Παρασκευή, 30 Νοεμβρίου 2012

Οι θέσεις για τον φόιερμπαχ

Οι πιο πιστοί αναγνώστες του ιστολογίου θα θυμούνται ίσως κάποιες παλιότερες αναρτήσεις της κε του μπλοκ για το σοβιετικό κυριούλη και τον όμιλο μελέτης επαναστατικής θεωρίας –ή απλώς σκέτο όμιλο. Ο τελευταίος μετά από κάποιες πρόσφατες περιπέτειες έχει πάψει επί της ουσίας να υφίσταται στη θεσσαλονίκη, έχοντας μάλλον ολοκληρώσει τον κύκλο του. Αυτό που γίνεται εναλλακτικά στη θέση του, είναι κάποια σεμινάρια με εισηγήσεις-διαλέξεις του σοβιετικού κυριούλη πάνω στα πιο σημαντικά έργα του μαρξ, οι οποίες γίνονται σε εβδομαδιαία βάση στο παιδαγωγικό.

Η τελευταία συνάντηση έγινε στο λυόμενο κτίριο δίπλα από τον πύργο, με θέμα τις θέσεις για τον φόιερμπαχ. Το ιστορικό πλαίσιο του έργου είναι στα μέσα της δεκαετίας του 1840, εν μέσω διωγμών κι εξοριών του μαρξ, λίγο μετά τη συνεργασία του με την εφημερίδα του ρήνου και τη γνωριμία του με τον ένγκελς, και λίγα χρόνια πριν το κύμα των αστικών επαναστάσεων του 1848 και τη συγγραφή του κομμουνιστικού μανιφέστου. Σε αυτό το έργο ο μαρξ καταγράφει συνοπτικά κάποια σημεία υπό τη μορφή θέσεων, με κάποιες ιδέες που θα αναπτύξει διεξοδικά στη γερμανική ιδεολογία, που θα τη συγγράψει μαζί με τον ένγκελς. Εκεί θα επιχειρήσουν από κοινού μια αναμέτρηση με τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής τους, μια κριτική αξιολόγησή τους, για να προχωρήσουν στην παρουσίαση μιας νέας κοινωνικής θεωρίας που θα την εκθέσουν πιο αναλυτικά στο κομμουνιστικό μανιφέστο. Επί της ουσίας πρόκειται για ένα προσωπικό «ξεκαθάρισμα» με το φιλοσοφικό κεκτημένο της εποχής τους, γιατί η γερμανική ιδεολογία θα παραμείνει απλώς χειρόγραφο, που θα παραδοθεί στην «κριτική των τρωκτικών» όπως είπε χαριτολογώντας ο μαρξ (και θα εκδοθεί μόνο μετά το θάνατό του).

Ας επιστρέψουμε όμως στο θέμα της συνάντησης.
Ήδη στην πρώτη θέση ο μαρξ ασκεί κριτική στον προγενέστερο υλισμό –τον προμαρξικό υλισμό, όπως θα λέγαμε σήμερα-, ο οποίος δεν εξετάζει τη φύση στην εξέλιξή της, αλλά στατικά και βλέπει τον άνθρωπο ως αντικείμενο, αφ’ υψηλού, εν είδει εποπτείας κι όχι ως ενεργό υποκείμενο, δημιουργό της ιστορίας και φορέα εργασιακής δραστηριότητας. Με αυτόν τον τρόπο αφήνει την εξέταση της δραστήριας, της ενεργητικής πλευράς του υποκειμένου στον ιδεαλισμό, ο οποίος αντιλαμβάνεται την εξέλιξη και το υποκείμενό της αφηρημένα και εξωιστορικά, έξω από την κινούμενη πραγματικότητα.

Παραδόξως αυτό το σημείο μοιάζει με την κριτική που ασκήθηκε αργότερα και στο έργο του ίδιου του μαρξ, ότι δηλ ασχολήθηκε αποκλειστικά με την επενέργεια του κοινωνικού είναι στην κοινωνική συνείδηση, αμελώντας να εξετάσει την αντίστροφη επίδραση του δυναμικού μέρους της αντιθετικής σχέσης, δηλ του υποκειμένου πάνω στις αντικειμενικές συνθήκες. Στο βαθμό που συνέβη αυτό όμως, όπως παραδέχτηκε αυτοκριτικά κι ο ένγκελς σε κάποια επιστολή του, ήταν γιατί οι κλασικοί έριξαν το κύριο βάρος στην αντιμετώπιση του κυρίαρχου ιδεαλισμού και της επιρροής του.

Στη δεύτερη θέση ο μαρξ μιλάει για την αντικειμενικότητα της σκέψης, που δεν ξεπηδά αυθόρμητα από το μηδέν, αλλά προκύπτει στα πλαίσια της ενεργητικής δραστηριότητας. Αν έτσι λοιπόν έχουν τα πράγματα, τότε η αντικειμενική αλήθεια είναι ένα πρακτικό ζήτημα, που δεν αποδεικνύεται μόνο θεωρητικά, αλλά σε σχέση με τα πράγματα και τον υλικό κόσμο.

Η τρίτη θέση πραγματεύεται τη διαμόρφωση της ανθρώπινης συνείδησης και της προσωπικότητας εν γένει. Πολλοί υποστηρίζουν ακόμα και σήμερα πως για να αλλάξει ο κόσμος πρέπει πρώτα να αλλάξουν οι συνειδήσεις και η εκπαίδευση που λαμβάνουν –μια αντίληψη που έχει τις ρίζες της στο διαφωτισμό. Κάτι τέτοιο όμως θα καθιστούσε σε τελική ανάλυση ως μοναδικό ενεργό ιστορικό υποκείμενο το δάσκαλο, ο οποίος αφενός έχει κι ο ίδιος την ανάγκη να διαπαιδαγωγηθεί –ακόμα και κατά τη διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας- αφετέρου δεν μπορεί να προκύψει πάνω από την κοινωνία και να συλλαμβάνει τις ιδέες έξω από αυτήν, ως εξωιστορικό υποκείμενο. Ο άνθρωπος αλλάζει αλλάζοντας το περιβάλλον του, διαμορφώνοντας τις συνθήκες που τον διαμορφώνουν. Να αλλάξουμε τη ζωή μας, αλλάζοντας τον κόσμο, όπως έλεγε παλιότερα κι ένα σύνθημα του φεστιβάλ. Στην ουσία δηλ ο άνθρωπος αυτοαλλάζει ως προσωπικότητα, μες στον αγώνα για την αλλαγή του κόσμου.

Η τέταρτη θέση αναφέρεται στις κοινωνικές προϋποθέσεις της εμφάνισης της θρησκείας. Ο ντιντερό έλεγε ότι η θρησκεία γεννήθηκε όταν ο απατεώνας συνάντησε τον αφελή. Και με αυτή την έννοια καταλαβαίνουν πολλοί και το περίφημο τσιτάτο του μαρξ για τη θρησκεία που είναι το όπιο του λαού. Στην πραγματικότητα όμως οι ψευδείς ιδέες-ιδεολογίες δεν είναι μόνο προϊόν συνωμοσίας, αλλά γίνονται κυρίαρχες γιατί πατάνε στον πραγματικό κόσμο, τις υλικές κοινωνικές σχέσεις και τις «ανάγκες» που δημιουργούν. Το όπιο δεν είναι –μόνο- το ναρκωτικό με το οποίο δηλητηριάζουν οι διάφορες εξουσίες τις μάζες, αλλά το παυσίπονο που χρησιμοποιούν οι μάζες για να αντέξουν τον άσπλαχνο κόσμο και την κοιλάδα των δακρύων –όπως αναφέρει στο ίδιο κομμάτι ο μαρξ. Όποιος λοιπόν ενδιαφέρεται για την καταπολέμηση κάθε λογής όπιου, πρέπει να πολεμήσει και την κοιλάδα των δακρύων, τον άσπλαχνο κόσμο που γεννά τις αυταπάτες και την ανάγκη για ψεύτικες ελπίδες. Με άλλα λόγια να αλλάξει την κοινωνική βάση που γεννά τις ψευδείς ιδεολογίες κι όχι το αντίστροφο –που θα ‘ταν ιδεαλιστικό. Ένας άνθρωπος κυρίαρχος της ζωής του και των υλικών όρων της δε θα ένιωθε καμία ανάγκη για την ύπαρξη και τον οίκτο μιας ανώτερης κυρίαρχης δύναμης (θεότητας) που θα δημιουργεί και θα ελέγχει τον κόσμο.

Οι κάθε λογής εξουσίες όμως δεν χρησιμοποιούν τις ψευδείς ιδεολογίες; Αδιαμφισβήτητα. Αλλά πού τις βρίσκουν; Τις κατασκευάζουν οι ίδιες; Αυτό θα προϋπέθετε ότι έχουν γνώση των σωστών ιδεών και τις κρατάνε για τον εαυτό τους. Στην πραγματικότητα όμως στις ταξικές κοινωνίες, ακόμα και οι κυρίαρχες τάξεις έχουν «παραμορφωμένη αντίληψη» του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Στην πορεία της εκδήλωσης, στο κομμάτι των ερωτοαπαντήσεων, πάνω στην εισήγηση, η συζήτηση στράφηκε στον εθνικισμό. Μπορούμε άραγε να πούμε ότι γεννιέται κι αυτός αυθόρμητα όπως το θρησκευτικό συναίσθημα-συνείδηση;
Ο περικλής απάντησε ως εξής: Μπορεί η γέννηση του εθνικισμού να συνδέεται με ιστορικά γεγονότα και πολιτικές πράξεις (όπως την επικράτηση του έθνους-κράτους στην πορεία ανάπτυξης του καπιταλισμού) και με ισχυρά πολιτικής-ιδεολογικής παρέμβασης στη συνέχεια (όπως τα εθνικά σχολεία, το μάθημα της πατριδογνωσίας, κτλ) ωστόσο δεν πρόκειται περί κατασκευης. Η πρώτη ύλη γεννήθηκε αυθόρμητα, καθώς πριν τα έθνη υπήρχαν εθνότητες –με κοινή γλώσσα, πιθανότατα κοινή θρησκεία, και κοινά ήθη κι έθιμα- οι οποίες αρχίζουν να διαμορφώνουν συνείδηση της ταυτότητάς τους στον ύστερο μεσαίωνα, όταν δηλαδή οι αναπτυσσόμενες εμπορευματικές σχέσεις ενώνουν και ομογενοποιούν περιοχές ή φέρνουν σε επαφή λαούς με διαφορετική κουλτούρα και πολιτισμό.

Ενδιάμεσα ο παυλίδης έκανε μια αρκετά ενδιαφέρουσα παρατήρηση περί εθνικισμού και φασισμού, που είναι στην ουσία αποχρώσεις του ίδιου φαινομένου και μία κατάσταση που προκρίνει η αστική τάξη κάθε φορά που χρειάζεται να υπερασπιστεί την εξουσία της και να πολεμήσει με όρους ευρείας, «λαικής» συμμαχίας. Κι αυτό ακριβώς έκανε σε διάφορες ιστορικές περιστάσεις (στη ρωσία μετά τον οκτώβρη, στον ελληνικό και ισπανικό εμφύλιο, ή στην κίνα με το κουόμιτανγκ), με μοναδική –και προσωρινή- εξαίρεση την επαναστατική κατάσταση στη γερμανία του 18-19’, όπου η σοσιαλδημοκρατία ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσε να επιλέξει σε εκείνη τη συγκυρία η γερμανική αστική τάξη, πριν «δώσει το δαχτυλίδι» στους εθνικοσοσιαλιστές του χίτλερ.

Κλείνοντας αυτή την παρένθεση και επιστρέφοντας στο αρχικό θέμα, παρακάμπτουμε την πέμπτη θέση για να σταθούμε στην έκτη, όπου ο μαρξ – χωρίς να παραγνωρίζει τη βιολογική υπόσταση του ανθρώπου- εντοπίζει και ορίζει ως ουσία του όχι κάποια κοινά βιολογικά χαρακτηριστικά, όπως έκανε ο προμαρξικός υλισμός, αλλά το σύνολο των κοινωνικών του σχέσεων, των μεταβαλλόμενων κοινωνικών δεσμών που αφήνουν τα ίχνη τους και στα βιολογικά στοιχεία του ανθρώπου.

Αν σκεφτούμε βέβαια ότι στο επίκεντρο των κοινωνικών σχέσεων βρίσκεται η εργασία και η παραγωγή εν γένει, μπορούμε να κάνουμε μια σύντομη παρέκβαση από τη φιλοσοφική διάσταση και να προεκτείνουμε τη σκέψη μας στη σημερινή πραγματικότητα, όπου η ανεργία κάνει πολλούς νέους να αισθάνονται μηδενικά από κοινωνική άποψη και επηρεάζει άμεσα τη βιολογική τους υπόσταση, από το άγχος και την παραίτηση μέχρι τη σεξουαλική αυτοπεποίθηση, ακόμα και τον τερματισμό της υπόστασης αυτής, σε κάποιες περιπτώσεις, με την αυτοκτονία.

Προσπερνάμε και τις επόμενες θέσεις – όπου μεταξύ άλλων ο μαρξ κριτικάρει την αντίληψη του υλισμού της εποχής του για την κοινωνία των ιδιωτών ως άθροισμα μεμονωμένων ατόμων και κατόχων εμπορευμάτων- για να περάσουμε στην ενδέκατη και τελευταία που είναι και η πιο κρίσιμη.
Οι φιλόσοφοι μέχρι τώρα απλώς ερμήνευαν τον κόσμο με διάφορους τρόπους, το ζήτημα όμως είναι να τον αλλάξουμε.

Κάποιες δυνάμεις, ξεχνώντας πως κάθε θέση του μαρξ για τον φόιερμπαχ προϋποθέτει αυστηρά και τις προηγούμενες, απομονώνουν αυτήν τη φράση και την ερμηνεύουν αυθαίρετα με βουλησιαρχικό τρόπο. Είναι αδύνατο όμως να αλλάξεις κάτι που δε γνωρίζεις. Το ζητούμενο είναι να ερμηνεύσεις τον κόσμο στην κίνηση του και να αξιοποιήσεις τους νόμους κίνησης για να τον αλλάξεις. Να βρεις τις αντιφάσεις που τον διέπουν, για να καταδείξεις την προοπτική – την οποία απορρίπτουν εξαρχής οι αστοί φιλόσοφοι, επιδιώκοντας την εμπέδωση του αιώνιου τάχα των καπιταλιστικών σχέσεων.

Εδώ θα κάνω μια δική μου παρέκβαση με ένα παράδειγμα που αν και φαινομενικά άσχετο ταιριάζει κατά τη γνώμη μου με την περίπτωση. Πολύς κόσμος καταναλώνει πρόθυμα ένα σωρό ελαφρά τηλεοπτικά και κινηματογραφικά προγράμματα, επειδή θέλει (όπως συχνά λέγεται) να ξεφύγει από την καθημερινότητα και τα προβλήματά του. Στην πράξη όμως αυτά τα σκουπίδια με τη ρηχή μεταφυσική και το προβλέψιμο αίσιο τέλος προσφέρουν στον τηλεθεατή μια ψεύτικη λύτρωση, ανέξοδη και αδιέξοδη, μια εικονική φυγή από την πραγματικότητα που τον κρατάει δέσμιο της υπάρχουσας κατάστασης. Ενώ οι ταινίες για παράδειγμα που πετυχαίνουν να εκφράσουν το ιδανικό του σοσιαλιστικού ρεαλισμού παρουσιάζουν την κινούμενη πραγματικότητα με τις αντιφάσεις της, δείχνοντας έτσι στο θεατή την πραγματική διέξοδο από τη μιζέρια του σύγχρονου κόσμου, που βρίσκεται στην πάλη για την αλλαγή του.

