Δευτέρα 1 Οκτωβρίου 2012

Οι απαντήσεις του πόλου

Ο πόλος είναι η ανταρσύα. Αλλά τι ακριβώς πόλος είναι; Αντικαπιταλιστικός ή οπορτουνιστικός; Ιδού η απορία. Με αυτό το ερώτημα καταπιάνεται το άρθρο του αποστόλη παππά στην τελευταία κομεπ. Κι αυτό το κείμενο αφορούν οι απαντήσεις του πόλου και δυο στελεχών του, του μπόλαρη από το σεκ και του τουλιάτου της αραν*. Το πρώτο δεν παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από το παιδικό κλείσιμο, όπου κάνει καθρεφτάκι και μας επιστρέφει την κατηγορία του οπορτουνισμού. Εμάς θα μας απασχολήσει το δεύτερο, το οποίο παρουσιάζει κάποιες αξιώσεις σοβαρής ανάλυσης και αναπαράχθηκε έντυπα (από το πριν) και ηλεκτρονικά (μεταξύ άλλων από το γνωστό και μη εξαιρετέο εργατικό αγώνα).

Έτσι παρατηρείται το εξής παράδοξο: η απάντηση του τουλιάτου στην κομεπ έγινε ευρύτερα γνωστή και δημοφιλής σ’ έναν κόσμο που αγνοεί παντελώς το κείμενο της κομεπ και το ακριβές περιεχόμενό του. Εάν όμως το διάβαζαν προσεκτικά, θα είχαν την ευκαιρία να διαπιστώσουν πως το κείμενο του τουλιάτου απέχει αρκετά από το να δώσει συνολικές και πειστικές απαντήσεις στα ζητήματα που βάζει το άρθρο της κομεπ, τόσο αντικειμενικά λόγω έκτασης, όσο και εξαιτίας υποκειμενικών αδυναμιών. Για να αποκαταστήσει αυτήν την ανισότητα, η κε του μπλοκ παραπέμπει σε αυτόν το σύνδεσμο (στο βουνό), που οδηγεί στο κείμενο του αποστόλη παππά, ώστε ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματά του.

Αυτό που πρέπει να επισημανθεί αρχικά είναι η διακύμανση στον χρόνο των αντιδράσεων και των συναισθημάτων που προκαλεί η αντίστοιχη αρθρογραφία της κομεπ. Παλιότερα η βασική πηγή ικανοποίησης του μέσου αριστεριστή από ένα τέτοιο άρθρο ήταν η επιβεβαίωση της ύπαρξης του, ότι δεν αποτελεί αμελητέα ποσότητα, υπάρχει έξω από τα αμφιθέατρα και έχει αποδείξεις γι’ αυτό. Το άρθρο του παπασταύρου με τη συνοπτική χαρτογράφηση του εξωκοινοβουλευτικού χώρου ήταν κάτι σαν έγγραφη ιατρική βεβαίωση που πιστοποιούσε ότι «υπάρχω κι όσο υπάρχεις, θα υπάρχω», στην πιο απλή και άδολη μορφή του ετεροπροσδιορισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι στις πορείες του μαιούνη κάποιοι σεκίτες ζήτησαν να τους το φωτοτυπήσουν και το μοίραζαν μεταξύ τους σαν προκήρυξη.

Έκτοτε βέβαια έχουν αλλάξει πολλά. Όχι τόσο ως προς την εκλογική επιρροή του χώρου, που επέστρεψε στα συνήθη μεγέθη του υπό την πίεση του συριζα, αλλά ως προς τις διεργασίες που συντελούνται και το προτσές ενοποίησής του σε τέτοια βάση, ώστε ο κλασικός όρος «αριστερισμός» (νοούμενος ως αριστερός οπορτουνισμός ή αριστερή παρέκκλιση) να μην ανταποκρίνεται πλέον στην περιγραφή της πραγματικότητας και να χρησιμοποιείται συμβατικά, χάριν συνεννόησης.

Έτσι τώρα, η βασική ικανοποίηση του αρθρογράφου της αραν, προκύπτει από τη διαπίστωση ότι η κομεπ σταμάτησε να τους αντιμετωπίζει ως ταυτόσημη πολιτική δύναμη με το συριζα. Έλα όμως που δεν είναι ακριβώς έτσι.
Καταρχάς, στο βαθμό που ισχύει το παραπάνω συμπέρασμα, αυτό δε συμβαίνει εξαιτίας κάποιας θετικής μετατόπισης της ανταρσυα (που καλείται να καλύψει το κενό του συριζα στο νέο σκηνικό που διαμορφώνεται), αλλά λόγω της ταχύτατης μετεξέλιξης του συριζα σε βασικό πυλώνα του αστικού πολιτικού συστήματος.

Κατά δεύτερον, το άρθρο του παππά επισημαίνει τη σύγκλιση και τις ζυμώσεις με ένα κομμάτι του συριζα και λοιπές συριζογενείς δυνάμεις: το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη, το μέτωπο του αλαβάνου (κι εγώ θα πρόσθετα τον κουβελάκη, ίσως τη δεα, και ένα κομμάτι της κοε). Ο τουλιάτος όχι μόνο δε διαψεύδει τις διεργασίες αυτές, αλλά παραδέχεται ότι δεν έχουν προχωρήσει στον επιθυμητό βαθμό (καθώς τις θεωρεί μια προσπάθεια να καλυφθεί όχι το κενό της οπορτουνιστικής πτέρυγας του συριζα, αλλά της αριστεράς εν γένει, του κκε συμπεριλαμβανομένου).

Ο παππάς λέει επίσης ότι το άμεσο πρόγραμμα της ανταρσυα ακολουθεί τη λογική του προγράμματος του συριζα, ασκώντας του «εποικοδομητική κριτική» (σε αντίθεση με την «καταστροφολογική» κριτική του κκε) από τη σκοπιά της ασυνέπειάς του, της δεξιάς παρέκκλισης του απ’ το «μεταρρυθμιστικό» πρόγραμμα. Εν ολίγοις δηλαδή καμία σχέση με όσα του προσάπτει στο κείμενό του το στέλεχος της αραν. Ούτε συνδικαλιστική ταύτιση των δύο χώρων (όπως υπονοεί παρακάτω ο τουλιάτος), ούτε αντιμετώπισή τους ως κάτι το ριζικά διαφορετικό, όπως μας λέει στην εισαγωγή για να το αναιρέσει αργότερα.

Παρακάτω ο τουλιάτος, ξεκινώντας από τη θεματολογία της κομεπ, που διαμορφώθηκε στη βάση των αναγκών του ιδεολογικού εξοπλισμού και του πολιτικού αγώνα στο μετεκλογικό σκηνικό, λέει ότι το άρθρο για την ανταρσυα είναι παράταιρο με τα υπόλοιπα γιατί δεν προκύπτει από την εκλογική της δυναμική και συμπεραίνει ότι είναι καρπός εσωτερικής πίεσης από μέλη και οπαδούς που αναρωτιούνται γιατί δε συνεργάζεται το κόμμα με τις έντιμες, κομμουνιστικές δυνάμεις της ανταρσυα.

Είναι όπως μας τα λέει τα πράγματα; Είναι όντως παράταιρο το κείμενο για την ανταρσυα με την υπόλοιπη αρθρογραφία της κομεπ και με τις απαιτήσεις του πολιτικού αγώνα; Όχι σφοι, δεν μπορούμε να το πούμε αυτό. Ο παππάς εξηγεί πολύ καλά στην εισαγωγή του το σκοπό και τη σημασία της πολεμικής του: στο πολιτικό σκηνικό σχηματίζονται δύο νέοι πόλοι, και επιχειρείται να στριμωχτεί το κκε στον (κεντρο)αριστερό, με τις δυνάμεις της ανταρσυα να παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο λόγω των κομμουνιστικών τους αναφορών, λειτουργώντας ως συγκολλητική ουσία. Αυτό το σημείο εξάλλου το επισημαίνει και ο ίδιος ο τουλιάτος στην αμέσως επόμενη πρότασή του: η βασική εκτίμηση του άρθρου είναι ότι υπάρχουν εν εξελίξει διεργασίες για τη συγκρότηση ενός τρίτου πόλου στην Αριστερά που θα καλύψει τη θέση ενός οπορτουνιστικού μορφώματος μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσεται σε νέα σοσιαλδημοκρατία και θα καταλάβει την κεντρική θέση του κεντροαριστερού πόλου στο νέο αστικό πολιτικό σκηνικό. Με άλλα λόγια ένα κομμάτι της ρίζας του συριζα μαζί με την ανταρσυα θα καλύψουν το κενό του προεκλογικού συριζα, που προορίζεται για αντικαταστάτης του πασοκ στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, το οποίο με τη σειρά του ετοιμάζεται να καλύψει το κενό της δεξιάς στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Γιατί λοιπόν να μην ενδιαφέρουν αυτές οι διεργασίες τα κομματικά μέλη και τους αναγνώστες της κομεπ και να ψάχνουμε άλλους λόγους που να εξηγούν γιατί γράφτηκε αυτό το άρθρο;

Σε όλο το υπόλοιπο κείμενο ο τουλιάτος επιστρατεύει όλα τα στερεότυπα επιχειρήματα πολεμικής στο κκε μαζί με μερικές φτηνές συνδικαλιές: το κκε καταστρατηγεί το πρόγραμμά του, απαντά έμμεσα στους διαφωνούντες στο εσωτερικό του, υποτιμά τα άμεσα αιτήματα, συγχέει τη στρατηγική με την τακτική και πρέπει να αναζητήσει αλλού τις αιτίες της πτώσης του και όχι στο εύρημα ότι οι σημερινές συνθήκες είναι δυσκολότερες ακόμα κι απ’ το 93. Αυτό το τελευταίο (που σε πρώτη φάση σου φέρνει αυθόρμητα στο νου την παροιμία: στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί) το αλίευσε από το άρθρο της μπέλλου στην αρχή του ίδιου τεύχους της κομεπ.

Στο ίδιο άρθρο η μπέλλου γράφει μεταξύ άλλων για τη σύγχυση των όρων «τακτική- στρατηγική» ότι μια σειρά προτάσεων και αιτημάτων του κκε (για την ανεργία, τη φορολογία, την υγεία, την παιδεία) δεν αποτελούν το πρόγραμμα του κκε για την εργατική εξουσία αλλά το πλαίσιο πίεσης προς κάθε αστική κυβέρνηση για την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής της λαϊκής πλειοψηφίας (κάτι που θα γνωρίζει και ο αρθρογράφος της αραν εφόσον έχει διαβάσει το άρθρο). Εγώ με τη σειρά μου θα προσθέσω ότι η αποτίμηση μιας πρότασης ή ενός μεταβατικού προγράμματος ως ρεφορμιστικού δεν οφείλεται στο ένα ή το άλλο τακτικό αίτημα αλλά στο τι αντιλαμβάνεται κι αναδεικνύει ως φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση.

Από τα υπόλοιπα η κε του μπλοκ θα επιλέξει να σταθεί σε δύο σημεία. Το πρώτο αφορά το μέτωπο και τη στρατηγική.
Εξ αυτού προκύπτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα κοινής δράσης εφόσον ο καθένας εξυπηρετεί μία άλλη στρατηγική, λέει ο τουλιάτος για τη θέση της κομεπ. Και στη συνέχεια αναρωτιέται: από πότε οι κομμουνιστές κάνουν κοινή δράση μόνο με όσους συμφωνούν στρατηγικά;

Στην παραπάνω ερώτηση η λέξη κλειδί που καθορίζει το νόημα είναι το ρήμα «εξυπηρετεί». Οι κομμουνιστές μπορούν να συνεργαστούν με άλλες δυνάμεις που έχουν διαφορετική στρατηγική, αρκεί αυτό να υπηρετεί το δικό τους στρατηγικό στόχο. Εάν αυτή η συνεργασία εξυπηρετεί κάποια άλλη στρατηγική, τότε το ερώτημα αντιστρέφεται: από πότε οι κομμουνιστές πρέπει να ακολουθούν πολιτική ουράς στο στρατηγικό σχεδιασμό άλλων δυνάμεων, επιδιώκοντας ένα μέτωπο για το μέτωπο, ως αυτοσκοπό; Και γιατί πρέπει ντε και καλά να συμφωνήσουν με την κοινή δράση στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος που κρίνουν ότι δεν απαντά ολοκληρωμένα και από ταξική σκοπιά στη συγκυρία της κρίσης και οδηγεί στην ενσωμάτωση των αγώνων που αναπτύσσονται;

Δεύτερο ζήτημα, το φλερτ της ανταρσυα με την ιδέα μιας (αριστερής, εργατικής, αντιμνημονιακής ή όποιος επιθετικός προσδιορισμός ταιριάζει) κυβέρνησης. Ο αρθρογράφος της αραν κατηγορεί τον παππά ότι διαστρεβλώνει τις θέσεις της ανταρσυα και παραθέτει ένα απόσπασμα από την απόφαση της πρώτης πανελλαδικής της συνδιάσκεψης.
Η θέση μας είναι ότι μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική δεν περνάει μέσα από τη συμμετοχή στη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά από τη συγκρότηση αυτοτελών οργάνων πάλης για την εργατική εξουσία, ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το αστικό κράτος.

