Ο πόλος είναι η
ανταρσύα. Αλλά τι ακριβώς πόλος είναι; Αντικαπιταλιστικός ή οπορτουνιστικός; Ιδού
η απορία. Με αυτό το ερώτημα καταπιάνεται το άρθρο του αποστόλη παππά στην
τελευταία κομεπ. Κι αυτό το κείμενο αφορούν οι απαντήσεις του πόλου και δυο στελεχών
του, του μπόλαρη από το σεκ και του τουλιάτου της αραν*. Το πρώτο δεν
παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, πέρα από το παιδικό κλείσιμο, όπου κάνει
καθρεφτάκι και μας επιστρέφει την κατηγορία του οπορτουνισμού. Εμάς θα μας απασχολήσει
το δεύτερο, το οποίο παρουσιάζει κάποιες αξιώσεις σοβαρής ανάλυσης και
αναπαράχθηκε έντυπα (από το πριν) και ηλεκτρονικά (μεταξύ άλλων από το γνωστό και μη εξαιρετέο εργατικό αγώνα).
Είναι όπως μας τα λέει τα πράγματα; Είναι όντως παράταιρο το κείμενο για την ανταρσυα με την υπόλοιπη αρθρογραφία της κομεπ και με τις απαιτήσεις του πολιτικού αγώνα; Όχι σφοι, δεν μπορούμε να το πούμε αυτό. Ο παππάς εξηγεί πολύ καλά στην εισαγωγή του το σκοπό και τη σημασία της πολεμικής του: στο πολιτικό σκηνικό σχηματίζονται δύο νέοι πόλοι, και επιχειρείται να στριμωχτεί το κκε στον (κεντρο)αριστερό, με τις δυνάμεις της ανταρσυα να παίζουν έναν ιδιαίτερο ρόλο λόγω των κομμουνιστικών τους αναφορών, λειτουργώντας ως συγκολλητική ουσία. Αυτό το σημείο εξάλλου το επισημαίνει και ο ίδιος ο τουλιάτος στην αμέσως επόμενη πρότασή του: η βασική εκτίμηση του άρθρου είναι ότι υπάρχουν εν εξελίξει διεργασίες για τη συγκρότηση ενός τρίτου πόλου στην Αριστερά που θα καλύψει τη θέση ενός οπορτουνιστικού μορφώματος μιας και ο ΣΥΡΙΖΑ εξελίσσεται σε νέα σοσιαλδημοκρατία και θα καταλάβει την κεντρική θέση του κεντροαριστερού πόλου στο νέο αστικό πολιτικό σκηνικό. Με άλλα λόγια ένα κομμάτι της ρίζας του συριζα μαζί με την ανταρσυα θα καλύψουν το κενό του προεκλογικού συριζα, που προορίζεται για αντικαταστάτης του πασοκ στον χώρο της σοσιαλδημοκρατίας, το οποίο με τη σειρά του ετοιμάζεται να καλύψει το κενό της δεξιάς στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Γιατί λοιπόν να μην ενδιαφέρουν αυτές οι διεργασίες τα κομματικά μέλη και τους αναγνώστες της κομεπ και να ψάχνουμε άλλους λόγους που να εξηγούν γιατί γράφτηκε αυτό το άρθρο;
Σε όλο το υπόλοιπο κείμενο ο τουλιάτος επιστρατεύει όλα τα στερεότυπα επιχειρήματα πολεμικής στο κκε μαζί με μερικές φτηνές συνδικαλιές: το κκε καταστρατηγεί το πρόγραμμά του, απαντά έμμεσα στους διαφωνούντες στο εσωτερικό του, υποτιμά τα άμεσα αιτήματα, συγχέει τη στρατηγική με την τακτική και πρέπει να αναζητήσει αλλού τις αιτίες της πτώσης του και όχι στο εύρημα ότι οι σημερινές συνθήκες είναι δυσκολότερες ακόμα κι απ’ το 93. Αυτό το τελευταίο (που σε πρώτη φάση σου φέρνει αυθόρμητα στο νου την παροιμία: στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί) το αλίευσε από το άρθρο της μπέλλου στην αρχή του ίδιου τεύχους της κομεπ.