Η τρόπον τινά διάλεξη ολοκληρώθηκε με την παράθεση δύο-τριών αποσπασμάτων από τη γερμανική ιδεολογία, ως εισαγωγή στο θέμα της επόμενης συνάντησης, η οποία θα γίνει σήμερα το απόγευμα, λίγο μετά τις 6, στο παιδαγωγικό – για όσους θεσσαλονικείς τυχόν ενδιαφέρονται.

Τετάρτη, 28 Νοεμβρίου 2012

Ο ρόλος του παιδαγωγού στη διαμόρφωση της συνείδησης

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη λδ του βορρά, όπου παρακολούθησε την εκδήλωση της κομματικής αχτίδας εκπαιδευτικών και της τ.ο φιλοσοφικής της κνε, στον πύργο του παιδαγωγικού, για το ρόλο του παιδαγωγού (εφεξής ρτπ) στη διαμόρφωση της συνείδησης, με ομιλητή τον κυριάκο ιωαννίδη (κ.ι) από το τμήμα παιδείας της κετουκε. Παρακάτω θα προσπαθήσω να αναπαραγάγω αποσπασματικά κάποια σημεία της εισήγησης και της συζήτησης που ακολούθησαν με βάση το δικό μου βαθμό πρόσληψης, τις σημειώσεις που κράτησα και όσες τυχόν στρεβλώσεις αυτές περιέχουν, οι οποίες βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.

Αρχικά ο κ.ι έθεσε τις διαστάσεις του θέματος της εκδήλωσης βάζοντας μερικά ερωτήματα τα οποία συνδέονται με αυτό. Τι είναι προσωπικότητα; Τι είναι διαπαιδαγώγηση; Υπάρχουν κοινές αντιλήψεις σε αυτά τα ζητήματα ή διαφορετικές κατευθύνσεις που συγκρούονται; Και παρακάτω. Με ποια πλευρά συντάσσεται ο παιδαγωγός; Με τη στατική θεώρηση της διαπαιδαγώγησης και τους σκοπούς του σημερινού σχολείου, ή με την πάλη για την αλλαγή του; Αρκεί αυτή η πάλη αν δε συνοδεύεται με την πάλη για την πολιτική εξουσία; Και ποια είναι η θέση ενός εκπαιδευτικού που θεωρεί ότι η λύση σε αυτά τα ζητήματα θα έρθει μόνο μέσω της αλλαγής τάξης στην εξουσία; Μήπως αυτό βάζει όρια στη δράση του; Τα καθημερινά φαινόμενα υποσιτισμού και τα προβλήματα επιβίωσης που αντιμετωπίζουν πολλοί μαθητές καθιστούν ακόμα πιο επιτακτικά αυτά τα ζητήματα.

Την ίδια στιγμή, δεν υπάρχει επίσημο κρατικό κείμενο που να μην αναφέρεται στον ειδικό ρόλο του παιδαγωγού –πχ οι επίσημες εκθέσεις της εε και του οοσα, ακόμα και τα θέματα των πανελλαδικών εξετάσεων (πέρσι στην ιστορία για την εσσδ και το 2ο ππ, ή πρόπερσι στην έκθεση για τη δια βίου μάθηση) αποδεικνύουν την πολιτική διάσταση του θέματος. Στον πυρήνα της αστικής προσέγγισης βρίσκεται η δικαιολόγηση και διαιώνιση των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, της αστικής δημοκρατίας και της τυπικής ισότητας, όπου ο άλλος νοείται ως όριο και εμπόδιο. Η καλλιέργεια ορισμένων δεξιοτήτων, η προσαρμογή των μαθητών ώστε να αντιμετωπίζουν το διαρκές άγχος και την απογοήτευση, να αποδεχτούν το ρίσκο και την ατομική ευθύνη, η εμπέδωση του εθελοντισμού, της φιλανθρωπίας και της κοινωνικής συναίνεσης. Και φυσικά ο αντικομμουνισμός, που εξελίσσεται σε κεντρική κρατική πολιτική, περνώντας μέσα από τη διαστρέβλωση της ιστορίας και την εξίσωση του κομμουνισμού με το φασισμό και την τρομοκρατία.

Ποια είναι λοιπόν η απάντηση από τη σκοπιά της πρωτοπορίας, με ιδεολογικούς όρους –οι οποίοι μπορεί να γίνουν είτε υλικά εμπόδια είτε μαζικοί επιταχυντές της ιστορίας;
Ας επιστρέψουμε στο αρχικά ερωτήματα. Η προσωπικότητα εμφανίζεται στις ολοκληρωμένες κοινωνίες, στη βάση της εργασίας και της επικοινωνίας. Κάθε τι ανθρώπινο είναι 100 (κι όχι 90)% προϊόν κοινωνικών σχέσεων, της ανθρώπινης κοινωνίας κι όχι απλά ένα βιολογικό χαρακτηριστικό.
Οι αστοί δε συμφωνούν φυσικά με αυτήν την προσέγγιση. Ένα κοινό σημείο όλων των αστικών θεωριών στις διάφορες παραλλαγές τους είναι ότι αντιπαραθέτουν το άτομο με την κοινωνία και τις επιταγές του πολιτισμού με τα ζωώδη ένστικτα. Ενώ στο πεδίο της διαπαιδαγώγησης ψάχνουν τρόπους προσαρμογής του μαθητή στην κοινωνία –κι όχι τρόπους ανατροπής της- ή θεωρούν γενικά αντιδραστική την έννοια της αγωγής καθαυτή.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως πίστευαν ότι η διαπαιδαγώγηση ανοίγει δρόμους για τη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Ή όπως έλεγε ο μακάρενκο: μαθαίνει στον άνθρωπο πώς να ζει. Γιατί όμως –θα ρωτήσει κάποιος- έχει θέση η πολιτική σε αυτό το κομμάτι; Τι μας χρειάζεται η ταξική πάλη;
Αν κάποιος πιστεύει ότι ο σημερινός κόσμος είναι άδικος μεν, αλλά ο καλύτερος δυνατός, τότε θα δώσει αρνητική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα. Αν όμως θεωρεί ότι η καπιταλιστική κοινωνία δεν είναι ο τελευταίος σταθμός στην εξέλιξη της ανθρωπότητας, η απάντησή του θα ‘ναι διαφορετική

Γι’ αυτό η επιστήμη δε μπορεί να νοείται χωρίς γενικότερη επιστημονική κοσμοθεωρία, ως ένα απλό ουδέτερο σχήμα που εμπλουτίζεται κατά το δοκούν. Σε αυτό το σημείο ο κ.ι μας διάβασε ένα απόσπασμα από μια διάλεξη του λένιν για τους κομμουνιστές που πρέπει να κατέχουν όλο τον πλούτο της ανθρωπότητας, όχι για να τον παπαγαλίζουν σαν κούφια ταμπέλα, αλλά για να τον αφομοιώσουν ώστε να μπορούν να τον εξετάσουν κριτικά. Γιατί ο κομμουνιστής που περηφανεύεται για τον κομμουνισμό του με έτοιμες ιδέες είναι αξιοθρήνητος.

Την τελευταία δεκαετία έχει ανοίξει μια συζήτηση ως προς το αν η εκπαίδευση παραμένει κρίσιμος μηχανισμός ή αν η τηλεόραση και το διαδίκτυο –που καθορίζουν πρότυπα και στάσεις ζωής- έχουν αποκαθηλώσει την προτεραιότητά της. Το ζήτημα ωστόσο δεν είναι αμιγώς ποσοτικό, αλλά ποιοτικό και αφορά τις πλέον κρίσιμες λειτουργίες. Ο αντιδραστικός ρόλος του σύγχρονου σχολείου εξάλλου έχει να κάνει συνολικά με τις λειτουργίες του, κι όχι μόνο με το περιεχόμενο της διδασκαλίας του –η προσευχή πχ είναι μια μορφή αθόρυβης ιδεολογικής παρέμβασης. Το σχολείο λοιπόν είναι η άγουσα, κυρίαρχη δραστηριότητα για το μαθητή (όρος που καθιέρωσε ο βιγκότσκι κι η σοβιετική ψυχολογία), όπως είναι για το νήπιο το παιχνίδι και για τον ενήλικο η εργασία. Είναι ο προσωπικός άξονας, το περιβάλλον όπου κοινωνικοποιείται για 6-7 ώρες σε καθημερινή βάση. Το συγκεριμένο κοινωνικό είναι που καθορίζει τη συνείδηση (σύμφωνα με τη γνωστή φράση του μαρξ). Κι επίσης ένα κομμάτι του εποικοδομήματος που αλληλεπιδρά διαλεκτικά με τη βάση.

Όπως γράφουν οι κλασικοί στη γερμανική ιδεολογία, κυρίαρχη ιδεολογία σε μια κοινωνία είναι η ιδεολογία της κυρίαρχης τάξης. Με άλλα λόγια οι κυρίαρχες υλικές σχέσεις συλλαμβάνονται ως ιδέες. Αυτό μπορεί να φαίνεται αυτονόητο για να το αρνηθεί κανείς, αλλά η απάντηση που θα δώσει επηρεάζει τη στάση του και τα χαρακτηριστικά του αγώνα του.
Ένα τμήμα του οπορτουνισμού πχ, αποδέχεται γενικά αυτήν την κυριαρχία και το ρόλο των ιδεολογικών μηχανισμών, αλλά αρνείται να εντάξει το σχολείο ως κρίκο στον ενιαίο κρατικό μηχανισμό, θεωρώντας το ως κάτι αυτόνομο, όπου μπορεί να υπάρξει ελεύθερη διαπάλη. Δε βλέπει το κράτος ως όργανο ταξικής κυριαρχίας, αλλά ως σχέση, που καθορίζεται από αυτή τη διαπάλη, η οποία μπορεί να εκφραστεί πολιτικά και μέσω της κυβερνώσας αριστεράς.
Καταλήγει επομένως να αποσπά την πολιτική από την οικονομία και να αποθεώνει αφηρημένα την παιδαγωγική ελευθερία που γίνεται άλλοθι και φύλο συκής της υποταγής στην αστική νομιμότητα.

Η πραγματική ελευθερία όμως δε βρίσκεται στην αποσύνδεση της παιδείας από την πολιτική και την οικονομία, ή σε αφηρημένες γενικές διακηρύξεις, αλλά στην ταξική πάλη, τη σύγκρουση με την υπάρχουσα κατάσταση και τη σοσιαλιστική ανασυγκρότηση της κοινωνίας, όπως έγραφε το 27’ ο γληνός σε ένα κείμενο του εκπαιδευτικού ομίλου. Καθώς και σε παραδείγματα που αντλούμε από τη σοβιετική ένωση, αλλά και από την ελεύθερη ελλάδα, με το σύνθημα «ένας λαός, μία παιδεία» ως παιδαγωγικό ιδανικό –μια πείρα που μπορεί να ήταν μικρή σε διάρκεια, όχι όμως και σε σημασία.

Πώς μπορεί να εκφραστεί λοιπόν στο σημερινό πλαίσιο ο ρτπ; Τα καθήκοντά του, τόσο στην τάξη όσο και μες στο κίνημα, είναι σύνθετα.
Καταρχάς είναι κρίσιμο να μην έχει αυταπάτες ότι μπορεί πχ να γίνει η τάξη του μια σοσιαλιστική νησίδα. Να έχει συνείδηση δηλ των ορίων και του αντικειμενικού ρόλου της σημερινής εκπαίδευσης στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας, αξιοποιώντας παράλληλα κάθε δυνατότητα δράσης που του δίνεται στο υπάρχον ασφυκτικό πλαίσιο. Πρέπει επίσης να κατέχει στέρεα κοσμοθεωρητική βάση, γιατί ο μαρξισμός δεν είναι άλλη μία άποψη στο έδαφος του αστικού πλουραρισμού, αλλά η μοναδική επιστημονική προσέγγιση. Πρέπει να αποκαλύπτει την αλήθεια, να κεντρίζει το ενδιαφέρον των μαθητών για αυτήν, να μην την παρουσιάζει στεγνά και τυπολατρικά. Και να καταδείξει ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα που μπορούμε να τη γνωρίσουμε (κάτι που δεν είναι αυτονόητο ούτε καν για τις γνωσιοκεντρικές αστικές θεωρίες). Να κατανοήσει ότι η προσωπικότητα δεν περιλαμβάνει μόνο τη γνώση, αλλά και τη βούληση και το συναίσθημα. Δομείται δηλ στη λογική, την αισθητική (για το ωραίο) και την ηθική. Κι ότι η παρέμβαση του παιδαγωγού χρειάζεται και στα τρία πεδία. Να διαμορφώνει στάσεις ζωής, να εμπνέει τους μαθητές με την ηθική των επαναστατών, να γίνει δηλ αρχιτέκτονας των ανθρώπινων ψυχών και προσωπικοτήτων. Να είναι ο ίδιος ανώτερα διαπαιδαγωγημένος για να μπορεί να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων, αλλά και έτοιμος για να διαπαιδαγωγηθεί εκ νέου μες στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Στη συνέχεια περάσαμε στον κύκλο των ερωτοαπαντήσεων.
Ο κ.ι ομαδοποίησε τα πρώτα ερωτήματα για το σχολείο του σάμερχιλ και τη διαθεματικότητα κι είπε ότι η αστική σκέψη εξελίχθηκε με βάση τις αντιφάσεις και τις αδυναμίες της, κι αυτό εκφράστηκε σε διάφορες φιλοσοφικές αναζητήσεις στις δεκαετίες του 60’ και του 70’. Μία εξ αυτών ήταν του ντιούι, που είχε στο επίκεντρό της την άρνηση του σχολικού καταναγκασμού και τον πραγματισμό. Ένας πραγματισμός που υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει μία αντικειμενική αλήθεια, αλλά πολλές αλήθειες, εκ των οποίων παίρνουμε κάθε φορά αυτή που μας βολεύει στην πράξη –σύμφωνα με τη βασική αρχή του νεοθετικισμού. Η προσέγγιση του ντιούι θεωρεί τη μία αλήθεια καταπίεση και αρνείται να πάρει θέση στο βασικό ερώτημα της φιλοσοφίας για την ύλη και τη συνείδηση και για το αν η αλήθεια είναι αντικειμενική και συνεπώς γνώσιμη. Μπορεί επομένως το πείραμα του σάμερχιλ να είχε μια υπαρκτή βάση, αλλά δεν αποτελούσε την απάντηση στο πρόβλημα που θέλησε να επιλύσει.

Στον καπιταλισμό υπάρχει μόνο η ελευθερία του μοναχικού περιπατητή, μια σχετική ελευθερία, όπου δεν πρέπει να ξεχνάμε να συμπληρώνουμε κάθε φορά την ερώτηση: «ελευθερία από ποιον και για ποιον»; Παρεμπιπτόντως ο κ.ι άσκησε κριτική και στις δυνάμεις των παρεμβάσεων, που πριν απ’ την κρίση πίστευαν ότι θα μπορούσαν να αξιοποιήσουν τις διακηρύξεις του υπουργείου για την ευελιξία (ως μια πρώτη απόπειρα διαφοροποίησης του ενιαίου σχολικού προγράμματος) προς όφελος της παιδαγωγικής ελευθερίας –πχ με μαθήματα επιλογής. Κι έτσι πρόβαλλαν ως αίτημα του κινήματος εναλλακτικούς τρόπους υλοποίησης της κυβερνητικής πολιτικής.

Σχετικά με τη διαθεματικότητα απάντησε ότι εμείς δεν αρνούμαστε ένα μάθημα με πλούσια θεματική, αλλά την αποσπασματικότητα. Που αντί να πηγαίνει το μαθητή από το μέρος στο όλο κι αντίστροφα τον πηγαίνει από το μέρος στο μέρος, του δείχνει ασύνδετα φαινόμενα κι όχι την ουσία. Κάτι που γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στους αριστούχους μαθητές, που την επομένη των εξετάσεων αποβάλλουν τις άχρηστες αποσπασματικές γνώσεις που είχαν αποθηκεύσει, γιατί η κτήση τους έγινε μηχανικά, κι απέτυχε να κινητοποιήσει το συναίσθημα και το σύνολο της προσωπικότητάς τους.

