Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Των εκλογών τα πάθη

Στο σημερινό ιστορικό ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει ένα αρκετά ενδιαφέρον άρθρο του ηλία νικολακόπουλου –κρατώντας προφανώς αποστάσεις κι επιφυλάξεις για διάφορα σημεία και πολιτικές εκτιμήσεις του- σχετικά με την κοινωνική ανάλυση της εκλογικής επιρροής του κκε στις τελευταίες εκλογές πριν από την επιβολή της δικτατορίας του μεταξά. Το κείμενο βασίζεται στο σχετικά κεφάλαιο του βιβλίου «κόμματα και βουλευτικές εκλογές στην ελλάδα, 1936-1964, σελ 103-119, και στο άρθρο «η εκλογική επιρροή της κομμουνιστικής αριστεράς, 1936-1951, συνέχεις και ασυνέχειες» στο συλλογικό τόμο χ. φλάισερ (επιμ.), η ελλάδα36’-49’, εκδ. καστανιώτη, αθήνα 2003, σελ 223-234.

Η δικτατορία προ των πυλών – η εκλογική επιρροή του ΚΚΕ

Οι εκλογές στις 26 Ιανουαρίου 1936 προσφέρουν μια αρκετά πιστή καταγραφή της ευρύτερης πολιτικής επιρροής που είχε διαμορφώσει, ύστερα από 17 χρόνια πολιτικής παρουσίας, το ΚΚΕ και λίγους μήνες πριν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Με την έννοια αυτή, η ανάλυση της εκλογικής γεωγραφίας του ΚΚΕ αποτυπώνει το καταληκτικό σημείο της πρώτης περιόδου της ιστορίας του. Οι βασικές διαπιστώσει που προκύπτουν από την ανάλυση αυτή είναι οι ακόλουθες.

Η εκλογική του επιρροή εντοπιζόταν στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου το ΚΚΕ συγκέντρωσε συνολικά περίπου 46.000 ψήφους ή ποσοστό 10,4%, ενώ στην υπόλοιπη χώρα η δύναμή του ήταν περίπου 27.000 ψήφοι (ποσοστό 3,3%). Οι τρεις αυτές περιοχές που αντιπροσώπευαν το 1/3 του εκλογικού σώματος συγκέντρωναν για το ΚΚΕ περίπου τα 2/3 της εκλογικής του δύναμης. Αν μάλιστα από τις υπόλοιπες περιοχές διαχωριστούν η περιφέρεια της πρωτεύουσας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (όπου το ΚΚΕ διέθετε δύο συμπαγείς εστίες δύναμης στη Λέσβο και την Ικαρία), διαπιστώνεται ότι για τη μισή περίπου Ελλάδα η ύπαρξη του ΚΚΕ αποτελούσε ένα τελείως περιθωριακό φαινόμενο, αφού η δύναμή του συνολικά δεν ξεπερνούσε το 2%.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τη συγκέντρωση της εκλογικής επιρροής του ΚΚΕ στα μεσαία και μικρά αστικά κέντρα καθώς και στις μεγάλες κωμοπόλεις της εποχής. Όμως και στο σημείο αυτό η γεωγραφική διαφοροποίηση έπαιζε καθοριστικό ρόλο, αφού όλες ανεξαιρέτως οι εστίες δύναμης του ΚΚΕ, εκεί δηλ όπου διέθετε τόσο ισχυρή παρουσία ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη εμπεδωμένης και ξεχωριστής πολιτικής κουλτούρας, εντοπίζονται στη Θεσσαλία, τη Θράκη και τη Λέσβο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΚΚΕ ξεπέρασε το 20% σε όλα τα μεσαία αστικά κέντρα της εποχής (με πληθυσμό πάνω από 25.000 κατοίκους) των περιοχών που προαναφέρθηκαν, δηλαδή στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Θράκη (με τη μοναδική εξαίρεση της Κομοτηνής) και τη Λέσβο, ενώ κάτι τέτοιο δε συνέβη σε καμία άλλη περιοχή της χώρας. Έτσι τα ποσοστά του ΚΚΕ κυμαίνονταν μεταξύ 20% και 25% στις Σέρρες, στη Δράμα και την Ξάνθη, περί το 30% στη Λάρισα, στο Βόλο και στη Μυτιλήνη και, τέλος, πάνω από 40% στην Καβάλα. Στις πόλεις αυτές η επιρροή του ΚΚΕ χρονολογείται κατά κανόνα από τη δεκαετία του 20’ και είχε εκ παραλλήλου εκφραστεί και κατά τις δημοτικές εκλογές (ήδη από το 1925), με κορυφαίο παράδειγμα την εκλογή κομμουνιστή δημάρχου στην Καβάλα (του Δημήτρη Παρτσαλίδη) το 1934. Αντίθετα, σε όλες τις πόλεις που βρίσκονταν στην Παλαιά Ελλάδα (πλην Θεσσαλίας), στην Ήπειρο και στην Κρήτη, η δύναμη του ΚΚΕ ήταν κατά κανόνα μικρότερη του 10% και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούσε ελαφρώς το όριο αυτό (Γιάννενα, Αγρίνιο, Λαμία). Στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές εντοπίζονται εξάλλου και όλες οι μικρές πόλεις ή μεγάλες κωμοπόλεις όπου το ΚΕ διέθετε συμπαγή και αξιόλογη επιρροή: στην Καρδίτσα και στον Τύρναβο ξεπέρασε το 30%, στη Σιάτιστα το 25%, στα πρωτοβιομηχανικά κέντρα της Ανατολικής Μακεδονίας (Νιγρίτα, Ροδολίβος, Ελευθερούπολη, Δοξάτο, Προσοτσάνη) τα ποσοστά του ξεπέρασαν το 25%, στο Σουφλί και στο Διδυμότειχο το 20%, ενώ εξίσου υψηλά ποσοστά συγκέντρωσε και στα δύο από τα τρία σημαντικά ημιαστικά κέντρα της Λέσβου στην Αγιάσο (32%) και στον Πολίχνιτο (25%).