Αμέσως παρακάτω όμως σπεύδει να αναιρέσει ο ίδιος την παραπάνω θέση.
- αρχίζει να χρησιμοποιεί ιστορικά παραδείγματα από τον σχηματισμό κυβερνήσεων στη μεταπολεμική τσεχοσλοβακία, στην χιλή, τη βενεζουέλα – σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, όπως αναγνωρίζει κι ο ίδιος.
- ξανατσιτάρει τα περιβόητα αποσπάσματα από το πρόγραμμα του κκε για το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών δυνάμεων τα οποία έχουν δεινοπαθήσει στα χέρια διάφορων ερμηνευτών τους που αντιστρατεύονται πλήρως τη στρατηγική πρόταση του 15ου συνεδρίου για τη λαϊκή εξουσία.
- κι αναφέρει ότι οι δρόμοι που θα ακολουθήσει μία σύγχρονη επαναστατική διαδικασία και μετάβαση είναι ένα αχαρτογράφητο ακόμα πεδίο και πως το αν και πώς μία κυβερνητική στιγμή και η σύγκρουση που θα επέλθει με τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού μπορεί να αποτελέσουν μέρος μίας ευρύτερης επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης είναι ανοιχτό προς συζήτηση
Συνεπώς είναι ζήτημα το ποιος διαστρεβλώνει ποιον – άλλο αν η ανταρσυα βρήκε ανέλπιστο (;) υπερασπιστή στο πρόσωπο (που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο) του χαρκοβίτη, που έσπευσε να υιοθετήσει για τους δικούς του λόγους τις κατηγορίες του τουλιάτου.

Για κακή τους τύχη όμως το άρθρο του παππά είναι ντοκουμενταρισμένο με αρκετές παραπομπές: στην προεκλογική πρόταση της κομμουνιστικής ανανέωσης για αντιμνημονιακή κυβέρνηση. Σε ένα άρθρο του π. σωτήρη που λέει ότι η συμμετοχή της αριστεράς στην κυβέρνηση, καθαυτή μια κατάθεση από τη μεριά των λαϊκών μαζών πρέπει να σημαίνει και αριστερή διακυβέρνηση. Και σε μια απόφαση του κσο της αραν (όπου συμμετέχει κι ο ίδιος ο τουλιάτος) η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: εδώ και δεκαετίες οποιαδήποτε διαδικασία μετασχηματισμού σε χώρες με αναπτυγμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς δεν μπορεί να είναι μια στιγμιαία εξεγερτική διαδικασία (…) αυτή κατά τη γνώμη μας μπορεί να περιλαμβάνει και το ζήτημα μιας κυβέρνησης της αριστεράς ή με συμμετοχή της αριστεράς όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως κομμάτι μιας ευρύτερης επαναστατικής διεργασίας.

Κι αυτό το τελευταίο δεν είναι η άποψη της μειοψηφίας των 51 της αραν που ήθελαν εκλογική συνεργασία με το συριζα, αλλά απόφαση του κεντρικού της οργάνου που είναι ενδεικτική για τις προθέσεις και τις διεργασίες που δρομολογεί ένα κομμάτι τουλάχιστον της ανταρσυα – η οποία δεν έχει απαραίτητα ενιαία αντίληψη επί αυτού του ζητήματος.

Ειδικά το κομμάτι που εκπροσωπεί η αραν έχει όλα τα φόντα και τις προδιαγραφές για να γίνει η κοε της νέας εποχής, η ισχυρή συγκολλητική ουσία που μπορεί να ενώσει τα πάντα (εκτός από το ενδοαλτουσεριανό σχίσμα): αυτούς που έφυγαν με τη β πανελλαδική κι αυτούς που έμειναν στο κκε εσωτερικού. Αυτούς που έφυγαν από το κκε το 89, με αυτούς που έφυγαν από κατοπτρικά αντίθετη σκοπιά το 91. Τους ευρωλάτρες και ευρωφετιχιστές με τους ευρωμάχους. Τους οπαδούς της αυτόνομης εκλογικής καθόδου της ανταρσύα, με όσους υποστήριζαν την κοινή κάθοδο με το συριζα.

Αυτούς που θεωρούσαν το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον αλαβάνο ιστορική χαμένη ευκαιρία με αυτούς που αρνήθηκαν τη συμμετοχή του στις εκλογές του μάη, για να τη δουν με καλό μάτι μετεκλογικά. Αυτούς που απορρίπτουν κάθε μορφή κυβερνητισμού με αυτούς που αντιλαμβάνονται την κυβέρνηση ως κρίκο και μεταβατική στιγμή στο επαναστατικό προτσές και έγιναν μέρος του ντεκόρ στο προεκλογικό σόου του συριζα κατά την περίοδο των διερευνητικών εντολών. Όλοι μαζί –πλην λακεδαιμονίων- στο μεγάλο, παναριστερό μέτωπο με το μεταβατικό πρόγραμμα, όπως το έβαζε και στην κατακλείδα ενός προηγούμενου άρθρου το ίδιο στέλεχος της αραν.

Όσο για το ζήτημα της κυβέρνησης νομίζω ότι θα χρειαστεί να επανέλθουμε σε επόμενη ανάρτηση για να το δούμε αναλυτικά. Αν το στριμώχναμε εδώ, μάλλον θα αδικούσαμε τη σημασία του.

*Στο ενδιάμεσο βγήκε ένα ακόμα κείμενo του κώστα νάγια στο πριν, χωρίς να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο κατά τη γνώμη μου. Μπορείτε να το βρείτε εδώ μαζί με μια σύντομη (αντ)απάντηση του ρίζου.

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο Συριζα, η Ανταρσυα και η Μεικτή Οικονομία

Σήμερα η κε του μπλοκ "φιλοξενεί" άλλη μία ανάλυση του Άναυδου (που το τελευταίο διάστημα γράφει με ρυθμούς εν ενεργεία blogger;) με θέμα συναφές με την προηγούμενη ανάρτηση για τον κεϋνσιανισμό, αλλά περισσότερες πολιτικές προεκτάσεις. Καλή ανάγνωση και σχολιασμό.


1. Εισαγωγή

Σε ένα προηγούμενο κείμενο δείξαμε ότι η πτώση του ρυθμού αύξησης της γενικής παραγωγικότητας (τάση σύμφυτη με τον ιμπεριαλισμό, το ανώτατο στάδιο του καπιταλισμού) αφαιρεί από το σύστημα τη δυνατότητα να αυξάνει με τον ίδιο ρυθμό την υπεραξία που καρπώνεται το κεφάλαιο αφενός κι αφετέρου τον εργατικό μισθό και τις κρατικές δαπάνες. Η δυνατότητα αυτή, που έγινε πραγματικότητα χάρη στον ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων (ύπαρξη του σοσιαλιστικού στρατοπέδου, ισχυρά ΚΚ στις καπιταλιστικές χώρες, ισχυρά συνδικάτα) πλέον δεν υπάρχει. Η αρχή της δομικής κρίσης του καπιταλισμού εντοπίζεται στις αρχές της δεκαετίας του ’70, μία κρίση που οδήγησε το κεφάλαιο να καταφύγει στη νεοφιλελεύθερη ρύθμιση που συνοψίζεται σε μια επίθεση κατά των προηγουμένων κερδών της εργατικής τάξης.

Από το 2008 ολόκληρο το καπιταλιστικό σύστημα βρίσκεται μπροστά σε μία κρίση υπερσυσσώρευσης. Ειδικότερα στην Ελλάδα η κρίση εκδηλώθηκε με μεγαλύτερη ένταση και διάρκεια με αποτέλεσμα να μειωθεί μέσα σε τέσσερα χρόνια το ΑΕΠ κατά 25% από τα επίπεδα του 2008 και να μην είναι ορατή, τουλάχιστον σήμερα, η έξοδος από αυτή. Η κρίση υποχρεώνει το κεφάλαιο να επιταχύνει ραγδαία τις αναδιαρθρώσεις που έχει ξεκινήσει την τελευταία 20ετία.


2. Οι διαφορετικές προτάσεις για την έξοδο από την κρίση
Η κρίση θέτει μπροστά στις διαφορετικές τάξεις στην Ελλάδα το καθήκον να διαμορφώσουν μια πολιτική διεξόδου, που να υπερασπίζει με τον καλύτερο τρόπο τα ταξικά τους συμφέροντα. Το κεφάλαιο έχει επιλέξει μία πολιτική που επιβεβαιώνει τη μαρξιστική θεωρία μεταφέροντας τα βάρη της κρίσης στις πλάτες του εργαζόμενου λαού. Αρωγό του στην προσπάθεια του αυτή βρήκε και τα δύο μεγάλα αστικά κόμματα (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ) αλλά και ακροδεξιές και ‘αριστερές’ παραφυάδες τους (ΛΑΟΣ – ΔΗΜΑΡ). Από την άλλη το κόμμα της εργατικής τάξης (ΚΚΕ) ξεκαθάρισε τη θέση του λέγοντας ότι η εργατική τάξη δεν έχει κανένα συμφέρον να βγάλει το κεφάλαιο από την κρίση του και θα πρέπει να παλέψει για την δική της εξουσία.

Όπως αναμενόταν οι δύο όψεις του μικροαστικού σοσιαλισμού (Συριζα – Ανταρσυα) κατέληξαν σε μία εν πολλοίς πανομοιότυπη διέξοδο από την κρίση που καταφέρνει να είναι και με το κεφάλαιο και με τους εργάτες!  Διαβάζοντας τα προγράμματα και των δυο βλέπουμε ότι:

Αναφορικά με τις αιτίες της κρίσης ο Σύριζα αναγνωρίζει ότι η κρίση που ζούμε δεν είναι απλώς μια κρίση διαχείρισης, αλλά μια κρίση του ίδιου του συστήματος, χωρίς όμως να τολμά να αναφέρει τη λέξη καπιταλισμός. Αντίθετα η Ανταρσύα μιλά ευθαρσώς για καπιταλιστική κρίση υπερσυσσώρευσης. Στην πράξη βέβαια και οι δύο χώροι ανέδειξαν σαν αιτία της κρίσης το δημόσιο χρέος, ο μεν Συριζα για να αποφύγει να μιλήσει για τον καπιταλισμό, η δε Ανταρσυα για να επιτύχει τη μέγιστη κατ’ αυτήν συσπείρωση.

Αναφορικά με την έξοδο από την κρίση ο Σύριζα προτείνει ένα μείγμα πολιτικών που συνοψίζονται σε αύξηση των δημόσιων εσόδων με σκοπό τη διαμόρφωση  μιας συνολικής στρατηγικής για την χρηματοδότηση της ανάπτυξης και των αναγκών της κοινωνίας, χτυπώντας αποφασιστικά τη φοροδιαφυγή και την παραοικονομία, αυξάνοντας τη φορολογία των πλουσίων, αναδιαπραγματευόμενος το χρέος  κλπ. Με τον τρόπο αυτό μετατρέπεται  ο Δημόσιος Τομέας σε μοχλό ποιοτικής και ποσοτικής αναβάθμισης και ανασυγκρότησης του παραγωγικού συστήματος

Η Ανταρσυα από την πλευρά της προτείνει παύση πληρωμών (αφήνει αόριστο το μέλλον του χρέους) εθνικοποίηση των τραπεζών και των στρατηγικών επιχειρήσεων χωρίς αποζημίωση στους ιδιοκτήτες τους, για να στρέφονται τα δάνεια όχι στις «μαύρες τρύπες» των μεγαλοκαρχαριών καπιταλιστών αλλά σε δημόσιες επιχειρήσεις και κοινωνικά αναγκαίες επενδύσεις, σε αυτοαπασχολούμενους, στους μικρομεσαίους αγρότες, στους βιοτέχνες, για την εγγύηση των μικροκαταθετών.

Η Ανταρσυα προτείνει όπως κι ο Σύριζα τη γενναία φορολόγηση του κεφαλαίου και του πλούτου γιατί μόνο έτσι είναι δυνατόν να υπάρξει η αναγκαία αναδιανομή εισοδήματος που θα επιτρέψει και τη λειτουργία του δημοσίου, χωρίς τις δόσεις των δανείων και το τσάκισμα των κερδοσκοπικών κινήσεων των καπιταλιστών, ντόπιων και ξένων.

Ο Σύριζα μιλά για νέους θεσμούς κοινωνικού και εργατικού ελέγχου, ενώ η Ανταρσυα για εργατικό και λαϊκό έλεγχο και σχεδιασμό παντού, με αυτό το παντού να περιορίζεται στις εθνικοποιημένες και λοιπές δημόσιες επιχειρήσεις

Για να μην αδικήσουμε την Ανταρσυα προσθέτει στην πρόταση της μια γεύση προστατευτισμού μιλώντας για άμεση έξοδο από το Ευρώ, αλλά όχι για ταυτόχρονη έξοδο από την ΕΕ. Η έξοδος αυτή θα συμβεί (αν συμβεί) σε διαφορετικό χρόνο.

Με άλλα λόγια και τα δύο κόμματα πιστεύουν ότι η έξοδος από την κρίση είναι εφικτή με μια επιστροφή στη μεικτή οικονομία της κευνσιανής ρύθμισης. Όπου πλάι στον καπιταλιστικό τομέα της οικονομίας θα υπάρχει και ένας ισχυρός κρατικός τομέας που θα αποτελέσει την ατμομηχανή της ανάπτυξης και της αναδιανομής εισοδήματος. Οι προτάσεις τους θυμίζουν την Ελλάδα της δεκαετίας του ’70 και ’80, όπου το σύνολο των υποδομών (ΟΤΕ, ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, δρόμοι, λιμάνια, αεροδρόμια), των μεταφορών (ΗΛΠΑΠ, ΕΑΣ, Ολυμπιακή, ΟΣΕ κλπ), μεγάλο μέρος του τραπεζικού τομέα (Εθνική, Ιονική, Εμπορική, Αγροτική, ΤΤ κλπ) αλλά και του ενεργειακού τομέα (ΕΚΟ) ήταν στην ιδιοκτησία του κράτους. Η έλξη που ασκεί η πολιτική του ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του 1980 (με τις εθνικοποιήσεις ακόμη και προβληματικών επιχειρήσεων – ΑΓΕΤ, Πειραϊκή-Πατραϊκή, Πυρκαλ κλπ) και του ‘καλόβολου’ καπιταλισμού στους δύο αυτούς σχηματισμούς έχει την εξήγηση της στην ταξική τους διάρθρωση.

