Κυριακή, 31 Αυγούστου 2014

Στον κουβά

Η μόδα με τους κουβάδες και τα παγωμένα μπουγέλα (ice bucket challenge) καταλήγει πρόκληση προς τη νοημοσύνη μας μάλλον παρά προς τους φίλους των συμμετεχόντων. Με την ανοησία να παίρνει μορφή χιονοστιβάδας και να αποδεικνύει [ως δεν εξαλείφεται αλλά γιγαντώνεται με τη δύναμη της τεχνολογίας, γιατί το κλειδί είναι ποιον υπηρετεί αυτή η τελευταία και σε ποιο γενικό πλαίσιο. Δε φταίνε ακριβώς όσοι «άσημοι» και «διάσημοι» συμμετέχουν, από την καλή τους την καρδιά ή λόγω ψώνιου, στην ιστορία. Αλλά οι γενικές συνθήκες που μας κάνουν να πιστεύουμε πως έτσι επιτελούμε το χρέος μας κι αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα. Φάγαμε μπανάνες για να νικήσουμε το ρατσισμό μαζί με το ντάνι άλβες, μπουγελωθήκαμε για να καταπολεμήσουμε μια αρρώστια, πατάμε σε καθημερινή βάση like, fav, RT, publish, κτλ στο δίκτυο για να ευαισθητοποιήσουμε τους άλλους και να δείξουμε τις δικές μας ευαισθησίες. Κι η ζωή συνεχίζεται..


Για τους πλούσιους και διάσημους βέβαια, η ψυχρολουσία και το στιγμιαίο τσαλάκωμα της δημόσιας εμφάνισης (που ενισχύεται πάντως με την ιδιότητα του «άνετου», που δε φοβάται να «τσαλακωθεί» για καλό σκοπό) είναι ένα μικρό ευχάριστο διάλειμμα, όπως το μπουγέλο των μαθητών στο τέλος της σχολικής χρονιάς. Για τον περισσότερο κόσμο όμως είναι παρένθεση από την ανάποδη ή μάλλον καθημερινή συνήθεια αυτές οι ψυχρολουσίες, σε μια ζωή εν τάφω που περιμένει την ανακάλυψη κάποιου σπουδαίου τάφου, για να της πουν πως ομορφαίνει και έχει κάθε λόγο να είναι χαρούμενη και εθνικά περήφανη. Ένας κόσμος που (ψυχρο)λούζεται σε σταθερή βάση και σε διάφορες δοσολογίες ένα μεγάλο κουβά με σκατά, χωρίς περιθώριο να αρνηθεί την πρόκληση –τα σκατά είναι πάντα εκεί και τον περιμένουν. Άσε που ούτε καν τα λεφτά που πρέπει να δώσει δε γλιτώνει κι έτσι βγαίνει κερατάς και δαρμένος.

Ο κουβάς θα μπορούσε να γίνει σύμβολο και σήμα κατατεθέν της σύγχρονης ελλάδας, όπως ο μπιντές από το ομώνυμο διήγημα του μάριου χάκκα. Ένας κουβάς που υποδέχεται σαν καιάδας τα δελτία που δεν κερδίζουν (την αδιοχέτευτη ενέργεια και δημιουργικότητα που βρήκε διέξοδο στον τζόγο), μαζί με προσωπικά στοιχήματα, ανεκπλήρωτα όνειρα, χαμένους στόχους και φιλοδοξίες σε κάθε επίπεδο: οικονομικά, οικογένεια, σπίτι, ταξίδια, διαπροσωπικές σχέσεις γενικότερα. Πεταμένα (σχεδόν) όλα στον κάλαθο των αχρήστων.

Κι ίσως αυτό να εξηγεί την αγάπη αυτής της χώρας για το μπάσκετ (που κάπως έτσι ανακαλύφτηκε κι αυτό, από κάποιο άχρηστο χαρτί που κατέληξε στα σκουπίδια και απέκτησε απροσδόκητα χρηστική αξία) και για την εθνική της.. καλαθοσφαίρισης, που είναι η επίσημη αγαπημένη των ελλήνων –και ξεκίνησε χτες τις υποχρεώσεις στο μουντομπάσκετ.

Ευτυχώς η χώρα κατάφερε να γλιτώσει από την εξουσία των κομμουνιστών, που θα την έκαναν σαν την κούβα και κατάφερε να γίνει η χώρα του κουβά. Δεν πρόκειται όμως για έναν τυχαίο κουβά αλλά για ICE bucket, μπουγέλο με παγωμένο νερό. Κι εμείς ζούμε σήμερα σε μια ιδιότυπη εποχή των παγετώνων, όπου έχουν μπει στον πάγο τα όνειρα, οι μισθοί, η ελπίδα που αργοπεθαίνει και τη βάζουμε στην κατάψυξη μπας και διατηρηθεί φρέσκια.. ακόμα κι οι αντιδράσεις μας φαίνεται να έχουν παγώσει το τελευταίο διάστημα. Καληνύχτα βλαδίμηρε, ο πάγος αυτός ποτέ δε θα σπάσει.

Κι έχεις δει ποτέ πώς σπάει ο πάγος σφε αναγνώστη; Ξαφνικά, εκεί που δεν το περιμένεις, στο πιο λεπτό σημείο – αδύναμο κρίκο της επιφάνεις. Και κατά μήκος μιας τεθλασμένης γραμμής, σαν τα ζιγκ-ζαγκ της διαλεκτικής και της ιστορίας, κι όχι σαν την ευθεία οδό της εύκολης κυβερνητικής λύσης από τα πάνω. Με τη γη να ανοίγει στα δύο και να μην μπορείς να πατάς σε δύο βάρκες, αλλά να πρέπει να διαλέξεις με ποιους θα πας και ποιους θα αφήσεις, αλλιώς θα πέσεις στο κενό και στο λάκκο των λεόντων με τους καλούς ευρωπαίους ιμπεριαλιστές και τους υγιείς επιχειρηματίες.


Που κηρύσσουν εμπάργκο στην κούβα αλλά λατρεύουν την χώρα του κουβά και τις ευκαιρίες που παρουσιάζει για αυξημένη κερδοφορία. Και δεν πειράζει, γιατί ο κουβάς αυτός είναι για καλό σκοπό, με τη διαφορά πως δεν αγιάζει μόνο τα μέσα (μνημόνιο, κινεζοποίηση μισθών, κτλ) αλλά κυρίως τον αγιάζουν τα μέσα (μμε τηλεοπτικά, έντυπα κι ηλεκτρονικά).

Παρασκευή, 29 Αυγούστου 2014

Για τον «εμφύλιο» πόλεμο

Το κείμενο αυτό γράφεται με αφορμή την (65η) επέτειο από την τελευταία μάχη του κυρίως όγκου των μαχητών του δσε, την υποχώρησή τους στην αλβανία και τον επίλογο του δεύτερου αντάρτικου, που κράτησε το όπλο παρά πόδα, προτού τελικά αφοπλιστεί εκ των έσω. Κάνω συνειδητά λόγο για υποχώρηση και τελευταία μάχη, γιατί η λέξη ήττα είναι βαριά κι άδικη, πολύ φτωχή για να αποδώσει το μεγαλείο του άνισου κι ηρωικού αγώνα που έδωσε ο δημοκρατικός στρατός. Η μόνη πραγματική ήττα, πιο οδυνηρή κι ατιμωτική από αυτή στο πεδίο της μάχης, είναι από όσους βρήκαν πως πήραν λάθος τη ζωή τους και διέγραψαν το παρελθόν τους, καταθέτοντας οικειοθελώς και αμαχητί τα όπλα.

Στα χρόνια της πασοκικής (εν)αλλαγής, η ιστορία αυτού το αντάρτικου (που έμεινε φυσικά χωρίς να αναγνωριστεί από την πολιτεία επί ανδρέα) ονομάστηκε εμφύλιος πόλεμος. Έλληνες να ντουφεκάνε έλληνες, που έλεγε κι εκείνη η ατάκα του βέγγου, που τσαλάκωσε λίγο μια γωνιά από το κάδρο της υστεροφημίας του.

Μόνο που ο όρος αδυνατεί να σταθεί και προκαλεί την κοινή λογική. Γιατί στο δεκεμβριανό γύρο – προοίμιο αυτού του εμφυλίου, τους έλληνες τους ντουφεκούσαν οι εγγλέζοιι κι οι ιδνοί του τσώρτσιλ που απομακρύνθηκαν από το πεδίο της μάχης εναντίον των ναζί, για να υποτάξουν το εαμ. Και γιατί στον πόλεμο αυτό συγκρούστηκαν δύο διαφορετικοί κόσμοι και δύο αντιμαχόμενα «έθνη». Το έθνος των εκμεταλλευτών με το έθνος του εργαζόμενου λαού. Κι αυτή η αντίθεση δεν προκύπτει άμεσα απ’ την κοινωνική σύνθεση των δυο στρατών –κι οι ταγματασφαλίτες εξάλλου μπορεί νάταν φτωχόπαιδα με λαϊκή καταγωγή- αλλά από την ανάλυση των ταξικών συμφερόντων και των διαφορετικών κόσμων που υπηρετούσαν.

Ο νέος όρος «εμφύλιος πόλεμος» (που αντικατέστησε το συμμοριτοπόλεμο στα σχολικά εγχειρίδια ιστορίας και την επίσημη κρατική ορολογία) αποδείχτηκε πως συγκάλυπτε πολύ καλύτερα απ’ ό,τι ο προηγούμενος όρος την ταξική ουσία αυτής της σύγκρουσης, με την τακτική των ίσων αποστάσεων, του πένθους για τα τραγικά λάθη και τις απώλειες κάθε πλευράς, τη λύπη για το γεγονός ότι υπάρχει ταξική πάλη, σε τελική ανάλυση. Αποδεικνύοντας έτσι τη γενική εκτίμηση ότι ο σοσιαλδημοκρατικής κοπής αντικομμουνισμός είναι πολύ πιο αποτελεσματικός στο έργο του από την αντίστοιχη ωμή και χυδαία εκδοχή του.

Ο σύγχρονος σοσιαλδημοκρατικός μύλος (με κορμό το σύριζα) όλα τα αλέθει, αριστερόστροφες και δεξιόστροφες κριτικές, παντρεύοντας πχ αναρχίζοντες που φωνάζουν στους τοίχους «βάρκιζα τέλος», με τον κλασικό αντιζαχαριαδικό ευρωκομμουνισμό, που θεωρεί ως το πιο κομβικό λάθος την αποχή από τις εκλογές του 46’ (τις τόσο νόθες και διαβλητές εκλογές, που οδήγησαν ακόμα και ορισμένους αστούς πολιτευτές, υπεράνω κάθε υποψίας για τυχόν φιλοεαμική στάση, στην επιλογή της αποχής).

Υπάρχει όμως χώρος σήμερα για την ανάπτυξη της σοσιαλδημοκρατίας και των θέσεών της; Για να το πω διαφορετικά, τι ανάγκη έχει το σύστημα τη σοσιαλδημοκρατία στην παρούσα φάση ανάπτυξής του και με τους υπάρχοντες συσχετισμούς –με τους οποίους δε νιώθει ακόμα να απειλείται άμεσα και να χρειάζεται κάποιου είδους σωσίβιο; Με άλλα λόγια, το σύστημα δε φαίνεται να χρειάζεται σήμερα κάποια εκλεπτυσμένη μορφή αντικομμουνισμού -ως κυρίαρχη τουλάχιστον, γιατί πάντα θα κρατάει εφεδρείες και θα λειτουργεί παράλληλα εναλλακτικά σχέδια- κι έτσι επιστρέφει όλο και περισσότερο στον πατροπαράδοτο μεταπολεμικό κομμουνισμό –αφήνοντας πίσω τη μεταπολιτευτική παρένθεση.

Αυτό μπορεί να φανεί πχ και στο παρακάτω απόσπασμα.

(…) ουδόλως φανταζόμενοι ότι με την τακτικήν αυτήν θα έλθη κάποια στιγμή να μη υπάρχη όχι Κυβέρνησις διά να την διαδεχθούν, αλλ’ ούτε Κράτος και Έθνος διά να παριστάνουν έστω και τους πολίτας του!

Αλλ’ οι αρχηγοί δεν πρόκειται να σώσουν την Ελλάδα. Οι αρχηγοί, διά να υπάρξουν και να είναι αρχηγοί, πρέπει πρωτίστως να υπάρξη η Ελλάς, όπως οι εργαζόμενοι πρέπει να αντιληφθούν, επί τέλους, ότι διά να αποκτήσουν καλυτέραν ζωήν πρέπει προηγουμένως να εργασθούν σκληρά και με στερήσεις, ώστε να μπορέση να κινηθή και η βιομηχανία και το εμπόριον και γενικά να μπη σε κάποιο ρυθμό η οικονομική ζωή του τόπου, πράγμα το οποίον δεν δύναται να γίνη με την σημερινήν νοοτροπίαν των μεγάλων ημερομισθίων και την τακτικήν της εργασίας των ολίγων ωρών.

Η πρόσκτησις αγαθών χρειάζεται θυσίας, και η μεγαλυτέρα θυσία σήμερον είναι να περιορίσωμεν όλοι τας ανάγκας μας και τας απαιτήσεις μας και να εντείνωμεν την εργασίαν μας, διότι μόνον η εργασία θα παραγάγη τον πλούτον και την άνεσιν που όλοι ζητούμεν και επιδιώκομεν. Χωρίς εργασίαν δε δύναται τίποτε να δημιουργηθή.

Εκτός εάν αναμένωμεν και πιστεύωμεν ότι με αυτά που διδάσκουν οι αριστεροί τους οπαδούς των υπάρχει πιθανότης να γίνωμεν όλοι αποτόμως πλούσιοι! Αυτοί όμως που έχουν αυτάς τας αντιλήψεις ας μάθουν και μίαν άλλην αλήθειαν εν προκειμένω, που είναι χρήσιμος ασφαλώς εις όσους πιστεύουν εις τις ανοησίες αυτές.

