Κυριακή, 31 Μαρτίου 2013

Το Μεγάλο μας Τσίρκο

Την περασμένη παρασκευή έκλεισαν δυο χρόνια από το θάνατο του ιάκωβου καμπανέλλη. Και το χειρότερο ίσως είναι πως οι περισσότεροι το είχαν πληροφορηθεί (πρόωρα) ή το έχουν συνδέσει με το ανόητο τηλεοπτικό δίδυμο του μέγκα, που είχε βιαστεί να τον ξεκάνει πριν την ώρα του, ενώ ακόμα νοσηλευόταν σε κρίσιμη κατάσταση. Και τελικά δικαιώθηκαν λίγες μέρες αργότερα, στην κορυφαία αποκλειστική είδηση της καριέρας τους, που τους συνοδεύει έκτοτε ως παράσημο –αλλά κανείς μάλλον δε θα σκεφτόταν να ξαλαφρώσει στην είσοδο των γραφείων τους για αυτό το λόγο.

Πιθανότατα δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να τιμηθεί η μνήμη του καμπανέλλη από τη φετινή περιοδεία του κθβε που ανέβασε φέτος το μεγάλο μας τσίρκο σχεδόν σε κάθε γωνιά της ελλάδας, για πρώτη φορά μετά το 73’. Κάποιες παραστάσεις μάλιστα, με την παρουσία και του ξαρχάκου, διαφημίστηκαν ως συναυλίες του συνθέτη κι είχαν ξεπουλήσει μέρες πριν, σημειώνοντας μεγάλη επιτυχία.

Αυτός ο φόρος τιμής όμως ήταν αντάξιος της εποχής μας μάλλον, παρά του καμπανέλλη. Και δεν εννοώ ειδικά τους συντελεστές και τους ηθοποιούς της παράστασης, όπου οι άμεσες συγκρίσεις με τους αξεπέραστους προκατόχους τους θα ήταν λίγο άδικες –αν και στην πιο δύσκολη σύγκριση, ο «αντικαταστάτης» του ξυλούρη δεν ήταν καθόλου κακός. Αλλά συνολικά τη μεταφορά του έργου στο παρόν, που δε σεβάστηκε αρκετές σκηνές του και πρωτίστως το γενικό πολιτικό πνεύμα του.

Δε μπορείς πχ σε ένα τέτοιο πολιτικό έργο να παρεμβάλεις σαχλές ατάκες και εύκολα απολίτικα αστεία του στιλ: αν ήμουν πρωθυπουργός, θα με χειροκροτούσατε όλοι. Δεν είναι δυνατόν το έργο να σατιρίζει καυστικά την ελληνική βλαχοαστική τάξη κι εσύ να βάζεις έναν κλασικό εκπρόσωπό της, όπως ο βενιζέλος, στον επιτάφιο για την καταστροφή στη μικρασία και (όχι απλά να τον βγάζεις λάδι, αλλά) να τον εκθειάζεις σα μεγάλο οραματιστή: ήθελε να μας πάει πολύ μακριά. Ίσως πιο μακριά απ’ όσο έπρεπε. Δε μπορεί να παραλείπεις βασικές σκηνές του έργου και να κάνεις διάφορες άλλες λαθροχειρίες, όπως σημειώνει πολύ εύστοχα κι ένα σχετικά πρόσφατο άρθρο στον κυριακάτικο ρίζο.

Καταλαβαίνω απολύτως πως δε γίνεται να αναβιώσει τεχνητά το έντονα φορτισμένο κλίμα, η σημασία κι η συγκίνηση των αυθεντικών παραστάσεων, που ανέβαιναν στα χρόνια της χούντας, λίγους μήνες πριν το πολυτεχνείο, κι είχαν να σπάσουν τη λογοκρισία που επέβαλε το καθεστώς και το κλίμα τρομοκρατίας που καλλιεργούσε –και δεν έμενε μόνο στην καλλιέργεια. Αλλά να πεις πως δεν υπάρχουν στο έργο μηνύματα και σημεία για να πιαστείς και να κάνεις τη σύνδεση με το σήμερα… Όρεξη να έχεις να μετράς.

Η επιτροπή οικονομικού ελέγχου που επιβλήθηκε μετά τον πόλεμο με την τουρκία, στα 1897. Οι μακεδόνες στρατιώτες του φίλιππου με συμπεριφορά και νοημοσύνη χρυσαυγίτη. Ο σπαρταριστός διάλογος για τους έλληνες που ζητούσαν σύνταγμα την 3η σεπτέμβρη: «-Αποφασίζουμε να έχουν;
-Εάν εμποδίσουμε να έχουν, υπάρχει κίνδυνος να έχουν! Ο μόνος τρόπος να μην έχουν, είναι να αφήσουμε να έχουν. Το διαχρονικό τραγούδι «λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι». Και το αισιόδοξο μήνυμα στο τέλος πως κάτι γίνεται, για τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Όλα αυτά δείχνουν την αξία και τη μεγάλη δύναμη του έργου του καμπανέλλη. Δείχνουν όμως και κάτι ακόμα· τη φτώχια και την παρακμή της σημερινής καλλιτεχνικής δημιουργίας, που έχει γίνει η ίδια ένα μεγάλο τσίρκο διασκέδασης, χωρίς αγκυλώσεις, κομματικά καπέλα και πολιτικό στίγμα. Κι ενώ το μεγάλο μας τσίρκο κατάφερε να περάσει τέτοια μηνύματα με χιλιάδες περιορισμούς και προφυλάξεις, η σημερινή «ελεύθερη τέχνη» είναι δεμένη με άπειρα αόρατα δεσμά, ιδεολογικούς μηχανισμούς και οικονομικά συμφέροντα, και δεν κάνει τίποτα πέραν της ομφαλοσκόπησης και της «εσωτερικής αναζήτησης στον εαυτό μας». Η έμμεση αστυνόμευση της σκέψης είναι πολύ πιο αποτελεσματική απ’ την άμεση καταστολή των επικίνδυνων παραστάσεων. Κι αυτή είναι η βασική διαφορά της καλύτερης δημοκρατίας που είχαμε ποτέ, από την περίοδο της επταετίας.

Ποιος φτωχαίνει λοιπόν το περιεχόμενο και τον ορίζοντα της τέχνης; Η στρατευμένη τέχνη που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως πολιτικό ον σε μια πραγματικότητα που κινείται κι αλλάζει αδιάκοπα; Ή μήπως αυτή που τον βλέπει ως σκέτο ζώο χωρίς καμία πολιτική ιδιότητα και αδυνατεί να δώσει –όχι την προοπτική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού, αλλά έστω- κάτι δυνατό και αυθεντικό, να πει μια απλή αλήθεια για τη ζωή κι όσα μας απασχολούν;

Κι ετυμολογικά να το πάρουμε, ο καλλιτέχνης ψυχαγωγός οδηγεί (άγει) την ψυχή του ανθρώπου (αν και είναι ζήτημα κατά πόσο έχει απασχολήσει η ετυμολογία της λέξης όσους φρίττουν με τον ζντανοφισμό και το σταλινικό ορισμό για τους λογοτέχνες που είναι αρχιτέκτονες της ψυχής). Πώς θα το κάνει αυτό όμως αν δεν έχει πολιτικό μπούσουλα; Και πώς θα εκπαιδεύσει το κοινό, που θα ακούσει στην παράσταση το «λαέ μη σφίγγεις άλλο το ζωνάρι» αλλά την επομένη θα δει τα δελτία ειδήσεων και θα πειστεί πως «φταίμε κι εμείς, γιατί το ‘χαμε παρακάνει με την άνετη και σπάταλη καλοζωία μας»;

Σε αυτό έρχεται να βοηθήσει η τεχνική της αποστασιοποίησης που βγάζει το θεατή από το ρόλο του παθητικού δέκτη και τον καλεί να σκεφτεί και να αφομοιώσει την παράσταση, να γίνει ενεργός συμμέτοχος σε όσα βλέπει και ακούει. Όπως έκαναν δηλ κι οι ηθοποιοί της παράστασης, την πρώτη φορά που ανέβηκε το έργο στη θεσσαλονίκη, στο αλεξάνδρειο μέλαθρο, όπου έβγαιναν στα διαζώματα μεταξύ των κερκίδων και κινούνταν ανάμεσα στους θεατές, που ξεσπούσαν σε χειροκροτήματα.

Έτσι τα διηγούνται τουλάχιστον κάποιοι παλιότεροι που είχαν την τύχη να παρακολουθήσουν ζωντανά την πρώτη εκτέλεση της παράστασης –πριν την εκτελέσουν στη σύγχρονη εκδοχή της. Κι εξ αυτών έσπευσαν οι περισσότεροι να την ξαναδούν –όπως έλεγαν- όχι για να θυμηθούν τα νιάτα τους, αλλά για να δουν επιτέλους πώς τελειώνει, χωρίς να πλακώσουν οι μπασκίνες να τη διακόψουν.

Κράτησα για το τέλος έναν πιο ιντριγκαδόρικο συνειρμό με κάποιες παρενθετικές προεκτάσεις για το πολιτικό μήνυμα του μεγάλου μας τσίρκου που κάνει μια αναδρομή στην κωμικοτραγική ιστορία του νεοελληνικού κράτους (όπως θα την έλεγε κι ο ραφαηλίδης) και στηλιτεύει την εξάρτηση και το ρόλο των μεγάλων δυνάμεων.

Αν λοιπόν ο καμπανελλης ήταν η αντιιμπεριαλιστική γραμμή του 15ου συνεδρίου, η ρωμιοσύνη του ρίτσου παραπέμπει περισσότερο στο 10ο συνέδριο του 78’, ενώ το 19ο συνέδριο είναι το βαρναλικό φως που καίει και τα έργα του μπρεχτ –όλα αυτά βεβαίως κάπως σχηματικά και σα γενικές αφαιρέσεις, που δεν πρέπει να παίρνονται τοις μετρητοίς.

Αυτό εξηγεί εν μέρει γιατί σε κάποιος αρέσει ο ένας ποιητής-συγγραφέας κι όχι ο άλλος. Και πιστοποιεί πως το κόμμα είναι ζωντανός οργανισμός που ωριμάζει κι εξελίσσεται, προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση, και πως δεν έλεγε πάντα τα ίδια. Αν πάντως κάποιοι επιμένουν (στον προσυνεδριακό –που ολοκληρώθηκε μάλλον σήμερα- ή και γενικότερα) να τονίζουν τις διαφορές, υπάρχει παράλληλα ένα κόκκινο νήμα που διαπερνά όλες τις περιόδους του κόμματος κι όλους τους στρατευμένους καλλιτέχνες. Το οποίο είναι ανθεκτικό και παντός καιρού, όσο κι αν κάποιοι θα ήθελαν να το δουν να φθείρεται και να σπάει. Κι αυτό πρέπει να το πάρουν υπ' όψιν τους εξίσου όσοι συμφωνούν κι όσοι διαφωνούν.

Παρασκευή, 29 Μαρτίου 2013

Ακόμα μια φορά περί (αλληλ)εξάρτησης

Όταν έχουμε ένα γενικό σύνολο, είναι αναπόφευκτο ότι οι επιμέρους μονάδες που περιλαμβάνει θα αλληλεπιδρούν και κατά έναν τρόπο θα εξαρτώνται η μία από την άλλη, γιατί δε θα μπορούν να υπάρξουν έξω από τη μεταξύ τους σχέση.

Ας πάρουμε το παράδειγμα της τροφικής αλυσίδας. Η εξάλειψη για τον ένα ή τον άλλο λόγο ενός μικρού, ταπεινού είδους μπορεί να οδηγήσει σε αλυσιδωτές αντιδράσεις και να απειλήσει με εξαφάνιση τους ισχυρότερους κρίκους της αλυσίδας. Αν πχ φτερουγίσει μια πεταλούδα στο τόκιο, πιθανότατα δε θα συμβεί τίποτα απολύτως. Αν όμως κάποιο συγγενικό της είδος, όπως το σκουλήκι εκλείψει απ’ την τροφική αλυσίδα, θα πιεστούν κι οι πιο τρανοί εκπρόσωποι του ζωικού βασιλείου. Αν η αλυσίδα σπάσει στον αδύναμο κρίκο της, αυτό θα απειλήσει αυτομάτως το σύνολο της αλυσίδας και το φαύλο κύκλο της, που από ένστικτο επιβίωσης θα κλείσει ασφυκτικά σαν κλοιός γύρω από τον κρίκο που αυτονομήθηκε, πριν καταστεί σοβαρή απειλή με τη δύναμη του παραδείγματος –και όχι μόνο.

Κι αν τα λεγόμενα γουρούνια (pigs) του νότου πάθουν τίποτα και χρεοκοπήσουν, θα το πληρώσουν πολύ ακριβά κι οι μεγαλύτεροι παίκτες του βορρά. Που ακριβώς λόγω της πλεονεκτικής τους θέσης, μπορούν να μετακυλήσουν το λογαριασμό στους από κάτω. Αλλά πρέπει συνάμα να προσέχουν μην τους μείνει στα χέρια ο ασθενής, για να συνεχίσουν να τον αφαιμάσσουν, ενώ αν τους μείνει στα χέρια, θα τους είναι τελείως άχρηστος. Κι όλο αυτό λέγεται ανισότιμη αλληλεξάρτηση.

Κατά μία έννοια δηλ τα κράτη αυτά αντιμετωπίζουν την ίδια αδιέξοδη αντίφαση που διέπει σε εθνική κλίμακα την τάξη των καπιταλιστών, που ξεζουμίζει τους εργαζόμενους και προσπαθεί να βγάλει από τη μύγα ξίγκι, για να αυγατίσει τα κέρδη της. Κι αφετέρου πρέπει να τους αφήσει και κάτι, όχι για να κάψουν το περιττό λίπος, όπως λέει η κυρίαρχη προπαγάνδα, αλλά για να «κινηθεί η οικονομία» και να μη μένουν απούλητα τα εμπορεύματα –αφού ο κόσμος κόβει από παντού και δε μπορεί να αγοράσει παρά μόνο τα στοιχειώδη.