Όπως όμως θα δείξουμε παρακάτω η διέξοδος  που προτείνουν οι Συριζα -
Ανταρσυα , όχι μόνο δε βγάζει την ελληνική οικονομία από την κρίση αλλά έχει σα στόχο να διαπραγματευτεί τον επιμερισμό από τις απώλειες της κρίσης προς όφελος  ορισμένων κοινωνικών ομάδων και στρωμάτων, συνεπώς σε βάρος κάποιων άλλων.

3. Το κράτος στον καπιταλισμό
Το κράτος εκτός από μηχανισμός επιβολής της κυριαρχίας του κεφαλαίου στο εσωτερικό και στο εξωτερικό ασκεί και οικονομική δραστηριότητα, είτε σαν εισπράκτορας είτε σαν παραγωγός (συνήθως στο τομέα των υποδομών όπου το κεφάλαιο δεν μπορεί ή δεν θέλει να επενδύσει). Το κράτος επιβιώνει από την υπεραξία που αποσπά έμμεσα ή άμεσα. Πιο συγκεκριμένα τα έσοδα του κράτους προέρχονται είτε από τη φορολογία είτε από την επιχειρηματική του δραστηριότητα, η οποία μετά από δεκαετίες νεοφιλελευθερισμού έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Η φορολογία προέρχεται από τη νέα αξία που παράγεται κάθε χρόνο και προέρχεται από τους μισθούς (άμεσοι, έμμεσοι φόροι και ασφαλιστικές εισφορές) και από τα κέρδη (δηλ. την υπεραξία).  Οι δαπάνες του κράτους αποσκοπούν στην αναπαραγωγή του συστήματος, τόσο στη βάση του όσο και στο εποικοδόμημα του. Περιλαμβάνουν δαπάνες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης (υγεία, πολιτισμός, αθλητισμός, κλπ) για την αύξηση της αξίας και της παραγωγικότητας της εργατικής δύναμης (παιδεία κλπ), για την προστασία του κεφαλαίου από τον ταξικό του εχθρό, αλλά και από πιθανό εξωτερικό σφετεριστή (ασφάλεια, άμυνα, ΜΜΕ, κλπ). Σημαντικό μέρος των κρατικών δαπανών διοχετεύεται άμεσα στο κεφάλαιο με τη μορφή επιχορηγήσεων ή δανειοδοτήσεων, κλπ. με αποκλειστικό σκοπό την ενίσχυση της κερδοφορίας του.

Με την επιχειρηματική του δραστηριότητα το κράτος γίνεται παραγωγός υπεραξίας (στην περίπτωση που το παραγόμενο προϊόν εμφανίζεται σαν εμπόρευμα στην αγορά) που του επιτρέπει να καλύψει μέρος των εξόδων του. Το κρατικό μονοπώλιο σε ορισμένους τομείς μπορεί να οδηγεί σε μονοπωλιακά κέρδη αλλά αυτά δεν είναι παρά μια άλλη μορφή φορολόγησης του καταναλωτή.

Η κρίση σταματά τη συσσώρευση του κεφαλαίου και εκδηλώνεται στην αγορά σαν υπερπαραγωγή και συνεπώς ανεργία. Η κρίση εμφανίζεται όταν τα κέρδη δεν είναι πλέον αρκετά για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες μεγέθυνσης του υπάρχοντος κεφαλαίου. Στην περίπτωση αυτή, οποιαδήποτε επιπλέον αφαίρεση από τη μάζα της υπεραξίας που ήδη είναι ανεπαρκής μπορεί μόνο να χειροτερέψει την κρίση.

Με βάση τις προτάσεις του Συριζα και της Ανταρσύας, το κράτος στη μέση της κρίσης καταρχήν θα αυξήσει τις δαπάνες του (η περίφημη ενεργός ζήτηση του Κέυνς). Η αύξηση αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο με την αύξηση της φορολογίας ή τον (απίθανο στην παρούσα συγκυρία) επιπλέον δανεισμό που δεν είναι τίποτε παραπάνω παρά η φορολόγηση της μελλοντικής νέας αξίας). Το αποτέλεσμα θα είναι να επιδεινωθεί η κρίση στον καπιταλιστικό τομέα της οικονομίας και να έχουμε ακόμη περισσότερους ανέργους και ακόμη πιο χαμηλούς μισθούς. Ακόμη και αν η αύξηση των δαπανών θέσει σε κίνηση μέρος του κεφαλαίου που σήμερα αργεί, αυτού του είδους η παραγωγή δεν αυξάνει τη μάζα της υπεραξίας αλλά αντίθετα τη μειώνει μέσω της επιπλέον φορολογίας που θα απαιτηθεί για να πληρωθούν οι κρατικές αγορές. Όσο και αν ο ατομικός καπιταλιστής που εφοδιάζει το κράτος θα βγάζει κέρδη, το συνολικό κεφάλαιο θα δει την κερδοφορία του να μειώνεται ακόμη περισσότερο. Άρα μία μερίδα καπιταλιστών θα βγει ωφελημένη, ενώ οι υπόλοιποι είτε θα μετακυλήσουν τα βάρη στην εργατική τάξη, είτε θα πάψουν να δραστηριοποιούνται, αυξάνοντας την ανεργία..

Η δήθεν πολλά υποσχόμενη πάταξη της παραοικονομίας και αυτή με τη σειρά της  θα οδηγήσει σε μείωση των ‘μαύρων’ μισθών και σε αύξηση της ανεργίας στο συγκεκριμένο τομέα. Μπορεί στατιστικά οι άνεργοι αυτοί να μην καταγραφούν (αφού δεν είναι δηλωμένοι) αλλά στον πραγματικό κόσμο θα είναι εξίσου άνεργοι με τους καταγεγραμμένους στους καταλόγους του ΟΑΕΔ

Από την άλλη το κράτος-επιχειρηματίας που θα λειτουργεί παράλληλα με τον καπιταλιστικό τομέα θα έχει να λύσει 3 άλυτα προβλήματα:
-          αν επιλέξει να είναι ανταγωνιστικό (δηλ. λειτουργήσει με κέρδος ή με υψηλές τιμές) τότε θα πρέπει είτε να πιέσει την αξία της εργατικής δύναμης που απασχολεί προς τα κάτω είτε να φορολογήσει έμμεσα και την εργατική τάξη που απασχολείται στον ιδιωτικό τομέα μέσω των υψηλών τιμών. Οι απώλειες της εργατικής τάξης (όλης ή του μεγαλύτερου μέρους της) είναι δεδομένες
-          αν επιλέξει να μην είναι ανταγωνιστικό και να λειτουργήσει με ζημιές τότε το όποιο όφελος που θα προκύψει στην εργατική τάξη του ιδ. τομέα από τις χαμηλές τιμές θα ισοσκελιστεί από την αυξημένη φορολογία που θα απαιτηθεί για να καλυφθούν οι ζημιές
-          αν επιλέξει να μην είναι ανταγωνιστικό αλλά να λειτουργήσει χωρίς ζημιές, τότε τα προϊόντα του δεν θα είναι ανταγωνιστικά και η εργατική τάξη στον ιδ. τομέα θα αδυνατεί να τα πληρώσει. Επίσης στην περίπτωση που το κράτος δραστηριοποιηθεί σε τομείς όπου θα υπάρχει ατομικό κεφάλαιο, οι υψηλές τιμές στα κρατικά παραγόμενα εμπορεύματα θα οδηγήσουν σε μεταφορά υπεραξίας προς τον πιο ανταγωνιστικό ιδιωτικό τομέα

Επιπλέον  είναι φανερό ότι η πρόταση για μεικτή οικονομία αφήνει στο έλεος των αφεντικών όσους έχουν την ατυχία να εργάζονται στον καπιταλιστικό τομέα της οικονομίας. Για να ξεπεραστεί η κρίση στον τομέα αυτό απαιτείται τόσο η αύξηση του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης, όσο και η καταστροφή μέρους του κεφαλαίου. Κατά συνέπεια οι χαμηλοί μισθοί και η ανεργία θα αποτελέσουν τη μοίρα της εργατικής τάξης του ιδ. τομέα.

Τέλος η πρόταση των παραπάνω αφοπλίζει συνολικά τους εργαζομένους μπροστά στην επόμενη κρίση που με μαθηματική βεβαιότητα θα ξεσπάσει μερικά χρονιά μετά, που θα ξεπεραστεί η παρούσα.

Στα πλαίσια του καπιταλισμού η μόνη βιώσιμη έξοδος από την κρίση μπορεί να έρθει μόνο όταν αποκατασταθεί η συσσώρευση του κεφαλαίου σε βάρος της εργατικής τάξης. Βασική αλήθεια του Μαρξισμού, που από ό,τι φαίνεται αγνοείται από την  πρόταση του Συριζα και της Ανταρσύας, που πιστεύουν ότι μια μορφή καπιταλισμού μπορεί να λύσει τη βασική αντίθεση του συστήματος. Φρούδες ελπίδες που πολλές φορές διαψεύστηκαν στο παρελθόν για να γυρνούν όμως και να στοιχειώνουν το εργατικό κίνημα κάθε φορά που ο καπιταλισμός συγκλονίζεται.

Η πρόταση του Συριζα και της Ανταρσυα ακριβώς επειδή είναι ανεφάρμοστη και ουτοπική, έχει σα στόχο να καταλήξει σ’ ένα συμβιβασμό που ξεκινά από την παραδοχή ότι οι εργαζόμενοι πρέπει να πληρώσουν μέρος της κρίσης του κεφαλαίου. Είναι μία πρόταση που με μοχλό το αστικό κράτος θα διαχειριστεί τις απώλειες των εργαζομένων σε όφελος του κεφαλαίου. Η μερική επιστροφή των κλεμμένων από το κεφάλαιο στην εργατική αριστοκρατία, τη δημοσιοϋπαλληλία και σε κάποια μικροαστικά στρώματα μπορεί να γίνει μόνο σε βάρος της εργατικής τάξης.  Κατά συνέπεια είναι συνεπής με τα συμφέροντα των στρωμάτων που οι δυο σχηματισμοί εκφράζουν και υπηρετούν (μικροαστικά στρώματα, διανόηση δημ υπάλληλοι στο χώρο τη υγείας, εκπαίδευσης και ΟΤΑ). Είναι επίσης μια ιδανική πλατφόρμα συνάντησης με τα στρώματα εκείνα που συναίνεσαν στη νεοφιλελεύθερη επίθεση του κεφαλαίου τη δεκαετία του ’90 και ’00 και εκφράστηκαν κύρια μέσα από το ΠΑΣΟΚ (δημ υπάλληλο, μικροαστοί, νέο κεφάλαιο κλπ). Επειδή έχουν τη γνώση ότι μόνοι τους δεν μπορούν και ότι χρειάζονται την μαχητικότητα και την οργάνωση της εργατικής τάξης σαν αιχμή του δόρατος, διαλαλούν σε κάθε τόνο την ανάγκη ενός νεφελώδους μετώπου που το μόνο ορατό του σημείο είναι η μη αμφισβήτηση του καπιταλισμού. Μια εργατική τάξη που θα σηκώσει το μεγαλύτερο βάρος των απωλειών της αναμέτρησης και θα την ξεπουλήσουν στην πρώτη διαπραγμάτευση. Ήδη τα πρώτα δείγματα είναι ορατά (λευκές απεργίες σε εκπαίδευση, φαρμακοποιούς, γιατρούς, κλπ) όπου καταφέρνουν να μεταφέρουν τα προβλήματα της αστικής πολιτικής στην εργατική τάξη. Κόβουν και ράβουν την ιστορία του εργατικού κινήματος για να δικαιολογήσουν την ταξική συνεργασία, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που χρησιμοποίησε το ΠΑΣΟΚ την εθνική αντίσταση για να δικαιολογήσει τον αστικό εκσυγχρονισμό. Οργίζονται με το ΚΚΕ που τους χαλά τα όνειρα κι έτσι εξηγούνται κατά κύριο λόγο οι επιθέσεις ενάντια σο ΠΑΜΕ που κορυφώθηκαν με το λιθοβολισμό της συγκέντρωσης του στις 10/10/2011 με αποτέλεσμα έναν νεκρό οικοδόμο και δεκάδες τραυματίες.

Η κρίση υπερσυσσώρευσης μπορεί να οδηγήσει είτε σε μία επαναστατική κατάσταση ή σε μία νέα φάση καπιταλιστικής συσσώρευσης, εφόσον μεταβάλει τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας. Συνεπώς για άλλη μια φορά στην ιστορία αυτού του τόπου το ΚΚΕ πράττει το ταξικό του καθήκον

Πέμπτη 27 Σεπτεμβρίου 2012

Απεργιακές σημειώσεις κι απορίες

Τι γεύση άφησε στην κε του μπλοκ η χτεσινή απεργία;

Καταρχάς μια πρόγευση από τις προηγούμενες μέρες. Μπορεί να χάσαμε τη συνέλευση στο σμτ (ως εσακ, αλλά κι ως φυσικές παρουσίες, μαζί με το σύνδεσμο της κε) είχαμε όμως ανταπόκριση από την εκλογοαπολογιστική του πουσουχουμού, δηλ από τον πανελλήνιο σύλλογο χημικών μηχανικών. Ένα σύλλογο που εκπροσωπεί τους πάντες, από τον άνεργο και το συμβασιούχο, μέχρι τον επιχειρηματία, λες και έχουν όλοι κοινά συμφέροντα.
Μα γιατί να ενοχοποιούμε την επιχειρηματικότητα; αναρωτιόταν αθώα ένα μέλος της διοίκησης, η οποία αποτελείται κυρίως από πασόκους που έχουν ξεχάσει να γίνουν σύριζα, αλλά παραμένουν λαμόγια ολκής.