Αναφέρθηκε επίσης στο καίριο ζήτημα της τεχνολογίας στα σχολεία. Είπε ότι η θέση μας δε μπορεί να είναι η ίδια με αυτήν που είχαμε είκοσι χρόνια πριν (για την εισαγωγή των η/υ στο λύκειο) κι ότι οι υπολογιστές είναι ένα εργαλείο που δεν είναι πανάκεια, ούτε μπορεί να αντικαταστήσει την τριβή και την επαφή με το βιβλίο, αλλά πρέπει να  χρησιμοποιείται (όχι με τη μορφή ξεχωριστού μαθήματος, αλλά) ως μέσο μάθησης κι όχι ως μέσο κερδοφορίας των μονοπωλίων στον χώρο της πληροφορικής, όπως σήμερα.

Θίχτηκαν επίσης τα ζητήματα: του «καθηγητικού κατεστημένου» και της απολυτοποίησης της διάκρισης «φοιτητές-καθηγητές» από τους αριστεριστές –και παλιότερα από την πασπ. Η διδασκαλία στις μικρότερες τάξεις του δημοτικού κι η έννοια της πλύσης εγκεφάλου. Και το ζήτημα των διαπολιτισμικών σχολείων (παλιότερα το κόμμα τασσόταν ενάντια στην ύπαρξή τους, και υπέρ της ένταξης των παιδιών της αλλοδαπής στο ενιαίο σχολείο, με ειδικά μαθήματα για να μαθαίνουν τη μητρική τους γλώσσα, την ιστορία, τη λογοτεχνία τους, κτλ –όπως δηλ έγινε με τους πολιτικούς πρόισφυγες που βρήκαν καταφύγιο στη σοβιετική ένωση κι άλλες λδ. Τώρα όμως που το κράτος κλείνει τα διαπολιτισμικά με αφορμή την κρίση, το βασικό μας σύνθημα είναι: κανένα παιδί εκτός εκπαίδευσης).
Δεν τα καταγράφω ωστόσο λεπτομερώς για να μην ξεφύγει περισσότερο σε έκταση η ανάρτηση.

Ίσως κάποιοι σύντροφοι να θεωρούν το θέμα αδιάφορο κι ότι δεν άξιζε μιας τόσο εκτενούς ανάπτυξης. Στην πραγματικότητα όμως οι κομμουνιστές που καλούνται να διαπαιδαγωγήσουν τις μάζες (και να διαπαιδαγωγηθούν από αυτές) οφείλουν να έχουν πάντα ευαίσθητες κεραίες σε ζητήματα παιδαγωγικής. Κι αυτή είναι –σύντομα και περιληπτικά- η δική μου (ελάχιστη) συμβολή στο θέμα της εκδήλωσης.

Δευτέρα, 26 Νοεμβρίου 2012

Και στα εκατό, θα ‘μαι πάλι εδώ...

...να σου τραγουδώ

-ανταπόκριση από την πολιτ(ιστ)ική παρέμβαση του κκε

Το βασικό σημείο αναφοράς της χτεσινής μέρας κατά τη γνώμη μου ήταν το στάδιο ειρήνης και φιλίας (σεφ). Μπορεί να επιλέχθηκε για να τονίσει τη σύνδεση με την εργατούπολη του πειραιά, όπου 94 χρόνια πριν ιδρύθηκε το σεκε, αλλά σε τελική ανάλυση προσφερόταν για μια σειρά προεκτάσεις και συνειρμούς.

Αφενός γιατί είναι ιστορικό στάδιο, με ρετρό ονομασία μπρεζνιεφικής κοπής –από την εποχή που ήταν ακόμα ακμαίο το φιλειρηνικό κίνημα- όπου σου ‘ρχεται αυθόρμητα να συμπληρώσεις στο τέλος ένα «των λαών». Και το οποίο έχει φιλοξενήσει μεταξύ άλλων την πρώτη εμφάνιση του ενιαίου συνασπισμού και το 12ο συνέδριο του κκε –πριν μεταφερθεί η διεξαγωγή τους στην έδρα της κε, στον περισσό- την ίδια ακριβώς χρονιά με το ευρωμπάσκετ και το τιρινινί.

Το οποίο μας φέρνει στο αφετέρου. Που είναι η υγιής οπαδική διάθεση και το γηπεδικό κλίμα που ενέπνεε η περίσταση. Και το οποίο είχε ξεκινήσει ήδη από τις άτυπες προσυγκεντρώσεις στους σταθμούς του ησαπ: θρύψαλλα τα τζάμια στον ηλεκτρικό, ο λαός ποτάμια, μέτωπο λαϊκό, το μόνο που ‘χω στόχο από παιδί μικρό, τη λαϊκή εξουσία και το σοσιαλισμό.
Ή εναλλακτικά.
Όλοι μπεί- όλοι μπεί- όλοι μπείτε μέσα, το τρένο να γεμίσουμε,
στον πειραιά να πάμε, σοσιαλισμό να χτίσουμε.
Κι ένα πάνω στη μεγάλη ένταση:
«τι-μή-στε» τον «ψεύ-τη» τον ο-πορ-του-νι-σμό.
Και αμέσως στο καπάκι η φωνή απ’ το άσπρο φορτηγάκι στα μεγάφωνα: Σύντροφοι και φίλοι. Προστατέψτε την ομάδα μας. Μην απαντάτε στις προβοκάτσιες. Όχι υβριστικά συνθήματα.

Εν τω μεταξύ όλα τα βαγόνια ήταν φίσκα: μη σπρώχνετε ρε παιδιά, χίλιοι σύντροφοι χωράνε, ένας φραξιονιστής περισσεύει. Τελικά παστωθήκαμε όλοι σα σαρδέλες. Κι όπως μας τράνταζε ο συρμός και πέφταμε ο ένας στην αγκαλιά του άλλου απ’ τους χειρισμούς του οδηγού, ήμασταν σίγουροι μέσα μας ότι θα πάμε άκλαυτοι κι ότι αυτή ήταν η προβοκάτσια που είχαμε προβλέψει και περιμέναμε. Κι ενώ πλησιάζαμε στο φάληρο, μία στάση μετά τη μικρή μόσχα στο μοσχάτο, το θυμικό έπαιζε περίεργα παιχνίδια κι επηρέαζε τις αισθήσεις:
Επόμενη στάση, ομόνοια. Μελλοντικά πλατεία μπελογιάννη. Next stop, Belloyannis square. Προσοχή στο κενό μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας.

Στη διαδρομή συζητούσαμε αν η ομιλία της αλέκας θα είχε τίποτα σημαντικές ανακοινώσεις, συνεδριακού περιεχομένου, και σκεφτόμασταν τι ευρήματα θα (θέλαμε να) έχει η γιορτή για τα 94χρονα. Πχ τα μέλη της κετουκε να κάθονται στο ταρτάν, με τέτοιο τρόπο που τα καθίσματα να σχηματίζουν τον αριθμό 94. Ή να μας δώσουν να κρατάμε καρτέλες που να σχηματίζουν το σφυροδρέπανο του κόμματος, ή ένα τεράστιο κολάζ με τη μορφή της γγ να δακρύζει, όπως ο μίσα, η μασκότ των ολυμπιακών της μόσχας.
Σώπασε γραμματέα μας και μην πολυδακρύζεις, πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά μας είναι.

Φτάσαμε σχετικά νωρίς, για να προλάβουμε να πάρουμε κλίμα από τις κερκίδες και την είσοδο των ομάδων στον αγωνιστικό χώρο. Συναντήσαμε ακροβολισμένους συντρόφους που πουλούσαν τα πάντα: από ημερολόγια σε μορφή παλιάς εφημερίδας, μέχρι σοβιετικές κάρτες και άλλα πιο παραδοσιακά προϊόντα. Και σκεφτήκαμε με πρωτοπόρο επιχειρηματικό πνέυμα, τι πωλήσεις θα έκανε μια κομματική μπουτίκ, με αξεσουάρ κι αναμνηστικά του κουκουέ, της κούβας και του ευρύτερου κομμουνιστικού κινήματος.

Κάναμε το σχετικό χαβαλέ μεταξύ μας, για το αν έχουμε όλοι προσκλήσεις για την ίδια θύρα και αν θα μας κάνουν σωματικό έλεγχο για κέρματα στην είσοδο –που θα πάνε για την οικονομική ενίσχυση. Και πιάσαμε θέσεις για να παρακολουθήσουμε την είσοδο σε στιλ παρέλασης των σημαιοφόρων νέων, με μια θάλασσα κόκκινες σημαίες, και από καμιά ελληνική, εδώ κι εκεί. Στην οροφή του γηπέδου, αντί για λάβαρα με τους τίτλους και τα πρωταθλήματα, είχε άλλα δικά μας, με τους κλασικούς, το σήμα του κόμματος και διάφορα συνθήματα. Ενώ τα δημοσιογραφικά θεωρεία ήταν επενδυμένα με το έμβλημα του κκε.

Ο κόσμος συνέχισε να έρχεται για αρκετή ώρα ακόμα, καθυστερώντας για λίγο την έναρξη του προγράμματος και γέμισε ασφυκτικά το στάδιο, ακόμα και πίσω από την κεντρική εξέδρα, σε βαθμό που χρειάστηκε να μαζέψουν οι σύντροφοι κάποια πανό και κορδέλες που κάλυπταν τη «νεκρή ζώνη» για να χωρέσουν οι όρθιοι. Εμείς εν τω μεταξύ κάναμε πλάκα ότι αν δεν χωράμε στο σεφ, μπορούμε να μετακινηθούμε δίπλα στο καραϊσκάκη. Κι αν δεν κάνω λάθος, αυτή ήταν η πρώτη φορά που γέμισε φέτος το σεφ, πάλι με κόκκινα χρώματα, αλλά καμία σχέση με τα ειωθότα.

Ευτυχώς πάντως το σεφ έχει συγκεκριμένη χωρητικότητα και δε μπορεί να δίνει ο καθένας τις δικές του αυθαίρετες εκτιμήσεις. 12 χιλιάδες χωράει συνολικά το στάδιο. Αν υπολογίσεις όμως και τις λυόμενες κερκίδες; Και αυτούς που ήταν κάτω, στο ταρτάν; Δε φτάνουμε κοντά στις 15 χιλιάδες; Βγάλε όμως το κενό πίσω από την εξέδρα. Μας κάνει... Κι η αστυνομία πόσους δίνει;
Ενώ το βασικό ερώτημα παραμένει: τι να ψήφισαν όλοι αυτοί άραγε στις τελευταίες εκλογές;

Η έδρα μας βέβαια ήταν κάπως κρύα, χωρίς παλμό κι οργανωτές κερκίδας, ή έστω ένα πέταλο με τους τιφόζι της σπουδάζουσας. Φταίνε ίσως κι οι αποστάσεις από τη σκηνή που ήταν πολύ μεγάλες –ενώ κι η γιγαντοοθόνη με τις προδιαγραφές της δεκαετίας με τις βάτες, δε βοηθούσε ιδιαίτερα. Αν και το βασικό πρόβλημα είναι ότι συνήθως καλούμαστε να παίξουμε στο γήπεδο του αντιπάλου: στη βουλή, στο γυαλί και πάντα με επικοινωνιακούς όρους, χωρίς ουσία. Όταν παίζουμε στο δικό μας γήπεδο όμως, γενικά «τους έχουμε», σχεδόν άνευ αντιπάλου, καλή ώρα.

Το πρόγραμμα ξεκίνησε με τους χαιρετισμούς του κκ των λαών της ισπανίας (που το όνομά του είναι μεγαλύτερο από το ποσοστό του) και του κκ τουρκίας. Οι εκπρόσωποί τους διάβασαν στη γλώσσα τους μόνο τις πρώτες φράσεις και το κλείσιμο του χαιρετισμού. Έτσι η μετάφραση με το πλήρες κείμενο στα ελληνικά, έμοιαζε με διαλεκτική αντιστροφή των διερμηνειών στις αθλητικές συνεντεύξεις τύπου, όπου ο προπονητής μπορεί να μιλάει κάνα λεπτό συνεχόμενα κι ο μεταφραστής στο καπάκι εξηγεί: νικήσαμε δίκαια σήμερα. Και τέλος...
Υπ’ όψιν ότι στην ισπανική τα αρχικά του κόμματος διαβάζονται ως κα-κα-έ. Βίβα ελ κακαέ ι ελ σοθιαλίσμο, που είπε κι ο κομπανιέρος στο τέλος.

Η ομιλία της αλέκας δεν έβγαλε κάποια είδηση για το συνέδριο, πέραν του ήδη γνωστού ότι η «προσυνεδριακή περίοδος είναι κοντά» (έ-έ-έρχεται) κι ότι πρέπει να έχουμε ανοιχτά μάτια σε όλες τις παρατηρήσεις καλής προαίρεσης, ακόμα κι αν είναι άδικες, γιατί μας βοηθάν να δούμε τις αδυναμίες και τα κενά που καλύπτει η αστική προπαγάνδα.

Είχε όμως κάποια ενδιαφέροντα σημεία, από τα οποία η κε του μπλοκ ξεχώρισε τα εξής.
Τη βιβλική αναφορά στη στήλη άλατος: «αν ο λαός κοιτάξει πίσω, προς το 2009 και τις χαμένες κατακτήσεις του, θα την πατήσει σαν τη γυναίκα του λωτ»*. Το σχόλιο για τις διακηρύξεις του σύριζα (για φιλολαϊκή μετάλλαξη της εε κι έξοδο από την κρίση χωρίς σύγκρουση) που δε θα γίνουν πράξη ούτε στη δευτέρα παρουσία –την ίδια μέρα ένα άρθρο στον κυριακάτικο ρίζο, μιλούσε για τις υποσχέσεις του σύριζα και την τρίτη παρουσία, ενώ τα μεγάφωνα στο στάδιο τόνιζαν ότι «η πρόταση εξουσίας του κκε είναι για το σήμερα». Γίνεται φανερό με άλλα λόγια ότι προσπαθούμε να αντιστρέψουμε (και με επικοινωνιακούς όρους) το αφόρητο κλισέ για το σοσιαλισμό που αφορά τάχα τη μετά θάνατον ζωή.

Το λαϊκό απόφθεγμα «στραβοπατήματα γίνονται και στον ίσιο δρόμο». Την κλασική φράση ότι ο άνεργος κι ο μισθωτός δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα από τη λαϊκή εξουσία, παρά μόνο να χάσουν τις αλυσίδες τους. Τον εύστοχο χαρακτηρισμό μιας πιθανής μελλοντικής κυβέρνησης «εθνικής σωτηρίας» με κορμό το σύριζα και ολίγη από ανελ, ως συνάντηση κοσμοπολιτισμού κι εθνικισμού. Την παραδοχή ότι έχουμε κάνει λάθη κατά το παρελθόν, όχι όμως από φόβο ή επειδή προδώσαμε το λαό, σε αντίθεση με τα συνειδητά εγκλήματα των αστών.

Την εκτίμηση ότι η άρνησή μας το μάη του 12’ στην πίεση για συμμετοχή σε μια αριστερή κυβέρνηση είναι ιστορικής σημασίας –κάτι που η αλέκα ανέφερε μαζί με τη διάσπαση του 68’.
Το συμπέρασμα ότι το κκε δεν ετεροκαθορίζεται –όπως του καταλόγιζε κάποτε η νδ, η οποία έλεγε ότι κάναμε τα γλυκά μάτια στο πασόκ, το οποίο πήρε μετά τη σκυτάλη, με τη λογική του αριστερού ψάλτη της δεξιάς, την οποία αναπαράγει και σήμερα ο σύριζα, ο οποίος βρίσκεται σε πλήρη σύγχυση ως προς το τι είναι δεξιά κι αριστερά σήμερα, η οποία έχει γίνει μια έννοια-χυλός, που χωράει σχεδόν τα πάντα. Μέχρι και τη μαριλίζα.

