Τρίτη, 30 Απριλίου 2013

Κι άλλο Μπρεχτ, κι άλλο Μπρεχτ

(…Άρη είμαι Μπρεχτ)

Το κείμενο αυτό είχε αρχίσει να γράφεται το φλεβάρη, μετά τη συναυλία του μικρούτσικου στον περισσό για τον μπρεχτ κι ολοκληρώθηκε λίγο πριν μπει ο μάης, οπότε πιθανόν να παρουσιάζει κάποια χάσματα –όχι μόνο χρονικά.

Το 2013 έχει κηρυχθεί άτυπα σε έτος μπέρτολντ μπρεχτ κι η αθήνα έχει γεμίσει με καλλιτεχνικές εκδηλώσεις παντός είδους, όχι μόνο με την ανάμειξη ή την αιγίδα του κόμματος. Κι όχι μόνο με στρατευμένους καλλιτέχνες –εκτός κι αν θεωρείται τέτοια η ντορέτα παπαδημητρίου, που κατέχει την τεχνική της μπρεχτικής αποστασιοποίησης και την περνούσε τα βράδια της κυριακής και στις χορευτικές της παραστάσεις, από οθόνης. Σε βαθμό που να αναρωτιέσαι πού κρυβόταν τόσος μπρεχτ; Κι αν είναι αυθεντικό το ενδιαφέρον για το έργο του ή μια παροδική μόδα για το εμπορικό κομμάτι της υπόθεσης.

Μία ακόμα διαχρονική απορία είναι πώς ακριβώς ορίζεται η περίφημη έννοια της αποστασιοποίησης κι αν αποδίδεται σωστά στα ελληνικά με αυτόν τον όρο. Κι εδώ υπάρχουν πολλές και διάφορες απαντήσεις που με το πλήθος τους μάλλον συσκοτίζουν παρά διευκρινίζουν το περιεχόμενό της. Είναι περίπου όπως το καλτ, που ο καθένας το εξηγεί με το δικό του τρόπο μες στο μυαλό του και τον θεωρεί κοινώς αποδεκτό απ’ όλους. Κι ο συνειρμός ήταν προφανής και άμεσος γιατί την ίδια ακριβώς μέρα με τη συναυλία του μικρούτσικου στην έδρα της κετουκε –που εγκαινίασε το δεύτερο κύκλο εκδηλώσεων του τμήματος πολιτισμού για τον μπρεχτ- διεξαγόταν το καλτ φέστιβαλ στο κλαμπ γκαγκάριν –να και άλλος συνδετικός κρίκος.

Κι εκεί είναι που έρχεται η ανατροπή, πάνω ακριβώς που νόμιζες πως έχεις καταλάβει περί τίνος πρόκειται κι έχεις βγάλει μια άκρη. Γιατί αν ο βούλγαρης θεωρείται καλτ κινηματογράφος, πρέπει να τα βάλουμε κάτω και να ορίσουμε ξανά κάποιες βασικές έννοιες –εκτός κι αν μεταφράζουμε τις καλτ ταινίες ως καμένες, όπως το κάψιμο του κέντρου βιετνάμ, οπότε πάσο. Αλλά πάντα προκύπτει κάτι καινούριο που σου ανατρέπει το συλλογισμό κι όσα είχες ως σταθαρές. Πχ ο όρος προλεκάλτ που έρχεται να προσδώσει στο καλτ μια ταξική, εργατική πτυχή από τη σκοπιά της προοπτικής και του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ή οι προεκτάσεις της τεχνικής της αποστασιοποίησης σε άλλα χωράφια, πέραν του θεάτρου. Τι σημαίνει πχ η αποστασιοποίηση σε ένα μουσικό κομμάτι και πώς εφαρμόζεται στη μουσική πράξη στον μπρεχτ;

Αποστασιοποίηση λοιπόν είναι…
Μας το εξήγησε σχηματικά ο μικρούτσικος στα προλεγόμενα της συναυλίας. Να μη μπαίνεις στο πετσί του ρόλου, κατά το στανισλαφσκικό πρότυπο, αλλά… αλλά αυτός ζει πάντα στο πετσί της δικής του μουσικής κι εκστασιάζεται πάνω στο πιάνο του, μεταδίδοντας τον ενθουσιασμό στο κοινό του. Όπως στη συναυλία στον περισσό, όπου μετά το πρώτο τραγούδι ο κόσμος χειροκροτούσε και δεν έλεγε να καθίσει με τίποτα. Σε βαθμό που να θυμάσαι συνειρμικά το γνωστό σοβιετικό ανέκδοτο και να σκέφτεσαι ότι ο πρώτος που θα κάνει το λάθος να σταματήσει, θα υποστεί κυρώσεις. Και στην επόμενη παύση μεταξύ των τραγουδιών, μια θαυμάστρια έσπασε την ησυχία και φώναξε: θάνο, είσαι μεγάλος..!! Αλλά ο συνθέτης αγνόησε από θέση αρχής τις εκδηλώσεις προσωπολατρίας και συνέχισε απτόητος τη μουσική πράξη στον μπρεχτ. Που δεν ήταν το μόνο γερμανικό στοιχείο στην αίθουσα συνεδρίων της έδρας της κε, καθώς υπήρχε και το υλικό επένδυσης των τοίχων, που προερχόταν από τη λδγ και της χάριζε κορυφαία ακουστική –ίσως την καλύτερη στην ελλάδα μετά το μέγαρο μουσικής.

Η αποστασιοποίηση λοιπόν είναι μια σύνθετη έννοια, σαν τη διαλεκτική, όπου πρέπει να κατέχεις απόλυτα το έργο και τις απαιτήσεις του, αλλά να μπορείς να βγεις έξω απ’ αυτό, για να προ(σ)καλέσεις το κοινό σου να μπει στην ουσία του. Μπορείς να πλατσουρίζεις τριγύρω από αυτές τις έννοιες και επαναλαμβάνεις μηχανικά κάποιους ορισμούς που έχεις διαβάσει, χρειάζονται όμως πολύ περισσότερα για να μάθεις να κολυμπάς στα βαθιά τους νερά και να τις εφαρμόζεις στην πράξη. Κι αυτό είναι το ζητούμενο για κάθε σύντροφο ξεχωριστά.

Η απόσταση εξάλλου –σε διάκριση με μια καθολική αποστασιοποίηση από τα πράγματα και την αφ’ υψηλού θεώρησή τους- είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορούμε να κάνουμε αφαίρεση, δηλ να είμαστε σε θέση να γενικεύουμε και να βγάζουμε συμπεράσματα. Ο σύντροφος λοιπόν καλείται να χρησιμοποιήσει δημιουργικά τη φαντασία του κι όσα τεχνικά μέσα διαθέτει για να νικήσει τη δύναμη της συνήθειας και να αλλάξει την καθιερωμένη σχέση μεταξύ κοινού και πρωτοπορίας. Να βγάλει το λαό από τη νιρβάνα του παθητικού θεατή και να τον καταστήσει πρωταγωνιστή, που δε φοβάται και δεν χάνει τα λόγια του, όταν βγαίνει στο προσκήνιο της ιστορίας. Να ενεργοποιήσει το φιλότιμο και την περιέργεια του κόσμου, για να σκεφτεί και να προβληματιστεί, έξω από όσα έχει μάθει να θεωρεί δεδομένα κι αιώνια· να μη δει τα πράγματα στατικά, αλλά στην κίνησή τους και να πειστεί να παλέψει να αλλάξει τον κόσμο, γιατί το χρειάζεται.

Πιο απλά ο κάθε σύντροφος καλείται να διαβάσει το κείμενο του μπρεχτ για τις πέντε δυσκολίες να πει κανείς την αλήθεια. Και να σκεφτούμε πώς μπορούμε να κατακτήσουμε συλλογικά την τέχνη να κάνουμε την αλήθεια ευκολομεταχείριστη σαν όπλο και την πονηριά να τη διαδώσουμε σε πολύ κόσμο. Και να προετοιμαστούμε έτσι για τους σεισμούς που μέλλονται να έρθουν.

Δευτέρα, 29 Απριλίου 2013

Απολιθωμένες αμπελοφιλοσοφίες στον Κόκκινο Πλανήτη 07

Σε αυτή την έβδομη ραδιοφωνική μας απόπειρα, η εκπομπή επιστρέφει στη συνηθισμένη της μορφή και το σχολιασμό της τρέχουσας επικαιρότητας των τελευταίων ημερών. Έτσι λοιπόν καταπιανόμαστε με την απεργία της πρωτομαγιάς -που φέτος αποκτά ξεχωριστή σημασία- τις απολύσεις στο δημόσιο, το πολυνομοσχέδιο της κυβερνητικής τρόικας και την υπεύθυνη στάση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, τις ματωμένες φράουλες της μανωλάδας, τις φοιτητικές εκλογές και τις συνεδριακές διαδικασίες του κόμματος.
Μόνιμος κι απαραίτητος σύντροφός μας σε αυτή την προσπάθεια, με ανελλιπή παρουσία στις τελευταίες ηχογραφήσεις, κάποια τεχνικά προβλήματα, που ευτυχώς δε φαίνονται τόσο, χάρη στην αγόγγυστη και μεθοδική δουλειά του ψαλιδοχέρη redfly.
Ελπίζουμε το τελικό αποτέλεσμα να δικαιώνει την προσπάθειά μας και τον χρόνο που θα αφιερώσετε για να ακούσετε την εκπομπή, και περιμένουμε στα σχόλια τις κριτικές σας παρατηρήσεις.





Κι ΕΔΩ για όσους τυχόν έχουν προβλήματα με το Youtube και την πολιτική προστασίας πνευματικών δικαιωμάτων που ακολουθεί.

Μουσική - αφιέρωμα Poser Rock

 01 - Wild child /W.A.S.P.
 02 - Coma /Guns n' Roses 
 03 - Bad Medicine /Bon Jovi
 04 - He's back (The Man Behind the Mask /Alice Cooper
 05 - I was made for lovin you / KISS
 06 - I know where you live /Alic Cooper
 07 - Pour some sugar on me / Def Leppard
 08 - Were not gonna take it /Twisted Sister
 09 - Estranged /Guns n' Roses
 10 - Born to be my baby/ Bon Jovi
 11 - Fallen Angel /Poison
 12 - Jaded / Aerosmith

Σάββατο, 27 Απριλίου 2013

Τι καταλογίζει κανείς στον Μπρεχτ

Με αφορμή το διήμερο συνέδριο για τον μπρεχτ στην έδρα της κετουκε, η κε του μπλοκ σκέφτηκε να αναδημοσιεύσει αποσπάσματα από το δοκίμιο του Manfred Wekwerth «τι καταλογίζει κανείς στον μπρεχτ;», που παραλλάσσει ελαφρά στον τίτλο την αρχή του γνωστού μπρεχτικού ποιήματος για τον κομμουνισμό.
Ο wekwerth, νεαρός βοηθός σκηνοθέτης του μπρεχτ κάποτε, ήταν ο τελευταίος καλλιτεχνικός διευθυντής του μπερλίνερ ανσάμπλ και ο τελευταίος πρόεδρος της ακαδημίας καλών τεχνών της γλδ, πριν την ενοποίησή της (vereinigung) με την οδγ, που κατά βάση ήταν προσάρτηση (anschluss). Το κείμενο αυτό (δημιουργικά αναπλασμένο ανά σημεία από την κε του μπλοκ) είναι το περιεχόμενο μιας διάλεξής του στους φοιτητές του χούμπολτ, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό das argument, για να μεταφραστεί αργότερα στα ελληνικά από το δημήτρη μαράκα και να συμπεριληφθεί στη συλλογή δοκιμίων «μπέρτολντ μπρεχτ, κριτικές προσεγγίσεις», με πρόλογο κι επιμέλεια της ν.βαλαβάνη.

Σε αυτό ο wekwerth καταπιάνεται με βασικές ενστάσεις πάνω στο έργο του μπρεχτ, παραθέτοντας το δικό του αντίλογο. Γιατί όπως σημειώνει, ο απεριόριστος έπαινος στον μπρεχτ είναι ο χειρότερος περιορισμός που του επιβάλλεται, ενώ οι αντιρρήσεις τον τιμούν και προκαλούν αντίλογο, ακόμα και όταν είναι άδικες.

Στα 100 χρόνια του μπρεχτ, ο βαυαρός πρωθυπουργός πανηγύριζε, γιατί η βαυαροί ήταν αυτοί που τον χάρισαν στην ανθρωπότητα. Ενδιάμεσα όμως αρνούνταν επί δεκαετίες την τοποθέτηση μιας απλής πινακίδας στο άουγκσμπουργκ, που να δείχνει το σπίτι, όπου γεννήθηκε.
Τα δεκάδες τηλεοπτικά αφιερώματα και η υποτιθέμενη συσσωρευμένη γνώση καθιστούν τον μπρεχτ αγνώριστο, πετυχαίνοντας ίσως αυτό που δεν κατάφεραν ποτέ η αποσιώπηση και το μποϊκοτάζ του παρελθόντος. Δημιουργείται η υποψία ότι οι πανηγυρισμοί αφορούν τις (υποτιθέμενες) πλάνες του μπρεχτ, για να καλύψουν το φόβο μήπως τελικά είχε δίκιο. Τον αντιμετωπίζουν δηλ ως μια τραγική μορφή, από αυτές που έσφαλλαν δίχως να το έχουν καταλάβει.

Αλλά ο καθολικός, απεριόριστος έπαινος της ανθρωπότητας προς τον μπρεχτ αποσιωπά ότι αυτός ήθελε να την αλλάξει, γιατί το χρειάζεται. Όχι βέβαια προς την κατεύθυνση που άλλαξε τα τελευταία χρόνια. Ακόμα κι αυτό όμως είναι μια απόδειξη ότι ο κόσμος αλλάζει κι ότι τίποτα δε μένει στάσιμο κι αναλλοίωτο στον χρόνο. Κι ο μπρεχτ θα ήταν ο τελευταίος που δε θα κριτίκαρε ένα σχέδιο που απέτυχε –ας σκεφτούμε μόνο το εγκώμιό του στην αμφιβολία.