Κι αυτό είναι ένα βασικό διακύβευμα για το επόμενο διάστημα. Τι θα απογίνει ο ορφανός μηχανισμός της πασκε και πώς θα διαπραγματευτεί το μέλλον του. Όπως είναι ζήτημα για το σύριζα, αν μπορεί να τους εγκολπώσει ομαλά στις τάξεις του και τι ακριβώς παιχνίδι παίζει σε άλλο ταμπλό, με το συντονισμό, που άργησε χαρακτηριστικά να βγάλει απεργιακό κάλεσμα για το μουσείο. Απ’ όπου έκανε ένα πέρασμα ο αλέξης, μετά τις δηλώσεις στο πεδίο του άρεως, για να κρατήσει τις ισορροπίες με τις συνιστώσες, (που είχαν διαφορετική προσυγκέντρωση, αλλά κοινή πορεία με τη γσεε), και για να αντλήσει ψήφους και από τις δύο δεξαμενές.
Αλλά το κύριο ζήτημα είναι αν θα καταφέρει το παμε να αξιοποιήσει την ευκαιρία και να αλλάξει ριζικά τους αρνητικούς συσχετισμούς στο εργατικό κίνημα, όχι μόνο σε επίπεδο κορυφής, αλλά γενικότερα, με μαζικές συνελεύσεις και εγγραφές στα σωματεία. Εν πάση περιπτώσει..

Την παραμονή της απεργίας η κε του μπλοκ έζησε στην αιόλου μια από τις πιο συγκινητικές στιγμές της σύντομης θητείας της στο ευρύτερο κίνημα. Μια εξόρμηση-αφισοκόλληση όχι για την απεργία, αλλά για το ακριβώς αντίθετο: το παραγωγικό σαμποτάζ που καταστρέφει την χώρα, τη συντεταγμένη έξοδο από την ευρωζώνη, με παράλληλη παραμονή στην εε, για να πάψει να βασανίζει και να βασαίζεται από το ευρώ και να ξεχρεώσει το χρέος της αν σταματήσει το σαμποτάζ... Ω ναι, είχαμε πετύχει μια εξόρμηση της οακκε. Αλλά το πιο συγκινητικό κομμάτι, πέρα από την μαζική τους παρουσία στα όρια της ολομέλειας, ήταν οι τρεις νεολαίοι της οργάνωσης, που δεν πρέπει να ήταν πάνω από τα 30.

Περνάμε στην ανταπόκριση από τα χτεσινά, όπου ο καιρός ήταν βασικά για μπάνιο και εμείς το κάναμε στον ιδρώτα, παλεύοντας για μια θέση στον ήλιο, χωρίς να έχουμε καν παρασόλια. Είδαμε τον TRASH και τον Οικοδόμο, που ήταν εξαιρετικά συμπαθής, ίσως γιατί ίδρωνε περισσότερο και από μένα, μάλλον επειδή φορούσε μαύρα –κι ας μην τα ‘χει βάψει ασορτί. Το κόκκινο μας πάει περισσότερο..

για μια θέση στον ήλιο
Η ομιλία του πέρρου ήταν μεστή κι αυτό δεν το γράφω έτσι, για το τυπικό της υπόθεσης. Όταν τέλειωσε, ο κόσμος βγήκε από τα λαγούμια όπου αναζητούσε σκιά, κι εκεί που η ομόνοια φαινόταν μισογεμάτη, η πορεία ήταν τελικά πολύ μεγαλύτερη απ’ ό,τι νομίζαμε αρχικά. Αυτό που ξεχώρισε ήταν η σύνθεση των φοιτητικών συλλόγων στο πανό του μας. Εκτός από το φυσικό, που είναι σταθερή και παραδοσιακή αξία, πήραμε το σλάβικο, το τούρκικο, το α σου κου του (ασκτ) και το σου γου του κου σου (σγτκσ). Όπου το πρώτο είναι η σχολή καλών τεχνών και το δεύτερο κάτι σχετικό με γραφιστικές τέχνες.

Φτάσαμε στο σύνταγμα, λιώσαμε λίγο σαν κεριά μπροστά στη βουλή και καταλήξαμε στην ακρόπολη και στα μαγαζιά της πλάκας για την ανασκόπηση της μέρας και της συγκυρίας. Στο γυρισμό μυρίσαμε τον απόηχο των συγκρούσεων, που έφτανε από συγγρού μέχρι ομόνοια και χαζέψαμε τα συνθήματα και τις αφίσες των άλλων. Την αφίσα της γσεβε, που καλούσε τους μαγαζάτορες να κλείσουν –κι όντως ήταν κλειστά τα περισσότερα μαγαζιά- αλλά μόνο μέχρι τις 3.00 –κι αυτό το έγραφε από κάτω σαν υπότιτλο, με ψιλά γράμματα. Θαυμάσαμε το σύνθημα των αναρχικών για ξύλο ενάντια στους ναζί και τα κνατ, σε μια ωραία «κινηματική» εκδοχή της φιλελεύθερης λογικής των άκρων –αυτά τα ρεύματα εξάλλου συχνά λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, πχ ενάντια στον κρατισμό. Κι ένα άλλο σύνθημα της ανταρσύα με σπρέι, που έλεγε όχι στη δανειακή σύμβαση, χωρίς καν να αναφέρει το μνημόνιο, που λες, δε μπορεί, κάποιος άλλος θα το ‘γραψε.

Και μετά, προβληματισμός, χωρίς μιζέρια, για την επόμενη μέρα –και δεν εννοώ την σημερινή επέτειο του εαμ. Γιατί όπως έγραψε κι ο χαρίδημος, ο κόσμος κατέβηκε στους δρόμους (κι ίσως πιο μαζικά απ’ όσο περιμέναμε), αλλά... Ας προσπαθήσουμε να αναλύσουμε αυτό το αλλά.

Ο κόσμος γέμισε τους δρόμους, αλλά το ζητούμενο είναι να μην σκορπίσει γεμάτος απογοήτευση. Να αποκτήσει αυτοπεποίθηση για τις δυνάμεις του, τη δύναμη του αγώνα και της τάξης του. Να πετύχει μια τακτική νίκη, ανατρέποντας το σχεδιασμό της κυρίαρχης τάξης και του πολιτικού της προσωπικού. Αυτό όμως απαιτεί να ακολουθεί ένα δικό του σχέδιο. Υπάρχει σήμερα τέτοιος σχεδιασμός, σχετικά με το πώς μπορεί να νικήσει το κίνημα και ποια βήματα θα του δώσουν αυτή τη νίκη;

Πριν από δυο τρία χρόνια, όταν ακόμα δεν είχε ψηφιστεί το πρώτο μνημόνιο, η απάντηση θα μπορούσε να είναι καταφατική. Ο κόσμος είχε αντοχές, ήταν αισιόδοξος, το κίνημα γινόταν ολοένα πιο μαζικό και ισχυρό. Μέχρι και το ενδεχόμενο πολιτικής απεργίας είχε αρχίσει να φαίνεται ώριμο κι εφικτό. Τελικά η βρώμικη υπόθεση της «μαρφίν» ήταν σταθμός για να αντιστραφεί η ροή των πραγμάτων. Ακόμα και τον επόμενο χρόνο (το 11’) έμοιαζε να υπάρχει ένας σχεδιασμός και να δοκιμάζονται διάφορα πράγματα (η παραμονή στο σύνταγμα τον ιούνη και τον οκτώβρη, κι η δράση των λαϊκών επιτροπών με τα χαράτσια).

Σήμερα ωστόσο που έχει μεσολαβήσει μια κινηματική (μετά τις 12 φλεβάρη) και μια εκλογική καθίζηση δεν χρειάζεται κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό; Και τι θα μπορούσε να ‘ναι αυτό; Υπάρχει άλλο σχέδιο καινούριες ιδέες, για να μην πέσουμε στην πεπατημένη της ρουτίνας; Θα ρωτήσει κανείς εύλογα.

Εδώ υπάρχουν δύο δυσκολίες. Η πρώτη είναι πως κανείς μπλόγκερ, ή άλλος επίδοξος αναλυτής υψηλής πολιτικής, δε μπορεί να γνωρίζει σε βάθος τι σχεδιασμός υπάρχει, σε τι προχώρησε και σε τι έμεινε πίσω από το πλάνο ή στάσιμος, για να κάνει ολοκληρωμένες εκτιμήσεις. Τι συμπέρασμα έχει βγάλει το κόμμα πχ, για τις θέσεις και τους στόχους που μπήκαν το 10’, στη συνδιάσκεψη για το συνδικαλιστικό, εργατικό κίνημα; Τι ποσοστά συμμετοχής έχουν οι απεργίες; Πόσο μαζικές είναι οι πορείες και οι κινητοποιήσεις; Πόσοι εργαζόμενοι έχουν οργανωθεί στα σωματεία τους και πόσο έχει προχωρήσει η παρέμβαση στους άνεργους; Αυτά είναι στοιχεία και ποιοτικοί δείκτες για τους οποίους εμείς (εγώ τουλάχιστον) δεν έχουμε ακριβή εικόνα. (Και το παράδοξο είναι ότι πολλές φορές είναι πιο εύκολο να τα βρει κανείς για μακρινές ιστορικές περιόδους, παρά για το πρόσφατο παρελθόν). Ακόμα και το 10-11 πχ, μπορούσε να καταλάβει κανείς εμπειρικά ότι υπήρχε ένας γενικός σχεδιασμός που προχωρούσε, χωρίς να γνωρίζει επακριβώς το περιεχόμενό του, πού αποτύγχανε και που σημείωνε πρόοδο.

Δεύτερο ζήτημα. Αν δούμε τις απαντήσεις που δίνουν διάφοροι πολιτικοί χώροι σε αυτό το ερώτημα, τι διαφορετικό χρειαζόμαστε, και τις αξιολογήσουμε ως εναλλακτικές, είναι να μας πιάνει απελπισία. Λαϊκή αντιβία και αποφασιστικότητα στα λουλουδάδικα ο ένας, να γίνουμε ταχρίρ ο άλλος, να ακολουθήσουμε το σχέδιο πολιορκίας υπουργείων που είχε το εαμ τον μάρτη του 43’ ο τρίτος. Και σε πολιτικό επίπεδο, νέο εαμ, επιστροφή στον κέινς, στη δραχμή, στο 15ο συνέδριο, κρατικοποίηση τραπεζών, επισχέσεις και ευέλικτες μορφές αγώνα, γιατί ο κόσμος δεν αντέχει άλλες απεργίες, και πάει λέγοντας.

Εκεί καταλαβαίνεις ότι τη διαφορά δεν θα την κάνει το διαφορετικό, αλλά η επιστροφή στα αυτονόητα. Βάρος στους χώρους δουλειάς, διαδικασίες βάσης που να ελέγχει τις κορυφές, οργάνωση του αγώνα και της αλληλεγγύης στις γειτονιές. Η φαντασία δε μας λείπει. Το θέμα είναι πώς θα κατακτήσει την εξουσία. Ούτε οι ιδέες μας λείπουν. Το ζήτημα είναι πώς θα κατακτήσουν τις μάζες για να γίνουνε υλική δύναμη, αγώνα και ανατροπής. Εκεί χρειάζεται πρωτοτυπία και πρωτόβουλο πνεύμα, για ν’ ανατραπεί το σκηνικό της μιζέριας και της ηττοπάθειας. Και για να συμπληρώσουν τα κενά του υπαρκτού σχεδιασμού, βεβαίως βεβαίως.

Τρίτη 25 Σεπτεμβρίου 2012

Σ’ ένα βαθύ μπουντρούμι

Για μένα ισοβίτη η φυλακή είναι ολόκληρος ο κόσμος μου, ενώ για σένα όλος ο κόσμος είναι μια φυλακή, μας λέει κυνικά ο μοντεχρήστος του αρκά. Γιατί είμαστε όλοι ισοβίτες με αλυσίδες που μας κάνουν το βίο αβίωτο, ώσπου να πάρουμε την κατάσταση στα χέρια μας και να την αλλάξουμε. Καταδικασμένοι να αποδράσουμε μόνοι μας, χωρίς να περιμένουμε απονομή χάριτος. Ένοχοι μέχρι να υπογράψουμε δήλωση που να αποδεικνύει το αντίθετο και να συμβιβαστούμε. Με ερυθρό ποινικό μητρώο απ’ το κακούργημα της σκέψης, δηλαδή του ανατρεπτικού φρονήματος, και των πράξεων που απορρέουν δυνητικά από αυτό, κατά της τάξης που κυριαρχεί και καθορίζει τι είναι νόμιμο και ηθικό. Νόμος είναι το δίκιο του κεφαλαιοκράτη.


Ένα δίκαιο που ποινικοποιεί τους αγώνες και παρουσιάζει τα κινήματα ως τρομοκράτες, ενώ πριν από κάποια χρόνια φυλάκιζε τους αγωνιστές ως κοινούς ποινικούς κρατούμενους. Αλλά αυτοί επέμεναν να αντιμετωπίζονται διακριτά ως πολιτικοί κρατούμενοι και με τη στάση τους κέρδιζαν κάποιες φορές την εκτίμηση και το σεβασμό των ποινικών.

Αν  και ο μίσσιος λέει ότι έπρεπε να αντιδρούν πιο δυναμικά για ό,τι προέκυπτε μες στις φυλακές. Όχι γκολ αυτοί, σέντρα εμείς. Να μας χτυπάνε και να τραμπουκίζουν κι εμείς να απαντάμε με απεργία πείνας (τους κάναμε τη μούρη κρέας, έγραφε ο χρόνης). Και να γυρνάμε και το άλλο μάγουλο σαν καλοί χριστιανοί (ενώ το χριστιανικό, όπως λέει πάλι στο κατά αρκά ευαγγέλιο στην παραβολή με τον καλό λύκο, είναι όποιος έχει δύο μάγουλα να δίνει το ένα). Είναι η γνωστή κατηγορία περί ηττοπάθειας που ενστάλλαξε λέει μέσα μας μετά τη μεγάλη ήττα του εαμ και του δσε κατά τη μεγάλη δεκαετία. Εν πάση περιπτώσει...