Στο ίδιο άρθρο η μπέλλου γράφει μεταξύ άλλων για τη σύγχυση των όρων «τακτική- στρατηγική» ότι μια σειρά προτάσεων και αιτημάτων του κκε (για την ανεργία, τη φορολογία, την υγεία, την παιδεία) δεν αποτελούν το πρόγραμμα του κκε για την εργατική εξουσία αλλά το πλαίσιο πίεσης προς κάθε αστική κυβέρνηση για την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής της λαϊκής πλειοψηφίας (κάτι που θα γνωρίζει και ο αρθρογράφος της αραν εφόσον έχει διαβάσει το άρθρο). Εγώ με τη σειρά μου θα προσθέσω ότι η αποτίμηση μιας πρότασης ή ενός μεταβατικού προγράμματος ως ρεφορμιστικού δεν οφείλεται στο ένα ή το άλλο τακτικό αίτημα αλλά στο τι αντιλαμβάνεται κι αναδεικνύει ως φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση.
Από τα υπόλοιπα η κε του μπλοκ θα επιλέξει να σταθεί σε δύο σημεία. Το πρώτο αφορά το μέτωπο και τη στρατηγική.
Εξ αυτού προκύπτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα κοινής δράσης εφόσον ο καθένας εξυπηρετεί μία άλλη στρατηγική, λέει ο τουλιάτος για τη θέση της κομεπ. Και στη συνέχεια αναρωτιέται: από πότε οι κομμουνιστές κάνουν κοινή δράση μόνο με όσους συμφωνούν στρατηγικά;
Στην παραπάνω ερώτηση η λέξη κλειδί που καθορίζει το νόημα είναι το ρήμα «εξυπηρετεί». Οι κομμουνιστές μπορούν να συνεργαστούν με άλλες δυνάμεις που έχουν διαφορετική στρατηγική, αρκεί αυτό να υπηρετεί το δικό τους στρατηγικό στόχο. Εάν αυτή η συνεργασία εξυπηρετεί κάποια άλλη στρατηγική, τότε το ερώτημα αντιστρέφεται: από πότε οι κομμουνιστές πρέπει να ακολουθούν πολιτική ουράς στο στρατηγικό σχεδιασμό άλλων δυνάμεων, επιδιώκοντας ένα μέτωπο για το μέτωπο, ως αυτοσκοπό; Και γιατί πρέπει ντε και καλά να συμφωνήσουν με την κοινή δράση στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος που κρίνουν ότι δεν απαντά ολοκληρωμένα και από ταξική σκοπιά στη συγκυρία της κρίσης και οδηγεί στην ενσωμάτωση των αγώνων που αναπτύσσονται;
Δεύτερο ζήτημα, το φλερτ της ανταρσυα με την ιδέα μιας (αριστερής, εργατικής, αντιμνημονιακής ή όποιος επιθετικός προσδιορισμός ταιριάζει) κυβέρνησης. Ο αρθρογράφος της αραν κατηγορεί τον παππά ότι διαστρεβλώνει τις θέσεις της ανταρσυα και παραθέτει ένα απόσπασμα από την απόφαση της πρώτης πανελλαδικής της συνδιάσκεψης.
Η θέση μας είναι ότι μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική δεν περνάει μέσα από τη συμμετοχή στη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά από τη συγκρότηση αυτοτελών οργάνων πάλης για την εργατική εξουσία, ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το αστικό κράτος.
Αμέσως παρακάτω όμως σπεύδει να αναιρέσει ο ίδιος την παραπάνω θέση.
- αρχίζει να χρησιμοποιεί ιστορικά παραδείγματα από τον σχηματισμό κυβερνήσεων στη μεταπολεμική τσεχοσλοβακία, στην χιλή, τη βενεζουέλα – σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, όπως αναγνωρίζει κι ο ίδιος.
- ξανατσιτάρει τα περιβόητα αποσπάσματα από το πρόγραμμα του κκε για το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών δυνάμεων τα οποία έχουν δεινοπαθήσει στα χέρια διάφορων ερμηνευτών τους που αντιστρατεύονται πλήρως τη στρατηγική πρόταση του 15ου συνεδρίου για τη λαϊκή εξουσία.