Όπως λέει το σύνθημα μιας αφίσας, ο καπιταλισμός δε νίκησε, απλώς απέμεινε, με όλες τις αντιθέσεις του οξυμένες από την απώλεια του εχθρού που συγκρατούσε τη συνοχή του. Ο μαρξ έχει πεθάνει και μαζί του ο μαρξιστής μπρεχτ κι η ουτοπία στην οποία πίστευε, μας λένε (κι αυτό συνιστά την πρώτη βασική αντίρρηση στο μπρεχτικό έργο). Αλλά όπως σημειώνει κι ένας ευαγγελιστής ιερέας: ούτε κι ο ίδιος ο ιησούς δε θα μπορούσε να τα βγάλει πέρα σήμερα χωρίς το μαρξ.

Η δεύτερη αντίρρηση αφορά την παρεμβατική σκέψη του μπρεχτ στο θέατρο, με σκοπό τη διάδοση της λογικής, ώστε οι άνθρωποι να αναγνωρίζουν τις καταστάσεις και να τις αλλάζουν. Και συνεχίζει υποστηρίζοντας πως η λογική, θεωρούμενη ως γενικό θεραπευτικό μέσο από την εποχή του ντεκάρτ, αποδείχτηκε ότι είναι η ίδια η ασθένεια. Η πίστη στις επιστήμες ήταν μια μοιραία πλάνη, ο κόσμος δεν είναι γνώσιμος.

Όταν το μπερλίνερ ανσάμπλ έκανε την πρώτη του περιοδεία στο παρίσι, έγινε μια ιστορική συνάντηση μπροστά από το θέατρο σάρα μπερνάρ μεταξύ του μπρεχτ και του ιονέσκο. Ο τελευταίος είχε φέρει μαζί ένα πλήθος υποστηρικτές του και κάλεσε τον μπρεχτ σε απολογία: σας κατηγορώ για τη θανάτωση των συναισθημάτων πάνω στη σκηνή και για την τρομοκρατία της λογικής. Μην προσπαθείτε άδικα ο κόσμος δεν είναι γνώσιμος. Ο μπρεχτ κουνούσε περίσκεπτος το κεφάλι δεξιά κι αριστερά, όπως έκανε πάντα όταν δυσανασχετούσε κι απάντησε: αν ο κόσμος δεν είναι γνώσιμος, τότε εσείς πως το γνωρίζετε;

Η λογική του μπρεχτ δεν καταστρέφει κάθε αυθορμητισμό προς όφελος της συνειδητής δράσης. Ο μπρεχτ πίστευε ότι μπορεί κανείς να έχει μια συνειδητά αυθόρμητη συμπεριφορά και το εφάρμοζε στην πράξη στις θεατρικές πρόβες, καλώντας τους ηθοποιούς να ξεχάσουν τις προκατασκευασμένες ιδέες κι υπολογίζοντας στις συμπτωματικές λύσεις. Κατηγορούν τον μπρεχτ ότι παραδέχεται μόνο ό,τι γνωρίζει κανείς με βεβαιότητα κι αγνοεί το υποσυνείδητο, επειδή περιγελά το ντιβάνι του φρόιντ. Αλλά η υποσυνείδητη συμπεριφορά του δε στρέφεται καθόλου κατά του υποσυνείδητου.

Αυτή η λογική δεν έρχεται σε αντίθεση με τα συναισθήματα. Η ικανότητα των ανθρώπων να δρουν λογικά, δηλ να υπερασπίζονται τα συμφέροντά τους, προϋποθέτει κυρίως τη θέληση να τα επιβάλουν, δηλ το πάθος. Δεν είναι αυτή η λογική, που κάποιοι κάποτε αποκαλούν ερήμωση, που θα βοηθούσε το θέατρο να μην ερημώσει πραγματικά από την έλλειψη περί-σκεψης και την προσπάθειά του να γίνει αρεστό; Αν το θέατρο δε θέλει να είναι κωφάλαλο, χρειάζεται το άγγελμα, το καλό όσο και το κακό.

Τρίτη αντίρρηση: ο μπρεχτ θέλει να κάνει πολιτικό θέατρο.
Μια αντίρρηση που προβάλλει σκέτη, χωρίς αιτιολόγηση, καθώς σήμερα φαίνεται ως αξίωμα ότι το πολιτικό θέατρο είναι ξεπερασμένο, αναχρονιστικό, ακόμα και γελοίο. Η άρνηση των θεατράνθρωπων να κάνουν πολιτικό θέατρο, πολλές φορές δεν οφείλεται στην απόρριψη αλλά στην παραίτησή τους, η οποία ακολούθησε μια υπερεκτίμηση των δυνατοτήτων του. Ο μπρεχτ όμως δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι το θέατρο μπορεί να αλλάξει τον κόσμο. Μπορεί βεβαίως να ενδυναμώσει ή να φρενάρει πολιτικά-κοινωνικά κινήματα, αλλά δε μπορεί να τα αντικαταστήσει. Έχει τη δυνατότητα, περισσότερο από άλλες τέχνες να εκφράσει την επιθυμία για αλλαγή και να συμβάλει σε αυτή.

Είναι λάθος όμως να περιορίσει κανείς το πολιτικό θέατρο στο πολιτικό θέμα ενός έργου. Ένα έργο όπως οι μέρες της κομμούνας είναι κατεξοχήν πολιτικό θέατρο, όχι όμως επειδή το θέμα του είναι πολιτικό, αλλά επειδή παίρνει μια πολιτική στάση. Αντίστροφα, μπορεί ένα έργο, όπως οι γάμοι των μικροαστών, στο οποίο δεν ακούγεται ούτε μια πολιτική φράση, να διαθέτει μια ιδιαίτερη πολιτική εκρηκτικότητα απομοντάροντας το μικροαστισμό.
Το πολιτικό θέμα ενός θεατρικού έργου ήταν για τον μπρεχτ απολίτικο, αν το έργο ήταν ανιαρό. Γιατί η πλήξη παράγει κι αυτή μια πολιτική στάση: ενάντια στην πολιτική.

Η τέταρτη βασική αντίρρηση έχει να κάνει με το στιλ του μπρεχτ που παραδέχεται μόνο την ύπαρξη αιτιών και αδυνατεί τάχα να παρουσιάσει τις σημερινές αβύσσους.
Ο μπρεχτ ονομάζει τις αβύσσους, σαν παλιός χεγκελιανός, με το παλιό τους όνομα, ως αντιθέσεις. Και εκεί που σε άλλους αρχίζει η πίστη στις αιώνιες αβύσσους, στον μπρεχτ αρχίζει η αμφιβολία «ποιος είναι ο υπαίτιος για τις αβύσσους;». Όχι για να τις μειώσει, αλλά για να τις κάνει βαθύτερες. Οι αντιθέσεις γίνονται τόσο βαθύτερες, όσο λιγότερο τις αποδέχεται κανείς ως πάντα ισχύουσες, ως κάτι παντοτινό. Ο στόχος του μπρεχτ δεν είναι η βραχυπρόθεσμη αποσαφήνισή τους κι ο παραμερισμός τους, αλλά η κορύφωσή τους μέχρι να γίνουν αφόρητες και να τεθούν σε κίνηση όλα τα φαινόμενα μεταξύ των ανθρώπων που έχουν παγώσει και μετατραπεί σε συνήθειες. Η αρχή της κίνησης αποτελεί το άλφα και το ωμέγα όλων των προσπαθειών του στο θέατρο. Επιχειρούσε μέσω των ηθοποιών και της σκηνοθεσίας να τα δείχνει όλα σαν μια πορεία σε εξέλιξη –ακόμα και την ίδια την ακινησία.

Ο μπρεχτ μιλούσε για την κριτική στάση, που οφείλει να υπάρχει έναντι της πραγματικότητας, αλλά και έναντι του θεάτρου. Για αυτόν ήταν μια κατεξοχήν απολαυστική, άρα καλλιτεχνική στάση. Μια ανθρώπινη δραστηριότητα ζωής, που οδηγεί στην αλλαγή της πραγματικότητας και ανακαλύπτει σε αυτήν τις πραγματικές της απολαύσεις.

Ο μπρεχτ δεν είδε ποτέ τον εαυτό του ως φιλόσοφο. Σε ένα άρθρο στο spiegel μάλιστα αναφέρεται ότι ο μπρεχτ ήταν υποφερτός δραματουργός κι ένας υπέροχος λυρικός ποιητής, αλλά οπωσδήποτε δεν ήταν θεωρητικός. Έχω την άποψη πως ο φιλόσοφος μπέρτολτ μπρεχτ περιμένει να ανακαλυφτεί, ακόμη κι αν ο ίδιος δε θέλησε ποτέ να είναι τέτοιος.

Οι μετέπειτα δάσκαλοί του τον οδήγησαν σε ένα είδος σκέψης που την ονόμαζε χαμογελώντας «φιλοσοφία του καθημερινού».
Με τρώει μια αχόρταγη περιπέτεια σε σχέση με τους ανθρώπους, δεν χορταίνω να τους βλέπω και να τους ακούω. Πώς συναναστρέφονται μεταξύ τους, πώς κάνουν εχθρούς και φίλους, πώς σχεδιάζουν πολεμικές εκστρατείες, πώς παντρεύονται, πώς ράβουν κοστούμια, πώς κυκλοφορούν κάλπικο χρήμα, πώς παρατηρούν τα αστέρια, πώς εξαπατούν ο ένας τον άλλον, πώς ευνοούν, πώς διδάσκουν, πώς εκτιμούν, πώς ακρωτηριάζουν, πώς υποστηρίζουν ο ένας τον άλλον, πώς συνεδριάζουν, και πώς μηχανορραφούν. Θέλω να ξέρω πώς διευθύνουν τις επιχειρήσεις του και με ποια αποτελέσματα, και με ενδιαφέρει να αναγνωρίσω σε όλα αυτά μερικές νομοτέλειες, που μπορούν να με καταστήσουν ικανό να κάνω προβλέψεις.
Εδώ συναντάται ο μπρεχτ με τον αντόνιο γκράμσι και τις σκέψεις του για μια νέα λαϊκή φιλοσοφία.

Πού μπορεί να βρει κανείς σήμερα το φιλοσοφικό λαϊκό θέατρο; Πού μπορεί να βρει κανείς σήμερα τον μπρεχτ; Γιατί –κι αυτό ήταν επίσης ένα από τα αποφθέγματά του- η πουτίγκα αποδεικνύει την αξία της στο φάγωμα. {Στη συνέχεια ο wekwerth αναλύει τη βασική έννοια του gestus στον μπρεχτ, που είναι εξίσου σημαντική με τον τύπο του αϊνστάιν και τη μετάφραση της βίβλου από το λούθηρο, όπου η γραπτή γλώσσα του σχολαστικισμού μετατράπηκε στην καθομιλουμένη γλώσσα, αλλά δεν το παραθέτω με πιο εκτενή αποσπάσματα, για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο}.

Τον μπρεχτ το βρίσκει κανείς παντού, όπου υπάρχει μια ορισμένη στάση χειραφέτησης έναντι της πραγματικότητας, μια στάση που έχει σαν αφετηρία της την ανακάλυψη και την αλλαγή και η οποία από εκεί αντλεί, εφευρίσκει κι αλλάζει τα μορφικά της μέσα. Δεν υπάρχει κάποιο μπρεχτικό στιλ, που να έχει έτοιμα προς χρήση για όλες τις παραστάσεις συγκεκριμένα θεατρικά μέσα, άσχετα από το περιεχόμενό τους.

Ο κάθε τρόπος παιξίματος, που οδηγεί στην ανάδειξη των αντιθέσεων και σε ανακαλύψεις για το πώς μπορούμε να διαχειριστούμε τις αντιθέσεις, είναι ευπρόσδεκτος. Τραγωδία ή φάρσα, στίχος ή αργκό, φαντασία ή ντοκουμέντο, συναίσθημα ή ψυχρότητα, διαφάνεια ή παράλογο, οικοδόμηση ή κατεδάφιση.
Σε κάθε περίπτωση ο τρόπος εργασίας του μπρεχτ μπορεί να απελευθερώσει περισσότερα θεατρικά μέσα απ’ όσα οι κατευθύνσεις που είναι στη μόδα, οι οποίες συχνά μοιάζουν μεταξύ τους όσο και δύο αυγά. Αν κάποιον το μόνο που τον ενδιαφέρει είναι να μοιάζει διαφορετικός από τον άλλο και ο άλλος κάνει το ίδιο, κι οι δύο γίνονται όλο και περισσότερο όμοιοι μεταξύ τους.

Το ότι ο μπρεχτ αποδέχεται μόνο αιτίες κι εμποδίζει τους ηθοποιούς να παραστήσουν τις σημερινές αβύσσους, το ισχυρίζονται συχνά κάποιοι άνθρωποι του θεάτρου, που αποδέχονται μία και μοναδική αιτία: συγκεκριμένα, τον ίδιο τους τον εαυτό.
Μιλάνε για φαντασία, κι αυτό που βγαίνει είναι συχνά μόνο εικονικότητα. Αν όμως κοιτάξει κανείς πιο προσεκτικά, αποδεικνύονται απλώς νέο ντιζάιν. Παραδέχονται μόνο όσα αντιλαμβάνονται και απορρίπτουν την ύπαρξη της αλήθειας. Αλλά το να έχει ισχύ μόνο ό,τι βλέπουμε, ακούμε, μυρίζουμε αγγίζουμε και γευόμαστε, αποτελεί άλμα στον προηγούμενο αιώνα: πρόκειται για νατουραλσιμό, και μάλιστα με τα πόδια στον ουρανό.

Κάθε γενιά έχει το δικαίωμα να αποτινάξει από πάνω της την προηγούμενη. Η συντριβή παραδοσιακά αποδεκτών μέσων και ιστοριών είναι θεμιτή, κι ο μπρεχτ έκανε ευρεία χρήση αυτού του δικαιώματος. Πάντα όμως με μια προϋπόθεση. Η κατεδάφιση πρέπει να δημιουργεί ελεύθερους χώρους, κι όχι σωρούς από συντρίμμια.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να παιχτεί θέατρο κι ο μπρεχτ είναι μόνο ένας απ’ αυτούς. Όταν όμως επικαλείται κανείς τον μπρεχτ, άσχετα αν συμφωνεί μαζί του ή τον απορρίπτει, θα πρέπει να τον γνωρίζει.

