Δευτέρα, 11 Απριλίου 2011

Σχολείο του λαού

Η θεατρικότητα του βαρναλικού έργου και ο άτταλος ο γ’

(Η κε του μπλοκ αντιγράφει κι αναδημοσιεύει ένα κείμενο της αριστούλας ελληνούδη από το αφιέρωμα του ριζοσπάστη του 84' στα 100 χρόνια από τη γέννηση του ποιητή).

Ο βάρναλης δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι ήταν και θεατρικός δημιουργός. Όλο κι όλο ένα θεατρικό έργο έγραψε. Τον άτταλο τον γ’. Κι όμως δεν είναι μόνο για τον άτταλο γ’ που τον ζήλεψαν πολλοί θεατρικοί συγγραφείς. Γιατί ο βαρναλικός λόγος σχεδόν στο σύνολό του έχει μια άφταστη θεατρικότητα. Και με αυτή την έννοια επιχειρείται η αναφορά μας στον «θεατρικό» βάρναλη.

Στη δεκαετία του 1910 ο βάρναλης, αρχίζει να μεταφράζει τους αρχαίους τραγικούς, ευριπίδη και σοφοκλή. Κατοπινά καταπιάνεται με τον αριστροφάνη. Κι είναι για τον βάρναλη ο αριστοφάνης ακονιστήρι του δικού του σατιρικού πλούτου και γλέντι με τα όλα τους. Λεύτερο κι οργιαστικό. Βακχικός χορός του αστραφτερού πνεύματός του.

Αυτή είναι η πρώτη δημιουργική σχέση του βάρναλη με το θέατρο. Το μέγιστο θέατρο. Κι οι αρχαίοι δάσκαλοί του ακριβοί στη μαστοριά του λόγου και στο κατάματο αντίκρισμα της αλήθειας. Χωρίς τη βαθιά επιρροή των αρχαίων, ίσως δε θα υπήρχε ο χορός των ωκεανίδων και των σεραφείμ στο φως που καίει και την αληθινή απολογία του σωκράτη.

Το πόσο θαυμάσιο θεατρικό κείμενο αποδείχτηκε η αληθινή απολογία του σωκράτη θα ήταν περιττό να αναλυθεί. Μάρτυρας η επιτυχία που είχε όταν το παρουσίασε η λαϊκή σκηνή του θεάτρου τέχνης πριν λίγα χρόνια (σσ: υπενθυμίζω ότι το κείμενο γράφτηκε στα 1984) με σωκράτη τον γιώργο λαζάνη.

Η αληθινή απολογία του σωκράτη είναι μεγάλος πειρασμός για τον σκηνοθέτη. Και περισσότερο για τον ερμηνευτή που θα θελήσει να δώσει σάρκα κι οστά στο βαρναλικό σωκράτη, που από την καβαλίνα του δρόμου μπορεί να υψωθεί στην κορυφή της διπλανής ροδακινιάς.

Αδελφοποιός ο σωκράτης με τον πλάστη του, γιατί, όπως έλεγε ο παλαμάς για τον βάρναλη, δεν τον ταράζουν τα ακάθαρτα του δρόμου, γιατί λυτρώνεται στην κορυφή της ροδακινιάς. Αλλά κακοσυνηθισμένος, καθώς είναι, από την κορυφή ξαναγυρίζει στη λάσπη. Και με αυτά που σκέφτεται και λέει, δυο κλίκες ζεσταίνει, εκείνους που θέλουν να τον αφορίσουν κι εκείνους που θάθελαν να τον φιλήσουν.
Εκείνος που θέλει να τον φιλήσει βέβαια είναι ο λαός. Γιατί γι’ αυτόν ξαναγυρίζει στη λάσπη, για να τον βγάλει από αυτή.

Ο παλαμάς παινεύοντας την αληθινή απολογία –από το μη θεατρικό κι όμως εκπληκτικά θεατρικό έργο- παρατηρούσε ότι στο βάρναλη η αρχαιογνωσία μαζί με την κοροϊδία, χορεύουν καρσιλαμά. Εννοούσε βέβαια ότι ο βάρναλης ήξερε και την ιστορία, αλλά και την τέχνη να αντλεί από τη ζωντάνια της, τη γνώση για το σήμερα.

Ο βάρναλης γράφει στα αισθητικά του: η ποσότητα δεν είναι ποτές η αιτία ή μία από τις αιτίες της ομορφιάς. Η φράση του αυτή δίνει το μέτρο για να κριθεί κι ο ίδιος σα θεατρικός δημιουργός. Ο άτταλος έχει τόση θεατρική αξία που μπορεί να αντιπαρατεθεί σε πολλά θεατρικά έργα.