- κι αναφέρει ότι οι δρόμοι που θα ακολουθήσει μία σύγχρονη επαναστατική διαδικασία και μετάβαση είναι ένα αχαρτογράφητο ακόμα πεδίο και πως το αν και πώς μία κυβερνητική στιγμή και η σύγκρουση που θα επέλθει με τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού μπορεί να αποτελέσουν μέρος μίας ευρύτερης επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης είναι ανοιχτό προς συζήτηση
Συνεπώς είναι ζήτημα το ποιος διαστρεβλώνει ποιον – άλλο αν η ανταρσυα βρήκε ανέλπιστο (;) υπερασπιστή στο πρόσωπο (που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο) του χαρκοβίτη, που έσπευσε να υιοθετήσει για τους δικούς του λόγους τις κατηγορίες του τουλιάτου.
Για κακή τους τύχη όμως το άρθρο του παππά είναι ντοκουμενταρισμένο με αρκετές παραπομπές: στην προεκλογική πρόταση της κομμουνιστικής ανανέωσης για αντιμνημονιακή κυβέρνηση. Σε ένα άρθρο του π. σωτήρη που λέει ότι η συμμετοχή της αριστεράς στην κυβέρνηση, καθαυτή μια κατάθεση από τη μεριά των λαϊκών μαζών πρέπει να σημαίνει και αριστερή διακυβέρνηση. Και σε μια απόφαση του κσο της αραν (όπου συμμετέχει κι ο ίδιος ο τουλιάτος) η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: εδώ και δεκαετίες οποιαδήποτε διαδικασία μετασχηματισμού σε χώρες με αναπτυγμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς δεν μπορεί να είναι μια στιγμιαία εξεγερτική διαδικασία (…) αυτή κατά τη γνώμη μας μπορεί να περιλαμβάνει και το ζήτημα μιας κυβέρνησης της αριστεράς ή με συμμετοχή της αριστεράς όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως κομμάτι μιας ευρύτερης επαναστατικής διεργασίας.
Κι αυτό το τελευταίο δεν είναι η άποψη της μειοψηφίας των 51 της αραν που ήθελαν εκλογική συνεργασία με το συριζα, αλλά απόφαση του κεντρικού της οργάνου που είναι ενδεικτική για τις προθέσεις και τις διεργασίες που δρομολογεί ένα κομμάτι τουλάχιστον της ανταρσυα – η οποία δεν έχει απαραίτητα ενιαία αντίληψη επί αυτού του ζητήματος.
Ειδικά το κομμάτι που εκπροσωπεί η αραν έχει όλα τα φόντα και τις προδιαγραφές για να γίνει η κοε της νέας εποχής, η ισχυρή συγκολλητική ουσία που μπορεί να ενώσει τα πάντα (εκτός από το ενδοαλτουσεριανό σχίσμα): αυτούς που έφυγαν με τη β πανελλαδική κι αυτούς που έμειναν στο κκε εσωτερικού. Αυτούς που έφυγαν από το κκε το 89, με αυτούς που έφυγαν από κατοπτρικά αντίθετη σκοπιά το 91. Τους ευρωλάτρες και ευρωφετιχιστές με τους ευρωμάχους. Τους οπαδούς της αυτόνομης εκλογικής καθόδου της ανταρσύα, με όσους υποστήριζαν την κοινή κάθοδο με το συριζα.
Αυτούς που θεωρούσαν το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον αλαβάνο ιστορική χαμένη ευκαιρία με αυτούς που αρνήθηκαν τη συμμετοχή του στις εκλογές του μάη, για να τη δουν με καλό μάτι μετεκλογικά. Αυτούς που απορρίπτουν κάθε μορφή κυβερνητισμού με αυτούς που αντιλαμβάνονται την κυβέρνηση ως κρίκο και μεταβατική στιγμή στο επαναστατικό προτσές και έγιναν μέρος του ντεκόρ στο προεκλογικό σόου του συριζα κατά την περίοδο των διερευνητικών εντολών. Όλοι μαζί –πλην λακεδαιμονίων- στο μεγάλο, παναριστερό μέτωπο με το μεταβατικό πρόγραμμα, όπως το έβαζε και στην κατακλείδα ενός προηγούμενου άρθρου το ίδιο στέλεχος της αραν.
Όσο για το ζήτημα της κυβέρνησης νομίζω ότι θα χρειαστεί να επανέλθουμε σε επόμενη ανάρτηση για να το δούμε αναλυτικά. Αν το στριμώχναμε εδώ, μάλλον θα αδικούσαμε τη σημασία του.