Παρασκευή, 26 Απριλίου 2013

Απολιθωμένες Αμπελοφιλοσοφίες στον Κόκκινο Πλανήτη 06

Συζήτηση για τον «αδύναμο κρίκο του εικοστού πρώτου αιώνα»

Είναι καιρός τώρα που θέλαμε να κάνουμε εκπομπή για τα τεκταινόμενα στη βενεζουέλα και τη λατινική αμερική γενικότερα, με αφορμή τις πρόσφατες εθνικές εκλογές, το θάνατο του ούγκο τσάβες και την απόπειρα αποσταθεροποίησης (με αποχρώσεις πραξικοπήματος) από τις δυνάμεις της αντίδρασης. Περιμέναμε όμως να βρούμε πρώτα τον κατάλληλο συνομιλητή, που να μην είναι ένας απλός εξωτερικός παρατηρητής. Και τελικά τον βρήκαμε στο πρόσωπο του Séntic, που ζει και εργάζεται στην ουρουγουάη, παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς τις εξελίξεις και μας δίνει τα φώτα του, καταθέτοντας τις προσωπικές του απόψεις κι εκτιμήσεις για τα γεγονότα.

Στην κουβέντα μας αναφερόμαστε διεξοδικά στον «αδύναμο κρίκο της μπολιβαριανής διαδικασίας», το πρόσφατο εκλογικό αποτέλεσμα, το μαδούρο και τα ευτράπελα της προεκλογικής περιόδου, τις περιφερειακές ενώσεις στη λατινική αμερική. Αναλύουμε επίσης το παρόν το παρελθόν και το μέλλον της βενεζουέλας, την κοινωνική φύση του καθεστώτος και τις προοπτικές εξέλιξής του, καθώς και τη στάση του κκ βενεζουέλας.

Ελπίζουμε ότι η συζήτηση -που αυτήν τη φορά προσφέρεται "ξεροσφύρι", χωρίς μουσική συνοδεία- θα διαφωτίσει αρκετές σημαντικές πτυχές στους ακροατές και περιμένουμε τις κριτικές και γόνιμες παρατηρήσεις τους στα σχόλια που θα ακολουθήσουν.
Ευχαριστούμε πολύ και το σύντροφο Sentic για τα φώτα του, την υπομονή του κατά το ξεπέρασμα κάποιων τεχνικών δυσκολιών, και για τις φιντελικής μεστότητας και διάρκειας απαντήσεις του..
Muchas gracias al camarada Séntic y esperamos que regrese pronto a nuestro país para juntarse con nosotros y ayudarnos avanzar el proceso revolucionario.
¡Hasta la victoria siempre!



Τετάρτη, 24 Απριλίου 2013

Αυτός που έκανε τον κομμουνισμό ποίηση

Τις προάλλες η κε του μπλοκ βρέθηκε στη δημοτική βιβλιοθήκη της πόλης για να παρακολουθήσει την παρουσίαση του «άγνωστου βάρναλη» -που δε μας είναι πλέον και τόσο άγνωστος μετά από την ανάγνωση του βιβλίου του ηρακλή κακαβάνη και από τόσες παρουσιάσεις του. Εδώ θα επιχειρήσω μια επιλεκτική παρουσίαση βασικών σημείων και στιγμιότυπων της εκδήλωσης, προσπαθώντας στο μέτρο του δυνατού να μη διαστρεβλώσω το περιεχόμενο των εισηγήσεων –είτε λόγω κακής δικής μου πρόσληψης, είτε λόγω βιαστικών σημειώσεων που αλλοιώνουν το νόημα.


Την εκδήλωση άνοιξε μια ζωντανή θεατρική αναπαράσταση της κατάθεσης του βάρναλη στη δίκη του λουντέμη, με την αίθουσα εκδηλώσεων να μετατρέπεται προσωρινά σε αίθουσα δικαστηρίου και το κοινό να απολαμβάνει την περήφανη στάση του ποιητή απέναντι στους δικαστές. Κατά τη διάρκεια της εκδήλωσης υπήρχε επίσης καλλιτεχνικό πρόγραμμα με απαγγελίες και μελοποιημένα ποιήματα του βάρναλη, καθώς κι ένα τετράλεπτο βιντεάκι από την κηδεία του ποιητή, το δεκέμβρη του 74’, που τα αναφέρω εκτός χρονικής σειράς, χωρίς περαιτέρω ανάλυση, για να δώσω βάρος στις εισηγήσεις.

Η θεατρικη αναπαρασταση της καταθεσης του Βαρναλη στη δικη του Λουντεμη
Στο άνοιγμά του ο δημοσιογράφος απόστολος λυκεσάς, που εκτελούσε χρέη συντονιστή, είπε πως ο βάρναλης έλεγε θαρρετά τη γνώμη του και δεν ενδιαφερόταν καθόλου για δημόσιες σχέσεις –πού και να ζούσε σήμερα… συμπλήρωσε με νόημα. Μας διάβασε το καθόλα επίκαιρο ποίημα «η προσευχή του ταπεινού», όπου μέσα από την παρωδία του ζαχαρία παπαντωνίου (ή καρχαρία παπαφαταούλα, όπως αναφέρεται στο ποίημα), ασκείται καυστική κριτική σε όσους έχουν βάλει σκοπό της ζωής τους να σιτίζονται από το δημόσιο ταμείο. Και είπε ότι στο βιβλίο του κακαβάνη μας μιλάει περισσότερο ο ίδιος ο ποιητής, παρά ο μελετητής του, κάτι που μας βοηθά να «ανασύρουμε» τον άγνωστο βάρναλη στην επιφάνεια.

Ακολούθησε η εισήγηση της τεμεκενίδου, που έκανε μια εξαντλητική επισκόπηση των περιεχομένων του βιβλίου και κάποιων βιογραφικών στοιχείων του ποιητή. Κι αμέσως μετά ο ηθοποιός καλατζόπουλος, που αν δεν κάνω λάθος είναι και ιδρυτικό μέλος του κκυ, της κίνησης για την κριτική υποστήριξη του κουκουέ. Ο καλατζόπουλος έκανε αρχικά μια βιωματική τοποθέτηση για την πρώτη του επαφή με το έργο του βάρναλη μέσα από το βιβλία του καζάντζα, ενός εκδότη-πλασιέ, που είχε αντιληφθεί πολύ καλά πως αυτοί που κατεξοχήν διάβαζαν ήταν αριστεροί και τους έπειθε να αγοράζουν με δόσεις με το ακαταμάχητο επιχείρημα: πεθαίνεις-χάνω, πεθαίνω-κερδίζεις.

Ο καλατζόπουλος διάβαζε από τα μικράτα του στο θέατρο –όπου η παρουσία ενός ανθρώπου της εδα ήτανε κάτι σαν θεσμός- μαρξιστικά και λογοτεχνικά βιβλία, και συναντούσε αρκετές άγνωστες λέξεις (η σημερινή γενιά ίσως να είχε πολύ περισσότερες) που τον παίδευαν αλλά του άνοιγαν τους ορίζοντες. Θεωρούσε λοιπόν ότι γνώριζε πολύ καλά το βάρναλη, μέχρι που διάβασε το βιβλίο του ηρακλή και κατάλαβε πόσο άγνωστος του ήταν στην πραγματικότητα.

Κι αυτό ακριβώς είναι το μεγάλο πλεονέκτημα του «άγνωστου βάρναλη», που μπορεί να διαβαστεί σε πολλά επίπεδα: για να περάσει ευχάριστα η ώρα, να βγάλουμε συμπεράσματα για το σήμερα, ή να μάθουμε απλώς περισσότερα για έναν ποιητή που αγαπούσε πολύ τη ζωή και γι’ αυτό μπορούσε να θυσιάσει τη δική του –όπως όλοι οι κομμουνιστές- για την ίδια τη Ζωή, συνολικά.

Ο βάρναλης είναι μια ιδιαίτερη περίπτωση που –όπως κι ο καζαντζάκης ή ο σικελιανός- δε βρήκε τον κομμουνισμό ως έτοιμη ιδεολογία, αλλά ζυμώθηκε με τις ιδέες του και τις ασπάστηκε 40άρης σχεδόν, για να παραμείνει έκτοτε συνεπής και να ζήσει το κόμμα σε όλες τις ιστορικές περιόδους και τις διακυμάνσεις του. Κι αυτό αποδεικνύει πως δεν πρέπει να είμαστε ισοπεδωτικοί και να βγάζουμε εύκολα συμπεράσματα. Και σε ένα γενικότερο επίπεδο πως το κκε έχει «δράκου ρίζα», συνεχίζοντας μέχρι σήμερα τη δράση του.

Κλείνοντας ο καλατζόπουλος αναρωτήθηκε γιατί δεν έχουμε σήμερα ένα βάρναλη –παρά τους πολλούς αξιόλογους καλλιτέχνες της νεότερης γενιάς· φταίει μήπως το κακό το ριζικό μας; Και ανέτρεξε για την απάντηση στον οδηγητή, το πασίγνωστο βαρναλικό ποίημα, που είχε απαγγείλει κι ο ίδιος κάποτε σαν παιδί σε μια γιορτή των τυπογράφων –κάτι που ήταν αρκετό για να βαρύνει τον αστυνομικό του φάκελο.
Ο βάρναλης λοιπόν δεν ήταν σπορά της τύχης, αλλά τέκνο της ανάγκης και ώριμο τέκνο της οργής. Σήμερα η ανάγκη υπάρχει, αλλά δεν έχει ωριμάσει ακόμα η οργή μας.

Εν συνεχεία διαβάστηκε το μήνυμα του χουρμουζιάδη, που δυστυχώς δε μπόρεσε να παραβρεθεί στην εκδηλωση. Σε αυτό ο καθηγητής έλεγε ότι τα βιβλία δεν παρουσιάζονται, αλλά διαβάζονται. Το βιβλίο του ηρακλή όμως, αξίζει και τα δύο. Γιατί δε μελετά το βάρναλη μόνο ως ποιητή, αλλά κι ως άνθρωπο, με συγκεκριμένη άποψη. Και τον καθιστά δικό μας, ποιητή της ζωής μας, χωρίς δυσνόητες αναλύσεις ειδικών, που τελικά μας απομακρύνουν αντί να μας εξοικειώνουν με το αντικείμενό τους.

Από την τοποθέτηση του γιώργου σαρρή, ξεχώρισα την ιστορία με μια ορεσίβια γυναίκα που είχε ζήσει όλα τα χρόνια στο βουνό και είδε σε μεγάλη ηλικία τη θάλασσα, αναφωνώντας με θαυμασμό: πω-πω μπλιε νερό. Και τον παραλληλισμό με την ποίηση του βάρναλη, που είναι μια θάλασσα στην οποία πρέπει να κολυμπήσεις για να καταλάβεις το βάθος της.

Η πιο ενδιαφέρουσα εισήγηση πάντως ήταν αυτή του περικλή –κι αυτό πιστεύω είναι αντικειμενικό, ανεξάρτητα από την προσωπική μου γνωριμία με το σοβιετικό κυριούλη. Με κίνδυνο λοιπόν να την αδικήσω, θα προσπαθήσω να αναπαράγω επιλεκτικά κάποια βασικά της σημεία.

Ο περικλής ξεκίνησε με κάποια εισαγωγικά στοιχεία για την επαναστατική τέχνη και τη συνείδηση. Όρισε την τέχνη ως διαγενεακή επικοινωνία μέσω αισθητικών μορφών και τα κλασικά έργα ως αυτά που έχουν διαχρονική σημασία κι αναδεικνύουν τα θεμελιώδη στοιχεία της εποχής τους –γιατί ο ρόλος του καλλιτέχνη δεν περιορίζεται απλώς στην καταγραφή του υπαρκτού. Και ο βάρναλης το κάνει με έναν αισθητικά άρτιο τρόπο, σαν τεχνίτης του λόγου, που πολεμά με όσα μέσα διαθέτει, το λυρισμό, τη διεισδυτική ματιά, ενίοτε και την ειρωνεία.

Ο βάρναλης είναι ο πρωτόκλητος ποιητής της επανάστασης και τα έργα του αποτελούν μανιφέστα του ιστορικού υλισμού. Η περίπτωσή του είναι μοναδική, γιατί το άστρο του γεννιέται ενώ ο αστικός κόσμος εξαντλεί τον προοδευτικό του ρόλο και πολλοί καλλιτέχνες διαισθάνονται την παρακμή του, χωρίς να μπορούν να βρουν τη διέξοδο. Αλλά και για έναν ακόμη λόγο: επειδή ανατέλλει στην πιο σφριγηλή στιγμή του κομμουνιστικού κινήματος, σε αντίθεση με κάποιους μεταγενέστερους ποιητές της ήττας ή άλλους που συνδέθηκαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με κάποιες προβληματικές πτυχές της ιστορικής διαδρομής του κινήματος.
Γι’ αυτό καταφέρνει να μας πάει πολύ μακριά, όσο δε μας πήγε κανείς άλλος, και να μιλήσει για αυτά που οι άλλοι κοιτούσαν αλλά δεν έβλεπαν.

Αναδεικνύει τις πτυχές που δε μπορούσε να δει ο λαός και τον συμπονά, χωρίς να τον κολακεύει. Αντιμάχεται τα «ιδεολογικά φαντάσματα» που τον κατατρύχουν και την ψευδή συνείδηση που αναπτύσσει. Κρατά οξυδερκή στάση απέναντι στη θρησκεία, κατανοώντας ότι είναι προϊόν της αδυναμίας και της απελπισίας του λαού κι ότι η ηλικία της αντιστοιχεί στην ηλικία όλων των ταξικών κοινωνιών. Φέρεται με τρυφερότητα στα χριστιανικά σύμβολα, γιατί ως μαρξιστής καταλαβαίνει ότι είναι ανθρώπινα σύμβολα (το θείο δράμα πχ δεν είναι άλλο παρά το δράμα του ανθρώπου και η βαθιά του επιθυμία να λυτρωθεί) και σέβεται το λαό που τα γέννησε. Αντιστοίχως διατηρεί μοναδική συνέπεια και στο ζήτημα του έθνους.