Αλλά κι ο άτταλος να μην ήταν θα μπορούσαν να γραφτούν πολλά για τα θεατρικά στοιχεία που υπάρχουν στο ποιητικό και πεζογραφικό έργο του βάρναλη.
Το φως που καίει και οι σκλάβοι πολιορκημένοι ακόμη και στη μορφή είναι θεατρόμορφα. Έχουν εξελισσόμενο μύθο, διαλογικά μέρη και θεατρικού χαρακτήρα παρενθετικές σημειώσεις για τον χώρο, τον χρόνο, τις καταστάσεις και τα συναισθήματα των προσώπων. Στο φως που καίει (το πρώτο θεατρικό του ανέβασμα με επαγγελματίες καλλιτέχνες έγινε για τα 60χρονα του κκε, στο σπόρτιγκ) τα πρόσωπα είναι ο προμηθέας, ο μώμος, ο ιησούς, η μάνα γης, η αριστέα, η μαϊμού, ο άρχοντας, ο οδηγητής κ.ά. Δεν πρόκειται βέβαια για ανθρώπινους χαρακτήρες, αλλά εξανθρωπισμένα σύμβολα εννοιών κι ιδεών.

Στο φως που καίει μεταξύ πρώτου και τρίτου μέρους –σα να λέμε ανάμεσα πρώτης και τρίτης πράξης- μεσολαβεί το δεύτερο μέρος, που ο βάρναλης το ονομάζει ιντερμέδιο. Στο ιντερμέδιο –όπως και στα ιντερμέδια που μας παράδωσε η ιταλική θεατρική αναγέννηση και το κρητικό θέατρο- ο μύθος και τα πρόσωπα μοιάζουν (δεν είναι) ασύνδετα με το κυρίως έργο. Ο χορός των ωκεανίδων, ο χορός των σεραφείμ, η μάνα του χριστού, η μαγδαληνή, η μάνα γης καθώς ζωντανεύουν από το βαρναλικό ποιητικό πνεύμα, πλησιάζουν το λυρισμό και την τραγικότητα των αρχαίων.

Ο θρήνος της μάνας γης (της μάνας του προμηθέα) ηχεί σαν της εκάβης για τα θυσιασμένα παιδιά της: σε κοιτάζω και κλαίω δίχως μάτια! Χωρίς/ ακοή, σου αγροικούνε τους βόηγγους τα σπλάχνα μου./ Σ’ αγκαλιάζω σφιχτά δίχως χέρια! Χωρίς/ γλώσσα, χίλιες φορές, σε φωνάζω γλυκονόμα!
Κι η μάνα του χριστού βογγά: Αχ! Γιατί να σταθείς να σε πιάσουν!/ σα ρωτήσανε: Ποιος ο χριστός;/ τι πες: να ‘μαι!

Στους σκλάβους πολιορκημένους συναντάμε τα ίδια θεατρόμορφα γνωρίσματα. Διαλογικά μέρη, έμμετρα και πεζά. Σκηνικές υποδείξεις. Πρόσωπα που παίρνουν μέρος στο ποιητικό δράμα: ο ιησούς, η ψυχή, το κορμί, ο άνομος, ο κ»καλός» λαός, ο πόλεμος, ο τρελός κ.ά.

Ο βάρναλης και στα μεγάλα θεατρόμορφα ποιήματά του και στα μικρά που συχνά διαρθρώνονται σε διαλογικά μέρη, όχι μόνο εξανθρωπίζει τα πρόσωπα-σύμβολα. Αλλά και τα ψυχογραφεί με ρεαλιστική, λεπτομερή, μερικές φορές, ακρίβεια. Είτε με αυτοεξομολογήσεις τους, είτε με αποκαλύψεις των άλλων, όπως συνήθως ψυχογραφούνται οι ήρωες των θεατρικών έργων. Τα πρόσωπά του, με τις γήινες και οικείες διαστάσεις τους αποκαλύπτουν με διαύγεια τι εκπροσωπούν και τι μηνύουν.