Εάν λοιπόν υποθέσωμεν πως αύριον έγινε κομμουνισμός, όπως το θέλουν και τον φαντάζονται αυτοί –δηλαδή να τα μοιράσουμε όλα- είναι τόσο φτωχός αυτός ο τόπος, που, εάν μοιράσωμε το εθνικό του εισόδημα, είναι ζήτημα εάν θα πάρουμε ο καθένας μας περισσότερο από 1.500 δραχμές! Και όταν τις φάμε και αυτές, τότε ασφαλώς μπορούμε να χτυπήσουμε στον τοίχο τα κεφάλια μας! Διότι κάπου εκεί βαδίζομεν με τα μυαλά που έχουμε και εάν δεν αφυπνισθούμε και δεν ριχτούμε στη δουλειά, πραγματικά με όρεξη, με κέφι , με διάθεση, δια να φτιάξουμε κάτι περισσότερο και καλύτερο και διά τον εαυτόν μας και διά τον τόπον.

Είναι εντροπή και αίσχος και ηλιθιότης και μωρία μας να μη μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις τόσες τρομερές θυσίες που υπέστημεν διά το συμμαχικόν αγώνα, διότι ευρέθησαν ελάχιστοι ουτοπισταί που παραλογίζονται και ομιλούν περί Βαλκανικών Σοσιαλιστικών Συνομοσπονδιών και οι οποίοι (…) κτλ, κτλ.

Το παραπάνω απόσπασμα είναι από το βιβλίο «sos» του ιωάννου –sic-δ. πασσά, ως παράρτημα στο «πώς θα γίνη ο τρίτος γύρος» του ίδιου, γραμμένο το εθνοσωτήριο (για το έθνος των εκμεταλλευτών στην ελλάδα) 1945. Που το έδινε προσφορά στους αναγνώστες της η ακροδεξιά ελεύθερη ώρα, πριν από μερικούς μήνες.


Αν τυχόν όλα αυτά δε σας φαίνονται τόσο.. ακραία και γραφικά (πέρα από τις διατυπώσεις και την ωραία καθαρεύουσα), είναι επειδήέχουν καταστεί σήμερα ο κυρίαρχος λόγος του αστικού μπλοκ εξουσίας (κρατώντας χρυσή εφεδρεία το σοσιαλδημοκρατικό σενάριο). Ο εμφύλιος παραμένει στο σημερινό σκηνικό όχι απλά επίκαιρος, αλλά παρών. Μόνο που αφορά το έθνος των εκμεταλλευτών και του εργαζόμενου λαού από την άλλη. Όσο πιο γρήγορα το καταλάβουμε, τόσο καλύτερη θα ‘ναι κι η οργάνωση του αγώνα μας.

Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

Εισαγωγή στο 40ό Φεστιβάλ

Το φεστιβάλ κνε-οδηγητή είναι ο μόνος θεσμός ίσως που είναι συνυφασμένος με τη μεταπολίτευση, αλλά όχι με την παρακμή της. Κράτησε ακόμα και στα πιο δύσκολα χρόνια της οργάνωσης –κατά το τέλος του πρώτου μεταπολιτευτικού κύκλου- που κινδύνευσε να διαλυθεί κι έκτοτε τραβάει ξανά την ανηφόρα, με σημαίες, ταμπούρλα και κάθε φορά πιο πλούσιο πρόγραμμα γεμάτο καινούριες δραστηριότητες. Και πρέπει να κουβαλά κανείς πολλά καντάρια εμπάθειας, για να παίρνει με κακό μάτι πχ τον εμπλουτισμό του φεστιβάλ προγράμματος με την επίδειξη πολεμικών τεχνών –κι ειδικά της πάλης, που ήθελαν να την κόψουν από το ολυμπιακό πρόγραμμα γιατί δεν πουλάει. Εκτός κι αν τους έχουν μείνει τα αρνητικά εξαρτημένα αντανακλαστικά από τον εμπλουτισμό του προγράμματος στο 18ο συνέδριο με την απόφαση για το σοσιαλισμό, οπότε εξηγούνται όλα.



Το φεστιβάλ είναι η καλύτερη ευκαιρία να γνωρίσεις τους κομμουνιστές και την πιο ελκυστική τους όψη. Δεν εννοώ συγκεκριμένα άτομα, ως μονάδες, που πιθανότατα θα ‘χουν χρέωση, υπερωρίες με κάτι έκτακτο και γενικώς τρέχουν και δε φτάνουν, αλλά την οργάνωση ως σύνολο. Και όσο για τους σφους που τρέχουν πάνω-κάτω, καλύτερα έτσι από μια άποψη, γιατί όσο κι αν θέλει κανείς να λουφάρει λίγο –στα πλαίσια του θεμιτού- και να τα ταιριάξει έτσι που να πετύχει τους αγαπημένους τους καλλιτέχνες και να μην τους χάσει, είναι επιστημονικά αποδεδειγμένο πως το φεστιβάλ το απολαμβάνεις καλύτερα όταν έχεις δουλέψει για να το στήσεις και νιώθεις κι εσύ ένα μικρό κομμάτι του.

Οπότε νομοτελειακά θα στενοχωρηθείς να το δεις να διαλύεται. Αλλά το χειρότερο είναι η επιλογή της μέρας. Όσο κι αν συνειδητοποιείς την αναγκαιότητα (που είναι ορισμός της ελευθερίας από άποψη φιλοσοφική) να τελειώνει το φεστιβάλ το σάββατο, για να γίνει ο μεγαλύτερος όγκος του μαζέματος την κυριακή που την έχουν ελεύθερη οι σφοι μάστορες, τεχνικοί, κτλ, δεν αποφεύγεις ένα (τόσο δα) μικρό ξενέρωμα. Άσε που από την πολλή βιασύνη, αρχίζουμε καμιά φορά να μαζεύουμε πράγματα και να διαλύουμε περίπτερα από σάββατο βράδυ, πριν καν τελειώσουν οι συναυλίες και φύγει απ’ τον χώρο ο κόσμος.

Κι ύστερα διαβάζεις στο αφιέρωμα του 902 για την χρυσή δεκαετία με τις βάτες και το φεστιβάλ του 88’ –με την καλτ συζήτηση που είδαμε πρόσφατα- που κράτησε λέει εννιά ολόκληρες μέρες (!), ενώ την προηγούμενη χρονιά, η πρώτη συναυλία του 13ου φεστιβάλ είχε γίνει μπροστά στην αμερικάνικη πρεσβεία, κι από εκεί ο κόσμος πήγε με πορεία κατευθείαν στον χώρο του φεστιβάλ. Και εκεί κάπου καταλαβαίνεις πως τα καλύτερα δεν τα πρόλαβες –τουλάχιστον όχι σε ηλικία που να τα θυμάσαι και τόσο καλά.

Το ωραίο λοιπόν στο στήσιμο του φεστιβάλ είναι ότι κάθε σφος ανακαλύπτει το γίγα σφο που κρύβει μέσα του, μαζί με ένα σωρό γνώσεις κι ικανότητες που δεν ήξερε πως είχε (και όντως δεν τις κατείχε, πριν δοκιμάσει. Αλλά δεν υπάρχει κάστρο άπαρτο για τους μπολσεβίκους). Μαθαίνει να ψήνει, να γητεύει τις φλόγες και τα ωμά σουβλάκια που δεν πειθαρχούν, να νικάει την υψοφοβία του, να πετάει από σκαλωσιά σε σκαλωσιά, να πιάνουν τα χέρια του, να περπατά ενώ έχει φουσκάλες –και να τρέχει ενίοτε- να κάνει τον άτλα της μυθολογίας και να κουβαλά στις πλάτες του ένα φορτηγό ολόκληρο με το περιεχόμενό του, να ανοίγεται μαζικά, να τρώει μερικές χυλόπιτες χωρίς να χάνει το χαμόγελο και την επαναστατική αισιοδοξία του, να κάνει κάτι αντίστοιχο με το θαύμα της κανά με τις λιγοστές καρέκλες και τα έτοιμα σουβλάκια, που ποτέ δεν είναι αρκετά για να ικανοποιήσουν τον κόσμο, κτλ.

Προσωπικά, το πιο ιδιαίτερο που θυμάμαι είναι ότι έπρεπε μια φορά να πριονίσω κάτι επιφάνειες κόντρα πλακέ σε σχήμα σφυροδρέπανου, εν όψει της έκθεσης, που μία στις δύο χρονιές συμπίπτει με το φεστιβάλ, για να ανακαλύπτεις τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Από τις πιο δύσκολες ασκήσεις ακριβείας-χειροτεχνίας που έχω κάνει, αλλά στην πορεία κοιτούσα το αποτέλεσμα με καμάρι, κι ας ήταν λειψά μερικά σφυροδρέπανα, χωρίς τη λαβή του δρεπανιού, γιατί είχα πάρει φόρα και τις είχα κόψει κι αυτές κατά λάθος.

Και μιας κι ήρθε στη συζήτηση ο φετινός διαγωνισμός αφίσας για το φεστιβάλ, θα μπορούσε να έχει και τίτλο: ποιο είναι το πιο όμορφο σφυροδρέπανο που έχεις δει ποτέ –εκτός από εκείνη την χρονιά στην έκθεση, που τους έλειπε η λαβή προφανώς; Ίσως αυτό, που δεν το ‘χω δει, αλλά περιγράφει ο μπίστης στο βιβλίο του, το πρώτο σφυροδρέπανο της μεταπολίτευσης, μεγάλο και περήφανο κάπου στο κέντρο της αθήνας, που έκανε πολλούς συντρόφους να κλαίνε συγκινημένοι σα μικρά παιδιά μετά από τόσα χρόνια παρανομίας. Κι εκεί διηγείται κι άλλα ωραία, πχ για την επιστροφή του θεοδωράκη –μετά από ένα διάστημα, που το πολιτικό εκκρεμές του κινούταν προς την άλλη πλευρά- σε ένα από τα πρώτα φεστιβάλ και για την αμηχανία-αγωνία που υπήρχε για την κατάληξη του συναπαντήματος αυτού, που κατέληξε τελικά σε μια συμφιλιωτική αποθέωση.
Λες να είχε μια θέση και στο αφιέρωμα για τα 40χρονα του φεστιβάλ; Θα μπορούσε ίσως, αλλά δεν είναι σε θέση να δίνει πια συναυλίες σε αυτή την ηλικία.

Εν πάση περιπτώσει το φεστιβάλ είναι μια ξεχωριστή υπόθεση, που δύσκολα μπορείς να περιγράψεις σε κάποιον που δεν το έχει ζήσει. Κάθε μέρα ήταν σαν κυριακή, δηλ σαν κομμουνισμός –λέει κάπου, σε κάποιες αναμνήσεις του, ο αλτουσέρ, και το αναπαράγει συχνά ο ρούσης στα βιβλία του. Και αν στην επανάσταση συμπυκνώνεται ο πολιτικός χρόνος και κάθε μέρα μετράει σα μήνας, στα φεστιβάλ νιώθεις καμιά φορά να μετράει σα δεκαετία –που λέει ο λόγος- και σου φαίνεται αιώνας ολόκληρος ο ένας χρόνος, παρά κάτι, μέχρι να ξαναφτάσει ο σεπτέμβρης για το επόμενο.

Γιατί το φεστιβάλ είναι πάνω απ’ όλα οι ιστορίες που σου αφήνει και τις διηγείσαι μετά για χρόνια, ιδίως τις πιο περίεργες. Ο δύστροπος πελάτης που πέτυχες στην καντίνα, κάποιος μεθυσμένος που αντιμετώπισες σα μέλος της περιφρούρησης, οι διαχρονικοί τζαμπατζήδες που ήταν πρόθυμοι να κάνουν τους κασκαντέρ, προκειμένου να σκαρφαλώσουν και να μπουν έτσι, οι σινεφίλ που χώνονται σε μια γωνιά όλο το βράδυ και χάνουν όλα τα υπόλοιπα χαμένοι στην τέχνη τους, μικρά παιδάκια που πετάνε πέτρες στο πανί του καραγκιόζη, για να δουν τι έχει πίσω του, παλιοί σφοι που έρχονται κουμπωμένοι κι επιφυλακτικοί, αλλά βρίσκουν ένα σωρό παρέες και φεύγουν τραγουδώντας, κοκ.

Κι όμως υπάρχει και κόσμος, που δεν του αρέσει –από τους δικούς μας εννοώ. Θες γιατί μένουν σε μικρή πόλη και δεν τους κάνουν αίσθηση οι εκδηλώσεις εκεί, ή γιατί είναι πάντα τα ίδια και τα ίδια, γιατί θα μπορούσαμε να έχουμε αυτό κι εκείνο, και να μη φέρουμε τον τάδε και το δείνα, θες γιατί τους πιάνει λίγο και το αντιδραστικό τους. Αλλά εντάξει, φεστιβάλ χωρίς λίγη γκρίνια για ορισμένες ‘αμφιλεγόμενες’ καλλιτεχνικές επιλογές πχ, τι φεστιβάλ θα ήταν...

Αντί επιλόγου, κάποιες συμβουλές για τους καινούριους. Αν σε σταματήσουν στην είσοδο οι κάρτες γνωριμίας, πάρ’ το ως κομπλιμέντο πως μικροδείχνεις. Αν σε σταματήσουν οι σφοι με το κουτί της οικονομικής ενίσχυσης, πάρ’ το ως κομπλιμέντο πως πλουσιοδείχνεις. Αν και το πιο πιθανό είναι να σε έχουν περάσει για αρκετά μεγάλο, σοβαρό, οικογενειάρχη άνθρωπο, που έχει δουλειά και μπορεί να συνεισφέρει. Το οποίο βέβαια είναι κάπως αυθαίρετο ως συμπέρασμα, ακόμα και οικογενειάρχης να είσαι, αλλά λειτουργεί η δύναμη της συνήθειας κι ο αυθόρμητος φυσιογνωμισμός.


Αν πας με μαύρα παπούτσια, όταν φύγεις θα είναι άσπρα και σκονισμένα. Αν πας χωρίς ομπρέλα, θα βρέξει. Αν θυμηθείς να φέρεις μία, την επόμενη μέρα, μπορεί να βγάλει και ήλιο το βράδυ, κι εσύ θα την κουβαλάς τζάμπα. Αν πας, στο φεστιβάλ της αθήνας, με αμάξι, υπολόγισε μία ώρα επιπλέον για την κίνηση και το παρκάρισμα –που μετά τις εννιά-δέκα γίνεται κυνήγι θησαυρού. Αλλά η χειρότερη αυταπάτη που μπορεί να έχει κανείς, είναι εάν πιστεύει πως αρκεί μια μέρα για να το γυρίσει όλο, να το εξερευνήσει και να το χορτάσει. Ενώ στην πραγματικότητα θέλει περίπου τριάντα, για να τα δει όλα. Γιατί στο φεστιβάλ, κάθε μέρα μετράει σα μήνας...