Από τη σύντομη και ενδεικτική παράθεση που προηγήθηκε, γίνεται φανερό ότι ο κυριότερος κοινωνικός χώρος όπου το ΚΚΕ απέκτησε συμπαγή πολιτικά ερείσματα ήταν τα εργατικά στρώματα της Θεσσαλονίκης και των Νέων Χωρών, τα συνδεδεμένα με τη διαδικασία της πρώιμης εκβιομηχάνισης και κυρίως με τους κλάδους εκείνους (συνήθως εποχιακής εργασίας) που ήταν προσανατολισμένοι στην πρωτογενή επεξεργασία αγροτικών προϊόντων, με κυριότερο παράδειγμα, αλλά όχι μοναδικό, τον καπνό. Πρόκειται δηλαδή για τα εργατικά εκείνα στρώματα τα οποία, ενώ είχαν ήδη ενταχθεί στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης, διατηρούσαν εντούτοις, από την ίδια τη φύση της εργασίας τους, αλλά και συχνά της κατοικίας τους, στενούς δεσμούς με την αγροτική ενδοχώρα. Δύσκολα επομένως μπορούσαν να συγκροτήσουν για την αναδυόμενη εργατική τάξη, τον ισχυρό πυρήνα ενός ευρύτερου συλλογικού «εμείς». Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα τμήματα αυτά της εργατικής τάξης, που αποτέλεσαν τα κυριότερα μαζικά στηρίγματα του κομμουνιστικού κινήματος κατά την πρώτη φάση του, έτειναν να εξαφανιστούν με τον αστικό εκσυγχρονισμό, όπως και πράγματι συνέβη από τη δεκαετία του 50’ και μετά.

Στην ιδιόμορφη αυτή σχέση πόλεων-κωμοπόλεων-υπαίθρου στηριζόταν εξάλλου σε μεγάλο βαθμό και η όποια επιρροή εμφανιζόταν να διαθέτει το ΚΚΕ στον αγροτικό χώρο ή και σε ορισμένες μικρές κωμοπόλεις. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, η επαρχία της Θάσου (όπου το ΚΚΕ ξεπέρασε το 30%, συγκεντρώνοντας τις ψήφους των καπνεργατών που εργάζονταν στην Καβάλα), αλλά και χωριά του Πηλίου (πχ στην Ανακασιά, στην Πορταριά, στη Ζαγορά, στην Αργαλαστή, στη Δράκια ξεπέρασε το 20%), όπως και ορισμένα χωριά του Παγγαίου (Μεσορόπη, Μουσθένη). Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν επίσης αρκετά στο θεσσαλικό κάμπο (Αμπελώνας, Γόνοι), στην περιοχή της Ελασσόνας (Τσαρίτσανη, Ραψάνη), όπως επίσης και στην Ανατολική Μακεδονία, με κορυφαίο παράδειγμα την Χωριστή Δράμας, τη μόνη κωμόπολη όπου το ΚΚΕ ξεπέρασε το 50%).