Στέκεται απέναντι στον κομφορμισμό των διανοούμενων, που καταφεύγουν σε ωραία αφηρημένα ιδανικά και φανταστικούς κόσμους, με λέξεις κούφιες χωρίς σημασία. Καταπολεμά τις ψευδαισθήσεις περί ουδετερότητας του καλλιτέχνη, που μπορεί να αρθεί τάχα πάνω από τις πραγματικές αντιθέσεις. Παραμένει ιστορικά αισιόδοξος ως προς την κοινωνική προοπτική και την αναδεικνύει στο έργο του. Την περιγράφει ως ένα καθολικό, πανανθρώπινο ιδανικό και την υψώνει στο επίπεδο της συνειδητής ανάγκης. Σε τελική ανάλυση κρατά ζωντανούς με την ποίησή του τους λογαριασμούς που άνοιξε ο εικοστός αιώνας, και γι’ αυτό το έργο του ανήκει στο μέλλον.

Προς το τέλος έλαβε χώρα ίσως η πιο συγκινητική στιγμή της εκδήλωσης, με τον χαράκτη γιώργο φαρσακίδη να μη μας διαβάζει δυστυχώς, λόγω της συστολής του, αυτό που είχε ετοιμάσει για την περίσταση, αλλά να διηγείται από μνήμης ένα περιστατικό από τη μακρόνησο –που έδενε με την εξορία του βάρναλη- με τις προετοιμασίες των κρατούμενων για τις γιορτές των χριστουγέννων και έναν ανθρωποφύλακα με το προσωνύμιο βαν φλιτ να συλλαμβάνει τελικά τη φάτνη των αλόγων, χωρίς κανένα λόγον, για να ματαιώσει τον εορτασμό.

Το κλείσιμο έγινε από τον ηρακλή, που μεταξύ άλλων στάθηκε στην προσφώνηση του βάρναλη από το λαό ως δασκάλου ή μπαρμπα-κώστα, που σημαίνει πως τον θεωρούσε δικό του άνθρωπο και οικείο όσο κανέναν άλλο. Ενώ σημείωσε πως ο βάρναλης έψαξε απαντήσεις στην εποχή του και τις βρήκε, κάνοντας τον κομμουνισμό ποίηση.
Κι αυτή ήταν μάλλον η φράση που συμπύκνωσε καλύτερα όσα είδαμε και κρατήσαμε φεύγοντας από τον χώρο της εκδήλωσης.

Αποψη απο την καταμεστη αιθουσα εκδηλωσεων της Δημοτικης Βιβλιοθηκης

Τρίτη, 23 Απριλίου 2013

Οι δύο όψεις του νομίσματος

Την περασμένη φορά είχαμε μείνει στο θέμα των προσώπων προαναγγέλλοντας το ζήτημα της κάλυψης του συνεδρίου από τα αστικά μμε. Αυτά τα δύο υπό προϋποθέσεις συνδέονται όπως είδαμε στην πρόσφατη ανάρτηση με τον τουριστικό γκόρμπι, το παιχνίδι του με τα μίντια και το μανιπουλάρισμα των τηλεοπτικών μαζών.

Αφορμής δοθείσης λοιπόν θέλω να προσθέσω στα προηγούμενα ότι η τέως γγ ήταν ένας καθ’ όλα αντιτουριστικός πόλος έλξης, όσο κι αν αυτό μοιάζει αντίφαση εν τοις όροις. Εντελώς αντισυμβατική –έως και αναχρονιστική- δηλ με τα ισχύοντα τηλεοπτικά πρότυπα, αλλά γι’ αυτό ακριβώς αυθεντική. Κάτι που αποτελούσε έναν ιδιότυπο πόλο έλξης μες σε ένα πολιτικό σκηνικό γενικευμένης υποκρισίας. Η αλέκα ήταν τρόπον τινά μια πιστή εικόνα της πολιτικής του κκε: ευθεία, ειλικρινής κι αφτιασίδωτη, χωρίς τακτικούς –ή τακτικίστικους- καλλωπισμούς. Αυτό είναι που σέβεται διαχρονικά ο λαός στο κόμμα, ασχέτως αν παρασέρνεται απ’ την αστική βιτρίνα και το άλλο πρωί των εκλογών που ξυπνάει πλάι σε αυτό που ψήφισε, το βλέπει χωρίς πολιτικό μέικ απ και τρομάζει. Θα αναλάβουν όμως τα μίντια να τον εφησυχάσουν και να του γλυκάνουν τον πόνο ή να κατευθύνουν το φόβο του στο μη χειρότερα, για να δεχτεί τα πάντα χωρίς αντίδραση.

Κι ερχόμαστε στο συνέδριο. Όπου αν υπήρχε μια αμυδρή ελπίδα να γραφτούν κάποια σοβαρά άρθρα που να προσεγγίζουν πολιτικά τις εργασίες του, αυτή θάφτηκε κάτω από τη διαδοχολογία για την αλλαγή γραμματέα. Που με τη σειρά της δεν έμεινε σε μια απλή ονονοματολογία με φαβορί και αουτσάιντερ, αλλά προχώρησε σε βαθυστόχαστες αναλύσεις και περιγραφές αντικρουόμενων στρατοπέδων. Με αίλουρους που χοροπηδάν ευέλικτα από το ένα στο άλλο, δελφίνους, υπαρχηγούς και ακροβάτες που ισορροπούν μεταξύ των ομάδων και τα έχουν καλά με όλους.
Πρόλαβαν μάλιστα να βαφτίσει –ακόμα δεν τον είδε- τον κουτσούμπα αντιτουριστικό, σκληροπυρηνικό γραφειοκράτη κι άνθρωπο του μηχανισμού. Λες και υπήρχε περίπτωση να γράψουν ποτέ για ηγετικό στέλεχος του κκε ότι είναι γλυκούλης και μαλακοπυρηνικός ή ότι κινείται σαν ηλεκτρόνιο στην περιφέρεια.
Συνέχισαν με την εκλογή της νέας κε και εμβριθή συμπεράσματα περί αποχώρησης του παμε από το κκε, χωρίς ωστόσο να αξιοποιήσουν την ιδέα κάποιων αδελφών κόκκινων ιστολογίων για αποχώρηση και του ριζοσπάστη από το κόμμα, δεδομένης της μη επανεκλογής του διευθυντή του στο νέο πολιτ μπιρό.

Ο φώτης παπούλιας προχώρησε μάλιστα ένα βήμα παραπέρα συμπεριλαμβάνοντας και το μακαρίτη τον τσιόγκα στα στελέχη που δεν επανεκλέχτηκαν στη νέα κε. Αλλά τέτοιοι είναι αυτοί οι σταλινικοί του κκε. Σκοτώνουν τα άλογα, όταν πεθάνουν. Αντί να κρατήσουν τον τσιόγκα εσαεί μέλος της κε τιμής ένεκεν.
Κατά τα άλλα η εφημερίδα των συντακτών διαμαρτυρήθηκε για τον αποκλεισμό του δημοσιογράφου της (του παπούλια συγκεκριμένα όχι της εφημερίδας). Λες και είναι αποτέλεσμα ρεπορτάζ τα τέρατα που βγάζει από την κοιλιά του.
Έτσι είναι όμως. Αστική δημοκρατία έχουμε, ο καθένας έχει δικαίωμα να πει το μακρύ του και το κοντό του και να εκφράσει ελεύθερα τη γνώμη του, τζάμπα είναι. Πόσο μάλλον όταν είναι έμμισθες και εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα.

Εξίσου μακάβριο ήταν και το αφιέρωμα μιας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας στην αλέκα, πριν καν οριστικοποιηθεί η αποχώρησή της από τη θέση της γγ, που έμοιαζε περισσότερο με επικήδειο ή με επιμνημόσυνη δέηση, έχοντας φωτογραφίες μέχρι και από την κηδεία του παπαρήγα, για να γίνει ακόμα πιο άμεσος ο υποσυνείδητος συνειρμός περί τέλους.

Κατά τη γνώμη μου όμως, το πιο ωραίο με την αλέκα ήταν ο τρόπος που μεταφέρθηκε η περίφημη αποστροφή της περί «αγράμματων στελεχών» από την ομιλία της σε μια κομματικής συνδιάσκεψη. Ο αστικός τύπος την πήρε και τη μετέφρασε ως εξής: η αλέκα λέει αγράμματους όσους διαφωνούν με τις θέσεις στον προσυνεδριακό διάλογο. Κι έτσι δυστυχώς το αναπαρήγαγαν αυτούσιο, κι αρκετά μέσα που αυτοπροσδιορίζονται ως μη αστικά –μέχρι αποδείξεως του εναντίου.

Η αλέκα όμως είπε κάτι πολύ διαφορετικό στην πραγματικότητα. Κριτίκαρε πολιτικά την θέση πως ο καπιταλισμός στην ελλάδα υποχώρησε εξαιτίας της κρίσης. Κι έκλεισε λέγοντας πως «τα στελέχη δε δικαιολογούμαστε να είμαστε αγράμματα», χωρίς καμία προσωπική αιχμή, ούτε καν αιχμηρό λόγο, πέραν της πολιτικής κριτικής. Και σε αυτό έχει απόλυτο δίκιο. Γιατί είναι μαρξιστικά αναλφάβητος όποιος αγνοεί πως η οικονομική κρίση είναι μια νομοτελειακή στιγμή στον κύκλο ανάπτυξης του κεφαλαίου, με καταστροφή και απαξίωση ενός μέρους του, για να συνεχίσει απρόσκοπτα την κερδοφορία και τη διευρυμένη αναπαραγωγή του. Κι είναι αυτό ακριβώς που βρίσκεται σήμερα στο επίκεντρο της διαμάχης, με τη φιλολογία περί κατοχής, εθνικής υποτέλειας, κτλ.
Αυτά βέβαια είναι ψιλά γράμματα για τον αστικό τύπο που νόμισε πως έπιασε λαβράκι και το ‘δειχνε παντού, σαν περήφανος ψαράς. Για να περάσει με εξαιρετική ευκολία μερικές μέρες αργότερα απ’ τα δημοσιεύματα για «εμφύλιο στο κουκουέ», στην εκτίμηση περί άνευρου και αδιάφορου συνεδρίου, με διαδικασίες εξπρές. Μονά-ζυγά, δικά τους.
Αυτό ήταν ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας καθ’ όλα ανέντιμης στάσης –ειδικά από τα μέσα που επιδιώκουν αντιμνημονιακή κυβέρνηση και στηρίζουν το σύριζα. Η οποία δεν έχει καμία απολύτως σχέση με δημοσιογραφική δεοντολογία και μπορεί να συνοψιστεί στα εξής: χονδροειδής παραποίηση δηλώσεων και γεγονότων, σενάρια επιστημονικής φαντασίας βγαλμένα από την κοιλιά πωρωμένων συντακτών, αυταπόδεικτα υπονοούμενα για πράγματα ή καταστάσεις που δεν υφίστανται (μετοχές στο γερμανό για παράδειγμα), ασχετοσύνη που πλασάρεται ως ειδημοσύνη ψευδοαναλύσεις βασισμένες σε ευρέως στερεωμένα στερεότυπα και πάει λέγοντας –τελικά δεν συνοψίζονται εύκολα..
Τι μας δείχνουν όλα αυτά; Καταρχάς αυτό που έχει σημειώσει επανειλημμένα το κόμμα μιλώντας για χυδαίο αντικομμουνισμό, που δεν ενδιαφέρεται για μια ουσιαστική (κι απόλυτα θεμιτή) πολιτική αντιπαράθεση, αλλά για την κατασκευή μύθων και ψευδοεπιχειρημάτων –για να τρωθεί με κάθε μέσο ο αντίπαλος- που επαναφέρουν με νέα μορφή το αλήστου μνήμης «θα ‘ρθουν οι κομμουνιστές να σας πάρουν τα σπίτια και τις γυναίκες;». Ενώ τώρα τι να τους πεις; Θα ‘ρθουν να μας πάρουν τις τράπεζες και τους καναπέδες;
Αυτά είναι μες στο παιχνίδι κι αναμενόμενα, μπορεί να αντιτείνει κάποιος. Πιθανόν ναι. Όλα μαζί συσσωρευμένα όμως φτιάχνουν μια καινούρια ποιότητα. Ένα σύνολο μύθων και στερεότυπων που απευθύνονται κατευθείαν στο θυμικό κι αποκτούν σχεδόν διαστάσεις μόδας, που καθιστούν σχεδόν αδύνατη την απόκρουσή τους. Κι έχουν φτάσει πλέον σε τέτοιο επίπεδο κωδικοποίησης και γενικής αποδοχής που αρκεί να πεις απλώς μια φράση για να νιώσει ο καλοπροαίρετος συνομιλητής σου πίκρα κι οδύνη για το προδοτικό κκε και την κατάντια του.
Μπογιόπουλος, στάλιν, πλουμπίδης, τυποεκδοτική, χαρίλαος, 89’ και πάει λέγοντας.

Όλα τους ακαταμάχητα κι αήττητα, σαν τη βλακεία. Κυριεύουν τον χυλό της κοινής γνώμης κι ανατροφοδοτούνται κάθε τόσο από ατράνταχτες αποδείξεις, που μεταδίδονται όπως η πυρκαγιά στα ξερόχορτα. Και καταλήγουν σε εξίσου ακλόνητα συμπεράσματα, τύπου «το κουκουέ έχει ξοφλήσει», «ανήκει σε άλλο αιώνα», «καλά μωρέ, ριζοσπάστη διαβάζεις, οχού…»

Αυτή είναι η μία όψη του νομίσματος. Ποια είναι η άλλη όψη;

Ότι η δύσκολη πάλη ενάντια στον αστικό οχετό και τα πλοκάμια του, θα ακυρώνεται και δε θα έχει κανένα αποτέλεσμα, αν ο κόσμος πληροφορείται τα καθέκαστα και τις εξελίξεις στο κόμμα από τον παραμορφωτικό φακό των αστικών μέσων. Αν δεν τσακιστούν δηλαδή οι εσωτερικές τους πηγές και οι κατά καιρούς διαρροές, ντοκουμέντων ή ειδήσεων. Ή αν ο κομματικός τύπος δίνει πάτημα στους αστούς αναλυτές και δημοσιολόγους με άστοχες επιλογές κειμένων –όχι ως προς την πολιτική ουσία τους απαραίτητα, αλλά ως προς τη σκοπιμότητα και τον τρόπο με τον οποίο την εξυπηρετούν.
Είναι πλήγμα για παράδειγμα να έχει την είδηση της επίσπευσης του κλεισίματος των εργασιών του συνεδρίου η ηλεκτρονική έκδοση του βήματος και το καθίκι ο σταυρόπουλος, και να μην το έχει ο 902 ή ο ρίζος της επόμενης ημέρας, που κυκλοφορούσε με τα προηγούμενα δεδομένα.