Την αναφορά στην αντίθεση μονοπώλια-λαός (μαζί με το δίπολο κεφάλαιο-εργασία) και στην απαλλαγή από τις ιμπεριαλιστικές εξαρτήσεις. Με την προσθήκη ότι μόνο το κουκουέ μπορεί να δώσει σήμερα νόημα σε έναν αγώνα για την εδαφική ακεραιότητα.
Αυτό το σημείο το είχε αναπτύξει πιο διεξοδικά στην ομιλία της στη διεθνή συνάντηση των κκ, στη βηρυττό, που δημοσιεύτηκε και στον κυριακάτικο ρίζο με τον πρωτοσέλιδο τίτλο: ο αντι-ιμπεριαλιστικός αγώνας είναι αντικαπιταλιστικός. Κι η οποία έχει πολύ ζουμί και ενδιαφέρον –όσο κι αν θελήσουν κάποιοι να την παρουσιάσουν ως ντροπιαστική, αντι-προγραμματική και γενικώς «νέα συμφωνία της βάρκιζας». Αλλά αυτό είναι το θέμα μιας άλλης ανάρτησης και μιας άλλης ιστοσελίδας, βασικά.

Απ’ το καλλιτεχνικό μέρος η κε του μπλοκ σημείωσε την αρχή με τους τυμπανιστές, που θύμισε κάπως την τελετή έναρξης του αθήνα 04’. Τους υψίφωνους από την ορχήστρα «εμπρός» -αν σημείωσα καλά- που έμοιαζαν με παλαίμαχους του κόκκινου στρατού, καθώς τραγουδούσαν τον «ιερό πόλεμο». Τον τρόπο εκτέλεσης των κομματιών του πρώτου μέρους, που μας έκανε να νιώσουμε... της λυρικής και μάλλον απέτυχε να πιάσει το σφυγμό του κόσμου στο στάδιο –κατά τη γνώμη μου τουλάχιστον. Και το σαφώς καλύτερο δεύτερο μέρος το οποίο τελείωσε με το «παιδιά σηκωθείτε» (να βγούμε στους δρόμους, γυναίκες και άντρες με όπλα στους ώμους). Κι είχες την αίσθηση ότι ο κόσμος ήταν έτοιμος να κάνει πράξη το στίχο και να βγει στους δρόμους για την επανάσταση.
Σύντροφοι αφήνουμε τις σημαίες και τα όπλα στο άσπρο φορτηγάκι.

Βγαίνοντας από το στάδιο μπορεί να είχαμε μια ελαφρά νοσταλγία για τη μαρία δημητριάδη, που εξέφραζε το πάθος άλλων πιο ηρωικών καιρών. Αλλά ίσως να είναι πιο ηρωικό τελικά να μένεις όρθιος σε καιρούς δύσκολους και εντελώς αντιηρωικούς. Κι αυτό είναι που κρατάμε από την χτεσινή μέρα.

Τα υπόλοιπα μπορείτε να τα δείτε και στην ιστοσελίδα του 902  που εκτός από τη ζωντανή κάλυψη της εκδήλωσης είχε και ζωντανό σχολιασμό, κάνοντας συνολικά πολύ καλή δουλειά.

Και του χρόνου...

*το οποίο ταίριαζε και με το όνομα ενός κιθαρίστα από τους μουσικούς που έπαιξαν (νώε).

Κυριακή, 25 Νοεμβρίου 2012

Ο πι-πι για το κράτος και την επανάσταση

Το καφέ έναστρο στην κυριολεξία ξεχείλισε από κόσμο που γοητεύεται ακόμα από το άστρο του τσε γκεβάρα κι είχε γεμίσει ασφυκτικά κάθε γωνία του βιβλιοπωλείου, ως και τις εισόδους. Ανάμεσά τους κι ο νέος πρέσβης της κούβας στην ελλάδα, ίσως στην πρώτη του δημόσια εμφάνιση στην χώρα μας, όπως μας πληροφόρησε ο πι-πι. Για δες μέρος που διάλεξε, ντεμπούτο για να κάνει...


Πρώτη στη σειρά μίλησε η καθηγήτρια νέδα κανελλοπούλου που έκανε μια σχεδόν αστική τοποθέτηση, σοσιαλδημοκρατικής χροιάς. Μας τόνισε τρεις φορές πως δε θα μιλήσει για την επανάσταση και επέλεξε να μιλήσει γενικά για τη σημασία του βιβλίου του καλτσώνη σε μια εποχή που διακηρύσσει το τέλος των ιδεολογιών και προβάλλει μια οικουμενική μη ιδεολογία. Μια αποϊδεολογικοποίηση που εκφράζεται σε διάφορα πεδία: τις δήθεν ουδέτερες αποφάσεις των τεχνοκρατών, τις συνταγές των μάνατζερ για την ανταγωνιστικότητα, την κοινωνική συναίνεση, κτλ. Μίλησε επίσης για το θρίαμβο της γερμανίας στην εε, την παγκόσμια οικονομική εξουσία των αγορών και των τραπεζών και την απαξίωση των κοινωνικών δικαιωμάτων με έναν ολοκληρωτικό τρόπο, που την ξενίζει...

Κότσαρε κάπου κι ότι η απεργία δεν είναι πλέον αποτελεσματικό μέσο, αλλά δεν έχουμε βρει το καινούριο, που θα την αντικαταστήσει. Συνέχισε με μια μικρή αναφορά στις θέσεις του καλτσώνη σχετικά με τη σύγχρονη αποικιοκρατία και την εθνική απεξαρτησία. Για να κλείσει με μια φράση του τσε για την αλήθεια –που την αναφέρει κι ο καλτσώνης στο βιβλίο του- συμπεραίνοντας ότι από αυτό πάσχει σήμερα η πολιτική (!), η οποία καλείται να πάρει θέση στο δίλημμα «μακιαβέλι ή τσε» -θυμίζοντας αρκετά το αντίστοιχο «μακιαβέλι ή μαρξ» της έλλης παππά.

Η σκυτάλη πέρασε στον πρόεδρο του ελληνοκουβανικού νίκου καρανδρέα, που είπε ότι 45 χρόνια μετά τη δολοφονία του ο τσε υπάρχει παντού: σε λάβαρα, αφίσες, μπλουζάκια και σε μια σειρά εμπορεύματα –μέχρι και μάρκα τσιγάρων έχει γίνει. Επίσης παρουσιάζεται με διάφορους τρόπους: ο τσε αυτόχειρας, ο τσε-χριστός, ή ο αντι-σοβιετικός και αντι-καστρικός τσε, για να στρεβλωθούν οι ιδέες του και η πορεία του.
Στη συνέχεια ακολούθησε τη δομή των κεφαλαίων του βιβλίου, και στάθηκε κάπως περισσότερο στη σημασία του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα, ως προϋπόθεση για τη σοσιαλιστική επανάσταση και το άρθρο του τσε για το «σχεδιασμό και τη συνείδηση στη μετάβαση στο σοσιαλισμό», όπου αναπτύσσει τις ιδέες του σχετικά με το ρόλο των ηθικών κινήτρων και το προϋπολογιστικό σύστημα χρηματοδότησης, που κινούνταν σε διαφορετική κατεύθυνση με τις μεταρρυθμίσεις που συντελούνταν εκείνη την εποχή στη σοβιετική ένωση.

Στην ομιλία του κουβανού πρέσβη –που βρίσκεται λίγο καιρό στην ελλάδα και δε μπορούσε προφανώς να μας μιλήσει στα ελληνικά, ούτε να διαβάσει το βιβλίο για να εκφέρει προσωπική άποψη- υπήρχε ένα πρόβλημα στη μετάφραση από τα ισπανικά, που το έλυσε ο από μηχανής πι-πι, ο οποίος συμπλήρωνε δημιουργικά ό,τι δεν καταλάβαινε, ή το μάντευε από τα συμφραζόμενα, κι είναι άξιος συγχαρητηρίων για αυτό.

Ο πρέσβης σημείωσε την εντύπωση που του προκάλεσε ο κόσμος που συγκεντρώθηκε κι είπε ότι είναι αδύνατο να μιλήσει κανείς για τον τσε χωρίς να αναφερθεί στην κουβανική επανάσταση, ή να αντιπαραθέσει το ένα στο άλλο, όπως έχουν προσπαθήσει διάφοροι κατά καιρούς. Είπε ότι ο τσε δεν ήταν αργεντίνος, ούτε κουβανός, αλλά πολίτης του κόσμου. Κι ότι το πρώτιστο μέλημά του ήταν η προετοιμασία του νέου ανθρώπου, που θα οικοδομούσε τη νέα κοινωνία. Αναφέρθηκε στις πρώτες συναντήσεις του κάστρο με τον γκεβάρα, όπου ο τσε ζήτησε να μην υπάρχει καμία δέσμευση μετά τη νίκη του αγώνα τους, που να τον εμποδίζει να πάρει μέρος σε άλλα επαναστατικά κινήματα. Καθώς και στο αποχαιρετιστήριο γράμμα του φιντέλ προς τον τσε, όπου εύχεται όλα τα παιδιά μας να του μοιάσουν και να γίνουν σαν αυτόν.

Ύστερα ήρθε η σειρά του παπακωνσταντίνου, που έκανε την πιο ενδιαφέρουσα ομιλία κι είπε περίπου τα εξής: η συζήτηση για το βιβλίο του καλτσώνη πριν από πέντε χρόνια θα έμενε πιθανότατα σ’ ένα στενό κύκλο μεταξύ μαρξιστών, αφού τα ζητήματα που πραγματεύεται δεν είχαν τεθεί στην ημερήσια διάταξη. Σήμερα όμως είναι εξαιρετικά επίκαιρο, καθώς τα ζητήματα του κράτους και της επανάστασης αφορούν για πρώτη φορά ίσως τη δική του γενιά (δηλ του πι-πι) και η τρέχουσα μεγάλη κρίση ανοίγει μπροστά μας δυνατότητες για το καλύτερο και το χειρότερο.

Εκ πρώτης όψεως υπάρχει ένα παράδοξο σε μια μελέτη του θεωρητικού έργου του τσε, καθώς ο γκεβάρα δεν ήταν κυρίως θεωρητικός, αλλά ξεχώρισε χάρη στην επαναστατική πρακτική του. Υπάρχει επίσης και η αστική μυθοπλασία που αντιπαραθέτει το «ρομαντικό, desperado» τσε στο σκληρό ρεαλιστή φιντέλ, όπως έκανε με τη ρόζα λούξεμπουργκ και το λένιν. Στην πραγματικότητα βέβαια αυτό που δε μπορούν να συγχωρήσουν στον κάστρο είναι ότι έχει «θάψει» δέκα αμερικανούς προέδρους και πάει για τον ενδέκατο.

Υπάρχει επίσης ένα ακόμα παράδοξο που κάνει μερικούς να αναρωτιούνται: τι έχει να μας προσφέρει ο τσε σήμερα, που είναι μια τελείως διαφορετική εποχή, χωρίς «ανοιχτές» χούντες και δικτατορίες; Παρόλα αυτά το θεωρητικό έργο του τσε έχει να πει πολλά στο σημερινό αναγνώστη. Ειδικά ένα απόσπασμά του που μιλάει για την εθνική αστική τάξη, που στάθηκε ανίκανη να κρατήσει αγωνιστική στάση και να το επιλύσει, γιατί φοβάται περισσότερο τη λαϊκή επανάσταση, θα μπορούσε να έχει γραφτεί για τη σημερινή ελλάδα που υφίσταται έναν εθνικό εξευτελισμό, πρωτοφανή μετά τα χρόνια της κατοχής ή μάλλον το διεθνή οικονομικό έλεγχο που της επιβλήθηκε μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, στα 1897.

Σήμερα λοιπόν τίθεται εθνικό ζήτημα. Κι αυτό που προξενεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι η στάση του κκε, που αποφεύγει να το θέσει, ενώ θα μπορούσε να προβάλει και να εκφράσει από προνομιακή θέση το εθνικό, αντι-ιμπεριαλιστικό αίσθημα του λαού, όπως είχε κάνει παλιότερα, στον πόλεμο της γιουγκοσλαβίας και την επίσκεψη κλίντον στην αθήνα –χαίροντας γενικής εκτίμησης για αυτή τη στάση του. Το κκε ακυρώνει με αυτόν τον τρόπο τον εαυτό του και χαρίζει αυτό το πεδίο στο σύριζα, έναν χώρο που παραδοσιακά μειονεκτούσε –από την εποχή του κκε εσ.- στον αντι-ιμπεριαλιστικό αγώνα.
Ας μην ξεχνάμε ότι από αυτόν τον χώρο προέρχεται το στέλεχος της δημαρ, που έγραψε το βιβλίο ιστορίας με το συνωστισμό της σμύρνης –όπου πέραν των άλλων δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στην οκτωβριανή επανάσταση και το πώς προέκυψε η εσσδ. Αλλά και συναγωνιστές όπως ο μηλιός, που εσχάτως ταυτίζουν με τους ανεξάρτητους έλληνες –αν όχι με την χρυσή αυγή- όσους τολμούν να μιλήσουν για έξοδο από το ευρώ.

Αντίστοιχο ενδιαφέρον παρουσιάζει το βιβλίο και για τα ζητήματα της δημοκρατίας. Όχι τόσο για όσα λέει ο τσε για τις χούντες της εποχής του, αλλά για τις εκτιμήσεις του καλτσώνη περί νέου απολυταρχισμού κι ενός απολυταρχικού κράτους εκτάκτου ανάγκης, όπως το χαρακτήριζε ο γκράμσι –κι όπως φάνηκε με τις συλλήψεις συνδικαλιστών στη θεσσαλονίκη για την υπόθεση φούχτελ.

Στις σελίδες του βιβλίου ο συγγραφέας κρατάει ως σταθερά τον άξονα λένιν-τσε, χωρίς όμως να επαναλαμβάνει το σύνηθες λάθος κάποιων μαρξιστών που κρατάνε από το βλαδίμηρο μόνο το κράτος και επανάσταση, αλλά πετάνε το πριν και το μετά: από τις δυο τακτικές της σοσιαλδημοκρατίας, όπου εμφανίζεται για πρώτη φορά στο λένιν η έννοια της ηγεμονίας, που θα χρησιμοποιήσει αργότερα ο γκράμσι, μέχρι τον αριστερισμό, που είναι –σύμφωνα με τον πι-πι- το τελευταίο μεγάλο έργο του. Σε μια σειρά έργα και άρθρα του ο βλαδίμηρος μας διδάσκει κατ’ ουσίαν πώς να είμαστε επαναστάτες σε μη επαναστατικές εποχές. Αντίθετα με όσους μιλάνε διαρκώς για την Επανάσταση με έψιλον κεφαλαίο, χωρίς να παίρνουν υπόψη τους τη συνείδηση των ανθρώπων που καλούνται να την πραγματοποιήσουν.

Σήμερα όμως δεν χρειαζόμαστε συνθήματα παντός καιρού, όπως η κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής – εξάλλου η επανάσταση στη ρωσία δεν έγινε με τέτοια αιτήματα- αλλά να σκεφτούμε τη λενινιστική έννοια του αδύναμου κρίκου (που ο πι-πι επιμένει να τον λέει αδύνατο), όχι με τη γεωγραφική έννοια, αλλά ψάχνοντας εκείνα τα συνθήματα που θα γίνουν κρίκοι και θα συσπειρώσουν τις μάζες. Μπορεί το πασόκ στην εποχή του να έκανε κάποιες μεταρρυθμίσεις, σήμερα όμως κανείς δε μπορεί να φανταστεί ότι θα παρθούν παρόμοια μέτρα χωρίς να υπάρξει σύγκρουση και χωρίς να επιφέρουν καίρια πλήγματα στο σύστημα.