Ας επιστρέψουμε όμως στα προηγούμενα. Οι κρίκοι της τροφικής αλυσίδας βρίσκονται όντως σε σχέση αλληλεξάρτησης. Αλλά αν τους θεωρήσουμε τυπικά ισότιμους και τους βάλουμε στην ίδια μοίρα, θα θυμίζαμε τον κλασικό ορισμό για το (αστικο)δημοκρατικό σύστημα, όπου ένας λύκος κι ένα πρόβατο ψηφίζουν ελεύθερα τι θα δειπνήσουν. Και θα ‘ρθει ο σύντροφος στον προσυνεδριακό να σου θυμίσει το τσιτάτο του βλαδίμηρου για μια χούφτα ιμπεριαλιστικά κράτη που εκμεταλλεύονται ληστρικά τα υπόλοιπα.
Ναι, αλλά από πότε οι μαρξιστές έχουνε ορίζοντα στη δράση τους την εξάλειψη της «καταπίεσης έθνους από έθνος» και όχι την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο;

Αν πάλι φανταστούμε τον κόσμο και το ιμπεριαλιστικό σύστημα ως μία λίμνη, τα βατράχια θα τσαλαπατιούνται πάντα στον άγριο χορό των βουβαλιών. Και δε γίνεται να μεταμορφωθούν με ένα μαγικό φιλί σε πρίγκιπες, για να εκδικηθούν και να αποκτήσουν την εθνική ανεξαρτησία του είδους τους. (Εκτός κι αν κάποιος σφος αναγνώστης είναι αμετανόητος αεκτζής, μπαγεβιτσικός και κάνει τους απαραίτητους συνειρμούς με τον πρίγκιπα του μοράβα και τη λίμνη του ντέμη).

Τα βατράχια όμως μένουν στη λίμνη οικειοθελώς, κατ’ επιλογή των αστικών τους τάξεων, η οποία βαφτίζεται εθνικό συμφέρον. Κι ο μόνος τρόπος να γίνουν ξανά πρίγκιπες, είναι να ξεκόψουν οριστικά από τα λιμνάζοντα ύδατα και το οικοσύστημά τους και να τραβήξουν μπροστά· να ξανοιχτούν στη θάλασσα και το βασίλειο της ελευθερίας, μακριά από τα ψάρια και τους αγωνιστές του γλυκού νερού, που κολλάνε στα ρηχά του αντιμνημονιακού αγώνα.

Οι πρόσφατες εξελίξεις στην κύπρο ανατροφοδοτούν αυτή τη συζήτηση κι οδηγούν σε διάφορα, χρήσιμα συμπεράσματα. Αφενός δηλ το γιούρογκρουπ επέβαλε στην κύπρο μια συμφωνία κουρέματος των καταθέσεων με δυσμενείς κι επώδυνους όρους. Αφετέρου όμως η σπουδή της γερμανίας να επιβάλει μια λύση φανερώνει τον αντίκτυπο που θα είχε στον πυρήνα της ευρωζώνης μια πιθανή άτακτη χρεοκοπία μιας τόσο «μικρής οικονομίας». Κάτι που δείχνει με τη σειρά του τη βαθιά σύνδεση κι αλληλεπίδραση των κρατών-μελών της εε και των εθνικών τους οικονομιών.

Χρειαζόμαστε λοιπόν μια ανάλυση για τον ιμπεριαλισμό που να περιλαμβάνει και να ερμηνεύει όλες τις αντιφατικές εκδηλώσεις της πραγματικότητας και να μας δίνει το καθοδηγητικό νήμα για την πολιτική μας δράση. Μια ανάλυση που να διεισδύει στην ουσία των φαινομένων και να μη δίνει εύκολες, μονομερείς απαντήσεις, παίρνοντας επιλεκτικά τα στοιχεία που τη βολεύουν για να στηρίξει ένα προκαθορισμένο συμπέρασμα.

Να μην απορρίπτει όρους, αλλά να ξεκαθαρίζει το περιεχόμενό τους. Να επεξηγεί δηλ ότι η έννοια της αλληλεξάρτησης δεν ταυτίζεται με το σαμίρ αμίν, το διαχωρισμό περιφέρειας-μητρόπολης, την εθνική αστική τάξη και τη λογική των σταδίων. Και αντιστοίχως πως η αλληλεξάρτηση δε σημαίνει ότι η ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα, αλλά ένταξη στο ιμπεριαλιστικό σύστημα, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, και ανάπτυξη του καπιταλισμού στο ανώτερό, ιμπεριαλιστικό στάδιό του.

Η ανισότιμη αλληλεξάρτηση δεν αναιρεί την έννοια της εξάρτησης, αλλά την εμπεριέχει και την εμπλουτίζει. Δεν είναι η «ισχυρή ελλάδα» του σημίτη, αλλά αυτό ακριβώς που λέει η λέξη: βαθιά σύνδεση κι αλληλεξάρτηση των οικονομιών σε τέτοιο βαθμό που κι οι μεγαλύτερες να «εξαρτώνται» κατά κάποιο τρόπο από την τύχη των μικρότερων –μια ενδεχόμενη χρεοκοπία της αδύναμης ελλάδας πχ, μπορεί να φέρει κρίση ντόμινο σε ολόκληρη την ευρώπη.

Η ανάλυση αυτή πρέπει να είναι διαλεκτική, συγκεκριμένη στον χώρο και τον χρόνο, χωρίς να δίνει τυφλοσούρτη μια ερμηνεία, για κάθε ιστορική φάση. Να μελετά την εξέλιξη του ιμπεριαλισμού, να σημειώνει τις ποσοτικές και ποιοτικές μεταβολές του και να απαντά πειστικά σε κρίσιμα ζητήματα. Υπάρχουν σήμερα προτεκτοράτα κι εξαρτημένες χώρες; Πότε έπαψε το ελληνικό κράτος να ανήκει σε αυτήν την κατηγορία; Πώς τοποθετούμε στο σχήμα μας την τάση οικονομικής ολοκλήρωσης σε ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς, όπως η ευρωπαϊκή ένωση; Και με τι μοιάζει αυτό το σχήμα; Δανείζεται την κεντρική ιδέα της πυραμίδας, για να εκφράσει την ανισοτιμία των εθνικών οικονομιών σε ένα ενιαίο πλαίσιο, ή της αλυσίδας-πλέγματος, για να εκφραστεί η αλληλεξάρτηση; Ή είναι επικίνδυνο να επιμένουμε σε μια γενική, σχηματική αντίληψη αυτών των σχέσεων, αντί να εμβαθύνουμε στα χαρακτηριστικά τους;

Η ανισόμετρη ανάπτυξη μπορεί να καθορίζει άλλη τακτική κι άμεσα πολιτικά καθήκοντα για την κάθε χώρα, αλλά δεν ορίζει διαφορετικά τον αντικειμενικό χαρακτήρα της επικείμενης (σοσιαλιστικής) επανάστασης. Χρειαζόμαστε τελικά μια ανάλυση που να μην αναθεματίζει ούτε τον αντιιμπεριαλιστικό, ούτε τον αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα του μετώπου, αλλά να διασαφηνίζει τις έννοιες και το περιεχόμενό τους, δένοντάς το διαλεκτικά.

Ακόμα κι αν η ελλάδα είναι ιμπεριαλιστική χώρα, αυτό δεν αναιρεί καθόλου την ανάγκη να παλεύουμε τα μικρά και καθημερινά ζητήματα που απασχολούν την εργατική τάξη, να ανοίγουμε μέτωπο ενάντια στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, τον πόλεμο και την ειρήνη τους, που μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό.
Ακόμα κι αν η ελλάδα είναι εξαρτημένη χώρα, αυτό δε σημαίνει πως χρειάζεται κάποιο ξεχωριστό στάδιο πριν τον σοσιαλισμό και αιτήματα ξεκομμένα από την πάλη για την επανάσταση και την προετοιμασία της.

Δεν υπονοώ ότι η ανάλυση για τη θέση της χώρας στο ιμπεριαλιστικό σύστημα δεν είναι σημαντική για την χάραξη πολιτικής γραμμής. Αλλά εάν διαφωνούμε σε αυτό μόνο και συμφωνούμε στο πολιτικό δια ταύτα και σε όλα τα υπόλοιπα, -λέω αν γιατί δεν είναι και τόσο απλό, όπως φαίνεται- ας βάλουμε τότε ένα κοινό σύνθημα ΟΧΙ στις ΕΞΑΡΤΗΣΕΙΣ για να το πάρει ο καθένας και να το ερμηνεύσει όπως θέλει. Να καταλαβαίνουν οι μεν πως δε δεχόμαστε γενικά την έννοια της εξάρτησης κι οι δε ότι παλεύουμε ενάντια σε κάθε μορφή εξάρτησης. Κι όλοι θα είναι ευχαριστημένοι.

Μα καλά τώρα σοβαρολογείς; θα ρωτήσει κανείς.
Όχι, θα απαντήσω εγώ. Πολλές φορές όμως, μπορείς να πεις αστειευόμενος τα πιο σοβαρά πράγματα. Κι η ενότητα του κόμματος είναι ίσως το πλέον σοβαρό.
Η ενότητα βέβαια έχει δύο σκέλη. Το ιδεολογικό και το οργανωτικό. Εφόσον δεν υπάρχει το πρώτο, δεν είναι λογικό να συντηρείται τεχνητά το δεύτερο. Αν όμως το δεύτερο δεν περιέχει τελικά αξεπέραστες διαφορές, είναι ζητούμενο πώς θα αντιμετωπιστούν, για να επιλυθούν συντροφικά, και αν η όποια διαμάχη γίνεται στο έδαφος μιας επιστημονικής μελέτης, για να εντοπίσουμε πιο καθαρά και την ουσία των εκάστοτε διαφορών.

Εν πάση περιπτώσει αυτό το θέμα θα έχουμε την ευκαιρία να το αναλύσουμε και στο άμεσο μέλλον. Το σημαντικό είναι –όπως λέει κι ένα σύνθημα- ότι εκτός από τον ιμπεριαλισμό υπάρχει κι η μοναξιά. Κι η πρωτοπορία που προχωρά μπροστά αλλά πρέπει να τραβήξει τις μάζες μαζί της, χωρίς να ξεκόβει από το λαό, το ξέρει πολύ καλά από πρώτο χέρι και παλεύει να το σπάσει. Μαζί με τον αδύναμο κρίκο της αλυσίδας..

Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

Ο νΤσίπρας η νΤσίπρος και τα μυστήρια

Τούτες τις μέρες που ο άνεμος μας κυνηγά κι οι εξελίξεις στην κύπρο είναι ραγδαίες, υπάρχει διάχυτη μια έκδηλη αμηχανία, όπου ο καθένας μας προσπαθεί να παρακολουθήσει τη συνεχή ροή ειδήσεων, να δει πίσω από την επιφάνεια και τα μεγάλα λόγια και να καταλάβει τι είδους παιχνίδι παίζεται, με τι όρους, συσχετισμούς και με ποιο σκοπό για την κάθε πλευρά.

Τι θέλουν να πετύχουν πχ οι γερμανοί σφίγγοντας το ζωνάρι της κύπρου; Να βάλουν στο χέρι ένα μερίδιο από τις καταθέσεις στο νησί και να το μεταφέρουν στις γερμανικές τράπεζες; Γιατί να στήσουν όμως τόσο χοντρό παιχνίδι για μερικές δεκάδες δισεκατομμύρια; Αξίζει τον κόπο άραγε; Μήπως θέλουν να γίνει η κύπρος παράδειγμα προς αποφυγή και φόβητρο για όσους λαούς τολμήσουν να παρεκκλίνουν απ’ τις βασικές κατευθύνσεις της εε κι αρχίσουν να σκέφτονται τις εναλλακτικές; Ή μήπως να χτυπήσουν συνολικά το τραπεζικό σύστημα της κύπρου, ώστε να μη δρα ανεξέλεγκτα ως πλυντήριο –τουλάχιστον όχι χωρίς τον έλεγχο το δικό τους και των 29 κατασκευαστών πλυντηρίων made in germany που συνιστούν skip.

Πώς δέχτηκαν οι ρώσοι σχετικά αδιαμαρτύρητα το δεύτερο κούρεμα με τους πιο δυσμενείς όρους, ενώ είχαν προβάλει έντονες αντιρρήσεις για το πρώτο; Τι διαπραγματεύτηκαν στο ενδιάμεσο με το σαρρή στη μόσχα; Και πώς εξηγείται ο υστερικός ζήλος των αστικών μμε ενάντια στους… ρώσους ολιγάρχες –λες κι οι άλλες αστικές τάξεις αποτελούνται από αξιοσέβαστους επιχειρηματίες κι από λουλούδια για μύρισμα- που θα τον ζήλευε κι η οακκε;
Και τέλος γιατί ο αναστασιάδης έπαιξε το χαρτί της παραίτησής του, που θα άφηνε σύξυλους τους εταίρους του, αν ήταν να δεχτεί κανονικά όλους τους όρους τους και χωρίς ψήφιση από το κυπριακό κοινοβούλιο; Κι αν ανοίξει ο ασκός του αιόλου στην κύπρο με τις καταθέσεις, τι μας βεβαιώνει πως δε θα συμπαρασύρει σε ένα σκληρό ροκ κι ολόκληρη την ευρώπη; Οέο;

Αυτή η γενική σύγχυση εκδηλώνεται με διάφορες αφορμές και διαπερνά μια σειρά πτυχές και παρουσίες του τηλεοπτικού σκηνικού και του (μικρο)αστικού πολιτικού κόσμου –εξάλλου αυτά τα δύο στη σύγχρονη ελλάδα εν πολλοίς ταυτίζονται.
Οι θιασώτες του «φιλελεύθερου καπιταλισμού» βρέθηκαν να υπερασπίζονται με πάθος μια απόφαση που καταργούσε όχι απλά την ιερή αγελάδα της ελεύθερης διακίνησης κεφαλαίων, αλλά κι αυτήν ακόμα την ελευθερία κίνησης των απλών καταθέσεων! Όλα στο βωμό της σύγχρονης μεγάλης ευρωενωσιακής ιδέας.

Κι ο δελαστίκ στον πρετεντέρη μιλούσε για το νέο στάδιο του «ληστρικού καπιταλισμού», κερδίζοντας τον αφειδώλευτο έπαινο της «υπουργήσιμης» ρένας δούρου. Προφανώς δηλαδή στο προηγούμενο στάδιο ανάπτυξής του ο καπιταλισμός δεν ήταν ληστρικός και δεν απομυζούσε την υπεραξία της εργατικής δύναμης. Και ο όρος «ολοκληρωτικός» που χρησιμοποιεί το ρεύμα στις αναλύσεις του έχει μάλλον παλιώσει και χρειάζεται κάτι πιο ηχηρό και πομπώδες, για να εντυπωσιάσει το μέσο τηλεθεατή.

Ο τράγκας παλλόταν από εθνική περηφάνια για την παλιγγενεσία της 25ης μαρτίου που ξημέρωνε και την έμπλεκε δημιουργικά με το κυπριακό ΟΧΙ, την 28η οκτώβρη και με ιαχές που θύμιζαν τις ταινίες του κώστα πρέκα. Ο δεξιός τράγκας που προεκλογικά στήριζε –εμμέσως πλην σαφώς- σύριζα κι εσχάτως χρυσή αυγή, ούρλιαζε από οθόνης για τους ναζί και τους γερμανοτσολιάδες και έδειξε ένα βιντεάκι για τους ταγματασφαλίτες και τα αίσχη τους επί κατοχής, που τα ξέπλυναν όμως στον εμφύλιο που ακολούθησε!
Κι η παναριστερή ντριμ-τιμ στο πάνελ του –απ’ το γλέζο και τον αλαβάνο μέχρι τον πληθωρικό πι-πι- τα κατάπιε όλα αμάσητα κι αδιαμαρτύρητα! Uber alles ο αντιμνημονιακός αγών και η εθνική ενότητα. Μην πάει χαμένη κι η σημειολογία της ημέρας, με το μέτωπο εθνικής σωτηρίας και των συν-καμμένων της σ-ανελ (εκ του σύριζα και των ανελ) και με την προβολή της ψυχής βαθιάς του βούλγαρη, που έπαιζε την ίδια ώρα απέναντι σε άλλο κανάλι.

Εν τω μεταξύ ο αλαβάνος έγραψε μια ανάλυση στην έκτακτη έκδοση του βήματος για την κύπρο, με το περιβόητο σχέδιο βήτα του, που πλασάρει με ορολογία πολιτικού τεχνοκράτη. Στην οποία είχαμε γκραν φινάλε με μια εντυπωσιακή αντιστροφή της λογικής «συν αθηνά και χείρα κίνει».
Η κύπρος, μας λέει ο αλέκος, χρειάζεται την αλληλεγγύη και τη συμπαράστασή μας. Αλλά και τη βοήθεια του Θεού! Και πρέπει να ακούσουμε τον εκπρόσωπο του Μεγαλοδύναμου στο νησί, που λέει στο λαό του «να αφήσουμε το ευρώ και να γυρίσουμε στη λίρα μας».
Βοήθειά μας. Κι άλαλα τα χείλη των ασεβών…

Το περιβόητο σχέδιο β του αλέκου περιορίζεται στην αλλαγή νομίσματος και βρίσκεται πιο δεξιά κι από άλλες αναλύσεις, όπως αυτή του σεφεριάδη στο ίδιο φύλλο που λέει ότι αν σε δύο πειράματα έχουμε παρόμοια αποτελέσματα κι ένα μόνο κοινό παράγοντα, τότε αυτός είναι είτε η αιτία είτε αναγκαίο κομμάτι της αιτίας που προκάλεσε το φαινόμενο. Εάν λοιπόν η κύπρος, που δεν έχει το χρέος και το έλλειμμα της ελληνικής οικονομίας, υφίσταται την ίδια θανάσιμη «σωτηρία» που πρέπει να αναζητήσουμε αυτόν τον κοινό παράγοντα;

Το κείμενο του σεφεριάδη φέρει τον... πρωτότυπο τίτλο «είναι ο καπιταλισμός ανόητε» -αν και ο μπογιό έχει καθιερώσει στις συνειδήσεις και τις καρδιές μας το «ηλίθιε» έναντι άλλων πιθανών συνώνυμων, είναι ο καπιταλισμός χαζούλη, βρε κουτό, μπούφο, σερσέμη, κτλ.
Αν ο αρθρογράφος έκανε τη σύνδεση με τον τίτλο του δικού του άρθρου, θα είχε στοχεύσει στην ουσία του πράγματος. Αλλά ο σεφεριάδης την κάνει με το χρηματοπιστωτικό σύστημα και την τοξική λειτουργία του, την οποία θεωρεί κι υπαίτια για την κρίση. Παρόλα αυτά εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερο βάθος από την ανάλυση του ριζοσπάστη αλαβάνου με τη θεία φώτιση.

Έτσι λοιπόν μέσα σε τόση ιδεολογική σύγχυση ξεκαθαρίζουν κάποια πολύ βασικά σημεία: δε μπορεί να υπάρξει ουσιαστικά σχέδιο βήτα και διαπραγμάτευση εντός της λυκοσυμμαχίας της εε, όπως δεν υπάρχει εναλλακτική και έξοδος προς όφελος του λαού από την καπιταλιστική κρίση στα πλαίσια του συστήματος.

Όποιος καταλαβαίνει πως η εε είναι ο λάκκος των λεόντων δε μπορεί να κάνει με λεονταρισμούς τον επίδοξο θηριοδαμαστή, που θα κάνει με ταχυδαχτυλουργικά κόλπα τους λύκους αρνάκια και τα κοράκια συμμάχους μας. Αν τον πιστέψουμε θα φάμε το κεφάλι μας, πριν μας αποτελειώσουν τα λιοντάρια. Όποιος βλέπει ότι έρχεται ο βράχος καταπάνω μας, δε μπορεί να απλώνει για δίχτυ προστασίας μια ομπρελίτσα με σημαιούλα, σαν αυτές που βάζουν στο παγωτό, όπως το κογιότ που κυνηγάει το μιτ-μιτ (road runner), αντί να προετοιμάζει τον κόσμο για σύγκρουση με το βράχο που απειλεί να μας πλακώσει.


Όποιος λέει ότι το όχι της κύπρου πρέπει να πάει μέχρι τέλους, πρέπει να εξηγεί από τώρα ποιο είναι αυτό το τέλος (=σκοπός) και να απαντά πειστικά: ποια όπλα χρειαζόμαστε για να φτάσουμε σε αυτό; Τι σημαίνει παίρνω στα χέρια μου την εξουσία και τα κλειδιά της οικονομίας; Είναι μήπως το νόμισμα ή κάτι πολύ ευρύτερο;

Κι αφού πιάσαμε πριν και το τρίτο ράιχ στην κουβέντα μας, ας μην το αφήσουμε παραπονεμένο. Κάποτε ο δυτικός αστικός κόσμος ακολουθούσε πολιτική κατευνασμού απέναντι στον χίτλερ για να ανακόψει –υποτίθεται- την πορεία του, ενώ στην πραγματικότητα του έδινε φόρα, για να πέσει πάνω στους σοβιετικούς και να τους τσακίσει. Αυτά τα κόλπα μπορεί να ξεγελάνε προσωρινά τους πιο αφελείς, αλλά όχι τους πολιτικούς που δρουν συνειδητά.

Αν λοιπόν κάποιοι μιλάνε σήμερα για μια πολιτική κατευνασμού του ακραίου επιθετικού τραπεζιτικούς κεφαλαίου –από το οποίο απορρέει κι ο φασισμός, όπως έλεγε κι η εισήγηση του ντιμιτρόφ στην κομιντέρν- δεν κάνουν τίποτα άλλο από το να διαιωνίζουν την κυριαρχία του, αφήνοντας τα θύματά του ανυποψίαστα κι εφησυχασμένα, τυλιγμένα με γλυκερές αυταπάτες, που εισχωρούν σα δηλητήριο και παραλύουν τη δράση τους. Κι όταν αυτό το κάνει μια «αριστερή» πολιτική δύναμη, με αγωνιστικό προσωπείο, έχουμε ένα σύγχρονο ζωντανό ορισμό για το τι μπορεί να σημαίνει ο διαβόητος σοσιαλφασισμός στην εποχή μας.

Κι αν θέλουμε τελικά να είμαστε ακριβείς ως προς τη συγκυρία και τις εθνικές επετείους, το όχι της κύπρου, γενικά κι αόριστα, δεν ήταν ακριβώς όχι, όπως δεν ήταν και το πρωτότυπο όχι, που υποτίθεται πως είπε ο μεταξάς στον ιταλό πρέσβη. Το πραγματικό όχι το είπε ο λαός μας. Κι αυτός ακριβώς είναι που καλείται να το πει τώρα και στην κύπρο και να παλέψει για να το επιβάλει στην πράξη. Κι αν τότε το είπε με μπροστάρη το εαμ και μια οργανωμένη πρωτοπορία σαν το κκε, που ήταν η ψυχή του μετώπου, αυτό ακριβώς είναι που λείπει σήμερα από το θλιβερό πολιτικό σκηνικό της κυβερνώσας αριστεράς στο νησί. Ένα πραγματικό κκ, για να οργανώσει την πάλη και τις αντιστάσεις του λαού και να τους δώσει διέξοδο και προοπτική.

Δευτέρα, 25 Μαρτίου 2013

Ξεφυλλίζοντας το Ρίζο

Το προχτεσινό φύλλο του ρίζου ήταν κυριακάτικο κι ενισχυμένο: με 19 σελίδες προσυνεδριακό και σαράντα συνολικά (χωρίς ισολογισμούς), μερικά ζουμερά άρθρα και ενδιαφέρον ιστορικό ένθετο. Αφήνουμε κατά μέρος την επανάσταση του 21’, για να την πιάσουμε ίσως σε επόμενη ανάρτηση και πάμε να δούμε σε τι γίναμε σοφότεροι από την υπόλοιπη εφημερίδα και τι ακριβώς περιείχε:

-«Άρθρο γραμμής» του γιώργου μαρίνου για το κουκουέ και το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα, με κάποιες γνωστές, βασικές κατευθύνσεις, που περιμένουμε τώρα να τις πιάσουν τα εξυπνοπούλια του αστικού τύπου, για να τις κάνουν «ιδεολογική πλατφόρμα» εν όψει του συνεδρίου και της «κούρσας διαδοχής της αλέκας». Το πιο ενδιαφέρον πάντως είναι ότι πλέον ασκούμε ανοιχτά –διακριτική έστω- κριτική στη διακυβέρνηση του ακελ, που «ανεξαρτήτως προθέσεων και διακηρύξεων, δε μπορούσε να είναι φιλολαϊκή στο πλαίσιο της εε και του καπιταλιστικού δρόμου ανάπτυξης», στοχεύοντας έτσι εμμέσως προς τους θιασώτες του κοινοβουλευτικού δρόμου που καλλιεργούν συγχύσεις κι αυταπάτες σε ελλάδα κι εξωτερικό.
Ένα σημείο που μπαίνει τόσο στο άρθρο του μαρίνου, όσο και στο κείμενο του Π. στη σελίδα 3 για τις εξελίξεις στην κύπρο. Και πρέπει να το δούμε παράλληλα με μια άλλη πρόσφατη εξέλιξη: τη συγκρότηση δικών μας κομματικών οργανώσεων στην κύπρο, πέρα από την όποια σχέση είχαμε ως τώρα με το ακελ, η οποία έδωσε διέξοδο σε αρκετούς συντρόφους, που ασφυκτιούσαν στα σύγχρονα πολιτικά δεδομένα της κύπρου και του «κ»κ που παράγει (ε, ναι! Αυτό με τα εισαγωγικά στο πρώτο κάπα, ήταν ένα απωθημένο που πάντα ήθελα και έψαχνε δικαίωση).

-Ανταπόκριση του ζαχαρόπουλου από το συνέδριο της γσεε στην αλεξανδρούπολη. Όπου οι συσχετισμοί έμειναν κατά βάση αμετάβλητοι, ο παναγόπουλος επανεκλέχτηκε πανηγυρικά και η γσεε παρέμεινε ακλόνητη στη νιρβάνα της, ανεπηρέαστη από οποιαδήποτε κοινωνική διεργασία. Μπορεί το πασόκ να κατέρρευσε εκλογικά, αλλά οι μηχανισμοί του στο συνδικαλιστικό κίνημα ζουν και βασιλεύουν· αυτονομούνται και παζαρεύουν από θέση ισχύος το μέλλον τους στο νέο σκηνικό που διαμορφώνεται. Κι ο φαύλος κύκλος της κυριαρχίας τους δεν πρόκειται να σπάσει με συμβατικά μέσα –είτε εκλογικά, είτε με μικρές κι άμεσες διεκδικήσεις, κυρίως συντεχνιακού χαρακτήρα που δεν ξεφεύγουν από το γήπεδό τους, όπου έχουν τον απόλυτο έλεγχο. Αλλά με ένα γερό ταξικό κίνημα, που θα τους γίνει καρφί στο μάτι μέχρι να τους σαρώσει. 

Αυτό βάζει στη διπλανή ακριβώς σελίδα κι η ανακοίνωση του παμε.
Ο βασικός ρόλος και η αποστολή του ΠΑΜΕ δεν περιορίζεται στην καθημερινή πάλη, στους μικρούς και μεγάλους αγώνες για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων. Εκεί, η παρουσία και η δράση των ταξικών δυνάμεων είναι δεδομένη και αποτελεσματική. Δεν υπάρχει καθημερινό πρόβλημα της εργατικής οικογένειας που να μην ασχολήθηκε. Ο βασικός στόχος και η αποστολή του ΠΑΜΕ είναι να ενώσει, να συσπειρώσει την εργατική τάξη σε ταξική κατεύθυνση! Κίνημα που μπορεί να τους φοβίσει, να αποσπάσει κάποιες κατακτήσεις είναι αυτό που θα παλεύει για όλα τα καθημερινά προβλήματα και ταυτόχρονα θα διεκδικεί την εξουσία για το λαό.

Μήπως όμως έτσι, θα πουν κάποιοι, συγχέουμε το κόμμα με το κίνημα και την τακτική στρατηγική; Πολύ καλό ερώτημα. Το οποίο μας δίνει πάσα για το τρισέλιδο με τα αποσπάσματα από την ομιλία της αλέκας στη συνδιάσκεψη της κο θεσσαλίας.

Μας λένε τώρα ότι αυτό που λέμε για τη λαϊκή συμμαχία, ότι βάζουμε μέσα στο μαζικό κίνημα το θέμα της πολιτικής εξουσίας. Όχι, σύντροφοι, εμείς λέμε ότι η λαϊκή συμμαχία εκφράζει συμμαχία της εργατικής τάξης με τους συμμάχους της, που σημαίνει ότι απευθύνεται η συμμαχία σε όλους, αντικειμενικά. Έτσι δεν είναι; (…) Βεβαίως, δεν μπορεί αυτή η συμμαχία να έχει πολιτικό πρόγραμμα, σαν να είναι το ΚΚΕ, αλλά είναι δυνατόν το κίνημα το εργατικό, το λαϊκό να μην αντιπαλεύει την κυβέρνηση, τι κάνει τότε; Μια υποτυπώδη άποψη διακυβέρνησης, εξουσίας δεν πρέπει να έχει; (…) Τι λέει π.χ. ο ΣΥΡΙΖΑ; Κίνημα το οποίο ρίχνει αυτή την κυβέρνηση και ανεβάζει μια άλλη, μέσω εκλογών. Εμείς τι λέμε; Ότι αυτή η συμμαχία πρέπει να ανατρέψει την εξουσία των μονοπωλίων και να κάνει την εργατική - λαϊκή εξουσία.

Και σε ένα άλλο σημείο.
Δεν μπορεί να μιλάς για κίνημα υπεράσπισης των λαϊκών κατακτήσεων, για κίνημα εναντίον των μέτρων που παίρνονται αν δεν ανοίξεις - τουλάχιστον οι κομμουνιστές - μέσα στο κίνημα τη συζήτηση για την αιτία της κρίσης. Ήταν δυνατόν σαν Κόμμα αυτά να μην τα κάνουμε; Να μην οξύνουμε την αντιπαράθεση μέσα στο κίνημα; Μπορούσες να μην κάνεις αυτή την αντιπαράθεση και μέσα στο κίνημα; Να την κάνεις απλώς σαν Κόμμα, μέσα στις Οργανώσεις, ή μόνο μέσα από τα έντυπά σου; Τότε θα ήμαστε ιερατείο.

Τι άλλο είπε η αλέκα στη συνδιάσκεψη;
Μίλησε για την πολιτική συμμαχιών που γνωρίσαμε ότι αυτό που λίγο - πολύ περπατούσε, ως συμμαχία, όλα τα χρόνια μέσα στον 20ό αιώνα, ήταν με ποιο κόμμα θα πας, με ποιο κόμμα θα συνεργαστείς. Με την αριστερή σοσιαλδημοκρατία, με τη δεξιά, με τη σοσιαλδημοκρατία; Για να προσθέσει ότι η λαϊκή συμμαχία δεν είναι κίνημα με τον εαυτό μας, αλλά ένας όρος πολύ πιο πλατύς από το ααδμ, με το οποίο πήγαμε μέχρι τις εκλογές και χάσαμε –χωρίς φυσικά να φταίει το ααδμ. Κι ότι είναι άλλο το κίνημα κατά του ιμπεριαλιστικού πολέμου που κι εμείς το επιζητούμε κι άλλο σύντροφοι να ταυτίζεις τον ιμπεριαλισμό με τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και να τον αποσυνδέεις απ' τον καπιταλισμό.
Πολύ ενδιαφέρουσα είναι κι η σημείωση ότι η ανασυγκρότηση του κόμματος (ιδεολογική, πολιτική, οργανωτική) δε μπορούσε να γίνει σε ένα ή δύο χρόνια και κράτησε μέχρι και το 18ο συνέδριο. Καθώς κι ότι οι αδυναμίες που πιθανόν είχε το πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου δεν είχαν να κάνουν ούτε με συμβιβασμούς, ούτε με κάτι τέτοια που λέγονται, αλλά με την ωρίμανση του κόμματος.
Παρόλα αυτά, στην ίδια ομιλία η αλέκα αναφέρεται δύο φορές στον εσωκομματικό οπορτουνισμό. Αρχικά με αφορμή ορισμένα στελέχη που έβαλαν διαφορετική άποψη για την όξυνση της διαπάλης στο κίνημα, ήδη από το δημόσιο διάλογο του 18ου. Τότε όμως μπορεί να μη βγήκαν πολλοί στο δημόσιο διάλογο γιατί ήταν άλλες οι συνθήκες, πίστευαν τότε ότι δε χρειάζεται να βγουν δημόσια, τώρα θεωρούν ότι είναι πιο εύκολο λόγω του εκλογικού αποτελέσματος - αυτό κι αν είναι οπορτουνισμός - δηλαδή να λέω δημόσια τη γνώμη μου, ανάλογα με το αν με παίρνουν οι συνθήκες.
Και μια δεύτερη αναφορά για τα; φαινόμενα οργανωτικού φιλελευθερισμού που παρατηρούνται: Ο «Ριζοσπάστης» και η μη μελέτη του από όλα τα μέλη, δεν είναι σύντροφοι φιλελευθερισμός, για να μην το πω και οπορτουνισμός; Μη βλέπουμε τον οπορτουνισμό μόνο στα ιδεολογικά ζητήματα, είναι και στα οργανωτικά. Μπορεί να μην είναι συνειδητός οπορτουνισμός, αλλά υπάρχει θέμα.
Σε κάθε περίπτωση είναι η πρώτη φορά που η γγ (και το κόμμα γενικώς) μιλάνε τόσο ανοιχτά για τις διαφωνίες που μπαίνουν στο εσωτερικό του κόμματος και φαίνονται και στο ριζοσπάστη, στις σελίδες του δημόσιου διαλόγου.
Κλείνουμε τα της συνδιάσκεψης με μια δόση προλεκάλτ κι ένα σχετικό απόσπασμα από την αλέκα, που ξεκινά με ένα σχόλιο για τα αγράμματα στελέχη, που μιλάνε για υποχώρηση και υπανάπτυξη του καπιταλισμού, λόγω κρίσης και συνεχίζει.
Είναι μήπως σωστό, αυτό που λέγεται, ότι «τα παραπέμπουμε όλα στο σοσιαλισμό»; Οχι, σύντροφοι. Αλλά το σταλινικό σχήμα των αρνητικών ρητορικών αναρτήσεων ήταν μονάχα ο πρόλογος. Γιατί το καλύτερο έρχεται αμέσως παρακάτω.
Τουλάχιστον η Συνδιάσκεψη η σημερινή, με αυτά τα θέματα που ασχοληθήκατε στις ομιλίες σας - εκτός αν σας είπε κανείς να τα πείτε έτσι - δείχνει ότι δεν παραπέμπετε τη λύση των προβλημάτων στο σοσιαλισμό.
Εκτός αν σας είπε κανείς να τα πείτε έτσι… Θεά… Αυτή είναι η αλέκα και θα μας λείψει πολύ, αν αυτό είναι το τελευταίο της συνέδριο ως γγ της κετουκε –όπως φαίνεται.

-Υπάρχει επίσης κι ο 19σέλιδος προσυνεδριακός που θα χρειαζόταν δύο και τρεις αναρτήσεις, για να αναλυθεί σε βάθος. Απ’ την εξ ορισμού συγκινητική επιστολή του 90χρονου μακρονησιώτη χαράκτη φαρσακίδη και την κριτική του γεωργιάδη που έβαλε την προσωπική του σφραγίδα στο πρόγραμμα του 15ου συνεδρίου, μέχρι την ανήσυχη κόβα του ριζοσπάστη και το γραμματέα της στ. ξενικουδάκη (πηγή scientific american) να είναι μέχρι στιγμής ο μόνος από το όργανο της κε που συμφωνεί με τις θέσεις της απερχόμενης κε για το συνέδριο –απ’ όσους έχουν γράψει στον προσυνεδριακό, εννοείται.

Η κε του μπλοκ επιφυλάσσεται για το άμεσο μέλλον να γράψει κάτι σχετικά με το θέμα και κλείνει την ανάρτηση, αντιγράφοντας το τέλος μιας άλλης επιστολής στον προσυνεδριακό, από το ρίζο της παρασκευής, που έκλεινε με άκαμπτη επαναστατική αισιοδοξία.
Οι λαοί θα νικήσουν, όσα dislikes και να γίνουν

Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2013

Στη μνήμη της Κομμούνας

Σε αυτό το κείμενο η κε του μπλοκ καταγράφει σκέψεις και κάποια γεγονότα σχετικά με την παρισινή κομμούνα, ενσωματώνοντας αρκετά στοιχεία από μια πρόσφατη σχετική διάλεξη του σοβιετικού κυριούλη στα πλαίσια του μαρξιστικού σεμιναρίου που διοργάνωνε στην παιδαγωγική σχολή. Η παρουσίασή τους γίνεται φυσικά από το δικό μου οπτικό πρίσμα και με τις δικές μου προεκτάσεις, οπότε οι όποιες τυχόν στρεβλώσεις κι αστοχίες κατά τη μεταφορά και περαιτέρω ανάπτυξή τους βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.

Το πρώτο βασικό σημείο είναι η άμεση σύνδεση της κομμούνας, ως ιστορικό γεγονός, με την ίδρυση και τη σύντομη ιστορική διαδρομή της πρώτης διεθνούς. Μια πορεία δώδεκα χρόνων από το 1864 ως το 1876, που κορυφώθηκε κατά τις 72 μέρες της κομμούνας, ενώ η ήττα των κομμουνάρων σηματοδότησε την απαρχή του τέλους της, με τις συστηματικές διώξεις κατά των μελών της στην ευρώπη, την αναγκαστική μετακόμιση της έδρας της στις ηνωμένες πολιτείες και τη σταδιακή παρακμή που οδήγησε στη διάλυσή της.

Αξίζει να σταθούμε παρενθετικά στη σύνθεση της διεθνούς από εργατικές οργανώσεις –εξ ου και διεθνής των εργατών, όπως ήταν η πλήρης ονομασία της- και να δούμε την εξέλιξη στον χρόνο αυτού του σχήματος. Από την πρώτη χαλαρή διεθνή σύνδεση των εργατικών οργανώσεων ανά τον κόσμο, στη δεύτερη διεθνή των εργατικών σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και μετά την πολιτική της χρεοκοπία στην επαναστατική τομή της τρίτης κομμουνιστικής διεθνούς με τους 21 όρους για τη διαμόρφωση κομμάτων νέου τύπου –δε σημειώνω την περίπτωση της τέταρτης διεθνούς, γιατί από όποια σκοπιά και να το δει κανείς, δεν προσέφερε κάποια ιδιαίτερη θετική πείρα στο οργανωτικό κεκτημένο της κομιντέρν.

Ο μαρξ ήταν ο συγγραφέας της ιδρυτικής διακήρυξης και του καταστατικού της διεθνούς κι οι οπαδοί του υποστήριζαν τη μετεξέλιξή της σε ενιαία πολιτική οργάνωση, με ενιαίες προγραμματικές θέσεις και συμμετοχή στον κοινοβουλευτικό αγώνα, σε αντίθεση με τους υποστηρικτές του μπακούνιν που ήθελαν μια χαλαρή συνομοσπονδία με αυτονομία των εθνικών οργανώσεων και πρόβαλαν την απόλυτη αξία της αυθόρμητης εξεγερμένης δράσης. Η μεταξύ τους διαπάλη οξύνθηκε μετά από την ήττα της κομμούνας κι οδήγησε στη διάσπαση της διεθνούς –αν και δεν ήταν αυτός ο καθοριστικός παράγοντας για τη διάλυσή της.

Παράλληλα η διεθνής φιλοξενούσε στις τάξεις της κι άλλα ιδεολογικά ρεύματα (οπαδούς του όουεν, του προυντόν, του μπλανκί, κτλ), ενώ οι μαρξιστές δεν είχαν καν την ιδεολογική ηγεμονία στο εγχείρημα της κομμούνας, καθώς αποτελούσαν μια μικρή μειοψηφία στις τάξεις των γάλλων επαναστατών σε σχέση με τους μπλανκιστές και τους προυντονικούς. (Οι μεν πρώτοι προέταξαν ως κρίσιμη προϋπόθεση για την επανάσταση τη συνωμοτική δράση μιας μικρής οργανωμένης ομάδας αποφασισμένων επαναστατών –αργότερα κι οι μπολσεβίκοι θα κατηγορούνταν για ιδιότυπο μπλανκισμό, λόγω της δομής και της λειτουργίας του κόμματος νέου τύπου. Οι δε προυντονικοί ήταν αναρχικοί υπέρμαχοι μιας ομοσπονδίας μικρών κοινοτήτων κι ενός είδους εμπορευματικού αναρχισμού, όπως εύστοχα τον χαρακτήρισε ο σοβιετικούς κυριούλης).

Τα γεγονότα της κομμούνας (πράξη) ήταν ένα είδος δοκιμασίας για τις ιδέες (θεωρία) των διάφορων πολιτικών ρευμάτων. Μετά την ήττα στο γαλλοπρωσικό πόλεμο, η γαλλική αστική τάξη υπέγραψε μια προδοτική συμφωνία ειρήνης, το γενάρη του 1871, θέτοντας εμφατικά τον εαυτό της ενάντια στο γενικό αστικό συμφέρον και δείχνοντας κυνικά τον καθαρά ταξικό τρόπο σκέψης και λειτουργίας της. Σε αντίθεση με τον τακτικό στρατό η εθνοφρουρά (που στην επανάσταση του 1848 είχε πολεμήσει ενάντια στο εξεγερμένο προλεταριάτο) αρνήθηκε να παραδώσει τα πολυβόλα της και υπερασπίστηκε ένοπλα το δικαίωμά της να τα κρατήσει. Η αστική τάξη και το πολιτικό της προσωπικό αναγκάστηκαν να καταφύγουν στις βερσαλίες και το κενό εξουσίας καλύφτηκε από την επιτροπή της εθνοφρουράς. Στις 26 μάρτη έγιναν εκλογές για την ανάδειξη τοπικού συμβουλίου και στις 28 ανέλαβε επίσημα την εξουσία το νέο 81μελές όργανο –εκ των οποίων τα δύο τρίτα περίπου ήταν εργάτες κι υπάλληλοι.

Αυτή είναι συνοπτικά η ιστορία της ίδρυσης της κομμούνας. Ας δούμε κι έναν περιληπτικό απολογισμό δράσης. Η κομμούνα παρουσίασε πλούσιο πολιτικό και νομοθετικό έργο σε μια σειρά τομείς: στην εκπαίδευση, τη φορολογία, την πρόνοια και την εργασία. Μερίμνησε για το διαχωρισμό εκκλησίας κράτους, τις υποθήκες και τα οικιακά χρέη, τον ελάχιστο μισθό και τον καθορισμό του μέσου μισθού των κρατικών λειτουργών και των αξιωματούχων, για την ανεργία, την απαγόρευση της νυχτερινής εργασίας, την απαλλοτρίωση εγκαταλειμμένων εργοστασίων, τον εξοπλισμό του λαού, την κατάργηση του επαγγελματικού στρατού και της αστυνομίας, κ.ά.

Αυτά είναι μερικά από τα βασικά επαναστατικά μέτρα που πήρε η κομμούνα κι έθιγαν βασικά ζητήματα που παραμένουν ακόμα και σήμερα άλυτα στις περισσότερες ανεπτυγμένες αστικές δημοκρατίες. Όπως είπαν κι οι κλασικοί, η κομμούνα ήταν το οργανωμένο σε κυρίαρχη τάξη προλεταριάτο, ή αλλιώς η κρατική-πολιτική μορφή της δικτατορίας του προλεταριάτου.

Τι δεν έκανε όμως η κομμούνα; Ποιες ήταν οι βασικές παραλείψεις της;
Καταρχάς όπως έγραψε ο ένγκελς στην περίφημη αποστροφή ενός προλόγου του, αν μπορούμε να κατηγορήσουμε για κάτι την κομμούνα δεν είναι γιατί χρησιμοποίησε βία, αλλά γιατί δεν την χρησιμοποίησε όσο έπρεπε. Τήρησε τους κανόνες του ευ αγωνίζεσθαι απέναντι σε έναν αντίπαλο που δε δίστασε να ξεπουληθεί στους πρώσους (με τους οποίους βρισκόταν σε πόλεμο), προκειμένου να σώσει την εξουσία του. Κι ακολούθησε πιστά εκείνη την αντιφατική διαδρομή που περιέγραψε ο μαρξ για την επανάσταση που πέφτει, σηκώνεται και προχωρά, σκοντάφτει, ρίχνει τον αντίπαλό της και τον αφήνει, ίσα-ίσα για να σηκωθεί και να τον ξαναρίξει.

Η κομμούνα παρέλειψε πχ να εθνικοποιήσει την τράπεζα της γαλλίας, που χρηματοδότησε αδρά την εξουσία των βερσαλιών και της επέτρεψε να αναλάβει δυνάμεις και να αλλάξει τους εις βάρος της συσχετισμούς. Ακόμα πιο σοβαρή παράλειψη ήταν ότι ρύθμισε τα χρέη των μικροαστών, αλλά δεν έκανε καμία αντίστοιχη κίνηση για τους αγρότες της υπαίθρου, προκειμένου να στερεώσει την εργατο-αγροτική συμμαχία, όπως έκαναν στα χρόνια τους οι μπολσεβίκοι, ή τουλάχιστον να τους αποσπάσει από την επιρροή της αντίδρασης και να τους ουδετεροποιήσει. Έτσι η κομμούνα βρήκε ελάχιστα στηρίγματα στην επαρχία και καταπνίγηκε σχεδόν αβοήθητη από τις άλλες περιοχές της γαλλίας.

Ένα ακόμα μειονέκτημα ήταν η εξιδανίκευση της πολιτοφυλακής κι η απαξίωση του τακτικού στρατού, που στοίχισε πολύ ακριβά στις στρατιωτικές επιχειρήσεις που ακολούθησαν. Η άτακτη κι ανοργάνωτη (χωρίς διοίκηση κι επιμελητεία) αντεπίθεση της πολιτοφυλακής στις βερσαλίες αποκρούστηκε σχετικά εύκολα από τον ανασυνταγμένο (με τη συνδρομή των πρώσων) τακτικό στρατό, που πήρε την πρωτοβουλία των κινήσεων και παρά την ηρωική αντίσταση των κομμουνάρων και τις δραματικές οδομαχίες, κατάφερε να μπει στα τέλη του μάη στο παρίσι. Οι τελευταίες μάχες δόθηκαν γύρω από το νεκροταφείο του περ λασέζ, όπου βρίσκεται σήμερα το μνημείο της κομμούνας και στήνονται κάθε χρόνο διάφορα… happenings απ’ τη λέσχη φίλων κομμούνας, που λειτουργεί σαν καλοστημένη επιχείρηση, μετατρέποντας την επέτειο και τις εκδηλώσεις μνήμης σε ένα είδος εμποροπανήγυρης.

Παρόλα αυτά, το πιο σημαντικό αρνητικό στοιχείο στη δράση της κομμούνας ήταν ότι απέτυχε στο πλέον κρίσιμο ζήτημα κάθε επανάστασης: να αλλάξει το οικονομικό σύστημα και τις κυρίαρχες σχέσεις παραγωγής. Στην πραγματικότητα η κομμούνα, παρά τα πολλά και σημαντικά επαναστατικά μέτρα που πήρε, δεν έκανε σχεδόν τίποτα για την κατάργηση του μεγάλου κεφαλαίου και συνολικά των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Κι αυτό δυστυχώς είναι δείγμα της ωριμότητας, όχι μόνο του εγχειρήματος της κομμούνας, αλλά και πολλών σύγχρονών μας, που μετά τη νίκη της αντεπανάστασης στην εσσδ, διέγραψαν μηδενιστικά την προσφορά της και αναζήτησαν το ανόθευτο σοσιαλιστικό ιδεώδες σε μια επιστροφή στις ρίζες, που δε λερώθηκαν με το στίγμα της ήττας. Μια αναζήτηση που κατέληξε στην ανακύκλωση ιδεών του ουτοπικού, προμαρξικού σοσιαλισμού και την εξιδανίκευση των 70 ημερών της κομμούνας ως πρότυπο, έναντι των 70 χρόνων οικοδόμησης στη σοβιετική ένωση –με την όποια θετική κι αρνητική πείρα.

Στον επίλογο συνηθίζεται να βγαίνουν μερικά συμπεράσματα, που ανακεφαλαιώνουν όσα προηγήθηκαν. Εδώ θα αποφύγουμε μια εκτενή αναφορά σε αυτά του μαρξ (για το προλεταριάτο που δε μπορεί να χρησιμοποιήσει για λογαριασμό του την έτοιμη κρατική μηχανή) και τον υφέρποντα βιολογισμό στη σκέψη του μπακούνιν (για την επανάσταση, που προκύπτει ενστικτωδώς, χωρίς σχέδιο και ιδεολογία) για να περάσουμε στα συμπεράσματα του λένιν.

Ο βλαδίμηρος αναλύοντας στα 40χρονα της κομμούνας τα βασικά της διδάγματα λέει ότι για να νικήσει η κοινωνική επανάσταση πρέπει να συντρέχουν δύο τουλάχιστον όροι: υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατάλληλη προετοιμασία του προλεταριάτου. Αλλά το 1871 δεν υπήρχε κανείς από αυτούς τους όρους.

Εδώ προκύπτει εύλογα το ερώτημα: υπήρχε υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στη ρωσία του 17; Ασφαλώς όχι (αν και αυτό είναι κάπως σχετικό κι εξαρτάται από το τι έχουμε ως μέτρο σύγκρισης: τις άλλες δυνάμεις της εποχής, ή τη γαλλία του 1871); Σε κάθε περίπτωση όμως υπήρχε μια ισχυρή εργατική τάξη, συγκεντρωμένη στα μεγάλα αστικά κέντρα και διαπαιδαγωγημένη σε σκληρούς ταξικούς αγώνες, που διαμόρφωσαν μια πολύπειρη κι ατσαλωμένη πολιτική πρωτοπορία. Κι αυτό ακριβώς είναι το τρίτο καθοριστικό στοιχείο που έλειπε για τη νίκη της παρισινής κομμούνας.

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Χαίρε βλάκα

Μετά το ναζιστικό χαιρετισμό του κατίδη και το σχετικό ντόρο που προκάλεσε, άνοιξε μια κουβέντα που θυμίζει το κλασικό δίλημμα για τους κατηγορούμενους στο δικαστήριο: ένοχος ή βλαξ; Είναι δηλ όντως φασίστας ή απλώς ένα ανόητο εικοσάχρονο παιδί, που δεν ξέρει τι κάνει και θα είναι λάθος να το χαρίσουμε στους χρυσαυγίτες;

Και γιατί να αποκλείει το ένα το άλλο; Ουδέν ψευδέστερον του ψευδοδιλήμματος. Ποιος μας είπε ότι οι φασίστες (και η πανέξυπνη ηγεσία τους) στρατολογούν κατά κανόνα ευφυή άτομα; Είναι μήπως τέτοια δείγματα το περιβόητο εγέρθουτου και το βιντεάκι με τον αλησμόνητο «δρώμενα»; Τι αποδείξεις έχουμε για το δείκτη νοημοσύνης των μελών και των ψηφοφόρων της χρυσής αυγής; Πόσο έξυπνος μπορεί να είναι πχ όποιος πιστεύει ότι οι μετανάστες μας κλέβουν τις δουλειές κι ευθύνονται για τις στρατιές των πτυχιούχων ανέργων –γιατρών, δικηγόρων, μηχανικών, εκπαιδευτικών, και τόσων άλλων; Πόση ευφυία μπορεί να διαθέτει κάποιος που φώναζε στις πλατείες «οι τριακόσιοι στο γουδί», τσουτσουρώνει με τους «300» στο γυαλί και πηγαίνει στο γήπεδο να δει την εθνική ντυμένος αρχαίος έλληνας, για να αποδείξει ότι είναι εθνικά περήφανος και βουκεφάλας με περικεφαλαία, κατά το κοινώς λεγόμενο.

Ο φασισμός είναι η οργανωμένη έκφραση της αποβλάκωσης που γεννά «αυθόρμητα» και μαζικά ο καπιταλισμός στους χώρους παραγωγής και στο πολιτικό εποικοδόμημα, με τους ιδεολογικούς του μηχανισμούς.
Στρατολογεί αφελείς και ταξικά ασυνείδητους, που θεωρούν μαγκιά τους... αρχαιοελληνικούς χαιρετισμούς και το νταηλίκι στους μελαψούς και γενικώς τους αδύνατους, για να ισοφαρίσουν κάπως τις φάπες που τρώνει στους άλλους τομείς της ζωής τους.

Διαμορφώνει πιστά κι υπάκουα ανθρωπάκια, χωρίς κριτική ικανότητα, που βγαίνουν στην αρένα σαν τον κατίδη και χαιρετάν πειθήνια τις αρχές στην εξέδρα των επισήμων: χαίρε καίσαρα, οι μελλοθάνατοι σε χαιρετούν και είναι έτοιμοι να τους σφάξεις να αγιάσουν, ή αλλιώς να σφαχτούν αναμεταξύ τους, με αλάνθαστο ταξικό κριτήριο.

Πατάνε στην υποκρισία του αστικού πολιτικού κόσμου και προβάλλουν ως η «αδιάφθορη εναλλακτική» σε φαιδρά πρόσωπα σαν τον ιωαννίδη, που έβγαλε λάδι με την ψήφο του τον θρασύδειλο κασιδιάρη και τους ψευτοτσαμπουκάδες του, για να καταδικάσει μετά τις ακρότητες, με αφορμή το... λάθος του κατίδη –έχουν αποστηθίσει τη θεωρία των άκρων, και την πετάνε «εκ παραδρομής» κι εκεί που δεν ταιριάζει.
Αλλά μοιάζουν σα δυο σταγόνες νερό με το σύστημα που υποτίθεται πως αντιπαλεύουν, γιατί είναι σάρκα από τη σάρκα του. Όπως η διορθωτική δήλωση του μετανοημένου κατίδη, «εγώ σιχαίνομαι το φασισμό», που αντιγράφει πιστά το απαράμιλλο «σιχαίνομαι το μνημόνιο» του άδωνη γεωργιάδη, που το ψήφισε και με τα δύο χέρια.

Το πρόβλημα λοιπόν δεν είναι η βλακεία του κατίδη, που είναι ανιστόρητος κι απολίτικος. Το πρόβλημα είναι ότι το ανιστόρητο απολιτίκ έγινε τρόπος ζωής και τροφοδότησε το φασισμό, που θέριεψε πατώντας πάνω στην ανεμελιά μας.
Το θέμα δεν είναι ότι ο κατίδης δε γνώριζε την προσφυγική ιστορία της ομάδας του και πανηγύρισε το γκολ που πέτυχε σα να ‘ταν ποδοσφαιριστής της λάτσιο. Αλλά ότι τα παιδιά της ηλικίας του τέλειωσαν το σχολείο, χωρίς να μάθουν την ιστορία της πραγματικής αντίστασης, τι ήταν ο φασισμός και ποιος τον προώθησε, γιατί είναι θέμα ταμπού και μένει εκτός ύλης. Και γαλουχήθηκαν φωνάζοντας το σύνθημα «δε θα γίνεις έλληνας ποτέ, αλβανέ...» λίγους μήνες μετά την κατάκτηση του euro.

Η ουσία δεν είναι αν αγνοούσε ο κατίδης την αριστερή ιδεολογία του προπονητή του, που έρχεται από μια χώρα που έζησε από πρώτο χέρι την τραγωδία του ναζισμού. Εντάξει ο λίνεν μπορεί να φτάνει μέχρι ντι λίνκε, αλλά στέκει στον αντίποδα της πολιτικής ξεφτίλας με αριστερό προσωπείο της δημαρ, με τις επιλεκτικές ευαισθησίες και την αμέριστη πολιτική κάλυψη που παρέχει στην κυβέρνηση της δικτατορίας των μονοπωλίων. (Αποφεύγω με δυσκολία να σχολιάσω την αντίστοιχη ανακοίνωση του σύριζα με την αναφορά στο ταξίδι της αεκ στο βελιγράδι εν μέσω νατοϊκών βομβαρδισμών και τη στάση του συν εκείνη την περίοδο).

Το βασικό δεν είναι οτι οι ποδοσφαιρικές αρχές έθεσαν τον κατίδη εκτός συλλόγου κι εθνικών ομάδων, για να τον τιμωρήσουν, και τον ανάγκασαν να προβεί σε φτιαχτές «δηλώσεις μετανοίας» και μεταμέλειας, μήπως και σώσει επαγγελματικά το τομάρι του. Το βασικό είναι ότι ενδιαφέρονται μόνο για τη βιτρίνα του αθλήματος-προϊόντος που πουλάνε, ενώ εκκολάπτουν το αυγό του φιδιού στους ιδιωτικούς στρατούς των οπαδικών συνδέσμων, που γίνονται στέκια οργανωμένης αποχαύνωσης και διακίνησης ουσιών.

Το βασικό είναι πως ο μη αστικός μύθος λέει ότι κάποτε είχαμε οργάνωση βάσης στη θύρα τέσσερα και κόβα ποδοσφαιριστών στον ηρακλή του χατζηπαναγή και του κωφίδη. Ενώ σήμερα οι σύνδεσμοι έγιναν –πλην εξαιρέσεων,όπως η original που έβγαλε πολύ σωστή ανακοίνωση  - άντρα της μαύρης αντίδρασης κι εξαντλούν συχνά τον προοδευτισμό τους σε μερικά πανό και παιδιάστικες καυχησιές του τύπου: δεν αφήσαμε να μπουν οι μπάτσοι μέσα.
(Ένα τυπικό δείγμα αυτής της λογικής μπορείτε να δείτε σε αυτήν τη συνέντευξη του γιώργου ρούση, φορέα του οπαδικού παλιμπαιδισμού και της παιδικής αρρώστιας του κομμουνισμού, ως πολιτικό του αντίστοιχο).

Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι ο κατίδης. Αυτός είναι εικόνα της κοινωνίας και της μοιάζει –όπως και το ποδόσφαιρο συνολικά άλλωστε. Μια κοινωνία που ήταν σε μεγάλο ποσοστό χρυσή αυγή, χωρίς να το ξέρει και πριν την ανακαλύψει. Κι αν δεν την είχε ανακαλύψει, θα μπορούσε να την επινοήσει μόνη της από την αρχή. Εκεί βρίσκεται η ενοχή κι εκεί χρειάζεται η έμπρακτη καταδίκη.

Ποιος είναι λοιπόν ο πραγματικός ένοχος;
Το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι του συστήματος που δημιουργεί τον κατίδη και κάθε κατίδη, γιατί τον έχει ανάγκη, για να διαιωνίσει την κυριαρχία του. Με άλλα λόγια, αυτή η στάνη αυτό το τυρί βγάζει. Ή που το καταλαβαίνουμε και παύουμε να είμαστε σαν πρόβατα επί σφαγή για να αλλάξουμε τα πράγματα, ή αλλιώς συνεχίζουν να μας αρμέγουν κανονικά και περιμένουμε να εμφανιστεί με μαθηματική ακρίβεια ο επόμενος κατίδης κι η επόμενη παπαχρήστου, για να επιδείξουμε τις αναμφισβήτητες δημοκρατικές μας ευαισθησίες.
Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

Σάββατο, 16 Μαρτίου 2013

Απολιθωμένες αμπελοφιλοσοφίες στον Κόκκινο Πλανήτη 04

Η τέταρτη ραδιοφωνική μας απόπειρα κινείται στον αστερισμό μιας ανάπτυξης, που έρχεται ως καταστροφικός μεσαίωνας, επιβεβαιώνοντας όσο ποτέ την επικαιρότητα του διλήμματος: σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Ξεκινάει από την Ιερισσό, που κινδυνεύει άμεσα από την πολλή ανάπτυξη, περνά από τις συναντήσεις κορυφής του Σαμαρά, που τρέφει με φιλέτα τις ύαινες, γιατί είναι πάνω στην ανάπτυξη, μνημονεύει τις δηλώσεις και τις Μεγάλες Προσδοκίες του Ντίκενς-Προβόπουλου για ανάπτυξη μες στο 14, νοσταλγεί μαζί με τον Τσίπρα τον εθνάρχη Καραμανλή και τους ρυθμούς ανάπτυξης επί διακυβέρνησής του, για να καταλήξει στην αντι-Μερκελική Γερμανία του Γκρίλο και του Μπερλουσκόνι και το ρεύμα του ευρωσκεπτικισμού.

Επίσης αποτίνουμε μικρό φόρο τιμής στον Ούγκο Τσάβες και στο «ελληνικό Στάλινγκραντ» που ταπείνωσε τους φασίστες της Χρυσής Αυγής και την επίσημη πολιτεία που τους κάλεσε. Και περιμένουμε τις παρατηρήσεις του αναγνωστικού κοινού, για να είμαστε βελτιωμένοι την επόμενη φορά. Αν πάντως ισχύει η λαϊκή παροιμία ότι το καλό αργεί να γίνει, τότε η δική μας εκπομπή, που ηχογραφήθηκε με την τρίτη (και φαρμακερή), ίσως να αγγίζει την τελειότητα –λέμε τώρα…




Πέμπτη, 14 Μαρτίου 2013

Το ζήτημα της προσωπολατρίας

Την περασμένη τρίτη ήταν η επέτειος γενεθλίων του συντρόφου με το μουστάκι κι η κε του μπλοκ κατέγραψε με αυτή την αφορμή κάποιες σκέψεις για το ζήτημα της προσωπολατρίας. Ένα ζήτημα που συνδέθηκε άρρηκτα με το όνομα του στάλιν μετά το εικοστό συνέδριο και τη σχετική κριτική που του άσκησε, με εισήγηση του χρουτσόφ. Την οποία κάποιοι θεώρησαν σωστά ρεβιζιονιστική κι απαράδεκτη από πολιτική άποψη, ενώ κάποιοι άλλοι πλειοδοτώντας στον αντισταλινικό ζήλο του νικήτα είπαν πως κινούνταν μεν προς τη σωστή κατεύθυνση, αλλά ήταν άτολμη κι ελλιπής, γιατί περιόριζε την καταδίκη του στάλιν στο ζήτημα της προσωπολατρίας και δεν έφτασε στις πολιτικές «πηγές της κακοδαιμονίας» και του σταλινικού φαινομένου.



Όποιος θέλει πάντως να μελετήσει με έντιμο τρόπο το φαινόμενο της προσωπολατρίας, οφείλει να πάρει σοβαρά υπόψη του το μορφωτικό επίπεδο της συνείδησης του προσωπολάτρη ρωσικού λαού. Που στα χρόνια της επανάστασης παρουσίαζε στις αφίσες του τον τρότσκι καβαλάρη άι γιώργη να τρυπάει με το δόρυ του το φίδι του καπιταλισμού κι είδε μια πόλη να παίρνει το όνομα του λέοντα, πριν μετονομαστεί το τσαρίτσιν σε στάλινγκραντ. Και ο οποίος ήταν αγροτικός, αναλφάβητος και καθυστερημένος στην συντριπτική του πλειοψηφία, ενώ πέρασε από τον τσάρο στην εξουσία των μπολσεβίκων μέσα σε δέκα μήνες, χωρίς να προλάβει να αποβάλει όλα τα κατάλοιπα της παλιάς του στάσης προς τους ηγέτες του.

Είναι άλλης τάξης ζήτημα βέβαια πως αντιμετωπίζει ο καθένας αυτά τα κατάλοιπα και τι ακριβώς κάνει για να τα καταπολεμήσει και να μετασχηματίσει τις καθυστερημένες λαϊκές συνειδήσεις. Κι η αλήθεια είναι ότι οι μπολσεβίκοι είχαν βρεθεί στην ανάγκη να χρησιμοποιήσουν το μύθο και την καθυστερημένη συνείδηση του ρώσου μουζίκου, προς όφελος της σοβιετικής πατρίδας στο μεγάλο πατριωτικό πόλεμο, που ονομάστηκε έτσι, αν και ήταν στην ουσία του αντιφασιστικός.
Η μεταξύ τους ειδοποιός διαφορά βέβαια φαίνεται ακριβώς στις επιδόσεις του τσαρικού στρατού από τη μία, όπου λιποτακτούσαν κατά συρροή οι φαντάροι, για να επιστρέψουν στα σπίτια τους και να πάψουν να γίνονται κιμάς στα κανόνια των ιμπεριαλιστών. Κι από την άλλη του κόκκινου στρατού, που κατάφερε να συντρίψει τις στρατιές των 14 ιμπεριαλιστικών χωρών που ήθελαν να πνίξουν τη σοβιετική εξουσία στα σπάργανά της και αργότερα την πολεμική μηχανή των ναζί.

Αλλά κανείς ηγέτης δε δημιουργεί εκ του μη όντος το φαινόμενο της προσωπολατρίας, όπως και το θρησκευτικό αφιόνι δεν αποτελεί επινόηση των ιερατείων, ακόμα κι όταν το καλλιεργούν έντεχνα και συστηματικά. Το πιο ενδιαφέρον λοιπόν είναι τα διαφορετικά κριτήρια με τα οποία αξιολογούν κάποιες δυνάμεις τις διάφορες εκδηλώσεις του φαινομένου, κατά περίπτωση.

Αντιμετωπίζουν για παράδειγμα με απόλυτη συμπάθεια τους χωρικούς που πιστεύουν πως είδανε ζωντανό τον τσε να περιδιαβαίνει στα βουνά της σάντα κλάρα, (ή τους αντίστοιχους μύθους για το βελουχιώτη), και τους βενεζουελάνους που κλαίνε σπαραξικάρδια για το θάνατο του τσάβες, γιατί –είναι σε θέση να- κάνουν την αφαίρεση και να καταλάβουν τι συμβολίζει το εκάστοτε πρόσωπο. Αλλά ξαφνικά αλλάζουν κριτήρια και σταθμά και θεωρούν λοβοτομημένους και θύματα πλύσης εγκεφάλου τους κορεάτες που προβαίνουν σε αντίστοιχες εκδηλώσεις προσωπο-λατρείας, πχ προς τον κιμ γιονγκ ιλ, ή δυσανασχετούν με τις φαραωνικές τιμές που απολάμβαναν τα στελέχη των ανώτατων κλιμακίων της σοβιετικής ηγεσίας.

Αυτή η επιλεκτική στάση μας βάζει και στην ουσία του ζητήματος. Στις μέρες μας μπορεί να μην υπάρχει αναλφαβητισμός και τόση καθυστέρηση, αλλά η πνευματική υποδούλωση εξασφαλίζεται με άλλες μορφές. Και διαμορφώνει μια προσωπολατρία νέου τύπου, σύγχρονη και εκλεπτυσμένη, με μικροαστικές ευαισθησίες ενάντια στον ολοκληρωτισμό του συλλογικού και τις μυλόπετρες του γραφειοκρατικών μηχανισμών, που αλέθουν το άτομο και την προσωπικότητά του· ακυρώνουν την μοναδικότητά του, βλέποντας μόνο αφαιρέσεις, τάξεις και στοιχεία· καταπνίγουν την πρωτότυπη σκέψη και το πνεύμα πρωτοβουλίας.

Ένας κατ’ ουσίαν αστικού τύπου ατομισμός, που αποθεώνει τα πρόσωπα έξω από κάθε διαλεκτική αντίληψη για το ρόλο τους στην εξέλιξη της ιστορίας. Αν κάποιος κομμουνιστής, (εν)ταγμένος στο κόμμα και το κίνημα, καταφέρει με τη στάση του να αναδειχθεί σε λαϊκό ήρωα, αυτό γίνεται παρά κι ενάντια στην κομματική του ένταξη κι όχι λόγω της δράσης του μες στις γραμμές του κόμματος. Το οποίο άλλωστε τρώει σαν κρόνος τα παιδιά του, ακόμα και τα πιο αφοσιωμένα, για να μην ξεπεράσουν το μύθο του, σα μεγέθη.

Έτσι λοιπόν ο άρης γίνεται ο αρχηγός των ατάκτων και όχι της τάξης του, που οργανώνεται και παλεύει με το όπλο στο χέρι και μπροστάρη το κόμμα, που ήταν η ψυχή του εαμ-ελας. Το κουκουέ δε βγάζει μπελογιάννηδες, αλλά κατασκευάζει ήρωες και προδότες, γιατί τους χρειάζεται η ηγεσία του (όπως είχε πει η έλλη παππά για τον μπελογιάννη και τον πλουμπίδη). Προεκτείνοντας το ίδιο σκεπτικό, το κουκουέ δημιούργησε το εαμ, αλλά και το εαμ δημιούργησε από το μηδέν το κουκουέ, που ήταν πρακτικά διαλυμένο από τα χτυπήματα της ασφάλειας του μανιαδάκη.  Κάτι που είναι σωστό και διαλεκτικό, αλλά καταφέρνει να αποκρύψει με συμψηφισμούς το βασικότερο. Γιατί είναι μεταφυσικό να προσδοκά κανείς την αυθόρμητη μετεξέλιξη του μετώπου σε κόμμα ή να περιμένει να του προκύψει το δεύτερο μέσα από κακέκτυπα του εαμ κι άλλων σχημάτων του παρελθόντος.

Επίσης. Όποιος φύγει, οικειοθελώς ή μη (αν ισχύει το δεύτερο, τόσο το καλύτερο) από τις δαγκάνες του απρόσωπου κομματικού μηχανισμού, καθίσταται αυτομάτως προσωπικότητα με αναγνώριση και κύρος, που κερδίζει αναδρομικά επαίνους και παράσημα για την πρότερη έντιμη στάση του, αν και όσο παρέμενε «εγκλωβισμένος στις αγκυλώσεις του μηχανισμού» θεωρούνταν τυπικό δείγμα του δογματισμού, του σεχταρισμού, και όλου του καταλόγου κουσουριών, που προσάπτουν κατά καιρούς στο κόμμα. Τελικά όμως ήταν διορατικός και μειλίχιος, ένα ακατέργαστο διαμάντι -πριν αποδειχθεί άνθρακες ο θησαυρός- που τα έζησε από μέσα και τα βρόντηξε, ή τον έδιωξαν, γιατί δεν άντεχαν ένα τόσο ανοιχτό μυαλό στις γραμμές τους.

Όποιος εκφράσει ανοιχτά προβληματισμούς ή διαφοροποιήσεις με την κεντρική γραμμή, αποτελεί αχτίδα φωτός μέσα στον γενικό κομματικό σκοταδισμό. Και όσοι τυχόν συγκρουστούν με το κόμμα μετά την αποχώρησή τους, έχουν εκ των προτέρων δίκιο, ανακηρύσσονται σε τοτέμ κι οποιαδήποτε κριτική τους ασκηθεί είναι άδικη κι ανήθικη.

Πώς τολμάει να μιλάει απαξιωτικά το κουκουέ για έναν μαρξιστή διανοούμενο σαν το ρούση;
Το ότι ο ίδιος απαξιώνει τον εαυτό του –όταν ακυρώνει πχ τα συμπεράσματα της μελέτης του για τον ασιατικό τρόπο παραγωγής και τη σοβιετία, ή όταν θυμάται επιλεκτικά το 89’, αλλά διάκειται ευνοϊκά στον αριστερό κυβερνητισμό του λαφαζάνη- δε φαίνεται να μας απασχολεί εξίσου. Και ότι ο ρούσης στάζει χολή προς το κουκουέ, στα όρια της γραφικότητας, με κάθε πιθανή αφορμή, είναι προφανώς κάτι που κέρδισε δικαιωματικά, βάση της μαρξιστικής του κατάρτισης και δεν πρέπει να μας ξενίζει.

Πώς τολμάτε να χαρακτηρίζετε ναυάγιο της ταξικής πάλης ένα διανοούμενο του διαμετρήματος του μπιτσάκη; Επειδή δηλαδή θυμήθηκε στα γεράματα την παναριστερά; Κι επειδή είκοσι χρόνια αφού έθεσε με το βιβλίο του το δίλημμα: ρήξη ή ενσωμάτωση, φαίνεται να το ξανασκέφτηκε και να επιλέγει το δεύτερο; Είναι αυτός λόγος;

Πώς τολμάει ο ριζοσπάστης να λερώνει τη μνήμη του χρόνη μίσσιου; Και το έκανε, σημειώνοντας το αυτονόητο, ότι δηλ δεν πίστευε από ένα σημείο κι έπειτα στη διέξοδο της ταξικής πάλης. Και αν ζούσε ακόμα, θα μας το βεβαίωνε πρόθυμα και ο ίδιος. Άφησε πίσω όμως αδιάψευστο μάρτυρα και τα βιβλία του, που δεν χωράνε πολλές ερμηνείες, αν κάνει κανείς τον κόπο να τα διαβάσει, προτού εκθειάσει τον εκλιπόντα, για τους λάθος λόγους.

Θα μου πεις, ο νεκρός δεδικαίωται. Αλλά πάει πολύ να το επικαλούνται όσοι μας θεωρούν κόμμα νεκρών που ξέχασαν να πεθάνουν και κακοφορμίζουν. Και συνεχίζουν παρόλα αυτά να ασελγούν επί ενός πτώματος –κατά το δικό τους σκεπτικό- και να μας χλευάζουν, αντί να μας αφήσουν στην ησυχία μας. Πώς δικαιολογείται τέτοια πρεμούρα για ένα πολιτικό πτώμα; Το εξηγούν πολύ καλά οι κλασικοί στο κομμουνιστικό μανιφέστο. Ένα φάντασμα πλανάται πάνω από τα κεφάλια τους...

Θα μου πεις, πρέπει να σεβόμαστε τους αγωνιστές και την ιστορία τους. Ενώ προφανώς το κόμμα δεν χρήζει σεβασμού, γιατί δεν έχει δική του ιστορία. Τη δανείζεται απλώς από όσους αγωνίστηκαν μέσα από τις γραμμές του, για να την καπηλευτεί. Γι’ αυτό μπορείς να του καταλογίσεις τα πάντα, κρατώντας για τον εαυτό σου το ακαταλόγιστο. Εξάλλου το κόμμα δεν είναι παρά ένας άψυχος και απρόσωπος μηχανισμός, με έδρα του το πιο κρύο απ’ όλα τα κτίρια της ελλάδας. Ενώ τα πρόσωπα είναι υπεράνω όλων.

Κι αυτό το είδος προσωπολατρίας, απλώνει μέχρι τις τελικές του συνέπειες και βρίσκει πολιτική έκφραση. Όχι μόνο στην κατ’ ευφημισμόν τοπική αυτοδιοίκηση, όπου ο κόσμος ψηφίζει πρόσωπα κι όχι συνδυασμούς, αλλά συνολικά. Ο μέσος μικροαστός αποφαίνεται με στόμφο για την ανυπαρξία μεγάλων ηγετικών προσωπικοτήτων στην εποχή μας και ακουμπά μελαγχολικά τον αγκώνα του στο παράθυρο, περιμένοντάς τον να ‘ρθει καβάλα στο ροζ άλογο, που αντικαθιστά τα πράσινα. Γοητεύεται με τις φαβορίτες του λούκι λουκ και του αλέξη, και χλευάζει το ανάστημα της αλέκας και του τζο ντάλτον, χωρίς να ενδιαφέρεται για το αντίστοιχο πολιτικό. Πάνω απ’ όλα η εικόνα, το πρόσωπο, το θεαθήναι. Για ένα στιλ ζούμε..

Και τι θα κάνει αυτός ο ηγέτης; Θα είναι ένα είδος τσακ νόρις, που μπορεί να πετύχει τα πάντα. Ο τσακ νόρις μπορεί να εξανθρωπίσει τον καπιταλισμό. Ο τσακ νόρις μπορεί να διαπραγματευτεί με την τρόικα. Ο τσακ νόρις θα μας βγάλει από το μνημόνιο, χωρίς να βγούμε από την ευρωζώνη. Ο τσακ νόρις θα φέρει ανάπτυξη και θα φορολογήσει το μεγάλο κεφάλαιο. Ο τσακ νόρις…

Όποιος μπορεί να σκεφτεί στοιχειωδώς όμως, γνωρίζει πως οι μεγάλες ιστορικές προσωπικότητες πάτησαν στις πλάτες άλλων γιγάντων για να αναδειχθούν στο προσκήνιο. Κι ο απλός λαός μπορεί να το δει πρακτικά και να φτάσει από άλλο δρόμο στο ίδιο συμπέρασμα. Η μπαρτσελόνα έκανε το μέσσι, κι όχι το αντίστροφο. Αν εξέλιπε από το αθλητικό προτσές, δε θα μπορούσε να τον εφεύρει η ιστορική αναγκαιότητα και να αναπληρώσει το αναντικατάστατο ταλέντο του. Αλλά ούτε αυτός είναι ο ίδιος, χωρίς το συγκεκριμένο περιβάλλον που τον ανέδειξε, όπως φαίνεται από την εθνική αργεντινής και τις μέτριες εμφανίσεις του.

Το πρόβλημα είναι τι μέλλει γενέσθαι, όταν δεν έχουμε μάθει ακόμα τα βασικά της μπάλας. Και όταν η αντίπαλη τάξη απαρτίζεται από μερικούς πολιτικούς νάνους, που στέκονται στις πλάτες άλλων νάνων, αλλά πατάνε στη δική μας αδυναμία και γιγαντώνονται. Και αυτό το θέμα κανείς τσακ νόρις δε μπορεί να μας το λύσει, αν δεν καταπιαστούμε εμείς με αυτό…

Τρίτη, 12 Μαρτίου 2013

Μεταρρύθμιση ή επανάσταση

Ποια είναι η σχέση μεταξύ μεταρρύθμισης κι επανάστασης; Αυτό είναι το ερώτημα που απασχολεί διαχρονικά όσους ομνύουν σε μια σοσιαλιστική προοπτική κι αποτελεί βασικό κριτήριο για το διαχωρισμό των συνεπών επαναστατικών δυνάμεων από τις ρεφορμιστικές.

Μια αρχική απάντηση θα ήταν ότι οι δύο αυτοί όροι έρχονται μεταξύ τους σε μια διαλεκτική, αντιθετική σχέση, με την έννοια ότι αντιτίθενται, χωρίς όμως να αποκλείουν η μία την άλλη. Αυτός ο διαλεκτικός χαρακτήρας προκαλεί ενίοτε τη μετατροπή του ενός πόλου στο αντίθετό του και τη μεταξύ τους ταύτιση.
Κι αυτό μπορεί να έχει διπλή ανάγνωση. Αφενός δηλ μια επιμέρους μεταρρύθμιση στη δοσμένη συγκυρία μπορεί να αποκτήσει στρατηγική σημασία και να προωθήσει μια σημαντική ρήξη, φέρνοντας προοδευτικά, απ’ την ίδια τη ροή των πραγμάτων κι όχι εγκεφαλικά, την επαναστατική υπόθεση στην ημερήσια διάταξη –όπως πχ η επίλυση του αγροτικού ζητήματος στη ρωσία του 17’ ή –όπως λένε κάποιοι- η διαγραφή του χρέους στη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα.
Υπάρχει όμως κι η αντίστροφη ανάγνωση, ότι ακριβώς στη δοσμένη συγκυρία, ακόμα και οι πιο μικρές επιμέρους μεταρρυθμίσεις, δε μπορούν να πραγματοποιηθούν στα πλαίσια του συστήματος, αλλά είναι δεμένες με το κεντρικό ζήτημα της ανατροπής του και προϋποθέτουν ριζικές αλλαγές σε επίπεδο πολιτικής εξουσίας –κι όχι απλής διακυβέρνησης.

Πέραν αυτού πάντως, το βασικό σε μια διαλεκτική σχέση δεν είναι ο αντιδιαλεκτικός συμψηφισμός των δύο πόλων, αλλά ο προσδιορισμός του πρωτεύοντος και καθοριστικού στοιχείου. Κι η πρωταρχική σημασία της επανάστασης σημαίνει ότι η έννοια της μεταρρύθμισης δε νοείται ξεχωριστά και αυτόνομα ως εναλλακτική στην επανάσταση, αλλά εντάσσεται σε αυτήν ως οργανικό της κομμάτι και την υπηρετεί.

Εφόσον λοιπόν δεν υπάρχει κάποια τυπική αντίθεση που να αποκλείει το συνδυασμό των δυο όρων, σε τι ακριβώς έγκειται ο ρεφορμισμός; Μα ακριβώς στην αποκοπή τους και την αυτονόμηση του πρώτου από το δεύτερο. Ρεφορμισμός πχ είναι η τελείως σχηματική αντίληψη του πι-πι, όπως την είχε εκφράσει παλιότερα σε κάποια ομιλία του: αφού δεν τίθεται ως άμεσο ενδεχόμενο η επανάσταση, είναι καιρός για μεταρρύθμιση –να ποιος είναι κατά πι-πι ο ρόλος των επαναστατών σε μη επαναστατικές εποχές.

Είναι η ίδια αντίληψη που σκιαγράφησε πολύ γλαφυρά στην κριτική της απέναντι στο μπερνστάιν η ρόζα λούξεμπουργκ λέγοντας πως η νομοθετική μεταρρύθμιση κι η επανάσταση δεν είναι δυο διαφορετικές μέθοδοι της ιστορικής προόδου που μπορεί να διαλέξει κανείς μες στο μπουφέ της ιστορίας, όπως θα διάλεγε τα κρύα και τα ζεστά λουκάνικα. Προσθέτοντας πως είναι δυο διαφορετικές στιγμές, όχι από την άποψη της χρονικής τους διάρκειας, αλλά από την άποψη του ουσιαστικού τους περιεχομένου. (…) Γι’ αυτό όποιος κηρύσσεται υπέρ της κοινωνικής μεταρρύθμισης σε αντικατάσταση και σε αντίθεση με την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας και της κοινωνικής επανάστασης, δεν επιλέγει στην πραγματικότητα έναν πιο ήρεμο, πιο ασφαλή και βραδύ δρόμο προς τον ίδιο σκοπό, αλλά ένα διαφορετικό σκοπό.
Ρεφορμισμός δηλ είναι η αντίληψη που διαχωρίζει χρονικά τους δύο όρους, πρώτα μεταρρύθμιση μετά επανάσταση, πρώτα η τακτική μας μετά η στρατηγική μας, ενώνοντάς τους φαντασιακά, σε ένα απώτερο θολό μέλλον, που μοιάζει λιγότερο πιθανό κι από τη δευτέρα παρουσία.

Ο ρεφορμισμός γενικά είναι η αντίληψη ότι τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο με μερικές μικρές αλλαγές, χωρίς ριζικές ανατροπές και δύσκολες συγκρούσεις· η οποία βρίσκει αντικειμενικά πρόσφορο έδαφος σε ανοδικές περιόδους καπιταλιστικής ανάπτυξης, αλλά γίνεται διπλά επιζήμια σε περιόδους κρίσης και καταστροφής παραγωγικών δυνάμεων, με πρώτη και κύρια την τον ίδιο τον άνθρωπο και την εργατική του δύναμη.

Έχουμε συνηθίσει να κάνουμε τον κλασικό διαχωρισμό ρεφορμισμού-επανάστασης, εστιάζοντας στα ειρηνικά, μεταρρυθμιστικά μέσα που προκρίνει ο πρώτος για την επίτευξη του τελικού σκοπού, που θεωρητικά παραμένει κοινός. Στην πραγματικότητα ωστόσο ο σύγχρονος ρεφορμισμός έχει αποβάλει σχεδόν κάθε αναφορά στον τελικό στόχο του σοσιαλισμού. Αυτά δεν πουλάνε πολύ εξάλλου την τελευταία εικοσαετία, μετά τις ανατροπές, και δε μένουν ούτε καν για ιστορικούς λόγους, όπως δείχνει το παράδειγμα του κκγ με τον πολιτικό συμβολισμό της αφαίρεσης του σφυροδρέπανου από το σήμα του.