Κι είναι ζήτημα πώς είχε η καθημερινή, την τρίτη πριν το συνέδριο, το θέμα της αλλαγής της αλέκας –κι ενώ ο αστικός κυριακάτικος τύπος εισέπραττε ως κλίμα ότι η αλέκα θα συνεχίσει τη θητεία της. Και δεν στοιβάζω το κομμάτι της καθημερινής με άλλα σενάρια δημοσιογραφίσκων –που είχαν πει σχεδόν τα πάντα, οπότε όλο και κάτι θα πετύχαιναν- γιατί ήταν ανυπόγραφο και αυτό σημαίνει πως αναλαμβάνει την ευθύνη η διεύθυνση της εφημερίδας. Δηλ ο παπαχελάς.
Θα μου πεις, δεν ήταν δα τόσο δύσκολο να γνωρίζει κανείς πως η αλέκα είχε κουραστεί και ότι είχε σκεφτεί, καιρό τώρα, να μην παραμείνει στο τιμόνι του κόμματος. Άλλο οι εικασίες όμως κι άλλο να επικαλείσαι ασφαλείς πληροφορίες.

Εν πάση περιπτώσει, πιθανόν να μην εκτιμώ κάτι καλά στα παραπάνω –δεν το αποκλείω καθόλου ως ενδεχόμενο. Αλλά το βασικό συμπέρασμα, που ανέφερα και παραπάνω, παραμένει: οι διαρροές στον τύπο ακυρώνουν σε μεγάλο βαθμό την πάλη του κόμματος εναντίον της αστικής προπαγάνδας και αυξάνουν το κύρος διάφορων καλαμαράδων κουκουεδολόγων. Πρέπει λοιπόν να αναζητηθούν και να χτυπηθούν αμείλικτα, όσο ψηλά κι αν βρίσκονται. Είτε πρόκειται για κάποιο μέλος, είτε για κάποιον από τους αντιπροσώπους στο πρόσφατο συνέδριο.

Το παιχνίδι των αστών με το νόμισμα είναι σικέ και προκαθορισμένο. Κορόνα κερδίζουν, γράμματα χάνουμε. Μία ή η άλλη φράγκο δύο, που λέγανε κι οι παλιότεροι. Αλλά αν εξαλείψουμε τη δεύτερη όψη του, θα είμαστε σε θέση να του δείξουμε πως νιψονανομηματαμημονανοψιν. Και να τους πληρώσουμε με το ίδιο νόμισμα.

Κυριακή, 21 Απριλίου 2013

Θα πεθάνεις σκουλήκι

Ένα κείμενο για τη μάργκαρετ θάτσερ

Ας μιλήσουμε για ερπετά λοιπόν. Τώρα που τη μάργκαρετ έχουν αρχίσει να την τρώνε τα σκουλήκια, παρουσιάζοντας ίσως κανιβαλικές τάσεις προς το είδος τους, είναι ευκαιρία να γράψουμε κάποια πράγματα για το μιχαήλ γκορμπατσόφ.
-Μα για στάσου, πάλι για τον γκορμπατσόφ; Πώς διάολο κολλάει ο γκόρμπι σε μια ανάρτηση για τη θάτσερ; θα αναρωτηθούν κάποιοι. Κι ίσως θυμηθούν εκείνο το ανέκδοτο με τα σκουλήκια (που τώρα τρώνε τη θάτσερ) και τον τοτό, που είχε γράψει μια άριστη έκθεση με όλες τις λεπτομέρειες για το ζώο σκουλήκι, αλλά αυτό ήταν το μόνο που ήξερε θέμα να αναπτύξει. Και στην επόμενη έκθεση που είχε ως θέμα το μήλο, αυτός το ξαναγύρισε στα σκουλήκια, τα οποία τρώνε το μήλο, και τα οποία…
Κι έγραψε τα ίδια ακριβώς από την αρχή.

Ας μιλήσουμε λοιπόν για τη θάτσερ, που ήταν μια αστή πολιτικός με σπουδαίες ικανότητες –προς όφελος της τάξης της- κι αυτό το απέδειξε, μεταξύ άλλων, όταν είχε πει για το γκόρμπι, πριν καν αυτός γγ, ότι είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορούν επιτέλους να κάνουν μπίζνες –χωρίς να φαντάζεται μάλλον πόσο μακριά θα πήγαιναν αυτές οι δουλειές που θα άνοιγαν και τι επιτυχία θα είχαν.
Σε πλήρη αντίθεση πχ με έναν αμερικανό αξιωματούχο που είχε προειδοποιήσει ότι ο γκόρμπι δε μεταρρυθμίζει τον κομμουνισμό για να τον ανατρέψει αλλά για να τον ενισχύσει –κι έπεσε διάνα! Εκτός και αν εννοούσε με αυτό τη μετασοβιετική ρωσία ως ανταγωνιστή στην ενδοϊμπεριαλιστική σκακιέρα, γι’ αυτό κι οι αμερικάνοι ευνόησαν την άνοδο του γέλτσιν που ήταν αχυράνθρωπός τους κι επικύρωσαν την αλλαγή σκυτάλης με μια κοινή συνέντευξη των δυο τους στο σι εν εν νομίζω το σεπτέμβρη του 91’, μετά το πραξικόπημα-παρωδία του αυγούστου.

Η έφοδος για τον ουρανό από εδώ είναι;
Η θάτσερ λοιπόν ήταν πρωθυπουργός της αγγλίας κατά την επίσκεψη του γκόρμπι στο λονδίνο, το οργουελικό 1984, πριν ακόμα γίνει γραμματέας, όπου είχε πάει ως το νούμερο δύο του κόμματος για να κάνει τη γενική πρόβα και να πάρει παράσταση νίκης από το εξωτερικό με τις εντυπώσεις που θα κέρδιζε. Γιατί ο γκορμπατσόφ ήταν ο πρώτος σοβιετικός ηγέτης δυτικής τεχνοτροπίας που τους επισκεπτόταν. Τουριστικός, τηλεοπτικός, φιλικός προς τους δημοσιογράφους.

Σύμφωνα με τα λεγόμενα ενός γερμανού ανταποκριτή στη σοβιετία, όπως τα διαβάζουμε στο βιβλίο του για τον γκορμπατσόφ «ο δρόμος προς την εξουσία» (από τις εκδόσεις ι. φλώρος) ήταν πραγματικά κάτι διαφορετικό, ντυμένος κομψά, άνετος και χαλαρωμένος, όπως οποιοσδήποτε δυτικοευρωπαίος κοινοβουλευτικός κι εντελώς διαφορετικός από τον απόμακρο απαράτσικ. Δεν ήταν  δηλαδή απλώς ένας ακόμη βλοσυρός γραφειοκράτης, μια νεότερη εκδοχή των γέρων που κυβερνούσαν τη σοβιετική ένωση τις δυο προηγούμενες δεκαετίες. (…) Δεν έκανε καμία από τις θεατρικές χειρονομίες στις οποίες διακρινόταν ο μπρέζνιεφ, τίποτα σαν τη συνήθεια του γκρομίκο να εναλλάσσει ένα ανέκφραστο πρόσωπο με το στριφογύρισμα των ματιών του. Δεν έδειχνε δημόσια ερειστικός, όπως έκανε ο γκρομίκο το 1977 σπάζοντας μολύβια καθώς άκουγε τις προτάσεις του προέδρου κάρτερ για τον αφοπλισμό.(!!)

Αντιθέτως όταν στη σοβιετική αντιπροσωπεία έτυχαν δύο απρόοπτα περιστατικά (μια ομάδα 40 διαδηλωτών που φώναζαν ρυθμικά «γκόρμπι πού είναι ο σαχάροφ;», αναφερόμενοι στον εξόριστο αντιφρονούντα επιστήμονα, και δύο εμιγκρέδες ακτιβιστές που φώναξαν «λευτεριά στην ουκρανία», το χαμόγελο δεν έφυγε ποτέ από το πρόσωπό του. Σήμερα βέβαια είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε τους ακριβείς λόγους αυτής της αντίδρασης. Πιθανότατα συμφωνούσε μαζί τους και χαιρόταν κρυφά από μέσα του.

Τα μικροεπεισόδια αυτά έλαβαν χώρα στο βρετανικό μουσείο, όπου φυλασσόταν η πρώτη έκδοση του κομμουνιστικού μανιφέστου, μια δεύτερη έκδοση του κεφαλαίου και το γραφείου όπου έγραψε το βιβλίο ο μαρξ. Γι’ αυτό κι ο γκορμπατσόφ δήλωσε αστειευόμενος πως αν ο κόσμος δε συμπαθεί το μαρξισμό θα πρέπει να κατηγορήσει το βρετανικό μουσείο. Χωρίς ωστόσο να εξηγήσει για ποιο λόγο δεν τον συμπαθούσε ο ίδιος –δεν είχε έρθει ακόμα ο καιρός να εκδηλωθεί ανοιχτά. Ενώ όταν ρωτήθηκε από έναν τόρη πολιτικό για την παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων για την παραβίαση των πολιτικών δικαιωμάτων στη σοβιετία, έδωσε μια δική του εκδοχή της ειρηνικής συνύπαρξης. Στο ηνωμένο βασίλειο καταδιώκετε ολόκληρες κοινότητες, εθνότητες –υπαινιγμός για τη βόρεια ιρλανδία- έχετε 2,3 εκατομμύρια άνεργους. Κυβερνήστε την κοινωνία σας κι αφήστε μας να κυβερνήσουμε τη δική μας. Όπως παρατηρεί όμως και ο συγγραφέας η απάντησή του ήταν γενναιόδωρη προς τη βρετανία, που είχε πάνω από 3,2 εκατομμύρια άνεργους εκείνη την εποχή.

Και το κεφάλαιο συνεχίζει με αναφορές στη δημόσια εικόνα του γκόρμπι που κέρδιζε τις εντυπώσεις κι έγραφε στον τηλεοπτικό φακό. Στο γεύμα που παρέθεσε προς τιμήν του ένας άγγλος ευγενής, ο γκόρμπι, σα να έπαιζε σε τηλεοπτική διαφήμιση, καθυστέρησε την πρόποσή του κάνοντας μια σύντομη αναφορά στον υπέροχο καφέ πριν δώσει τους πραγματικούς πολιτικούς σκοπούς του ταξιδιού του.
Υπ’ όψιν πως το βιβλίο είναι γραμμένο στα πρώτα χρόνια της περεστρόικα, αρκετά χρόνια πριν τη στροφή στην καριέρα του γκόρμπι προς τη διαφήμιση και το σποτάκι της πίτσας χατ και επομένως μπορεί να χαρακτηριστεί προφητικό. Αλλά υπάρχει και συνέχεια.

Ο συγγραφέας λέει ότι ο γκόρμπι έδειξε στη βρετανία πως μπορούσε να προκαλέσει τον αμερικανό πρόεδρο με το ίδιο όπλο του ρήγκαν: την ικανότητα του ηθοποιού. Κανείς προκάτοχός του δεν είχε διαλέξει μια τέτοια πορεία. Να καλοπιάνει τα μέσα ενημέρωσης, να φλερτάρει με τη δημοσιότητα σε στιλ δυτικού πολιτικού, να κάνει επίδειξη γοητείας, να προβάλλει την εικόνα του οικογενειάρχη, να αφήνει τα μέσα ενημέρωσης να ρίχνουν ματιές στην ιδιωτική του ζωή –όλα αυτά ήταν καινοτομίες για ένα σοβιετικό ηγέτη, που τις εκμεταλλεύτηκε ακόμα περισσότερο στη διάρκεια του ταξιδιού του στο παρίσι και τη διάσκεψη κορυφής της γενεύης το φθινόπωρο του 85’.

Σε μια προγενέστερη επίσκεψή του στον καναδά το μάη του 83’ είχε δώσει μια διαφορετικού είδους παράσταση. Σε ένα ράντσο στην αλμπέρτα ποζάρισε με καπέλο καουμπόη κι έφαγε σε μπάρμπεκιου. Επίσης φόρεσε ένα ψηλό καπέλο με την επιγραφή Heinz και φωτογραφήθηκε με τον κατασκευαστή κέτσαπ (σσ: σε αυτήν ανήκει λοιπόν η πρωτιά κι όχι στην πίτσα χατ). Κατά το newsweek έμοιαζε με αμερικανό προεδρικό υποψήφιο ανάμεσα στους οπαδούς του στο νιου χαμσάιρ.

Η εικόνα αυτή συμπληρώνεται από τη σύζυγό του ραΐσα, που περιγράφεται περίπου σαν την καρέζη στην εντυπωσιακή της εμφάνιση στην ταινία τζένη-τζένη στο πλευρό του υπουργού μαντά -μπάρκουλη {τον φάγαμε τον γκόρτσο, αλλά μας έμεινε ο γκόρμπι}. Είχε βαμμένα (καστανο)κόκκινα μαλλιά, μιλούσε για κουλτούρα ή υψηλή ραπτική και με λογοπαίγνια (σε κάποιο σημείο ξάφνιασε τους οικοδεσπότες της λέγοντας see you aligator)! Ο λαϊκός τύπος την αγάπησε και κουτσομπόλευε τα ρούχα της, τις συνήθειές στα ψώνια της, ακόμα και τα σκουλαρίκια της. Ενώ ο άντρας της έλεγε αστειευόμενος «αυτή η γυναίκα δε μου κοστίζει μόνο πολλά νεύρα, αλλά και πολλά χρήματα».
Παράλληλα αξιοποιούσε τηλεοπτικά και την εγγονή του οκσάνα, βάζοντας το κοριτσάκι να ρίξει το ψηφοδέλτιο του παππού της στην κάλπη για τις ήσσονος σημασίας περιφερειακές εκλογές. Πού ‘σαι ανδρέα για να δεις, άνεμους της αλλαγής –που τραγουδούσαν και οι σκόρπιονς.