Τρίτη, 26 Αυγούστου 2014

Μια φορά κι έναν καιρό

…ήταν μια χώρια μακρινή, όπου κυβερνούσαν τα σοβιέτ και το βασίλειο της ελευθερίας και ζούσαν αδελφωμένες κι αγκαλιασμένες η εργατιά, η αγροτιά κι η διανόηση.
(…) Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα από τώρα, γιατί υπήρχε το αντίπαλο δέος και μπορούσαμε να αποσπάσουμε πιο εύκολα κάποιες κατακτήσεις που άρχισαν να ξηλώνονται την τελευταία 30ετία.

Αν θέλει να δει κανείς την ποιοτική διαφορά του σοσιαλισμού που γνωρίσαμε με τον υπαρκτό καπιταλισμό, συμπυκνωμένη σε μερικές στιγμές, μπορεί να πάρει και να συγκρίνει τις εικόνες από την τελετή λήξης των ολυμπιακών αγώνων της μόσχας το 1980 και τις αντίστοιχες από το los angeles τέσσερα χρόνια μετά, όπου οι αμερικανοί κάνουν μια κιτς επίδειξη χλιδής και τεχνολογικής δύναμης με την οποία επιχειρούν να εντυπωσιάσουν τον υπόλοιπο κόσμο. Στο δικό μου μυαλό μάλιστα έρχονται αυθόρμητα πρώτα –όχι η αυθεντική τελετή του λος άντζελες, αλλά- σκηνές από το ROCKY IV και το φαντασμαγορικό διαστημικό σόου που στήνουν κακόγουστα οι διοργανωτές, με μουσική υπόκρουση το «living in america» του james brown, που κάνουν τον άμαθο «επαρχιώτη» σοβιετικό να σαστίζει και να παρακολουθεί κάθιδρος –όσο ποτέ και σε καμία στιγμή μες στον αγώνα- σαν την πατρίδα του που ερχόταν δεύτερη και καταϊδρωμένη στην κούρσα της ετε.

Οι σοβιετικοί αντιθέτως καταφέρνουν να στήσουν μια πολύ συγκινητική τελετή, βαθύτατα ανθρώπινη κι ανθρωποκεντρική. Ένα στοιχείο που αντανακλάται και στο ανθρώπινο κολάζ με το δάκρυ του μίσα, της μασκότ, ένα χαρακτηριστικό δείγμα τέλειου συγχρονισμού και συνεργασίας-ομαδικότητας, χωρίς την παραμικρή διαμεσολάβηση κάποιας μηχανής –που κι αυτή ανθρώπινο δημιούργημα είναι, αλλά προφανώς δεν είναι το ίδιο.


Το πιο σημαντικό όμως είναι οι θεατές του σταδίου που βλέπουν το μίσα να πετάει και να απομακρύνεται και δακρύζουν συγκινημένοι, σα μικρά παιδιά. Βλέπεις τις αντιδράσεις τους και αναρωτιέσαι ποια μπορεί να είναι η νοοτροπία, η ψυχολογία κι οι ευαισθησίες αυτών των ανθρώπων, που τους οδηγούν σε τόσο έντονα συναισθήματα. Θυμάμαι επίσης συνειρμικά κάτι που διηγούνταν ένας καθηγητής στη σχολή για το ταξίδι του σε μια λδ και τους θεατές ενός κινηματογραφικού έργου που περιείχε μια μικρή σκηνή βίας (ένα χαστούκι, μια γροθιά, δε θυμάμαι ακριβώς) και τους άφησε όλους άφωνους και σοκαρισμένους, γιατί ήταν έξω από όσα είχαν συνηθίσει και μπορούσαν να αποδεχτούν.

Μπορεί τα παραπάνω να μοιάζουν με ψεύτικη κι ειδυλλιακή εικόνα, έχουν όμως μια υπαρκτή κι αντικειμενική βάση. Την αναμφισβήτητη παιδικότητα και.. αγαθωότητα αυτών των λαών που αποτυπώθηκε ακόμα και στην προφορά τους. Οι ρώσοι πχ πολλές φορές μοιάζουν στις κουβέντες τους σα να διηγούνται ένα παιδικό παραμύθι, ανεξάρτητα από το τι λένε στην πραγματικότητα. Αποτυπώθηκε όμως και με αρνητικό τρόπο, πχ στην απλοϊκή πολιτική συνείδηση ενός λαού, που δεν κατάλαβε τι έγινε και πώς έπεσε ο ουρανός στο κεφάλι του, την καλή του πίστη σε απατηλά συνθήματα για περισσότερο σοσιαλισμό, στις χαμηλές αντιστάσεις που πρόβαλε στη διάλυση της σοβιετίας, παρά την εκφρασμένη (με συντριπτική πλειοψηφία σε σχετικό δημοψήφισμα) θέλησή του να διατηρηθεί η μορφή και το περιεχόμενο της ένωσης. Και γενικώς σε μια «απολιτίκ» και παθητική στήριξη της σοβιετικής εξουσίας.

Κι αυτή η στάση, πέρα από τη διαλυτική επίδραση των αλλαγών και της οπορτουνιστικής στροφής στο κκσε, είχε επιπρόσθετα και μια αντικειμενική ρίζα. Στις αστικές κοινωνίες η πρωτοπόρα ταξική συνείδηση διαμορφώνεται στο πλαίσιο της ταξικής πάλης, των αγωνιστικών κινητοποιήσεων για τα καθημερινά προβλήματα. Σε ποια βάση να πατήσει όμως η πρωτόλεια έστω πολιτική συνείδηση σε μια σοσιαλιστική κοινωνία, που δεν αντιμετωπίζει οξυμένες αντιφάσεις, ανταγωνιστικές αντιθέσεις και καλύπτει βασικές λαϊκές ανάγκες, χωρίς να χρειάζεται η αγωνιστική τους διεκδίκηση;

Αυτή η παιδικότητα μπήκε προφανώς στο στόχαστρο της αστικής κριτικής από τη σκοπιά της «ανωριμότητας» αυτών των λαών και μιας πατερναλιστικής κοινωνίας που ελέγχει σε τέτοιο ασφυκτικό βαθμό κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα, ώστε να δημιουργεί και να διαπαιδαγωγεί ευθυνόφοβους χαρακτήρες, να μην αφήνει τα μέλη της να μεγαλώσουν, να ανεξαρτητοποιηθούν, να αντιμετωπίσουν την «πραγματική ζωή», να διαμορφώσουν αυτόνομα κριτήριο για το καλό και το κακό, εφόσον άλλος αποφάσιζε για αυτούς. Και έτσι ένιωθαν το «φόβο μπροστά στην ελευθερία», που σημειώνει ο φρομ για τα ολοκληρωτικά καθεστώτα (έχοντας πάντως υπόψη του το ναζισμό κατά βάση) κι αναζητούσαν συνεχώς έναν πατερούλη τον ασφαλή εναγκαλισμό της μαμάς πατρίδας, του κράτους και της εξουσίας.

Ο χαμένος σοβιετικός παράδεισος –σε σύγκριση με την επίγεια καπιταλιστική κόλαση που ζουν αυτοί ειδικά οι λαοί- όταν δεν αμφισβητείται ευθέως από τις αστικές και μικροαστικές προσεγγίσεις, παρουσιάζεται σαν η ανελεύθερη φυλακή των πρωτόπλαστων, ένα εύθραυστο παραμύθι των αρχών, στο οποίο δεν μπορούσαν να παραμείνουν κλεισμένοι οι λαοί, εφόσον δοκίμαζαν το δέντρο της γνώσης, της ελευθερίας, του πραγματικού κόσμου, πίσω από το παραπέτασμα. Η ιδέα αυτή αναπτύσσεται νομίζω τόσο στο τέλος του κυνόδοντα (όπου η λύτρωση έρχεται με την απόδραση της πρωταγωνίστριας και το σπάσιμο των δεσμών της, μολονότι είναι εντελώς αβέβαιο το μέλλον της), όσο εν μέρει και στο truman show και την απόδραση του τρούμαν από τον ψεύτικο κόσμο που του είχαν φτιάξει (αν και το έργο έχει πολλά επίπεδα ανάγνωσης και χρήζει μάλλον ξεχωριστής ανάλυσης). Η αλήθεια, με όσα ρίσκα, βάσανα και κινδύνους περιέχει, είναι πάντα προτιμότερη από ένα ψεύτικο παραμύθι, όσο καλοφτιαγμένο κι αν είναι.

Η αντιστροφή της πραγματικότητας είναι εντυπωσιακή. Ο αστικός κόσμος είναι βυθισμένος και κατεξοχήν βασισμένος στο ψέμα, την αλλοτρίωση, τις φενακισμένες συνειδήσεις. Μια κοιλάδα των δακρύων χωρίς τέλος, για τη ζωή που φεύγει μακριά αναξιοποίητη, αέρας σε έγχρωμο μπαλόνι, όπως ο μίσα από το στάδιο λένιν. Ένας ψεύτικος κόσμος, όπου ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τους άλλους γύρω του ανταγωνιστικά, ως όριο της δικής του ελευθερίας, ψάχνει κάποια διέξοδο σε φανταστικούς εικονικούς κόσμους, άρλεκιν, σίριαλ, για να καλύψει το συναισθηματικό κενό μέσα του, τζόγος και τυχοδιωκτισμός, για δυνατές συγκινήσεις και περιπέτεια. Βομβαρδίζεται όμως καθημερινά με την εξαίρεση του κανόνα, το ψέμα που βαφτίζεται αλήθεια, τον φτωχό που έγινε βιομήχανος πλένοντας πιάτα στην αμερική, τον πραγματικό έρωτα που έμεινε αμόλυντος, μικρές τζούρες απ’ όσα νιώθουμε να μας λείπουν, την απάτη της φιλανθρωπίας.

Η δυσοίωνη αλήθεια περικυκλώνει και πνίγει τον «ενηλικιωμένο πρωτόπλαστο», που ψάχνει καταφύγια σε ανέξοδες κι απατηλές διεξόδους, σαν τις οφθαλμαπάτες όσων περιπλανώνται στην έρημο. Ο γέρικος κόσμος που σαπίζει γερνάει και τους ανθρώπους, τους μαθαίνει να συμβιβάζονται, πλακώνει το νεανικό τους ενθουσιασμό. Και ταυτόχρονα κρατάει με χίλια χαλινάρια τη συνείδησή τους σε νηπιακό επίπεδο, τους καταδικάζει σε ανωριμότητα και παλιμπαιδισμούς, για να μπορεί να τους ρουφάει το μεδούλι, όπως κάνουν οι γέρικες αμοιβάδες, για να ξανανιώσουν.

Από πότε λοιπόν αξιολογείται αρνητικά ως ανίδεος και λειψός ο απλός σοβιετικός άνθρωπος που δε γνώρισε το κακό, διαπαιδαγωγήθηκε διαφορετικά κι ως ένα βαθμό δεν πάει καν το μυαλό του στο κακό; Η διαμόρφωση –σε εμβρυακό έστω επίπεδο- ενός τέτοιου ανθρώπου –κατάλοιπα του οποίου μπορεί να συναντήσει ακόμα κανείς στις μέρες μας, σε κάποια ρωσοπόντια καθαρίστρια με πτυχίο πχ- είναι ίσως το πιο σημαντικό επίτευγμα του σοβιετικού πειράματος. Κι η καταστροφή του με όρους γενοκτονίας, που συντελείται τώρα σε αυτές τις χώρες –όχι μόνο με τον πόλεμο, αλλά και σε καιρό ειρήνης, με τη ραγδαία πτώση του βιοτικού επιπέδου και του μέσου προσδόκιμου ζωής- είναι η πιο κραυγαλέα κι αποκρουστική όψη της καπιταλιστικής βαρβαρότητας.

Το τέλος της αγαθωότητας κι η ακριβοπληρωμένη στερνή γνώση αυτών των λαών για αυτό που έχασαν, δε θα έχει αξία αν μείνει στο επίπεδο της νοσταλγίας και δε γίνει δύναμη ανατροπής –όπως ίσως να επιδιώκουν να γίνει κάποιες δυνάμεις στην ουκρανία. Κι η γενιά που θα ζήσει την επόμενη επανάσταση δε θα είναι ανυποψίαστη, αλλά θα έχει μελετήσει καλά τα διδάγματα της ιστορίας, για να μην αφήσει το μέλλον να ξεγλιστρήσει μέσα από τα χέρια της και να φτιάξει το δικό της παραμύθι χωρίς λυπημένο τέλος.

Ντασβιντάνια..

Δευτέρα, 25 Αυγούστου 2014

Και πανανθρώπινη τη λευτεριά

Θέλουμε λεύτερη εμείς πατρίδα και πανανθρώπινη τη λευτεριά
Η λευτεριά δεν περιορίζεται στα εθνικά σύνορα, γι’ αυτό είναι πανανθρώπινη.
Στα άρματα, στα άρματα, εμπρός στον αγώνα, για την χιλιάκριβη τη λευτεριά
Θα κατακτηθεί όμως με όπλα και σκληρό αγώνα, ενάντια σε όσους την κρατάνε φυλακισμένη στις τέσσερις ελευθερίες της ευρωπαϊκής ένωσης και βασικά την απόλυτη ελευθερία των καπιταλιστών να εκμεταλλεύονται την υπεραξία της εργατικής δύναμης και να αυγατίζουν τα κέρδη τους στις πλάτες μας.

Για εκείνη την τάξη δηλ για την οποία δουλεύουν τα όργανα της τάξης και οι ανθρωποφύλακες, που αναφέρει κάπου ο μίσσιος –καλά αυτός ιδιώτευσε νωρίς. Σε μια ιστορία με ένα πολιτικό κρατούμενο , που τον σάπιζαν στο ξύλο οι ασφαλίτες κι ένας από αυτούς, έβγαζε το άχτι του μεταξύ άλλων και για το συγκεκριμένο στίχο: πάρε κι αυτήν, πάρε και την άλλη, που την ήθελες και πανανθρώπινη μπάσταρδε. Τρέχα-γύρευε γιατί δεν του είχε κάτσει καλά.
Αν μπορούσε βέβαια να αντιμιλήσει ο σφος στο βασανιστή του, θα του έλεγε ίσως για τον πραγματικό ανθρωπισμό-ουμανισμό, που προϋποθέτει την πάλη ενάντια στους εχθρούς της ανθρωπότητας και της παγκόσμιας, πανανθρώπινης κομμουνιστικής προοπτικής. Εκτός κι αν ήταν κανείς πρώιμος συσπειρωσάς, και του εξηγούσε την αλτουσεριανή οπτική για τον αφηρημένο ουμανισμό που είναι μια ιδεαλιστική απάτη –φορτώνει τα βάρη στων φοιτητών την πλάτη.