*Στο ενδιάμεσο βγήκε ένα ακόμα κείμενo του κώστα νάγια στο πριν, χωρίς να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο κατά τη γνώμη μου. Μπορείτε να το βρείτε εδώ μαζί με μια σύντομη (αντ)απάντηση του ρίζου.
Έτσι παρατηρείται
το εξής παράδοξο: η απάντηση του τουλιάτου στην κομεπ έγινε ευρύτερα γνωστή και
δημοφιλής σ’ έναν κόσμο που αγνοεί παντελώς το κείμενο της κομεπ και το ακριβές
περιεχόμενό του. Εάν όμως το διάβαζαν προσεκτικά, θα είχαν την ευκαιρία να
διαπιστώσουν πως το κείμενο του τουλιάτου απέχει αρκετά από το να δώσει συνολικές
και πειστικές απαντήσεις στα ζητήματα που βάζει το άρθρο της κομεπ, τόσο αντικειμενικά
λόγω έκτασης, όσο και εξαιτίας υποκειμενικών αδυναμιών. Για να
αποκαταστήσει αυτήν την ανισότητα, η κε του μπλοκ παραπέμπει σε αυτόν το σύνδεσμο (στο βουνό), που οδηγεί στο κείμενο του αποστόλη παππά, ώστε ο καθένας να βγάλει τα συμπεράσματά του.
Αυτό που πρέπει
να επισημανθεί αρχικά είναι η διακύμανση στον χρόνο των αντιδράσεων και των
συναισθημάτων που προκαλεί η αντίστοιχη αρθρογραφία της κομεπ. Παλιότερα η βασική
πηγή ικανοποίησης του μέσου αριστεριστή από ένα τέτοιο άρθρο ήταν η επιβεβαίωση
της ύπαρξης του, ότι δεν αποτελεί αμελητέα ποσότητα, υπάρχει έξω από τα
αμφιθέατρα και έχει αποδείξεις γι’ αυτό. Το άρθρο του παπασταύρου με τη
συνοπτική χαρτογράφηση του εξωκοινοβουλευτικού χώρου ήταν κάτι σαν έγγραφη
ιατρική βεβαίωση που πιστοποιούσε ότι «υπάρχω κι όσο υπάρχεις, θα υπάρχω», στην
πιο απλή και άδολη μορφή του ετεροπροσδιορισμού. Δεν είναι τυχαίο ότι στις
πορείες του μαιούνη κάποιοι σεκίτες ζήτησαν να τους το φωτοτυπήσουν και το
μοίραζαν μεταξύ τους σαν προκήρυξη.
Έκτοτε βέβαια
έχουν αλλάξει πολλά. Όχι τόσο ως προς την εκλογική επιρροή του χώρου, που επέστρεψε
στα συνήθη μεγέθη του υπό την πίεση του συριζα, αλλά ως προς τις διεργασίες που
συντελούνται και το προτσές ενοποίησής του σε τέτοια βάση, ώστε ο κλασικός όρος
«αριστερισμός» (νοούμενος ως αριστερός
οπορτουνισμός ή αριστερή παρέκκλιση)
να μην ανταποκρίνεται πλέον στην περιγραφή της πραγματικότητας και να
χρησιμοποιείται συμβατικά, χάριν συνεννόησης.
Έτσι τώρα, η
βασική ικανοποίηση του αρθρογράφου της αραν, προκύπτει από τη διαπίστωση ότι η
κομεπ σταμάτησε να τους αντιμετωπίζει ως ταυτόσημη πολιτική δύναμη με το
συριζα. Έλα όμως που δεν είναι ακριβώς έτσι.
Καταρχάς, στο
βαθμό που ισχύει το παραπάνω συμπέρασμα, αυτό δε συμβαίνει εξαιτίας κάποιας θετικής
μετατόπισης της ανταρσυα (που καλείται να καλύψει το κενό του συριζα στο νέο
σκηνικό που διαμορφώνεται), αλλά λόγω της ταχύτατης μετεξέλιξης του συριζα σε
βασικό πυλώνα του αστικού πολιτικού συστήματος.