Έτσι εφοδίασε τα τηλεοπτικά και φωτογραφικά αρχεία με πλούσιο υλικό για να δείξουν. Και οι δυτικοί είχαν να κάνουν επιτέλους με έναν άνθρωπο πρόθυμο και ικανό να φερθεί με έναν τρόπο που καταλάβαιναν, αντίθετα με τους όλο και πιο ανιαρούς γραφειοκράτες του κόμματος κατά το πρόσφατο παρελθόν: το μπρέζνιεφ, που το μοναδικό του προσόν φαινόταν να είναι τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη. Το μονόχνοτο αντρόποφ, που έβαζε τους προπαγανδιστές του στη δύση να ψιθυρίζουν σχετικά με την αναμφισβήτητη εξυπνάδα του και το ενδιαφέρον του για τη λογοτεχνία. Και τον τσερνιένκο που δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από μια γκρίζα σκιά στις οθόνες της τηλεόρασης.
Να μην ξεχάσουμε και το γκρομίκο που έσπαγε τα μολύβια του.

Όλα αυτά λοιπόν ήταν λογικό να κερδίσουν το θαυμασμό της δύσης. Ο (αντιπρόεδρος τότε) μπους τον χαρακτήρισε «εντυπωσιακό πλασιέ ιδεών». Οι Sunday times του λονδίνου έγραψαν στον τίτλο τους «ένας ερυθρός αστέρας ανατέλλει». Ενώ ο υπεξ των εργατικών στη βρετανία ήταν ποιητικός: τα αισθήματα λαμπυρίζουν πάνω σε ένα ασυνήθιστα ευαίσθητο πρόσωπο, σαν καλοκαιρινές αύρες σε λιμνούλα.
Αν όλα αυτά γράφονταν για το μπρέζνιεφ βέβαια θα μιλούσαμε για την ανυπόφορη αισθητική του σοσιαλιστικού ρεαλισμού και τα γλυκερά ηθικοπλαστικά του μηνύματα. Αλλά τώρα…

Νομίζω όμως πως είδαμε αρκετά και μπορούμε πλέον να βγάλουμε πολιτικά συμπεράσματα. Η σύνδεση των παραπάνω με τη θάτσερ είναι φανερή και στον τίτλο του κειμένου. Από τους πολιτικούς πρωταγωνιστές εκείνης της εποχής, ο κολ είναι σε αναπηρικό καροτσάκι, ο μπους κυκλοφορεί υποβασταζόμενος στο μπαστούνι του, η ραΐσα μας άφησε προ πολλού, η μάργκαρετ πάλι πρόσφατα… Εμπρός λοιπόν γκόρμπι, τι περιμένεις για να μας δώσεις κι εμάς μια χαρά, την ύστατη έστω ώρα, όπως η μάργκαρετ;

Εάν θέλαμε να έχουμε ένα σοβαρό κλείσιμο βέβαια θα έπρεπε να επιστήσουμε την προσοχή των σφων αναγνωστών στο ότι οι κομμουνιστές δεν περιμένουν χαιρέκακες εκδικήσεις με το θάνατο του πολιτικού τους αντιπάλου, αλλά να τον νικήσουν πολιτικά όσο είναι εν ζωή. Και αυτόν, αλλά και όσους τον βοήθησαν αντικειμενικά να έρθει στα πράγματα (η πολιτική των εργατικών στην αγγλία, ο ανερχόμενος ρεβιζιονισμός στη σοβιετία, γενικώς οι αυταπάτες διαχρονικά).

Αλλά η κε του μπλοκ δεν είναι τέτοια. Πιστεύει ακράδαντα στο δικαίωμα του συντρόφου στην καφρίλα –ως ξέσπασμα από το καθημερινό τρέξιμο. Ειδικά αν αναλογιστεί κανείς το πάρτι που έστησαν οι αστοί με το θάνατο του ούγκο τσάβες και τις νέες ελπίδες του καπρίλες να πάρει την εκλογική ρεβάνς.

Οπότε το πραγματικό δίλημμα της εποχής μας, τίθεται επιτακτικά ως εξής.
Ή με τις καφρίλες, ή με τον καπρίλες. Τρίτος δρόμος δεν υπάρχει.

Παρασκευή, 19 Απριλίου 2013

Το χώμα βάφτηκε κόκκινο

Μάτια μου η ελλάδα, την πάει τη μανωλάδα
…και προσπαθεί να της μοιάσει. Να γίνει ολόκληρη μια εκφασισμένη οικονομική ζώνη, με ειδικό καθεστώς για τους μισθωτούς σκλάβους που πρέπει να είναι κι ευχαριστημένοι αν βρουν μια θέση στο παζάρι να πωληθούν. Μια εικόνα από τα προσεχώς και το φαρ ουέστ του μέλλοντός μας, με πινακίδες-επιγραφές στις εισόδους των πόλεων, σαν κι αυτές που βλέπουμε στα τεύχη του λούκι λουκ: ξένε είσαι ευπρόσδεκτος για σκλάβος, αλλά αν ήρθες να διεκδικήσεις τα δεδουλευμένα σου, σε περιμένει καυτό μολύβι, κανάγια.



Με αμερόληπτα μέσα ενημέρωσης να παρουσιάζουν περίπου σαν καιρικό φαινόμενο, τις σφαίρες που… έπεσαν, γενικά κι αόριστα, σα μάννα εξ ουρανού –κι ενίοτε εξοστρακίζονται. Και θύματα τους πυροβολημένους τηλεθεατές που παρακολουθούν με απάθεια πυροβολημένους μετανάστες και περιμένουν στωικά τη σειρά τους, με θρησκευτική ευλάβεια. Σώσον Κύριε τον περιούσιο λαό σου με τις περιουσίες του και ευλόγησον την ιδιοκτησία του –και τις δολοφονίες που κάνει για να προστατέψει τα ιερά και όσια της αστικής κοινωνίας: τα κέρδη του.


Κοκκίνισε-κοκκίνισε-ε ολόκληρη η ελλάδα

Θα γίνει ένα κάτεργο, όπως η μανωλάδα…
Έτσι κι αλλιώς η γη θα γίνει κόκκινη. Ή κόκκινη από ζωή ή κόκκινη από φράουλες και θάνατο και το αίμα των εργατών γης. Σα να λέμε κόκκινη από σοσιαλισμό ή βαρβαρότητα. Και για να μην το καταλάβει ο κόσμος και πάει με τους κόκκινους, του λένε «πας μη έλλην βάρβαρος» και πως αυτή είναι η βαρβαρότητα που τον απειλεί. Κι αυτός υποδέχεται με το όπλο στο χέρι τους «βάρβαρους» από τα βάθη της ασίας, που ήρθαν να ζητήσουν «ψωμί κι ύδωρ», όχι σαν πέρσες κατακτητές, αλλά κυριολεκτικά ένα πιάτο φαΐ, για να μπορέσουν να ζήσουν στην χώρα του ξένιου δία και να πάρουν τα δεδουλευμένα τους. Διέπραξαν όμως την ύβρη να τα βάλουν με τους τσιφλικάδες επενδυτές που ευεργετούν τον τόπο με ανάπτυξη και θέσεις εργασίας για εξελιγμένα μοντέλα εργαζόμενων που δεν χρειάζεται να πληρώνονται κιόλας. Μετά την ύβρη λοιπόν ακολουθεί η κάθαρση και έτσι ψηφίζουμε χρυσή αυγή, για να καθαρίσει (ξεβρομίσει) ο τόπος.

Η μανω(ελ)λάδα ανήκει στους έλληνες. 
Και στο φασισμό του μανωλιού, που έβαλε τα ρούχα του αλλιώς μετά το 74΄και ντύθηκε δημοκρατικός πολίτης.
Οι βάρβαροι όμως είναι εντός των τειχών, από τη δική μας πλευρά. Είναι τα ελληνικά αφεντικά και το πολιτικό σύστημα που τους στηρίζει αλλά καμώνεται πως δεν είχε ενημέρωση και έπεσε από τα σύννεφα. «Ώστε υπάρχει δηλ ανασφάλιστη εργασία στις καλλιέργειες φράουλας;»
-Χέζουν οι αρκούδες στο δάσος; όπως αναρωτιόταν κι ο μοντεχρήστος στον ισοβίτη του αρκά.

Ο πραγματικός ρατσισμός δεν είναι φυλετικός, αλλά ταξικός. Ενάντια στους προλετάριους που δεν έχουν πατρίδα και στον ήλιο μοίρα και το κεφάλαιο τους θεωρεί αναλώσιμους. «Την εργατική τάξη πυροβολούν» όπως γράφει σήμερα και ο λεκάτης στο ριζοσπάστη. Και γενικώς όποιον τολμήσει να σηκώσει το κεφάλι και να διεκδικήσει τα αυτονόητα που δικαιούται.


Ήρθε όμως ο καιρός να μπει ένα τέλος στο φαύλο κύκλο. Κι αντί να ψάχνουμε τις λέξεις να εκφράσουμε την οργή μας κάθε φορά μετά από τέτοια περιστατικά, να την κάνουμε δύναμη και να οργανώσουμε τον αγώνα μας να αλλάξουμε τον κόσμο, γιατί το χρειάζεται, όπως γράφει κι ο μπρεχτ.

Πέμπτη, 18 Απριλίου 2013

Προσωπικά

Στον απόηχο του συνεδρίου η κε του μπλοκ θα ήθελε να σταθεί κριτικά σε δύο σημαντικά ζητήματα.
Το πρώτο έχει να κάνει με το θέμα των προσώπων –πόσο σημαντικά είναι και τι ρόλο παίζουν στο γενικότερο προτσές- που έθιξαν αρκετοί σφοι αναγνώστες στα σχόλιά τους.

Καταρχάς υπάρχει η θεωρητική προσέγγιση του πράγματος. Τα άτομα φτιάχνουν το σύνολο κι αναδεικνύονται μέσα απ’ αυτό. Οι συνθήκες φτιάχνουν τον άνθρωπο κι αυτός με τη σειρά του τις συνθήκες που τον διαμορφώνουν. Ο οκτώβρης πχ δε θα ήταν νικηφόρος χωρίς το βλαδίμηρο, που δε θα είχε κερδίσει παγκόσμια φήμη αν δε δρούσε στο συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο απ’ τις γραμμές των μπολσεβίκων. Κι οι μάζες κινούν την ιστορία με την ταξική πάλη αλλά διαμεσολαβούν η οργανωμένη πρωτοπορία κι ένα κομμάτι χαρισματικών ηγετικών στελεχών, που μπορούμε να το δούμε σαν ένα είδος «πρωτοπόρων εντός της πρωτοπορίας».
Με άλλα λόγια τα πρόσωπα δε γίνεται να περάσουν πάνω από τα όρια της εποχής τους, μπορούν όμως να εκφράσουν το πνεύμα της, να επισπεύσουν τις τάσεις που κυοφορεί και να κερδίσουν έτσι μια θέση στο πάνθεο της ιστορίας.

Αυτά ως προς το θεωρητικό κομμάτι. Τι γίνεται όμως στην πράξη, όταν ο κόσμος που (του έμαθαν να) κατηγορεί τους κομμουνιστές για θρησκευτική σχεδόν προσωπολατρία (στάλιν, ζαχαριάδης, κονίσματα), περιστρέφει τα πάντα στην πολιτική γύρω από τα πρόσωπα και γίνεται προσωπολατρευτικότερος του «προσωπολάτρη»; Ή όταν επιχειρεί με τα ίδια ακριβώς κριτήρια να ερμηνεύσει τις εξελίξεις στο εσωτερικό του κουκουέ;

Ε, του εξηγείς μια πως η κανέλλη δε μπορεί να γίνει γγ γιατί δεν είναι καν μέλος του κόμματος. Δύο ότι ο μπογιό δε μπορεί να γίνει γγ γιατί δεν είναι καν στην κετουκε. Τρεις ότι ο παφίλης δεν είναι μέλος του πολιτικού γραφείου και δεν είναι πολύ πιθανό να γίνει απευθείας γγ. Τέσσερις ότι εμείς εκλέγουμε γενικό γραμματέα της κε κι όχι πρόεδρο, γιατί δεν είμαστε προσωποκεντρικό κόμμα. Και κάπου εκεί η υπομονή αρχίζει να εξαντλείται και του λες απλώς ότι τα πρόσωπα δεν έχουν καμία απολύτως σημασία, για να ξεμπερδεύεις.

Είναι σωστό όμως αυτό σύντροφοι; Μπορούμε άραγε να ισχυριστούμε πως τα πρόσωπα δεν έχουν καμία απολύτως σημασία; Και ναι και όχι σύντροφοι, (δε) μπορούμε να το ισχυριστούμε αυτό. Γιατί δεν παίζουν μεν τον καθοριστικό ρόλο που πιστεύουν ίσως όσοι περιμένουν έναν ηγέτη καβάλα στο άλογο να τους σώσει, αλλά δεν είναι και άνευ σημασίας.

Υπενθυμίζω ένα σχετικά πρόσφατο παράδειγμα. Στις περιφερειακές εκλογές του 10’ στην αττική –που ο πληθυσμός της αντιστοιχεί στο ¼ του εκλογικού σώματος πανελλαδικά- η λασυ (λαϊκή συσπείρωση) με τον παφίλη είχε ένα σπουδαίο αποτέλεσμα, συγκεντρώνοντας περίπου 15%, μολονότι είχε να αντιμετωπίσει διάφορους αστικούς σχεδιασμούς, ως πρόβα τζενεράλε για τις εθνικές εκλογές που ακολούθησαν: τον «αντιμνημονιακό» δημαρά, το πασοκογενές ρεύμα προς το σύριζα, το αριστερό ανάχωμα του αλαβάνου, κτλ. Στο δήμο αθηναίων ο συνδυασμός του σοφιανού πέτυχε ένα εξίσου καλό αποτέλεσμα, παρά την πρώτη δυναμική εκλογική εμφάνιση της χρυσής αυγής –ως καμπανάκι κινδύνου για τις επόμενες- που ήρθε να προστεθεί στους παράγοντες που προαναφέραμε. Το μάη του 12’ όμως, μόλις ενάμιση χρόνο μετά, η αττική έριχνε το πανελλαδικό ποσοστό του κόμματος, σημειώνοντας πτώση ακόμα και σε σχέση με τις εθνικές εκλογές του 09’.