Τι γίνεται λοιπόν όταν η πανανθρώπινη λευτεριά δεν προσκρούει μόνο στα εθνικά σύνορα, αλλά και στα στενά ταξικά όρια του σημερινού κόσμου; Πόσο αυθεντική και πανανθρώπινη μπορεί να είναι η ελευθερία σε μια ταξική, ανταγωνιστική κοινωνία;
Οι κομμουνιστές εξάλλου την είχαμε πατήσει για τα καλά στο πρόσφατο παρελθόν με τις «πανανθρώπινες», «οικουμενικές» αξίες της περεστρόικα, που διαπλέκονται, υποτίθεται, με τις ταξικές, μόνο και μόνο για να τις σκεπάσουν και να τις εξαλείψουν. Κι έτσι θριάμβευσε η νέα σκέψη που «αποϊδεολογικοποιούσε» τις διεθνείς σχέσεις κι έβλεπε όλες τις χώρες δεμένες κι αλληλοεξαρτώμενες σε ένα «κοινό, ευρωπαϊκό σπίτι», που το απειλούν τα πυρηνικά όπλα –γενικά και αόριστα- κι όχι ο ιμπεριαλισμός, που γεννά τους πολέμους και τη δυστυχία. Κι απέδειξε πολύ νωρίς (η νέα σκέψη) πόσο παλιά και σάπια ήταν η σοσιαλδημορκατική ουσία της.

Η ανθρωπότητα δεν είναι ασφαλώς ένα ενιαίο σύνολο σε μια ταξική κοινωνία. Τα πανανθρώπινα κηρύγματα εξελίσσονται με μαθηματική ακρίβεια σε απολογητική που διαιωνίζει την υπάρχουσα απάνθρωπη κατάσταση. Οι θρησκευτικές διαβεβαιώσεις πχ για τους πλούσιους, που είναι ευκολότερο να περάσει παλαμάρι (κάμηλος) από την τρύπα μιας βελόνας, παρά να μπουν αυτοί στον παράδεισο, δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα είδος παρηγοριάς στο φτωχό και άρρωστο, μέχρι να βγει η ψυχή του και να ανταμειφθεί πλουσιοπάροχα στη μετά θάνατο ζωή.

Το πανανθρώπινο στοιχείο που επιβιώνει όμως στο ιδεώδες των διάφορων θρησκειών, βασίζεται σε μια απολύτως υπαρκτή ανάμνηση ενός μακρινού παρελθόντος -που δεν μπορεί παρά να εκφραστεί με στρεβλό, ουτοπικό τρόπο στο παρόν και ως μελλοντική προοπτική. Ο χαμένος παράδεισος (της εδέμ και γενικώς) ως ιδέα είναι η ανάμνηση του «πρωτόγονου κομμουνισμού» και της κοινοτικής ισότητας που επιβιώνει σε κάποιους τομείς ως προταξικό κατάλοιπο-κεκτημένο ως και τις μέρες μας. Είναι η περίοδος του κρόνυο, όπως αναφέρεται στην κοσμογονία του ησίοδου κι έτσι πέρασε και στα σατουρνάλια, τη γιορτή του θεού κρόνου, όπου συμμετείχαν και οι δούλοι και οι ταξικές διακρίσεις «ατονούσαν» και «ξεχνιόντουσαν» για λίγες μέρες.

Το θέμα λοιπόν είναι με ποιον τρόπο εκφράζεται κάθε φορά αυτό το καθολικό, πανανθρώπινο στοιχείο από πολιτική και φιλοσοφική άποψη. Γιατί ο κομμουνισμός δεν έρχεται να εκφράσει στενά το ειδικό συμφέρον της εργατικής τάξης, αλλά την απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών και το τέλος των ταξικών κοινωνιών, τη μοναδική εναλλακτική που ανοίγεται για την ανθρωπότητα απέναντι στη σημερινή καπιταλιστική βαρβαρότητα και τα αδιέξοδά της.

Η ουσία του ανθρώπου είναι η ουσία των κοινωνικών του σχέσεων και στο επίκεντρο αυτών των σχέσεων βρίσκεται η εργασία. Η μόνη πανανθρώπινη προοπτική που υπάρχει και θα απαλλάξει τόσο τους εργαζόμενους, όσο και τους κατόχους μέσων παραγωγής από κάθε μορφή αλλοτρίωσης από τους όρους παραγωγής (μέσο, σκοπός, κι όσοι συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία) είναι αυτή της εξάλειψης του καταναγκαστικού χαρακτήρα της εργασίας κι η σταδιακή μετατροπή της σε ευχάριστη δημιουργική διαδικασία, που θα αναδεικνύει ολόπλευρα την προσωπικότητα του καθενός. Και για την ανάπτυξη του ενός, θα είναι προϋπόθεση (και όχι όριο) η αντίστοιχη ανάπτυξη των άλλων.

Τίποτα ανθρώπινο δε μας είναι ξένο, αλλά πραγματικά ανθρώπινη στάση είναι μόνο αυτή που εντάσσεται στον αγώνα για την προώθηση και την επικράτηση αυτή της προοπτικής. Γιατί όπως έγραφε κι ο λειβαδίτης, αν θες να λέγεσαι άνθρωπος…

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 δεν θα πάψεις ούτε στιγμή ν΄αγωνίζεσαι για την ειρήνη και
 για το δίκαιο.
Θα βγείς στους δρόμους, θα φωνάξεις, τα χείλια σου θα
 ματώσουν απ΄τις φωνές
 το πρόσωπό σου θα ματώσει από τις σφαίρες – μα ούτε βήμα πίσω.
 Κάθε κραυγή σου μια πετριά στα τζάμια των πολεμοκάπηλων
 Κάθε χειρονομία σου σα να γκρεμίζει την αδικία.
 Και πρόσεξε: μη ξεχαστείς ούτε στιγμή.
 Έτσι λίγο να θυμηθείς τα παιδικά σου χρόνια
 αφήνεις χιλιάδες παιδιά να κομματιάζονται την ώρα που παίζουν ανύποπτα στις
 πολιτείες
 μια στιγμή αν κοιτάξεις το ηλιοβασίλεμα
 αύριο οι άνθρωποι θα χάνουνται στη νύχτα του πολέμου
 έτσι και σταματήσεις μια στιγμή να ονειρευτείς
 εκατομμύρια ανθρώπινα όνειρα θα γίνουν στάχτη κάτω από τις οβίδες.
 Δεν έχεις καιρό
 δεν έχεις καιρό για τον εαυτό σου
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 μπορεί να χρειαστεί ν΄αφήσεις τη μάνα σου, την αγαπημένη
 ή το παιδί σου.
 Δε θα διστάσεις.
 Θ΄απαρνηθείς τη λάμπα σου και το ψωμί σου
 Θ΄απαρνηθείς τη βραδινή ξεκούραση στο σπιτικό κατώφλι
 για τον τραχύ δρόμο που πάει στο αύριο.
 Μπροστά σε τίποτα δε θα δειλιάσεις κι ούτε θα φοβηθείς.
 Το ξέρω, είναι όμορφο ν΄ακούς μια φυσαρμόνικα το βράδυ,
 να κοιτάς έν΄ άστρο, να ονειρεύεσαι
 είναι όμορφο σκυμένος πάνω απ΄το κόκκινο στόμα της αγάπης σου
 Να την ακούς να σου λέει τα όνειρα της για το μέλλον.
 Μα εσύ πρέπει να τ΄αποχαιρετήσεις όλ΄αυτά και να ξεκινήσεις
 γιατί εσύ είσαι υπεύθυνος για όλες τις φυσαρμόνικες του κόσμου,
 για όλα τ΄άστρα, για όλες τις λάμπες και
 για όλα τα όνειρα
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 μπορεί να χρειαστεί να σε κλείσουν φυλακή για είκοσι ή
 και περισσότερα χρόνια
 μα εσύ και μες στη φυλακή θα θυμάσαι πάντοτε την άνοιξη,
 τη μάνα σου και τον κόσμο.
 Εσύ και μες απ΄ το τετραγωνικό μέτρο του κελλιού σου
 θα συνεχίσεις τον δρόμο σου πάνω στη γη .
 Κι΄ όταν μες στην απέραντη σιωπή, τη νύχτα
 θα χτυπάς τον τοίχο του κελλιού σου με το δάχτυλο
 απ΄τ΄άλλο μέρος του τοίχου θα σου απαντάει η Ισπανία.
 Εσύ, κι ας βλέπεις να περνάν τα χρόνια σου και ν΄ ασπρίζουν
 τα μαλλιά σου
 δε θα γερνάς.
 Εσύ και μες στη φυλακή κάθε πρωί θα ξημερώνεσαι πιο νέος
 Αφού όλο και νέοι αγώνες θ΄ αρχίζουνε στον κόσμο
 αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος

Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος
 θα πρέπει να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό.
 Αποβραδίς στην απομόνωση θα γράψεις ένα μεγάλο τρυφερό
 γράμμα στη μάνα σου
 Θα γράψεις στον τοίχο την ημερομηνία, τ΄αρχικά του ονόματος σου και μια λέξη :
 Ειρήνη
 σα ναγραφες όλη την ιστορία της ζωής σου.
 Να μπορείς να πεθάνεις ένα οποιοδήποτε πρωινό
 να μπορείς να σταθείς μπροστά στα έξη ντουφέκια
 σα να στεκόσουνα μπροστά σ΄ολάκαιρο το μέλλον.
 Να μπορείς, απάνω απ΄την ομοβροντία που σε σκοτώνει
 εσύ ν΄ακούς τα εκατομμύρια των απλών ανθρώπων που
 τραγουδώντας πολεμάνε για την ειρήνη.

 Αν θέλεις να λέγεσαι άνθρωπος.

Κυριακή, 24 Αυγούστου 2014

Των εκλογών τα πάθη

Στο σημερινό ιστορικό ένθετο, η κε του μπλοκ αντιγράφει ένα αρκετά ενδιαφέρον άρθρο του ηλία νικολακόπουλου –κρατώντας προφανώς αποστάσεις κι επιφυλάξεις για διάφορα σημεία και πολιτικές εκτιμήσεις του- σχετικά με την κοινωνική ανάλυση της εκλογικής επιρροής του κκε στις τελευταίες εκλογές πριν από την επιβολή της δικτατορίας του μεταξά. Το κείμενο βασίζεται στο σχετικά κεφάλαιο του βιβλίου «κόμματα και βουλευτικές εκλογές στην ελλάδα, 1936-1964, σελ 103-119, και στο άρθρο «η εκλογική επιρροή της κομμουνιστικής αριστεράς, 1936-1951, συνέχεις και ασυνέχειες» στο συλλογικό τόμο χ. φλάισερ (επιμ.), η ελλάδα36’-49’, εκδ. καστανιώτη, αθήνα 2003, σελ 223-234.

Η δικτατορία προ των πυλών – η εκλογική επιρροή του ΚΚΕ

Οι εκλογές στις 26 Ιανουαρίου 1936 προσφέρουν μια αρκετά πιστή καταγραφή της ευρύτερης πολιτικής επιρροής που είχε διαμορφώσει, ύστερα από 17 χρόνια πολιτικής παρουσίας, το ΚΚΕ και λίγους μήνες πριν από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου. Με την έννοια αυτή, η ανάλυση της εκλογικής γεωγραφίας του ΚΚΕ αποτυπώνει το καταληκτικό σημείο της πρώτης περιόδου της ιστορίας του. Οι βασικές διαπιστώσει που προκύπτουν από την ανάλυση αυτή είναι οι ακόλουθες.

Η εκλογική του επιρροή εντοπιζόταν στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία και τη Θράκη, όπου το ΚΚΕ συγκέντρωσε συνολικά περίπου 46.000 ψήφους ή ποσοστό 10,4%, ενώ στην υπόλοιπη χώρα η δύναμή του ήταν περίπου 27.000 ψήφοι (ποσοστό 3,3%). Οι τρεις αυτές περιοχές που αντιπροσώπευαν το 1/3 του εκλογικού σώματος συγκέντρωναν για το ΚΚΕ περίπου τα 2/3 της εκλογικής του δύναμης. Αν μάλιστα από τις υπόλοιπες περιοχές διαχωριστούν η περιφέρεια της πρωτεύουσας και τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (όπου το ΚΚΕ διέθετε δύο συμπαγείς εστίες δύναμης στη Λέσβο και την Ικαρία), διαπιστώνεται ότι για τη μισή περίπου Ελλάδα η ύπαρξη του ΚΚΕ αποτελούσε ένα τελείως περιθωριακό φαινόμενο, αφού η δύναμή του συνολικά δεν ξεπερνούσε το 2%.

