χαρακτήρα, χωρίς πολιτική, επαναστατική στόχευση) οδηγεί στην υποταγή στην αστική ιδεολογία.

Κατ’ αντιστοιχία, πίσω από το αυθόρμητο ξέσπασμα των Γάλλων, υπάρχουν άπειρα ένσημα οργανωμένης δουλειάς και ισχυρές συνδικαλιστικές οργανώσεις, με μεγάλη μαζικότητα (να ένα στοιχείο που είναι πραγματικά αξιοζήλευτο και προς δημιουργική αντιγραφή στα καθ’ ημάς). Αλλά χωρίς μια επαναστατική πρωτοπορία, που να διασφαλίζει τον συντονισμό των ενεργειών, στις διάφορες φάσεις του αγώνα, και πρωτίστως την προοπτική, όλα αυτά έχουν συγκεκριμένο ταβάνι.
Το οποίο καλούνται να τρυπήσουν, όσοι ονειρεύονται μια νέα έφοδο στον ουρανό. Για να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη και πόλεις του Φωτός...

Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

Με αντιθέσεις και καβγαδάκια

Με αντιθέσεις και καβγαδάκια
Είναι η σχέση μας πολύ διαλεκτική
Μετά μωρό μου ζητάς χαδάκια
Και αλλάζει η πολιτική πλοκή

 

Μπορείς να πιάσεις τις διαλεκτικές κατηγορίες-διαβαθμίσεις: διαφορά-διάκριση-αντίθεση-αντίφαση. Ή το σχήμα των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων, που ενδέχεται να γίνουν τέτοιες. Ή απλά να βουλιάξεις στις αντιφάσεις σου και να μην κάνεις τίποτα. Τίποτα άλλο από υπερανάλυση του ασήμαντου, με την ελπίδα να φτάσεις κάποτε διαλεκτικά στη σύνθεση.


Κάθε άνθρωπος είναι οι αντιφάσεις του. Ο Χαριτόπουλος ήταν ένα εκρηκτικό μίγμα τέτοιων, κάπως γοητευτικό και κάπως ανυπόφορο -όλα αυτά μαζί και τίποτα συγχρόνως. Μπορούσε να σε εκνευρίσει ή να σε γοητεύσει με τη γραφή του. Να γράψει κάτι βαθύ και ψαγμένο ή κάτι εντελώς ρηχό, καφενειακό -ή και τα δύο μαζί, στην ίδια σελίδα. Να μοιάζει φιλοσοφημένος ή κοινότοπος, σαν τα κλισέ ενός boomer life-coach.

Να κάνει μια σπουδαία βιογραφική έρευνα για τον Βελουχιώτη και να μας τον παρουσιάζει ως «αρχηγό των ατάκτων» που τον φοβόταν το κόμμα του. (Και το πρόβλημα δεν είναι αν ευθυγραμμίζεται με τη δική μας αντίληψη αλλά πώς βλέπει τον ρόλο της προσωπικότητας και τι πιστεύει πως κινεί τον τροχό της ιστορίας). Να σε ξενερώσει πολιτικά με εύκολα, αβάσταχτα στερεότυπα, αλλά να εξιλεωθεί με τα υπέροχα «αυγά μαύρα» για τον εμφύλιο και την ιστορική του μνήμη -απ’ τα καλύτερα πολιτικά θεατρικά κείμενα που έχω υπόψη. Να αναπαράγει βλακείες για το ΚΚΕ αλλά να το ψηφίζει σταθερά και (αν δεν κάνω λάθος) να του φτιάχνει το λογότυπο του 902, αξιοποιώντας εμπειρία χρόνων στον τομέα της διαφήμισης.

Γιατί, τι είναι μια αγάπη χωρίς λίγα γαμωσταυρίδια ως αλατοπίπερο; Αρκεί να μη γίνονται καδρονιές και νεράντζια με ξυραφάκια, που καταλήγουν στο νοσοκομείο. Όπως η Μαλβίνα κάποτε -που δεν έμοιαζε με δεξιά, αλλά ήταν παραδοσιακή και ερωτευμένη, οπότε ανεχόταν το «αριστερό» ξύλο του Χαριτόπουλου και κολλούσε με τις αντιφάσεις του. Το βιβλίο «ο άνεμος κουβάρι» είναι ένας αξεπέραστος ερωτικός ύμνος (για τη Μαλβίνα), που μπορεί να σε κάνει να «ερωτευτείς» τον συγγραφέα του, εφόσον δεν ξέρεις τις κακοποιητικές πράξεις του, πίσω από τα παχιά του λόγια.