Τι συμπέρασμα βγάζουμε λοιπόν σύντροφοι; Ότι έπρεπε να βγει γγ ο παφίλης ή ο σοφιανός; Όχι! Συμπεραίνουμε απλώς ότι τα πρόσωπα ναι, έχουν σημασία. Κι είναι πολύ σημαντικό να αξιοποιείται κάθε σύντροφος στην κατάλληλη θέση, ανάλογα με τις κλίσεις, τις δυνατότητες και τα ιδιαίτερα προσόντα που έχει. Είναι ασυγχώρητη αμέλεια πχ να μην αξιοποιείται το επικοινωνιακό χάρισμα που έχει ο μπογιόπουλος, σε έναν τομέα που υστερεί χαρακτηριστικά το κόμμα, σε κάποιο αντίστοιχο πόστο –πχ στο γραφείο τύπου ή σε κάτι άλλο παρεμφερές. Και θα ήταν σοβαρό λάθος αν δε συνέχιζαν να αξιοποιούνται στις εκλογικές αναμετρήσεις σύντροφοι με λαϊκό έρεισμα σαν το σοφιανό, τον παφίλη και άλλους. Ή αν παραμερίζονταν στελέχη με πείρα και οργανωτικές ικανότητες, επειδή πχ δεν είναι δεινοί ρήτορες ή υστερούν σε κάποιο άλλο τομέα.

Αν τώρα κάποιος πιστεύει ότι διυλίζω τον κώνωπα και επιμένει πως τα πρόσωπα δεν παίζουν καθοριστικό ρόλο σε ένα κομμουνιστικό κόμμα, θα συμφωνήσω επαυξάνοντας ότι ούτε και το αξίωμα του γενικού γραμματέα παίζει κάποιο ιδιαίτερο ρόλο σε ένα κκ με συλλογική καθοδήγηση κι επομένως θα μπορούσε να μην υπάρχει καν. Οι μπολσεβίκοι πχ δεν εξέλεγαν στο κόμμα τους γενικό γραμματέα μέχρι τη δεκαετία του 20’. Και ο λένιν ήταν αδιαμφισβήτητος ηγέτης τους χωρίς να κατέχει ποτέ αυτή τη θέση.

Εάν πάλι κρίνουμε χρήσιμη κι απαραίτητη την εκλογή ενός γγ, πρέπει να πούμε για ποιους λόγους είναι αναγκαία, και να κινηθούμε ανάλογα.

Αν δηλ κρίνουμε σκόπιμη την ανάδειξη ενός γγ για οργανωτικούς και πολιτικούς λόγους, εντελώς άσχετους με τις εκλογές, πρέπει πιθανόν να σκεφτούμε το ενδεχόμενο της πλήρους αποσύνδεσης της θέσης του από το κοινοβούλιο και τις εκλογικές διαδικασίες, αξιοποιώντας σε αυτές άλλα στελέχη με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Δε νομίζω εξάλλου ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα, ή κάποιας μορφής «διαρχία» και δυαδική εξουσία, όπως λένε τα αστικά μέσα, τώρα που δεν είναι βουλευτής ο κουτσούμπας. Ίσως μάλιστα να είναι ο πιο πρόσφορος τρόπος για να δείξει το κόμμα ότι δε θέτει το κοινοβούλιο στο επίκεντρο της δράσης του, για να ρίξει εκεί το βάρος, με επικεφαλής τον γγ.

Αν όμως εκτιμάμε ότι ο γραμματέας της κε πρέπει για χι-ψι λόγους να ταυτίζεται με τον επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας του κκε, τότε μπορεί ο κουτσούμπας να μην ήταν η καλύτερη δυνατή επιλογή για μια τέτοια θέση· και να έπρεπε να αναδείξουμε γραμματέα κάποιον άλλο, με τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά, που να υπερέχει μόνο ως προς το λαϊκό έρεισμα και την επαφή του με τις μάζες.

Εδώ παίρνω την ευκαιρία να διευκρινίσω κάτι που είχα γράψει σε ένα προηγούμενο κείμενο για το συνέδριο και την ανάδειξη στελεχών με συγκροτημένο λόγο και αναγνωρισιμότητα, όπου η διατύπωσή μου δεν ανέδειξε μάλλον πολύ καλά αυτό που ήθελα να πω. Για τους κομμουνιστές ο συγκροτημένος πολιτικός λόγος σημαίνει πρωτίστως συγκροτημένη πολιτική σκέψη κι είναι απαραίτητο προσόν για τα στελέχη πρώτης γραμμής. Δεν είναι επικοινωνιακό τρικ για να επικαλύπτει την πολιτική ουσία με ωραία ρητορικά σχήματα, αλλά ένα μέσο για να την αναδεικνύει. Το καλό λέγειν πάει μαζί με το λένιν, για να θυμηθούμε τη συνηθισμένη παρανόηση των παιδικών μας χρόνων, όταν ταυτίζαμε στο μυαλό μας τις δύο λέξεις.

Κι υπάρχει άλλη μια παράμετρος που είναι άκρως πολιτική. Το καλό λέγειν κατά κανόνα δεν αποτελεί φυσικό χάρισμα, αλλά επίκτητη ιδιότητα που καλλιεργείται. Και την αποκτούν όσοι έρχονται σε επαφή με τον κόσμο, σε καθημερινή τριβή με τις έγνοιες, τις αυταπάτες του και το επίπεδο της συνείδησής του. Η αλέκα πχ μπορεί να ήταν έμπειρο στέλεχος και πριν από το 91’ αλλά βελτίωσε σταδιακά την εικόνα της και τον προφορικό της λόγο αποκτώντας εμπειρίες σε αυτό ακριβώς το κομμάτι, που δεν είναι τόσο επικοινωνιακό, πώς θα βγει ο-η γγ στα κανάλια, αλλά πολιτικό στην ουσία του.

Το δεύτερο θέμα που θέλω να πιάσω έχει να κάνει ακριβώς με τα αστικά μμε και την κάλυψη του συνεδρίου, αλλά θα το κρατήσουμε κάβα, για να μην ξεφύγει πολύ σε έκταση το κείμενο.

Τετάρτη, 17 Απριλίου 2013

Δεν ταιριάζετε σου λέω

Για να μιλήσει κανείς για τα φοιτητικά και τις σημερινές εκλογές, που έρχονται χωρίς ανάσα μετά το συνέδριο, πρέπει να έχει διατηρήσει μια στοιχειώδη επαφή με τα αμφιθέατρα. Κι εγώ δε μπορώ να πω ότι ανήκω σε αυτή την κατηγορία.

Ως εξωτερικός παρατηρητής λοιπόν παρακολουθώ με σχετική αμηχανία την παρακμή του φοιτητικού κινήματος την τελευταία πενταετία, χωρίς να είμαι σε θέση να δώσω συνολικά κάποια έγκυρη ερμηνεία για τα αίτιά της. {Αν και θα μπορούσα να πω παρενθετικά πως οι νίκες του προηγούμενου διαστήματος κι ένας συγκεκριμένος τρόπος διαχείρισής τους, που τις πρόβαλλε αποσπασματικά ως τελεσίδικες, έφεραν μέσα τους το σπέρμα της ύφεσης και της ήττας, που ακολούθησε}.

Με αντίστοιχη αμηχανία, που προκύπτει πρωτίστως λόγω άγνοιας, παρακολουθώ κάποιες στιγμές (χρονικές και διαλεκτικές) της διαμόρφωσης της τακτικής μας, αλλά και την πολεμική που ασκείται εναντίον της. Η βασική μας ιδέα για το φοιτητικό κίνημα, όπως την καταλαβαίνω τουλάχιστον, είναι η δημιουργία του Μας, ως κάτι αντίστοιχο με το παμε, με συλλόγους και επιτροπές αγώνα που συσπειρώνονται στις γραμμές του. Κι οφείλω να πω ότι ως γενική ιδέα είναι καλή και κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση –με την υποσημείωση πως πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διαφορές κι οι ιδιαιτερότητες της σπουδάζουσας.
Αν κάποιος διαφωνεί και ρωτάει επιτιμητικά «δηλ τι θέλετε, ένα πάμε φοιτητών;» τραβώντας μακρόσυρτα τα φωνήεντα, για να τονίσει την απέχθειά του, έχει μάλλον κάποιο σύνδρομο ή αλεργία στο παμε συνολικά, παρά στη «μηχανιστική του μεταφορά στα πανεπιστήμια».

Το θέμα λοιπόν είναι πώς εφαρμόζεται στην πράξη αυτή η ιδέα. Εδώ υπάρχει συσσωρευμένη αρκετή πείρα, θετική και αρνητική, όπως παραδέχτηκε τις προάλλες και ο σοφιανός σε μια προεκλογική μας εκδήλωση στο πολυτεχνείο. Κι οι αδυναμίες αυτές έχουν να κάνουν κατά τη γνώμη μου σε μεγάλο βαθμό με την απειρία των συντρόφων.

Τη δική μου γενιά μπορεί να τη συνοδεύει διαχρονικά το ερώτημα, γιατί δε μπήκε σε εφαρμογή εν μέσω κινήματος η λογική των αιρετών κι ανακλητών αντιπροσώπων από τις γενικές συνελεύσεις, όταν φαινόταν να υπάρχει η διάθεση και πιθανότατα οι συσχετισμοί να περπατήσει στην πράξη. Ήταν όμως κοινός τόπος ότι η υπάρχουσα κατάσταση ήταν αδιέξοδη και χρειαζόταν επιτακτικά μια διαφορετική μορφή συντονισμού του φ.κ.

Αυτό ακριβώς το σημείο έχει ως αφετηρία η συγκρότηση του μας, για την οποία πολλοί σφοι πιστεύουν πως έπρεπε να έχει ξεκινήσει μερικά χρόνια νωρίτερα· κι αν ήταν ακόμα φοιτητές, θα ήξεραν πολύ καλά πώς και γιατί πρέπει να την προχωρήσουν. Ενώ αντίθετα οι σύντροφοι στη σημερινή σπουδάζουσα καλούνται να εφαρμόσουν μια λογική χωρίς να έχουν προλάβει να γευτούν από πρώτο χέρι την κατάσταση και τα αδιέξοδα που κατέστησαν απαραίτητη την εφαρμογή της.
Κι είναι λογικό στην αρχή να κάνουν κάμποσα λάθη από απειρία ή υπερβάλλοντα ζήλο, που θα τα διορθώσουν στην πορεία, προχωρώντας ψηλαφιστά προς τα μπρος –πχ η αποχή για ένα διάστημα από όλες τις γενικές συνελεύσεις συλλήβδην κι όχι από αυτές που παρουσίαζαν όντως εκφυλιστικά φαινόμενα. Ούτως ή άλλως δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές και κάποιο άλλο προηγούμενο να λειτουργήσει σαν μπούσουλας. Οπότε τα λάθη είναι περίπου μονόδρομος για την κατάκτηση της απαιτούμενης πείρας.

Ο αντίλογος απέναντι σε αυτό το σχέδιο, με τις όποιες αντιφάσεις κι αδυναμίες του, δε βασίζεται σε κάποια ουσιαστική αντιπρόταση, αλλά κατά βάση σε άναρθρες κραυγές και χοντρή παραποίηση της πραγματικότητας, ακόμα κι όταν αυτή φοράει το μανδύα έγκριτων αναλυτών του ακαδημαϊκού κύκλου. Μιλάει πχ για σεχταρισμό και «κόκκινους συλλόγους» με αφορμή το τει λαμίας –λες και το ενωτικό είναι να νομιμοποιήσεις τα όργια και το κράτος εν κράτει των τραμπούκων της δαπ. Ίσως μόνο η σοβαρή συνιστώσα να έχει μια πιο ολοκληρωμένη αντίληψη στο ερώτημα «τι συλλόγους και τι φοιτητικό κίνημα θέλουμε». Αλλά είναι ζήτημα –πέραν των άλλων αδυναμιών της- αν μπορεί να την προωθήσει στις τάξεις της εαακ –πόσο μάλλον στην πραγματική ζωή. Κι αν αυτό είναι το επίπεδο της αντιπαράθεσης, δε μπορούμε να θρέφουμε φρούδες ελπίδες για το ρόλο που θα παίξουν δυνητικά οι άλλες δυνάμεις για μια ανασύνταξη του φ.κ. που είναι και το ζητούμενο.

Όλα τα παραπάνω συνδέονται και με μια σειρά άλλα ζητήματα, που είναι δύσκολο να αναλυθούν εν συντομία.
-την αντίληψη κάθε χώρου για το φοιτηταριάτο, τις προοπτικές και το ρόλο του στην κοινωνία. Κάποιες δυνάμεις θεωρούν τους φοιτητές πρωτοπόρο κομμάτι του κινήματος και τους απόφοιτους ως το πιο δυναμικό κομμάτι της νέας βάρδιας εργαζομένων –εν μέρει για να καλύψουν την αδυναμία παρέμβασής τους σε μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης. Αν όμως λυγίσουμε το κλαδί από την ανάποδη, θα έχουμε μια τάση υποτίμησης των ειδικών, προνομιακών συνθηκών που προσφέρει ακόμα το πανεπιστήμιο (για μαζικό άνοιγμα, στρατολόγηση και ιδεολογική δουλειά), αλλά και εν γένει της διανόησης.