Της φυλακής τα σίδερα είναι για τους συντρόφους (και δεν εννοούμε τον άκη). Το μπουντρούμι δεν τους λυγά. Κι έτσι πλάι στο αίσχος του σύγχρονου παρθενώνα, της απομόνωσης, των βασανιστηρίων και των εκπαραθυρώσεων, η ζωή έβρισκε το δρόμο της μέσα από τις χαραμάδες και άνθιζε μέσα σε υγρά κι ανήλιαγα κελιά. Εκεί όπου οι σύντροφοι έβρισκαν χρόνο για αναστοχασμό και επιμόρφωση, είχαν οργανωμένες δραστηριότητες και προσπαθούσαν να κάνουν τη ζωή τους κάπως δημιουργική. Που σαν λέξη ετυμολογικά παραπέμπει στο δήμο, δηλαδή στο λαό και τα έργα του. Μέγας είσαι λαός και θαυμαστά τα έργα σου.

Αλλά ο κόσμος κεμάλ είναι γεμάτος πρόθυμα γιουσουφάκια με αποστειρωμένη ζωή γεμάτη προφυλάξεις και προφυλακτικά, αλλά χωρίς ασφάλιση και ασφάλεια. Που δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους αλλά φοβούνται να τις σπάσουν γιατί είναι επίχρυσες, όπως και το χάπι της μισθωτής σκλαβιάς. Κι έτσι όπως πάει το πράγμα με την κρίση, σε λίγο θα χρειάζεται μέσο για να μπει κανείς στη φυλακή και να έχει ένα πιάτο φαΐ και μια στέγη πάνω από το κεφάλι του – ήδη παρατηρείται συμφόρηση στα «σωφρονιστικά» ιδρύματα της χώρας- κι ο κόσμος θα μπαίνει στη στενή οικειοθελώς.

Κάποιοι άλλοι θέλουν να το σκάσουν από τη φυλακή αλλά μπερδεύουν τα δεσμά με τους συλλογικούς δεσμούς και ψάχνουν ατομικές λύσεις κι αποδράσεις. Να τα μιλήσουνε και να τα συμφωνήσουνε με τον καπετανάκη – που έχει ντούγκλας το μουστάκι- ή να βρουν έναν ήρωα-σωτήρα παλαιοκώστα που «τα έβαλε μόνος του με το σύστημα και το νίκησε». Η έφοδος στον ουρανό θα γίνει με ελικόπτερο, μια νύχτα μαγική σαν την αργεντινή (να δούμε ποιος θα πρωτομπεί). Ουστ!



Υπάρχει και μια τρίτη κατηγορία που θέλει σαν αερικό να ζήσει και ψάχνει την απόδραση σε μια φανταστική ουτοπία, μακριά από τη γήινη και υλική πραγματικότητα που μας πληγώνει. Και η  μόνη φυλακή που αντιλαμβάνονται είναι το σώμα για την ταξιδιάρα ψυχή τους.
Αλλά και το κατοπτρικό της είδωλο, με αυτούς που ψάχνουν μια άμεση λύση, εδώ και τώρα, όχι στη δευτέρα παρουσία της απόδρασης από το αλκατράζ (αυτά συμβαίνουν μόνο στις ρωσίες) αλλά στα διάφορα μικρά ζητήματα που προκύπτουν στην καθημερινότητα της φυλακής. Όπως λέει και ένας συγκρατούμενος του ισοβίτη σε μια ιστορία: εμείς παλιά είχαμε ρεαλιστικά αιτήματα. Ζητούσαμε να μη μας χτυπάνε οι φύλακες τρεις φορές τη μέρα, πρωί μεσημέρι βράδυ.
- Και τελικά τι καταφέρατε;
- Να μας χτυπάνε λίγο περισσότερο το μεσημέρι για να μας αφήνουν ήσυχους το βράδυ.
Αυτό θα πει μεταβατική νίκη του κινήματος.

Και μέσα σε όλα αυτά, σε έναν κόσμο άδειο σαν κλούβιο αυγό, με κλούβια μυαλά και κλούβες παντού, υπάρχουμε κι εμείς, θηρία στα κλουβιά με τους τέσσερις τοίχους και τα αόρατα δεσμά από τις οθόνες ή τη συνήθεια. Που βλέπουμε γύρω μας κάγκελα παντού, αλλά νοσταλγούμε ενίοτε με ρομαντική διάθεση τον ήχο της καγκελόπορτας (του φραγκιά) και την εποχή που ο κόσμος ήταν πιο απλός και οι φυλακές ορατές και συγκεκριμένες.

Λέμε στον κόσμο να αφήσει τη λογική της ανάθεσης και τα θεός φυλάξοι, να μην έχει ανάγκη από τείχη και αλυσίδες, ούτε από κάποιον φύλακα άγγελο να τον προστατέψει,  γιατί το θέμα είναι ποιος θα τον φυλάει μετά από τους φύλακες. Αυτός να πάρει πρέπει την εξουσία. Βρισκόμαστε σε εγρήγορση και επιφυλακή, ενώ περιμένουμε τις συνθήκες να ωριμάσουν, γνωρίζοντας ότι το ξέσπασμα μπορεί να έρθει ξαφνικά και αυθόρμητα, για κάτι δευτερεύον φαινομενικά, όπως το φαΐ του μάγειρα στον αρκά που προκαλούσε εξεγέρσεις κάθε μήνα.

Αρκεί να μη συμβιβαστούμε με τα καρυκεύματα που σκεπάζουν την μπόχα και την πικρή γεύση. Να μη φοβηθούμε τους νταβάδες, τους ανθρωποφύλακες και τα σκυλιά που αλυχτάνε για να τους φυλάξουν. Να σταματήσουμε να είμαστε σαν τερματοφύλακες σε σικέ αγώνα που μετράνε πόσα τρώνε κάθε φορά. Σικέ αγώνας είναι μόνο αυτός που δε γίνεται.

Τίμη σε όσους όρισαν στη ζωή τους να φυλάνε θερμοπύλες και στους δεσμοφύλακες των ακατάλυτων δεσμών του λαού με το κόμμα.

Κυριακή 23 Σεπτεμβρίου 2012

Ο ευρωκομμουνισμός του Καρίγιο

Τι περιλαμβάνει το σημερινό κυριακάτικο ιστορικό ένθετο της κε του μπλοκ; Ο τίτλος της ανάρτησης το καθιστά μάλλον πρόδηλο. Ένα μικρό αφιέρωμα στον παλαίμαχο οπορτουνιστή ηγέτη, που έφυγε πλήρης ημερών κι αποστασιών την περασμένη τρίτη.

Μετά το θάνατό του η κε του μπλοκ έκανε σχετικά μια μικρή έρευνα σε παλαιοβιβλιοπωλεία και βρήκε αυτό που έψαχνε. Δεν πρόκειται για το κλασικό του έργο «ευρωκομμουνισμός και κράτος», ούτε για την άλλη μπροσούρα του που έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά με τίτλο «μετά το φράνκο, τι;». Αλλά για το βιβλιαράκι «ενάντια στον ευρωκομμουνισμό και την αποστασία» απ’ τις εκδόσεις «ιδεολογική πάλη». Μια έκδοση του 78’, στη σειρά «κριτική της αστικής ιδεολογίας», η οποία περιλαμβάνει:

Το απόσπασμα από τις θέσεις της κετουκε και του 10ου συνεδρίου για τον ευρωκομμουνισμό
-Ένα άρθρο από τους (σοβιετικούς) νέους καιρούς, που δημοσιεύτηκε σε δυο συνέχειες στο ριζοσπάστη, το καλοκαίρι του 77’, για το βιβλίο του καρίγιο «ευρωκομμουνισμός και κράτος» με τίτλο: ενάντια στα συμφέροντα της ειρήνης και του σοσιαλισμού στην ευρώπη. Και ένα διευκρινιστικό άρθρο των νέων καιρών, λίγες μέρες μετά.
-Άρθρο του πανάγου κούτουλα σην κομεπ (τ.7, 77’) με τίτλο: ο ευρωκομμουνισμός των αναθεωρητών της χώρας μας.
-Το άρθρο του σοβιετικού ζαγκλάντιν «ευρωκομμουνισμός και σοβιετικοί», που γράφτηκε ειδικά για την εφημερίδα «τα νέα» (!) και δημοσιεύτηκε ακριβώς δέκα χρόνια μετά από το μάη του 68’.
-Άρθρο του μήτσου στολίδη σε τέσσερις συνέχειες στο ρίζο, τον απρίλη του 78’, με τίτλο: γιατί λέμε όχι στον ευρωκομμουνισμό.
-Συνέντευξη για θέματα εσωτερικής και γενικότερης πολιτικής με τον οκτάβιο πάτο, μέλος της πολιτικής επιτροπής της κε του κκ πορτογαλίας.
-Άρθρο του ανδρουλάκη στην κομεπ (τ.9, 77’) με τίτλο «θέματα του κράτους και της επανάστασης», όπου μεταξύ άλλων ασκεί πολεμική σε πουλατζά και καρίγιο.
-Αποσπάσματα από σχετικό άρθρο του jan koitik, του γενικού γραμματέα του κκ τσεχοσλοβακίας.

Και τέλος, δύο άρθρα του χατζηαργύρη, ο οποίος προλογίζει και την έκδοση, στην ελευθεροτυπία, που είχε ανοίξει διάλογο από τις στήλες της για το βιβλίο του καρίγιο (!). Ένα σχετικά με την απάντηση των νέων καιρών στον καρίγιο (τι ζήτησαν και τι πέτυχαν οι νέοι καιροί της μόσχας) και ένα με πολεμική στο βιβλίο του τελευταίου και τίτλο: δεν υπάρχει συνεννόηση με τον καπιταλισμό.
Από αυτό το τελευταίο αντλήθηκαν και τα αποσπάσματα που ακολουθούν.

Τι λέγει ο καρίγιο; Ας δώσουμε σε χοντρές γραμμές τις αντιλήψεις του. Δεν είναι καλά βαλμένες στο βιβλίο του, μένουν θολές και είναι αρκετές φορές αντιφατικές, είτε γιατί δεν έχει την ικανότητα για τούτο, είτε πάλι γιατί νομίζει ότι έτσι το κενό και οι αφέλειες που παρουσιάζει η σκέψη του θα καμουφλαριστούν καλύτερα –δεν ξέρω την απάντηση σε τούτο το ερώτημα και δεν επιδιώκω να τη βρω, ο χρόνος θα αποκαλύψει τι ακριβώς συμβαίνει.

Ο καρίγιο ξεκινά από την προσπάθεια να μας πείσει ότι μπορούμε άφοβα να είμαστε σαν κι αυτόν «αναθεωρητές». Όλοι αναθεωρητές είμαστε, διότι για τον καρίγιο είτε προσαρμόζουμε το μαρξισμό αναπτύσσοντάς τον σε συγκεκριμένα και διαφορετικά δεδομένα, είτε πάλι τον αλλάζουμε ολότελα στερώντας τον από το βασικό του περιεχόμενο, το ίδιο πράγμα είναι –όλοι αναθεώρηση κάνουμε, ας μη φοβόμαστε τη λέξη, ας τη λέμε με περηφάνεια (ας το προσέξουν τούτο και κάτι άλλοι αναθεωρητές, ας μη φοβούνται να ομολογήσουν το τι είναι).

Από εκεί μπαίνουμε στην ουσία. Ο καρίγιο αναθεωρεί τη μαρξιστική-λενινιστική θεωρία του κράτους, δηλ της πάλης των τάξεων. Δεν το λέει έτσι. Απεναντίας τονίζει πως τάχα είναι στο βάθος ορθόδοξος. Και στη βία δε θα διστάσει να προσφύγει, αν του την επιβάλουν. Ταξικό είναι λέει το κράτος κι όχι υπερταξικό ή ουδέτερο –τον έχουν σωφρονίσει φαίνεται τα αποκαλυπτήρια του πουλατζά στα χέρια του θεωρητικού του γαλλικού κομμουνιστικού κόμματος, πωλ μποκαρά. Πιστεύουμε και στην πάλη των τάξεων –έτσι βεβαιώνει ο καρίγιο.

Αλλά... τα πράγματα άλλαξαν. Το κράτος σα μηχανισμός βίας όλο και χάνει, λέει, τη σημασία του. Το κράτος σαν ιδεολογικοί μηχανισμοί όλο και κερδίζει σε σημασία. Το κράτος σα μηχανισμός που μας επιβάλλεται με τη βία εξασθενίζει. Γιατί το κράτος, καθώς απλώνονται οι αρμοδιότητές του, καθώς μεγαλώνει ο ρόλος του σαν επηρεαστή και καθοδηγητή μιας κοινωνίας που κερδίζει σε μόρφωση, καθώς πολλαπλασιάζονται τα καθήκοντα και το προσωπικό του για τη ρύθμιση της οικονομικής ζωής, καθώς ταυτίζεται όλο και πιο πολύ με τα μονοπώλια και απομονώνεται έτσι όλο και πιο πολύ από τις μάζες, το κράτος αυτό αδυνατίζει, διαβρώνεται, μπορεί να αλωθεί από τα μέσα, διαμέσου των ιδεολογικών του μηχανισμών.