Η θεατρικότητα του βαρναλικού έργου προκύπτει κι από τις μεγάλες και μικρές συγκρούσεις στους μύθους τους. Μύθοι που κινούνται βέβαια στο πεδίο των ιδεών κι όχι στο πεδίο της νατουραλιστικής καθημερινότητας. Μήπως στο πεδίο των ιδεών δεν είναι που κινούνται τα μεγάλα έργα του παγκόσμιου θεάτρου;

Η θεατρικότητα της γλώσσας

Η γλώσσα του βάρναλη και στα ποιητικά και στα πεζά του, είναι ο κύριος φορέας της μοναδικής παραστατικότητας της θεατρικότητας σε επέκταση στο έργο του. Διαβάζοντας ή ακούγοντάς την, πλήθος εικόνες, χαρακτήρες, γεγονότα, συναισθήματα ζωντανεύουν. Γλώσσα απλή, χωρίς να επαίρεται για τον πλούτο της. Πυκνή, υπονοηματική. Με θεατρικό νεύρο, τσουχτερό, σατιρικό χιούμορ, οξύ, κριτικό πνεύμα.

Γλώσσα που δεν αξιώθηκαν να έχουν ανάλογή τους πολλά έργα που διεκδικούν τον τίτλο του θεατρικού. Γλώσσα που δίνει σάρκα κι οστά στις ιδέες, σα νά 'ναι πλάσματα μιας σκηνής θεάτρου. Ενός θεάτρου της γνώσης και της αφύπνισης. Γλώσσα ελεύθερη από τυφλές στιχουργικές τυποποιήσεις. Αμόλυντη στην ωμότητά της. Λυρική χωρίς φιοριτούρες. Γλεντοκόπα, χορευταρού στης «αλήθειας το ρυθμό», το μόνο ρυθμό που χόρευε ο βάρναλης.
Αλήθεια και ρυθμός. Ιδού τα δύο κυρίαρχα συστατικά και της θεατρικής τέχνης.

Το «ωραίο» που έλεγε ο βάρναλης είναι η πετυχημένη έκφραση της ζωντανής ουσία του έργου τέχνης, με ζωντανά μέσα και ουσίες. Οι ουσίες είναι το περιεχόμενο κι ο σκοπός. Τα μέσα είναι η τεχνική. Κι όλα αυτά που δημιουργεί η ζωντανή ζωή που προχωρεί ασταμάτητα.
Αυτή τη ζωντανή ζωή υπηρετούσε κι αυτή έδινε με τα έργα του. Η τέχνη του ήθελε να ευχαριστεί. Να διδάσκει. Να γίνεται κίνητρο επαναστατικής πράξης για την αρετή και την προκοπή του τόπου μας.

Εξαίσιο δημιούργημα

Ο άτταλος γ’ είναι εξαίσιο θεατρικό δημιούργημα του εύθυμου πνεύματός του. Δημιούργημα που αγνοήθηκε μέχρι σήμερα από το επίσημο κρατικό κι ελεύθερο θέατρο. Πράγμα που δεν παίρνει συγχώρεση. Κι έπρεπε να βρεθούν το 1976, οι φοιτητές του πανεπιστημίου αθήνας για να το ανεβάσουν στην ίριδα, χωρίς υλική κι ηθική βοήθεια από την πολιτεία.

Πέντε χρόνια αργότερα το κρατικό θέατρο του τραυματισμένου κυπριακού λαού, ο ΘΟΚ, έδωσε ένα ακόμη ράπισμα στο ελληνικό θέατρο με την παράσταση του άτταλου στο λυκαβηττό. Και μόλις πέρσι ένα δημοτικό θέατρο –της καλαμάτας- εξαιτίας και πάλι του κύπριου σκηνοθέτη που το ανέβασε στην κύπρο, το παρουσίασε για μια μόνο βραδιά (!) στο λυκαβηττό.

Οι ατταλίδες

Ας σταθούμε όμως στον άτταλο γ’. Στην ουσία του και στα μέσα του, όπως θα ‘λεγε κι ο βάρναλης. Ο βάρναλης ξαναδουλεύει το 1968 την πρώτη μορφή του έργου (γραμμένη το 1950 –προϊόν σα να λέμε των εμφυλιοπολεμικών χρόνων). Το 1968 είναι άλλη μια εύγλωττη χρονολογία. Τη σκυτάλη του σκοταδισμού την πήραν νέοι ξεπουλημένοι εθνοσωτήρες. Το 1972 εκδίδεται ο άτταλος γ’ και η φασιστική χούντα τον αποσύρει από την κυκλοφορία. Η ελλάδα είχε και πάλι παραδοθεί στους αμερικανόπνευστους άτταλους δ’.