Ο γεωγραφικός εντοπισμός της εκλογικής δύναμης της κομμουνιστικής Αριστεράς παρέχει επίσης ορισμένες ενδείξεις σχετικά με την απήχηση του ΚΚ μεταξύ του προσφυγικού πληθυσμού, η οποία οπωσδήποτε ήταν αρκετά υψηλότερη σε σύγκριση με τους γηγενείς. Η απήχηση του ΚΚΕ μεταξύ των προσφύγων ήταν πολύ σημαντικότερη στον αστικό πληθυσμό, ιδιαίτερα στον εγκατεστημένο σε πόλεις με σχετικά αναπτυγμένη βιομηχανική υποδομή, ενώ αντίθετα ήταν σχετικά περιορισμένη στον αγροτικό προσφυγικό πληθυσμό, όπου εντοπιζόταν σε λίγες μόνο περιοχές (πχ επαρχίες Δράμας και Κιλκίς). Αλλά και μεταξύ του αστικού προσφυγικού πληθυσμού υπήρχαν έντονες διαφοροποιήσεις. Η σημαντική εκλογική απήχηση του ΚΚΕ συμβάδιζε κατά κανόνα με αντίστοιχη επιρροή του και στους γηγενείς, ενώ αντίθετα στα αστικά κέντρα, όπου η παρουσία του στο γηγενή πληθυσμό ήταν ασθενής, ήταν αντίστοιχα περιορισμένη και η επιρροή του στο προσφυγικό στοιχείο. Χαρακτηριστικό και ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα αποτελεί η περιορισμένη εκλογική απήχηση του ΚΚΕ σε όλες τις προσφυγικές συνοικίες της πρωτεύουσας, όπου η πολιτική κυριαρχία του βενιζελισμού παρέμενε απόλυτη. Και πρέπει να σημειωθεί ότι στην περιφέρεια της πρωτεύουσας είχε εγκατασταθεί περίπου το 40% του αστικού προσφυγικού πληθυσμού.

Οι προηγούμενες παρατηρήσεις για τα είδος των εργατικών στρωμάτων που ταυτίστηκαν με το ΚΚΕ κατά την πρώτη περίοδο της πολιτικής του παρουσίας συνδυάζονται με την αδυναμία του να εισχωρήσει με αντίστοιχη επιτυχία στα εργατικά στρώματα των δύο μεγάλων αστικών κέντρων, και κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας: είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στις εργατικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, τόσο των γηγενών (Πετράλωνα, Βοτανικός, κτλ) όσο και των προσφύγων (Δραπετσώνα, Νίκαια, κλπ), τα ποσοστά του ΚΚΕ κυμαίνονταν γύρω στο 10%. Η κατάσταση αυτή ήταν βέβαια σαφώς διαφορετική στη Θεσσαλονίκη, χωρίς πάντως κι εδώ το ΚΚΕ να ξεπερνά, ακόμα και στις αμιγώς εργατικές συνοικίες, το 20% (με μέσο ποσοστό για την πόλη της Θεσσαλονίκη το 13,8%) έναντι 7,4% για Αθήνα-Πειραιά).

Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως μπορεί να υποστηριχθεί ότι στα μέσα της δεκαετίας του 30’ η κομμουνιστική ιδεολογία και πρακτική είχε υιοθετηθεί ως κυρίαρχος και εμπεδωμένος δίαυλος πολιτικής εκπροσώπησης, από ορισμένα εργατικά κυρίως στρώματα, επιτρέποντας μια πρώτη, έστω και περιορισμένης έκτασης, «μεταμόσχευση» της ομοιογενοποιητικής και τελεολογικής διάστασης του κομμουνιστικού μοντέλου (όπως προέκυψε από την Οκτωβριανή Επανάσταση και κωδικοποιήθηκε στη συνέχεια από την Κομμουνιστική Διεθνή) στο υπό διαμόρφωση σώμα της εγχώριας ελληνικής Αριστεράς. Και πρέπει να σημειωθεί ότι στο πεδίο αυτό το κομμουνιστικό μοντέλο δεν είχε να αντιμετωπίσει –παρά μόνο περιθωριακά- ανταγωνιστικές εκδοχές αριστερής ιδεολογίας, είτε σοσιαλδημοκρατικής είτε αγροτικής τάσης.