Έναν συγγραφέα που έγραψε και μια σπουδαία ωδή στα παιδικά του χρόνια και τον παλιό, αυθεντικό Πειραιά που χάνεται, αλλά δεν απέφυγε (ούτε λίγο) την εξιδανίκευση της λούμπεν «μαγκιάς» και κάποιων άρρωστων καταστάσεων. Ο οποίος είχε στιγμές που μιλούσε σαν πορωμένος, ξεροκέφαλος σωβινιστής, αλλά έγραψε απολαυστική σάτιρα για τον στρατό ή για το... «εθνικό» καθεστώς των συνταγματαρχών, που οδήγησε σε μια κωμωδία (την επιστράτευση του ’74) και μια τραγωδία (την Κύπρο).

Και όταν κολυμπάς σε τόσες αντιφάσεις, δεν μπορεί παρά να γεννάς εξίσου αντιφατικούς αποχαιρετισμούς. Κάπως σαν την ανακοίνωση του ΚΚΕ, που είναι εμφανές πως δεν είναι ξερή και τυπική, αλλά άργησε να βγει κάποιες μέρες, αφήνοντάς μας με την απορία στο ενδιάμεσο. Ενώ εγώ ξέρω ότι λίγα αναγνώσματα μου φάνηκαν πιο εθιστικά από τον «αρχηγό των ατάκτων», την πρώτη φορά που έπεσε στα χέρια μου. Και ακόμα λιγότερα μου έχουν φανεί πιο βαρετά, όταν το(ν) ξανάπιασα αργότερα, πολιτικά πιο ώριμος (;).

Κι είναι σχεδόν βέβαιο πως αν η κε του μπλοκ γράψει απλώς ότι ήταν ένας πολύ καλός συγγραφέας, κάποιος αναγνώστης μπορεί να σχολιάσει ότι ήταν εγωπαθής, μεγάλο ψώνιο, τεράστιος μ-λ-κας. Και πιθανότατα θα είχε δίκιο. Αλλά το ένα δεν αναιρεί το άλλο -το πολύ να το αίρει διαλεκτικά. Και ποιοι είμαστε εμείς για να μιλήσουμε για αντιφάσεις, όταν δεν έχουμε λύσει το δικό μας (άνεμο) κουβάρι.

***

Το δίλημμα Βίσση-Καρβέλας προέκυψε δυναμικά στη δημόσια σφαίρα, ως το καλλιτεχνικό αντίστοιχο ή τέλος πάντων ό,τι πλησιέστερο στον δικομματισμό που γνωρίσαμε (και δεν ψηφίσαμε αλλά λουστήκαμε για πολλά χρόνια και τώρα επιχειρούν να ξαναστήσουν). (Συγ)κυβέρνησαν-συνεργάστηκαν για πολλά χρόνια, συγκέντρωσαν μεγάλα πλήθη, στο ΟΑΚΑ και στο Σύνταγμα (ή στην παραλία της Θεσσαλονίκης, όπου ο Ανδρέας θα γελούσε με τη «λαοθάλασσα» του Ρέμου), προκαλούσαν διαρκώς ντόρο ή τεχνητές εντάσεις και τώρα μαλώνουν για το μέλι. Ποιος θα κρατά την κουτάλα και με ποια ποσόστωση. Άσε που ο ένας πόλος πέταξε κάτι μαρξιστικά τσιτάτα (για το κεφάλαιο που δεν έχει πατρίδα), για να παρουσιάσει το ζήτημα ως διαφωνία αρχών και όχι απλή αρχομανία. 


Πριν ξεσπάσει η κόντρα, ο ΓΓ είχε αποφύγει έξυπνα την πάσα-παγίδα του Τσίμα, για την ευθεία σύγκριση των δύο κόσμων, στο Τρίτση και το ΟΑΚΑ, κρατώντας έτσι ανοιχτό παράθυρο για να έρθει κάποτε η Αννούλα στο Φεστιβάλ, να τραγουδήσει Κουγιουμτζή μαζί με τον Νταλάρα (τώρα που δε θα μπορεί να τραγουδά Καρβέλα). Έκτοτε όμως η αντιπαράθεση άναψε και ξέφυγε σε πρωτόγνωρα ύψη παθιασμένης υπερανάλυσης, όπου κολλούσε γάντι το τρολάρισμα του Ταλαγάνη (όχι του Ζέβγου) για τη διαλεκτική σχέση δημιουργού-ερμηνευτή. Ξεχνά όμως το πρωτεύον σκέλος της αντίθεσης και τον δυναμικό πόλο της διαλεκτικής σχέσης, σύμφωνα με τη θεωρία των μη ανταγωνιστικών αντιθέσεων (που αποπροσανατολίζουν τον λαό και τον αφήνουν να πλέει σε ένα τέλμα ιδεολογικής σύγχυσης, με ανεπανόρθωτες συνέπειες στην ανάπτυξη του κινήματος της εργατικής τάξης και της αποδέσμευσής της από τα ιμπεριαλιστικά δεσμά) αλλά σε διάκριση με τα μαοϊκά τσιτάτα.