Η δεύτερη παρατήρηση αφορά τη συγκέντρωση της εκλογικής επιρροής του ΚΚΕ στα μεσαία και μικρά αστικά κέντρα καθώς και στις μεγάλες κωμοπόλεις της εποχής. Όμως και στο σημείο αυτό η γεωγραφική διαφοροποίηση έπαιζε καθοριστικό ρόλο, αφού όλες ανεξαιρέτως οι εστίες δύναμης του ΚΚΕ, εκεί δηλ όπου διέθετε τόσο ισχυρή παρουσία ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ένδειξη εμπεδωμένης και ξεχωριστής πολιτικής κουλτούρας, εντοπίζονται στη Θεσσαλία, τη Θράκη και τη Λέσβο.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το ΚΚΕ ξεπέρασε το 20% σε όλα τα μεσαία αστικά κέντρα της εποχής (με πληθυσμό πάνω από 25.000 κατοίκους) των περιοχών που προαναφέρθηκαν, δηλαδή στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Θράκη (με τη μοναδική εξαίρεση της Κομοτηνής) και τη Λέσβο, ενώ κάτι τέτοιο δε συνέβη σε καμία άλλη περιοχή της χώρας. Έτσι τα ποσοστά του ΚΚΕ κυμαίνονταν μεταξύ 20% και 25% στις Σέρρες, στη Δράμα και την Ξάνθη, περί το 30% στη Λάρισα, στο Βόλο και στη Μυτιλήνη και, τέλος, πάνω από 40% στην Καβάλα. Στις πόλεις αυτές η επιρροή του ΚΚΕ χρονολογείται κατά κανόνα από τη δεκαετία του 20’ και είχε εκ παραλλήλου εκφραστεί και κατά τις δημοτικές εκλογές (ήδη από το 1925), με κορυφαίο παράδειγμα την εκλογή κομμουνιστή δημάρχου στην Καβάλα (του Δημήτρη Παρτσαλίδη) το 1934. Αντίθετα, σε όλες τις πόλεις που βρίσκονταν στην Παλαιά Ελλάδα (πλην Θεσσαλίας), στην Ήπειρο και στην Κρήτη, η δύναμη του ΚΚΕ ήταν κατά κανόνα μικρότερη του 10% και μόνο σε ελάχιστες περιπτώσεις ξεπερνούσε ελαφρώς το όριο αυτό (Γιάννενα, Αγρίνιο, Λαμία). Στις ίδιες γεωγραφικές περιοχές εντοπίζονται εξάλλου και όλες οι μικρές πόλεις ή μεγάλες κωμοπόλεις όπου το ΚΕ διέθετε συμπαγή και αξιόλογη επιρροή: στην Καρδίτσα και στον Τύρναβο ξεπέρασε το 30%, στη Σιάτιστα το 25%, στα πρωτοβιομηχανικά κέντρα της Ανατολικής Μακεδονίας (Νιγρίτα, Ροδολίβος, Ελευθερούπολη, Δοξάτο, Προσοτσάνη) τα ποσοστά του ξεπέρασαν το 25%, στο Σουφλί και στο Διδυμότειχο το 20%, ενώ εξίσου υψηλά ποσοστά συγκέντρωσε και στα δύο από τα τρία σημαντικά ημιαστικά κέντρα της Λέσβου στην Αγιάσο (32%) και στον Πολίχνιτο (25%).

Από τη σύντομη και ενδεικτική παράθεση που προηγήθηκε, γίνεται φανερό ότι ο κυριότερος κοινωνικός χώρος όπου το ΚΚΕ απέκτησε συμπαγή πολιτικά ερείσματα ήταν τα εργατικά στρώματα της Θεσσαλονίκης και των Νέων Χωρών, τα συνδεδεμένα με τη διαδικασία της πρώιμης εκβιομηχάνισης και κυρίως με τους κλάδους εκείνους (συνήθως εποχιακής εργασίας) που ήταν προσανατολισμένοι στην πρωτογενή επεξεργασία αγροτικών προϊόντων, με κυριότερο παράδειγμα, αλλά όχι μοναδικό, τον καπνό. Πρόκειται δηλαδή για τα εργατικά εκείνα στρώματα τα οποία, ενώ είχαν ήδη ενταχθεί στη διαδικασία της εκβιομηχάνισης, διατηρούσαν εντούτοις, από την ίδια τη φύση της εργασίας τους, αλλά και συχνά της κατοικίας τους, στενούς δεσμούς με την αγροτική ενδοχώρα. Δύσκολα επομένως μπορούσαν να συγκροτήσουν για την αναδυόμενη εργατική τάξη, τον ισχυρό πυρήνα ενός ευρύτερου συλλογικού «εμείς». Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι τα τμήματα αυτά της εργατικής τάξης, που αποτέλεσαν τα κυριότερα μαζικά στηρίγματα του κομμουνιστικού κινήματος κατά την πρώτη φάση του, έτειναν να εξαφανιστούν με τον αστικό εκσυγχρονισμό, όπως και πράγματι συνέβη από τη δεκαετία του 50’ και μετά.

Στην ιδιόμορφη αυτή σχέση πόλεων-κωμοπόλεων-υπαίθρου στηριζόταν εξάλλου σε μεγάλο βαθμό και η όποια επιρροή εμφανιζόταν να διαθέτει το ΚΚΕ στον αγροτικό χώρο ή και σε ορισμένες μικρές κωμοπόλεις. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα, η επαρχία της Θάσου (όπου το ΚΚΕ ξεπέρασε το 30%, συγκεντρώνοντας τις ψήφους των καπνεργατών που εργάζονταν στην Καβάλα), αλλά και χωριά του Πηλίου (πχ στην Ανακασιά, στην Πορταριά, στη Ζαγορά, στην Αργαλαστή, στη Δράκια ξεπέρασε το 20%), όπως και ορισμένα χωριά του Παγγαίου (Μεσορόπη, Μουσθένη). Αντίστοιχα παραδείγματα υπάρχουν επίσης αρκετά στο θεσσαλικό κάμπο (Αμπελώνας, Γόνοι), στην περιοχή της Ελασσόνας (Τσαρίτσανη, Ραψάνη), όπως επίσης και στην Ανατολική Μακεδονία, με κορυφαίο παράδειγμα την Χωριστή Δράμας, τη μόνη κωμόπολη όπου το ΚΚΕ ξεπέρασε το 50%).

Ο γεωγραφικός εντοπισμός της εκλογικής δύναμης της κομμουνιστικής Αριστεράς παρέχει επίσης ορισμένες ενδείξεις σχετικά με την απήχηση του ΚΚ μεταξύ του προσφυγικού πληθυσμού, η οποία οπωσδήποτε ήταν αρκετά υψηλότερη σε σύγκριση με τους γηγενείς. Η απήχηση του ΚΚΕ μεταξύ των προσφύγων ήταν πολύ σημαντικότερη στον αστικό πληθυσμό, ιδιαίτερα στον εγκατεστημένο σε πόλεις με σχετικά αναπτυγμένη βιομηχανική υποδομή, ενώ αντίθετα ήταν σχετικά περιορισμένη στον αγροτικό προσφυγικό πληθυσμό, όπου εντοπιζόταν σε λίγες μόνο περιοχές (πχ επαρχίες Δράμας και Κιλκίς). Αλλά και μεταξύ του αστικού προσφυγικού πληθυσμού υπήρχαν έντονες διαφοροποιήσεις. Η σημαντική εκλογική απήχηση του ΚΚΕ συμβάδιζε κατά κανόνα με αντίστοιχη επιρροή του και στους γηγενείς, ενώ αντίθετα στα αστικά κέντρα, όπου η παρουσία του στο γηγενή πληθυσμό ήταν ασθενής, ήταν αντίστοιχα περιορισμένη και η επιρροή του στο προσφυγικό στοιχείο. Χαρακτηριστικό και ιδιαίτερα σημαντικό παράδειγμα αποτελεί η περιορισμένη εκλογική απήχηση του ΚΚΕ σε όλες τις προσφυγικές συνοικίες της πρωτεύουσας, όπου η πολιτική κυριαρχία του βενιζελισμού παρέμενε απόλυτη. Και πρέπει να σημειωθεί ότι στην περιφέρεια της πρωτεύουσας είχε εγκατασταθεί περίπου το 40% του αστικού προσφυγικού πληθυσμού.

Οι προηγούμενες παρατηρήσεις για τα είδος των εργατικών στρωμάτων που ταυτίστηκαν με το ΚΚΕ κατά την πρώτη περίοδο της πολιτικής του παρουσίας συνδυάζονται με την αδυναμία του να εισχωρήσει με αντίστοιχη επιτυχία στα εργατικά στρώματα των δύο μεγάλων αστικών κέντρων, και κυρίως στην περιοχή της πρωτεύουσας: είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και στις εργατικές συνοικίες της Αθήνας και του Πειραιά, τόσο των γηγενών (Πετράλωνα, Βοτανικός, κτλ) όσο και των προσφύγων (Δραπετσώνα, Νίκαια, κλπ), τα ποσοστά του ΚΚΕ κυμαίνονταν γύρω στο 10%. Η κατάσταση αυτή ήταν βέβαια σαφώς διαφορετική στη Θεσσαλονίκη, χωρίς πάντως κι εδώ το ΚΚΕ να ξεπερνά, ακόμα και στις αμιγώς εργατικές συνοικίες, το 20% (με μέσο ποσοστό για την πόλη της Θεσσαλονίκη το 13,8%) έναντι 7,4% για Αθήνα-Πειραιά).

Συνοψίζοντας τα όσα αναφέρθηκαν προηγουμένως μπορεί να υποστηριχθεί ότι στα μέσα της δεκαετίας του 30’ η κομμουνιστική ιδεολογία και πρακτική είχε υιοθετηθεί ως κυρίαρχος και εμπεδωμένος δίαυλος πολιτικής εκπροσώπησης, από ορισμένα εργατικά κυρίως στρώματα, επιτρέποντας μια πρώτη, έστω και περιορισμένης έκτασης, «μεταμόσχευση» της ομοιογενοποιητικής και τελεολογικής διάστασης του κομμουνιστικού μοντέλου (όπως προέκυψε από την Οκτωβριανή Επανάσταση και κωδικοποιήθηκε στη συνέχεια από την Κομμουνιστική Διεθνή) στο υπό διαμόρφωση σώμα της εγχώριας ελληνικής Αριστεράς. Και πρέπει να σημειωθεί ότι στο πεδίο αυτό το κομμουνιστικό μοντέλο δεν είχε να αντιμετωπίσει –παρά μόνο περιθωριακά- ανταγωνιστικές εκδοχές αριστερής ιδεολογίας, είτε σοσιαλδημοκρατικής είτε αγροτικής τάσης.

Η δικτατορία της 4η Αυγούστου δε φαίνεται να ανέτρεψε αυτά τα δεδομένα, παρόλο που πέτυχε την ουσιαστική οργανωτική διάλυση του ΚΚΕ. Η βιομηχανία των δηλώσεων μετανοίας, την οποία εγκαινίασε η μεταξική δικτατορία –υπολογίζονται σε 45.000 περίπου- ίσως μάλιστα να λειτούργησε τελικά στο μαζικό επίπεδο κατά τρόπο αντίστροφο από αυτόν για τον οποίο είχε σχεδιαστεί. Ο αναφερόμενος αριθμός των δηλώσεων μετανοίας ξεπερνά κατά πολύ την υποτιθέμενη οργανωμένη δύναμη του ΚΚΕ -17.5000 μέλη τις παραμονές της δικτατορίας, από τα οποία εξάλλου περίπου 2.000 βρέθηκαν στις φυλακές και τις εξορίες αρνούμενα να υπογράψουν δήλωση κι άλλα περίπου 200 διέφυγαν τη σύλληψη (ενώ ορισμένα συνεργάστηκαν με τη δικτατορία). Αντίθετα, ο αριθμός των δηλώσεων προσεγγίζει εντυπωσιακά την εκλογική επιρροή του ΚΚΕ στις τελευταίες προπολεμικές εκλογές.


Αν επομένως η δικτατορία της 4ης Αυγούστου διέλυσε την οργανωτική δομή του ΚΚΕ, ταυτόχρονα είναι πιθανόν να σταθεροποίησε και να ενοποίησε το δυνάμει ακροατήριό του –ονοματίζοντάς το και εξισώνοντάς το διά της ταπεινώσεως. Γεγονός που, τη δεδομένη στιγμή της Κατοχής, απελευθέρωσε ενέργειες και πρωτοβουλίες, όπως φαίνεται από τις πολυάριθμες περιπτώσεις «δηλωσιών» που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην Αντίσταση. Οι ίδιοι δηλαδή άνθρωποι που είχαν συγκροτήσει την προδικτατορική εκλογική επιρροή του ΚΚΕ, και οι οποίοι –ιδιαίτερα στα χωριά και στις κωμοπόλεις- υπέστησαν την ταπείνωση των δηλώσεων μετανοίας, αποτέλεσαν και την πρώτη μαγιά του εαμικού αντιστασιακού κινήματος.

Σάββατο, 23 Αυγούστου 2014

Ο πρώτος παγκόσμιος ιμπεριαλιστικός πόλεμος

Σημειώσεις για τα εκατό χρόνια από την έναρξή του

Η σημερινή συγκυρία μπορεί να παρουσιάζει ορισμένες εξωτερικές ή βαθύτερες ομοιότητες με το μεσοπόλεμο, το κραχ του 29’ και την άνοδο του φασισμού, αλλά «δανείζεται» στοιχεία από το 1914, που σήμανε τον οδυνηρό τερματισμό της “belle époque” των πρώτων χρόνων διαμόρφωσης του παγκόσμιου ιμπεριαλιστικού συστήματος. Στις μέρες μας, το σύντομο καλοκαίρι της νέας τάξης πραγμάτων τερματίστηκε με εξίσου οδυνηρό τρόπο από την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, που ξέσπασε το 08’, ενώ η γενίκευση της σύρραξης και των πολεμικών εστιών (στα μαλακά υπογάστρια της ρωσίας και της ευρύτερης σφαίρας επιρροής της) καθιστά πολύ πιθανή μια περαιτέρω όξυνση, που θα οδηγήσει –αν δεν το έχει κάνει ήδη- σε μια εκδοχή τρίτου παγκόσμιου πολέμου, με την εμπλοκή των μεγαλύτερων ιμπεριαλιστικών κέντρων (ηπα, εε, ρωσίας και πιθανόν της κίνας).

Όπως το ξέσπασμα της κρίσης το 08’ αιφνιδίασε πολλούς αναλυτές κάθε απόχρωσης, παρά τα σαφή σημάδια και τις ενδείξεις που το προμήνυαν, έτσι και ο πρώτος παγκόσμιος πόλεμος αποτέλεσε ένα ισχυρό σοκ για τη διεθνή κοινή γνώμη, που είχε νανουριστεί από τις καθησυχαστικές διαψεύσεις των επισήμων, μολονότι τα σύννεφα του πολέμου μαζεύονταν από καιρό και το ξέσπασμά του δεν ήταν ασφαλώς κεραυνός εν αιθρία. Είναι αξιοσημείωτο το παράδειγμα του φρόιντ, που πριν φύγει με την οικογένειά του για διακοπές, το καλοκαίρι του 14’, έγραψε ένα εκτενές άρθρο, όπου εξηγούσε τους λόγους που απέκλειαν το ενδεχόμενο ενός πολέμου –κάτι σαν το ιστορικό αντίστοιχο εκείνου του πρωτοσέλιδου της αυγής που ανήμερα του πραξικοπήματος εξηγούσε γιατί δε θα γίνει χούντα στην ελλάδα. Και τελικά δεινοπάθησε για να επιστρέψει στη βάση του μέσα από τις εμπόλεμες ζώνες.