Στη συνέχεια ο παπακωνσταντίνου αναφέρθηκε κριτικά (κι εν μέρει ίσως αυτοκριτικά προς το δικό του πολιτικό χώρο) στις δυνάμεις που προβάλλουν μόνο αρνητικά συνθήματα, χωρίς καμία θετική θέση –και δεν εννοούσε το κκε, που προβάλλει με το δικό του τρόπο κάποια θετικά συνθήματα. Αυτές οι δυνάμεις εγκλωβίζονται στην κουλτούρα του αντί και στοιχίζονται σε διάφορα τέτοια μέτωπα (της αντιπαγκοσμιοποίησης, το αντι-ιμπεριαλιστικό, κτλ), με στείρο καταγγελτικό λόγο, ξεχνώντας ότι δε μπορεί να υπάρξει καμία ρήξη κι ανατροπή, αν δεν έχεις κάτι να χτίσεις.

Ο πι-πι άφησε για το τέλος το ζήτημα του κόμματος που είναι αναντικατάστατη αξία, αλλά μπορεί να εξελιχθεί σε κατάρα, αν γίνει αυτοσκοπός και μετεξελιχθεί σε γραφειοκρατικό ζουρλομανδύα. Όπως έλεγε κι ο τρότσκι εξάλλου (!) στην ιστορία της ρώσικης επανάστασης, οι μάζες είναι αυτές που κινούν το έμβολο της ιστορίας κι όχι το κόμμα. Στην κούβα άλλωστε η επανάσταση δεν έγινε από το τοπικό κκ –που ήταν κατά φαντασίαν μαρξιστικό-λενινιστικό), αλλά από το κίνημα της 21ης απρίλη, που κήρυσσε αρχικά πίστη στο αστικό σύνταγμα του 1940 –το ενιαίο κκ σχηματίστηκε αργότερα.

Τα κόμματα είναι οργανισμοί που αλλάζουν και δε μπορεί να υπάρχουν ελέω θεού ή ιστορίας κόμματα, που δεν αλλάζουν ποτέ –προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Ο πι-πι έκλεισε το θέμα με μια ιστορική παρατήρηση πάνω στο ζήτημα της διαλεκτικής μεταξύ πολιτικού μετώπου με την οργανωμένη πρωτοπορία του κόμματος. Λέμε συχνά ότι το κκε έφτιαξε το εαμ. Αλλά είναι εξίσου σωστό ότι και το εαμ έφτιαξε το κκε, που πριν την κατοχή βρισκόταν σε τραγική θέση, διαλυμένο σχεδόν από την ασφάλεια του μανιαδάκη.

Στον επίλογο ο παπακωνσταντίνου είπε ότι όσοι τηρούν κριτική στάση –κι όχι πολεμική- στα υπάρχοντα πολιτικά κόμματα, δικαιούνται να παραμένουν ιστορικά αισιόδοξοι, παρόλα αυτά –θυμίζοντας πολύ εκείνο το προεκλογικό «παρόλα όσα αριστερά» του μπιτσάκη με το οποίο πριμοδοτούσε εμμέσως το σύριζα.

Στο κλείσιμο της εκδήλωσης ο καλτσώνης ήταν κάπως αμήχανος –πιθανόν να μην περίμενε τόσο κόσμο στην παρουσίαση του βιβλίου του. Ευχαρίστησε πρώτα απ’ όλα τους φοιτητές του, που είχαν έρθει μαζικά στο καφέ έναστρο και του ανταπέδωσαν με ένα θερμό χειροκρότημα. Είπε ότι δεν ξέρει αν αυτό το βιβλίο είναι το καλύτερό του, αλλά σίγουρα το θέμα που πραγματεύεται είναι το αγαπημένο του. Ότι χρειαζόμαστε ένα επαναστατικό κόμμα, που δε θα διαχειρίζεται το σύστημα, αλλά δε θα είναι και βερμπαλιστικά αποκομμένο από το λαό. Κι ότι η απουσία του καθιστά πολύ δύσκολη τη διάνοιξη διόδων για την εθνική ανεξαρτησία και για μια πραγματική δημοκρατία, από το λαό για το λαό. Για να κλείσει κι αυτός με τη φράση του τσε για την αλήθεια.

Δεν αμφιβάλλω καθόλου ότι ο καλτσώνης καταθέτει στο βιβλίο αυτό τις αλήθειες του, όπως τις καταλαβαίνει ο ίδιος. Η αλήθεια είναι όμως ότι κάποιος έπρεπε να θυμίσει στον πι-πι τη στάση του χώρου του τον καιρό της γιουγκοσλαβίας, και τα άσχημα αντανακλαστικά που επέδειξε. Να πει ότι ο τρότσκι είχε μια ιδιαίτερη ροπή στις γραφειοκρατικές μεθόδους κι αυτό αντανακλούσε εν μέρει και στις αντιλήψεις του για το κόμμα και τα συνδικάτα. Κι ότι η έννοια του αδύναμου κρίκου περιέχει και τη γεωγραφική διάσταση, σε αντίθεση με ό,τι πιστεύουν οι τροτσκιστές για την παγκόσμια επανάσταση και το αδύνατο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια μόνο χώρα. Η αλήθεια είναι ότι σήμερα δεν αρκεί ένα μίνιμουμ πρόγραμμα μεταβατικών αιτημάτων και μεταρρυθμίσεων για να μας σώσει από «την καταστροφή που μας απειλεί» και να κερδίσει τις μάζες. Κι ότι το βιβλίο του καλτσώνη –που δεν έχω προλάβει να το διαβάσω- δεν χρειαζόταν τη ρητορική δεινότητα και τον τροτσκίζοντα πολιτικό λόγο του πι-πι, για να κερδίσει πόντους.

Η αλήθεια είναι ότι κάποιος έπρεπε να τα πει όλα αυτά στον πι-πι, για να ανοίξει τουλάχιστον η πολιτική συζήτηση. Κι αυτός ο κάποιος ήταν ο ίδιος ο καλτσώνης, εφόσον δε μίλησε κανείς άλλος μετά από αυτόν –μόνο ένας σύντροφος διέκοψε σε κάποια φάση τον πι-πι, λέγοντάς του ότι αλλάζει το θέμα της εκδήλωσης. Αλλά αυτή η συζήτηση δεν άνοιξε ποτέ. Κι όπως είπε στο τέλος ο πι-πι συνεχίζεται στις ταβέρνες και τους χώρους κοινωνικής δικτύωσης!!

Φεύγοντας ένας παππούς μου είπε: «τι ανάλυση μας έκανε ο τύπος, ε;» εννοώντας προφανώς τον πι-πι. Αλλά δεν κατάλαβα αν το έλεγε σοβαρά ή για πλάκα. Κατά έναν περίεργο τόπο άλλωστε ίσχυαν και τα δύο. Είναι αυτή η οπορτουνιστική μαεστρία, που έλεγε κι ο γραμματέας του χρηματοπιστωτικού (βλέπε προηγούμενη ανάρτηση).

Σάββατο, 24 Νοεμβρίου 2012

Μια εκδήλωση στο Τιτάνια

ή εναλλακτικά, μια τιτάνια εκδήλωση…

Την περασμένη τετάρτη η κε του μπλοκ είχε γεμάτο πρόγραμμα. Το οποίο ξεκίνησε με την εκδήλωση της αχτίδας χρηματοπιστωτικού για τις θέσεις του κόμματος, στο τιτάνια με την αλέκα, ως ορεκτικό, και συνεχίστηκε με κυρίως πιάτο την παρουσίαση του νέου βιβλίου του καλτσώνη με τίτλο «ο τσε για το κράτος και την επανάσταση» από τις εκδόσεις τόπος, που έγινε στο καφέ-βιβλιοπωλείο «έναστρο» στη σόλωνος. Για επιδόρπιο στο τέλος είχαμε τις γλυκές αυταπάτες του πι-πι, που αφήνουν μια γεύση τρότσκι στον ουρανίσκο, αλλά είναι αρκούντως λάιτ κι εύπεπτες για κάθε τύπο στομαχιού, ακόμα και για γκουρμέ συνταγές του σαλονιού.

Ας τα πάρουμε με χρονική σειρά.
Λίγο μετά τις έξι ξεκίνησε στο τιτάνια η εκδήλωση του χρηματοπιστωτικού αφού πρώτα χαμηλώσαμε τα κινητά μας –χωρίς ωστόσο να τα κλείσουμε ή να τα βγάλουμε εκτός αίθουσας, όπως στις (κ)όβες. Ο γραμματέας της αχτίδας μας διάβασε τις θέσεις του κόμματος, εν είδει εισήγησης κι είναι κρίμα που δε μίλησε περισσότερο εκτός κειμένου, γιατί τις λίγες φορές που το επιχείρησε κέρδιζε περισσότερο την προσοχή του κοινού από κάτω.

Μας μίλησε μεταξύ πολλών άλλων: για το δίλημμα των αστικών επιτελείων σχετικά με το μέλλον της ευρωζώνης (σφιχτό και ισχυρό νόμισμα ή χαλαρή ευρωζώνη με πιο πολλά κράτη μέλη;), για τη σάπια καπιταλιστική κοινωνία που σερβίρει φρέσκα ναρκωτικά και ληγμένα τρόφιμα, τα τρία τέταρτα του ασφαλιστικού ταμείου των τραπεζικών που χάθηκαν με το τελευταίο κούρεμα. Για το παράδειγμα ενός εράνου αλληλεγγύης των εργαζομένων μιας τράπεζας για μια συνάδελφό τους στη βουλγαρία, που έπρεπε να συγκεντρώσει ένα αστρονομικό ποσό για μια χειρουργική επέμβαση –σε μια χώρα που μέχρι πριν από μερικά χρόνια, θα μπορούσε να την κάνει εντελώς δωρεάν! Αλλά και για τα αντίθετα παραδείγματα: τους συνδικαλιστές της εργατικής αριστοκρατίας που προωθούν τη δικηγορική οδό διεκδίκησης, αποτρέπουν τις απεργίες που στρέφονται ενάντια στην εργοδοσία και συμφωνούν με τη συντεχνιακή λογική ένα ταμείο ανά τράπεζα.

Μίλησε ακόμα για το πιστωτικό σύστημα στο σοσιαλισμό, που θα εκφράζεται από έναν κεντρικό δημόσιο φορέα με ριζικά διαφορετικές λειτουργίες από τις σημερινές. Κι έκανε μια παρατήρηση για τη μαεστρία του οπορτουνισμού, που διολισθαίνει κι αλλάζει θέσεις, η οποία θα μας φανεί χρήσιμη στη συνέχεια και γι’ αυτό την κρατάμε.

Το κωμικό στιγμιότυπο κατά τη διάρκεια της ομιλίας –που δε μπορεί να χαρακτηριστεί highlight γιατί ήταν μάλλον το αντίθετό του- ήταν μια προσωρινή ελαφρά συσκότιση που «έφτιαξε ατμόσφαιρα» κι επιβράδυνε το ρυθμό ανάγνωσης του εισηγητή. Αλλά ευτυχώς λύθηκε γρήγορα. Γιατί αν δεν καώ εγώ αν δεν καείς κι εσύ, πώς θα γενούνε τα σκοτάδια φως;

Στη συνέχεια ακολούθησαν οι ερωτήσεις του κοινού, για να τις μαζέψει η αλέκα. Κι ανάμεσα σε άλλες, υπήρχε κι ο κλασικός καημός του πικραμένου κουκουέ: αφού έχουμε άριστο πρόγραμμα (και μάλιστα εμπλουτισμένο) και τα λέμε τόσο καλά (αρκεί να μην είναι στην τηλεόραση), με επικεφαλής την αλέκα (κάτσε να δούμε όμως και το συνέδριο), γιατί δεν πείθουμε τον κόσμο κι είμαστε μόλις στο 4,5%, ενώ θα ‘πρεπε να ‘χουμε τουλάχιστον 15%; Η γγ μάζεψε και τις υπόλοιπες ερωτήσεις και προχώρησε στις απαντήσεις, που είχαν μερικά πολύ ενδιαφέροντα σημεία.

Κατά πρώτον, το πιο σοβαρό ζήτημα είναι γιατί δεν καταφέραμε να πείσουμε ριζοσπαστικές δυνάμεις που μετέχουν στο κίνημα. Ο κόσμος που είναι εκτός κινήματος δεν πείθεται εύκολα, γιατί του λείπει η πείρα και δε μπορεί να καλύψει ιδεαλιστικά, με άλμα αυτό το κενό.
Κατά δεύτερον, και χωρίς να υποτιμάμε τις δικές μας αδυναμίες –σύντομα εξάλλου θα ξεκινήσει και η διαδικασία του προσυνεδριακού, όπου θα συζητηθούν ανοιχτά- ο κόσμος δεν πείθεται μόνο από την ρητορική δεινότητα κάποιων λαοπλάνων πολιτικών. Τι πειθώ είχαν εξάλλου ο γιώργος παπανδρέου, ή ο σημίτης –που μπορεί να είχαν άλλες ικανότητες, αλλά το λέγειν δεν ήταν το δυνατό τους σημείο;

Ο κόσμος λοιπόν πείθεται γιατί υπάρχει ακόμα μια ισχυρή ανάμνηση από μια προηγούμενη εποχή με κατακτήσεις και δικαιώματα, ή ακόμα και από το πρόσφατο παρελθόν, με το πάρτι των επιδοτήσεων, που ένα μέρος τους, αντί να το δίνουν πχ κατευθείαν στους μεγαλοβιομήχανους, το έδωσαν στους αγρότες, για να πουλάνε φτηνά προϊόντα και πρώτες ύλες στους καπιταλιστές. Αυτή η εποχή όμως, που ο καπιταλισμός μπορούσε να δίνει κάτι, έχει τελειώσει οριστικά και δε μπορεί να γυρίσει πίσω. Κι αυτό πρέπει να γίνει συνείδηση σε έναν κόσμο που αναπολεί τις χαμένες κατακτήσεις του.

Όχι επειδή εμείς σνομπάρουμε τις κατακτήσεις ή είμαστε μοιρολάτρες κι ηττοπαθείς. Αλλά επειδή ο καπιταλισμός έχει περάσει αντικειμενικά σε άλλη φάση εξαιτίας και του νόμου που είχε ανακαλύψει ο μαρξ: της τάσης μείωσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Και αυτό τείνουν να το ξεχνάν πολλοί, πάνω στο ζήλο τους να κάνουν πολεμική στο κόμμα.

Το άλλο ζήτημα είναι τι σημαίνει ισχυρό κουκουέ, ποιοι δείκτες στο κίνημα το μετράνε και κατά πόσο μπορούμε να μιλάμε για πραγματικά δυνατό κουκουέ, εφόσον οι δείκτες αυτοί (πχ το ποσοστό των εργαζομένων που οργανώνονται στο σωματείο) είναι σε τόσο χαμηλά επίπεδα. Κι εδώ είπε η αλέκα, έχουμε και εμείς σοβαρή ευθύνη ως κόμμα για την καλλιέργεια κοινοβουλευτικών αυταπατών στον περίγυρό μας, όταν είχαμε καλύτερα εκλογικά ποσοστά. Ενώ έπρεπε να ανησυχήσουμε τα μέλη μας και τον περίγυρο ότι αυτά δεν πατούσαν σε στέρεα βάση και δεν αντανακλούσαν την εικόνα του κινήματος.