Μια άλλη απόπειρα σοβαρής ανάλυσης εστιάζει στο επιθετικό λάιφ-στάιλ που ξεβλάχεψε τη χώρα και την κυβερνά-τυραννά έκτοτε. Αλλάξανε τα γούστα σου και μπέρδεψες τα μπούτια σου, φτάνοντας στην αποθέωση ενός πολύχρωμου τίποτα, μουσικά και ιδίως στιχουργικά μιλώντας.

Αυτή η προσέγγιση έχει βάση, ξεχνά βολικά όμως ότι κάποιες φορές αποθεώνουμε και εμείς χρυσές μετριότητες με εναλλακτικό προσωπείο, που η τέχνη τους δεν έχει κανένα προωθητικό περιεχόμενο ούτε αποτελεί σημαντική καλλιτεχνική πρόταση, ενώ η προσωπική τους στάση δε συνάδει με τις αρχές που (υποτίθεται ότι) πρεσβεύουν και με τη σωστή πλευρά της κοινωνίας. Ονόματα δε λέμε, καλλιτεχνικές υπολήψεις δε θίγουμε... 

Αφετέρου, σε καθαρά προσωπικό επίπεδο, δυσκολεύομαι να παραγνωρίσω τη χρηστική αξία της δεκαετίας με τις βάτες (και της ποπ μουσικής της) στο να έχουμε «χαρούμενα παιδικά χρόνια» -που είναι η μόνη μας πατρίδα. Ή την καλτ «αξία» στίχων που καταφέρνουν να ριμάρουν την Περεστρόικα με «έργα κατασκοπικά και καουμπόικα», όπως στη «Νάντια» του Καρβέλα -εκ του Ναντιέζντα, που σημαίνει «Ελπίδα», η οποία έρχεται μα δε μας καταδέχεται και θα αργήσει λίγο -τώρα οι καλύτεροί της ήχοι πλέον δεν υπάρχουν.

Όλα αυτά όμως είναι ακραία υποκειμενικά και δεν έχουν καμία σημασία. Ούτε οι ένοχες μουσικές απολαύσεις της κε του μπλοκ, ούτε ο τρίτος δρόμος της Λίας Βίσση (που δεν είναι λύση, αλλά ίσως ήταν καλύτερη μουσικός, φίλε Βασίλη που λες), ούτε και η ουτοπική αναζήτηση ενός υποτιθέμενου σημείου καμπής, όπου το δίδυμο τάχα παρασύρθηκε από την εύκολη επιτυχία του και άρχισε να ακολουθεί την εκάστοτε μόδα της εποχής.

Γιατί είχαν αμφότεροι άλλες προοπτικές (η μεν με τον Κουγιουμτζή, ο δεν -sic- με τους Sharp-Ties ή και ως Nick Carr και στους πρώτους «ροκ-εν-ρολ-ικούς» ελληνόφωνους δίσκους του) και το ζήτημα είναι γιατί δεν αξιοποίησαν αλλιώς το ταλέντο τους και το χαράμισαν σε τέτοια μονοπάτια. Εκτός και αν ακολουθούσαν πάντα τη μόδα της εποχής (πχ της Μεταπολίτευσης με τα πιο πολιτικά - προβληματισμένα τραγούδια) και εμείς διαλέγαμε να βαυκαλιζόμαστε. Καλή ώρα όπως με την Περεστρόικα του Μιχάλη (όχι του Ρακιντζή, του άλλου).

Και αν η κουβέντα αυτή γινόταν στα όργανα, θα έκλεινε ίσως με συντροφική αυτοκριτική και τους στίχους του «Φταίω», γιατί «μακριά σου εγώ δεν κάνω μία, είμαι μια σκέτη απελπισία» -και η ελπίδα ενημέρωσε πως θα αργήσει λίγο ακόμα, στη ντισκοτέκ την παλιά.

*** 

Επόμενη θεματική, καβγαδάκια στο Αιγαίο, με φόντο την ελληνοτουρκική φιλία και την συνεκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Αυτό που ξεχώρισε η κε του μπλοκ από την εκδήλωση του ΚΚΕ για τα ελληνοτουρκικά, είναι μια αποστροφή από την ομιλία του ΓΓ, που συνδέει τα κυριαρχικά δικαιώματα με την εργατική-λαϊκή εξουσία.

Για τον λόγο αυτό, το ΚΚΕ δε δέχεται συμφωνίες που παραχωρούν δικαιώματα αξιοποίησης της θάλασσας, του πυθμένα, του υπεδάφους και της ατμόσφαιρας υπεράνω της, για να πλουτίζουν οι διάφοροι ληστές-κεφαλαιοκράτες και το κεφάλαιο.