Το αναπόφευκτο αυτής της σύγκρουσης είχε γίνει φανερό σε όσους είχαν τα κατάλληλα αναλυτικά εργαλεία, για να τη διαβλέψουν, κάτι που αποτυπώνεται και στις προφητικές επεξεργασίες και αποφάσεις της σοσιαλιστικής διεθνούς –πχ στο συνέδριο της βασιλείας- για την αντιμετώπιση του πολέμου και τα πρακτικά καθήκοντα των μελών της. Κι αυτό παρά τις συμβιβαστικές τάσεις και τη διαπάλη στο εσωτερικό της διεθνούς, που έρχονταν ως προαπεικόνιση για τη μετέπειτα προδοτική, σοσιαλσωβινιστική στάση των περισσότερων κομμάτων της και την πολιτική τους χρεοκοπία. (Μια πολύ κατατοπιστική περιγραφή αυτής της διαπάλης μπορεί να βρει κανείς στο άρθρο του αναστάση γκίκα, στο τρέχον τεύχος της κομεπ.

Αν για την αστική ευρώπη, ο πόλεμος ήταν η οδυνηρή διάψευση της φρούδας ελπίδας για απρόσκοπτη και μακροχρόνια ειρηνική ανάπτυξη και συνεχή ανοδική πορεία των οικονομιών της, για τη συνεπή επαναστατική πτέρυγα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, σήμανε τη διάψευση των πολιτικών της προσδοκιών, το τέλος των αυταπατών για τον πραγματικό ρόλο των μέχρι τότε συντρόφων της και την οριστική ρήξη μαζί τους. Μια διαδικασία που ήταν εξίσου επώδυνη, αλλά μέσα από αυτήν και τις ωδίνες της, προέκυψε σταδιακά η συγκρότηση του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος κι η νικηφόρος επανάσταση του οκτώβρη, ακριβώς σε εκείνη την χώρα όπου η ρήξη αυτή (με τους εγχώριους μενσεβίκους) προχώρησε έγκαιρα και συνειδητά, με τον πλέον αποφασιστικό τρόπο, ενώ αντιθέτως στην ήττα της γερμανικής επανάστασης βάρυνε η καταδικαστική καθυστέρηση των σπαρτακιστών και της συνειδητοποιημένης πρωτοπορίας να προχωρήσει στην αυτόνομη οργανωτική της συγκρότηση από το spd και τη μεσοβέζικη (σ)τάση του κάουτσκι.

Σήμερα, με την ασφάλεια της χρονικής απόστασης, μπορεί να μας φαίνεται σχετικά απλός και αυτονόητος αυτός ο διαχωρισμός και η μετέπειτα πορεία προς την οκτωβριανή επανάσταση. Για τους μπολσεβίκους όμως οριοθέτησε ένα τείχος πολιτικής απομόνωσης, όχι μόνο στη ρωσία, όπου κατηγορούνταν για εθνική μειοδοσία και συνεργασία με τον κάιζερ, αλλά και διεθνώς. Ακόμα και τα επόμενα χρόνια, παρά την επικράτηση και τη διεθνή ακτινοβολία της οκτωβριανής επανάστασης, η ίδρυση της κομιντέρν το 19’ δεν περιελάμβανε ιδιαίτερα μαζικά κόμματα για τα δεδομένα της εποχής –πλην του γερμανικού και των μπολσεβίκων.

Τα παραπάνω σημεία προσφέρουν αρκετά επίκαιρα διδάγματα για το παρόν, σχετικά με την εθνική σκοπιά που επισκιάζει κι ακυρώνει την ταξική ανάλυση, για το βαθμό ουσιαστικής αφομοίωσης και συμφωνίας με μια ψηφισμένη προγραμματική θέση-επεξεργασία, ή για την ανάγκη να κολυμπάμε πολλές φορές ενάντια στο ρεύμα. Το πιο βασικό δίδαγμα όμως απορρέει από τη στάση που τήρησαν οι κομμουνιστές απέναντι στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Ας έχουμε υπόψη πως ο λένιν, εν μέσω του πολέμου και σύνθετων πρακτικών καθηκόντων που έτρεχαν, επιλέγει την –ηθελημένη σε αυτήν την περίπτωση- απομόνωση στις βιβλιοθήκες της ελεβετίας, όχι για να προχωρήσει σε μια αφ’ υψηλού θεώρηση της πραγματικότητας, αλλά για να μελετήσει τα πολιτικά ερωτήματα που προκύπτουν από τη συγκυρία. Εκεί γράφει την μπροσούρα του για τον ιμπεριαλισμό, που έχει κυρίως εκλαϊκευτικό χαρακτήρα κι άμεσες πολιτικές πρακτικές προεκτάσεις, που οδηγούν τελικά στις θέσεις του απρίλη και τη σύνδεση με το στρατηγικό στόχο.

Η ιστορική πείρα του εικοστού αιώνα αναδεικνύει τη σύνδεση του πολέμου με την επαναστατική κατάσταση. Η επαναστατική στρατηγική περνάει μέσα από τον πόλεμο και τις οξυμένες αντιθέσεις του συστήματος –κι αυτό δεν έχει να κάνει μόνο με τον εξοπλισμό των λαϊκών μαζών που έρχονται δυναμικά στο προσκήνιο, αλλά με μια σειρά ειδικές συνθήκες. Το κρίσιμο, καθοριστικό στοιχείο που θα αξιοποιήσει τις δυνατότητες αυτής της σύνδεσης είναι ο δικός μας βαθμός ετοιμότητας απέναντι σε κάθε πιθανό ενδεχόμενο. Τα τύμπανα του πολέμου χτυπούν ήδη στη γειτονιά μας –ως κανόνας κι ως μόνιμη «μουσική υπόκρουση» πια κι όχι ως μεμονωμένες περιπτώσεις- κι είναι καθαρή αυταπάτη να πιστεύει κανείς πως οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν την πρόθεση και την πολιτική βούληση να μας κρατήσουν έξω από αυτόν τον χορό, χωρίς να κοιτάξουν το συμφέρον της τάξης που υπηρετούν.

Η έκδοση της συλλογής κειμένων του λένιν για τον πόλεμο και τη σοσιαλιστική επανάσταση από τη σύγχρονη εποχή και η παρουσίασή της σε διάφορες εκδηλώσεις σε όλη την χώρα είναι οπωσδήποτε θετικό κι αναγκαίο βήμα. Υπάρχουν όμως πολλά ακόμα που πρέπει να γίνουν, με πιο καίριο σημείο το ατσάλωμα του δυναμικού και της βάσης για την ανελέητη επίθεση που θα δεχτούμε σε ανάλογες συνθήκες, και πιο σύνθετο καθήκον την ευέλικτη επεξεργασία συγκεκριμένων τακτικών επιλογών, από την αποχή-λιποταξία και το ντεφετισμό για την ήττα της δικής μας αστικής τάξης, ως τη συγκρότηση δικών μας ένοπλων δυνάμεων, με αυτόνομο διοικητικό κέντρο. Τα οποία όμως απαιτούν βαθύτερη μελέτη και είναι ίσως επιζήμιο και ουτοπικό να προαποφασιστούν έξω από το συγκεκριμένο πλαίσιο που θα τις καθορίσουν.

Παρασκευή, 22 Αυγούστου 2014

Μουσικές ταξιαρχίες

Όταν άνοιξε το κουτί της πανδώρας, ως πύλη του κακού, κράτησε μέσα του, φυλακισμένη στον πάτο, την ελπίδα και κάποιες νότες να τη συνθέσουν. Κι οι άνθρωποι, που σκορπίζουν τις δικές τους ελπίδες στους πέντε ανέμους, εναποθέτουν αυτή που τους απέμεινε στο πεντάγραμμο, για να την εκφράσουν, ενώ τα συναισθήματά τους είναι κατ’ εικόνα κι ομοίωση των τραγουδιών που φτιάχνουν –ή μάλλον το αντίστροφο.

Ζαχαρωμένα σοκολατόπαιδα, άγριοι κι ανήσυχοι στίχοι που ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν το στιλ τους, κλασικά απολιθώματα που αντιστέκονται στη φθορά του χρόνου, νευρικά και θορυβώδη μπιτάκια, που δεν μπορούν να μείνουν στον εαυτό τους και πρέπει να τα υποστούν οι πάντες γύρω τους στη διαπασών, ανάκατες, μπερδεμένες μελωδίες, εναλλακτικές ή μεταμοντέρνες, έντεχνες ευαισθησίες ή μίζερες κλάψες, κοκ.

Κάποιοι μένουν κολλημένοι χρόνια στις ίδιες κασέτες κι ακούγονται σαν αυτές, αναμασώντας χρόνια τώρα τα ίδια τσιτάτα μαζί με την ταινία. Άλλοι έρχονται με γυαλιστερό περιτύλιγμα, πολυτελή κασετίνα, κρυστάλλινη ποιότητα ήχου, αλλά κενοί χωρίς περιεχόμενο. Οι απλές μελωδίες και οι απλοί άνθρωποι μπορεί να κρύβουν μια ιδιοφυή σύλληψη, ενώ τα επιτηδευμένα και περίτεχνα άσματα να κρύβουν απλώς μια τρύπα στο νερό. Άλλα τραγούδια σε ξεσηκώνουν και σε κάνουν να ξεχυθείς στο δρόμο ή στην αγκαλιά κάποιου, κι άλλα σε οδηγούν σε βουβά εσωτερικά ξεσπάσματα και γίνονται στήριγμα, ο καλύτερος φίλος σου στις δύσκολες στιγμές.

Πολλές φορές κολλάμε με ανθρώπους και τραγούδια που δε μας αρέσουν κατά βάθος ή τουλάχιστον δε θέλουμε να το παραδεχτούμε, στον εαυτό μας πρωτίστως. Αλλά σύντομα ξεχωρίζει το πρόσκαιρο κόλλημα κι οι στάσεις της μιας βραδιάς (πχ στα μπουζούκια) από τον πραγματικό έρωτα με τους δίσκους που ακούς ξανά και ξανά κι ανακαλύπτεις συνεχώς καινούρια επίπεδα ανάγνωσης-ακοής, που δεν τα είχες προσέξει αρχικά.

Ποτέ δε θα ξαναβρείς βέβαια τη μαγεία της πρώτης φοράς, το χάσιμο και την απογείωση, είτε μείνεις σκόπιμα μακριά τους λίγο καιρό, για να τα ξεχάσεις και να τα πεθυμήσεις, να τα αναζητήσεις, είτε ακολουθήσεις την αντίστροφη τακτική και τις φάσεις του εξαρτημένου χρήστη, που αναζητά συνεχώς μεγαλύτερη δόση για διαρκώς μικρότερη απόλαυση, που χάνεται σταδιακά σαν το φεγγάρι, για να φτάσει στην ολική έκλειψη και να μείνει μόνο η ψεύτικη ανάγκη της εξάρτησης. Το συναίσθημα όμως δεν χάνεται, απλά εξελίσσεται και γίνεται κομμάτι του εαυτού μας, της προσωπικότητάς μας, πυξίδα που χωρίς αυτήν πελαγώνουμε και μένουμε λειψοί και μετέωροι.

Με τον καιρό ξεχωρίζουν και τα πρώιμα ακούσματα, οι πρώτες και παντοτινές αγάπες που μας άφησαν ανεξίτηλα τα σημάδια τους, από αυτά που αφήνουμε πίσω μας, γιατί εξελισσόμαστε και ντρεπόμαστε για τον εαυτό μας, που τα άκουγε και του αρέσανε κάποτε. Ήταν κι αυτά όμως (μουσικά) κομμάτια της προσωπικής μας διαδρομής, μικρά ζιγκ-ζαγκ και ξεστρατίσματα από την ανοδική εξελικτική γραμμή, που μας έφερε εδώ που είμαστε σήμερα. Άλλο αν κάποιοι συνεχίζουν να εξελίσσονται, σαν τα progressive κομμάτια κι άλλοι μένουν με τη βελόνα κολλημένη στα ίδια ρεφρέν.

Πώς είναι ο καρβέλας, λέει κάπου στους απαράδεκτους ο σπύρος, που βάζει εκατό φορές την ίδια λέξη: «φωτιά-φωτιά» και στο τέλος πλακώνει η πυροσβεστική; Άσε που η μελωδία είναι κλεμμένη από τους ramones. Somebody put something in my dream, όπως το παράκουγε λέει στα νιάτα του στην πρώτη ο ελευθεράτος, που του άρεσε πολύ έτσι ο στίχος και άργησε αρκετά να καταλάβει το λάθος του.


Η μουσική υπάρχει –ή γίνεται αισθητή δια της απουσίας της- στο λόγο μας, τις κινήσεις μας, στον αθλητισμό, στον τρόπο που λειτουργούμε γενικότερα. Κάθε άνθρωπος έχει το δικό του ρυθμό, τα (μουσικά) κλειδιά του, τα δικά του κρουστά στο στήθος του (εσωτερικά κι εξωτερικά), θέλει το χρόνο, τις παύσεις του, την κατάλληλη εισαγωγή και τις γέφυρες με άλλα ρεφρέν-άτομα. Τις στιγμές που σολάρει κάτω από τον προβολέα ή μένει δεύτερη φωνή στο βάθος, που βγάζει τις πιο δύσκολες συγχορδίες ή μοιάζει με ξεκούρδιστη κιθάρα. Μπορεί να κουμπώσει σε μια παρέα και να γίνει το πρώτο βιολί της ορχήστρας ή να μοιάζει παραφωνία σκέτη σε ένα περιβάλλον που δεν του ταιριάζει.

Η μουσική εξημερώνει τα ήθη, τα ανθρώπινα πάθη και τα ζώα ενίοτε. Και αντιστρόφως μπορεί να κάνει τους ανθρώπους να τραγουδούν σα σκυλιά και τα κανονικά σκυλιά (τα εκτός πίστας) να αλυχτούν με φάλτσο παράπονο από τη φασαρία. Γιατί η ελευθερία είναι συνήθως άγρια και η εξημέρωση έρχεται και ως μια μορφή σκλαβιάς, αν το δεις από τη σκοπιά του ζώου και της αρκούδας που χορεύει στο ρυθμό που της κρατάει το ντέφι του αφεντικού της.

Η μουσική, όπως ακριβώς ο άνθρωπος, είναι ένα γαϊτανάκι φυλών και διαφορετικών σχολών χωρίς σύνορα, όπου δεν έχει θέση ο ρατσισμός απέναντι σε κανένα είδος της και συνήθως οι πιο ωραίες συνθέσεις είναι οι «μιγάδικες» που παντρεύουν πολλά στοιχεία, αρκεί να μην περάσεις τα λεπτή, διαχωριστική γραμμή με το μεταμοντέρνο χυλό, που θέλει να τα έχει καλά με όλους και να παίρνει λίγο απ’ όλα, για να καταλήξει πολύ από τίποτα, ένα (πολύ) τίποτα που γεμίζει με το κενό του τα αυτιά και τα κακοποιεί.

Κι επειδή στο τέλος της ιστορίας, ο κακοφωνίξ είναι πάντα δεμένος και φιμωμένος (άρα ακίνδυνος) στο δέντρο, και δε νομίζω πως έχω κάποιο καλό ριφάκι ή ένα κύκνειο άσμα για εντυπωσιακό φινάλε και έξοδο, θα το κάνω απότομα, χωρίς επίσημες νότες και διαβουλεύσεις.

Finitο la musica.

Πέμπτη, 21 Αυγούστου 2014

Μια συζήτηση που έγινε

Αυτές τις μέρες το πόρταλ του 902 κάνει ένα πολύ ενδιαφέρον αφιέρωμα στη σαραντάχρονη σχεδόν ιστορία των φεστιβάλ της οργάνωσης, που συνεχώς εμπλουτίζεται (κι ο θεσμός και το αφιέρωμα αυτό καθαυτό). Μία από τις πιο ιδιαίτερες στιγμές αυτής της διαδρομής, με κάπως προλεκάλτ χαρακτήρα, που δε θα είχε πάντως θέση σε ένα τέτοιο αφιέρωμα, ήταν η πολιτική συζήτηση με θέμα «νεολαία και κοινωνική εξέλιξη», που είχε γίνει στα πλαίσια του 14ου φεστιβάλ, εν έτει 1988, όπου πήραν μέρος: ο ανδρέας ανδριανόπουλος της νέας δημοκρατίας, ο γ. παπαδάτος του πασοκ, και ο νίκος κοτζιάς από την κετουκε, στο τελευταίο του φεστιβάλ ως κομματικό μέλος. Συμμετείχαν δηλ οι δύο ιδεολογικοί υπεύθυνοι της νδ και του κκε αντιστοίχως, που σε ένα βάθος χρόνου βρέθηκαν στο κόμμα του τρίτου ομιλητή, αποδεικνύοντας πως σχεδόν όλη η χώρα ήταν (και είναι) κατά κάποιον τρόπο πασοκ, άλλο αν κανείς δεν το αποδεχόταν ιδεολογικά, όπως φάνηκε και από μια παρέμβαση του ανδριανόπουλου στη συζήτηση.
Εδώ βέβαια υπάρχει ένα πρόβλημα. Η μεν Αριστερά θέλει να χρεώσει το ΠΑΣΟΚ στη Δεξιά, η δε Δεξιά απεταξάτω το ΠΑΣΟΚ. Συνεπώς το θέμα είναι τι είναι το ΠΑΣΟΚ. Εμείς λέμε ότι δεν είναι Δεξιά. Η Αριστερά λέει ότι είναι Δεξιά, το ΠΑΣΟΚ λέει ότι είναι Αριστερά. Προφανώς το ΠΑΣΟΚ είναι μαγική εικόνα. Κανείς δεν το θέλει.

Τα πρακτικά εκείνης της συζήτησης, μαζί με κάποια κείμενα του κοτζιά για το σοσιαλισμό και μία ακόμα συζήτηση με τον ανδριανόπουλο στο ραδιόφωνο, κυκλοφόρησαν σε μια μικρή μπροσούρα από τις εκδόσεις οδηγητής, που πρόλαβαν να εκδώσουν μερικά διαμαντάκια στη σχετικά σύντομη πορεία τους. Το πολιτικό κλίμα, οι πληρωμένες ατάκες και η (χάρη στη στερνή μας γνώση) τραγική ειρωνεία της ιστορίας –που κυκλοφορούσε πηχτή στην ατμόσφαιρα της συζήτησης και ένιωθες πως μπορείς να απλώσεις το χέρι και να την αγγίξεις- δεν μπορούν να χωρέσουν σε μία μόνο ανάρτηση. Έτσι, η κε του μπλοκ προχωρά σε μια δύσκολη επιλογή και παρουσιάζει ένα μικρό δείγμα από τα καλύτερα στιγμιότυπα της εκδήλωσης.

Ο παπαδάτος κι ο ανδριανόπουλος δίνουν, με πνεύμα κνίτικης άμιλλας, αγώνα για την πιο γραφική φράση-άποψη.
Ο πρώτος πχ, αφού αναπαράγει τα γνωστά και τετριμμένα τριτοδρομικά σχήματα με «περισσότερη αυτοδιαχείριση», αποφαίνεται πως οι αναλύσεις του Μαρξ θα λέγαμε ότι ήταν ισχυρές μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα. Από εκεί και πέρα μια καινούρια κοινωνία έχει αναπτυχθεί μια καινούρια κοινωνία, στη θέση των μέσων παραγωγής, των υλικών αγαθών, που ήταν το κύριο πεδίο παρέμβασης για άντληση εξουσίας έχουν μπει οι επικοινωνίες και οι υπηρεσίες. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις ΗΠΑ σήμερα μόνο 22,5% έχουν σχέση με την επικοινωνία, την πληροφορική και τις υπηρεσίες. Έτσι, υπάρχουν καινούρια υποκείμενα, αυτό που λέμε κοινωνική αλλαγή ή κοινωνική επανάσταση ή απλώς αλλαγή.
Και φτάνει στο κερασάκι: η κυρίαρχη αντίφαση της σημερινής κοινωνίας; Ένας κλασικός μαρξιστής θα έλεγε, οι σχέσεις μεταξύ του βιομηχανικού προλεταριάτου, των χειρωνακτών, των εργαζομένων και του κεφάλαιου. Πολύ φοβόμαστε ότι τα πράγματα έχουν αλλάξει.
Η κυρίαρχη αντίφαση της σημερινής κοινωνίας σε μια αναπτυγμένη χώρα της Δύσης, της Δ.Ευρώπης –και κει σταδιακά βαδίζει και η ελληνική- είναι η κυρίαρχη αντίφαση μεταξύ αυτών που έχουν τις γνώσεις και κάποιων άλλων που δεν τις έχουν. Μεταξύ αυτών που παίρνουν τις αποφάσεις και κάποιων άλλων που δεν τις παίρνουν.

Ενώ παρακάτω προσθέτει τα εξής εκπληκτικά: δεν υπάρχει σκάνδαλο που το ΠΑΣΟΚ πρώτο δε θα χτυπήσει, δε θα καταγγείλει και δε θα θέσει τα πράγματα όπως πρέπει. Όμως τα υποτιθέμενα σκάνδαλα δεν μπορεί να είναι η βάση της πολιτικής αντιπαράθεσης (…) δημιουργούνται πιο πολύ από το κοινωνικό σύστημα παρά από τις υποτιθέμενες κοινωνικές ή πολιτικές δυνάμεις που είναι στον κρατικό μηχανισμό. Για να αλλάξουν πρέπει να είναι και καινούριες παραγωγικές σχέσεις, καινούρια ιδεολογία. Θέλει να περάσουν πάρα πολλά χρόνια για να μπορέσουν όλοι οι κρατικοί υπάλληλοι, όλοι αυτοί που αγωνίζονται για το λαό να προχωρήσουν.
Υπ’ όψιν πως είμαστε ήδη στο φθινόπωρο του 88’, με τις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις για το σκάνδαλο κοσκωτά να παίρνουν μορφή χιονοστιβάδας.

Ο ανδριανόπουλος αποκηρύσσει εκ μέρους του φιλελευθερισμού την χούντα του πινοσέτ στην χιλή. Η εφαρμογή μιας μηχανικής οικονομικής τεχνικής, όπως ο μονεταρισμός δε σημαίνει τίποτα από μόνη της γιατί «δε νομίζω ένα σύστημα ιδεών και μια πολιτική τοποθέτηση να έχει ευθύνες για την εφαρμογή μιας μερίδας ενός συγκεκριμένου πολιτικού πακέτου από οποιοδήποτε καθεστώς». «Ούτε μπορεί να πιστεύει κάποιος σοβαρά ότι λειτουργούσαν σωστά οι μηχανισμοί της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, όταν για παράδειγμα απαγορευόταν η δημιουργία συνδικάτων, απαγορευόταν η απεργία, απαγορευόταν το διεκδικητικό κίνημα, δεν ήταν δυνατή η διακίνηση ιδεών, θέσεων και προϊόντων ακόμα στο εμπόριο».

Στη συνέχεια προτάσσει το κλασικό επιχείρημα των ελλήνων νεοφιλελεύθερων.
Εγώ δεν πιστεύω πως υπάρχει καπιταλιστικό σύστημα στην Ελλάδα. Τι είναι επιτέλους αυτός ο περίφημος καπιταλισμός; Το ότι δηλαδή υπάρχει ένας διαστρεβλωμένος καπιταλισμός, με ένα διογκωμένο δημόσιο τομέα, που κατά τη γνώμη μου είναι υπεύθυνος για όλα τα προβλήματα; Όπως εσείς αγωνίζεστε για το σωστό κομμουνισμό, έτσι κι εμείς, επιτρέψτε μου να σας πω, πως αγωνιζόμαστε για το σωστό και ορθόδοξο καπιταλισμό, που αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Στη μεταπολεμική Ελλάδα δεν εβιάσθη η ελεύθερη οικονομία. Γεννήθηκε διακορευμένη.
Κι όταν παρακάτω προβάλλει την ένσταση ότι «κριτικάρετε ένα σύστημα που ούτε κι εγώ θέλω», ο κοτζιάς δηλώνει συγκινημένος, γιατί υπάρχει ένα ορφανό χωρίς ορφανοτροφείο: ο καπιταλισμός.

Στη συνέχεια ο παπαδάτος αναφέρεται στα λαϊκά στρώματα που στηρίζουν την αλλαγή, σε αντίθεση με τις κοινωνικές δυνάμεις που στηρίζουν το πρόγραμμα της νδ, για να πάρει τη σκυτάλη ο αα και να ζωγραφίσει.
Όσον αφορά στην τοποθέτηση του κ. Παπαδάτου ότι «ξέρουμε σε ποιες δυνάμεις στηρίζεται η ΝΔ». Ακούω το ΚΚΕ στηρίζεται στους εργαζόμενους, το ΠΑΣΟΚ το ίδιο, εμείς δηλαδή πού στηριζόμαστε; Στους άνεργους;
-Στα μονοπώλια και στο κεφάλαιο –του λέει ο παπαδάτος.
-Μα, κ. Παπαδάτε, το κεφάλαιο περνάει πολύ ωραία επί σοσιαλισμού στην Ελλάδα, απαντά ο ανδριανόπουλος. Δεν είναι ανάγκη να θέλει να ρισάρει με τη ΝΔ. Ακούσατε τις ομιλίες τους ΣΕΒ; Ο σοσιαλισμός, τουλάχιστον στην Ελλάδα, θυμίζει τον Άγιο Βασίλη, μόνο που ο λαός κουβαλάει το έλκηθρο.
Τόμπολα.

Το γαλαζοπράσινο δίδυμο αναπαράγει ασφαλώς και το ιδεολόγημα του χάσματος των γενεών, που τείνει να αντικαταστήσει την πάλη των τάξεων. Πάνω σε αυτό δε ο ανδριανόπουλος ξεσπαθώνει κατά του ξεπερασμένου διαχωρισμού «αριστεράς-δεξιάς»:
Ακριβώς αυτό είναι που προκαλεί το φαινόμενο σήμερα στη συζήτηση να έχετε τόσο λίγα κεφάλια με σγουρά μαλλιά και να ‘χετε περισσότερα κεφάλια με φαλάκρα. Αυτού του είδους η αντιπαράθεση, από δω ο αριστερός, από δω ο δεξιός, δεν υπάρχει, έχει ξεπεραστεί. Μου δίνετε την εντύπωση, από την άλλη μεριά, ανθρώπων που αντιμετωπίζω κι εγώ από το δικό μου τον χώρο: ανθρώπων που ξημερώνονται και κοιμούνται βλέποντας τα χέρια των κομμουνιστών γεμάτα αίματα. Αυτά είναι σημάδια ξεπερασμένα για την ελληνική κοινωνία. Ο φίλος μου ο Μ. Θεοδωράκης κάνει μια συναυλία και δεν πολυπηγαίνει η νεολαία. Μα όταν βγάζει ένα τραγούδι τελευταία και μιλάει για τα κουτούκια της Καισαριανής και η Καισαριανή είναι όλο φαστφουντάδικα σήμερα, ποιος νεολαίος των 18, των 20, των 22 θα συγκινηθεί από ένα τέτοιο τραγούδι;

Εντυπωσιακές είναι κι οι αναφορές, που γίνονται σχετικά με το κράτος και την κυβέρνηση, θέμα που ήρθε και σχετικά πρόσφατα στο προσκήνιο της πολιτικής επικαιρότητας.
Ο παπαδάτος λέει σε ένα σημείο πως ακόμα στην Ελλάδα το σύστημα είναι καπιταλιστικό. Υπάρχει απλά μια σοσιαλιστική κυβέρνηση που προσπαθεί, αλλά δεν μπορεί να αλλάξει το σύστημα έτσι εύκολα.
Ενώ ο κοτζιάς, σύμφωνα και με την πολιτική γραμμή εκείνης της εποχής, απαντάει: αυτή τη στιγμή έχω την αίσθηση ότι δίπλα μου κάθεται η πρώην κυβέρνηση (ΝΔ), η νυν κυβέρνηση (ΠΑΣΟΚ), ενώ από εδώ κάθεται η μέλλουσα κυβέρνηση, της αριστεράς βέβαια (αν και θα χρειαστεί να περιμένει λίγο ακόμα για να δει να υλοποιείται αυτό το σενάριο). Σε ένα άλλο σημείο αναφέρεται στην πείρα της κυβέρνησης του βουνού και συμπληρώνει: το ΚΚΕ υπήρξε κάποτε κυβέρνηση, έδωσε εξετάσεις στην κυβέρνηση των βουνών. Κι αν είμαστε η μόνη κυβέρνηση, που πήρε άριστα στην ιστορία αυτού του τόπου, δεν αξίζει τον κόπο να ξαναδοκιμάσουμε έστω και με 19 στα 20 αυτή τη φορά;

Στη συζήτηση για το κράτος όμως οι τοξίνες της γραφικότητας χτυπάνε κόκκινο. Είδαμε πριν τον ανδριανόπουλο να μην αναγνωρίζει την πατρότητα του εν ελλάδι συστήματος. Ο παπαδάτος ρίχνει τις ευθύνες στην καμένη γη και τα κατάλοιπα της δεξιάς: δεν μπορεί το ΠΑΣΟΚ να έχει τις ευθύνες για οποιαδήποτε πράξη 500.000 κρατικών λειτουργών. Δεν τους προσέλαβε το ΠΑΣΟΚ, δεν τους εκπαίδευσε το ΠΑΣΟΚ, δεν τους στηρίζει το ΠΑΣΟΚ, αλλά εκείνες οι δυνάμεις που τους βάλανε και οι κοινωνικές δυνάμεις που δεν τους περιορίζουν με την κοινωνική τους δράση. Ενώ ο κοτζιάς σημειώνει: το κράτος έχει τα μαύρα του τα χάλια που ακούσαμε κι ακόμα χειρότερα, αλλά σας το χαρίζουμε. Ούτε το φτιάξαμε, ούτε το διεκδικήσαμε, ούτε το θέλουμε.