Μια αναγωγή του σύγχρονου ιστορικού χρόνου, του τόπου και των ονομάτων των κατεχόντων και κατεχομένων στο παρελθόν, είχε κάνει ο βάρναλης. Η αλληγορία του ήταν φανερή. Η σάτιρά του για τους σύγχρονους εθνοπροδότες είναι αδυσώπητη. Οι ήρωες του έργου σύμβολα των κάθε λογής σύγχρονων εθνοσωτήρων που τους γελοιοποιεί με την καυστική του γλώσσα. Με τα αποστασιοποιητικού χαρακτήρα (μπρεχτική επίδραση0 εμβόλιμα τραγούδια ανάμεσα στις εικόνες του έργου. Ο βάρναλης μέσα από το ιστορικό πρόσωπο του άτταλου γ’ μιλούσε για το παρόν του ελλαδικού χώρου. Οι ατταλίδες δυναστεία της περγάμου κατάγονταν από την ηπειρωτική ελλάδα. Η πέργαμος αφού γνώρισε μεγάλη ακμή περιέπεσε στη συνέχεια σε ξένους δυνάστες. Ρωμαίους, οθωμανούς, φράγκους, τούρκους κι ιταλούς οι οποίοι την προστατεύουν μέχρι σήμερα.

Ο άτταλος γ’ ανίκανος μα την κυβερνήσει, την παρέδωσε με διαθήκη του στους ρωμαίους το 133 πΧ. Του ήταν πιο βολικό του ανθρώπου να την ξεπουλήσει παρά να την υπερασπίσει από το ρωμαϊκό ιμπερλιασμό. Νέος σωτήρας της περγάμου χρήστηκε ο ρωμαίος ύπατος μάρκος περπέρνας, ο ασιατικός. Για να μην προκαλεί το λαϊκό αίσθημα η ξενική του προέλευση και για να διαιωνιστεί η καταδυνάστευση του λαού, επονομάστηκε άτταλος δ’.

Με την πέργαμο, τον άτταλο γ’ και τον άτταλο δ’, ο βάρναλης αποκρυπτογράφησε τη μακραίωνη εξάρτηση του τόπου μας, κατήγγειλε τον ιμπεριαλισμό, την «ιδεολογία» και τους φορείς που τον απαρτίζουν. Εξευτέλισε τα σκιάχτρα και τους μύθους που διαιωνίζουν την αντιλαϊκή εξουσία και κρατούν ναρκωμένο το λαό. Το λαό που μόνο αυτός πρέπει και μπορεί, αρκεί να ξυπνήσει, αν γίνει αφέντης του τόπου του.

Ο άτταλος του βάρναλη είναι η προσωποποίηση της διεφθαρμένης, ανερμάτιστης αντιλαϊκής εξουσίας, της εθνικής υποτέλειας. Την εξουσία που υπηρετούν σα σερπετά κι άνθρωποι της τέχνης, της επιστήμης, της διανόησης. Η εκκλησία και οι κρατικοί μηχανισμοί καταπίεσης του λαού.

Ανάμεσα στα πρόσωπα του έργου είναι κι ένας τρελο-φιλόσοφος (πρόσωπο που εκφράζει το βάρναλη). Τούτος ο τρελός, σαν τους τρελούς τους σαίξπηρ, ξεστομίζει τις πιο επικίνδυνες αλήθειες κι ας ξέρει ότι βάζει το κεφάλι του στην κόψη του σπαθιού. Ο βάρναλης δεν έχει αυταπάτες... Ο φιλόσοφος δεν είναι αυτός που θα κάνει την επανάσταση. Ξέρει όμως ποιος πρέπει να την κάνει. Ποιος θα έχει κέρδος από αυτή. Η επανάσταση είναι έργο του λαού και για το λαό.

Στον πρόλογο του έργου αυτοί που εκπροσωπούν το σκλάβο λαό (ο γραμματιζούμενος, ο φοβιτσιάρης, ο χωρατατζής) με το τραγούδι τους αναρωτιούνται: Ποιος θα μας σώσει; Ανατολή για Δύση;/ Ποιος έλληνας ή βάρβαρος θεός;/ Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει/ για πίσου θα γυρίζει ο παλαιός;

Στο φινάλε του έργου, αφού ο νέος δυνάστης παίρνει την εξουσία, ακούγεται και πάλι το παραπάνω τραγούδι των σκλάβων. Ο τρελο-φιλόσοφος το ακούει κι ύστερα το παραλλάσσει: δε θα μας σώσει ανατολή για δύση/ μηδ’ έλληνες ή βάρβαροι θεοί./ Μπροστά καινούριος κόσμος θα βαδίσει/ άμα ξυπνήσουν κάποτε οι λαοί.

Το μήνυμα και του θεατρικού έργου του βάρναλη δε ζητά ανάλυση για να δικαιωθεί. Ζητά την πράξη που θα επιβάλει της αλήθειας το ρυθμό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: