Σάββατο, 9 Μαΐου 2009

Λόγω της ημέρας (9 του Μάη)

Η μέρα ήταν καλή και φάνηκε απ' το πρωί.
Πολύ καλός καιρός και μια λιακάδα να βγαίνεις έξω να κάνεις έρωτα με τις ηλιαχτίδες.
Η φύση ξυπνούσε απ' τη νάρκη της (σα σοβιετική αρκούδα) κι έδιωχνε τον χειμώνα όπως οι σοβιετικοί τους ναζί.
Μαζί με τη μαμά πατρίδα γιόρταζε κι η μητέρα φύση. Στο δικό μου μυαλό είναι περίπου το ίδιο (κι όχι μόνο λόγω της ημέρας).

Το παπαγαλάκι του κρεμλίνου κι ο ανταποκριτής ήθελαν παγωτό και μ' έκαναν να ζηλέψω (αυτό ήταν το πρώτο κι έτσι περάσαμε ήδη πολλά άλλα παιδάκια που ούτε καν άνοιξαν λογαριασμό για φέτος).
Με αυτά και με αυτά αργήσαμε μισή ώρα να πάμε στα ρώσικα και χάσαμε τη μεγάλη παρέλαση. Την οποία είδε κανονικά η καθηγήτριά μας που έχει δορυφορική τηλεόραση.

Όταν της είπα ότι η συγκίνηση που μου γεννούσε η μέρα, ήταν αντιστρόφως ανάλογη με αυτή που μου προκαλούν οι παρελάσεις ως θέαμα, έχω την αίσθηση ότι με στραβοκοίταξε (στιγμιαία).

Αμέσως μετά μας εξήγησε ότι δεν έχει βρέξει ποτέ τέτοια μέρα, γιατί βρίσκουν τρόπο και διαλύουν από την προηγούμενη τα σύννεφα.
Κι ύστερα έχεις το σοβιετικό κυριούλη να σου λέει ότι στην αγροτική παραγωγή υπάρχει ο αστάθμητος παράγοντας των καιρικών συνθηκών που μας εμποδίζει να έχουμε πλήρη πρόβλεψη και συνειδητή εκτέλεση.

Για να το πούμε πιο απλά, δε μπορούμε να έχουμε αντιστοιχία του αποτελέσματος της επενέργειας/της ανθρώπινης δραστηριότητας με τον προκαθορισμένο σκοπό, δεν είναι δηλ δυνατό να υπάρχει προτρέχουσα σύλληψη του αποτελέσματος με το αποτέλεσμα καθαυτό.
Τάδε εκλαΐκευσε παπαγαλάκι του κρεμλίνου.

Η αλίσια είναι η κυρία που μας κάνει ρώσικα (εμένα κι άλλους τρεις ομιλίτες αν και σπανίως έχουμε απαρτία). Είχε την ευτυχία να γεννηθεί και να μεγαλώσει στη σοβιετία και τη δυστυχία να τη δει να γκρεμίζεται και να αναρωτιέται ακόμα το γιατί.
Κάθε (κομμουνιστικό) σάββατο που πάμε και κάνουμε ρώσικα, εκτός από τη γλώσσα μαθαίνουμε κι ένα σωρό πράγματα για τη σοβιετία, τυλιγμένα με νοσταλγία και ζωντάνια που μόνο όποιος τα έζησε από κοντά μπορεί να τα έχει.
Κι έτσι τουλάχιστον μας μένει και κάτι, γιατί τα ρώσικα είναι πολύ δύσκολη γλώσσα που κατά το κοινώς λεγόμενο δεν παλεύεται.

Οι ιστορίες διαδέχονται η μία την άλλη.
Για τα πολύ φτηνά προϊόντα που τότε δίνονταν σε συμβολικές τιμές και τώρα κοστίζουν πανάκριβα, τις σχέσεις αλληλεγγύης μεταξύ των σοβιετικών ταβάριτς, τους καγκεμπίτες που τους ακολουθούσαν στα ταξίδια τους στο βλαντιβαστόκ (όλοι μαζί μια οικογένεια), τα μαθήματα που είχαν, την όρεξη για δουλειά (τα κομμουνιστικά σάββατα δεν είναι σοβιετική μυθολογία, υπήρχαν ακόμη κι επί μπρέζνιεφ)... κι άλλα πολλά που όταν μεγαλώσω θέλω να λέω στα παιδιά μου για να τρων όλο τους το φαγητό.
Αν δεν το κάνουν θα τους λέω ότι θα έρθει ο μπαμπούλας γκόρμπι να τους ανατρέψει και να διαλύσει τα πάντα.

Γενικώς οι ρώσοι έχουν μια πολύ ιδιαίτερη προφορά που πολλές φορές είναι σα να διηγούνται παραμυθάκι.
Ίσως αυτός να ήταν ο λόγος που πίστεψαν όλα όσα τους έλεγε ο γκορμπατσόφ για διαφάνεια κι ανασυγκρότηση.

Αλλά η ειδοποιός διαφορά στις ιστορίες που μας λέει η αλίσια (και στο παραμύθι της σοβιετίας εν γένει) είναι ότι δεν υπάρχει χάπι εντ.
Όλες καταλήγουν με μια απορία γιατί χάθηκαν όλα αυτά και με τη μόνιμη επωδό ότι η σημερινή νεολαία έχει χαλάσει εντελώς και πάει κατά διαόλου (ακολουθώντας ίσως την πορεία της χώρας της).
Κι όλες κινούνται στη γραμμή του μπλοκ και του κόμματος, καθώς τα πάντα άρχισαν να χαλάν κάπου στη μέση της δεκαετίας του ογδόντα με τον ιούδα τον γκόρμπι.

Η αλίσια ενσαρκώνει τα τυπικά χαρακτηριστικά του νέου -σοβιετικού- τύπου ανθρώπου. Είναι πειθαρχημένη κι εργατική σα σταχανοβίτισσα. Συνάμα όμως καλλιεργημένη, ευγενική και γλυκομίλητη. Και προπαντός καθόλου αυστηρή.
Αν οι εργάτες στη σοβιετία είχαν τέτοια επιτήρηση δε θα πιάναν ποτέ τα πλανα. Κι αν οι νόρμες προχωρούσαν με το ρυθμό που κάνουμε εμείς τις ασκήσεις μας, η σοβιετία θα κατέρρεε απ' τον πρώτο χρόνο.

Καλά τα υλικά κίνητρα, ακόμα καλύτερα τα ηθικά, αλλά πολλές φορές η απειλή του επιστάτη φαντάζει απαραίτητη. Το να είναι ο καθένας επιστάτης του εαυτού του προβάλλει ως ιδανικό, αλλά η αυτεπιστασία σήμερα είναι κομμάτι της αντίδρασης.
Μερικά πράγματα δεν αλλάζουν απ' τη μια στιγμή στην άλλη δια μαγείας. Όπου δεν πίπτει μαγικό ραβδάκι, ενίοτε πίπτει ράβδος.

Ωστόσο ο σοβιετικός τύπος ανθρώπου έχει κι αντιφάσεις.
Τις οποίες η αλίσια έδειξε να ενσαρκώνει απόλυτα όταν μας είπε ότι δεν πολυασχολείται με τα πολιτικά.
Ο χόμο σοβιέτικους καλείται να οικοδομήσει το σοσιαλισμό συνειδητά και στοχοκατευθυνόμενα, η συνείδηση δηλ θα παίζει πρωτεύοντα ρόλο.
Αλλά η (πολιτική) συνείδηση γεννιέται κυρίως στη βάση αγώνων και διεκδικήσεων. Και τι ακριβώς να διεκδικήσεις όταν σχεδόν όλα σου παρέχονται έτοιμα από το κράτος;
Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν μάθει να διεκδικούν στη ζωή τους.
Κι αυτό εξηγεί εν πολλοίς και την παθητική τους στάση το 91.

Πρόσφατα η μακεδονία έγραψε για την κατάσταση στο ιμχα που εδώ και μήνες έχει αφήσει όλο το προσωπικό του απλήρωτο.
Η αλίσια χάρηκε και πίστεψε ότι το θέμα θα δρομολογούνταν.
Ίσως στη σοβιετία να 'ταν έτσι τα πράγματα. Η ταξική πάλη επισήμως είχε καταργηθεί, η εργατιά έστεκε αδελφωμένη μαζί με την αγροτιά πλάι στη διανόηση κι αρκούσε μια απλή δημοσίευση στην πράβδα για να λυθούν τα προβλήματα.
Εδώ όμως χωρίς πάλη (ταξική) τέτοια ζητήματα δε λύνονται.

Σε επίπεδο κοινωνιών ως σύνολα (και οργανικά όλα) ισχύει λίγο-πολύ το ίδιο.
Αν οι αντιφάσεις είναι η πηγή κάθε εξέλιξης, πώς θα μπορούσαν στη σοβιετία να κινηθούν πιο γρήγορα από τον καπιταλισμό με τις τόσο οξυμένες αντιφάσεις (και τη ζωτική ανάγκη να τις ξεπεράσει);

Αν η μπρεζνιεφική στασιμότητα είναι κατά βάση καρπός της έλλειψης στρατηγικής, μια άλλη πτυχή της έχει να κάνει με την έλλειψη οξυμένων κι αξεπέραστων αντιφάσεων στη σοβιετική κοινωνία.
Από μια άποψη ο κομμουνισμός είναι η ουτοπία για την υπέρβαση όλων των αντιφάσεων. Κι η μπρεζνιεφική στασιμότητα είναι ό,τι πλησίασε περισσότερο σε αυτή την ουτοπία.
Τα παραπάνω είναι τυπικό δείγμα απλοϊκού λογοτεχνίζοντα μαρξισμού. Αλλά ποιος είπε ότι η λογοτεχνία δε λέει κι αυτή αλήθεια;

Παρόλα αυτά ακόμα και το απολιτίκ σοβιετικό έχει μέσα του κάτι πολιτικό.
Η αλίσια ξέρει τι ήταν αυτό που έζησε και γιατί το νοσταλγεί. Μπορεί να διηγείται κάποια πράγματα βιωματικά, αλλά ξέρει να τα εξηγεί με τρόπο απλό και βαθιά πολιτικό.
Και πάνω απ' όλα ξέρει να απαντά στην αντισοβιετική προπαγάνδα.

Εκείνη τη μέρα η κουβέντα πήγε στο οικιστικό ζήτημα της σοβιετίας.
Για το οποίο ο γκόρμπι ανάμεσα σε άλλες προφητείες έλεγε ότι μέχρι το 2000 η περεστρόικα θα το έλυνε οριστικά. Αυτός όμως εννοούσε το κοινό ευρωπαϊκό σπίτι με τους δυτικούς και κατά το κοινώς λεγόμενο μας πήδηξε το σπίτι. Με τη διαφάνεια έβγαλε τα του σπιτιού μας εν δήμω, μετά ξερίζωσε το φράχτη που μας προστάτευε στο βερολίνο κι όταν ένιωσε αρκετά δυνατός άρχισε να γκρεμίζει και τα θεμέλια.
Κι έτσι στο κατώφλι του 21ου αιώνα -που έγραφε κι ο μίμης- οι λαοί της σοβιετίας πισωγύρισαν θεαματικά στον 19ο και τώρα νοσταλγούν το σπίτι τους σαν ξεριζωμένοι.

Η αλίσια άρχισε να αποδομεί έναν-έναν τους αντισοβιετικούς μύθους.
-Τα σπίτια που ζούσαν οι σοβιετικοί δεν ήταν δικά τους. Κι όταν πέθαιναν δεν τα κληρονομούσαν τα παιδιά, τα έπαιρνε το κράτος.
-Φυσικά κι ήταν δικά τους. Και μπορούσαν να τα κληροδοτήσουν κανονικά. Αυτό που δε μπορούσαν ήταν να τα πουλήσουν.
Σε πολλούς όμως έχει περάσει ότι αν νικήσουν οι κομμουνιστές, το πρώτο πράγμα που θα χάσουν είναι τα σπίτια κι οι γυναίκες τους. Αμφότερα ιδιόκτητα κι ίσης περίπου αξίας για τον μέσο έλληνα.

-Στα σπίτια των σοβιετικών ζούσαν ο ένας πάνω στον άλλο.
-Πότε ήταν καλύτερα, όταν δεν είχαν πού να μείνουν;
Πληρωμένη απάντηση. Είμαστε μαζί της. Αν δει κανείς πόσοι είναι σήμερα οι άστεγοι στη ρωσία θα καταλάβει πολλά.

-Τα σπίτια τους ήταν ελάχιστα όμορφα και τραγικά ομοιόμορφα.
-Μια χαρά ήταν τα σπίτια. Τώρα είναι άσχημα που δεν τα βάφουν και δεν χτίζουν καινούρια.
Ένιωσα μέσα μου μια χορδή να πάλλεται. Η πράβδα στα καλύτερά της και σε ομιλούσα έκδοση.
Ούτως ή άλλως πάντα μου άρεσαν τα κουτόσπιτα. Απ' τα χρόνια του ανδρέα ακόμα. Που τα 'βλεπα στο σήμα της ερτ που μας έλεγε καληνύχτα με τα φώτα να σβήνουν ένα-ένα.

Η αισθητική ήταν θέμα που κατεξοχήν με δυσκόλευε.
Για κάποιους είναι ζωτική ανάγκη, τρόπος ύπαρξης των πραγμάτων στο σοσιαλισμό. Για μένα απλώς δεν είναι το πρωτεύον, πηγάζει πάντα από την ουσία, αλλιώς στερείται νοήματος.
Πολλοί σφοι θεωρούν τον σοσιαλιστικό ρεαλισμό αντιαισθητικό. Για μένα (που είμαι αναισθητικός) είναι το μόνο είδος σοβαρής τέχνης.

Ακόμα κι εδώ όμως παίζει να έχουμε δίκιο.
Το ανατολικό βερολίνο είναι πολύ πιο ωραίο από το δυτικό (αυτό τουλάχιστον λένε οι πηγές μου). Η πιο ωραία πόλη της ευρώπης είναι η πρωτεύουσα της σδ τσεχοσλαβακίας πράγα. Κι η σοβιετία είχε το πιο ωραίο μετρό στον κόσμο (μαζί με τον πιο ωραίο λαό κατά τη γνώμη μου).

-Τα σπίτια τους όμως δεν είχαν μπαλκόνια.
-Βεβαίως κι είχαν. Τα μπαλκόνια τους ήταν μεγάλα σαν κανονικά δωμάτια.
Απλά ξέρετε τι τους πειράζει αυτούς; Που δε μπορούσαν να έχουν πχ σπίτια με τζάκι. Πόσοι μπορούν όμως να τα αγοράσουν αυτά σήμερα;
Το μάτι μου έπεσε στο τζάκι του δωματίου πίσω από την αλίσια. Ίσως αυτή να είχε κι όσο ζούσε εκεί.

Σκέφτηκα ότι η οικοδέσποινά μας ζούσε στο πανόραμα κι ότι οι γονείς της στη σοβιετία ήταν στελέχη του καθεστώτος (σύμφωνα πάντα με τις πηγές).
Αλλά δεν πάει έτσι. Θα μπορούσε να είναι μια τυπική κάτοικος πανοράματος που θα έβριζε το παρελθόν της χώρας της, γιατί δεν την άφηνε να πλουτίσει. Αυτή αντιθέτως το υπεράσπιζε.

Την ομοιομορφία όμως δε μπορούσε να την αρνηθεί. Απλώς να την διακωμωδήσει.
Σε μια σοβιετική ταινία, ο πρωταγωνιστής γυρνάει μεθυσμένος στα στενά μιας ξένης –για αυτόν- πόλης, ώσπου βρίσκει την οδό όπου έμενε κανονικά στη δική του πόλη, πηγαίνει στον αριθμό του, προσπαθεί να μπει κι ανοίγει καβγά με τους σπιτονοικοκύρηδες γιατί πιστεύει ότι μπήκαν και του έκλεψαν το σπίτι.
Πλην της πόλης όλα τα άλλα ήταν ακριβώς ίδια.

Η αλίσια ωστόσο λέει ότι η ομοιομορφία δεν ήταν υποχρεωτική. Αν κάποιος ήθελε διαφορετική επίπλωση, ή διακόσμηση, δεν τον εμπόδιζε κανείς.
Αν προχωρούσαμε λίγο και το τζαστ ιν τάιμ στην παραγωγή, ίσως να είχαμε και ΑΤΜ επίπλων.

Όλο αυτό είχε και τη θετική του πλευρά.
Όταν έχτιζαν ένα θέατρο στη μόσχα, έφτιαχναν σε όλες τις μεγάλες πόλεις ένα ίδιο με το ίδιο όνομα. Το αυτό ίσχυε για τα στάδια, τα μουσεία, ακόμα και για το μετρό.
Η υπανάπτυκτη γεωργία είχε μετρό ήδη απ’ το 36 (κεντρικός σχεδιασμός διαλεκτικά δεμένος με αποκέντρωση).
Μόλις τώρα όμως απολαμβάνει την πρόοδο και τα καλά του καπιταλισμού.

Σε τελική ανάλυση πολλές πόλεις της ευρώπης είναι αυστηρά ομοιόμορφες. Σε πολλές περιοχές του λονδίνου για παράδειγμα, τα σπίτια είναι σα να έχουν βγει φωτοτυπία.

Στην περιπέτεια του αστερίξ στους βρετανούς, ο γκοσινύ σατιρίζει ανελέητα το λονδίνο.
Οι γαλάτες ψάχνουν έναν κλέφτη που τους πήρε το μαγικό ζωμό, παν σ’ ένα σπίτι όπου ο (ερυθρός) οβελίξ τα κάνει λίμπα, αλλά τελικά έχουν κάνει λάθος, γιατί έχει πέσει ένα λατινικό Ι απ’ τον οδοδείκτη κι αντί για το 17 μπήκαν στο 18 που ήταν απέναντι και το οποίο δε διέφερε ούτε κατά ένα γιώτα (πέραν του λατινικού) εξωτερικά.
Αυτά όμως οι δυτικοί τα βρίσκουν γραφικά και όμορφα, όχι ομοιόμορφα, ούτε κάτι που πνίγει την ιδιαιτερότητα.

Το ίδιο βράδυ στην πόλη λάμβαναν χώρα μια σειρά εκδηλώσεις και δρώμενα.
Το κόμμα για το μάη του 36, δυο σωματεία της οκδε για την κούνεβα κι οι αναρχικοί τριήμερη κατάληψη στη βιβλιοθήκη της άνω πόλης.
Παράλληλα η γυναίκα του σοβιετικού κυριούλη μαζί με άλλες γυναίκες που έζησαν στη σοβιετία, διοργάνωναν σε ένα αρμένικο συνεστίαση για να τιμήσουν τη μέρα της αντιφασιστικής νίκης των λαών.
Η αλίσια δεν ήθελε να έρθει γιατί δεν της αρέσουν τα εστιατόρια (!) κι εγώ δεν πήγα γιατί με πιάσαν οι ματζιριές μου. Πήγαν όμως κανονικά οι άλλοι ομιλίτες (για ανταπόκριση) κι ένας εκπρόσωπος του κόμματος (για να χαιρετίσει) με καλλιτεχνικό ψευδώνυμο (εδυεθ).

Μόνο το κόμμα έπιασε το νόημα της ημέρας και των επετείων της.
Αυτό για κάποιους σημαίνει ότι είμαστε καλοί για επετείους που λιβανίζουν το παρελθόν, χωρίς να το υπερβαίνουν, ενώ οι άλλοι πιάνουν το νήμα των αγώνων του σήμερα, δηλ της μόνης προοπτικής για το μέλλον.

Εγώ πάλι το διαβάζω διαφορετικά.
Στην πόλη του μάη του 36, ουδείς ασχολήθηκε με την επέτειο –πλην λακεδαιμονίων. Άσε που κάποιοι θεωρούν τους καπνεργάτες ξεπερασμένο επαναστατικό υποκείμενο χωρίς προοπτική.
Στην κομμουνιστική αριστερά που οφείλει το ζην στον κόκκινο οκτώβρη και το ευ ζην στην αντίσταση των λαών στον βήτα παγκόσμιο (όπου έζησε το αποκορύφωμά της) ουδείς ασχολήθηκε με την αντιφασιστική νίκη των λαών.
Ουδείς, πλην σοβιετικών και λακεδαιμονίων. Που για όσους σκέφτονται σαν την έλλη παππά, είναι περίπου το ίδιο.
Αυτά τα δυο μαζί λένε πολλά. Και για τους λακεδαιμόνιους και για τους άλλους.

Η συνεστίαση κύλησε λιτά και μπρεζνιεφικά με πολλές όμορφες στιγμές.
Τα εξωτικά γεωργιανά φαγητά με μια γεύση τραχειά σαν την προφορά του στάλιν.
Το ταρχούν, ένα πράσινο ανθρακούχο αναψυκτικό με γλυκιά γεύση, που στο μυαλό μου είναι η σοβιετική απάντηση στην κόκα κόλα.

Τα θεατρικά σκετσάκια πριν το φαγητό, που όπως λέει ο σοβιετικός κυριούλης ήταν κομμάτι της καθημερινότητας των σοβιετικών που ήταν πολύ καλλιεργημένος λαός.
Η δυναμικότητα των γυναικών που κατά τον σοβιετικό κυριούλη, αντανακλά την κοινωνική θέση και το ρόλο που είχαν στη σοβιετική κοινωνία.

Τα τραγούδια της εποχής που ήταν κυρίως ερωτικά για τους στρατιώτες που έφευγαν στο μέτωπο κι όχι μόνο εμβατήρια (αυτό του κόκκινου στρατού πάντως είναι αξεπέραστο).

Και μετά…
Μετά άρχισαν να παίζουν κάτι μπίτια της σύγχρονης ρωσίας..!
Όλο το μεγαλείο κι οι αντιφάσεις του ρωσικού λαού στην πίστα…
Οι ομιλίτες έχασαν πάσα ιδέα κι έφυγαν άρον-άρον, ενώ ο σοβιετικός κυριούλης φώναζε έξαλλος: αυτό είναι αντεπανάσταση…
Κι έτσι κατάλαβα γιατί δεν άρεσαν στην αλίσια τα εστιατόρια…

Δεν πειράζει. Έτσι κι αλλιώς τους αγαπάμε με τις αντιφάσεις τους, όπως τη σοβιετία.
Και τους δικαιολογούμε, λόγω της ημέρας…

2 σχόλια:

Μαύρος Γάτος είπε...

Ζντράστβουι ταβάρισα

Βσιό χαρασό, νο νικουντά νι ουβίντελ στό-τα αμπ Έλλη Παππά!

Μπρεζνιεφικό απολίθωμα είπε...

Ζντράστβουι.

Μετά το νικουντά τα υπόλοιπα με υπερβαίνουν. Τι ρήμα είναι το ουβίντελ;