Το κόμμα έπεσε εκλογικά, γιατί αρνήθηκε να συμμετάσχει σε μια αριστερή κυβέρνηση διαχείρισης. Κι ο κόσμος στράφηκε προς το σύριζα, με ένα μίγμα φόβου (να συγκρουστεί) κι αυταπατών, επειδή του υποσχέθηκε εύκολες λύσεις. Απέκρυψε όμως την αλήθεια για το «κακό μνημόνιο», που δεν ήταν παρά η επιλογή της αστικής τάξης για να αντιμετωπίσει την κρίση. Να απαξιώσει την εργατική δύναμη και σε δεύτερη φάση ένα μέρος του κεφαλαίου. Αυτό είναι το μνημόνιο.

Οι εύκολες λύσεις που υπόσχεται ο σύριζα, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν ούτε στη δευτέρα παρουσία, ακόμα κι αν πάρει 90% και σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση, όπως στην κίνα –όπου έχουν καραμπινάτο καπιταλισμό. Κι αυτό είναι αντικειμενικό, χωρίς να κάνουμε δίκη προθέσεων και της ηθικής τους –αν και ο οπορτουνισμός είναι κατεξοχήν ανήθικος. Όπως είναι αντικειμενικό ότι για να γίνουν επενδύσεις –που λέει ο σύριζα- πρέπει πρώτα να απεξαρτηθείς από τις δεσμεύσεις και την εξάρτηση που σου επιβάλλουν η εε και τα μονοπώλια.

Αυτή η αναφορά στην εξάρτηση ήταν και το τελευταίο σημείο που ακούσαμε ζωντανά, γιατί θέλαμε να προλάβουμε και τη βιβλιοπαρουσίαση του καλτσώνη. Τα υπόλοιπα τα είδαμε την επόμενη ημέρα στο ριζοσπάστη και σε αυτό το βιντεάκι που ανέβηκε στο διαδίκτυο. Όποιος δεν το έχει κάνει, αξίζει τον κόπο, έστω και λίγο καθυστερημένα, δεν έχει μπαγιατέψει η ουσία τους.

Το ερώτημα βέβαια είναι πόσο εύκολο είναι να πείσεις μαζικά τον κόσμο ενός κλάδου που συνήθισε να σκέφτεται συντεχνιακά και σκέφτεται ότι στο σοσιαλισμό δε θα υπάρχει παρά μόνο μια κεντρική τράπεζα, ενώ οι υπόλοιποι εργαζόμενοι θα αξιοποιηθούν σε άλλα πόστα. Πόσο εύκολο είναι άραγε να το αποδεχτεί και να παλέψει για αυτό, ως άμεσο στόχο; Αν και η κρίση αφαιρεί αντικειμενικά από τις αυταπάτες το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσονταν τόσα χρόνια. Και δίνει τη δυνατότητα για πιο ουσιαστική παρέμβαση και καλύτερη δουλειά με τις μάζες.

Με αυτές τις σκέψεις αφήσαμε το τιτάνια και κατευθυνθήκαμε προς το έναστρο, για να ακούσουμε τον τιτάνα της τροτσκιστικής σκέψης πέτρο παπακωνσταντίνου και τους υπόλοιπους ομιλητές στην εκδήλωση για το βιβλίο του καλτσώνη. Αλλά αυτά θα τα δούμε στο δεύτερο μέρος.

Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2012

Μες στην ισόγεια την ταβέρνα

Προχτές η κε του μπλοκ βρέθηκε σε ένα ταβερνάκι της καισαριανής για την εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη για τον άγνωστο βάρναλη και 19 αδημοσίευτα ποιήματά του, που είτε δεν είχαν συμπεριληφθεί στις συλλογές που έχουν εκδοθεί, είτε βρίσκονταν στο προσωπικό αρχείο του ποιητή, που φυλάσσεται στη γεννάδειο βιβλιοθήκη κι αξιοποιήθηκε για τους σκοπούς της μελέτης, με την άδεια της ευγενίας βάρναλη.


Μια μελέτη που έγινε βιβλίο από τις (πολύ ενδιαφέρουσες και με πολιτικό στίγμα) εκδόσεις εντός, και κατάφερε να μαζέψει πολλούς εκλεκτούς και σημαντικούς ανθρώπους, όπως σημείωσε ένας από τους εισηγητές. Και δεν εννοούσε εμάς, όπως είπε χαριτολογώντας ο σύντροφος οικοδόμος απ’ το τραπέζι μας. Αλλά πρωτίστως τον αειθαλή καλλιτέχνη γιώργο φαρσακίδη που έδωσε το παρών. Κι από κοντά τον καλαμούκη της ελληνοφρένειας, τη μηλιαρονικολάκη από το τμήμα πολιτισμού της κετουκε -που μας μοίρασε και μια πρόσκληση για τη σατιρική θεατρική παράσταση φως που πάντα καίει, τον νίκο μπογιόπουλο, το διονύση τσακνή, τον σκαμνάκη από το ναρ και πολλούς άλλους.

Μες στην… ισόγεια την ταβέρνα λοιπόν, όπως είπε ο μπογιόπουλος στο άνοιγμα, κι όπως μάλλον θα προτιμούσε και ο μπαρμπα-βάρναλης, παρακολουθήσαμε μια ωραία εκδήλωση, που ξεκίνησε με την ανάγνωση από ηθοποιούς (εν είδει θεατρικού) ενός σατιρικού διαλόγου του ποιητή με τίτλο «λόγια και πράξις» με τον οποίο παίρνει θέση στη διαμάχη της εποχής του μεταξύ υλισμού και ιδεαλισμού.

Στο διάλογο συμμετέχουν ο… μεταφυσικός γιάννης κολοκυθάκης –που είναι ο ιδεαλιστής λόγιος της τέχνης αποστολάκης- και μια απλοϊκή νεαρή γυναίκα, η μαριγούλα –που ο κολοκυθάκης θα προτιμούσε να ‘ταν βεατρίκη-θεολογία. Η μαριγούλα θεωρεί τον κολοκυθάκη ασυνάρτητο, μα αυτός περνιέται για βαθύς και της εξηγεί φλυαρώντας με αμπελοφιλοσοφίες την υπεροχή της ιδέας απ’ την ύλη. Όταν όμως η μαριγούλα του λέει ότι θα τον απατήσει με τον ανδρέα και θα του δοθεί με το κορμί, «ήγουν φαινομενικά», γιατί η ψυχή κι η ιδέα θα μείνει απείραχτη, ο κολοκυθάκης ορμάει μανιασμένος να την πνίξει, αποδεικνύοντας έμπρακτα τη διαφορά των λόγων από τα έργα.

Ο μπογιόπουλος έκανε μια σύντομη εισαγωγική τοποθέτηση μιλώντας για «τον παππού των λαϊκών αγώνων», όπως τον είχε χαρακτηρίσει ο ρίτσος, τον ιδρυτή της επαναστατικής τέχνης στην ελλάδα, που αναποδογύρισε μια έτοιμη ζωή, κι άρχισε να γράφει για αυτούς που δεν ξέρουν να διαβάζουν (λειβαδίτης), χωρίς όμως να τους χαϊδεύει, ώστε να πάψουν να είναι θύμα, ψώνιο, σύμβολο αιώνιο.

Στη συνέχεια περιορίστηκε στο ρόλο του συντονιστή, κάνοντας μικρές γέφυρες μεταξύ των άλλων ομιλητών, τις οποίες διάνθιζε με δηλώσεις από συνεντεύξεις του βάρναλη...
-όλες οι τέχνες πολιτεύονται, είτε το ξέρουν είτε όχι. Η διαφορά της επαναστατικής τέχνης είναι ότι το γνωρίζει. Γιατί αν κάποιος είναι αντιδραστικός από συνήθεια, μόνο με τη γνώση και τη συνείδηση μπορεί να το αλλάξει.
…ή με σπαρταριστά περιστατικά από τη ζωή του –όπως τη γνωριμία του με μια νεαρή ποιήτρια, που συστήθηκε στο δάσκαλο ως αθανασία κι αυτός άρχισε να την πιάνει και να την πασπατεύει λέγοντας: αθανασία, αθανασία, εσένα γύρευα σε όλη μου τη ζωή


Η σκυτάλη πέρασε στο γιώργο σαρρή που μίλησε –όχι ως ειδικός, αλλά ως καλλιτέχνης- για τον ποιητή που έκανε το λόγο μουσική κι ακόνιζε το ποιητικό του μαχαίρι όσο κανείς, κλείνοντας με ένα κείμενο του βάρναλη για τον ταξικό χαρακτήρα της τέχνης.

Αμέσως μετά μίλησε η καθηγήτρια του πανεπιστημίου ιωαννίνων λαδογιάννη, που έχει αφιερώσει πολύ χρόνο στη μελέτη του βαρναλικού έργου. Μπορεί να άργησε κάπως να βρει ρυθμό –εξαιτίας και της αγωνίας της να τα χωρέσει όλα- αλλά συνολικά είπε αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα: Για την επιμέλεια ενός λεξικού για τη γλώσσα του βάρναλη, στα πρότυπα μιας αντίστοιχης δουλειάς που είχε γίνει παλιότερα για το σολωμό, της οποίας όμως το υλικό απωλέστηκε –κι αυτό είναι ένα παράδειγμα για το πώς προωθείται η έρευνα στα ελληνικά πανεπιστήμια. Για τις περιπτώσεις όπου ο βάρναλης ανακαλύπτει την αποστασιοποίηση πριν κι από τον ίδιο το μπρεχτ. Για τα φαντάσματα του βάρναλη, το σολωμό χωρίς μεταφυσική, και τους στοιχειωμένους πόθους του λαού για την ελευθερία, η οποία πάει με τους ισχυρούς της γης. Για το σκαρίμπα, το ρεμπέτικο, το λαϊκό εξπρεσιονισμό κι ένα σχετικό άρθρο που είχε γράψει η ίδια στην ουτοπία. Για τους φοιτητές της που ξέρουν όλοι τους απέξω, τους μοιραίους του βάρναλη, ενώ μπορεί να μη γνωρίζουν τον εθνικό ύμνο –υποθέτω πως εννοεί ότι δεν ξέρουν και τις 150τόσες στροφές, αλλιώς είναι ίσως λίγο τραβηγμένος ισχυρισμός. Και για το ιστορικό πλαίσιο της ποίησης του βάρναλη, τις περιπέτειες και τις διασπάσεις (με πολιτικές προεκτάσεις) του εκπαιδευτικού ομίλου του δελμούζου και διαφόρων επιθεωρήσεων τέχνης.

Ο κύκλος των ομιλητών έκλεισε με τον τσακνή που ήταν και ο καλύτερος όλων κατά τη γνώμη μου, βάζοντας πολύ εύστοχα δυο-τρία σημεία, «όπως κάναμε παλιά στις κόβες».
Ο τσακνής είπε ότι το βιβλίο του ηρακλή είναι πολύ χρήσιμο –και χρηστικό συν τοις άλλοις- κατά πρώτον γιατί δικαιώνει τον τίτλο του και φέρνει σε επαφή τον αναγνώστη (ερασιτέχνη ή μελετητή) με άγνωστες πτυχές της ζωής και του έργου του βάρναλη. Και κατά δεύτερον και κυριότερο, επειδή προβάλλει τον πολιτισμό της αριστεράς, το βαρύ πυροβολικό από το οπλοστάσιό μας, που είμαστε υποχρεωμένοι εκ των πραγμάτων να το μεταχειριστούμε, εφόσον δεχόμαστε επίθεση με ατομικές βόμβες λάιφ-στάιλ.

Ο βάρναλης ήταν παράδειγμα για τη στάση ζωής της μαχόμενης αριστερής ελληνικής διανόησης, που δεν ήταν διανόηση για τη διανόηση, αλλά στάθηκε δίπλα στο εργατικό κίνημα. Και ήταν τόσο ισχυρή, που είχε κερδίσει αυτό που ο γκράμσι ονόμαζε πόλεμο θέσεων, δηλ τον πόλεμο της ιδεολογίας. Κι ενώ τότε ο λαός επευφημούσε τους διανοούμενους στις παρελάσεις της απελευθέρωσης και τους έλεγε με ενθουσιασμό «είστε η φωνή μας!», σήμερα η διανόηση αυτή κρύβεται ή απλώς δεν υπάρχει. Εκείνο το διάστημα ο δελμούζος ήταν διευθυντής στη μαράσλειο, όπου δίδασκε η ρόζα ιμβριώτη, ενώ ο γληνός ήταν διευθυντής της παιδαγωγικής ακαδημίας. Και αυτά τα αξιώματα δεν τους τα χάρισαν, αλλά τα κατέκτησαν.

Και όταν κυρώθηκε η εξάμηνη παύση στο βάρναλη για το φως που καίει, η διανόηση της εποχής του συμπαραστάθηκε σύσσωμη κι ανάμεσα στις υπογραφές ήταν αυτές του παλαμά και του καβάφη. Ενώ τώρα αν καταγγείλει κανείς εμένα πχ, είναι ζήτημα αν θα μαζευτούν μια ντουζίνα υπογραφές, είπε ο τσακνής. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι μόνο αν είμαστε ισχυροί, θα ‘χουμε τέτοιες συμμαχίες.
Το οποίο είναι άκρως διδακτικό και με πολιτικές προεκτάσεις –λέω εγώ. Αρκεί να μην το βάλει κανείς ανάποδα –με τα πόδια πάνω σαν τη διαλεκτική του χέγκελ- για να (μπορεί να) καταλήξει στο σύριζα, με ήσυχη τη συνείδησή του. Κι αυτό προφανώς δεν αναφέρεται στον τσακνή.

Μίλησε επίσης για την ταξική υφή του γλωσσικού ζητήματος και τη διαμάχη του δημοτικισμού με την καθαρεύουσα, που την χρησιμοποιούσε το κράτος για να κρατήσει το λαό μακριά από τη γνώση. Κι έκανε μια ξώφαλτση αναφορά στη φωνητική γραφή που φαίνεται να υποστηρίζει σε μια συνέντευξή του ο βάρναλης και την οποία σήμερα προωθούν –εν είδει πραγματικού «μαλλιαρισμού»- οι ευρωπαϊστές, αποδεικνύοντας ότι τίποτα δεν είναι δοσμένο για πάντα ως προοδευτικό και μπορεί σε διαφορετικές συνθήκες να εξελιχθεί σε αντιδραστική θέση. Κάτι που προκάλεσε τη ζωηρή αντίδραση και παρέμβαση της φιλολόγου που είναι υπεύθυνη του περιοδικού «θέματα παιδείας», κι η οποία είπε πως ο βάρναλης δεν έπεσε ποτέ θύμα μαλλιαρισμού, αλλά ο λόγος του είχε επίτηδες ακραίες φράσεις, τις οποίες δεν θα χρησιμοποιούσαν ποτέ οι αστοί, ώστε ο συμβιβασμός που θα επερχόταν να ήταν πιο κοντά στη δική μας γλώσσα.

Ο τσακνής έκλεισε την παρέμβασή του διηγούμενος μια στιχομυθία του βάρναλη με το δικαστήριο, στη δίκη του λουντέμη. Όταν ο δικαστής ρώτησε το δάσκαλο –που ήταν και λίγο περήφανος στα αυτιά- να πει αν ο κατηγορούμενος ήταν ένοχος, ο βάρναλης απάντησε ότι η ενοχή του καθενός κρίνεται από τις απαντήσεις του σε τρία ερωτήματα. Ζώντας σε μια άδικη κοινωνία με ποιους θα πάει; Με τους αδικητές ή τους αδικημένους; Όταν την χώρα του τη δένουν τα δεσμά της τυραννίας, με ποιους θα είναι; Με τους τυράννους ή τους τυραννισμένους; Κι όταν η πατρίδα του υποστεί την εθνική σκλαβιά, αυτός τι θέση θα πάρει; Με τους καταχτητές ή τους καταχτημένους; Σε αυτά τα ερωτήματα ο λουντέμης έχει δώσει τις σωστές απαντήσεις.