Κατά δεύτερον,
το άρθρο του παππά επισημαίνει τη σύγκλιση και τις ζυμώσεις με ένα κομμάτι του
συριζα και λοιπές συριζογενείς δυνάμεις: το αριστερό ρεύμα του λαφαζάνη, το
μέτωπο του αλαβάνου (κι εγώ θα πρόσθετα τον κουβελάκη, ίσως τη δεα, και ένα κομμάτι
της κοε). Ο τουλιάτος όχι μόνο δε διαψεύδει τις διεργασίες αυτές, αλλά
παραδέχεται ότι δεν έχουν προχωρήσει στον επιθυμητό βαθμό (καθώς τις θεωρεί μια
προσπάθεια να καλυφθεί όχι το κενό της οπορτουνιστικής πτέρυγας του συριζα,
αλλά της αριστεράς εν γένει, του κκε συμπεριλαμβανομένου).
Ο παππάς λέει επίσης
ότι το άμεσο πρόγραμμα της ανταρσυα ακολουθεί τη λογική του προγράμματος του
συριζα, ασκώντας του «εποικοδομητική κριτική» (σε αντίθεση με την «καταστροφολογική»
κριτική του κκε) από τη σκοπιά της ασυνέπειάς του, της δεξιάς παρέκκλισης του
απ’ το «μεταρρυθμιστικό» πρόγραμμα. Εν ολίγοις δηλαδή καμία σχέση με όσα του
προσάπτει στο κείμενό του το στέλεχος της αραν. Ούτε συνδικαλιστική ταύτιση των
δύο χώρων (όπως υπονοεί παρακάτω ο τουλιάτος), ούτε αντιμετώπισή τους ως κάτι
το ριζικά διαφορετικό, όπως μας λέει στην εισαγωγή για να το αναιρέσει
αργότερα.
Παρακάτω ο
τουλιάτος, ξεκινώντας από τη θεματολογία της κομεπ, που διαμορφώθηκε στη βάση
των αναγκών του ιδεολογικού εξοπλισμού και του πολιτικού αγώνα στο μετεκλογικό
σκηνικό, λέει ότι το άρθρο για την ανταρσυα είναι παράταιρο με τα υπόλοιπα
γιατί δεν προκύπτει από την εκλογική της δυναμική και συμπεραίνει ότι είναι καρπός
εσωτερικής πίεσης από μέλη και οπαδούς που αναρωτιούνται γιατί δε συνεργάζεται
το κόμμα με τις έντιμες, κομμουνιστικές δυνάμεις της ανταρσυα.
Σε όλο το υπόλοιπο κείμενο ο τουλιάτος επιστρατεύει όλα τα στερεότυπα επιχειρήματα πολεμικής στο κκε μαζί με μερικές φτηνές συνδικαλιές: το κκε καταστρατηγεί το πρόγραμμά του, απαντά έμμεσα στους διαφωνούντες στο εσωτερικό του, υποτιμά τα άμεσα αιτήματα, συγχέει τη στρατηγική με την τακτική και πρέπει να αναζητήσει αλλού τις αιτίες της πτώσης του και όχι στο εύρημα ότι οι σημερινές συνθήκες είναι δυσκολότερες ακόμα κι απ’ το 93. Αυτό το τελευταίο (που σε πρώτη φάση σου φέρνει αυθόρμητα στο νου την παροιμία: στο σπίτι του κρεμασμένου δε μιλάνε για σκοινί) το αλίευσε από το άρθρο της μπέλλου στην αρχή του ίδιου τεύχους της κομεπ.
Στο ίδιο άρθρο η μπέλλου γράφει μεταξύ άλλων για τη σύγχυση των όρων «τακτική- στρατηγική» ότι μια σειρά προτάσεων και αιτημάτων του κκε (για την ανεργία, τη φορολογία, την υγεία, την παιδεία) δεν αποτελούν το πρόγραμμα του κκε για την εργατική εξουσία αλλά το πλαίσιο πίεσης προς κάθε αστική κυβέρνηση για την υπεράσπιση των συνθηκών ζωής της λαϊκής πλειοψηφίας (κάτι που θα γνωρίζει και ο αρθρογράφος της αραν εφόσον έχει διαβάσει το άρθρο). Εγώ με τη σειρά μου θα προσθέσω ότι η αποτίμηση μιας πρότασης ή ενός μεταβατικού προγράμματος ως ρεφορμιστικού δεν οφείλεται στο ένα ή το άλλο τακτικό αίτημα αλλά στο τι αντιλαμβάνεται κι αναδεικνύει ως φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση.