Το μόνο που έχει κρατήσει λοιπόν ο ρεφορμισμός είναι η διαχειριστική λογική για όλα τα επιμέρους μέτωπα: συνεννόηση και διάλογος αντί για «στείρα, επαναστατική γυμναστική», επαναδιαπραγμάτευση κι υπεύθυνη στάση χωρίς εξαλλοσύνες, ανάπτυξη κι υγιής επιχειρηματικότητα ως προοπτική και γενική πολιτική κατεύθυνση για την έξοδο από την κρίση.

Πώς θα επέλθει όμως η σύνδεση των δύο στιγμών, των μεταρρυθμίσεων με τον τελικό σκοπό; Και πώς θα πετύχουμε αυτή τη σύνδεση, αν απορρίπτουμε ως ρεφορμισμό τα μεταβατικά αιτήματα; Εδώ είναι ο κόμπος του ζητήματος. Ας τα δούμε συνοπτικά και ομαδοποιημένα.

Πρώτη κατηγορία. Δε μπορούμε να παραπέμπουμε τα πάντα στο σοσιαλισμό και να μην παλεύουμε για τα άμεσα.
Έτσι είναι και για αυτό δεν το κάνουμε. Όπως λέγαμε και σε μια σχετικά πρόσφατη ανάρτηση, δεν υπάρχει κανείς χώρος με στοιχειωδώς σοβαρή παρουσία, που να μην καταπιάνεται με την άμεση, καθημερινή πάλη και τις διεκδικήσεις του εργαζόμενου λαού. Κι αυτοί που τις τρέχουν και τις παλεύουν συνολικά με σχετική επάρκεια και συνέπεια είναι ακριβώς οι μαζικές συσπειρώσεις όπου συμμετέχουν και δρουν οι κομμουνιστές, σε πλήρη αντίθεση με τη δράση των εραστών του άμεσου και του εφικτού.

Δεύτερη κατηγορία: δε μπορούμε να μην προβάλλουμε πολιτικά αιτήματα και να μένουμε στις οικονομικές διεκδικήσεις (μισθοί, ασφαλιστικό, φορολογικό, κτλ), γιατί αυτός είναι ένας στείρος οικονομισμός ή τρεϊντγιουνιονισμός όπως τον έλεγαν στην εποχή του λένιν, από τη συντεχνιακή λογική των αγγλικών εργατικών ενώσεων.
Αυτή είναι η κλασική αιχμή που άφηνε ο εξαφανισμένος μετά τις εκλογές καζάκης, ο οποίος προέτασσε την ανάγκη προβολής πολιτικών αιτημάτων. Αλλά ως τέτοια εννοούσε αποκλειστικά και μόνο τα δημοκρατικά, αντι-ιμπεριαλιστικά –γι’ αυτόν εξάλλου ο χαρακτήρας της οκτωβριανής επανάστασης δεν ήταν σοσιαλιστικός, αλλά καθαρά δημοκρατικός. Κι ως κατεξοχήν δημοκρατική πάλη προέβαλε τα γνωστά αιτήματα γύρω από το χρέος, ακολουθώντας μια καθαρά τεχνική οικονομίστικη ανάλυση: να μην πληρώσουμε το χρέος γιατί δεν είναι βιώσιμο, να εθνικοποιήσουμε τις τράπεζες γιατί έτσι κι αλλιώς τις πληρώνουμε, κτλ.

Παρεμφερής ήταν κι η κριτική άλλων δυνάμεων που έλεγαν ότι η πολιτική συνείδηση δε μπορεί να προκύψει στη βάση της συνεχούς και μονότονης επίκλησης της επανάστασης και του σοσιαλισμού, αλλά μέσα από πολιτικά μεταβατικά αιτήματα (γύρω από το χρέος και το νόμισμα) και την ίδια την πείρα των μαζών.

Η πολιτικοποίηση των αγώνων που αναπτύσσονται το τελευταίο διάστημα αποτελεί πράγματι το κατεξοχήν ζητούμενο, κι αυτό αποτελεί κοινή παραδοχή, σε φραστικό τουλάχιστον επίπεδο.
Πρώτη σταθερά είναι ότι η ταξική –καταρχάς- συνειδητοποίηση των εργατών, η συνείδηση της τάξης τους, των ιδιαίτερων συμφερόντων της και κατ’ επέκταση του αγώνα της για την κατάκτηση της εξουσίας, έρχεται στη βάση σκληρών ταξικών αγώνων –που είναι κυρίως οικονομικοί. Κι αυτό δεν αποτελεί καμίας μορφής οικονομισμό, αλλά αδήριτη πραγματικότητα, που κανείς δε μπορεί να την υπερπηδήσει. Σε αυτήν τη συγκυρία εξάλλου δεν έχουμε ένα ισχυρό εργατικό κίνημα που πάσχει από οικονομισμό, αλλά ένα αδύναμο κίνημα, χωρίς σαφή πολιτική στόχευση, που σ’ αυτή τη βάση αναπτύσσει «ασθένειες» όπως τη συντεχνιακή λογική.

Κατά δεύτερον. Αν σημαίνει κάτι το περίφημο απέξω του βλαδίμηρου κι η ύπαρξη οργανωμένης πολιτικής πρωτοπορίας, πέρα από τα συνδικάτα και τις εργατικές ενώσεις, αυτή είναι η σημασία της ιδεολογικής ζύμωσης. Ο ιδεολογικός αγώνας δε συνιστά σε καμία περίπτωση ιδεαλισμό, αλλά απαραίτητο κι αναντικατάστατο όπλο για τους κομμουνιστές. Κι αυτή η ζύμωση γίνεται ακόμα πιο πειστική, όσο δένεται με τις εξελίξεις και την κινούμενη πραγματικότητα.

Κι εδώ είναι όλο το ζουμί. Γιατί είναι ακριβώς η ίδια η αντικειμενική πραγματικότητα και όχι κάποιο εγκεφαλικό σχήμα που αναδεικνύει σήμερα τα αδιέξοδα του καπιταλισμού και την επικαιρότητα της σοσιαλιστικής προοπτικής ως εναλλακτική. Είναι η ίδια η εποχή που απαιτεί μια συνολική πειστική αντιπρόταση, κι όχι κάτι αποσπασματικό και μεσοβέζικο.

Και η συνείδηση των μαζών; Δεν πρέπει να πειστούν από την ίδια τους την πείρα για αυτήν την αναγκαιότητα;
Καταρχάς δε νομίζω ότι είναι η πείρα αυτό που λείπει από τον ελληνικό λαό σήμερα, ειδικά σε μια τόσο πυκνή σε γεγονότα κι εναλλαγές περίοδο –ο περίφημος συμπυκνωμένος πολιτικός χρόνος, που ακούμε σε διάφορες αναλύσεις. Αυτό που λείπει είναι το κόκκινο νήμα που διαπερνά όλο αυτό το εμπειρικό υλικό κι οδηγεί στα σωστά συμπεράσματα για τις αιτίες και τις λύσεις των προβλημάτων.

Εάν λοιπόν δε μιλάμε για τον αντικειμενικό παράγοντα –που είναι υπερώριμος, κτλ- αλλά για το τι καταλαβαίνει ο κόσμος κι ως πού μπορεί φτάσει η συνείδησή του, τότε προσωπικά δεν καταλαβαίνω γιατί δεν προτάσσεται τακτικά το φλέγον ζήτημα του ιδιωτικού χρέους, που αγγίζει πιο άμεσα από κάθε τι την πλειοψηφία του κόσμου. Και σε αυτό το σημείο οφείλουμε να είμαστε πολύ επικριτικοί κι αυτοκριτικοί για την «καμπανιακή» δουλειά που έγινε πχ με τα χαράτσια και δυστυχώς δεν αξιοποιήθηκε όσο έπρεπε για να δώσει ώθηση στις τοπικές κινήσεις στις γειτονιές –λαϊκές επιτροπές, κτλ.

Επιπλέον, μια προσπάθεια πολιτικοποίησης πρέπει να είναι συγκεκριμένη, να παίρνει υπ’ όψιν της το επίπεδο συνειδητοποίησης του κόσμου, όχι για να βρει το άλλοθι των ιδεολογικών της εκπτώσεων, αλλά για να το πάρει και να το ανυψώσει. Πρέπει να δοκιμάζει αιτήματα και τρόπους δράσης, να είναι πραγματικά ευέλικτη κι όχι δογματικά προσκολλημένη πχ σε πέντε σημεία, τα οποία περιφέρονται προς πάσα χρήση σα μεγάλη παρασκευή. Η σύνδεση των όρων που μας απασχολούν εδώ, δεν επιτυγχάνεται φαντασιακά, με τη διαρκή μονότονη επίκληση ενός αφηρημένου μεταβατικού προγράμματος, επειδή έτσι το θέλησαν αυτοί που το κατάρτισαν ή βασικά το υιοθέτησαν αυτούσιο από τους αριστερούς οικονομολόγους με μερικά πασπαλίσματα.
Υπ’ όψιν ότι σε αυτό το σημείο εξετάζω το ζήτημα αφήνοντας σκόπιμα κατά μέρος τον πολιτικό χαρακτήρα του προγράμματος, αν είναι ρεφορμιστικό, επαναστατικό κτλ, (χωρίς να το θεωρώ άσχετο ή δευτερεύον σε σχέση με τα υπόλοιπα) βλέποντας αποκλειστικά αν και κατά πόσο είναι λειτουργικό σε ένα επιμέρους σημείο: τη σύνδεση με το επίπεδο συνείδησης των μαζών.

Πώς μπορεί να επέλθει λοιπόν η περιβόητη σύνδεση; Αυτό είναι το διαχρονικό ζητούμενο που απασχολεί την τέχνη της πολιτικής και κάθε καλλιτεχνική φλέβα.
Χωρίς να προσπαθώ να υπεκφύγω, θέλω να σημειώσω εξ αρχής πως σε αυτά τα ζητήματα δεν χωράνε έτοιμες συνταγές, γιατί κινδυνεύουμε να φάμε τα μούτρα μας. Κι αυτή την έννοια είχε νομίζω το «βλέποντας και κάνοντας» που είχε γράψει κάποτε για τους επαναστάτες ο βλαδίμηρος, ο οποίος λειτουργούσε πάντα με ένα πολιτικό σχέδιο, αλλά ήξερε να το κρίνει διαλεκτικά και να μην κολλά σε παλιές φόρμουλες και συνθήματα.

Η συγκεκριμένη τακτική, τα λεγόμενα αιτήματα κρίκοι, πρέπει να παίρνουν υπ’ όψιν την ανάλυση της κάθε στιγμής, τις απότομες εναλλαγές και καμπές που θα προκύψουν, τις ευμετάβλητες λαϊκές συνειδήσεις και διαθέσεις. Με αυτή την έννοια είναι συνήθως πιο εύκολο να περιγράψει κανείς λεπτομερώς κάποιες γενικές αρχές και κατευθύνσεις για την κοινωνία του μέλλοντος –ακόμα κι αν η πραγματικότητα αποδειχθεί πολύ πιο περίπλοκη κι αντιφατική από τη γενική εικόνα που έχουμε, και εκδικηθεί τα σχέδια επί χάρτου που κάνουμε- παρά το συγκεκριμένο δρόμο που θα ακολουθήσει η εξέλιξη των πραγμάτων για να φτάσουμε σε αυτήν.

Εν πάση περιπτώσει, αν και μου λείπουν πολλά στοιχεία για να κάνω μια ασφαλή κι ολοκληρωμένη εκτίμηση της συγκεκριμένης περιόδου που διανύουμε, θα έλεγα ότι αυτό που ανεβάζει στη δεδομένη χρονική στιγμή το επίπεδο της συνείδησης του κόσμου είναι το σπάσιμο της λογικής της ανάθεσης, που έχει γίνει γάγγραινα, η επιλογή να πάρει την κατάσταση στα χέρια του και να μην περιμένει κανένα επίδοξο σωτήρα, ακόμα και κομμουνιστικής προέλευσης.
Κι αυτό ως βασικός κι αναντικατάστατος άξονας, ως βασική σταθερά, μπορεί να δέσει με οποιοδήποτε επιμέρους αίτημα, ανάλογα με τις απρόβλεπτες καμπές και τη μορφή που θα πάρει η όξυνση της κρίσης, των αντιφάσεων του συστήματος, των αντικειμενικών συνθηκών, καθώς και οι διαθέσεις του υποκειμενικού παράγοντα.

Αυτό νομίζω ότι έκαναν άλλωστε κι οι μπολσεβίκοι, δένοντας τη διεκδίκηση για γη, ψωμί κι ειρήνη με το σύνθημα: όλη η εξουσία στα σοβιέτ. Ή αλλιώς: γη κι ειρήνη με σοβιετική εξουσία.
Αυτό στη σημερινή εποχή θα μπορούσε να είναι η αποδέσμευση από την εε, η διαγραφή του χρέους, η και κάτι πιο ειδικό (ακόμα κι η ακύρωση του μνημονίου), που θα συγκινεί τις μάζες, αλλά θα συνδέεται άρρηκτα με το κεντρικό ζήτημα κάθε επανάστασης: την εξουσία. Κι ό,τι θυσίες είναι να υποστεί μετά ο λαός, να τις κάνει κάτω από τη δική του σημαία και για την υπεράσπιση της δικής τους εξουσίας και υπόθεσης. Όχι κάτω από την κίβδηλη σημαία της σωτηρίας της χώρας και του έθνους των καπιταλιστών.

Με άλλα λόγια κάτι σαν: λαϊκή εργατική εξουσία και ξερό ψωμί. Κι αν δεν υπάρχει αρκετό, θα καλύψουμε τα κενά στον επισιτισμό με παντεσπάνι…