Κι όταν ο δικαστής τον ρώτησε αν ο κατηγορούμενος συμφωνούσε με αυτό το είδος υπεράσπισης που του έκανε, ο βάρναλης του είπε: ρωτήστε τον εσείς. Αν συμφωνεί μαζί σας, τότε εγώ φεύγω.
Ο λουντέμης φυσικά πήρε το μέρος του βάρναλη. Κι όταν αργότερα, ο δικαστής του έλεγε να κάνει μια δηλωσούλα, για να καθαρίσει, ο λουντέμης απάντησε περήφανα: ο άνθρωπος έκανε εκατομμύρια χρόνια για να σταθεί στα δυο του πόδια, δε θα τον γυρίσω εγώ πίσω στα τέσσερα.

Από το κλείσιμο που έκανε ο συγγραφέας, προσωπικά ξεχώρισα δύο στοιχεία. Αφενός ότι ο βάρναλης ήταν η πραγματική αιτία των μαρασλειακών –ενώ η περίπτωση της ρόζας ιμβριώτη ήταν απλώς το «άλλοθι» κι η αφορμή για να ξεσπάσουν. Κι αφετέρου μια σημείωση σχετικά με τη γραμματική του τριανταφυλλίδη, όπου η μοναδική κριτική στην οποία απάντησε ο συγγραφέας της ήταν αυτή του βάρναλη…!
Η εκδήλωση συνεχίστηκε με μεζέδες, την κιθάρα του γιώργου σαρρή και τα μελοποιημένα ποιήματα του βάρναλη –τουλάχιστον ως το σημείο που παρέμεινα εγώ.

Στον επίλογο αυτής της ανταπόκρισης η κε του μπλοκ αισθάνεται την υποχρέωση να ευχαριστήσει δημόσια το συγγραφέα του βιβλίου που μου εξασφάλισε πρόσκληση εξαντλώντας τις δυνατότητες και την ελαστικότητα των χρονικών προθεσμιών. Καθώς επίσης και τους υπόλοιπους ιστογράφους που βρέθηκαν στο ίδιο τραπέζι για την καλή παρέα και την «ειρηνική συνύπαρξη», κρατώντας μια ιδιαίτερη μνεία στο συναγωνιστή από τη σεισάχθεια (όχι την «ιμιτασιόν» του καζάκη), ο οποίος μου παραχώρησε ευγενικά το δικό του αντίτυπο.

Υγ: Εδώ μπορείτε να διαβάσετε και το ρεπορτάζ του ρίζου για την εκδήλωση.

Τρίτη, 20 Νοεμβρίου 2012

Επέτειος ετών 39

Αφ’ ης στιγμής υπάρχει το portal του 902, ίσως αυτές οι ανταποκρίσεις να περισσεύουν πλέον. Παρόλ’ αυτά η κε του μπλοκ κατέγραψε τις εντυπώσεις της από την επέτειο του πολυτεχνείου, έστω και αργοπορημένα, εκτός επικαιρότητας, κινούμενη μάλλον απ’ τη δύναμη της συνήθειας και την ανάγκη της να μπορεί να ανατρέχει μελλοντικά σε αυτές, εν είδει ημερολογίου, ώστε να θυμάται κάποια βασικά πράγματα.

Η επέτειος του πολυτεχνείου είναι μια δεσποινίς ετών 39, που ‘χε εξ αρχής σοβαρό σκοπό, αλλά ατύχησε στη ζωή της και δε μπόρεσε ποτέ να τον τραγουδήσει και να τον κάνει πράξη. Ξόδεψε τα νιάτα της με διάφορους πολιτικούς μνηστήρες, που της ρούφηξαν όλη τη ζωντάνια και την ξεγελούσαν, για να μπορούν να μιλάνε εκ μέρους της και να τραγουδάν φάλτσα το μήνυμά της, επειδή πέρασαν κάποτε ξώφαλτσα απ’ το μετερίζι του αγώνα όπου δε ρίζωσαν ποτέ. Και τώρα που μοιάζει σαν γεροντοκόρη κι έχει χάσει κάπως τη λάμψη της, κάποιοι φάνηκαν έτοιμοι από καιρό να τη βάλουν στο ράφι της ιστορίας, πλάι στο χρονοντούλαπο, μαζί με τα γεγονότα που τη συνόδεψαν (τους νεκρούς του πολυτεχνείου, που «δεν υπάρχουν») και τις κατακτήσεις της: το άσυλο, που δεν χωράει στο νλεο πανεπιστήμιο των μάνατζερ και των επιχειρήσεων, και όλα τα δικαιώματα που κατέκτησε μεταπολιτευτικά το εργατικό κίνημα. Έτσι που σήμερα, ο κόσμος στους δρόμους φωνάζει ψωμί-παιδεία-ελευθερία, όχι από συνήθεια για να τιμήσει την επέτειο, αλλά επειδή το βιώνει στο πετσί του.

Στις εκδηλώσεις του τριημέρου η κίνηση ήταν ψόφια και το κλίμα σχεδόν καταθλιπτικό. Μπορεί να υπήρχε το παραδοσιακό ξύλο στους πασόκους και τα γιαούρτια στον εκπρόσωπο της κυβέρνησης, το παραπολιτικό ενδιαφέρον για την πρώτη δημόσια εμφάνιση της αριστερής συσπείρωσης και την ειρηνική της συνύπαρξη με την αρας, αλλά αυτά δεν ήταν αρκετά για να διασκεδάσουν τις εντυπώσεις και να σπάσουν τη μελαγχολία. Και το χειρότερο είναι ότι αυτή η μελαγχολία περνάει ακόμα και σε κόσμο που δεν είναι στην ηλικία των –ήντα και δεν έχει ζήσει τα γεγονότα του πολυτεχνείου, αλλά κάνει κάποιες συγκρίσεις με το πρόσφατο παρελθόν και απογοητεύεται. Και δε φταίει μόνο ότι γερνά και δε βλέπει πλέον τα πράγματα με το ζήλο και τον ενθουσιασμό του εικοσάρη.

Φταίει κυρίως ότι η σπουδάζουσα νεολαία βρίσκεται δυστυχώς σε χειμερία νάρκη διαρκείας μετά το γύρο των κινητοποιήσεων της διετίας 06-07’, που είχε παρουσιαστεί ως μεγαλειώδης νίκη. Και αφού η ίδια δεν πιάνει το νήμα της ιστορίας, ώστε να δώσει το δικό της νόημα στην επέτειο και να συνεχίσει το πνεύμα του νοέμβρη και της εξέγερσης, κάποια πράγματα μοιάζουν να έχουν αρχαιολογικό ενδιαφέρον. Όπως τα τραπεζάκια των οργανώσεων που σπανίως θα βρεις εκτός πολυτεχνείου, και τα σπάνια μουσειακά τους εκθέματα, όπως το δίτομο έργο για τους αγώνες του εκκε, ή από την άλλη το βιβλίο του τρότσκι για τη ρώσικη επανάσταση του 1905’, με το γαλάζιο και ροζ εξώφυλλο. Αυτά όμως μόνο παλαιοκομμουνιστές ή –αντιστοίχως- παλαιοαριστεριστές μπορεί να απασχολούν.

Αυτοί που τίμησαν αντιθέτως με το παραπάνω την επέτειο, με το δικό τους τρόπο, ήταν οι μηχανισμοί κρατικής καταστολής. Στη θεσσαλονίκη τα ματ έκαναν περατζάδα μες στον χώρο της πανεπιστημιούπολης, για να συλλάβουν τους φοιτητές που τον περιφρουρούσαν. Ενώ λίγες μέρες πριν είχαν συλληφθεί συνδικαλιστές του εξωκοινοβουλίου, για να εξευμενιστούν κάπως οι γερμανοί με αντίποινα για το γιουχάισμα στο φούχτελ (χωρίς να χρειαστεί αυτή τη φορά κάποιος με κουκούλα για να τους υποδείξει).

Στην αθήνα η αστυνομία είχε κλείσει από νωρίς τους σταθμούς του μετρό σε όλο σχεδόν το μήκος της πορείας, για να φοβηθεί ο κόσμος ή να μη μπορέσει για καθαρά πρακτικούς λόγους να κατέβει στο κέντρο για την πορεία. Η κυκλοφορία ήταν κομμένη σε όλους τους κεντρικούς δρόμους. Ενώ αν κάποιος επιχειρούσε να έρθει πεζός, έπρεπε πρώτα να διασχίσει ένα μεγάλο μαύρο χαφιεδότσουρμο με ασφαλίτες, κλούβες, διμοιρίες, διατηρώντας την ψυχραιμία του, μέχρι να φτάσει σε έμπιστο, περιβάλλον και τη ζεστή σιγουριά που σου εμπνέει το πλήθος της συγκέντρωσης. Κι άντε να πεις ότι εγώ είμαι επαρχιωτάκι και δεν τα έχω συνηθίσει ακόμα. Εάν αυτά όμως επηρεάζουν ως ένα βαθμό τους (θεωρητικά) πιο ψημένους, φαντάσου τι αντίκτυπο έχουν στον άμαθο κόσμο, που δεν τα έχει ξαναδεί, ούτε θέλει να τα ζήσει.

Από κοντά οργίασε κι ένας περίεργος εσμός που σχηματίζεται σταδιακά, ένα πρωτότυπο κράμα αριστερής διανόησης με αστικά παπαγαλάκια, που είχαν αγαστή σύμπνοια φτιάχνοντας κλίμα όλες τις προηγούμενες μέρες. Ότι το κκε είναι στο λόμπι του ευρώ της νδ και της αστικής τάξης, ότι υποτιμά τις άμεσες λύσεις και την αγωνία του λαού ακόμα και τα αστικά δικαιώματα και την επέκτασή τους στο σοσιαλισμό (επειδή δεν ανάγει σε κύριο τα περί συνταγματικότητας του προϋπολογισμού).

Το σάββατο ήρθε το κερασάκι στην τούρτα, με την πορεία να ακινητοποιείται για αρκετή ώρα στο μέγαρο μουσικής και την πρεσβεία των ηπα, γιατί μόνο τα μπλοκ του κκε είχαν άδεια να συνεχίσουν ως την ισραηλινή πρεσβεία και να διαδηλώσουν ενάντια στο μακελειό της γάζας. Τελικά το θέμα λύθηκε κατόπιν (κυρίως) της δικής μας επιμονής και παρέμβασης. Τα μπλοκ του εξωκοινοβουλίου μπήκαν κολλητά μπροστά από εμάς κι όσοι είχαν αρχίσει να φτιάχνουν κλίμα από νωρίς το μεσημέρι για τη στάση του «προδοτικού κκε» έμειναν με την όρεξη.

Κι είναι ζήτημα αν θα τη βρουν για να γράψουν κάτι σχετικά με το σύριζα και την επιλογή του να μη συνεχίσει ως την πρεσβεία του ισραήλ, προφανώς για να μην χαλάσει τις καλές διμερείς σχέσεις του με την κυβέρνηση της χώρας. Ούτε η αναρχία συνέχισε εξάλλου μετά το μέγαρο –υπ’ όψιν ότι μιλάμε για έναν χώρο που στο αίτημα και τον αγώνα για κράτος στην παλαιστίνη, απαντά με το ακαταμάχητο: κανένα κράτος, ποτέ και πουθενά.

Από την υπόλοιπη πορεία η κε του μπλοκ ξεχώρισε τα εξής στιγμιότυπα:
-τις ριζο-καλτ δηλώσεις αγαπημένων καλλιτεχνών στο κυριακάτικο όργανο (που είχε βγει φρέσκο και ζεστό) για τα γενέθλια του κόμματος, που είναι στρώμα και προσκεφάλι του λαού, και για κάθε κεράκι που σβήνει, ανάβει τη φλόγα της επανάστασης.
-τη βαλαβάνη και το δελαστίκ να στέκονται ακροβολισμένοι στο πεζοδρόμιο (σε διαφορετικά σημεία της πορεία ο καθένας) και να αγναντεύουν τα πλήθη στο μπλοκ του κουκουέ. Εσείς που τώρα κοιτάτε την πορεία, ελάτε να παλέψουμε για λαϊκή εξουσία...
-τα πολύ μαζικά μπλοκ που έσπασαν κάπως τη μελαγχολία του υπόλοιπου τριημέρου. Και αν μέχρι τώρα στις πορείες του παμε, αναρωτιόμασταν τι είχε ψηφίσει όλος αυτός ο κόσμος τον μαϊούνη, αυτή τη φορά που η πορεία είχε κυρίως κομματικά μπλοκ, το ίδιιο ερώτημα ζητούσε ακόμα πιο επιτακτικά απάντηση.

-την καινούρια εκδοχή του συνθήματος που λέει: εμπρός λαέ, μη σκύβεις το κεφάλι. Κι αυτή τη φορά δεν τελείωνε με το γνωστό τρόπο: αντίσταση και πάλη. Ούτε με «βενζίνη και μπουκάλι», που φώναζε για πλάκα ο γιώργος δίπλα μου. Αλλά με τον αισιόδοξο στίχο: επίθεση και πάλη. Ή μήπως αυτή τη φορά εννοούσαμε πάλι, με γιώτα;
-το μητσάρα που χώνεται σ’ όλα τα πλάνα με δηλώσεις ποδοσφαιριστών κι έχει κάνει εσχάτως κινηματική στροφή, με ένα πλακάτ που έλεγε: θέλω τη δόση μου, κάνοντας λογοπαίγνιο με τη δανειακή σύμβαση και την... έξάρτηση (sic) της ελλάδας.
-το πέρασμα από τον (αποκαλούμενο και) πύργο των αθηνών της ιντεραμέρικαν, με το γιώργο να συμφωνεί ότι η πορεία του κκε είναι σαν το σλόγκαν της διαφήμισης: μεγάλη και σίγουρη.

-Το σημείο όπου τα προπορευόμενα μπλοκ τέλειωσαν την πορεία τους κι επέστρεφαν από το αντίθετο ρεύμα της κηφισού, ενώ εμείς ακόμα κατευθυνόμασταν προς την ισραηλινή πρεσβεία. Κι ανάμεσα μας οι μπάρες και το κενό να τονίζει το χάσμα που μας χωρίζει και τις αντίθετες πολιτικές κατευθύνσεις προς τις οποίες βαδίζουμε.
Δεν πειράζει όμως. Μαζί να χτυπάμε, χωριστά να βαδίζουμε, που έλεγε κι ο βλαδίμηρος.
-την απουσία της γλυκιάς θηλυκής φωνής που στοιχειώνει τον ύπνο μας κάθε βράδυ, από το άσπρο φορτηγάκι της κοα.
-και τη μεγάλη αποκάλυψη της βραδιάς ότι και οι σεκίτες έχουν ένα άσπρο φορτηγάκι. Κι όπως το είχαν παρκάρει σε μια πάροδο της κηφισίας, ένας σφος με κουπόνια πήγε και τους ρώτησε: γεια σας, θα ενισχύσουμε το κουκουέ;

Ο επίλογος της βραδιάς μας βρήκε να γιορτάζουμε αντι-ιμπεριαλιστικά, αντιμονοπωλιακά στο μαγαζί που τραγουδάει ο βουρνούκιος, με την ευχή αφενός να τα εκατοστίσει και αφετέρου να μην ήταν αυτός ο κινηματικός επίλογος της χρονιάς που διανύουμε κι η απαρχή της χειμερίας νάρκης. Και του χρόνου

Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2012

Ρόδα τσάντα και κοπάνα τους φασίστες*

*ο τίτλος της ανάρτησης είναι αντιγραφή ενός αναρχικού συνθήματος στην είσοδο ενός σχολείου, που το θυμήθηκα συνειρμικά με αφορμή την επίθεση χρυσαυγιτών σε μαθητές που μοίραζαν απεργιακό υλικό στο λαγκαδά και την άμεση απάντηση με την αρωγή των απεργών της αγνο.