Από τα υπόλοιπα η κε του μπλοκ θα επιλέξει να σταθεί σε δύο σημεία. Το πρώτο αφορά το μέτωπο και τη στρατηγική.
Εξ αυτού προκύπτει ότι δεν υπάρχει δυνατότητα κοινής δράσης εφόσον ο καθένας εξυπηρετεί μία άλλη στρατηγική, λέει ο τουλιάτος για τη θέση της κομεπ. Και στη συνέχεια αναρωτιέται: από πότε οι κομμουνιστές κάνουν κοινή δράση μόνο με όσους συμφωνούν στρατηγικά;
Στην παραπάνω ερώτηση η λέξη κλειδί που καθορίζει το νόημα είναι το ρήμα «εξυπηρετεί». Οι κομμουνιστές μπορούν να συνεργαστούν με άλλες δυνάμεις που έχουν διαφορετική στρατηγική, αρκεί αυτό να υπηρετεί το δικό τους στρατηγικό στόχο. Εάν αυτή η συνεργασία εξυπηρετεί κάποια άλλη στρατηγική, τότε το ερώτημα αντιστρέφεται: από πότε οι κομμουνιστές πρέπει να ακολουθούν πολιτική ουράς στο στρατηγικό σχεδιασμό άλλων δυνάμεων, επιδιώκοντας ένα μέτωπο για το μέτωπο, ως αυτοσκοπό; Και γιατί πρέπει ντε και καλά να συμφωνήσουν με την κοινή δράση στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος που κρίνουν ότι δεν απαντά ολοκληρωμένα και από ταξική σκοπιά στη συγκυρία της κρίσης και οδηγεί στην ενσωμάτωση των αγώνων που αναπτύσσονται;
Δεύτερο ζήτημα, το φλερτ της ανταρσυα με την ιδέα μιας (αριστερής, εργατικής, αντιμνημονιακής ή όποιος επιθετικός προσδιορισμός ταιριάζει) κυβέρνησης. Ο αρθρογράφος της αραν κατηγορεί τον παππά ότι διαστρεβλώνει τις θέσεις της ανταρσυα και παραθέτει ένα απόσπασμα από την απόφαση της πρώτης πανελλαδικής της συνδιάσκεψης.
Η θέση μας είναι ότι μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική δεν περνάει μέσα από τη συμμετοχή στη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας εντός της καπιταλιστικής κυριαρχίας, αλλά από τη συγκρότηση αυτοτελών οργάνων πάλης για την εργατική εξουσία, ανταγωνιστικών και εξωτερικών προς το αστικό κράτος.
Αμέσως παρακάτω όμως σπεύδει να αναιρέσει ο ίδιος την παραπάνω θέση.
- αρχίζει να χρησιμοποιεί ιστορικά παραδείγματα από τον σχηματισμό κυβερνήσεων στη μεταπολεμική τσεχοσλοβακία, στην χιλή, τη βενεζουέλα – σε εντελώς διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, όπως αναγνωρίζει κι ο ίδιος.
- ξανατσιτάρει τα περιβόητα αποσπάσματα από το πρόγραμμα του κκε για το ενδεχόμενο σχηματισμού κυβέρνησης αντιμονοπωλιακών δυνάμεων τα οποία έχουν δεινοπαθήσει στα χέρια διάφορων ερμηνευτών τους που αντιστρατεύονται πλήρως τη στρατηγική πρόταση του 15ου συνεδρίου για τη λαϊκή εξουσία.
- κι αναφέρει ότι οι δρόμοι που θα ακολουθήσει μία σύγχρονη επαναστατική διαδικασία και μετάβαση είναι ένα αχαρτογράφητο ακόμα πεδίο και πως το αν και πώς μία κυβερνητική στιγμή και η σύγκρουση που θα επέλθει με τις δυνάμεις του ιμπεριαλισμού μπορεί να αποτελέσουν μέρος μίας ευρύτερης επαναστατικής διαδικασίας μετάβασης είναι ανοιχτό προς συζήτηση
Συνεπώς είναι ζήτημα το ποιος διαστρεβλώνει ποιον – άλλο αν η ανταρσυα βρήκε ανέλπιστο (;) υπερασπιστή στο πρόσωπο (που κρύβεται πίσω από το ψευδώνυμο) του χαρκοβίτη, που έσπευσε να υιοθετήσει για τους δικούς του λόγους τις κατηγορίες του τουλιάτου.