Κράτος-εκκλησία, κράτος-παιδεία, κράτος-αθλητισμός, κράτος-μμε, κράτος-σώματα ασφαλεία, κράτος-ένοπλες δυνάμεις -για όλους τους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτος και για όλους τους μηχανισμούς βίας του επίσης ισχύει το ίδιο. Εκεί που ο μαρξ, ο ένγκελς κι ο λένιν υποστήριζαν ότι για να ανέλθει στην εξουσία η εργατική τάξη επικεφαλής του εργαζόμενου λαού πρέπει να συντρίψει τον κρατικό μηχανισμό βίας των καπιταλιστών και να βάλει στη θέση του το δικό της, ο καρίγιο –ακολουθώντας όπως λέγει τον γκράμσι και το γάλλο φιλόσοφο αλτουσέρ- υποστηρίζει ότι για να καταληφθεί η εξουσία, αρκεί να κατακτηθεί με τη λογική και με τη συστηματική εργασία και την ορθή πολιτική, με την ενεργητική και έξυπνη δράση, μια ηγεμονική θέση στον κρατικό μηχανισμό, αρκεί να κυριευτεί σταδιακά, με το βαθμιαίο εκδημοκρατισμό του κράτους.

Ξεκινώντας από αυτή τη βάση ο καρίγιο αναλύει το τι πρέπει να κάνει ένα κομμουνιστικό κόμμα σε μια αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα –μόνο για εκεί ισχύει η συνταγή του- για να φτάσει στην εξουσία. Πρέπει να πάψει να είναι κόμμα της εργατικής τάξης, να γίνει κόμμα του εργαζόμενου λαού και των δυνάμεων της κουλτούρας. Να καταλάβει ότι την εργατική τάξη μπορεί να εκπροσωπήσουν διάφορα κόμματα σε μια χώρα, δεν έχει ενότητα δηλ η εργατική τάξη. Πρέπει να ενταχθεί σε ολοκληρωτική εφαρμογή του σοσιαλισμού, αλλά σε εφαρμογή του μέσα σε ορισμένα πλαίσια που να μη θίγουν τη μικρομεσαία καπιταλιστική ιδιοκτησία, να μην εμποδίζουν τις ξένες πολυεθνικές νάρθουν να εγκατασταθούν στην ισπανία, να μην αποπειραθύν να αλλάξουν τους παραδοσιακούς εμπορικούς και οικονομικούς προσανατολισμούς της χώρας που είναι από τη δύναμη των πραγμάτων με τη δύση, να φέρνουν στα χέρια της προοδευτικής συμμαχίας (ο ορισμός του καρίγιο θμίζει το ίδιο ακριβώς σύνθημα που έριξαν το 45’ οι εργατικοί στην αγγλία) «τους αποφασιστικούς μοχλούς της οικονομίας», να σημάνουν τη «μακρά περίοδο». Ακόμη είναι ανάγκη το πρόγραμμα της προοδευτικής παράταξης να δέχεται δίχως όρους και χρονικούς περιορισμούς τους κανόνες λειτουργίας της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, μέχρι και τον χωρισμό των εξουσιών, κι απλώς να γυρέψει να τους τελειοποιήσει παραπέρα, να αποσαφηνίζει με κάθε δυνατό τρόπο πως η νίκη του δε θα επιφέρει την επέκταση της σοβιετικής κρατικής ισχύος και δε θα δημιουργήσει σοσιαλισμό κατά το σοβιετικό πρότυπο, να αναγάγει τη δημοκρατία αυτού του είδους σε αιώνια αξία με ανεξάρτητο δικό της κύρος, να παραδεχτεί τον αναγκαίο εθνικό ρόλο των ενόπλων δυνάμεων, να εντάξει την ισπανία σε μια δημοκρατική ευρώπη ανεξάρτητη από τις ηπα και την εσσδ και με τη δική της (στραμμένη αναγκαστικά ενάντια και στο σοσιαλιστικό κόσμο) οργάνωση στρατιωτικής άμυνας.

Αν γίνουν όλα αυτά, θα κατακτηθεί η εξουσία; Κάθε άλλο. Σε ένα κατάλληλα παραχωμένο, ώστε να μην προσεχτεί, απόσπασμά του ο καρίγιο παραδέχεται πως δεν πρόκειται για τίποτε παραπάνω από μια διαδικασία που αρχίζει, που μόλις τώρα εμφανίζεται και μπορεί ακόμη να παρεκκλίνει και να χειραγωγηθεί από τις άρχουσες τάξεις. Πρόκειται για ένα δρόμο για να πάμε στον εκδημοκρατισμό του κρατικού μηχανισμού, σαν απαρχή του μετασχηματισμού του και της μετατροπής του σε μηχανισμό ικανό να υπηρετήσει μια σοσιαλιστική, δημοκρατική κοινωνία.
Πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα; Ίσως, αλλά ταυτόχρονα γινόμαστε επίσης δημοφιλείς στους κάθε λογής σοσιαλδημοκράτες και ιμπεριαλιστές. Κάτι είναι κι αυτό.

Τι είναι εκείνο που δεν καταλαβαίνει ο καρίγιο; Ότι ο ιμπεριαλισμός, όσο βαθαίνει η κρίση του, όσο γίνεται πιο φανερό το αδιέξοδό του, τόσο πιο επιθετικός γίνεται, τόσο πιο πολύ γυρεύει να ξεφύγει από την κρίση σε βάρος των εργαζομένων, τόσο πιο πολύ εντείνει την εκμετάλλευση και πιέζει το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων, τόσο πολύ πιο τείνει προς την αυταρχικότητα, προς τον αντικομμουνισμό, προς τα ανελεύθερα μέτρα πολιτκής, προς την κατάργηση του «κράτους ευημερίας» και της «κοινωνίας της αφθονίας», προς τη λιτότητα, προς την άυξηση των διαφορών ανάμεσα στις τάξεις. Δεν υπάρχει τρόπος φιλικής συνεννόησης με τον καπιταλισμό, γιατί η αύξηση της εκμετάλλευσης είναι ο τρόπος ζωής του, η πεμπτουσία, ο λόγος ύπαρξης του καπιταλιστικού κράτους.

Δεν επηρεάζεται ο καπιταλισμός από υποσχέσεις ότι η απαλλοτρίωση, η κατάργησή του, θα γίνει δημοκρατικά, ότι θα γίνει δίχως να θιχτεί το νατο και με παράλληλες κατάρες ενάντια στη εσσδ, που για τη νοοτροπία του καρίγιο αποτελούν έξυπνο ελιγμό μεγάλης σημασίας. Ο καρίγιο για να μη τυχόν κι αναγκαστεί να παραδεχτεί το άδικό του, επιμένει να κινείται σε έναν κόσμο ειδυλλιακό και φανταστικό.

«Αυτοί που κυβερνούν πρέπει να συνηθίσουν να βλέπουν διεκδικητικές εκδηλώσεις και να δέχονται στα γραφεία τους τις επιτροπές για να συζητήσουν μαζί τους. Να συνηθίσουν να κουβεντιάζουν με το λαό, να τον ακούν και να διορθώνουν ακόμη και δικές τους αποφάσεις. Η εξουσία θα πρέπει να πάψει να νιώθει πάνω από την κοινωνία. Οι εργοδότες πρέπει να συνηθίσουν να διαπραγματεύονται απευθείας με τους εργάτες, να βάλουν κατά μέρος την υπεροψία που τους δίνει η γνώση ότι μπορούν να επιβάλουν τους όρους τους με την υποστήριξη των κρατικών δυνάμεων».

Διαρρηγνύει τα ιμάτιά του ο καρίγιο ότι είναι βέρος κομμουνιστής και δεν έχει σχέση με τη σοσιαλδημοκρατία. Αυτό είναι που τον καθιστά κατεξοχήν επικίνδυνο. Είναι σε όλα του ένας πεπεισμένος κι αδιόρθωτος σοσιαλδημοκράτης. Είναι ο δήθεν επαναστάτης που νομίζει ότι θα τον ανεχτούν πιο εύκολα, αυτόν και το κόμμα του, οι ιμπεριαλιστές κι οι σοσιαλδημοκράτες αν περνάει την ώρα του καταγγέλλοντας το σοβιετικό γραφειοκρατισμό, μιλώντας για εκφυλισμούς του σοσιαλισμού στις σοσιαλιστικές χώρες, αρνούμενος ακόμη και να τις παραδεχτεί σα σοσιαλιστικές. Ο άνθρωπος που έκανε ό,τι μπορούσε για να σπάσει την πορτογαλική επανάσταση, δεν πρόκειται να γίνει ηγέτης της δυτικοευρωπαϊκής αριστεράς. Παραείναι διάφανος για τούτο.

Υπάρχει ένας μόνο σοσιαλισμός, ένας κομμουνισμός, κι αυτός δεν έχει καμιά σχέση με τον αστικό κοινοβουλευτισμό του καρίγιο. Την πραγματικότητα των διαφορετικών δρόμων προς το σοσιαλισμό δεν υπάρχει κράτος σοσιαλιστικό και κόμμα κομμουνιστικό που να μην την έχει παραδεχτεί όχι μια φορά, αλλά πολλές. Αλλού βρίσκεται η διαφορά με τον καρίγιο. Βρίσκεται στο γεγονός ότι εκείνος χαράζει την πορεία του με βάση την πίστη στη συμφιλίωση των τάξεων, με βάση την πίστη ότι άμα ένας σοσιαλιστής είναι δημοκράτης, όπως βέβαια οφείλει να είναι, αλλά κι είναι ταυτόχρονα «καλός», δηλ βρίζει επαρκώς τη σοβιετική ένωση, είναι «έξυπνος», δηλ κρύβει τη σκέψη του και τις προθέσεις του, τότε θα πειστούν οι ιμπεριαλιστές να του παραδώσουν δίχως αντίσταση την εξουσία, τότε θα το προσφερθούν θαύματα προσηλυτισμού των αντιπάλων του που ούτε κι ο απόστολος παύλος δεν πέτυχε.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει και η διάκριση που κάνει ο χατζηαργύρης μεταξύ αλτουσέρ και πουλαντζά. Για τον μεν πρώτο –που τον επικαλείται ο καρίγιο στα γραπτά του- λέει: ο αλτουσέρ μελέτησε σε βάθος το ιδεολογικό εποικοδόμημα, τους «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους», όπως τους αποκάλεσε, τη σημασία τους, το ρόλο τους, τη διάρθρωσή τους, δίχως να φύγει στο παραμικρό από το μαρξισμό-λενινισμό, δίχως να ξεγράψει με κανένα τρόπο το ρόλο του κράτους σα μηχανισμού βίας, δίχως να απαρνηθεί τη δικτατορία του προλεταριάτου.
Ενώ για το δεύτερο που ήταν επιφανής αλτουσεριανός, τοποθετείται σε εντελώς διαφορετικό πνεύμα: Αλίμονο, ο καρίγιο με το βιβλίο του δείχνει απλώς ότι δε μπορεί να ξεπεράσει τον πουλαντζά, που ο πωλ μποκαρά πολύ σωστά χαρακτήρισε σα δεμένο με τον «ιδεολογισμό» και τον «πολιτικισμό», σαν ανίκανο δηλ να καταλάβει τι σημαίνει καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, ποια η πορεία της παγκόσμιας καπιταλιστικής κοινωνίας (κι ας σημειώσουμε εδώ σε βάρος του καρίγιο, ότι ο πουλαντζαδισμός δεν υπήρξε ποτέ μαρξισμός-λενινισμός ή κομμουνισμός αλλά από την πρώτη στιγμή ένα διαβρωτικό αντικομμουνιστικό προϊόν.

Ποιο είναι το επιμύθιο από όλα αυτά;
Ότι ο καρίγιο ήταν μπροστά από την εποχή του. Και το 85’ αποχώρησε από το κκ ισπανίας, προσχωρώντας στους σοσιαλιστές –το σημερινό κόμμα του θαπατέρο- πολύ πριν το 89’ και την πλήρη μετάλλαξη άλλων ευρωκομμουνιστών –και όχι μόνο. Ίσως για αυτό σήμερα ο σύγχρονος ευρωκομμουνιστικός τύπος να τιμά τη μνήμη του με πλούσια αφιερώματα στις σελίδες του..

Παρασκευή 21 Σεπτεμβρίου 2012

Η έννοια της αριστεράς σήμερα

Σήμερα η κε του μπλοκ δημοσιεύει ένα απόσπασμα από το βιβλίο του σπύρου χαλβατζή "η συνέχεια, το κκε στη σύγχρονη εποχή", γραμμένο το 1992, σε μια πολύ δύσκολη περίοδο για το κόμμα. Το θέμα του κεφαλαίου είναι η σύγχρονη έννοια της αριστεράς και παραμένει επίκαιρο ως τις μέρες μας.  Κι ίσως αν λέγαμε προεκλογικά μερικά πράγματα με τον ίδιο τρόπο, να είχαμε γλιτώσει μια ανόητη συζήτηση  και τη σύγχυση που προκαλούσε σε έναν κόσμο.

Η έννοια της αριστεράς σήμερα είναι συνολικά συγκεχυμένη. Υπάρχουν σοβαρές αιτίες, από τις οποίες πολλές είναι αντικειμενικές, που οδήγησαν στη σύγχυση. Διάφορες μικροαστικές πολιτικές δυνάμεις επιδιώκουν συστηματικά να συσκοτίσουν αυτή την έννοια, η οποία στο παρελθόν είχε εντελώς σαφή και συγκεκριμένα όρια. Οι σοσιαλδημοκράτες και οι αστοί, εκμεταλλευόμενοι τη ανατροπή που σημειώθηκε στις πρώην σοσιαλιστικές χώρες, προσπαθούν να εντείνουν τη ασάφεια και να «επεκτείνουν» τα όρια της αριστεράς, ταυτίζοντάς την με σοσιαλδημοκρατικές κυρίως απόψεις. Η λαθροχειρία είναι ανάγκη να αποκαλυφθεί. Είναι ασφαλώς πολύ δύσκολη αυτή η προσπάθεια. Όχι όμως αδύνατη.