Ενώ η φασιστική απειλή θεριεύει και τα ανησυχητικά φαινόμενα αρχίζουν να παίρνουν τη μορφή χιονοστιβάδας, στα χείλη των περισσότερων αρχίζει να σχηματίζεται ένα δραματικό «τι να κάνουμε;», που αναζητά επιτακτικά απάντηση. Ποια πρέπει να είναι η πολιτική του κόμματος απένανατι στο σύγχρονο (μονάρχο)φασισμό; Και τι θα γράψει το ιστορικό εγχειρίδιο του μέλλοντος για την τακτική των κομμουνιστών και την αποτελεσματικότητά της;

Σε μια προηγούμενη ανάρτηση θέσαμε ένα γενικό πλαίσιο με κάποια ερωτήματα προς απάντηση κι αναφερθήκαμε ακροθιγώς σε μερικά σημεία με κάποιες αρχικές παρατηρήσεις. Εδώ θα δούμε τα βασικότερα εξ αυτών και θα προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε και να προσεγγίσουμε μια συνολική απάντηση στο δια ταύτα των ημερών.

Το πρώτο σημείο στο οποίο πρέπει να σταθούμε είναι η ιστορική πείρα του κομμουνιστικού κινήματος ως προς τα αντιφασιστικά μέτωπα και η κριτική της εξέταση.
Υπάρχουν δύο βασικές πολιτικές εκτιμήσεις – που συνδέονται άμεσα και με την τρέχουσα συγκυρία- για την πορεία της κομιντέρν, με ορόσημο το 35’ και το 7ο συνέδριο της κδ. Η πρώτη εστιάζει την κριτική της πρακτικά στα χρόνια της κρίσης (τη λεγόμενη τρίτη περίοδο) και τη γραμμή του σοσιαλφασισμού, θεωρώντας την σεχταριστική και ως μία από τις βασικές αιτίες για την ήττα των κομμουνιστών στη γερμανία και την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Στη συνέχεια όμως η κομιντέρν διόρθωσε το αρχικό λάθος της και επεξεργάστηκε την τακτική των λαικών, αντιφασιστικών μετώπων που οδήγησε τα επόμενα χρόνια στη μεγάλη αντιφασιστική νίκη των λαών και το τσάκισμα των ναζι.

Η δεύτερη δανείζεται στοιχεία από την τακτική της κομιντέρν στα χρόνια του μεγάλου κραχ (1929-33) για την αντιμετώπιση της παρούσας κρίσης –πχ το σύνθημα τάξη εναντίον τάξης για την προετοιμασία του επαναστατικού άλματος. Θεωρεί προβληματική την ίδια τη λειτουργία της κομιντέρν μετά το 35’, που οδήγησε στο σταδιακό μαρασμό και την αυτοδιάλυσή της και επικεντρώνει την κριτική της σε δύο σημεία:

-την αποτυχία να συνδεθεί ο αντιφασιστικός και αργότερα εθνικοαπελευθερωτικός χαρακτήρας του αγώνα με το στρατηγικό στόχο και το κομβικό ζήτημα της εξουσίας.
-την αρνητική πρακτική πείρα από τα λαϊκά μέτωπα και τις κυβερνήσεις τους σε γαλλία και ισπανία. Στη γαλλία οι κομμουνιστές τέθηκαν εκτός νόμου από τους «σύμμαχους» σοσιαλιστές μετά την κήρυξη του πολέμου, το 39’. Ενώ στην ισπανία, η πλατιά κυβερνητική συμμαχία αποδείχτηκε πλαδαρή και κατέληξε σε αρκετές περιπτώσεις να υποθηκεύσει τον αντιφασιστικό αγώνα εναντίον του φράνκο και τη δυνατότητά του να νικήσει.

Θα μπορούσε να αντικρούσει κανείς ότι αυτά τα ιστορικά παραδείγματα δείχνουν ότι υπήρξαν κρίσιμα λάθη κατά την εφαρμογή της γραμμής των λαϊκών μετώπων, αλλά δεν καθιστούν λανθασμένη αυτή καθαυτή τη γραμμή. Από την άλλη όμως ακόμα και η γραμμή του σοσιαλφασισμού έχει ένα βασικό λογικό πυρήνα, που αν αναλογιστεί κανείς το ρόλο που έπαιξε ιστορικά η σοσιαλδημοκρατία σε διάφορες περιόδους και στις διάφορες εκδοχές της (είτε στην κλασική μορφή της στη γερμανία της βαϊμάρης, είτε στην ελληνική, βενιζελική εκδοχή της, πριν τη δικτατορία του μεταξά), δύσκολα θα μπορούσε να τον απορρίψει.
Επομένως τα πράγματα είναι αρκετά σύνθετα και χρειάζεται επισταμένη ιστορική μελέτη πριν βγουν οποιαδήποτε εύκολα συμπεράσματα.

Το δεύτερο σημείο είναι παρεμφερές: οι θεωρητικές επεξεργασίες του 7ου συνεδρίου της κομιντέρν κι η εισήγηση του ντιμιτρόφ για το φασισμό, που έχει κυκλοφορήσει και σε ξεχωριστή μπροσούρα (στα ελληνικά από τις εκδόσεις πορεία) και αποτελεί ένα από τα πιο σημαντικά ιστορικά ντοκουμέντα του κομμουνιστικού κινήματος. Θα μπορούσε όμως αυτή η επίκαιρη ανάλυση να μεταφερθεί αυτούσια στη σημερινή πραγματικότητα, ή έστω να την προσαρμόσουμε στα σύγχρονα δεδομένα;

Ας δούμε πρώτα τα βασικά της σημεία κωδικοποιημένα. (Αντιγράφω από το κείμενο του πγ της κετουκε στην κομεπ που κυκλοφορεί, για το λένιν, τον πόλεμο και τη στάση των κομμουνιστών): το 7ο συνέδριο της κομιντέρν έθεσε ως κεντρικό καθήκον των κκ την πάλη ενάντια στο φασισμό (...), για την ειρήνη και την υπεράσπιση της εσσδ. Εκτίμησε ότι ο γερμανικός φασισμός παίζει το ρόλο της δύναμης κρούσης της διεθνούς αντεπανάστασης και της σταυροφορίας ενάντια στη σοβιετική ένωση. Κάλεσε όλα τα κκ να δυναμώσουν τις προσπάθειες για την ενότητα δράσης της εργατικής τάξης με τη δημιουργία ενός ενιαίου εργατικού μετώπου, με σκοπό την ενότητα δράσης όλων των αντιφασιστικών δυνάμεων σε ένα πλατύ λαϊκό μέτωπο. Τάχθηκε υπέρ της πολιτικής ενότητας της εργατικής τάξης κι έδωσε την κατεύθυνση να συγκροτηθεί ένα «ενιαίο κόμμα του προλεταριάτου» με τη συνένωση σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων και μεμονωμένων οργανώσεων με τα κκ.

Αξίζει επίσης να σημειώσουμε τον ορισμό του φασισμού, όπως δίνεται στην εισήγηση του ντιμιτρόφ: όπως σωστά τον χαρακτήρισε η 13η ολομέλεια της εκτελεστικής επιτροπής της κομμουνιστικής διεθνούς, ο φασισμός είναι η ανοιχτή τρομοκρατική δικτατορία των πιο αντιδραστικών, των πιο σωβινιστικών, των πιο ιμπεριαλιστικών στοιχείων του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Σε αυτή τη βάση θα μπορούσαμε να κάνουμε επιγραμματικά τις εξής παρατηρήσεις.
-Σήμερα είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι η πείρα της οργανωτικής συγχώνευσης του κκ με άλλες οργανώσεις –όπως εκφράστηκε πχ με τη διάχυση των οργανώσεων βάσης του κουκουέ στην ύπαιθρο στο αγροτικό κόμμα- ήταν αρνητική. Και ότι η οργανωτική αυτοτέλεια στα πλαίσια μιας μετωπικής συμμαχίας αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συγκρότηση της τελευταίας.

-Η τακτική των λαϊκών μετώπων αναφέρεται σε μια εποχή που η παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία έχει ισχυρή εργατική βάση, επηρεάζει μεγάλο αριθμό συνδικάτων και μπορεί να κινητοποιήσει ευρύτερες λαϊκές και εργατικές μάζες. Σήμερα που η πολιτική μετάλλαξη της σοσιαλδημοκρατίας έχει ολοκληρωθεί, τα δεδομένα αυτά έχουν μάλλον ανατραπεί. Η παραλυτική της δράση στο μαζικό κίνημα δείχνουν ότι δεν ενδιαφέρεται σε καμία περίπτωση να κινητοποιήσει τις μάζες και να δράσει με όρους κινήματος, ενώ κι η επιρροή της στον εργατόκοσμο έχει κλονιστεί και δεχτεί σοβαρά πλήγματα.

Εάν λοιπόν κάποιος σήμερα προέκρινε ως τακτική επιλογή ένα πολιτικό αντιφασιστικό μέτωπο ή την αναβίωση του ενιαίου εργατικού μετώπου και την ενότητα δράσης με τη γσεε, απλώς θα έδινε το φιλί της ζωής στην ξεπουλημένη ηγεσίας της, νομιμοποιώντας το θεσμικό της ρόλο και δε θα κατάφερνε καν την «ποσοτική ενοποίηση» της εργατικής τάξης, εφόσον η συνδικαλιστική γραφειοκρατία δεν επηρεάζει παρά ελάχιστο κόσμο και κατά βάση κάποιους κοντινούς παρατρεχάμενούς της.
Το βασικό ζητούμενο σήμερα είναι η επαφή κι η οργάνωση των μαζών που παραμένουν έξω από τις οργανωμένες δομές του συνδικαλιστικού κινήματος κι όχι η απεύθυνση στις οργανωμένες μάζες κάπου άλλου ρεφορμιστικού φορέα, για να τις πάρουμε με το μέρος μας –όπως ίσχυε ενδεχομένως ως ένα βαθμό κατά τη δεκαετία του 30’.

Στην εισήγηση του ντιμιτρόφ ο φασισμός ορίζεται ως δικτατορία των πιο αντιδραστικών τμημάτων του κεφαλαίου. Από αυτόν τον ορισμό κάποιοι συνάγουν το συμπέρασμα πως αυτό που χρειάζεται είναι ένα πανδημοκρατικό μέτωπο, όπου θα έχουν θέση τα λιγότερο αντιδραστικά τμήματα της αστικής τάξης που αντιτίθονται στο κεφάλαιο και η πολιτική συνεργασία με δημοκρατικές αστικές δυνάμεις και τα κόμματα που τις εκφράζουν. Μια άλλη εκδοχή αυτής της λογικής είναι ότι όσο πιο ευρύς είναι ο σκοπός που επιδιώκουμε, τόσο πιο ευρείες και πλατιές πρέπει να είναι οι μετωπικές συμμαχίες που τον υπηρετούν.

Αυτός ο συλλογισμός όμως έχει μια σειρά προβληματικά σημεία.
Ένα μέτωπο μπορεί να γίνει τόσο ευρύ, ώστε να περιλαμβάνει περίπου τους πάντες, πλην μιας ισχνής αντιδραστικής μειοψηφίας. Αυτό το μέτωπο μπορεί να καταγάγει ένα εύκολο και περιφανή θρίαμβο, αλλά είναι εντελώς αμφίβολο αν θα προωθήσει στο ελάχιστο την υπόθεσή μας.
                                                                                                                             
Ένα αντιφασιστικό μέτωπο με κόμματα από το αστικό, πολιτικό φάσμα, θα ήταν μάλλον εξίσου προβληματικό. Αφενός γιατί θα περιόριζε τον ορίζοντα του μετώπου ενάντια στην χρυσή αυγή, που δεν είναι παρά μόνο ο λαγός στην κούρσα του εκφασισμού της αστικής πολιτικής δημοκρατίας. Αφετέρου γιατί μια τέτοια συμμαχία, θα επιχειρούσε να αντιμετωπίσει το ζήτημα από κοινού με δυνάμεις που αποτελούν μέρος του προβλήματος κι όχι τη λύσης του –όπως έχει αποδειχτεί ιστορικά και στο παρελθόν.
Ο φασισμός δεν είναι «σπορά της τύχης», αλλά συνειδητή επιλογή των αστών και του πολιτικού τους προσωπικού. Και με αυτήν την έννοια δε συνιστά κάποια εκτροπή, αλλά το απαραίτητο συμπλήρωμα της αστικής δημοκρατίας στο πολιτικό εποικοδόμημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας.

Αυτό δε σημαίνει πχ ότι η αντιφασιστική συμμαχία που συνήψαν οι σοβιετικοί κατά τη διάρκεια του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ήταν λανθασμένη. Οι κομμουνιστές πρέπει να παρακολουθούν τις ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και να τις αξιοποιούν στο μέτρο του δυνατού. Αυτός όμως είναι ένας επιμέρους τακτικός ελιγμός κι όχι το επίκεντρο της λύσης. Και πρέπει να γίνεται έχοντας πλήρης επίγνωση, ότι το κύριο βάρος της επίθεσης θα κληθούμε να το σηκώσουμε μόνοι μας –όπως ακριβώς έγινε στο δεύτερο παγκόσμιο.

Η αντιφασιστική δράση των κομμουνιστών δεν πρέπει να περιοριστεί στον «αρνητικό» χαρακτήρα μιας αντίδρασης, αλλά να έχει θετικό, ουσιαστικό περιεχόμενο που να αφαιρεί από το φασισμό το έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσεται. Δίπλα στην πολιτική απομόνωση της χρυσής αυγής από σωματεία, μαζικούς φορείς, κτλ πρέπει να αναπτυχθεί μια πολύπλευρη δράση που να προωθεί τους συλλογικούς δεσμούς και να σπάει τόσο την εξατομίκευση, όσο και τη λογική της ανάθεσης.

Αυτή η δράση πρέπει να ξεκινά από τα άμεσα ‘μικρά’ προβλήματα της καθημερινότητας, αλλά επιβάλλεται να έχει συνολική στρατηγική στόχευση, φτάνοντας σταδιακά μέχρι και το ζήτημα της εξουσίας. Όχι επειδή η συμφωνία με το σοσιαλισμό είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη της αντιφασιστικής δράσης. Αφενός όμως επειδή όποιος ζητά άμεση λύση ‘εδώ και τώρα’ (κι όχι στη δευτέρα παρουσία) σε θέματα όπως το μεταναστευτικό, χωρίς να μιλά και να δρα με όρους «κεντρικής πολιτικής», θα «σπάσει τα μούτρα του» στην ουτοπία του εφικτού.
Κι αφετέρου γιατί ο φασισμός είναι η απάντηση του συστήματος –όχι μόνο όταν ο σοσιαλισμός είναι προ των πυλών, αλλά και- σε οξυμμένες συνθήκες, όπου παραφράζοντας το βλαδίμηρο θα λέγαμε ότι: οι από πάνω δε μπορούν να κυβερνήσουν όπως πριν, αλλά οι από κάτω δεν έχουν οργανώσει ακόμα τη δύναμή τους για να επιβάλουν τη δική τους εναλλακτική. Κι ο φασισμός έρχεται ως «τιμωρία» για τις αδυναμίες τους και το στρατηγικό τους έλλειμμα.

Παραμένουν ακόμα ανοιχτά προς εξέταση μια σειρά ζητήματα (όπως η οργάνωση της αλληλεγγύης, ή των πολιτοφυλακών που θα αποκρούσουν με οργανωτικούς όρους τους θρασύδειλους τραμπούκους της χρυσής αυγής). Αλλά αυτά θα τα δούμε σε δεύτερο στάδιο, καθώς η ανάρτηση έχει ήδη ξεφύγει σε έκταση.