Για κακή τους τύχη όμως το άρθρο του παππά είναι ντοκουμενταρισμένο με αρκετές παραπομπές: στην προεκλογική πρόταση της κομμουνιστικής ανανέωσης για αντιμνημονιακή κυβέρνηση. Σε ένα άρθρο του π. σωτήρη που λέει ότι η συμμετοχή της αριστεράς στην κυβέρνηση, καθαυτή μια κατάθεση από τη μεριά των λαϊκών μαζών πρέπει να σημαίνει και αριστερή διακυβέρνηση. Και σε μια απόφαση του κσο της αραν (όπου συμμετέχει κι ο ίδιος ο τουλιάτος) η οποία αναφέρει χαρακτηριστικά: εδώ και δεκαετίες οποιαδήποτε διαδικασία μετασχηματισμού σε χώρες με αναπτυγμένους κοινοβουλευτικούς θεσμούς και ιδεολογικούς μηχανισμούς δεν μπορεί να είναι μια στιγμιαία εξεγερτική διαδικασία (…) αυτή κατά τη γνώμη μας μπορεί να περιλαμβάνει και το ζήτημα μιας κυβέρνησης της αριστεράς ή με συμμετοχή της αριστεράς όχι ως αυτοσκοπό, αλλά ως κομμάτι μιας ευρύτερης επαναστατικής διεργασίας.
Κι αυτό το τελευταίο δεν είναι η άποψη της μειοψηφίας των 51 της αραν που ήθελαν εκλογική συνεργασία με το συριζα, αλλά απόφαση του κεντρικού της οργάνου που είναι ενδεικτική για τις προθέσεις και τις διεργασίες που δρομολογεί ένα κομμάτι τουλάχιστον της ανταρσυα – η οποία δεν έχει απαραίτητα ενιαία αντίληψη επί αυτού του ζητήματος.
Ειδικά το κομμάτι που εκπροσωπεί η αραν έχει όλα τα φόντα και τις προδιαγραφές για να γίνει η κοε της νέας εποχής, η ισχυρή συγκολλητική ουσία που μπορεί να ενώσει τα πάντα (εκτός από το ενδοαλτουσεριανό σχίσμα): αυτούς που έφυγαν με τη β πανελλαδική κι αυτούς που έμειναν στο κκε εσωτερικού. Αυτούς που έφυγαν από το κκε το 89, με αυτούς που έφυγαν από κατοπτρικά αντίθετη σκοπιά το 91. Τους ευρωλάτρες και ευρωφετιχιστές με τους ευρωμάχους. Τους οπαδούς της αυτόνομης εκλογικής καθόδου της ανταρσύα, με όσους υποστήριζαν την κοινή κάθοδο με το συριζα.
Αυτούς που θεωρούσαν το ενδεχόμενο συνεργασίας με τον αλαβάνο ιστορική χαμένη ευκαιρία με αυτούς που αρνήθηκαν τη συμμετοχή του στις εκλογές του μάη, για να τη δουν με καλό μάτι μετεκλογικά. Αυτούς που απορρίπτουν κάθε μορφή κυβερνητισμού με αυτούς που αντιλαμβάνονται την κυβέρνηση ως κρίκο και μεταβατική στιγμή στο επαναστατικό προτσές και έγιναν μέρος του ντεκόρ στο προεκλογικό σόου του συριζα κατά την περίοδο των διερευνητικών εντολών. Όλοι μαζί –πλην λακεδαιμονίων- στο μεγάλο, παναριστερό μέτωπο με το μεταβατικό πρόγραμμα, όπως το έβαζε και στην κατακλείδα ενός προηγούμενου άρθρου το ίδιο στέλεχος της αραν.
Όσο για το ζήτημα της κυβέρνησης νομίζω ότι θα χρειαστεί να επανέλθουμε σε επόμενη ανάρτηση για να το δούμε αναλυτικά. Αν το στριμώχναμε εδώ, μάλλον θα αδικούσαμε τη σημασία του.
*Στο ενδιάμεσο βγήκε ένα ακόμα κείμενo του κώστα νάγια στο πριν, χωρίς να προσθέτει κάτι ιδιαίτερο κατά τη γνώμη μου. Μπορείτε να το βρείτε εδώ μαζί με μια σύντομη (αντ)απάντηση του ρίζου.