Στην ελληνική κοινωνία οι αντιλήψεις, τα ιδανικά και τα οράματα της αριστεράς, η δράση της, οι κοινωνικοί και πολιτικοί αγώνες της δεν είναι ευκαιριακοί. Ό,τι πέτυχε με τους αγώνες του το αριστερό και προοδευτικό κίνημα στη ελλάδα, το πέτυχε με την πρωτοπόρα συμβολή και δράση των κομμουνιστών. Αυτό λειτουργούσε στη συνείδηση του λαού, στο να θεωρεί ότι το κουκουέ εκπροσωπεί την αριστερά. Από την άλλη η πολύχρονη παρανομία του κουκουέ οδήγησε πλατιές εργατικές και λαϊκές δυνάμεις, να ταυτίζουν τελικά σε μεγάλο βαθμό την έννοια της αριστεράς με το κκε. Στα χρόνια της δεκαετίας του 50’ και του 60’, συχνά τα όρια ανάμεσα στους αγωνιστές της προδικτατορικής εδα και των κομμουνιστών δεν ήταν πολύ ευδιάκριτα.

Σήμερα η λαθροχειρία που επιχειρείται είναι να προσδιοριστούν τα όρια και οι αντιλήψεις, όχι προς τα αριστερά, αλλά προς το κέντρο, προς τη σοσιαλδημοκρατία σε αντιπαράθεση με το κουκουέ. Ασφαλώς άλλο είναι αριστερός κι άλλο κομμουνιστής. Όμως οι μαχητές της αριστεράς αντικειμενικά κλίνουν προς το κουκουέ και δε μπορεί να αντιμετωπίζονται αντιπαραθετικά προς τους κομμουνιστές. Ο αριστερός διακρίνεται από ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά. Έχει σταθερή αντιιμπεριαλιστική συνείδηση. Αντιπαλεύει με συνέπεια, όχι μόνο ιδεολογικά, αλλά και με την πρακτική συμμετοχή στους οικονομικούς και πολιτικούς αγώνες, τις επεμβάσεις του ιμπεριαλισμού σε όλα τα επίπεδα. Δε μπορεί να ανεχτεί να επιβάλει ο ιμπεριαλισμός τη «νέα τάξη πραγμάτων». Να καταδυναστεύει μικρούς κι αδύναμους λαούς και χώρες. Να εκμεταλλεύεται ληστρικά και καταστροφικά τους φυσικούς χώρους του πλανήτη σε κάθε γωνιά της γης. Να ακολουθεί την πολιτική των κανονιοφόρων, για να υποτάσσει τις αγωνιστικές δυνάμεις που εναντιώνονται στην πολιτική αυτή.

Σήμερα, που στην οικονομία κυριαρχούν τα μονοπώλια κι οι πολυεθνικές, δε νοείται αριστερός που να μην έχει σα βασική πολιτική του κατεύθυνση την αντιμονοπωλιακή πάλη με τη μια ή την άλλη μορφή. Ο αριστερός αγωνίζεται με συνέπεια ενάντια στην πολιτική των μονοπωλίων και των πολυεθνικών, όχι μόνο για τη βελτίωση των συνθηκών και του επιπέδου ζωής του –που είναι το πρώτο, το καθημερινό. Ο αγώνας του στρέφεται ενάντια στη συνολική λογική που περνά σήμερα το μονοπωλιακό κεφάλαιο. Ο αριστερός, λοιπόν, είναι ταυτισμένος με τους οικονομικούς αγώνες των εργαζομένων.

Δε λογίζεται αριστερός αυτός που δεν αμφισβητεί την πολιτική, την ιδεολογική, την οικονομική κυριαρχία της άρχουσας τάξης. Η αμφισβήτηση, η αντίθεση, η οργάνωση, η πάλη ενάντια στο καπιταλιστικό σύστημα συνολικά είναι γνωρίσματα του αριστερού. Ο αγώνας για την ανατροπή αυτού του συστήματος και για τη σοσιαλιστική αλλαγή της κοινωνίας, είναι η λογική κατάληξη της στάσης ζωής των αριστερών στην πατρίδα μας. Ο αριστερός διαμορφώνει σταθερά μια αγωνιστική συνείδηση, μια συνείδηση που ζητά να ανατρέψει το σύστημα. Το σύνθημα με το οποίο το πασόκ συσπείρωσε και αριστερές δυνάμεις από τη μεταπολίτευση και ύστερα ήταν το σύνθημα της αλλαγής. Οι αριστεροί μάχονταν για την αλλαγή. Η κατάσταση που είχε διαμορφωθεί μετά τη διάσπαση του 68’ οδήγησε απογοητευμένους αριστερούς σε αυτό το σύνθημα που το πασόκ, μαζί με άλλα, το κούρσεψε από τους κομμουνιστές. Αμφισβήτηση, αναζήτηση, οργάνωση, πάλη είναι στοιχεία του αριστερού αγωνιστή.

Η θέση του αριστερού αντικειμενικά, είναι να συμμετέχει δραστήρια στην πάλη του μαζικού λαϊκού κινήματος και πριν απ’ όλα στο συνδικαλιστικό κίνημα της εργατικής τάξης. Κι όχι μόνο να δραστηριοποιείται, αλλά να είναι πρωτοπόρος με ιδέες, με προτάσεις και κυρίως με ενωτικές πρωτοβουλίες για δράση. Είναι ανυποχώρητος ενάντια στη λαίλαπα του κεφαλαίου και της εξάρτησης. Είναι χαρακτηριστικό ότι και στα πιο δύσκολα χρόνια, οι αριστεροί συγκέντρωναν την εμπιστοσύνη των εργατών, των άλλων εργαζομένων και των επαγγελματοβιοτεχνών στις αρχαιρεσίες των συνδικάτων και των συλλόγων. Ειδικά στην τοπική αυτοδιοίκηση αυτή η εμπιστοσύνη προς τους αριστερούς εκφραζόταν σε πολύ υψηλά ποσοστά. Αυτό το γεγονός έδειχνε και δείχνει και σήμερα την εκτίμηση των εργαζομένων και του λαού απέναντι στους αριστερούς.

Η γνώση, η μόρφωση, η μελέτη, η αναζήτηση είναι από τα γνωρίσματα και τα προτερήματα του αριστερού αγωνιστή.
Πρωτοπόροι στη δράση για την προστασία του περιβάλλοντος ήταν και παραμένουν οι άνθρωποι της αριστεράς. Ανέπτυσαν κι αναπτύσσουν αυξημένη αλληλεγγύη στο εργοστάσιο, στο σχολείο, στη διάρκεια της στρατιωτικής θητείας, σε κάθε μορφή κοινωνικής δραστηριότητας. Ήταν πάντα αυξημένο το ενδιαφέρον τους και η συμμετοχή τους στην πάλη για την ειρήνη, για την ύφεση και τον αφοπλισμό. Στα συνθήματά τους, η διεθνιστική αλληλεγγύη κρατούσε και κρατά ένα μεγάλο μέρος, ποσοτικά και ποιοτικά.

Όταν, λοιπόν, αυτά τα χαρακτηριστικά προσιδιάζουν στους αριστερούς, η αριστερά δε μπορεί παρά να εκφράζει αυτά τα οράματα, αυτές τις αντιλήψεις και την ανάλογη πολιτική πρακτική δραστηριότητα.

Σε καμία περίπτωση τα στοιχεία αυτά δε μπορούν να συνυπάρξουν με απόψεις για μια ευρωπαϊκή αριστερά, η οποία θα προσεγγίζει τη σοσιαλδημοκρατία ή θα ακολουθεί ανάλογες πολιτικές επιλογές. Πρώην κομμουνιστικές δυνάμεις, που ακολουθούν τις αντιλήψεις των σοσιαλδημοκρατών ηγετών ή της σοσιαλιστικής διεθνούς συχνά υποτάσσονται σε αυτές και στρεβλώνουν την έννοια της αριστεράς. Επιδιώκουν να σύρουν τις αριστερές δυνάμεις και την πολιτική τους σε μια σοσιαλδημοκρατική πολιτική πρακτική.

Δε μπορεί όμως ο κόσμος της αριστεράς στην ελλάδα να ταυτίζεται με αντιλήψεις αντίθετες κι εχθρικές προς το σοσιαλισμό και τη σοσιαλιστική προοπτική. Αριστερά και πάλη για το σοσιαλισμό είναι για την ελληνική κοινωνία έννοιες σχεδόν ταυτόσημες. Αριστερός και αντικομμουνιστής δε νοείται.

Τη μεγαλύτερη σύγχυση στις γραμμές της αριστεράς φέρνουν πρώην κομμουνιστές, που επιχειρούν να μιλήσουν «αριστερά», αναμασώντας απόψεις, αντιλήψεις, προτάσεις που εκφράζουν ακόμα και ιδεολογικοί απολογητές της αστικής τάξης. ‘Εχουν τεράστια ευθύνη για τη διαστρέβλωση, για τη συκοφάντηση της έννοιας αριστερά.

Συναντάμε στην αρθρογραφία στον ημερήσιο και περιοδικό τύπο, στα ερτζιανά και τα τηλεοπτικά κανάλια απόψεις κι από πρώην στελέχη του κομμουνιστικού κόμματος για την ανάγκη «ταξικής συνεργασίας», για «κοινωνική ειρήνη», για πάλη ενάντια στο σοσιαλιστικό δογματισμό, για την «ξύλινη γλώσσα» που χρησιμοποιούν οι κομμουνιστές. Ειδικά η αναφορά στην «ξύλινη γλώσσα» δεν έχει να κάνει με τη μορφή. Αφορά την ουσία των λέξεων, το περιεχόμενό τους, τις έννοιες. Αν δηλ αντικατασταθούν οι λέξεις «αστική τάξη» και «ολιγαρχία» με τη λέξη «συμφέροντα», δεν είναι «ξύλινη» η γλώσσα. Αν εξαφανιστούν οι λέξεις «εργάτης», «εργατική τάξη» τότε η γλώσσα θα είναι εύπλαστη. Αν η ιμπεριαλιστική πολιτική των ηπα, της γερμανίας, κτλ δεν αναφέρεται, τότε η γλώσσα θα είναι χαρούμενη.

Η αλήθεια όμως είναι ότι κάθε λέξη ανταποκρίνεται σε μια συγκεκριμένη έννοια. Αν μια έννοια δε μας βολεύει ή είναι καταδικασμένη στη συνείδηση του κόσμου, όποια λέξη και να χρησιμοποιήσουμε για την έννοια αυτή, τίποτα δεν αλλάζει. Απλώς κακοποιούνται οι έννοιες και η γλώσσα. Τότε είναι που γίνεται «ξύλινη» η γλώσσα.

Αλλάζοντας τη γλώσσα δεν αλλάζει η πραγματικότητα. Είναι αλήθεια ότι έχει στρεβλωθεί η ελληνική γλώσσα τα τελευταία χρόνια και ειδικά στην οκταετία διακυβέρνησης της χώρας από το πασόκ. Κι εμείς ως κόμμα έχουμε σοβαρές αδυναμίες στην καλύτερη αξιοποίηση της τόσο πλούσιας ελληνικής γλώσσας. Ωστόσο το κύριο δεν είναι αυτό, όσο κι αν είναι σοβαρό πρόβλημα. Είναι οι έννοιες που δίνει καθένας στις λέξεις που χρησιμοποιεί.

Τα προβλήματα συνεπώς που αντιμετωπίζει το εργατικό επαναστατικό κίνημα και το κουκουέ και σε αυτόν τον τομέα δεν είναι ούτε λίγα ούτε εύκολα. Η αποκατάσταση των εννοιών, και πριν απ’ όλα της έννοιας της αριστεράς και του αριστερού, πέφτει στους ώμους των ίδιων των αριστερών και των κομμουνιστών. Μέσα στη ζωή, μέσα στην πολιτική δραστηριότητα θα καταφέρνουν οι δυνάμεις αυτές να συμβάλουν στην εναρμόνιση των λέξεων με την πραγματικότητα.

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Από τον Κέυνς στον νεοφιλελευθερισμό και αντίστροφα ;

( Άρθρο συνεργάτη μας)

Η κε του μπλοκ φιλοξενεί άλλη μια δουλειά του Άναυδου. Αυτή τη φορά με θέμα επικαιρότητας. Καλή ανάγνωση και καλό σχολιασμό.

1. Εισαγωγή
Η πρόσφατη ομιλία του Α.Τσίπρα στη ΔΕΘ (15/9 το πλήρες κείμενο εδώ) αποτελεί ένα μνημείο σωτηριολογικού λόγου όπου ακόμη και οι τυφλοί θα βρουν το φως τους όταν ο Συριζα/ΕΚΜ θα γίνει κυβέρνηση. Αυτό που κάνει μεγάλη  εντύπωση είναι η απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στην οικονομική κρίση και η αναγωγή όλων των προβλημάτων στο μνημόνιο, τη διαφορά, στο άδικο φορολογικό σύστημα. Ακόμη περισσότερο εντυπωσιάζει ο τρόπος που κατά τον Συριζα θα επιτευχθεί η ‘αναπτυξιακή και παραγωγική ανασυγκρότηση της πατρίδας’.  Πολύ συνοπτικά ο Συριζα πιστεύει ότι  θα (...) χρηματοδοτηθεί αποτελεσματικά η ανάκαμψη (...) με την αύξηση των δημόσιων εσόδων  (...)  καθώς και τη διαγραφή σημαντικού μέρους από το υπόλοιπο {του χρέους}  και την αποπληρωμή του με ρήτρα ανάπτυξης (...).
Με τον τρόπο αυτό θα επιτευχθεί το διπλό θαύμα της ενίσχυσης της οικονομικής δραστηριότητας από το κράτος αλλά και της αύξησης των κοινωνικών παροχών Με άλλα λόγια ο αρχηγός του Συριζα σαλπίζει μία επιστροφή στον κεϋνσιανισμό των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών. Θα δούμε παρακάτω πόσο εφικτή είναι μια τέτοια επιστροφή.