Θεωρούμε απαράδεκτη την απειλή πολέμου από την Τουρκία στην περίπτωση που η Ελλάδα επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της πέραν των 6 ν.μ. που είναι σήμερα. Η επέκταση των χωρικών υδάτων της χώρας μέχρι τα 12 μίλια είναι δικαίωμά της, εφόσον εξυπηρετεί τα λαϊκά συμφέροντα, με την εργατική και λαϊκή εξουσία.

Γενικά θα μπορούσαμε να καταλήξουμε στο σύνθημα «κυριαρχικά δικαιώματα με εργατική εξουσία». Ή όπως συνοψίζει και το εκλαϊκευτικό Λαϊκό Στρώμα, 6 μίλια με καπιταλισμό, 12 με σοσιαλισμό. Και με ΝΑΡ ίσως 9 -αλλά κατά βάση από 0 έως 3, λέει η κε του μπλοκ.

Αυτά βέβαια είναι ωραίο υλικό για χαβαλέ. Αυτό που δεν είναι χαβαλές, είναι ένας ενεργεία αξιωματικός που βρίσκει το θάρρος να βγει ανοιχτά σε εκδήλωση του ΚΚΕ, για να πει ότι δεν είμαστε πρόθυμοι να πάρουμε μέρος σε άδικους πολέμους για τα ιμπεριαλιστικά συμφέροντα. Κι αν επιλέγει να το κάνει, είναι για δύο λόγους: πρώτον γιατί φτάνει ο κόμπος στο χτένι, όπου ο καθένας θα κληθεί να επιλέξει -με ποιους θα πάει και ποιους θα αφήσει. Δεύτερον ότι έχει δυναμώσει αρκετά η παρέμβαση του κόμματος στον στρατό. Και αυτό είναι κρίσιμο στοιχείο για τις εποχές που έρχονται.

***

 Μα Ρεπουμπλικάνος να «μαχαιρώνει» Ρεπουμπλικάνο; Πού φτάσαμε...

Τώρα οι μισοί τρέχουν να σβήσουν τις φωτό που έβγαλαν μαζί της και οι ίδιοι μισοί δηλώνουν τον αποτροπιασμό και την απαξίωσή τους για το πεπτωκός είδωλο που προσκυνούσαν δουλικά -σαν Κακός Βεζύρης. Άλλοι κάνουν χαβαλέ με το κορμί που έχασαν ή με τις αποτυχημένες πλαστικές -σαν τα φτιασιδώματα του συστήματος. Και η ΚΝΕ της εύχεται «στα τσακίδια». Αλλά την άλλη φορά να την έχουμε διώξει εμείς και όχι οι δικές τους εσωτερικές αντιθέσεις (για τους φίλους σκέτο «ενδο»).

Στο ενδιάμεσο, η κινητοποίηση για την επίσκεψη του μακελάρη Ρούμπιο είχε ιδιαίτερες στιγμές, με Μπλακ Σάμπαθ και Μπρους Σπρίνγκστιν στα μεγάφωνα (Born in the USA) -που δεν ξέρω αν έχουν ξαναπαίξει σε συγκέντρωση. Έναν γαλατικό ελιγμό προς τους στύλους του Ολυμπίου Διός (-Εδώ δεν είναι η χελώνα του Καίσαρα; -Μα όχι. -Μα ναι...). Και «επαναστατική γυμναστική», με τροχαδάκι μπρος και πίσω, για να μετρήσουμε μετά τις απώλειες σε κάθε μπλοκ-κοόρτη. Και ενώ αναζητούσες τον Αστερίξ να σου εξηγήσει τι ακριβώς κάνουμε -γιατί είναι πάντα καλό να ξέρεις για τι παλεύουμε-, έβλεπες στο portal την αιφνιδιαστική έφοδο των σφων στην πρεσβεία, με το πανό. Γιατί δεν είναι ανάγκη να ξέρουμε πάντα όλοι το σχέδιο, αρκεί να υπάρχει -και να μας το εξηγήσει μετά ο Αστερίξ ή το portal.

Κι αν για κάποιους ο αντι-ιμπεριαλισμός και οι κινητοποιήσεις προς την πρεσβεία μοιάζουν με ρετρό ιστορία, δε φταίει (και γι’ αυτό) το ΚΚΕ, αλλά η πολύχρονη προπαγάνδα (για τον αντι-αμερικανισμό που είναι ο αντι-ιμπεριαλισμός των ηλιθίων) και οι πολύτιμες υπηρεσίες της βρώμικης σοσιαλδημοκρατίας που έφεραν τις ελληνο-αμερικανικές σχέσεις στο «καλύτερο σημείο της ιστορίας τους». Αλλά αυτό είναι συζήτηση για ένα άλλο κείμενο...