Λίγο πριν είχε αναφερθεί στην κλασική νεοφιλελεύθερη άποψη για «λιγότερο κράτος» και τις θεωρίες του πασόκ για «λιγότερο συγκεντρωτικό κράτος», στα πλαίσια της αυτοδιαχείρισης. Και λέει σχετικά: πριν συζητήσουμε για το μικρό ή μεγάλο, για το αποτελεσματικό ή όχι, το συγκεντρωτικό ή όχι κράτος, το κύριο καθήκον που πρέπει να έχει η πρακτική μας, άρα και η θεωρητική μας σκέψη, είναι –και λες: τώρα ο δικός μας θα τα βάλει στη θέση τους τα πράγματα για την ταξική φύση του κράτους- …το κύριο καθήκον λοιπόν είναιπώς θα εκδημοκρατιστεί αυτό το κράτος και σε μια πορεία θα μετασχηματιστεί ριζοσπαστικά ώστε να εκφράζει τα συμφέροντα της πλειοψηφίας του λαού και όχι των λίγων. Γιατί τι να το κάνουμε ένα κράτος που είναι μεγάλο ή μικρό, αλλά εξυπηρετεί τους λίγους;
Κατάλαβες λοιπόν σφε αναγνώστη ποιο είναι το κύριο καθήκον;

Αρκετή πλάκα έχουν κι οι προσπάθειες των ομιλητών να διαπιστώσουν συγκλίσεις του τραπεζιού –σε σημεία που τους συμφέρει- και να πειράξουν-στριμώξουν το συνομιλητή τους ότι ασπάζεται τη δική τους ιδεολογία. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διελκυστίνδα μεταξύ κοτζιά-ανδριανόπουλου που έχει και (προλε)καλτ τέλος.

ΑΑ: ακούγοντας τον κ. Κοτζιά απορούσα. Έλεγα ότι θα μπορούσε να ήταν και φιλελεύθερος και να μην ήταν κομμουνιστής.
Ν.Κ: ο κ. Ανδριανόπουλος μιλάει για κρίση της αριστεράς, και δεν ξέει, λέει, τελικά ποιος είναι φιλελεύθερος, ποιος είναι κομμουνιστής. Φοβάμαι ότι η δεξιά έχει κρίση ταυτότητας, γιατί υπάρχουν δυνάμεις των μεγαλοβιομηχάνων που δε θέλουν αυτή τη στιγμή τη ΝΔ. Και το πρόβλημα της ΝΔ είναι να μιλήσει φιλολαϊκά για πρώτη φορά στην ιστορία της, για να αποκτήσει κοινωνική βάση απέναντι στα τμήματα εκείνα του μεγάλου κεφαλαίου που σήμερα δεν τη γλυκοκοιτάζουν. Είναι απατημένη σύζυγος αυτό είναι το πρόβλημά της.
Α.Α: κατ’ αρχήν θέλω να πω ότι έχω μπερδευτεί. Τη μια φορά ο Κοτζιάς βγαίνει φιλελεύθερος, τώρα εγώ κομμουνιστής. Φαίνεται ότι κάπου είτε τα θέματα συγκλίνουν, και το πρόβλημά μας, νομίζω ότι ακριβώς είναι το «δια ταύτα».
Ας σημειωθεί πως ο ανδριανόπουλος στηλιτεύει πολλές φορές τους δικούς του, γιατί με όσα αιρετικά (και μη εμφυλιοπολεμικά) υποστηρίζει, τον περνάνε, λέει, για κομμουνιστή.

Πάμε όμως και στο πιο ζουμερό σημείο.
Ν.Κ: εδώ άκουσα έναν καλοπροαίρετο συνομιλητή σε αυτό το τραπέζι, τον κ. Ανδριανόπουλο, να μας κλαίγεται να μας καταγγέλλει τα χάλια του καπιταλισμού. Κι αντί να βγάλει το συμπέρασμα που περίμενα εγώ, ότι «εσείς οι κομμουνιστές έχετε δίκιο (…) πάμε λοιπόν για την αλλαγή με κατεύθυνση το σοσιαλισμό», μας είπε «σας ταλαιπωρούμε 150 χρόνια, δώστε μας το δικαίωμα να σας ταλαιπωρήσουμε άλλη μια τετραετία». Γιατί; Δοκιμασμένη λύση –συμφωνούμε ότι απέτυχε;
Α.Α: Λες να πηγαίνουμε για ιστορικό συμβιβασμό, δηλαδή;
Ν.Κ: Όχι, αλλά αναγνώρισες τον πρωτοπόρο ρόλο μας –αν κατάλαβα καλά- και δέχεσαι την ανάγκη να τελειώνουμε με αυτή την ιστορία, που λέγεται καπιταλισμός, αν το πιστεύεις είναι ένα άλλο ερώτημα.

Κι όλα αυτά λίγους μήνες πριν από την κυβέρνηση τζανετάκη, που θεωρήθηκε ο ιστορικός συμβιβασμός αλά ελληνικά, και στάθηκε αφορμή ή αιτία για να φύγει από το κόμμα ο κοτζιάς, κριτικάροντας εξ αριστερών την επιλογή του, να περάσει για ένα φεγγάρι από το ναρ και να γίνει σύμβουλος του γαπ και τώρα του αλέξη τσίπρα. Μεγάλες στιγμές..

Ας δούμε όμως τι απαντούσε τότε για τις συστημικές συγκλίσεις σε παγκόσμιο επίπεδο, μεταξύ της περεστρόικα και του διεθνούς ιμπεριαλιστικού συστήματος.
Κατ’ αρχήν εμείς πιστεύουμε πως ήταν καλή αυτή η συμφωνία που έγινε ανάμεσα στο Ρήγκαν και στον Γκορμπατσόφ και εκφράζει τη βαθιά πίστη μας για ένα φιλειρηνικό κόσμο, τη βαθιά υποστήριξή μας σε ένα νέο τρόπο σκέψης, που κατανοεί ότι ο πλανήτης μας είναι ένας πλανήτης ταξικής πάλης, αλλά και ένας πλανήτης αλληλοεξαρτώμενων χωρών. Αυτό όμως δεν είναι αποτέλεσμα μιας σύγκλισης του ιδεολογικού και του κοινωνικού περιεχόμενου των συστημάτων, αλλά αποτέλεσμα και του ρεαλισμού, που αναγκάστηκαν να επιδείξουν χάρη στην πολιτική της περεστρόικα οι νεοσυντηρητικοί κύκλοι του Ρηγκανισμού.

Και σε ένα άλλο σημείο: όμως η ουσία είναι ότι δεν μπορεί να εμπνεύσει ούτε εμένα, ούτε εσένα, ούτε κανένα ο Ρήγκαν. Ενώ ο Γκορμπατσόφ εμπνέει. Και εμπνέει τους πάντες, μόνο που ταυτόχρονα θέλουν αυτοί οι πάντες να τον οικειοποιηθούν τώρα.
(…) Το ζήτημα της περεστρόικα δεν είναι φιλολογικό. Χρειάζεται εσωτερικοποίηση. Τι σημαίνει περεστρόικα; Σημαίνει ειρήνη στον κόσμο. Ότι δεν μπορεί να γίνονται επεμβάσεις απ’ έξω. Άρα σημαίνει ότι σήμερα η Ελλάδα μπορεί να απαλλαγεί πιο εύκολα από τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό, από τις ξένες βάσεις, από το ΝΑΤΟ, κοκ. Ελάτε λοιπόν να παλέψουμε, αν είστε υπέρ της περεστρόικα, για μια πιο ρεαλιστική, πιο εύκολη πορεία απαλλαγής από τις βάσεις, τα πυρηνικά και το ΝΑΤΟ. Περεστρόικα για την Ελλάδα σημαίνει ότι συμφωνείτε, ότι θέλετε σοσιαλισμό. Διότι η περεστρόικα δε δημιουργήθηκε από τον Γκορμπατσόφ, που πήγε δανεικός στο ΚΚΣΕ. Το ΚΚΣΕ δεν τον πήρε ούτε από τους ρεπουμπλικάνους των ΗΠΑ, ούτε από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία, ούτε «προπονητή από καμιά ιταλική ομάδα». Είναι γέννημα-θρέμμα του σοβιετικού συστήματος και του σοσιαλισμού κι είναι ό,τι καλύτερο έχει να επιδείξει η διεθνής πολιτική σήμερα.

Αφήνω με πόνο καρδιάς κάποια σημεία έξω, για να κάνουμε εντυπωσιακό φινάλε και έξοδο με –ποιον άλλο;- τον πρεσβευτή της «καθαρής φιλελεύθερης ορθοδοξίας», ανδρέα ανδριανόπουλο.

Εγώ πιστεύω στο λιγότερο κράτος, που σημαίνει λιγότερος κρατικός έλεγχος. Αυτό στην οικονομία μπορεί να ηχεί δεξιό, αλλά στην πολιτική ηχεί σαφώς αριστερό. Νομίζετε πως θεωρώ επικίνδυνο πράγμα να διαβάζουν τον Ριζοσπάστη; Να τον μοιράσω εγώ ο ίδιος, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Πιο επικίνδυνο είναι να μην τον διαβάζουν. Σας πληροφορώ ότι πιο επικίνδυνο είναι εάν τους κυνηγάς όταν τον διαβάζουν. Είναι όπως η ιστορία του Καποδίστρια με τις πατάτες...

(…) Θα μου πείτε, εντάξει, είστε φιλελεύθεροι, σας αρέσει ο καπιταλισμός, δε θα χρησιμοποιείτε την αστυνομία εναντίον της εργατικής τάξης στους διεκδικητικούς της αγώνες; Όχι. Τόπα αυτό στο Ε.Κ. Πειραιά και με κοίταγαν έτσι. Εγώ πιστεύω ότι η απεργία είναι μηχανισμός διαμόρφωσης τιμών. Πρέπει να γίνονται απεργίες. Είμαι εναντίον των κρατικών μέτρων που περιορίζουν, που καθορίζουν εισοδηματική πολιτική και δημιουργούν προβλήματα στη δυνατότητα των διεκδικητικών κινημάτων. Βεβαίως να υπάρχουν ελεύθερες διαπραγματεύσεις. Αλλά… πρέπει να αποκτήσουμε όλοι ευθύνη των πράξεών μας. Εάν δηλ μια επιχείρηση έχει κέρδος, το θεωρώ αδιανόητο να μην μπορούν οι εργαζόμενοι, κινητοποιούμενοι να διεκδικήσουν ένα κομμάτι από αυτό το έδος. Αλλά την ίδια ώρα αν μια άλλη επιχείρηση δεν έχει κέρδος κι έχει έλλειμμα ή ζημιά, το θεωρώ πάλι ανόητο να διεκδικήσεις μια αύξηση που δεν μπορεί να στη δώσει η επιχείρηση. Δε θα σου απαγορεύσω να τη διεκδικήσεις. Αλλά αν τη διεκδικήσεις και κλείσει η επιχείρηση, δε θα μου ‘ρθεις στην Πλατεία Συντάγματος κάνοντας πορεία και ζητώντας να ‘ρθει το Δημόσιο να πληρώσει για να κρατήσει στη ζωή την επιχείρηση. Η συμμετοχή στην ευημερία, αλλά και το πρόβλημα της ανεργίας, θα το δημιουργήσεις μόνος σου. Δεν μπαίνει θέμα να ‘ρθουν τα ΜΑΤ να σε απαγορεύσουν. Κάνε όσες απεργίες θες, δεν έχω πρόβλημα.
Το ότι η κυβέρνηση του μητσοτάκη χρησιμοποίησε τελικά αφειδώς τα ματ εναντίον κάθε κλάδου που βρισκόταν σε απεργιακές κινητοποιήσεις, θα πρέπει μάλλον να το αποδώσουμε στον στρεβλό, μη καθαρό καπιταλισμό που έχουμε στην ελλάδα.

Ε μετά από αυτό τι άλλο να περιγράψεις… Δε γίνονται πια τέτοιες συζητήσεις στις μέρες μας.

Υγ: γίνονται όμως και σήμερα σπουδαία φεστιβάλ. Χτες βγήκε στη δημοσιότητα το πρόγραμμα του φεστιβάλ της αθήνας, με αρκετά σπουδαία ονόματα. Κι από τις καινούριες συμμετοχές, αυτή που μου έκανε προσωπικά μεγαλύτερη εντύπωση είναι το πρόγραμμα (stand-up comedy) του ζαραλίκου στη μαθητική σκηνή. Αλλά αυτά έχουμε καιρό μπροστά μας να τα σχολιάσουμε.