2. Κεϋνσιανισμός και νεοφιλελευθερισμός
Η οικονομική κρίση ξεκίνησε το καλοκαίρι του 2008 και διαρκεί περίπου πέντε χρόνια τώρα Οι επιπτώσεις και η διάρκεια διαφέρουν από χώρα σε χώρα ανάλογα με τη θέση τους στο διεθνή καταμερισμό της εργασίας αλλά και την οικονομική και στρατιωτική τους δύναμη. Η κρίση έχει οδηγήσει τις κυβερνήσεις όλων σχεδόν των χωρών σε εκτεταμένες παρεμβάσεις για τη σωτηρία των επιμέρους καπιταλιστών αλλά και του συστήματος γενικότερα. Βέβαια η έξοδος από την κρίση στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι εφικτή κάτω από δύο βασικές προϋποθέσεις:
-  την αύξηση του ποσοστού εκμετάλλευσης της εργασίας
- την καταστροφή του λιγότερο παραγωγικού μέρους του κεφαλαίου

Με τον τρόπο αυτό αποκαθίσταται η κερδοφορία του κεφαλαίου και ένα νέος κύκλος συσσώρευσης ξεκινά. Συνεπώς ο ρόλος των  διαφόρων πακέτων δισεκατομμυρίων ευρώ ή δολλαρίων είναι να μειώσουν το εύρος και τη διάρκεια της ύφεσης όχι όμως να αποτρέψουν την εκδήλωση της κρίσης ή το ξεπέρασμα της. Ο ρόλος αυτός του κράτους ερμηνεύεται από πολλούς κυρίως σοσιαλδημοκράτες σαν μία επιστροφή στην κεϋνσιανή ρύθμιση.

Είναι αλήθεια ότι στη διάρκεια των τριών πρώτων μεταπολεμικών δεκαετιών οι περισσότερες καπιταλιστικές χώρες της Δύσης γνώρισαν μία άνευ προηγούμενου οικονομική ανάπτυξη που συνοδεύτηκε από μία σημαντική βελτίωση του επίπεδου διαβίωσης της εργατικής τάξης γενικά. Βελτίωση από την οποία σε μεγάλο βαθμό εξαιρέθηκαν οι ανειδίκευτοι και οι μετανάστες. Η ‘χρυσή’ εικοσιπενταετία θεωρήθηκε σαν η επιβεβαίωση  της  ικανότητας του καπιταλισμού να παράγει κέρδη αλλά και να επιτυγχάνει μία αναδιανομή του εισοδήματος.

Παρόλα τα θρυλούμενα η μεταπολεμική μεγέθυνση δε βασίστηκε στην αύξηση των κρατικών δαπανών αλλά σε 2 θεμελιώδεις παράγοντες:
- την αυξημένη γενική παραγωγικότητα
- το σχετικά ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων για την εργατική τάξη

Η αύξηση της παραγωγικότητας βασίστηκε στην εξέλιξη της τεχνολογίας που απαιτούσε ο Β’ΠΠ καθώς και στην τεράστια καταστροφή του παγίου κεφαλαίου σαν αποτέλεσμα του πολέμου. Η ίδια η μεγέθυνση που ακολούθησε ανατροφοδότησε την περαιτέρω αύξηση της παραγωγικότητας.

Η αυξημένη παραγωγικότητα αυξάνοντας την παραγόμενη υπεραξία έκανε δυνατή την ταυτόχρονη αύξηση των κερδών, των μισθών και των κρατικών δαπανών. Η δυνατότητα αυτή μετατράπηκε σε πραγματικότητα λόγω του ευνοϊκού για την εργατική τάξη συσχετισμού των δυνάμεων. Οι λόγοι ήταν κυρίως δύο:
- η προσπάθεια ανάσχεσης του κομμουνισμού που υποχρέωσε την αστική τάξη να αναζητήσει συμμαχίες σε ευρύτερα στρώματα της εργατικής τάξης
- η καταρχήν έλλειψη εργατικού δυναμικού σαν αποτέλεσμα επίσης του Β’ΠΠ που αύξησε σημαντικά την διαπραγματευτική ισχύ των συνδικάτων.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι αντίθετα με την επικρατούσα άποψη η κεϋνσιανή ρύθμιση δεν ήταν η προϋπόθεση αλλά το αποτέλεσμα αυτής της συγκυρίας. Οι κρατικές δαπάνες προέρχονται είτε από τη φορολογία της σημερινής υπεραξίας είτε από το δανεισμό που και αυτός όμως θα πληρωθεί από τη φορολογία της μελλοντικής υπεραξίας.

Η μεγάλη κρίση του 1929-1932 δεν ξεπεράστηκε με το New Deal που θεωρείται η απαρχή του κεϋνσιανισμού αλλά μετά το τέλος του Β’ΠΠ.  Η διευρυμένη αναπαραγωγή και συσσώρευση του κεφαλαίου φτάνει πάντα σε κάποια όρια που θέτει η εκάστοτε οικονομική κοινωνική πραγματικότητα και το επίπεδο της επιστήμης και της τεχνολογίας. Προγράμματα ενίσχυσης της απασχόλησης και αυξημένες κρατικές δαπάνες απαλύνουν τις επιπτώσεις της κρίσης αλλά δε μπορούν να βγάλουν το σύστημα από αυτή. Οπως γράψαμε και πιο πάνω για να ξεπεραστεί η κρίση πρέπει να καταστραφεί είτε αξιακά είτε ακόμη καλύτερα φυσικά μέρος του υπάρχοντος κεφαλαίου. Με αυτό τον τρόπο η δεδομένη υπεραξία αντιστοιχεί σε μικρότερο κεφάλαιο και σα συνέπεια αποκαθίσταται το ποσοστό κέρδους. Η αποκατάσταση αυτή οδηγεί σε νέες επενδύσεις και αυξανόμενο ρυθμό συσσώρευσης. Ο Β’ΠΠ ήταν ακριβώς αυτό. Χωρίς να υπονοείται ότι αυτή ήταν η πραγματική αιτία, το οικονομικό αποτέλεσμα του πολέμου ήταν μία άνευ προηγουμένου καταστροφή του πάγιου κεφαλαίου και η μεταπολεμική του ανανέωση ήταν η γενεσιουργός αιτία της μεταπολεμικής μεγέθυνσης.

Ωστόσο η συγκυρία αυτή έφτασε στο τέλος  της περίπου στις αρχές της δεκαετίας του 1970 και από τότε ο καπιταλισμός έχει εισέλθει σε μία  μακροχρόνια δομική κρίση που δεν πρέπει να συγχέεται με τις συγκυριακές κρίσεις υπερπαραγωγής ή εναλλακτικά υπερσυσσώρευσης όπως η σημερινή. Η βασικότερη αιτία της δομικής κρίσης βρίσκεται στην κάμψη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας.  Οι λόγοι για την κάμψη αυτή είναι πολλοί οι βασικότεροι όμως είναι οι παρακάτω:
-          η χαμηλότερη παραγωγικότητα του τομέα των υπηρεσιών σε συνδυασμό με την αυξημένη συμμετοχή του στο συνολικό προϊόν
-          η αντίσταση της εργατικής τάξης στη συνεχιζόμενη εντατικοποίηση της εργασίας
-          η σχετική αδράνεια που επιδεικνύει το μονοπωλιακό κεφάλαιο στην ανανέωση του πάγιου εξοπλισμού του
-           η αργούσα παραγωγική δυναμικότητα του κεφαλαίου σαν αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης.

Με δεδομένο το ύψος των κρατικών δαπανών και το βαθμό εκμετάλλευσης η χαμηλότερη  αύξηση της παραγωγικότητας έχει σαν αποτέλεσμα την πτώση της κερδοφορίας και άρα θέτει σε κίνδυνο τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου.

Η μόνη διέξοδος για το κεφάλαιο είναι ν΄ αυξήσει το μερίδιο του στην με βραδύτερους πλέον ρυθμούς αυξανόμενη συνολική αξία και υπεραξία. Αυτή είναι και η ουσία της  περίφημης νεοφιλελεύθερης ρύθμισης που απαιτεί:
- Μείωση του εργατικού κόστους (άμεσου & έμμεσου όπως αυτό καθορίζεται από τις κρατικές παροχές)
- Άνοιγμα των αγορών όλων των χωρών για να ξεπεραστεί η αδυναμία της αύξησης της τοπικής ζήτησης αλλά και ο εντεινόμενος ανταγωνισμός.
- Ιδιωτικοποιήσεις σαν αποτέλεσμα της υπερσυσσώρευσης  του κεφαλαίου αλλά και της πτώσης του ποσοστού κέρδους στις άλλες δραστηριότητες που μετατρέπει κάποιες δραστηριότητες του τομέα των υποδομών σε ελκυστικές.

Η ανατροπή των σοσιαλιστικών καθεστώτων καθώς και η υποχώρηση της επιρροής, ειδικότερα από τη δεκαετία του ’90 και μετά, των κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων στις καπιταλιστικές χώρες άλλαξε το συσχετισμό δύναμης σε βάρος της εργατικής τάξης και  άνοιξε το δρόμο στο κεφάλαιο για μία εκ νέου επίθεση στο μερίδιο της εργατικής τάξης στην παραγόμενη αξία. Το ‘κοινωνικό’ κράτος  και η μειωμένη αξία της εργατικής δύναμής αντικαταστάθηκε προσωρινά με την επέκταση της ιδιωτικής πίστης.

Η συσσώρευση του κεφαλαίου αν και αυξάνει το προλεταριάτο σε απόλυτο αριθμό από την άλλη μειώνει τη ζήτηση για εργασία αναλογικά με το αυξανόμενο κεφάλαιο. Συνεπώς η συσσώρευση του κεφαλαίου είναι ταυτόχρονα και συσσώρευση της μιζέριας και της φτώχειας για την εργατική τάξη. Σύμφωνα με τον Μαρξ  αυτός είναι και ο απόλυτος νόμος της συσσώρευσης του κεφαλαίου.

Η ιστορία του καπιταλισμού αν τη δούμε παγκόσμια και ανά τους αιώνες και όχι μόνο σε ορισμένες οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες και για ορισμένο χρονικό διάστημα είναι μία σειρά επαναλαμβανόμενων κρίσεων, μακροχρόνιων περιόδων ύφεσης καθώς και μίας μακροχρόνιας τάσης οικονομικής καχεξίας. Οι περίοδοι δικαιότερης κατανομής της παραγόμενης υπεραξίας είναι απλώς σύντομα διαλείμματα και δεν χαρακτηρίζουν τον καπιταλισμό σαν σύστημα.

Η γρήγορη συσσώρευση του κεφαλαίου οδηγεί στη δημιουργία μονοπωλίων που με τη σειρά τους οδηγούν στη μονοπώληση της επιστήμης και της τεχνολογίας και την υποταγή τους στα συγκεκριμένα συμφέροντα του κεφαλαίου. Αυτό εμποδίζει την αύξηση της παραγωγικότητας στον εναπομείναντα ανταγωνιστικό ή μη-μονοπωλιακό τομέα της οικονομίας. Εμποδίζει επίσης την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στις υπανάπτυκτες χώρες εκτός και αν αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των συγκεντρωμένων κεφαλαίων και των κυρίαρχων καπιταλιστικών χωρών. Τέλος η μονοπώληση της παγκόσμιας αγοράς βάζει το μεγαλύτερο μέρος της παγκοσμίως παραγόμενης  υπεραξίας στα χέρια ενός ελάχιστου αριθμού πολυεθνικών κεφαλαίων με αντίτιμο την αυξημένη εξαθλίωση του παγκόσμιου πληθυσμού. Η υπεραξία παράγεται παγκόσμια ιδιοποιείται όμως εθνικά. Έτσι σήμερα η παραγωγική δύναμη του κεφαλαίου μετατρέπεται  σε  δύναμη καταστροφής που απειλεί όχι μόνο με νέους πολέμους αλλά με την ίδια αυτή την καταστροφή του πλανήτη. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει προ πολλού πάψει να είναι ένα όχημα για την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων είναι πλέον στο στάδιο όπου θα πρέπει να αλλάξουν οι σχέσεις παραγωγής.

Η επιστροφή στην κεϋνσιανή ρύθμιση είναι απίθανη με βάση τη σημερινή κατάσταση. Η επανάληψη της προϋποθέτει ανάλογης έκτασης εκατόμβη τόσο σε ανθρώπους όσο και σε κεφάλαιο. Τόσο ο κεϋνσιανισμός όσο και νεοφιλελευθερισμός είναι οι διαφορετικές όψεις του ίδιου νομίσματος δηλαδή της ρύθμισης που το συνολικό κεφάλαιο μέσω του κράτους και των διεθνών οργανισμών θέτει σε εφαρμογή με αποκλειστικό στόχο την απρόσκοπτη αναπαραγωγή του συστήματος. Συνεπώς η εργατική τάξη δεν έχει κανένα όφελος να στοιχηθεί πίσω από τη μία ή την άλλη πλευρά. Όποιος πιστεύει ότι αυτό το σύστημα  μεταρρυθμίζεται πλανάται πλάνη μεγάλη ή απλώς  έχει συμφέρον στη συνέχιση της εκμετάλλευσης  της εργατικής τάξης από το κεφάλαιο με λίγο καλύτερους όρους. Η εργατική τάξη όμως έχει ένα και μόνο συμφέρον, συσπειρωμένη γύρω από το κόμμα της νέου τύπου να δώσει τη μάχη για την ανατροπή του συστήματος και την εγκαθίδρυση του Σοσιαλισμού.