-Την αυτοτελή δουλειά της οργάνωσης, που έχει βάλει σε προτεραιότητα τα λαϊκά παιδιά των τει κι έχει θέσει πιο αυστηρά κριτήρια σε σχέση με τις στρατολογήσεις του πρόσφατου παρελθόντος. Αυτή η ιεράρχηση ωστόσο δε μπορεί να επηρεάζει αρνητικά την ικανότητά μας να συσπειρώνουμε στο μαζικό κίνημα. Απεναντίας συμπληρώνεται διαλεκτικά κατά τη γνώμη μου από ένα πλατύτερο άνοιγμα σε ακόμα πιο ευρεία κλίμακα στο επίπεδο των συσπειρώσεων –κι εν προκειμένω του μας και της πανεπιστημονικής. Αν και η διαλεκτική στην πράξη δεν είναι κι από τα πιο εύκολα σπορ.

-Την πιθανή αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης του φοιτητικού σώματος τα τελευταία χρόνια. Και την εντελώς βέβαιη αλλαγή της κοινωνικής συμπεριφοράς των φοιτητών εν μέσω κρίσης. Ένα μεγάλο κομμάτι –σίγουρα μεγαλύτερο απ’ ό,τι στο παρελθόν- το ενδιαφέρει να πάρει απλώς το πτυχίο με έναν καλό βαθμό, για να αντιμετωπίσει από καλύτερες θέσεις –έτσι νομίζει δηλ- το ρευστό σκηνικό στο σκλαβοπάζαρο –κατ’ ευφημισμόν αγορά- μισθωτής εργασίας. Ενώ ένα άλλο κομμάτι που έχει αντικειμενικό συμφέρον να παλέψει πιο άμεσα για κάποια ζητήματα, αναγκάζεται πχ να δουλεύει παράλληλα με τις σπουδές του κι αδυνατεί να πάρει ενεργά μέρος στις διαδικασίες του συλλόγου –όταν αυτές υπάρχουν.
Γενικώς το φοιτητικό παράδειγμα αναδεικνύει ανάγλυφα, γιατί η κρίση δεν αποτελεί αυτομάτως προνομιακό πεδίο για ριζοσπαστικές κινηματικές διεργασίες.

Κι αυτό είναι εν τέλει και το ζουμί της υπόθεσης. Η ελεγχόμενη κατάρρευση της πασπ θα τροφοδοτήσει πιθανότατα την άνοδο όλων των άλλων χώρων και μπορεί να ρίξει στάχτη στα μάτια για τους πραγματικούς συσχετισμούς και τη δυναμική των πραγμάτων μες στις σχολές. Αλλά το φοιτητικό κίνημα παρέμεινε δυστυχώς ουραγός και σχεδόν παθητικός θεατής των αγωνιστικών κινητοποιήσεων της τελευταίας τριετίας. Φέτος ειδικά –πχ στη θεσσαλονίκη- έχουν βγει ελάχιστες συνελεύσεις στα τμήματα που δε θίγονται άμεσα από τις αλλαγές με το σχέδιο αθηνά. Ενώ η πιθανή πρώτη εμφάνιση των χρυσαυγιτών έρχεται σαν καμπανάκι κινδύνου, σε έναν χώρο όπου πριν από μια πενταετία κάτι τέτοιο θα έμοιαζε αδιανόητο.

Αυτά βέβαια θα έχουμε την ευκαιρία να τα συζητήσουμε καλύτερα και στα σχόλια της ανάρτησης. Επειδή όμως η μέρα των φοιτητικών εκλογών δεν έχει μόνο αυτό τον χαρακτήρα, ας κλείσουμε με κάποια προλεκάλτ (προ)εκλογικά στιγμιότυπα που δίνουν άλλο χρώμα στην όλη διαδικασία.

-Η συγκρότηση φοιτητικής παράταξης με το όνομα «κώστας μήτρογλου» στο πολιτικό του απθ. Κι η αγωνία αν θα τους ξαναδούμε φέτος και αν θα έχουν ακολουθήσει τις επιταγές της μόδας που χαράζει ο ηγέτης.

-Η θρυλούμενη και θρυλική συνάμα είσοδος σφου κνίτη σε μάθημα στη φιλοσοφική του απθ, με μια μπανανόφλουδα ανά χείρας, που την πέταξε επιδεικτικά και έκλεισε με το σύνθημα της προεκλογικής αφίσας προς τους φοιτητές.

Μικρός θεούλης, που θα λέγανε και στο φάιτ κλαμπ –ε, αγιεκμπένι;

Κι η προλεκάλτ αφίσα από το πανεπιστήμιο πειραιά (παπει) με τον κάθετο/διαγώνιο διαχωρισμό του κινήματος από τα διάφορα πολύχρωμα τερατάκια των άλλων δυνάμεων και δυνατό επιμύθιο με τον στίχο που βλέπετε και στον τίτλο της ανάρτησης.
Για του λόγου το αληθές κι η φωτογραφική επιβεβαίωση από το πόρταλ του 902.

Δευτέρα, 15 Απριλίου 2013

Η Παπαρήγα η καλή

Αποχαιρέτα την, την αλεξάνδρα που χάνεις…

Ήταν μάλλον αναμενόμενο ότι θα άλλαζε η αλέκα. Και πως από τη στιγμή που θα άλλαζε, όλα τα άλλα θα περνούσαν σε δεύτερη μοίρα. Μπορεί να ήταν προγραμματικό το συνέδριο, να κράτησαν μία μέρα λιγότερο οι εργασίες του και να υπήρχαν κάποιες ηχηρές απουσίες από τη νέα κε –που έχει λιγότερα μέλη εξάλλου.. Όλα αυτά όμως επισκιάστηκαν μοιραία από την αλλαγή σκυτάλης στην ηγεσία. Και αν τα φώτα στρέφονται φυσιολογικά στον καινούριο γραμματέα, αξίζει κατά τη γνώμη μου να σταθούμε λίγο περισσότερο στην αλέκα, έστω για ένα τελευταίο χειροκρότημα, πριν πέσει η αυλαία –κι ανοίξει ίσως σε κάποιο άλλο πόστο.

Η αλεξάνδρα δρόσου, όπως λεγόταν πριν το γάμο της με τον παπαρήγα, ήταν μεγάλο κεφάλαιο για το κόμμα. {Και μπορεί να συνεχίσει να είναι, αν έχει τις δυνάμεις να το κάνει κι αξιοποιηθεί κατάλληλα –πχ για τη συγγραφή κάποιων μελετών, όπως η εξαντλημένη έκδοση της σύγχρονης εποχής για το γυναικείο ζήτημα}. Κι αυτό θα το καταλάβουμε καλύτερα με την πάροδο του χρόνου, καθώς θα βαραίνει η απουσία της, που θα γίνει μέτρο της αγάπης μας.

Αυτό το αναγνωρίζουν και τα δημοσιογραφικά επιτελεία του εχθρού, που της αφιερώνουν κατ’ εξαίρεση, σαν ευ αγωνίζεσθαι στο φινάλε, κάποια εκθει-αστικά κείμενα {άλλο αν κάποιοι ψαγμένοι τα εκλαμβάνουν ως επιβράβευση του κόμματος για τη συστημική του συμπεριφορά που το καθιστά ακίνδυνο. Κι όταν είναι επικριτικά, απλώς τα αναπαράγουν. Μονά ζυγά δικά τους}.
Ο πρετεντέρης φορώντας τη μάσκα του καλού ιανού της έπλεκε σήμερα το εγκώμιο, γιατί πήρε έναν παραπαίοντα μηχανισμό και κατάφερε να φτιάξει ένα πραγματικό κόμμα με αρχή, μέση και τέλος. Ενώ ο παπαχελάς είχε γράψει σε ανύποπτο χρόνο πως η αλέκα θα έλειπε πολύ από το σημερινό κοινοβούλιο.

Κι αυτό είναι ένα από τα λίγα πράγματα που μπορούμε να συμφωνήσουμε –ανεξάρτητα από το σκεπτικό του καθενός. Ειδικά αυτό το «αν θέλετε» που πετούσε σε κάτι στιγμές αμηχανίας η αλέκα κι αποστόμωνε φίλους και αντιπάλους –λες και αν δεν ήθελαν, θα το άλλαζε και θα το ‘λεγε διαφορετικά. Εμείς αν θέλετε μιλάμε για σοσιαλισμό και λαϊκή εξουσία.

Κατά κανόνα βέβαια τα αστικά μμε άφηναν κατά μέρος τις υποκριτικές αβρότητες της τάξης τους και τη στόλιζαν με διάφορα κοσμητικά, μεταξύ των οποίων και το απαράμιλλο «σιδηρά κυρία του περισσού», που είχε καθιερώσει ο δολ. Κι είναι στα όρια της τραγικής ειρωνείας ότι το τέλος της θητείας της ως γγ συνέπεσε σχεδόν χρονικά με το φυσικό τέλος της λαομίσητης θάτσερ, της αυθεντικής σιδηράς κυρίας, που έδωσε έστω την ύστατη ώρα μια χαρά με το θάνατό της σε εκατομμύρια βρετανούς –και όχι μόνο.

Ο εν λόγω χαρακτηρισμός ήταν βέβαια προσεκτικά επιλεγμένος για να δημιουργεί τους απαραίτητους αρνητικούς συνειρμούς στο κοινό. Παράλληλα όμως ήταν και ο πλέον άδικος. Γιατί η αλέκα δεν είχε καμία σχέση με τη μακαρίτισσα, όχι μόνο στο πολιτικό επίπεδο, που είναι προφανές, αλλά και γενικότερα ως φυσιογνωμία. Η αλέκα είναι ένας γλυκός άνθρωπος, βαθιά λαϊκός και το κυριότερο προσιτός και οικείος.

Κι αυτό είναι το κλειδί που εξηγεί την ιδιαίτερη σχέση της με τον απλό κόσμο, την αγάπη και την εκτίμηση που της έτρεφε, ότι την ένιωθε δικό του άνθρωπο. Καθώς και μια γενικότερη αίσθηση που σου έβγαζε, από το ότι θα έπινες ευχαρίστως ένα καφέ μαζί της, να τα πείτε για το κκε και για τη μπάλα... μέχρι το ότι θα την ήθελες να έρχεται σπίτι σου και να λέει ιστορίες στο παιδί σου, ή να κατεβάζουν μαζί εφαρμογές για τις καινούριες τους συσκευές.
Γιαγιά και γραμματέας παντός καιρού.

Αυτός ο χαρακτήρας αποτυπώθηκε εξάλλου στην κλίση της προς τη λαϊκή θυμοσοφία και τις παροιμίες για κάθε περίσταση, όπου συνέχισε επάξια την κληρονομιά του χαρίλαου σε αυτό το κομμάτι· με πιο χαρακτηριστική ίσως περίπτωση την εμφάνισή της σε κάποιο παλιότερο ντιμπέιτ πολιτικών αρχηγών και την επική αναφορά της στο σακαφλιά και τα δυο στενά των τρικάλων, όπου ετοιμάζονταν να στριμώξουν μετεκλογικά το λαό.

Θα μας λείψουν αυτά. Μαζί με τις σπάνιες πλην αξεπέραστες θυμωμένες παρεμβάσεις της, όταν ξέφευγαν τα πράγματα, όπως αυτή στο μάκη ζούγκλα.

Τις τρομερές στιχομυθίες της με τους δημοσιογράφους στις συνεντεύξεις τύπου, με μια ιδιαίτερη αδυναμία στο νεαρό συντάκτη του πριν.
Τις ποδοσφαιρικές της αναλύσεις, που γίνονταν γιατί είχε άποψη κι όχι για επικοινωνιακούς λόγους, όπως κάνουν κάτι τηλεμαϊντανοί, για να δείξουν ανθρώπινο πρόσωπο στους πολίτες


Κι αυτό ήταν ίσως το πιο σημαντικό πλεονέκτημά της. Ότι ήταν αυθεντική σε ένα πολιτικό σκηνικό, όπου περισσεύει το δήθεν και η υποκρισία.

Η κλασική συνοφρυωμένη έκφραση μυωπίας με το επιτιμητικό ανασήκωμα της μύτης που αναμετρούσε τον απέναντι και την περίσταση.
Τι μουσμουλιές γράφουν πάλι οι αστικές φυλλάδες...
Θα λείψουν ακόμα κι οι –τόσο προβλέψιμες μα ευρηματικές- διαστρεβλώσεις των δηλώσεών της, είτε αυτές ήταν για την έξοδο από το ευρώ, είτε για την επανάσταση και τα σπασμένα τζάμια, είτε για τα «αγράμματα στελέχη», είτε, είτε… Και τώρα τι θα γίνει χωρίς την αλέκα; Ήταν κι αυτή μια κάποια λύσις…

Κι η αλεκολογία με τα συγκλονιστικά αξιόπιστα ρεπορτάζ για την κούρσα διαδοχής της, που την τελευταία εβδομάδα είχαν σίγουρη την αποχώρησή της και θύμιζαν επιμνημόσυνη δέηση –λες και ήταν ήδη παρελθόν.
Χάρη σε ένα από αυτά όμως ψαρέψαμε και μια τρομερή φωτογραφία, πραγματικό διαμάντι.
Τόσο μπόι βρε παιδί μου, κι από μυαλό κουκούτσι...
Πάμε κι άλλη μια αποχαιρετιστήρια, ενθύμιο για γκραν φινάλε.
Για να με θυμάστε...
Και τι έχουμε να πούμε στον επίλογο για τον αντικαταστάτη της;
Οφείλω να ομολογήσω με πάσα ειλικρίνεια ότι σε πρώτο στάδιο δε μου έχει εμπνεύσει τον ενθουσιασμό και τα συναισθήματα που πρέπει μάλλον να προκαλεί ένας ηγέτης με λαϊκό έρεισμα. Αλλά ούτε η αλέκα είχε αυτά τα προσόντα στην αρχή της θητείας της. Κατάφερε να τα αναπτύξει σταδιακά, σε βάθος χρόνου, ίσως και βασανιστικά αργά, με την καθημερινή τριβή και την εμπειρία της. Κι αν ο νέος γγ καταφέρει να εξελιχθεί και να συνεισφέρει ένα κλάσμα έστω απ’ όσα προσέφερε η αλέκα, το έργο του θα είναι απολύτως πετυχημένο.

Και ντάμπα-ντούμπα και ντάμπα-ντούμπα
Θα τους τρελάνουμε με γραμματέα κουτσούμπα