Η δικτατορία της 4η Αυγούστου δε φαίνεται να ανέτρεψε αυτά τα δεδομένα, παρόλο που πέτυχε την ουσιαστική οργανωτική διάλυση του ΚΚΕ. Η βιομηχανία των δηλώσεων μετανοίας, την οποία εγκαινίασε η μεταξική δικτατορία –υπολογίζονται σε 45.000 περίπου- ίσως μάλιστα να λειτούργησε τελικά στο μαζικό επίπεδο κατά τρόπο αντίστροφο από αυτόν για τον οποίο είχε σχεδιαστεί. Ο αναφερόμενος αριθμός των δηλώσεων μετανοίας ξεπερνά κατά πολύ την υποτιθέμενη οργανωμένη δύναμη του ΚΚΕ -17.5000 μέλη τις παραμονές της δικτατορίας, από τα οποία εξάλλου περίπου 2.000 βρέθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες αρνούμενα να υπογράψουν δήλωση κι άλλα περίπου 200 διέφυγαν τη σύλληψη (ενώ ορισμένα συνεργάστηκαν με τη δικτατορία). Αντίθετα, ο αριθμός των δηλώσεων προσεγγίζει εντυπωσιακά την εκλογική επιρροή του ΚΚΕ στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές.


Αν επομένως η δικτατορία της 4ης Αυγούστου διέλυσε την οργανωτική δομή του ΚΚΕ, ταυτόχρονα είναι πιθανόν να σταθεροποίησε και να ενοποίησε το δυνάμει ακροατήριό του –ονοματίζοντάς το και εξισώνοντάς το διά της ταπεινώσεως. Γεγονός που, τη δεδομένη στιγμή της Κατοχής, απελευθέρωσε ενέργειες και πρωτοβουλίες, όπως φαίνεται από τις πολυάριθμες περιπτώσεις «δηλωσιών» που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Αντίσταση. Οι ίδιοι δηλαδή άνθρωποι που είχαν συγκροτήσει την προδικτατορική εκλογική επιρροή του ΚΚΕ, και οι οποίοι –ιδιαίτερα στα χωριά και στις κωμοπόλεις- υπέστησαν την ταπείνωση των δηλώσεων μετανοίας, αποτέλεσαν και την πρώτη μαγιά του εαμικού αντιστασιακού κινήματος.

2 σχόλια:

Νίκος Σαραντάκος είπε...

Καλό άρθρο αν και δεν λέει κάτι που να μην το ξέρουμε -από την άλλη, για όποιον δεν έχει ασχοληθεί με την εκλογική γεωγραφία είναι δύσκολο να πιστέψει ότι προπολεμικά το ΚΚΕ είχε μεγάλη δύναμη σε περιοχές που ήταν εντελώς άγονες μετά τη μεταπολίτευση (Θράκη, Δράμα -παρά τη Χωριστή).

Αν θες, διόρθωσε το 46.00 στην αρχή, λείπει ένα μηδενικό που μπορείς να το πάρεις απο ένα 17.5000 προς το τέλος, όπου περισσεύει. Να προσθέσουμε και στους κόκκινους δημάρχους τον Μενύχτα στις Σέρρες πλάι στον Παρτσαλίδη.

Ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις για τους πρόσφυγες όπου το ΚΚΕ είχε ήδη το 1936 μεγαλύτερη απήχηση απ' ό,τι στον γηγενή πληθυσμό παρά τον (δήθεν!) "προδοτικό" ρόλο του στη Μικρασιατική εκστρατεία.

Οι παρατηρήσεις για τους δηλωσίες (και ότι ήταν υπερδιπλάσιοι από τα μέλη του κόμματος) αξίζουν μελέτη.

Παπουτσωμενος Γατος είπε...

Πιστευω πως κανενα εκλογικο αποτελεσμα του ΚΚΕ πριν το '74 δεν ειναι αληθες,και ειναι σιγουρα ολα υποτιμημενα.